Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (183-233)

ΑΝ. φεῦ φεῦ·
κακόν γε θνητοῖς τὸ νέον ἔν τε τῷ νέῳ
185 τὸ μὴ δίκαιον ὅστις ἀνθρώπων ἔχει.
ἐγὼ δὲ ταρβῶ μὴ τὸ δουλεύειν μέ σοι
λόγων ἀπώσῃ πόλλ᾽ ἔχουσαν ἔνδικα,
ἢν δ᾽ αὖ κρατήσω, μὴ ᾽πὶ τῷδ᾽ ὄφλω βλάβην·
οἱ γὰρ πνέοντες μεγάλα τοὺς κρείσσους λόγους
190 πικρῶς φέρουσι τῶν ἐλασσόνων ὕπο·
ὅμως δ᾽ ἐμαυτὴν οὐ προδοῦσ᾽ ἁλώσομαι.
εἴπ᾽, ὦ νεᾶνι, τῷ σ᾽ ἐχεγγύῳ λόγῳ
πεισθεῖσ᾽ ἀπωθῶ γνησίων νυμφευμάτων;
ὡς ἡ Λάκαινα τῶν Φρυγῶν μείων πόλις,
195 τύχῃ δ᾽ ὑπερθεῖ τἄμ᾽ ἐλευθέραν θ᾽ ὁρᾷς;
ἢ τῷ νέῳ τε καὶ σφριγῶντι σώματι
πόλεως τε μεγέθει καὶ φίλοις ἐπηρμένη
οἶκον κατασχεῖν τὸν σὸν ἀντὶ σοῦ θέλω;
πότερον ἵν᾽ αὐτὴ παῖδας ἀντὶ σοῦ τέκω
200 δούλους ἐμαυτῇ δ᾽ ἀθλίαν ἐφολκίδα;
ἢ τοὺς ἐμούς τις παῖδας ἐξανέξεται
Φθίας τυράννους ὄντας, ἢν σὺ μὴ τέκῃς;
φιλοῦσι γάρ μ᾽ Ἕλληνες Ἕκτορός τ᾽ ἄπο;
αὐτή τ᾽ ἀμαυρὰ κοὐ τύραννος ἦ Φρυγῶν;
205 οὐκ ἐξ ἐμῶν σε φαρμάκων στυγεῖ πόσις
ἀλλ᾽ εἰ ξυνεῖναι μὴ ᾽πιτηδεία κυρεῖς.
φίλτρον δὲ καὶ τόδ᾽· οὐ τὸ κάλλος, ὦ γύναι,
ἀλλ᾽ ἁρεταὶ τέρπουσι τοὺς ξυνευνέτας.
σὺ δ᾽ ἤν τι κνισθῇς, ἡ Λάκαινα μὲν πόλις
210 μέγ᾽ ἐστί, τὴν δὲ Σκῦρον οὐδαμοῦ τίθης,
πλουτεῖς δ᾽ ἐν οὐ πλουτοῦσι, Μενέλεως δέ σοι
μείζων Ἀχιλλέως. ταῦτά τοί σ᾽ ἔχθει πόσις.
χρὴ γὰρ γυναῖκα, κἂν κακῷ πόσει δοθῇ,
στέργειν, ἅμιλλάν τ᾽ οὐκ ἔχειν φρονήματος.
215 εἰ δ᾽ ἀμφὶ Θρῄκην χιόνι τὴν κατάρρυτον
τύραννον ἔσχες ἄνδρ᾽, ἵν᾽ ἐν μέρει λέχος
δίδωσι πολλαῖς εἷς ἀνὴρ κοινούμενος,
ἔκτεινας ἂν τάσδ᾽; εἶτ᾽ ἀπληστίαν λέχους
πάσαις γυναιξὶ προστιθεῖσ᾽ ἂν ηὑρέθης.
220 αἰσχρόν γε· καίτοι χείρον᾽ ἀρσένων νόσον
ταύτην νοσοῦμεν, ἀλλὰ προύστημεν καλῶς.
ὦ φίλταθ᾽ Ἕκτορ, ἀλλ᾽ ἐγὼ τὴν σὴν χάριν
σοὶ καὶ ξυνήρων, εἴ τί σε σφάλλοι Κύπρις,
καὶ μαστὸν ἤδη πολλάκις νόθοισι σοῖς
225 ἐπέσχον, ἵνα σοι μηδὲν ἐνδοίην πικρόν.
καὶ ταῦτα δρῶσα τῇ ἀρετῇ προσηγόμην
πόσιν· σὺ δ᾽ οὐδὲ ῥανίδ᾽ ὑπαιθρίας δρόσου
τῷ σῷ προσίζειν ἀνδρὶ δειμαίνουσ᾽ ἐᾷς.
μὴ τὴν τεκοῦσαν τῇ φιλανδρίᾳ, γύναι,
230 ζήτει παρελθεῖν· τῶν κακῶν γὰρ μητέρων
φεύγειν τρόπους χρὴ τέκν᾽ ὅσοις ἔνεστι νοῦς.
ΧΟ. δέσποιν᾽, ὅσον σοι ῥᾳδίως προσίσταται,
τοσόνδε πείθου τῇδε συμβῆναι λόγοις.

***
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Αλίμονο!
Κακό για τους θνητούς η νιότη, αν με τη νιότη
μαζί δεν υπάρχει κι η στόχαση.
Φοβούμαι μήπως, επειδή είμαι σκλάβα σου,
εμποδιστώ να μιλήσω, κι ας έχω χίλια δίκια·
αν πάλι κρατηθώ, μήπως αυτό με βλάψει.
Γιατί δύσκολα ο φαντασμένος δέχεται
190 τα σωστά λόγια που ο μικρός θα ξεστομίσει.
Ωστόσο, τον εαυτό μου δεν θα τον προδώσω.
Πες μου, λοιπόν, κοπέλα μου,
τί είναι επιτέλους αυτό που μου δίνει το θάρρος
να σου χαλάσω, τάχα, τον γάμο σου;
Είναι μήπως η Σπάρτη παρακατιανή
απέναντι στην Τροία,
ή σε περνώ στην ευτυχία και στη δύναμη;
Ή ξιπασμένη για το νέο και σφιχτό κορμί μου,
για τα μεγάλα πλούτη και τους φίλους μου,
θέλω το σπιτικό σου εγώ να διαφεντεύω;
Γιατί; Για να γεννήσω γιους που θα ᾽ναι σκλάβοι
200 και βάρος άθλιο για μένανε;
Ή μήπως θα δεχτεί κανένας τα παιδιά μου
για βασιλιάδες της Φθίας,
αν τέκνα εσύ δεν αποχτήσεις; Πες μου:
μ᾽ αγαπούν οι Έλληνες, γιατί ήμουν του Έκτορα ταίρι;
Ασήμαντη ήμουν, κι όχι των Φρυγών βασίλισσα;
Δεν φταίνε τα βοτάνια μου που δεν σε θέλει ο άντρας σου,
το φέρσιμό σου φταίει· αυτό είναι που μαγεύει,
κοπέλα μου, κι όχι η ομορφιά, τους άντρες.
Όμως εσύ, λίγο να πειραχτείς, σπουδαία η Σπάρτη,
210 η Σκύρος ένα τίποτα, εσύ ᾽σαι η πλούσια
κι οι άλλοι λένε το ψωμί ψωμάκι·
κι όσο για τον Μενέλαο, είναι πια
από τον Αχιλλέα τρανότερος. Με κάτι τέτοια
κάνεις τον άντρα σου να σε μισεί, κατάλαβέ το.
Πρέπει η γυναίκα, κι αν θα πέσει σε κατώτερο άντρα,
να υπομονεύει και να μην υψώνει τη φωνή.
Κι αν παντρευόσουν βασιλιά στη χιονοσκέπαστη Θράκη
όπου ένας άντρας σμίγει με πολλές γυναίκες,
θα τις σκότωνες όλες; Εξαιτίας σου
θα βγάζανε όνομα οι γυναίκες, τάχατε
πως δεν χορταίνουνε
το κρεβάτι του αντρός. Και θα ᾽τανε ντροπή.
220 Γιατί παρόλο που η αρρώστια αυτή μας τυραννάει
χειρότερα απ᾽ τους άντρες, τη σκεπάζουμε όμως.
Αγαπημένε μου Έκτορα, για το χατίρι σου
έφτασα να μοιράζομαι τους έρωτές σου
αν η Αφροδίτη ετύχαινε να σε πλανέψει·
και στα νόθα παιδιά σου τον μαστό μου έχω δώσει
πόσες φορές, για να μη σε πικράνω.
Έτσι,
με τον καλό μου τρόπο κέρδιζα τον άντρα μου.
Μα εσύ φοβάσαι μήπως και μια στάλα
δροσιάς αγγίξει το ακριβό σου ταίρι.
Κοπέλα μου, μη θες να ξεπεράσεις
τη μάνα σου στον πόθο για τους άντρες. Των κακών
230 μανάδων τις συνήθειες πρέπει ν᾽ αποφεύγουν
οι κόρες, όσες έχουνε μυαλό και γνώση.
ΧΟΡΟΣ
Κυρά μου, όσο σου είναι μπορετό,
κοίταξε να συμβιβαστείς μαζί της.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΗΓΑΣΟΣ

ΠΗΓΑΣΟΣ
(αστερισμός)
 
Τούτου μόνον τὰ ἔμπροσθεν φαίνεται ἕως ὀμφαλοῦ. Ἄρατος μὲν οὖν φησι τὸν ἐπὶ τοῦ Ἑλικῶνος εἶναι ποιήσαντα κρήνην τῇ ὁπλῇ, ἀφ᾽ οὗ καλεῖσθαι Ἵππου κρήνην· ἄλλοι δὲ τὸν Πήγασον εἶναί φασι τὸν εἰς τὰ ἄστρα ἀναπτάντα ὕστερον τῆς Βελλεροφόντου πτώσεως· διὰ δὲ τὸ μὴ ἔχειν πτέρυγας ἀπίθανον δοκεῖ τισι ποιεῖν τὸν λόγον. (Ερατ., Κατ. 1.18.2-8)
 
Ο Πήγασος είναι φτερωτό άλογο. Η γέννησή του συνδέεται με τον θάνατο της μητέρας του, της Γοργόνας Μέδουσας, από τον Περσέα. Άλλοτε ξεπηδά από τον λαιμό της Γοργόνας, ως γιος του Ποσειδώνα, και άλλοτε από την ίδια τη Γαία που γονιμοποιήθηκε από το αίμα της Γοργόνας, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Όσο για το όνομά του, αυτό συνδέεται με τον τόπο κατοικίας της μητέρας του και τον τόπο της δικής του γέννησης. Ο Ησίοδος παραδίδει τα εξής:
 
και τις Γοργόνες που κατοικούν πέρα απ' τον ξακουστό Ωκεανό
στα έσχατα της Νύχτας, όπου βρίσκονται και οι Εσπερίδες με την καθάρια φωνή,
τη Σθενώ, την Ευρυάλη και τη Μέδουσα που έπαθε πολλά δεινά.
Γιατί αυτή ήταν θνητή ενώ οι άλλες δύο αθάνατες
κι αγέραστες. Και μ' αυτήν πλάγιασε ο Ποσειδώνας ο Κυανοχαίτης
σε μαλακό λιβάδι μέσα σε ανοιξιάτικα λουλούδια.
Όταν ο Περσεύς της έκοψε το κεφάλι [της Γοργόνας Μέδουσας]
ξεπήδησε ο μέγας Χρυσάωρ κι ο Πήγασος ο ίππος.
Κι αυτός [ο Πήγασος] πήρε το όνομα αυτό, επειδή γεννήθηκε
κοντά στις πηγές του Ωκεανού, ενώ ο άλλος επειδή κρατούσε χρυσό σπαθί στα λατρεμένα χέρια του.
Και πέταξε αυτός αφήνοντας τη γη που τρέφει τα πρόβατα
και πήγε στους αθάνατους. Και κατοικεί στο ανάκτορο του Δία
και φέρνει την αστραπή και τη βροντή στον σοφό Δία.
(Ησ., Θεογ. 274-286)
 
Τον Πήγασο, μόλις ξεπήδησε από το σώμα της Μέδουσας, τον ίππευσε ο Περσέας, για να φτάσει στην Αιθιοπία και να σώσει από τα δόντια του Δράκοντα την όμορφη Ανδρομέδα. Κατόπιν, ο Περσέας τον άφησε ελεύθερο και ο Πήγασος εγκαταστάθηκε στον Όλυμπο και υπηρετούσε τον Δία. Αργότερα η θεά Αθηνά τον προσέφερε στις Μούσες, και από τότε ο Πήγασος κατοικούσε μαζί τους στο όρος Ελικώνας. Συνδέθηκε, λοιπόν, με τις Μούσες και τον ηγήτορά τους Απόλλωνα, αλλά και με την κρήνη Ιπποκρήνη στην περιοχή του ιερού των Μουσών στον Ελικώνα που ανέβλυσε, όταν χτύπησε το έδαφος με την οπλή του. Και τούτο το έκανε με εντολή του Ποσειδώνα. Γιατί, όταν οι Πιερίδες κόρες του Πίερου ανταγωνίζονταν τις Μούσες στο τραγούδι, ο Ελικώνας, όπου γινόταν ο διαγωνισμός, γεμάτος έπαρση, φούσκωνε και απείλησε να φτάσει στον ουρανό. Το χτύπημα με την οπλή έφερε το βουνό ξανά στις φυσιολογικές του διαστάσεις, και εκεί ήταν που ανέβλυσε η Ἵππου κρήνη, όπου ο ποιητής μπορούσε να συναντήσει εκείνες που θα του χάριζαν την έμπνευση (Ησ., Θεογ. 6).
 
Από το χτύπημα της οπλής του ανέβλυσαν και άλλες πηγές, στον Ακροκόρινθο η Πειρήνη, στον Ελικώνα ακόμη μία πηγή, η Αγανίππη που ως δεύτερο συνθετικό έχει τη λέξη ἵππος, όπως η Ιπποκρήνη την ενέχει ως πρώτο συνθετικό.
 
Τον Πήγασο κατάφερε να καβαλικέψει ο ήρωας Βελλεροφόντης, ο γιος του βασιλιά της Εφύρας Γλαύκου. Διηγούνταν ότι η Αθηνά οδήγησε το άλογο στον ήρωα με το χαλινάρι -ένα από τα επίθετα της θεάς ήταν Χαλινίτις- ή ο Ποσειδώνας, ο πατέρας του αλόγου, το έδωσε στον ήρωα ή ο ίδιος ο Βελλεροφόντης εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή που ο Πήγασος έπινε νερό στην Πειρήνη και με τη βοήθεια του Ποσειδώνα του πέρασε τα χρυσά ηνία που είχε χαρίσει στον ήρωα η Αθηνά. Χάρη στον Πήγασο ο Βελλεροφόντης κατάφερε να σκοτώσει τη Χίμαιρα, ένα άγριο τέρας με κεφάλι λιονταριού, ουρά δράκοντα και ένα κεφάλι κατσίκας στη μέση που έβγαζε φλόγες από τα ρουθούνια του, λεηλατούσε και άρπαζε τα κοπάδια. Γεμάτος έπαρση για το κατόρθωμά του αυτό, αλλά και για άλλους άθλους, θέλησε, καβάλα στο φτερωτό Πήγασο, να πετάξει μέχρι την κατοικία των θεών στον Όλυμπο και να πάρει μια θέση ανάμεσα στους αθανάτους. Ο Δίας θύμωσε και έστειλε οίστρο στον Πήγασο που αφήνιασε από τα τσιμπήματα του εντόμου και έριξε το Βελλεροφόντη στη γη, ενώ ο ίδιος διέσχισε τους αιθέρες και ξαναγύρισε στον Όλυμπο.
 
Αυτό το άλογο καταστερίστηκε, αν και υπάρχουν πολλές αμφιβολίες γι' αυτό, όπως παραδίδει ο Ερατοσθένης*, γιατί το άλογο του ουρανού, που δεν φαίνεται ολόκληρο, δεν έχει φτερά. Σύμφωνα με τον Άρατο, ο αστερισμός είναι το άλογο που χτύπησε τον Ελικώνα και ξεπήδησε μια πηγή, μόνο που δεν το ταυτίζει με τον Πήγασο· γι' αυτό ονόμαζε τον αστερισμό απλώς Ἵππον ή Ἱερόν Ἵππον. Κατά άλλους ο αστερισμός αυτός είναι η Ίππη ή Ιππώ, η κόρη του Κένταυρου Χείρωνα.
-------------------------------
*Αστερισμός του ίππου
 
Τούτου μόνον τὰ ἔμπροσθεν φαίνεται ἕως ὀμφαλοῦ. Ἂρατος μὲν οὖν φησι τὸν ἐπὶ τοῦ Ἑλικῶνος εἶναι ποιήσαντα κρήνην τῇ ὁπλῇ, ἀφ' οὗ καλεῖσθαι Ἳππου κρήνην· ἄλλοι δὲ τὸν Πήγασον εἶναί φασι τὸν εἰς τὰ ἄστρα ἀναπτάντα ὕστερον τῆς Βελλεροφόντου πτώσεως· διὰ δὲ τὸ μὴ ἔχειν πτέρυγας ἀπίθανον δοκεῖ τισι ποιεῖν τὸν λόγον. Εὐριπίδης δέ φησιν ἐν Μελανίππῃ Ἳππην εἶναι τὴν τοῦ Χείρωνος θυγατέρα, ὑπ' Αἰόλου δὲ ἀπατηθεῖσαν φθαρῆναι καὶ διὰ τὸν ὄγκον τῆς γαστρὸς φυγεῖν εἰς τὰ ὄρη, κἀκεῖ ὠδινούσης αὐτῆς τὸν πατέρα ἐλθεῖν κατὰ ζήτησιν, τὴν δ' εὔξασθαι καταλαμβανομένην πρὸς τὸ μὴ γνωσθῆναι μεταμορφωθῆναι καὶ γενέσθαι ἵππον. διὰ γοῦν τὴν εὐσέβειαν αὐτῆς τε καὶ τοῦ πατρὸς ὑπ' Ἀρτέμιδος εἰς τὰ ἄστρα τεθῆναι, ὅθεν τῷ Κενταύρῳ οὐχ ὁρατή ἐστιν· Χείρων γὰρ λέγεται εἶναι ἐκεῖνος. τὰ δὲ ὀπίσθια μέρη αὐτῆς ἀφανῆ ἐστι πρὸς τὸ μὴ γινώσκεσθαι θήλειαν οὖσαν.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,18

Για να είμαστε ευτυχισμένοι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τι στέκεται εμπόδιο ανάμεσα σε εμάς και την ευτυχία

Για να είμαστε χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τι στέκεται εμπόδιο ανάμεσα σε εμάς και την ευτυχία. Χρειάζεται να εστιάσουμε και να παρατηρήσουμε τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις μας, που λειτουργούν συνεχώς σε υποσυνείδητο επίπεδο και καθορίζουν αυτά που βιώνουμε.

Χαμογελάστε μέχρι να νιώσετε ευτυχισμένοι. Μπορεί να πάρει μόνο μια στιγμή ή μπορεί να πάρει μερικά λεπτά. Δοκιμάστε το. Τώρα σκεφτείτε «Είμαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος», μέχρι να χαμογελάσετε.

Παρατηρήσατε ότι δεν υπήρξε κάποιο εξωτερικό ερέθισμα και ότι εσείς οι ίδιοι προκαλέσατε τη χαρά και την ευτυχία που νιώσατε; Η πηγή της ευτυχίας μας, όπως φαίνεται, είναι μέσα μας. Γιατί, λοιπόν, δεν χαιρόμαστε και δεν είμαστε ευτυχισμένοι συχνότερα;

Επειδή η πηγή της δυστυχίας μας είναι κι αυτή μέσα μας και θρέφεται από την προσκόλλησή μας σε ανθρώπους, πράγματα και καταστάσεις, από τον φόβο της απώλειας, από την αντίστασή μας σε αυτό που βιώνουμε, από την επιθυμία μας να είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι, και από τις περιοριστικές και αρνητικές πεποιθήσεις μας για τον εαυτό μας, τους άλλους, τον κόσμο και τη ζωή.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας λειτουργούμε αυτοματοποιημένα, βρισκόμαστε στον «αυτόματο πιλότο». Ο νους μας καθοδηγείται κατά 95% ή και περισσότερο από το υποσυνείδητό μας, χωρίς την εμπλοκή του συνειδητού μας. Αν δεν κάνουμε προσπάθεια για να το αποφύγουμε, επαναλαμβάνουμε συνεχώς τα ίδια μοτίβα σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, που έχουν εδραιωθεί μέσα μας με την πάροδο των ετών.

Μια από τις καταστάσεις που έχει φανεί ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και αυξάνει την ευτυχία μας, είναι η κατάσταση της ευγνωμοσύνης. Οπότε σας προσκαλώ να αφιερώσετε 5-10 λεπτά και να κάνετε μαζί μου το παρακάτω: Σκεφτείτε μια πρόκληση ή ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζετε αυτές τις ημέρες στην προσωπική ή επαγγελματική σας ζωή και σας απασχολεί.

Απλά σκεφτείτε το και παρατηρείστε τις σκέψεις και τα συναισθήματα που έχετε γι’ αυτό, χωρίς να τα κρίνετε ή να προσπαθήσετε να τα αλλάξετε. Και τώρα αφήστε το στην άκρη.

Πάρτε 2-3 βαθιές, ήρεμες αναπνοές και παρατηρείστε τον αέρα καθώς εισέρχεται και εξέρχεται μέσα σας, και μόλις βρείτε τον φυσικό ρυθμό αναπνοής σας, αναπνεύστε ευγνωμοσύνη για όλα όσα έχετε στη ζωή σας. Σκεφτείτε τα ένα-ένα και πείτε ευχαριστώ για το καθένα από αυτά. Για ποια πράγματα είστε ευγνώμονες στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική σας ζωή; Για ποιο λόγο είστε ευγνώμονες που ζείτε;

Νιώστε την ενέργεια της ευγνωμοσύνης και παρατηρείστε πως αυτό το συναίσθημα αλλάζει τις εσωτερικές σας αισθήσεις. Και τώρα, σκεφτείτε πάλι την πρόκληση που αντιμετωπίζετε αυτή την περίοδο και σας απασχολεί και τα συναισθήματα που τη συνοδεύουν.

Νιώστε τα μέσα από την ενέργεια της ευγνωμοσύνης που έχετε δημιουργήσει μέσα σας. Είναι όλα παρόντα εκεί, όπως και πριν, αλλά τώρα τα βιώνετε μέσα από την ευγνωμοσύνη, Έχει αλλάξει κάτι; Νιώθετε διαφορετική την ενέργεια της πρόκλησης; Νιώθετε να έχουν απαλύνει τα δυσάρεστα συναισθήματα που την ακολουθούν; Μήπως είναι ευκολότερο να βρείτε λύση;

Οι προκλήσεις δεν τελειώνουν, μπορούμε όμως να επιλέξουμε τον τρόπο που θα τις αντιμετωπίσουμε, μπορούμε να επιλέξουμε τον χώρο από τον οποίο θα τις πλησιάσουμε. Όταν αυτός ο χώρος είναι η ευγνωμοσύνη, η ευτυχία μας δεν είναι τόσο εύθραυστη, επειδή παύει να είναι προσκολλημένη στις εξωτερικές συνθήκες κι αρχίζει να δημιουργείται από το εσωτερικό μας περιβάλλον.

Μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο επιλεκτικοί κι ανεχόμαστε λιγότερα

Με τα χρόνια άλλαξες, είναι η αλήθεια. Όχι εξωτερικά, για άλλη αλλαγή μιλάω, εσωτερική κι επώδυνη.

Ναι, σε ωρίμασε ο πόνος, η προδοσία, τα λάθη, οι αναχωρήσεις χωρίς επιστροφή, τα όμορφα λόγια που δε βρέθηκε μία πράξη να τα συνοδέψει. Έβαλες πολλές φορές νερό στο κρασί σου μέχρι που δεν πινόταν πια κι έτσι έσπασες το ποτήρι. Ωρίμασες γιατί δεν είχες άλλη επιλογή, μπήκες –ή σε ρίξανε– στα βαθιά και κολύμπησες.

Λες πιο συχνά «Όχι» και πολύ πιο σπάνια «Ναι». Οι καταφάσεις σου είναι μετρημένες και πρώτα σκέφτεσαι να μη χαλάσεις χατίρι στον εαυτό σου και μετά στους άλλους. Σε άφησες κάτω στην τραμπάλα πολλές φορές, καιρός να σηκωθείς.

Με τα χρόνια και τις ήττες σου –από ανθρώπους που δεν ήξεραν τι ήθελαν και το έψαχναν στη ζωή σου– αποφάσισες πως οι παρουσίες δε σου είναι τόσο απαραίτητες τελικά -ιδιαίτερα αυτές οι περιστασιακές. Κλείνεις την πόρτα σου ευκολότερα και την ανοίγεις πλέον με μεγάλη προσοχή και καχυποψία.

Αντίστοιχα έπαψες πια να κρύβεσαι πίσω από πόρτες μισόκλειστες και συναισθηματικές χαραμάδες. Όταν κάτι τελειώνει, φεύγεις μακριά. Η εμπειρία σου σού απέδειξε πως σπάνια –ως ποτέ– αποδίδουν οι δεύτερες ευκαιρίες και πως οι μισοτελειωμένες ιστορίες, σε τελειώνουν όσο περιμένεις να τις ξαναρχίσεις.

Συνειδητοποίησες πια πως δε θες στη ζωή σου όποιον δε σε χρειάζεται στη δική του και πως τα αισθήματα έχουν νόημα μονάχα όταν είναι αμοιβαία. Έχασες πολύ χρόνο περιμένοντας, προσπαθώντας να καταλάβεις τι θέλουν, ακόμα κι αν θέλουν. Έγινες αποκούμπι για ανθρώπους που σε άδειασαν στην πρώτη δυσκολία.

Συμφιλιώθηκες με τη μοναξιά κι είναι πολλές πια οι φορές που την επιλέγεις. Την προτιμάς από ψεύτικους φίλους και χλιαρούς ερωτάκους, από ανούσιες φωνές κι άχαρα αγγίγματα. Ένα ποτήρι κρασί, μουσική που γουστάρεις κι ένα καλό βιβλίο αρκούν για να χαμογελάσει η ψυχή σου.

Εμπιστεύεσαι δύσκολα πια∙ για όλες εκείνες τις φορές που καθυστέρησες το βήμα σου ή έκανες πίσω για να μετριάσεις τη διαφορά μα σε προσπέρασαν με την πρώτη ευκαιρία κι ούτε έριξαν ξανά το βλέμμα τους προς το μέρος σου. Ακόμα βέβαια κάνεις πίσω, είπαμε άλλαξες, δεν έγινες όμως κι άλλος άνθρωπος. Όμως προτιμάς πια τουλάχιστον οι πιθανότητες να ‘ναι με το μέρος σου.

Δεν πέφτεις με τα μούτρα ούτε τα δίνεις όλα, κρατάς κάτι και για σένα. Εξάλλου αυτό που θα κουβαλάς πάντα είναι ο εαυτός σου, ε ήταν καιρός να αρχίσεις να τον προσέχεις. Ανέχεσαι λιγότερα και σταμάτησες να σε πουλάς φτηνά. Αυτοσεβασμός κι αξιοπρέπεια κι ας το βαφτίζουν οι άλλοι εγωισμό. Αν δε σ’ αγαπήσεις εσύ, είναι ανώφελο να περιμένεις κάποιον άλλον να το κάνει, το έμαθες.

Παίρνεις τηλέφωνα και χτυπάς κουδούνια, όμως στη δεύτερη άρνηση κι αμφιβολία, τα παρατάς. Δεν έχει νόημα να κερδίσεις την προσοχή κάποιου με το ζόρι ούτε θες μικροποσότητες συναισθήματος από οίκτο. Ό,τι δε σου χαρίζεται απλόχερα, δεν πρόκειται να το ζητιανέψεις -όχι πια.

Έμαθες πως η ποσότητα δεν προσφέρει τίποτα, μάλλον σε κουράζει κι έτσι αναζητάς την ποιότητα. Στους ανθρώπους, στις σχέσεις, στις κουβέντες σου, ακόμα και στο φαγητό σου. Επιλέγεις πια κι αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό είναι να μη στριμώχνεσαι στα κουτάκια άλλων, να μη γίνεσαι χαμαιλέοντας για να προσαρμόζεσαι στις καταστάσεις, αλλά να ορίζεις εσύ το περιβάλλον σου.

Έπαψες να ενθουσιάζεσαι με το παραμικρό και προσπαθείς ακόμα να βάλεις χαλινάρι στον αυθορμητισμό σου. Κρατάς χαμηλά τις προσδοκίες σου για να αποφύγεις κάπως την απογοήτευση.

Ξέρεις πια πως ο χρόνος σου είναι δώρο πολύτιμο χωρίς κάρτα αλλαγής, γι’ αυτό τον φυλάς και τον χαρίζεις μόνο εκεί που αξίζει. Άδειασες τις σκέψεις σου από περαστικούς και σταμάτησες να κάνεις υπομονή. Ποτέ δεν τη συμπαθούσες, δεν μπορείς να περιμένεις. Ό,τι θες, το θες τώρα, το διεκδικείς κι αν δεν το πετύχεις, πείθεις τον εαυτό σου πως δεν το ήθελες και τόσο. Σου επιτρέπεις να πονέσεις μόνο για δυο μέρες, μετά σου χρωστάς να χαμογελάσεις.

Κλαις πολύ και γελάς ακόμα περισσότερο. Πλέον τα όριά σου τα σχεδιάζεις εσύ και την ευτυχία σου τη χρωματίζεις όπως θέλεις. Δεν περιμένεις κανέναν, προχωράς κι όσοι θέλουν, θα σε προλάβουν.

Συμπεριφορά και αντιδράσεις του ναρκισσιστικού ατόμου

Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα του ναρκισσισμού είναι η στρέβλωση της ορθολογικής κρίσης. Το αντικείμενο της ναρκισσιστικής προσκόλλησης θεωρείται αξίας (καλό, όμορφο, σοφό κτλ.) όχι με βάση μια αντικειμενική αξιακή κρίση, αλλά επειδή είναι εγώ ή είναι δικό μου. Η ναρκισσιστική αξιακή κρίση είναι μεροληπτική και προκατειλημμένη. Συνήθως αυτή η προκατάληψη εκλογικεύεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κι αυτή η εκλογίκευση μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο απατηλή ανάλογα με την ευφυΐα και την καλλιέργεια του εμπλεκόμενου ατόμου. Στον ναρκισσισμό του μέθυσου η στρέβλωση είναι συνήθως προφανής. Αυτό που βλέπουμε είναι έναν άντρα να μιλά με επιφανειακό και κοινότοπο τρόπο, αλλά με τον αέρα και τον τόνο κάποιου που εκφέρει τα πιο υπέροχα και ενδιαφέροντα λόγια. Υποκειμενικά διακατέχεται από ένα συναίσθημα ευφορίας, σαν «να βρίσκεται στην κορυφή του κόσμου», ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται σε κατάσταση αυτομεγάλυνσης.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι εκφορές του ακραία ναρκισσιστικού ατόμου είναι απαραιτήτως πληκτικές. Αν είναι χαρισματικός ή ευφυής, θα παράξει ενδιαφέρουσες ιδέες και αν τις κρίνει αξιόλογες, η κρίση του δεν θα είναι απολύτως λανθασμένη. Αλλά το ναρκισσιστικό άτομο ούτως ή άλλως τείνει να κρίνει όσα παράγει ως αξιόλογα, και η πραγματική ποιότητά τους δεν είναι καθοριστική στη διαμόρφωση αυτής της εκτίμησης. (Στην περίπτωση του «αρνητικού ναρκισσισμού» ισχύει το αντίθετο. Έτσι, το άτομο τείνει να υποτιμά οτιδήποτε είναι δικό του και η κρίση του είναι εξίσου μεροληπτική.) Αν το άτομο αντιλαμβανόταν τη ναρκισσιστική φύση αυτών των κρίσεων, τα αποτελέσματα δεν θα ήταν τόσο δυσμενή. Θα έπρεπε -και θα ήταν σε θέση-να υιοθετήσει μια χιουμοριστική στάση απέναντι στη ναρκισσιστική προκατάληψή του. Ωστόσο, αυτό σπανίζει.

Συνήθως το άτομο είναι πεπεισμένο ότι δεν υπάρχει προκατάληψη και ότι η κρίση του είναι αντικειμενική και ρεαλιστική. Αυτό οδηγεί σε μια σοβαρή στρέβλωση της ικανότητάς του να σκέφτεται και να κρίνει, αφού η ικανότητά του αυτή αμβλύνεται ξανά και ξανά όταν ασχολείται με τον εαυτό του και με όσα του ανήκουν. Αντίστοιχα, η κρίση του ναρκισσιστικού ατόμου είναι επίσης προκατειλημμένη κατά εκείνου που δεν είναι «αυτός» ή που δεν είναι δικό του. Ο εξωτερικός κόσμος («όχι Εγώ») είναι υποδεέστερος, επικίνδυνος, ανήθικος. Τότε το ναρκισσιστικό άτομο καταλήγει σε μια τεράστια στρέβλωση. Ο εαυτός του και ό,τι είναι δικό του υπερεκτιμούνται. Οτιδήποτε εξωτερικό υποεκτιμάται. Το πλήγμα που δέχεται η λογική και η αντικειμενικότητά του είναι προφανές.

Ένα ακόμη πιο επικίνδυνο παθολογικό στοιχείο στον ναρκισσισμό είναι η συναισθηματική αντίδραση στην κριτική οποιοσδήποτε θέσης έχει υποστεί ναρκισσιστική κάθεξη. Κανονικά ένα άτομο δεν θυμώνει όταν κάτι που έκανε ή είπε γίνεται αντικείμενο κριτικής, υπό την προϋπόθεση ότι η κριτική είναι δίκαιη και δεν γίνεται με εχθρική πρόθεση. Το ναρκισσιστικό άτομο, από την άλλη, αντιδρά με έντονο θυμό όταν του ασκούν κριτική. Έχει την τάση να νιώθει ότι η κριτική αποτελεί εχθρική επίθεση, αφού, δεδομένης της ίδιας της φύσης του ναρκισσισμού του, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι είναι αιτιολογημένη.

Η ένταση του θυμού του μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μόνο αν αναλογιστεί κανείς ότι το ναρκισσιστικό άτομο δεν συνδέεται με τον κόσμο, και ως αποτέλεσμα είναι απομονωμένο και επομένως φοβισμένο. Είναι αυτή η έννοια της μοναχικότητας και του φόβου που προσπαθεί να αντισταθμίσει με τη ναρκισσιστική αυτομεγάλυνσή του. Αν Αυτός είναι ο κόσμος, τότε δεν υπάρχει εξωτερικός κόσμος που μπορεί να τον τρομάξει- αν Αυτός είναι τα πάντα, δεν είναι μόνος του. Συνεπώς, όταν ο ναρκισσισμός του πληγώνεται, αισθάνεται ότι απειλείται ολόκληρη η ύπαρξή του. Όταν απειλείται, η μόνη προστασία που έχει κατά του φόβου του, δηλαδή η αυτομεγάλυνσή του, ο φόβος αναδύεται και οδηγεί σε έντονη οργή. Αυτή η οργή είναι ακόμη εντονότερη επειδή δεν υπάρχει πράξη ικανή να μειώσει την απειλή- μόνο η καταστροφή του ατόμου που ασκεί την κριτική -ή του εαυτού του- μπορεί να τον σώσει από την απειλή κατά της ναρκισσιστικής του ασφάλειας.

Υπάρχει εναλλακτική στις εκρήξεις οργής ως αποτέλεσμα του πληγωμένου ναρκισσισμού, και αυτό είναι η κατάθλιψη. Το ναρκισσιστικό άτομο αντλεί την αίσθηση της ταυτότητάς του από τη μεγάλυνση. Ο εξωτερικός κόσμος δεν αποτελεί πρόβλημα για εκείνον, δεν τον καταβάλλει με τη δύναμή του, επειδή έχει καταφέρει να γίνει ο κόσμος, να αισθάνεται παντογνώστης και παντοδύναμος. Αν ο ναρκισσισμός του πληγωθεί, και αν για ένα πλήθος λόγων, όπως, για παράδειγμα, η υποκειμενική ή η αντικειμενική αδυναμία της θέσης του έναντι του επικριτή του δεν του επιτρέπουν να εξοργιστεί, τότε το άτομο αισθάνεται κατάθλιψη. Δεν συνδέεται με τον κόσμο και δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν είναι κανείς και τίποτα, αφού δεν έχει αναπτύξει τον εαυτό του ως επίκεντρο της σύνδεσής του με τον κόσμο. Αν ο ναρκισσισμός του πληγωθεί τόσο σοβαρά, που δεν μπορεί πλέον να τον διατηρήσει, το Εγώ του καταρρέει και η υποκειμενική αντίδραση σε αυτή την κατάρρευση είναι το αίσθημα κατάθλιψης. Το στοιχείο του πένθους που υπάρχει στη μελαγχολία αφορά κατά την άποψή μου στη ναρκισσιστική εικόνα του υπέροχου «Εγώ» που έχει πεθάνει και για το οποίο το καταθλιπτικό άτομο πενθεί.

Ακριβώς επειδή το ναρκισσιστικό άτομο τρέμει την κατάθλιψη που προκύπτει όταν πληγώνεται ο ναρκισσισμός του, προσπαθεί απεγνωσμένα να αποφύγει τέτοια πλήγματα. Υπάρχουν αρκετοί τρόποι για να το πετύχει αυτό. Ένας είναι να αυξήσει τον ναρκισσισμό, ώστε κανείς εξωτερικός επικριτής ή καμιά αποτυχία να μην μπορεί να θίξει πραγματικά τη ναρκισσιστική θέση του. Με άλλα λόγια, η ένταση του ναρκισσισμού αυξάνεται προκειμένου να αποκρούσει την απειλή. Αυτό σημαίνει φυσικά ότι το άτομο προσπαθεί να θεραπεύσει τον εαυτό του από την απειλητική κατάθλιψη με το να νοσήσει πιο σοβαρά ψυχικά, φτάνοντας ως την ψύχωση.

Υπάρχει ωστόσο και μία ακόμη λύση στην απειλή του ναρκισσισμού του, που είναι πιο ικανοποιητική για το άτομο, αν και πιο επικίνδυνη για τους άλλους. Αυτή η λύση συνίσταται στην προσπάθεια να μεταμορφώσει την πραγματικότητα με τρόπο που να συνάδει, μέχρι ενός βαθμού, με το ναρκισσιστικό αυτοείδωλό του. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο ναρκισσιστικός εφευρέτης, που πιστεύει ότι έχει ανακαλύψει το αεικίνητο και στην πορεία έχει κάνει μια μικρή ανακάλυψη κάποιας σημασίας. Μια σημαντικότερη λύση είναι να διασφαλίσει τη συναίνεση ενός άλλου ατόμου και, αν είναι δυνατόν, να προσεταιριστεί τη συναίνεση εκατομμυρίων. Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή της συμβιωτικής ψύχωσης -folie ά deux- (μερικοί γάμοι και έχουν αυτή τη βάση), ενώ η δεύτερη είναι αυτή δημόσιων προσώπων που αποτρέπουν ένα δημόσιο ξέσπασμα της δυνητικής ψύχωσής τους, προσεταιριζόμενα την αποδοχή και τη συναίνεση εκατομμυρίων ανθρώπων. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άκρως ναρκισσιστικό άτομο, που το πιθανότερο είναι πως θα είχε υποστεί μια έκδηλη ψύχωση αν δεν είχε καταφέρει να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να πιστέψουν στο αυτοείδωλό του, να πάρουν στα σοβαρά τις πομπώδεις φαντασιώσεις του, και ακόμη να μεταλλάξει την πραγματικότητα με τρόπο που να φαίνεται στους οπαδούς του ότι έχει δίκιο.

Υπάρχουν παραδείγματα μεγαλομανών ηγετών στην ιστορία που «θεράπευσαν» τον ναρκισσισμό τους μεταλλάσσοντας τον κόσμο ώστε να συνάδει μαζί του. Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει επίσης να προσπαθήσουν να καταστρέψουν όλους τους επικριτές, αφού δεν μπορούν να ανεχθούν την απειλή που συνιστά γι’ αυτούς η φωνή της λογικής. Από τον Καλιγούλα και τον Νέρωνα μέχρι τον Στάλιν και τον Χίτλερ, βλέπουμε ότι η ανάγκη τους να βρουν άτομα που θα τους πιστέψουν, να μεταλλάξουν την πραγματικότητα, ώστε να συνάδει με τον ναρκισσισμό τους και να εξαλείψουν όλους τους επικριτές, είναι τόσο έντονη και τόσο απεγνωσμένη, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια προσπάθεια να αποτρέψουν το ξέσπασμα της παραφροσύνης τους. Παραδόξως, το στοιχείο παραφροσύνης αυτών των ηγετών τούς κάνει επιτυχημένους. Τους δίνει τη βεβαιότητα και την ελευθερία από την αμφιβολία που είναι τόσο εντυπωσιακή για το μέσο άτομο. Είναι να πούμε ότι αυτή η ανάγκη να αλλάξουν τον κόσμο, να προσεταιριστούν τους άλλους και να τους κάνουν να υιοθετήσουν τις ιδέες και τις ψευδαισθήσεις τους απαιτεί επίσης ταλέντα και χαρίσματα που το μέσο άτομο, ψυχωτικό ή μη, δεν διαθέτει. Εξετάζοντας την παθολογία του ναρκισσισμού, είναι σημαντικό να διακρίνουμε μεταξύ δύο μορφών ναρκισσισμού – μια καλοήθη και μια κακοήθη. Στην καλοήθη μορφή αντικείμενο του ναρκισσισμού είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του ατόμου. Έτσι, για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να έχει μια ναρκισσιστική περηφάνια για το έργο του ως ξυλουργού, επιστήμονα ή αγρότη.

Στον βαθμό που αντικείμενο του ναρκισσισμού του είναι κάτι για το οποίο έχει εργαστεί, το αποκλειστικό ενδιαφέρον του για το έργο του και το επίτευγμά του εξισορροπείται διαρκώς από το ενδιαφέρον του για τη διαδικασία της εργασίας καθαυτής και για το υλικό με το οποίο δουλεύει. Η δυναμική αυτού του καλοήθη ναρκισσισμού είναι αυτοελεγχόμενη. Η ενέργεια που τροφοδοτεί την εργασία είναι σε μεγάλο βαθμό ναρκισσιστικής φύσης, αλλά το ότι η εργασία αφ’ εαυτή καθιστά αναγκαία μια σύνδεση με την πραγματικότητα χαλιναγωγεί συνεχώς τον ναρκισσισμό και τον κρατάει εντός των ορίων. Αυτός ο μηχανισμός ίσως εξηγεί γιατί συναντάμε τόσους ναρκισσιστικούς ανθρώπους που είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά δημιουργικοί.

Στην περίπτωση του κακοήθους ναρκισσισμού, αντικείμενο του ναρκισσισμού δεν είναι οτιδήποτε κάνει ή παράγει το άτομο, αλλά κάτι που κατέχει, για παράδειγμα, το σώμα, η ομορφιά, η υγεία, ο πλούτος του κτλ. Η κακοήθης φύση αυτού του τύπου ναρκισσισμού συνίσταται στο ότι στερείται το διορθωτικό στοιχείο που βρίσκουμε στην καλοήθη μορφή. Αν είμαι «σπουδαίος.» λόγω κάποιας ιδιότητας που κατέχω και όχι λόγοι κάποιου πράγματος που επιτυγχάνω, δεν χρειάζεται να συνδέομαι με οποιονδήποτε ή οτιδήποτε, δεν χρειάζεται να προσπαθήσω. Διατηρώντας την εικόνα της σπουδαιότητάς μου, απομακρύνω τον εαυτό μου όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα και πρέπει να ενισχύσω τη ναρκισσιστική φόρτιση προκειμένου να είμαι πιο προστατευμένος από τον κίνδυνο ότι το ναρκισσιστικά διογκωμένο Εγώ μου θα αποδειχτεί προϊόν της κενής φαντασίας μου. Επομένως, ο κακοήθης ναρκισσισμός δεν αυτοπεριορίζεται και κατά συνέπεια είναι βαθιά σολιψιστικός και ξενοφοβικός.

Κάποιος που έχει μάθει να πετυχαίνει δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι κι άλλοι έχουν πετύχει παρόμοια πράγματα με παρόμοιους τρόπους – ακόμη και αν ο ναρκισσισμός του τον πείσει ότι το δικό του επίτευγμα είναι σπουδαιότερο από των άλλων. Κάποιος που δεν έχει καταφέρει τίποτα θα το βρει δύσκολο να εκτιμήσει τα επιτεύγματα των άλλων και άρα θα αναγκαστεί να απομονώσει όλο και περισσότερο τον εαυτό του στο ναρκισσιστικό μεγαλείο του.

Οι αρχές του επικούρειου τρόπου ζωής

Πρακτική Φιλοσοφία: Πρέπει να ασχολείται κανείς και να φιλοσοφεί με τα ζητήματα και τις ανάγκες της ζωής και όχι να χάνεται σε περιθωριακά ζητήματα με άγονες συζητήσεις και διαλεκτικά τεχνάσματα.

Λιτός τρόπος ζωής: Ο Επίκουρος συνιστούσε ένα λιτό φιλοσοφημένο τρόπο ζωής με γνώμονα τη σωφροσύνη. Υποστήριζε ότι ο απλός τρόπος ζωής, χωρίς πολυτέλειες, βοηθά την υγεία και κάνει τον άνθρωπο ικανό να ανταπεξέρχεται με επιτυχία στις ενασχολήσεις της ζωής. Πρόσθετε όμως ότι και η λιτότητα έχει όρια. Όποιος το παραβλέπει παθαίνει κάτι αντίστοιχο με εκείνον που δεν βάζει φραγμό στις επιθυμίες του.
Αυτάρκεια, ολιγάρκεια: Σύμφωνα με τον Επίκουρο, πραγματικός πλούτος είναι το να αρκείται κανείς στα λίγα. Το λίγο ποτέ δεν λείπει συνήθιζε να λέγει. Η αυτάρκεια είναι ο μεγαλύτερος πλούτος και ο πολυτιμότερος καρπός της είναι η ελευθερία. Το να αρκείται κανείς σε αυτά που έχει είναι πολύ σπουδαίο αγαθό. Όχι γιατί πρέπει να περιορίζεται κανείς σώνει και καλά στα λίγα, αλλά να αρκείται στα λίγα, όταν λείπουν τα πολλά.

Οι αρετές παράγουν ηδονή. Το βασικό δόγμα του Επίκουρου είναι ότι η ενάρετη ζωή παράγει τη μεγαλύτερη δυνατή ευχαρίστηση και αυτός είναι ο λόγος που θα πρέπει να είμαστε ενάρετοι. Ο συνδυασμός ευτυχίας και αρετών συνιστά την αρχαιοελληνική ευδαιμονία. Αυτήν κατά τον Επίκουρο δεν τη φέρνουν τα μεγάλα πλούτη, ούτε η πληθωρική δραστηριότητα, ούτε οι εξουσίες, ούτε η ισχύς, αλλά η αλυπία, η πραότητα των συναισθημάτων και η ψυχική διάθεση που αναγνωρίζει τα όρια που έχει θέση η φύση.

Υπέρτατο αγαθό η φιλία: Απ’ όλα τα αγαθά που παρέχει η σοφία, το μέγιστο είναι η απόκτηση φίλων. Δεν έχουμε ανάγκη τόσο από τη βοήθεια φίλων, όσο από την πίστη ότι θα μας προσφέρουν βοήθεια. Κατά τον Επίκουρο, φίλος δεν είναι, ούτε όποιος επιδιώκει διαρκώς το όφελος από μια φιλία, ούτε εκείνος που ποτέ δεν συνδέει το όφελος με τη φιλία.

«Λάθε βιώσας». Ο Επίκουρος συνιστούσε την αποφυγή ανάμειξης στην πολιτική και τα δημόσια πράγματα. Προέτρεπε την αποφυγή μωρών επιδιώξεων, πράξεων που προκαλούν αντίδραση, ταράζουν τη γαλήνη του μυαλού και κατεβάζουν τον άνθρωπο στο επίπεδο των αφώτιστων και των χυδαίων. Υποστήριζε ότι δίπλα στους απατεώνες που ανεβαίνουν στην εξουσία οι πιο ευγενικοί και ευαίσθητοι δεν έχουν θέση, Διακήρυττε: «Αν θες να σώσεις τη γαλήνη και τον ανθρωπισμό σου στάσου μακριά. Κάνε τη δική σου πολιτεία, που θα σου δίνει όσα η επίσημη δεν μπορεί».

Το να κοιτάζετε το ηλιοβασίλεμα χωρίς την παρεμβολή της σκέψης, είναι πολύ δύσκολο

Αυτό το πρόβλημα είναι πολύ δύσκολο. Το να κοιτάξετε το ηλιοβασίλεμα χωρίς την παρεμβολή της σκέψης, απαιτεί τρομακτική πειθαρχία. Όχι την πειθαρχία της συμμόρφωσης, όχι την πειθαρχία της καταστολής ή του ελέγχου. Η λέξη «πειθαρχία» σημαίνει «μάθηση» -όχι συμμόρφωση, όχι υπακοή- μάθηση σχετικά με όλη τη διαδικασία της σκέψης και τη θέση της. Η άρνηση της σκέψης απαιτεί μεγάλη παρατήρηση. Και για να παρατηρεί κανείς πρέπει να υπάρχει ελευθερία. Μ’ αυτή την ελευθερία γνωρίζει κανείς την κίνηση της σκέψης και τότε η μάθηση είναι σε ενέργεια.

Τι εννοούμε όταν λέμε μάθηση; Όταν πάει κανείς στο σχολείο ή στο λύκειο, μαθαίνει ένα σωρό πληροφορίες, ίσως όχι τεράστιας σημασίας, πάντως μαθαίνει. Αυτό γίνεται γνώση κι από αυτή τη γνώση δρούμε, είτε στο τεχνολογικό πεδίο ή σ’ όλο το πεδίο της συνείδησης. Πρέπει λοιπόν να καταλάβει κανείς πολύ βαθιά τι σημαίνει η λέξη «μάθηση». Προφανώς η λέξη «μάθηση» είναι ένα ενεργό παρόν. Υπάρχει μάθηση όλη την ώρα. Όταν όμως αυτή η μάθηση γίνεται ένα μέσο συσσώρευσης γνώσης, τότε το πράγμα αλλάζει. Δηλαδή, έμαθα από μια περασμένη εμπειρία ότι η φωτιά καίει. Λυτό είναι γνώση. Το έμαθα και συνεπώς δεν πάω κοντά στη φωτιά. Έπαψα να μαθαίνω. Και οι περισσότεροι από μας. έχοντας μάθει, δρουν από αυτό το σημείο. Έχοντας μαζέψει πληροφορίες για τον εαυτό μας (ή για κάποιον άλλον), τις κάνουμε γνώση· τότε αυτή η γνώση γίνεται εντελώς σχεδόν στατική, κι από αυτή δρούμε. Συνεπώς, η δράση είναι πάντα παλιά. Η μάθηση, λοιπόν, είναι κάτι το τελείως διαφορετικό.

Αν κάποιος έχει ακούσει με προσοχή απόψε, έμαθε για τη φύση του φόβου και της ευχαρίστησης· το έμαθε, γι’ αυτό και από αυτό το σημείο δρα. Ελπίζω να βλέπετε τη διαφορά. Η μάθηση συνεπάγεται συνεχή δράση. Υπάρχει μάθηση ύλη την ώρα, κι αυτή η ίδια η πράξη της μάθησης είναι δράση. Η δράση δεν είναι ξέχωρη από τη μάθηση. Ενώ στους περισσότερους από μας, η δράση είναι ξεχωριστή από τη γνώση. Δηλαδή, υπάρχει η ιδεολογία ή το ιδανικό και σύμφωνα μ’ αυτό το ιδανικό δρούμε, επιδιώκοντας να συμμορφώσουμε τη δράση σ’ αυτό το ιδανικό. Συνεπώς, η δράση είναι πάντοτε παλιά.

Το να μαθαίνει κανείς, όπως και το να κοιτάει, είναι μια σπουδαία τέχνη. Τι συμβαίνει όταν κοιτάτε ένα λουλούδι; Βλέπετε το λουλούδι πραγματικά ή το βλέπετε μέσα από την εικόνα που έχετε γι’ αυτό; Αυτά τα δυο πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Όταν κοιτάτε ένα λουλούδι, ένα χρώμα, χωρίς να το ονομάζετε, χωρίς «μ’ αρέσει» ή «δεν μ’ αρέσει», χωρίς κανένα πέπλο ανάμεσα σε σας και στο πράγμα που βλέπετε σαν λουλούδι, χωρίς τη λέξη, χωρίς σκέψη, τότε το λουλούδι έχει ένα εκπληκτικό χρώμα και μια υπέροχη ομορφιά. Όταν όμως κοιτάτε το λουλούδι μέσα από τη βοτανολογική γνώση, όταν λέτε «είν’ ένα τριαντάφυλλο», έχετε κιόλας διαμορφώσει το κοίταγμά σας.

Το κοίταγμα και η μάθηση είναι μια τέχνη, αλλά δεν χρειάζεται να πάτε να τη μάθετε στο κολέγιο. Μπορείτε να τη μάθετε στο σπίτι. Μπορείτε να κοιτάξετε ένα λουλούδι και να ανακαλύψετε πώς το κοιτάτε. Αν είστε ευαίσθητος, ζωντανός, προσεκτικός, τότε θα δείτε ότι η απόσταση ανάμεσα σε σας και το λουλούδι εξαφανίζεται· και όταν αυτή η απόσταση εξαφανιστεί, βλέπετε το πράγμα τόσο ζωντανά, τόσο έντονα! Με τον ίδιο τρόπο, όταν παρατηρείτε τον εαυτό σας χωρίς αυτί) την απόσταση (όχι σαν «παρατηρητής» και «παρατηρούμενο»), τότε θα δείτε ότι δεν υπάρχει αντίφαση και συνεπώς ούτε σύγκρουση. Το κοίταγμα είναι μάθηση σχετικά με την ευχαρίστηση και συνεπώς ο νους δεν αιχμαλωτίζεται πια στο κυνήγι της. Τότε η ζωή έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα. Ζεις, δεν κυνηγάς την ευχαρίστηση.

Ο άνθρωπος δεν έχει ατομικό «Εγώ»

Ο άνθρωπος δεν έχει μόνιμο και αμετάβλητο Εγώ. Κάθε σκέψη, κάθε διάθεση, κάθε επιθυμία, κάθε αίσθηση, λέει «εγώ». Και κάθε φορά, φαίνεται να θεωρούμε σαν δεδομένο ότι αυτό το «εγώ» ανήκει στο Σύνολο, σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο και ότι μια σκέψη, μια επιθυμία, μια αντιπάθεια, την εκφράζει αυτό το Σύνολο. Στην πραγματικότητα, αυτή η υπόθεση είναι τελείως αβάσιμη. Η κάθε σκέψη και η κάθε επιθυμία του ανθρώπου, εμφανίζεται και ζει τελείως ξεχωριστά και ανεξάρτητα από το Σύνολο. Και το Σύνολο ποτέ δεν εκφράζεται, για τον απλούστατο λόγο ότι, υπό την ιδιότητά του αυτή, έχει μόνο υλική υπόσταση, σαν ένα πράγμα, και υπάρχει αφηρημένα, σαν μία ιδέα. Ο άνθρωπος δεν έχει ατομικό Εγώ. Στη θέση του, υπάρχουν εκατοντάδες και χιλιάδες ξεχωριστά, μικρά εγώ, που τις περισσότερες φορές, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, που ποτέ δεν έρχονται σε επαφή ή που αντίθετα, είναι εχθρικά μεταξύ τους, αποκλείουν το ένα το άλλο και είναι ασυμβίβαστα. Κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, ο άνθρωπος λέει ή σκέφτεται «εγώ». Και κάθε φορά, το εγώ του είναι διαφορετικό. Μόλις τώρα ήταν μία σκέψη, λίγο μετά είναι μια επιθυμία, ύστερα μια αίσθηση, σε λίγο μια άλλη σκέψη, κι αυτό συνεχίζεται χωρίς τελειωμό.

Η αλληλοδιαδοχή των εγώ, η αδιάκοπη και ολοφάνερη προσπάθειά τους για να επικρατήσουν, ρυθμίζεται από τυχαίες εξωτερικές επιδράσεις. Δεν υπάρχει τίποτα μέσα στον άνθρωπο ικανό να ελέγξει αυτή την αλλαγή των «εγώ», κυρίως γιατί ο άνθρωπος δεν την προσέχει, δεν την γνωρίζει. Ζει πάντοτε στο τελευταίο του εγώ.

Και κάθε ξεχωριστό, μικρό «εγώ» είναι σε θέση να ιδιοποιείται το όνομα του Συνόλου, να ενεργεί στο όνομα του Συνόλου, να συμφωνεί ή να διαφωνεί, να δίνει υποσχέσεις, να παίρνει αποφάσεις, που ένα άλλο εγώ ή το Σύνολο θα είναι υποχρεωμένο να εκτελέσει. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι άνθρωποι παίρνουν τόσο συχνά αποφάσεις και τις εκτελούν τόσο σπάνια.

Αποτελεί τραγωδία του ανθρώπινου όντος, το ότι οποιοδήποτε ασήμαντο εγώ έχει το δικαίωμα να υπογράφει επιταγές και γραμμάτια, και ο άνθρωπος, δηλαδή το Σύνολο, είναι υποχρεωμένο να τα εξοφλεί. Έτσι, περνάμε ολόκληρη ζωή, εξοφλώντας τα γραμμάτια των μικρών, τυχαίων εγώ.

Τα φυτά στρεσάρονται;

Τα προηγούμενα χρόνια είχε αποδειχθεί πως τα φυτά, μπορούν να βλέπουν, να μυρίζουν και να ακούν. Αλλά πως παρέμεναν σιωπηλά. Πρόσφατη έρευνα μέσω ηχογραφήσεων έδειξε πως βγάζουν υπερηχητικούς ήχους όταν στρεσάρονται, με τους επιστήμονες να πιστεύουν πως αυτό θα βοηθήσει πολύ στο μέλλον την γεωργία και τους αγρότες.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ ανακάλυψαν πως οι ντομάτες και τα καπνά, βγάζουν ήχους που δεν μπορεί να πιάσει το ανθρώπινο αυτί, όταν στρεσάρονται από την έλλειψη νερού ή όταν κόβουν τους βλαστούς τους.

Τα μικρόφωνα που τοποθετήθηκαν σε απόσταση 10 εκατοστών από τα φυτά, εντόπισαν υπερηχητικά κύματα που έφταναν από 20 μέχρι και 100 khz, με τους επιστήμονες να υποστηρίζουν πως κάποια έντομα και θηλαστικά μπορούν να ακούσουν από απόσταση 5 μέτρων ή λιγότερο. Μια νυχτοπεταλούδα, μπορεί να αποφασίσει να μην αφήσει τα αυγά της σε ένα φυτό που θα ακουστεί «στρεσαρισμένο» από την έλλειψη νερού.

«Αυτά τα ευρήματα μπορούν αν αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το βασίλειο των φυτών, τα οποία θεωρούσαμε σιωπηλά μέχρι τώρα», γράφουν στην μελέτη τους οι επιστήμονες. Σε προηγούμενες έρευνες, τα μικρόφωνα τοποθετούνταν πάνω στα φυτά για να ηχογραφήσουν τις δονήσεις που προκαλούνται από φυσαλίδες αέρα που σχηματίζονται και εκρήγνυνται στα τμήματα των βλαστών, μια διαδικασία που ονομάζεται «σπηλαίωση». Αλλά τώρα ήταν η πρώτη φορά που τοποθετήθηκαν σε απόσταση.

Κατά μέσο όρο, οι τομάτες που τείνουν στην ξηρασία, παράγουν 35 ήχους ανά ώρα, ενώ τα καπνά 11. Όταν κόβονται, οι ήχοι από τις τομάτες φτάνουν τους 25 ανά ώρα, ενώ των καπνών τους 15. Τα φυτά που δεν έχουν στρες, παράγουν μόλις έναν ήχο ανά ώρα.

Είναι επίσης δυνατόν να ξεχωρίσει κάποιος τους ήχους, ώστε να καταλάβεις τον λόγο. Οι επιστήμονες κατάφεραν να ξεχωρίσουν ποιοι ήχοι βγαίνουν λόγω έλλειψης νερού ή κοψίματος, ανάλογα με την ένταση και την συχνότητα τους. Και παρόλο που οι ερευνητές, είχαν ως παραδείγματα τις τομάτες και τα καπνά, πιστεύουν πως και τα υπόλοιπα φυτά παράγουν ήχους όταν «στρεσάρονται» Η σπηλαίωση μπορεί να είναι μια καλή εξήγηση για το πως τα φυτά παράγουν ήχους.

Η ανακάλυψη μπορεί να βοηθήσει την «γεωργία ακριβείας» με διάφορους τρόπους, αν δεν είναι πολύ ακριβό να τοποθετήσεις μικρόφωνα σε όλα τα φυτά, όπως αναφέρει η Anne Vischer, που εργάζεται στους Βασιλικούς Βοτανικούς Κήπους του Ηνωμένου Βασιλείου. Το ότι τα έντομα μπορεί να ακούσουν τα φυτά είναι προς το παρόν εικασία και μένει να ερευνηθεί περαιτέρω. Ο Edward Farmer, από το Πανεπιστήμιο της Λοζάνης, λέει πως η σπηλαίωση είναι μάλλον ο μηχανισμός που τα φυτά παράγουν ήχους όταν στρεσάρονται, αλλά θέλει αν μάθει περισσότερα για τις συγκεκριμένες αποκαλύψεις. Πάντως αν τα φυτά όντως παράγουν ήχους όταν χρειάζονται κάτι, τότε πολλά πράγματα όπως τα ξέραμε μέχρι σήμερα θα αλλάξουν.

H ΝΑSA ξαναγράφει την ιστορία των pulsars

Ένα βήμα πιο κοντά στην αποκωδικοποίηση των μυστηρίων που καλύπτουν τα pulsars, τα υπέρπυκνα στροβλιλιζόμενα απομεινάρια αστέρων που έχουν εκραγεί, βρίσκονται οι αστροφυσικοί. Χάρη στο νέο τηλεσκόπιο NICER, που σαρώνει τον ουράνιο θόλο στο φάσμα των ακτίνων Χ, οι επιστήμονες έλαβαν τις πρώτες ακριβείς και αξιόπιστες μετρήσεις του μεγέθους και της μάζας ενός pulsar, καθώς και τον πρώτο χάρτη των θερμών σημείων στην επιφάνεια του.

Το ΝISER (Neutron star Interior Composition Explorer) είναι ένα τηλεσκόπιο της ΝΑSA και έχει «φορτωθεί» στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό με ένα και μόνο στόχο: να ρίξει φως στα μυστήρια που περιβάλλουν τα pulsars.

Όταν ένα τεράστιο αστέρι εξαντλεί τα πυρηνικά του καύσιμα, δηλαδή το ήλιο, καταρρέει κάτω από το βάρος του και εκρήγνυται σαν σουπερνόβα. Αυτοί οι αστρικοί θάνατοι αφήνουν πίσω τους μαύρες τρύπες ή άστρα νετρονίων, ανάλογα με το μέγεθος του αστεριού που εξερράγη. Ένα άστρο νετρονίων έχει μάζα μεγαλύτερη από του Ήλιου μας, συμπυκνωμένη σε μια έκταση περίπου όσο το νησί της Ύδρας. Αν θεωρητικά μπορούσαμε να πάρουμε μια κουταλιά από το «έδαφος» ενός άστρου νετρονίων, θα ζύγιζε περισσότερο από 1 δισεκατομμύριο τόνους, περίπου το βάρος του όρους Έβερεστ. Τα Pulsars, είναι μια κατηγορία αστέρων νετρονίων, στροβιλίζονται γύρω από τον άξονά τους εκατοντάδες φορές κάθε δευτερόλεπτο και εκπέμποντας στο διάστημα κατακλυσμιαίες δέσμες με κάθε περιστροφή.

Το τηλεσκόπιο NICER εστίασε στο J0030 + 0451 (J0030 εν συντομία), ένα Pulsar που βρίσκεται σε μια απομονωμένη περιοχή διαστήματος 1.100 έτη φωτός μακριά στον αστερισμό των Ιχθύων και περιστρέφεται 205 φορές ανά δευτερόλεπτο. Κατά τη μέτρηση του J0030 το NICER αποκάλυψε ότι τα σχήματα και οι θέσεις των «θερμών σημείων» στην επιφάνεια του pulsar δεν συνάδουν με τα θεωρητικά μοντέλα που είχαμε αναπτύξει έως τώρα. Και όταν μιλάμε για θερμά σημεία, έχουμε να κάνουμε με περιοχές που έχουν θερμοκρασία εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου.

Για δεκαετίες, οι επιστήμονες προσπαθούσαν να εξηγήσουν πώς λειτουργούν τα pulsars. To υφιστάμενο θεωρητικό μοντέλο, προβλέπει ότι pulsars διαθέτουν πανίσχυρο ισχυρό μαγνητικό πεδίο με σχήμα παρόμοιο με ενός απλού μαγνήτη. Το πεδίο είναι τόσο ισχυρό που «κόβει» σωματίδια από την επιφάνεια του puslar και τα επιταχύνει σχεδόν στην ταχύτητα του φωτός. Μερικά σωματίδια ακολουθούν το μαγνητικό πεδίο και προσκρούουν την αντίθετη πλευρά, θερμαίνοντας την επιφάνεια και δημιουργώντας θερμά σημεία στους μαγνητικούς πόλους. Ολόκληρο το pulsar λάμπει ελαφρά στο φάσμα των ακτίνων X, αλλά τα θερμά σημεία είναι φωτεινότερα. Καθώς το pulsar περιστρέφεται, αυτές οι κηλίδες σαρώνουν τον ουράνιο θόλο, όπως οι φωτεινές δέσμες ενός φάρου, δημιουργώντας διακυμάνσεις στη φωτεινότητα των ακτίνων Χ του αντικειμένου.

Αλλά οι νέες παρατηρήσεις του NICER δείχνουν ότι το θεωρητικό μοντέλο έχει ατέλειες, σύμφωνα με τους ερευνητές της NASA, καθώς τα «θερμά σημεία» εμφανίστηκαν σε περιοχές που δεν θα έπρεπε κανονικά. Πόσο θεμελιώδεις είναι αυτές οι ατέλειες; Αυτό μένει να αποδειχθεί αφού ο όγκος των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τις παρατηρήσεις του NICER απαιτεί επεξεργασία και προσομοιώσεις ετών, για να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα.

Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια είναι κάπου εκεί έξω. Και μάλλον είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο πιστεύαμε.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1452a-1452b)

[X] Εἰσὶ δὲ τῶν μύθων οἱ μὲν ἁπλοῖ οἱ δὲ πεπλεγμένοι· καὶ γὰρ αἱ πράξεις ὧν μιμήσεις οἱ μῦθοί εἰσιν ὑπάρχουσιν εὐθὺς οὖσαι τοιαῦται. λέγω δὲ ἁπλῆν μὲν πρᾶξιν ἧς γινομένης ὥσπερ ὥρισται συνεχοῦς καὶ μιᾶς ἄνευ περιπετείας ἢ ἀναγνωρισμοῦ ἡ μετάβασις γίνεται, πεπλεγμένην δὲ ἐξ ἧς μετὰ ἀναγνωρισμοῦ ἢ περιπετείας ἢ ἀμφοῖν ἡ μετάβασίς ἐστιν. ταῦτα δὲ δεῖ γίνεσθαι ἐξ αὐτῆς τῆς συστάσεως τοῦ μύθου, ὥστε ἐκ τῶν προγεγενημένων συμβαίνειν ἢ ἐξ ἀνάγκης ἢ κατὰ τὸ εἰκὸς γίγνεσθαι ταῦτα· διαφέρει γὰρ πολὺ τὸ γίγνεσθαι τάδε διὰ τάδε ἢ μετὰ τάδε.

[XI] Ἔστι δὲ περιπέτεια μὲν ἡ εἰς τὸ ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολὴ καθάπερ εἴρηται, καὶ τοῦτο δὲ ὥσπερ λέγομεν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ ἀναγκαῖον, οἷον ἐν τῷ Οἰδίποδι ἐλθὼν ὡς εὐφρανῶν τὸν Οἰδίπουν καὶ ἀπαλλάξων τοῦ πρὸς τὴν μητέρα φόβου, δηλώσας ὃς ἦν, τοὐναντίον ἐποίησεν· καὶ ἐν τῷ Λυγκεῖ ὁ μὲν ἀγόμενος ὡς ἀποθανούμενος, ὁ δὲ Δαναὸς ἀκολουθῶν ὡς ἀποκτενῶν, τὸν μὲν συνέβη ἐκ τῶν πεπραγμένων ἀποθανεῖν, τὸν δὲ σωθῆναι. ἀναγνώρισις δέ, ὥσπερ καὶ τοὔνομα σημαίνει, ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή, ἢ εἰς φιλίαν ἢ εἰς ἔχθραν, τῶν πρὸς εὐτυχίαν ἢ δυστυχίαν ὡρισμένων· καλλίστη δὲ ἀναγνώρισις, ὅταν ἅμα περιπετείᾳ γένηται, οἷον ἔχει ἡ ἐν τῷ Οἰδίποδι. εἰσὶν μὲν οὖν καὶ ἄλλαι ἀναγνωρίσεις· καὶ γὰρ πρὸς ἄψυχα καὶ τὰ τυχόντα ἔστιν ὡς ὅπερ εἴρηται συμβαίνει καὶ εἰ πέπραγέ τις ἢ μὴ πέπραγεν ἔστιν ἀναγνωρίσαι. ἀλλ᾽ ἡ μάλιστα τοῦ μύθου καὶ ἡ μάλιστα τῆς πράξεως ἡ εἰρημένη ἐστίν· ἡ γὰρ τοιαύτη ἀναγνώρισις καὶ περιπέτεια ἢ ἔλεον

[1452b] ἕξει ἢ φόβον (οἵων πράξεων ἡ τραγῳδία μίμησις ὑπόκειται), ἐπειδὴ καὶ τὸ ἀτυχεῖν καὶ τὸ εὐτυχεῖν ἐπὶ τῶν τοιούτων συμβήσεται. ἐπεὶ δὴ ἡ ἀναγνώρισις τινῶν ἐστιν ἀναγνώρισις, αἱ μέν εἰσι θατέρου πρὸς τὸν ἕτερον μόνον, ὅταν ᾖ δῆλος ἅτερος τίς ἐστιν, ὁτὲ δὲ ἀμφοτέρους δεῖ ἀναγνωρίσαι, οἷον ἡ μὲν Ἰφιγένεια τῷ Ὀρέστῃ ἀνεγνωρίσθη ἐκ τῆς πέμψεως τῆς ἐπιστολῆς, ἐκείνου δὲ πρὸς τὴν Ἰφιγένειαν ἄλλης ἔδει ἀναγνωρίσεως. δύο μὲν οὖν τοῦ μύθου μέρη ταῦτ᾽ ἐστί, περιπέτεια καὶ ἀναγνώρισις· τρίτον δὲ πάθος. τούτων δὲ περιπέτεια μὲν καὶ ἀναγνώρισις εἴρηται, πάθος δέ ἐστι πρᾶξις φθαρτικὴ ἢ ὀδυνηρά, οἷον οἵ τε ἐν τῷ φανερῷ θάνατοι καὶ αἱ περιωδυνίαι καὶ τρώσεις καὶ ὅσα τοιαῦτα.

***
[10] Υπάρχουν μύθοι απλοί και μύθοι περίπλοκοι — πολύ φυσικό, αφού τέτοιες είναι από τη φύση τους και οι πράξεις (που οι μιμήσεις τους είναι, στην πραγματικότητα, οι μύθοι). Ονομάζω «απλή» την πράξη που, συνεχής, στην εξέλιξή της, και ενιαία (κατά τον ορισμό που δώσαμε), οδηγεί στη μεταβολή της τύχης του ήρωα δίχως περιπέτεια ή αναγνώριση· περίπλοκη ονομάζω, αντίθετα, εκείνην στην οποία η μεταβολή της τύχης του ήρωα γίνεται με αναγνώριση ή περιπέτεια ή και με τα δύο. Αυτά όμως πρέπει να προκύπτουν από την ίδια την πλοκή του μύθου, έτσι ώστε να είναι η συνέπεια —σύμφωνα με αυτό που μας επιβάλλεται κατανάγκην ή σύμφωνα με τους κανόνες του λογικά πιθανού— αυτών που έγιναν προηγουμένως· υπάρχει, πράγματι, μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να γίνεται κατιτί εξαιτίας ενός άλλου και στο να γίνεται ύστερα από ένα άλλο.

[11] Περιπέτεια είναι η μεταβολή των όσων γίνονται μέσα στο έργο στο ακριβώς αντίθετό τους, όπως ακριβώς το έχουμε ήδη πει — και αυτό σύμφωνα, όπως λέμε, με τους κανόνες του λογικά πιθανού ή σύμφωνα με αυτό που μας επιβάλλεται κατανάγκην. Ακριβώς, π.χ., όπως στον Οιδίποδα: ενώ ο αγγελιοφόρος ήρθε να φέρει ευφρόσυνη είδηση στον Οιδίποδα και να τον απαλλάξει από τον φόβο του ενσχέσει με τη μητέρα του, με το να του φανερώσει ποιος ήταν έκανε να συμβεί το αντίθετο. Έτσι και στον Λυγκέα: ενώ ο Λυγκέας οδηγούνταν στον θάνατο και ο Δαναός ακολουθούσε για να τον σκοτώσει, το έφερε έτσι η εξέλιξη της δράσης ώστε να πεθάνει ο Δαναός και να μείνει ζωντανός ο Λυγκέας.

Αναγνώριση είναι, όπως το λέει και η λέξη, η μεταβολή από την άγνοια στη γνώση, και —τότε— σε φιλική ή εχθρική σχέση των προσώπων που είναι προορισμένα για ευτυχία ή δυστυχία. Η ωραιότερη μορφή αναγνώρισης είναι όταν γίνονται συγχρόνως και περιπέτειες· τέτοια είναι, π.χ., η αναγνώριση στον Οιδίποδα. Αν το καλοσκεφτούμε, βέβαια, υπάρχουν και άλλες αναγνωρίσεις· αυτό, πράγματι, που είπαμε συμβαίνει, κατά κάποιον τρόπο, και ενσχέσει προς άψυχα, ακόμη και τυχαία, πράγματα, και, επίσης, είναι δυνατό να αναγνωρίσει κανείς αν έκανε κάποιος κατιτί ή δεν το έκανε. Εν πάση περιπτώσει, η αναγνώριση που έχει να κάνει αμεσότερα με τον μύθο και αμεσότερα με τη δράση είναι η αναγνώριση που είπαμε. Γιατί αυτού του είδους η αναγνώριση και περιπέτεια είναι που θα προκαλέσει ή συμπόνια

[1452b] ή φόβο. Τέτοιων πράξεων μίμηση δεν έχουμε δεχτεί ότι είναι η μίμηση; Επίσης: την ευτυχία και τη δυστυχία τέτοιου είδους αναγνωρίσεις θα τη φέρουν.

Επειδή λοιπόν η αναγνώριση είναι αναγνώριση προσώπων, άλλες τους είναι αναγνωρίσεις τού ενός μόνο προσώπου προς το άλλο πρόσωπο (όταν δηλαδή είναι γνωστό ποιο είναι το ένα από τα δύο πρόσωπα), ή πρέπει και οι δύο να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον, όπως π.χ. η Ιφιγένεια αναγνωρίσθηκε από τον Ορέστη με την αποστολή του γράμματος, για να αναγνωρισθεί όμως ο Ορέστης από την Ιφιγένεια χρειάστηκε ένας άλλος τρόπος αναγνώρισης.

Δύο λοιπόν μέρη του μύθου, η περιπέτεια και η αναγνώριση, αυτό το περιεχόμενο έχουν και αυτό το έργο επιτελούν. Ένα τρίτο μέρος είναι το πάθος. Για την περιπέτεια και την αναγνώριση είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε. Όσο για το πάθος, αυτό είναι μια πράξη που οδηγεί στον όλεθρο ή είναι οδυνηρή· παραδείγματα: θάνατοι, αβάσταχτοι πόνοι, τραυματισμοί και όλα τα παρόμοια που παρουσιάζονται πάνω στη σκηνή.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1448b-1449a)

[IV] Ἐοίκασι δὲ γεννῆσαι μὲν ὅλως τὴν ποιητικὴν αἰτίαι δύο τινὲς καὶ αὗται φυσικαί. τό τε γὰρ μιμεῖσθαι σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις ἐκ παίδων ἐστὶ καὶ τούτῳ διαφέρουσι τῶν ἄλλων ζῴων ὅτι μιμητικώτατόν ἐστι καὶ τὰς μαθήσεις ποιεῖται διὰ μιμήσεως τὰς πρώτας, καὶ τὸ χαίρειν τοῖς μιμήμασι πάντας. σημεῖον δὲ τούτου τὸ συμβαῖνον ἐπὶ τῶν ἔργων· ἃ γὰρ αὐτὰ λυπηρῶς ὁρῶμεν, τούτων τὰς εἰκόνας τὰς μάλιστα ἠκριβωμένας χαίρομεν θεωροῦντες, οἷον θηρίων τε μορφὰς τῶν ἀτιμοτάτων καὶ νεκρῶν. αἴτιον δὲ καὶ τούτου, ὅτι μανθάνειν οὐ μόνον τοῖς φιλοσόφοις ἥδιστον ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁμοίως, ἀλλ᾽ ἐπὶ βραχὺ κοινωνοῦσιν αὐτοῦ. διὰ γὰρ τοῦτο χαίρουσι τὰς εἰκόνας ὁρῶντες, ὅτι συμβαίνει θεωροῦντας μανθάνειν καὶ συλλογίζεσθαι τί ἕκαστον, οἷον ὅτι οὗτος ἐκεῖνος· ἐπεὶ ἐὰν μὴ τύχῃ προεωρακώς, οὐχ ᾗ μίμημα ποιήσει τὴν ἡδονὴν ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπεργασίαν ἢ τὴν χροιὰν ἢ διὰ τοιαύτην τινὰ ἄλλην αἰτίαν. κατὰ φύσιν δὲ ὄντος ἡμῖν τοῦ μιμεῖσθαι καὶ τῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ ῥυθμοῦ (τὰ γὰρ μέτρα ὅτι μόρια τῶν ῥυθμῶν ἐστι φανερὸν) ἐξ ἀρχῆς οἱ πεφυκότες πρὸς αὐτὰ μάλιστα κατὰ μικρὸν προάγοντες ἐγέννησαν τὴν ποίησιν ἐκ τῶν αὐτοσχεδιασμάτων. διεσπάσθη δὲ κατὰ τὰ οἰκεῖα ἤθη ἡ ποίησις· οἱ μὲν γὰρ σεμνότεροι τὰς καλὰς ἐμιμοῦντο πράξεις καὶ τὰς τῶν τοιούτων, οἱ δὲ εὐτελέστεροι τὰς τῶν φαύλων, πρῶτον ψόγους ποιοῦντες, ὥσπερ ἕτεροι ὕμνους καὶ ἐγκώμια. τῶν μὲν οὖν πρὸ Ὁμήρου οὐδενὸς ἔχομεν εἰπεῖν τοιοῦτον ποίημα, εἰκὸς δὲ εἶναι πολλούς, ἀπὸ δὲ Ὁμήρου ἀρξαμένοις ἔστιν, οἷον ἐκείνου ὁ Μαργίτης καὶ τὰ τοιαῦτα. ἐν οἷς κατὰ τὸ ἁρμόττον καὶ τὸ ἰαμβεῖον ἦλθε μέτρον — διὸ καὶ ἰαμβεῖον καλεῖται νῦν, ὅτι ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἰάμβιζον ἀλλήλους. καὶ ἐγένοντο τῶν παλαιῶν οἱ μὲν ἡρωικῶν οἱ δὲ ἰάμβων ποιηταί. ὥσπερ δὲ καὶ τὰ σπουδαῖα μάλιστα ποιητὴς Ὅμηρος ἦν (μόνος γὰρ οὐχ ὅτι εὖ ἀλλὰ καὶ μιμήσεις δραματικὰς ἐποίησεν), οὕτως καὶ τὸ τῆς κωμῳδίας σχῆμα πρῶτος ὑπέδειξεν, οὐ ψόγον ἀλλὰ τὸ γελοῖον δραματοποιήσας· ὁ γὰρ Μαργίτης ἀνάλογον ἔχει, ὥσπερ Ἰλιὰς

[1449a] καὶ ἡ Ὀδύσσεια πρὸς τὰς τραγῳδίας, οὕτω καὶ οὗτος πρὸς τὰς κωμῳδίας. παραφανείσης δὲ τῆς τραγῳδίας καὶ κωμῳδίας οἱ ἐφ᾽ ἑκατέραν τὴν ποίησιν ὁρμῶντες κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν οἱ μὲν ἀντὶ τῶν ἰάμβων κωμῳδοποιοὶ ἐγένοντο, οἱ δὲ ἀντὶ τῶν ἐπῶν τραγῳδοδιδάσκαλοι, διὰ τὸ μείζω καὶ ἐντιμότερα τὰ σχήματα εἶναι ταῦτα ἐκείνων. τὸ μὲν οὖν ἐπισκοπεῖν εἰ ἄρα ἔχει ἤδη ἡ τραγῳδία τοῖς εἴδεσιν ἱκανῶς ἢ οὔ, αὐτό τε καθ᾽ αὑτὸ κρῖναι καὶ πρὸς τὰ θέατρα, ἄλλος λόγος. γενομένη δ᾽ οὖν ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτοσχεδιαστικῆς —καὶ αὐτὴ καὶ ἡ κωμῳδία, καὶ ἡ μὲν ἀπὸ τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον, ἡ δὲ ἀπὸ τῶν τὰ φαλλικὰ ἃ ἔτι καὶ νῦν ἐν πολλαῖς τῶν πόλεων διαμένει νομιζόμενα— κατὰ μικρὸν ηὐξήθη προαγόντων ὅσον ἐγίγνετο φανερὸν αὐτῆς· καὶ πολλὰς μεταβολὰς μεταβαλοῦσα ἡ τραγῳδία ἐπαύσατο, ἐπεὶ ἔσχε τὴν αὑτῆς φύσιν. καὶ τό τε τῶν ὑποκριτῶν πλῆθος ἐξ ἑνὸς εἰς δύο πρῶτος Αἰσχύλος ἤγαγε καὶ τὰ τοῦ χοροῦ ἠλάττωσε καὶ τὸν λόγον πρωταγωνιστεῖν παρεσκεύασεν· τρεῖς δὲ καὶ σκηνογραφίαν Σοφοκλῆς. ἔτι δὲ τὸ μέγεθος· ἐκ μικρῶν μύθων καὶ λέξεως γελοίας διὰ τὸ ἐκ σατυρικοῦ μεταβαλεῖν ὀψὲ ἀπεσεμνύνθη, τό τε μέτρον ἐκ τετραμέτρου ἰαμβεῖον ἐγένετο. τὸ μὲν γὰρ πρῶτον τετραμέτρῳ ἐχρῶντο διὰ τὸ σατυρικὴν καὶ ὀρχηστικωτέραν εἶναι τὴν ποίησιν, λέξεως δὲ γενομένης αὐτὴ ἡ φύσις τὸ οἰκεῖον μέτρον εὗρε· μάλιστα γὰρ λεκτικὸν τῶν μέτρων τὸ ἰαμβεῖόν ἐστιν· σημεῖον δὲ τούτου, πλεῖστα γὰρ ἰαμβεῖα λέγομεν ἐν τῇ διαλέκτῳ τῇ πρὸς ἀλλήλους, ἑξάμετρα δὲ ὀλιγάκις καὶ ἐκβαίνοντες τῆς λεκτικῆς ἁρμονίας. ἔτι δὲ ἐπεισοδίων πλήθη. καὶ τὰ ἄλλ᾽ ὡς ἕκαστα κοσμηθῆναι λέγεται ἔστω ἡμῖν εἰρημένα· πολὺ γὰρ ἂν ἴσως ἔργον εἴη διεξιέναι καθ᾽ ἕκαστον.

***
[4] Φαίνεται ότι γενικά η ποίηση οφείλει την αρχή της σε δύο αιτίες — και τις δυο τους φυσικές. Η μίμηση, πράγματι, είναι σύμφυτη στους ανθρώπους από την παιδική τους κιόλας ηλικία: αυτό που κάνει τους ανθρώπους να διαφέρουν από τα άλλα ζώα είναι τούτο, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο μιμητικό πλάσμα του κόσμου, και τις πρώτες γνώσεις του τις αποκτά με τη μίμηση. Εκτός αυτού τα προϊόντα της μίμησης προκαλούν ευχαρίστηση σε όλους τους ανθρώπους — απόδειξη αυτό που συμβαίνει στην πράξη: πράγματα που μας προκαλούν δυσαρέσκεια όταν τα βλέπουμε μπροστά μας, μας προκαλούν ευχαρίστηση όταν αντικρίζουμε τις πιο ακριβείς απεικονίσεις τους· έτσι δεν συμβαίνει, π.χ., με τις εικόνες ευτελέστατων ζώων ή νεκρών; Αυτού, πάλι, του πράγματος η αιτία είναι το ότι η γνώση και η κατανόηση των πραγμάτων δεν είναι κάτι το εξαιρετικά ευχάριστο μόνο στους φιλοσόφους, αλλά το ίδιο και σε όλους τους άλλους ανθρώπους, αυτοί όμως έχουν λίγη μόνο μετοχή σ᾽ αυτήν. Ο λόγος που ευχαριστιούνται βλέποντας τις εικόνες είναι ότι την ώρα που τις βλέπουν αρχίζουν να κατανοούν και να ανακαλύπτουν τι είναι το κάθε πράγμα, π.χ. ότι αυτός εκεί ο άνθρωπος είναι ο τάδε. Γιατί αν ένας δεν έχει δει το πράγμα πιο μπροστά, την ευχαρίστηση δεν θα του την προκαλέσει η εικόνα ως προϊόν μίμησης· η ευχαρίστησή του θα οφείλεται στην τεχνική της εκτέλεσης ή στο χρώμα ή σε κάποιαν άλλη τέτοια αιτία.

Αφού λοιπόν η μίμηση είναι κάτι βαλμένο μέσα μας από τη φύση, όπως επίσης και η αίσθηση της αρμονίας και του ρυθμού (είναι φανερό ότι τα μέτρα είναι μόρια των ρυθμών), όσοι ήταν από μιας αρχής ιδιαίτερα προικισμένοι σ᾽ αυτά τα πράγματα από τη φύση, προάγοντάς τα —σιγά σιγά— δημιούργησαν από τα αρχικά αυτοσχεδιάσματα την ποίηση.

Η ποίηση, πάντως, δεν άργησε να διασπασθεί σύμφωνα με τον χαρακτήρα των επιμέρους ποιητών: οι σοβαρότεροι από αυτούς παρουσίαζαν στην ποίησή τους τις ωραίες και ευγενείς πράξεις, καθώς και τις πράξεις των ωραίων και ευγενών ανθρώπων, ενώ οι κατώτεροι τις πράξεις των μικρότερης αξίας ανθρώπων: στην αρχή οι δεύτεροι έγραφαν ποιήματα με επικριτικό και υβριστικό περιεχόμενο, ενώ οι πρώτοι ποιήματα με υμνητικό και εγκωμιαστικό περιεχόμενο. Πριν λοιπόν από τον Όμηρο δεν έχουμε να πούμε το όνομα ούτε ενός ποιητή τέτοιου ποιήματος, είναι όμως λογικό να δεχτούμε ότι υπήρχαν πολλοί. Αντίθετα, από τον Όμηρο και ύστερα μπορούμε να αναφέρουμε τέτοια ποιήματα· επιπαραδείγματι τον Μαργίτη του Ομήρου και όλα τα παρόμοια ποιήματα. Σ᾽ αυτά τα ποιήματα ήρθε από μόνο του σε χρήση και το πιο ταιριαστό μέτρο, που είναι το ιαμβικό (γι᾽ αυτό και εξακολουθεί να λέγεται ως σήμερα ιαμβικό το μέτρο αυτό, επειδή με αυτό το μέτρο ιάμβιζαν ο ένας τον άλλον), και έτσι κάποιοι από τους παλαιούς ποιητές έγραφαν πια ηρωικούς και κάποιοι άλλοι ιαμβικούς στίχους. Και όπως ο Όμηρος ήταν ο κατεξοχήν ποιητής στο είδος της σοβαρής ποίησης (δεν υπήρξε, πράγματι, απλά και μόνο ωραίων ποιημάτων δημιουργός, αλλά έκανε και δραματικού χαρακτήρα μιμήσεις στην ποίησή του), έτσι υπήρξε και ο πρώτος που υπέδειξε τις γενικές γραμμές της κωμωδίας δραματοποιώντας όχι τον ψόγο, αλλά το γελοίο. Σε όποια δηλαδή σχέση βρίσκεται η Ιλιάδα

[1449a] και η Οδύσσεια προς τις τραγωδίες, στην ίδια σχέση βρίσκεται και ο Μαργίτης προς τις κωμωδίες. Και όταν έκαναν την εμφάνισή τους η τραγωδία και η κωμωδία, από όλους αυτούς που, ανάλογα με τη φύση του ο καθένας, είχαν κλίση προς το ένα ή προς το άλλο είδος ποίησης, μερικοί έγιναν ποιητές κωμωδιών από ποιητές ιαμβικών ποιημάτων που ήταν, και άλλοι, από ποιητές επών που ήταν, έγιναν ποιητές τραγωδιών· ο λόγος ήταν ότι τα καινούργια αυτά είδη ήταν σημαντικότερα από εκείνα και τα τιμούσαν πιο πολύ.

Το ερώτημα αν έχει πια ολοκληρωθεί η εξέλιξη της τραγωδίας ως προς όλα αυτά που αποτελούν στοιχεία της γενικότερης φυσιογνωμίας της ή μήπως όχι, καθώς και η διερεύνηση του ζητήματος αυτού όχι μόνο από καθαρά θεωρητική άποψη αλλά και ενσχέσει με τη σκηνική της παρουσίαση, όλα αυτά είναι αντικείμενο άλλης έρευνας.

Ενώ λοιπόν η τραγωδία, αλλά και η κωμωδία, ξεκίνησε, στην αρχή αρχή, με αυτοσχεδιασμούς (η τραγωδία με τους ἐξάρχοντες στον διθύραμβο και η κωμωδία με τους ἐξάρχοντες στα φαλλικά τραγούδια που και σήμερα ακόμη διατηρούνται, ως καθιερωμένη πια γιορτή, σε πολλές πόλεις), σιγά σιγά άρχισε να παρουσιάζει πρόοδο, καθώς οι ποιητές εξέλισσαν και ανέπτυσσαν όποιο μέρος της αποκαλυπτόταν, ώσπου, αφού πέρασε από πολλές μεταβολές, έπαψε να εξελίσσεται, μια και πήρε πια τη φυσική της μορφή. Έτσι: Πρώτος ο Αισχύλος ανέβασε τον αριθμό των υποκριτών από έναν σε δύο, μείωσε το μέρος του Χορού και έκανε τον διάλογο πρωταγωνιστή. Ο Σοφοκλής έκανε τρεις τους υποκριτές και εισήγαγε τη σκηνογραφία. Αλλά και ως προς το «μέγεθός» της: από τις αρχικά μικρές ιστορίες και από τον αρχικά ευτράπελο λόγο (εξαιτίας του ότι εξελίχθηκε από μια σατυρική φάση) πήρε κάποτε τον σοβαρό της χαρακτήρα — χρειάστηκε, φυσικά, να περάσει γι᾽ αυτό αρκετός καιρός. Το μέτρο επίσης: από (τροχαϊκό) τετράμετρο που ήταν έγινε ιαμβικό (τρίμετρο). Στην αρχή, πράγματι, χρησιμοποιούσαν τον (τροχαϊκό) τετράμετρο στίχο επειδή η ποίηση ήταν σατυρικού τύπου και είχε περισσότερη όρχηση· με την ανάπτυξη όμως του διαλόγου η ίδια η φύση βρήκε το μέτρο που της ταίριαζε. Πραγματικά, το ιαμβικό είναι από όλα τα μέτρα το πιο κατάλληλο για τον διάλογο· ιδού και η απόδειξη: συζητώντας μεταξύ μας λέμε πάρα πολλούς ιαμβικούς στίχους, ενώ σπάνια λέμε (δακτυλικούς) εξάμετρους στίχους (και αυτούς, μόνο όταν θέλουμε να βγούμε από τον συνήθη τόνο της συνομιλίας). Τέλος είναι η αύξηση του αριθμού των επεισοδίων, καθώς και όλα τα άλλα, με τα οποία, όπως λένε, η τραγωδία έγινε πλουσιότερη: εμείς ας θεωρήσουμε ότι τα είπαμε· γιατί θα ήταν ίσως πολύ μεγάλη δουλειά να μιλήσουμε με λεπτομέρειες για το καθένα τους ξεχωριστά.