Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Η φύσις μηδέν μήτε ατελές ποιεί μήτε μάτην

Η φύσις μηδέν μήτε ατελές ποιεί μήτε μάτην
.

Απόδοση: Η φύση δεν κάνει τίποτα ούτε ατελές ούτε μάταιο.

Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος μαθητής του Πλάτωνα και δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος αποτελεί μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας.

Γεννημένος το 384 π.Χ. στα Στάγειρα, μια μικρή πόλη της Μακεδονίας, οι βαθιές ιδέες του Αριστοτέλη σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από την ηθική και την πολιτική έως τη μεταφυσική και τη βιολογία, εξακολουθούν να διαμορφώνουν την κατανόηση του κόσμου.

Ποια ήταν η φιλοσοφία του;

Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη συνεχίζει να μελετάται, να συζητείται και να θαυμάζεται μέχρι σήμερα, καθιστώντας τον έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους στοχαστές στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας. Η έμφασή του στην τελεολογία, την ηθική της αρετής, την έννοια της μεσότητος και τις 4 αιτίες συνεχίζει να διαμορφώνει την κατανόησή μας για την ηθική, την επιστήμη και τη μεταφυσική.

1. Τελεολογία:

Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη εδράζεται στην έννοια της τελεολογίας, η οποία υποστηρίζει ότι τα πάντα στο σύμπαν έχουν έναν σκοπό ή έναν τελικό στόχο. Πίστευε ότι για να κατανοήσει κανείς κάτι πλήρως, πρέπει να κατανοήσει τον τελικό του σκοπό. Η ιδέα αυτή επηρέασε τη σκέψη του Αριστοτέλη σε διάφορους τομείς, ιδίως στη βιολογία, όπου πρότεινε ότι κάθε ζωντανός οργανισμός έχει έναν έμφυτο σκοπό ή “τελική αιτία”.

2. Η έννοια της μεσότητος:

Η ηθική του Αριστοτέλη περιστρεφόταν γύρω από το δόγμα του μέσου, το οποίο υποδηλώνει ότι η αρετή έγκειται στην εξεύρεση μιας ισορροπημένης μέσης γραμμής μεταξύ των άκρων. Για παράδειγμα, το θάρρος είναι η μέση τιμή μεταξύ της απερισκεψίας και της δειλίας, ενώ η γενναιοδωρία είναι η μέση τιμή μεταξύ της σπατάλης και της τσιγκουνιάς. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η ηθική αριστεία επιτυγχάνεται με τη συνεπή άσκηση των αρετών με μέτρο.

3. Ηθική των αρετών:

Το ηθικό πλαίσιο του Αριστοτέλη αναφέρεται συχνά ως ηθική των αρετών. Πίστευε ότι η ενάρετη ζωή είναι ο δρόμος προς την ευδαιμονία, που συνήθως μεταφράζεται ως “ευτυχία” ή “ευημερία”. Η αρετή, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αναπτύσσεται μέσω της συνήθους άσκησης και της καλλιέργειας του ηθικού χαρακτήρα. Η ηθική της αρετής τονίζει τη σημασία της προσωπικής ανάπτυξης και της αυτοβελτίωσης.

4. Οι 4 αιτίες:

Ο Αριστοτέλης εισήγαγε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την εξήγηση της φύσης της πραγματικότητας, γνωστό ως τα “τέσσερα αίτια”.

Αυτές οι αιτίες περιλαμβάνουν την υλική αιτία (από τι είναι φτιαγμένο κάτι), την τυπική αιτία (η ουσιαστική φύση ή μορφή του), την αποτελεσματική αιτία (ο παράγοντας ή η δύναμη που το φέρνει στην ύπαρξη) και την τελική αιτία (ο τελικός σκοπός ή στόχος του).

Αυτό το πλαίσιο επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη.

5. Η πολιτική και το ιδανικό κράτος:

Το έργο του Αριστοτέλη για την πολιτική, ιδίως η πραγματεία του “Πολιτικά”, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής φιλοσοφίας. Πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς πολιτικά όντα και ότι το κράτος είναι απαραίτητο για την ανθρώπινη ευημερία.

Ο Αριστοτέλης πρότεινε ένα ιδανικό κράτος, τονίζοντας τη σημασία ενός ισορροπημένου πολιτεύματος, του κράτους δικαίου και της επιδίωξης του κοινού καλού.

Κάποια από αποφθέγματά που ξετυλίγουν τα ερείσματα των καινοτόμων και σήμερα ιδεών του:

-Το Ελληνικό γένος, ζει ελεύθερα και διοικείται άριστα και θα μπορούσε να κυριαρχήσει, αν ήταν πολιτικά ενωμένο.

-Ξεχώρισε από παλιά το Ελληνικό έθνος από τους βαρβάρους όντας πιο ικανό και περισσότερο απαλλαγμένο από την ηλιθιότητα.

-Οι ρίζες της εκπαίδευσης είναι πικρές, αλλά ο καρπός είναι γλυκός.

-Η φιλία είναι μια ψυχή που κατοικεί σε 2 σώματα.

-Η φύση δεν κάνει τίποτα ούτε ατελές ούτε μάταιο.

-Το να γνωρίζεις τον εαυτό σου είναι η αρχή κάθε σοφίας.

-Δεν υπάρχει τίποτα πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.

-Άμιλλα είναι η τάση να φτάσει κανένας τον άλλον που τον θαυμάζει ή και να τον ξεπεράσει, χωρίς να αισθάνεται φθόνο αν ο άλλος τον ξεπερνάει.

-Τα αγαθά κόποις κτώνται.

-Η ομορφιά είναι η καλύτερη συστατική επιστολή.

-Η δουλεία είναι αντίθετη προς τη φύση, γιατί μονάχα ανθρώπινοι νόμοι κάνουν άλλους δούλους κι άλλους ελεύθερους.

-Είναι το γνώρισμα ενός μορφωμένου νου να μπορεί να διασκεδάζει μια σκέψη χωρίς να την αποδέχεται.

-Ο καθένας μπορεί να θυμώσει, είναι εύκολο. Αλλά να θυμώσεις με το σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό, για το σωστό λόγο, τη σωστή στιγμή και με το σωστό τρόπο, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο.

Αριστοφάνης: Τα άτομα που μας προξενούν θυμό είναι μια ισχυρή πηγή σοφίας

Τα άτομα που μας προξενούν θυμό είναι μια ισχυρή πηγή σοφίας, καθώς φέρνουν στο φως τα αδύνατα σημεία μας και γίνονται καθρέπτης στον οποίον κοιταζόμαστε.

Ο Αριστοφάνης έλεγε ότι «οι σοφοί άνθρωποι μαθαίνουν πολλά από τους εχθρούς τους».

Ένας δάσκαλος μπορεί να μας διδάξει τη σπουδαιότητα της υπομονής, του ελέγχου και της ανεκτικότητας. Όλες όμως αυτές τις ικανότητες δεν έχουμε την δυνατότητα να τις εξασκήσουμε, παρά μόνο στην αληθινή ζωή, όταν θα συναντήσουμε τον “εχθρό”.

Στις πολεμικές τέχνες μαθαίνουμε ότι η επίθεση του αντιπάλου μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελός μας όταν γνωρίζουμε πώς να διοχετεύσουμε την ορμή της, την κατάλληλη στιγμή, προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ο εχθρός μας αναγκάζει να δράσουμε εδώ και τώρα και να βγούμε από την άνεση μας που τελικά θα μας κάνει μαλθακούς. Μας αναγκάζει να φέρουμε στην επιφάνεια τον καλύτερο καθώς και τον χειρότερο εαυτό μας και να μεταλλάξουμε τη γνώση σε σοφία μέσω της εμπειρίας.

Όταν καταφέρουμε να δούμε τις αντιδράσεις μας αποστασιοποιημένοι και με λίγο χιούμορ, τότε θα ανακαλύψουμε πως σε κάθε σύγκρουση κρύβεται ένα μεγάλο μάθημα σχετικά με τις ποιότητές μας αλλά και τις αδυναμίες μας.

Οι αποκλειστικά αρμονικές σχέσεις γεννάνε μια απάθεια που μπορεί να μας παραλύσει καθώς δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να αναζητήσουμε καινούργια πράγματα, ούτε αναγκαζόμαστε να αναθεωρήσουμε τις πεποιθήσεις μας.

Αρκούμαστε στο να ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο πάντα. Για την διανοητική και συναισθηματική εξέλιξή μας έχουμε ανάγκη να συγκρουόμαστε, να αντιδρούμε, να δοκιμάζουμε τον εαυτό μας, να αλλάζουμε οπτική γωνία, να νιώθουμε πόνο. Με άλλα λόγια, να μαθαίνουμε.

Όπως στις πολεμικές τέχνες, έτσι και στη ζωή, για να τα καταφέρουμε είναι ανάγκη κάποιος να μας παρακινεί.

Είναι η θέση κι η αντίθεση που δημιουργούν συγκρουόμενες την αυριανή σύνθεση.

«Πόλεμος πάντων πατήρ εστί» έγραψε ο Εφέσιος σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος.

Ας πάρουμε μέρος με όλες μας τις δυνάμεις, χωρίς προσκόλληση όμως στο μικρό μας «εγώ», σ’ αυτό που θα μας βγάλει «εκτός Εαυτού», θα μας κάνει να θυμώσουμε, να χάσουμε τη συγκέντρωσή μας και να κινδυνέψουμε να χάσουμε τη μάχη. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι αυτό που μας δίδαξε ο “δάσκαλος”.

Όταν τα πράγματα γύρω μας δεν είναι ιδανικά, όταν δεχόμαστε επιθέσεις, όταν δε νιώθουμε ικανοποιημένοι από τη ζωή μας, αυτή η αντιξοότητα, αυτή η αρνητική δύναμη που πλήττει τη σταθερότητά μας και δρα ως εχθρός, πρέπει να χρησιμοποιείται ως κινητήρια δύναμη και ώθηση για αλλαγή.

Κάθε σύγκρουση τελικά, μας αποκαλύπτει τι δεν πάει καλά μέσα μας και μας επιτρέπει να διατηρούμε τη σπίθα της δημιουργικότητας μας αναμμένη. Χωρίς κάποιον ή κάτι απέναντί μας να μας προκαλεί, η σπίθα αυτή θα έμενε σβηστή.

Γι’ αυτό, βλέποντας από ένα μεγαλύτερο βάθος την κατάσταση, θα έπρεπε ίσως να μακαρίζουμε τους εχθρούς μας, γιατί χάρη σ’ αυτούς μπορούμε να αλλάξουμε και να ανεβούμε άλλο ένα σκαλοπάτι στο δρόμο της προσωπικής μας ολοκλήρωσης.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Αρκεσίλαος

Ο Αρκεσίλαος (315/4–241/40 π.Χ.) ήταν μέλος και αργότερα ηγέτης της Ακαδημίας Πλάτωνος. Ξεκίνησε τη σκεπτικιστική φάση του Πλατωνική σχολή («Ακαδημαϊκός σκεπτικισμός») και ήταν επιδραστικός κριτικός των Στωικών, ιδιαίτερα των επιστημολογία.

Τα αρχαία στοιχεία για τη φιλοσοφία του Αρκεσίλαου είναι δύσκολα και, από ορισμένες απόψεις, ασυνεπής. Ως αποτέλεσμα, οι μελετητές ερμηνεύουν τον σκεπτικισμό του με διάφορους τρόπους. Κάποιοι βλέπουν τη φιλοσοφική του δραστηριότητα ως εντελώς αρνητική ή καταστροφική για όλες τις απόψεις. Άλλοι παίρνουν είχε θετικές απόψεις, αλλά όχι για κάποιο φιλοσοφικό θέμα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας γνώσης. Κάποιοι θεωρούν ότι έχει επιχειρημάτων ότι τίποτε δεν μπορούσε να γίνει γνωστό, ενώ η άλλοι πάλι τον βλέπουν ως κάποιον που αρνήθηκε να δεχτεί οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία ή πρόταση ως ορθολογικά δικαιολογημένη, επιμένοντας ότι απαιτείται πάντοτε συμπληρωματική εξέταση.

1. Ζωή και έργο
2. Σκεπτικισμός: μέθοδος ή δόγμα
3. Κριτική της στωικής επιστημολογίας
4. Ακατανόητο και καθολική αναστολή της σύμφωνης γνώμης
4.1 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής μη πίστης
4.2 Η ερμηνεία της ορθολογικής μη πίστης
4.3 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής πεποίθησης
5. Το πρακτικό κριτήριο
5.1 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής μη πίστης
5.2 Η ερμηνεία της ορθολογικής μη πίστης
5.3 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής πεποίθησης
6. Προτεραιότητα της μεθόδου
7. Συμπέρασμα

1. Ζωή και έργο

Μετά από μια πρώιμη εκπαίδευση στη γεωμετρία και την αστρονομία στη γενέτειρά του Πιτανέ (στην Αιολίδα, τη βορειοδυτική ακτή του Αιγαίου της σύγχρονης Τουρκίας), Ο Αρκεσίλαος διέφυγε στην Αθήνα παρά τη θέληση του κηδεμόνα του. Εκεί λέγεται ότι σπούδασε ρητορική σε συνεργασία με Θεόφραστος (διάδοχος του Αριστοτέλη) μέχρι περίπου το 295–290 π.Χ., όταν την εγκατέλειψε για να σπουδάσει φιλοσοφία στην Ακαδημία του Πλάτωνα με Ο Κράντωρ (πέθανε το 276/5) και οι ηγέτες του Πόλεμος (πέθανε το 270/69) και ο Κράτης (πέθανε το 276/5) και ο Κράτης (πέθανε το 276/69) και ο Κράτης (πέθανε το 276/5). 268/7). Έγινε επικεφαλής της Ακαδημίας («σχολάρχης») μετά το θάνατο του Crates και ηγήθηκε του σχολείου για περισσότερα από 25 χρόνια μέχρι τον θάνατό του το 241/40 π.Χ.

Όπως ο Σωκράτης, το φιλοσοφικό του πρότυπο, και ο Καρνεάδης, που έφερε προωθήσει τον σκεπτικισμό του στο 2Η γ. π.Χ., ο Αρκεσίλαος έκανε να μην γράψει κανένα φιλοσοφικό έργο. Τα επιχειρήματά του ήταν αρχικά που διατήρησαν οι μαθητές του—συμπεριλαμβανομένου του Πυθόδωρου, ο οποίος έγραψε μερικοί από αυτούς, και ο Λακύδης, ο διάδοχός του ως σχολάρχης—και στο έργο των αντιπάλων του, κυρίως του στωικού Χρύσιππου, του οποίου Η αναδιατύπωση του Στωικισμού προκλήθηκε από τις επικρίσεις του Αρκεσίλαου των απόψεων της πρώτης γενιάς των Στωικών. Αλλά ο Αρκεσίλαος επιχειρήματα επικαλύφθηκαν αργότερα από τις καρνεαδικές επεξεργασίες και εντάχθηκαν στις γενικές ακαδημαϊκές και αντιακαδημαϊκές παραδόσεις. άρα είναι μόνο μέσα από αυτές τις μεταγενέστερες παραδόσεις που γνωρίζουμε γι' αυτούς. Οι γνώσεις μας του έργου του εξαρτάται από αποκόμματα από τη βιογραφική παράδοση (σώζεται στον Διογένη Λαέρτιο και στον Φιλόδημο) και σύντομη γενική αναφορές από μεταγενέστερους συγγραφείς που συμπαθούν τον Αρκεσίλαο σκεπτικισμό —Κικέρων, Σέξτος Εμπειρικός και Πλούταρχος— και τους αντιπάλους τους – τον Αντίοχο και τον Νουμήνιο (που σώζονται στον Κικέρωνα και Ευσέβιος αντίστοιχα). Επειδή όμως αυτές οι προσφορές είναι ασυμβίβαστες ερμηνείες της φιλοσοφικής θέσης του Αρκεσίλαου, αντανακλώντας τις ξεχωριστές απόψεις των συγγραφέων για τις μεταγενέστερες εξελίξεις στη σκεπτικιστική Ακαδημία, η ακριβής φύση της Ο σκεπτικισμός παραμένει αμφιλεγόμενος.

2. Σκεπτικισμός: μέθοδος ή δόγμα

Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται από τα αντιφατικά στοιχεία για την Ο σκεπτικισμός του Αρκεσίλαου είναι πώς να συμφιλιώσει τη σωκρατική του μέθοδο με τα «δόγματα» που αναφέρεται ότι αποδέχτηκε:

i. ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό (ακατανόητο, ή «akatalêpsia» στα ελληνικά)·
ii. ότι κάποιος πρέπει να αναστέλλει τη συγκατάθεση καθολικά και έτσι να μην σχηματίζει πεποιθήσεις (καθολική αναστολή της σύμφωνης γνώμης, ή «epochê peri pantôn') και
iii. ότι κάποιος που αναστέλλει καθολικά τη συγκατάθεση εξακολουθεί να έχει «πρακτικό κριτήριο» δράσης.

Οι πηγές μας συμφωνούν ότι η διαλεκτική μέθοδος του Αρκεσίλαου αποτέλεσε τον πυρήνα της φιλοσοφικής του δραστηριότητας (βλ. π.χ. Διογένης Λαέρτιος 4.28). Η μέθοδος αυτή παρουσιάζει δύο βασικές δυσκολίες για κάθε Προσπαθήστε να το συμβιβάσετε με αυτά τα δόγματα.

Πρώτον, η μέθοδός του ήταν διαλεκτική, έτσι ώστε αντί να επιχειρηματολογεί υπέρ οποιουδήποτε δόγματος ή συνόλου δογμάτων, ο Αρκεσίλαος περιόρισε να αντιταχθεί στις απόψεις που πρότειναν οι αντίπαλοί του ή να συνομιλητές. Εκ πρώτης όψεως, αυτή η μέθοδος μπορεί να μην φαίνεται ασυμβίβαστη με επιβεβαιωτική ακατανοησία και καθολική αναστολή της σύμφωνης γνώμης εάν το επανειλημμένο αποτέλεσμα της άσκησής της ότι οι απόψεις που διαφωνούσαν δεν άντεχαν σε κριτική. Οι εν λόγω επαναλαμβανόμενες αποτυχίες θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν μπορεί να ότι κάποιος δεν πρέπει να σχηματίζει καθόλου πεποιθήσεις.

Μπορούμε να δούμε γιατί η διαλεκτική μέθοδος του Αρκεσίλαου προειδοποιεί αποδεχόμενος αυτή την πρόταση κοιτάζοντας το μοντέλο που ισχυριζόταν ότι ήταν εξής: Η πρακτική του Σωκράτη στους διαλόγους του Πλάτωνα (βλ. Κικέρων, Academica 1.44–5, De oratore 3.67, De finibus 2.2, Περί της Φύσης των Θεών 1.11). Σε Οι σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα, τουλάχιστον, ο Σωκράτης αμφισβητεί το αξιώσεις των συνομιλητών του για γνώση, δείχνοντας, μέσω υποθέσεις που αποδέχονται, ότι δεσμεύονται σε ασυνεπείς πεποιθήσεις. Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, είναι ζωτικής σημασίας τα επιχειρήματα υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τα συμπεράσματα—εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τις πεποιθήσεις των συνομιλητών. Εάν ναι, το αποτέλεσμα μιας επιτυχής σωκρατική συνάντηση θα είναι ότι ο συνομιλητής βρίσκεται σε απώλεια: οι συνομιλητές αναγνωρίζουν πλέον ότι έχουν ασυνεπή πεποιθήσεις, δεδομένου ότι έχουν τόσο τους αρχικούς λόγους για τη διατριβή όσο και γνώση που έκαναν και τους νέους λόγους τους κατά της το. Αν έχουν και κάποιες γενικά αποδεκτές απόψεις για τη γνώση (για παράδειγμα, ότι κάποιος δεν μπορεί να ξέρει κάτι για ποιο αντιφατικές πεποιθήσεις), οι συνομιλητές θα είναι ορθολογικά να ισχυριστούν ότι δεν γνωρίζουν αν η διατριβή τους είναι σωστό ή λάθος, και ως εκ τούτου να αναστείλει τη συγκατάθεση για τη διατριβή ενώ εν αναμονή περαιτέρω έρευνας και επιχειρηματολογίας. Αλλά κανένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν ισχύει για τον Σωκράτη. Διότι, αν και παρουσιάζει τον εαυτό του ως απορητικό σκάφος - και μπορεί στην πραγματικότητα να μπερδεύεται για το ίδιο ακριβώς λόγους – η μέθοδός του δεν τον δεσμεύει στις προκείμενες, συμπεράσματα των επιχειρημάτων, ή ακόμη και στη ρυθμιστική ιδέες για τη γνώση. Οι απόψεις του (αν έχει) δεν αμφισβητούνται στο το επιχείρημα.

Υπάρχουν καλές ενδείξεις ότι ο Αρκεσίλαος ακολούθησε το σωκρατικό μοντέλο με συνέπεια. Είναι σαφές ότι έκανε κάποια προσπάθεια για να μην κάνει θετικές επιβεβαιώσεις κάθε είδους από μόνος του στα επιχειρήματά του (βλ. Διογένης Λαέρτιος 4.36, Philodemus Index Academicorum 20.1–4, πρβλ. 18.40–19.9). Οι πηγές μας επιβεβαιώνουν επίσης ότι Ο Αρκεσίλαος θεώρησε ότι η μέθοδός του συνεπάγεται ότι δεν αποκάλυψε τη δική του εν πάση περιπτώσει, αν είχε τέτοια άποψη, μεταξύ των οποίων, Για παράδειγμα, η άποψη ότι ο ισχυρισμός κατά του οποίου προβάλλεται είναι ψευδής (βλ. π.χ., Cicero De oratore 3.67). Επιπλέον, οι πιο λεπτομερείς εντοπίζουν πράγματι τη ριζική αλλαγή θέσης στην Πλατωνική σχολή που εισήγαγε – τη μετάβαση από την Παλαιά Ακαδημία στη σκεπτικιστική Ακαδημία—όσον αφορά την υιοθέτηση του αυτή τη μέθοδο (βλ. Διογένης Λαέρτιος 4.28, Philodemus Index Academicorum 18.7–16 & 21.36–42 και Sextus Outlines of Pyrrhonism, 1.220–35, esp. 232). Και αυτό εξηγεί τη φήμη του ως «διαλεκτικού» (ή, αρνητικά, ως «σοφιστής» ή «εριστικός» ή «μάγος»), καθώς και γιατί η σκεπτικιστική Ακαδημία κατέληξε στο καθορίζεται πρωτίστως από την κριτική της στάση απέναντι στα δόγματα της άλλες σχολές (και ιδιαίτερα προς την ενεργητική φιλοσοφική προγράμματα των νέων κινημάτων που ξεκίνησαν ο Επίκουρος και ο Ζήνων κατά τη διάρκεια τη διάρκεια της ζωής του). Αλλά αν ο Αρκεσίλαος ακολούθησε αυτό το μοντέλο με συνέπεια επιχειρηματολογώντας ενάντια σε κάθε φιλοσοφική θέση που έπεφτε στην αντίληψή του και να μην προβάλλουν θετικά επιχειρήματα ή διαβεβαιώσεις σχετικά με φιλοσοφικό ερώτημα, είναι δύσκολο να δούμε γιατί θα πρέπει να σκεφτούμε ότι Αποδέχτηκε οποιαδήποτε δόγματα, συμπεριλαμβανομένης της ακατανοησίας και της καθολικής αναστολής της συναίνεσης. Έτσι, η πρώτη δυσκολία είναι ότι η μέθοδος του Αρκεσίλαου συσκοτίζει κατ' αρχήν τις όποιες απόψεις μπορεί να κράτησαν.

Η δεύτερη δυσκολία συμφιλίωσης του Αρκεσίλαου Η διαλεκτική μέθοδος με δόγματα [i]–[iii] είναι περισσότερο απλά: είναι συμπεράσματα μερικών από τα πιο γνωστά του επιχειρήματα, αλλά επειδή αυτά είναι σαφώς διαλεκτικά αντιστωικά επιχειρήματα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από στωικές υποθέσεις. Στην επιστημολογία, υποστήριξε ότι, παρά τη δέσμευση των Στωικών να προσβάσιμης γνώσης, ορισμένες προϋποθέσεις που έγιναν αποδεκτές από τους Στωικούς ότι τίποτα δεν είναι γνωστό και ότι πρέπει να αναστείλουμε τη συγκατάθεση καθολικά (βλ. παρακάτω, ενότητα 3.). Ομοίως, η θεωρία της δράσης Αρκεσίλαος είναι παρασιτική για τους Στωικούς και βασίζεται στην ηθική τους εγκαταστάσεις (βλ. παρακάτω, ενότητα 5). Δεδομένης της σωκρατικής μεθόδου του, έχουμε μόνο να αποδώσουμε αυτά τα δόγματα στον ίδιο τον Αρκεσίλαο, αν έχουμε ανεξάρτητες αποδείξεις ότι αποδέχτηκε αυτές τις υποθέσεις που μοιράζονταν οι Στωικοί. Αλλά υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Αρκεσίλαος δεν δέχτηκε τίποτα της στωικής επιστημολογίας ή ηθικής. Η δεύτερη δυσκολία, λοιπόν, είναι ότι Τα αποδεικτικά στοιχεία δεν παρέχουν συνεκτική εικόνα της οποίας, συμπεράσματα των διαλεκτικών επιχειρημάτων του, ο Αρκεσίλαος μπορεί να είχε αποδεχθεί από μόνος του.

Το πρώτο ερώτημα σχετικά με τον σκεπτικισμό του Αρκεσίλαου είναι επομένως αν Περιλάμβανε οποιαδήποτε δέσμευση σε δόγματα. Αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτή η ερώτηση —βασισμένη σε κάτι σαν τις δύο δυσκολίες που παραπάνω—αποδίδει αυτό που ονομάζεται διαλεκτική ερμηνεία του Αρκεσίλαου (υιοθετήθηκε π.χ. από τον Couissin 1929, Striker 1980 και Allen 2025. βλέπε Castagnoli 2018 για τις αισθήσεις του «διαλεκτική»). Το κύριο μειονέκτημα σε αυτό ερμηνεία είναι ότι συνεπάγεται την απόρριψη ενός κεντρικού αιτήματος για αυτόν σε όλες τις κύριες πηγές μας εκτός από τον Φιλόδημο: Κικέρων, Ο Νουμήνιος, ο Σέξτος, ο Διογένης και ο Πλούταρχος αποδίδουν κάποιο βαθμό δέσμευση σε τουλάχιστον ένα από αυτά τα δόγματα - αυτό της καθολικής αναστολής ([ii] παραπάνω). Απορρίπτοντας αυτά τα στοιχεία μπορεί να δικαιολογηθεί από την καθυστέρηση αυτών των πηγών και συσχετίσεις με μεταγενέστερες ακαδημαϊκές εξελίξεις· αλλά αυτό φαίνεται δύσκολο να όταν μαθαίνουμε ότι οι σύγχρονοι αντίπαλοι του Αρκεσίλαου, συμπεριλαμβανομένου του Χρύσιππου, απέδωσε επίσης καθολική ανάρτηση (βλ. Πλούταρχος Περί Στωικών Αυτοαντιφάσεων 1036a με 1037a, και Against Colotes 1122a). Μια διαλεκτική Η ερμηνεία κινδυνεύει επίσης να αποτύχει ως διερμηνεία: δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ο Αρκεσίλαος επιχειρηματολόγησε με αυτόν τον τρόπο, είτε επειδή του αρνείται οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ή επειδή ισχυρίζεται ότι είναι αδιαφανές για εμάς (βλ. Perin 2013).

Αν δεχτούμε ότι αυτές οι σκέψεις μας αναγκάζουν να αναζητήσουμε μια καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, τουλάχιστον όσον αφορά την σύσταση αναστολής της συγκατάθεσης για τα πάντα, η δεύτερη ερώτημα είναι ποιο από τα τρία υποψήφια δόγματα—δηλαδή, [i] ακατανόητο, [ii] καθολική αναστολή και [iii] μια θεωρία δράσης χωρίς συναίνεση – διαπράχθηκε ο Αρκεσίλαος προς το. Εφόσον, όπως προτείνουν πολλές πηγές, η καθολική αναστολή είναι ο κανονιστικός ισχυρισμός ότι κάποιος δεν πρέπει να σχηματίζει πεποιθήσεις, τότε Ο Αρκεσίλαος δεν μπορεί να το ακολουθήσει και ταυτόχρονα να το πιστέψει, ή οτιδήποτε άλλο, για να είναι αλήθεια. Αν δεν θέλουμε να φορτώσουμε τον Αρκεσίλαο με Ένας αυτοκαταστροφικός σκεπτικισμός, βρισκόμαστε τότε αντιμέτωποι με ένα τρίτο ερώτημα: ποια ήταν η φύση της δέσμευσης του Αρκεσίλαου στα δόγματά του; Οι απαντήσεις σε αυτά τα δύο ερωτήματα παραμένουν ανοιχτές. Αλλά η κυρίαρχη Οι προσφερόμενες λύσεις χωρίζονται περίπου σε τρεις ομάδες, καθεμία από τις οποίες διαφορετικό είδος δέσμευσης συμβατό με την καθολική και επομένως μια διαφορετική απάντηση στο τρίτο ερώτημα. Αν Το είδος της δέσμευσης που απαγορεύεται από την καθολική αναστολή είναι η ορθολογική πεποίθηση, τότε τρία ασθενέστερα είδη δέσμευσης φαίνονται να ήταν ανοιχτή στον Αρκεσίλαο:
  • Μη ορθολογική μη πίστη («NRNB»): α δέσμευση στο p, η οποία ούτε είναι πεποίθηση ότι p ούτε βασίζεται σε λόγους.
  • Ορθολογική μη πίστη («RNB»): α δέσμευση στο p, πράγμα που δεν αποτελεί πεποίθηση ότι το p αλλά με βάση τους λόγους.
  • Μη ορθολογική πεποίθηση («NRB»): α δέσμευση στο p, πράγμα που αποτελεί την πεποίθηση ότι το p αλλά δεν με βάση τους λόγους.
Η NRNB υποθέτει ότι ο σκεπτικιστής αναστέλλει καθολικά τη συγκατάθεση ως ψυχολογικής αντίδρασης σε εξίσου πειστικές (ή ισοδύναμα) και αντικρουόμενα επιχειρήματα. Ανάρτηση γενικής χρήσης, ενεργοποιημένη άποψη αυτή, δεν αποτελεί συνταγή που δικαιολογείται από την επιχείρημα ότι κάποιος πρέπει να αναστείλει τη συγκατάθεση για τα πάντα επειδή Η γνώση είναι αδύνατη. Μάλλον, αφού ο σκεπτικιστής Οι ικανότητες που διαμορφώνουν πεποιθήσεις παραλύουν μπροστά στις αντιτιθέμενες λόγους, ενεργεί παρορμητικά, επιδιώκοντας αυτό που φαίνεται κατάλληλο (βλ. τμήμα 5.1). Σε μια ερμηνεία NRNB του Αρκεσίλαου δεσμεύσεις για [ii] καθολική αναστολή και [iii] κριτήριο δεν στηρίζονταν ούτε στην πεποίθηση ούτε σε προηγούμενη εξέταση των λόγων (βλ. π.χ. Ioppolo 1986; 2009; 2018).

Το RNB επιτρέπει στον σκεπτικιστή να αποδεχτεί δόγματα σχετικά με την ορθολογική διακρίνοντας τις πεποιθήσεις από άλλες στάσεις που μπορούν να τη θέση των πεποιθήσεων σε αλυσίδες συμπερασμάτων: ειδικότερα, υποθέσεις που μοιάζουν με πεποιθήσεις που λειτουργούν ως υποθέσεις (βλ. 1980, Bett 1990 και Reinhardt 2018). Στην προβολή RNB Ο Αρκεσίλαος δέχτηκε [i]–[iii] υποθετικά (βλ. 1999, Perin 2010 και Thorsrud 2018).

Η NRB αρνείται ότι ο σκεπτικιστής αποδέχεται δόγματα με βάση οποιαδήποτε προϋποθέσεις που υποτίθεται ότι τις δικαιολογούν. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, [i] το ακατανόητο και [ii] η καθολική αναστολή ήταν οι υπολειμματικές και ορθολογικά αδικαιολόγητες πεποιθήσεις που ήταν ο Αρκεσίλαος έμεινε ως αποτέλεσμα της φιλοσοφικής του δραστηριότητας (βλ. Frede 1979 & 1984, Cooper 2004, Brittain 2005 [2008] και Thorsrud 2009).

Όπως θα δούμε στις αιρέσεις 4-5, αυτές οι τρεις αφηγήσεις Ο σκεπτικισμός του Αρκεσίλαου ευνοεί τα στοιχεία για τα επιχειρήματά του με ανταγωνιστικούς τρόπους. Να κατανοούν και να αξιολογούν την ερμηνευτική τους στρατηγικές, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε την αρχή του Αρκεσίλαου επιχειρήματα κατά της στωικής επιστημολογίας.

3. Κριτική της στωικής επιστημολογίας

Τα πιο γνωστά επιχειρήματα του Αρκεσίλαου και τα μόνα που σώζονται με κάθε λεπτομέρεια, είναι οι κριτικές του στη στωική επιστημολογία (Σέξτος Κατά των Λογικών (εφεξής [M]), 7.150–9; βλέπε επίσης Cicero Academica 2 passim, esp. 2.66–7 &; 2.77).

Η στωική θεωρία της γνώσης αντιπροσώπευε μια ριζική αλλαγή επιστημολογία, καθώς προσέφερε μια εμπειρικά βασισμένη διαδρομή προς το είδος της της σοφίας που είχε αναζητήσει ο Σωκράτης (βλ. Frede 1999). Η βάση της ήταν τρεις νέους ισχυρισμούς του Ζήνωνα, του ιδρυτή της Στοάς (βλ. Cicero Academica 1.40–2). Πρώτον, ο Ζήνων πρότεινε μια νέα ψυχολογική θεωρία: το να σχηματίζεις μια πεποίθηση οποιουδήποτε είδους σημαίνει να δίνεις τη συγκατάθεση κάποιου στην «εντύπωση» του (ή 'εμφάνιση': 'φαντασία' στα ελληνικά) σχετικά με το θέμα. Δεύτερον, ισχυρίστηκε ότι ορισμένες από τις αντιληπτικές μας εντυπώσεις είναι «γνωστικές» ή αυτοεγγυητικές, έτσι ώστε Η συναίνεση σε αυτά συνιστά γνώση ή αντίληψη («katalêpsis») των αντικειμένων τους. Και, τρίτον, υποστήριξε ότι πρέπει να περιορίσουμε τη συγκατάθεσή μας μόνο σε γνωστικές εντυπώσεις, αφού είναι αντίθετο με τη λογική να σχηματίζεται «γνώμες»—δηλαδή, απλές πεποιθήσεις, είτε αληθείς είτε ψευδής – συναινώντας σε ανεπαρκώς δικαιολογημένες, μη γνωστικές εντυπώσεις. Όμως, δεδομένου ότι υπάρχουν γνωστικές εντυπώσεις, μπορούμε αποκτήσουμε αλάνθαστη γνώση ή σοφία περιορίζοντας τη συγκατάθεσή μας σε τους, αφού τότε οι σκέψεις μας θα αποτελούνται εξ ολοκλήρου από γνώσεις που προέρχονται από την αντίληψη ή από έννοιες που δικαιολογούνται από αντιληπτικές γνώσεις.

Το επίκεντρο της επίθεσης του Αρκεσίλαου στη θεωρία του Ζήνωνα ήταν η κεντρικό κομμάτι, η θεωρία των γνωστικών εντυπώσεων. Ο Ζήνων όρισε ένα Η γνωστική εντύπωση ως αυτή που προέρχεται από αυτό που είναι, είναι σφραγισμένη και ακριβώς σύμφωνα με αυτό και είναι τέτοιο που δεν θα μπορούσε να να είναι ψευδής (Σέξτος [Μ], 7.248, Cicero Academica 2.77). Αυτό σημαίνει, χονδρικά, ότι μια εντύπωση είναι γνωστική εάν και μόνο εάν [α] το προτασιακό του περιεχόμενο είναι αληθές, [β] προκαλείται στο κατάλληλο τρόπο για την ορθή αναπαράσταση του αντικειμένου της και [γ] Η αλήθεια δικαιολογείται έτσι από τον αμίμητο πλούτο και τη λεπτομέρεια του αναπαραστατικό χαρακτήρα που εγγυάται η αιτιώδης ιστορία του—όπως ότι το [α] συνεπάγεται το [β]. Η τακτική του Αρκεσίλαου ήταν να χορηγεί ότι οι προϋποθέσεις [α] και [β] πληρούνται συχνά, όπως ισχυρίστηκε ο Ζήνων, αλλά για να υποστηρίζουν ότι η συνθήκη [c] δεν επιτεύχθηκε ποτέ ([M], 7.154, Academica 2.77). Μολονότι τα λεπτομερή επιχειρήματά του δεν έχουν διασωθεί, είναι αρκετά σαφές από μεταγενέστερους Ακαδημαϊκούς και Στωικούς επιχειρήματα ότι ακολούθησε δύο κύριες γραμμές επίθεσης. Μια γραμμή εξαρτιόταν σχετικά με την ύπαρξη δυσδιάκριτων —ή, εν πάση περιπτώσει, δυσδιάκριτα διακριτά—αντικείμενα, όπως δίδυμα ή ζεύγη αυγών, μεταποιημένα αντικείμενα (αγάλματα ή αποτυπώματα σε κερί του ίδιου σφραγίδα) και κόκκους άμμου (Academica 2.54–8 & 2.84–6, [M], 7.408–10). Οποιοδήποτε από αυτά θα μπορούσε να μπερδευτεί με κάποιον άλλο, ανεξάρτητα από το πόσο καλή είναι η εντύπωσή του ήταν. Η δεύτερη εξαρτιόταν από μη φυσιολογικές καταστάσεις του νου, όπως όνειρα, ψευδαισθήσεις και κρίσεις τρέλας (Academica 2.47–53 &; 2.88–90, [M], 7.402–8). Σε Και στις δύο περιπτώσεις, ο Αρκεσίλαος υποστήριξε ότι, ανεξάρτητα από το αν η φύση των αντικειμένων ή του μυαλού μας φταίει, είναι πάντα δυνατό να έχουμε μια ψευδή εντύπωση με το ίδιο ακριβώς προτασιακό περιεχόμενο και Ο αναπαραστατικός χαρακτήρας ως αληθινός που πληροί την προϋπόθεση [β]. Αλλά Αν ναι, καμία εντύπωση δεν μπορεί να είναι αυτοδικαιολογούμενη λόγω του τρόπου με τον οποίο αναπαρίσταται το περιεχόμενό του. Άρα η συνθήκη [γ] δεν προκύπτει ποτέ. Ως εκ τούτου, στη στωική άποψη των απαιτήσεων για τη γνώση, υπάρχει καμία γνώση. Και αν η γνώση προέρχεται εξ ολοκλήρου από την αντιληπτική γνώση και έννοιες που δικαιολογούνται από αυτήν, όπως υπέθεσε ο Ζήνων, έχει ως εξής ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό. (Περίπλοκες στωικές-ακαδημαϊκές συζητήσεις σχετικά με αυτά Τα τεύχη διήρκεσαν άλλα 150 χρόνια. μπορούν να εντοπιστούν καλύτερα μέσω τα επιχειρήματα του Χρύσιππου και του Καρνεάδη, τα οποία διασώζονται Cicero's Academica και Sextus M. 7.)

Το επιχείρημα συνοψίζεται τυπικά ως εξής:
  1. Μερικές εντυπώσεις είναι αληθινές (μια στωική άποψη).
  2. Οι λανθασμένες εντυπώσεις είναι μη γνωστικές (η κατάσταση του Ζήνωνα [α]).
  3. Αν το περιεχόμενο μιας πραγματικής εντύπωσης είναι δυνητικά δυσδιάκριτη ή δυσδιάκριτη από εκείνη μιας εσφαλμένης εντύπωσης, είναι μη γνωστική (η κατάσταση του Ζήνωνα [c]).
  4. Το περιεχόμενο όλων των αληθινών εντυπώσεων είναι δυνητικά δυσδιάκριτη ή δυσδιάκριτη από εκείνη των ψευδών εντυπώσεων (Τα αντιπαραδείγματα του Αρκεσίλαου).
  5. Άρα, δεν υπάρχουν γνωστικές εντυπώσεις. (Βλ. Academica 2.40 & 2.83.)
Και, δεδομένου ότι για τον Ζήνωνα η ίδια η γνώση εξαρτάται από τη συγκατάθεση στη γνωστική εντυπώσεις, το επιχείρημα αυτό οδηγεί στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό (ακατανόητο).

Ο Αρκεσίλαος ακολούθησε αυτό το επιχείρημα ενάντια στη γνωστική εντύπωση με ένα πιο σύντομο επιχείρημα ενάντια στο ιδανικό της σοφίας του Ζήνωνα:

5. δεν υπάρχουν γνωστικές εντυπώσεις (όπως υποστήριξε ο Αρκεσίλαος), &
6. Είναι παράλογο να έχουμε «απόψεις», δηλαδή να συναινούμε σε μη γνωστικές εντυπώσεις (όπως υποστήριζαν οι Στωικοί). Ως εκ τούτου,
7. Είναι παράλογο να συναινούμε σε οποιεσδήποτε εντυπώσεις. (Βλ. [Μ], 7.155–7 &; Academica 2.66–7.)

Δηλαδή, ο Αρκεσίλαος επεσήμανε στους Στωικούς ότι αν το επιχείρημά του [1]–[5] ενάντια στη γνωστική εντύπωση είναι επιτυχής, είναι ότι είναι παράλογο να δοθεί η σύμφωνη γνώμη για την οτιδήποτε (καθολική ανάρτηση).

Αυτά τα επιχειρήματα παρουσιάζονται με δύο πολύ διαφορετικούς τρόπους στα δύο πηγές. Στην αφήγηση του Σέξτου (που ακολουθείται παραπάνω), παρουσιάζονται ως ρητά διαλεκτικά επιχειρήματα, βασιζόμενοι σε σαφώς σημαδεμένους στωικούς και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο στωικός σοφός δεν θα έχει πεποιθήσεις. Στην έκθεση του Κικέρωνα στην Academica 2, ωστόσο, πληροφορούνται ότι ο Αρκεσίλαος ήταν κατά κάποιο τρόπο δεσμευμένος σε συμπεράσματα και των δύο επιχειρημάτων: δηλαδή, συμφώνησε ότι η προϋπόθεση [γ] του στωικού ορισμού της γνωστικής εντύπωσης δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι και επομένως τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό. και διατηρούσε εγκαταστάσεις [5] και [6] του δεύτερου επιχειρήματος και, ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε εντύπωση ήταν παράλογη (Academica 2.66–7 & 2.77). Αυτή η ιστορική ερμηνεία του σκεπτικισμού του Αρκεσίλαου υποστηρίζεται αλλού στους διαλόγους του Κικέρωνα, όπου βρίσκουμε ιστορίες της φιλοσοφίας που έχουν τον Αρκεσίλαο να ακολουθεί τον Σωκράτη και Πλάτωνα (και Προσωκρατικοί φιλόσοφοι όπως ο Δημόκριτος, ο Παρμενίδης και ο Παρμενίδης Εμπεδοκλής) στο συμπέρασμα ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό με την αντίληψη ή και ως εκ τούτου υιοθετώντας μια μέθοδο επιχειρηματολογίας που θα οδηγούσε άλλους να απέχει από κάθε συγκατάθεση (De oratore 3.67 & Academica 1.43–6· βλ. επίσης Πλούταρχος Κατά Colotes 1121f).

Η ερμηνεία του Κικέρωνα στην Academica 2.66–7 & 2.77 αντιμετωπίζει δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι το επιχείρημα κατά της Η ύπαρξη γνωστικών εντυπώσεων εξαρτάται από πολλές πτυχές της επιστημολογικό πλαίσιο των Στωικών. Για το συμπέρασμα δεν ακολουθεί εκτός αν είναι αλήθεια ότι υπάρχουν εντυπώσεις, ότι μερικά είναι αληθινά, ότι δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι προς τη γνώση, ότι Ο στωικός ορισμός της γνώσης δίνει αναγκαία και επαρκή προϋποθέσεις για τη γνώση κ.λπ. Και υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε Η μαρτυρία του Κικέρωνα ότι ο Αρκεσίλαος προσυπέγραψε αυτούς τους Στωικούς απόψεις, αφού έχουμε κάποια στοιχεία ότι επιχειρηματολόγησε ενάντια σε κάθε πτυχή της στωικής επιστημολογίας και ψυχολογίας. Ο Πλούταρχος, για παράδειγμα, αναφέρει μια αντίρρηση στη στωική θεωρία της αλληλεπίδρασης της ψυχής με το σώμα, πράγμα που σημαίνει ότι ο Αρκεσίλαος επιχειρηματολόγησε κατά της θεμελιώδους μηχανισμού εντύπωσης στην αφήγηση του Ζήνωνα (On Common Conceptions 1078c). Ένα άλλο απόσπασμα από τον Πλούταρχο υποδηλώνει ότι Ο Αρκεσίλαος επιχειρηματολόγησε ενάντια στην αιτιώδη θεωρία της αντίληψης του Ζήνωνα (Απόσπασμα 215α). Και ο Σέξτος αναφέρει ότι και ο Αρκεσίλαος είχε αντιρρήσεις Η αντίληψη του Ζήνωνα για την πίστη ως συγκατάθεση σε μια εντύπωση, στο ότι η σύμφωνη γνώμη είναι ζήτημα λογικής ή σκέψης και όχι η αποδοχή ενός φυσιολογικού στοιχείου, η εντύπωση ([M], 7.154).

Στις περιπτώσεις αυτές, όπως και με το επιχείρημά του κατά της προϋπόθεση [c] του στωικού ορισμού της γνωστικής εντύπωσης, φαίνεται δυνατό να εντοπιστεί μια συγκεκριμένη στρατηγική πίσω από τον Αρκεσίλαο επιχειρήματα: επιχειρηματολόγησε ενάντια στις εμπειριστικές προϋποθέσεις του Ζήνωνα αναπτύσσοντας πλατωνικές αντιρρήσεις και θεωρίες (βλ. von Staden 1978, Schofield 1999, Trabattoni 2005, Vezzoli 2016 και Verde 2024). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, τουλάχιστον, στράφηκε σε πόρους στον Πλάτωνα, πιθανώς συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας της ροής και των εκδόσεων της αυξανόμενης επιχείρημα, για να αντικρούσει τους αντιπάλους του (βλ. Cicero De oratore 3.67· πρβλ. Πλούταρχος Περί Κοινών Αντιλήψεων 1083A–C και Commentary on Theaetetus LXX 12–26). Θα μπορούσε κανείς να συμπεραίνουν, όπως έκαναν μερικοί στην αρχαιότητα, ότι ο Αρκεσίλαος είχε επομένως κρυφός στόχος της υπονόμευσης του στωικού ή επικούρειου εμπειρισμού υπέρ του πλατωνικού δόγματος (βλ. Σέξτος Περιγράμματα του Πυρρωνισμού 1.234). Αλλά η μέθοδος του Αρκεσίλαου υπονοεί ότι θα υποστήριζε και ενάντια στα πλατωνικά δόγματα, αν κάποιος τα πρότεινε. Έτσι, αν άποψη ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό, φαίνεται πιο εύλογο να σκεφτεί ότι το κράτησε λόγω της επιτυχίας των επιχειρημάτων του κατά όλες τις αντιλήψεις της γνώσης, και όχι μόνο ως το συμπέρασμα της ένα επιχείρημα που βασίζεται σε μια συγκεκριμένη επιστημολογική θεωρία. Η αφήγηση του Κικέρωνα, λοιπόν, μπορεί να δώσει μόνο μια μερική ιστορία της σκεπτικιστικές απόψεις του Αρκεσίλαου.

Το δεύτερο πρόβλημα με την ερμηνεία του Αρκεσίλαου σκεπτικισμός στην Academica 2.66–7 & 2.77 είναι ότι κινδυνεύει να αυτονικηθεί. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο να γνωρίζουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό, αφού, για έναν λόγο (Cicero Academica 1.45), Ο Αρκεσίλαος, σε αντίθεση με τον Σωκράτη, αποκήρυξε ρητά μια τέτοια δεύτερη τάξη γνώση. Έγκειται μάλλον στην πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι είναι παράλογο να έχουμε απόψεις η απουσία γνώσης. Εάν το πρώτο είναι αληθές, είναι παράλογο (και οπότε δεν θα έπρεπε) να πιστέψει κανείς τις προϋποθέσεις των επιχειρημάτων ότι υποστηρίζουν τόσο το ακατανόητο όσο και το καθολικό αναστολή.

4. Ακατανόητο και καθολική αναστολή της συγκατάθεσης

Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις για την επίλυση αυτού του δεύτερου προβλήματος, που αποδοχή της ακατανοησίας και της καθολικής Η αναστολή μπορεί να είναι αυτοκαταστροφική. Η άποψη της ΕΑΔΒ αρνούμενος ότι ο Αρκεσίλαος ήταν δεσμευμένος σε ακατανόητο και καθολική αναστολή, τουλάχιστον ως κανονιστικό ισχυρισμό σχετικά με τον παραλογισμό της συγκατάθεσης (βλ. [7] στην ενότητα 3). Αντιθέτως, οι απόψεις των RNB και NRB αποδίδουν κατηγορηματικά ακατανόητο και καθολικό αναστολή στον Αρκεσίλαο, αλλά υποστηρίζουν ότι η αποδοχή του δεν εξηγείται με όρους ορθολογικής πεποίθησης του είδους που θα οδηγούσε έναν Στωικό πεπεισμένο από τον Αρκεσίλαο σε μια αυτοκαταστροφική θέση (βλ. ενότητα 2).

4.1 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής μη πίστης

Η άποψη του NRNB για τον Αρκεσίλαο υποστηρίζει ότι δεν ήταν αφοσιωμένος στο ακατανόητο και καθολικό αναστολή, ως κανονιστικό ισχυρισμό σχετικά με την παραλογισμός της συγκατάθεσης (βλ. [7] στην ενότητα 3). Κατά την άποψη αυτή, οι δύο πηγές για τα αντιστωικά επιχειρήματα εξακολουθούν να υπονοούν ότι ο Αρκεσίλαος ήταν «δεσμευμένος» σε καθολική αναστολή, αλλά αυτό νοείται ως ο περιγραφικός ισχυρισμός ότι ο σκεπτικιστής δεν συγκατάθεση σε οτιδήποτε λόγω της ισορροπίας των αντίθετων επιχειρημάτων. και αυτός δεσμεύτηκε σε αυτήν μόνο υπό την έννοια ότι ενήργησε σύμφωνα με τις τις απερίσκεπτες εντυπώσεις του (βλ. ενότητα 5.1 παρακάτω). Επομένως, δεν υπάρχει μεταξύ των αντιστωικών πηγών, του Σέξτου και του Κικέρωνα, και εκείνων που αναφέρουν ότι η καθολική αναστολή του Αρκεσίλαου που προκλήθηκε από την ισοδυναμία των επιχειρημάτων χωρίς να κριτική της στωικής επιστημολογίας (δηλαδή, Διογένης Λαέρτιος 4.28, Cicero Academica 1.45, & Sextus Outlines of Pyrrhonism 1.232).

Αυτή η ερμηνεία υπονοεί ο Σέξτος ότι ο Αρκεσίλαος Η δέσμευση σε μια περιγραφική εκδοχή της καθολικής αναστολής προηγείται του αντι-στωικού επιχειρήματός του ([M], 7.156–7), περιγράφεται παραπάνω στην ενότητα 3 (βλ. π.χ., Ioppolo 2002; 2009). Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι ο Στωικός που παραδέχεται την ανυπαρξία γνωστικές εντυπώσεις αναγκάζεται να συμπεράνει ότι είναι λογικό να «αρνηθείτε τη σύμφωνη γνώμη» («asugkatathetein») για τα πάντα (βλ. [10] παρακάτω). Το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να αντιτίθενται στη στωική θέση ότι ορισμένες συναινέσεις είναι λογικές. Η πλήρης Η εκδοχή του επιχειρήματος που περιγράφεται στην ενότητα 3 είναι:

5. Δεν υπάρχουν γνωστικές εντυπώσεις, όπως υποστήριξε ο Αρκεσίλαος.
8. Ο σοφός άνθρωπος δεν έχει «γνώμες», δηλαδή συγκατάθεση σε μη γνωστικές εντυπώσεις, όπως υποστήριζαν οι Στωικοί.
9. Επομένως, ο σοφός άνθρωπος δεν συναινεί σε τίποτα.
10. Αν κάποιος δεν συναινεί σε τίποτα, αρνείται τη συγκατάθεση («asugkatathetein») για τα πάντα.
11. Το να αρνείσαι τη σύμφωνη γνώμη σημαίνει να αναστέλλεις την κρίση («επέχειν»).
12. Επομένως, ο σοφός αναστέλλει την κρίση για τα πάντα.

Ότι ο Αρκεσίλαος χρησιμοποίησε την υπόθεση [11] για να μετακινηθεί από την άρνηση συγκατάθεσης Η αναστολή της δίκης («εποχή») υποδηλώνει, για το λόγο αυτό, μια δέσμευση για την εποχή ότι είναι ανεξάρτητη από στωικές έννοιες όπως η συγκατάθεση και ο παραλογισμός της έχοντας απόψεις, επειδή επιτυγχάνεται μόνο μέσω της ισοδυναμίας επιχειρημάτων.

Η άποψη της NRNB ερμηνεύει επίσης τον Κικέρωνα ως επιβεβαίωση ότι Ο Αρκεσίλαος ήταν αφοσιωμένος στην περιγραφική εκδοχή του καθολικού αναστολή, παρόλο που ο Κικέρωνας Academica 2.66–7 &; 77 αναφέρει ότι ο Αρκεσίλαος ήταν αφοσιωμένος σε διάφορα στοιχεία των αντι-στωικών επιχειρημάτων του (βλ. αίρεση 3): ότι δεν υπάρχουν γνωστικά εντυπώσεις, ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό, ότι είναι παράλογο να κρατάμε και ότι είναι λογικό να ανασταλεί η σύμφωνη γνώμη. Ο Κικέρων μπορεί να είναι είναι αναξιόπιστος εδώ, επειδή είναι προκατειλημμένος από τη δική του, μεταγενέστερη αντίληψη για το ριζοσπαστικό σκεπτικισμό, και στο κείμενό του μπορεί κανείς να βρει μια εναλλακτική λύση άποψη, η οποία βρίσκεται επίσης στο Numenius fr. 26.103–11 (βλ. 2008 και Reinhardt 2023b): στο Academica 2.32, του Κικέρωνα Ο φιλο-στωικός χαρακτήρας Λούκουλλος αναφέρεται σε σκεπτικιστές Ακαδημαϊκούς που παραδέχονται ότι όλα είναι αβέβαια («adêla») χωρίς να προτιμά καμία άποψη. και αυτοί οι Ακαδημαϊκοί φαίνεται να είναι οπαδούς του Αρκεσίλαου (βλ. Academica 2.16 &; 59). Δεδομένου ότι Η αναστολή της κρίσης αυτών των Ακαδημαϊκών βασίζεται στην έννοια της αβεβαιότητας, που δεν είναι απαραίτητα στωική, οι σκεπτικιστικές τους απόψεις δεν εξαρτώνται από μια αντιστωική κριτική.

Ωστόσο, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να μην διαβάσουμε τον Σέξτο και τον Κικέρωνα ως επιβεβαιώνοντας ότι η δέσμευση του Αρκεσίλαου για μια περιγραφική απόδοση της καθολικής αναστολής είναι ανεξάρτητη από την αντιστωική του επιχειρήματα. Ακόμα κι αν ο Αρκεσίλαος ανέπτυξε την έννοια της αναστολής («εποχή») πριν από τις επικρίσεις του κατά της Η Στοά, η υπόθεση [11] παραπάνω την εννοιολογεί με στωικούς όρους. Είναι αλήθεια ότι ο Αρκεσίλαος στον Σέξτο [M], 7.156–7 υπερβαίνει το σημείο αρκετό για να αντιταχθεί στον Στωικό – δηλαδή, ότι ο σοφός άνθρωπος δεν συναινεί σε τίποτα (βλ. [9] ανωτέρω). Αλλά συνέχισε την διότι υπάρχει εννοιολογική διαφορά μεταξύ των μη συγκατάθεση και άρνηση συγκατάθεσης (βλ. π.χ. Friedman 2013), και γιατί η εποχή αναφέρεται στο δεύτερο. Άρνηση συγκατάθεσης προϋποθέτει προηγούμενη εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων και αναγνώριση ισοδυναμία μεταξύ των λόγων για ανταγωνιστικές πεποιθήσεις. (Βλ. επίσης Maconi 1988 και Bénatouïl 2011.) Όσο για τα στοιχεία του Κικέρωνα, ακόμα κι αν ο Λούκουλλος πιστεύει ότι ο ίδιος ο Αρκεσίλαος ανήκει στην ομάδα των Ακαδημαϊκοί που λένε ότι όλα δεν είναι αυτονόητα, κατηγορεί επίσης Αρκεσίλαου της επίκλησης της εξουσίας των Προσωκρατικών για την προώθηση την άποψή του περί ακατανοησίας, η οποία προϋποθέτει Στωικές συνθήκες στη γνώση (Academica 2.15). Έτσι ακόμη και Ο Λούκουλλος πιστεύει ότι ο σκεπτικισμός του Αρκεσίλαου σχετίζεται με τη δική του αντι-στωικά επιχειρήματα.

Υπάρχουν περαιτέρω προβλήματα με την άποψη NRNB, εκτός από το τα προαναφερθέντα ζητήματα ερμηνείας. Πρώτον, είναι οριακά περιορίζει τον σκεπτικιστή σε μια ζωή μη αντανακλαστικής αντίδρασης (βλ. αίρεση. 5.1) και, ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να είναι συμβατή με τα πρότυπα ορθολογισμός και έρευνα με την οποία ασχολήθηκε ο Αρκεσίλαος. Το στενό του Ο περιορισμός στο εύρος της σκεπτικιστικής δράσης είναι επίσης υπερβολικά δογματικός: Αν αληθεύει η άποψη του NRNB, φαίνεται απίθανο ο Αρκεσίλαος θα έβλεπε την ανάγκη για μια θεωρία σκεπτικιστικής δράσης, πόσο μάλλον να χρησιμοποιήσει το στωικό μοντέλο των μη ορθολογικών ζώων.

4.2 Η ερμηνεία της ορθολογικής μη πίστης

Η άποψη του RNB για τον Αρκεσίλαο αρνείται ότι η αποδοχή του ακατανόητου και της καθολικής αναστολής είναι εξηγείται από την άποψη της πίστης στις προϋποθέσεις και, ως εκ τούτου, στην συμπεράσματα των επιχειρημάτων του. Μάλλον, για αυτόν τον λόγο ο Αρκεσίλαος καθοδηγεί την ορθολογική του δραστηριότητα με κάτι σαν υπόθεση ή υπόθεση – ένα σύνολο εννοιών που αναπτύσσονται ποικιλοτρόπως στην υπόθεση του Πλάτωνα διαλόγους, τη διαλεκτική και γεωμετρική θεωρία του Θεόφραστου (βλ. Schofield 1999 και Thorsrud 2018; πρβλ. Bénatouïl & El Murr 2010). Ακόμη και οι Στωικοί διέκριναν τα υποθετικά από τα ισχυρισμούς και επιχειρήματα, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να αποδεχθεί υποθέσεις και προκύπτει από αυτά χωρίς να τα επιβεβαιώνει (βλ. Barnes 1997). Αρκεσίλαος θα μπορούσε να είχε προσαρμόσει αυτό το είδος θεωρίας για να εξηγήσει την ορθολογική δραστηριότητες του σκεπτικιστή. Αναφορές εντυπώσεων και συγκατάθεσης επίσης παρέχουν μια διάκριση μεταξύ πεποιθήσεων και φαντασιώσεων που μοιάζουν με πεποιθήσεις, όπως υποθέσεις, οι οποίες μπορούν στη συνέχεια να αντικαταστήσουν τις πεποιθήσεις σε αλυσίδες συμπέρασμα. Αυτή η διάκριση επιτρέπει μια αιτιολογημένη δέσμευση που υπολείπεται της συγκατάθεσης (βλ. Striker 1980, Bett 1990 και Reinhardt 2018). Ο Αρκεσίλαος, από αυτή την άποψη, υποθέτει ότι πρέπει να ζούμε χωρίς ρεαλιστικές δεσμεύσεις που καθορίζουν την άποψή μας για τον κόσμο. Του υπόθεση μπορεί να βασίστηκε σε υποθέσεις—μερικές από τις οποίες με τον Ζήνωνα—καθώς και σε μια γενίκευση από το δικό του φιλοσοφική εμπειρία, αφού διαπίστωσε επανειλημμένα ότι η ορθολογική Η έρευνα δεν δικαιολογεί τη σύμφωνη γνώμη.

Ωστόσο, αυτή η πρόταση πρέπει να αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα. Για παράδειγμα, φαίνεται αμφίβολο ότι μια ορθολογική ζωή μπορεί να βασίζεται σε υποθετικά χωρίς ένα μεγάλο δίκτυο πεποιθήσεων υποβάθρου (βλ. Frede 1979 και Bett 1989). Χωρίς αυτά, ο σκεπτικιστής φαίνεται ανίκανος να αποφασίσει ποιο υποθέσεις να υποθέσουμε και πότε να τις υποθέσουμε. Και ακόμα κι αν ένα τέτοιο η ζωή είναι δυνατή, δεν είναι σαφές πώς θα ήταν πρακτικά διακρίνεται και, ως εκ τούτου, είναι προτιμότερη από μια ζωή που βασίζεται εξ ολοκλήρου σε πεποίθηση. Αν ο σκεπτικιστής θεωρεί ως υποθετικά τα ίδια ακριβώς πράγματα που εμείς συνήθως πιστεύουν, τότε ο σκεπτικισμός φαίνεται να μην έχει κίνητρο. (Βλέπε Thorsrud 2010 και Perin 2013 για άλλες ενστάσεις.) Ίσως κάποιος θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη δυνατότητα μιας ριζικά σκεπτικιστικής ζωής αυτού του είδους λέγοντας ότι, ενώ η ανάπτυξή του απαιτεί να ξεκινά με πεποιθήσεις, με την πάροδο του χρόνου Ένας αυξανόμενος αριθμός πεποιθήσεων υποβάθρου μπορεί να αντικατασταθεί με υποθέσεις και ότι τα οφέλη της δύσπιστης ζωής είναι δεύτερης τάξης, επηρεάζοντας την ευκολία με την οποία ο σκεπτικιστής μπορεί να αλλάξει το καθοδηγητικές υποθέσεις της ζωής της.

4.3 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής πεποίθησης

Αντιθέτως, η άποψη των ΕΑΤ υποστηρίζει ότι η καθολική Η αναστολή δεν αντιτίθεται στις πεποιθήσεις αυτές καθαυτές, αλλά μόνο σε πεποιθήσεις που δικαιολογούνται μέσω φιλοσοφικής θεωρίας ή λόγων γενικά. Οι Στωικοί υποστηρίζουν ότι ο νους είναι ουσιαστικά λογικός, έτσι ώστε η συγκατάθεσή του να ανταποκρίνεται αναγκαστικά στη λογική (βλ. Coope 2016). Ο σκεπτικισμός του Αρκεσίλαου, από αυτή την άποψη, αμφισβητεί τον ορθολογιστή προϋποθέτει ότι η πίστη βασίζεται αναγκαστικά και ρητά σε λόγος. Αυτό δεν αποκλείει ότι ο Αρκεσίλαος βρήκε λόγω της ανεπάρκειας των επιχειρημάτων για οποιαδήποτε και των εξίσου πειστικών επιχειρημάτων κατά της με την πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό. Έτσι, το ακατανόητο δεν είναι ούτε το συμπέρασμα ενός επαγωγικού επιχείρημα που βασίζεται σε μια θεωρία της γνώσης ή της γνωστικής μας σχολές, ούτε επαγωγικό συμπέρασμα από προηγούμενες έρευνες· Είναι Όχι μια θεωρητική ή ακόμη και ορθολογικά δικαιολογημένη πεποίθηση, αλλά απλώς η με τον τρόπο που τα πράγματα τον εντυπωσιάζουν (βλ. Cooper 2004 και Thorsrud 2009).

Αλλά στην περίπτωση της καθολικής ανάρτησης, φαίνεται ότι το ότι είναι παράλογο να έχουμε αδικαιολόγητες πεποιθήσεις είναι τουλάχιστον εν μέρει— με βάση μια θεωρητική πεποίθηση ότι η γνώση είναι πολύ σημαντικό να αποκτηθεί και ότι η απλή πίστη να αποφεύγονται. Ο Κικέρωνας, για παράδειγμα, τονίζει ότι ο Αρκεσίλαος συμφώνησε με την Ζήνων ότι είναι παράλογο να έχουμε απόψεις, δηλαδή ανεπαρκώς δικαιολογημένες συναινέσεις (υπόθεση [6] στην ενότητα 3, παραπάνω). και ο Σέξτος προτείνει ότι θεωρούσε ότι οι μεμονωμένες περιπτώσεις πεποίθηση – πιθανώς υπό το πρίσμα αδιευκρίνιστων επιχειρήματα – ήταν καλά (Περιγράμματα του Πυρρωνισμού 1.233). και την άποψη ότι είναι παράλογο να έχουμε απλές πεποιθήσεις (δηλαδή, απόψεις) εξαρτάται από ένα περαιτέρω σύνολο επιστημολογικών πεποιθήσεων σχετικά με τη φύση της πίστης και της γνώσης. Αν ο Αρκεσίλαος δεν ήταν ορθολογικά δεσμεύεται σε κάθε σύνολο παραδοχών σχετικά με τη φύση και τις απαιτήσεις του ορθολογισμού ή της πίστης και της γνώσης – κάτι που δεν θα έπρεπε δεδομένου ότι είχε επιχειρηματολογήσει κατά των διαφόρων απόψεων που προτάθηκαν, και ως εκ τούτου, εξ ορισμού, ανέστειλε την πίστη γι' αυτούς – δεν φαίνεται ότι μπορεί να πιστέψει ότι κάποιος δεν πρέπει να πάρει πεποιθήσεις που πρέπει να δικαιολογηθούν.

Επομένως, η άποψη των ΕΑΚ αναστολή είναι μια πεποίθηση που δεν δικαιολογείται λογικά, όπως καθώς και τις απόψεις από τις οποίες εξαρτάται αιτιωδώς. Δηλαδή, ο Αρκεσίλαος ξεκίνησε έρευνα υποκινούμενη από μια προ-θεωρητική πεποίθηση, ότι Η φιλοσοφική γνώση είναι σημαντική και η απλή πίστη ανεπαρκής. και Οι επανειλημμένες και εκτεταμένες έρευνές του τον άφησαν με το συνειδητοποιώντας ότι ακόμη και αυτές οι ρυθμιστικές υποθέσεις του φιλοσοφική πρακτική δεν έχουν δικαιολογηθεί και ότι δεν υπάρχουν πεποιθήσεις δικαιολογούνται.

Από αυτή την άποψη, ο ριζοσπάστης σκεπτικιστής έχει πεποιθήσεις αλλά δεν δέχεται να δικαιολογηθούν. Αυτή η πρόταση εγείρει επίσης προβλήματα (βλ. 1983). Φαίνεται ότι ένα μεγάλο μέρος του να είσαι ορθολογικός παράγοντας είναι να ασκούν κάποιο έλεγχο στις πεποιθήσεις κάποιου. Δεδομένου ότι ο έλεγχος αυτός λαμβάνει τη μορφή ανταπόκρισης στην αιτιολόγηση, δεν φαίνεται να είναι δυνατό για τους ορθολογικούς παράγοντες να εγκαταλείψουν τις πρακτικές αιτιολόγησης. A αντίρρηση είναι να υποστηριχθεί ότι ακόμη και το να έχεις πεποιθήσεις, οι οποίες περιλαμβάνει τη χρήση εννοιών, ανταποκρίνεται κατ' ανάγκη σε λόγους (βλ. Williams 2004). Για να έχουμε μια πεποίθηση, σύμφωνα με αυτή την άποψη, συναχθεί συνειδητό συμπέρασμα σχετικά με την ορθή χρήση των Οι έννοιες και τα συνειδητά συμπεράσματα γίνονται βάσει λόγων. Ένα μπορεί να απαντήσει ότι ο σκεπτικιστής δεν αποκλείει τον εαυτό του από ένα ανταποκρίνεται στους λόγους, αλλά μάλλον δεν έχει εμπιστοσύνη σε αυτούς, και ότι τέτοιες ορθολογιστικές θεωρίες δράσης και πίστης είναι ακόμη πιο αυστηρές από τους Στωικούς», εναντίον των οποίων ο Αρκεσίλαος επιχειρηματολόγησε (βλ. αίρεση 5 κατωτέρω).

5. Το πρακτικό κριτήριο

Το τρίτο δόγμα θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε στον Αρκεσίλαο με βάση το δικό του πηγές είναι ένα λεγόμενο πρακτικό κριτήριο, δηλαδή μια θεωρία που κάνει Είναι δυνατή η ανάληψη δράσης χωρίς συγκατάθεση (βλ. [iii] στο τμήμα 2). Το επιχείρημα του Αρκεσίλαου για ένα «πρακτικό κριτήριο» απαντά σε δύο στωικές αντιρρήσεις περί «αδράνειας» (απραξία). Η πρώτη, που βρίσκεται στον Πλούταρχο, είναι ότι η δράση χωρίς σύμφωνη γνώμη, δεδομένου ότι η δράση προκαλείται από τη σύμφωνη γνώμη εντύπωση για κάτι που ταιριάζει στη φύση του πράκτορα, δηλαδή, «οικείον» (Κατά Κολώτη 1122a–d· πρβλ. Cicero Academica 2.37–8). Το δεύτερο που αναφέρει ο Σέξτος, είναι ότι μια καλή ή επιτυχημένη ζωή είναι χωρίς τη σύμφωνη γνώμη, δεδομένου ότι μια καλή ζωή απαιτεί δράση που βασίζεται σε γνώση του καλού και του κακού, και ως εκ τούτου συγκατάθεση ([M], 7.158; πρβλ. Cicero Academica 2.39). Ο Αρκεσίλαος ανέφερε Οι απαντήσεις στις αντιρρήσεις αυτές είναι σύντομες και, ως εκ τούτου, ερμηνεύουν (βλ. Bett 1989). Ο αντίλογός του στην πρώτη ένσταση είναι η ότι είναι δυνατή η ανάληψη δράσης χωρίς σύμφωνη γνώμη, δεδομένου ότι ακόμη και Στωικός λογαριασμός Η δράση των ζώων ενεργοποιείται απευθείας από τις εντυπώσεις τους κάτι οικείον: η προσθήκη της συγκατάθεσης, άρα και μιας πεποίθησης ότι το αντικείμενο είναι πράγματι εκ φύσεως κατάλληλο για τον εντολοδόχο, είναι περιττό και ενδέχεται να είναι αιτία σφάλματος. Ως απάντηση στη δεύτερη ένσταση, ο Αρκεσίλαος υποστήριξε ότι το πρόσωπο που αναστέλλει τη σύμφωνη γνώμη καθολικά θα καθοδηγήσει με επιτυχία τις ενέργειές τους υπό το πρίσμα της έννοια του τι είναι «λογικό» («eulogon»).

Οι τρεις δογματικές ερμηνείες του σκεπτικισμού του Αρκεσίλαου αυτά τα επιχειρήματα του Πλούταρχου και του Σέξτου για να υποστηρίζουν, με διαφορετικούς τρόπους, τις ξεχωριστές απόψεις τους για τη δέσμευσή του στο ακατανόητο ή/και την καθολική αναστολή.

5.1 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής μη πίστης

Οι υποστηρικτές της άποψης της ΕΑΔΒ υιοθετούν το επιχείρημα του Πλούταρχου μια γενική θεωρία δράσης που υποστηρίζει την καθολική αναστολή της κρίση ως φυσική αντίδραση σε εξίσου ισορροπημένα επιχειρήματα. Σε αυτό το όλες οι ενέργειες είναι απλώς παρορμητικές, δηλαδή προκαλούνται μόνο από αποτυπώσεις για το τι φαίνεται κατάλληλο («οικείο»). Δεδομένου ότι ο σκεπτικιστής δεν κάνει κρίσεις, το μόνο νόημα στο Το οποίο είναι αφοσιωμένη στις εντυπώσεις της είναι ότι ενεργεί σύμφωνα με αυτές. Η δεν είναι σαφές πώς αυτό είναι συμβατό με τα στοιχεία του Σέξτου «το λογικό», όπου ο σκεπτικιστής θεωρεί εύλογο δικαιολογίες για να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν. Αλλά ορισμένοι υποστηρικτές του NRNB συνδυάζουν τα δύο έτσι ώστε μια κατηγορία παρορμητικών ενεργειών εκούσια εάν, μετά την εκτέλεσή τους, μπορεί κανείς εύλογα να δικαιολογήστε τα ως επιτυχημένα (π.χ. Ioppolo 1981; 1986; 2000).

Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη αυτή η εξασθενημένη αίσθηση του εκούσιου, γιατί ο Αρκεσίλαος θα αποδεχτεί αυτή την παρορμητική θεωρία της δράση, αν ήταν αλήθεια: αφού – όπως η θεωρία υποστηρίζει—η θεωρία δεν ενημερώνει τη δράση, είναι δύσκολο να θεωρητικές δεσμεύσεις αποκλειστικά με βάση αυτό που φαίνεται κατάλληλο σε έναν πράκτορα (βλ. Maconi 1988, Trabattoni 2005 και Vezzoli 2016). Επομένως, μια ερμηνεία των ΕΑΤΒ για το «εύλογο» παραδέχεται ότι ο Σέξτος μπορεί να απέφυγε σημαντικές λεπτομέρειες (βλ. 2018).

5.2 Η ερμηνεία της ορθολογικής μη πίστης

Η προβολή RNB ανοίγει έναν πιο πολλά υποσχόμενο τρόπο ανάγνωσης της σύντομης περιγραφής αντεπιχειρήματα στον Πλούταρχο και τον Σέξτο ως θετική θεωρία της Αρκεσίλαος. Ο αντίλογός του στον Πλούταρχο είναι ότι η δράση δεν είναι πάντα που προκαλούνται από απόκρυφες πεποιθήσεις – μερικές φορές ενεργούμε από συνήθεια ή από ένστικτο. Από μόνο του, ωστόσο, αυτό δεν πάει πολύ μακριά, αφού Οι Στωικοί θα έχουν αντιταχθεί ότι, ακόμη και αν αυτό ήταν δυνατό, δεν μπορούσε να περιγράψει τις εθελοντικές και υπεύθυνες ενέργειες ενός ορθολογικού παράγοντα. (Οι Στωικοί όρισαν υπεύθυνο ή εθελοντικό σύμφωνη γνώμη, δεδομένου ότι αυτός ήταν ο μηχανισμός μέσω του οποίου Ο ορθολογισμός μας δρα στον κόσμο.) Αλλά μπορεί κανείς να διαβάσει το αντεπιχείρημα στον Σέξτο ως συμπλήρωμα της απαντήσεως αυτής: ορθολογισμού και ευθύνης, κατά την άποψη αυτή, στο πλαίσιο της παραγωγή των εντυπώσεων ή των σκέψεων που μας παρακινούν όταν ενεργούμε. Μπορούμε να ενεργούμε σύμφωνα με αυτό που μας φαίνεται λογικό μετά από σκέψη, αλλά να απέχετε από τη συγκατάθεση, δηλαδή να απέχετε από τη διαμόρφωση της πεποίθησης ότι αυτό είναι το σωστό.

Υπάρχουν δύο προβλήματα που αντιμετωπίζει αυτή η ερμηνεία του όρου «η εύλογη». Το πρώτο είναι ότι δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται. Σέξτος, η πηγή της έννοιας του «εύλογου» ως κριτηρίου, λέει ότι ο Αρκεσίλαος και οι οπαδοί του δεν καθόρισαν ένα κριτήριο και ότι, όταν φαινόταν να, το έκαναν «μια αντεπίθεση σε αυτή του Στωικοί» ([M], 7.150, Bury trans.). (Ο Σέξτος αργότερα του Αρκεσίλαου σε άλλο έργο είναι επίσης ασύμβατη με την υπόθεση μιας τέτοιας θεωρίας· βλέπε Περιγράμματα του Πυρρωνισμού 1.232–3.) Και ο Κικέρωνας και ο Νουμήνιος, οι άλλες πηγές μας για το ότι ο Αρκεσίλας ήταν δεσμευμένος σε ακατανόητο και καθολική αναστολή, δεν αναφέρουν την υιοθέτηση πρακτικό κριτήριο – στην πραγματικότητα, και στους δύο συγγραφείς προτείνεται ότι ο Αρκεσίλαος δεν προσέφερε θέση για το πώς θα μπορούσε κανείς να ζήσει χωρίς σύμφωνη γνώμη, και ότι ο Καρνεάδης αναθεώρησε σημαντικά την ακαδημαϊκή θέση από την άποψη αυτή (Academica 2.32· Numenius fr. 27.14–32, πρβλ. Numenius fr. 26.107–11).

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι, ακόμη και αν το πλαίσιο δεν ότι το πρακτικό κριτήριο του Αρκεσίλαου ήταν ένα διαλεκτικό το επιχείρημα που χρησιμοποίησε ο Αρκεσίλαος για να το υποστηρίξει είναι το πιο λογικό αν ερμηνευτεί διαλεκτικά. Το επιχείρημα που δίνει είναι κάτι όπως αυτό (Σέξτος [Μ], 7.158):

13. Μια καλή ζωή εξαρτάται από την πρακτική σοφία.
14. Η πρακτική σοφία συνίσταται σε μια διάθεση που προκαλεί επιτυχημένες ενέργειες·
15. ορθές ή επιτυχείς αγωγές είναι εκείνες που έχουν εύλογο υπεράσπιση (ή αιτιολόγηση)·
16. Ο σοφός άνθρωπος θα καθοδηγείται από αυτό που είναι λογικό.
17. Ως εκ τούτου, το σοφό άτομο θα πάει σωστά ή θα είναι επιτυχημένο.

Δύο δυσκολίες αντιμετωπίζει αυτή η μη διαλεκτική ανάγνωση. Το ένα είναι ότι υπάρχει δεν υπάρχει άλλη απόδειξη ότι ο Αρκεσίλαος ήταν δεσμευμένος σε εγκαταστάσεις [13] μέσω [16], και είναι επίσης αυτά που μπορεί να υποστήριξε ο Αρκεσίλαος κατά, δεδομένου ότι αναφέρεται ότι δεν επιχειρηματολόγησε απλώς κατά της Στωική θεωρία αλλά ενάντια σε όλες τις ηθικές απόψεις (Philodemus Index Academicorum 18.40–19.9, Διογένης Λαέρτιος 7.171, Numenius fr. 25.154–61, πρβλ. fr. 25.41–5).

Η δεύτερη, πιο πιεστική δυσκολία είναι ότι, αν και αυτές οι προσαρμόζονται στο Arcesilean πλαίσιο στο οποίο τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό και ο σοφός άνθρωπος δεν συναινεί σε τίποτα, είναι ολοφάνερα παραλλαγές της στωικής θεωρίας. Οι Στωικοί ισχυρίστηκαν ότι μια καλή ζωή είναι αποτέλεσμα της διενέργειας «κατάλληλης ενέργειες»—ορίζονται ως «εκείνες που, άπαξ και εκτελεσθούν, έχουν λογική άμυνα»—από διάθεση σοφίας, δηλ. γνώση του τι είναι καλό, κακό και τίποτα από τα δύο. Αλλά αν τίποτα δεν μπορεί να γίνει γνωστό, όπως έχει ήδη υποστηρίξει ο Αρκεσίλαος ([5]–[7] στο τμήμα 3, παραπάνω), η σοφία του σοφού συνίσταται στο να μην έχει πεποιθήσεις. Αυτή η διάθεση θα εξακολουθεί να επιτρέπει στον σοφό να εκτελεί τις κατάλληλες ενέργειες, ωστόσο, εάν, όπως ισχυρίζονται οι Στωικοί, ορίζονται από εύλογες άμυνες ή δικαιολογίες. Η σύνδεση μεταξύ Η εκτέλεση τέτοιων ενεργειών μέσω σοφής διάθεσης και επιτυχίας είναι, Ο Αρκεσίλαος προτείνει, κάτι που οι Στωικοί δεν μπορούν να αρνηθούν, επειδή συμφωνούν ότι η γνώμη είναι η αιτία του σφάλματος (αυτή είναι η αιτιολόγηση της υπόθεσης [6] στο τμήμα 3, παραπάνω). Ως εκ τούτου, το τέλειο άσκηση του ορθολογισμού μας – προβληματισμός χωρίς συγκατάθεση, όπως υποστήριξε ο Αρκεσίλαος— θα μας οδηγήσει να βρούμε τη δράση που είναι κατάλληλο για εμάς ως λογικά ζώα, δηλαδή, το λογικό πράγμα για να και αυτό εγγυάται την επιτυχία. Επομένως, ο Αρκεσίλαος χρησιμοποιεί την Στωικός ορισμός της κατάλληλης δράσης για την υπεράσπιση της δράσης με βάση απόψεις που δικαιολογούνται ευλόγως. Αλλά, για τους Στωικούς, αυτό που είναι λογικό δικαιολογημένο είναι αυτό που συμμορφώνεται με τη γνώση του σοφού για το τι είναι καλό, κακό και κανένα από τα δύο. Ο Αρκεσίλαος, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να δανειστεί το δικό του των αντιπάλων χωρίς να αποδέχεται επίσης τη δυνατότητα γνώση.

5.3 Η ερμηνεία της μη ορθολογικής πεποίθησης

Η άποψη της NRB μπορεί αντίθετα να αρνηθεί ότι ο Αρκεσίλαος ήταν προσωπικά αφοσιωμένοι στην υπεράσπιση της ζωής της καθολικής αναστολής ενάντια στη στωική αντεπίθεση. Οι Στωικοί επεσήμαναν ότι Το ανατρεπτικό επιχείρημα του Αρκεσίλαου για τον ορθολογισμό της η καθολική αναστολή της συναίνεσης δεν μπορεί να είναι αληθινή, επειδή κάνει δράση, ή τουλάχιστον ορθολογική και ενάρετη δράση, αδύνατη — αλλά αυτά είναι σαφώς δυνατές (πρβλ. Cicero Academica 2.37–39). Αλλά ακόμα κι αν αυτή η αντίρρηση δεν στόχευε τη δική του σκεπτικιστική άποψη, Ο Αρκεσίλαος δεσμεύτηκε από τη μέθοδό του να το αντιμετωπίσει. Ως εκ τούτου, είναι παράλογο να σκεφτεί κανείς ότι είχε επενδύσει στην εκλογίκευση της ζωής του σκεπτικιστή με μια θεωρία δράσης (βλ. Stopper 1983; για μια διαφορετική άποψη της πολεμικής, βλ., π.χ., Ioppolo 1986, Maconi 1988, και Thorsrud 2009).

6. Προτεραιότητα της μεθόδου

Στο άρθρο 2 επισημαίνεται ότι το κεντρικό ζήτημα για την ερμηνεία του Ο σκεπτικισμός του Αρκεσίλαου είναι πώς να συμβιβάσει τη μέθοδό του με τη δική του σκεπτικιστικές δεσμεύσεις, και οι ενότητες 4-5 περιλαμβάνουν τρεις για το πώς οι δεσμεύσεις του είναι συμβατές με τη μέθοδό του. Μια περαιτέρω σχετίζεται με τον σκοπό της φιλοσοφικής δραστηριότητα. Ανταγωνιστικές ιστορίες των προθέσεων του Αρκεσίλαου στο Η Academica του Κικέρωνα προσφέρει διαφορετικές απαντήσεις (βλ. 2018): σε ένα σημείο ο Κικέρων προτείνει ότι ο Αρκεσίλαος υιοθέτησε μια σωκρατική αφού αποδέχθηκε το ακατανόητο και την καθολική αναστολή, προκειμένου να διευκολυνθεί η αναστολή συγκατάθεση (Academica 1.44–45· πρβλ. Πυρρωνισμός 1.232); αλλά αλλού λέει ότι ο Αρκεσίλαος Ο στόχος της ανάκρισης του Ζήνωνα ήταν να ανακαλύψει την αλήθεια (Academica 2.76, πρβλ. Κικέρωνας Περί της Φύσης των Θεών 1.11). Έτσι είναι αν η μέθοδος του Αρκεσίλαου ήταν στην υπηρεσία του ανεξάρτητα από τις δεσμεύσεις του για ακατανόητο ή καθολική αναστολή— ή μια αναβίωση μιας σωκρατικής μεθοδολογίας που αντανακλούσε μόνο σκεπτικιστές συμπεράσματα στα οποία είχε ήδη καταλήξει.

Ένα επιχείρημα υπέρ του τελευταίου είναι το ακόλουθο (βλ. 1994): αν ο Αρκεσίλαος συμμεριζόταν πράγματι την άποψη ότι η γνώση είναι και ότι η διατήρηση απόψεων είναι παράλογη —όπως λένε τόσο οι ερμηνείες RNB όσο και NRB— τότε θα μπορούσε να δεν έχουν πραγματικά ασχοληθεί με την έρευνα, η οποία αποσκοπεί στην γνώση της αλήθειας· εξ ου και το μόνο κίνητρο για διαλεκτική Το επιχείρημα που μπορεί να έχει μείνει στον Αρκεσίλαο είναι η προώθηση της καθολικής αναστολής. Αλλά αυτό το επιχείρημα αγνοεί το πλαίσιο από τις οποίες προέκυψαν οι σκεπτικιστικές απόψεις του Αρκεσίλαου και τα αποτελέσματα θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι είχαν στη φιλοσοφική του πρακτική.

Κατά την άποψη του RNB, ο Ακαδημαϊκός σκεπτικιστής, στην αρχή της φιλοσοφική σταδιοδρομία, κληρονομεί μια ορθολογική μέθοδο έρευνας, καθώς και ως καθοδηγητικές απόψεις σχετικά με την πίστη και τη γνώση. Αλλά η κληρονομιά της είναι έτσι πολύ αδοκίμαστο (τουλάχιστον από αυτήν). Καθώς το βάζει να δουλέψει, Μπορεί στην αρχή να πιστέψει ότι η μέθοδός της και οι κανόνες της τη βοηθούν να Φτάστε στην αλήθεια. Αλλά στη συνέχεια διαπιστώνει ότι επιχειρηματολογώντας σύμφωνα με Με αυτούς τους κανόνες είναι εξαιρετικά επιτυχημένη στην καταπολέμηση όλων θέσεις. Ως εκ τούτου, καταλήγει να υποθέτει με βάση τη λογική λόγοι – οι οποίοι μπορεί να περιλαμβάνουν συγκεκριμένα επιχειρήματα κατά του Στωικού γνώση, η ανεπάρκεια όλων των μη σκεπτικιστικών θεωριών της γνώσης, και τις εμπειρίες της στην επιχειρηματολογία γενικά – ότι οι κανόνες δεν μπορούν Οδηγήστε την με επιτυχία στις αλήθειες. Αλλά δεν εγκαταλείπει τη ζωή της της έρευνας επειδή η σκεπτικιστική της άποψη για την ανεπάρκεια της μεθόδου της εξαρτάται από αυτήν ακριβώς τη μέθοδο. Δεν έχει νόημα να ενεργήσει σε μια άποψη που απορρίπτει τους δικούς της λόγους. Αντίθετα, συνεχίζει να ρωτά, τώρα αντιμετωπίζει τους κληρονομημένους κανόνες της και καθοδηγεί τις απόψεις της σχετικά με την πίστη και γνώση μόνο ως υποθέσεις και όχι ως δεδομένη. Κατά την άποψη του RNB, επομένως, ο σκεπτικισμός του Αρκεσίλαου ήταν μόνο αυτοκαταστροφικός στο βαθμό που δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη της λογικής.

Μια παρόμοια ιστορία μπορεί να ειπωθεί με την άποψη NRB. Ο σκεπτικιστής αναζητά την αλήθεια, με την υπόθεση ότι η απόκτησή της είναι ζωτικής σημασίας σημασία για τη ζωή της. Αλλά αφού αποτυγχάνει συνεχώς να το βρει, Αρχίζει να της κάνει εντύπωση ότι ίσως δεν θα το κάνει ποτέ. Ίσως, ήταν όχι, τελικά, τόσο σημαντικό για τη ζωή της να το έχει: ίσως απλώς Η πίστη είναι το μόνο που χρειαζόμαστε. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψει (ως ψευδή) την πεποίθησή της ότι είναι παράλογο να έχει απόψεις, αφού θα ήταν σωστό να το εγκαταλείψουμε μόνο αν είναι πραγματικά αλήθεια Αυτή η απλή πίστη είναι το μόνο που χρειάζεται – αλλά αυτό είναι κάτι που Τα επιχειρήματα δεν δικαιολογούν, όπως δεν δικαιολογούν το αντίθετο Συμπέρασμα. Μια άποψη NRB, λοιπόν, υποδηλώνει ότι Οι πεποιθήσεις του Αρκεσίλαου για τη σημασία της γνώσης και της ανεπάρκειας γνώμης ήταν ρητά μη ορθολογικές, υπό την έννοια ότι Δεν πείστηκε ότι δικαιολογούνταν από ένα λογικό επιχείρημα ή θεωρία, ή ακόμα και από τα εκτεταμένα επιχειρήματα στα οποία αφιέρωσε τη ζωή του. Πίστευε ότι δεν είχε βρει γνώση και ότι είναι παράλογο να συναινέσει σε οτιδήποτε χωρίς γνώση, αλλά συνειδητοποιημένο, ως αποτέλεσμα της απεριόριστης εφαρμογής της σωκρατικής μεθόδου του, Υπήρχαν ισχυροί λόγοι ενάντια σε αυτές τις πεποιθήσεις. Επομένως, δεν ήταν σε θέση να να δώσει τη λογική του συγκατάθεση στην πεποίθηση ότι είναι παράλογο να έχει απόψεις – απλώς διαπίστωσε ότι έτσι Τα πράγματα του έκαναν εντύπωση, δηλαδή, αυτό πίστευε. Το Ακαδημαϊκό σκεπτικιστής, από αυτή την άποψη, είναι κάποιος του οποίου η διαρκής αλλά προ-θεωρητική ορθολογική έρευνα υπονομεύει την εμπιστοσύνη της στην ορθολογισμός. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια αρνητική θεωρία - π.χ. το θεωρία ότι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε γνώση λόγω των περιορισμών των γνωστικών ή λογικών μας ικανοτήτων – αλλά μια διάχυτη έλλειψη θεωρία που υποστηρίζεται από μια διαλεκτική μέθοδο.

Εάν κάποια από αυτές τις ιστορίες είναι σωστή, δεν χρειάζεται να αρνηθούμε Ο Αρκεσίλαος έψαχνε για την αλήθεια και το βασικό φιλοσοφικό παζλ για τον ριζοσπαστικό σκεπτικισμό του δεν είναι αν είναι δυνατόν να ζήσει χωρίς ορθολογικές πεποιθήσεις, αλλά αν είναι δυνατόν να δεσμευτείς ορθολογισμό και ωστόσο αρκετά αποστασιοποιημένοι από αυτόν ώστε να ότι, ό,τι κι αν είναι, μπορεί να μην λειτουργήσει.

7. Συμπέρασμα

Είναι σαφές ότι κάθε ερμηνεία του Αρκεσίλαου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη φήμη του ως κορυφαίου διαλεκτικού που ανέπτυξε Η μέθοδος του Σωκράτη ανελέητα ενάντια στη φιλοσοφική του σύγχρονοι, και την περιβόητη υπεράσπιση του ακατανόητου και της καθολικής αναστολής. Δεδομένου ότι αντιφατική φύση και την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, είναι ίσως δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι σύγχρονοι κριτικοί δεν συμφωνούν για την επιτυχία του το «διαλεκτικό» ή διάφορα «δογματικά» ερμηνείες του Αρκεσίλαου ή για τη συνοχή των ίδιων των διαφορετικά είδη σκεπτικισμού που προτείνουν οι τελευταίοι. Ωστόσο, η περαιτέρω πρόοδος δεν αποκλείεται, αφού έχουμε τη δυνατότητα να προσφέρουμε πιο εξελιγμένα φιλοσοφικές επεξεργασίες αυτών των μορφών σκεπτικισμού και να την ιστορική τους αληθοφάνεια, απευθυνόμενοι στους διαφορετικούς, αλλά επιβεβαιωμένες παραδόσεις στη μεταγενέστερη Ακαδημία.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

ΣΤ4. Επίλογος

Η περιγραφή της τέχνης των μυκηναϊκών και γεωμετρικών χρόνων καταδεικνύει τις ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές, όπως για παράδειγμα η απουσία τοιχογραφιών ή αντικειμένων από σίδηρο, με τις αντίστοιχες ομηρικές περιγραφές. Πρόκειται, πάντως, για μια τέχνη που δεν υπηρετεί αποκλειστικά το «ωραίο», δεν έχει, δηλαδή, μόνο αισθητικές διαστάσεις αλλά υπηρετεί την αριστοκρατία της κάθε εποχής. Αναπαράγει τις θεσμοποιημένες μορφές της κοινωνίας κάθε εποχής και υπενθυμίζει συμβολικά κανόνες, αντιλήψεις, ήθη και έθιμα, αλλά και τα δικαιώματα των μελών της κάθε κοινωνίας. Αυτό φαίνεται πως προκύπτει και από τα αρχαιολογικά δεδομένα, παρόλο που οι αρχαιολογικές έρευνες φαίνεται πως ευνοούν την ανάδειξη του κόσμου των ανώτερων κοινωνικών τάξεων κάθε περιόδου, αφού δεν εστιάζονται, συνήθως, σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, αλλά σε αυτά που μπορεί να θωρηθούν προϊόντα μιας τέχνης «υψηλής».

Το γεγονός αυτό, βέβαια, ευνοεί την προσέγγιση της τέχνης όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στα ομηρικά έπη, καθώς και εκεί περιγράφεται πρωτίστως ο κόσμος των ηρώων και των αρίστων ο οποίος χρησιμοποιεί αντικείμενα που τους προσδίδουν κύρος και αξία και τους διαφοροποιούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Παρόλα αυτά πλήρης ταύτιση ομηρικής και μυκηναϊκής ή γεωμετρικής τέχνης δεν είναι δυνατό να υπάρξει, αφού η ομηρική τέχνη μπορεί να περιλαμβάνει τόσο πραγματικά όσο και φανταστικά στοιχεία ή δεδομένα που προέρχονται από την τέχνη διαφορετικών εποχών.

Οι παλαιότερες αρχαιολογικές έρευνες για την τέχνη αυτής της περιόδου προσπαθούσαν, συχνά, να τη συνδέσουν με συγκεκριμένα φύλα, όπως για παράδειγμα, με τους Δωριείς που η παραδοσιακή ιστοριογραφική έρευνα τοποθετούσε την «έλευσή» τους στον ελληνικό χώρο γύρω στο 1100 π.Χ. Οι νεότερες έρευνες, όμως, τείνουν να αναδείξουν μέσω των αρχαιολογικών ευρημάτων στοιχεία της κοινωνικής ταυτότητας των αρχαίων κοινωνιών και έτσι εισάγουν στη συζήτηση θέματα ταυτότητας σχετικά με το ανδρικό και το γυναικείο φύλο, την ηλικία, την κοινωνική τάξη, το ανθρώπινο σώμα, την ιδεολογία, τη θρησκεία κ.ά. (βλ. Insoll 2007). Κάτω από αυτό το πρίσμα η τέχνη δεν αποκαλύπτει μόνο τις αισθητικές αντιλήψεις μιας εποχής, αλλά ολόκληρο τον κόσμο της. Με αυτόν τον τρόπο και η μυκηναϊκή και η γεωμετρική τέχνη μπορεί να συμβάλουν, στον συνδυασμό με τα ομηρικά έπη, στην ανάδειξη ανάλογων ζητημάτων για τον ομηρικό κόσμο.