Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (5.43-5.115)

Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε διάκτορος ἀργειφόντης.
αὐτίκ᾽ ἔπειθ᾽ ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
45 ἀμβρόσια χρύσεια, τά μιν φέρον ἠμὲν ἐφ᾽ ὑγρὴν
ἠδ᾽ ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν ἅμα πνοιῇς ἀνέμοιο.
εἵλετο δὲ ῥάβδον, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει.
τὴν μετὰ χερσὶν ἔχων πέτετο κρατὺς ἀργειφόντης.
50 Πιερίην δ᾽ ἐπιβὰς ἐξ αἰθέρος ἔμπεσε πόντῳ·
σεύατ᾽ ἔπειτ᾽ ἐπὶ κῦμα λάρῳ ὄρνιθι ἐοικώς,
ὅς τε κατὰ δεινοὺς κόλπους ἁλὸς ἀτρυγέτοιο
ἰχθῦς ἀγρώσσων πυκινὰ πτερὰ δεύεται ἅλμῃ·
τῷ ἴκελος πολέεσσιν ὀχήσατο κύμασιν Ἑρμῆς.
55 ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἀφίκετο τηλόθ᾽ ἐοῦσαν,
ἔνθ᾽ ἐκ πόντου βὰς ἰοειδέος ἤπειρόνδε
ἤϊεν, ὄφρα μέγα σπέος ἵκετο, τῷ ἔνι νύμφη
ναῖεν ἐϋπλόκαμος· τὴν δ᾽ ἔνδοθι τέτμεν ἐοῦσαν.
πῦρ μὲν ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν μέγα καίετο, τηλόθι δ᾽ ὀδμὴ
60 κέδρου τ᾽ εὐκεάτοιο θύου τ᾽ ἀνὰ νῆσον ὀδώδει
δαιομένων· ἡ δ᾽ ἔνδον ἀοιδιάουσ᾽ ὀπὶ καλῇ
ἱστὸν ἐποιχομένη χρυσείῃ κερκίδ᾽ ὕφαινεν.
ὕλη δὲ σπέος ἀμφὶ πεφύκει τηλεθόωσα,
κλήθρη τ᾽ αἴγειρός τε καὶ εὐώδης κυπάρισσος.
65 ἔνθα δέ τ᾽ ὄρνιθες τανυσίπτεροι εὐνάζοντο,
σκῶπές τ᾽ ἴρηκές τε τανύγλωσσοί τε κορῶναι
εἰνάλιαι, τῇσίν τε θαλάσσια ἔργα μέμηλεν.
ἡ δ᾽ αὐτοῦ τετάνυστο περὶ σπείους γλαφυροῖο
ἡμερὶς ἡβώωσα, τεθήλει δὲ σταφυλῇσι·
70 κρῆναι δ᾽ ἑξείης πίσυρες ῥέον ὕδατι λευκῷ,
πλησίαι ἀλλήλων τετραμμέναι ἄλλυδις ἄλλη.
ἀμφὶ δὲ λειμῶνες μαλακοὶ ἴου ἠδὲ σελίνου
θήλεον. ἔνθα κ᾽ ἔπειτα καὶ ἀθάνατός περ ἐπελθὼν
θηήσαιτο ἰδὼν καὶ τερφθείη φρεσὶν ᾗσιν.
75 ἔνθα στὰς θηεῖτο διάκτορος ἀργειφόντης.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα ἑῷ θηήσατο θυμῷ,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλυθεν. οὐδέ μιν ἄντην
ἠγνοίησεν ἰδοῦσα Καλυψώ, δῖα θεάων,
οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται
80 ἀθάνατοι, οὐδ᾽ εἴ τις ἀπόπροθι δώματα ναίει.
οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ὀδυσσῆα μεγαλήτορα ἔνδον ἔτετμεν,
ἀλλ᾽ ὅ γ᾽ ἐπ᾽ ἀκτῆς κλαῖε καθήμενος, ἔνθα πάρος περ,
δάκρυσι καὶ στοναχῇσι καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἐρέχθων.
πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων.
85 Ἑρμείαν δ᾽ ἐρέεινε Καλυψώ, δῖα θεάων,
ἐν θρόνῳ ἱδρύσασα φαεινῷ σιγαλόεντι·
«Τίπτε μοι, Ἑρμεία χρυσόρραπι, εἰλήλουθας
αἰδοῖός τε φίλος τε; πάρος γε μὲν οὔ τι θαμίζεις.
αὔδα ὅ τι φρονέεις· τελέσαι δέ με θυμὸς ἄνωγεν,
90 εἰ δύναμαι τελέσαι γε καὶ εἰ τετελεσμένον ἐστίν.
ἀλλ᾽ ἕπεο προτέρω, ἵνα τοι πὰρ ξείνια θείω.»
Ὣς ἄρα φωνήσασα θεὰ παρέθηκε τράπεζαν
ἀμβροσίης πλήσασα, κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν.
αὐτὰρ ὁ πῖνε καὶ ἦσθε διάκτορος ἀργειφόντης.
95 αὐτὰρ ἐπεὶ δείπνησε καὶ ἤραρε θυμὸν ἐδωδῇ,
καὶ τότε δή μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπεν·
«Εἰρωτᾷς μ᾽ ἐλθόντα θεὰ θεόν· αὐτὰρ ἐγώ τοι
νημερτέως τὸν μῦθον ἐνισπήσω· κέλεαι γάρ.
Ζεὺς ἐμέ γ᾽ ἠνώγει δεῦρ᾽ ἐλθέμεν οὐκ ἐθέλοντα·
100 τίς δ᾽ ἂν ἑκὼν τοσσόνδε διαδράμοι ἁλμυρὸν ὕδωρ
ἄσπετον; οὐδέ τις ἄγχι βροτῶν πόλις, οἵ τε θεοῖσιν
ἱερά τε ῥέζουσι καὶ ἐξαίτους ἑκατόμβας.
ἀλλὰ μάλ᾽ οὔ πως ἔστι Διὸς νόον αἰγιόχοιο
οὔτε παρεξελθεῖν ἄλλον θεὸν οὔθ᾽ ἁλιῶσαι.
105 φησί τοι ἄνδρα παρεῖναι ὀϊζυρώτατον ἄλλων,
τῶν ἀνδρῶν οἳ ἄστυ πέρι Πριάμοιο μάχοντο
εἰνάετες, δεκάτῳ δὲ πόλιν πέρσαντες ἔβησαν
οἴκαδ᾽· ἀτὰρ ἐν νόστῳ Ἀθηναίην ἀλίτοντο,
ἥ σφιν ἐπῶρσ᾽ ἄνεμόν τε κακὸν καὶ κύματα μακρά.
110 ἔνθ᾽ ἄλλοι μὲν πάντες ἀπέφθιθεν ἐσθλοὶ ἑταῖροι,
τὸν δ᾽ ἄρα δεῦρ᾽ ἄνεμός τε φέρων καὶ κῦμα πέλασσε.
τὸν νῦν σ᾽ ἠνώγειν ἀποπεμπέμεν ὅττι τάχιστα·
οὐ γάρ οἱ τῇδ᾽ αἶσα φίλων ἀπονόσφιν ὀλέσθαι,
ἀλλ᾽ ἔτι οἱ μοῖρ᾽ ἐστὶ φίλους τ᾽ ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
115 οἶκον ἐς ὑψόροφον καὶ ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»

***
Μίλησε ο Δίας και δεν απείθησε ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς.
Αμέσως έδεσε στα πόδια του τα ωραία σαντάλια,
εκείνα τα θεσπέσια και χρυσά που ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου,
τον ταξιδεύουν στην απέραντη στεριά και στα πελάγη.
Πήρε και το ραβδί του, αυτό που μαγνητίζει τα μάτια των ανθρώπων,
όποιου θελήσει εκείνος, και τα κλείνει
ή κι απ᾽ τον ύπνο τον βαθύ τούς ανασταίνει.
Με τούτο το ραβδί στα χέρια του, άρχισε να πετά ο κρατερός Αργοφονιάς,
50 κι ολοταχώς, απ᾽ τον αιθέρα του ουρανού, πάνω απ᾽ την Πιερία,
χύθηκε στο πέλαγος, το κύμα ακροπατώντας σαν τον γλάρο,
που ψάρια αρπάζει από τους άγριους κόλπους της ατρύγητης θαλάσσης,
βρέχοντας τα πυκνά φτερά του στο αλμυρό νερό.
Όμοιος με γλάρο κι ο θεός Ερμής, φάνταζε
καβαλάρης των αμέτρητων κυμάτων.
Κι όταν πετώντας έφτασε το απόμακρο νησί, από τον πόντο τότε βγήκε
τον μενεξελή, και πάτησε τη γη.
Πλησίασε προς την ευρύχωρη σπηλιά όπου η καλλίκομη νεράιδα
κατοικούσε. Τη βρήκε μέσα. Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη,
και μοσκοβόλαγε ένα γύρο το νησί,
60 που καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια.
Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της,
υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα.
Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες,
κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα,
τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια,
κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες,
που ξόδεψαν τη μέρα τους στη θάλασσα.
Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά
μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη.
70 Τέσσερις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής,
κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει.
Στις δυο μεριές λιβάδια μαλακά μ᾽ άγριες βιολέτες
κι άγρια σέλινα. Κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ,
κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα, θα γέμιζε
αγαλλίαση η ψυχή του.
Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, το θαύμα να κοιτάζει.
Κι όταν ο νους του χόρτασε θαυμάζοντας,
το βλέμμα του γυρίζοντας παντού, μπήκε κατόπι
στη φαρδιά σπηλιά.
Μόλις τον είδε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ευθύς
τον αναγνώρισε — γιατί οι θεοί δεν μένουν μεταξύ τους άγνωστοι,
80 ακόμη κι όταν κατοικούν μακριά ο ένας απ᾽ τον άλλο.
Μόνο τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα δεν βρήκε στη σπηλιά·
όπως και πριν, έτσι και τώρα, στην ακτή καθόταν κι έκλαιγε,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
κοιτάζοντας με μάτια βουρκωμένα απέραντο το πέλαγος.
Η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ρώτησε αμέσως τον Ερμή,
αφού πρώτα τον κάθισε σε κάθισμα γυαλιστερό κι ωραίο:
«Ποιος λόγος πες μου, Ερμή με το χρυσό ραβδί, σε φέρνει εδώ;
Κι αν είσαι φίλος ακριβός, δεν το συνήθιζες ως τώρα.
Μίλα λοιπόν κι άνοιξε την ψυχή σου, πρόθυμη είμαι
να το κάνω ό,τι ζητάς, φτάνει να το μπορώ
90 και να μπορεί να γίνει.
Μα πρώτα έλα μαζί μου, θέλω να σε φιλέψω.»
Τον λόγο της συμπλήρωσε η θεά και του έστρωσε τραπέζι:
άφθονη αμβροσία, νέκταρ κόκκινο.
Κι έπινε εκείνος κι έτρωγε, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς,
ώσπου δειπνώντας χόρτασε κι ευφράνθη.
Τότε κι αυτός με τη σειρά του πήρε τον λόγο κι είπε:
«Θεά εσύ, ένα θεό ρωτάς πώς έφτασα εδώ πέρα.
Ξεκάθαρα θα σου μιλήσω, όπως το θέλησες και μόνη σου·
ο Δίας μ᾽ έστειλε, αυτός με πρόσταξε να ᾽ρθω, δίχως εγώ να το θελήσω —
ποιος με τη θέλησή του θα ᾽παιρνε τόσο δρόμο,
100 σχίζοντας το απέραντο νερό της αλμυρής θαλάσσης;
Πόλη δεν βλέπω εδώ κοντά καμιά μ᾽ ανθρώπους που προσφέρουν
στους θεούς θυσίες, εκατόμβες διαλεχτές.
Αλλά το ξέρεις, την εντολή του Δία, που έχει σκουτάρι τη βροντή του,
άλλος θεός δεν τόλμησε να παραβεί ποτέ και να χαλάσει. Εκείνος λέει
πως κοντά σου ζει ο πιο συφοριασμένος των ανθρώπων
απ᾽ όσους άντρες επολέμησαν χρόνους εννιά γύρω απ᾽ το κάστρο του Πριάμου,
τον δέκατο το κούρσεψαν, και πήραν ύστερα τον δρόμο της επιστροφής,
όμως, καθώς ξεκίναγαν να φύγουν, αμάρτησαν στην Αθηνά,
κι εκείνη καταπάνω τους σηκώνει κακούς ανέμους και μεγάλα κύματα.
110 Οι άλλοι όλοι, ένδοξοι σύντροφοι, σβήσαν και χάθηκαν· μόνος του
αυτός, από τον άνεμο δαρμένος κι απ᾽ το κύμα, άραξε εδώ.
Αυτόν λοιπόν, κι αμέσως, ο Δίας εντέλλεται,
όσο πιο γρήγορα μπορείς, να τον κατευοδώσεις.
Γιατί δεν είναι το γραφτό του ν᾽ αφανιστεί εδώ πέρα, τόσο μακριά
από τους δικούς του· είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους,
να φτάσει στο ψηλό παλάτι του, το χώμα να πατήσει της πατρίδας του.»

Η πολυπλοκότητα του έρωτα

Ο έρωτας είναι ίσως η πιο αληθινή μας θρησκεία και συγχρόνως η πιο αληθινή μας πνευματική νόσος.

Αμφιρρέπουμε ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο πόλους που είναι εξ' ίσου πραγματικοί.

Αλλά, σ' αυτή τη ταλάντευση, το υπέροχο είναι πως η προσωπική μας αλήθεια αποκαλύπτεται και φέρεται από τον άλλον.

Ταυτόχρονα, ο έρωτας μας κάνει να ανακαλύπτουμε την αλήθεια του άλλου.

Η γνησιότητα του έρωτα δεν έγκειται μόνο στο να προβάλουμε την αλήθεια μας στον άλλον και τελικά να μη βλέπουμε τον άλλον παρά μόνο σύμφωνα με τα μάτια μας, έγκειται και στο να μας αφήσει να μολυνθούμε από την αλήθεια του άλλου.

Δεν πρέπει να είμαστε όπως εκείνοι οι πιστοί που βρίσκουν αυτό που ψάχνουν επειδή έχουν σχεδιάσει την απάντηση που περιμένουν.

Κι αυτό είναι, επίσης, η τραγωδία: φέρουμε μία τέτοια ανάγκη για έρωτα που μερικές φορές μια συνάντηση μια καλή στιγμή – ή ίσως μια κακή στιγμή – απελευθερώνει τη διαδικασία της κεραυνοβόλησης, της σαγήνης.

Εκείνη τη στιγμή, προβάλουμε στον άλλον την ανάγκη μας για έρωτα, τη σταθεροποιούμε, και αγνοούμε τον άλλον που έγινε η εικόνα μας, το τοτέμ μας.

Τον αγνοούμε πιστεύοντας πως τον αγαπάμε.

Εκεί βρίσκεται, πράγματι, μια από τις τραγωδίες του έρωτα: η μη κατανόηση του εαυτού μας και του άλλου.

Αλλά η ομορφιά του έρωτα είναι η αμοιβαία διείσδυση της αλήθειας του άλλου στον εαυτό μας και της δικής μας στον άλλον, είναι να βρούμε την αλήθεια του μέσω του άλλου.

Καταλήγω. Το ζήτημα του έρωτα παλινωδεί σ' αυτή την αμοιβαία κατοχή: να κατέχουμε αυτό που μας κατέχει.

Είμαστε άτομα που έχουμε φτιαχτεί από διαδικασίες που είναι προγενέστερες από μας∙ κατεχόμαστε από πράγματα που μας ξεπερνούν και που θα φθάσουν μακρύτερα από μας, αλλά, με κάποιον τρόπο, είμαστε ικανοί να τα κατέχουμε.

Παντού, πάντα, η διπλή κατοχή συνιστά το νήμα και την ίδια την πείρα των ζωών μας.

Και θα τελειώσω δίνοντας στην αναζήτηση του έρωτα της διατύπωση του Ρεμπώ, αυτή της αναζήτησης μιας αλήθειας που θα βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα σε μια ψυχή και μέσα σ' ένα σώμα.

Τι είναι τα «deadbots» και πόσο ηθική είναι η χρήση τους

Γιατί θα ήταν σωστό ή λάθος, ηθικά επιθυμητό ή καταδικαστέο να αναπτυχθεί ένα deadbot;

Τα συστήματα μηχανικής μάθησης εισχωρούν ολοένα και περισσότερο στην καθημερινή μας ζωή, αμφισβητώντας τις ηθικές και κοινωνικές μας αξίες και τους κανόνες που τις διέπουν. Στις μέρες μας, οι εικονικοί βοηθοί απειλούν την ιδιωτικότητα του σπιτιού, οι προτάσεις να ακολουθούμε συγκεκριμένες ιστοσελίδες διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο, ενώ τα εργαλεία πρόσληψης που βασίζονται σε δεδομένα κατατάσσουν και τις πιθανότητές σας να βρείτε εργασία στατιστικά. Ωστόσο, η ηθική της μηχανικής μάθησης παραμένει θολή για πολλούς.

Ψάχνοντας για άρθρα σχετικά με το θέμα για τους νέους μηχανικούς που παρακολουθούν το μάθημα «Ηθική και Τεχνολογία Πληροφοριών και Επικοινωνιών» στο UCLouvain του Βελγίου, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η περίπτωση του Joshua Barbeau, ενός 33χρονου άνδρα που χρησιμοποίησε έναν ιστότοπο με την ονομασία Project December για να δημιουργήσει ένα ρομπότ συνομιλίας – ένα chatbot – που θα προσομοίωνε τη συνομιλία με την εκλιπούσα αρραβωνιαστικιά του, Jessica.

Ρομπότ συνομιλίας που μιμούνται νεκρούς ανθρώπους

Γνωστό ως deadbot, αυτό το είδος chatbot επέτρεψε στον Barbeau να ανταλλάσσει μηνύματα κειμένου με μια τεχνητή «Jessica». Παρά τον ηθικά αμφιλεγόμενο χαρακτήρα της υπόθεσης, δεν βρήκα υλικό που ξεπερνούσε την απλή πραγματολογική πτυχή και ανέλυε την υπόθεση μέσα από έναν ρητό κανονιστικό φακό: γιατί θα ήταν σωστό ή λάθος, ηθικά επιθυμητό ή καταδικαστέο να αναπτυχθεί ένα deadbot;

Πριν ασχοληθούμε με αυτά τα ερωτήματα, ας θέσουμε τα πράγματα σε ένα πλαίσιο: Το Project December δημιουργήθηκε από τον προγραμματιστή παιχνιδιών Jason Rohrer για να δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να προσαρμόζουν chatbots με την προσωπικότητα που ήθελαν να αλληλεπιδρούν, υπό την προϋπόθεση ότι πλήρωναν γι’ αυτό. Το έργο κατασκευάστηκε αντλώντας από ένα API του GPT-3, ενός γλωσσικού μοντέλου που παράγει κείμενο από την εταιρεία έρευνας τεχνητής νοημοσύνης OpenAI. Η περίπτωση του Barbeau άνοιξε ένα χάσμα μεταξύ του Rohrer και της OpenAI, επειδή οι κατευθυντήριες γραμμές της εταιρείας απαγορεύουν ρητά τη χρήση του GPT-3 για σεξουαλικούς, ερωτικούς, αυτοτραυματισμούς ή εκφοβιστικούς σκοπούς.

Αποκαλώντας τη θέση της OpenAI ως υπερ-μοραλιστική και υποστηρίζοντας ότι άνθρωποι όπως ο Barbeau ήταν «συναινούντες ενήλικες», ο Rohrer έκλεισε την έκδοση GPT-3 του Project December. Ενώ όλοι μας μπορεί να έχουμε διαίσθηση για το αν είναι σωστό ή λάθος να αναπτύξουμε ένα deadbot με μηχανική μάθηση, η διατύπωση των συνεπειών του δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αντιμετωπίσουμε βήμα προς βήμα τα ηθικά ερωτήματα που εγείρει η υπόθεση.

Αρκεί η συγκατάθεση του Barbeau για την ανάπτυξη του deadbot της Jessica;

Εφόσον η Jessica ήταν ένα πραγματικό (αν και νεκρό) πρόσωπο, η συγκατάθεση του Barbeau για τη δημιουργία ενός deadbot που τη μιμείται φαίνεται ανεπαρκής. Ακόμη και όταν πεθαίνουν, οι άνθρωποι δεν είναι απλά πράγματα με τα οποία οι άλλοι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι κοινωνίες μας θεωρούν λάθος να βεβηλώνουν ή να μην σέβονται τη μνήμη των νεκρών. Με άλλα λόγια, έχουμε ορισμένες ηθικές υποχρεώσεις απέναντι στους νεκρούς, στο βαθμό που ο θάνατος δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι οι άνθρωποι παύουν να υπάρχουν με έναν ηθικά σχετικό τρόπο.

Ομοίως, η συζήτηση είναι ανοιχτή ως προς το κατά πόσον πρέπει να προστατεύουμε τα θεμελιώδη δικαιώματα των νεκρών (π.χ. την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα). Η ανάπτυξη ενός deadbot που αναπαράγει την προσωπικότητα κάποιου απαιτεί μεγάλες ποσότητες προσωπικών πληροφοριών, όπως δεδομένα κοινωνικών δικτύων, τα οποία έχει αποδειχθεί ότι αποκαλύπτουν εξαιρετικά ευαίσθητα χαρακτηριστικά.

Αν συμφωνούμε ότι είναι ανήθικο να χρησιμοποιούμε τα δεδομένα των ανθρώπων χωρίς τη συγκατάθεσή τους όσο είναι εν ζωή, γιατί θα πρέπει να είναι ηθικό να το κάνουμε μετά το θάνατό τους; Υπό αυτή την έννοια, κατά την ανάπτυξη ενός deadbot, φαίνεται λογικό να ζητείται η συγκατάθεση εκείνου του οποίου η προσωπικότητα αντικατοπτρίζεται – στην προκειμένη περίπτωση, της Jessica.

Όταν το άτομο δίνει το πράσινο φως

Συνεπώς, το δεύτερο ερώτημα είναι: θα ήταν αρκετή η συγκατάθεση της Jessica για να θεωρηθεί η δημιουργία του deadbot της ηθική; Τι θα συνέβαινε αν ήταν υποτιμητικό για τη μνήμη της;

Τα όρια της συναίνεσης είναι, πράγματι, ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Με ποιους συγκεκριμένους όρους κάτι μπορεί να είναι επιζήμιο για τους νεκρούς είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο ζήτημα που δεν θα αναλυθεί πλήρως εδώ. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ακόμη και αν οι νεκροί δεν μπορούν να πληγωθούν ή να προσβληθούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι ζωντανοί, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτοι σε κακές πράξεις, ούτε ότι αυτές είναι ηθικές. Οι νεκροί μπορεί να υποστούν ζημιές στην τιμή, τη φήμη ή την αξιοπρέπειά τους (για παράδειγμα, εκστρατείες μεταθανάτιας συκοφάντησης), ενώ η έλλειψη σεβασμού προς τους νεκρούς βλάπτει επίσης τους οικείους τους. Επιπλέον, η άσχημη συμπεριφορά απέναντι στους νεκρούς μας οδηγεί σε μια κοινωνία που είναι συνολικά πιο άδικη και σέβεται λιγότερο την αξιοπρέπεια των ανθρώπων.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, φαίνεται λογικό να συμπεράνουμε ότι αν η ανάπτυξη ή η χρήση του deadbot δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που έχει συμφωνήσει το μιμούμενο άτομο, η συγκατάθεσή του θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη. Επιπλέον, εάν βλάπτει σαφώς και σκόπιμα την αξιοπρέπειά τους, ακόμη και η συγκατάθεσή τους δεν θα πρέπει να είναι αρκετή για να θεωρηθεί ηθική.

Ένα άλλο ηθικό ερώτημα είναι ποιος φέρει την ευθύνη για τα αποτελέσματα ενός deadbot – ειδικά στην περίπτωση των επιβλαβών αποτελεσμάτων.

Φανταστείτε το deadbot της Τζέσικα να μάθαινε να αποδίδει με τρόπο που εξευτελίζει τη μνήμη της ή βλάπτει ανεπανόρθωτα την ψυχική υγεία του Barbeau.

Ποιος θα αναλάμβανε την ευθύνη; Οι ειδικοί της τεχνητής νοημοσύνης απαντούν σε αυτό το ολισθηρό ερώτημα μέσω δύο βασικών προσεγγίσεων: πρώτον, η ευθύνη βαρύνει όσους συμμετέχουν στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη του συστήματος, εφόσον το κάνουν σύμφωνα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις κοσμοθεωρίες τους- δεύτερον, τα συστήματα μηχανικής μάθησης εξαρτώνται από το πλαίσιο, οπότε οι ηθικές ευθύνες των αποτελεσμάτων τους θα πρέπει να κατανέμονται μεταξύ όλων των παραγόντων που αλληλεπιδρούν με αυτά.

Ηθική, υπό ορισμένες προϋποθέσεις

Επανερχόμενοι λοιπόν στο πρώτο, γενικό ερώτημα αν είναι ηθικό να αναπτύξουμε ένα deadbot με μηχανική μάθηση, θα μπορούσαμε να δώσουμε καταφατική απάντηση υπό την προϋπόθεση ότι:

– τόσο το άτομο που μιμείται όσο και εκείνο που το προσαρμόζει και αλληλεπιδρά μαζί του έχουν δώσει την ελεύθερη συγκατάθεσή τους για μια όσο το δυνατόν λεπτομερέστερη περιγραφή του σχεδιασμού, της ανάπτυξης και των χρήσεων του συστήματος,

– απαγορεύονται οι εξελίξεις και οι χρήσεις που δεν τηρούν τα όσα συμφώνησε το μιμούμενο πρόσωπο ή που αντιβαίνουν στην αξιοπρέπειά του,

– τα άτομα που εμπλέκονται στην ανάπτυξή του και όσοι επωφελούνται από αυτό αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα πιθανά αρνητικά αποτελέσματά του. Τόσο αναδρομικά, για να λογοδοτήσουν για γεγονότα που έχουν συμβεί, όσο και μελλοντικά, για να αποτρέψουν ενεργά να συμβούν στο μέλλον.

Η περίπτωση αυτή αποτελεί παράδειγμα για ποιο λόγο η ηθική της μηχανικής μάθησης έχει σημασία. Δείχνει επίσης γιατί είναι απαραίτητο να ανοίξει ένας δημόσιος διάλογος που μπορεί να ενημερώσει καλύτερα τους πολίτες και να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε μέτρα πολιτικής για να κάνουμε τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης πιο ανοικτά, κοινωνικά δίκαια και συμβατά με τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Μάτια: Ο καθρέπτης της ψυχής

Όταν τα βλέμματα συναντούν τις ψυχές, τα όνειρα φορούν τα πιο γλυκά παραμύθια και τα λόγια τις πιο χρήσιμες σιωπές

Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Είναι εκείνα που κάθε φορά που νοιώθουμε ντροπή, χαμηλώνουν. Είναι εκείνα που όταν κάτι μας τραβήξει την προσοχή, ζωηρεύουν. Είναι εκείνα που όταν δεν θέλουμε οι άλλοι να καταλάβουν τί πραγματικά αισθανόμαστε, στρέφονται αλλού.

Η έκφραση ενός βλέμματος μπορεί να είναι καθηλωτική. Η ποικιλία τους σε σχήματα και χρώματα, κάνει σχεδόν ακατόρθωτο το σενάριο να συναντήσει κανείς αδιάφορα μάτια.

Στην καθημερινή χρήση του λόγου, δίνουν κι εκεί το παρόν με ένα σωρό εκφραστικούς τύπους- όπως η περίπτωση να πούμε βλέπουμε ενώ θέλουμε να πούμε ότι καταλαβαίνουμε-. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι γλωσσικές πλάνες. Λέμε πχ. Πως ένας ερωτευμένος βλέπει με τα μάτια του έρωτα ενώ συγχρόνως λέμε ότι ο έρωτας είναι τυφλός.

Τα μάτια μας προσφέρουν ως θέαμα το τέλειο άλλοθι για να ερωτευτούμε, να αγαπήσουμε, να μισήσουμε, να σαστίσουμε, να παγιδευτούμε.

Μπορούν να μας στερήσουν ακόμη και την ελευθερία μας και να μας φυλακίσουν στα μικρά κλουβιά τους. Αν τύχει αυτό, τότε σίγουρα θα μείνουμε εκεί βουβοί γεμάτοι αμφίρροπα συναισθήματα.

Αρχίστε να παρατηρείτε τα μάτια που συναντάτε καθημερινά στη βόλτα σας, στη δουλεία σας, παντού και θα καταλάβετε ότι έχουν πολλά να σας δώσουν. Θα σας διδάξουν πως όταν είναι δακρυσμένα έχουν ανάγκη από μια γλυκιά χειρονομία ενώ όταν λάμπουν έχουν ανάγκη από μια επιβεβαίωση. Όταν πάλι είναι φοβισμένα θέλουν καθησύχαση ενώ όταν πονούν αναζητούν ανακούφιση.

Πιστέψτε με, εκεί έξω υπάρχουν πολλά βλέμματα που περιμένουν εσάς να τα ανακαλύψετε κι μέσω αυτής της ανακάλυψης να γίνετε καλύτεροι άνθρωποι. Κοιτώντας κάποιον στα μάτια, ακόμη και ψέματα αν σας πει, εσείς θα είστε σε θέση να το καταλάβετε.

Δώστε λοιπόν μεγαλύτερη προσοχή στο βλέμμα και λιγότερη στα λόγια. Η ζωή σας θα ξετυλίξει το νήμα της με τον πιο αυθεντικό τρόπο. Ένα ταξίδι για το πουθενά και για το παντού, ένα ταξίδι για το τίποτα και για όλα, σας περιμένει.

Ο κακός συγγενής

Η οικογένεια είναι πολύ σημαντική για όλους μας και έρχονται στιγμές στη ζωή που οι κοντινοί μας άνθρωποι, μας προστατεύουν και μας δίνουν δύναμη να προχωρήσουμε. Δυστυχώς, όμως, υπάρχουν κι εκείνοι οι συγγενείς που η καρδιά τους είναι γεμάτη φθόνο και ιδιοτέλεια και τελικά αποδεικνύονται πιο επικίνδυνοι απ’ τους ξένους ανθρώπους.

Εκείνοι στους οποίους είσαι αναγκασμένος να ξοδεύεις τη φιλοξενία και την ευγένεια σου, ενώ ξέρεις πως σε υποτιμούν και σε υπονομεύουν και περιμένουν το πρώτο σου στραβοπάτημα για να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους.

Είναι οι κακοί συγγενείς που δεν σε κοιτούν στα μάτια παρά μόνο προσποιούνται και αντί για την αλήθεια, σε παραπλανούν με ψεύτικα φιλιά και καθώς πρέπει αγκαλιές, όπως μας λέει και αυτό το υπέροχο κείμενο:

«Ξένο, οικείο.

Μέλος ενός σώματος που δικό του δεν είσαι.

Διαφέρεις.

Η δική σου αλήθεια άλλη γοητεία έχει. Κάποιοι μαγεύονται, όμορφο δεν είναι;

Ξένο σώμα σε ένα σώμα που δικό σου ποτέ δεν θα γίνει.

Κανένα σημείο επαφής. Κανένα είδος επικοινωνίας.

Νιώθεις την απομόνωση. Όταν δεν σε υπολογίζουν ακόμη και στα πιο μικρά. Όχι ότι τους έχεις ανάγκη.

Ανήκεις σε σένα και σε όσους σε υποστηρίζουν.

Ξένος για εκείνους που χωρίς να το θέλεις σώμα τους ήσουν.

Γιορτές, χαρές και λείπεις. Μια αδιάφορη παρουσία στο χώρο. Δεν έχεις κάτι να τους πεις. Ένα «τι κάνεις;» σε ένα «μια χαρά, εσύ;» είναι θαρρώ αρκετό. Τι άλλο μπορείς να πεις όταν είναι απόντες και απούσες για καιρό;

Κανένα σημείο επικοινωνίας. Ξένο σώμα.

Παλιότερα σε πείραζε, νόμιζες πως φταις. Τώρα πια διόλου δεν σε νοιάζει.

Ξέρεις γιατί μιλώ; Μήπως τη λέξη θες να αναφέρω;

Για την οικογένεια μιλώ. Για τους συγγενείς. Αυτό το αναθεματισμένο αγκάθι.

Άτιμη φάρα οι κακοί συγγενείς. Κακό μεγάλο.

Υποκριτές. Το αίμα ξέρουν να πίνουν. Να τους κρατάς μακριά.

Εύκολα καταλαβαίνεις πως δεν ανήκεις όταν τα χατίρια δεν τους κάνεις και αντιδράς.

Ίδιο αίμα που εύχεσαι αίμα σου να μην ήταν.

Ξένο σώμα που η ζωή θέλει να σου φορέσει. Εύκολα όμως μπορείς να το αποχωριστείς. Χωρίς αυτό επιλέγεις να ζεις. Μακριά από την ίντριγκα και τη βρωμιά. Ποιος θα φάει πρώτος ποιον. Ποιος θα ανταγωνιστεί.

Να αδιαφορείς και μακριά τους να σαι.

Να φερθούν δεν ξέρουν. Μόνο να προσποιηθούν μπορούν.

Αηδία προκαλούν. Ψεύτικα φιλιά και καθώς πρέπει αγκαλιές.

Από αυτούς να φεύγεις μακριά.»

Οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο

Έχετε συναντήσει ποτέ κάποιον άνθρωπο, που, ενώ είναι κορυφή στο επάγγελμά του, σε μία συνηθισμένη συζήτηση ξεστομίζει ανοησίες;

Που δεν μπορεί να κατανοήσει απλά, καθημερινά ζητήματα και η προσωπική του ζωή είναι ακατάστατη και θλιβερή; Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ένας μορφωμένος άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη, που διαπρέπει σε δύσκολα επιστημονικά πεδία, στα μικρά, καθημερινά τα κάνει μαντάρα;

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το παράδοξο και μία πολύ ικανοποιητική εξήγηση έδωσε ο Ισοκράτης, ο σπουδαίος δάσκαλος του 4ου αι. π.κ.ε. Μία εξήγηση τόσο απλή, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν της δώσαμε τη σημασία που της αξίζει.

Ο Παναθηναϊκός λόγος

Τον λόγο αυτό τον έγραψε ο Ισοκράτης σε ηλικία 94 ετών, με στόχο να κάνει έναν απολογισμό του έργου του και να απαντήσει στους επικριτές του, που τον κατηγορούσαν για δογματισμό και αδιαλλαξία, καθώς ο Ισοκράτης ήταν απόλυτος στις απόψεις του. Στον πρόλογο αυτού του έργου, παρουσιάζει την άποψή του για τον πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο, μία άποψη που, ούτε τότε ούτε σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να δεχτεί εύκολα.

Η σκέψη πάνω στην οποία βασίζει τα συμπεράσματά του ο Ισοκράτης είναι η εξής: πολλοί άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ώριμη ηλικία και έχουν τελειοποιηθεί στη Γεωμετρία ή κάποια άλλη επιστήμη, ή κάποιο άλλο εξειδικευμένο πεδίο και μάλιστα διδάσκουν και άλλους, στα καθημερινά ζητήματα της ζωής αποδεικνύονται πιο ανόητοι από τους μαθητές τους. Για να μπορούν, λοιπόν, να θεωρηθούν στ’ αλήθεια μορφωμένοι θα πρέπει πια σε αυτή την ηλικία:
  • να έχουν την οξυδέρκεια να ερμηνεύουν σωστά τις περιστάσεις και να επωφελούνται από αυτές.
  • να είναι αξιοπρεπείς, δίκαιοι και ανεκτικοί με τους ενοχλητικούς ανθρώπους. Να φέρονται με καλοσύνη και πραότητα στους φίλους τους.
  • να συγκρατούν τις παρορμήσεις τους και να διαχειρίζονται γενναία τις συμφορές.
  • να μην αφήνουν τις ευτυχείς συγκυρίες να τους διαφθείρουν.
  • να μην χαίρονται περισσότερο με όσα κέρδισαν κατά τύχη απ’ όσο χαίρονται με όσα κέρδισαν με τον κόπο και την ορθή τους σκέψη.
Αυτόν που συνδυάζει όλα τα παραπάνω θεωρεί ο Ισοκράτης μορφωμένο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σκέφτεται συνετά και μετρημένα, ώστε να αναγνωρίζει το συμφέρον του και το επιδιώκει, χωρίς να περιφρονεί τους άλλους γύρω του.

Πώς γίνεται

Για να αποκτήσουμε την πρακτική σοφία που περιγράφει ο Ισοκράτης, ο μόνος τρόπος είναι η διδασκαλία της ρητορικής. Η ρητορική τέχνη διδάσκει πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε τις θέσεις μας κατανοητές και να πείθουμε τους ακροατές μας για την ορθότητά τους.

Ο Ισοκράτης ισχυρίζεται πως, όποιος κατακτήσει αυτό το ταλέντο, αποκτά εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο, εκείνον που μπορεί να επιτύχει στη ζωή του περισσότερα από κάθε άλλον.

Είσαι παίχτης ή παρατηρητής του παιχνιδιού;

Eίναι πραγματικά τόσο απλό. 'Ολοι θέλουμε να φτάσουμε κάπου να υλοποιήσουμε κάτι. Είναι όλα μέρους του παιχνιδιού που θέλουμε να υλοποιήσουμε. Το παιχνίδι είναι καταπληκτικό αλλά είναι απλά ένα παιχνίδι. Ακόμα και αν κερδίσεις. Το θέμα δεν είναι να κερδίσεις – η νίκη δίνει ένα τέλος στο παιχνίδι και αυτό είναι ένα παιχνίδι που δεν τελειώνει.

Υπάρχει κάτι βαθύτερο από αυτό το παιχνίδι. Ας το ονομάσουμε O «Παρατηρητής του Παιχνιδιού». Ο παρατηρητής γνωρίζει και βλέπει όλη την ουσία του παιχνιδιού.

Ο παρατηρητής δεν έχει ούτε φόβο ούτε ενοχές. Ο παρατηρητής δεν έχει προτιμήσεις. Ο παρατηρητής απλά παρακολουθεί το παιχνίδι. Και υπάρχει ο περιορισμένος εαυτός σου που παίζει το παιχνίδι και υπάρχει και ο απεριόριστος εαυτός σου που παρακολουθεί το παιχνίδι.

Ο παίχτης δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος. Ο παίχτης πάντα θέλει περισσότερα. O παρατηρητής δεν χρειάζεται περισσότερα.

O παίχτης πιστεύει στους στόχους. O παρατηρητής είναι απεριόριστος. Το πραγματικά πνευματικό ον μόνο παρακολουθεί. O παίχτης πάντα θέλει περισσότερα. Ο παρατηρητής ποτέ δεν χρειάζεται τίποτα. Ο παίχτης πιστεύει στους στόχους.

Ο παρατηρητής είναι απεριόριστος. Δεν χρειάζεται να απαλλαγείς από τον παίχτη. Χωρίς τον παίχτη δεν υπάρχει παιχνίδι και δεν θα υπήρχε ο παρατηρητής. Αυτός που δεν έχει «ενθυμηθεί » μόνο παίζει. Ο αφυπνισμένος παίζει άφοβα και παρακολουθεί.

Όταν θυμηθείς ότι είσαι ο παρατηρητής. Το παιχνίδι φωτίζεται. Δεν χρειάζεται να κερδίσεις και δεν φοβάσαι να χάσεις. Μπορείς να κάνεις, να είσαι, να έχεις ό,τι ονειρευτείς.

Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή

Ο ανώτερος άνθρωπος διαφέρει από τον κατώτερο άνθρωπο κι απ’ τα ζώα, που είναι αδέλφια του τελευταίου, από την απλή ικανότητά του να ειρωνεύεται. Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή. Και η ειρωνεία περνάει από δύο στάδια: Το στάδιο που καθόρισε ο Σωκράτης όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό που καθόρισε ο Σάντσες όταν έλεγε «δεν ξέρω καν αν δεν ξέρω τίποτα». 

Το πρώτο βήμα οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας δογματικά, και κάθε ανώτερος άνθρωπος κάνει αυτό το βήμα και φτάνει εκεί. Το δεύτερο οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και για την ίδια μας την αμφιβολία, και λίγοι άνθρωποι το έφτασαν στη διάρκεια της σύντομης -μα ήδη τόσο μακράς- περιόδου από τότε που ως ανθρώπινο γένος αντικρίσαμε τον ήλιο και τη νύχτα πάνω στο πολύμορφο πρόσωπο της γης.

Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ’ τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ’ της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν’ αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.

Απόφευγε να χάνεις τον χρόνο σου όπως ο όχλος

Η ζωή παραείναι σύντομη («το σώμα αυτό δεν είναι σπίτι, είναι πανδοχείο» λέει ο Σενέκας) και έχεις σημαντικά πράγματα να κάνεις. Διάλεγε με προσοχή τις εικόνες και τις ιδέες στις οποίες εκτίθεται το μυαλό σου. Αν δεν τις διαλέξεις εσύ, κάποιος άλλος θα τις διαλέξει – και τα κίνητρά του μπορεί να είναι ποταπά. Είναι εύκολο να ολισθήσει κανείς στη χυδαιότητα. Αναλογιστείτε πόσες ώρες την ημέρα χάνουν οι άνθρωποι βλέποντας ανοησίες στην τηλεόραση ή παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή και στο κινητό τους. Σκοτώνοντας την ώρα τους σκοτώνουν τη ζωή τους.

Η ιστορική φράση «άρτον και θεάματα» (panem et circenses), που αποδίδεται στον Ρωμαίο ποιητή Γιουβενάλη, εικονογραφεί τη λεγόμενη τεχνική της αποβλάκωσης. Ο αυτοκράτορας προσέφερε στον λαό σιτάρι (ψωμί) και θεάματα στο αμφιθέατρο (και, στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, στον ιππόδρομο) με σκοπό να τον αποσπά από τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας. Σήμερα η έκφραση χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις πολιτιστικής εξαθλίωσης ενός λαού, που αρκείται μόνο σε εφήμερες απολαύσεις και διασκεδάσεις (π.χ. τηλεόραση, ποδόσφαιρο) τις οποίες παρέχει το πολιτικό σύστημα για να αποστρέψει την προσοχή των πολιτών (της κοινής γνώμης) από την κακή κατάσταση των πραγμάτων.

Ποια αναγέννηση;

ΕΓΩ ΜΙΛΩ ΔΙΑ ΤΟ ΠΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΓΥΡΕΒΟΥΜΕ. 

Δε ζητούμε την αναγέννησή μας: Και τι η αναγέννηση μιας κοινωνίας, αν δεν είναι η ριζική ηθική καλητέρεψη των ατόμων οπού την συστένουνε;

Αν λοιπόν επιθυμούμε την αναγέννηση της κοινωνίας μας, τέστι την ηθικήν μας καλητέρεψη, δεν είναι τάχα στο χέρι μας ναν την κάμωμ’ εμείς εις τον εαυτό μας, χωρίς να ζητούμε από την Κυβέρνηση να μας κάμη καλήτερους; Αλλέως, αν δεν είναι τούτο που γυρέβουμε, τι λοιπόν εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση;

Μήπως ζητούμε της Κυβέρνησής μας να μας στείλη ένα σακκί τάλαρα καθενός εις το σπίτι μας, και να εξακολουθάη να μας τα στέλνη πάντα κάθε φορά που μας χρειάζεται v’ αναγεννηθούμε;
Όχι, όχι˙ δεν ημπορούμε βέβαια να γεληόμαστε τόσο˙ η παιδιαροσύνη μας δεν ημπορεί δα να φτάνη έως εκεί. Άλλο πράμμα εννοούμε και μόνον δεν εκφρασθήκαμε ποτέ παστρικά.

Εμείς βασανίζουμάστε από την διαφθοράν των ηθών μας˙ το αίσθημα του πάθους μας είναι πραγματικό˙ η αιτία είναι ολοφάνερη στα μάτια μας, εμάς των ίδιωνε, όντις καθένας μας εξαιρόντας μόνον τον εαυτόν του, κατηγορεί όλους τους άλλους. Ενστιγματικώς επιθυμούμε την ιατρεία μας, συμφωνούμε διά τη χρεία τού να ηθικευθή η κοινωνία, αλλά καθένας μας αρνείται ηθικέψη τον εαυτό του!…

Εκείνο που εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση, αν εξετάσωμε βαθιά μέσα το αίσθημά μας, δεν είναι μήτε τα σακιά με τα τάλαρα, μήτε κανένα τέτοιο˙ είναι η ηθίκεψη της κοινωνίας, και τούτη είναι η ιατρεία εκείνη την οποία ενστιγματικώς γυρέβουμε, μα καθενός μας ζητάει να ηθικεύθούν όλοι οι άλλοι έξω από τον εαυτό του!….

Ιδού εκείνο που καταστένειο αδύνατην την ιατρεία, αδύνατη την αναγέννησην επειδή, «Δεν είναι δυνατόν να γένη καμμία κονωνική καλητέρεψη, εκεί όπου ο καθένας δεν την αρχίζει στον εαυτό του».

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901)
ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ

Τα αίτια της ήττας του Ναπολέοντα στο Βατερλό

Αποφασιστικής σημασίας μάχη, που κατέληξε στην ήττα του Ναπολέοντα κι έβαλε τέλος σε μια σειρά πολέμων, που διήρκεσαν σχεδόν 23 χρόνια, μεταξύ της Γαλλίας και άλλων δυνάμεων της Ευρώπης. Έλαβε χώρα στο Βατερλό, μία τοποθεσία 20 χιλιόμετρα έξω από τις Βρυξέλλες, στις 18 Ιουνίου 1815.

Μετά την εξορία του στη νήσο Έλβα, ο Ναπολέων επανήλθε στο θρόνο και κυβέρνησε για 100 ημέρες τη Γαλλία από τον Μάρτιο του 1815. Με το φάντασμά του να πλανάται πάνω από την Ευρώπη, η Αγγλία και η Πρωσία ήθελαν να τελειώνουν μαζί του, προτού σταθεροποιήσει την εξουσία του. Ο Ναπολέων από την πλευρά του επεδίωξε να πλήξει τους δύο βασικούς του αντιπάλους προτού κατορθώσουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους.

Η στρατιά του Ναπολέοντα, με αρχηγούς τους Νέι και Γκρουσί, αριθμούσε 72.000 άνδρες, ενώ οι συνασπισμένες δυνάμεις 68.000 βρετανο-ολλανδούς υπό τον Άρθουρ Γουέλσλι Α’ Δούκα του Ουέλιγκτον και 45.000 πρώσους υπό τον Γκέμπαρτ φον Μπλύχερ.

Τρεις μέρες πριν από την αποφασιστική μάχη, οι στρατηγοί του Ναπολέοντα νίκησαν τους πρώσους στο Λινί, ενώ καθήλωσαν τον Δούκα του Ουέλιγκτον στο Κατρ-Μπα. Ο στρατάρχης Γκρουσύ δεν κατόρθωσε να συντρίψει τους πρώσους και εγκλωβίστηκε στη Βαβρ από την οπισθοφυλακή τους, δίνοντας την ευκαιρία στον Μπλύχερ να ενωθεί με τον Ουέλιγκτον.

Ο Δούκας του Ουέλιγκτον ήθελε να παρασύρει τον Ναπολέοντα στο Βατερλό, όπου μπορούσε να οχυρώσει καλύτερα τον στρατό του. Ο Ναπολέοντας έκανε ένα σοβαρό σφάλμα το πρωί της 18ης Ιουνίου. Καθυστέρησε να επιτεθεί μέχρι το μεσημέρι, προκειμένου να στεγνώσει το λασπωμένο έδαφος από την κατακλυσμιαία βροχή που είχε προηγηθεί. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους πρώσους του Μπλύχερ να φθάσουν στο Βατερλό και να ενισχύσουν τον Ουέλιγκτον.

Η μάχη ξεκίνησε τελικά στις 11 το πρωί και μέχρι τις 6 το απόγευμα, οι Γάλλοι είχαν την πρωτοβουλία, αλλά οι κατά κύματα επιθέσεις τους απέτυχαν να δημιουργήσουν ρήγματα στο κέντρο των συμμαχικών δυνάμεων, εξαιτίας της έλλειψης συντονισμού μεταξύ ιππικού και πεζικού. Η εμφάνιση των Πρώσων στο πεδίο της μάχης και η πίεση που ασκούν στην ανατολική πτέρυγα του Ναπολέοντα αναγκάζει τον Ναπολέοντα να μεταφέρει δυνάμεις από το μέτωπο κατά του Ουέλιγκτον.

Στις 6 το απόγευμα ο στρατάρχης Νέυ με μία συνδυασμένη επίθεση πυροβολικού, ιππικού και πεζικού δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στο κέντρο των συμμαχικών δυνάμεων, που υφίστανται σημαντικές απώλειες. Ο Νέυ ζητά από τον Ναπολέοντα ενισχύσεις για να αποτελειώσει τον Ουέλιγκτον. Ο Ναπολέων απορρίπτει το αίτημα, επειδή ήταν απασχολημένος με την απόκρουση των πρώσων και μόνο μετά τις 7 το βράδυ μπόρεσε να στείλει ένα περιορισμένο αριθμό στρατιωτών από την αυτοκρατορική φρουρά.

Στο μεταξύ, ο Δούκας του Ουέλιγκτον κατορθώνει να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του και με τη βοήθεια των πρώσων να περάσει στην αντεπίθεση. Στις 8 το βράδυ η συμμαχική προέλαση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και σε συνδυασμό με τις επιθέσεις των πρώσων από την ανατολική πλευρά, προκαλεί πανικό στον γαλλικό στρατό και την άτακτη υποχώρησή του.

Στις 9 το βράδυ ο Μπλίχερ και ο Δούκας του Ουέλιγκτον συναντήθηκαν στο πανδοχείο «Η Ωραία Συμμαχία» και κήρυξαν το τέλος της μάχης. Οι απώλειες των συνασπισμένων δυνάμεων ανήλθαν σε 22.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι γάλλοι μέτρησαν 25.000 νεκρούς και τραυματίες, καθώς και 8.000 αιχμαλώτους. Τόσο λυσσώδης ήταν η μάχη, ώστε σε ένα χώρο μόλις 5 τετραγωνικών χιλιομέτρων έκειτοντο 47.000 νεκροί και τραυματίες.

Η Μάχη στο Βατερλώ σήμανε το τέλος των πολιτικών φιλοδοξιών του Ναπολέοντα και την κατάλυση της Αυτοκρατορίας του. Οι σύμμαχοι τον εξόρισαν στο νησί της Αγίας Ελένης, όπου άφησε την τελευταία του πνοή το 1821.

Τα αίτια της ήττας του Ναπολεόντα εντοπίζονται στην αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων του, στην άριστη συνεργασία Μπλίχερ και Ουέλιγκτον και στο καθοριστικό λάθος, όπως αποδείχθηκε, του στρατάρχη Γκρουσύ, όταν δεν κατόρθωσε να καταδιώξει τους Πρώσους, με αποτέλεσμα να δώσει την ευκαιρία στον Μπλίχερ να ενωθεί με τις δυνάμεις του Ουέλιγκτον.

Ήταν, όμως, προφανές, ότι ο Ναπολέων με καταβεβλημένες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις δεν ήταν ο φόβος και ο τρόμος του παρελθόντος. Επιπλέον, ο γαλλικός λαός κατάκοπος από τους πολυετείς αγώνες είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ της ειρήνης.

Μετά τη ήττα του Ναπολέοντα οι σύμμαχοι απομονώνουν τη Γαλλία και χωρίζουν την Ευρώπη σε τρεις ζώνες επιρροής, την αυστριακή, την πρωσική και την ρωσική, ενώ η Μεγάλη Βρετανία ισχυροποιεί την αποικιακή της αυτοκρατορία.

Οι Ύστατες Μάχες Της Ιστορίας – Η Μάχη Του Βατερλώ

Ήταν η τελευταία αντίσταση και η απόλυτη ήττα ενός από τα πιο ξεχωριστά στρατιωτικά μυαλά όλης της ιστορίας, του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Στις 18 Ιουνίου 1815 η μοίρα της Ευρώπης ήταν στα χέρια δύο καταξιωμένων στρατηγών.

Ο Ναπολέων, αυτοκράτορας της Γαλλίας, παρέταξε τις δυνάμεις του όλες μαζί, σε μια προσπάθεια να ξανακερδίσει τον έλεγχο της ηπείρου. Αντίπαλοι του ήταν Βρετανοί, Ολλανδοί και Πρώσοι, με αρχηγό το στρατηγό Άρθουρ Γουέσλι μετέπειτα Δούκα του Ουέλινγκτον.

«Οι Ύστατες Μάχες Της Ιστορίας» αποκαλύπτουν λεπτομερέστατα πώς μια βάρβαρη μονοήμερη μάχη μεταξύ 250.000 στρατιωτών άλλαξε για πάντα την πορεία της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου.

Ερευνητές ανακάλυψαν διάφανο ψάρι

Ερευνητές εντόπισαν ένα σπάνιο, διάφανο ψάρι και μια γιγαντιαία θαλάσσια αράχνη στην Αλάσκα. Οι ερευνητές ονόμασαν το είδος αυτό «Crystallichthys cyclospilus» και είναι ένα ψάρι που μπορεί να επιβιώνει με εξαιρετικό τρόπο στο περιβάλλον του.

Ζει σε μεγάλα βάθη, όπου το ηλιακό φως φτάνει σπάνια και έτσι δεν κυκλοφορούν εκεί θαλάσσιοι θηρευτές. Οι επιστήμονες εντόπισαν, επίσης, ένα γιγάντιο -άγνωστο μέχρι σήμερα- είδος θαλάσσιας αράχνης.

«Ήλπιζα να δω ένα από αυτά από κοντά εδώ και πολύ καιρό!», έγραψε στο Twitter η Sarah Friedman, βιολόγος ψαριών της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας.

Η βιολόγος εξήγησε ότι τα συγκεκριμένα ψάρια έχουν και άλλα διακριτικά χαρακτηριστικά όπως βεντούζες στο κάτω μέρος του σώματός τους που τους επιτρέπουν να προσκολλώνται σε βράχους.

Όπως γράφει η «Daily Mail», η βιολόγος και η ομάδα της είδαν τα ψάρια κατά τη διάρκεια μιας έρευνας που διεξάγει η NOAA κάθε χρόνο στις Αλεούτιες Νήσους στα ανοικτά της Αλάσκας.

Οι Αλεούτιες ή Αλεούτες νήσοι είναι νησιωτικό τόξο, το οποίο αποτελείται από 14 μεγάλα και 55 μικρότερα ηφαιστειακά νησιά. Εκτείνονται σε απόσταση περίπου 2.500 χιλιομέτρων, από τη χερσόνησο της Αλάσκας μέχρι την Καμτσάτκα. «Βρήκαμε τέσσερα ή πέντε μέχρι στιγμής, στις δύο εβδομάδες που είμαστε έξω», δήλωσε η Friedman.

Ωστόσο, οι άνθρωποι είναι απίθανο να δουν το συγκεκριμένο ψάρι κι αυτό γιατί βρίσκεται σε βάθος 100 έως 200 μέτρων..

Αυτό το πλάσμα μπορεί να φτάσει μέχρι και 20 εκατοστά, ενώ η διατροφή τους περιλαμβάνει θαλάσσιες ανεμώνες και άλλα ασπόνδυλα.

Η Friedman εξήγησε ότι τα συγκεκριμένα ψάρια έχουν και άλλα διακριτικά χαρακτηριστικά όπως βεντούζες στο κάτω μέρος του σώματός τους που τους επιτρέπουν να προσκολλώνται σε βράχους.

Αριστοτέλης: Η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα

Συνήθως, οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι, όση και να έχουν αρετή, είναι αρκετή, ενώ για τον πλούτο, τα χρήματα, την ισχύ, τη δόξα, και όλα τα σχετικά, πιστεύουν πως, όσα και να έχουν, δε φθάνουν.

Ο Αριστοτέλης, σε όλους αυτούς, διαμηνύει να προσέξουν ότι δεν αποκτούν και δεν μπορούν να διαφυλάξουν τις αρετές με τα εξωτερικά αγαθά, αλλά, αντίθετα, εκείνα με αυτές. Την ευτυχισμένη ζωή, είτε υπάρχει στη χαρά, είτε στην αρετή, είτε και στα δυο, περισσότερο τη βρίσκουμε σ’ εκείνους που έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο το ήθος τους και τη διάνοια, ενώ παραμένουν μετριοπαθείς και μετρημένοι όταν πρόκειται για την κτήση εξωτερικών αγαθών’ όχι, όμως, σ’ εκείνους που διαθέτουν αγαθά περισσότερα από τα χρήσιμα, ενώ, την ίδια στιγμή, υπολείπονται στο ήθος και τη διάνοια. Γιατί τα εξωτερικά αγαθά εξαντλούνται, και περισσότερο αποτελούν μέσο, όπως καθετί που χρησιμεύει σε κάτι άλλο’ η υπερεπάρκειά τους, όμως, αναγκαστικά, είτε βλάπτει είτε, τελικά, δεν ωφελεί καθόλου όσους τα διαθέτουν. Τα αγαθά, τώρα, που αφορούν στην ψυχή, όσο κι αν αφθονούν, τόσο πιο πολύ είναι χρήσιμα’ εφόσον, βέβαια, πρέπει να ζητούμε και σ’ αυτά, όχι μόνο το ωραίο αλλά και το χρήσιμο. Αν επιπλέον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα, θα πρέπει, για το καθένα, να εξασφαλίσουμε την καλύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την ιεραρχία που εγκαθιστούμε ανάμεσά τους. Άλλωστε, από τη φύση, επιβάλλεται να επιλέγουμε τα εξωτερικά αγαθά προς όφελος της ψυχής, πράγμα που πρέπει να κάνουν όλοι όσοι σκέφτονται σωστά,’ και όχι να υποτάσσουμε την ψυχή στην αναζήτηση των εξωτερικών αγαθών.

Καθένας, τώρα, αξιώνεται την ευδαιμονία στο βαθμό που διαθέτει αρετή και φρόνηση, και φροντίζει να ενεργεί σύμφωνα με αυτές. Τον εσωστρεφή προσανατολισμό, και την εσωτερική διάσταση της ευδαιμονίας, ο Αριστοτέλης την κατοχυρώνει με την αναφορά στο θεό. Εκείνος είναι ευδαίμων και μακάριος όχι εξαιτίας των εξωτερικών αγαθών, αλλά χάρη στον εαυτό του και σε αυτό που είναι από τη φύση. Γι’ αυτό, αναγκαστικά, η ευδαιμονία διακρίνεται από την ευτυχία. Η δεύτερη αφορά στα αγαθά που δεν έχουν να κάνουν με την ψυχή’ γι’ αυτά αρμόδια είναι η τύχη. Δίκαιος και σώφρων, όμως, δεν είναι κανένας από τύχη. Το ίδιο, ακριβώς, ισχύει και για την πόλη που θέλει να ζει ευτυχισμένα. Είναι αδύνατο να ευτυχούν εκείνοι που δεν ενεργούν σωστά. Κανένα έργο, ανθρώπου ή πόλης, δεν είναι καλό, που δε συνοδεύεται ή δεν απορρέει από την αρετή και τη φρόνηση. Επομένως, άριστος βίος, τόσο μεμονωμένα, για τον κάθε άνθρωπο, όσο και γενικά, για τις πόλεις, είναι εκείνος που συνέχεται από αρετή σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πράξεις που έχει να επιδείξει, να είναι πράξεις αρετής

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η αρετή έχει να κάνει με τη χαρά, την αγάπη και το μίσος που κατευθύνονται σωστά, «ορθώς». Η εισαγωγή στο βίο της αρετής, είναι, πρώτα, έργο της παιδείας, και συγκεκριμένα της μουσικής, που περιλαμβάνει την ποίηση, την όρχηση και το μέλος, και αποστολή της είναι να διδάσκει και να εθίζει στην ορθή κρίση, αλλά και στη χαρά με τα ευγενή ήθη και τις ωραίες πράξεις. Οι ρυθμοί και οι μελωδίες εξομοιώνουν, διαμορφώνουν ομοιώματα ηθών όπως η οργή, η πραότητα, η ανδρεία και η σωφροσύνη, αλλά και τα αντίθετα σε αυτά. Στην πράξη, μάλιστα, η ψυχή υφίσταται μεταβολή, όταν ακούγονται παρόμοιοι ρυθμοί και μελωδίες. Έτσι, καθώς οι άνθρωποι συνηθίζουν να λυπούνται και να χαίρονται με τις εξομοιώσεις, φθάνουν, και σε πραγματικές συνθήκες, σε αληθινές περιστάσεις, να νιώθουν με τον ίδιο τρόπο.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ

ΔΗΜ 13.1–2

Ο ομιλητής διαχωρίζει τη θέση του από τις δύο επικρατούσες απόψεις για τη διανομή και διαχείριση των δημοσίων χρημάτων

Θέμα της ημερήσιας διάταξης στην Εκκλησία του Δήμου είναι η αναδιοργάνωση στη διαχείριση και κατανομή των δημόσιων εσόδων. Ο λόγος γράφτηκε γύρω στο 350 π.Χ.


[1] Περὶ μὲν τοῦ παρόντος ἀργυρίου καὶ ὧν ἕνεκα τὴν ἐκκλη-
σίαν ποιεῖσθ’, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὐδέτερόν μοι δοκεῖ τῶν
χαλεπῶν εἶναι, οὔτ’ ἐπιτιμήσαντα τοῖς νέμουσι καὶ διδοῦσι
τὰ κοινὰ εὐδοκιμῆσαι παρὰ τοῖς βλάπτεσθαι διὰ τούτων
ἡγουμένοις τὴν πόλιν, οὔτε συνειπόντα καὶ παραινέσανθ’ ὡς
δεῖ λαμβάνειν, χαρίσασθαι τοῖς σφόδρ’ ἐν χρείᾳ τοῦ λαβεῖν
οὖσιν· οὐδέτεροι γὰρ πρὸς τὸ τῇ πόλει συμφέρον σκοποῦντες
οὔτ’ ἐπαινοῦσιν οὔτε δυσχεραίνουσι τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ὡς
ἑκάτεροι χρείας καὶ περιουσίας ἔχουσιν. [2] ἐγὼ δὲ τοῦτο μὲν
οὔτ’ ἂν εἰσηγησαίμην, οὔτ’ ἂν ἀντείποιμ’ ὡς οὐ δεῖ λαμ-
βάνειν· παραινῶ μέντοι σκοπεῖν καὶ λογίζεσθαι πρὸς ὑμᾶς
αὐτοὺς ὅτι τἀργύριον μέν ἐστι τοῦθ’, ὑπὲρ οὗ βουλεύεσθε,
μικρόν, τὸ δ’ ἔθος μέγα, ὃ γίγνεται μετὰ τούτου. εἰ μὲν
οὖν μετὰ τοῦ πράττειν ἃ προσήκει καὶ τὸ λαμβάνειν κατα-
σκευάσεσθε, οὐ μόνον οὐ βλάψετε, ἀλλὰ καὶ τὰ μέγιστ’
ὠφελήσετε τὴν πόλιν καὶ ὑμᾶς αὐτούς· εἰ δὲ τοῦ μὲν λαμ-
βάνειν καὶ ἑορτὴ καὶ πᾶσ’ ἀρκέσει πρόφασις, τοῦ δ’ ἃ πρὸς
τούτοις δεῖ ποιεῖν μηδὲ τοὺς λόγους ἀκούειν ἐθελήσετε, ὁρᾶτε
μήποθ’, ἃ νῦν ὀρθῶς ἡγεῖσθε πράττειν, σφόδρ’ ἡμαρτηκέναι
νομίσητε.

***
[1] Εν σχέσει μεν με τα χρήματα, που γίνεται λόγος και ένεκα των οποίων έχετε συνέλθη εις εκκλησίαν, ω άνδρες Αθηναίοι, ούτε το εν ούτε το άλλο μου φαίνεται, ότι είναι δύσκολον, ούτε δηλαδή, αφού επιτιμήση τις όσους διανέμουν και δίδουν τα κοινά χρήματα, να αποκτήση δημοτικότητα ενώπιον εκείνων, οι οποίοι νομίζουν, ότι εξ αιτίας τούτων βλάπτεται η πόλις, ούτε δηλαδή, αφού συνηγορήση και συμβουλεύση να δίδωνται τα χρήματα ταύτα, να γίνη ευχάριστος εις όσους έχουν απόλυτον ανάγκην να τα λαμβάνουν· διότι και οι μεν και οι δε μη αποβλέποντες εις το συμφέρον της πόλεως ούτε επαινούν, ούτε αποκρούουν το σύστημα της διανομής των χρημάτων, αλλ' οι μεν θέλουν να γίνουν ευχάριστοι εις τους πτωχούς, οι δε εις τους πλουσίους.

[2] Εγώ δε τούτο μεν το σύστημα της διανομής των χρημάτων ούτε ήθελον εισηγηθή, ούτε ήθελον αντείπει, ότι δεν πρέπει να λαμβάνουν τα χρήματα· συμβουλεύω όμως να παρατηρήτε και να σκέπτεσθε, ότι τα χρήματα μεν αυτά διά τα οποία σκέπτεσθε είναι μικρά, αλλ' η συνήθεια που γεννάται μαζί με τα χρήματα αυτά είναι μεγάλη. Εάν λοιπόν τακτοποιήσετε τοιουτοτρόπως τα πράγματα ώστε το να λαμβάνετε τα χρήματα ακολουθεί και το να πράττετε όσα πρέπει, τότε όχι μόνον δεν θα βλάψετε, αλλά και τα μέγιστα θα ωφελήσετε την πόλιν και σας τους ιδίους· εάν δε διά να λαμβάνετε μεν τα χρήματα και πάσα εορτή και πάσα πρόφασις θα είναι αρκετή, διά να πράττετε δε μαζί με αυτά όσα πρέπει ουδέ να ακούετε θέλετε τους λόγους, οι οποίοι σας υποχρεώνουν εις τούτο, τότε προσέχετε μήπως όσα τώρα νομίζετε ότι ορθώς πράττετε, κάποτε νομίσετε ως μεγάλα σφάλματά σας.