Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (15.149-15.217)

Ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσα πάλιν κίε πότνια Ἥρη,
150 ἕζετο δ᾽ εἰνὶ θρόνῳ· τὼ δ᾽ ἀΐξαντε πετέσθην.
Ἴδην δ᾽ ἵκανον πολυπίδακα, μητέρα θηρῶν,
εὗρον δ᾽ εὐρύοπα Κρονίδην ἀνὰ Γαργάρῳ ἄκρῳ
ἥμενον· ἀμφὶ δέ μιν θυόεν νέφος ἐστεφάνωτο.
τὼ δὲ πάροιθ᾽ ἐλθόντε Διὸς νεφεληγερέταο
155 στήτην· οὐδέ σφωϊν ἰδὼν ἐχολώσατο θυμῷ,
ὅττι οἱ ὦκ᾽ ἐπέεσσι φίλης ἀλόχοιο πιθέσθην.
Ἶριν δὲ προτέρην ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«βάσκ᾽ ἴθι, Ἶρι ταχεῖα, Ποσειδάωνι ἄνακτι
πάντα τάδ᾽ ἀγγεῖλαι, μηδὲ ψευδάγγελος εἶναι.
160 παυσάμενόν μιν ἄνωχθι μάχης ἠδὲ πτολέμοιο
ἔρχεσθαι μετὰ φῦλα θεῶν ἢ εἰς ἅλα δῖαν.
εἰ δέ μοι οὐκ ἐπέεσσ᾽ ἐπιπείσεται, ἀλλ᾽ ἀλογήσει,
φραζέσθω δὴ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν
μή μ᾽ οὐδὲ κρατερός περ ἐὼν ἐπιόντα ταλάσσῃ
165 μεῖναι, ἐπεί ἑο φημὶ βίῃ πολὺ φέρτερος εἶναι
καὶ γενεῇ πρότερος· τοῦ δ᾽ οὐκ ὄθεται φίλον ἦτορ
ἶσον ἐμοὶ φάσθαι, τόν τε στυγέουσι καὶ ἄλλοι.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις,
βῆ δὲ κατ᾽ Ἰδαίων ὀρέων εἰς Ἴλιον ἱρήν.
170 ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἂν ἐκ νεφέων πτῆται νιφὰς ἠὲ χάλαζα
ψυχρὴ ὑπὸ ῥιπῆς αἰθρηγενέος Βορέαο,
ὣς κραιπνῶς μεμαυῖα διέπτατο ὠκέα Ἶρις,
ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη προσέφη κλυτὸν ἐννοσίγαιον·
«ἀγγελίην τινά τοι, γαιήοχε κυανοχαῖτα,
175 ἦλθον δεῦρο φέρουσα παραὶ Διὸς αἰγιόχοιο.
παυσάμενόν σε κέλευσε μάχης ἠδὲ πτολέμοιο
ἔρχεσθαι μετὰ φῦλα θεῶν ἢ εἰς ἅλα δῖαν.
εἰ δέ οἱ οὐκ ἐπέεσσ᾽ ἐπιπείσεαι, ἀλλ᾽ ἀλογήσεις,
ἠπείλει καὶ κεῖνος ἐναντίβιον πολεμίξων
180 ἐνθάδ᾽ ἐλεύσεσθαι· σὲ δ᾽ ὑπεξαλέασθαι ἄνωγε
χεῖρας, ἐπεὶ σέο φησὶ βίῃ πολὺ φέρτερος εἶναι
καὶ γενεῇ πρότερος· σὸν δ᾽ οὐκ ὄθεται φίλον ἦτορ
ἶσόν οἱ φάσθαι, τόν τε στυγέουσι καὶ ἄλλοι.»
Τὴν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη κλυτὸς ἐννοσίγαιος·
185 «ὢ πόποι, ἦ ῥ᾽ ἀγαθός περ ἐὼν ὑπέροπλον ἔειπεν,
εἴ μ᾽ ὁμότιμον ἐόντα βίῃ ἀέκοντα καθέξει.
τρεῖς γάρ τ᾽ ἐκ Κρόνου εἰμὲν ἀδελφεοί, οὓς τέκετο ῾Ρέα,
Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ᾽ Ἀΐδης, ἐνέροισιν ἀνάσσων.
τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται, ἕκαστος δ᾽ ἔμμορε τιμῆς·
190 ἤτοι ἐγὼν ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν αἰεὶ
παλλομένων, Ἀΐδης δ᾽ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα,
Ζεὺς δ᾽ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι·
γαῖα δ᾽ ἔτι ξυνὴ πάντων καὶ μακρὸς Ὄλυμπος.
τῶ ῥα καὶ οὔ τι Διὸς βέομαι φρεσίν, ἀλλὰ ἕκηλος
195 καὶ κρατερός περ ἐὼν μενέτω τριτάτῃ ἐνὶ μοίρῃ.
χερσὶ δὲ μή τί με πάγχυ κακὸν ὣς δειδισσέσθω·
θυγατέρεσσιν γάρ τε καὶ υἱάσι βέλτερον εἴη
ἐκπάγλοις ἐπέεσσιν ἐνισσέμεν, οὓς τέκεν αὐτός,
οἵ ἑθεν ὀτρύνοντος ἀκούσονται καὶ ἀνάγκῃ.»
200 Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις·
«οὕτω γὰρ δή τοι, γαιήοχε κυανοχαῖτα,
τόνδε φέρω Διὶ μῦθον ἀπηνέα τε κρατερόν τε,
ἦ τι μεταστρέψεις; στρεπταὶ μέν τε φρένες ἐσθλῶν.
οἶσθ᾽ ὡς πρεσβυτέροισιν Ἐρινύες αἰὲν ἕπονται.»
205 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε Ποσειδάων ἐνοσίχθων·
«Ἶρι θεά, μάλα τοῦτο ἔπος κατὰ μοῖραν ἔειπες·
ἐσθλὸν καὶ τὸ τέτυκται, ὅτ᾽ ἄγγελος αἴσιμα εἰδῇ.
ἀλλὰ τόδ᾽ αἰνὸν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἱκάνει,
ὁππότ᾽ ἂν ἰσόμορον καὶ ὁμῇ πεπρωμένον αἴσῃ
210 νεικείειν ἐθέλῃσι χολωτοῖσιν ἐπέεσσιν.
ἀλλ᾽ ἤτοι νῦν μέν κε νεμεσσηθεὶς ὑποείξω·
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, καὶ ἀπειλήσω τό γε θυμῷ·
αἴ κεν ἄνευ ἐμέθεν καὶ Ἀθηναίης ἀγελείης,
Ἥρης Ἑρμείω τε καὶ Ἡφαίστοιο ἄνακτος,
215 Ἰλίου αἰπεινῆς πεφιδήσεται, οὐδ᾽ ἐθελήσει
ἐκπέρσαι, δοῦναι δὲ μέγα κράτος Ἀργείοισιν,
ἴστω τοῦθ᾽, ὅτι νῶϊν ἀνήκεστος χόλος ἔσται.»

***
Είπε, και πάλι εγύρισε στον θρόνον της η Ήρα·
150 και αυτοί με πέταμα γοργό ξεκίνησαν κι εφθάσαν
στην Ίδην την πολύβρυσην, την θεριοθρέπτραν κι ήβραν
εις του Γαργάρου την κορφήν τον βροντητήν Κρονίδην
καθήμενον, κι ευωδιαστή τον έζωνε νεφέλη.
Κι εμπρός ως ήλθαν του Διός του νεφελοσυνάκτη,
155 έμειναν, και μ᾽ αυτούς χολήν δεν είχε ο Ζευς άμ᾽ είδε
ότι της Ήρας γρήγορα τον λόγον υπακούσαν.
Στην Ίριν πρώτα ομίλησε με λόγια φτερωμένα:
«Πτερόποδ᾽ Ίρι, πήγαινε, να ειπείς του Ποσειδώνος
ό,τι θ᾽ ακούσεις και πιστήν σε θέλω εγώ μηνύτραν.
160 Να παύσει από τον πόλεμον και να γυρίσει, αν θέλει,
ή στην αγίαν θάλασσαν ή στων θεών τα γένη.
Και αν δεν πεισθεί στα λόγια μου και τ᾽ αψηφίσει, ειπέ του
να εννοήσει αυτό καλά, να μη θαρρέψει τόσο
στην δύναμίν του να σταθεί, όταν του πέσω, εμπρός μου
165 ότ᾽ είμ᾽ εγώ στην δύναμιν περίσσ᾽ ανώτερός του,
είμαι και πρωτογέννητος. Και ωστόσο αυτός τολμάει
ίσος να λέγεται μ᾽ εμέ που όλ᾽ οι θεοί με τρέμουν».
Είπε και τον υπάκουσεν η ανεμόποδ᾽ Ίρις
και στην αγίαν Ίλιον κατέβη από την Ίδην.
170 Και ως ροβολούν κάτω στην γην χιόν᾽ ή χαλάζι κρύο
απ᾽ τον αιθερογέννητον βοριά κατεβασμένα,
με ομοίαν επετούσε ορμήν η ανεμοπόδ᾽ Ίρις
και από σιμά προσφώνησε τον μέγαν Ποσειδώνα:
«Κάποιο να φέρω μήνυμα, μεγάλε γεωφόρε,
175 ήλθα καθώς μ᾽ επρόσταξεν ο αιγιδοφόρος Δίας·
να παύσεις απ᾽ τον πόλεμον σου λέγει και να γύρεις
ή στην αγίαν θάλασσαν ή στων θεών τα γένη·
και αν δεν πεισθείς στα λόγια του και τ᾽ αψηφάς, κηρύττει
ότι και αυτός αντίμαχα με σε να πολεμήσει
180 θα έλθει εδώ· και μη σταθείς, σε συμβουλεύει, εμπρός του,
ότ᾽ είναι αυτός στην δύναμιν περίσσ᾽ ανώτερός σου,
είναι και πρωτογέννητος, και όμως τολμά η καρδιά σου
ίσος να λέγεσαι μ᾽ αυτόν, οπού τον τρέμουν όλοι».
Εβάρυνε και απάντησεν ο μέγας κοσμοσείστης:
185 «Ω, λόγον υπερήφανον που είπε, αν κι είναι ανδρείος,
αν τον ομότιμον εμέ με βίαν θα εμποδίσει.
Τρεις γεννηθήκαμεν υιοί, του Κρόνου και της Ρέας,
ο Ζευς, εγώ και ο βασιλεύς των πεθαμένων Άδης.
Και απ᾽ όλα τρία κάμαμεν ισόμοιρα βασίλεια.
190 Να ᾽χω την λευκήν θάλασσαν πέφτει ο λαχνός σ᾽ εμένα,
στον Άδην το ανήλιο σκοτάδι, και στον Δία
ο πλατύς έλαχε ουρανός στα νέφη στον αιθέρα
κι έμειν᾽ η γη κοινή στους τρεις και ο Όλυμπος ο μέγας.
Όθεν εμένα του Διός ο νους δεν θα οδηγήσει,
195 και ας μείνει, αν κι είναι δυνατός, στο τρίτο του μοιράδι.
Και με τα χέρια ως άνανδρον να μη με φοβερίζει.
Με τα μεγάλα λόγια του ταιριάζει να ονειδίσει
τες κόρες και τ᾽ αγόρια που γέννησεν εκείνος,
ότι εξ ανάγκης θα υπακούν εκείνα σ᾽ ό,τι λέγει».
200 Και προς αυτόν απάντησεν η ανεμόποδ᾽ Ίρις:
«Ω γεωφόρε Ποσειδών, τωόντι αυτόν τον λόγον
τον άπονον, τον τρομερόν, θα φέρω εγώ στον Δία;
Δεν θα τον στρέψεις; Στρέφονται οι γνώμες των γενναίων.
Τον πρωτογέννητον βοηθούν, το ξεύρεις, οι Ερινύες».
205 Και προς αυτήν ο Ποσειδών αντείπε ο κοσμοσείστης:
«Ίρι θεά, λόγον καλόν ομίλησες τωόντι
και αυτό λαμπρόν, ο μηνυτής τα ορθά να ξεχωρίζει.
Αλλ᾽ ιδού ποίος την καρδιά φρικτός μού θλίβει πόνος,
εμένα τον ισόμοιρον και τον ομόκληρόν του
210 με λόγια να ονειδίζει αυτός όλα χολήν γεμάτα.
Αλλά με κάνει ευλάβεια για τώρα να συγκλίνω·
αλλ᾽ άκουσ᾽ άλλο που θα ειπώ και αλήθεια θα κηρύξω·
εάν αυτός στο πείσμα μου και άλλων αθανάτων,
της Ήρας και της Αθηνάς, του Ηφαίστου και του Ερμείου
215 θελήσει από τον όλεθρον την Ίλιον να φυλάξει
και να μη δώσει δύναμιν και νίκην στους Αργείους,
ας μάθει π᾽ άσβεστος θυμός θ᾽ ανάψει στην ψυχήν μας».

Γιατί τις περισσότερες φορές οι ερωτικές σχέσεις αποτυγχάνουν;

Αυτή είναι μια ερώτηση που έχει απασχολήσει για αιώνες φιλοσόφους, ψυχολόγους, ποιητές και προπαντός τους καθημερινούς ανθρώπους, καθώς έχει σοβαρές ψυχοσωματικές επιπτώσεις.

Ο δείκτης διαζυγίων έχει ανέβει αρκετά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι λόγοι είναι πολλοί. Για το σκοπό αυτό, στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε σ’ έναν παράγοντα, σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, αυτή ανάμεσα στου παιδιού και στο άτομο που το φροντίζει (συνήθως η μητέρα). Η σχέση αυτή δεν είναι μια καινοτομία του σήμερα, αλλά είναι μια μεγάλη κληρονομιά που αποκτήθηκε από τους προγόνους μας, ίσως και από την ανθρωπογένεση. Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά αυτή είναι εξελικτική, όπου ένας βαθύς και μακροπρόθεσμος δεσμός αναπτύσσεται ώστε να ικανοποιήσει της σωματικές και ψυχολογικές ανάγκες του παιδιού και που ταυτόχρονα θα το προστάτευε από ένα σκληρό και επικίνδυνο περιβάλλον (επιβίωση) για να μπορέσει να μεγαλώσει και στην συνεχεία να αναπαράγει (Szesenwol και Simpson, 2018).

Οι θεμελιώδες αρχές του δεσμού αυτού έχουν εξελιχτεί μέχρι και σήμερα, και είναι σχεδόν ίδιες. Το μόνο που αλλάζει είναι η λειτουργία και το περιβάλλον, δηλαδή οι σωματικές ανάγκες σήμερα μπορούν να καλυφθούν με ένα μπιμπερό, ενώ οι ψυχολογικές (δυσφορία) καλύπτονται δίνοντας για παράδειγμα του παιδιού μια αγκαλιά ή ένα παιχνίδι. Η σχέση αυτή που αναπτύσσεται λέγεται δεσμός/προσκόλληση (attachment) και ξεκινά από την ‘κούνια’ μας μέχρι και τον θάνατο μας. Με λίγα λόγια, προσκόλληση είναι ένας βαθύς και έντονος συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσεται μεταξύ δυο ατόμων, για παράδειγμα, παιδί-δάσκαλος, μητέρα-κόρη και ούτω τω καθεξής που έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την επιβίωση και την ανάπτυξη μας τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά (Bretherton, 1992).

Ο ΒΑΘΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΓΟΝΕΑΣ-ΒΡΕΦΟΣ/ΠΑΙΔΙ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΑΠΤΥΞΟΥΜΕ ΚΑΘΩΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΘΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΔΕΣΜΕΥΤΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΜΑΣ ΣΧΕΣΕΙΣ.

Όταν φτάσουμε στην ενηλικίωσή μας προκύπτουν τέσσερις τύποι προσκόλλησης. Ο καθένας από εμάς κατατάσσεται σε ένα από τα παρακάτω μοντέλα δεσμού:
  • Τύπος ασφαλής
  • Τύπος εμμονικός
  • Τύπος αποφευκτικός/απορριπτικός
  • Τύπος φοβικός
Ο ασφαλής τύπος αναπτύσσεται όταν το παιδί έχει ποιοτικές και υγιείς σχέσεις με τη μητέρα του, δηλαδή, η μητέρα ανταποκρίνεται με συνεπή και θετικό τρόπο προς τις σωματικές και ψυχολογικές ανάγκες του βρέφους/παιδιού. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι πολύ πιθανόν ν’ αναπτύξει υγιείς ερωτικές σχέσης στην ενηλικίωσή του, καθώς αυτοί οι σύντροφοι αναπτύσσουν ευνοϊκές και θετικές συμπεριφορές μέσα στις σχέσεις τους. Εμπιστεύονται τους συντρόφους τους, μοιράζονται τα συναισθήματα τους, παρέχουν υποστήριξη, αισθάνονται άνεση και περνάνε συνήθως ευχάριστα. Γενικά, οι σχέσεις τους τείνουν να είναι δυνατότερες, πιο μακροπρόθεσμες και περισσότερο ικανοποιητικές από τους άλλους ανασφαλείς τύπους προσκόλλησης που θα δούμε αμέσως παρακάτω. Πάραυτα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν δυσκολίες μέσα στις σχέση τους, αλλά έχουν την ικανότητα να τις ξεπερνούν πιο γρήγορα και λιγότερο ανώδυνα σε σύγκριση με τους ανασφαλείς τύπους προσκόλλησης. Επίσης η συχνότητα των προβλημάτων που παρουσιάζονται στα ασφαλή τύπους ζευγάρια είναι σχετικά λιγότερη σε σχέση με τους μη-ασφαλής τύπου ζευγαριών (McNulty και Shaw, 2018).

Εμμονικός/αγχώδης (preoccupied) είναι ένας ανασφαλής τύπος προσκόλλησης που οι σύντροφοι σχηματίζουν πολύ στενές σχέσεις και φοβούνται την εγκατάλειψη. Είναι απορροφημένοι και έχουν εμμονή για την σχέση τους. Οι σύντροφοι σε αυτήν την κατηγορία δηλώνουν ότι διασκεδάζουν την πολύ στενή επαφή με τον σύντροφο τους, αλλά τείνουν να έχουν πολύ άγχος και αρνητικές συμπεριφορές λόγο του φόβου της εγκατάλειψης, γι’ αυτό έχουν μεγάλα επίπεδα ζήλειας σε σχέση με έναν ασφαλή τύπο συντρόφου, όταν υποψιαστούν ότι χάνουν τον σύντροφο τους από κάποιον τρίτον. Ο φόβος τις εγκατάλειψης, τους κάνει να είναι υπερβολικά υποψιασμένοι και σε πολλές περιπτώσεις ‘γεννούν’ ιστορίες που δεν ισχύουν. Επίσης, φοβούνται την πιθανότητα ότι ο σύντροφος τους θα ανακαλύψει τυχών ελλείμματα στην συμπεριφορά τους και θα τους εγκαταλείψει. Εμφανίζονται νευριασμένοι ή απογοητευμένοι όταν οι ανάγκες τους για προσκόλληση, δηλαδή να έρθουν σε στενή σχέση με τον άλλον σύντροφο δεν ικανοποιείται. Επίσης, τείνουν να είναι αγχώδεις, απαιτητικοί και προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο σε μια προσπάθεια να έρθουν όσο πιο κοντά γίνεται μέσα στην σχέση τους, ενώ ο άλλος σύντροφος προσπαθεί να κρατήσει μια απόσταση.

Το ‘εγώ’ (self) του εμμονικού συντρόφου είναι σε σμίκρυνση όταν είναι έξω από σχέση ψάχνοντας ν’ απαγκιστρωθεί από κάποιο άλλο εγώ, ρουφώντας του ενέργεια ώστε να μεγεθύνει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο άλλος σύντροφος να κουράζεται, να απογοητεύεται και να γίνεται μη-διαθέσιμος. Όταν η σχέση τελειώνει, το εμμονικό ‘εγώ’ συνεχίζει το ψάξιμο δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο. Επίσης, οι εμμονικοί σύντροφοι κυριεύονται από φόβο όταν ξέρουν ότι ο σύντροφος τους δεν τους αγάπα στον βαθμό που πιστεύουν, δεν είναι ανταποκρίσιμος και διαθέσιμος σε αυτούς· τότε τα επίπεδα του άγχους ανεβαίνουν. Αυτοί οι τύποι συντρόφων είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από τον σύντροφό τους και στην ‘extreme’ μορφή τους, θα κάνουν τα πάντα για να μην τους χάσουν, καταφθάνοντας ακόμα και στην βία. Ο τύπος αυτός της προσκόλλησης προέρχεται από το πώς η μάνα ανταποκρίνεται προς τις ανάγκες του παιδιού, δηλαδή έρευνες έχουν βρει ότι εάν η μητέρα δεν ικανοποιεί της ανάγκες του παιδιού τότε όταν μεγαλώσει θα κοιτάξει να τις ικανοποιήσει από κάπου αλλού, και αυτός είναι συνήθως ο σύντροφος (McNulty και Shaw, 2018).

Αποφευκτικός/Απορριπτικός (dismissing) τύπος, είναι το αντίθετο από τον εμμονικό τύπο προσκόλλησης. Εδώ οι σύντροφοι φαίνονται να μην εξαρτούνται καθόλου από τον σύντροφο τους, και θέλουν οι άλλοι να εξαρτούνται από αυτούς. Έχουν χαμηλά επίπεδα άγχους για το εάν τους εγκαταλείψει ο σύντροφός τους, αλλά υψηλό επίπεδο άγχους όταν επρόκειτο να έρθουν σε στενή επαφή με τον σύντροφό τους. Γι’ αυτό μες στην σχέση τους φαίνονται ‘κρύοι’ και αποφεύγουν να έχουν επαφή με τον σύντροφο τους, συγκεκριμένα είναι συναισθηματικά απόμακροι ιδιαίτερα όταν είναι κάτω από συναισθηματική δυσφορία. Δείχνουν ότι δεν ανησυχούν και δεν ενδιαφέρονται για κλειστές τύπου σχέσεις δηλαδή αποφεύγουν σωματικές επαφές όπως η αγκαλιά ή το φιλί, καθώς δείχνουν ότι θεωρούν τους άλλους ασήμαντους. Έχουν μάθει από τις πρώτες επαφές με τους γονείς να μην δείχνουν ότι είναι ‘τρωτοί’ και ότι είναι επαρκείς, δηλαδή όλες οι ανάγκες τους είναι καλυμμένες, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Γι’ αυτό, όταν φοβούνται ή είναι απογοητευμένοι προτιμούν να το κρύψουν από τον σύντροφό τους για να αποφύγουν πιθανή στενή επαφή και ότι ίσως θα πέσουν στην υπόληψή τους. Αυτός ο τύπος συντρόφων αναπτύσσει ένα πρότυπο που βασίζεται στην ιδέα ότι για να διατηρήσεις μια σχέση θα πρέπει να δείξεις στον άλλον ότι δεν τον χρειάζεσαι. Ο συγκεκριμένος αυτός τύπος προσκόλλησης προέρχεται από τις ασυνεπείς ανταποκρίσεις της μάνας προς το νεογέννητο/παιδί (McNulty και Shaw, 2018).

Φοβικός (fearful), αυτός είναι ο τρίτος και τελευταίος τύπος της ανασφαλούς προσκόλλησης. Οι όποιοι σύντροφοι εδώ, πιθανόν να έχουν βιώσει κακούς και βλαβερούς γονείς. Φοβούνται να έρθουν κοντά με τον σύντροφό τους από φόβο μην πληγωθούν αργότερα. Δείχνουν ότι δεν είναι εξαρτημένοι συναισθηματικά από τον σύντροφο τους, αλλά από την άλλη φοβούνται και αγχώνονται μην εγκαταλειφθούν. Νοιώθουν ότι δεν μπορούν να αγαπηθούν και ότι οι σύντροφοί τους δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, αποφεύγοντας τις κλειστές σχέσεις λόγω της απόρριψης. Είναι παθητικοί και φοβούνται να μιλήσουν για να μην χάσουν τον σύντροφο τους, γι’ αυτό βιώνουν ‘φτωχές’ σχέσεις όπως και τους άλλους ανασφαλείς τύπους προσκόλλησης (Anyika, 2018).

Συνοψίζοντας, ο πρώτος δεσμός με τους γονείς, συνήθως με την μητέρα μας, είναι σημαντικός γιατί γεννά προσδοκίες, πιστεύω, σκέψεις και συμπεριφορές όπου αποτελεί μέρος τις προσωπικότητας μας, καθώς οι μελλοντικές μας σχέσεις κτίζονται πάνω σ’ αυτήν. Οι ασφαλείς τύποι συντρόφων βιώνουν ευχάριστες, ασφαλές, έμπιστες, υγιείς και μακροπρόθεσμες σχέσεις, σε σύγκριση με τους ανασφαλείς τύπους προσκόλλησης (εμμονικός, απορριπτικός και φοβικός) που βιώνουν τοξικές και βραχυπρόθεσμες σχέσεις. Πάρ’ όλα αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ασφαλείς τύποι συντρόφων δεν βιώνουν δυσκολίες μέσα στις σχέσεις τους. Είναι σημαντικό εδώ να πούμε ότι οι τύποι προσκόλλησης δεν είναι ‘πάγιοι’ αλλά επηρεάζονται από τα δραματικά γεγονότα της ζωής, δηλαδή μια σοβαρή αρρώστια, ένας χωρισμός, ένα τροχαίο και στην ακραία περίπτωση, ένας θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου μπορεί να αλλάξει τον τύπο από ασφαλή σε μη-ασφαλή.

Βλέπουμε πως ανάλογα με τον τύπο δεσμού που ο καθένας μας φέρνει από το παρελθόν, επηρεάζει τα συναισθήματα μας, και σε μεγάλο βαθμό καθορίζει την έκβαση των σχέσεων. Δυστυχώς, από τα στοιχεία που προκύπτουν από τις έρευνες στην θεραπεία ζευγαριών, τα πιο συχνά ζευγάρια που σχηματίζονται είναι όταν ο ένας σύντροφος είναι διαθέσιμος (εμμονικός) και ο άλλος μη-διαθέσιμος (απορριπτικός η φοβικός), που σημαίνει ότι η σχέση έχει πολλές πιθανότητες να αποτύχει. Αυτό συνεπάγεται ότι οι σχέσεις που αναπτύσσουμε είναι δυαδικές και δυναμικές, καθώς ο ένας τύπος της προσκόλλησης προσπαθεί να ‘κουμπώσει’ σ’ έναν άλλον.

Όπως είδαμε, η προσκόλληση είναι επίσης ένα βιολογικό σύστημα προσέγγισης, το όποιο υπάρχει από τη γέννησή μας. Σαν θεωρία είναι σημαντική γιατί συμβάλλει στην επιβίωση, αναπαραγωγή και ανάπτυξη, οργανώνει και εξηγεί μοτίβα συμπεριφοράς συμφώνα με τον τύπο, προβλέπει την έκβαση της σχέσης σε έναν ικανοποιητικό βαθμό, περιέχει το στοιχείο του συναισθήματος και τις κοινωνικοποίησης με το μεγαλύτερο μέρος της συμπεριφοράς αυτής να είναι υποσυνείδητη. Με κάποια τεστ μπορούμε να βρούμε το δικό μας τύπο προσέγγισης και με την ψυχοθεραπεία κάποιος που έχει ανακαλύψει ότι είναι μη-ασφαλής μπορεί να γίνει ασφαλής, δημιουργώντας όμορφες και υγιείς σχέσεις.

Γενικές αρχές της θεωρίας των σχέσεων αντικειμένου

Ο όρος «αντικείμενο» χρησιμοποιήθηκε αρχικά από την κλασική ψυχαναλυτική θεωρία για να δηλώσει το στόχο του κινήτρου της λίμπιντο. Δηλαδή, αντικείμενο για τη συγκεκριμένη θεωρία είναι οποιοδήποτε στοιχείο μέσω του οποίου μπορεί να εκτονωθεί η ενέργεια της λίμπιντο.

Θεωρία αντικειμενοτρόπων σχέσεων

Στη θεωρία του Freud το αντικείμενο μπορεί να είναι κάποιος άνθρωπος, κάποιο άλλο έμβιο ον, αλλά μπορεί να είναι επίσης κάποια μη ζωντανή υπόσταση (ένα πράγμα ή μια κατάσταση). Ως εκ τούτου, το αντικείμενο της κλασικής ψυχαναλυτικής θεωρίας μπορεί να πάρει τη μορφή ενός υφάσματος, ενός παιχνιδιού, ενός έργου τέχνης ή ενός ρυθμού.

Το αντικείμενο της κλασικής θεωρίας επομένως μπορεί να είναι οποιαδήποτε υπόσταση έχει την ιδιότητα να αποφασίζει ή να εκτονώνει την ενέργεια κάποιου ανθρώπου.

Αντίθετα, στη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων τη θέση του αντικειμένου κατέχει πάντα κάποιος άνθρωπος με τον οποίο κάποιος άλλος έχει αναπτύξει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό.

Η συγκεκριμένη θεωρία χρησιμοποιεί τον όρο «αντικείμενο» (παρότι αναφέρεται πάντα σε κάποιον άνθρωπο) για να κάνει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στην πραγματική εξωτερική υπόσταση του ανθρώπου (υποκείμενο) και στο είδωλο του ίδιου ανθρώπου όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέσα στο νου κάποιου άλλου (αντικείμενο).

Το «αντικείμενο κάποιου ανθρώπου» βρίσκεται λοιπόν πάντα μέσα στο νου κάποιου άλλου, δηλαδή αποτελεί μια απόλυτα προσωπική αντίληψη ή μια καθαρά υποκειμενική εμπειρία. Για παράδειγμα, το «αντικείμενο μητέρα» είναι το είδωλο της μητέρας, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέσα στο νου του παιδιού της. Είναι δηλαδή η αντίληψη που έχει το παιδί για τη μητέρα του.

Το «αντικείμενο μητέρα» δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το τι είναι η μητέρα στην πραγματικότητα. Αντίστοιχα, ο όρος «σχέση αντικειμένου» δηλώνει το συναισθηματικό δεσμό ο οποίος υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο που αγαπά και στο είδωλο του αγαπημένου του προσώπου, όπως αυτό υπάρχει μέσα στο μυαλό του πρώτου.

Σύμφωνα με τη θεωρία των σχέσεων αντικειμένου, όλοι οι άνθρωποι σχηματίζουν εσωτερικευμένα είδωλα των σημαντικών για τη ζωή τους ανθρώπων τα οποία αποκαλούνται «αντικείμενα των σημαντικών άλλων» (π.χ. αντικείμενο μητέρα, αντικείμενο πατέρας κ.λπ.).

Παράλληλα, όλοι οι άνθρωποι σχηματίζουν εσωτερικευμένα είδωλα των σχέσεων που διατηρούν με τους σημαντικούς άλλους. Τα είδωλα αυτά των σχέσεων ονομάζονται «σχέσεις αντικειμένου».

Τα εσωτερικευμένα αντικείμενα και οι σχέσεις που δημιουργούνται με αυτά αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα της υποκειμενικής πραγματικότητας όλων των ανθρώπων.

Το αντικείμενο κάποιου ανθρώπου μπορεί να έχει περισσότερα ή λιγότερα κοινά στοιχεία με την πραγματική, υπαρκτή υπόσταση του ανθρώπου αυτού. Μάλιστα η χρήση του όρου «αντικείμενο», όπως προαναφέρθηκε, γίνεται ακριβώς για να τονιστεί η διαφορά η οποία είναι πιθανό να υπάρχει ανάμεσα στο εσωτερικευμένο είδωλο ενός προσώπου και στο πραγματικό πρόσωπο (το οποίο υπάρχει έξω από κάποιο συγκεκριμένο εαυτό).

Τα αντικείμενα, δηλαδή τα εσωτερικευμένα είδωλα, χρωματίζονται από τις προσωπικές εμπειρίες και από τις φαντασιώσεις των ανθρώπων που τα κατέχουν. Με απλά λόγια, οι άνθρωποι πολλές φορές κάνουν σχέσεις με τα είδωλα κάποιων άλλων (τα οποία υπάρχουν μέσα στη φαντασία τους), ενώ τα είδωλα αυτά δεν συμπίπτουν με τις πραγματικές υποστάσεις του εξωτερικού κόσμου.

Σχέσεις αντικειμένου και βάση εαυτού

Η θεωρία των σχέσεων αντικειμένου υποστηρίζει ότι η βάση του εαυτού του ανθρώπου διαμορφώνεται στα πρώτα χρόνια της ζωήw του από τα αντικείμενα των σημαντικών άλλων (δηλαδή από τα εσωτερικευμένα είδωλα των αγαπημένων προσώπων) και όχι από τα ίδια τα πρόσωπα, όπως αυτά υπάρχουν στην πραγματικότητα.

Επίσης, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του εαυτού παίζουν οι εμπειρίες από τις σχέσεις αντικειμένου (δηλαδή οι προσωπικές υποκειμενικές εμπειρίες του ανθρώπου) και όχι αναγκαστικά τα γεγονότα όπως αυτά εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα.

Πιο απλά, για τη διαμόρφωση του εαυτού του παιδιού είναι σημαντικό τι πιστεύει (ή καλύτερα αισθάνεται) το ίδιο το παιδί ότι συνέβη στη ζωή του και όχι αυτό το οποίο πραγματικά συνέβη.

Σύμφωνα με τη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, οι «σχέσεις αντικειμένου» που σχηματίζονται στα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου συνεχίζουν να δρουν για ολόκληρο τον κύκλο της ζωής του.

Έτσι, οι πρώτες σχέσεις παίζουν το ρόλο ενός προτύπου ή ενός καλουπιού μέσα στο οποίο παίρνουν συγκεκριμένη μορφή όλες οι μετέπειτα σημαντικές σχέσεις,

Επομένως, οι σχέσεις που το παιδί διαμορφώνει με τη μητέρα και με τον πατέρα του θα επηρεάσουν πολύ αργότερα το ρόλο που θα παίξει στις ερωτικές του σχέσεις, αλλά και το γονεϊκό του ρόλο.

Παράλληλα, οι αρχαϊκές σχέσεις θα προκαθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το πώς ο άνθρωπος θα αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και το πώς θα σχετίζεται με τους γύρω του ανθρώπους.

Τα παραδείγματα που ακολουθούν μπορούν να εξηγήσουν σαφέστερα το πώς οι πρώιμες παιδικές εμπειρίες και οι προσωπικές φαντασιώσεις των μικρών παιδιών μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις της ενήλικης ζωής και γενικότερα την αντίληψη των ανθρώπων για τον κόσμο.

Απορριπτικός πατέρας

Στο πρώτο παράδειγμα υπάρχει ένα παιδί το οποίο πληγώθηκε και σημαδεύτηκε από έναν πατέρα που ήταν διαρκώς ψυχρός, απορριπτικός και απόμακρος. Είναι πολύ πιθανό όταν το παιδί αυτό μεγαλώσει, στο ασυνείδητό του να υποβόσκει η πεποίθηση ότι η δημιουργία κοντινής σχέσης με τους άνδρες είναι κάτι αδύνατο, κάτι ανέφικτο.

Επειδή ο συγκεκριμένος άνθρωπος διατηρεί στο νου του αυτή την πεποίθηση, είναι πιθανό να μην επιδιώξει ποτέ να διαμορφώσει στενές συναισθηματικές σχέσεις με άνδρες.

Το είδωλο του εσωτερικού πατέρα το οποίο σχηματίστηκε στα πρώτα χρόνια της ζωής «επέβαλε» σε όλους τους αρσενικούς τα χαρακτηριστικά του ψυχρού, του απορριπτικού και του απόμακρου.
Μητρική «εγκατάλειψη»

Στο επόμενο παράδειγμα μπορεί να φανεί το πώς μια μη πραγματική, δηλαδή μια φανταστική βρεφική εμπειρία μπορεί να σημαδέψει την προσωπικότητα κάποιου ανθρώπου για ολόκληρη τη ζωή του.

Ας υποτεθεί ότι η σχέση ενός βρέφους με τη μητέρα του διακόπτεται βίαια από μία σοβαρή ασθένεια της μητέρας, η οποία την υποχρεώνει να εισαχθεί στο νοσοκομείο και να απομακρυνθεί από το παιδί της.

Η ακούσια αυτή απουσία της μητέρας μπορεί να συμβεί σε μια περίοδο κατά την οποία η λογική σκέψη και η λεκτική επικοινωνία του βρέφους δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί.

Επομένως, το παιδί δεν έχει την ικανότητα να κατανοήσει τα γεγονότα όπως αυτά πραγματικά διαδραματίζονται.

Ταυτόχρονα όμως το συγκεκριμένο βρέφος αισθάνεται ότι η μητέρα του το έχει εγκαταλείψει παρά τις απελπισμένες εκκλήσεις του και τα κλάματά του.

Εάν στην περίοδο της μητρικής απουσίας τη φροντίδα του παιδιού αναλάβει κάποιος ξένος και απόμακρος άνθρωπος, τότε το παιδί θα βιώσει ποικίλα αρνητικά συναισθήματα (όπως είναι η απογοήτευση, ο πανικός για την εγκατάλειψη, η ανασφάλεια για τις σχέσεις, ο έντονος φόβος, ο θυμός για τη μητέρα κ.λπ.).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι προσωπικές υποκειμενικές εμπειρίες του βρέφους περιλαμβάνουν μια αδύναμη και απόμακρη μητέρα η οποία αδιαφορεί για τις ανάγκες του και το εγκαταλείπει. Δηλαδή, το «αντικείμενο μητέρα» (το εσωτερικευμένο μητρικό είδωλο) αποτελείται από «ένα ζωτικά αναγκαίο και απελπισμένα αγαπημένο ον, το οποίο όμως είναι μη αποκριτικό και απορριπτικό».

Εάν ο αποχωρισμός του παιδιού από τη μητέρα του έχει μεγάλη χρονική διάρκεια, τότε το παιδί εσωτερικεύει το είδωλο μιας απορριπτικής ή μιας ανασφαλούς σχέσης, αφού, ενώ το ίδιο νιώθει μια απελπισμένη ανάγκη για το αντικείμενο της αγάπης του, το αντικείμενο αυτό δεν ανταποκρίνεται.

Βεβαίως, στο συγκεκριμένο παράδειγμα το «αντικείμενο μητέρα» δεν ταυτίζεται με την πραγματική υπόσταση της μητέρας.

Ωστόσο, το αντικείμενο αυτό της μητέρας έχει εσωτερικευθεί και έχει ριζώσει στη φαντασίωση του φοβισμένου παιδιού. Επιπλέον, επειδή το κακό και το απορριπτικό μητρικό αντικείμενο αποτελεί μια άκρως επώδυνη εμπειρία (η οποία απειλεί την ψυχολογική υπόσταση του παιδιού), γρήγορα απωθείται και απομακρύνεται από τη συνειδητή εγρήγορση.

Το απωθημένο απορριπτικό αντικείμενο δεν έχει καμιά δυνατότητα να αλλάξει από τις λογικές παρεμβάσεις της ώριμης ηλικίας, διότι η λογική σκέψη δεν έχει πρόσβαση στο χώρο του ασυνείδητου.

Ακόμα δηλαδή και αν η οικογένεια εξηγήσει στο παιδί, όταν μεγαλώσει, γιατί έφυγε η μητέρα από κοντά του τότε που ήταν βρέφος, οι λογικές αυτές εξηγήσεις δεν θα μπορέσουν να μεταβάλουν τις ανασφάλειες, τους φόβους ή τους πανικούς του παιδιού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πραγματική μητέρα δεν ήταν απορριπτική, αντίθετα είχε μεγάλη επιθυμία να είναι υγιής και να βρίσκεται κοντά στο παιδί της.

Όμως το τρομακτικό επεισόδιο του αποχωρισμού άφησε στο παιδί συναισθήματα πίκρας και απογοήτευσης και παράλογους φόβους εγκατάλειψης από έναν αγαπημένο, σημαντικό και απαραίτητο άλλο.

Οι μετέπειτα θετικές εμπειρίες από μια καλή και γεμάτη αγάπη μητέρα είναι πιθανό να σκεπάσουν το απορριπτικό αντικείμενο, δηλαδή το είδωλο του στερητικού συντρόφου.

Ίσως όμως οι εμπειρίες αυτές να μην καταφέρουν να εξαλείψουν ποτέ τους τρομακτικούς και φαινομενικά παράλογους φόβους της εγκατάλειψης του παιδιού.

Το συγκεκριμένο παιδί είχε την ατυχία να βιώσει την εγκατάλειψη σε μια ευαίσθητη και δύσκολη περίοδο, με αποτέλεσμα να ριζώσει για όλη του τη ζωή ο φόβος ότι το τρομακτικό και επώδυνο βίωμα του αποχωρισμού κάποτε θα επιστρέψει.

Επιπλέον, τα συναισθήματα της ανασφάλειας και του θυμού τα οποία δημιούργησε το αρχικό απορριπτικό αντικείμενο, επειδή δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά με τη λογική σκέψη, αποδίδονται ή προβάλλονται σε κάποιες άλλες τρέχουσες σχέσεις (οι οποίες βεβαίως είναι άσχετες με το ατυχές επεισόδιο του βρεφικού αποχωρισμού).

Με τον τρόπο αυτό, το «φάντασμα μιας δήθεν απορριπτικής μητέρας» από το παρελθόν παρεμβαίνει και απειλεί να καταστρέψει τις σημαντικές σχέσεις που εξελίσσονται στο παρόν.

Χρόνο έχεις… Ώρα όμως έχεις;

Κινείς τα πόδια σου και λογαριάζεις τα βήματά σου σύμφωνα με τον δρόμο που θέλησες να κάνεις. Άλλοτε περπατάς αργά και σταθερά για την σύντομη πορεία που χαράζεις. Υπολογίζεις ότι προλαβαίνεις και πατάς γερά στα πέλματα σου. Έχεις χρόνο μπροστά σου και πορεύεσαι μαζί του σαν διάγραμμα αυξανόμενο. Δεν σε ενδιαφέρει να κάνεις και άλλα πράγματα αφού σφουγγίζεις τον ιδρώτα της νιότης σου και στάζει σαν νέκταρ των θεών.

Σου ανήκει το σήμερα και το αύριο και ο χρόνος μοιάζει ακίνητος, για σένα σταματάει να τρέχει. Άλλοτε βαδίζεις κάτι γρηγορότερα για να χωρέσεις μέσα στον ασκό και άλλο νερό και άλλο κρασί και άλλο νέκταρ. Εφοδιάζεσαι κάποιες φορές με καλούδια απαραίτητα και ενίοτε με άχρηστα πράγματα ένεκα εγωισμού. Στον ορίζοντα σου δεν υπάρχει ο χρόνος σαν εμπόδιο. Είναι αόρατος…

Έχεις χρόνο!

Δεν ξέρεις που θα τελειώσει το ταξίδι και δεν σε ενδιαφέρει να μάθεις. Είναι κάτι πολύ μακρινό και το απωθείς σαν πεπρωμένο που δεν το αποφεύγεις ποτέ. Αν κουραστείς θα ξαποστάσεις να πάρεις μια ανάσα. Να πάρεις το χρόνο σου. Θα στύψεις τον ιδρώτα σου και θα έχει λίγο μαλακώσει. Θα έχει μεστώσει σαν οίνος σε βαρέλι δρύινο. Στη στάση αυτή θα αρχίσεις να γεύεσαι την έννοια του χρόνου και να την εκτιμάς. Τώρα είναι σύμμαχος και εργαλείο προς όφελος σου. Θα συνεχίσεις όμως να περπατάς κάνοντας λάθη και μαθαίνοντας. Έχεις μπροστά σου χρόνο να ωριμάσεις και εσύ.

Χρόνο έχεις, αλλά!

Έρχονται κάποιες στιγμές όμως που ο δρόμος αλλάζει και φέρνει κάτι απότομες στροφές που σε τραντάζουν. Βλέπεις την κλεψύδρα να τελειώνει και από εκεί που ήσουν άτρωτος και δυνατός ξαφνικά γίνεσαι ευάλωτος και εφήμερος. Ένα τίποτα μπροστά στο σύμπαν σαν βάτος που κλαδεύεται στους φράχτες της αυλής. Εκεί ο ιδρώτας παγώνει. Δεν μπορείς να προσδιορίσεις την σημασία του χρόνου, παρά μόνο να την κοιτάξεις κατάματα σαν κλέφτρα πλάνη. Θυμώνεις για την εξαπάτηση αυτή. Για την ψευδαίσθηση του αιώνιου και ατέλειωτου λεπτού στο ρολόι. Θυμώνεις για την αφέλεια που έμοιαζε να είχε…

Κάπως έτσι μαθαίνεις την ώρα, τη στιγμή…

Χρόνο έχεις καθώς είναι αδυσώπητος και ασταμάτητος. Ώρα όμως έχεις;! Προλαβαίνεις να κάνεις όλα του χρόνου τα χατίρια;!

Είναι η ώρα σύμμαχος του ή εχθρός του;!

Εκεί θα το βιώσεις ατομικά σαν αποκάλυψη!

Όποιος θέλει να γίνει άνθρωπος πρέπει να είναι αντικομφορμιστής

Χρειάζεται να έχει κανείς μεγάλη αυτοπεποίθηση για να καθορίζει το τι θέλει να κάνει, συμβουλευόμενος μόνο τις εσωτερικές του προδιαθέσεις.

Όταν δεν διαθέτει κανείς αυτή την αυτοεκτίμηση, χρησιμοποιεί τα μοναδικά κριτήρια, που είναι προσιτά σε όλους: τη σύγκριση με τους άλλους – κάτι που χρησιμοποιείται από όλους, γιατί είναι πολύ αποτελεσματικό για τη συγκράτηση των ανθρώπων μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια.
 
Για να ξεφύγετε από την παγίδα της διαρκούς σύγκρισης, πρέπει να αναπτύξετε μια αρκετά ισχυρή πίστη στον εαυτό σας (που πρέπει ν’ αποφασίσετε να την εφαρμόζετε λεπτό προς λεπτό στη ζωή σας), εξοπλίζοντάς τον με μερικές βασικές στρατηγικές.

Πρώτα απ’ όλα, όμως, πρέπει να συνειδητοποιήσετε πως δεν είναι δυνατό να είναι κανείς σαν όλους τους άλλους και, ταυτόχρονα, αυτόνομος.
 
Ο Ραλφ Γουόλντο Έμερσον το κατάλαβε αυτό καλύτερα από όλους τους συγγραφείς, που έχω διαβάσει. Στο έργο του “Αυτοπεποίθηση” γράφει:
 
«Όποιος θέλει να γίνει άνθρωπος, πρέπει να είναι αντικομφορμιστής. Αυτός που θέλει να δρέψει αθάνατες δάφνες δεν πρέπει να εμποδίζεται από το όνομα του καλού, αλλά να εξερευνά το καλό. Τίποτε δεν είναι απόλυτα ιερό, παρά μόνο η ακεραιότητα του δικού σου πνεύματος».

Τα λόγια αυτά έχουν μεγάλη δύναμη, αλλά δεν ανταποκρίνονται βασικά στο δημόσιο αίσθημα. Ο αντικομφορμισμός δεν εγκρίνεται εξ’ ορισμού από την πλειοψηφία, που σαν πλειοψηφία, θέτει τα κριτήρια του κομφορμισμού.
 
Χωρίς να υποστηρίζουμε τον αντικομφορμισμό για τον αντικομφορμισμό, θεωρούμε σημαντικό να εξετάσει κανείς από κοντά τον εαυτό του και τις πολύ προσωπικές του επιδιώξεις. Έτσι θα καταλάβει πόσο είναι παράλογο να ζει τη ζωή του με βάση τη σύγκριση με τους άλλους, αν δεν θέλει οι άλλοι να κινούν τα νήματά του. Οι άνθρωποι, που θέλουν να είσαι όπως είναι εκείνοι, ή που θέλουν να σου ορίσουν πώς να είσαι, δεν θα πάψουν να σου θυμίζουν πώς ενεργούν οι άλλοι, για να σου δώσουν στέρεα παραδείγματα. Αντέδρασε στις υποδείξεις τους, καθώς και στη δική σου τάση να βρίσκεις τα πρότυπά σου έξω από τον εαυτό σου.

Με τον έρωτα μπορείς μόνο να εξελιχθείς

Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού.

Έρωτας είναι η βαθιά συνείδηση, να καταλάβεις δηλαδή ότι με τον έρωτα μπορείς μόνο να εξελιχθείς. Όταν αγαπάς, όταν είσαι ερωτευμένος, όλα γίνονται από μόνα τους. Δεν χρειάζονται θυμοί, φόβοι, αλλά να σέβεσαι την ατομικότητά του. Σημαίνει να μη χάνεται ο κόσμος γύρω σου όταν απομακρύνεσαι, γιατί τότε γίνεται εξάρτηση.

Η ερωτική πράξη είναι μυσταγωγία, είναι ιερή και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Ο έρωτας είναι έρωτας όταν δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Είναι η βάση για όλα. Φυσικά είμαι υπέρ της ελεύθερης επιλογής. Αγαπάς και ερωτεύεσαι τον άνθρωπο και όχι το φύλο. Φιλία σημαίνει προπαντός σιγουριά, κι αυτό είναι που τη διαχωρίζει από τον έρωτα. Σημαίνει επίσης σεβασμός και απόλυτη παραδοχή του άλλου. Μόνο πάνω σ’ ένα θεμέλιο δυστυχίας χτίζεται μια ευτυχία. Νομίζω πως θα μπορέσω να χτίσω. Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές.

Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμός. Το αίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή.

Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. Και πώς τη φωνάζεις; τη ρωτούν. Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει. Έτσι είναι οι φίλοι. Συχνά έρχονται από τύχη.

Οι έντονες ανησυχίες και τα δυσάρεστα συναισθήματα προκαλούν μείωση της μνήμης

Οι άνθρωποι που υποφέρουν από χρόνιο στρες και έχουν τάση να παρουσιάζουν συχνά αρνητικά συναισθήματα όπως θυμό, κατάθλιψη, στεναχώρια και ανησυχίες, κινδυνεύουν πολύ περισσότερο να έχουν απώλεια μνήμης και γνωσιακές μειονεξίες.

Οι ήπιες γνωσιακές μειονεξίες, θεωρούνται ως ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της κανονικής γήρανσης και της άνοιας της οποίας η συχνότερη μορφή είναι η νόσος Αλτσχάιμερ.

Πολλοί από τους ηλικιωμένους που παρουσιάζουν ήπιες γνωσιακές μειονεξίες, θα προσβληθούν αργότερα στη ζωή τους από νόσο του Αλτσχάιμερ.

Περίπου 15% των ηλικιωμένων παρουσιάζουν ήπιας μορφής γνωσιακές μειονεξίες. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από μόνιμες δυσκολίες της μνήμης χωρίς όμως σοβαρές ανεπάρκειες. Τα άτομα αυτά ξεχνούν τα ονόματα, τοποθετούν σε λάθος τόπο αντικείμενα και δεν θυμούνται ορισμένα πράγματα.

Παρατηρείται σήμερα σημαντική αύξηση των νέων περιπτώσεων της νόσου Αλτσχάιμερ. Στα χρόνια που έρχονται η αύξηση αναμένεται να είναι δραματική. Για τους λόγους αυτούς, είναι επιτακτικό να κατανοηθούν οι παράγοντες που προάγουν τη γένεση της εν λόγω εκφυλιστικής πάθησης.

Ο ρόλος του χρόνιου στρες, της κατάθλιψης και των άλλων αρνητικών συναισθημάτων στις λειτουργικές ικανότητες του εγκεφάλου απασχολεί έντονα τους ερευνητές.

Μια πρόσφατη εργασία από γιατρούς του πανεπιστημίου του Σικάγο και της Φιλαδέλφειας, είχε ως στόχο να εξετάσει γιατί μερικοί άνθρωποι παρουσιάζουν ήπιες γνωσιακές μειονεξίες ενώ άλλοι όχι. Μελετήθηκαν 1256 ηλικιωμένοι. Στην αρχή της έρευνας κανένας από αυτούς δεν είχε πρόβλημα μνήμης.

Οι συμμετέχοντες αξιολογούνταν για το πόσο επιρρεπείς ήταν για χρόνιο στρες, ανησυχίες, κατάθλιψη, θυμό, στεναχώρια και άλλα αρνητικά συναισθήματα. Μεταξύ άλλων έπρεπε να δηλώνουν το βαθμό συμφωνίας τους με δηλώσεις όπως “Δεν είμαι άνθρωπος που στενοχωριέται εύκολα”, “Συχνά αισθάνομαι ένταση και νευρικότητα”, “Συχνά θυμώνω για τον τρόπο με τον οποίο με μεταχειρίζονται οι άνθρωποι”.

Μετά από 12 χρόνια παρακολούθησης, 482 άνθρωποι παρουσίασαν ήπιες γνωσιακές μειονεξίες.
Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι οι ηλικιωμένοι με τη μεγαλύτερη τάση για στρες, ανησυχίες, κατάθλιψη και άλλα αρνητικά συναισθήματα, είχαν 40% περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν αργότερα στη ζωή τους ήπιες γνωσιακές μειονεξίες σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες με τη χαμηλότερη τάση για αρνητικά συναισθήματα.

Προηγούμενη έρευνα από την ίδια ερευνητική ομάδα, είχε δείξει ότι οι άνθρωποι που ψυχολογικά καταπονούνται εύκολα, έχουν περισσότερες πιθανότητες να προσβληθούν από Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με ανθρώπους που παίρνουν τη ζωή πιο χαλαρά.

Τονίζεται από τους ερευνητές ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία που στηρίζουν τη θέση ότι το στρες είναι παράγοντας που προάγει τα προβλήματα μνήμης και ότι δεν αποτελεί ένα από τα πρώτα σημεία της νόσου Αλτσχάιμερ.

Για παράδειγμα το επίπεδο ψυχολογικής καταπόνησης το οποίο εξαρτάται από την τάση για στρες, ανησυχίες, στεναχώρια, νευρικότητα, θυμό, δεν φαίνεται να αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας. Αντίθετα οι παθολογικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο που σχετίζονται με προβλήματα μνήμης και Αλτσχάιμερ, αυξάνονται με την αύξηση της ηλικίας.

Οι άνθρωποι διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο βιώνουν και χειρίζονται τα αρνητικά συναισθήματα και την ψυχολογική καταπόνηση. Ωστόσο ο τρόπος του καθενός έχει την τάση να παραμένει ο ίδιος καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Βλέπουμε λοιπόν ότι καθόλη τη διάρκεια της ζωής, η χρόνια έκθεση στο στρες πιθανόν να επηρεάζει τις νευρωνικές δομές στον εγκέφαλο που ρυθμίζουν το στρες που τυγχάνει ταυτόχρονα να ελέγχουν και τη μνήμη.

Θα συγκρατήσουμε ότι η πρόληψη και αντιμετώπιση των αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων και της ψυχολογικής καταπόνησης, πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα στη ζωή μας. Είναι πολλά τα δεδομένα που δείχνουν τις επιβλαβείς τους συνέπειες για τον εγκέφαλο, τη μνήμη και τις νοητικές ικανότητες γενικότερα.

Έτσι, θα πρέπει να ελαχιστοποιούμε στο μέγιστο δυνατό βαθμό την ψυχολογική μας καταπόνηση και τα αρνητικά συναισθήματα που μας κυριεύουν.

Γιατί εξαφανίστηκε η μαγεία

Στην αρχή, όταν κάναμε τα πρώτα μας βήματα ως παιδιά, ο δρόμος ήταν πλαισιωμένος από δέντρα, άνθη, πουλιά και αγρούς. Στην πορεία, καθώς μεγαλώναμε, άρχισαν να προβάλλουν μικρά τοιχάκια που οριοθετούσαν τα περίχωρα κι έπειτα ακόμα μακρύτερα κάποιοι φράχτες, που ψήλωναν συνεχώς.

Εμείς, ωστόσο, έπρεπε να ακολουθούμε τον δρόμο των μεγάλων, ήταν αδύνατο να γυρίσουμε πίσω, ήταν αδύνατο να απομακρυνθούμε απ’ αυτόν ή να κάνουμε όπισθεν κάποια στιγμή. Και συνεχίσαμε να προχωράμε ευθεία μπροστά.

Μετά τα τοιχάκια, άρχισαν να ξεπετάγονται στην άκρη του δρόμου φράγματα και περιφράξεις, φτιαγμένα από σταυρωτά ξύλα, μέχρι που χτίστηκαν, λιθαράκι λιθαράκι, τούβλο τούβλο, οι πρώτοι τοίχοι, που ψήλωναν ολοένα και περισσότερο.

Έφτασαν μάλιστα να γίνουν τόσο ψηλοί, που έπειτα από μια συγκεκριμένη ώρα ο ήλιος δυσκολευόταν να ξεμυτίσει για να μας φωτίσει, για να μας ζεστάνει. Και μαζί με τους θεόρατους τοίχους γεννήθηκαν οι σκιές, ολοένα και πιο πελώριες, οι οποίες πέφτουν πάνω τους βαριές.

Όσο, λοιπόν, συνεχίζαμε να προχωράμε, δίχως άλλη επιλογή, τόσο απομακρυνόμασταν από την ιστορία και τη μαγεία του κόσμου της παιδικής μας ηλικίας.

Κι όλα έγιναν τετράγωνα, υπολογισμένα, ορθολογιστικά, λογικά, πραγματικά, συγκεκριμένα, χειροπιαστά, ευαπόδεικτα. Έπρεπε να αποκτήσουν όλα νόημα πάνω σε μια σκακιέρα, ανάμεσα σε τετράγωνα στα οποία έπρεπε να εφαρμόσουμε, να τα γεμίσουμε, να μετακινηθούμε.

Και στο σημείο αυτό, έχοντας πια συντελεστεί η ενηλικίωσή μας, άρχισε να κυριαρχεί η ακλόνητη άποψη του αποστόλου Θωμά, που επαναλάμβανε αδιάκοπα: «Πιστεύω μόνο ό,τι βλέπω».

Η μαγεία είχε πάψει να λειτουργεί.

Απόφευγε να χάνεις τον χρόνο σου όπως ο όχλος

Η ζωή παραείναι σύντομη («το σώμα αυτό δεν είναι σπίτι, είναι πανδοχείο» λέει ο Σενέκας) και έχεις σημαντικά πράγματα να κάνεις. Διάλεγε με προσοχή τις εικόνες και τις ιδέες στις οποίες εκτίθεται το μυαλό σου. Αν δεν τις διαλέξεις εσύ, κάποιος άλλος θα τις διαλέξει – και τα κίνητρά του μπορεί να είναι ποταπά. Είναι εύκολο να ολισθήσει κανείς στη χυδαιότητα. Αναλογιστείτε πόσες ώρες την ημέρα χάνουν οι άνθρωποι βλέποντας ανοησίες στην τηλεόραση ή παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή και στο κινητό τους. Σκοτώνοντας την ώρα τους σκοτώνουν τη ζωή τους.

Η ιστορική φράση «άρτον και θεάματα» (panem et circenses), που αποδίδεται στον Ρωμαίο ποιητή Γιουβενάλη, εικονογραφεί τη λεγόμενη τεχνική της αποβλάκωσης. Ο αυτοκράτορας προσέφερε στον λαό σιτάρι (ψωμί) και θεάματα στο αμφιθέατρο (και, στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, στον ιππόδρομο) με σκοπό να τον αποσπά από τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας. Σήμερα η έκφραση χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις πολιτιστικής εξαθλίωσης ενός λαού, που αρκείται μόνο σε εφήμερες απολαύσεις και διασκεδάσεις (π.χ. τηλεόραση, ποδόσφαιρο) τις οποίες παρέχει το πολιτικό σύστημα για να αποστρέψει την προσοχή των πολιτών (της κοινής γνώμης) από την κακή κατάσταση των πραγμάτων.

Η ουσιαστική συγνώμη είναι δυνατότερη από το λάθος

-Πάρε ένα ποτήρι!

-Πήρα…

-Τώρα ρίξε το κάτω και δες τι θα γίνει μαζί του!

-Έγινε θρύψαλα!

-Και τώρα ζητά του συγγνώμη. Θα ξαναγίνει όπως πρώτα;

Προφανώς και η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Πώς να συνθέσεις ξανά τα θρύψαλα; Όπως το ποτήρι, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να γίνει κομμάτια. Είτε από επιλογές είτε από ασύμμετρους κινδύνους που προέρχονται από ανθρώπους που κατέρρευσαν μπροστά σου σαν χάρτινοι πύργοι. Ανθρώπους που έλεγαν ότι θα είναι για πάντα δίπλα σου αλλά είχαν για “χόμπι” την αφαίμαξη και εκμετάλλευση της ψυχής σου. Και αυτό αφορά όλων των ειδών τις σχέσεις. Προσωπικές, επαγγελματικές, οικογενειακές κ.ο.κ. Όμως ξέρεις, η ανθρώπινη ψυχή έχει μια διαφορά με το κομματιασμένο ποτήρι. Εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στο χρόνο. Και ναι υπάρχουν γιατρικά που μπορεί να μην κλείνουν πληγές αλλά τουλάχιστον τις απαλύνουν. Δύσκολο πράγμα λένε οι ανθρώπινες σχέσεις. Και δεν είναι σχήμα λόγου ειδικά στην εποχή που ζούμε. Μια εποχή όπου ο εγωισμός, η υποκρισία και η ανειλικρίνεια παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια. Παιχνίδια εκμετάλλευσης ανθρώπων και συναισθημάτων προς ικανοποίηση του «εγώ» και ανάπτυξη και διατήρηση μιας εικόνας επίπλαστης, κρυμμένης πίσω από ανασφάλειες. Και αυτό φαίνεται πάντα στο τέλος. Στο χειροκρότημα όπως λένε…

Δεν είναι τυχαίο αυτό που λέχθηκε από τον Λόρδο Μακόλεϊ πως “ο αληθινός χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται από το τι θα έκανε, αν πίστευε ότι δε θα αποκαλυπτόταν ποτέ”. Ένα απ’ αυτά τα γιατρικά που λέτε είναι μια αληθινή συγγνώμη. Αν καταφέρεις να την πεις από την καρδιά και όχι από τα χείλη να είσαι βέβαιος πως αν υπάρχει Θεός (αυτός που τον χρησιμοποιούμε ως το τέλειο άλλοθι) θα σε ανταμείψει.

Ο ίδιος ο Χριστός άλλωστε ομολόγησε μπροστά στον Πιλάτο ότι ήρθε στη γη για να φανερώσει την αλήθεια αναφέροντας πως «όποιος αγαπά την αλήθεια καταλαβαίνει τα λόγια μου». Αυτά που δεν τηρούσαν οι Φαρισαίοι. Παρουσιάζονταν ως οι τέλειοι προστάτες του Μωσαϊκού νόμου αλλά όπως φάνηκε ήταν οι τέλειοι υποκριτές. Κανένας δεν απορρίπτει όποιον είναι ο εαυτός του, κανένας όμως δεν θέλει αυτόν που δεν είναι ο εαυτός του. Φτάνει φυσικά να βουτήξεις στα αχαρτογράφητα νερά της ψυχής του και να καταλάβεις. Και σε προσωπικό επίπεδο, η διαίσθηση του τι είναι αληθινό και ψεύτικο μέσα μας είναι αδιαμφισβήτητη.

Όπως όλα τα συναισθήματα λοιπόν έτσι και αυτό της μετάνοιας δείχνει και την ποιότητα του χαρακτήρα. Όχι αυτού που φαντάζει μια καλοστολισμένη βιτρίνα, αλλά αυτού του χαρακτήρα που πηγάζει από την εσωτερική μαρτυρία της συνείδησης. Την προσωπική μας αλήθεια. Τη δύναμη της ενσυναίσθησης και της συναισθηματικής νοημοσύνης. Αυτής που λίγοι τη γνωρίζουν αληθινά. Ο άνθρωπος άλλωστε μπορεί να λέει όσα ψέματα θέλει. Αυτό δεν αλλοιώνει την αλήθεια που είναι μόνο μια. Ακόμη και ένας να την γνωρίζει, ο υποκριτής χάνει κάθε τεκμήριο ανθρωπιάς. Όπως πολύ εύστοχα είπε ένας δικός μου άνθρωπος «επιλεκτική ευαισθησία ισούται με υποκρισία». Την αληθινή ευαισθησία την δείχνεις κυρίως προς όλους όσους πλήγωσες για να εξαγνίσεις την ψυχή σου και μετά στον οποιονδήποτε άλλο.

Πρέπει να χωνέψεις πρώτα απ’ όλα πως όλοι όσοι βιώνουν το θαύμα της ζωής έχουν κοινό προορισμό. Άλλοι στην ώρα τους, άλλοι πιο νωρίς, άλλοι άδικα και άλλοι πλήρεις ημερών. Γι’ αυτό τους λογαριασμούς σου να τους κλείνεις σωστά. Όχι να δραπετεύεις. Γιατί μπορεί όταν αποφασίσεις να το πράξεις ο άλλος να έχει φύγει. Γι’ αυτό και η πραγματική αξία της ζωής είναι οι πράξεις μας, η αυθεντικότητα μας και η συμπεριφορά μας απέναντι στους γύρω μας. Και κυρίως αυτούς που συνειδητά πληγώνουμε. Επανέρχομαι στα της συγνώμης που για τους πολλούς θεωρείται «μισό χ…..». Για κάποιους λίγους όμως, φέρνει τη γαλήνη στη ψυχή τους. Και δεν μιλώ για την εγωιστική συγνώμη. Μιλώ γι’ αυτήν που αφορά την τόλμη και την παραδοχή του λάθους. Την αναγνώριση των σφαλμάτων. Είτε αυτά αφορούν εκμετάλλευση, εγκατάλειψη, δολοφονία συνειδήσεων, καταπάτηση αξιοπρέπειας, κοροϊδία και οτιδήποτε άλλο αρνητικό υπάρχει στην καθημερινότητα της ζωής μας.

Η ανάληψη αυτής της ευθύνης δείχνει και το αίσθημα της εσωτερικής δύναμης. Οτιδήποτε άλλο, είναι δυστυχώς «συγκάλυψη» ενός αμετανόητου εγώ και άρνηση κατανόησης του άλλου. Η περιβόητη ενσυναίσθηση που βάζει πάνω απ’ όλα την ειλικρινή κουβέντα με τον εαυτό σου. Τι γίνεται όμως όταν οι άνθρωποι αρνούνται τη συγνώμη και κυρίως την αλήθεια; H εξήγηση είναι πολύ απλή. Είναι πρώτα απ’ όλα άρνηση παραδοχής και άρνηση να σηκώσουν το βάρος της οδύνης και των τύψεων. Και κάπου εκεί αυτά τα άτομα λειτουργούν υπό το αίσθημα πανικού και τάσεις φυγής. Μη λερωθεί η «όμορφη» εικόνα τους.

Όμως πως μπορείς άραγε να ξεφύγεις από τον ίδιο σου τον εαυτό; Στην ουσία αυτόν αρνείσαι ν’ αντιμετωπίσεις. Όμως ξεχνάς κάτι πολύ σημαντικό. Διάβασα πως «για να διατηρηθεί η ψυχική υγεία, το άτομο που πληγώθηκε από κάποια αδικία πρέπει να απαλλάσσεται από το πάθος της μνησικακίας προς εκείνον που τον πλήγωσε». Και αυτό το κλειδί δυστυχώς το κρατούν μόνο αυτοί που έβαλαν το μαχαίρι στην πληγή και σε πολλές περιπτώσεις το στριφογύρισαν αρκετές φορές τυφλωμένοι από ένα αμετανόητο «ΕΓΩ». Είναι αυτοί που αυτοαποκαλούνται θύματα, “δεν μπαίνουν ποτέ στη θέση των άλλων. Αυτών των άλλων που θυσιάζουν αναίμακτα στο βωμό της εικόνας τους, υποστηρίζοντας την με στρώματα αυταπάτης”. Αυτών που δε διστάζουν να πυροβολήσουν πισώπλατα εκφράζοντας στη συνέχεια ένα επιφώνημα ανακούφισης.

Μεγάλη υπόθεση λοιπόν η ανάληψη της ευθύνης λόγων και πράξεων. Όπως είπα και πριν πρέπει να μάθεις να κλείνεις σωστά τους λογαριασμούς και όχι ν’ αφήνεις “χρέη”. Το να ζητάς συγνώμη λοιπόν, καθορίζει μαζί με άλλες συμπεριφορές την πραγματική σου αξία. Ο εύκολος δρόμος είναι η δολοφονία χαρακτήρων. Ο δύσκολος δρόμος να είσαι ο εαυτός σου.

Θέλω να κλείσω με κάτι υπέροχο που διάβασα για την αξία της συγνώμης:

«Όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».

Όταν Αγγλία-Γαλλία κατέλαβαν τον Πειραιά

Τέσσερα χρόνια μετά τα Παρκερικά, οι μεγάλες δυνάμεις επεμβαίνουν και πάλι στα εσωτερικά της Ελλάδας

Στρατιωτικές δυνάμεις της Γαλλίας και της Βρετανίας θέτουν για τρία χρόνια υπό τον έλεγχό τους την Αθήνα και τον Πειραιά (1854-1857), επειδή ο βασιλιάς Όθων υποδαύλιζε την εξέγερση των Ελλήνων στις υπόδουλες περιοχές της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, ενέργεια που αντιστρατευόταν τα συμφέροντα τους.

Το επεισόδιο αυτό εντάσσεται στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), που αναδιαμόρφωσε τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη, στα μέσα του 19ου αιώνα.

Όλα ξεκίνησαν, όταν ο δυναμικός τσάρος της Ρωσίας Νικόλαος Α' ήθελε να τελειώνει με τη θνήσκουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σκοπό να επωφεληθεί από την κληρονομιά της. Η απόφασή του να κηρύξει τον πόλεμο στον Σουλτάνο στις 4 Οκτωβρίου του 1853 βρήκε αντίθετες τη Γαλλία και τη Βρετανία, που για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα τάχθηκαν υπέρ της ακεραιότητας της αυτοκρατορίας του.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε φρενίτιδα ενθουσιασμού στους Έλληνες, που θεώρησαν ότι είχε έλθει η στιγμή για την εκπλήρωση των εθνικών ονείρων και της Μεγάλης Ιδέας. Σχεδόν αμέσως συγκροτήθηκαν εθελοντικά σώματα, τα οποία έχοντας την ολόθερμη συμπαράσταση του βασιλικού ζεύγους, του Όθωνα και της Αμαλίας, εισέβαλαν στα αλύτρωτα εδάφη της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, που τότε βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων, για να ενισχύσουν τις τοπικές εξεγέρσεις του ελληνικού στοιχείου.

Η Βρετανία και η Γαλλία δεν είδαν με καλό μάτι την κίνηση αυτή των Ελλήνων, που αντικειμενικά ευνοούσε τον τσάρο, αφού κρατούσε καθηλωμένες στον υπόδουλο ελληνικό χώρο σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις των συμμάχων τους Οθωμανών.

Έτσι, άρχισαν να βομβαρδίζουν με διαβήματα τον Όθωνα για την απόσυρση των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εις μάτην όμως, αφού ο Όθων ήταν αποφασισμένος να επιμείνει στην πολιτική του αυτή (και για τη βελτίωση της φθίνουσας δημοτικότητάς του), παρά τις προειδοποιήσεις των διπλωματικών μας αποστολών σε Παρίσι, Λονδίνο και Κωνσταντινούπολη, που του επισήμαναν τους κινδύνους που εγκυμονούσε η πολιτική του για τη χώρα μας.

Επειδή τα διαβήματα των Αγγλογάλλων δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, οι δύο χώρες αποφάσισαν να δράσουν δυναμικά για να επιβάλλουν τις απόψεις τους. Οι πρεσβευτές τους στην Αθήνα επέδωσαν τελεσίγραφο στον βασιλιά και μετά τη λήξη του στις 12 Μαΐου του 1854, πρώτα ο γαλλικός στρατός αποβιβάσθηκε στον Πειραιά, για να ακολουθήσει λίγες ημέρες αργότερα ο βρετανικός.

Υπό την πίεση των όπλων, ο Όθων αναγκάσθηκε να διακηρύξει την ουδετερότητα της Ελλάδας στον Κριμαϊκό Πόλεμο και να αποσύρει σταδιακά τα στρατιωτικά σώματα από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Παράλληλα, απάλλαξε από τα καθήκοντά της την κυβέρνηση του Αντωνίου Κριεζή και όρκισε νέα υπό τον βετεράνο πολιτικό και πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Με απαίτηση των Γάλλων, το υπουργείο Στρατιωτικών (σήμερα Εθνικής Άμυνας) δόθηκε στον μισητό του αντίπαλο Δημήτριο Καλλέργη, που πρωταγωνίστησε στην εναντίον του επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου, γνωστή και ως «Υπουργείο Κατοχής», θα παραμείνει στην εξουσία έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1855 και θα αντικατασταθεί από την κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη.

Το μοναδικό, ίσως, επίτευγμα της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου υπήρξε η επανάληψη των διπλωματικών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχαν διακοπεί λόγω της εισβολής των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων στα εδάφη της και η σύναψη εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών (27 Μαΐου 1855), που υπήρξε ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα.

Αρχικά, ο Σουλτάνος είχε απαιτήσει αποζημίωση από την Ελλάδα για τις καταστροφές που είχαν προκληθεί στις επαρχίες του, αλλά οι αξιώσεις του απορρίφθηκαν από τους Αγγλογάλλους, με το αιτιολογικό τις βιαιοπραγίες των στρατευμάτων του εναντίον των Ελλήνων κατοίκων των περιοχών αυτών.

Η κατοχή των Αγγλογάλλων αρχικά περιορίσθηκε μόνο στον Πειραιά, αλλά λόγω του ανθυγιεινού κλίματος του επινείου της Αθήνας, επεκτάθηκε το καλοκαίρι του 1854 ως τα Πατήσια και την Πεντέλη. Η παραμονή των ξένων δυνάμεων στην πρωτεύουσα ήταν αρκετά επώδυνη για τους κατοίκους της, παρά την ενασχόλησή τους με πολλά κοινωφελή έργα.

Οι ξένοι στρατιωτικοί αναμίχθηκαν στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα, κατέστρεψαν εγκαταστάσεις αντιπολιτευόμενων εφημερίδων («Αιών»), συνέλαβαν μη αρεστούς σ’ αυτούς δημοσιογράφους, όπως ο Ιωάννης Φιλήμων και ο Κωνσταντίνος Λεβίδης και πλήγωσαν την υπερηφάνεια των Αθηναίων, όταν παρήλαυναν προκλητικά μπροστά από το παλάτι του Όθωνα (κτίριο σημερινής Βουλής) στην Πλατεία Συντάγματος. Μα πάνω απ' όλα θα προκαλέσουν το μίσος των Αθηναίων, όταν από το πλήρωμα ενός γαλλικού πλοίου θα προέλθει η χολέρα, που θέρισε την Αθήνα και προκάλεσε τον θάνατο 3.000 ανθρώπων, δηλαδή το ένα δέκατο των κατοίκων της.

Τα αγγλογαλλικά στρατεύματα θα αναχωρήσουν τελικά από την Ελλάδα στις 15 Φεβρουαρίου του 1857, ένα χρόνο μετά την ήττα των Ρώσων και τη Συνθήκη των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856), που έθεσε και επισήμως τέρμα στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Η τρίχρονη κατοχή της Αθήνας και του Πειραιά ανέβασε προσωρινά τη δημοτικότητα του Όθωνα.

Σε συνδυασμό δε με την έκβαση του Κριμαϊκού Πολέμου και την απογοήτευση από τη μη εκπλήρωση των εθνικών πόθων, προκάλεσε την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού της χώρας, με την εξαφάνιση των τριών μεγάλων κομμάτων της εποχής, του «Αγγλικού», του «Γαλλικού» και του «Ρωσικού», και την εμφάνιση νέων πολιτικών ανδρών.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

5.2.2. Ο Παρθενώνας και ο γλυπτός του διάκοσμος


Κανένα οικοδόμημα ή άλλο έργο τέχνης δεν αποτυπώνει με τόση ενάργεια την εικόνα που ήθελαν να προβάλουν οι Αθηναίοι της εποχής του Περικλή για την πόλη τους όσο ο Παρθενώνας. Είπαμε ήδη ότι ο Παρθενώνας ήταν ένας μεγάλος ναός που χτίστηκε στη θέση ενός παλαιότερου, ο οποίος ήταν ακόμη υπό κατασκευή όταν τον κατέστρεψαν οι Πέρσες το 480 π.Χ.· ήταν δωρικού ρυθμού, όπως και ο ναός που αντικατέστησε, αλλά η κάτοψη και οι αναλογίες του ήταν διαφορετικές. Ο παλαιότερος ναός (τον οποίο οι αρχαιολόγοι ονομάζουν Προπαρθενώνα) είχε σχεδιαστεί με έξι κίονες στις στενές πλευρές (την ανατολική και τη δυτική) και δεκαέξι στις μακρές (τη βόρεια και τη νότια), ενώ ο Παρθενώνας έχει οκτώ και δεκαεπτά κίονες αντίστοιχα· οι διαστάσεις του στο επίπεδο του στυλοβάτη είναι 30,88 m x 69,50 m, ξεπερνούν δηλαδή εκείνες του προκατόχου του (23,53 m x 66,94 m). Η κύρια διαφορά του Παρθενώνα από τον προηγούμενο ναό είναι το αισθητά μεγαλύτερο πλάτος του, στοιχείο πρωτόγνωρο για δωρικό ναό, που δημιούργησε επιπλέον ένα σοβαρό τεχνικό πρόβλημα, καθώς επέβαλε την κατασκευή ενός πολύ ψηλού λίθινου θεμελίου στη νότια πλευρά, κοντά στο νότιο τείχος της Ακρόπολης, όπου ο φυσικός βράχος παρουσιάζει απότομη κλίση Η ιδιόμορφη κάτοψη υπαγορεύτηκε αναμφίβολα από την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας πολύ ευρύχωρος σηκός, κατάλληλος να υποδεχτεί το επιβλητικό χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, που ξέρουμε ότι κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με τον ναό. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Φειδίας, ο δημιουργός του αγάλματος, συνεργάστηκε στενά με τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη, για τον σχεδιασμό του. Επιβεβαιώνεται έτσι έμμεσα η πληροφορία του Πλουτάρχου για τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε ο Φειδίας στην ανέγερση των μνημείων της Ακρόπολης. Στο εσωτερικό του σηκού, που είχε είσοδο από τα ανατολικά, υπήρχε μια δίτονη (δηλαδή διώροφη) δωρική κιονοστοιχία σε σχήμα Π, η οποία περιέβαλε το άγαλμα της Αθηνάς. Η κιονοστοιχία λειτουργεί ως αρχιτεκτονικό πλαίσιο για το άγαλμα, διαρθρώνοντας κατάλληλα το ευρύχωρο εσωτερικό του ναού. Πίσω από τον σηκό υπήρχε ένας εξίσου πλατύς αλλά λιγότερο βαθύς χώρος (οπισθόδομος) με είσοδο από τη δυτική πλευρά, του οποίου η οροφή στηριζόταν σε τέσσερις ιωνικούς κίονες. Ένας αντίστοιχος οπισθόδομος υπήρχε ήδη στον Προπαρθενώνα. Ο χώρος αυτός ήταν ιδιαίτερα σημαντικός, γιατί εκεί φυλάσσονταν τα ιερά σκεύη, αλλά και η περιουσία της Αθηνάς, που δεν ήταν άλλη από το κρατικό ταμείο της Αθήνας, το κυριότερο έσοδο του οποίου ήταν τα χρήματα από τον φόρο που πλήρωναν οι σύμμαχοι μετά τη μεταφορά του ταμείου της συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα το 454 π.Χ. Η ονομασία Παρθενών (από το επίθετο της Αθηνάς Παρθένου), που αργότερα χρησιμοποιήθηκε για ολόκληρο το κτήριο, παραδίδεται αρχικά μόνο για τον χώρο πίσω από τον σηκό. Τη λειτουργία αυτή την επιβεβαιώνει η ενισχυμένη θύρα του χώρου και το γεγονός ότι μπροστά από την είσοδό του, ανάμεσα στις παραστάδες και τους κίονες του οπισθοδόμου, είχε τοποθετηθεί, όπως και στον πρόναο, ισχυρό κιγκλίδωμα. Ο Παρθενώνας ήταν επομένως από την αρχή όχι μόνο ιερό κτήριο αφιερωμένο στην Αθηνά, αλλά και θησαυροφυλάκιο της πόλης. Άλλωστε το ίδιο το άγαλμα της θεάς ήταν τμήμα της δημόσιας περιουσίας, αφού το χρυσάφι που είχε επάνω του μπορούσε να αφαιρεθεί και να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Η μελέτη της αρχιτεκτονικής του Παρθενώνα έδειξε με πόση επιμέλεια και ακρίβεια σχεδιάστηκε και πόσο υψηλή είναι η ποιότητα της κατασκευής του. Τα ενδιαφέροντα στοιχεία που προέκυψαν από τις λεπτομερείς μετρήσεις, όπως η ελαφρά κύρτωση του στυλοβάτη και η ανεπαίσθητη σύγκλιση των κιόνων, δείχνουν ότι οι αρχιτέκτονες υπολόγισαν προσεκτικά τις διορθώσεις που ήταν αναγκαίες, ώστε η οπτική εικόνα του κτηρίου να είναι απόλυτα αρμονική.

Το ίδιο σημαντικός με την αρχιτεκτονική είναι ο ασυνήθιστα πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του Παρθενώνα, που με την εξαιρετική πολυμορφία του και την ποιότητά του φανερώνει την πρόθεση των Αθηναίων να αποτυπώσουν στο μνημείο αυτό τη λαμπρότερη δυνατή εικόνα της πόλης τους, ακολουθώντας, όπως μαθαίνουμε από τον Πλούταρχο, την πρόταση του Περικλή. Εκτός από τις συνθέσεις των δύο αετωμάτων, που αποτελούνται από ολόγλυφα αγάλματα υπερφυσικού μεγέθους, και τα ανάγλυφα που κοσμούν τις 92 συνολικά μετόπες στις τέσσερις πλευρές του κτηρίου επάνω από τις κιονοστοιχίες, υπάρχει και μία μοναδική για δωρικό ναό ανάγλυφη ζωφόρος ύψους 1,06 m και με συνολικό μήκος περίπου 160 m, η οποία περιτρέχει εξωτερικά τους τοίχους του σηκού, τον πρόναο και τον οπισθόδομο.

Έχουμε τη δυνατότητα να χρονολογήσουμε με μεγάλη ακρίβεια την πορεία των εργασιών για την ανέγερση του Παρθενώνα, γιατί στην Ακρόπολη βρέθηκαν επιγραφές, στις οποίες είναι χαραγμένοι οι οικονομικοί απολογισμοί των δεκαμελών επιτροπών που όριζε κάθε χρόνο η Εκκλησία του Δήμου για να παρακολουθούν την πορεία των έργων και να ελέγχουν τις δαπάνες. Έτσι μαθαίνουμε ότι οι εργασίες διήρκεσαν από το 447 ως το 432 π.Χ.· πληροφορούμαστε επίσης ότι το 442 είχαν ήδη στηθεί οι κίονες του πτερού και ο θριγκός, ότι ο ναός στεγάστηκε το 437, οπότε τοποθετήθηκε μέσα το άγαλμα της Αθηνάς, και ότι τα γλυπτά των αετωμάτων τοποθετήθηκαν το 432. Αυτό σημαίνει ότι οι μετόπες ήταν έτοιμες το 442, η ζωφόρος ολοκληρώθηκε πριν από το 437, ενώ τα γλυπτά των αετωμάτων, που δεν ήταν δομικά στοιχεία του ναού, κατασκευάστηκαν τελευταία. Το γεγονός ότι γνωρίζουμε πότε ακριβώς τοποθετήθηκαν στον ναό τα διάφορα τμήματα του γλυπτού διακόσμου μάς επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της τεχνοτροπίας: οι μετόπες, τα πρώτα γλυπτά που αποπερατώθηκαν, έχουν ακόμη στοιχεία του «αυστηρού ρυθμού», δείχνοντας μια προτίμηση στις λείες επιφάνειες και στα βαριά ρούχα που καλύπτουν το ανθρώπινο σώμα με τις πτυχώσεις τους· στη ζωφόρο το πλάσιμο των μορφών φαίνεται πιο μαλακό και τα υφάσματα λεπτότερα· τέλος στα αετώματα, που έγιναν τελευταία, η διαμόρφωση των σωμάτων διακρίνεται μέσα από τα πλούσια πτυχωμένα ενδύματα, που σε ορισμένα σημεία μοιάζουν να κολλούν σαν βρεγμένα επάνω στην επιδερμίδα. Αυτά είναι τα πρώτα δείγματα του λεγόμενου «πλούσιου ρυθμού» που θα επικρατήσει στην τελευταία τριακονταετία του 5ου αιώνα π.Χ.

Στα αετώματα και τις μετόπες εικονίζονται θέματα παρμένα από τη μυθολογία. Οι παραστάσεις των μετοπών κάθε πλευράς έχουν ενιαίο θέμα. Βλέπουμε έτσι σκηνές από τέσσερις πολύ γνωστές μυθικές μάχες: (1) στην ανατολική πλευρά τη Γιγαντομαχία, δηλαδή τη μάχη των θεών του Ολύμπου εναντίον των Γιγάντων· (2) στη βόρεια πλευρά την Ιλίου Πέρσιν, δηλαδή την άλωση της Τροίας· (3) στη δυτική πλευρά την αττική Αμαζονομαχία, με άλλα λόγια την προσπάθεια των Αμαζόνων να καταλάβουν την Ακρόπολη, την οποία απέκρουσαν με επιτυχία οι Αθηναίοι· (4) στη νότια πλευρά τη θεσσαλική Κενταυρομαχία, τη μάχη των Λαπιθών και των Κενταύρων στους γάμους του Πειρίθου με τη συμμετοχή του Θησέα, για την οποία μιλήσαμε με αφορμή το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία. Οι μάχες αυτές έχουν συμβολική σημασία, αφού δείχνουν τις δυνάμεις της έννομης τάξης (τους θεούς του Ολύμπου) και του ανθρώπινου πολιτισμού (τους Λαπίθες) να νικούν τις δυνάμεις του χάους (τους Γίγαντες) και της άγριας φύσης (τους Κενταύρους) και τους Έλληνες να νικούν τους βαρβάρους (τους Τρώες και τις Αμαζόνες). Το ανατολικό αέτωμα έδειχνε τη γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Δίας είχε αφήσει έγκυο την κόρη του Ωκεανού Μήτιν (που το όνομά της σημαίνει "σύνεση")· επειδή όμως, σύμφωνα με έναν χρησμό της Γης, μετά την κόρη που είχε ήδη στην κοιλιά της θα γεννούσε έναν γιο που θα γινόταν κυρίαρχος του ουρανού, την κατάπιε. Όταν έφτασε ο χρόνος να γεννηθεί η κόρη, ο Ήφαιστος χτύπησε το κεφάλι του Δία με το τσεκούρι του και από μέσα βγήκε η Αθηνά οπλισμένη. Το δυτικό αέτωμα έδειχνε τη διαμάχη της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κατοχή της Αττικής, την οποία είχε κερδίσει η Αθηνά, χαρίζοντας στους Αθηναίους μια ελιά, δώρο που θεώρησαν σημαντικότερο από την πηγή νερού που τους χάρισε ο Ποσειδώνας.

Η ανάγλυφη ζωφόρος δεν έχει μυθολογικό θέμα, αλλά αποτυπώνει με τρόπο συμβολικό τη μεγάλη πομπή που οργάνωναν οι Αθηναίοι στα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή της Αθηνάς: ξεκινώντας από τον Κεραμεικό, ανέβαιναν στην Ακρόπολη για να προσφέρουν στη θεά μια πλούσια θυσία με πολυάριθμες αγελάδες και πρόβατα καθώς και έναν πολυτελή πέπλο με την παράσταση της Γιγαντομαχίας. Η απεικόνιση της πομπής των Παναθηναίων στη ζωφόρο του Παρθενώνα αρχίζει από τη νοτιοδυτική γωνία και, ακολουθώντας δύο παράλληλες πορείες, κατά μήκος της νότιας και της βόρειας πλευράς, καταλήγει στην ανατολική πλευρά, όπου βλέπουμε την τελετή παράδοσης του πέπλου. Στο μέσο της ανατολικής πλευράς, επάνω από την κύρια είσοδο του ναού, εικονίζονται καθιστοί (και επομένως μεγαλύτεροι από τους όρθιους θνητούς) οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου· κοντά σε αυτούς εικονίζονται όρθιοι οι επώνυμοι ήρωες των δέκα φυλών που δημιούργησε στο τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. με την πολιτική του μεταρρύθμιση ο Κλεισθένης και βεβαίως η παράδοση του πέπλου. Η παράσταση της ζωφόρου συνδέει τον κόσμο των ανθρώπων με τον κόσμο των θεών και έχει θρησκευτικό και ταυτόχρονα πολιτικό περιεχόμενο. Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρατήρηση του Luigi Beschi ότι τα δύο τμήματα της πομπής, είναι οργανωμένα με διαφορετικό τρόπο: στη νότια πλευρά οι συμμετέχοντες ομαδοποιούνται ανά δέκα, ενώ στη βόρεια ανά τέσσερις. Από τη διάταξη αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στη βόρεια πλευρά αποτυπώνεται η πατροπαράδοτη διαίρεση σε τέσσερις φυλές, που ήταν κοινή για όλους τους Ίωνες, ενώ στη δεύτερη η αναδιοργάνωση της πόλης από τον Κλεισθένη, στα χρόνια μετά το 509 π.Χ., με τη δημιουργία δέκα νέων φυλών, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τα εικονιζόμενα πρόσωπα είναι ιερείς, άρχοντες, μουσικοί με αυλούς και κιθάρες, νέοι έφιπποι και επάνω σε άρματα, άλλοι που οδηγούν τα ζώα της θυσίας και κουβαλούν υδρίες με νερό, νεαρές γυναίκες κανηφόροι (που κουβαλούν καλάθια με τα απαραίτητα για τη θυσία) και αρρηφόροι (νεαρά κορίτσια καλών οικογενειών που υπηρετούσαν για ένα διάστημα την Αθηνά), γέροντες θαλλοφόροι (που κρατούν κλαδιά με φύλλα) και άλλοι πολίτες που η ιδιότητά τους δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Μπορούμε επομένως να πούμε ότι στη ζωφόρο του Παρθενώνα εμφανίζονται όλοι όσοι συμμετείχαν στην πομπή των Παναθηναίων.

Τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν σώζονται δυστυχώς ακέραια, γιατί υπέστησαν, όπως και ο ίδιος ο ναός, διάφορες καταστροφές στη διάρκεια των αιώνων. Όταν οι χριστιανοί μετέτρεψαν τον ναό σε εκκλησία, τον 5ο ή τον 6ο αιώνα μ.Χ., απολάξευσαν τις ανάγλυφες παραστάσεις των μετοπών σε όλες τις πλευρές εκτός από τη νότια, η οποία βρισκόταν πολύ κοντά στο νότιο τείχος της Ακρόπολης και ήταν επομένως λιγότερο ορατή και προσιτή από τις άλλες τρεις. Μόνο η τελευταία προς τα δυτικά μετόπη της βόρειας πλευράς, που δείχνει την Αθηνά και την Ήρα, τις δύο θεές που στον Τρωικό Πόλεμο υποστήριζαν με θέρμη τους Έλληνες, να συνομιλούν, η πρώτη όρθια και η δεύτερη καθιστή, έμεινε ανέπαφη. Φαίνεται ότι οι χριστιανοί ερμήνευσαν την παράσταση ως απεικόνιση του Ευαγγελισμού. Οι αετωματικές συνθέσεις δεν ήταν εύκολο να καταστραφούν εξαιτίας του μεγέθους των αγαλμάτων και του μεγάλου ύψους στο οποίο βρίσκονταν. Παρ᾽ όλα αυτά αφανίστηκαν οι μορφές στο κέντρο του ανατολικού αετώματος, επειδή στο σημείο αυτό κατασκευάστηκε η απαραίτητη για την εκκλησία αψίδα του ιερού. Η ζωφόρος, που λόγω της θέσης της ψηλά στον τοίχο του σηκού και πολύ κοντά στον θριγκό δεν ήταν εύκολα ορατή, δεν απολαξεύτηκε.

Τη μεγαλύτερη όμως καταστροφή την υπέστη ο Παρθενώνας το 1687, κατά την πολιορκία της τουρκοκρατούμενης Αθήνας από τον Βενετσιάνο στρατηγό Francesco Morosini. Οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει πυρίτιδα στο κτήριο, το οποίο είχε πλέον μετατραπεί σε τζαμί. Έτσι, όταν μια οβίδα από τα κανόνια των πολιορκητών έπεσε μέσα, η έκρηξη που ακολούθησε ανατίναξε όλο το κεντρικό τμήμα και έριξε στο έδαφος τις κεντρικές μορφές του δυτικού αετώματος που κομματιάστηκαν. Ευτυχώς το 1674, λίγα χρόνια πριν από την καταστροφή, όλος ο σωζόμενος γλυπτός διάκοσμος του Παρθενώνα είχε αποτυπωθεί σε σχέδια. Η εργασία αυτή έγινε κατά παραγγελία του μαρκησίου de Nointel, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Υψηλή Πύλη, που ταξίδεψε στην Αττική και στα νησιά του Αιγαίου με σκοπό να δει από κοντά τις ελληνικές αρχαιότητες και να εμπλουτίσει τη συλλογή του με όσες μπορούσε να πάρει μαζί του. Ο μαρκήσιος de Nointel θαύμασε τα γλυπτά του Παρθενώνα και, καθώς δεν είχε τον τρόπο να τα αποσπάσει και να τα μεταφέρει, ζήτησε να σχεδιαστούν όλα με τη σειρά και με κάθε λεπτομέρεια. Στην ακολουθία του μαρκησίου υπήρχαν δύο ζωγράφοι ικανοί να εκτελέσουν αυτή την εργασία: ο Γάλλος Jacques Carrey και ένας Φλαμανδός, που δεν γνωρίζουμε το όνομά του και που πέθανε πριν από το τέλος της αποστολής. Δημιουργός των σχεδίων φαίνεται ότι είναι ο δεύτερος, αν και αυτή συχνά αποδίδονται στον Carrey. Τα σχέδια, που σήμερα φυλάσσονται στην Bibliothèque Nationale στο Παρίσι, προσφέρουν ανεκτίμητη βοήθεια για τη μελέτη και την αποκατάσταση του Παρθενώνα και του γλυπτού του διακόσμου, ο οποίος δεν έμεινε τελικά στη θέση του.

Στις αρχές του 19ου αιώνα ένας άλλος Ευρωπαίος διπλωμάτης, ο λόρδος Έλγιν, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη, κατόρθωσε να πάρει από τον σουλτάνο την άδεια να αποσπάσει και να μεταφέρει στην πατρίδα του τα γλυπτά του Παρθενώνα και άλλα αρχαία έργα τέχνης από την Ακρόπολη. Τη δύσκολη και επικίνδυνη αυτή εργασία ανέλαβε ένα συνεργείο Ιταλών τεχνιτών, που κατόρθωσε να κατεβάσει από το κτήριο ένα μεγάλο μέρος, αλλά όχι το σύνολο του γλυπτού διακόσμου. Τα έργα μεταφέρθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία και βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Τμήματα από τα γλυπτά του Παρθενώνα υπάρχουν επιπλέον διάσπαρτα σε πολλά μουσεία σε όλο τον κόσμο. Παρά τις δυσκολίες που δημιουργεί η αποσπασματική διατήρηση και η διασπορά των έργων, οι μακροχρόνιες και συστηματικές έρευνες πολλών αρχαιολόγων έχουν οδηγήσει σε μια γενικά αποδεκτή αποκατάσταση του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνα με σχετικά λίγες διαφωνίες, κυρίως σχετικά με τις κεντρικές μορφές του ανατολικού αετώματος που καταστράφηκαν νωρίς.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

13.8. Η φιλοσοφία των καθηγητών

Έτσι η εξήγηση του κειμένου και ιδιαίτερα το φιλοσοφικό υπόμνημα καλλιεργήθηκαν συστηματικά και αποτέλεσαν για αιώνες μια μορφή της φιλοσοφικής σκέψης, την πιο χαρακτηριστική για όλη εκείνη την περίοδο.

Τα κείμενα, και μάλιστα στην ολοκληρωμένη μορφή τους, δεν ήταν το μοναδικό αντικείμενο σχολι(αστι)κής διδασκαλίας. Εξάλλου, είναι ιδιαίτερα κοπιαστικό και χρονοβόρο να διεξέρχεται ο μαθητής έναν ολόκληρο διάλογο του Πλάτωνα ή μια πραγματεία του Αριστοτέλη.

Οι διδακτικές ανάγκες και η αναγνώριση της αξίας του παρελθόντος (ένα είδος κλασικισμού) δημιούργησαν την ανάγκη να υπάρχει μια πρόχειρη (εύκολα προσβάσιμη) καταγραφή της φιλοσοφικής παράδοσης. Πολύτιμα βοηθήματα για τον σκοπό αυτό ήταν τα εγχειρίδια και οι συνόψεις των φιλοσοφικών θεωριών.

Η σχετική παραγωγή ήταν άφθονη. (α) Συντάχθηκαν πολλές συλλογές γνωμών και αφορισμών, ταξινομημένες κατά θέμα και φιλόσοφο ή Σχολή. Αν σχεδιάζονταν για ευρύ αγοραστικό κοινό (που δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια), θα είχαν τίτλους σαν αυτόν: Φιλοσοφικός θησαυρός: Χίλιες και μία φράσεις από την αρχαία σοφία. (β) Γράφηκαν συνθετικά έργα όχι πρωτότυπου φιλοσοφικού στοχασμού αλλά παρουσίασης και ανάλυσης της σκέψης μιας Σχολής. Ο αρχαίος τίτλος τους ήταν Περὶ αἱρέσεων. (γ) Σχεδιάστηκαν κατάλογοι (Διαδοχαί) που συνδέουν τις γενιές των φιλοσόφων με κριτήριο τη σχέση δασκάλου-μαθητή. Κατασκευάστηκαν έτσι γραμμές διαδοχής, όπως η Ιταλική, που ξεκινά από τον Πυθαγόρα και καταλήγει στον Επίκουρο, και η Ιωνική, που ξεκινά από τον Θαλή και διακλαδίζεται για να καταλήξει στον πλατωνικό Κλειτόμαχο, στον αριστοτελικό Θεόφραστο και στον στωικό Χρύσιππο. Με τον βολικό αυτό τρόπο και οι τέσσερις μεγάλες φιλοσοφικές σχολές έβρισκαν τον ένδοξο πρόγονό τους.

Τα συγγράμματα αυτά αποτελούν πολύτιμες πηγές για την αρχαία φιλοσοφία, αλλά δυστυχώς σώθηκαν λίγα και αυτά σε αποσπασματική μορφή. Μια ειδική περίπτωση είναι ο Διογένης Λαέρτιος, που έγραψε σε δέκα βιβλία τους Βίους των σημαντικότερων αρχαίων φιλοσόφων, συνδυάζοντας στοιχεία από διάφορες πηγές.

Αυτή η δοξογραφική παράδοση, ένα νέο είδος ιστορίας της φιλοσοφίας, παγίωνε τη φιλοσοφία σε φράσεις και αποφθέγματα έτοιμα προς κατανάλωση ή σε σχηματικές απόψεις εύκολες προς εκμάθηση. Συμβάδιζε και με τον «εκλεκτικισμό» της εποχής, δηλαδή τον συνδυασμό διδασκαλιών ή απόψεων ποικίλης προέλευσης από έναν φιλόσοφο που δεν ένιωθε πλέον τόσο δεσμευμένος να μείνει πιστός στην «ορθοδοξία» της μίας ή της άλλης φιλοσοφικής σχολής.

Φιλόσοφοι μιλούν για φιλοσόφους. Φιλόσοφοι διαβάζουν φιλοσόφους και βιβλία που εξηγούν τους φιλοσόφους. Μοιάζει η φιλοσοφία να απαρνήθηκε οποιονδήποτε πρακτικό ρόλο της: να γίνεται μια απόπειρα ερμηνείας του παρελθόντος της και ταυτόχρονα μια «σχολική» φιλοσοφία. Μια μορφή γνώσης που διδάσκουν οι καθηγητές στους μαθητές τους, εκείνοι με τη σειρά τους γίνονται καθηγητές και τη διδάσκουν στους δικούς τους μαθητές. Η πεμπτουσία ενός εκπαιδευτικού συστήματος…

Δάσκαλος και μαθητές, καθηλωμένοι στα έδρανα μπροστά σε ανοικτά βιβλία, να συζητούν για τη σημασία φράσεων και λέξεων, να ρωτά ο δάσκαλος, να πετάγονται οι πιο θαρραλέοι, οι σίγουροι και οι βιαστικοί, και να κρατούν σημειώσεις οι επιμελείς, να ακολουθεί η κλασική ερώτηση «Έχετε κάποια απορία;» που λίγοι μόνο τολμούν να απαντήσουν… Μια εικόνα αίθουσας την ώρα που διδάσκεται ένα χωρίο από τον πλατωνικό Φαίδρο. Μάλλον μας θυμίζει νεότερες εποχές, ίσως όχι τόσο μακρινές. Πάντως, τίποτε δεν μας θυμίζει έναν Σωκράτη να χειρονομεί ανάμεσα στους αγαπημένους μαθητές του, έναν Επίκουρο να βαδίζει δίπλα στους συμφιλοσόφους του, έναν Ζήνωνα να διδάσκει στη γωνία μιας στοάς.

Ευτυχώς, για τους μαθητές αλλά και για τη φιλοσοφία, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ανιαρά όσο ίσως φαίνονται. Εξάλλου, χρειάζονταν κι αυτά. Η διδασκαλία της φιλοσοφίας (ή της αρετής, για να θυμηθούμε τον Πρωταγόρα και τον Πλάτωνα) ήταν κάτι που από παλιά προβλημάτιζε τους φιλοσόφους - προτού το αφήσουν στα χέρια άλλων ειδικών.



Έστω και με αυτό τον τρόπο, η φιλοσοφία συνέχισε να υπάρχει μέσα (και χάρη) στην εκπαίδευση. Για πολλούς αιώνες, έως τα νεότερα χρόνια, η ίδια η ύπαρξη της φιλοσοφίας δεν ήταν νοητή (παρά με ελάχιστες εξαιρέσεις) έξω από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα - με ό,τι καλό ή κακό συνεπαγόταν μια τέτοια εξάρτηση, αυτή η «ιδρυματοποίηση» της φιλοσοφίας. Ένα από τα καλά ήταν ότι έτσι διασφαλιζόταν η συνέχεια της φιλοσοφίας μέσα από έναν θεσμό και δεν έμενε υπόθεση ελάχιστων χαρισματικών φιλοσόφων.

Επίσης, ο διάλογος με τα κείμενα και το παρελθόν θα αποτελέσει χαρακτηριστικό γνώρισμα της φιλοσοφίας μέχρι σήμερα: η φιλοσοφία δεν είναι μόνο το παρόν της· έχει μέσα της και την ιστορία της. Αλλά και η εκκίνηση του φιλοσοφικού προβληματισμού από κάποιο κείμενο αναγνωρισμένο ως «αυθεντία» θα παραμείνει για αιώνες πρακτική οικεία στη φιλοσοφία.