Η υπόθεση μέσα από τον Όμηρο, τους αρχαίους συγγραφείς και τη σύγχρονη έρευνα
Για περισσότερα από εκατό χρόνια, η συζήτηση γύρω από τη μυθική Τροία περιστρέφεται γύρω από ένα θεμελιώδες και ακανθώδες ερώτημα. Ποιοι ήταν πραγματικά οι Τρώες;
Ήταν ένας ανατολικός λαός ξένος προς τους Έλληνες ή αποτελούσαν μέρος του ευρύτερου ελληνικού και αιγαιακού κόσμου;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί ενιαίως, με βάση μία και μόνον πηγή. Όταν όμως εξετάσουμε συνολικώς, την ομηρική παράδοση, την αρχαία ελληνική γενεαλογία, τα χεττιτικά αρχεία και τα αρχαιολογικά δεδομένα, εμφανίζεται μία πολύ ισχυρή ελληνική διάσταση της Τροίας.
1. Ο Όμηρος δεν αποκαλεί τους Τρώες «βάρβαρους»
Ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να προσέξουμε είναι η γλώσσα του ιδίου του Ομήρου.
Στην Ιλιάδα, ο στρατός της Τροίας αποτελείται από πολλές διαφορετικές ομάδες. Τρώες, Δάρδανοι, Λύκιοι, Φρύγες, Κάρες και άλλοι σύμμαχοι. Ο Όμηρος μάλιστα αναφέρει ότι οι σύμμαχοι των Τρώων ομιλούν πολλές και διαφορετικές γλώσσες.
Ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό είναι ότι ο χαρακτηρισμός βαρβαρόφωνοι χρησιμοποιείται για τους Κάρες, συμμάχους των Τρώων, και όχι για τους ίδιους τους Τρώες. Τοιουτοτρόπως, η Ιλιάδα επισημαίνει τη διάκριση μεταξύ ελληνόφωνων και μη ελληνόφωνων πληθυσμών, αλλά δεν χαρακτηρίζει τους ίδιους τους Τρώες «βαρβάρους».
Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει φυσικά ότι οι Τρώες ομιλούσαν ελληνικά. Είναι όμως σημαντικό, διότι δείχνει ότι η μεταγενέστερη εικόνα των Τρώων ως κατεξοχήν «βαρβάρων» δεν πρέπει να προβάλλεται μηχανικά πίσω στον Όμηρο.
2. Οι Τρώες και οι Έλληνες έχουν τον ίδιο μυθολογικό κόσμο
Οι βασικές γενεαλογίες της Τροίας είναι βαθιά ενσωματωμένες στην ελληνική μυθολογία.
Ο Απολλόδωρος παρουσιάζει τον Δάρδανο ως υιό του Διός και της Ηλέκτρας, ο οποίος έρχεται από τη Σαμοθράκη στη μικρασιατική ακτή. Εκεί συναντά τον Τεύκρο, ενώ από τη γενεαλογική αυτή αλυσίδα προέρχονται ο Ίλος και τελικώς ο Τρώας, από τον οποίο παίρνει το όνομά της η Τροία.
Η συγκεκριμένη παράδοση έχει μεγάλη σημασία.
Ο ιδρυτικός μύθος της Τροίας δεν παρουσιάζει έναν απομονωμένο, άσχετο με τον ελληνικό κόσμο λαό. Αντιθέτως, εντάσσει τους βασιλικούς οίκους της Τροίας στο ίδιο μυθολογικό σύστημα που χρησιμοποιούν οι Έλληνες για να εξηγήσουν την καταγωγή των ηρώων και των λαών τους.
Ο Δάρδανος, ο Τεύκρος, ο Ίλος, ο Τρώας, ο Αινείας και ο Έκτορας δεν είναι μεταγενέστερες τουρκικές ή περσικές δημιουργίες. Είναι μορφές της ελληνικής επικής και μυθογραφικής παράδοσης.
Βεβαίως, ένας μύθος δεν αποτελεί από μόνος του απόδειξη εθνοτικής ταυτότητος. Αποτελεί όμως σημαντικό στοιχείο για το πώς οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνοντο την Τροία.
3. Οι Φρύγες δεν είναι οι Τρώες
Εδώ υπάρχει ένα ιδιαιτέρως σημαντικό στοιχείο.
Στην Ιλιάδα, οι Φρύγες παρουσιάζονται ως σύμμαχοι των Τρώων. Δεν ταυτίζονται με τους Τρώες.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικός είναι ο Ομηρικός Ύμνος στην Αφροδίτη, όπου η Αφροδίτη, μιλώντας στον Αγχίση, αναφέρεται στη γνώση της γλώσσας του και στη γνώση της φρυγικής γλώσσας. Η ίδια η ποιητική παράδοση επομένως διατηρεί διάκριση μεταξύ Τρώων και Φρυγών.
Η Edith Hall έχει δείξει ότι η ταύτιση των Τρώων με τους Φρύγες ενισχύθηκε αργότερα, ιδιαίτερα στην ελληνική τραγωδία του 5ου αιώνος π.κ.ε., όταν η αντίθεση «Έλληνες – βάρβαροι» απέκτησε πολύ μεγαλύτερη ιδεολογική σημασία.
Άρα, εάν αναζητούμε την αρχαιότερη παράδοση, πρέπει να προσέξουμε να μην αντιστρέψουμε τη χρονολογική σειρά.
4. Η Wilusa των Χετταίων και η Τροία του Ομήρου
Το πιο σημαντικό εξωελληνικό τεκμήριο έρχεται από τα χεττιτικά αρχεία.
Τα χεττιτικά κείμενα αναφέρουν τη χώρα Wilusa. Η ταύτισή της με την ομηρική Ίλιον/Τροία θεωρείται πιθανή και από σημαντικό τμήμα της σύγχρονης έρευνας. Τα ίδια αρχεία αναφέρουν και την Ahhiyawa, η οποία ευρέως ταυτίζεται με τον μυκηναϊκό ελληνικό κόσμο (Αχαιοί).
Ο Eric Cline συνοψίζει την υπόθεση ως εξής. Είναι πιθανόν η Wilusa να είναι η Τροία και η Ahhiyawa οι Μυκηναίοι (Αχαιοί)• εάν ισχύει κάτι τέτοιο, έχουμε μαρτυρίες για δράση Μυκηναίων στη δυτική Ανατολία ήδη από τον 15ο αιώνα π.κ.ε.
Η σημασία αυτού του στοιχείου είναι τεράστια.
Δεν έχουμε πλέον μόνο τον Όμηρο. Έχουμε ανεξάρτητη ανατολική γραπτή παράδοση, η οποία μιλά για μία χώρα που πιθανότατα είναι η Τροία και για μία μεγάλη δύναμη που πιθανότατα είναι ο μυκηναϊκός κόσμος.
Η ελληνική παρουσία στη δυτική Μικρά Ασία λοιπόν δεν είναι δημιούργημα των μεταγενέστερων Ελλήνων ιστορικών. Υπάρχουν ενδείξεις για αυτήν ήδη κατά τη δεύτερη χιλιετία π.κ.ε.
5. Η αρχαιολογία συνδέει την Τροία με τον μυκηναϊκό κόσμο
Η αρχαιολογία έρχεται ρεαλιστικά, να συμπληρώσει τις γραπτές πηγές.
Η μυκηναϊκή κεραμική αποτελεί χαρακτηριστικό υλικό πολιτισμικό στοιχείο του κεντρικού και νότιου ελλαδικού χώρου κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, και μυκηναϊκά αντικείμενα έχουν βρεθεί και στην Τροία. Η παρουσία τους αποδεικνύει τουλάχιστον ότι η Τροία συμμετείχε ενεργά στα δίκτυα ανταλλαγών και επαφών του Αιγαίου.
Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό επειδή η Τροία ευρίσκετο γεωγραφικώς σε ένα στρατηγικό σημείο, τουτέστιν ανάμεσα στο Αιγαίο, τα Δαρδανέλλια και την Ανατολία.
Η πόλη δεν ήταν δηλαδή ένας κλειστός Ανατολικός οικισμός αποκομμένος από τον ελληνικό κόσμο, αλλά μάλλον ένας αιγαιακός-ανατολικός κόμβος.
6. Η Τρωάδα έγινε ελληνικός χώρος
Ένα ακόμη σημαντικό δεδομένο προέρχεται από τον Στράβωνα.
Στη Γεωγραφία του, ο Στράβων περιγράφει την Τρωάδα και σημειώνει ότι οι Αιολείς εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή, ιδρύοντας ελληνικές πόλεις από την Κύζικο μέχρι τον Κάικο ποταμό. Συνδέει μάλιστα την περιοχή της Τροίας και της Αιολίδος τόσο στενά, ώστε τις εξετάζει μαζί. Ωστόσο, αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι Τρώες του 13ου αιώνος π.κ.ε. ήταν Αιολείς. Αποδεικνύει όμως κάτι άλλο πολύ σημαντικό, ότι η περιοχή της Τροίας ενετάχθη πολύ νωρίς και βαθιά στον ελληνικό κόσμο της Μικράς Ασίας.
7. Και τι γίνεται με τη γλώσσα;
Εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο σημείο της υπόθεσης.
Δεν έχει βρεθεί αρχαιολογικώς μέχρι σήμερα κάποιο εκτεταμένο αρχείο από την Τροία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού που να μας επιτρέπει να πούμε με βεβαιότητα ότι «η γλώσσα των Τρώων ήταν η ελληνική».
Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαρές συζητήσεις για πιθανή λουβική γλωσσική παρουσία. Η σύγχρονη βιβλιογραφία εξετάζει ακριβώς το πρόβλημα της γλώσσας των Τρώων, με κλασική αναφορά τη μελέτη του Calvert Watkins, The Language of the Trojans.
Άρα, εδώ δεν πρέπει να υπερβάλουμε μόνο με βάση των Όμηρο, καθώς δεν διαθέτουμε βεβαία γλωσσική απόδειξη ότι όλοι οι Τρώες ήταν ελληνόφωνοι.
Έχουμε όμως και κάτι εξίσου σημαντικό, δεν έχουμε ούτε απόδειξη ότι ήταν ένας ενιαίος, ΜΗ ελληνικός λαός.
8. Το ισχυρότερο συμπέρασμα
Αν συνδυάσουμε όλα τα δεδομένα, προκύπτει μία σύνθετη αλλά πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα.
Η Τροία ευρίσκετο σε στενή επαφή με το μυκηναϊκό Αιγαίο, συνδέεται πιθανότατα με τη χεττιτική Wilusa, ευρίσκετο σε πολιτικό περιβάλλον όπου δραστηριοποιούντο οι Ahhiyawa, δηλαδή πιθανότατα οι Μυκηναίοι/Αχαιοί, παρουσιάζεται από τον Όμηρο μέσα στον ίδιο μυθολογικό και θρησκευτικό κόσμο με τους Αχαιούς, δεν χαρακτηρίζεται από τον Όμηρο ως «βάρβαρη» φυλή,διατηρεί διαφορετική ταυτότητα από τους Φρύγες και άλλους ανατολικούς λαούς,και αργότερα η ίδια η Τρωάδα γίνεται ένας από τους σημαντικούς χώρους του ελληνικού αιολικού κόσμου.
Διά τους λόγους αυτούς, δυνάμεθα να διατυπώσουμε μία ισχυρή ιστορική θέση.
Οι Τρώες δεν μπορούν να αποδειχθούν με βεβαιότητα ως ένα αμιγώς ελληνικό φύλο με την έννοια των Αχαιών, Ιώνων ή Δωριέων. Υπάρχουν όμως σοβαρότατα στοιχεία που τοποθετούν την Τροία μέσα στον ευρύτερο αιγαιακό και μυκηναϊκό κόσμο και δείχνουν βαθύτατη ελληνική πολιτισμική και πολιτική διασύνδεση.
Και υπάρχει και μία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα πιθανότητα. Ίσως το ερώτημα «Έλληνες ή Ανατολίτες;» να είναι υπερβολικά απλουστευτικό για την πραγματικότητα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Η Τροία ευρίσκετο ακριβώς στο σημείον όπου συναντιούντο οι δύο κόσμοι. Η πραγματική ιστορία της μπορεί να ήταν πολύ πιο σύνθετη από την απλή εικόνα «Έλληνες εναντίον Τρώων» που κληρονομήσαμε από το έπος.
Αυτό όμως καθιστά την Τροία ακόμη πιο σημαντική. Ήταν δηλαδή αυτή, ένας από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους του προϊστορικού ελληνικού Αιγαίου με τη Μικρά Ασία.
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
Γίνε κι εσύ παιδί
Ένα παιδί ποτέ του δεν μισεί, μονάχα ψευτοθυμώνει
Κι όταν πραγματικά πεισμώνει, πάλι γρήγορα το ξεχνά.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να συγχωρεί και να ζητάει συγγνώμη.
Ένα παιδί δεν ξέρει τι θα πει ντροπή, ούτε και περηφάνια
Κι έτσι μπορεί ελεύθερα να κλαίει κι ελεύθερα να γελάει.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να είναι αυθεντικό κι αυθόρμητο.
Ένα παιδί ποτέ του δεν φθονεί, μονάχα λαχταράει
Κι ίσως και λιγάκι να ζηλεύει, μα πάλι σπάνια παραπονιέται.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να κάνει υπομονή φτάνει να του λες αλήθεια.
Ένα παιδί ποτέ του δεν θα πει λόγια πίσω απ΄ την πλάτη σου
Μα κι αν παρασυρθεί, πάλι να ξέρεις πως δεν θα το εννοεί.
Γιατί, το είπαμε και πριν, ένα παιδί ποτέ του δεν μισεί.
Ένα παιδί μπορεί με μια κούκλα ή ένα τρενάκι να χαρεί
Κι έναν κόσμο ολόκληρο γύρω του να χτίσει και παντού να ταξιδέψει.
Γιατί ένα παιδί έχει φαντασία αμόλυντη από τις βρωμιές του κόσμου μας.
Ένα παιδί ξέρει να χτίζει μια φιλία δυνατή, γεμάτη αγάπη
Και με κάθε τρόπο να τη στηρίζει και να την προστατεύει.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να μοιράζεται τον κόσμο με τους γύρω του.
Ένα παιδί μπορεί με τη χαρά σου να χαρεί, χωρίς να το κεράσεις
Κι αν σου πάρει κάποιο δώρο, μέσα απ’ την καρδιά του θα ‘ναι.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να είναι πλούσιο στην ψυχή και όχι στο ασήμι.
Ένα παιδί ποτέ του δεν αδιαφορεί στον πόνο και δίπλα σου θα σταθεί
Και πάντα θα σε ρωτήσει τι έχεις και είσαι λυπημένος και τα πάντα θα κάνει για σένα.
Γιατί ένα παιδί έχει καρδιά ευαίσθητη στις δονήσεις που στέλνουνε τα μάτια.
Ένα παιδί ξέρει πραγματικά να ζει κι ότι νιώθει να το εκφράζει
Τη λύπη, τον πόνο, τη συμπόνια, το γέλιο, τη χαρά, την ευγένεια, την αγάπη.
Ένα παιδί… πόσο ευτυχισμένο είναι!
Όλοι εμείς παίρνουμε μαθήματα για δύναμη και θάρρος, ελπίδα, χαρά από τα παιδιά
Που μας κάνουν κάθε στιγμή καλύτερους ανθρώπους
Σε μια κοινωνία που επικρατεί το ψέμα και η υποκρισία!
Τα παιδιά είναι η αλήθεια μας και το μέλλον αυτού του κόσμου!
Γίνε κι εσύ παιδί… και κέρδισε…
Κι όταν πραγματικά πεισμώνει, πάλι γρήγορα το ξεχνά.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να συγχωρεί και να ζητάει συγγνώμη.
Ένα παιδί δεν ξέρει τι θα πει ντροπή, ούτε και περηφάνια
Κι έτσι μπορεί ελεύθερα να κλαίει κι ελεύθερα να γελάει.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να είναι αυθεντικό κι αυθόρμητο.
Ένα παιδί ποτέ του δεν φθονεί, μονάχα λαχταράει
Κι ίσως και λιγάκι να ζηλεύει, μα πάλι σπάνια παραπονιέται.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να κάνει υπομονή φτάνει να του λες αλήθεια.
Ένα παιδί ποτέ του δεν θα πει λόγια πίσω απ΄ την πλάτη σου
Μα κι αν παρασυρθεί, πάλι να ξέρεις πως δεν θα το εννοεί.
Γιατί, το είπαμε και πριν, ένα παιδί ποτέ του δεν μισεί.
Ένα παιδί μπορεί με μια κούκλα ή ένα τρενάκι να χαρεί
Κι έναν κόσμο ολόκληρο γύρω του να χτίσει και παντού να ταξιδέψει.
Γιατί ένα παιδί έχει φαντασία αμόλυντη από τις βρωμιές του κόσμου μας.
Ένα παιδί ξέρει να χτίζει μια φιλία δυνατή, γεμάτη αγάπη
Και με κάθε τρόπο να τη στηρίζει και να την προστατεύει.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να μοιράζεται τον κόσμο με τους γύρω του.
Ένα παιδί μπορεί με τη χαρά σου να χαρεί, χωρίς να το κεράσεις
Κι αν σου πάρει κάποιο δώρο, μέσα απ’ την καρδιά του θα ‘ναι.
Γιατί ένα παιδί ξέρει να είναι πλούσιο στην ψυχή και όχι στο ασήμι.
Ένα παιδί ποτέ του δεν αδιαφορεί στον πόνο και δίπλα σου θα σταθεί
Και πάντα θα σε ρωτήσει τι έχεις και είσαι λυπημένος και τα πάντα θα κάνει για σένα.
Γιατί ένα παιδί έχει καρδιά ευαίσθητη στις δονήσεις που στέλνουνε τα μάτια.
Ένα παιδί ξέρει πραγματικά να ζει κι ότι νιώθει να το εκφράζει
Τη λύπη, τον πόνο, τη συμπόνια, το γέλιο, τη χαρά, την ευγένεια, την αγάπη.
Ένα παιδί… πόσο ευτυχισμένο είναι!
Όλοι εμείς παίρνουμε μαθήματα για δύναμη και θάρρος, ελπίδα, χαρά από τα παιδιά
Που μας κάνουν κάθε στιγμή καλύτερους ανθρώπους
Σε μια κοινωνία που επικρατεί το ψέμα και η υποκρισία!
Τα παιδιά είναι η αλήθεια μας και το μέλλον αυτού του κόσμου!
Γίνε κι εσύ παιδί… και κέρδισε…
Αρχέγονα Πάθη: Τέρατα και Τάξη στον Αρχαίο Κόσμο: Μυσταγωγία και Σύμβολα στον Ελληνικό Μύθο
Τα μυθικά — ημιανθρώπινα, τερατόμορφα πλάσματα (Μινώταυρος, Μέδουσα, Κένταυροι κ.ά.) δεν ήταν απλώς φαντασιακές φιγούρες· ήταν ζωντανές εικόνες των ανεξέλεγκτων παθών, των ενστίκτων και των αθέατων μορφών που γεννά το ασυνείδητο στον αρχαίο Έλληνα. Τα σύμβολα αυτά παίρνουν σάρκα και οστά έξω από τη φύση γιατί ακριβώς το αντικείμενο της απεικόνισης δεν ήταν ορατό· έπρεπε να το κάνεις ορατό για να το αντιμετωπίσεις.
Με ψυχολογικούς όρους, τα τέρατα αλληγορούν τις φοβίες, τη σύγκρουση του άγνωστου και σκοτεινού κόσμου με τον τακτοποιημένο κόσμο της λογικής συνείδησης — του πνεύματος (ανθρώπινη μορφή) ενάντια στην ύλη (ζωική, πρωτόγονη μορφή). Η ίδια αρχετυπική σύγκρουση αναδεικνύεται ως αντιπαράθεση Διονυσιακού και Απολλώνιου: το χάος της έκστασης απέναντι στη μορφή και το μέτρο. Ο δρόμος, στο τέλος, είναι η ζωή — και η ζωή είναι αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Η κοσμογονία και οι μύθοι (η γιγαντομαχία, η Μέδουσα, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Γρύπας) αποτυπώνουν το σταθερό μοτίβο: το χάος βρίσκεται πάντα πριν ή παράλληλα με την τάξη. Στις μετώπες του ναού της Σοφίας — του Παρθενώνα — οι Έλληνες σμίλεψαν το θεατρικό επεισόδιο της νίκης της τάξης και της λογικής επί του χάους. Αυτή η νίκη δεν είναι εξάλειψη· είναι ένταξη και μετασχηματισμός.
Η υποχρέωση του ανθρώπου, στην παράδοση αυτή, είναι να φροντίσει τη ζωή του με ό,τι καλύτερο διαθέτει, σε διάρκεια — η αρετή, η ανδρεία, το ηρωικό πρότυπο και η μέριμνα για υστεροφημία παραμένουν πυρηνικές αξίες. Οι μάχες κερδίζονται στον στίβο της ζωής· η ευτυχία και η δυστυχία συνυπάρχουν. Να επιδιώκεις μόνο το ένα σημαίνει να τυφλώνεις τον εαυτό σου — δεν έχεις πιάσει το νόημα: η ζωή είναι χορός.
Σε αυτόν τον χορό, ας εισαγάγουμε λίγη μυσταγωγία. Φαντάσου τις μορφές όχι ως απλά σύμβολα αλλά ως φύλακες-πύλες: ο Μινώταυρος στο λαβύρινθο ως φύλακας της βαθύτερης επιθυμίας· η Μέδουσα ως φράγμα που μεταμορφώνει το βλέμμα σε γνώση· οι Κένταυροι ως σύνδεσμος σάρκας και λογισμού. Στην τελετουργία, το σώμα φθάνει στα όρια, αλλά το πνεύμα κρατάει ένα σκοινί — μια λεπτή γραμμή που οδηγεί πίσω από το φόβο. Οι μύθοι προσφέρουν τελετές — σιγές, θυσίες, χορούς — που κάνουν το άβατο ορατό και επιτρέπουν την επαναφορά στην τάξη, με νέο νόημα.
Η μυσταγωγία εδώ δεν είναι υπερβολή· είναι πρακτική του θυμικού: φωνές στο σπήλαιο, αυγή μετά από νυχτερινό χορό, το σπάσιμο του κεριού όταν η όραση αλλάζει. Τα τέρατα γίνονται δάσκαλοι όταν τους προσεγγίζεις με σεβασμό· δεν τα καταπνίγεις, τα ξαναβάζεις στη θέση τους — όπως ο Λόγος που τεμαχίζει το χάος και το εντάσσει στην ανθρώπινη μορφή.
Κλείνω με μια φιλοσοφική εικόνα που ομολογεί την ανάγκη για ενότητα: ο χορός που καταργεί τον διχασμό ανάμεσα στο άλογο και το λογικό, ανάμεσα στην έκσταση και τη γνώση. Ο ιδανικός άνθρωπος συνθέτει αντίθετα μέσα του — όχι με καταστολή αλλά με ενσωμάτωση. Αυτό είναι και το αρχαιοελληνικό μάθημα: να ζεις πλήρως, με θάρρος και μέτρο, αφήνοντας τα τέρατα να σε διδάξουν το μέτρο τους.
Με ψυχολογικούς όρους, τα τέρατα αλληγορούν τις φοβίες, τη σύγκρουση του άγνωστου και σκοτεινού κόσμου με τον τακτοποιημένο κόσμο της λογικής συνείδησης — του πνεύματος (ανθρώπινη μορφή) ενάντια στην ύλη (ζωική, πρωτόγονη μορφή). Η ίδια αρχετυπική σύγκρουση αναδεικνύεται ως αντιπαράθεση Διονυσιακού και Απολλώνιου: το χάος της έκστασης απέναντι στη μορφή και το μέτρο. Ο δρόμος, στο τέλος, είναι η ζωή — και η ζωή είναι αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Οι αρχαίοι Έλληνες, με τρόπο παραδοσιακό και πρακτικό, ανέλαβαν αυτή την ισορροπία και την ανέδειξαν ως πυλώνα του πολιτισμού: στην τέχνη, στις επιστήμες, στη φιλοσοφία, στην πόλι — στη δημοκρατία. Ο Έλληνας «λέει ναι» στο όλο του φάσμα· συμμετέχει συνειδητά και στις χαρές και στις οδύνες. Οι θεοί του ήταν επίσης πλήρεις: δεν ξέφευγαν από τη ζωή αλλά τη ζούσαν σε όλες τις όψεις της. Δεν ισχυριζόταν ότι θα γιατρέψουν την οδύνη· μάλλον δίδαξαν πώς να τη διαχειριζόμαστε με επίγνωση.
Η κοσμογονία και οι μύθοι (η γιγαντομαχία, η Μέδουσα, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Γρύπας) αποτυπώνουν το σταθερό μοτίβο: το χάος βρίσκεται πάντα πριν ή παράλληλα με την τάξη. Στις μετώπες του ναού της Σοφίας — του Παρθενώνα — οι Έλληνες σμίλεψαν το θεατρικό επεισόδιο της νίκης της τάξης και της λογικής επί του χάους. Αυτή η νίκη δεν είναι εξάλειψη· είναι ένταξη και μετασχηματισμός.
Η υποχρέωση του ανθρώπου, στην παράδοση αυτή, είναι να φροντίσει τη ζωή του με ό,τι καλύτερο διαθέτει, σε διάρκεια — η αρετή, η ανδρεία, το ηρωικό πρότυπο και η μέριμνα για υστεροφημία παραμένουν πυρηνικές αξίες. Οι μάχες κερδίζονται στον στίβο της ζωής· η ευτυχία και η δυστυχία συνυπάρχουν. Να επιδιώκεις μόνο το ένα σημαίνει να τυφλώνεις τον εαυτό σου — δεν έχεις πιάσει το νόημα: η ζωή είναι χορός.
Σε αυτόν τον χορό, ας εισαγάγουμε λίγη μυσταγωγία. Φαντάσου τις μορφές όχι ως απλά σύμβολα αλλά ως φύλακες-πύλες: ο Μινώταυρος στο λαβύρινθο ως φύλακας της βαθύτερης επιθυμίας· η Μέδουσα ως φράγμα που μεταμορφώνει το βλέμμα σε γνώση· οι Κένταυροι ως σύνδεσμος σάρκας και λογισμού. Στην τελετουργία, το σώμα φθάνει στα όρια, αλλά το πνεύμα κρατάει ένα σκοινί — μια λεπτή γραμμή που οδηγεί πίσω από το φόβο. Οι μύθοι προσφέρουν τελετές — σιγές, θυσίες, χορούς — που κάνουν το άβατο ορατό και επιτρέπουν την επαναφορά στην τάξη, με νέο νόημα.
Η μυσταγωγία εδώ δεν είναι υπερβολή· είναι πρακτική του θυμικού: φωνές στο σπήλαιο, αυγή μετά από νυχτερινό χορό, το σπάσιμο του κεριού όταν η όραση αλλάζει. Τα τέρατα γίνονται δάσκαλοι όταν τους προσεγγίζεις με σεβασμό· δεν τα καταπνίγεις, τα ξαναβάζεις στη θέση τους — όπως ο Λόγος που τεμαχίζει το χάος και το εντάσσει στην ανθρώπινη μορφή.
Κλείνω με μια φιλοσοφική εικόνα που ομολογεί την ανάγκη για ενότητα: ο χορός που καταργεί τον διχασμό ανάμεσα στο άλογο και το λογικό, ανάμεσα στην έκσταση και τη γνώση. Ο ιδανικός άνθρωπος συνθέτει αντίθετα μέσα του — όχι με καταστολή αλλά με ενσωμάτωση. Αυτό είναι και το αρχαιοελληνικό μάθημα: να ζεις πλήρως, με θάρρος και μέτρο, αφήνοντας τα τέρατα να σε διδάξουν το μέτρο τους.
Fr. Nietzsche: Ιστορία και Ζωή
Φρίντριχ Νίτσε: 1844-1900
Ο ηρωικός άνθρωπος απέναντι στην αμόρφωτη ψευτο-διανόηση των καιρών
§1
Στο βιβλίο του: Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη Ζωή ο Νίτσε γράφει σχετικά για το εν λόγω έργο:
«φέρνει στο φως το επικίνδυνο, το διαβρωτικό και δηλητηριώδες για τη ζωή στοιχείο που ενυπάρχει στη μέθοδο της επιστημονικής μας ενασχόλησης: η ζωή είναι άρρωστη από την απάνθρωπη δράση αυτής της μηχανής και του μηχανισμού, από την ‘‘έλλειψη προσωπικότητας’’ του εργάτη, από την ψεύτικη οικονομία της ‘‘κατανομής της εργασίας’’. Ο σκοπός, που είναι ο πολιτισμός, έχει χαθεί: –το μέσο, η σύγχρονη επιστημονική ενασχόληση, έχει εκβαρβαριστεί… Σε τούτο το δοκίμιο η ‘‘ιστορική αίσθηση’’, για την οποία είναι τόσο περήφανος ο αιώνας μας, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως αρρώστια, ως τυπικό σύμπτωμα της κατάπτωσης…».
Τι θέλει να μας πει εδώ ο Νίτσε; Περιεκτικά θέλει να μας πει πως η μορφωτική δραστηριότητα, που επιχειρούν να καθιερώσουν οι μηχανισμοί των θεσμών (ακαδημαϊκών, “επιστημονικών”, πολιτικών κ.λπ.) με τη μάσκα της επιστημοσύνης, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματική επιστήμη και αντίστοιχη καλλιέργεια των νέων. Περιεχόμενα, μορφές και μέθοδοι μιας τέτοιας δραστηριότητας –με απρόσωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη/ανεπιστημονική “εξειδίκευση”, με αποστεωμένο υλικό και με μεθοδολογία δολοφονική για τα δημιουργικά ένστικτα του ανθρώπου– καταληστεύουν τον εσωτερικό του πλούτο και δηλητηριάζουν τη ζωή του στο παρόν και το μέλλον. Κάθε αληθινή αξία μεταποιείται από το «κοσμοπολίτικο καρναβάλι» των προσκυνημένων διανοουμένων σε πολιτική ιδεολογία, υπό την κατίσχυση της οποίας χαράσσονται ιδιοτελώς πια όχι μόνο οι εκάστοτε πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά και όλες όσες αφορούν τη μελέτη της ιστορίας, την τέχνη και κάθε είδους πνευματική απασχόληση. Έτσι κρατούν υπόδουλη τη σκέψη και τη ζωή του ανθρώπου, υποτάσσοντας τη βιωμένη του/της εμπειρία σε μια αποστεωμένη ακαδημαϊκή γνώση χωρίς κάποιο πρακτικό όφελος για την ευρυθμία της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και ο Νίτσε απορρίπτει ασυζητητί την ψευδαίσθηση των ποικίλων δογματικών συστημάτων σχετικά με το ότι η φιλοσοφία και η ιστορία μπορούν να καταξιωθούν ως ένα κλειστό, αλάθητο, αντικειμενικά υπαρκτό δόγμα.
§2
Στο υπό συζήτηση έργο του, ως προκύπτει, ο Φρίντριχ Νίτσε στρέφεται με δριμύτητα ενάντια στην ακαδημαϊκή και υπερβολική ενασχόληση με την ιστορία, ήτοι ενάντια στον λεγόμενο ιστορικισμό, υποστηρίζοντας ότι η γνώση του παρελθόντος δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά να υπηρετεί την ίδια τη ζωή και τη δημιουργική πράξη του παρόντος. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η ιστορία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αποστειρωμένη γνώση, που στέκεται ψυχρά κάπου εκεί πίσω και μας μετατρέπει σε έναν παθητικό θεατή όλων των απρόβλεπτων και δυναμικών εκρήξεων του παρόντος. Απεναντίας χρειάζεται να αξιοποιείται, ως ιστορική παιδεία, σε ευθεία αναλογία με τη συμβολή της στην πνευματική υγεία του εκάστοτε παροντικού πολιτισμού. Η ζωτικότητα του τελευταίου δεν αντλείται μόνο από τη μνήμη, αλλά κυρίως από τη βούληση για δράση στο παρόν. Το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το φιλόσοφο ως παράκαιρο. Υπό ποια έννοια παράκαιρο; Υπό την έννοια ότι μάχεται κυριολεκτικά ενάντια στο πνεύμα της εποχής του, ενάντια σ’ αυτό που η τελευταία θεωρεί ως την κινητήρια δύναμή της: την ιστορική παιδεία. Όχι όμως γενικά την ιστορική παιδεία, αλλά τον ελλειμματικό τρόπο, με τον οποίο μελετάται το παρελθόν σε βάρος της ζωής του παρόντος και καταπνίγει την «πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού»ˑ δηλαδή τον εμποδίζει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική του φύση, με την εσωτερική του παρόρμηση, που κάθε φορά είναι και πιο σφριγηλή. Μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του, ο Νίτσε άτυπα, αλλά ουσιαστικά μας προσφέρει ένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, που έχει ωστόσο ως υπόβαθρο μια εμπνευσμένη φιλοσοφία της ζωής. Βάση της τελευταίας είναι η δημιουργική ανάπτυξη του ενστίκτου του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, για τον οποίο προέχει το ποιητικό νόημα της άμεσης ζωής. Αυτό το νόημα τον μετα-μορφώνει σε ελεύθερο και καλλιεργημένο ζωντανό ον, που δεν στέργει να το συνθλίβει το καταθλιπτικό περιβάλλον της στείρας λογιοσύνης: «ο προπετής και νεόκοπος σοφός, που φλυαρεί για το κράτος, την εκκλησία και την τέχνη … το άπληστο στομάχι, που όμως δεν ξέρει τι είναι αληθινή πείνα και δίψα». Από τέτοιους προπετείς και νεόκοπους γραφειοκράτες, εντελώς αμόρφωτους “ακαδημαϊκούς” και άλλους φτειαχτούς του είδους με χάρτινα μυαλά και χορτασμένα στομάχια, φλυαρούντα αδιάντροπα για πνευματική πενία των άλλων, έχει πλημμυρίσει το κοινωνικό-πολιτικό-πολιτισμικό-ακαδημαϊκό σώμα της Ελλάδας.
§3
Ο στοχασμός, για τον Νίτσε, είναι κάτι περισσότερο από μια εξωτερική κατοχή ιδεών και πληροφοριακών γνώσεων, έστω και με άριστο τρόπο δομημένων. Ουσιαστικά σχετίζεται εγγενώς με το Είναι του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα, πρωτίστως, με το ζωντανό του σώμα. Ο άνθρωπος που σκέπτεται είναι σώμα μαζί και ψυχή:
«‘‘Σώμα είμαι και ψυχή’’ –έτσι μιλάει το παιδί . Και γιατί να μη μιλήσουμε σαν τα παιδιά; Μα εκείνος που ξύπνησε, εκείνος που ξέρει, λέει: σώμα είμαι πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο πέρα από σώμα· και ψυχή είναι μόνο μια λέξη για ένα κάτι του σώματος. Το σώμα είναι ένας μεγάλος ορθός λόγος, μια πολλότητα με Ένα νόημα, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι και ένας βοσκός. Όργανο του σώματός σου είναι και ο μικρός ορθός λόγος σου, αδελφέ μου, που ‘‘πνεύμα’’ τον ονομάζεις, ένα μικρό εργαλείο και παιχνίδι του μεγάλου ορθού λόγου σου».
Με τούτα τα λόγια μας προ-ειδοποιεί ο Νίτσε πως οι διάφορες ιδέες, πεποιθήσεις, γνώμες μπορούν να αλλάζουν, όπως αλλάζει κανείς τα ρούχα του· η αληθινή όμως φιλοσοφική γνώση δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά εκείνο που συνυφαίνεται με αυτό τούτο το Είναι μας. Η αυθεντική φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, είναι η ατμομηχανή της ζωής στο εκάστοτε παρόν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αφηρημένη γνώση –και τέτοια διαθέτει ακόμη και ο τελευταίος ατάλαντος θορυβοποιός της μαζικής κουλτούρας– για το ένα ή το άλλο πράγμα, ας πούμε για την οικονομία, για την ιστορία ή για τη θρησκεία κ.λπ., στην πράξη δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να υπερηφανεύεται το ανθρώπινο ον, καθώς στέλνει στο θάνατο τα ζωντανά του κύτταρα. Μια τέτοια γνώση αρχίζει να είναι αληθινή γνώση, δηλαδή γνώση στην υπηρεσία της ζωής, εφόσον αποτελεί τη βάση, αλλά και τον λόγο, για τον οποίο το ανθρώπινο άτομο μπορεί να βιώνει, πρώτα-πρώτα, έναν ολόκληρο κόσμο. Εδώ ο Νίτσε συναντιέται με τον Πλάτωνα. Για τον τελευταίο, το γεγονός της γνώσης είναι εγγενές στοιχείο της ζωντανής ύπαρξης του ανθρώπου. Εδώ βέβαια εν-τοπίζεται ορισμένως και το ηρωικό στοιχείο του σύγχρονου ανθρώπου: εάν από παντού τον περικυκλώνουν συρματοπλέγματα μιας σκοταδιστικής παιδείας, ενός βάρβαρου πολιτισμού, μιας “ φλεγμαίνουσας πολιτείας” (Πλάτων) και του στερούν τη δύναμη να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην κατάφαση της παροντικής ζωής, τότε πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στην παρακμή της εποχής του:
«Με καμιά εκατοστή τέτοιους ανθρώπους, που έχουν ανατραφεί με μη-νεωτερικό τρόπο, δηλαδή έχουν γίνει ώριμοι και έχουν εθίσει στο ηρωικό, θα μπορούσε κανείς τώρα να καθηλώσει όλη αυτή τη θορυβώδη ψευτο-παιδεία της εποχής σε αιώνια σιωπή».
Η προσωπική ευθύνη, η ενεργητική στάση για την “κατάκτηση” του παρόντος και του μέλλοντος, είναι που ανταποκρίνεται πλήρως στην απαίτηση της υπαρκτικής μας ουσίας για αυθεντικότητα και όχι για εξωτερικές αυθεντίες, για αυτοδημιουργία και όχι για εθελοδουλεία.
Ο ηρωικός άνθρωπος απέναντι στην αμόρφωτη ψευτο-διανόηση των καιρών
§1
Στο βιβλίο του: Το Επωφελές και το Επιβλαβές της Ιστορίας για τη Ζωή ο Νίτσε γράφει σχετικά για το εν λόγω έργο:
«φέρνει στο φως το επικίνδυνο, το διαβρωτικό και δηλητηριώδες για τη ζωή στοιχείο που ενυπάρχει στη μέθοδο της επιστημονικής μας ενασχόλησης: η ζωή είναι άρρωστη από την απάνθρωπη δράση αυτής της μηχανής και του μηχανισμού, από την ‘‘έλλειψη προσωπικότητας’’ του εργάτη, από την ψεύτικη οικονομία της ‘‘κατανομής της εργασίας’’. Ο σκοπός, που είναι ο πολιτισμός, έχει χαθεί: –το μέσο, η σύγχρονη επιστημονική ενασχόληση, έχει εκβαρβαριστεί… Σε τούτο το δοκίμιο η ‘‘ιστορική αίσθηση’’, για την οποία είναι τόσο περήφανος ο αιώνας μας, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως αρρώστια, ως τυπικό σύμπτωμα της κατάπτωσης…».
Τι θέλει να μας πει εδώ ο Νίτσε; Περιεκτικά θέλει να μας πει πως η μορφωτική δραστηριότητα, που επιχειρούν να καθιερώσουν οι μηχανισμοί των θεσμών (ακαδημαϊκών, “επιστημονικών”, πολιτικών κ.λπ.) με τη μάσκα της επιστημοσύνης, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματική επιστήμη και αντίστοιχη καλλιέργεια των νέων. Περιεχόμενα, μορφές και μέθοδοι μιας τέτοιας δραστηριότητας –με απρόσωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη/ανεπιστημονική “εξειδίκευση”, με αποστεωμένο υλικό και με μεθοδολογία δολοφονική για τα δημιουργικά ένστικτα του ανθρώπου– καταληστεύουν τον εσωτερικό του πλούτο και δηλητηριάζουν τη ζωή του στο παρόν και το μέλλον. Κάθε αληθινή αξία μεταποιείται από το «κοσμοπολίτικο καρναβάλι» των προσκυνημένων διανοουμένων σε πολιτική ιδεολογία, υπό την κατίσχυση της οποίας χαράσσονται ιδιοτελώς πια όχι μόνο οι εκάστοτε πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά και όλες όσες αφορούν τη μελέτη της ιστορίας, την τέχνη και κάθε είδους πνευματική απασχόληση. Έτσι κρατούν υπόδουλη τη σκέψη και τη ζωή του ανθρώπου, υποτάσσοντας τη βιωμένη του/της εμπειρία σε μια αποστεωμένη ακαδημαϊκή γνώση χωρίς κάποιο πρακτικό όφελος για την ευρυθμία της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και ο Νίτσε απορρίπτει ασυζητητί την ψευδαίσθηση των ποικίλων δογματικών συστημάτων σχετικά με το ότι η φιλοσοφία και η ιστορία μπορούν να καταξιωθούν ως ένα κλειστό, αλάθητο, αντικειμενικά υπαρκτό δόγμα.
§2
Στο υπό συζήτηση έργο του, ως προκύπτει, ο Φρίντριχ Νίτσε στρέφεται με δριμύτητα ενάντια στην ακαδημαϊκή και υπερβολική ενασχόληση με την ιστορία, ήτοι ενάντια στον λεγόμενο ιστορικισμό, υποστηρίζοντας ότι η γνώση του παρελθόντος δεν πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά να υπηρετεί την ίδια τη ζωή και τη δημιουργική πράξη του παρόντος. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η ιστορία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αποστειρωμένη γνώση, που στέκεται ψυχρά κάπου εκεί πίσω και μας μετατρέπει σε έναν παθητικό θεατή όλων των απρόβλεπτων και δυναμικών εκρήξεων του παρόντος. Απεναντίας χρειάζεται να αξιοποιείται, ως ιστορική παιδεία, σε ευθεία αναλογία με τη συμβολή της στην πνευματική υγεία του εκάστοτε παροντικού πολιτισμού. Η ζωτικότητα του τελευταίου δεν αντλείται μόνο από τη μνήμη, αλλά κυρίως από τη βούληση για δράση στο παρόν. Το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το φιλόσοφο ως παράκαιρο. Υπό ποια έννοια παράκαιρο; Υπό την έννοια ότι μάχεται κυριολεκτικά ενάντια στο πνεύμα της εποχής του, ενάντια σ’ αυτό που η τελευταία θεωρεί ως την κινητήρια δύναμή της: την ιστορική παιδεία. Όχι όμως γενικά την ιστορική παιδεία, αλλά τον ελλειμματικό τρόπο, με τον οποίο μελετάται το παρελθόν σε βάρος της ζωής του παρόντος και καταπνίγει την «πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού»ˑ δηλαδή τον εμποδίζει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική του φύση, με την εσωτερική του παρόρμηση, που κάθε φορά είναι και πιο σφριγηλή. Μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του, ο Νίτσε άτυπα, αλλά ουσιαστικά μας προσφέρει ένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, που έχει ωστόσο ως υπόβαθρο μια εμπνευσμένη φιλοσοφία της ζωής. Βάση της τελευταίας είναι η δημιουργική ανάπτυξη του ενστίκτου του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, για τον οποίο προέχει το ποιητικό νόημα της άμεσης ζωής. Αυτό το νόημα τον μετα-μορφώνει σε ελεύθερο και καλλιεργημένο ζωντανό ον, που δεν στέργει να το συνθλίβει το καταθλιπτικό περιβάλλον της στείρας λογιοσύνης: «ο προπετής και νεόκοπος σοφός, που φλυαρεί για το κράτος, την εκκλησία και την τέχνη … το άπληστο στομάχι, που όμως δεν ξέρει τι είναι αληθινή πείνα και δίψα». Από τέτοιους προπετείς και νεόκοπους γραφειοκράτες, εντελώς αμόρφωτους “ακαδημαϊκούς” και άλλους φτειαχτούς του είδους με χάρτινα μυαλά και χορτασμένα στομάχια, φλυαρούντα αδιάντροπα για πνευματική πενία των άλλων, έχει πλημμυρίσει το κοινωνικό-πολιτικό-πολιτισμικό-ακαδημαϊκό σώμα της Ελλάδας.
§3
Ο στοχασμός, για τον Νίτσε, είναι κάτι περισσότερο από μια εξωτερική κατοχή ιδεών και πληροφοριακών γνώσεων, έστω και με άριστο τρόπο δομημένων. Ουσιαστικά σχετίζεται εγγενώς με το Είναι του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα, πρωτίστως, με το ζωντανό του σώμα. Ο άνθρωπος που σκέπτεται είναι σώμα μαζί και ψυχή:
«‘‘Σώμα είμαι και ψυχή’’ –έτσι μιλάει το παιδί . Και γιατί να μη μιλήσουμε σαν τα παιδιά; Μα εκείνος που ξύπνησε, εκείνος που ξέρει, λέει: σώμα είμαι πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο πέρα από σώμα· και ψυχή είναι μόνο μια λέξη για ένα κάτι του σώματος. Το σώμα είναι ένας μεγάλος ορθός λόγος, μια πολλότητα με Ένα νόημα, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι και ένας βοσκός. Όργανο του σώματός σου είναι και ο μικρός ορθός λόγος σου, αδελφέ μου, που ‘‘πνεύμα’’ τον ονομάζεις, ένα μικρό εργαλείο και παιχνίδι του μεγάλου ορθού λόγου σου».
Με τούτα τα λόγια μας προ-ειδοποιεί ο Νίτσε πως οι διάφορες ιδέες, πεποιθήσεις, γνώμες μπορούν να αλλάζουν, όπως αλλάζει κανείς τα ρούχα του· η αληθινή όμως φιλοσοφική γνώση δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά εκείνο που συνυφαίνεται με αυτό τούτο το Είναι μας. Η αυθεντική φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, είναι η ατμομηχανή της ζωής στο εκάστοτε παρόν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αφηρημένη γνώση –και τέτοια διαθέτει ακόμη και ο τελευταίος ατάλαντος θορυβοποιός της μαζικής κουλτούρας– για το ένα ή το άλλο πράγμα, ας πούμε για την οικονομία, για την ιστορία ή για τη θρησκεία κ.λπ., στην πράξη δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να υπερηφανεύεται το ανθρώπινο ον, καθώς στέλνει στο θάνατο τα ζωντανά του κύτταρα. Μια τέτοια γνώση αρχίζει να είναι αληθινή γνώση, δηλαδή γνώση στην υπηρεσία της ζωής, εφόσον αποτελεί τη βάση, αλλά και τον λόγο, για τον οποίο το ανθρώπινο άτομο μπορεί να βιώνει, πρώτα-πρώτα, έναν ολόκληρο κόσμο. Εδώ ο Νίτσε συναντιέται με τον Πλάτωνα. Για τον τελευταίο, το γεγονός της γνώσης είναι εγγενές στοιχείο της ζωντανής ύπαρξης του ανθρώπου. Εδώ βέβαια εν-τοπίζεται ορισμένως και το ηρωικό στοιχείο του σύγχρονου ανθρώπου: εάν από παντού τον περικυκλώνουν συρματοπλέγματα μιας σκοταδιστικής παιδείας, ενός βάρβαρου πολιτισμού, μιας “ φλεγμαίνουσας πολιτείας” (Πλάτων) και του στερούν τη δύναμη να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην κατάφαση της παροντικής ζωής, τότε πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στην παρακμή της εποχής του:
«Με καμιά εκατοστή τέτοιους ανθρώπους, που έχουν ανατραφεί με μη-νεωτερικό τρόπο, δηλαδή έχουν γίνει ώριμοι και έχουν εθίσει στο ηρωικό, θα μπορούσε κανείς τώρα να καθηλώσει όλη αυτή τη θορυβώδη ψευτο-παιδεία της εποχής σε αιώνια σιωπή».
Η προσωπική ευθύνη, η ενεργητική στάση για την “κατάκτηση” του παρόντος και του μέλλοντος, είναι που ανταποκρίνεται πλήρως στην απαίτηση της υπαρκτικής μας ουσίας για αυθεντικότητα και όχι για εξωτερικές αυθεντίες, για αυτοδημιουργία και όχι για εθελοδουλεία.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Η Βιολογία του Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζεται ορθώς ως ο δημιουργός της επιστημονικής μελέτης της ζωής. Αυτό παραμένει αληθές παρά το γεγονός ότι πολλοί προηγούμενοι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι έκαναν εικασίες σχετικά με την προέλευση των ζωντανών όντων, και ότι μεγάλο μέρος του ιατρικού σώματος του Ιπποκράτη -που γράφτηκε πριν ή κατά τη διάρκεια της ζωής του Αριστοτέλη- δείχνει σοβαρό ενδιαφέρον για την ανθρώπινη ανατομία, φυσιολογία και παθολογία, και περιστασιακά και για τα ζώα και τα φυτά. Ο Πλάτωνας, επίσης, βάζει τον Τίμαιο, στον ομώνυμο διάλογο, να αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος της ομιλίας του στο ανθρώπινο σώμα και τις λειτουργίες (και δυσλειτουργίες) του, ενώ στο Συμπόσιο, βάζει τη Διοτίμα να εξηγεί τη σεξουαλική αναπαραγωγή με όρους μιας φυσικής επιθυμίας για αθανασία που υπάρχει σε όλα τα ζωντανά όντα. Παρ' όλα αυτά, ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που μελετά τη ζωή τόσο συστηματικά όσο και με τρόπο που είναι πλήρως εμπειρικός. Ενώ συχνά βασίζεται στα ευρήματα των προκατόχων του, ο Αριστοτέλης αναθεωρεί επίσης κριτικά τις ερμηνείες τους για τα γεγονότα, επεκτείνει σημαντικά το πεδίο της δικής του έρευνας και αντικαθιστά τις υπάρχουσες αφηγήσεις με τις δικές του εξηγήσεις που όχι μόνο συμφωνούν καλύτερα με τα φαινόμενα αλλά και ενσωματώνουν τη μελέτη της ζωής στο ευρύτερο τελεολογικό πλαίσιο της φυσικής του επιστήμης.
Είναι κρίσιμο το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε την έρευνα των ζωντανών οργανισμών, και ιδιαίτερα των ζώων, κεντρική στη θεωρητική μελέτη της φύσης. Αποτελώντας περίπου το 25% του υπάρχοντος σώματος, τα ζωολογικά του γραπτά παρέχουν μια θεωρητική υπεράσπιση της κατάλληλης μεθόδου για τη βιολογική έρευνα και παρέχουν μια καταγραφή της πρώτης συστηματικής και ολοκληρωμένης μελέτης των ζώων. Δεν υπήρξε τίποτα παρόμοιου εύρους και πολυπλοκότητας ξανά μέχρι τον 16ο αιώνα. Τον δέκατο ένατο αιώνα, ο μεγάλος ανατόμος Ρίτσαρντ Όουεν εισήγαγε μια επισκόπηση δύο διαλέξεων των ζωολογικών σπουδών του Αριστοτέλη δηλώνοντας ότι «η Ζωολογική Επιστήμη προέκυψε από τους κόπους του [Αριστοτέλη], θα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε, όπως η Αθηνά από την Κεφαλή του Δία, σε μια κατάσταση ευγενούς και λαμπρής ωριμότητας» (Owen 1992, 91). Πριν εξετάσουμε αυτό το αξιοσημείωτο επίτευγμα, είναι απαραίτητο να πούμε λίγα λόγια για τον δημιουργό της. [1]
1. Ζωή και Έργο
2. Η Φιλοσοφία της Επιστήμης του Αριστοτέλη
3. Επιβεβαίωση
4. Φιλοσοφία της Βιολογίας
5. Η Βιολογική Πρακτική του Αριστοτέλη
2. Η Φιλοσοφία της Επιστήμης του Αριστοτέλη
Στις ενότητες 4, 5 και 6, θα διερευνήσουμε τους τρόπους με τους οποίους ο Αριστοτέλης οργανώνει και εξηγεί συστηματικά ένα εξαιρετικό σύνολο πληροφοριών σχετικά με την ανατομία, τη φυσιολογία και την ανάπτυξη των ζώων. Για να το πετύχει αυτό, ο Αριστοτέλης αφιέρωσε μεγάλο μέρος της σκέψης του στη φύση της επιστημονικής έρευνας, που κυμαίνεται από ερωτήματα σχετικά με το πώς πρέπει να συλλέγει και να οργανώνει δεδομένα έως το πώς να τα εξηγεί και επίσης στο πώς να ελέγχει τα αποτελέσματα για να βεβαιώνεται ότι παρακολουθούν την αλήθεια. Γιατί ακριβώς προχωρά κανείς από την επιφανειακή και ανοργάνωτη κατάσταση της καθημερινής εμπειρίας προς την οργανωμένη επιστημονική γνώση; Για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται μια έννοια του στόχου που πρέπει να επιτευχθεί, και ο Αριστοτέλης ανέπτυξε μια τέτοια έννοια στα Προηγούμενα και Μεταγενέστερα Αναλυτικά του (εφεξής συντομογραφικά ως APr. και APo., αντίστοιχα). Ο στόχος της επιστημονικής έρευνας, υποστήριξε, ήταν ένα σύστημα εννοιών και προτάσεων οργανωμένων ιεραρχικά, που τελικά στηρίζονται στη γνώση της ουσιαστικής φύσης των αντικειμένων μελέτης και ορισμένων άλλων απαραίτητων πρώτων αρχών. Αυτοί οι ορισμοί και οι αρχές αποτελούν τη βάση των αιτιακών εξηγήσεων όλων των άλλων καθολικών αληθειών εντός του πεδίου της μελέτης. Αυτές οι άλλες καθολικές αλήθειες θα πρέπει να προσδιορίζουν χαρακτηριστικά που ανήκουν σε ένα υποκείμενο αυτό καθαυτό, λόγω της φύσης του. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί όταν εισάγει την άποψή του για την επιστημονική απόδειξη για να επεξηγήσει τέτοιες προτάσεις προέρχονται από τη γεωμετρία: «το να έχει εσωτερικές γωνίες ίσες με δύο ορθές γωνίες» ανήκει σε όλα και μόνο σε τρίγωνα λόγω του ότι είναι τρίγωνα (APo. I 4, 5). Αυτό το χαρακτηριστικό ανήκει και σε όλα τα ισόπλευρα τρίγωνα - όχι, ωστόσο, επειδή είναι ισόπλευρα, αλλά επειδή είναι τρίγωνα. Έτσι, η επιστημονική γνώση μιας τέτοιας πρότασης, δηλαδή η γνώση που δείχνει τον λόγο για τον οποίο οποιοδήποτε τρίγωνο έχει αυτή την ιδιότητα, πρέπει να εξηγεί γιατί αυτή η ιδιότητα ανήκει στα τρίγωνα ως τέτοια. Η εξήγηση, φυσικά, θα επικαλεστεί τον ουσιώδη χαρακτήρα των τριπλευρικών ευθύγραμμων επίπεδων σχημάτων, δηλαδή, τι σημαίνει να είναι ένα τρίγωνο.
Το δεύτερο βιβλίο των Μεταγενέστερων Αναλυτικών συζητά πώς να επιτευχθεί αυτός ο στόχος της επιστημονικής γνώσης, με ένα κεντρικό μέλημα να είναι το πώς η γνώση των ουσιών, που εκφράζεται σε ορισμούς, σχετίζεται με εξηγήσεις που εκφράζονται με τη μορφή αιτιακών αποδείξεων. Ο Πλάτωνας είχε διατυπώσει ένα διάσημο παράδοξο της έρευνας στον διάλογό του Μένωνας: είτε γνωρίζετε το αντικείμενο της έρευνάς σας, οπότε η έρευνα είναι περιττή· είτε δεν γνωρίζετε το αντικείμενο της έρευνάς σας, οπότε η έρευνα είναι αδύνατη (Μένωνας 80d5–e5). Ο Αριστοτέλης μας υπενθυμίζει αυτό το παράδοξο στο πρώτο κεφάλαιο των Μεταγενέστερων Αναλυτικών, αλλά η πλήρης λύση του εμφανίζεται μόνο στο βιβλίο II. Εκεί, υποστηρίζει ότι η αντιληπτική εμπειρία μας δίνει μια κατανόηση του στόχου της έρευνας που, αν και δεν μετράει ως επιστημονική γνώση, χρησιμεύει για να κατευθύνει περαιτέρω έρευνα. Ξεκινά τη συζήτηση παρουσιάζοντάς μας έναν ισχυρισμό για το πώς τα αντικείμενα της έρευνας συνδέονται με αντικείμενα επιστημονικής γνώσης.
Τα πράγματα για τα οποία διερευνούμε είναι ίσα σε αριθμό με τα πράγματα που γνωρίζουμε επιστημονικά. Ερωτούμε για τέσσερα πράγματα: το γεγονός, τον λόγο για τον οποίο, αν κάτι είναι, τι είναι κάτι. (APo. II 1, 89b23–25)
Ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται αυτά τα τέσσερα ερωτήματα ως ζεύγη, και υπάρχει μια φυσική ακολουθία σε κάθε ζεύγος. Γνωρίζοντας ότι ισχύει κάποια κατάσταση πραγμάτων, μπορούμε να διερευνήσουμε τον λόγο για τον οποίο ισχύει.
Όταν γνωρίζουμε το γεγονός, διερευνούμε τον λόγο (π.χ., γνωρίζοντας ότι έχει εκλείψει ή ότι η γη κινείται, διερευνούμε τον λόγο για τον οποίο έχει εκλείψει ή γιατί η γη κινείται). (APo. II 1, 89b29–31)
Ομοίως, αν ολοκληρώσουμε μια έρευνα σχετικά με το αν κάτι υπάρχει, μπορούμε να προχωρήσουμε στη διερεύνηση της φύσης του, του τι είναι.
Και αφού γνωρίζουμε ότι είναι, διερωτόμαστε τι είναι (π.χ., Τότε τι είναι θεός; Ή τι είναι άνθρωπος;). (Αpo. II 1, 89b34–35)
Τα παραδείγματα αποκαλύπτουν μια διάκριση που δομεί μεγάλο μέρος της συζήτησης για τα επόμενα δέκα κεφάλαια. Διότι φαίνεται ότι οι «πραγματολογικές» έρευνες αφορούν το αν κάποιο χαρακτηριστικό ανήκει σε κάποιο υποκείμενο (κίνηση στη Γη, έκλειψη στη Σελήνη) και ότι η αναζήτηση του λόγου για το γιατί είναι μια αναζήτηση της αιτιώδους εξήγησης του χαρακτηριστικού που ανήκει σε αυτό το υποκείμενο. Αντίθετα, φαίνεται ότι η μετάβαση από το «αν» στο «τι» είναι μια μετάβαση από την απόδειξη της ύπαρξης κάποιου υποκειμένου («θεός», «άνθρωπος») στη απόδειξη του τι είναι.
Ωστόσο, η διάκριση δεν είναι, όπως αποδεικνύεται, τόσο σαφής. Έχοντας αρχίσει να επεξηγεί τη διάκριση μεταξύ της έρευνας του αν ή αν κάτι υπάρχει και του τι είναι με το ερώτημα «αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κένταυρος ή θεός», στη συνέχεια χαρακτηρίζει τη γνώση που επιτυγχάνεται ως «γνώση ότι υπάρχει». Και στο δεύτερο κεφάλαιο, αρχίζει να συνδέει τις δύο ακολουθίες έρευνας μέσω της συλλογιστικής του έννοιας του «μεσαίου όρου», του όρου που είναι κοινός στις δύο προκείμενες σε μια συλλογιστική απόδειξη.
Έτσι, προκύπτει ότι σε όλη μας την έρευνα αναζητούμε είτε αν υπάρχει ένας μεσαίος όρος είτε ποιος είναι ο μεσαίος όρος . Διότι ο μεσαίος όρος είναι η αιτία, και αυτό είναι σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο. (APo. II 2, 90a7–9)
Δηλαδή, σε κάθε έγκυρη συλλογιστική συμπερασματολογία, ο μεσοπρόθεσμος όρος που μοιράζονται οι προκείμενες αποτελεί την εγγύηση για το συμπέρασμα. Στην επιστημονική εξήγηση, ωστόσο, ο μεσοπρόθεσμος όρος πρέπει επίσης να προσδιορίζει την αιτία του γεγονότος που δίνεται στο συμπέρασμα - αυτό που προσδιορίζει αυτός ο όρος είναι η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ του υποκειμένου και του χαρακτηριστικού. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο από τα συνηθισμένα του παραδείγματα, αν επιδιώξουμε να εξηγήσουμε τον περιοδικό ήχο του θορύβου στα σύννεφα, ο μεσοπρόθεσμος όρος πρέπει να προσδιορίζει την αιτία της σύνδεσης μεταξύ αυτού του θορύβου και αυτών των σύννεφων, κάτι που ο Αριστοτέλης θεωρεί ως την εξαφάνιση της φωτιάς εκεί μέσα. Επιπλέον, σύμφωνα με την περιγραφή του Αριστοτέλη για τη σχέση μεταξύ αιτιώδους απόδειξης και επιστημονικού ορισμού, η γνώση της αιτίας της βροντής είναι ταυτόχρονα γνώση της ουσίας της βροντής, τι πραγματικά είναι η βροντή.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να λέμε γιατί βροντάει και του τι είναι η βροντή. Στη μία περίπτωση θα πείτε: Επειδή η φωτιά σβήνει στα σύννεφα. Αλλά: Τι είναι η βροντή;—Ένας θόρυβος φωτιάς που σβήνει στα σύννεφα. Επομένως, η ίδια αφήγηση δίνεται με διαφορετικούς τρόπους: από τη μία πλευρά είναι μια συνεχής απόδειξη, από την άλλη ένας ορισμός. (APo. II 10, 94a4–8)
Στο APo., ο Αριστοτέλης επιστρέφει τακτικά σε τυπικά παραδείγματα φυσικών φαινομένων όπως οι βροντές και οι εκλείψεις - αλλά επίσης, και σημαντικό, παρέχει ένα εκτεταμένο βιολογικό παράδειγμα, δηλαδή την εποχιακή απώλεια φύλλων σε πλατύφυλλα φυτά. [2] Στο κεφάλαιο 16, ο Αριστοτέλης φαντάζεται μια έρευνα που ξεκινά με ερωτήματα όπως «Γιατί οι συκιές και τα αμπέλια χάνουν τα φύλλα τους;». Η πρότυπη απάντηση είναι «Επειδή και τα δύο είναι πλατύφυλλα». Δηλαδή, η έρευνα αναζητά κάποιο άλλο χαρακτηριστικό, κοινό και στα δύο είδη, που σχετίζεται με τον στόχο της έρευνας, την εποχιακή απώλεια φύλλων. Το «επειδή» είναι, ωστόσο, προκαταρκτικό - είναι καλύτερο να θεωρήσουμε το πλατύφυλλο ως ένα βήμα προς την αιτιώδη εξήγηση. Το Κεφάλαιο 17 αναλαμβάνει το παράδειγμα, στο πλαίσιο του επιχειρήματος ότι η βασική επιστημονική έρευνα αναζητά, όπου είναι δυνατόν, συνεκτικές προβλέψεις, κάτι που δεν ισχύει μεταξύ απώλειας φύλλων και συκιών ή απώλειας φύλλων και αμπέλων. Η υποψήφια κύρια υπόθεση, ωστόσο - «Ό,τι είναι πλατύφυλλο χάνει τα φύλλα του» - προσδιορίζει μια συνεκτική σχέση μεταξύ υποκειμένου και κατηγορουμένου. Μπορεί επομένως να χρησιμεύσει ως μια κατάλληλη επιστημονική εξήγηση , και ο όρος «πλατύφυλλο» μπορεί να χρησιμεύσει για τον προσδιορισμό ενός είδους, όλα και μόνο τα μέλη του οποίου χάνουν τα φύλλα τους. [3] Έτσι, ο μεσαίος όρος της προκαταρκτικής εξήγησης γίνεται το θέμα μιας πιο βασικής, συνεκτικής κατηγόρησης. Η αιτία που τα πλατύφυλλα δέντρα χάνουν τα φύλλα τους θα είναι, επομένως, κάτι πιο θεμελιώδες σχετικά με τα πλατύφυλλα δέντρα, που εδώ προσδιορίζεται ως η στερεοποίηση της υγρασίας στη συμβολή των φύλλων, η οποία μπορεί έτσι να χρησιμεύσει ως ο μεσαίος όρος σε μια αιτιώδη εξήγηση αυτού του γεγονότος. Αλλά θα χρησιμεύσει επίσης ως μέρος ενός ορισμού της απώλειας φύλλων.
Το μεσαίο είναι η περιγραφή του πρώτου μείζονος όρου [δηλαδή, του κατηγορουμένου στο συμπέρασμα], γι' αυτό και όλες οι επιστήμες προκύπτουν μέσω ορισμού. (APo. II 17, 99a22–23)
Δηλαδή, αν η έρευνά μας πάει καλά, θα έχουμε μια περιγραφή του τι είναι η απώλεια φύλλων. Στην πορεία, υποτίθεται ότι θα ακολουθηθεί μια διαδικασία ταυτοποίησης του είδους, του οποίου όλα και μόνο τα μέλη θα χάσουν τα φύλλα τους λόγω πήξης του χυμού. Ωστόσο, τα Αναλυτικά δεν παρέχουν καμία συστηματική συζήτηση σχετικά με το εάν υπάρχουν γενικά κριτήρια για την ταυτοποίηση αυτών των βασικών επιστημονικών ειδών. Όπως θα δούμε, αυτό είναι το θέμα ενός από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα του βιβλίου Ι "Μέρη των Ζώων ".
Υπάρχουν δύο αρκετά διαφορετικά ερωτήματα που πρέπει να θέσουμε σχετικά με το πώς αυτές οι ιδέες για την έρευνα και την εξήγηση στα Αναλυτικά σχετίζονται με τις έρευνες του Αριστοτέλη για τα ζώα: Πρώτον, πώς σχετίζεται η φιλοσοφία της βιολογίας που παρουσιάζεται στο PA I με τη γενική περιγραφή της εξήγησης, του ορισμού και της έρευνας στα Μεταγενέστερα Αναλυτικά; [4] Και δεύτερον, σε ποιο βαθμό οι πραγματείες που αναφέρουν τις πραγματικές έρευνες του για τα ζώα συμμορφώνονται είτε με τη γενική περιγραφή του για την επιστημονική γνώση και έρευνα στο APo., είτε με τους κανόνες σχετικά με τη μελέτη των ζώων που ορίζονται στο PA I; Το υπόλοιπο αυτού του λήμματος θα οργανωθεί γύρω από αυτά τα δύο ερωτήματα.
3. Επιβεβαίωση
Καταρχάς, απαιτούνται ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το τι συζητάμε —και τι δεν συζητάμε—. Φαίνεται προφανές, αφού διατυπωθεί, ότι η πραγματική δραστηριότητα της μελέτης των ζώων διαφέρει από τη δραστηριότητα της συγγραφής ή της διδασκαλίας για τα ζώα με βάση αυτή τη μελέτη. Έχουμε πρόσβαση σε πολλά συστηματικά οργανωμένα γραπτά του Αριστοτέλη για τα ζώα. Δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στις πραγματικές του έρευνες. Μερικοί συγγραφείς που μελετήθηκαν από ιστορικούς της επιστήμης συζητούν, στο γραπτό τους έργο, τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν για να συλλέξουν τις πληροφορίες και να επεξεργαστούν τις θεωρητικές τους ιδέες και μάλιστα παρέχουν «ημερολόγια» που περιγράφουν τις καθημερινές τους μελέτες—ο Αριστοτέλης δεν είναι ένας από αυτούς. Ούτε κάποιος άλλος ανέφερε ότι παρατήρησε τον Αριστοτέλη να διεξάγει τις μελέτες του. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν λογικά συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε από τα γραπτά του. Για παράδειγμα, είναι σαφές ότι συμβουλευόταν τακτικά άλλους «ειδικούς» όπως μελισσοκόμους, ψαράδες και σφουγγαράδες· ότι αυτός (ή κάποιος υπό την καθοδήγησή του) πραγματοποίησε πολλές ανατομές σε μια μεγάλη ποικιλία ζώων· ότι υπήρχαν τουλάχιστον ορισμένα διαγράμματα που δημιουργήθηκαν με βάση αυτές τις ανατομές· ότι κατείχε ή είχε πρόσβαση σε μια εντυπωσιακή βιβλιοθήκη που περιείχε μια ποικιλία (υποτιθέμενων) γεγονότων για κάθε είδους θέματα, τα οποία είχαν καταγραφεί από άλλους· και ούτω καθεξής. Επιπλέον, όσον αφορά το πώς συλλογιζόταν για συγκεκριμένες εξηγήσεις, μπορούμε να εξαγάγουμε κάποια λογικά συμπεράσματα από όσα λέει για τις σωστές μεθόδους βιολογικής έρευνας. Αλλά είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μελετάμε κείμενα που παρουσιάζουν, με έναν εξαιρετικά δομημένο και θεωρητικό τρόπο, τα αποτελέσματα μιας πραγματικής έρευνας, τις λεπτομέρειες και τις πρακτικές πτυχές της οποίας γνωρίζουμε ελάχιστα.
Δεν είναι επίσης σαφές ποια είναι η πρόθεση των κειμένων που έχουμε και τα οποία αναφέρουν αυτές τις έρευνες. Μερικές φορές λέγεται ότι είναι «σημειώσεις διαλέξεων». Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα λάθος. Είναι πολύ προσεκτικά γραμμένα και δομημένα. Αλλά φαίνεται σαφές, από διασταυρούμενες αναφορές, ότι ορισμένα από αυτά έπρεπε να μελετηθούν με μια συγκεκριμένη σειρά, και αυτή η σειρά μπορεί να συμμορφώνεται με ένα πρόγραμμα σπουδών στο Λύκειο. Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ όλες οι άλλες βιολογικές πραγματείες αναφέρονται για περισσότερες πληροφορίες στις «έρευνες για τα ζώα», δηλαδή σε κάτι σαν την Ιστορία των Ζώων που έχει φτάσει σε εμάς, συχνά σε συνδυασμό με τις «ανατομές», η Ιστορία των Ζώων μας δεν έχει αναφορές στις άλλες, επεξηγηματικές μελέτες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι «έρευνες και οι ανατομές» είχαν διαφορετική λειτουργία σε ένα τέτοιο πρόγραμμα σπουδών, ίσως κάτι παρόμοιο με τα «έργα αναφοράς».
Τέλος, αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η σειρά των πραγματειών που έχουμε πιθανότατα συγκεντρώθηκε εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη από ό,τι άφησε πίσω του. Φαίνεται απίθανο να μπορέσουμε ποτέ να προσδιορίσουμε την ακριβή σχέση μεταξύ της λεγόμενης «Ανδρονική» έκδοσης, της πιθανής πηγής των κειμένων μας, και όσων δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του Αριστοτέλη.
Αυτές οι τρεις επιφυλάξεις θέτουν περιορισμούς σε αυτό που μπορούμε εύλογα να ισχυριστούμε ότι κάνουμε. Θα συζητήσουμε τις πραγματείες που αναφέρουν τα αποτελέσματα των ερευνών του Αριστοτέλη για τα ζώα. Θα υποθέσουμε ότι τα κείμενα που μας έχουν παραδοθεί αντικατοπτρίζουν όσα έγραψε για αυτό το θέμα και ότι οι παραπομπές σε αυτά τα κείμενα είναι δικές του και αντικατοπτρίζουν τις δικές του απόψεις σχετικά με το πώς αυτές οι διάφορες μελέτες σχετίζονται μεταξύ τους.
4. Φιλοσοφία της Βιολογίας
Το βιβλίο Ι των Μέρων των Ζώων (PA I) ξεκινά σκιαγραφώντας τον σκοπό του, ο οποίος είναι να θεσπίσει ένα σύνολο προτύπων για την κρίση των φυσικών ερευνών (639a15). Τα πέντε κεφάλαιά του επιδιώκουν αυτόν τον σκοπό, συζητώντας το κατάλληλο επίπεδο γενικότητας για τέτοιες μελέτες, τους τρόπους αιτιότητας και την αναγκαιότητα που πρέπει να χρησιμοποιούνται σε βιολογικές εξηγήσεις, τη σχέση της μορφής με την ύλη στα ζωντανά όντα, την κατάλληλη μέθοδο λογικής διαίρεσης για αυτό το θέμα, τα μέσα αναγνώρισης των ειδών και των δραστηριοτήτων τους στο κατάλληλο επίπεδο αφαίρεσης και πολλά άλλα. Δύο είδη στοιχείων υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι το βιβλίο αυτό έχει ως στόχο να ασχοληθεί με προβλήματα και ερωτήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της γενικής φιλοσοφίας της επιστήμης του Αριστοτέλη, που βρίσκεται στα Αναλυτικά των Μεταγενέστερων, στη θεωρητική του διερεύνηση της ζωντανής φύσης.
Το πρώτο είδος στοιχείων αποτελείται από αποσπάσματα που εισάγουν τις βιολογικές του έρευνες, τα οποία φαίνεται να κάνουν σαφή αναφορά στην περιγραφή της επιστημονικής γνώσης στο APo. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιστορία των Ζώων (μια καλύτερη, αν και λιγότερο οικεία μετάφραση, θα ήταν το Animal Inquiries), για παράδειγμα, υποδηλώνει ότι ολόκληρο το βιολογικό έργο είναι οργανωμένο σύμφωνα με τη θεωρία της έρευνας που αναπτύχθηκε στο APo. II. Αυτό το απόσπασμα βρίσκεται κοντά στο τέλος του έκτου κεφαλαίου στο πρώτο βιβλίο του HA. Μετά από πέντε κεφάλαια στα οποία ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τα είδη των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των ζώων που πρόκειται να μελετηθούν και σκιαγραφεί τους τρόπους με τους οποίους πρόκειται να διερευνηθούν, κάνει την ακόλουθη προγραμματική δήλωση σχετικά με την επερχόμενη έρευνα και πού αυτή εντάσσεται σε ολόκληρη την επιστημονική μελέτη των ζώων:
Αυτά, λοιπόν, έχουν ειπωθεί τώρα ως περίγραμμα για να δώσουμε μια γεύση από το ποια πράγματα πρέπει να μελετηθούν και τι είναι αυτό που πρέπει να μελετηθεί σε αυτά, ώστε να μπορέσουμε πρώτα να κατανοήσουμε τις διαφορές και τα χαρακτηριστικά που ανήκουν σε όλα τα ζώα. Αφού το κάνουμε αυτό, πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τις αιτίες. Διότι είναι φυσικό να διεξάγουμε την έρευνα με αυτόν τον τρόπο, ξεκινώντας με την έρευνα για κάθε πράγμα· διότι από αυτές τις έρευνες γίνεται σαφές τόσο για το ποια πράγματα (peri hôn) πρέπει να είναι η απόδειξη (tên apodeixin) όσο και από ποια πράγματα (ex hôn) πρέπει να προέλθει. (HA I 6, 491a7–14)
Ο φυσικός τρόπος για να προχωρήσουμε, λοιπόν, είναι να ξεκινήσουμε με έρευνα (historia) σχετικά με τα γεγονότα κάθε ζωντανού όντος, με στόχο την κατανόηση των διαφορών και των χαρακτηριστικών όλων των ζώων· και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τις αιτίες τους. Αυτό είναι φυσικό επειδή, δεδομένου ότι ο στόχος μας είναι η αποδεικτική κατανόηση, θέλουμε να καταλήξουμε σε μια σαφή διάκριση μεταξύ των γεγονότων που πρέπει να εξηγηθούν (το peri hôn) και της εξήγησής τους (το ex hôn). Αυτή η δήλωση απηχεί τη σύνοψη, στο APo. I 10, των συστατικών της αποδεικτικής γνώσης:
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν εκ φύσεως αυτά τα τρία [συστατικά της αποδεικτικής γνώσης]: αυτό για το οποίο (peri ho) αποδεικνύει, αυτό που αποδεικνύει και εκείνα τα πράγματα από τα οποία (ex hôn) αποδεικνύει. (76b21–22)
Η Ιστορία των Ζώων αυτοχαρακτηρίζεται ως η καθιέρωση των χαρακτηριστικών και των διαφορών που ανήκουν σε όλα τα ζώα και ισχυρίζεται ότι διεξάγοντας αυτήν την έρευνα είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στην αναζήτηση των αιτιών. Πράγματι, ο Αριστοτέλης φαίνεται να υπονοεί ότι μια επιτυχημένη ιστοριογραφία ή πραγματολογική έρευνα θα μας προετοιμάσει να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ των γεγονότων που πρέπει να εξηγηθούν και εκείνων που θα επικαλεστούμε στις εξηγήσεις μας. Στη γλώσσα των Μεταγενέστερων Αναλυτικών: Η ΙΑ καθιερώνει το γεγονός, π.χ. ότι όλα τα ζώα με πνεύμονες έχουν τραχεία ή ότι όλα τα κητώδη έχουν πνεύμονες και είναι ζωοτόκα, επιδιώκοντας συνήθως να αναγνωρίσει ομάδες μέσω της ανακάλυψης συνεκτικών διαφοροποιήσεων με τη βοήθεια της μεθόδου της διαίρεσης. [5] Η σωστή χρήση της διαίρεσης, επιπλέον, θα δώσει σαφείς ενδείξεις για το ποιες κατηγορίες είναι βασικές και ποιες παράγωγες. Έργα όπως τα Μέρη των Ζώων ή η Γενιά των Ζώων, από την άλλη πλευρά, επιδιώκουν να διαπιστώσουν τον λόγο - την αιτία - του γεγονότος. Αν ο Αριστοτέλης ακολουθεί τη μέθοδο που περιγράφεται στα Αναλυτικά , αυτές οι αιτιακές εξηγήσεις θα πρέπει ταυτόχρονα να μας υποδεικνύουν ουσιώδεις ορισμούς του τι σημαίνει να είσαι τραχεία ή ζωοτόκος. Είναι ένα πολύ συζητημένο ζήτημα αν ο ορισμός ήταν, στην πραγματικότητα, ένας ρητός στόχος της ΙΑ ή απλώς μια συνέπεια του επεξηγηματικού στόχου που προσδιορίζεται σαφώς στο παραπάνω απόσπασμα από την ΙΑ I 6· και αν ναι, αν αναζητήθηκαν ορισμοί των ζωικών ειδών ή μόνο ορισμοί των χαρακτηριστικών τους. Όπως θα δούμε, υπάρχουν αρκετές περιλήψεις κεφαλαίων στις επεξηγηματικές πραγματείες που υποστηρίζουν ότι έχουν δοθεί τόσο μια εξήγηση για το γιατί ένα μέρος βρίσκεται σε εκείνα τα ζώα που το έχουν, όσο και μια περιγραφή του τι είναι αυτό το μέρος· αλλά πρέπει να εργαστούμε πολύ σκληρά για να ανακατασκευάσουμε οποιονδήποτε ορισμό των ζωικών ειδών σε αυτές τις πραγματείες. [6]
Αρκετά κείμενα στις αιτιακές έρευνες του Αριστοτέλη ενισχύουν το μήνυμα του HA I 6, τονίζοντας ότι το προκαταρκτικό έργο των ερευνών που διαπιστώνουν και οργανώνουν τα γεγονότα σε διάφορα επίπεδα γενικότητας έχει ολοκληρωθεί. Και αναφέρονται τακτικά σε κάτι σαν αυτό που αναφέρεται στο HA μας ως το σημείο αναζήτησης των αποτελεσμάτων αυτού του προκαταρκτικού έργου. Ακολουθούν δύο σαφείς δηλώσεις προς τούτο, μία από την αρχή της μελέτης του για τις αιτίες των διαφορών στην κίνηση των ζώων και μία από την αρχή της μελέτης του για τις αιτίες των διαφορών μεταξύ των μερών των ζώων:
Σαφώς χρειάζεται να μελετηθούν όλα αυτά τα ερωτήματα σχετικά με την κίνηση των ζώων και οποιαδήποτε άλλα παρόμοια· διότι το ότι (hoti) αυτά τα πράγματα είναι έτσι είναι σαφές από τις έρευνές μας στη φύση (tês historias tês phusikês)· ο λόγος για τον οποίο (dioti) πρέπει τώρα να διερευνηθεί. (IA 1, 704b7–10)
Από ποια μέρη και από πόσα μέρη αποτελείται το καθένα από τα ζώα έχει καταδειχθεί σαφέστερα στις έρευνες σχετικά με αυτά (en tais historiais tais peri autôn)· είναι οι αιτίες λόγω των οποίων κάθε ζώο έχει αυτόν τον χαρακτήρα που πρέπει τώρα να εξεταστούν, λαμβάνοντας ξεχωριστά και μόνα τους (chorisantas kath'hauta) αυτά που αναφέρονται στις έρευνες. (PA II 1, 646a8–12)
Κάθε ένα από αυτά τα αποσπάσματα περιγράφει ρητά τη μελέτη των ζώων με την οποία ασχολείται ο Αριστοτέλης στη γλώσσα της θεωρίας της έρευνας του Αριστοτέλη στο APo. II 1. Πράγματι, το απόσπασμα από το HA I 6 το κάνει αυτό επιμένοντας ότι η φυσική μέθοδος που πρέπει να χρησιμοποιηθεί είναι πρώτα να διευκρινιστούν οι διαφορές και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να αποδειχθούν («να αποδειχθεί το γεγονός ότι ...») πριν προχωρήσουμε στην εύρεση των αιτιών («ο λόγος για τον οποίο, δηλαδή η αιτία») που πρέπει να επικαλεστούμε σε αυτές τις αποδείξεις. Οι έρευνες για τα ζώα (historiai) είναι ένα είδος έρευνας hoti —δηλαδή, η Ιστορία των Ζώων παρουσιάζει τα γεγονότα που πρέπει να εξηγηθούν και οργανώνεται με τρόπο ώστε να είναι προετοιμασμένη για αιτιώδη απόδειξη. [7]
Οι IA και PA, από την άλλη πλευρά, αναφέρονται ότι επιδιώκουν μια αιτιώδη διερεύνηση του λόγου για τον οποίο τα διάφορα είδη ζώων διαφοροποιούνται όπως είναι, και αναγνωρίζουν ότι είναι σε θέση να το κάνουν αυτό ακριβώς επειδή έχει ολοκληρωθεί η πραγματική διερεύνηση της κίνησης και των μερών των ζώων. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Αριστοτέλης τονίζει τη διάκριση στην οποία εστιάζουμε, ίσως για να υπενθυμίσει στους αναγνώστες του τη φιλοσοφία του για την επιστημονική έρευνα και να τονίσει τη σημασία της εμπειρίας με τα φαινόμενα που πρέπει να εξηγηθούν.
Υπάρχει μια δεύτερη σειρά αποδεικτικών στοιχείων, αρκετά ανεξάρτητη από αυτές τις προγραμματικές δηλώσεις, η οποία οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Τα θέματα που καλύπτονται στο PA I λαμβάνουν τη μορφή προδιαγραφών των κεντρικών θεμάτων των Posterior Analytics. Αυτές οι προδιαγραφές απαιτούνται επειδή - σε αντίθεση με τα μαθηματικά παραδείγματα που αποτελούν τη βάση μεγάλου μέρους της επιστημονικής θεωρίας στα Posterior Anytics - τα ζώα είναι [α] σύνθετες ενότητες ύλης (σώμα) και μορφής (ψυχή)· [β] προκύπτουν από μια σύνθετη διαδικασία ανάπτυξης· [γ] ο σκοπός - αυτός για τον οποίο συμβαίνει η ανάπτυξη - προηγείται τόσο αιτιωδώς όσο και οριστικά αυτής της διαδικασίας· [δ] ένα διακριτικό είδος αναγκαιότητας, η υπό όρους αναγκαιότητα, είναι λειτουργικό· και [ε] απαιτείται μια ειδική μέθοδος πολυδιαφορικής διαίρεσης. Μια τέτοια συζήτηση απαιτείται από το γεγονός ότι, παρόλο που τα Posterior Analytics σκοπεύουν τα επιστημολογικά τους πρότυπα να είναι εφαρμόσιμα σε κάθε επιστήμη - συμπεριλαμβανομένων των φυσικών επιστημών, όπως είναι σαφές από τα πολλά παραδείγματα που αντλούνται από τις φυσικές επιστήμες στο βιβλίο II - δεν παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα επιτευχθεί αυτή η εφαρμογή.
Τι μας λέει, λοιπόν, η PA I για τον σωστό τρόπο διερεύνησης των ζώων; Ο Αριστοτέλης ξεκινά θέτοντας ένα πρόβλημα σχετικά με τον τρόπο αναγνώρισης των κατάλληλων αντικειμένων διερεύνησης. Πρέπει να ξεκινήσουμε μελετώντας τα χαρακτηριστικά ομάδων κοντά στο επίπεδο της αντίληψης, όπως οι άνθρωποι, τα άλογα, οι σκύλοι και τα συναφή, ή πρέπει να αναζητήσουμε χαρακτηριστικά που «ανήκουν κοινά ανάλογα με το είδος και στη συνέχεια να μελετήσουμε τα διακριτικά τους χαρακτηριστικά» (639b4–5). Σημειώνει ότι, επειδή υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε πολλά από αυτά τα πιο συγκεκριμένα είδη, η εστίαση της μελέτης μας σε αυτά θα έχει ως αποτέλεσμα την επανάληψή μας - σαν, για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα από την APo II που συζητήθηκε στην Ενότητα 2, να παραμέναμε στο επίπεδο «οι ελιές χάνουν τα φύλλα τους», «τα αμπέλια χάνουν τα φύλλα τους». Μεταξύ αυτών των κοινών χαρακτηριστικών, ο Αριστοτέλης διακρίνει εκείνα που φαίνεται να μην διαφέρουν μεταξύ των ειδών που τα έχουν (αναφέρει την αναπνοή και τον θάνατο) από εκείνα που είναι «διακριτικά στη μορφή» όπως η κίνηση. Όπως το θέτει ο ίδιος: «είναι προφανές ότι η κίνηση δεν είναι ενιαία σε μορφή, επειδή η πτήση, η κολύμβηση, το περπάτημα και το έρπυσμα διαφέρουν» (639b1–2). Ο Αριστοτέλης ασχολείται με αυτό το ζήτημα, θυμίζοντας τόσο πολύ το APo. I 4–5, στο PA I 4, αλλά μόνο αφού έχει εισαγάγει έναν νέο τρόπο σκέψης για τις διαφοροποιήσεις και τη διαίρεση, κατάλληλο για τη διερεύνηση των ζώων. Αφού συζητήσουμε τις συστάσεις του σχετικά με τη χρήση της λογικής διαίρεσης στη βιολογία, θα επανέλθουμε για να εξετάσουμε την απάντησή του.
Τα ζώα είναι σύνθετες δομές οργανωμένες έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελούν ένα ολοκληρωμένο σύνολο λειτουργιών και δραστηριοτήτων. Ωστόσο, τα Μεταγενέστερα Αναλυτικά παρέχουν πολύ λίγες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής των κανόνων τους σε τέτοια πράγματα. Και πάλι, το PA I, και ιδιαίτερα τα κεφάλαια 1 και 5, φαίνεται να έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν αυτή την καθοδήγηση. Επιδιώκει να καθιερώσει [α] την προτεραιότητα της αιτιότητας-στόχου έναντι της αιτιότητας-κίνητρου, [β] την προτεραιότητα της μελέτης της μορφής ενός ζώου (η οποία, υποστηρίζει, θα πρέπει να ταυτίζεται με την ψυχή του) έναντι της μελέτης των υλικών συστατικών του (δηλαδή, του σώματός του), και [γ] την παρουσία ενός ειδικού είδους αναγκαιότητας που λειτουργεί όπου οι στόχοι και η μορφή έχουν προτεραιότητα, δηλαδή η υποθετική ή υπό όρους αναγκαιότητα (βλ. PA I 1, 640a10–641a32, 642a1–31).
Το επιχείρημα είναι περίπλοκο λόγω του τρόπου παρουσίασής του. Πρώτον, είναι μια αφήγηση στην οποία ο Αριστοτέλης αναπτύσσει σταδιακά τις δικές του απόψεις, εκθέτοντας τα λάθη όσων ερεύνησαν τη φύση πριν από αυτόν. Είναι δομημένο ως μια εναλλακτική λύση στις απόψεις που εξέφρασαν ο Εμπεδοκλής και ο Δημόκριτος, και σύμφωνα με το πνεύμα του Σωκράτη (642a24–31). Δεύτερον, όπως είναι τόσο χαρακτηριστικό του, αυτό που αρχικά μπορεί να φαίνεται σαν τρεις ξεχωριστές αφηγήσεις αποδεικνύεται ότι είναι μια ενιαία, σύνθετη περίπτωση για την έμφαση στη μελέτη της μορφής, της τελεολογικής εξήγησης και της υπό όρους αναγκαιότητας κατά τη μελέτη των ζωντανών όντων. Η μορφή, στην περίπτωση των ζωντανών όντων, αποδεικνύεται ότι είναι η ικανότητα εκτέλεσης ζωντανών λειτουργιών όπως η διατροφή, η αντίληψη ή η μετακίνηση, δηλαδή η ψυχή. Και έτσι η μορφή ενός ζωντανού όντος προηγείται αιτιακά της ύλης, επειδή είναι ο στόχος για τον οποίο τα μέρη του ζώου - η ύλη του - δημιουργούνται και υπάρχουν. Αυτό, με τη σειρά του, μας παρέχει τον κατάλληλο τρόπο για να κατανοήσουμε την «υπό όρους αναγκαιότητα» - τα μέρη και οι διαδικασίες που τα παράγουν δεν απαιτούν το αποτέλεσμα. Αντιθέτως, το αποτέλεσμα απαιτεί οι αναπτυξιακές διαδικασίες να επιφέρουν τα μέρη που είναι απαραίτητα για να ζήσει ο οργανισμός τη ζωή του, και να το κάνουν αυτό με χρονικά και χωρικά συντονισμένο τρόπο (βλ. GA II 4, 740b19–34· II 6, 743a16–36).
Τα κεφάλαια 2 και 3 έχουν παρόμοια αφηγηματική δομή. Σταδιακά, μια θετική θεωρία της βιολογικής διαίρεσης αναδύεται από τις στάχτες μιας λεπτομερούς κριτικής ανάλυσης εκείνων (του Πλάτωνα και ορισμένων μαθητών του) που «προσπαθούν να συλλάβουν το ιδιαίτερο διαιρώντας το είδος σε δύο διαφορές» (PA I 2, 642b5), μια πρακτική που βρίσκει στις «γραπτές διαιρέσεις» (642b11), ίσως μια αναφορά σε διαιρέσεις που βρίσκουμε σε ορισμένους από τους μεταγενέστερους διαλόγους του Πλάτωνα, ή ίσως σε χαμένα έργα άλλων μελών της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Η μέθοδος που επικρίνει συνδυάζει δύο βασικές τεχνικές που οδηγούν στην ομαδοποίηση πραγμάτων που είναι θεμελιωδώς διαφορετικά και στην ομαδοποίηση πραγμάτων που είναι θεμελιωδώς παρόμοια ξεχωριστά: τη διχοτομία και τη διαίρεση κατά μη ουσιώδη. Η διχοτομία είναι η μέθοδος διαίρεσης των γενικότερων διαφορικών σε δύο εξαντλητικές εναλλακτικές λύσεις, η οποία συχνά συνεπάγεται ότι η μία από τις εναλλακτικές είναι απλώς η στέρηση της άλλης (φτερωτή, άπτερη). Η διαίρεση κατά μη ουσιώδη περιλαμβάνει τη διαίρεση μιας προηγούμενης διαφορικής τάξης μέσω μιας άσχετης διαφοράς. Για παράδειγμα, μπορείτε πρώτα να διαιρέσετε τα ζώα σε φτερωτά και χωρίς φτερά, και στη συνέχεια τα φτερωτά ζώα σε άγρια και ήμερα.
Εννοώ το είδος του πράγματος που προκύπτει από τη διαίρεση των ζώων σε άπτερα και φτερωτά, και των φτερωτών σε ήμερα και άγρια, ή χλωμά και μελαχρινά. Ούτε το ήμερο ούτε το χλωμό είναι διαφορά μεταξύ των φτερωτών. Αντίθετα, το καθένα είναι η προέλευση μιας άλλης διαφοράς, ενώ εδώ είναι συμπτωματική. (PA I 3, 643b19–22)
Για να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτή τη διχοτομική και αυθαίρετη μέθοδο, ο Αριστοτέλης συνιστά μια μέθοδο που διαιρεί κάθε ευρύτερη διαφορά με όλο και πιο καθορισμένες μορφές αυτής της διαφοράς (φτερά σε μορφές φτερού, ράμφη σε μορφές ράμφους) και το κάνει αυτό ταυτόχρονα σε όσες διαφορές συσχετίζονται σε ένα δεδομένο επίπεδο καθολικότητας.
Αντίθετα, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα ζώα ανά είδος, ακολουθώντας το παράδειγμα των πολλών στην οριοθέτηση ενός είδους πουλιού και ενός είδους ψαριού. Κάθε ένα από αυτά έχει οριστεί από πολλές διαφορές, όχι σύμφωνα με διχοτομία. (PA I 3, 643b9–12)
Έτσι, αν όλα τα πτηνά έχουν ράμφη, φτερά, κάποιου είδους φτερά, είναι δίποδα κ.λπ., τότε ο βιολόγος πρέπει να εκτελέσει την κατάλληλη διαίρεση σε όλα αυτά προκειμένου να κατανοήσει τα διάφορα υποείδη των πτηνών. Αυτό, φυσικά, δεν θα μας δώσει αποδεικτική γνώση, αλλά θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα συνεκτικά συσχετιζόμενα χαρακτηριστικά, σε κάθε επίπεδο εξειδίκευσης, που είναι τα κατάλληλα πράγματα για τα οποία πρέπει να αναζητήσουμε αποδεικτική γνώση.
Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αυτής της εκτεταμένης κριτικής της διχοτομικής, αυθαίρετης διαίρεσης και της ανάπτυξης μιας συστηματικής, πολυδιαφορικής εναλλακτικής είναι ότι θεωρεί δεδομένη τη «φυσικότητα» ορισμένων ειδών που έχουν αναγνωρίσει «οι πολλοί». Όπως λέει παραπάνω, «αυτά [τα πουλιά και τα ψάρια] έχουν οριστεί από πολλές διαφορές». Νωρίτερα είχε πει ότι οι όροι «πουλί» και «ψάρι» ονομάζουν μια «ομοιότητα», μια ομάδα ζώων που είναι «όμοια σε είδος» και τα οποία η διχοτομική διαίρεση διασπά ακατάλληλα (642b13–19). Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τη διαίρεση, υπάρχει πολύ μικρή διευκρίνιση για το τι κρύβεται πίσω από αυτή την έννοια της ομοιότητας ή της ομοιότητας σε είδος. Ωστόσο, οπλισμένη με μια μέθοδο διαίρεσης κατάλληλη για τη μελέτη των ζώων, η συζήτηση στρέφεται γρήγορα στο ερώτημα τι είναι αυτό που καθιστά σκόπιμο να αντιμετωπίζουμε όλα τα πουλιά ή όλα τα ψάρια ως ένα μόνο είδος, και στον καθορισμό κανόνων για την αναγνώριση άλλων τέτοιων ειδών. Ποια είναι τα ονόματα «πουλί» και «ψάρι», ισχυρίζεται, είδη με «κοινές φύσεις και μορφές που δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους» (644b2–3). Πριν κατανοήσουμε αυτά τα είδη μέσω μιας επιστημονικής ερμηνείας αυτής της κοινής φύσης, μπορούμε —όπως υποστηρίζει η Posterior Analytics— να κατανοήσουμε αυτά τα είδη, δηλαδή να κατανοήσουμε ότι όλα τα πουλιά έχουν μια κοινή φύση. [8] Το κάνουμε αυτό σημειώνοντας ότι έχουν πολλές γενικές διαφορές που ποικίλλουν με μετρήσιμους τρόπους — κατά το περισσότερο και το λιγότερο, όπως το θέτει.
[Aυτά τα είδη] ορίζονται σωστά με αυτόν τον τρόπο. Διότι τα ζώα που διαφέρουν κατά βαθμό και τα περισσότερα και τα λιγότερα έχουν συγκεντρωθεί κάτω από ένα είδος, ενώ εκείνα που είναι ανάλογα έχουν διατηρηθεί χωριστά. Εννοώ, για παράδειγμα, ότι το πουλί διαφέρει από πουλί κατά το περισσότερο ή κατά βαθμό (γιατί το ένα έχει μακριά φτερά, το άλλο κοντά φτερά), ενώ το ψάρι διαφέρει από πουλί κατ' αναλογία (γιατί αυτό που είναι φτερό στο ένα είναι λέπια στο άλλο). (PA I 4, 644a16–22)
Με αυτό ακριβώς το θέμα των διαφορετικών βαθμών ομοιότητας και διαφοράς των μερών ξεκινά το Historia Animalium, επεκτείνοντας αυτόν τον τρόπο χαρακτηρισμού της ομοιότητας και της διαφοράς άμεσα στις διαφορές στις δραστηριότητες, τους τρόπους ζωής και τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα. (HA I 1, 486a5–487a13) Αυτή είναι, λοιπόν, σαφώς μια συζήτηση για το πώς κάποιος επιτυγχάνει «γνώση του γεγονότος» και όχι «γνώση του λόγου για τον οποίο».
Το τελευταίο μέρος του PA I (που αντιμετωπίζεται από την Αναγέννηση ως το πέμπτο κεφάλαιό του) συχνά θεωρείται ότι έχει δύο, ουσιαστικά άσχετα μέρη. Και υπάρχει κάποια δικαιολογία για αυτό. Αν κάποιος αφαιρούσε το πρώτο μισό του κεφαλαίου, θα έμενε με ένα επιχείρημα που απορρέει αρκετά φυσικά από το συμπέρασμα του κεφαλαίου 4. Σε αυτό το σημείο, ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι μόλις κάποιος κάνει μια αρχική διαίρεση των χαρακτηριστικών που ανήκουν σε όλα τα ζώα αυτά καθαυτά, το επόμενο βήμα είναι να προσπαθήσει «να διαιρέσει τις αιτίες τους», μετά την οποία εφαρμόζει την ανάλυση της ομοιότητας και της διαφοράς από την προηγούμενη συζήτηση για τα μέρη στις δραστηριότητες που εκτελούνται από αυτά τα μέρη. Στη συνέχεια, κλείνει τη συζήτηση υποστηρίζοντας ότι οι διαφορές που βρίσκουμε στα μέρη των ζώων πρέπει να εξηγηθούν με αναφορά στις διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ των δραστηριοτήτων τους. Έτσι, μια σωστή διαίρεση των δραστηριοτήτων είναι μια διαίρεση των αιτιών των μερών των ζώων.
Παρ' όλα αυτά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτό το «κεφάλαιο» αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο, ένα είδος κορύφωσης του βιβλίου. Ξεκινά με ίσως το πιο γνωστό απόσπασμα στα βιολογικά έργα του Αριστοτέλη, ένα συναρπαστικό και όμορφα δομημένο εγκώμιο στις χαρές της μελέτης των ζώων, ακόμη και των πιο ταπεινών. Μια κομψή εισαγωγή χωρίζει τα φυσικά όντα σε αυτά που είναι αιώνια και σε αυτά που συμμετέχουν στη γέννηση και τη φθορά, σημειώνοντας ότι υπάρχουν έλξεις στη μελέτη και των δύο: αν και η πρόσβαση σε πληροφορίες για το πρώτο είναι περιορισμένη, το παρομοιάζει με «μια τυχαία, σύντομη ματιά σε αυτά που αγαπάμε»· από την άλλη πλευρά, τα φθαρτά πράγματα «παίρνουν το βραβείο όσον αφορά την κατανόηση επειδή γνωρίζουμε περισσότερα γι' αυτά και τα γνωρίζουμε πληρέστερα» και είναι «περισσότερο της δικής μας φύσης» (644b23–645a3). Στη συνέχεια, αναλύει την αξία της μελέτης των ζωντανών όντων γύρω μας. Είναι ένα απόσπασμα που αξίζει να παρατεθεί ολόκληρο.
Αφού ολοκληρώσαμε την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο μας φαίνονται τα πράγματα σχετικά με τα θεία πράγματα, μένει να μιλήσουμε για τη ζωική φύση, χωρίς να παραλείψουμε τίποτα από το χέρι μας, είτε λιγότερο είτε περισσότερο σεβαστό. Διότι ακόμη και στη μελέτη των ζώων που είναι δυσάρεστα στην αντίληψη, η φύση που τα δημιούργησε προσφέρει επίσης εξαιρετικές απολαύσεις σε όσους μπορούν να γνωρίσουν τις αιτίες τους και που είναι εκ φύσεως φιλόσοφοι. Σίγουρα θα ήταν παράλογο, ακόμη και παράλογο, να απολαύσουμε τη μελέτη των ομοιωμάτων των ζώων - με το σκεπτικό ότι ταυτόχρονα μελετάμε την τέχνη, όπως η ζωγραφική και η γλυπτική, που τα δημιούργησε - ενώ δεν εκτιμούμε ακόμη περισσότερο τη μελέτη των πραγμάτων που αποτελούνται από τη φύση, τουλάχιστον όταν μπορούμε να δούμε τις αιτίες τους.
Γι' αυτόν τον λόγο δεν πρέπει να αηδιάζουμε παιδαριωδώς στην εξέταση των λιγότερο πολύτιμων ζώων. Γιατί σε όλα τα φυσικά πράγματα υπάρχει κάτι το θαυμαστό. Όπως λέγεται ότι ο Ηράκλειτος μίλησε σε εκείνους τους ξένους που ήθελαν να τον συναντήσουν, αλλά σταμάτησαν καθώς πλησίαζαν όταν τον είδαν να ζεσταίνεται στον φούρνο - τους διέταξε να μπουν χωρίς φόβο, «Γιατί υπάρχουν και θεοί εδώ» - έτσι και κάποιος πρέπει να προσεγγίζει την έρευνα για κάθε ένα από τα ζώα χωρίς αηδία, αφού σε κάθε ένα υπάρχει κάτι φυσικό και καλό. Γιατί αυτό που δεν είναι τυχαίο αλλά μάλλον για χάρη κάποιου πράγματος είναι στην πραγματικότητα παρόν κυρίως στα έργα της φύσης· ο σκοπός για χάρη του οποίου αντικαθιστά το καλό. Αν κάποιος θεωρούσε ότι η μελέτη των άλλων ζώων δεν έχει αξία, θα έπρεπε να σκέφτεται το ίδιο πράγμα και για τον εαυτό του· γιατί είναι αδύνατο να κοιτάξει κανείς αυτό από το οποίο έχει συσταθεί η ανθρωπότητα - αίμα, σάρκα, οστά, αιμοφόρα αγγεία και άλλα τέτοια μέρη - χωρίς σημαντική αηδία. Όπως ακριβώς κάποιος που συζητά τα μέρη ή τον εξοπλισμό οποιουδήποτε πράγματος δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι το κάνει για να επιστήσει την προσοχή στο θέμα, ούτε για χάρη του θέματος, αλλά μάλλον για να επιστήσει την προσοχή στο συνολικό σχήμα (π.χ. σε ένα σπίτι αντί για τούβλα, κονίαμα και ξύλα), έτσι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η συζήτηση για τη φύση αναφέρεται στο σύνθετο και στο συνολικό ουσιαστικό είναι και όχι σε εκείνα τα πράγματα που δεν υπάρχουν όταν χωρίζονται από το ουσιαστικό τους είναι. (PA I 5, 645a4–36)
Οι αναγνώστες, που συχνά παρασύρονται από τη ρητορική αυτού του αποσπάσματος, μπορεί να μην παρατηρήσουν ότι υπάρχει ένα πειστικό επιχείρημα εδώ, με δύο βασικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι, ενώ η μελέτη του Ήλιου, της Σελήνης, των άστρων και των πλανητών μπορεί να είναι μια ευγενής επιδίωξη, αν η επιστημονική κατανόηση είναι ο στόχος σας, είναι πολύ πιο πιθανό να τον πετύχετε στη μελέτη των ζώων και των φυτών: «όποιος επιθυμεί να εργαστεί επαρκώς μπορεί να κατανοήσει πολλά πράγματα για κάθε είδος... γνωρίζουμε περισσότερα γι' αυτά και τα γνωρίζουμε πληρέστερα... είναι πιο κοντά σε εμάς και περισσότερο στη δική μας φύση» (απόσπασμα από τα 644b29–645a3). Το δεύτερο είναι ότι αν κάποιος έχει την κατάλληλη φιλοσοφική εστίαση, τότε συνειδητοποιεί ότι το κάπως δυσάρεστο έργο της ανατομής αιμοφόρων αγγείων και των παρόμοιων, είναι ένα μέσο για να κατανοήσει κανείς ότι, για χάρη της ψυχής και της ψυχής, αυτά τα αντικείμενα έρευνας υποστηρίχθηκε ότι είναι πρωταρχικά στο κεφάλαιο 1. Διότι το μάθημα του κεφαλαίου 1 είναι ότι η κατανόηση της ζωντανής ύλης επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της κατανόησης των λειτουργικών στόχων που εξυπηρετούν τα μέρη ενός ζώου, ανακαλύπτοντας σε τι χρησιμεύει κάθε μέρος του και σε τι συμβάλλει στη ζωή του ζώου. Αυτός είναι ο φιλοσοφικός τρόπος για να διερευνήσουμε τα ζώα, και κάνοντας αυτό μαθαίνουμε την αξία των μερών και των δραστηριοτήτων ενός ζώου στη ζωή του και θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε την ομορφιά που κρύβεται στη λειτουργικότητά τους.
Συνεπώς, το υπόλοιπο κεφάλαιο συνιστά την προσέγγιση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τα ζώα και τα μέρη τους με τρόπο ακριβώς ανάλογο με την προσέγγιση στη μελέτη των μερών που προτείνεται στο κεφάλαιο 4 (645b1–14) και ολοκληρώνεται με μια σχηματική συζήτηση της ποικιλίας των τελεολογικών σχέσεων που ισχύουν μεταξύ των μερών, μεταξύ των μερών και των δραστηριοτήτων τους, και μεταξύ των δραστηριοτήτων. Ο Αριστοτέλης μας ενθαρρύνει να αντιληφθούμε αυτές τις σχέσεις με έναν ακόμη πιο ενιαίο τρόπο, ως μια ενιαία σύνθετη σχέση μεταξύ μιας ενιαίας σύνθετης δραστηριότητας (ζωντανή, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει) και ενός μοναδικού σύνθετου οργάνου, του σώματος του ζώου. (645b15–36)
Στο πρώτο βιβλίο του «Μέρη των Ζώων», λοιπόν, έχουμε μια συστηματική φιλοσοφία της βιολογίας, η οποία από πολλές απόψεις φαίνεται να παρέχει αυτό που λείπει από τα Αναλυτικά όσον αφορά την εφαρμογή του προγράμματός τους στη μελέτη της ζωντανής φύσης. Αλλά άραγε η βιολογική πρακτική του Αριστοτέλη συνεχίζει αυτό το πρόγραμμα; Αξίζει να έχουμε κατά νου αυτό το ερώτημα καθώς εξετάζουμε τα βιβλία που αναφέρουν τα αποτελέσματα των μελετών του Αριστοτέλη για τα ζώα. Σε αυτά τα βιβλία θα στραφούμε τώρα.
5. Η Βιολογική Πρακτική του Αριστοτέλη
5.1 Η Ιστορία των Ζώων ως Αναφορά των Αποτελεσμάτων μιας Έρευνας ότι
Όπως είδαμε νωρίτερα, ο Αριστοτέλης εισάγει τη συστηματική μελέτη του για τις διαφορές και τα χαρακτηριστικά των ζώων ως μια θερμική έρευνα, μια πραγματολογική έρευνα που προηγείται της αναζήτησης αιτιακών αποδείξεων. Μελετώντας την, λοιπόν, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αναπτύξουμε μια πλούσια εικόνα για το τι επιδιώκει να επιτύχει αυτό το θεωρητικά υποκινούμενο, προκαταρκτικό στάδιο έρευνας, και ίσως μια γεύση από το τι συνεπάγεται μια τέτοια έρευνα.
Όπως έχουν πλέον αποδείξει πολλές μελέτες, που ακολουθούν το πρωτοποριακό έργο του David Balme (1961, 1987b), η Ιστορία των Ζώων (HA) είναι ένα έργο που από την αρχή μέχρι το τέλος παρουσιάζει και βασίζεται σε μια πολυδιαφορική διαίρεση των διαφορών των ζώων (βλ. Gotthelf 1988, 1997b· Lennox 2001b, κεφ. 1, 2· Pellegrin 1986). Είναι οργανωμένη ως μελέτη τεσσάρων ειδών διαφορών των ζώων που αναφέρονται για πρώτη φορά στο πρώτο κεφάλαιο της HA ως τα κύρια αντικείμενα μελέτης (στα 486b22–487a14) - διαφορές σε μέρη (το θέμα των Βιβλίων I–IV), σε τρόπους δραστηριότητας και ζωής (αυτές που σχετίζονται με τη γένεση στα Βιβλία V–VI—και στην ανθρώπινη γένεση στο IX—άλλες στο Βιβλίο VII) και σε χαρακτήρες (Βιβλίο VIII). Αυτά με τη σειρά τους υποδιαιρούνται. Για παράδειγμα, η συζήτηση για τα μη ομοιόμορφα μέρη (όργανα, όπως λέμε) των ζώων με αίμα (I 7–III 1) ακολουθείται από τη συζήτηση για τα ομοιόμορφα μέρη τους (ιστοί, III 2–22). Μια συζήτηση για τα μέρη των ζώων χωρίς αίμα ολοκληρώνει στη συνέχεια τη συζήτηση για τις διαφορές στα μέρη (IV 1–8). Το Βιβλίο IV ολοκληρώνεται με μια συζήτηση για τις διαφορές στις αισθητηριακές ικανότητες, τη φωνή και τις διαφορές που σχετίζονται με το φύλο. [9]
Μόνο όταν ο Αριστοτέλης αρχίζει να διακρίνει διαφορές μεταξύ, ας πούμε, ομοιόμορφων μερών, οι διάφορες ομάδες ζώων παίζουν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της συζήτησης. Και στο βαθμό που υπάρχουν σχετικά σταθερές γενικές ομάδες ζώων, αυτές αναγνωρίζονται σημειώνοντας την κατοχή σταθερών συσχετίσεων μεταξύ των διαφορικών - για παράδειγμα, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών ζώων που έχουν όλα φτερά, φτερά, ράμφη και δύο άσαρκα πόδια, και σε αυτήν την ομάδα ζώων έχει δοθεί ο χαρακτηρισμός «πτηνό». [10] Σε άλλες περιπτώσεις, τέτοιες ομάδες δεν έχουν αναγνωριστεί γενικά, και ο Αριστοτέλης αναφέρεται απλώς σε αυτές μέσω ορισμένων από τις πιο σημαντικές συσχετισμένες διαφορές τους - τα τετράποδα και ζωντανά ζώα, για παράδειγμα, που αντιστοιχούν στα χερσαία θηλαστικά μας (με μία σημαντική εξαίρεση).
Αυτό που είναι σαφές από την πρακτική της Ιστορίας των Ζώων είναι τόσο η αξία της διαίρεσης όσο και οι περιορισμοί της. Η διαίρεση από μόνη της δεν σας παρέχει τους άξονες της διαίρεσης. Αντίθετα, είναι προϋποτιθέμενοι. Η διαίρεση δεν σας δίνει είδη ζώων. Όπως είδαμε στην προηγούμενη ενότητα, πρέπει να στραφούμε στις PA I 4 και HA I 6 για τις σκέψεις του Αριστοτέλη σχετικά με το πώς δημιουργούνται αυτά τα είδη. Κάτι εκτός από τη διαίρεση είναι απαραίτητο για να αναγνωρίσει ένας ερευνητής θεωρητικά σημαντικά είδη, όπως τα κεφαλόποδα ή τα κητώδη. Γιατί να ομαδοποιούμε τα ζώα με βάση την κατοχή τεσσάρων ποδιών και την ικανότητά τους να γεννούν ζωντανούς απογόνους (αντί για αυγά); Σίγουρα καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι προϊόν μιας διαίρεσης, ενός από τους τρόπους μετακίνησης και ενός από τους τρόπους αναπαραγωγής. Αλλά αυτές οι διαιρέσεις δεν σας λένε ότι τα ζώα με τέσσερα πόδια που γεννούν ζωντανά μικρά αποτελούν μια επιστημονικά σημαντική ομάδα.
Ένας δεύτερος περιορισμός της διαίρεσης είναι η αδιαφορία της για τη διάκριση μεταξύ αιτιωδώς θεμελιωδών χαρακτηριστικών και ιδιαίτερων ιδιοτήτων, για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα των Αναλυτικών. Ωστόσο, η ικανότητα διάκρισης αυτών είναι απολύτως θεμελιώδης για την αριστοτελική επιστήμη. Μια προσεκτική συγκριτική μελέτη της Ιστορίας των Ζώων, αφενός, και έργων όπως τα Μέρη των Ζώων ή η Γένεση των Ζώων, αφετέρου, παρέχει μια εικόνα για το πώς ο Αριστοτέλης κατανοεί και εφαρμόζει αυτή τη διάκριση στην πραγματική επιστημονική του πρακτική. Και όπως είδαμε παραπάνω, ο Αριστοτέλης εφιστά ρητά την προσοχή στη σημασία της για τις βιολογικές του έρευνες σε μια σειρά από βασικά κείμενα εντός αυτών των ίδιων των ερευνών. Η λεπτομερής μελέτη της αλληλεπίδρασης μεταξύ ορισμού, αιτιώδους απόδειξης και διαίρεσης στη βιολογία ισοδυναμεί με το να βλέπουμε τον Αριστοτέλη να επεξεργάζεται ακριβώς εκείνα τα προβλήματα που αποτελούν το κεντρικό ερώτημα των Μεταγενέστερων Αναλυτικών II - πώς ακριβώς σχετίζονται μεταξύ τους ο ορισμός, η αιτιώδης απόδειξη και η διαίρεση στην αναζήτηση και την επίτευξη επιστημονικής κατανόησης;
Είναι αδύνατο να παρουσιάσουμε εδώ έστω και μια νύξη για τον πλούτο του εμπειρικού περιεχομένου του Historia Animalium. Ωστόσο, πριν προχωρήσουμε σε μια συζήτηση για τα έργα που αναφέρουν τα αποτελέσματα των αιτιακών ερευνών του Αριστοτέλη σχετικά με τα μέρη των ζώων και τη γένεση των ζώων, παρέχονται δύο παραδείγματα αναφορών από την HA για σύγκριση με αντίστοιχες συζητήσεις στην PA και την GA. Το πρώτο παράδειγμα συζητά τα όργανα της αναπνοής σε ζώα με αίμα. Αυτά είναι τα πρώτα εσωτερικά όργανα που συζητούνται αφού ο Αριστοτέλης ολοκλήρωσε την ανασκόπηση των εξωτερικών τους μερών. Δείτε πώς εισάγει αυτή τη συζήτηση:
Έτσι, λοιπόν, έχει αναφερθεί ο αριθμός και ο χαρακτήρας των εξωτερικών μερών των αιμοφόρων ζώων και πώς διαφέρουν μεταξύ τους. Πρέπει τώρα να συζητήσουμε πώς βρίσκονται τα εσωτερικά μέρη, πρώτα στα αιμοφόρα ζώα.
Όσοι (hosa) είναι τετράποδοι και ζωντανοί, όλοι (panta) έχουν οισοφάγο και τραχεία, όπως ακριβώς και στους ανθρώπους. Είναι επίσης διατεταγμένοι παρόμοια σε τόσα από τα τετράποδα ζώα όσα και τα πτηνά γεννούν αυγά. Αλλά διαφέρουν στις μορφές (tois eides) αυτών των μερών. Γενικά, όλοι και μόνο όσοι λαμβάνουν αέρα εισπνέοντας και εκπνέοντας σε κάθε περίπτωση (panta) έχουν πνεύμονα, τραχεία και οισοφάγο. Και η θέση του οισοφάγου και της τραχείας είναι παρόμοια σε όλα, αλλά τα όργανα δεν είναι, ενώ ο πνεύμονας δεν είναι ούτε παρόμοιος σε όλα ούτε είναι τοποθετημένος με παρόμοιο τρόπο. Και πάλι, όσοι (hosa) έχουν αίμα, όλοι (panta) έχουν καρδιά... Αλλά δεν έχουν όλα [αίματα ζώα] πνεύμονα, για παράδειγμα τα ψάρια δεν έχουν, ούτε κανένα άλλο ζώο που μπορεί να έχει βράγχια. (505b23–506a12, αποσπάσματα)
Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά σε αυτό το απόσπασμα που είναι κοινά σε όλο το Historia Animalium και παρέχουν μια εικόνα για τις μεθόδους και τους στόχους του. Πρώτον, το συντακτικά περιττό γλωσσικό μοτίβο hosa…panta («όσα όσοι... όλοι»), παραλλαγές του οποίου είναι κοινές σε αυτήν την πραγματεία. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να χρησιμοποιεί τη μορφή πρότασης «Όσα είναι Χ, όλοι έχουν Υ» για έναν αρκετά συγκεκριμένο λόγο. Δεν πρόκειται απλώς για να σημειώσει μια καθολική συσχέτιση. πρόκειται για να το κάνει αυτό αφήνοντας ανοιχτή την επέκταση της συσχέτισης - μια λαμπρή μεθοδολογική καινοτομία. Νέα ζώα με τη συσχέτιση μπορούν να ανακαλυφθούν, αλλά η γενίκευση δεν θα αλλάξει, καθώς πρόκειται για την καθολική συσχέτιση μεταξύ διαφορικών - σε αυτήν την περίπτωση εσωτερικών οργάνων - όχι για τα είδη που την αποτελούν παράδειγμα. Φαίνεται ότι όταν ο Αριστοτέλης εντείνει την έκφραση γράφοντας πάντα όσα, όπως κάνει κάποτε εδώ, εννοεί να σηματοδοτήσει ένα μετατρέψιμο καθολικό, ένα «συνεπακόλουθο» όπως θα λέγαμε. Ο Αριστοτέλης απαριθμεί πρώτα μια σειρά από διακριτές ομάδες, όλα τα μέλη των οποίων έχουν τα τρία όργανα που συζητούνται, την τραχεία, τον πνεύμονα και τον οισοφάγο. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τον όρο «γενικά» για να σηματοδοτήσει τι πρόκειται να κάνει, προσδιορίζει μια διαφορά που έχουν κοινό όλες αυτές οι ομάδες και η οποία συνυπάρχει με αυτά τα τρία όργανα - την εισπνοή και την εκπνοή αέρα. Το επαγωγικό μοτίβο έχει την ακόλουθη μορφή:
Όσα είναι P έχουν όλα Y. Όσα είναι Q έχουν όλα Y …
Γενικά, όλα και μόνο αυτά που είναι X (ένα χαρακτηριστικό κοινό στα P , Q , …) έχουν Y.
Συνεχίζοντας σημειώνοντας ότι όσοι έχουν αίμα έχουν και καρδιά, προειδοποιεί έμμεσα τον αναγνώστη για ένα πιθανό λανθασμένο συμπέρασμα που θα μπορούσε κανείς να εξαγάγει από τα παραδείγματα μέχρι τώρα: ότι όλα τα αιμοφόρα ζώα έχουν πνεύμονα. Αναφέρει τα ψάρια ως παράδειγμα αιμοφόρων ζώων χωρίς πνεύμονα, αλλά αμέσως εντοπίζει τη σχετική διαφορά: «αυτά τα αιμοφόρα ζώα που έχουν βράγχια δεν έχουν αυτά τα όργανα [τον πνεύμονα και τα σχετικά μέρη του]». Προσέχει να μην περιορίσει το καθολικό σε ένα είδος - η σχετική συσχέτιση είναι με τα βράγχια, σε όποια ζώα κι αν βρίσκονται.
Ενώ η επαγωγική στρατηγική αυτού του έργου, που μας κατευθύνει σε υψηλού επιπέδου, μετατρέψιμες καθολικές έννοιες, ελπίζουμε ότι είναι πλέον σαφής, είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί τι απουσιάζει από αυτό το απόσπασμα. Ο Αριστοτέλης σπάνια σε αυτό το έργο ισχυρίζεται ότι κάποια από αυτές τις συσχετίσεις είναι απαραίτητη ή ότι άλλες είναι αδύνατες. Δεν διακρίνει χαρακτηριστικά που αποτελούν μέρος της ουσίας ενός είδους από άλλα που είναι απλά χαρακτηριστικά και συνήθως αποφεύγει οποιαδήποτε υπόδειξη αιτιακής εξήγησης. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα, δεδομένων των μεθοδολογικών κατευθυντήριων γραμμών για την ιστορία που συζητήσαμε νωρίτερα - η ιστορία είναι προκαταρκτική για την αιτιακή διερεύνηση και μας προετοιμάζει γι' αυτήν. Στο απόσπασμα που εξετάζουμε αυτήν τη στιγμή, για παράδειγμα, είναι εντυπωσιακό ότι σημειώνει τη μετατρέψιμη συσχέτιση μεταξύ πνεύμονα, τραχείας και οισοφάγου, αφενός, και εισπνοής και εκπνοής αέρα, αφετέρου, αλλά δεν ισχυρίζεται ότι δύο από τα όργανα είναι παρόντα για λόγους αναπνοής. (Στην πραγματικότητα, η λέξη για την «αναπνοή» δεν χρησιμοποιείται ποτέ!) Αν και χρησιμοποιεί τον όρο «φύση» τακτικά στο HA, δεν ισχυρίζεται, όπως κάνει τόσο συχνά στις αιτιακές του έρευνες, ότι η φύση δεν κάνει τίποτα μάταια ή ότι κάνει πάντα αυτό που είναι καλύτερο για κάθε οργανισμό. Ούτε μιλάει για τα μέρη ενός ζώου ως την υλική του φύση, ούτε για τις ζωντανές του ικανότητες ως πτυχές της τυπικής του φύσης. Πράγματι, δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά στη διάκριση ύλης-μορφής στο HA. Μόνο όταν στραφούμε στις διάφορες βιολογικές πραγματείες που είναι αφιερωμένες στην αιτιακή έρευνα, έρχεται στο προσκήνιο αυτή η γλώσσα που σχετίζεται με την αναζήτηση ορισμών και αποδείξεων.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό αυτού του αποσπάσματος που είναι κοινό στο HA είναι η χρήση του ανθρώπινου σώματος από τον Αριστοτέλη ως ένα είδος προτύπου ή σημείου αναφοράς με το οποίο μπορούν να συγκριθούν χαρακτηριστικά όπως αυτά που υπάρχουν σε άλλα ζώα. Διότι, για να οργανωθούν τα γεγονότα με τρόπο που να προετοιμάζονται για επίδειξη, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει στο HA I 6 ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε απαριθμώντας τα μέρη του ανθρώπινου σώματος, καθώς είναι επιστημολογικά «πιο κοντά μας» και ορατά σε όλους, και χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο σώμα ως ένα είδος οδικού χάρτη για την οργάνωση των γεγονότων σχετικά με τα μέρη των ζώων, πιστεύει ότι θα είναι λιγότερο πιθανό να παραλείψουμε οτιδήποτε σημαντικό και πιο πιθανό να καταγράψουμε όλες ή τις περισσότερες από τις σημαντικές διαφορές (491a14–26). Επιπλέον, πιστεύει ότι προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο, η έρευνά του θα εντοπίσει καλύτερα «την ορθή τάξη» της φύσης, καθώς το ίδιο το ανθρώπινο σώμα είναι διατεταγμένο σύμφωνα με τις φυσικές διαστάσεις του κόσμου, έτσι ώστε τα ανώτερα μέρη στους ανθρώπους να αντιστοιχούν στη φυσική δομή του σύμπαντος, κ.λπ. (HA I 15, 494a26–b1· πρβλ. PA II 10, 655b28–29· 656a9–13 και GA II 4, 737b25–27). [11]
Στόχος αυτής της σύντομης ανάλυσης ενός μικρού αποσπάσματος είναι να δώσει μια γεύση από το μεθοδολογικό βάθος και την πολυπλοκότητα αυτής της σπουδαίας επιστημονικής πραγματείας, η οποία συχνά παρερμηνεύεται ως μια κακώς οργανωμένη συλλογή φυσικών γνώσεων. Θα ολοκληρώσω αυτήν την ενότητα με ένα ακόμη παράδειγμα, από τα βιβλία που ασχολούνται με τη γένεση, ώστε να μπορέσουμε να το συγκρίνουμε με μια αντίστοιχη συζήτηση στο Generation of Animals.
Τα HA V–VI συζητούν όλες τις πτυχές της γένεσης των ζώων, προχωρώντας από την εξέταση των διαφορών στους τρόπους και τον χρόνο της συνουσίας και της αναπαραγωγής στην ίδια τη διαδικασία της γένεσης (ή «ανάπτυξης», όπως λέμε πιο συχνά). Όπως και στη συζήτησή του για τα μέρη, προχωρά μέσα από τα διάφορα αιμοφόρα είδη και στη συνέχεια συζητά τη γένεση σε αναίμακτα είδη και από τον εντοπισμό των καθολικών χαρακτηριστικών που είναι κοινά σε όλα τα μέλη μιας ομάδας στον εντοπισμό των ιδιαιτεροτήτων πιο συγκεκριμένων ειδών. Στο HA VI 3, έχοντας προηγουμένως περιγράψει τα κοινά και ιδιόμορφα χαρακτηριστικά της συνουσίας στα πτηνά, στρέφεται στην καταγραφή των παρατηρήσεών του για την ανάπτυξη του νεοσσού κατά την κρίσιμη τέταρτη ημέρα μετά την τοποθέτηση του αυγού.
Η γέννηση από το αυγό συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα πτηνά, αν και ο χρόνος που απαιτείται για τον τερματισμό ποικίλλει, όπως είπαμε. Στην περίπτωση της κότας, τα πρώτα σημάδια του εμβρύου παρατηρούνται μετά από τρεις ημέρες και νύχτες. Στα μεγαλύτερα πτηνά χρειάζεται περισσότερος χρόνος, στα μικρότερα λιγότερος. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο κρόκος ταξιδεύει προς τα πάνω μέχρι το σημείο του αυγού - εκεί βρίσκεται το σημείο εκκίνησης του αυγού και όπου ανοίγει, και η καρδιά δεν είναι μεγαλύτερη από μια μικρή κηλίδα αίματος στο ασπράδι. Αυτή η κηλίδα χτυπάει και κινείται σαν να ήταν ζωντανή. Και από αυτήν, καθώς μεγαλώνει, δύο αγγεία που μοιάζουν με φλέβες με αίμα οδηγούν σε μια στριφογυριστή πορεία σε καθεμία από τις δύο περιβάλλουσες μεμβράνες. Μια μεμβράνη με αιματηρές ίνες περιβάλλει ήδη τον κρόκο του αυγού, που αυτή τη στιγμή προέρχεται από τα αγγειοειδείς κανάλια. Λίγο αργότερα μπορεί επίσης να διακριθεί το σώμα, στην αρχή πολύ μικρό και χλωμό. Το κεφάλι είναι εμφανές και τα μάτια του, πολύ πρησμένα. Και αυτό συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί αργότερα συστέλλονται και γίνονται μικρότερα. (561a4–21)
Ξεκινά με μια ευρεία γενίκευση για όλα τα πτηνά, ακολουθούμενη από μια «περισσότερο και λιγότερο» συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους του πουλιού και του ρυθμού ανάπτυξης. Αυτή η τεχνική επιτρέπει στον Αριστοτέλη να χρησιμοποιήσει την προσεκτική περιγραφή του αυγού του νεοσσού που άνοιξε την τέταρτη ημέρα ως μια καθολική περιγραφή της ανάπτυξης. Ο αναγνώστης έχει την άδεια να συμπεράνει ότι το ίδιο στάδιο ανάπτυξης θα συμβεί σε όλα τα πτηνά, αλλά μπορεί να συμβεί είτε νωρίτερα είτε αργότερα, ανάλογα με το αν είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα από το οικόσιτο κοτόπουλο. Η περιγραφή του Αριστοτέλη για αυτό το κλασικό πείραμα - που καταγράφηκε για πρώτη φορά σε μια πρώιμη ιατρική πραγματεία που ασχολείται με την εμβρυολογία - οδήγησε στην επανάληψή του πολλές φορές στην Αναγέννηση. [12] Όποιος έχει δει σύγχρονες ταινίες του νεοσσού σε αυτό το στάδιο διαφοροποίησης μπορεί να εκτιμήσει την ακρίβεια της περιγραφής του Αριστοτέλη, ειδικά όταν λαμβάνει κανείς υπόψη το μέγεθος του εμβρύου του νεοσσού σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης.
5.2 Από την Έρευνα στην Κατανόηση· από το ότι στο Διότι
Για τον Αριστοτέλη, η «ιστορία», η επιστημονική οργάνωση των πληροφοριών σχετικά με τα ζώα, εξυπηρετεί τον στόχο της αιτιακής εξήγησης και, όπως συζητήσαμε στην ενότητα 4, η εξήγηση με αναφορά σε στόχους και λειτουργίες είναι η πρωταρχική μορφή αιτιακής εξήγησης στη βιολογία.
Τα Μέρη των Ζώων II-IV παρουσιάζουν την προσπάθεια του Αριστοτέλη να παράσχει αιτιακές εξηγήσεις για το είδος των πληροφοριών που βρίσκει κανείς οργανωμένες στα HA I-IV, πληροφορίες σχετικά με τα ομοιόμορφα και μη ομοιόμορφα μέρη των ζώων. (Το PA I, θα υπενθυμιστεί, είναι μια συζήτηση για τους κανόνες που απαιτούνται για να καθοδηγήσουν την επιστημονική έρευνα των ζώων· βλ. ενότητα 4, παραπάνω.) Εδώ, θα επικεντρωθούμε στενά σε μερικά μόνο αποσπάσματα στο PA II-IV, αλλά θα ξεκινήσουμε με μια πολύ σύντομη σκιαγράφηση της συνολικής δομής του. Ξεκινά (PA II 1-2) με μια προσεκτική και σύνθετη συζήτηση των αιτιακών σχέσεων μεταξύ ομοιόμορφων και μη ομοιόμορφων μερών (χονδρικά, αυτή η διάκριση αντιστοιχεί στη διάκρισή μας μεταξύ σωματικών υγρών και ιστών και οργάνων), τονίζοντας την τελεολογική προτεραιότητα ολόκληρου του οργανισμού έναντι των μερών, και μεταξύ των μερών την προτεραιότητα του μη ομοιόμορφου έναντι του ομοιόμορφου. Το PA II 3-10 συζητά στη συνέχεια τα ομοιόμορφα μέρη, ξεκινώντας με αυτό από το οποίο τρέφονται όλα τα άλλα, το αίμα, και καταλήγοντας με σάρκα, οστά και ανάλογα υλικά (νύχι, κέρατο, οπλή). Από το II 10 έως το III 3, βασιζόμενος και πάλι στο ανθρώπινο σώμα ως οδηγό για την οργάνωση της έρευνάς του, ο Αριστοτέλης συζητά τα εξωτερικά μέρη των αιμοφόρων ζώων που σχετίζονται με το κεφάλι, όπως τα μάτια, τα αυτιά, η μύτη και το στόμα. Αλλά όταν φτάνει στον λαιμό, στρέφεται στα εσωτερικά μέρη (για τα οποία βασίζεται σε ανατομές ζώων όπως σκύλοι και χοίροι - τα οποία υποτίθεται ότι έχουν εσωτερικά μέρη που είναι τα πιο παρόμοια με αυτά των ανθρώπων), και από το III 3 έως το IV 4 συζητά τα «εντόσθια» των αιμοφόρων ζώων, μέρη όπως η καρδιά, ο πνεύμονας, το συκώτι, τα νεφρά, και ούτω καθεξής. Από το IV 5 έως το 9 συζητά τα μέρη, τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά, των «άαιμων» ζώων, δηλαδή τα καρκινοειδή, τα όρχεις, τα κεφαλόποδα και τα έντομα. Τέλος, στο IV 10, επιστρέφοντας στο ανθρώπινο σώμα ως μοντέλο, συζητά τα εξωτερικά μέρη που σχετίζονται με τον κορμό και τα άκρα των τετράποδων που φέρουν ζωντανά και γεννούν αυγά (10-11), των πτηνών (12) και των ψαριών (13). Καταλήγει συζητώντας μια σειρά από ζώα που «διπλασιάζονται» μεταξύ των κατοίκων της ξηράς και των κατοίκων του νερού ή των ιπτάμενων (14).
Προκειμένου να συγκρίνουμε τις μεθόδους αυτής της πραγματείας με τη συζήτηση των μερών στο HA, θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε σύντομα το PA III 3, μια συζήτηση για τον πνεύμονα, την τραχεία και τον οισοφάγο, το μέρος που συζητείται στο απόσπασμα από το HA II που παρατίθεται στην ενότητα 5.1 παραπάνω.
Στα ζώα που εκκρίνουν σπέρμα, η φύση στο αρσενικό χρησιμοποιεί το σπέρμα ως όργανο που διαθέτει ενεργητική κίνηση, όπως ακριβώς τα εργαλεία κινούνται σε πράγματα που δημιουργούνται με τέχνη· διότι η κίνηση της τέχνης βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο σε αυτά τα εργαλεία. (730b20–23)
Αυτή η σκοτεινή αναλογία σταδιακά αναλύεται στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του GA II. Η γενική αρχή που είναι κοινή στην τέχνη και τη φύση είναι η εξής:
Όσα πράγματα προκύπτουν από τη φύση ή από την τέχνη, προκύπτουν μέσω ενός όντος στην πραγματικότητα από αυτό που είναι δυνητικά τέτοιο με αυτό το ον. (734b22–23)
Είναι το προετοιμασμένο τμήμα της καταμενίας της γυναίκας που είναι δυνητικά τέτοιο όπως είναι στην πραγματικότητα αυτός που συνεισφέρει στο σπέρμα. Και το σπέρμα του μεταφέρει μια κίνηση ή δύναμη, έτσι ώστε «όταν η κίνηση σταματά, κάθε ένα από τα μέρη έρχεται σε ύπαρξη και εμψυχώνεται» (734b24–25). Δηλαδή, στην εμβρυολογική ανάπτυξη, κάθε μέρος αναδύεται μέσα σε ένα σύστημα μερών που είναι οργανωμένο για να παρέχει θρεπτικά συστατικά για την ανάπτυξή του και που καθοδηγείται από ένα πολύπλοκο «πρόγραμμα» για την ανάπτυξή του. Παρατηρήστε ότι καθώς κάθε μέρος έρχεται σε ύπαρξη, έχει ήδη τη λειτουργική ικανότητα που σχετίζεται με αυτό - έρχεται σε ύπαρξη και εμψυχώνεται .Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τη διαδικασία ως εξής:
Όσο για τη σκληρότητα, την απαλότητα, την ανθεκτικότητα και την ευθραυστότητα και όλες τις άλλες παρόμοιες συγκινήσεις που υπάρχουν σε αυτά τα εμψυχωμένα μέρη, αυτές οι συγκινήσεις μπορεί να παράγονται από τη θερμότητα και το κρύο, αλλά όχι από τον καθοριστικό χαρακτήρα (λόγο) χάρη στον οποίο το ένα μέρος είναι σάρκα και το άλλο οστό· αυτός είναι ο λόγος της κίνησης που προέρχεται από τη γεννήτρια, η οποία στην πραγματικότητα είναι αυτό που είναι δυνητικά αυτό από το οποίο προέρχεται, όπως ακριβώς και στα πράγματα που δημιουργούνται με χειροτεχνία. (734b31–35)
Αυτό το απόσπασμα έρχεται αμέσως μετά την έμφαση που δίνει ο Αριστοτέλης σε δύο σχετικά σημεία: ότι τα ομοιόμορφα μέρη και τα οργανικά μέρη προκύπτουν ταυτόχρονα και ότι ακόμη και η σάρκα και τα οστά έχουν μια λειτουργία να επιτελέσουν. Αυτά τα σημεία είναι στενά συνδεδεμένα. Τα καθοριστικά χαρακτηριστικά των ιστών δεν είναι απλώς οι συναισθηματικές τους ιδιότητες, όπως το ότι είναι σκληρά ή μαλακά, αλλά και οι βιολογικές τους λειτουργίες και οι βιολογικές τους λειτουργίες είναι στενά συνδεδεμένες με τους ρόλους τους στη σύσταση - και στην ικανότητά τους να παίζουν λειτουργικούς ρόλους - των οργανικών μερών. Πολλές, αν όχι όλες, οι συναισθηματικές ιδιότητες ενός μέρους είναι συνέπεια του βιολογικού του ρόλου.
Κατά τη διαδικασία διατύπωσης αυτού του επιχειρήματος, ο Αριστοτέλης τονίζει επίσης μια κρίσιμη και προβληματική δυσαναλογία: Τα φυσικά πράγματα, μόλις ξεκινήσει η γένεσή τους, «αναπτύσσονται μέσω των ίδιων τους» (735a13–14). Αυτή είναι η πιο θεμελιώδης διαφορά μεταξύ τέχνης και φύσης για τον Αριστοτέλη: μια φύση είναι μια πηγή αλλαγής μέσα στο ίδιο το πράγμα (Φυσικά II. 1). Η φυσική ανάπτυξη, λοιπόν, αν και ξεκινά από τη ζεστασιά που προσφέρει ο αρσενικός γονέας, συνεχίζεται μέσω μιας πηγής αλλαγής μέσα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Ο ξυλουργός δεν μπορεί να αναμειγνύει κανένα από τα δικά του υλικά στα κτίριά του. Αλλά πρέπει να συμμετέχει συνεχώς, φυσικά στις κινήσεις που δημιουργούν αυτά τα κτίρια. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον αρσενικό γονέα - ή τον σπόρο του - στη φυσική γένεση. Πώς λοιπόν μια σύνθετη διαδικασία που έχει τις ρίζες της σε μια εξωτερική γεννήτρια γίνεται μια φυσική διαδικασία ανάπτυξης;
Για τον Αριστοτέλη, η καρδιά (ή το ανάλογό της στα άμορφα ζώα) είναι κρίσιμη. Είναι το πρώτο μέρος που δημιουργείται από τη θερμότητα που προέρχεται από το σπέρμα του αρσενικού γονέα και, ως εκ τούτου, αποτελεί την κύρια εσωτερική πηγή αυτής της θερμότητας και, επομένως, περαιτέρω ανάπτυξης (735a16–26). Η ακόλουθη εξήγηση αρχίζει να μας φέρνει σε επαφή με το απόσπασμά μας για τη γένεση από την Ιστορία των Ζώων.
Στο έμβρυο (kuema), ενώ κατά κάποιο τρόπο όλα τα μέρη είναι παρόντα δυνητικά, η πηγή [της ανάπτυξης] βρίσκεται κυρίως κατά μήκος της πορείας προς την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η καρδιά είναι η πρώτη που διαφοροποιείται στην πραγματικότητα. Και αυτό δεν είναι μόνο σαφές στην αντίληψη (όπως συμβαίνει), αλλά είναι επίσης σαφές στη λογική. Όταν το αναπτυσσόμενο πράγμα είναι διακριτό από τις αρσενικές και θηλυκές συνεισφορές, πρέπει να αυτοδιοικείται, όπως όταν ένας γιος στήνει ένα σπίτι μακριά από τον πατέρα του. Έτσι, στα ζώα πρέπει να υπάρχει μια πηγή γέννησης από την οποία προέρχεται η μεταγενέστερη οργάνωση του σώματος. Επομένως, η καρδιά εμφανίζεται διαφοροποιημένη πρώτη σε όλα τα αιμοφόρα ζώα· γιατί είναι η πηγή τόσο των ομοιόμορφων όσο και των μη ομοιόμορφων μερών. Και το παρασκευασμένο αίμα ή το ανάλογό του είναι θρεπτική ουσία για το ζώο, και τα αιμοφόρα αγγεία είναι η αποθήκη του· γι' αυτόν τον λόγο η καρδιά είναι η πηγή τους. Αυτό είναι σαφές από μια μελέτη των «ιστοριών» και των «ανατομών». (740a2–23, αποσπάσματα· σύγκριση 735a12–26, 738b17–18 740a27–36, 742b34–743a1 και 743b26)
Έχοντας αναπτύξει αυτή τη γενική εξήγηση κατά τη διάρκεια της συζήτησής του για την κεντρική του περίπτωση, την ζωοτόκο ανάπτυξη, στο GA II, ο Αριστοτέλης προχωρά στα ζώα που γεννούν αυγά στο βιβλίο III. Το GA III 1 μεταφέρει σε αυτά ό,τι είναι κοινό στις δύο περιπτώσεις, με τη συζήτηση για την ανάπτυξη των πτηνών στα αυγά τους να ξεκινά στο GA III 2. Μια επαναλαμβανόμενη πτυχή του επιχειρήματός του, εδώ όπως και στο PA, είναι να μας παραπέμψει για περιγραφικές λεπτομέρειες στις ιστορίες (πιθανώς τη βάση του HA μας) και σε μια συλλογή αναπαραστάσεων ανατομών (τραγικά δεν έχουν διατηρηθεί, αλλά αναφέρονται επανειλημμένα στα βιολογικά γραπτά του Αριστοτέλη και σε αρχαίους καταλόγους των γραπτών του).
Οι πιο γενικές διαφορές μεταξύ των ωοτόκων πτηνών σχετίζονται με την «πληρότητα» του αυγού κατά την ωοτοκία. Επειδή τα πτηνά γεννούν αυγά που σκληραίνουν μόλις εκτεθούν στον αέρα (752a30–b2), θεωρείται ότι είναι καλύτερα προετοιμασμένα κατά την ωοτοκία από τα αυγά άλλων ζώων που ωοτόκουν, αλλά σε αντίθεση με την περίπτωση των τελευταίων, όπου η θερμότητα της ίδιας της γης επαρκεί για την ολοκλήρωση της διαδικασίας παρασκευής, τα αυγά που παράγονται από τα πτηνά απαιτούν από τις μητέρες τους να γεννήσουν. Αγνοώντας πολλές ενδιαφέρουσες και σημαντικές λεπτομέρειες, θα ασχοληθούμε με τη συζήτηση για την ανάπτυξη των αυγών των πτηνών καθώς επωάζονται. Ο Αριστοτέλης διακρίνει το «λευκό» και τον «κρόκο», όχι περιγραφικά όπως έκανε στο HA, αλλά λειτουργικά (752b18–28).
Είναι το ασπράδι από το οποίο αποτελείται το ζώο, ενώ ο κρόκος γίνεται θρεπτικός παράγοντας, και η ανάπτυξη για τη σύσταση των μερών προέρχεται από αυτό. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο ο κρόκος και το ασπράδι, έχοντας διακριτές φύσεις, έχουν διατηρηθεί διακριτά από μεμβράνες. Για ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με το πώς αυτά τα μέρη βρίσκονται σε σχέση μεταξύ τους λόγω των πηγών γένεσης και της σύστασης των ζώων, καθώς και των μεμβρανών και του ομφάλιου λώρου, θα πρέπει να μελετήσει κανείς όσα έχουν περιγραφεί στις ιστορίες. Τα ακόλουθα φαίνονται επαρκή για την παρούσα έρευνα: η καρδιά είναι το πρώτο πράγμα που σχηματίζεται. μετά από αυτό το μεγάλο αιμοφόρο αγγείο διαχωρίζεται, και δύο ομφάλιοι λώροι εκτείνονται από αυτό το αιμοφόρο αγγείο, ο ένας προς τη μεμβράνη γύρω από τον κρόκο, ο άλλος προς τη μεμβράνη που περιβάλλει το ίδιο το ζώο. Αυτή η τελευταία βρίσκεται έτσι δίπλα στη μεμβράνη του κελύφους. (753b11–23)
Σε αυτήν την περίπτωση (αν και όχι πάντα) κάποιος βρίσκει πολύ περισσότερες λεπτομέρειες στο HA. Αυτές οι αναφορές σε ιστορίες και ανατομές μπορεί να είναι παραπλανητικές, εκτός αν λάβει κανείς υπόψη τις διαφορές στους στόχους, και επομένως στην οργάνωση, αυτών των πραγματειών. Σε αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, δεν αναφέρεται τίποτα στο GA για την καρδιά που «χτυπάει και κινείται σαν να είναι ζωντανή». Όπως είδαμε, ωστόσο, το GA II τονίζει ότι στην ανάπτυξη των ζωντανών ζώων, η καρδιά σχηματίζεται πρώτη, εμψυχώνεται από την αρχή και είναι η πηγή ανάπτυξης για όλα τα άλλα μέρη - ένας πολύ πιο «φορτωμένος θεωρία» χαρακτηρισμός που τονίζει τον αιτιώδη ρόλο της καρδιάς στην ανάπτυξη. Και λόγω της οργανωτικής δομής του GA, πολλά από αυτά που λέγονται στη συζήτησή του για τα ζωντανά ζώα (αυτά που είναι «πιο ολοκληρωμένα» όταν γεννιούνται) θεωρείται ότι ισχύουν για ζώα που γεννούν αυγά (που είναι «λιγότερο ολοκληρωμένα» όταν γεννιούνται).
Θυμηθείτε την εκπληκτικά ακριβή συζήτηση για το κεφάλι και τα μάτια του τετραήμερου εμβρύου κοτόπουλου στο HA (στην ενότητα 5.1, παραπάνω). Αυτό δεν συζητείται στο GA III 2. Ωστόσο, στο GA II 6, σε μια μακρά συζήτηση για τον πρώιμο σχηματισμό οργάνων σε ζωντανά ζώα, ο Αριστοτέλης έχει πολλά να πει για το θέμα:
Αυτό που συμβαίνει με τα μάτια των ζώων παρουσιάζει ένα πρόβλημα. Διότι από την αρχή, είτε στα χερσαία ζώα, είτε στα κολυμβητές είτε στα ιπτάμενα, φαίνονται πολύ μεγάλα και όμως είναι από τα τελευταία μέρη που ολοκληρώνονται και εν τω μεταξύ συρρικνώνονται σε μέγεθος. Αυτό συμβαίνει επειδή τα αισθητήρια όργανα των ματιών βρίσκονται, όπως και με τα άλλα αισθητήρια όργανα, σε κανάλια. Αλλά ενώ αυτά για την αφή και τη γεύση είναι απλώς σωματικά, ή κάποιο μέρος του σώματος των ζώων, και αυτά για την όσφρηση και την ακοή είναι κανάλια που συνδέονται με τον εξωτερικό αέρα και είναι γεμάτα με συγγενές πνεύμα, τα μάτια από μόνα τους έχουν ένα σωστό αισθητήριο σώμα. (743b33–744a6)
Η πλήρης εξήγηση συνεχίζεται πολύ περισσότερο, αλλά δεν χρειάζεται να την παρακολουθήσουμε για να επισημάνουμε δύο σημαντικά σημεία σχετικά με τη σχέση της Γενετικής Γης (ΓΓ) με την Γενετική Γη (ΓΓ). Το πρώτο είναι ότι η οργάνωση της ΓΓ υπαγορεύει ότι για την εξήγηση γεγονότων ευρείας γενικότητας όπως αυτό, πρέπει να εξετάσουμε το βιβλίο II - παρατηρήστε ότι ισχυρίζεται ότι αυτή η εξήγηση για το μεγάλο μέγεθος των ματιών στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης και για την επακόλουθη συστολή τους ισχύει για όλα τα ζώα της ξηράς, του αέρα και του νερού. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι η αμείλικτα αιτιώδης/επεξηγηματική εστίαση της συζήτησης για τη ΓΓ, ένα χαρακτηριστικό που (σωστά) απουσιάζει εντελώς από τις αντίστοιχες συζητήσεις στην ΓΓ. Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η περιγραφική ακρίβεια του εμβρυολογικού αποσπάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα από την ΓΓ, πρέπει και πάλι να θυμηθούμε τι απουσιάζει από αυτή τη συζήτηση. Για την εξίσου εντυπωσιακή εμβρυολογική θεωρία, ο αναγνώστης της βιολογίας του Αριστοτέλη πρέπει να στραφεί στη Γένεση των Ζώων.
6. Ένα ολοκληρωμένο παζλ
Αυτή η καταχώρηση για τη βιολογία και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη ολοκληρώνεται με ένα αίνιγμα σχετικά με την οργάνωση των βιολογικών έργων του σε σύγκριση με το υπόλοιπο αριστοτελικό σώμα. Ξεκινήσαμε σημειώνοντας ότι αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της θεωρίας της επιστήμης του Αριστοτέλη ότι η έρευνα προχωρά από ένα στάδιο όπου κάποιος διαπιστώνει την ύπαρξη των υπό μελέτη πραγμάτων και των γεγονότων σχετικά με αυτά σε ένα στάδιο όπου η εστίαση γίνεται σε αιτιακές εξηγήσεις με αναφορά στη φύση και την ουσία αυτών των πραγμάτων. Φαίνεται σαφές ότι τα βιολογικά έργα τιμούν αυτή τη διάκριση, και το κάνουν αυτό συνειδητά. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν προτείνει ποτέ, στα Μεταγενέστερα Αναλυτικά ή οπουδήποτε αλλού, ότι αυτά τα στάδια θα πρέπει να αντιπροσωπεύονται από ξεχωριστές πραγματείες αφιερωμένες στο ίδιο θέμα. Πράγματι, σε κανέναν άλλο τομέα ο Αριστοτέλης δεν το κάνει αυτό: είτε εξετάζουμε τη μετεωρολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία, την ηθική, το δράμα ή τη ρητορική, βρίσκουμε μεμονωμένες πραγματείες που παρουσιάζουν τόσο τα γεγονότα όσο και την εξήγησή τους. Ούτε μπορεί αυτό το αίνιγμα να απορριφθεί εύκολα ως τεχνούργημα μεταγενέστερης επεξεργασίας - όπως έχουμε επισημάνει αρκετές φορές, αυτές οι πραγματείες έχουν ένα πολύ ενδιαφέρον και συνεπές μοτίβο διασταυρούμενων αναφορών. Οι πραγματείες που αναφέρουν τα αποτελέσματα των αιτιακών ερευνών αναφέρονται τακτικά στην HA (και στις ανατομές) για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα γεγονότα που εξηγούνται. Η HA, αντίθετα, δεν αναφέρεται ποτέ στις αιτιακές πραγματείες. Επιπλέον, η εντυπωσιακή αποφυγή στην Ιστορία των Ζώων όλων των εννοιών που σχετίζονται με τον ορισμό και την εξήγηση δεν μπορεί εύλογα να αποδοθεί σε κάποιον φανταστικό μεταγενινό εκδότη. Απομένει, λοιπόν, να αναλογιστούμε τι ήταν αυτό στην έρευνα των ζώων που οδήγησε τον Αριστοτέλη να κάνει μια μεθοδολογική διάκριση σχετικά με τα στάδια της έρευνας και να την υλοποιήσει σε μεθοδολογικά διακριτές πραγματείες αφιερωμένες σε αυτά τα διαφορετικά στάδια.
1. Για μια εμπνευσμένη εισαγωγή στο βιβλίο του Αριστοτέλη, τον βιολόγο, γραμμένη από την οπτική γωνία ενός ασκούμενου εξελικτικού αναπτυξιακού βιολόγου, βλ. Leroi 2014.
2. Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα από τις φυσικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένων βιολογικών παραδειγμάτων, ειδικά στα κεφάλαια 13–18 του βιβλίου II. Τα περισσότερα από αυτά συζητούνται στα τρία πρώτα δοκίμια του Lennox 2001b· πρβλ. 11–14, 30–32, 47–52, 82–90. Βλέπε επίσης Bolton 1987, Charles 2000, Leunissen 2010b και Lennox 2021, κεφ. 2.
3. Αυτό γίνεται σαφές στις τελευταίες γραμμές του κεφαλαίου 16: «Επομένως, σε αυτές τις περιπτώσεις ο μεσαίου όρος και αυτό που εξηγεί πρέπει να είναι ίσα και πρέπει να μετατρέπονται. Για παράδειγμα, γιατί τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους; Αν αυτό οφείλεται στη στερεοποίηση της υγρασίας, τότε αν ένα δέντρο ρίχνει τα φύλλα του, η στερεοποίηση πρέπει να ισχύει, και αν η στερεοποίηση ισχύει—όχι οτιδήποτε άλλου εκτός από ένα δέντρο—τότε το δέντρο πρέπει να ρίχνει τα φύλλα του (98b35–39).» Δεδομένου ότι όλο το νόημα του παραδείγματος είναι ότι δεν ρίχνουν όλα τα δέντρα τα φύλλα τους, αλλά μόνο αυτά με φαρδιά φύλλα, η λέξη «δέντρο» εδώ πρέπει να αντιπροσωπεύει τα «δέντρα με φαρδιά φύλλα».
4. Για μια διερευνητική ανάλυση της σχέσης μεταξύ ορισμού και απόδειξης στα Posterior Analytics και μια κάπως διαφορετική περιγραφή της σχέσης της με τα βιολογικά έργα, βλ. Charles 2000. Σχετικά με το ζήτημα της «ταιριάσματος» μεταξύ των κανόνων της γενικής φιλοσοφίας της επιστήμης και της βιολογικής θεωρίας και πρακτικής του, μια καλή πρόσφατη συζήτηση μπορεί να βρεθεί στους Leunissen 2010a και Lennox 2021.
5. Συγκρίνετε HA I 6, 490b7–491a6, II 15, 505b26–506a10, και IV 8, 534b12–15.
6. Συγκρίνετε Balme 1987b· Lennox 1990, 2005· Gotthelf 1985b, 1987a, 1988 και Charles 1990, 2000.
7. Για μια παρόμοια χρήση του όρου historia που γενικεύει αυτό το σημείο σε «οποιαδήποτε τέχνη ή επιστήμη», βλέπε APr. I 30, 46a27–27. Για περαιτέρω συζήτηση βλέπε Lennox 2001b 43–46 και Lennox 2021, κεφ. 3.
8. Για αρκετά διακριτές ερμηνείες αυτού του κεφαλαίου σε σχέση με την Posterior Analytics II, συγκρίνετε Charles 2000, 312–316 με Lennox 2001c και Lennox 2005, 90–100.
9. Αυτή είναι μια εξαιρετικά σχηματική επισκόπηση. Για μια πιο λεπτομερή περιγραφή, δείτε Gotthelf 1988· Lennox 2001b, κεφ. 2. Η διάκριση του Αριστοτέλη μεταξύ αιμοφόρων και άαιμων ζώων αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στη δική μας διάκριση μεταξύ σπονδυλωτών και ασπόνδυλων ζώων. Αναφερόμαστε στα βιβλία της ΙΑ σύμφωνα με την αρίθμηση που βρίσκεται στα χειρόγραφα, και όχι στην αναδιάταξη του Θεόδωρου Γάζα το 1476, ο οποίος μετέτρεψε το βιβλίο IX, για την ανθρώπινη γένεση, σε συνέχεια των βιβλίων V και VI για τη γένεση σε άλλα ζώα. Η αρίθμηση Γάζα υιοθετήθηκε από όλες τις σύγχρονες εκδόσεις πριν από τον Balme 1991, 2002. Η υπεράσπιση της επιστροφής στη σειρά των χειρογράφων μπορεί να βρεθεί στις εισαγωγές αυτών των εκδόσεων.
10. Για εργασίες πάνω σε αυτό το θέμα, οι οποίες καταλήγουν σε κάπως διαφορετικά αποτελέσματα, συγκρίνετε Bolton, 1987· Charles, 2000, κεφ. 12· Gotthelf, 1997b· Kullmann, 1974· Lennox 2001b, κεφ. 1· 2005.
11. Σχετικά με τη χρήση του ανθρώπινου μοντέλου από τον Αριστοτέλη ως κανονιστικού προτύπου για την έρευνα στα βιολογικά του έργα, βλ. Kress 2025, Leunissen 2017b και Rapp 2025.
12. Συγκρίνετε τον William Harvey στο έργο του Exercitationes de Generatione Animalium: «Εκείνη τη στιγμή, το έμβρυο στο αυγό περνά από τη ζωή ενός φυτού σε αυτή ενός ζώου. Τότε ήδη το limbus ή στρίφωμα του περιγράμματος αρχίζει να γίνεται μοβ και σκιαγραφείται με μια μικροσκοπική γραμμή αίματος, και σχεδόν στο κέντρο του πηδάει ένα αιματηρό σημείο που είναι όμως τόσο εξαιρετικά μικρό που στη διαστολή του αστράφτει σαν τη μικρότερη σπίθα φωτιάς, και αμέσως μετά τη συστολή του ξεφεύγει εντελώς από το μάτι και εξαφανίζεται». (Harvey 1981, 96)
Ο Χάρβεϊ, μάλιστα, διαφωνεί με την ερμηνεία των παρατηρήσεων από τον Αριστοτέλη: «Δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τον Αριστοτέλη όταν υποστηρίζει ότι η καρδιά είναι αυτό το πρώτο γεννητικό και έμψυχο σωματίδιο. Διότι η αλήθεια είναι, είμαι πεπεισμένος, ότι αυτό το προνόμιο οφείλεται μόνο στο αίμα, γιατί το αίμα είναι αυτό που εμφανίζεται για πρώτη φορά στη γέννηση. Και αυτό όχι μόνο σε ένα ωάριο, αλλά σε κάθε έμβρυο και ζωική σύλληψη, όπως σύντομα θα φανεί ξεκάθαρα». (Χάρβεϊ 1981, 241)
13. Η παλαιότερη σωζόμενη καταγραφή ενός τέτοιου «πειράματος» με αυγά κότας, γονιμοποιημένα την ίδια ημέρα αλλά «φωτισμένα με κερί» και ανοιχτμένα διαδοχικά για να καταστεί ορατή ολόκληρη η διαδικασία της εμβρυολογικής ανάπτυξης, διασώζεται στο Ιπποκρατικό Σώμα (Hipp. Genit.–Nat. Puer. 29, VII.530 L).
14. Για πολύτιμες, φιλοσοφικά προσανατολισμένες συζητήσεις σχετικά με το επιχείρημα του GA II, βλ. Bolton 1987, Charles 1988, Code 1986, Connell 2015, Gotthelf 1987b, Henry 2003, 2006a, 2008, Gelber 2010, Leunissen 2025 και ορισμένα από τα δοκίμια των Falcon και Lefebvre 2018.
Είναι κρίσιμο το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε την έρευνα των ζωντανών οργανισμών, και ιδιαίτερα των ζώων, κεντρική στη θεωρητική μελέτη της φύσης. Αποτελώντας περίπου το 25% του υπάρχοντος σώματος, τα ζωολογικά του γραπτά παρέχουν μια θεωρητική υπεράσπιση της κατάλληλης μεθόδου για τη βιολογική έρευνα και παρέχουν μια καταγραφή της πρώτης συστηματικής και ολοκληρωμένης μελέτης των ζώων. Δεν υπήρξε τίποτα παρόμοιου εύρους και πολυπλοκότητας ξανά μέχρι τον 16ο αιώνα. Τον δέκατο ένατο αιώνα, ο μεγάλος ανατόμος Ρίτσαρντ Όουεν εισήγαγε μια επισκόπηση δύο διαλέξεων των ζωολογικών σπουδών του Αριστοτέλη δηλώνοντας ότι «η Ζωολογική Επιστήμη προέκυψε από τους κόπους του [Αριστοτέλη], θα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε, όπως η Αθηνά από την Κεφαλή του Δία, σε μια κατάσταση ευγενούς και λαμπρής ωριμότητας» (Owen 1992, 91). Πριν εξετάσουμε αυτό το αξιοσημείωτο επίτευγμα, είναι απαραίτητο να πούμε λίγα λόγια για τον δημιουργό της. [1]
1. Ζωή και Έργο
2. Η Φιλοσοφία της Επιστήμης του Αριστοτέλη
3. Επιβεβαίωση
4. Φιλοσοφία της Βιολογίας
5. Η Βιολογική Πρακτική του Αριστοτέλη
5.1 Η Ιστορία των Ζώων ως Έκθεση των Αποτελεσμάτων μιας Έρευνας ότι
5.2 Από την Έρευνα στην Κατανόηση· από το ότι στο Διότι
6. Ένα ολοκληρωμένο παζλ
1. Ζωή και Έργο
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα, στις βόρειες ακτές του Αιγαίου, το 384 π.Χ. Ο πατέρας του, Νικόμαχος, ήταν γιατρός του βασιλιά Αμύντα Γ΄ της Μακεδονίας και η μητέρα του, Φαιστίς, καταγόταν από πλούσια οικογένεια από την Εύβοια. Σε ηλικία 17 ετών στάλθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα για 20 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Πλάτωνα το 347. Μέχρι τότε είχε αναπτύξει τις δικές του ξεχωριστές φιλοσοφικές ιδέες, συμπεριλαμβανομένου του πάθους του για τη μελέτη της φύσης. Εντάχθηκε σε έναν φιλοσοφικό κύκλο στην Άσσο, στις ακτές της Μικράς Ασίας, όπου παντρεύτηκε επίσης την Πυθία (και απέκτησε μια κόρη, επίσης ονόματι Πυθία), αλλά λίγο αργότερα μετακόμισε στο κοντινό νησί της Λέσβου, όπου γνώρισε τον Θεόφραστο, έναν νεαρό άνδρα με παρόμοια ενδιαφέροντα στις φυσικές επιστήμες. Μεταξύ των δύο, ξεκίνησαν την επιστήμη της βιολογίας, με τον Αριστοτέλη να διεξάγει μια συστηματική έρευνα για τα ζώα και τον Θεόφραστο να κάνει το ίδιο για τα φυτά.
Το 343, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας ζήτησε από τον Αριστοτέλη να διδάξει τον γιο του Αλέξανδρο. Μέχρι το 335 είχε επιστρέψει στην Αθήνα, η οποία βρισκόταν πλέον υπό τον έλεγχο του πρώην μαθητή του Αλέξανδρου. Μαζί με τον Θεόφραστο ίδρυσε μια «σχολή» σε ένα δημόσιο ιερό γνωστό ως Λύκειο. Κατά την περίοδο αυτή, η σύζυγός του πέθανε και ο Αριστοτέλης σύναψε σχέση με τον Έρπυλλη (επίσης καταγόμενο από τα Στάγειρα) και απέκτησε έναν γιο, τον Νικόμαχο. Διηύθυνε το Λύκειο μέχρι τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323. Με τα αντιμακεδονικά αισθήματα να κυριαρχούν στην Αθήνα, ο Αριστοτέλης αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, την γενέτειρα της μητέρας του. Πέθανε εκεί το 322 π.Χ.
Το σωζόμενο σώμα έργων του Αριστοτέλη προέρχεται από μεσαιωνικά χειρόγραφα που βασίζονται σε μια έκδοση του 1ου αιώνα π.Χ. (που αποδίδεται στον Ανδρόνικο της Ρόδου, τον μετέπειτα διάδοχο του Αριστοτέλη ως επικεφαλής του Λυκείου). Δεν υπήρχαν σχόλια στα βιολογικά έργα που γράφτηκαν μέχρι να μεταφραστούν συλλογικά στα αραβικά. Η πρώτη εμφάνιση των βιολογικών γραπτών του Αριστοτέλη στη Δύση είναι λατινικές μεταφράσεις, από τον Michael Scot, μιας αραβικής έκδοσης, η οποία αποτελεί τη βάση του De animalibus του Αλβέρτου Μάγνου. Τον 13ο αιώνα, ο Γουλιέλμος του Μέρμπεκε παρήγαγε μια λατινική μετάφραση απευθείας από τα ελληνικά. Οι πρώτες έντυπες εκδόσεις και μεταφράσεις χρονολογούνται στα τέλη του 15ου αιώνα, με την πιο ευρέως διαδεδομένη να είναι αυτή του Θεόδωρου Γάζα. Εκτός από τα τρία έργα που παραδοσιακά αναφέρονται ως Ιστορία των Ζώων (HA), Μέρη των Ζώων (PA) και Γένεση των Ζώων (GA), υπάρχει μια σειρά από σύντομα «δοκιμία» για πιο εξειδικευμένα θέματα: Περί κίνησης των ζώων, Περί μετακίνησης των ζώων, Περί αναπνοής, Περί ζωής και θανάτου, Περί νεότητας και γήρατος, Περί διάρκειας και βραχύτητας ζωής, Περί ύπνου και αφύπνισης, Περί αισθήσεων και των αντικειμένων τους (τα έξι τελευταία περιλαμβάνονται στην λεγόμενη Parva naturalia). Το αν θα πρέπει κανείς να θεωρήσει το Περί Ψυχής (DA) μέρος αυτού του έργου ή όχι είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Αυτό που είναι σίγουρα σαφές, ωστόσο, είναι ότι υπάρχουν σημαντικές συνδέσεις μεταξύ της θεωρητικής προσέγγισης της σχέσης μεταξύ σώματος και ψυχής που υποστηρίζεται σε αυτό το έργο και του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο ο Αριστοτέλης προσεγγίζει την έρευνα των ζώων.
Για να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη προσέγγιση του Αριστοτέλη στη μελέτη των ζωντανών οργανισμών, είναι επιτακτική ανάγκη να την εντάξουμε στη φυσική του φιλοσοφία και στη φιλοσοφία της επιστήμης. Το πρώτο βιβλίο του "Μέρη των Ζώων" του Αριστοτέλη είναι, στην πραγματικότητα, σε μεγάλο βαθμό αφιερωμένο σε αυτό ακριβώς, και μετά από μια σύντομη συζήτηση των γενικών απόψεων του Αριστοτέλη σχετικά με την επιστημονική έρευνα και εξήγηση, θα στραφούμε σε αυτό.
5.2 Από την Έρευνα στην Κατανόηση· από το ότι στο Διότι
6. Ένα ολοκληρωμένο παζλ
1. Ζωή και Έργο
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα, στις βόρειες ακτές του Αιγαίου, το 384 π.Χ. Ο πατέρας του, Νικόμαχος, ήταν γιατρός του βασιλιά Αμύντα Γ΄ της Μακεδονίας και η μητέρα του, Φαιστίς, καταγόταν από πλούσια οικογένεια από την Εύβοια. Σε ηλικία 17 ετών στάλθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα για 20 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Πλάτωνα το 347. Μέχρι τότε είχε αναπτύξει τις δικές του ξεχωριστές φιλοσοφικές ιδέες, συμπεριλαμβανομένου του πάθους του για τη μελέτη της φύσης. Εντάχθηκε σε έναν φιλοσοφικό κύκλο στην Άσσο, στις ακτές της Μικράς Ασίας, όπου παντρεύτηκε επίσης την Πυθία (και απέκτησε μια κόρη, επίσης ονόματι Πυθία), αλλά λίγο αργότερα μετακόμισε στο κοντινό νησί της Λέσβου, όπου γνώρισε τον Θεόφραστο, έναν νεαρό άνδρα με παρόμοια ενδιαφέροντα στις φυσικές επιστήμες. Μεταξύ των δύο, ξεκίνησαν την επιστήμη της βιολογίας, με τον Αριστοτέλη να διεξάγει μια συστηματική έρευνα για τα ζώα και τον Θεόφραστο να κάνει το ίδιο για τα φυτά.
Το 343, ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας ζήτησε από τον Αριστοτέλη να διδάξει τον γιο του Αλέξανδρο. Μέχρι το 335 είχε επιστρέψει στην Αθήνα, η οποία βρισκόταν πλέον υπό τον έλεγχο του πρώην μαθητή του Αλέξανδρου. Μαζί με τον Θεόφραστο ίδρυσε μια «σχολή» σε ένα δημόσιο ιερό γνωστό ως Λύκειο. Κατά την περίοδο αυτή, η σύζυγός του πέθανε και ο Αριστοτέλης σύναψε σχέση με τον Έρπυλλη (επίσης καταγόμενο από τα Στάγειρα) και απέκτησε έναν γιο, τον Νικόμαχο. Διηύθυνε το Λύκειο μέχρι τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323. Με τα αντιμακεδονικά αισθήματα να κυριαρχούν στην Αθήνα, ο Αριστοτέλης αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, την γενέτειρα της μητέρας του. Πέθανε εκεί το 322 π.Χ.
Το σωζόμενο σώμα έργων του Αριστοτέλη προέρχεται από μεσαιωνικά χειρόγραφα που βασίζονται σε μια έκδοση του 1ου αιώνα π.Χ. (που αποδίδεται στον Ανδρόνικο της Ρόδου, τον μετέπειτα διάδοχο του Αριστοτέλη ως επικεφαλής του Λυκείου). Δεν υπήρχαν σχόλια στα βιολογικά έργα που γράφτηκαν μέχρι να μεταφραστούν συλλογικά στα αραβικά. Η πρώτη εμφάνιση των βιολογικών γραπτών του Αριστοτέλη στη Δύση είναι λατινικές μεταφράσεις, από τον Michael Scot, μιας αραβικής έκδοσης, η οποία αποτελεί τη βάση του De animalibus του Αλβέρτου Μάγνου. Τον 13ο αιώνα, ο Γουλιέλμος του Μέρμπεκε παρήγαγε μια λατινική μετάφραση απευθείας από τα ελληνικά. Οι πρώτες έντυπες εκδόσεις και μεταφράσεις χρονολογούνται στα τέλη του 15ου αιώνα, με την πιο ευρέως διαδεδομένη να είναι αυτή του Θεόδωρου Γάζα. Εκτός από τα τρία έργα που παραδοσιακά αναφέρονται ως Ιστορία των Ζώων (HA), Μέρη των Ζώων (PA) και Γένεση των Ζώων (GA), υπάρχει μια σειρά από σύντομα «δοκιμία» για πιο εξειδικευμένα θέματα: Περί κίνησης των ζώων, Περί μετακίνησης των ζώων, Περί αναπνοής, Περί ζωής και θανάτου, Περί νεότητας και γήρατος, Περί διάρκειας και βραχύτητας ζωής, Περί ύπνου και αφύπνισης, Περί αισθήσεων και των αντικειμένων τους (τα έξι τελευταία περιλαμβάνονται στην λεγόμενη Parva naturalia). Το αν θα πρέπει κανείς να θεωρήσει το Περί Ψυχής (DA) μέρος αυτού του έργου ή όχι είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Αυτό που είναι σίγουρα σαφές, ωστόσο, είναι ότι υπάρχουν σημαντικές συνδέσεις μεταξύ της θεωρητικής προσέγγισης της σχέσης μεταξύ σώματος και ψυχής που υποστηρίζεται σε αυτό το έργο και του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο ο Αριστοτέλης προσεγγίζει την έρευνα των ζώων.
Για να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη προσέγγιση του Αριστοτέλη στη μελέτη των ζωντανών οργανισμών, είναι επιτακτική ανάγκη να την εντάξουμε στη φυσική του φιλοσοφία και στη φιλοσοφία της επιστήμης. Το πρώτο βιβλίο του "Μέρη των Ζώων" του Αριστοτέλη είναι, στην πραγματικότητα, σε μεγάλο βαθμό αφιερωμένο σε αυτό ακριβώς, και μετά από μια σύντομη συζήτηση των γενικών απόψεων του Αριστοτέλη σχετικά με την επιστημονική έρευνα και εξήγηση, θα στραφούμε σε αυτό.
2. Η Φιλοσοφία της Επιστήμης του Αριστοτέλη
Στις ενότητες 4, 5 και 6, θα διερευνήσουμε τους τρόπους με τους οποίους ο Αριστοτέλης οργανώνει και εξηγεί συστηματικά ένα εξαιρετικό σύνολο πληροφοριών σχετικά με την ανατομία, τη φυσιολογία και την ανάπτυξη των ζώων. Για να το πετύχει αυτό, ο Αριστοτέλης αφιέρωσε μεγάλο μέρος της σκέψης του στη φύση της επιστημονικής έρευνας, που κυμαίνεται από ερωτήματα σχετικά με το πώς πρέπει να συλλέγει και να οργανώνει δεδομένα έως το πώς να τα εξηγεί και επίσης στο πώς να ελέγχει τα αποτελέσματα για να βεβαιώνεται ότι παρακολουθούν την αλήθεια. Γιατί ακριβώς προχωρά κανείς από την επιφανειακή και ανοργάνωτη κατάσταση της καθημερινής εμπειρίας προς την οργανωμένη επιστημονική γνώση; Για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται μια έννοια του στόχου που πρέπει να επιτευχθεί, και ο Αριστοτέλης ανέπτυξε μια τέτοια έννοια στα Προηγούμενα και Μεταγενέστερα Αναλυτικά του (εφεξής συντομογραφικά ως APr. και APo., αντίστοιχα). Ο στόχος της επιστημονικής έρευνας, υποστήριξε, ήταν ένα σύστημα εννοιών και προτάσεων οργανωμένων ιεραρχικά, που τελικά στηρίζονται στη γνώση της ουσιαστικής φύσης των αντικειμένων μελέτης και ορισμένων άλλων απαραίτητων πρώτων αρχών. Αυτοί οι ορισμοί και οι αρχές αποτελούν τη βάση των αιτιακών εξηγήσεων όλων των άλλων καθολικών αληθειών εντός του πεδίου της μελέτης. Αυτές οι άλλες καθολικές αλήθειες θα πρέπει να προσδιορίζουν χαρακτηριστικά που ανήκουν σε ένα υποκείμενο αυτό καθαυτό, λόγω της φύσης του. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί όταν εισάγει την άποψή του για την επιστημονική απόδειξη για να επεξηγήσει τέτοιες προτάσεις προέρχονται από τη γεωμετρία: «το να έχει εσωτερικές γωνίες ίσες με δύο ορθές γωνίες» ανήκει σε όλα και μόνο σε τρίγωνα λόγω του ότι είναι τρίγωνα (APo. I 4, 5). Αυτό το χαρακτηριστικό ανήκει και σε όλα τα ισόπλευρα τρίγωνα - όχι, ωστόσο, επειδή είναι ισόπλευρα, αλλά επειδή είναι τρίγωνα. Έτσι, η επιστημονική γνώση μιας τέτοιας πρότασης, δηλαδή η γνώση που δείχνει τον λόγο για τον οποίο οποιοδήποτε τρίγωνο έχει αυτή την ιδιότητα, πρέπει να εξηγεί γιατί αυτή η ιδιότητα ανήκει στα τρίγωνα ως τέτοια. Η εξήγηση, φυσικά, θα επικαλεστεί τον ουσιώδη χαρακτήρα των τριπλευρικών ευθύγραμμων επίπεδων σχημάτων, δηλαδή, τι σημαίνει να είναι ένα τρίγωνο.
Το δεύτερο βιβλίο των Μεταγενέστερων Αναλυτικών συζητά πώς να επιτευχθεί αυτός ο στόχος της επιστημονικής γνώσης, με ένα κεντρικό μέλημα να είναι το πώς η γνώση των ουσιών, που εκφράζεται σε ορισμούς, σχετίζεται με εξηγήσεις που εκφράζονται με τη μορφή αιτιακών αποδείξεων. Ο Πλάτωνας είχε διατυπώσει ένα διάσημο παράδοξο της έρευνας στον διάλογό του Μένωνας: είτε γνωρίζετε το αντικείμενο της έρευνάς σας, οπότε η έρευνα είναι περιττή· είτε δεν γνωρίζετε το αντικείμενο της έρευνάς σας, οπότε η έρευνα είναι αδύνατη (Μένωνας 80d5–e5). Ο Αριστοτέλης μας υπενθυμίζει αυτό το παράδοξο στο πρώτο κεφάλαιο των Μεταγενέστερων Αναλυτικών, αλλά η πλήρης λύση του εμφανίζεται μόνο στο βιβλίο II. Εκεί, υποστηρίζει ότι η αντιληπτική εμπειρία μας δίνει μια κατανόηση του στόχου της έρευνας που, αν και δεν μετράει ως επιστημονική γνώση, χρησιμεύει για να κατευθύνει περαιτέρω έρευνα. Ξεκινά τη συζήτηση παρουσιάζοντάς μας έναν ισχυρισμό για το πώς τα αντικείμενα της έρευνας συνδέονται με αντικείμενα επιστημονικής γνώσης.
Τα πράγματα για τα οποία διερευνούμε είναι ίσα σε αριθμό με τα πράγματα που γνωρίζουμε επιστημονικά. Ερωτούμε για τέσσερα πράγματα: το γεγονός, τον λόγο για τον οποίο, αν κάτι είναι, τι είναι κάτι. (APo. II 1, 89b23–25)
Ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται αυτά τα τέσσερα ερωτήματα ως ζεύγη, και υπάρχει μια φυσική ακολουθία σε κάθε ζεύγος. Γνωρίζοντας ότι ισχύει κάποια κατάσταση πραγμάτων, μπορούμε να διερευνήσουμε τον λόγο για τον οποίο ισχύει.
Όταν γνωρίζουμε το γεγονός, διερευνούμε τον λόγο (π.χ., γνωρίζοντας ότι έχει εκλείψει ή ότι η γη κινείται, διερευνούμε τον λόγο για τον οποίο έχει εκλείψει ή γιατί η γη κινείται). (APo. II 1, 89b29–31)
Ομοίως, αν ολοκληρώσουμε μια έρευνα σχετικά με το αν κάτι υπάρχει, μπορούμε να προχωρήσουμε στη διερεύνηση της φύσης του, του τι είναι.
Και αφού γνωρίζουμε ότι είναι, διερωτόμαστε τι είναι (π.χ., Τότε τι είναι θεός; Ή τι είναι άνθρωπος;). (Αpo. II 1, 89b34–35)
Τα παραδείγματα αποκαλύπτουν μια διάκριση που δομεί μεγάλο μέρος της συζήτησης για τα επόμενα δέκα κεφάλαια. Διότι φαίνεται ότι οι «πραγματολογικές» έρευνες αφορούν το αν κάποιο χαρακτηριστικό ανήκει σε κάποιο υποκείμενο (κίνηση στη Γη, έκλειψη στη Σελήνη) και ότι η αναζήτηση του λόγου για το γιατί είναι μια αναζήτηση της αιτιώδους εξήγησης του χαρακτηριστικού που ανήκει σε αυτό το υποκείμενο. Αντίθετα, φαίνεται ότι η μετάβαση από το «αν» στο «τι» είναι μια μετάβαση από την απόδειξη της ύπαρξης κάποιου υποκειμένου («θεός», «άνθρωπος») στη απόδειξη του τι είναι.
Ωστόσο, η διάκριση δεν είναι, όπως αποδεικνύεται, τόσο σαφής. Έχοντας αρχίσει να επεξηγεί τη διάκριση μεταξύ της έρευνας του αν ή αν κάτι υπάρχει και του τι είναι με το ερώτημα «αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κένταυρος ή θεός», στη συνέχεια χαρακτηρίζει τη γνώση που επιτυγχάνεται ως «γνώση ότι υπάρχει». Και στο δεύτερο κεφάλαιο, αρχίζει να συνδέει τις δύο ακολουθίες έρευνας μέσω της συλλογιστικής του έννοιας του «μεσαίου όρου», του όρου που είναι κοινός στις δύο προκείμενες σε μια συλλογιστική απόδειξη.
Έτσι, προκύπτει ότι σε όλη μας την έρευνα αναζητούμε είτε αν υπάρχει ένας μεσαίος όρος είτε ποιος είναι ο μεσαίος όρος . Διότι ο μεσαίος όρος είναι η αιτία, και αυτό είναι σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο. (APo. II 2, 90a7–9)
Δηλαδή, σε κάθε έγκυρη συλλογιστική συμπερασματολογία, ο μεσοπρόθεσμος όρος που μοιράζονται οι προκείμενες αποτελεί την εγγύηση για το συμπέρασμα. Στην επιστημονική εξήγηση, ωστόσο, ο μεσοπρόθεσμος όρος πρέπει επίσης να προσδιορίζει την αιτία του γεγονότος που δίνεται στο συμπέρασμα - αυτό που προσδιορίζει αυτός ο όρος είναι η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ του υποκειμένου και του χαρακτηριστικού. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο από τα συνηθισμένα του παραδείγματα, αν επιδιώξουμε να εξηγήσουμε τον περιοδικό ήχο του θορύβου στα σύννεφα, ο μεσοπρόθεσμος όρος πρέπει να προσδιορίζει την αιτία της σύνδεσης μεταξύ αυτού του θορύβου και αυτών των σύννεφων, κάτι που ο Αριστοτέλης θεωρεί ως την εξαφάνιση της φωτιάς εκεί μέσα. Επιπλέον, σύμφωνα με την περιγραφή του Αριστοτέλη για τη σχέση μεταξύ αιτιώδους απόδειξης και επιστημονικού ορισμού, η γνώση της αιτίας της βροντής είναι ταυτόχρονα γνώση της ουσίας της βροντής, τι πραγματικά είναι η βροντή.
Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να λέμε γιατί βροντάει και του τι είναι η βροντή. Στη μία περίπτωση θα πείτε: Επειδή η φωτιά σβήνει στα σύννεφα. Αλλά: Τι είναι η βροντή;—Ένας θόρυβος φωτιάς που σβήνει στα σύννεφα. Επομένως, η ίδια αφήγηση δίνεται με διαφορετικούς τρόπους: από τη μία πλευρά είναι μια συνεχής απόδειξη, από την άλλη ένας ορισμός. (APo. II 10, 94a4–8)
Στο APo., ο Αριστοτέλης επιστρέφει τακτικά σε τυπικά παραδείγματα φυσικών φαινομένων όπως οι βροντές και οι εκλείψεις - αλλά επίσης, και σημαντικό, παρέχει ένα εκτεταμένο βιολογικό παράδειγμα, δηλαδή την εποχιακή απώλεια φύλλων σε πλατύφυλλα φυτά. [2] Στο κεφάλαιο 16, ο Αριστοτέλης φαντάζεται μια έρευνα που ξεκινά με ερωτήματα όπως «Γιατί οι συκιές και τα αμπέλια χάνουν τα φύλλα τους;». Η πρότυπη απάντηση είναι «Επειδή και τα δύο είναι πλατύφυλλα». Δηλαδή, η έρευνα αναζητά κάποιο άλλο χαρακτηριστικό, κοινό και στα δύο είδη, που σχετίζεται με τον στόχο της έρευνας, την εποχιακή απώλεια φύλλων. Το «επειδή» είναι, ωστόσο, προκαταρκτικό - είναι καλύτερο να θεωρήσουμε το πλατύφυλλο ως ένα βήμα προς την αιτιώδη εξήγηση. Το Κεφάλαιο 17 αναλαμβάνει το παράδειγμα, στο πλαίσιο του επιχειρήματος ότι η βασική επιστημονική έρευνα αναζητά, όπου είναι δυνατόν, συνεκτικές προβλέψεις, κάτι που δεν ισχύει μεταξύ απώλειας φύλλων και συκιών ή απώλειας φύλλων και αμπέλων. Η υποψήφια κύρια υπόθεση, ωστόσο - «Ό,τι είναι πλατύφυλλο χάνει τα φύλλα του» - προσδιορίζει μια συνεκτική σχέση μεταξύ υποκειμένου και κατηγορουμένου. Μπορεί επομένως να χρησιμεύσει ως μια κατάλληλη επιστημονική εξήγηση , και ο όρος «πλατύφυλλο» μπορεί να χρησιμεύσει για τον προσδιορισμό ενός είδους, όλα και μόνο τα μέλη του οποίου χάνουν τα φύλλα τους. [3] Έτσι, ο μεσαίος όρος της προκαταρκτικής εξήγησης γίνεται το θέμα μιας πιο βασικής, συνεκτικής κατηγόρησης. Η αιτία που τα πλατύφυλλα δέντρα χάνουν τα φύλλα τους θα είναι, επομένως, κάτι πιο θεμελιώδες σχετικά με τα πλατύφυλλα δέντρα, που εδώ προσδιορίζεται ως η στερεοποίηση της υγρασίας στη συμβολή των φύλλων, η οποία μπορεί έτσι να χρησιμεύσει ως ο μεσαίος όρος σε μια αιτιώδη εξήγηση αυτού του γεγονότος. Αλλά θα χρησιμεύσει επίσης ως μέρος ενός ορισμού της απώλειας φύλλων.
Το μεσαίο είναι η περιγραφή του πρώτου μείζονος όρου [δηλαδή, του κατηγορουμένου στο συμπέρασμα], γι' αυτό και όλες οι επιστήμες προκύπτουν μέσω ορισμού. (APo. II 17, 99a22–23)
Δηλαδή, αν η έρευνά μας πάει καλά, θα έχουμε μια περιγραφή του τι είναι η απώλεια φύλλων. Στην πορεία, υποτίθεται ότι θα ακολουθηθεί μια διαδικασία ταυτοποίησης του είδους, του οποίου όλα και μόνο τα μέλη θα χάσουν τα φύλλα τους λόγω πήξης του χυμού. Ωστόσο, τα Αναλυτικά δεν παρέχουν καμία συστηματική συζήτηση σχετικά με το εάν υπάρχουν γενικά κριτήρια για την ταυτοποίηση αυτών των βασικών επιστημονικών ειδών. Όπως θα δούμε, αυτό είναι το θέμα ενός από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα του βιβλίου Ι "Μέρη των Ζώων ".
Υπάρχουν δύο αρκετά διαφορετικά ερωτήματα που πρέπει να θέσουμε σχετικά με το πώς αυτές οι ιδέες για την έρευνα και την εξήγηση στα Αναλυτικά σχετίζονται με τις έρευνες του Αριστοτέλη για τα ζώα: Πρώτον, πώς σχετίζεται η φιλοσοφία της βιολογίας που παρουσιάζεται στο PA I με τη γενική περιγραφή της εξήγησης, του ορισμού και της έρευνας στα Μεταγενέστερα Αναλυτικά; [4] Και δεύτερον, σε ποιο βαθμό οι πραγματείες που αναφέρουν τις πραγματικές έρευνες του για τα ζώα συμμορφώνονται είτε με τη γενική περιγραφή του για την επιστημονική γνώση και έρευνα στο APo., είτε με τους κανόνες σχετικά με τη μελέτη των ζώων που ορίζονται στο PA I; Το υπόλοιπο αυτού του λήμματος θα οργανωθεί γύρω από αυτά τα δύο ερωτήματα.
3. Επιβεβαίωση
Καταρχάς, απαιτούνται ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το τι συζητάμε —και τι δεν συζητάμε—. Φαίνεται προφανές, αφού διατυπωθεί, ότι η πραγματική δραστηριότητα της μελέτης των ζώων διαφέρει από τη δραστηριότητα της συγγραφής ή της διδασκαλίας για τα ζώα με βάση αυτή τη μελέτη. Έχουμε πρόσβαση σε πολλά συστηματικά οργανωμένα γραπτά του Αριστοτέλη για τα ζώα. Δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στις πραγματικές του έρευνες. Μερικοί συγγραφείς που μελετήθηκαν από ιστορικούς της επιστήμης συζητούν, στο γραπτό τους έργο, τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν για να συλλέξουν τις πληροφορίες και να επεξεργαστούν τις θεωρητικές τους ιδέες και μάλιστα παρέχουν «ημερολόγια» που περιγράφουν τις καθημερινές τους μελέτες—ο Αριστοτέλης δεν είναι ένας από αυτούς. Ούτε κάποιος άλλος ανέφερε ότι παρατήρησε τον Αριστοτέλη να διεξάγει τις μελέτες του. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν λογικά συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε από τα γραπτά του. Για παράδειγμα, είναι σαφές ότι συμβουλευόταν τακτικά άλλους «ειδικούς» όπως μελισσοκόμους, ψαράδες και σφουγγαράδες· ότι αυτός (ή κάποιος υπό την καθοδήγησή του) πραγματοποίησε πολλές ανατομές σε μια μεγάλη ποικιλία ζώων· ότι υπήρχαν τουλάχιστον ορισμένα διαγράμματα που δημιουργήθηκαν με βάση αυτές τις ανατομές· ότι κατείχε ή είχε πρόσβαση σε μια εντυπωσιακή βιβλιοθήκη που περιείχε μια ποικιλία (υποτιθέμενων) γεγονότων για κάθε είδους θέματα, τα οποία είχαν καταγραφεί από άλλους· και ούτω καθεξής. Επιπλέον, όσον αφορά το πώς συλλογιζόταν για συγκεκριμένες εξηγήσεις, μπορούμε να εξαγάγουμε κάποια λογικά συμπεράσματα από όσα λέει για τις σωστές μεθόδους βιολογικής έρευνας. Αλλά είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μελετάμε κείμενα που παρουσιάζουν, με έναν εξαιρετικά δομημένο και θεωρητικό τρόπο, τα αποτελέσματα μιας πραγματικής έρευνας, τις λεπτομέρειες και τις πρακτικές πτυχές της οποίας γνωρίζουμε ελάχιστα.
Δεν είναι επίσης σαφές ποια είναι η πρόθεση των κειμένων που έχουμε και τα οποία αναφέρουν αυτές τις έρευνες. Μερικές φορές λέγεται ότι είναι «σημειώσεις διαλέξεων». Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα λάθος. Είναι πολύ προσεκτικά γραμμένα και δομημένα. Αλλά φαίνεται σαφές, από διασταυρούμενες αναφορές, ότι ορισμένα από αυτά έπρεπε να μελετηθούν με μια συγκεκριμένη σειρά, και αυτή η σειρά μπορεί να συμμορφώνεται με ένα πρόγραμμα σπουδών στο Λύκειο. Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ όλες οι άλλες βιολογικές πραγματείες αναφέρονται για περισσότερες πληροφορίες στις «έρευνες για τα ζώα», δηλαδή σε κάτι σαν την Ιστορία των Ζώων που έχει φτάσει σε εμάς, συχνά σε συνδυασμό με τις «ανατομές», η Ιστορία των Ζώων μας δεν έχει αναφορές στις άλλες, επεξηγηματικές μελέτες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι «έρευνες και οι ανατομές» είχαν διαφορετική λειτουργία σε ένα τέτοιο πρόγραμμα σπουδών, ίσως κάτι παρόμοιο με τα «έργα αναφοράς».
Τέλος, αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η σειρά των πραγματειών που έχουμε πιθανότατα συγκεντρώθηκε εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη από ό,τι άφησε πίσω του. Φαίνεται απίθανο να μπορέσουμε ποτέ να προσδιορίσουμε την ακριβή σχέση μεταξύ της λεγόμενης «Ανδρονική» έκδοσης, της πιθανής πηγής των κειμένων μας, και όσων δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του Αριστοτέλη.
Αυτές οι τρεις επιφυλάξεις θέτουν περιορισμούς σε αυτό που μπορούμε εύλογα να ισχυριστούμε ότι κάνουμε. Θα συζητήσουμε τις πραγματείες που αναφέρουν τα αποτελέσματα των ερευνών του Αριστοτέλη για τα ζώα. Θα υποθέσουμε ότι τα κείμενα που μας έχουν παραδοθεί αντικατοπτρίζουν όσα έγραψε για αυτό το θέμα και ότι οι παραπομπές σε αυτά τα κείμενα είναι δικές του και αντικατοπτρίζουν τις δικές του απόψεις σχετικά με το πώς αυτές οι διάφορες μελέτες σχετίζονται μεταξύ τους.
4. Φιλοσοφία της Βιολογίας
Το βιβλίο Ι των Μέρων των Ζώων (PA I) ξεκινά σκιαγραφώντας τον σκοπό του, ο οποίος είναι να θεσπίσει ένα σύνολο προτύπων για την κρίση των φυσικών ερευνών (639a15). Τα πέντε κεφάλαιά του επιδιώκουν αυτόν τον σκοπό, συζητώντας το κατάλληλο επίπεδο γενικότητας για τέτοιες μελέτες, τους τρόπους αιτιότητας και την αναγκαιότητα που πρέπει να χρησιμοποιούνται σε βιολογικές εξηγήσεις, τη σχέση της μορφής με την ύλη στα ζωντανά όντα, την κατάλληλη μέθοδο λογικής διαίρεσης για αυτό το θέμα, τα μέσα αναγνώρισης των ειδών και των δραστηριοτήτων τους στο κατάλληλο επίπεδο αφαίρεσης και πολλά άλλα. Δύο είδη στοιχείων υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι το βιβλίο αυτό έχει ως στόχο να ασχοληθεί με προβλήματα και ερωτήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της γενικής φιλοσοφίας της επιστήμης του Αριστοτέλη, που βρίσκεται στα Αναλυτικά των Μεταγενέστερων, στη θεωρητική του διερεύνηση της ζωντανής φύσης.
Το πρώτο είδος στοιχείων αποτελείται από αποσπάσματα που εισάγουν τις βιολογικές του έρευνες, τα οποία φαίνεται να κάνουν σαφή αναφορά στην περιγραφή της επιστημονικής γνώσης στο APo. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιστορία των Ζώων (μια καλύτερη, αν και λιγότερο οικεία μετάφραση, θα ήταν το Animal Inquiries), για παράδειγμα, υποδηλώνει ότι ολόκληρο το βιολογικό έργο είναι οργανωμένο σύμφωνα με τη θεωρία της έρευνας που αναπτύχθηκε στο APo. II. Αυτό το απόσπασμα βρίσκεται κοντά στο τέλος του έκτου κεφαλαίου στο πρώτο βιβλίο του HA. Μετά από πέντε κεφάλαια στα οποία ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τα είδη των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των ζώων που πρόκειται να μελετηθούν και σκιαγραφεί τους τρόπους με τους οποίους πρόκειται να διερευνηθούν, κάνει την ακόλουθη προγραμματική δήλωση σχετικά με την επερχόμενη έρευνα και πού αυτή εντάσσεται σε ολόκληρη την επιστημονική μελέτη των ζώων:
Αυτά, λοιπόν, έχουν ειπωθεί τώρα ως περίγραμμα για να δώσουμε μια γεύση από το ποια πράγματα πρέπει να μελετηθούν και τι είναι αυτό που πρέπει να μελετηθεί σε αυτά, ώστε να μπορέσουμε πρώτα να κατανοήσουμε τις διαφορές και τα χαρακτηριστικά που ανήκουν σε όλα τα ζώα. Αφού το κάνουμε αυτό, πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τις αιτίες. Διότι είναι φυσικό να διεξάγουμε την έρευνα με αυτόν τον τρόπο, ξεκινώντας με την έρευνα για κάθε πράγμα· διότι από αυτές τις έρευνες γίνεται σαφές τόσο για το ποια πράγματα (peri hôn) πρέπει να είναι η απόδειξη (tên apodeixin) όσο και από ποια πράγματα (ex hôn) πρέπει να προέλθει. (HA I 6, 491a7–14)
Ο φυσικός τρόπος για να προχωρήσουμε, λοιπόν, είναι να ξεκινήσουμε με έρευνα (historia) σχετικά με τα γεγονότα κάθε ζωντανού όντος, με στόχο την κατανόηση των διαφορών και των χαρακτηριστικών όλων των ζώων· και στη συνέχεια να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τις αιτίες τους. Αυτό είναι φυσικό επειδή, δεδομένου ότι ο στόχος μας είναι η αποδεικτική κατανόηση, θέλουμε να καταλήξουμε σε μια σαφή διάκριση μεταξύ των γεγονότων που πρέπει να εξηγηθούν (το peri hôn) και της εξήγησής τους (το ex hôn). Αυτή η δήλωση απηχεί τη σύνοψη, στο APo. I 10, των συστατικών της αποδεικτικής γνώσης:
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν εκ φύσεως αυτά τα τρία [συστατικά της αποδεικτικής γνώσης]: αυτό για το οποίο (peri ho) αποδεικνύει, αυτό που αποδεικνύει και εκείνα τα πράγματα από τα οποία (ex hôn) αποδεικνύει. (76b21–22)
Η Ιστορία των Ζώων αυτοχαρακτηρίζεται ως η καθιέρωση των χαρακτηριστικών και των διαφορών που ανήκουν σε όλα τα ζώα και ισχυρίζεται ότι διεξάγοντας αυτήν την έρευνα είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στην αναζήτηση των αιτιών. Πράγματι, ο Αριστοτέλης φαίνεται να υπονοεί ότι μια επιτυχημένη ιστοριογραφία ή πραγματολογική έρευνα θα μας προετοιμάσει να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ των γεγονότων που πρέπει να εξηγηθούν και εκείνων που θα επικαλεστούμε στις εξηγήσεις μας. Στη γλώσσα των Μεταγενέστερων Αναλυτικών: Η ΙΑ καθιερώνει το γεγονός, π.χ. ότι όλα τα ζώα με πνεύμονες έχουν τραχεία ή ότι όλα τα κητώδη έχουν πνεύμονες και είναι ζωοτόκα, επιδιώκοντας συνήθως να αναγνωρίσει ομάδες μέσω της ανακάλυψης συνεκτικών διαφοροποιήσεων με τη βοήθεια της μεθόδου της διαίρεσης. [5] Η σωστή χρήση της διαίρεσης, επιπλέον, θα δώσει σαφείς ενδείξεις για το ποιες κατηγορίες είναι βασικές και ποιες παράγωγες. Έργα όπως τα Μέρη των Ζώων ή η Γενιά των Ζώων, από την άλλη πλευρά, επιδιώκουν να διαπιστώσουν τον λόγο - την αιτία - του γεγονότος. Αν ο Αριστοτέλης ακολουθεί τη μέθοδο που περιγράφεται στα Αναλυτικά , αυτές οι αιτιακές εξηγήσεις θα πρέπει ταυτόχρονα να μας υποδεικνύουν ουσιώδεις ορισμούς του τι σημαίνει να είσαι τραχεία ή ζωοτόκος. Είναι ένα πολύ συζητημένο ζήτημα αν ο ορισμός ήταν, στην πραγματικότητα, ένας ρητός στόχος της ΙΑ ή απλώς μια συνέπεια του επεξηγηματικού στόχου που προσδιορίζεται σαφώς στο παραπάνω απόσπασμα από την ΙΑ I 6· και αν ναι, αν αναζητήθηκαν ορισμοί των ζωικών ειδών ή μόνο ορισμοί των χαρακτηριστικών τους. Όπως θα δούμε, υπάρχουν αρκετές περιλήψεις κεφαλαίων στις επεξηγηματικές πραγματείες που υποστηρίζουν ότι έχουν δοθεί τόσο μια εξήγηση για το γιατί ένα μέρος βρίσκεται σε εκείνα τα ζώα που το έχουν, όσο και μια περιγραφή του τι είναι αυτό το μέρος· αλλά πρέπει να εργαστούμε πολύ σκληρά για να ανακατασκευάσουμε οποιονδήποτε ορισμό των ζωικών ειδών σε αυτές τις πραγματείες. [6]
Αρκετά κείμενα στις αιτιακές έρευνες του Αριστοτέλη ενισχύουν το μήνυμα του HA I 6, τονίζοντας ότι το προκαταρκτικό έργο των ερευνών που διαπιστώνουν και οργανώνουν τα γεγονότα σε διάφορα επίπεδα γενικότητας έχει ολοκληρωθεί. Και αναφέρονται τακτικά σε κάτι σαν αυτό που αναφέρεται στο HA μας ως το σημείο αναζήτησης των αποτελεσμάτων αυτού του προκαταρκτικού έργου. Ακολουθούν δύο σαφείς δηλώσεις προς τούτο, μία από την αρχή της μελέτης του για τις αιτίες των διαφορών στην κίνηση των ζώων και μία από την αρχή της μελέτης του για τις αιτίες των διαφορών μεταξύ των μερών των ζώων:
Σαφώς χρειάζεται να μελετηθούν όλα αυτά τα ερωτήματα σχετικά με την κίνηση των ζώων και οποιαδήποτε άλλα παρόμοια· διότι το ότι (hoti) αυτά τα πράγματα είναι έτσι είναι σαφές από τις έρευνές μας στη φύση (tês historias tês phusikês)· ο λόγος για τον οποίο (dioti) πρέπει τώρα να διερευνηθεί. (IA 1, 704b7–10)
Από ποια μέρη και από πόσα μέρη αποτελείται το καθένα από τα ζώα έχει καταδειχθεί σαφέστερα στις έρευνες σχετικά με αυτά (en tais historiais tais peri autôn)· είναι οι αιτίες λόγω των οποίων κάθε ζώο έχει αυτόν τον χαρακτήρα που πρέπει τώρα να εξεταστούν, λαμβάνοντας ξεχωριστά και μόνα τους (chorisantas kath'hauta) αυτά που αναφέρονται στις έρευνες. (PA II 1, 646a8–12)
Κάθε ένα από αυτά τα αποσπάσματα περιγράφει ρητά τη μελέτη των ζώων με την οποία ασχολείται ο Αριστοτέλης στη γλώσσα της θεωρίας της έρευνας του Αριστοτέλη στο APo. II 1. Πράγματι, το απόσπασμα από το HA I 6 το κάνει αυτό επιμένοντας ότι η φυσική μέθοδος που πρέπει να χρησιμοποιηθεί είναι πρώτα να διευκρινιστούν οι διαφορές και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να αποδειχθούν («να αποδειχθεί το γεγονός ότι ...») πριν προχωρήσουμε στην εύρεση των αιτιών («ο λόγος για τον οποίο, δηλαδή η αιτία») που πρέπει να επικαλεστούμε σε αυτές τις αποδείξεις. Οι έρευνες για τα ζώα (historiai) είναι ένα είδος έρευνας hoti —δηλαδή, η Ιστορία των Ζώων παρουσιάζει τα γεγονότα που πρέπει να εξηγηθούν και οργανώνεται με τρόπο ώστε να είναι προετοιμασμένη για αιτιώδη απόδειξη. [7]
Οι IA και PA, από την άλλη πλευρά, αναφέρονται ότι επιδιώκουν μια αιτιώδη διερεύνηση του λόγου για τον οποίο τα διάφορα είδη ζώων διαφοροποιούνται όπως είναι, και αναγνωρίζουν ότι είναι σε θέση να το κάνουν αυτό ακριβώς επειδή έχει ολοκληρωθεί η πραγματική διερεύνηση της κίνησης και των μερών των ζώων. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Αριστοτέλης τονίζει τη διάκριση στην οποία εστιάζουμε, ίσως για να υπενθυμίσει στους αναγνώστες του τη φιλοσοφία του για την επιστημονική έρευνα και να τονίσει τη σημασία της εμπειρίας με τα φαινόμενα που πρέπει να εξηγηθούν.
Υπάρχει μια δεύτερη σειρά αποδεικτικών στοιχείων, αρκετά ανεξάρτητη από αυτές τις προγραμματικές δηλώσεις, η οποία οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Τα θέματα που καλύπτονται στο PA I λαμβάνουν τη μορφή προδιαγραφών των κεντρικών θεμάτων των Posterior Analytics. Αυτές οι προδιαγραφές απαιτούνται επειδή - σε αντίθεση με τα μαθηματικά παραδείγματα που αποτελούν τη βάση μεγάλου μέρους της επιστημονικής θεωρίας στα Posterior Anytics - τα ζώα είναι [α] σύνθετες ενότητες ύλης (σώμα) και μορφής (ψυχή)· [β] προκύπτουν από μια σύνθετη διαδικασία ανάπτυξης· [γ] ο σκοπός - αυτός για τον οποίο συμβαίνει η ανάπτυξη - προηγείται τόσο αιτιωδώς όσο και οριστικά αυτής της διαδικασίας· [δ] ένα διακριτικό είδος αναγκαιότητας, η υπό όρους αναγκαιότητα, είναι λειτουργικό· και [ε] απαιτείται μια ειδική μέθοδος πολυδιαφορικής διαίρεσης. Μια τέτοια συζήτηση απαιτείται από το γεγονός ότι, παρόλο που τα Posterior Analytics σκοπεύουν τα επιστημολογικά τους πρότυπα να είναι εφαρμόσιμα σε κάθε επιστήμη - συμπεριλαμβανομένων των φυσικών επιστημών, όπως είναι σαφές από τα πολλά παραδείγματα που αντλούνται από τις φυσικές επιστήμες στο βιβλίο II - δεν παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με το πώς θα επιτευχθεί αυτή η εφαρμογή.
Τι μας λέει, λοιπόν, η PA I για τον σωστό τρόπο διερεύνησης των ζώων; Ο Αριστοτέλης ξεκινά θέτοντας ένα πρόβλημα σχετικά με τον τρόπο αναγνώρισης των κατάλληλων αντικειμένων διερεύνησης. Πρέπει να ξεκινήσουμε μελετώντας τα χαρακτηριστικά ομάδων κοντά στο επίπεδο της αντίληψης, όπως οι άνθρωποι, τα άλογα, οι σκύλοι και τα συναφή, ή πρέπει να αναζητήσουμε χαρακτηριστικά που «ανήκουν κοινά ανάλογα με το είδος και στη συνέχεια να μελετήσουμε τα διακριτικά τους χαρακτηριστικά» (639b4–5). Σημειώνει ότι, επειδή υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε πολλά από αυτά τα πιο συγκεκριμένα είδη, η εστίαση της μελέτης μας σε αυτά θα έχει ως αποτέλεσμα την επανάληψή μας - σαν, για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα από την APo II που συζητήθηκε στην Ενότητα 2, να παραμέναμε στο επίπεδο «οι ελιές χάνουν τα φύλλα τους», «τα αμπέλια χάνουν τα φύλλα τους». Μεταξύ αυτών των κοινών χαρακτηριστικών, ο Αριστοτέλης διακρίνει εκείνα που φαίνεται να μην διαφέρουν μεταξύ των ειδών που τα έχουν (αναφέρει την αναπνοή και τον θάνατο) από εκείνα που είναι «διακριτικά στη μορφή» όπως η κίνηση. Όπως το θέτει ο ίδιος: «είναι προφανές ότι η κίνηση δεν είναι ενιαία σε μορφή, επειδή η πτήση, η κολύμβηση, το περπάτημα και το έρπυσμα διαφέρουν» (639b1–2). Ο Αριστοτέλης ασχολείται με αυτό το ζήτημα, θυμίζοντας τόσο πολύ το APo. I 4–5, στο PA I 4, αλλά μόνο αφού έχει εισαγάγει έναν νέο τρόπο σκέψης για τις διαφοροποιήσεις και τη διαίρεση, κατάλληλο για τη διερεύνηση των ζώων. Αφού συζητήσουμε τις συστάσεις του σχετικά με τη χρήση της λογικής διαίρεσης στη βιολογία, θα επανέλθουμε για να εξετάσουμε την απάντησή του.
Τα ζώα είναι σύνθετες δομές οργανωμένες έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελούν ένα ολοκληρωμένο σύνολο λειτουργιών και δραστηριοτήτων. Ωστόσο, τα Μεταγενέστερα Αναλυτικά παρέχουν πολύ λίγες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής των κανόνων τους σε τέτοια πράγματα. Και πάλι, το PA I, και ιδιαίτερα τα κεφάλαια 1 και 5, φαίνεται να έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν αυτή την καθοδήγηση. Επιδιώκει να καθιερώσει [α] την προτεραιότητα της αιτιότητας-στόχου έναντι της αιτιότητας-κίνητρου, [β] την προτεραιότητα της μελέτης της μορφής ενός ζώου (η οποία, υποστηρίζει, θα πρέπει να ταυτίζεται με την ψυχή του) έναντι της μελέτης των υλικών συστατικών του (δηλαδή, του σώματός του), και [γ] την παρουσία ενός ειδικού είδους αναγκαιότητας που λειτουργεί όπου οι στόχοι και η μορφή έχουν προτεραιότητα, δηλαδή η υποθετική ή υπό όρους αναγκαιότητα (βλ. PA I 1, 640a10–641a32, 642a1–31).
Το επιχείρημα είναι περίπλοκο λόγω του τρόπου παρουσίασής του. Πρώτον, είναι μια αφήγηση στην οποία ο Αριστοτέλης αναπτύσσει σταδιακά τις δικές του απόψεις, εκθέτοντας τα λάθη όσων ερεύνησαν τη φύση πριν από αυτόν. Είναι δομημένο ως μια εναλλακτική λύση στις απόψεις που εξέφρασαν ο Εμπεδοκλής και ο Δημόκριτος, και σύμφωνα με το πνεύμα του Σωκράτη (642a24–31). Δεύτερον, όπως είναι τόσο χαρακτηριστικό του, αυτό που αρχικά μπορεί να φαίνεται σαν τρεις ξεχωριστές αφηγήσεις αποδεικνύεται ότι είναι μια ενιαία, σύνθετη περίπτωση για την έμφαση στη μελέτη της μορφής, της τελεολογικής εξήγησης και της υπό όρους αναγκαιότητας κατά τη μελέτη των ζωντανών όντων. Η μορφή, στην περίπτωση των ζωντανών όντων, αποδεικνύεται ότι είναι η ικανότητα εκτέλεσης ζωντανών λειτουργιών όπως η διατροφή, η αντίληψη ή η μετακίνηση, δηλαδή η ψυχή. Και έτσι η μορφή ενός ζωντανού όντος προηγείται αιτιακά της ύλης, επειδή είναι ο στόχος για τον οποίο τα μέρη του ζώου - η ύλη του - δημιουργούνται και υπάρχουν. Αυτό, με τη σειρά του, μας παρέχει τον κατάλληλο τρόπο για να κατανοήσουμε την «υπό όρους αναγκαιότητα» - τα μέρη και οι διαδικασίες που τα παράγουν δεν απαιτούν το αποτέλεσμα. Αντιθέτως, το αποτέλεσμα απαιτεί οι αναπτυξιακές διαδικασίες να επιφέρουν τα μέρη που είναι απαραίτητα για να ζήσει ο οργανισμός τη ζωή του, και να το κάνουν αυτό με χρονικά και χωρικά συντονισμένο τρόπο (βλ. GA II 4, 740b19–34· II 6, 743a16–36).
Τα κεφάλαια 2 και 3 έχουν παρόμοια αφηγηματική δομή. Σταδιακά, μια θετική θεωρία της βιολογικής διαίρεσης αναδύεται από τις στάχτες μιας λεπτομερούς κριτικής ανάλυσης εκείνων (του Πλάτωνα και ορισμένων μαθητών του) που «προσπαθούν να συλλάβουν το ιδιαίτερο διαιρώντας το είδος σε δύο διαφορές» (PA I 2, 642b5), μια πρακτική που βρίσκει στις «γραπτές διαιρέσεις» (642b11), ίσως μια αναφορά σε διαιρέσεις που βρίσκουμε σε ορισμένους από τους μεταγενέστερους διαλόγους του Πλάτωνα, ή ίσως σε χαμένα έργα άλλων μελών της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Η μέθοδος που επικρίνει συνδυάζει δύο βασικές τεχνικές που οδηγούν στην ομαδοποίηση πραγμάτων που είναι θεμελιωδώς διαφορετικά και στην ομαδοποίηση πραγμάτων που είναι θεμελιωδώς παρόμοια ξεχωριστά: τη διχοτομία και τη διαίρεση κατά μη ουσιώδη. Η διχοτομία είναι η μέθοδος διαίρεσης των γενικότερων διαφορικών σε δύο εξαντλητικές εναλλακτικές λύσεις, η οποία συχνά συνεπάγεται ότι η μία από τις εναλλακτικές είναι απλώς η στέρηση της άλλης (φτερωτή, άπτερη). Η διαίρεση κατά μη ουσιώδη περιλαμβάνει τη διαίρεση μιας προηγούμενης διαφορικής τάξης μέσω μιας άσχετης διαφοράς. Για παράδειγμα, μπορείτε πρώτα να διαιρέσετε τα ζώα σε φτερωτά και χωρίς φτερά, και στη συνέχεια τα φτερωτά ζώα σε άγρια και ήμερα.
Εννοώ το είδος του πράγματος που προκύπτει από τη διαίρεση των ζώων σε άπτερα και φτερωτά, και των φτερωτών σε ήμερα και άγρια, ή χλωμά και μελαχρινά. Ούτε το ήμερο ούτε το χλωμό είναι διαφορά μεταξύ των φτερωτών. Αντίθετα, το καθένα είναι η προέλευση μιας άλλης διαφοράς, ενώ εδώ είναι συμπτωματική. (PA I 3, 643b19–22)
Για να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτή τη διχοτομική και αυθαίρετη μέθοδο, ο Αριστοτέλης συνιστά μια μέθοδο που διαιρεί κάθε ευρύτερη διαφορά με όλο και πιο καθορισμένες μορφές αυτής της διαφοράς (φτερά σε μορφές φτερού, ράμφη σε μορφές ράμφους) και το κάνει αυτό ταυτόχρονα σε όσες διαφορές συσχετίζονται σε ένα δεδομένο επίπεδο καθολικότητας.
Αντίθετα, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα ζώα ανά είδος, ακολουθώντας το παράδειγμα των πολλών στην οριοθέτηση ενός είδους πουλιού και ενός είδους ψαριού. Κάθε ένα από αυτά έχει οριστεί από πολλές διαφορές, όχι σύμφωνα με διχοτομία. (PA I 3, 643b9–12)
Έτσι, αν όλα τα πτηνά έχουν ράμφη, φτερά, κάποιου είδους φτερά, είναι δίποδα κ.λπ., τότε ο βιολόγος πρέπει να εκτελέσει την κατάλληλη διαίρεση σε όλα αυτά προκειμένου να κατανοήσει τα διάφορα υποείδη των πτηνών. Αυτό, φυσικά, δεν θα μας δώσει αποδεικτική γνώση, αλλά θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τα συνεκτικά συσχετιζόμενα χαρακτηριστικά, σε κάθε επίπεδο εξειδίκευσης, που είναι τα κατάλληλα πράγματα για τα οποία πρέπει να αναζητήσουμε αποδεικτική γνώση.
Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αυτής της εκτεταμένης κριτικής της διχοτομικής, αυθαίρετης διαίρεσης και της ανάπτυξης μιας συστηματικής, πολυδιαφορικής εναλλακτικής είναι ότι θεωρεί δεδομένη τη «φυσικότητα» ορισμένων ειδών που έχουν αναγνωρίσει «οι πολλοί». Όπως λέει παραπάνω, «αυτά [τα πουλιά και τα ψάρια] έχουν οριστεί από πολλές διαφορές». Νωρίτερα είχε πει ότι οι όροι «πουλί» και «ψάρι» ονομάζουν μια «ομοιότητα», μια ομάδα ζώων που είναι «όμοια σε είδος» και τα οποία η διχοτομική διαίρεση διασπά ακατάλληλα (642b13–19). Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τη διαίρεση, υπάρχει πολύ μικρή διευκρίνιση για το τι κρύβεται πίσω από αυτή την έννοια της ομοιότητας ή της ομοιότητας σε είδος. Ωστόσο, οπλισμένη με μια μέθοδο διαίρεσης κατάλληλη για τη μελέτη των ζώων, η συζήτηση στρέφεται γρήγορα στο ερώτημα τι είναι αυτό που καθιστά σκόπιμο να αντιμετωπίζουμε όλα τα πουλιά ή όλα τα ψάρια ως ένα μόνο είδος, και στον καθορισμό κανόνων για την αναγνώριση άλλων τέτοιων ειδών. Ποια είναι τα ονόματα «πουλί» και «ψάρι», ισχυρίζεται, είδη με «κοινές φύσεις και μορφές που δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους» (644b2–3). Πριν κατανοήσουμε αυτά τα είδη μέσω μιας επιστημονικής ερμηνείας αυτής της κοινής φύσης, μπορούμε —όπως υποστηρίζει η Posterior Analytics— να κατανοήσουμε αυτά τα είδη, δηλαδή να κατανοήσουμε ότι όλα τα πουλιά έχουν μια κοινή φύση. [8] Το κάνουμε αυτό σημειώνοντας ότι έχουν πολλές γενικές διαφορές που ποικίλλουν με μετρήσιμους τρόπους — κατά το περισσότερο και το λιγότερο, όπως το θέτει.
[Aυτά τα είδη] ορίζονται σωστά με αυτόν τον τρόπο. Διότι τα ζώα που διαφέρουν κατά βαθμό και τα περισσότερα και τα λιγότερα έχουν συγκεντρωθεί κάτω από ένα είδος, ενώ εκείνα που είναι ανάλογα έχουν διατηρηθεί χωριστά. Εννοώ, για παράδειγμα, ότι το πουλί διαφέρει από πουλί κατά το περισσότερο ή κατά βαθμό (γιατί το ένα έχει μακριά φτερά, το άλλο κοντά φτερά), ενώ το ψάρι διαφέρει από πουλί κατ' αναλογία (γιατί αυτό που είναι φτερό στο ένα είναι λέπια στο άλλο). (PA I 4, 644a16–22)
Με αυτό ακριβώς το θέμα των διαφορετικών βαθμών ομοιότητας και διαφοράς των μερών ξεκινά το Historia Animalium, επεκτείνοντας αυτόν τον τρόπο χαρακτηρισμού της ομοιότητας και της διαφοράς άμεσα στις διαφορές στις δραστηριότητες, τους τρόπους ζωής και τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα. (HA I 1, 486a5–487a13) Αυτή είναι, λοιπόν, σαφώς μια συζήτηση για το πώς κάποιος επιτυγχάνει «γνώση του γεγονότος» και όχι «γνώση του λόγου για τον οποίο».
Το τελευταίο μέρος του PA I (που αντιμετωπίζεται από την Αναγέννηση ως το πέμπτο κεφάλαιό του) συχνά θεωρείται ότι έχει δύο, ουσιαστικά άσχετα μέρη. Και υπάρχει κάποια δικαιολογία για αυτό. Αν κάποιος αφαιρούσε το πρώτο μισό του κεφαλαίου, θα έμενε με ένα επιχείρημα που απορρέει αρκετά φυσικά από το συμπέρασμα του κεφαλαίου 4. Σε αυτό το σημείο, ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι μόλις κάποιος κάνει μια αρχική διαίρεση των χαρακτηριστικών που ανήκουν σε όλα τα ζώα αυτά καθαυτά, το επόμενο βήμα είναι να προσπαθήσει «να διαιρέσει τις αιτίες τους», μετά την οποία εφαρμόζει την ανάλυση της ομοιότητας και της διαφοράς από την προηγούμενη συζήτηση για τα μέρη στις δραστηριότητες που εκτελούνται από αυτά τα μέρη. Στη συνέχεια, κλείνει τη συζήτηση υποστηρίζοντας ότι οι διαφορές που βρίσκουμε στα μέρη των ζώων πρέπει να εξηγηθούν με αναφορά στις διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ των δραστηριοτήτων τους. Έτσι, μια σωστή διαίρεση των δραστηριοτήτων είναι μια διαίρεση των αιτιών των μερών των ζώων.
Παρ' όλα αυτά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτό το «κεφάλαιο» αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο, ένα είδος κορύφωσης του βιβλίου. Ξεκινά με ίσως το πιο γνωστό απόσπασμα στα βιολογικά έργα του Αριστοτέλη, ένα συναρπαστικό και όμορφα δομημένο εγκώμιο στις χαρές της μελέτης των ζώων, ακόμη και των πιο ταπεινών. Μια κομψή εισαγωγή χωρίζει τα φυσικά όντα σε αυτά που είναι αιώνια και σε αυτά που συμμετέχουν στη γέννηση και τη φθορά, σημειώνοντας ότι υπάρχουν έλξεις στη μελέτη και των δύο: αν και η πρόσβαση σε πληροφορίες για το πρώτο είναι περιορισμένη, το παρομοιάζει με «μια τυχαία, σύντομη ματιά σε αυτά που αγαπάμε»· από την άλλη πλευρά, τα φθαρτά πράγματα «παίρνουν το βραβείο όσον αφορά την κατανόηση επειδή γνωρίζουμε περισσότερα γι' αυτά και τα γνωρίζουμε πληρέστερα» και είναι «περισσότερο της δικής μας φύσης» (644b23–645a3). Στη συνέχεια, αναλύει την αξία της μελέτης των ζωντανών όντων γύρω μας. Είναι ένα απόσπασμα που αξίζει να παρατεθεί ολόκληρο.
Αφού ολοκληρώσαμε την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο μας φαίνονται τα πράγματα σχετικά με τα θεία πράγματα, μένει να μιλήσουμε για τη ζωική φύση, χωρίς να παραλείψουμε τίποτα από το χέρι μας, είτε λιγότερο είτε περισσότερο σεβαστό. Διότι ακόμη και στη μελέτη των ζώων που είναι δυσάρεστα στην αντίληψη, η φύση που τα δημιούργησε προσφέρει επίσης εξαιρετικές απολαύσεις σε όσους μπορούν να γνωρίσουν τις αιτίες τους και που είναι εκ φύσεως φιλόσοφοι. Σίγουρα θα ήταν παράλογο, ακόμη και παράλογο, να απολαύσουμε τη μελέτη των ομοιωμάτων των ζώων - με το σκεπτικό ότι ταυτόχρονα μελετάμε την τέχνη, όπως η ζωγραφική και η γλυπτική, που τα δημιούργησε - ενώ δεν εκτιμούμε ακόμη περισσότερο τη μελέτη των πραγμάτων που αποτελούνται από τη φύση, τουλάχιστον όταν μπορούμε να δούμε τις αιτίες τους.
Γι' αυτόν τον λόγο δεν πρέπει να αηδιάζουμε παιδαριωδώς στην εξέταση των λιγότερο πολύτιμων ζώων. Γιατί σε όλα τα φυσικά πράγματα υπάρχει κάτι το θαυμαστό. Όπως λέγεται ότι ο Ηράκλειτος μίλησε σε εκείνους τους ξένους που ήθελαν να τον συναντήσουν, αλλά σταμάτησαν καθώς πλησίαζαν όταν τον είδαν να ζεσταίνεται στον φούρνο - τους διέταξε να μπουν χωρίς φόβο, «Γιατί υπάρχουν και θεοί εδώ» - έτσι και κάποιος πρέπει να προσεγγίζει την έρευνα για κάθε ένα από τα ζώα χωρίς αηδία, αφού σε κάθε ένα υπάρχει κάτι φυσικό και καλό. Γιατί αυτό που δεν είναι τυχαίο αλλά μάλλον για χάρη κάποιου πράγματος είναι στην πραγματικότητα παρόν κυρίως στα έργα της φύσης· ο σκοπός για χάρη του οποίου αντικαθιστά το καλό. Αν κάποιος θεωρούσε ότι η μελέτη των άλλων ζώων δεν έχει αξία, θα έπρεπε να σκέφτεται το ίδιο πράγμα και για τον εαυτό του· γιατί είναι αδύνατο να κοιτάξει κανείς αυτό από το οποίο έχει συσταθεί η ανθρωπότητα - αίμα, σάρκα, οστά, αιμοφόρα αγγεία και άλλα τέτοια μέρη - χωρίς σημαντική αηδία. Όπως ακριβώς κάποιος που συζητά τα μέρη ή τον εξοπλισμό οποιουδήποτε πράγματος δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι το κάνει για να επιστήσει την προσοχή στο θέμα, ούτε για χάρη του θέματος, αλλά μάλλον για να επιστήσει την προσοχή στο συνολικό σχήμα (π.χ. σε ένα σπίτι αντί για τούβλα, κονίαμα και ξύλα), έτσι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η συζήτηση για τη φύση αναφέρεται στο σύνθετο και στο συνολικό ουσιαστικό είναι και όχι σε εκείνα τα πράγματα που δεν υπάρχουν όταν χωρίζονται από το ουσιαστικό τους είναι. (PA I 5, 645a4–36)
Οι αναγνώστες, που συχνά παρασύρονται από τη ρητορική αυτού του αποσπάσματος, μπορεί να μην παρατηρήσουν ότι υπάρχει ένα πειστικό επιχείρημα εδώ, με δύο βασικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι, ενώ η μελέτη του Ήλιου, της Σελήνης, των άστρων και των πλανητών μπορεί να είναι μια ευγενής επιδίωξη, αν η επιστημονική κατανόηση είναι ο στόχος σας, είναι πολύ πιο πιθανό να τον πετύχετε στη μελέτη των ζώων και των φυτών: «όποιος επιθυμεί να εργαστεί επαρκώς μπορεί να κατανοήσει πολλά πράγματα για κάθε είδος... γνωρίζουμε περισσότερα γι' αυτά και τα γνωρίζουμε πληρέστερα... είναι πιο κοντά σε εμάς και περισσότερο στη δική μας φύση» (απόσπασμα από τα 644b29–645a3). Το δεύτερο είναι ότι αν κάποιος έχει την κατάλληλη φιλοσοφική εστίαση, τότε συνειδητοποιεί ότι το κάπως δυσάρεστο έργο της ανατομής αιμοφόρων αγγείων και των παρόμοιων, είναι ένα μέσο για να κατανοήσει κανείς ότι, για χάρη της ψυχής και της ψυχής, αυτά τα αντικείμενα έρευνας υποστηρίχθηκε ότι είναι πρωταρχικά στο κεφάλαιο 1. Διότι το μάθημα του κεφαλαίου 1 είναι ότι η κατανόηση της ζωντανής ύλης επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της κατανόησης των λειτουργικών στόχων που εξυπηρετούν τα μέρη ενός ζώου, ανακαλύπτοντας σε τι χρησιμεύει κάθε μέρος του και σε τι συμβάλλει στη ζωή του ζώου. Αυτός είναι ο φιλοσοφικός τρόπος για να διερευνήσουμε τα ζώα, και κάνοντας αυτό μαθαίνουμε την αξία των μερών και των δραστηριοτήτων ενός ζώου στη ζωή του και θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε την ομορφιά που κρύβεται στη λειτουργικότητά τους.
Συνεπώς, το υπόλοιπο κεφάλαιο συνιστά την προσέγγιση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τα ζώα και τα μέρη τους με τρόπο ακριβώς ανάλογο με την προσέγγιση στη μελέτη των μερών που προτείνεται στο κεφάλαιο 4 (645b1–14) και ολοκληρώνεται με μια σχηματική συζήτηση της ποικιλίας των τελεολογικών σχέσεων που ισχύουν μεταξύ των μερών, μεταξύ των μερών και των δραστηριοτήτων τους, και μεταξύ των δραστηριοτήτων. Ο Αριστοτέλης μας ενθαρρύνει να αντιληφθούμε αυτές τις σχέσεις με έναν ακόμη πιο ενιαίο τρόπο, ως μια ενιαία σύνθετη σχέση μεταξύ μιας ενιαίας σύνθετης δραστηριότητας (ζωντανή, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει) και ενός μοναδικού σύνθετου οργάνου, του σώματος του ζώου. (645b15–36)
Στο πρώτο βιβλίο του «Μέρη των Ζώων», λοιπόν, έχουμε μια συστηματική φιλοσοφία της βιολογίας, η οποία από πολλές απόψεις φαίνεται να παρέχει αυτό που λείπει από τα Αναλυτικά όσον αφορά την εφαρμογή του προγράμματός τους στη μελέτη της ζωντανής φύσης. Αλλά άραγε η βιολογική πρακτική του Αριστοτέλη συνεχίζει αυτό το πρόγραμμα; Αξίζει να έχουμε κατά νου αυτό το ερώτημα καθώς εξετάζουμε τα βιβλία που αναφέρουν τα αποτελέσματα των μελετών του Αριστοτέλη για τα ζώα. Σε αυτά τα βιβλία θα στραφούμε τώρα.
5. Η Βιολογική Πρακτική του Αριστοτέλη
5.1 Η Ιστορία των Ζώων ως Αναφορά των Αποτελεσμάτων μιας Έρευνας ότι
Όπως είδαμε νωρίτερα, ο Αριστοτέλης εισάγει τη συστηματική μελέτη του για τις διαφορές και τα χαρακτηριστικά των ζώων ως μια θερμική έρευνα, μια πραγματολογική έρευνα που προηγείται της αναζήτησης αιτιακών αποδείξεων. Μελετώντας την, λοιπόν, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αναπτύξουμε μια πλούσια εικόνα για το τι επιδιώκει να επιτύχει αυτό το θεωρητικά υποκινούμενο, προκαταρκτικό στάδιο έρευνας, και ίσως μια γεύση από το τι συνεπάγεται μια τέτοια έρευνα.
Όπως έχουν πλέον αποδείξει πολλές μελέτες, που ακολουθούν το πρωτοποριακό έργο του David Balme (1961, 1987b), η Ιστορία των Ζώων (HA) είναι ένα έργο που από την αρχή μέχρι το τέλος παρουσιάζει και βασίζεται σε μια πολυδιαφορική διαίρεση των διαφορών των ζώων (βλ. Gotthelf 1988, 1997b· Lennox 2001b, κεφ. 1, 2· Pellegrin 1986). Είναι οργανωμένη ως μελέτη τεσσάρων ειδών διαφορών των ζώων που αναφέρονται για πρώτη φορά στο πρώτο κεφάλαιο της HA ως τα κύρια αντικείμενα μελέτης (στα 486b22–487a14) - διαφορές σε μέρη (το θέμα των Βιβλίων I–IV), σε τρόπους δραστηριότητας και ζωής (αυτές που σχετίζονται με τη γένεση στα Βιβλία V–VI—και στην ανθρώπινη γένεση στο IX—άλλες στο Βιβλίο VII) και σε χαρακτήρες (Βιβλίο VIII). Αυτά με τη σειρά τους υποδιαιρούνται. Για παράδειγμα, η συζήτηση για τα μη ομοιόμορφα μέρη (όργανα, όπως λέμε) των ζώων με αίμα (I 7–III 1) ακολουθείται από τη συζήτηση για τα ομοιόμορφα μέρη τους (ιστοί, III 2–22). Μια συζήτηση για τα μέρη των ζώων χωρίς αίμα ολοκληρώνει στη συνέχεια τη συζήτηση για τις διαφορές στα μέρη (IV 1–8). Το Βιβλίο IV ολοκληρώνεται με μια συζήτηση για τις διαφορές στις αισθητηριακές ικανότητες, τη φωνή και τις διαφορές που σχετίζονται με το φύλο. [9]
Μόνο όταν ο Αριστοτέλης αρχίζει να διακρίνει διαφορές μεταξύ, ας πούμε, ομοιόμορφων μερών, οι διάφορες ομάδες ζώων παίζουν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της συζήτησης. Και στο βαθμό που υπάρχουν σχετικά σταθερές γενικές ομάδες ζώων, αυτές αναγνωρίζονται σημειώνοντας την κατοχή σταθερών συσχετίσεων μεταξύ των διαφορικών - για παράδειγμα, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών ζώων που έχουν όλα φτερά, φτερά, ράμφη και δύο άσαρκα πόδια, και σε αυτήν την ομάδα ζώων έχει δοθεί ο χαρακτηρισμός «πτηνό». [10] Σε άλλες περιπτώσεις, τέτοιες ομάδες δεν έχουν αναγνωριστεί γενικά, και ο Αριστοτέλης αναφέρεται απλώς σε αυτές μέσω ορισμένων από τις πιο σημαντικές συσχετισμένες διαφορές τους - τα τετράποδα και ζωντανά ζώα, για παράδειγμα, που αντιστοιχούν στα χερσαία θηλαστικά μας (με μία σημαντική εξαίρεση).
Αυτό που είναι σαφές από την πρακτική της Ιστορίας των Ζώων είναι τόσο η αξία της διαίρεσης όσο και οι περιορισμοί της. Η διαίρεση από μόνη της δεν σας παρέχει τους άξονες της διαίρεσης. Αντίθετα, είναι προϋποτιθέμενοι. Η διαίρεση δεν σας δίνει είδη ζώων. Όπως είδαμε στην προηγούμενη ενότητα, πρέπει να στραφούμε στις PA I 4 και HA I 6 για τις σκέψεις του Αριστοτέλη σχετικά με το πώς δημιουργούνται αυτά τα είδη. Κάτι εκτός από τη διαίρεση είναι απαραίτητο για να αναγνωρίσει ένας ερευνητής θεωρητικά σημαντικά είδη, όπως τα κεφαλόποδα ή τα κητώδη. Γιατί να ομαδοποιούμε τα ζώα με βάση την κατοχή τεσσάρων ποδιών και την ικανότητά τους να γεννούν ζωντανούς απογόνους (αντί για αυγά); Σίγουρα καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι προϊόν μιας διαίρεσης, ενός από τους τρόπους μετακίνησης και ενός από τους τρόπους αναπαραγωγής. Αλλά αυτές οι διαιρέσεις δεν σας λένε ότι τα ζώα με τέσσερα πόδια που γεννούν ζωντανά μικρά αποτελούν μια επιστημονικά σημαντική ομάδα.
Ένας δεύτερος περιορισμός της διαίρεσης είναι η αδιαφορία της για τη διάκριση μεταξύ αιτιωδώς θεμελιωδών χαρακτηριστικών και ιδιαίτερων ιδιοτήτων, για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα των Αναλυτικών. Ωστόσο, η ικανότητα διάκρισης αυτών είναι απολύτως θεμελιώδης για την αριστοτελική επιστήμη. Μια προσεκτική συγκριτική μελέτη της Ιστορίας των Ζώων, αφενός, και έργων όπως τα Μέρη των Ζώων ή η Γένεση των Ζώων, αφετέρου, παρέχει μια εικόνα για το πώς ο Αριστοτέλης κατανοεί και εφαρμόζει αυτή τη διάκριση στην πραγματική επιστημονική του πρακτική. Και όπως είδαμε παραπάνω, ο Αριστοτέλης εφιστά ρητά την προσοχή στη σημασία της για τις βιολογικές του έρευνες σε μια σειρά από βασικά κείμενα εντός αυτών των ίδιων των ερευνών. Η λεπτομερής μελέτη της αλληλεπίδρασης μεταξύ ορισμού, αιτιώδους απόδειξης και διαίρεσης στη βιολογία ισοδυναμεί με το να βλέπουμε τον Αριστοτέλη να επεξεργάζεται ακριβώς εκείνα τα προβλήματα που αποτελούν το κεντρικό ερώτημα των Μεταγενέστερων Αναλυτικών II - πώς ακριβώς σχετίζονται μεταξύ τους ο ορισμός, η αιτιώδης απόδειξη και η διαίρεση στην αναζήτηση και την επίτευξη επιστημονικής κατανόησης;
Είναι αδύνατο να παρουσιάσουμε εδώ έστω και μια νύξη για τον πλούτο του εμπειρικού περιεχομένου του Historia Animalium. Ωστόσο, πριν προχωρήσουμε σε μια συζήτηση για τα έργα που αναφέρουν τα αποτελέσματα των αιτιακών ερευνών του Αριστοτέλη σχετικά με τα μέρη των ζώων και τη γένεση των ζώων, παρέχονται δύο παραδείγματα αναφορών από την HA για σύγκριση με αντίστοιχες συζητήσεις στην PA και την GA. Το πρώτο παράδειγμα συζητά τα όργανα της αναπνοής σε ζώα με αίμα. Αυτά είναι τα πρώτα εσωτερικά όργανα που συζητούνται αφού ο Αριστοτέλης ολοκλήρωσε την ανασκόπηση των εξωτερικών τους μερών. Δείτε πώς εισάγει αυτή τη συζήτηση:
Έτσι, λοιπόν, έχει αναφερθεί ο αριθμός και ο χαρακτήρας των εξωτερικών μερών των αιμοφόρων ζώων και πώς διαφέρουν μεταξύ τους. Πρέπει τώρα να συζητήσουμε πώς βρίσκονται τα εσωτερικά μέρη, πρώτα στα αιμοφόρα ζώα.
Όσοι (hosa) είναι τετράποδοι και ζωντανοί, όλοι (panta) έχουν οισοφάγο και τραχεία, όπως ακριβώς και στους ανθρώπους. Είναι επίσης διατεταγμένοι παρόμοια σε τόσα από τα τετράποδα ζώα όσα και τα πτηνά γεννούν αυγά. Αλλά διαφέρουν στις μορφές (tois eides) αυτών των μερών. Γενικά, όλοι και μόνο όσοι λαμβάνουν αέρα εισπνέοντας και εκπνέοντας σε κάθε περίπτωση (panta) έχουν πνεύμονα, τραχεία και οισοφάγο. Και η θέση του οισοφάγου και της τραχείας είναι παρόμοια σε όλα, αλλά τα όργανα δεν είναι, ενώ ο πνεύμονας δεν είναι ούτε παρόμοιος σε όλα ούτε είναι τοποθετημένος με παρόμοιο τρόπο. Και πάλι, όσοι (hosa) έχουν αίμα, όλοι (panta) έχουν καρδιά... Αλλά δεν έχουν όλα [αίματα ζώα] πνεύμονα, για παράδειγμα τα ψάρια δεν έχουν, ούτε κανένα άλλο ζώο που μπορεί να έχει βράγχια. (505b23–506a12, αποσπάσματα)
Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά σε αυτό το απόσπασμα που είναι κοινά σε όλο το Historia Animalium και παρέχουν μια εικόνα για τις μεθόδους και τους στόχους του. Πρώτον, το συντακτικά περιττό γλωσσικό μοτίβο hosa…panta («όσα όσοι... όλοι»), παραλλαγές του οποίου είναι κοινές σε αυτήν την πραγματεία. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να χρησιμοποιεί τη μορφή πρότασης «Όσα είναι Χ, όλοι έχουν Υ» για έναν αρκετά συγκεκριμένο λόγο. Δεν πρόκειται απλώς για να σημειώσει μια καθολική συσχέτιση. πρόκειται για να το κάνει αυτό αφήνοντας ανοιχτή την επέκταση της συσχέτισης - μια λαμπρή μεθοδολογική καινοτομία. Νέα ζώα με τη συσχέτιση μπορούν να ανακαλυφθούν, αλλά η γενίκευση δεν θα αλλάξει, καθώς πρόκειται για την καθολική συσχέτιση μεταξύ διαφορικών - σε αυτήν την περίπτωση εσωτερικών οργάνων - όχι για τα είδη που την αποτελούν παράδειγμα. Φαίνεται ότι όταν ο Αριστοτέλης εντείνει την έκφραση γράφοντας πάντα όσα, όπως κάνει κάποτε εδώ, εννοεί να σηματοδοτήσει ένα μετατρέψιμο καθολικό, ένα «συνεπακόλουθο» όπως θα λέγαμε. Ο Αριστοτέλης απαριθμεί πρώτα μια σειρά από διακριτές ομάδες, όλα τα μέλη των οποίων έχουν τα τρία όργανα που συζητούνται, την τραχεία, τον πνεύμονα και τον οισοφάγο. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τον όρο «γενικά» για να σηματοδοτήσει τι πρόκειται να κάνει, προσδιορίζει μια διαφορά που έχουν κοινό όλες αυτές οι ομάδες και η οποία συνυπάρχει με αυτά τα τρία όργανα - την εισπνοή και την εκπνοή αέρα. Το επαγωγικό μοτίβο έχει την ακόλουθη μορφή:
Όσα είναι P έχουν όλα Y. Όσα είναι Q έχουν όλα Y …
Γενικά, όλα και μόνο αυτά που είναι X (ένα χαρακτηριστικό κοινό στα P , Q , …) έχουν Y.
Συνεχίζοντας σημειώνοντας ότι όσοι έχουν αίμα έχουν και καρδιά, προειδοποιεί έμμεσα τον αναγνώστη για ένα πιθανό λανθασμένο συμπέρασμα που θα μπορούσε κανείς να εξαγάγει από τα παραδείγματα μέχρι τώρα: ότι όλα τα αιμοφόρα ζώα έχουν πνεύμονα. Αναφέρει τα ψάρια ως παράδειγμα αιμοφόρων ζώων χωρίς πνεύμονα, αλλά αμέσως εντοπίζει τη σχετική διαφορά: «αυτά τα αιμοφόρα ζώα που έχουν βράγχια δεν έχουν αυτά τα όργανα [τον πνεύμονα και τα σχετικά μέρη του]». Προσέχει να μην περιορίσει το καθολικό σε ένα είδος - η σχετική συσχέτιση είναι με τα βράγχια, σε όποια ζώα κι αν βρίσκονται.
Ενώ η επαγωγική στρατηγική αυτού του έργου, που μας κατευθύνει σε υψηλού επιπέδου, μετατρέψιμες καθολικές έννοιες, ελπίζουμε ότι είναι πλέον σαφής, είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί τι απουσιάζει από αυτό το απόσπασμα. Ο Αριστοτέλης σπάνια σε αυτό το έργο ισχυρίζεται ότι κάποια από αυτές τις συσχετίσεις είναι απαραίτητη ή ότι άλλες είναι αδύνατες. Δεν διακρίνει χαρακτηριστικά που αποτελούν μέρος της ουσίας ενός είδους από άλλα που είναι απλά χαρακτηριστικά και συνήθως αποφεύγει οποιαδήποτε υπόδειξη αιτιακής εξήγησης. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα, δεδομένων των μεθοδολογικών κατευθυντήριων γραμμών για την ιστορία που συζητήσαμε νωρίτερα - η ιστορία είναι προκαταρκτική για την αιτιακή διερεύνηση και μας προετοιμάζει γι' αυτήν. Στο απόσπασμα που εξετάζουμε αυτήν τη στιγμή, για παράδειγμα, είναι εντυπωσιακό ότι σημειώνει τη μετατρέψιμη συσχέτιση μεταξύ πνεύμονα, τραχείας και οισοφάγου, αφενός, και εισπνοής και εκπνοής αέρα, αφετέρου, αλλά δεν ισχυρίζεται ότι δύο από τα όργανα είναι παρόντα για λόγους αναπνοής. (Στην πραγματικότητα, η λέξη για την «αναπνοή» δεν χρησιμοποιείται ποτέ!) Αν και χρησιμοποιεί τον όρο «φύση» τακτικά στο HA, δεν ισχυρίζεται, όπως κάνει τόσο συχνά στις αιτιακές του έρευνες, ότι η φύση δεν κάνει τίποτα μάταια ή ότι κάνει πάντα αυτό που είναι καλύτερο για κάθε οργανισμό. Ούτε μιλάει για τα μέρη ενός ζώου ως την υλική του φύση, ούτε για τις ζωντανές του ικανότητες ως πτυχές της τυπικής του φύσης. Πράγματι, δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά στη διάκριση ύλης-μορφής στο HA. Μόνο όταν στραφούμε στις διάφορες βιολογικές πραγματείες που είναι αφιερωμένες στην αιτιακή έρευνα, έρχεται στο προσκήνιο αυτή η γλώσσα που σχετίζεται με την αναζήτηση ορισμών και αποδείξεων.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό αυτού του αποσπάσματος που είναι κοινό στο HA είναι η χρήση του ανθρώπινου σώματος από τον Αριστοτέλη ως ένα είδος προτύπου ή σημείου αναφοράς με το οποίο μπορούν να συγκριθούν χαρακτηριστικά όπως αυτά που υπάρχουν σε άλλα ζώα. Διότι, για να οργανωθούν τα γεγονότα με τρόπο που να προετοιμάζονται για επίδειξη, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει στο HA I 6 ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε απαριθμώντας τα μέρη του ανθρώπινου σώματος, καθώς είναι επιστημολογικά «πιο κοντά μας» και ορατά σε όλους, και χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο σώμα ως ένα είδος οδικού χάρτη για την οργάνωση των γεγονότων σχετικά με τα μέρη των ζώων, πιστεύει ότι θα είναι λιγότερο πιθανό να παραλείψουμε οτιδήποτε σημαντικό και πιο πιθανό να καταγράψουμε όλες ή τις περισσότερες από τις σημαντικές διαφορές (491a14–26). Επιπλέον, πιστεύει ότι προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο, η έρευνά του θα εντοπίσει καλύτερα «την ορθή τάξη» της φύσης, καθώς το ίδιο το ανθρώπινο σώμα είναι διατεταγμένο σύμφωνα με τις φυσικές διαστάσεις του κόσμου, έτσι ώστε τα ανώτερα μέρη στους ανθρώπους να αντιστοιχούν στη φυσική δομή του σύμπαντος, κ.λπ. (HA I 15, 494a26–b1· πρβλ. PA II 10, 655b28–29· 656a9–13 και GA II 4, 737b25–27). [11]
Στόχος αυτής της σύντομης ανάλυσης ενός μικρού αποσπάσματος είναι να δώσει μια γεύση από το μεθοδολογικό βάθος και την πολυπλοκότητα αυτής της σπουδαίας επιστημονικής πραγματείας, η οποία συχνά παρερμηνεύεται ως μια κακώς οργανωμένη συλλογή φυσικών γνώσεων. Θα ολοκληρώσω αυτήν την ενότητα με ένα ακόμη παράδειγμα, από τα βιβλία που ασχολούνται με τη γένεση, ώστε να μπορέσουμε να το συγκρίνουμε με μια αντίστοιχη συζήτηση στο Generation of Animals.
Τα HA V–VI συζητούν όλες τις πτυχές της γένεσης των ζώων, προχωρώντας από την εξέταση των διαφορών στους τρόπους και τον χρόνο της συνουσίας και της αναπαραγωγής στην ίδια τη διαδικασία της γένεσης (ή «ανάπτυξης», όπως λέμε πιο συχνά). Όπως και στη συζήτησή του για τα μέρη, προχωρά μέσα από τα διάφορα αιμοφόρα είδη και στη συνέχεια συζητά τη γένεση σε αναίμακτα είδη και από τον εντοπισμό των καθολικών χαρακτηριστικών που είναι κοινά σε όλα τα μέλη μιας ομάδας στον εντοπισμό των ιδιαιτεροτήτων πιο συγκεκριμένων ειδών. Στο HA VI 3, έχοντας προηγουμένως περιγράψει τα κοινά και ιδιόμορφα χαρακτηριστικά της συνουσίας στα πτηνά, στρέφεται στην καταγραφή των παρατηρήσεών του για την ανάπτυξη του νεοσσού κατά την κρίσιμη τέταρτη ημέρα μετά την τοποθέτηση του αυγού.
Η γέννηση από το αυγό συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα πτηνά, αν και ο χρόνος που απαιτείται για τον τερματισμό ποικίλλει, όπως είπαμε. Στην περίπτωση της κότας, τα πρώτα σημάδια του εμβρύου παρατηρούνται μετά από τρεις ημέρες και νύχτες. Στα μεγαλύτερα πτηνά χρειάζεται περισσότερος χρόνος, στα μικρότερα λιγότερος. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο κρόκος ταξιδεύει προς τα πάνω μέχρι το σημείο του αυγού - εκεί βρίσκεται το σημείο εκκίνησης του αυγού και όπου ανοίγει, και η καρδιά δεν είναι μεγαλύτερη από μια μικρή κηλίδα αίματος στο ασπράδι. Αυτή η κηλίδα χτυπάει και κινείται σαν να ήταν ζωντανή. Και από αυτήν, καθώς μεγαλώνει, δύο αγγεία που μοιάζουν με φλέβες με αίμα οδηγούν σε μια στριφογυριστή πορεία σε καθεμία από τις δύο περιβάλλουσες μεμβράνες. Μια μεμβράνη με αιματηρές ίνες περιβάλλει ήδη τον κρόκο του αυγού, που αυτή τη στιγμή προέρχεται από τα αγγειοειδείς κανάλια. Λίγο αργότερα μπορεί επίσης να διακριθεί το σώμα, στην αρχή πολύ μικρό και χλωμό. Το κεφάλι είναι εμφανές και τα μάτια του, πολύ πρησμένα. Και αυτό συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί αργότερα συστέλλονται και γίνονται μικρότερα. (561a4–21)
Ξεκινά με μια ευρεία γενίκευση για όλα τα πτηνά, ακολουθούμενη από μια «περισσότερο και λιγότερο» συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους του πουλιού και του ρυθμού ανάπτυξης. Αυτή η τεχνική επιτρέπει στον Αριστοτέλη να χρησιμοποιήσει την προσεκτική περιγραφή του αυγού του νεοσσού που άνοιξε την τέταρτη ημέρα ως μια καθολική περιγραφή της ανάπτυξης. Ο αναγνώστης έχει την άδεια να συμπεράνει ότι το ίδιο στάδιο ανάπτυξης θα συμβεί σε όλα τα πτηνά, αλλά μπορεί να συμβεί είτε νωρίτερα είτε αργότερα, ανάλογα με το αν είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα από το οικόσιτο κοτόπουλο. Η περιγραφή του Αριστοτέλη για αυτό το κλασικό πείραμα - που καταγράφηκε για πρώτη φορά σε μια πρώιμη ιατρική πραγματεία που ασχολείται με την εμβρυολογία - οδήγησε στην επανάληψή του πολλές φορές στην Αναγέννηση. [12] Όποιος έχει δει σύγχρονες ταινίες του νεοσσού σε αυτό το στάδιο διαφοροποίησης μπορεί να εκτιμήσει την ακρίβεια της περιγραφής του Αριστοτέλη, ειδικά όταν λαμβάνει κανείς υπόψη το μέγεθος του εμβρύου του νεοσσού σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης.
5.2 Από την Έρευνα στην Κατανόηση· από το ότι στο Διότι
Για τον Αριστοτέλη, η «ιστορία», η επιστημονική οργάνωση των πληροφοριών σχετικά με τα ζώα, εξυπηρετεί τον στόχο της αιτιακής εξήγησης και, όπως συζητήσαμε στην ενότητα 4, η εξήγηση με αναφορά σε στόχους και λειτουργίες είναι η πρωταρχική μορφή αιτιακής εξήγησης στη βιολογία.
Τα Μέρη των Ζώων II-IV παρουσιάζουν την προσπάθεια του Αριστοτέλη να παράσχει αιτιακές εξηγήσεις για το είδος των πληροφοριών που βρίσκει κανείς οργανωμένες στα HA I-IV, πληροφορίες σχετικά με τα ομοιόμορφα και μη ομοιόμορφα μέρη των ζώων. (Το PA I, θα υπενθυμιστεί, είναι μια συζήτηση για τους κανόνες που απαιτούνται για να καθοδηγήσουν την επιστημονική έρευνα των ζώων· βλ. ενότητα 4, παραπάνω.) Εδώ, θα επικεντρωθούμε στενά σε μερικά μόνο αποσπάσματα στο PA II-IV, αλλά θα ξεκινήσουμε με μια πολύ σύντομη σκιαγράφηση της συνολικής δομής του. Ξεκινά (PA II 1-2) με μια προσεκτική και σύνθετη συζήτηση των αιτιακών σχέσεων μεταξύ ομοιόμορφων και μη ομοιόμορφων μερών (χονδρικά, αυτή η διάκριση αντιστοιχεί στη διάκρισή μας μεταξύ σωματικών υγρών και ιστών και οργάνων), τονίζοντας την τελεολογική προτεραιότητα ολόκληρου του οργανισμού έναντι των μερών, και μεταξύ των μερών την προτεραιότητα του μη ομοιόμορφου έναντι του ομοιόμορφου. Το PA II 3-10 συζητά στη συνέχεια τα ομοιόμορφα μέρη, ξεκινώντας με αυτό από το οποίο τρέφονται όλα τα άλλα, το αίμα, και καταλήγοντας με σάρκα, οστά και ανάλογα υλικά (νύχι, κέρατο, οπλή). Από το II 10 έως το III 3, βασιζόμενος και πάλι στο ανθρώπινο σώμα ως οδηγό για την οργάνωση της έρευνάς του, ο Αριστοτέλης συζητά τα εξωτερικά μέρη των αιμοφόρων ζώων που σχετίζονται με το κεφάλι, όπως τα μάτια, τα αυτιά, η μύτη και το στόμα. Αλλά όταν φτάνει στον λαιμό, στρέφεται στα εσωτερικά μέρη (για τα οποία βασίζεται σε ανατομές ζώων όπως σκύλοι και χοίροι - τα οποία υποτίθεται ότι έχουν εσωτερικά μέρη που είναι τα πιο παρόμοια με αυτά των ανθρώπων), και από το III 3 έως το IV 4 συζητά τα «εντόσθια» των αιμοφόρων ζώων, μέρη όπως η καρδιά, ο πνεύμονας, το συκώτι, τα νεφρά, και ούτω καθεξής. Από το IV 5 έως το 9 συζητά τα μέρη, τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά, των «άαιμων» ζώων, δηλαδή τα καρκινοειδή, τα όρχεις, τα κεφαλόποδα και τα έντομα. Τέλος, στο IV 10, επιστρέφοντας στο ανθρώπινο σώμα ως μοντέλο, συζητά τα εξωτερικά μέρη που σχετίζονται με τον κορμό και τα άκρα των τετράποδων που φέρουν ζωντανά και γεννούν αυγά (10-11), των πτηνών (12) και των ψαριών (13). Καταλήγει συζητώντας μια σειρά από ζώα που «διπλασιάζονται» μεταξύ των κατοίκων της ξηράς και των κατοίκων του νερού ή των ιπτάμενων (14).
Προκειμένου να συγκρίνουμε τις μεθόδους αυτής της πραγματείας με τη συζήτηση των μερών στο HA, θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε σύντομα το PA III 3, μια συζήτηση για τον πνεύμονα, την τραχεία και τον οισοφάγο, το μέρος που συζητείται στο απόσπασμα από το HA II που παρατίθεται στην ενότητα 5.1 παραπάνω.
Οι πρώτες είκοσι γραμμές αυτής της συζήτησης έχουν ως εξής:
Δεν έχουν όλα τα ζώα λαιμό, αλλά μόνο εκείνα που έχουν τα μέρη για τα οποία υπάρχει φυσικά ο λαιμός - αυτά είναι η τραχεία και το μέρος που είναι γνωστό ως οισοφάγος. Ο λάρυγγας υπάρχει εκ φύσεως για την αναπνοή, διότι μέσω αυτού του μέρους τα ζώα εισπνέουν και αποβάλλουν αέρα όταν εισπνέουν και εκπνέουν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εκείνα που δεν έχουν πνεύμονα δεν έχουν λαιμό, π.χ., το είδος που αποτελείται από τα ψάρια. Ο οισοφάγος είναι το μέρος μέσω του οποίου η τροφή πηγαίνει στο έντερο, έτσι ώστε τα ζώα χωρίς λαιμό προφανώς δεν έχουν οισοφάγο. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει οισοφάγος για χάρη της διατροφής, διότι δεν παρασκευάζει τίποτα. Και επιπλέον, είναι δυνατό το έντερο να τοποθετηθεί ακριβώς δίπλα στη θέση του στόματος, ενώ για τον πνεύμονα αυτό είναι αδύνατο. Διότι πρέπει πρώτα να υπάρχει κάτι κοινό, όπως ένας αγωγός, ο οποίος στη συνέχεια χωρίζεται στα δύο και μέσω του οποίου ο αέρας χωρίζεται σε περάσματα - με αυτόν τον τρόπο ο πνεύμονας μπορεί να επιτύχει καλύτερα την εισπνοή και την εκπνοή.
Έτσι, λοιπόν, το όργανο που συνδέεται με την αναπνοή εξ ανάγκης έχει μήκος· επομένως είναι απαραίτητο να υπάρχει οισοφάγος μεταξύ του στόματος και του στομάχου. Ο οισοφάγος είναι σαρκώδης, με ελικοειδείς ελαστικότητες— ελικοειδείς ώστε να μπορεί να διαστέλλεται όταν καταπίνεται η τροφή, αλλά σαρκώδης ώστε να είναι μαλακός και ευλύγιστος και να μην καταστρέφεται όταν ξύνεται από την τροφή που κατεβαίνει. (664a14–34)
Έχω επισημάνει τη γλώσσα της φύσης, της αναγκαιότητας, της πιθανότητας (και της αδυναμίας) και του «είναι χάριν του» σε αυτό το απόσπασμα, προκειμένου να τονίσω την αντίθεση με τη συζήτηση για τις ίδιες οργανικές συσχετίσεις στο αντίστοιχο απόσπασμα HA. Εδώ ο στόχος είναι η εξήγηση — τα μέρη είναι παρόντα και έχουν τον χαρακτήρα που έχουν κυρίως λόγω της υπό όρους αναγκαιότητας που επιβάλλεται από τις λειτουργικές απαιτήσεις του οργανισμού. Βλέπει κανείς εδώ τον Αριστοτέλη που εντυπωσίασε τόσο πολύ τον μεγάλο Γάλλο φυσιοδίφη Ζωρζ Κυβιέ: Ο Αριστοτέλης δεν συζητά μόνο συστηματικά τις προσαρμοστικές λειτουργίες καθενός από αυτά τα όργανα· παρουσιάζει επίσης τον πολύπλοκο τρόπο με τον οποίο τα εσωτερικά μέρη των ζώων αποτελούν ένα οργανικό σύστημα .
Η έλλειψη ονομάτων για τα είδη ζώων είναι επίσης αξιοσημείωτη. Όπως και στο αντίστοιχο απόσπασμα από το HA II, τα ψάρια αναφέρονται μία φορά ως παράδειγμα αιμοφόρων ζώων που δεν έχουν τα εν λόγω όργανα. Αλλά η έμφαση δίνεται σε όλο αυτό το συγκεκριμένο σύστημα οργάνων σε όποια αιμοφόρα ζώα τα έχουν. Ο στόχος του Αριστοτέλη είναι να εξηγήσει γιατί ορισμένα ζώα έχουν αυτά τα όργανα και γιατί, αν έχουν ένα από αυτά τα όργανα, πρέπει να έχουν και τα άλλα. Ορισμένες, αλλά όχι όλες, από τις εξηγήσεις καθορίζουν τη λειτουργία για την οποία υπάρχουν τα μέρη. Ακόμη και η υλική φύση των ιστών, είτε σαρκώδεις είτε ελικοειδής, μπορεί να εξηγηθεί με λειτουργικούς όρους. Αυτή η συζήτηση παρουσιάζει επίσης μια ιεραρχία τελεολογικών συνδέσεων του είδους που περιγράφεται στο τέλος του PA I 5, 645b28–33 - μια δραστηριότητα υπάρχει για χάρη μιας άλλης, πιο βασικής. ένα μέρος που εκτελεί μια δευτερεύουσα δραστηριότητα υπάρχει για χάρη ενός μέρους που εκτελεί μια πιο σημαντική δραστηριότητα. Η εισπνοή και η εκπνοή είναι για χάρη της αναπνοής (η οποία είναι για χάρη της ψύξης του αίματος). Υπάρχει μια τραχεία για τη μεταφορά του αέρα από και προς τον πνεύμονα· υπάρχει ένας λαιμός για την προστασία της τραχείας.
Για λόγους που θα γίνουν σαφείς, η σχέση μεταξύ των βιβλίων της Ιστορίας των Ζώων που ασχολούνται με τη γένεση και της Γενετικής των Ζώων (ΓΖ) είναι κάπως πιο περίπλοκη. Η ΓΖ έχει μια αρκετά σαφή οργάνωση από μόνη της, αλλά το κεντρικό της (αν και όχι το μόνο ) έργο της εξήγησης των αιτιωδών ρόλων του άνδρα και της γυναίκας στη σεξουαλική γένεση και της αιτιότητας της εμβρυολογικής ανάπτυξης εγείρει μια σειρά από θέματα και προβλήματα που ξεπερνούν κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της ΓΖ. Ωστόσο, μια μελέτη για το πώς σχετίζονται τα δύο έργα είναι παρόλα αυτά διαφωτιστική. Αυτή η συζήτηση για τη βιολογική πρακτική του Αριστοτέλη θα ολοκληρωθεί εξετάζοντας την αιτιώδη εξήγηση της εμβρυολογικής ανάπτυξης και ιδιαίτερα την εξήγηση για την πρώιμη εμφάνιση της καρδιάς, με μια τελική ματιά στην εφαρμογή αυτής της εξήγησης στην περίπτωση των εμβρυϊκών πτηνών.
Όπως σημειώσαμε νωρίτερα, με τους δικούς της όρους, η Γενετική Θεωρία (ΓΕ) έχει μια αρκετά σαφή δομή. Και εδώ, όπως και με τις ΠΑ II–IV, θα ξεκινήσουμε με μια σύντομη σκιαγράφηση της συνολικής της δομής πριν επικεντρωθούμε στενά στη μέθοδό της όπως εφαρμόζεται σε ένα πρόβλημα. Ξεκινά (715a1–18) σημειώνοντας ότι θα εξηγήσει δύο σύνολα γεγονότων που παραμένουν ανεξήγητα στη ΓΕ: τις διαφορές μεταξύ των μερών που σχετίζονται με τη γένεση και τη γένεση των μερών γενικά. Και τα δύο αυτά αντανακλούν τη μετατόπιση της εστίασης της ΓΕ σε μια εξέταση των αποτελεσματικών αιτιών της γένεσης των ζώων. Επιπλέον, αν και αναγνωρίζει ότι ορισμένα ζώα δεν έχουν αρσενικά και θηλυκά, αντιμετωπίζει τη σεξουαλική γένεση ως το κεντρικό του θέμα. Αρχικά παρέχει μια θεωρητικά «ουδέτερη» ερμηνεία της διάκρισης: το αρσενικό είναι αυτό που δημιουργεί σε ένα άλλο, το θηλυκό αυτό που δημιουργεί από μόνο του (716a14–15). Μόνο αργά στο βιβλίο Ι αρχίζει να παρουσιάζει τη δική του λεπτομερή θεωρία για τη διακριτή συμβολή τους στη γένεση, την οποία αναπτύσσει εν μέρει απαντώντας και απορρίπτοντας πρώιμες ιατρικές απόψεις σχετικά με τη συμβολή των ανδρών και των γυναικών στην αναπαραγωγή.
Τα πρώτα 13 κεφάλαια χαρακτηρίζουν τα αναπαραγωγικά όργανα στα αρσενικά και τα θηλυκά των αιμοφόρων ζώων, ενώ τα 14–16 κάνουν το ίδιο για τα άμορφα ζώα που έχουν αρσενικά και θηλυκά. Ξεκινώντας από το κεφάλαιο 17, η συζήτηση στρέφεται στα σχετικά ομοιόμορφα μέρη που σχετίζονται με την παραγωγή, το σπέρμα (περίπου «σπόρος») και το γάλα, αλλά η συζήτηση για το γάλα αναβάλλεται μέχρι το βιβλίο IV. Αυτό εγείρει αμέσως το αμφιλεγόμενο ζήτημα του κατά πόσον τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό συνεισφέρουν σπέρμα —όπως πίστευαν ορισμένοι πρώιμοι ιατρικοί συγγραφείς— και αν και τα δύο, τότε ποια είναι η φύση των αντίστοιχων συνεισφορών τους. Αυτό είναι ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης από το I 17–II 5, ένα από τα πιο δύσκολα τμήματα κειμένου στο αριστοτελικό σώμα, και αυτό στο οποίο θα επικεντρωθεί η προσοχή μας. Αλλά για να συνεχίσουμε την επισκόπησή μας: το υπόλοιπο βιβλίο II (από το κεφάλαιο 5 και μετά) συζητά τις αιτίες της εμβρυολογικής ανάπτυξης των ζωντανών ζώων, ξεκινώντας με τα πιο τέλεια ζώα, δηλαδή τους ανθρώπους, ενώ τα ζώα που γεννούν αυγά αποτελούν το κύριο επίκεντρο του βιβλίου III, το οποίο κλείνει με μια συζήτηση για τα ζώα που δεν δημιουργούνται σεξουαλικά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν «αυθόρμητα». Το GA IV στρέφεται στην ανάπτυξη κληρονομικών διαφορών εντός των ειδών, ξεκινώντας με την πιο σημαντική ενδοειδική διαφορά για τη θεωρία του για τη γένεση, τη διαφορά μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Από εκεί προχωρά στην οικογενειακή ομοιότητα, στις διαφορές στον αριθμό των παραγόμενων απογόνων και στις αιτίες των παραμορφώσεων. Το GA V στοχεύει να εξηγήσει τις «περισσότερες και λιγότερες» παραλλαγές εντός των ειδών που εμφανίζονται αργά στην ανάπτυξη και που μπορούν να εξηγηθούν πλήρως με τον εντοπισμό αιτιακών αλληλεπιδράσεων σε υλικό επίπεδο - διαφορές εντός ενός είδους στο χρώμα, την υφή ή την πυκνότητα ενός μέρους, για παράδειγμα.
Το υπόλοιπο αυτής της συζήτησης θα επικεντρωθεί στη γενική αιτιώδη θεωρία της γένεσης των ζώων, η οποία αναπτύχθηκε στο πρώτο μισό του GA II. [14] Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου Ι, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι τόσο η αρσενική όσο και η θηλυκή συνεισφορά σχηματίζονται από ένα «χρήσιμο υπόλειμμα» αίματος μέσω μιας διαδικασίας παρασκευής, με την αρσενική να παρασκευάζεται πληρέστερα από τη θηλυκή. Από αυτό το σημείο και μετά, η συνεισφορά του αρσενικού ονομάζεται συνήθως γόνη (σπέρμα) και η θηλυκή καταμήνια (έμμηνος ρύση). Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δεν είναι απολύτως συνεπής: περιστασιακά χρησιμοποιεί τον γενικό όρο σπέρμα για την αρσενική συνεισφορά και την αντιπαραβάλλει ρητά με την καταμήνια (727a27–30). ενώ άλλες φορές αναφέρεται στην καταμήνια ως ένα είδος σπέρματος (728a26–29).
Οι δύο συνεισφορές περιγράφονται ποικιλοτρόπως. Το αρσενικό συνεισφέρει μια πηγή κίνησης ή dunamis («δύναμη» ή «δυναμικό»), η οποία, καθώς ξεδιπλώνεται το επιχείρημα, αποδεικνύεται ότι είναι ένα ειδικό είδος θερμαντικής ικανότητας που υπάρχει στο πνεύμα ή τον αέρα του σπέρματος, η οποία αποτελεί μέρος της φύσης του. (Αυτό αναλύεται πλήρως στο GA II 2-3.) Το ίδιο το σπέρμα είναι απλώς ένα όχημα για την παροχή αυτής της θερμαντικής ικανότητας. Το αρσενικό δεν συνεισφέρει υλικά στους απογόνους. Το θηλυκό δεν συνεισφέρει σπόρους αλλά αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «προετοιμασμένη ύλη». Το μόνο που χρειάζεται είναι η παρουσία μέσα σε αυτό της θερμαντικής ικανότητας του αρσενικού και ξεκινά μια λίγο πολύ μακρά και περίπλοκη αναπτυξιακή διαδικασία, την οποία ο Αριστοτέλης παρομοιάζει με ένα είδος αυτόματου που εκτελεί ένα σύνθετο σύνολο συντονισμένων κινήσεων μόλις τεθεί σε κίνηση.
Σε πολλά σημεία του επιχειρήματός του, βασίζεται σε μια αναλογία με τις χειροτεχνίες, όπως η κατασκευή σπιτιών:
Δεν έχουν όλα τα ζώα λαιμό, αλλά μόνο εκείνα που έχουν τα μέρη για τα οποία υπάρχει φυσικά ο λαιμός - αυτά είναι η τραχεία και το μέρος που είναι γνωστό ως οισοφάγος. Ο λάρυγγας υπάρχει εκ φύσεως για την αναπνοή, διότι μέσω αυτού του μέρους τα ζώα εισπνέουν και αποβάλλουν αέρα όταν εισπνέουν και εκπνέουν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εκείνα που δεν έχουν πνεύμονα δεν έχουν λαιμό, π.χ., το είδος που αποτελείται από τα ψάρια. Ο οισοφάγος είναι το μέρος μέσω του οποίου η τροφή πηγαίνει στο έντερο, έτσι ώστε τα ζώα χωρίς λαιμό προφανώς δεν έχουν οισοφάγο. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει οισοφάγος για χάρη της διατροφής, διότι δεν παρασκευάζει τίποτα. Και επιπλέον, είναι δυνατό το έντερο να τοποθετηθεί ακριβώς δίπλα στη θέση του στόματος, ενώ για τον πνεύμονα αυτό είναι αδύνατο. Διότι πρέπει πρώτα να υπάρχει κάτι κοινό, όπως ένας αγωγός, ο οποίος στη συνέχεια χωρίζεται στα δύο και μέσω του οποίου ο αέρας χωρίζεται σε περάσματα - με αυτόν τον τρόπο ο πνεύμονας μπορεί να επιτύχει καλύτερα την εισπνοή και την εκπνοή.
Έτσι, λοιπόν, το όργανο που συνδέεται με την αναπνοή εξ ανάγκης έχει μήκος· επομένως είναι απαραίτητο να υπάρχει οισοφάγος μεταξύ του στόματος και του στομάχου. Ο οισοφάγος είναι σαρκώδης, με ελικοειδείς ελαστικότητες— ελικοειδείς ώστε να μπορεί να διαστέλλεται όταν καταπίνεται η τροφή, αλλά σαρκώδης ώστε να είναι μαλακός και ευλύγιστος και να μην καταστρέφεται όταν ξύνεται από την τροφή που κατεβαίνει. (664a14–34)
Έχω επισημάνει τη γλώσσα της φύσης, της αναγκαιότητας, της πιθανότητας (και της αδυναμίας) και του «είναι χάριν του» σε αυτό το απόσπασμα, προκειμένου να τονίσω την αντίθεση με τη συζήτηση για τις ίδιες οργανικές συσχετίσεις στο αντίστοιχο απόσπασμα HA. Εδώ ο στόχος είναι η εξήγηση — τα μέρη είναι παρόντα και έχουν τον χαρακτήρα που έχουν κυρίως λόγω της υπό όρους αναγκαιότητας που επιβάλλεται από τις λειτουργικές απαιτήσεις του οργανισμού. Βλέπει κανείς εδώ τον Αριστοτέλη που εντυπωσίασε τόσο πολύ τον μεγάλο Γάλλο φυσιοδίφη Ζωρζ Κυβιέ: Ο Αριστοτέλης δεν συζητά μόνο συστηματικά τις προσαρμοστικές λειτουργίες καθενός από αυτά τα όργανα· παρουσιάζει επίσης τον πολύπλοκο τρόπο με τον οποίο τα εσωτερικά μέρη των ζώων αποτελούν ένα οργανικό σύστημα .
Η έλλειψη ονομάτων για τα είδη ζώων είναι επίσης αξιοσημείωτη. Όπως και στο αντίστοιχο απόσπασμα από το HA II, τα ψάρια αναφέρονται μία φορά ως παράδειγμα αιμοφόρων ζώων που δεν έχουν τα εν λόγω όργανα. Αλλά η έμφαση δίνεται σε όλο αυτό το συγκεκριμένο σύστημα οργάνων σε όποια αιμοφόρα ζώα τα έχουν. Ο στόχος του Αριστοτέλη είναι να εξηγήσει γιατί ορισμένα ζώα έχουν αυτά τα όργανα και γιατί, αν έχουν ένα από αυτά τα όργανα, πρέπει να έχουν και τα άλλα. Ορισμένες, αλλά όχι όλες, από τις εξηγήσεις καθορίζουν τη λειτουργία για την οποία υπάρχουν τα μέρη. Ακόμη και η υλική φύση των ιστών, είτε σαρκώδεις είτε ελικοειδής, μπορεί να εξηγηθεί με λειτουργικούς όρους. Αυτή η συζήτηση παρουσιάζει επίσης μια ιεραρχία τελεολογικών συνδέσεων του είδους που περιγράφεται στο τέλος του PA I 5, 645b28–33 - μια δραστηριότητα υπάρχει για χάρη μιας άλλης, πιο βασικής. ένα μέρος που εκτελεί μια δευτερεύουσα δραστηριότητα υπάρχει για χάρη ενός μέρους που εκτελεί μια πιο σημαντική δραστηριότητα. Η εισπνοή και η εκπνοή είναι για χάρη της αναπνοής (η οποία είναι για χάρη της ψύξης του αίματος). Υπάρχει μια τραχεία για τη μεταφορά του αέρα από και προς τον πνεύμονα· υπάρχει ένας λαιμός για την προστασία της τραχείας.
Για λόγους που θα γίνουν σαφείς, η σχέση μεταξύ των βιβλίων της Ιστορίας των Ζώων που ασχολούνται με τη γένεση και της Γενετικής των Ζώων (ΓΖ) είναι κάπως πιο περίπλοκη. Η ΓΖ έχει μια αρκετά σαφή οργάνωση από μόνη της, αλλά το κεντρικό της (αν και όχι το μόνο ) έργο της εξήγησης των αιτιωδών ρόλων του άνδρα και της γυναίκας στη σεξουαλική γένεση και της αιτιότητας της εμβρυολογικής ανάπτυξης εγείρει μια σειρά από θέματα και προβλήματα που ξεπερνούν κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της ΓΖ. Ωστόσο, μια μελέτη για το πώς σχετίζονται τα δύο έργα είναι παρόλα αυτά διαφωτιστική. Αυτή η συζήτηση για τη βιολογική πρακτική του Αριστοτέλη θα ολοκληρωθεί εξετάζοντας την αιτιώδη εξήγηση της εμβρυολογικής ανάπτυξης και ιδιαίτερα την εξήγηση για την πρώιμη εμφάνιση της καρδιάς, με μια τελική ματιά στην εφαρμογή αυτής της εξήγησης στην περίπτωση των εμβρυϊκών πτηνών.
Όπως σημειώσαμε νωρίτερα, με τους δικούς της όρους, η Γενετική Θεωρία (ΓΕ) έχει μια αρκετά σαφή δομή. Και εδώ, όπως και με τις ΠΑ II–IV, θα ξεκινήσουμε με μια σύντομη σκιαγράφηση της συνολικής της δομής πριν επικεντρωθούμε στενά στη μέθοδό της όπως εφαρμόζεται σε ένα πρόβλημα. Ξεκινά (715a1–18) σημειώνοντας ότι θα εξηγήσει δύο σύνολα γεγονότων που παραμένουν ανεξήγητα στη ΓΕ: τις διαφορές μεταξύ των μερών που σχετίζονται με τη γένεση και τη γένεση των μερών γενικά. Και τα δύο αυτά αντανακλούν τη μετατόπιση της εστίασης της ΓΕ σε μια εξέταση των αποτελεσματικών αιτιών της γένεσης των ζώων. Επιπλέον, αν και αναγνωρίζει ότι ορισμένα ζώα δεν έχουν αρσενικά και θηλυκά, αντιμετωπίζει τη σεξουαλική γένεση ως το κεντρικό του θέμα. Αρχικά παρέχει μια θεωρητικά «ουδέτερη» ερμηνεία της διάκρισης: το αρσενικό είναι αυτό που δημιουργεί σε ένα άλλο, το θηλυκό αυτό που δημιουργεί από μόνο του (716a14–15). Μόνο αργά στο βιβλίο Ι αρχίζει να παρουσιάζει τη δική του λεπτομερή θεωρία για τη διακριτή συμβολή τους στη γένεση, την οποία αναπτύσσει εν μέρει απαντώντας και απορρίπτοντας πρώιμες ιατρικές απόψεις σχετικά με τη συμβολή των ανδρών και των γυναικών στην αναπαραγωγή.
Τα πρώτα 13 κεφάλαια χαρακτηρίζουν τα αναπαραγωγικά όργανα στα αρσενικά και τα θηλυκά των αιμοφόρων ζώων, ενώ τα 14–16 κάνουν το ίδιο για τα άμορφα ζώα που έχουν αρσενικά και θηλυκά. Ξεκινώντας από το κεφάλαιο 17, η συζήτηση στρέφεται στα σχετικά ομοιόμορφα μέρη που σχετίζονται με την παραγωγή, το σπέρμα (περίπου «σπόρος») και το γάλα, αλλά η συζήτηση για το γάλα αναβάλλεται μέχρι το βιβλίο IV. Αυτό εγείρει αμέσως το αμφιλεγόμενο ζήτημα του κατά πόσον τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό συνεισφέρουν σπέρμα —όπως πίστευαν ορισμένοι πρώιμοι ιατρικοί συγγραφείς— και αν και τα δύο, τότε ποια είναι η φύση των αντίστοιχων συνεισφορών τους. Αυτό είναι ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης από το I 17–II 5, ένα από τα πιο δύσκολα τμήματα κειμένου στο αριστοτελικό σώμα, και αυτό στο οποίο θα επικεντρωθεί η προσοχή μας. Αλλά για να συνεχίσουμε την επισκόπησή μας: το υπόλοιπο βιβλίο II (από το κεφάλαιο 5 και μετά) συζητά τις αιτίες της εμβρυολογικής ανάπτυξης των ζωντανών ζώων, ξεκινώντας με τα πιο τέλεια ζώα, δηλαδή τους ανθρώπους, ενώ τα ζώα που γεννούν αυγά αποτελούν το κύριο επίκεντρο του βιβλίου III, το οποίο κλείνει με μια συζήτηση για τα ζώα που δεν δημιουργούνται σεξουαλικά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν «αυθόρμητα». Το GA IV στρέφεται στην ανάπτυξη κληρονομικών διαφορών εντός των ειδών, ξεκινώντας με την πιο σημαντική ενδοειδική διαφορά για τη θεωρία του για τη γένεση, τη διαφορά μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. Από εκεί προχωρά στην οικογενειακή ομοιότητα, στις διαφορές στον αριθμό των παραγόμενων απογόνων και στις αιτίες των παραμορφώσεων. Το GA V στοχεύει να εξηγήσει τις «περισσότερες και λιγότερες» παραλλαγές εντός των ειδών που εμφανίζονται αργά στην ανάπτυξη και που μπορούν να εξηγηθούν πλήρως με τον εντοπισμό αιτιακών αλληλεπιδράσεων σε υλικό επίπεδο - διαφορές εντός ενός είδους στο χρώμα, την υφή ή την πυκνότητα ενός μέρους, για παράδειγμα.
Το υπόλοιπο αυτής της συζήτησης θα επικεντρωθεί στη γενική αιτιώδη θεωρία της γένεσης των ζώων, η οποία αναπτύχθηκε στο πρώτο μισό του GA II. [14] Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου Ι, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι τόσο η αρσενική όσο και η θηλυκή συνεισφορά σχηματίζονται από ένα «χρήσιμο υπόλειμμα» αίματος μέσω μιας διαδικασίας παρασκευής, με την αρσενική να παρασκευάζεται πληρέστερα από τη θηλυκή. Από αυτό το σημείο και μετά, η συνεισφορά του αρσενικού ονομάζεται συνήθως γόνη (σπέρμα) και η θηλυκή καταμήνια (έμμηνος ρύση). Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δεν είναι απολύτως συνεπής: περιστασιακά χρησιμοποιεί τον γενικό όρο σπέρμα για την αρσενική συνεισφορά και την αντιπαραβάλλει ρητά με την καταμήνια (727a27–30). ενώ άλλες φορές αναφέρεται στην καταμήνια ως ένα είδος σπέρματος (728a26–29).
Οι δύο συνεισφορές περιγράφονται ποικιλοτρόπως. Το αρσενικό συνεισφέρει μια πηγή κίνησης ή dunamis («δύναμη» ή «δυναμικό»), η οποία, καθώς ξεδιπλώνεται το επιχείρημα, αποδεικνύεται ότι είναι ένα ειδικό είδος θερμαντικής ικανότητας που υπάρχει στο πνεύμα ή τον αέρα του σπέρματος, η οποία αποτελεί μέρος της φύσης του. (Αυτό αναλύεται πλήρως στο GA II 2-3.) Το ίδιο το σπέρμα είναι απλώς ένα όχημα για την παροχή αυτής της θερμαντικής ικανότητας. Το αρσενικό δεν συνεισφέρει υλικά στους απογόνους. Το θηλυκό δεν συνεισφέρει σπόρους αλλά αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «προετοιμασμένη ύλη». Το μόνο που χρειάζεται είναι η παρουσία μέσα σε αυτό της θερμαντικής ικανότητας του αρσενικού και ξεκινά μια λίγο πολύ μακρά και περίπλοκη αναπτυξιακή διαδικασία, την οποία ο Αριστοτέλης παρομοιάζει με ένα είδος αυτόματου που εκτελεί ένα σύνθετο σύνολο συντονισμένων κινήσεων μόλις τεθεί σε κίνηση.
Σε πολλά σημεία του επιχειρήματός του, βασίζεται σε μια αναλογία με τις χειροτεχνίες, όπως η κατασκευή σπιτιών:
Στα ζώα που εκκρίνουν σπέρμα, η φύση στο αρσενικό χρησιμοποιεί το σπέρμα ως όργανο που διαθέτει ενεργητική κίνηση, όπως ακριβώς τα εργαλεία κινούνται σε πράγματα που δημιουργούνται με τέχνη· διότι η κίνηση της τέχνης βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο σε αυτά τα εργαλεία. (730b20–23)
Αυτή η σκοτεινή αναλογία σταδιακά αναλύεται στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του GA II. Η γενική αρχή που είναι κοινή στην τέχνη και τη φύση είναι η εξής:
Όσα πράγματα προκύπτουν από τη φύση ή από την τέχνη, προκύπτουν μέσω ενός όντος στην πραγματικότητα από αυτό που είναι δυνητικά τέτοιο με αυτό το ον. (734b22–23)
Είναι το προετοιμασμένο τμήμα της καταμενίας της γυναίκας που είναι δυνητικά τέτοιο όπως είναι στην πραγματικότητα αυτός που συνεισφέρει στο σπέρμα. Και το σπέρμα του μεταφέρει μια κίνηση ή δύναμη, έτσι ώστε «όταν η κίνηση σταματά, κάθε ένα από τα μέρη έρχεται σε ύπαρξη και εμψυχώνεται» (734b24–25). Δηλαδή, στην εμβρυολογική ανάπτυξη, κάθε μέρος αναδύεται μέσα σε ένα σύστημα μερών που είναι οργανωμένο για να παρέχει θρεπτικά συστατικά για την ανάπτυξή του και που καθοδηγείται από ένα πολύπλοκο «πρόγραμμα» για την ανάπτυξή του. Παρατηρήστε ότι καθώς κάθε μέρος έρχεται σε ύπαρξη, έχει ήδη τη λειτουργική ικανότητα που σχετίζεται με αυτό - έρχεται σε ύπαρξη και εμψυχώνεται .Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τη διαδικασία ως εξής:
Όσο για τη σκληρότητα, την απαλότητα, την ανθεκτικότητα και την ευθραυστότητα και όλες τις άλλες παρόμοιες συγκινήσεις που υπάρχουν σε αυτά τα εμψυχωμένα μέρη, αυτές οι συγκινήσεις μπορεί να παράγονται από τη θερμότητα και το κρύο, αλλά όχι από τον καθοριστικό χαρακτήρα (λόγο) χάρη στον οποίο το ένα μέρος είναι σάρκα και το άλλο οστό· αυτός είναι ο λόγος της κίνησης που προέρχεται από τη γεννήτρια, η οποία στην πραγματικότητα είναι αυτό που είναι δυνητικά αυτό από το οποίο προέρχεται, όπως ακριβώς και στα πράγματα που δημιουργούνται με χειροτεχνία. (734b31–35)
Αυτό το απόσπασμα έρχεται αμέσως μετά την έμφαση που δίνει ο Αριστοτέλης σε δύο σχετικά σημεία: ότι τα ομοιόμορφα μέρη και τα οργανικά μέρη προκύπτουν ταυτόχρονα και ότι ακόμη και η σάρκα και τα οστά έχουν μια λειτουργία να επιτελέσουν. Αυτά τα σημεία είναι στενά συνδεδεμένα. Τα καθοριστικά χαρακτηριστικά των ιστών δεν είναι απλώς οι συναισθηματικές τους ιδιότητες, όπως το ότι είναι σκληρά ή μαλακά, αλλά και οι βιολογικές τους λειτουργίες και οι βιολογικές τους λειτουργίες είναι στενά συνδεδεμένες με τους ρόλους τους στη σύσταση - και στην ικανότητά τους να παίζουν λειτουργικούς ρόλους - των οργανικών μερών. Πολλές, αν όχι όλες, οι συναισθηματικές ιδιότητες ενός μέρους είναι συνέπεια του βιολογικού του ρόλου.
Κατά τη διαδικασία διατύπωσης αυτού του επιχειρήματος, ο Αριστοτέλης τονίζει επίσης μια κρίσιμη και προβληματική δυσαναλογία: Τα φυσικά πράγματα, μόλις ξεκινήσει η γένεσή τους, «αναπτύσσονται μέσω των ίδιων τους» (735a13–14). Αυτή είναι η πιο θεμελιώδης διαφορά μεταξύ τέχνης και φύσης για τον Αριστοτέλη: μια φύση είναι μια πηγή αλλαγής μέσα στο ίδιο το πράγμα (Φυσικά II. 1). Η φυσική ανάπτυξη, λοιπόν, αν και ξεκινά από τη ζεστασιά που προσφέρει ο αρσενικός γονέας, συνεχίζεται μέσω μιας πηγής αλλαγής μέσα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Ο ξυλουργός δεν μπορεί να αναμειγνύει κανένα από τα δικά του υλικά στα κτίριά του. Αλλά πρέπει να συμμετέχει συνεχώς, φυσικά στις κινήσεις που δημιουργούν αυτά τα κτίρια. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον αρσενικό γονέα - ή τον σπόρο του - στη φυσική γένεση. Πώς λοιπόν μια σύνθετη διαδικασία που έχει τις ρίζες της σε μια εξωτερική γεννήτρια γίνεται μια φυσική διαδικασία ανάπτυξης;
Για τον Αριστοτέλη, η καρδιά (ή το ανάλογό της στα άμορφα ζώα) είναι κρίσιμη. Είναι το πρώτο μέρος που δημιουργείται από τη θερμότητα που προέρχεται από το σπέρμα του αρσενικού γονέα και, ως εκ τούτου, αποτελεί την κύρια εσωτερική πηγή αυτής της θερμότητας και, επομένως, περαιτέρω ανάπτυξης (735a16–26). Η ακόλουθη εξήγηση αρχίζει να μας φέρνει σε επαφή με το απόσπασμά μας για τη γένεση από την Ιστορία των Ζώων.
Στο έμβρυο (kuema), ενώ κατά κάποιο τρόπο όλα τα μέρη είναι παρόντα δυνητικά, η πηγή [της ανάπτυξης] βρίσκεται κυρίως κατά μήκος της πορείας προς την πραγματικότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η καρδιά είναι η πρώτη που διαφοροποιείται στην πραγματικότητα. Και αυτό δεν είναι μόνο σαφές στην αντίληψη (όπως συμβαίνει), αλλά είναι επίσης σαφές στη λογική. Όταν το αναπτυσσόμενο πράγμα είναι διακριτό από τις αρσενικές και θηλυκές συνεισφορές, πρέπει να αυτοδιοικείται, όπως όταν ένας γιος στήνει ένα σπίτι μακριά από τον πατέρα του. Έτσι, στα ζώα πρέπει να υπάρχει μια πηγή γέννησης από την οποία προέρχεται η μεταγενέστερη οργάνωση του σώματος. Επομένως, η καρδιά εμφανίζεται διαφοροποιημένη πρώτη σε όλα τα αιμοφόρα ζώα· γιατί είναι η πηγή τόσο των ομοιόμορφων όσο και των μη ομοιόμορφων μερών. Και το παρασκευασμένο αίμα ή το ανάλογό του είναι θρεπτική ουσία για το ζώο, και τα αιμοφόρα αγγεία είναι η αποθήκη του· γι' αυτόν τον λόγο η καρδιά είναι η πηγή τους. Αυτό είναι σαφές από μια μελέτη των «ιστοριών» και των «ανατομών». (740a2–23, αποσπάσματα· σύγκριση 735a12–26, 738b17–18 740a27–36, 742b34–743a1 και 743b26)
Έχοντας αναπτύξει αυτή τη γενική εξήγηση κατά τη διάρκεια της συζήτησής του για την κεντρική του περίπτωση, την ζωοτόκο ανάπτυξη, στο GA II, ο Αριστοτέλης προχωρά στα ζώα που γεννούν αυγά στο βιβλίο III. Το GA III 1 μεταφέρει σε αυτά ό,τι είναι κοινό στις δύο περιπτώσεις, με τη συζήτηση για την ανάπτυξη των πτηνών στα αυγά τους να ξεκινά στο GA III 2. Μια επαναλαμβανόμενη πτυχή του επιχειρήματός του, εδώ όπως και στο PA, είναι να μας παραπέμψει για περιγραφικές λεπτομέρειες στις ιστορίες (πιθανώς τη βάση του HA μας) και σε μια συλλογή αναπαραστάσεων ανατομών (τραγικά δεν έχουν διατηρηθεί, αλλά αναφέρονται επανειλημμένα στα βιολογικά γραπτά του Αριστοτέλη και σε αρχαίους καταλόγους των γραπτών του).
Οι πιο γενικές διαφορές μεταξύ των ωοτόκων πτηνών σχετίζονται με την «πληρότητα» του αυγού κατά την ωοτοκία. Επειδή τα πτηνά γεννούν αυγά που σκληραίνουν μόλις εκτεθούν στον αέρα (752a30–b2), θεωρείται ότι είναι καλύτερα προετοιμασμένα κατά την ωοτοκία από τα αυγά άλλων ζώων που ωοτόκουν, αλλά σε αντίθεση με την περίπτωση των τελευταίων, όπου η θερμότητα της ίδιας της γης επαρκεί για την ολοκλήρωση της διαδικασίας παρασκευής, τα αυγά που παράγονται από τα πτηνά απαιτούν από τις μητέρες τους να γεννήσουν. Αγνοώντας πολλές ενδιαφέρουσες και σημαντικές λεπτομέρειες, θα ασχοληθούμε με τη συζήτηση για την ανάπτυξη των αυγών των πτηνών καθώς επωάζονται. Ο Αριστοτέλης διακρίνει το «λευκό» και τον «κρόκο», όχι περιγραφικά όπως έκανε στο HA, αλλά λειτουργικά (752b18–28).
Είναι το ασπράδι από το οποίο αποτελείται το ζώο, ενώ ο κρόκος γίνεται θρεπτικός παράγοντας, και η ανάπτυξη για τη σύσταση των μερών προέρχεται από αυτό. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο ο κρόκος και το ασπράδι, έχοντας διακριτές φύσεις, έχουν διατηρηθεί διακριτά από μεμβράνες. Για ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με το πώς αυτά τα μέρη βρίσκονται σε σχέση μεταξύ τους λόγω των πηγών γένεσης και της σύστασης των ζώων, καθώς και των μεμβρανών και του ομφάλιου λώρου, θα πρέπει να μελετήσει κανείς όσα έχουν περιγραφεί στις ιστορίες. Τα ακόλουθα φαίνονται επαρκή για την παρούσα έρευνα: η καρδιά είναι το πρώτο πράγμα που σχηματίζεται. μετά από αυτό το μεγάλο αιμοφόρο αγγείο διαχωρίζεται, και δύο ομφάλιοι λώροι εκτείνονται από αυτό το αιμοφόρο αγγείο, ο ένας προς τη μεμβράνη γύρω από τον κρόκο, ο άλλος προς τη μεμβράνη που περιβάλλει το ίδιο το ζώο. Αυτή η τελευταία βρίσκεται έτσι δίπλα στη μεμβράνη του κελύφους. (753b11–23)
Σε αυτήν την περίπτωση (αν και όχι πάντα) κάποιος βρίσκει πολύ περισσότερες λεπτομέρειες στο HA. Αυτές οι αναφορές σε ιστορίες και ανατομές μπορεί να είναι παραπλανητικές, εκτός αν λάβει κανείς υπόψη τις διαφορές στους στόχους, και επομένως στην οργάνωση, αυτών των πραγματειών. Σε αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, δεν αναφέρεται τίποτα στο GA για την καρδιά που «χτυπάει και κινείται σαν να είναι ζωντανή». Όπως είδαμε, ωστόσο, το GA II τονίζει ότι στην ανάπτυξη των ζωντανών ζώων, η καρδιά σχηματίζεται πρώτη, εμψυχώνεται από την αρχή και είναι η πηγή ανάπτυξης για όλα τα άλλα μέρη - ένας πολύ πιο «φορτωμένος θεωρία» χαρακτηρισμός που τονίζει τον αιτιώδη ρόλο της καρδιάς στην ανάπτυξη. Και λόγω της οργανωτικής δομής του GA, πολλά από αυτά που λέγονται στη συζήτησή του για τα ζωντανά ζώα (αυτά που είναι «πιο ολοκληρωμένα» όταν γεννιούνται) θεωρείται ότι ισχύουν για ζώα που γεννούν αυγά (που είναι «λιγότερο ολοκληρωμένα» όταν γεννιούνται).
Θυμηθείτε την εκπληκτικά ακριβή συζήτηση για το κεφάλι και τα μάτια του τετραήμερου εμβρύου κοτόπουλου στο HA (στην ενότητα 5.1, παραπάνω). Αυτό δεν συζητείται στο GA III 2. Ωστόσο, στο GA II 6, σε μια μακρά συζήτηση για τον πρώιμο σχηματισμό οργάνων σε ζωντανά ζώα, ο Αριστοτέλης έχει πολλά να πει για το θέμα:
Αυτό που συμβαίνει με τα μάτια των ζώων παρουσιάζει ένα πρόβλημα. Διότι από την αρχή, είτε στα χερσαία ζώα, είτε στα κολυμβητές είτε στα ιπτάμενα, φαίνονται πολύ μεγάλα και όμως είναι από τα τελευταία μέρη που ολοκληρώνονται και εν τω μεταξύ συρρικνώνονται σε μέγεθος. Αυτό συμβαίνει επειδή τα αισθητήρια όργανα των ματιών βρίσκονται, όπως και με τα άλλα αισθητήρια όργανα, σε κανάλια. Αλλά ενώ αυτά για την αφή και τη γεύση είναι απλώς σωματικά, ή κάποιο μέρος του σώματος των ζώων, και αυτά για την όσφρηση και την ακοή είναι κανάλια που συνδέονται με τον εξωτερικό αέρα και είναι γεμάτα με συγγενές πνεύμα, τα μάτια από μόνα τους έχουν ένα σωστό αισθητήριο σώμα. (743b33–744a6)
Η πλήρης εξήγηση συνεχίζεται πολύ περισσότερο, αλλά δεν χρειάζεται να την παρακολουθήσουμε για να επισημάνουμε δύο σημαντικά σημεία σχετικά με τη σχέση της Γενετικής Γης (ΓΓ) με την Γενετική Γη (ΓΓ). Το πρώτο είναι ότι η οργάνωση της ΓΓ υπαγορεύει ότι για την εξήγηση γεγονότων ευρείας γενικότητας όπως αυτό, πρέπει να εξετάσουμε το βιβλίο II - παρατηρήστε ότι ισχυρίζεται ότι αυτή η εξήγηση για το μεγάλο μέγεθος των ματιών στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης και για την επακόλουθη συστολή τους ισχύει για όλα τα ζώα της ξηράς, του αέρα και του νερού. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι η αμείλικτα αιτιώδης/επεξηγηματική εστίαση της συζήτησης για τη ΓΓ, ένα χαρακτηριστικό που (σωστά) απουσιάζει εντελώς από τις αντίστοιχες συζητήσεις στην ΓΓ. Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η περιγραφική ακρίβεια του εμβρυολογικού αποσπάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα από την ΓΓ, πρέπει και πάλι να θυμηθούμε τι απουσιάζει από αυτή τη συζήτηση. Για την εξίσου εντυπωσιακή εμβρυολογική θεωρία, ο αναγνώστης της βιολογίας του Αριστοτέλη πρέπει να στραφεί στη Γένεση των Ζώων.
6. Ένα ολοκληρωμένο παζλ
Αυτή η καταχώρηση για τη βιολογία και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη ολοκληρώνεται με ένα αίνιγμα σχετικά με την οργάνωση των βιολογικών έργων του σε σύγκριση με το υπόλοιπο αριστοτελικό σώμα. Ξεκινήσαμε σημειώνοντας ότι αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της θεωρίας της επιστήμης του Αριστοτέλη ότι η έρευνα προχωρά από ένα στάδιο όπου κάποιος διαπιστώνει την ύπαρξη των υπό μελέτη πραγμάτων και των γεγονότων σχετικά με αυτά σε ένα στάδιο όπου η εστίαση γίνεται σε αιτιακές εξηγήσεις με αναφορά στη φύση και την ουσία αυτών των πραγμάτων. Φαίνεται σαφές ότι τα βιολογικά έργα τιμούν αυτή τη διάκριση, και το κάνουν αυτό συνειδητά. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν προτείνει ποτέ, στα Μεταγενέστερα Αναλυτικά ή οπουδήποτε αλλού, ότι αυτά τα στάδια θα πρέπει να αντιπροσωπεύονται από ξεχωριστές πραγματείες αφιερωμένες στο ίδιο θέμα. Πράγματι, σε κανέναν άλλο τομέα ο Αριστοτέλης δεν το κάνει αυτό: είτε εξετάζουμε τη μετεωρολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία, την ηθική, το δράμα ή τη ρητορική, βρίσκουμε μεμονωμένες πραγματείες που παρουσιάζουν τόσο τα γεγονότα όσο και την εξήγησή τους. Ούτε μπορεί αυτό το αίνιγμα να απορριφθεί εύκολα ως τεχνούργημα μεταγενέστερης επεξεργασίας - όπως έχουμε επισημάνει αρκετές φορές, αυτές οι πραγματείες έχουν ένα πολύ ενδιαφέρον και συνεπές μοτίβο διασταυρούμενων αναφορών. Οι πραγματείες που αναφέρουν τα αποτελέσματα των αιτιακών ερευνών αναφέρονται τακτικά στην HA (και στις ανατομές) για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα γεγονότα που εξηγούνται. Η HA, αντίθετα, δεν αναφέρεται ποτέ στις αιτιακές πραγματείες. Επιπλέον, η εντυπωσιακή αποφυγή στην Ιστορία των Ζώων όλων των εννοιών που σχετίζονται με τον ορισμό και την εξήγηση δεν μπορεί εύλογα να αποδοθεί σε κάποιον φανταστικό μεταγενινό εκδότη. Απομένει, λοιπόν, να αναλογιστούμε τι ήταν αυτό στην έρευνα των ζώων που οδήγησε τον Αριστοτέλη να κάνει μια μεθοδολογική διάκριση σχετικά με τα στάδια της έρευνας και να την υλοποιήσει σε μεθοδολογικά διακριτές πραγματείες αφιερωμένες σε αυτά τα διαφορετικά στάδια.
---------------------------
Σημειώσεις για τη Βιολογία του Αριστοτέλη1. Για μια εμπνευσμένη εισαγωγή στο βιβλίο του Αριστοτέλη, τον βιολόγο, γραμμένη από την οπτική γωνία ενός ασκούμενου εξελικτικού αναπτυξιακού βιολόγου, βλ. Leroi 2014.
2. Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα από τις φυσικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένων βιολογικών παραδειγμάτων, ειδικά στα κεφάλαια 13–18 του βιβλίου II. Τα περισσότερα από αυτά συζητούνται στα τρία πρώτα δοκίμια του Lennox 2001b· πρβλ. 11–14, 30–32, 47–52, 82–90. Βλέπε επίσης Bolton 1987, Charles 2000, Leunissen 2010b και Lennox 2021, κεφ. 2.
3. Αυτό γίνεται σαφές στις τελευταίες γραμμές του κεφαλαίου 16: «Επομένως, σε αυτές τις περιπτώσεις ο μεσαίου όρος και αυτό που εξηγεί πρέπει να είναι ίσα και πρέπει να μετατρέπονται. Για παράδειγμα, γιατί τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους; Αν αυτό οφείλεται στη στερεοποίηση της υγρασίας, τότε αν ένα δέντρο ρίχνει τα φύλλα του, η στερεοποίηση πρέπει να ισχύει, και αν η στερεοποίηση ισχύει—όχι οτιδήποτε άλλου εκτός από ένα δέντρο—τότε το δέντρο πρέπει να ρίχνει τα φύλλα του (98b35–39).» Δεδομένου ότι όλο το νόημα του παραδείγματος είναι ότι δεν ρίχνουν όλα τα δέντρα τα φύλλα τους, αλλά μόνο αυτά με φαρδιά φύλλα, η λέξη «δέντρο» εδώ πρέπει να αντιπροσωπεύει τα «δέντρα με φαρδιά φύλλα».
4. Για μια διερευνητική ανάλυση της σχέσης μεταξύ ορισμού και απόδειξης στα Posterior Analytics και μια κάπως διαφορετική περιγραφή της σχέσης της με τα βιολογικά έργα, βλ. Charles 2000. Σχετικά με το ζήτημα της «ταιριάσματος» μεταξύ των κανόνων της γενικής φιλοσοφίας της επιστήμης και της βιολογικής θεωρίας και πρακτικής του, μια καλή πρόσφατη συζήτηση μπορεί να βρεθεί στους Leunissen 2010a και Lennox 2021.
5. Συγκρίνετε HA I 6, 490b7–491a6, II 15, 505b26–506a10, και IV 8, 534b12–15.
6. Συγκρίνετε Balme 1987b· Lennox 1990, 2005· Gotthelf 1985b, 1987a, 1988 και Charles 1990, 2000.
7. Για μια παρόμοια χρήση του όρου historia που γενικεύει αυτό το σημείο σε «οποιαδήποτε τέχνη ή επιστήμη», βλέπε APr. I 30, 46a27–27. Για περαιτέρω συζήτηση βλέπε Lennox 2001b 43–46 και Lennox 2021, κεφ. 3.
8. Για αρκετά διακριτές ερμηνείες αυτού του κεφαλαίου σε σχέση με την Posterior Analytics II, συγκρίνετε Charles 2000, 312–316 με Lennox 2001c και Lennox 2005, 90–100.
9. Αυτή είναι μια εξαιρετικά σχηματική επισκόπηση. Για μια πιο λεπτομερή περιγραφή, δείτε Gotthelf 1988· Lennox 2001b, κεφ. 2. Η διάκριση του Αριστοτέλη μεταξύ αιμοφόρων και άαιμων ζώων αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στη δική μας διάκριση μεταξύ σπονδυλωτών και ασπόνδυλων ζώων. Αναφερόμαστε στα βιβλία της ΙΑ σύμφωνα με την αρίθμηση που βρίσκεται στα χειρόγραφα, και όχι στην αναδιάταξη του Θεόδωρου Γάζα το 1476, ο οποίος μετέτρεψε το βιβλίο IX, για την ανθρώπινη γένεση, σε συνέχεια των βιβλίων V και VI για τη γένεση σε άλλα ζώα. Η αρίθμηση Γάζα υιοθετήθηκε από όλες τις σύγχρονες εκδόσεις πριν από τον Balme 1991, 2002. Η υπεράσπιση της επιστροφής στη σειρά των χειρογράφων μπορεί να βρεθεί στις εισαγωγές αυτών των εκδόσεων.
10. Για εργασίες πάνω σε αυτό το θέμα, οι οποίες καταλήγουν σε κάπως διαφορετικά αποτελέσματα, συγκρίνετε Bolton, 1987· Charles, 2000, κεφ. 12· Gotthelf, 1997b· Kullmann, 1974· Lennox 2001b, κεφ. 1· 2005.
11. Σχετικά με τη χρήση του ανθρώπινου μοντέλου από τον Αριστοτέλη ως κανονιστικού προτύπου για την έρευνα στα βιολογικά του έργα, βλ. Kress 2025, Leunissen 2017b και Rapp 2025.
12. Συγκρίνετε τον William Harvey στο έργο του Exercitationes de Generatione Animalium: «Εκείνη τη στιγμή, το έμβρυο στο αυγό περνά από τη ζωή ενός φυτού σε αυτή ενός ζώου. Τότε ήδη το limbus ή στρίφωμα του περιγράμματος αρχίζει να γίνεται μοβ και σκιαγραφείται με μια μικροσκοπική γραμμή αίματος, και σχεδόν στο κέντρο του πηδάει ένα αιματηρό σημείο που είναι όμως τόσο εξαιρετικά μικρό που στη διαστολή του αστράφτει σαν τη μικρότερη σπίθα φωτιάς, και αμέσως μετά τη συστολή του ξεφεύγει εντελώς από το μάτι και εξαφανίζεται». (Harvey 1981, 96)
Ο Χάρβεϊ, μάλιστα, διαφωνεί με την ερμηνεία των παρατηρήσεων από τον Αριστοτέλη: «Δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τον Αριστοτέλη όταν υποστηρίζει ότι η καρδιά είναι αυτό το πρώτο γεννητικό και έμψυχο σωματίδιο. Διότι η αλήθεια είναι, είμαι πεπεισμένος, ότι αυτό το προνόμιο οφείλεται μόνο στο αίμα, γιατί το αίμα είναι αυτό που εμφανίζεται για πρώτη φορά στη γέννηση. Και αυτό όχι μόνο σε ένα ωάριο, αλλά σε κάθε έμβρυο και ζωική σύλληψη, όπως σύντομα θα φανεί ξεκάθαρα». (Χάρβεϊ 1981, 241)
13. Η παλαιότερη σωζόμενη καταγραφή ενός τέτοιου «πειράματος» με αυγά κότας, γονιμοποιημένα την ίδια ημέρα αλλά «φωτισμένα με κερί» και ανοιχτμένα διαδοχικά για να καταστεί ορατή ολόκληρη η διαδικασία της εμβρυολογικής ανάπτυξης, διασώζεται στο Ιπποκρατικό Σώμα (Hipp. Genit.–Nat. Puer. 29, VII.530 L).
14. Για πολύτιμες, φιλοσοφικά προσανατολισμένες συζητήσεις σχετικά με το επιχείρημα του GA II, βλ. Bolton 1987, Charles 1988, Code 1986, Connell 2015, Gotthelf 1987b, Henry 2003, 2006a, 2008, Gelber 2010, Leunissen 2025 και ορισμένα από τα δοκίμια των Falcon και Lefebvre 2018.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)