Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΣΑΤΥΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ, ΠΡΑΤΙΝΑΣ - Άσμα και αυλός

Άσμα και αυλός

Στο απόσπασμα που ακολουθεί γίνεται σφοδρή επίθεση εναντίον της ισχυρότατης παρουσίας του αυλού στα διονυσιακά χορικά άσματα· ο αυλός χαρακτηρίζεται ὑπηρέτης, ενώ η πρωτοκαθεδρία αποδίδεται στο τραγούδι.

Για τον ακριβή χαρακτήρα της μετρικώς αξιοσημείωτης λυρικής αυτής σύνθεσης, που δεν διαρθρώνεται σε στροφές, οι γνώμες διίστανται. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για χορικό που προέρχεται από σατυρικό δράμα του τέλους του 6ου ή των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ., δηλ. από ένα είδος στο οποίο διέπρεψε ο Πρατίνας, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι πρόκειται για απόσπασμα από μελικό ποίημα, ειδικότερα από διθύραμβο. Από αυτούς που αποδίδουν το απόσπασμα σε διθύραμβο άλλοι χρονολογούν τους στίχους στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., και άλλοι πιστεύουν ότι έχουμε μπροστά μας έργο του λεγόμενου νεοαττικού διθυράμβου, ψευδεπίγραφο ή γραμμένο από κάποιον άλλο Πρατίνα στο β᾽ μισό του 5ου αι. π.Χ., όταν στον διθύραμβο η μουσική σταδιακά εκέρδιζε το προβάδισμα έναντι του λόγου.

Απόσπασμα 3

‹ΧΟΡΟΣ›
τίς ὁ θόρυβος ὅδε; τί τάδε τὰ χορεύματα;
τίς ὕβρις ἔμολεν ἐπὶ Διονυσιάδα πο-
λυπάταγα θυμέλαν;
ἐμὸς ἐμὸς ὁ Βρόμιος,
ἐμὲ δεῖ κελαδεῖν, ἐμὲ δεῖ παταγεῖν
ἀν᾽ ὄρεα σύμενον μετὰ Ναϊάδων
οἷά τε κύκνον ἄγοντα
ποικιλόπτερον μέλος.
τὰν ἀοιδὰν κατέστασε Πιε-
ρὶς βασίλειαν· ὁ δ᾽ αὐλὸς
5 ὕστερον χορευέτω·
καὶ γάρ ἐσθ᾽ ὑπηρέτας.
κώμῳ μόνον θυραμάχοις τε
πυγμαχίαισι νέων θέλοι παροίνων
ἔμμεναι στρατηλάτας.
10 παῖε τὸν φρυνεοῦ
ποικίλου πνοὰν ἔχοντα·
φλέγε τὸν ὀλεσιαλοκάλαμον,
λαλοβαρύοπα ‹πα›ραμελορυθμοβάταν
†θυπα τρυπάνῳ δέμας πεπλασμένον.
15 ἢν ἰδού· ἅδε σοι δεξιᾶς καὶ ποδὸς διαρριφά·
θριαμβοδιθύραμβε, κισσόχαιτ᾽ ἄναξ,
‹ἄκου᾽› ἄκουε τὰν ἐμὰν Δώριον χορείαν.

***
ΧΟΡΟΣ
Ποιος ο θόρυβος τούτος; Τι είν᾽ αυτά τα πηδήματα;1
Ποια πρόβαλε ασκήμια στη Διονυσιακή
πολυχτύπητη θυμέλη;2
Δικός μου, δικός μου ο Διόνυσος.
Πρέπει εγώ να τραγουδώ, πρέπει εγώ να θορυβώ,
Στα βουνά με νεράιδες πηδώντας
καθώς ομορφοφτέρουγος3 κύκνος ν᾽ αρχίζω τραγούδι.
Στο τραγούδημα η Μούσα την πρώτη έδωκε θέση.
Το σουραύλι4 να παίζει κατόπι.5
Επειδή και του είν᾽ υπερέτης.
Ας είναι, αν το θέλει, αρχηγός
στις πατινάδες μονάχα των μεθυσμένων των νέων,
όταν θύρες χτυπούν κι όταν παίζουν γροθιές.
Σπάζε τον που έχει φωνή παρδαλόχρωμου κούβακα.510
Στη φωτιά, στη φωτιά το καλάμι που φέρνει όλο σάλια,
τον πολυλογά φωνακλά,
τον παράφωνο χαλαστή του ρυθμού,
και που έχει κορμί με τρυπάνι φτιασμένο.
Να! γιά ιδές! το δεξί μου το χέρι για τιμή σου τ᾽ απλώνω15
και το πόδι τινάζω,
θριαμβοδιθύραμβε·6 κισσοστεφάνωτε αφέντη,
άκου τη δική μου Δωρική χορωδία.
----------------
1 Ο χορός των σατύρων ήταν ιδιαιτέρως ζωηρός, θορυβώδης και εκφραστικός.
2 Θυμέλη ονομάζεται ο βωμός.
3 Στο πρωτότυπο το επίθετο ποικιλόπτερον (= με πολύχρωμα φτερά) προσδιορίζει το ουσιαστικό μέλος (τραγούδι).
4 Ο αυλός.
5 Στο πρωτότυπο: φρυνεός (είδος βατράχου).
6 Θρίαμβος και διθύραμβος ονομάζονται άσματα για τον Διόνυσο αλλά και ο ίδιος ο Διόνυσος.

Η εταίρα στην αρχαιότητα - η δίκη της Νεαίρας

Diego Velázquez, Venus au mirroir
Diego Velázquez, Venus au mirroir
Εάν επρόκειτο για κινηματογραφική ηρωίδα, μάλλον θα βούρκωνε με δάκρυα διαμαντένια, όπως ήταν εκείνα τα περίφημα στις Αναμνήσεις μιας Γκέισας. Κι αν ήτανε σε μυθιστόρημα αστικό, θα ξεπερνούσε ίσως στον σκληρό νατουραλισμό κι αυτήν ακόμη τη Nana του Émile Zola. Όμως στη Νέαιρα ποτέ δεν επικέντρωσαν οι προβολείς της Τέχνης. Ούτε και την γνωρίζουμε μέσα απ” τις χάρες ή και τα ευφυολογήματα της αφήγησης. Μαθαίνουμε γι” αυτήν από μια δίκη.

            Ο μακροσκελής δικανικός λόγος που την αφορά αποδίδεται συνήθως στον Δημοσθένη, αν κι η νεώτερη έρευνα αμφισβητεί την πατρότητά του. Όμως, όπως και να’χει κι όποιος κι αν ήτανε ο δικηγόρος που ανέλαβε να οργανώσει τις καταγγελίες των μηνυτών της (ενός κάποιου Απολλοδώρου, γιου τραπεζίτη, και του γαμπρού του Θεομνήστου), το γεγονός παραμένει. Ο Κατά Νεαίρας λόγος αραδιάζει μια σειρά από κατηγορίες εις βάρος μιας γυναίκας που, αν και ξένη και εταίρα, προέβη, μαζί με τον Αθηναίο εραστή και προαγωγό της Στέφανο, σε μια σειρά πράξεων εξαπάτησης του αθηναϊκού δήμου: παράνομα τον παντρεύτηκε κι έτσι παράνομα απέκτησε τα δικαώματα της Αθηναίας, παράνομα αναγνώρισε τα νόθα παιδιά της, παράνομα εξαπάτησε και νύμφευσε με Αθηναίο πολίτη την κόρη της Φανώ, την οποία είχε ήδη αρχίσει να εκδίδει, παράνομα άφησε την Φανώ να υποδυθεί ρόλο ιερό για την πόλη των Αθηνών στη γιορτή των Ανθεστηρίων, παράνομα προσβάλε, στη βαθύτερη ουσία της, μια απ” τις πιο ιερές τελετουργίες της πόλης.

            Στη δίκη της Νεαίρας παρέστησαν ως μάρτυρες κατηγορίας πάμπολλοι Αθηναίοι πολίτες. Όλοι τους σκιαγράφησαν τις δραστηριότητές της σε άλλες πόλεις και στην ίδια την Αθήνα. Όλοι ήταν ευϋπόληπτοι. Κι οι περισσότεροι την είχαν οι ίδιοι απολαύσει. Τώρα, που η φημισμένη ερωμένη είχε πλέον γεράσει, όλοι ζητούσαν την καταδίκη της. Το κατηγορητήριο ξεκίνησε με αναφορά στην παιδική της ηλικία, τότε που η Νέαιρα ήταν στην Κόρινθο, δούλη της Νικαρέτης, επίσης εταίρας. Αφήνω το ίδιο το κείμενο να μιλήσει, ανεπεξέργαστα και χωρίς φτιασιδώματα:

“Η Νικαρέτη, απελεύθερη του Χαρισίου απ” την Ηλεία και γυναίκα του Ιππία, του μάγειρά του, αγόρασε επτά πολύ μικρά κορίτσια. Ήτανε, πράγματι, δαιμόνια και μπορούσε να διακρίνει αν ένα μικρό κοριτσάκι θα γίνει κάποτε όμορφη κοπέλα. Και, καθώς τα ήξερε αυτά, ανάθρεψε κι εκπαίδευσε τις μικρές με τρόπο που ήξερε πολύ καλά, αφού αυτή ήτανε η τέχνη του βιοπορισμού της. Τις έλεγε κόρες της, για να τις παρουσιάζει ως ελεύθερες και να ζητάει μεγαλύτερη αμοιβή απ” όσους τις πλησίαζαν. Τις εκμεταλλεύτηκε όσο ακόμη ήτανε μικρές, για να τις πουλήσει στη συνέχεια και τις επτά. Επρόκειτο για την Άντεια, την Στρατόλα, την Αριστόκλεια, τη Μετάνειρα, την Φίλα, την Ισθμιάδα κι αυτή εδώ την Νέαιρα. Αν θελήσετε στη συνέχεια να μάθετε κι αν μείνει χρόνος στην αγόρευσή μου, μπορώ να σας πω ποιος αγόρασε την καθεμία τους από τη Νικαρέτη και πώς αυτές εντέλει απελευθερώθηκαν απ” τους αγοραστές τους. Προς το παρόν, παραμένω στην περίοδο, κατά την οποία η Νέαιρα ανήκε στη Νικαρέτη που πουλούσε το σώμα της μικρής σε όποιον την πλησίαζε.

Κάποια στιγμή, ο σοφός Λυσίας έγινε εραστής της Μετάνειρας και θέλησε, εκτός από τα άλλα έξοδα που έκανε για χάρη της, να μυήσει τη μικρή στα Μυστήρια. Γιατί καταλάβαινε ότι όλα τα άλλα χρήματα που έδινε κατέληγαν στη Νικαρέτη, ενώ τα έξοδα που θα έκανε για τα Μυστήρια θα ήταν τα μόνα που θα ωφελούσαν εξ ολοκλήρου το κορίτσι. Είπε λοιπόν, στη Νικαρέτη να φέρει τη Μετάνειρα στην Αθήνα για τα Μυστήρια, με την υπόσχεση ότι θα την μυούσε ο ίδιος. Όταν οι γυναίκες έφτασαν, ο Λυσίας δεν τις έβαλε στο σπίτι του, από σεβασμό προς τη σύζυγό του, που ήταν κόρη του Βραχύλλου, αλλά και από σεβασμό προς την ηλικιωμένη μητέρα του που ζούσε μαζί τους. Εγκατέστησε όμως τις ξένες στο σπίτι του φίλου του, του Φιλόστρατου από τον Κολωνό που ήταν ακόμη πολύ νέος. Μαζί τους ήρθε και η Νέαιρα που είχε ήδη ως εργασία της την εκμετάλλευση του σώματός της, μολονότι ήταν ακόμα πολύ μικρή και δεν είχε φτάσει σε ηλικία γάμου. Καλώ τον Φιλόστρατο ως μάρτυρα ότι λέω την αλήθεια, ότι η Νέαιρα ανήκε στη Νικαρέτη που την συνόδευε και πουλούσε το σώμα της σε όποιον ήταν πρόθυμος να δώσει χρήματα.”

– Ακολουθεί η μαρτυρία του Φιλόστρατου, γιου του Διονυσίου, από τον Κολωνό, ο οποίος βεβαιώνει το μακρυνό παρελθόν της Νεαίρας, εφόσον και οι τρεις γυναίκες έμειναν στο σπίτι του όταν ήρθαν για τα Μυστήρια στην Αθήνα από την Κόρινθο όπου ζούσαν κανονικά, κατόπιν επιθυμίας του Λυσία, γιου του Κέφαλου και στενού του φίλου.

“Λίγο αργότερα, την ίδια περίοδο, η Νέαιρα συνόδευσε τον Σίμο από τη Θεσσαλία, που είχε έρθει στην Αθήνα για τα Μεγάλα Παναθήναια. Μαζί τους ήτανε κι η Νικαρέτη. Πήγαν και έμειναν στο σπίτι του Κτήσιππου, γιου του Γλαυκωνίδη, από τον δήμο των Κυδαντιδών. Κι αυτή εδώ η Νέαιρα έπινε και δειπνούσε μαζί με πολλούς άντρες, όπως θα έκανε μια εταίρα. Καλώ ως μάρτυρες που θα αποδείξουν την αλήθεια των λόγων μου τον Ευφίλητο του Σίμωνα από την Αιξωνή και τον Αριστόδημο του Κριτόδημου απ” την Αλωπεκή.”

– Οι μάρτυρες παρίστανται και βεβαιώνουν τη συγκεκριμένη καταγγελία ως αληθή.

“Στην Κόρινθο πλέον, μετά από αυτά, η Νέαιρα ασκούσε φανερά το επάγγελμά της και, μάλιστα, ήταν διάσημη. Ανάμεσα στους άλλους εραστές της, που την είχαν επ” αμοβή, ήταν κι ο ποιητής Ξενοκλείδης και ο ηθοποιός Ίππαρχος.”

– Καταθέτει ως μάρτυρας ο Ίππαρχος, γιατί ο Ξενοκλείδης αδυνατεί να παραστεί στη δίκη λόγω συγκεκριμένου νομικού κωλύματος. Ο Ίππαρχος βεβαιώνει ότι, στην Κόρινθο, είχε γνωρίσει τη Νέαιρα ως εταίρα που πληρωνόταν και ότι συμμετείχε μαζί της σε συμπόσια, μαζί και με τον Ξενοκλείδη.

“Στη συνέχεια, η Νέαιρα απέκτησε δυο εραστές, τον Τιμανορίδα από την Κόρινθο και τον Ευκράτη από τη Λευκάδα. Κι επειδή η Νικαρέτη ζούσε πολυτελώς κι είχε μεγάλες απαιτήσεις και είχε και την αξίωση να της πληρώνουν σε καθημερινή βάση τα υπέρογκα έξοδα του σπιτιού της, αυτοί οι δύο άντρες προτίμησαν να αγοράσουν τελικά τη Νέαιρα για να είναι δούλα δική τους, έναντι του ποσού των τριάντα μνων σύμφωνα με τους νόμους της πόλης της Κορίνθου. Την είχαν λοιπόν και την χρησιμοποιούσαν για μεγάλο διάστημα. Όταν όμως έφτασαν στο σημείο να παντρευτούν, της είπαν ότι δεν θα ήθελαν να βλέπουν αυτήν που είχε κάποτε υπάρξει ερωμένη τους να ασκεί το επάγγελμά της στην Κόρινθο κι ούτε και θα τους άρεσε να την αφήσουν να πέσει στα χέρια κανενός πορνοβοσκού. Αν, λοιπόν, ήθελε να εξαγοράσει την ελευθερία της, θα το δέχονταν ευχαρίστως. Και μάλιστα, θα δέχονταν να πραγματοποιηθεί η εξαγορά με πόσό μικρότερο από τα χρήματα που είχαν δώσει εκείνοι για να την αγοράσουν από τη Νικαρέτη. Γιατί ήθελαν να την βλέπουν να είναι καλά. Της είπαν λοιπόν ότι, προκειμένου να βρει την ελευθερία της, θα της χάριζαν χίλιες δραχμές, από πεντακόσιες ο καθένας. Κι έτσι, όρισαν σε είκοσι μνες το ποσό της απελευθέρωσης.

Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια του Ευκράτη και του Τιμανορίδα, η Νέαιρα κάλεσε στην Κόρινθο άλλους εραστές της, ανάμεσά τους και τον Φρυνίωνα από την Παιανία, γιο του Δήμωνα και αδερφό του Δημοχάρη, ο οποίος, κύριοι δικαστές, όπως θα θυμούνται οι γεροντότεροι ανάμεσά σας, ζούσε μέσα στην ασέλγεια και την πολυτέλεια. Όταν λοιπόν έφτασε ο Φρυνίων, η Νέαιρα τού μετέφερε τις προτάσεις του Ευκράτη και του Τιμανορίδα. Έδωσε στον Φρυνίωνα ένα ποσό που η ίδια είχε ήδη συγκεντρώσει κάνοντας έρανο από άλλους εραστές της και του ζήτησε να συμπληρώσει εκείνος τα υπόλοιπα χρήματα, προκειμένου να πληρωθούν οι είκοσι μνες για την απελευθέρωσή της. Ο Φρυνίων την άκουσε ικανοποιημένος. Πήρε τα χρήματα του εράνου, συμπλήρωσε κι ο ίδιος τα υπόλοιπα και τα έδωσε στον Ευκράτη και τον Τιμαρονίδα για την απελευθέρωση της Νεαίρας και υπό τον όρο, βέβαια, εκείνη να μην ξαναεργαστεί ποτέ στην Κόρινθο. Για να αποδειχτεί η αλήθεια των λόγων μου, καλώ ως μάρτυρα τον Φίλαγρο από την Μελίτη, που ήταν παρών σ” εκείνες τις δοσοληψίες.”

– Ο Φίλαγρος καταθέτει ότι βρισκόταν στην Κόρινθο όταν ο Φρυνίων πλήρωσε τον Ευκράτη και τον Τιμανορίδα για την απελευθέρωση της Νεαίρας και ότι, στη συνέχεια, ο Φρυνίων έφυγε για την Αθήνα, παίρνοντας μαζί του τη Νέαιρα.

Είδαμε ότι ο Κατά Νεαίρας λόγος περιέχει το κατηγορητήριο που διατυπώθηκε, ενώπιον του αθηναϊκού δικαστηρίου, εις βάρος της εταίρας Νεαίρας, γύρω στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. Και είχαμε ήδη την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ένα μεγάλο μέρος του, που αφορούσε στις δραστηριότητες αυτής της γυναίκας: από την παιδική της ηλικία, όταν πρωτοάρχισε να εργάζεται ως εταίρα στην Κόρινθο, έως το σημείο που εγκατέλειψε αυτή την πόλη, κατ” απαίτησιν των παλαιότερων εραστών και κυρίων της που τώρα της επέτρεπαν να εξαγοράσει την ελευθερία της. Σε αυτή τη φάση, το μεγαλύτερο μέρος των λύτρων της το πλήρωσε ο έκλυτος και διαβόητος Φρυνίων από την Αθήνα. Ήταν αυτός που εισήγαγε πλήρως πια τη Νέαιρα στα συμπόσια της Αττικής.

Ο κατήγορος συνεχίζει να εξηγεί:

“Όταν, λοιπόν, έφτασε με τη Νέαιρα ο Φρυνίων στην Αθήνα, ζούσε μαζί της με ασέλγεια ολοφάνερη. Αυτή τον ακολουθούσε στα συμπόσια και οπουδήποτε μπορούσε να πιεί και να οργιάσει μαζί του. Κι ο Φρυνίων συνουσιαζόταν δημόσια μαζί της οπουδήποτε και κομψευόταν κιόλας, μπροστά σε όσους τον έβλεπαν, γι” αυτές του τις εκστάσεις. Πήρε μαζί του τη Νέαιρα σε πολλά γλέντια. Την πήγε και στη γιορτή που διοργάνωσε ο Χαβρίας από την Αιξωνή όταν, επί άρχοντος Σωκρατίδου, νίκησε στις αρματοδρομίες των Πυθίων με το τέθριππο το οποίο είχε αγοράσει από τους γιους του Μίτυος από το Άργος. Όταν, λοιπόν, ο Χαβρίας επέστρεψε από τους Δελφούς, έκανε επινίκιο γλέντι στην Κωλιάδα. Εκεί, πολλοί συνευρέθηκαν με τη μεθυσμένη Νέαιρα, όση ώρα ο Φρυνίων κοιμόταν. Ανάμεσά τους ήτανε κι οι οικιακοί δούλοι του Χαβρία που σέρβιραν στο τραπέζι. Για την αλήθεια αυτών των λόγων μου, καλώ τους παριστάμενους αυτόπτες μάρτυρες σ” εκείνο το γλέντι: τον Χιωνίδη από την Ξυπετή και τον Ευθετίωνα από τον δήμο Κυδαθηναίων.”

– Ακολουθεί η μαρτυρία του Χιωνίδη από την Ξυπετή και του Ευθετίωνα από τον δήμο Κυδαθηναίων ότι, στο επινίκιο δείπνο του Χαβρία στην Κωλιάδα, είχαν παραβρεθεί και ο Φρυνίων με τη Νέαιρα κι ότι, εκεί, πολλοί μέσα στη νύχτα σηκώθηκαν και πήγαν στη Νέαιρα, ανάμεσά τους και οι ίδιοι, αλλά και οι οικιακοί δούλοι του Χαβρία.

“Επειδή, όμως, ο Φρυνίων συνεχώς προπηλάκιζε με ασέλγεια τη Νέαιρα και δεν την αγαπούσε, όπως εκείνη ήλπιζε, κι ούτε και πραγματοποιούσε τις επιθυμίες της, εκείνη μάζεψε τα πράγματά της από το σπίτι του, ρούχα και χρυσαφικά δηλαδή και δύο υπηρέτριές της, τη Θράττα και την Κοκκαλίνη, και δραπέτευσε στα Μέγαρα. Ήταν εκείνη η χρονιά που άρχοντας στην Αθήνα ήτανε ο Αστείος, η περίοδος δηλαδή, κύριοι δικαστές, που πολεμούσατε για δεύτερη φορά εναντίον των Λακεδαιμονίων. Η Νέαιρα έμεινε στα Μέγαρα και την επόμενη χρονιά, όταν άρχοντας εδώ έγινε ο Αλκισθένης. Σ” αυτήν την πόλη, ωστόσο, δεν της απέφερε πολλά χρήματα η εργασία της με την εκμετάλλευση του σώματός της και δεν μπορούσε να συντηρεί το σπίτι της. Γιατί και η ίδια ήταν πολυέξοδη και οι Μεγαρείς μικρόνοες και τσιγγούνηδες. Κι ούτε και πολλοί ξένοι επισκέπτονταν την πόλη, καθώς εσείς εμποδίζατε, λόγω της ηγεμονίας σας στη θάλασσα, το εμπόριο στα Μέγαρα που ήταν πόλη συμμαχική των Λακεδαιμονίων. Κι από την άλλη, η Νέαιρα δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο, λόγω των ένορκων δεσμεύσεων που είχαν συνοδεύσει την απελευθέρωσή της από τον Ευκράτη και τον Τιμανορίδα.

Όταν όμως έγινε η μάχη στα Λεύκτρα μεταξύ Σπαρτιατών και Θηβαίων, τότε πήγε από την Αθήνα στα Μέγαρα ο Στέφανος και άρχισε να συζεί μαζί της, αφού ήταν εταίρα. Του διηγήθηκε όλη τη ζωή της και την αλαζονεία του Φρυνίωνα. Έδωσε, μάλιστα, στον Στέφανο όλα τα πολύτιμα που είχε πάρει από εκείνον και του εξήγησε ότι η ίδια θα προτιμούσε να ζει στην Αθήνα, αλλά φοβόταν τον παλιό εραστή της γιατί το ένιωθε ότι τον είχε βλάψει και εξοργίσει. Επειδή γνώριζε, λοιπόν, τον βίαιο χαρακτήρα του Φρυνίωνα κι είχε επίσης αντιληφθεί ότι ο Στέφανος ήταν μάλλον ήπιος, ζήτησε από τον δεύτερο να την προστατεύσει. Κι αυτός την ξεσήκωνε, στα Μέγαρα, και την έκανε να αναθαρρήσει, λέγοντάς της ότι, αν τολμούσε να την αγγίξει ο Φρυίων, θα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Της υποσχέθηκε επίσης ότι θα την έπαιρνε γυναίκα του κι ότι θα ενέγραφε τα παιδιά της στη φρατρία του σαν να ήταν δικά του παιδιά, για να τα κάνει Αθηναίους πολίτες κι ότι δεν θα άφηνε κανέναν να την βλάψει.

Κι έτσι, επέστρεψε από τα Μέγαρα ο Στέφανος στην Αθήνα, παίρνοντας μαζί του τη Νέαιρα και τα τρία παιδιά της, τον Πρόξενο, τον Αριστίωνα κι ένα κορίτσι, που τώρα ονομάζεται Φανώ. Την εγκατέστησε μαζί με τα παιδιά σ” ένα σπιτάκι που έχει στην περιοχή του Ψιθυριστή Ερμή, ανάμεσα στο σπίτι του Δωρόθεου από την Ελευσίνα και στο σπίτι του Κλεινόμαχου, εκείνο που πρόσφατα αγόρασε ο Σπίνθαρος για επτά μνες. Αυτή ήταν όλη κι όλη η περιουσία του Στέφανου. Έφερε, λοιπόν, μαζί του τη Νέαιρα και την εγκατέστησε, για δύο λόγους. Καταρχάς, για να έχει δωρεάν μια ωραία εταίρα. Κατά δεύτερον, για να την βάζει να συντηρεί το σπίτι του ασκώντας το επάγγελμά της. Εξάλλου, ο ίδιος δεν διέθετε άλλους πόρους εκτός ίσως από τις απολαβές που είχε κάθε φορά που κατέθετε συκοφαντικές καταγγελίες εναντίον πολιτών.

Ο Φρυνίων, βεβαίως, έμαθε ότι η Νέαιρα βρισκόταν στην Αθήνα στο σπίτι του Στέφανου και πήγε εκεί, μαζί με νεαρούς φίλους του, και την άρπαξε. Και τότε, ο Στέφανος, θέλοντας να την πάρει από τον Φρυνίωνα, την διεκδίκησε ως απελεύθερη διά της νομικής οδού, καταθέτοντας για χάρη της εγγύηση στον άρχοντα πολέμαρχο. Καλώ ως μάρτυρα για την επιβεβαίωση των λόγων μου τον Αιήτη από τον δήμο των Κειριαδών, που τότε ήταν άρχοντας πολέμαρχος.”

– Παρίσταται ο Αιήτης και βεβαιώνει ότι, όταν ήταν άρχων πολέμαρχος, ο Φρυνίων, ο αδελφός του Δημοχάρη, υποχρέωσε τον Στέφανο από τον δήμο των Ερυιαδών να καταθέσει εγγύηση για την κατηγορουμένη Νεαίρα. Εκτός από τον Στέφανο, ως εγγυητές έδρασαν και ο Γλαυκέτης από την Κηφισιά κι ο Αριστοκράτης από το Φάληρο.

“Η Νέαιρα, λοιπόν, καλύφθηκε από την καταβολή αυτών των εγγυήσεων κι επέστρεψε στο σπίτι του Στέφανου. Συνέχισε, βεβαίως, να ασκεί το επάγγελμά της, ζητώντας τώρα πια περισσότερα χρήματα από όποιον την ζητούσε, γιατί τώρα είχε και νομική κάλυψη για τη συγκατοίκησή της με έναν άντρα. Ο Στέφανος, πάλι, όποτε ανακάλυπτε για κάποιον εραστή της ότι ήταν πλούσιος, τον κλείδωνε μέσα στο σπίτι, εκβιάζοντάς τον ότι θα τον καταγγείλει για μοιχεία, προκειμένου να αποσπά περισσότερα χρήματα. Γιατί ούτε ο Στέφανος, ούτε η Νέαιρα είχαν περιουσία ώστε να αντεπεξέρχονται στα καθημερινά τους έξοδα, που ήταν πολλά, αφού έπρεπε να συντηρούν και τα τρία παιδιά της, καθώς και δύο υπηρέτριες και έναν υπηρέτη. Εξάλλου, η Νέαιρα ήτανε μαθημένη στην καλοπέραση που, μέχρι τότε, της εξασφάλιζαν οι διάφοροι προστάτες της. Και την εποχή εκείνη, ο Στέφανος δεν ήτανε ακόμη ρήτορας, αλλά ένας απλός συκοφάντης, από αυτούς που κάθονται πλάι στο βήμα στην αγορά και κάνουν σαματά ή που πληρώνονται για να κατηγορούν άλλους πολίτες είτε καταθέτοντας οι ίδιοι μηνύσεις είτε εμφανιζόμενοι ως μάρτυρες σε υποθέσεις άλλων μηνυτών…..

Ωστόσο, ο Φρυνίων δεν έμενε άπραγος. Έκανε μήνυση στον Στέφανο, κατηγορώντας τον ότι του πήρε τη Νέαιρα σαν να ήταν ελεύθερη και ότι είχε δεχτεί στο σπίτι του τα πράγματα που εκείνη είχε κλέψει όταν έφευγε από το δικό του σπίτι. Τότε, οι φίλοι των δύο αντρών πρότειναν να λυθεί η διένεξή τους με διαιτησία. Διαιτητής του Φρυνίωνα ανέλαβε ο Σάτυρος από την Αλωπεκή, αδελφός του Λακεδαιμόνιου, ενώ ο Σαυρίας από τα Λάμπτρα ορίστηκε για να ενεργήσει για λογαριασμό του Στέφανου. Ως κοινά αποδεκτό διαιτητή επέλεξαν τον Διογείτονα από τις Αχαρνές. Διαβουλεύτηκαν, λοιπόν, οι διαιτητές στο ιερό, έχοντας ακούσει και τις δύο πλευρές και τα έργα της γυναίκας κι αποφάνθηκαν για λύση κοινά αποδεκτή. Η γυναίκα θα απελευθερωνόταν και θα ήταν πια κυρία του εαυτού της. Θα έδινε πίσω στον Φρυνίωνα όσα τού είχε υπεξαιρέσει, δηλαδή τα χρυσαφικά και τις υπηρέτριες, και θα κρατούσε μόνο τα ρούχα που είχαν φτιαχτεί για προσωπική της χρήση. Και στο εξής, θα ζούσε με τους δύο άντρες εναλλάξ, μέρα παρά μέρα. Κι αν ο Φρυνίων και ο Στέφανος κατέληγαν ποτέ στο μέλλον σε άλλη κοινά αποδεκτή απόφαση, αυτή θα ήταν έγκυρη. Στο μεταξύ όμως θα αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο ως φίλοι και δεν θα κρατούσαν κακία μεταξύ τους. Αυτή ήταν η τελική συναινετική απόφαση της διαιτησίας για τη σχέση του Φρυνίωνα και του Στέφανου με τη Νέαιρα. Κάλεσε, σε παρακαλώ, ως μάρτυρες εκείνους τους διαιτητές.”

– Οι μάρτυρες παρίστανται και βεβαιώνουν την πράξη και το περιεχόμενο εκείνης της διαιτησίας.

“Όταν, λοιπόν, οι διαιτητές τακτοποίησαν με αυτόν τον τρόπο το θέμα, έγινε αυτό που, κατά τη γνώμη μου, συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, κυρίως όταν πρόκειται για εταίρες. Ο Φρυνίων και ο Στέφανος αντήλλασσαν επισκέψεις ο ένας στο σπίτι του άλλου, ανάλογα με το πού έμενε κάθε μέρα η Νέαιρα. Κι αυτή έτρωγε κι έπινε μαζί τους ως εταίρα. Καλώ ως μάρτυρες ότι λέω την αλήθεια τον Εύβουλο από την Προβόλινθο, τον Διοπείθη από τη Μελίτη και τον Κτήσωνα από τον Κεραμεικό, οι οποίοι συναναστρέφονταν τους δύο άντρες.”

– Παρίστανται οι μάρτυρες και βεβαιώνουν.

Ο Κατά Νεαίρας λόγος συνεχίζεται επί μακρόν, με κατηγορίες που διατυπώνονται πλέον εις βάρος και του ίδιου του Στέφανου, αλλά και της κόρης της Νέαιρας που, αν και εκδιδόμενη από τη μητέρα της, κατάφερε να εξαπατήσει για την ταυτότητα και την αγνότητά της έναν Αθηναίο πολίτη, ώστε να την παντρευτεί, και μάλιστα πολίτη που λειτούργησε ως άρχων βασιλεύς στα Ανθεστήρια. Υπό το βάρος της σωρείας των καταγγελιών, φαίνεται ότι η καταδικαστική απόφαση στην υπόθεση ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Ο Στέφανος θα έπρεπε να πληρώσει μεγάλο χρηματικό πρόστιμο στην πόλη για παραβίαση του νόμου περί γάμου και για εξαπάτηση της πόλης. Η δε Νέαιρα και τα παιδιά της θα πουλιούνταν εκ νέου ως δούλοι.

Στη δίκη της, η Νέαιρα μάλλον δεν είχε έναν δαιμόνιο δικηγόρο για να οργανώσει την υπεράσπισή της σαν εκείνον τον Υπερείδη, που, κατά τα γραφόμενα του Αθήναιου (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ 59), είχε την λαμπρή έμπνευση να γυμνώσει αιφνιδιαστικά μπροστά στους δικαστές την εκπάγλου καλλονής κατηγορουμένη Φρύνη και να πετύχει την πανηγυρική της αθώωση, όταν εκείνη η εταίρα είχε συρθεί στο δικαστήριο. Εξάλλου, στην περίπτωση της Νεαίρας, ελάχιστα θα είχαν απομείνει από την έσχατη υπερασπιστική γραμμή την οποία η αθηναϊκή κοινωνία θα ήταν διατεθειμένη να αναγνωρίσει σε μιαν εταίρα. Το σώμα της θα είχε πια γεράσει.

Αντήνωρ Ικετάονος, μία μετριοπαθής φωνή στο στρατόπεδο των Τρώων

Ο πόλεμος μεταξύ Αχαιών και Τρώων, ο τρωικός πόλεμος, διαρκεί δέκα ολόκληρα χρόνια. Αρχίζει με την εγκατάσταση των Αχαιών στην παράκτια περιοχή της Τρωάδας και τελειώνει με το θάνατο και την ταφή του Έκτορα, αφού η άλωση της Τροίας θα συμβεί λίγο αργότερα και την αφηγείται ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος στο έπος του "Αιθιοπίς".


Ο δεκαετής φονικός πόλεμος αναστατώνει την περιοχή της Τρωάδας, επιφέρει ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές και στέλνει χιλιάδες ψυχές ανθρώπων στον Άδη. Προξενεί πολλή θλίψη και απογοήτευση αλλά ταυτόχρονα και δικαιολογημένη οργή εναντίον του επιπόλαιου πριγκιπόπουλου, του Πάρη, που, καταπατώντας το θεσμό της φιλοξενίας, αρπάζει την Ελένη, τη βασίλισσα της Σπάρτης και την οδηγεί στην Τροία. Η όλως αψυχολόγητη πράξη του γίνεται αιτία πολέμου και ξεσηκώνει ένα πλήθος ελληνικών πόλεων εναντίον των Τρώων, για να λάβουν εκδίκηση για την προσβολή που τους έγινε.

Ο σημερινός αναγνώστης του έπους της Ιλιάδας είναι φυσικό να μένει έκπληκτος με τις διαστάσεις που έλαβε μια αρπαγή γυναίκας, της Ελένης, αφού ήταν ένα ζήτημα που δε δικαιολογούσε πολεμική σύρραξη και το δίχως άλλο θα μπορούσε να λυθεί με διαπραγματεύσεις. Και όμως, ένα τόσο απλό ζήτημα έμεινε άλυτο και κατέληξε σε πόλεμο.

Τι τέλος πάντων συνέβη και οι δύο λαοί έφτασαν στον αλληλοσπαραγμό;

Μήπως έλειπε η διάθεση από τους δύο λαούς για συνεννόηση;

Μήπως απουσίαζαν οι συνετές φωνές από τα δύο στρατόπεδα, που με τη μεσολάβηση και το κύρος τους θα μπορούσε να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση και να αποφευχθεί ο φονικός πόλεμος;

Η αλήθεια είναι πως ο ποιητής έχει λάβει υπόψη του πριν από μας τα τέτοιου είδους ερωτήματα και φρόντισε να δώσει μέσα από τις σελίδες του έπους τη δική του απάντηση.

Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς πως οι δύο λαοί φτάνουν στον πόλεμο, γιατί λείπουν οι συνετές φωνές από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ο ποιητής, αρνείται κι αυτός την άποψη αυτή, γι' αυτό και φροντίζει να δώσει τη δική του απάντηση στο ζήτημα αυτό.

Δεν είναι μόνο λίγες οι τέτοιου είδους φωνές στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά, δυστυχώς, σε καιρό πολέμου οι τέτοιου είδους φωνές δεν ακούγονται, γιατί πνίγονται στον ορυμαγδό των όπλων, στο κλίμα του φανατισμού και του μίσους.

Το πιο παράξενο όμως απ' όλα είναι πως και οι θεοί δε φαίνεται να δείχνουν διάθεση να βοηθήσουν στην αποφυγή του πολέμου. Αντίθετα μάλιστα είναι χωρισμένοι κι αυτοί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και κατεβαίνουν από τον Όλυμπο με ορμή και πάθος, κονταροχτυπιούνται με αντίπαλους θεούς ακόμη και με θνητούς! ( Υ 20 και εξής).

Θα ισχυριζόταν κανείς πως ενεργούν έτσι, γιατί αυτοί, ως αθάνατοι που είναι, δε γεύονται τον τρόμο του θανάτου, ασφαλώς όμως δε συμβαίνει το ίδιο και με τον αν νιώθουν τον πόνο του τραυματισμού, αφού τραυματισμένος Άρης από το δόρυ της Αθηνάς βγάζει κραυγή πόνου και, ανεβαίνοντας στον Όλυμπο, διαμαρτύρεται στον πατέρα του, Δία. (Ε 850-901).

Παρόλα αυτά, συνετούς ανθρώπους διαθέτουν και τα δύο στρατόπεδα, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη μιας, έστω και μικρής μειοψηφίας, που αντιδρά στον πόλεμο και τη φιλοσοφία του.

Μια τέτοια ισχυρή ξεχωριστή και θαρραλέα φωνή στο στρατόπεδο των Τρώων είναι και η φωνή του συνετού Αντήνορα, ενός συμπαθούς ανθρώπου με άσπρα μαλλιά, με πείρα ζωής και μεγάλη επιρροή στους συμπατριώτες του. Είναι γιος του Ικετάονα και της Κλεομήστορας. Μετέχει στον πόλεμο μαζί με τα έξι παιδιά του, που έχει αποκτήσει από το γάμο του με τη Θεανώ, κόρη του Κισσέα, ιέρεια στο ναό της Αθηνάς στην ακρόπολη της Τροίας, και είναι περήφανος γι΄αυτά, γιατί το καθένα έχει τη δική του διαδρομή και προσφορά στον πόλεμο (Αρχέλοχος, Ακάμας, Ιφιδάμας, Κόων, Λαοδάμας, Δημολέων).

Ο Αντήνορας είναι συνετός και δίκαιος. Κατέχει ανάμεσα στους Τρώες τη θέση που κατέχει ο Νέστορας στους Αχαιούς. Διαφωνεί με το αιματοκύλισμα των δύο λαών για χάρη του Πάρη και το φωνάζει δυνατά σε κάθε περίσταση, πλην όμως μάταια. Τους περισσότερους από τους συμπατριώτες του διακατέχει το μίσος και το πάθος του πολέμου.

Ανάλογες συνετές φωνές όμως διαθέτει και το άλλο στρατόπεδο, των Αχαιών. Ζητούν κι αυτές να βρεθεί συμβιβαστική λύση, ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία.

Η πρωτοβουλία όμως φαίνεται πως ανήκει στο Μενέλαο και στον Οδυσσέα, που μαζί αποφασίζουν και μεταβαίνουν στην Τροία, πριν ακόμη αρχίσουν οι εχθροπραξίες, για να βολιδοσκοπήσουν τους ηγέτες της Τροίας αν είναι διατεθειμένοι για μια συμβιβαστική λύση, γιατί κατανοούν τις οδυνηρές επιπτώσεις που θα έχει ένας πόλεμος για τους δύο λαούς. Οι δύο άνδρες, φτάνοντας στην Τροία, βρίσκουν εκεί θερμό υποστηρικτή τους το γερο- Αντήνορα, ο οποίος μάλιστα τους φιλοξενεί στο σπίτι του. Το ομολογεί ο ίδιος στο διάλογό του με την Ελένη, όταν εκείνη ανεβαίνει στα κάστρα της πόλης και παρουσιάζει στον Πρίαμο και στους άρχοντες της Τροίας, τους αρχηγούς των Αχαιών, που κινούνται κάτω στον κάμπο μπροστά από τις τάξεις του στρατού τους.

" Στις Πύλες πάνω κάθονταν ο Πρίαμος και μαζί του
ο Πάθοος, ο Θυμοίτης, ο Λάμπος, ο Κλυτίος
και ο γενναίος Ικετάονας, κι ακόμα ο Ουκαλέγων
κι ο Αντήνορας, κι οι δυο τους μυαλωμένοι, των Τρώων σύμβουλοι.
Απόμαχοι από τα γηρατειά, ωστόσο ρήτορες λαμπροί,
μοιάζανε με τζιτζίκια, που καθισμένα στου δρόμου τα δέντρα
σκορπούν τριγύρω τους το απαλό τραγούδι.
Τέτοιοι των Τρώων οι σύμβουλοι καθόντανε στον πύργο" (Γ 146-153).
Η Ελένη, σε όλους αυτούς και στον Πρίαμο, παρουσιάζοντας τους αρχηγούς των Αχαιών, μόλις φτάνει στον Οδυσσέα, τονίζει πως αυτός είναι ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ο βασιλιάς της Ιθάκης.
" Ο πολυμήχανος γιος του Λαέρτη είναι αυτός, ο Οδυσσέας,
που μεγάλωσε στη χώρα της Ιθάκης, έναν πετρότοπο,
μα η σκέψη του είναι βαθιά κι οι πονηριές πολλές"(Γ 200-202).
Τότε ο Αντήνορας, που γνώριζε τον άνδρα από παλιά, επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της Ελένης και λέει:
"Κοπέλα μου, σωστός, αλήθεια είναι ο λόγος σου!
Γιατί παλιά ήρθε κι εδώ ο θεϊκός Οδυσσέας,
φέρνοντας μήνυμα για σένα μαζί με το γενναίο Μενέλαο.
Κι εγώ τους φιλοξένησα, τους φίλεψα στο σπίτι,
και το παράστημά τους γνώρισα και τις βαθιές τους σκέψεις.
Όταν μια μέρα βρέθηκαν σε σύναξη των Τρώων,
καθώς οι δυο τους στέκονταν, τον ξεπερνούσε ο Μενέλαος
με τους φαρδιούς τους ώμους, μα όταν κάθονταν κι οι δυο,
πιο μεγαλόπρεπος φαινόταν ο Οδυσσέας" (Γ 204-223).
Ας μη μας εκπλήσσει η λέξη παλιά, γιατί τα γεγονότα της Ιλιάδας είναι γεγονότα του τελευταίου έτους του τρωικού πολέμου, του δέκατου.

Επομένως, η επίσκεψη του Οδυσσέα και του Μενέλαου έγινε πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Το επιβεβαιώνει και ο Αντήνορας, ο άνθρωπος που ήρθε σε επαφή μαζί τους, για να βρεθεί μια λύση στο ζήτημα της Ελένης, γεγονός που δείχνει το σοβαρό ενδιαφέρον από την πλευρά των επιδρομέων Αχαιών για έναν έντιμο συμβιβασμό.

Με τη λύση του συμβιβασμού και της αποφυγής του πολέμου φαίνεται πως συμφωνεί και ο Πρίαμος, γιατί αλλιώς πώς μπορεί να ερμηνευτεί η επικύρωση με όρκο από τον ίδιο των όρων της μονομαχίας, μιας μονομαχίας που αποφασίζεται και με την έγκριση του Έκτορα;

Γι' αυτό, όταν κατεβαίνει ο Πρίαμος στον κάμπο,για να επικυρώσει τη συμφωνία με όρκο, δε συνοδεύεται μόνο από τον Ιδαίο τον αμαξηλάτητου , αλλά τον συνοδεύει και ο συνετός Αντήνορας.

" Ανέβηκε ο Πρίαμος και τράβηξε τα χαλινάρια πίσω
πλάι του ανέβηκε ο Αντήνορας στο πανέμορφο αμάξι
και τα γοργά άτια κεντούν απ' τις Σκαιές πύλες προς τον κάμπο (Γ 261-263).

Μετά την επιβεβαίωση της συμφωνίας με όρκο, ο Πρίαμος αποχωρεί και επιστρέφει στην πόλη, προσποιούμενος ότι δεν μπορεί να βλέπει το γιο του να χτυπιέται με το Μενέλαο. Η επικύρωση και μόνο της συμφωνίας μας επιτρέπει να σκεφτούμε ότι στο βάθος συμφωνεί κι αυτός με την ιδέα του τερματισμού του πολέμου, έστω και με τον τρόπο αυτό, μια και η μονομαχία θα μπορούσε να προλάβει μια περαιτέρω αιματοχυσία.

Όταν όμως η μονομαχία μεταξύ τω δύο ανδρών δεν έδωσε νεκρό, όπως ήταν συμφωνημένο, παρά μόνο ήττα και τραυματισμό του Πάρη, ο Αγαμέμνων, όλως πέρα από τους όρους της συμφωνίας, απαιτεί να επιστρέψει ο Πάρης την Ελένη και τους θησαυρούς που άρπαξε από το παλάτι του Μενέλαου, πλην όμως εισπράττει αρχικά την άρνηση του Πάρη, αλλά στη συνέχεια, ύστερα από πιεστική επέμβαση του Αντήνορα, υποχωρεί και δέχεται να επιστρέψει μόνο τους θησαυρούς, όχι όμως και την Ελένη!

"Ακούστε με, Τρώες και Δάρδανοι και σύμμαχοι, να σας πω
όσα μου λέει μες στα στήθη μου η καρδιά:
ελάτε, ας δώσουμε στους γιους του Ατρέα την Αργίτισσα Ελένη
και τους θησαυρούς της, γιατί τους πολεμούμε, αφού αθετήσαμε
τους όρκους τους πιστούς. Καλό να δούμε μην το ελπίζετε, αν δεν ακούσετε τη συμβουλή μου αυτή"( Η 348-353).

Ο Πάρης, θέλοντας να είναι συνεπής προς την υπόσχεσή του, στέλνει τον Ιδαίο στους Αχαιούς και μέσω αυτού ανακοινώνει την απόφαση του να επιστρέψει μόνον τους θησαυρούς.

Οι Αχαιοί, κυρίως όσοι δε θέλουν τη διευθέτηση του ζητήματος ειρηνικά, αντιδρούν δυναμικά. Η πρώτη αντίδραση εκδηλώνεται από το γενναίο Διομήδη, ο οποίος προτείνει να μη δεχτούν τις προτάσεις των Τρώων τώρα που η ώρα του ολέθρου για τους Τρώες είναι κοντά(Η 400-410).

Τελικά, η πρόταση του Πάρη απορρίπτεται και οι δύο θεές Ήρα και Αθηνά, που θέλουν τη συνέχιση του πολέμου και την καταστροφή της Τροίας, ενεργώντας υστερόβουλα, πείθουν τον Πάνδαρο και τοξεύει εν ψυχρώ το Μενέλαο, τον οποίο τραυματίζει.

Από τη στιγμή εκείνη το σκηνικό αλλάζει και φουντώνει ο πόλεμος. Τα θύματα πολλαπλασιάζονται από τα δύο μέρη, ώσπου ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, το γενναίο υπερασπιστή της πόλης του, γεγονός που προδιαγράφει και το τέλος της Τροίας.

Μετά την άλωση του Ιλίου, λέγεται πως οι νικητές Αχαιοί, όταν άρχισαν να καίνε την πόλη του Πρίαμου, σεβάστηκαν τον Αντήνορα και την οικογένειά του, ενώ οι φιλοπόλεμοι Τρώες τον χαρακτήρισαν προδότη. Στον πόλεμο οι λέξεις, δυστυχώς, χάνουν το νόημά τους. Ο συνετός Αντήνορας χαρακτηρίζεται από τον Πάρη άμυαλος γέρος, ο πατριώτης χαρακτηρίζεται προδότης, ο ηθικός ανήθικος, ο ειλικρινής ψεύτης κτλ.

Πάντως, από όσα έχουν εκτεθεί γίνεται φανερό πως συνετές φωνές υπήρχαν και στα δύο στρατόπεδα και επεσήμαιναν την αναγκαιότητα του συμβιβασμού και της ειρηνικής διευθέτησης ενός όχι και τόσου σοβαρού ζητήματος, πλην όμως τις έπνιξαν οι περισσότερες και ισχυρότερες φωνές των φιλοπόλεμων, η μισαλλοδοξία, η εκδικητικότητα και η απερισκεψία. Αλίμονο!

Αφήνεις τον εαυτό σου να καθορίζεται από το σκοτάδι σου;

Μερικοί από εμάς έχουμε βιώσει μεγάλη θλίψη, άγχος, κατάθλιψη, ή τραύμα, αλλά δεν πρέπει να μένουμε σε αυτό για πάντα.

Μερικοί από εμάς επιλέγουμε να φοράμε το παρελθόν μας σαν να ζούμε ακόμα σε αυτό, αντί να το φοράμε σαν περήφανη ουλή μάχης, κάτι που ξεπεράσαμε και δεν αφήσαμε να μας νικήσει.

Ο σωματικός πόνος είναι ακόμα ένα πράγμα μέσα στο οποίο χάνουμε την ταυτότητά μας.

Όταν υπομένουμε τον πόνο για μεγάλο χρονικό διάστημα, αισθανόμαστε σαν αυτό να εξαλείφει το ποιοι είμαστε.

Δεν μπορούμε να απολαύσουμε τη ζωή με τον τρόπο που το κάναμε, δεν μπορούμε να τρέξουμε ή να παίξουμε ή να κάνουμε τα πράγματα που κάποτε μας άρεσε να κάνουμε.

Αλλά δεν πρέπει να αφήνουμε τον πόνο μας να μας καθορίζει.

  Έχουμε την επιλογή να πούμε, «δεν μπορώ να κάνω τα πράγματα που μπορούσα να κάνω, αλλά είμαι ακόμα εγώ.

Και θα βρω καινούργια πράγματα που μου αρέσουν, και που θα με βοηθήσουν να γίνω αυτός που υποτίθεται ότι είμαι».

Από τι αφήνεις τον εαυτό σου να καθορίζεται;

Μην αφήνεις την εξάρτηση, το παρελθόν, ή τον πόνο που έχεις να σε καθορίζει.

Είσαι τόσο πολύ περισσότερο από το σκοτάδι που βιώνεις.

Περί του γυναικείου ναρκισσισμού: εκείνες που δεν ξέρουν ν’ αγγίξουν μια καρδιά χωρίς να την τσαλακώσουν

Στη ναρκισσιστική επιλογή αντικειμένου αγαπάει κανείς αυτό που είναι ο ίδιος.

 Βασισμένο στο άρθρο S. Freud. “On narcissism: an introduction” (1914-1916)
Ο Freud το 1914 μελετώντας την έννοια του ναρκισσισμού, διαφοροποιούσε την ερωτική ζωή στον άντρα και τη γυναίκας. Υποστήριζε ότι τα πρώτα σεξουαλικά αντικείμενα του παιδιού τα αποτελούν αυτά ακριβώς τα οποία ενέχονται στη διατροφή, την φροντίδα και την προστασία του, άλλως ειπείν αυτά επί των οποίων το βρέφος ερείδεται στα πρώτα βήματά του. Αυτό είναι ένα πρότυπο σχέσεων το οποίο πολλοί άνθρωποι θα ακολουθήσουν στην ερωτική ζωή τους, γυρεύοντας κατά βάθος στο αντικείμενο του πόθου την τροφοδοτική/τροφό γυναίκα ή τον προστάτη άντρα. Πρόκειται για τον ανακλιτικό τύπο επιλογής του αντικειμένου, ο οποίος είναι κατεξοχήν αντικειμενοτρόπος, στοχεύει δηλαδή στη σχέση του υποκειμένου με κάποιον άλλο. Εντούτοις, άνθρωποι με διαταραγμένη ψυχοσεξουαλική εξέλιξη επιλέγουν το μεταγενέστερο ερωτικό αντικείμενο με πρότυπο όχι τη μητέρα ή τον προστάτη (την ετερότητα), αλλά τον εαυτό τους προάγοντας τοιουτοτρόπως μια ναρκισσιστική επιλογή αντικειμένου. Ο στόχος και η ικανοποίηση ενός ανθρώπου στη ναρκισσιστική επιλογή αντικειμένου είναι πρωτίστως να αγαπηθεί από έναν άλλον άνθρωπο.

Στη ναρκισσιστική επιλογή αντικειμένου αγαπάει κανείς αυτό που είναι ο ίδιος (τον εαυτόν του), αυτό που ήταν κάποτε ο ίδιος και το έχασε, αυτό που θα επιθυμούσε να είναι ή το πρόσωπο εκείνο που είναι ένα μέρος του εαυτού του ή που διαθέτει χαρίσματα τα οποία του λείπουν. Σε κάθε άνθρωπο είναι ανοιχτοί και οι δύο δρόμοι επιλογής του αντικειμένου, ο ανακλιτικός και ο ναρκισσιστικός, και μπορεί να προτιμηθεί ο ένας ή ο άλλος. Τω όντι, ο Freud διατεινόταν ότι ο άνθρωπος έχει δύο σεξουαλικά αντικείμενα στα οποία στοχεύει, τον εαυτόν του και την γυναίκα που τον φροντίζει.

 Ο πλήρης έρωτας προς το αντικείμενο σύμφωνα με τον ανακλιτικό τύπο είναι χαρακτηριστικός κυρίως για τον άντρα και λαμβάνει χώρα με πρότυπο την μητέρα του. Σε αυτήν την περίπτωση ο άνδρας υπερτιμά σεξουαλικά το αντικείμενο του πόθου του, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί παρά μετάθεση/μετατόπιση του δικού του πρωταρχικού παιδικού ναρκισσισμού στο αντικείμενο της επιθυμίας. Αυτή η σεξουαλική υπερτίμηση επιτρέπει τη δημιουργία μιας ιδιόρρυθμης κατάστασης, της ερωτοληψίας, η οποία θυμίζει την ιδεοληπτική συνθήκη (ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση) και οδηγεί στην πτώχευση της λιβιδούς του Εγώ (ναρκισσιστική λιβιδώς). Η ερωτοληψία συνίσταται σε έναν κατακλυσμό του αντικειμένου από την λιβιδώ του Εγώ του υποκειμένου. Πρόκειται για ένα είδος λιβιδινικής αιμορραγίας του ατόμου, καθώς η ψυχική ενέργεια αποσύρεται από το Εγώ και επενδύεται σχεδόν ολοκληρωτικά στον άλλο (λιβιδώς του αντικειμένου), εξυψώνοντας το σεξουαλικό αντικείμενο σε σεξουαλικό ιδανικό, είναι η προβολή του ιδεώδους Εγώ του υποκειμένου επί του αγαπώμενου αντικειμένου. Η λιβιδινική επένδυση των αντικειμένων δεν εξυψώνει την αυτοπεποίθηση του υποκειμένου, η εξάρτηση από το αγαπημένο αντικείμενο επενεργεί μειωτικά, όποιος είναι ερωτευμένος είναι ταπεινός και εμφορείται από αισθήματα κατωτερότητας. Το ερωτευμένο άτομο προικίζει με όλα τα καλά το αντικείμενο της επιθυμίας του. Όπως και στην ύπνωση το υποκείμενο χάνει τις δικές τους ιδιότητες για χάρη του αγαπώμενου, το Εγώ του γίνεται όλο και λιγότερο απαιτητικό όλο και πιο σεμνό ενώ το αντικείμενο γίνεται όλο και πιο υπέροχο και πολύτιμο, έλκει τότε πάνω του όλο την αγάπη που το Εγώ θα μπορούσε να νιώθει για τον εαυτό του. Αυτή η ναρκισσιστική κατάρρευση που συνδέεται με την αποδυνάμωση του Εγώ δημιουργεί μια επανάσταση στο υποκείμενο, οπότε σε έναν μεθύστερο χρόνο μπορεί να απελευθερώνει μίσος απέναντι στο αγαπημένο αντικείμενο για το οποίο έχει θυσιαστεί. Όποιος αγαπάει έχει χάσει κατά κάποιον τρόπο ένα μέρος του ναρκισσισμού του και μόνο αν αγαπηθεί μπορεί να το αναπληρώσει. Ο επανεμπλουτισμός του Εγώ είναι εφικτός μόνο με την απόσυρση της λιβιδούς από τα αντικείμενα, την επιστροφή της στο Εγώ και τη μετατροπή της σε ναρκισσισμό.

 Η εξέλιξη διαμορφώνεται διαφορετικά στη γυναίκα, τουλάχιστον στον συνηθέστερο και πιθανώς πιο αμιγή και γνήσιο τύπο της. Τω όντι, κατά την εφηβεία παρουσιάζεται στο κορίτσι -διαμέσου της διάπλασης των γεννητικών οργάνων της τα οποία έως τότε βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση- μια αύξηση του παιδικού πρωτογενούς ναρκισσισμού που δεν ευνοεί τη διαμόρφωση ενός επαρκούς έρωτα προς το αντικείμενο, δεν προάγει μια αγάπη εμφορούμενη από την σεξουαλική εξιδανίκευση και υπερτίμηση του άλλου. Ιδιαίτερα, σημειώνει ο Freud, «στην περίπτωση της ανάπτυξης του κοριτσιού σε καλλονή, εμπεδώνεται στη νεαρή γυναίκα μια αυτάρκεια, η οποία την αποζημιώνει για την κοινωνικά περιορισμένη ελευθερία επιλογής αντικειμένου». (Freud S. 1914, σ.26). Για να ακριβολογήσουμε, τέτοιες γυναίκες αγαπούν μόνο τον εαυτόν τους, με την ίδια ένταση που τις αγαπάει ένας άντρας. Η ανάγκη τους δεν είναι να αγαπήσουν αλλά να αγαπηθούν και ανέχονται μόνο τους άντρες οι οποίοι εκπληρώνουν αυτόν τον όρο. Είναι στην ουσία ερωτευμένες με τον έρωτα και από την αρχή της η σχέση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Συχνά διαλύουν το δεσμό με περιφρόνηση, αφήνοντας τον άλλο συντετριμμένο, ταπεινωμένο και γεμάτο απορία. Όπως γράφει ο Stendhal (1831) δεινός μελετητής του ναρκισσισμού, τέτοιες γυναίκες «δεν ξέρουν ν’ αγγίξουν μια καρδιά χωρίς να την τσαλακώσουν».

 Γενικότερα, η ανία και στην ακραία της μορφή η αίσθηση του κενού, είναι ένα συναίσθημα στο οποίο οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ανία το αίσθημα ότι ο χρόνος είναι αργός, ότι δεν κινείται ή ότι είναι ατέρμων και ότι ο κόσμος δεν έχει νόημα, είναι άδειος ή κατοικείται από αδιάφορα αντικείμενα, ενώ ο εαυτός μας υπάρχει μόνος του, χωρίς αγάπη, χωρίς σκοπό και χωρίς αξία. Στη ζωή των ναρκισσιστικών ατόμων κυριαρχεί η πλήξη, ως αποτέλεσμα της ανίκανότητάς τους να επενδύουν σε σχέσεις και γεγονότα που δεν προσφέρουν άμεση ικανοποίηση. Ναρκισσιστικοί ασθενείς δε βρίσκουν καμιά ικανοποίηση να δίνουν από τον εαυτόν τους. Η ανάγκη τους για αγάπη είναι μονόπλευρη και ακόρεστη, απαιτητική αλλά χωρίς πίστη, απεγνωσμένα πιεστική αλλά καχύποπτη ως προς την αμοιβαιότητά της, την πιθανότητα να ικανοποιηθεί ή να βρει ανταπόκριση ανάλογη με τις μεγάλες προσδοκίες που έχουν από το αντικείμενο. Οι ανεδαφικές τους προσδοκίες καθιστούν το αντικείμενο αγάπης ανίκανο, αποστερώντας τη σχέση μαζί του από κάθε νόημα ή μέλλον.

 Ωστόσο, θεωρείται πολύ υψηλή η σημασία αυτού του τύπου της γυναίκας για την ερωτική ζωή των αρσενικών. Είναι συχνά αυτές ακριβώς οι οποίες ασκούν τη μεγαλύτερη γοητεία στους άνδρες όχι μόνο για αισθητικούς λόγους, επειδή συνήθως είναι οι ωραιότερες, αλλά πρωτίστως εξαιτίας σημαινόντων ψυχικών συσχετισμών. Πράγματι, φαίνεται ότι ο ναρκισσισμός ενός ατόμου γίνεται ελκυστικότατος σε όσους έχουν πλήρως παραιτηθεί από τη δική τους αυταρέσκεια και βρίσκονται σε ερωτική αναζήτηση του αντικειμένου. Το θέλγητρο του παιδιού οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στον ναρκισσισμό του, στην αυτάρκεια και στο απρόσιτό του, το ίδιο και το θέλγητρο ορισμένων ζώων που μοιάζουν να μη νοιάζονται για μας, όπως οι γάτες και τα μεγάλα αρπακτικά. Είναι, σημειώνει ο Freud, “… σα να ζηλεύουμε αυτά τα όντα για τη διαιώνιση μιας μακάριας ψυχικής κατάστασης, μιας απρόσβλητης θέσης της λιβιδούς, της ναρκισσιστικής, την οποίαν εμείς οι ίδιοι έχουμε εγκαταλείψει» (Freud 1914, σελ. 27).

 Φαίνεται ότι σε αυτήν τη μεγάλη γοητεία του ναρκισσιστικού θηλυκού οφείλεται ένα μεγάλο τμήμα του ανικανοποίητου του ερωτευμένου άντρα, των αμφιβολιών του για την αγάπη της γυναίκας, και των συχνών παραπόνων του για τα αινίγματα στη φύση της. Ωστόσο, υπάρχει ένας απροσδιόριστα μεγάλος αριθμός γυναικών που αγαπούν σύμφωνα με τον ανδρικό τύπο και εκδηλώνουν την ανάλογη σεξουαλική υπερτίμηση (εξιδανίκευση) απέναντι στο αντικείμενο του πόθου τους. Σημειωτέον ότι ακόμα και για τις ναρκισσιστικές και ψυχρές απέναντι στον άνδρα γυναίκες, υπάρχει ένας δρόμος που τις οδηγεί στον πλήρη έρωτα προς το αντικείμενο και αυτό έχει να κάνει με το παιδί που γεννούν. Απέναντί τους εμφανίζεται τώρα ένα μέρος του ίδιου του σώματός τους εν είδει άλλου/ξένου αντικειμένου στο οποίο μπορούν πια να χαρίσουν τον πλήρη έρωτά τους, ωστόσο από ναρκισσιστική βάση, δηλαδή μεταφέροντας στο παιδί, ως προέκτασή του σώματος και του Εγώ τους, την αγάπη που τρέφουν για τον εαυτόν τους. Άλλες πάλι γυναίκες δεν έχουν ανάγκη να περιμένουν το παιδί για να κάνουν το εξελικτικό βήμα από τον ναρκισσισμό και να φτάσουν στον έρωτα για το αντικείμενο. Είναι αυτές που αισθάνονταν ήδη πριν από την εφηβεία τους τον εαυτόν τους αρσενικό ως εκ τούτου για ένα διάστημα η πορεία τους είχε ανδρικό χαρακτήρα. Αυτή η «αρρενωπότης» μπορεί μεν να διακόπηκε με την εμφάνιση της γυναικείας ωριμότητας, ωστόσο παρέμεινε η προδιάθεσή τους να λαχταρούν ένα ανδρικό ιδανικό, το οποίο αποτελεί κατά βάθος τη συνέχεια του αγορίστικου πλάσματος που κάποτε υπήρξαν.

 Παρατηρώντας την στάση τρυφερών γονέων απέναντι στα παιδιά τους, βλέπουμε ότι προεξάρχει η εξιδανίκευση προς αυτά. Τω όντι, εδώ υφίσταται ένας καταναγκασμός να αποδίδεται σε αυτά κάθε είδους τελειότητα, να κρύβονται και να ξεχνιούνται όλα τα ελαττώματα τους, να ισχύουν για τα παιδιά αξιώσεις και προνόμια από τα οποία οι γονείς τους έχουν προ πολλού παραιτηθεί. Το παιδί πρέπει να ζήσει καλύτερα από αυτούς, να μην υποταχθεί, τουλάχιστον ολοκληρωτικά, στην αρχή της πραγματικότητας: η αρρώστια, ο θάνατος, η παραίτηση από τις απολαύσεις κ.λ.π. δεν πρέπει να ισχύουν για το παιδί, his majesty the baby. Aυτό πρέπει να υλοποιήσει τους ανεκπλήρωτους ευσεβείς πόθους των γονέων, να γίνει μεγάλος άντρας και ήρωας στη θέση του πατέρα, να παντρευτεί έναν ήρωα προς όψιμη αποζημίωση της μητέρας. Η συγκινητική και στην πραγματικότητα τόσο παιδική αγάπη των γονέων δεν είναι παρά ο αναγεννημένος ναρκισσισμός τους, ο οποίος, παρά τη μεταμόρφωσή του σε έρωτα του αντικειμένου, δεν παύει να αποκαλύπτει απαραγνώριστα την πρώην φύση του.
-----------------
 Βιβλιογραφία

Freud S. (1914-1916). On narcissism: an introduction. The standard edition of Complete Psychological Works of Sigmund Freud, Volume XIV., pp. 69-102.
Kernberg Otto (1995). Love relations. Normality and Pathology. Yale University press, New Haven and London.
 Χαρτοκόλλης Π. (2006). Χρόνος και Αχρονικότητα. Καστανιώτη, Αθήνα

Το τερατάκι του θυμού

Οι φωνές και η χρήση βίας δε κάνει καλό ούτε σε εσάς, ούτε στο παιδί.

 Ο θυμός είναι ένα πολύ υγιές συναίσθημα που πολλές φορές κατακλύζει τους ανθρώπους. Όταν όμως αυτό συμβαίνει σε μικρά παιδιά, η διαχείρισή του είναι αρκετά δύσκολη μιας και μπορεί να μην αντιλαμβάνονται απόλυτα, ανάλογα με την ηλικία τους, την πηγή του. Για αυτό το λόγο σε αυτό το κομμάτι χρειάζονται τη βοήθεια των ενηλίκων, έτσι ώστε να μάθουν να ελέγχουν αυτού του είδους τα συναισθήματα.

 Συνήθως το αίσθημα του θυμού προκαλείται από κάτι άλλο αρνητικό που μπορεί να έχει συμβεί στο παιδί και με αυτόν τον τρόπο να αμύνεται. Τέτοιου είδους συναισθήματα μπορεί να είναι η ζήλια, ο φόβος, η απογοήτευση, η ανασφάλεια, ή το άγχος. Η έκρηξη αυτών των συναισθημάτων φέρνει το θυμό. Γι” αυτό, είναι πολύ σημαντικό, πριν προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε το παιδί, να καταλάβουμε από πού μπορεί να πηγάζει ο θυμός του. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να είμαστε πιο αποτελεσματικοί.

 Βασικά θεμέλια:
Είναι πολύ σημαντικό να καλλιεργήσουμε στα παιδιά τις ικανότητες της ενσυναίσθησης και της συνεργασίας έτσι ώστε να καταφέρουν να διαχειρίζονται το θυμό τους.
Είναι πολύ βασικό να μάθουμε να διαχειριζόμαστε εμείς οι ίδιοι τον θυμό μας. Αυτό, γιατί οι ενήλικες και πιο συγκεκριμένα οι γονείς, αποτελούν παράδειγμα για τα παιδιά.
Πολύ βασικό είναι, τα παιδιά να μαθαίνουν να εκφράζουν τον θυμό τους με λόγια και όχι με χειρονομίες. Έτσι θα αποφευχθούν βίαιες και επιθετικές συμπεριφορές.
Τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία πρέπει να αισθάνονται ελεύθερα να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Έτσι, θα μπορούν έγκαιρα να μιλήσουν με τους γονείς τους για τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να τους προκαλεί κάτι και να το διαχειριστούν πριν φτάσουν στην έκρηξη θυμού.

 Τρόποι αντιμετώπισης:
Βοηθήστε το παιδί να καταλάβει τα σημάδια πριν την έκρηξη θυμού. Για παράδειγμα, έξαψη, κοκκίνισμα, ταχυπαλμία. Αυτό, θα το βοηθήσει να δράσει έγκαιρα πριν το ξέσπασμα.
Πείτε του, ότι δε θέλετε τώρα που είναι θυμωμένο, να συζητήσετε αυτό που το απασχολεί επειδή αυτή η συμπεριφορά δε θα βοηθήσει στη λύση του προβλήματος. Προτείνετε να πάει σε έναν χώρο μόνο του και όταν ηρεμήσει να μιλήσετε ήρεμα γι” αυτό που το απασχολεί.
Σε πιο μικρές ηλικίες, καλό αποτέλεσμα θα είχε και μία αγκαλιά, μιας και η αγκαλιά του γονέα ή ενός κοντινού αγαπημένου προσώπου πολλές φορές μπορεί να το ηρεμήσει και να το κάνει να αισθανθεί καλύτερα και πιο άνετα.
Βρείτε του ένα αντικείμενο που να μπορεί να ξεσπάει το θυμό του. Για παράδειγμα, ένα μαξιλάρι. Με αυτόν τον τρόπο, θα εκτονώνει εκεί τον θυμό του και μετά θα είναι σε θέση να συζητήσει με ηρεμία για το πρόβλημα.
Η κατανόηση παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του θυμού του παιδιού. Μην το κρίνετε, απλά ακούστε το και καταλάβετέ το.
Συμβουλεύστε το, όταν αισθανθεί τον θυμό να έρχεται, να μετρήσει αργά μέχρι το δέκα και να παίρνει τρεις βαθιές ανάσες.

 Είναι πολύ βασικό κατά τη διάρκεια τέτοιων κρίσεων να παραμείνετε ήρεμοι. Οι φωνές και η χρήση βίας δε θα κάνει καλό ούτε σε εσάς, ούτε στο παιδί. Αναμφίβολα θα πρέπει να δείξετε μεγάλη υπομονή και επιμονή σε αυτό, έτσι ώστε να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Να θυμάστε, όλοι χρειάζονται τον χρόνο τους με τα συναισθήματά τους και ιδιαίτερα τα παιδιά.

Γιατί και πότε πρέπει να λέτε όχι

Πολύ συχνά έχουμε την τάση να λέμε ναι, όταν μας ζητούν κάτι διότι δεν θέλουμε να στεναχωρούμε τους άλλους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εθελοντισμό, προσφορά και βοήθεια προς τους συνανθρώπους μας.

Το αίσθημα του καθήκοντος, η ανάγκη να βοηθούμε τους συνανθρώπους μας, η αδυναμία στο να λέμε όχι, πολλαπλασιάζουν τις εθελοντικές μας υποχρεώσεις και αυτό σίγουρα μπορεί να βλάπτει σοβαρά την οικογενειακή και συζυγική μας ζωή.

Όμως πρέπει να αντιληφθούμε ότι όταν φορτώνουμε υπερβολικά το πρόγραμμα μας με υποχρεώσεις ή όταν λέμε ναι συχνά στους άλλους, για οποιονδήποτε λόγο συμπεριλαμβανομένου και του εθελοντισμού, τότε δημιουργούμε για εμάς και την οικογένεια μας, υπερβολικό στρες και καταστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε συγκρούσεις.

Οι απαιτήσεις και υποχρεώσεις ακολουθούν γρήγορα η μια την άλλη. Βοήθεια για κάποιο μέλος της οικογένειας ή για κάποιο φίλο, προσκλήσεις για γεύματα ή δεξιώσεις, διεκπεραίωση μιας χάρης ή θελήματος και πολλά άλλα, μαζεύονται παίρνοντας πολύτιμο χρόνο από τη ζωή μας.

Εάν μάλιστα κάποιος ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που έχουν πρόβλημα να λένε όχι, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν και τα προβλήματα στις σχέσεις του, δεν θα αργήσουν να συσσωρευτούν.
Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να ρωτούμε τους εαυτούς μας, που θέλουμε πραγματικά να αφιερώνουμε το χρόνο μας.

Στην ουσία εκεί που τοποθετείτε το χρόνο σας, τοποθετείτε τη ζωή σας. Και εκεί που τοποθετείτε τη ζωή σας, βάζετε την αγάπη σας.

Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να ξέρετε να λέτε όχι. Συχνά όταν λέτε όχι, είναι σαν να λέτε ναι στη συζυγική σας σχέση. Το όχι είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Πρέπει να ξέρετε να λέτε όχι εάν θέλετε να επιβιώσετε σε όλα όσα καθημερινά πέφτουν πάνω σας.

Το όχι πρέπει να μεταφέρεται με ευγενικό τρόπο και στο μέτρο του δυνατού να δίνονται κατανοητές εξηγήσεις.

Προτού δεσμευτείτε ή δηλώσετε εθελοντής για ένα οργανισμό ή μια δουλειά, υπολογίστε καλά, πόσο χρόνο αυτό θα απαιτεί από εσάς, πόσο θα σας κρατά μακριά από την οικογένεια σας και πως αυτό θα επηρεάζει τη συζυγική σας σχέση.

Είναι βέβαια προτιμότερο όταν είναι δυνατό, να προσφέρετε εθελοντισμό ή να εκπληρώνετε κοινωνικές υποχρεώσεις μαζί με τη σύζυγο σας, άλλα μέλη της οικογένειας ή και με όλη την οικογένεια.

Μην φοβάστε να λέτε όχι όταν αυτό απαιτείται από τις δικές σας προσωπικές ή οικογενειακές συνθήκες. Οι άλλοι άνθρωποι θα συνεχίσουν να σας αγαπούν παρά το όχι σας που ήταν αναγκαίο να πείτε.

Προτιμάτε να δεσμεύεστε για καταστάσεις που έχουν ένα συγκεκριμένο χρονικό όριο όσον αφορά στο τι εσείς πρέπει να προσφέρετε. Προσέχετε να μην ξανοίγεστε περισσότερο από ότι πρέπει λόγω ενθουσιασμού που μπορεί να είναι στιγμιαίος ή παροδικός.

Μην νιώθετε ενοχές εάν χάνετε κάποιες συναντήσεις κάποτε. Διερωτηθείτε εάν πράγματι ήταν τόσο σημαντική η συνάντηση ή το γεγονός που χάσατε. Στις περισσότερες περιπτώσεις θα διαπιστώσετε ότι δεν ήταν σημαντικό.

Συμπερασματικά θα συγκρατήσουμε ότι ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και πρέπει να τον προστατεύουμε.

Βέβαια πρέπει να προσφέρουμε άλλα πάντοτε όταν πραγματικά μπορούμε και χωρίς να λαμβάνουμε δεσμεύσεις που δεν θα ήταν δυνατόν να υλοποιήσουμε. Και ας μην ξεχνούμε ότι πρέπει ναι διαφυλάγουμε και να προσφέρουμε άφθονο χρόνο στην οικογενειακή και συζυγική μας ζωή.

Δέκα Αρχές της Ζωής και ο τρόπος που τις αντιλαμβάνεσαι, είναι το κλειδί της ευτυχίας σου


Παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου είδα κάποιες βασικές διαφορές που είχαν οι «χαμογελαστοί» άνθρωποι και αυτοί που κατά βάση είναι «σκυθρωποί». Που όλα τα βλέπουν γκρίζα, συννεφιασμένα και που δεν μπορούν να αντικρίσουν πουθενά φως διαφυγής από το τούνελ της δυστυχίας του.

Πολλοί θεωρούν πως αν έχεις εργασία, χρήματα, σύζυγο ή έναν ερωτικό σύντροφο μπορείς να έχεις και μια καλή ζωή. Όμως η Ζωή έρχεται να μας αποδείξει το αντίθετο. Πόσες φορές εκείνη, έρχεται και μας τραβά επιδεικτικά «το χαλί κάτω από τα πόδια» και τότε άλλοι πέφτουν και σηκώνονται αμέσως, άλλοι δυσκολεύονται και άλλοι ερωτεύονται το πάτωμα…

Τι είναι όμως αυτό που δίνει δύναμη σε κάποιους ανθρώπους όταν “πέφτουν” να μην καθυστερούν το “σήκωμα” τους;

Είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνονται τη Ζωή, τις καταστάσεις και τους ανθρώπους γιατί έχουν κατανοήσει τις δέκα αρχές της Ζωής

Το μόνο σταθερό στη Ζωή είναι η ίδια η Αλλαγή
Η Ζωή Ξέρει και φέρνει στον καθένα μας ότι χρειάζεται για να μπορέσει να ωριμάσει και να αναπτυχθεί συναισθηματικά ώστε να κατανοήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Εύκολες ή δύσκολες καταστάσεις, δεν έχουν καμιά σημασία… Σημασία έχει ο τρόπος που θα τις αντικρύσουμε, θα τις βιώσουμε και τους επιτρέψουμε μέσα από την εμπειρία να γίνουν μέσα μας γνώση, σοφία. Αν καταφέρουμε να το κάνουμε αυτό, αν δούμε όλες τις εμπειρίες σαν δώρα, σαν ευκαιρίες να δυναμώσουμε ή σαν σκαλοπάτια που θα διευκολύνουν το μεγάλωμα μας τότε δεν θα αγκιστρωνόμαστε σε καμιά κατάσταση θα μπαίνουμε χωρίς έλεγχο, ολοκληρωτικά στις στιγμές μας ξέροντας, όπως γυρνάει ο τροχός της ζωής, ότι κι αυτό θα περάσει

Η Ευγνωμοσύνη είναι η πύλη για το Θεϊκό
Χρειάζεται να ειμαστε ευγνώμονες για οτιδήποτε έρχεται στη ζωή μας. Καμιά μέρα δεν είναι βέβαιο ότι θα ξημερώσει για μας. Χρειάζεται να καλωσορίζουμε τον ερχομό τους και να ζούμε την κάθε στιγμή που μας προσφέρεται με ευγνωμοσύνη. Να καλωσορίζουμε τη Ζωή και τα δώρα της και να προχωράμε στο μονοπάτι μας με αισιοδοξία και χαμόγελο.

Το Χαμόγελο είναι το εισιτήριο για μια ευτυχισμένη Ζωή
Η Ευτυχία είναι απρόβλεπτη έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις. Μπορεί να έρθει με ένα τηλεφώνημα, με μια λέξη που θα ακούσεις, με ένα βλέμμα, με ένα χαμόγελο, με ένα χάδι, με μια αγκαλιά, με ένα τραγούδι, με ένα χέρι που απλώνεται για να σε κρατήσει, με ένα χορό στη βροχή, με ένα σ’ αγαπώ…

Η Ευτυχία μπορεί να έρθει από όλους τους δρόμους, με όλους τους τρόπους…
Κι αν για κάποιο λόγο νιώθεις ότι έχει απομακρυνθεί από σένα μη σκιάζεσαι. Η ευτυχία είναι παιχνιδιάρα. Άρχισε εσύ να χαρίζεις τα χαμόγελά σου, τα χάδια σου, τις αγκαλιές σου, τα σ’ αγαπώ σου και πολύ γρήγορα θα καταφτάσει στο κατώφλι σου…
Γιατί η ΕΥΤΥΧΙΑ δεν αντέχει να βρίσκεται μακριά από την ΑΓΑΠΗ…

Το Παρελθόν είναι ιστορία και το Μέλλον ένα μυστήριο που ποτέ δεν ξέρεις πως θα σου φανερωθεί.
Είναι σημαντικό να μην σέρνουμε το παρελθόν μας στην τωρινή μας ζωή. Ότι μας πλήγωσε ότι μας πληγώνει είναι πίσω και εμείς, μόνο εμείς, το φέρνουμε στο παρόν μας με τις σκέψεις μας, τους φόβους μας, τη συμπεριφορά μας αρκούμενοι να μεγαλώσουμε και να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας. Είναι καλό να ¨κυττάξουμε¨ τον πληγωμένο εαυτό μας και να απελευθερωθούμε από το βάρος του παρελθόντος χωρίς να αναμασάμε με παράπονο και αυτολύπηση τις στιγμές που βιώσαμε πόνο, απόρριψη, εγκατάλειψη ή προδοσία γιατί με αυτόν τον τρόπο χρωματίζουμε αρνητικά το παρόν μας και βάζουμε το λιθαράκι μας για να χτίσουμε ένα δύσκολο και σκοτεινό μέλλον.

Η Συγχώρεση είναι η Αρετή της καρδιάς
Είναι ουσιαστικό για την εσωτερική μας γαλήνη, θεραπεία και ανάπτυξη να απελευθερωθούμε από το παρελθόν και να τους συγχωρήσουμε όλους.
Τις περισσότερες φορές χωρίς να το ξέρουμε σέρνουμε σε κάθε βήμα μαζί μας την αρνητική ενέργεια και το βάρος των τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος μας όπως ο φυλακισμένος σέρνει την σιδερένια μπάλα στο πόδι του. Για να απαλλάξουμε από αυτά που κουβαλάμε ή σέρνουμε μαζί μας από το παρελθόν πρέπει να είμαστε έτοιμοι να συγχωρήσουμε τον καθένα ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μας.
“Σε συγχωρώ που δεν ήσουν όπως εγώ σε ήθελα. Σε συγχωρώ που δεν μου έδωσες την αγάπη όπως την ήθελα. Σε συγχωρώ και σε αφήνω ελεύθερο”. Αυτή και μόνον η δήλωση μπορεί να μας απελευθερώσει.

Η Αυτογάπη είναι ¨Ιερό Καθήκον¨
Αγαπώ τον εαυτό μου σημαίνει ότι δεν τον κρίνω. Ότι αποδέχομαι τις ¨αδυναμίες¨ μου και μαθαίνω μέσα από τα λάθη μου. Ότι δεν αγκιστρώνομαι από τα βάσανα μεγαλώνοντας την αυτολύπηση μέσα μου και δεν καταστρέφω τη χαρά μου με μίζερες σκέψεις…
Ότι γνωρίζω τι ακριβώς θέλω και αυτό ζητώ ξεκάθαρα. Είμαι αυτό που είμαι και επικοινωνώ με τους ανθρώπους γύρω μου μέσα από την Αλήθεια μου.
Ότι φροντίζω να μου δίνω αρκετό χρόνο μέσα στη μέρα για χαλάρωση και ηρεμία. Είναι καλό να μου χαρίζω ¨γόνιμο¨ χρόνο με τους ανθρώπους που αγαπώ και να μην αφήνομαι να ρουφιέμαι από την τηλεόραση και τον υπολογιστή…
Αποκτώ και πάλι εμπιστοσύνη ώστε να μπορώ να αντικρίζω το καλό και το όμορφο εκεί που νόμιζα ότι δεν υπάρχει. Γεμίζω με αθωότητα την ματιά μου για να ξαναδώ ότι η Ζωή είναι ένα παιχνίδι…

Η Κατανόηση είναι ο τρόπος που αγγίζονται οι καρδιές
Ο άνθρωπος που έχει κατανόηση ξέρει ότι τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Γνωρίζει ότι πίσω από τις έντονες αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων κρύβεται κάποια πληγή που δεν έχει επουλωθεί και κάποιος φόβος που δεν θέλουν αυτοί να φανερώσουν. Έχει πάψει να είναι εγωιστής και να σκέφτεται τον εαυτό του. Έχει σταματήσει να βάζει στους ανθρώπους γύρω του ταμπέλες και να τους τοποθετεί μέσα στο κουτί της ίδιας, επαναλαμβάνουσας και κυλιόμενης συμπεριφοράς. Δεν παίρνει ποτέ την θέση του ισχυρού αλλά μπορεί να γίνει ένας πολύ καλός ακροατής- εμψυχωτής γιατί έχει βαθιά ενσυναίσθηση της συναισθηματικής κατάστασης του άλλου.

Η Αλλαγή, η Μεταμόρφωση χρειάζεται Θετική σκέψη και Συνειδητή Πράξη.
Πόσες φορές έχουμε ακούσει: Δεν είναι ζωή αυτή που ζω. Δεν αντέχω άλλο πόνο, δυστυχία… δεν αντέχω άλλη μιζέρια… Θέλω να αλλάξει η ζωή μου…
Και οι περισσότεροι συνεχίζουν να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, να σπέρνουν τους ίδιους σπόρους, να ποτίζουν τις ίδιες ιδέες, να βάζουν τις ίδιες ταμπέλες, να κατηγορούν όλους τους άλλους και να περιμένουν ότι κάποιος εκεί έξω με έναν μαγικό τρόπο θα τους λυτρώσει.
Η Ζωή λέει: Μην περιμένεις από κανέναν άνθρωπο να σε απελευθερώσει. Μόνος σου δημιουργείς τα δεσμά, τις φυλακές σου… Καθημερινά με την συμπεριφορά σου, με τις σκέψεις σου, φροντίζεις οι αλυσίδες σου να είναι καλογυαλισμένες και τόσο δυνατές ώστε να μην υπάρχει καμιά πιθανότητα να ελευθερωθείς από αυτές.
Εσύ ο ίδιος έχεις γίνει αυτό που είσαι!
Αν εσύ ο ίδιος δεν αναλάβεις συνειδητά την ευθύνη σου και δεν αποφασίσεις ότι δεν χρειάζεσαι άλλο τα δεσμά σου τότε δεν θα σταματήσεις ποτέ να ζεις μια ¨μικρή¨ ζωή και δεν θα ξεδιπλώσεις ποτέ τα φτερά σου και να πετάξεις ελεύθερα έξω από τη δυστυχία…

Ένας καλός λόγος δεν κάνει μόνο πιο πλούσιο αυτόν που τον ακούει αλλά και αυτόν που τον λέει…
Ποτέ δεν ξέρεις πως πραγματικά νιώθει κάποιος. Μπορεί να δείχνει δυνατός, ¨ετοιμοπόλεμος¨ όμως μέσα του να νιώθει ευάλωτος. Ένας όμορφος λόγος, μια καλή κουβέντα μπορεί να δώσει τόση δύναμη και ζωντάνια ώστε να μετασχηματίσει μια άσχημη φαινομενικά μέρα σε μια μέρα λαμπερή και φωτεινή με άνοιγμα σε όλες τις δυνατότητες…
Ας μην γινόμαστε τσιγκούνηδες και ας ξοδεύουμε τα όμορφα λόγια μας, τα αγαπώ μας γιατί δεν μας φέρνουν μόνο πιο κοντά με τους άλλους ανθρώπους γύρω μας αλλά ενδυναμώνουν ταυτόχρονα και εμάς τους ίδιους.
Κι αν αμφιβάλλεις χαμογέλασε, πες ένα καλό λόγο και δες όχι μόνο τι ανταπόκριση θα έχουν τα λόγια σου αλλά και το πώς αλλάζει και η δική σου διάθεση. Μην ξεχνάς… Κανενός η ύπαρξη δεν είναι δεδομένη. Ας μην τη θεωρούμε λοιπόν κι ας φροντίζουμε τουλάχιστον να ομορφαίνουμε τις μέρες μας…

Να ακολουθείς πιστά τις 7 εντολές της Ζωής
Να αναπνέεις βαθιά, γεμάτα σαν να μην πρόκειται να πάρεις άλλη ανάσα..
Να απολαμβάνεις την ομορφιά όπως θα έκανες αν ήξερες ότι είναι η τελευταία που πλανεύει τη ματιά σου
Να γελάς με όλη σου την ψυχή όπως θα έκανες αν ήξερες ότι είναι το τελευταίο γέλιο που πλανεύει τα χείλη σου…
Να απολαμβάνεις καθημερινά το άρωμα της ζωής όπως θα έκανες αν ήξερες ότι είναι το τελευταίο άρωμα που πλανεύει τις αισθήσεις σου
Να χορεύεις εκστατικά όπως θα έκανες αν ήξερες ότι είναι το τελευταίος χορός σου για να πλανέψεις το Σύμπαν….
Να γεύεσαι την κάθε σου στιγμή σαν να ήταν η τελευταία…
Και να αγαπάς τόσο βαθιά, τόσο δυνατά ώστε να μη σου λείψει πότε η Αγάπη σε όλες τις στιγμές, σε όλες ζωές που πρόκειται να ζήσεις…

Στο καβούκι του ντροπαλού

Γεννιόμαστε ντροπαλοί ή οι συνθήκες μας κάνουν συνεσταλμένους; Πότε η ντροπή αρχίζει να δυσκολεύει τη ζωή μας και με ποιους τρόπους μπορούμε να τη διαχειριστούμε;

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα γαλάζιο χωριό στον βυθό της θάλασσας. Όλοι οι κάτοικοί του είχαν μπλε χρώμα και μόνο ένα χταπόδι ξεχώριζε, γιατί κοκκίνιζε από ντροπή κάθε φορά που το πλησίαζαν ή του απηύθυναν τον λόγο. Όλα άλλαξαν, όμως, όταν το χωριό επισκέφτηκε η σοφή χελώνα, η οποία βοήθησε το χταπόδι να νικήσει την ντροπή του και να βελτιώσει τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα ψάρια. Η ψυχολόγος Νένα Γεωργιάδου, στο παραμύθι της «Το ντροπαλό χταπόδι», αναφέρεται με πολύ απλό τρόπο στο συναίσθημα της ντροπής. Αλήθεια, μήπως όλοι μέσα μας κρύβουμε ένα «κόκκινο χταπόδι»; Πώς θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τα… πλοκάμια του και να ξεπεράσουμε τον φόβο της έκθεσης;

«Να ανοίξει η γη να με καταπιεί»

Πολλοί άνθρωποι ντρέπονται να μιλήσουν και να εκτεθούν μπροστά σε κόσμο, θέλουν να το βάλουν στα πόδια κάθε φορά που πρέπει να συστηθούν, κοκκινίζουν όταν τους μιλάνε, αποφεύγουν να αναφέρονται στον εαυτό τους και στα επιτεύγματά τους, δυσκολεύονται να κάνουν το πρώτο βήμα σε μια γνωριμία και γενικά δεν τα πάνε καλά με τις κοινωνικές συναναστροφές. Πρόκειται για την τυπική συμπεριφορά που έχουν οι ντροπαλοί άνθρωποι. Τα άτομα αυτά, τα οποία είναι πιθανό να ντρέπονται για κάποιο χαρακτηριστικό ή για κάποια συμπεριφορά τους (π.χ. επειδή έχουν τικ), έχουν σκυφτό το κεφάλι, αποφεύγουν να κοιτάζουν τους άλλους στα μάτια, κοκκινίζουν στο πρόσωπο, ιδρώνουν, έχουν τρεμάμενη φωνή και συχνά τραυλίζουν. Επιπλέον, διακατέχονται από ένα αίσθημα τελειομανίας, αφού θεωρούν πως ό,τι πουν πρέπει να είναι ευφυές και διασκεδαστικό, ενώ συνηθίζουν να θυμούνται μόνο τα αρνητικά. Χαρακτηρίζονται από χαμηλή αυτοεκτίμηση και από τον φόβο της απόρριψης. Θεωρούν, δηλαδή, ότι στερούνται δεξιοτήτων, ότι δεν αξίζουν την προσοχή των άλλων και είναι πεπεισμένα ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν στις συνευρέσεις με καινούργια πρόσωπα. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι από τη φύση τους άτολμα. Απλώς δεν δοκιμάζουν να εκτεθούν σε νέες καταστάσεις, επειδή κάνουν καταστροφικές σκέψεις για τον τρόπο που οι άλλοι θα τα αξιολογήσουν.

Όταν γίνεται ανεξέλεγκτο

Η αλήθεια είναι ότι όλοι αισθανόμαστε άβολα όταν καλούμαστε να εκτεθούμε μπροστά σε αγνώστους, όταν η προσοχή εστιάζεται πάνω μας, όταν βρισκόμαστε τετ-α-τετ με κάποιον που δεν γνωρίζουμε και πρέπει να επικοινωνήσουμε μαζί του. Είναι φυσιολογικές αντιδράσεις και δεν είναι περίεργο να υπάρχουν. Η ντροπή, εξάλλου, είναι ένα δυσάρεστο αλλά φυσιολογικό συναίσθημα. Όταν, όμως, ξεφεύγουμε από αυτές τις αντιδράσεις και φτάνουμε στο σημείο να χάνουμε τα λόγια μας ή να θέλουμε να χαθούμε από προσώπου γης κάθε φορά που αντικρίζουμε κάποιον άγνωστο, τότε το αίσθημα της ντροπής αρχίζει να δυσκολεύει τη ζωή μας. Οι ντροπαλοί άνθρωποι κλείνονται στον εαυτό τους, κρίνουν πολύ αυστηρά το άτομό τους (π.χ. είμαι βαρετός, μη ελκυστικός, λιγότερο έξυπνος από τους άλλους), αποφεύγουν τις κοινωνικές συναναστροφές και δεν απολαμβάνουν τη ζωή τους και τις σχέσεις τους, επειδή νομίζουν ότι οι άλλοι τους αξιολογούν και τους κρίνουν συνεχώς. Ακριβώς επειδή τους λείπει η ανθρώπινη επαφή, οι ντροπαλοί έχουν αυξημένα επίπεδα άγχους και βιώνουν έντονα τη θλίψη.

Γεννιόμαστε ή γινόμαστε ντροπαλοί;

Η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που δεν αφορά μόνο τους ενηλίκους. Εκδηλώνεται και στα μικρά παιδιά, και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της βρεφικής ηλικίας, όταν το παιδί αρχίζει να μαθαίνει τους κανόνες καλής συμπεριφοράς. Η φυσική συστολή αποτελεί ένα ιδιοσυγκρασιακό γνώρισμα, το οποίο όμως επηρεάζεται και παγιώνεται από τις εμπειρίες που αποκομίζουμε από το περιβάλλον μας (οικογενειακό, σχολικό, φιλικό), από τις καταστάσεις που βιώνουμε, αλλά και από τις επικριτικές συμπεριφορές που εισπράττουμε από σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντός μας, οι οποίες πληγώνουν την αυτοπεποίθησή μας και μας κάνουν να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας.

Ασκήσεις θάρρους

Σε πρώτη φάση, οι ενήλικοι καλούνται να αναλογιστούν σε ποιες περιστάσεις ντρέπονται, τι τους προκαλεί το αίσθημα της ντροπής, αλλά και τι περνά από το μυαλό τους όταν δημιουργείται αυτό το συναίσθημα. Πρέπει να καταλάβουν ότι η λύση στο πρόβλημά τους θα έρθει με την κατανόησή του και με την αλλαγή του τρόπου σκέψης. Στην πράξη χρειάζεται να υιοθετήσουν νέες, πιο τολμηρές συμπεριφορές, δοκιμάζοντας να εκτεθούν σε καταστάσεις που τους προκαλούν το αίσθημα της ντροπής. Επιπλέον, πρέπει να σταματήσουν να επικεντρώνουν την προσοχή τους στα πράγματα που δεν μπορούν να κάνουν καλά (π.χ. να λένε ανέκδοτα). Όσο για τους γονείς που έχουν ντροπαλά παιδιά, θα πρέπει να τους δείχνουν εμπιστοσύνη, να τα ενθαρρύνουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να αποκτούν νέες εμπειρίες και να κάνουν λάθη.

Τρεις αποτυχημένες στρατηγικές

Τις περισσότερες φορές οι ντροπαλοί ακολουθούν κάποιες λανθασμένες στρατηγικές, οι οποίες, σύμφωνα με τους ειδικούς, αντί να τους βοηθήσουν, ουσιαστικά οδηγούν στη διαιώνιση του προβλήματος.

* Μία από τις πιο δημοφιλείς τεχνικές είναι η «καταναγκαστική εξωστρέφεια», σύμφωνα με την οποία οι ντροπαλοί πηγαίνουν σε πάρτι και συγκεντρώσεις προκειμένου να βρίσκονται ανάμεσα σε ανθρώπους, αλλά αφήνουν εξ ολοκλήρου την πρωτοβουλία της επικοινωνίας στους άλλους, ελπίζοντας ότι αυτοί θα αναλάβουν να τους βγάλουν από την αμηχανία τους.

* Μία άλλη συνηθισμένη τεχνική είναι η «υγρή εξωστρέφεια», κατά την οποία οι ντροπαλοί καταφεύγουν στο αλκοόλ για να ξεπεράσουν τις αναστολές και να αποκτήσουν την αβίαστη κοινωνική άνεση.

* Μία επίσης γνωστή τεχνική είναι η «ηλεκτρονική εξωστρέφεια». Στην περίπτωση αυτή, οι ντροπαλοί επιλέγουν την απρόσωπη επικοινωνία (e-mail, μέσα κοινωνικής δικτύωσης) για να συνδιαλεχθούν, αλλά στην πραγματικότητα απομονώνονται περισσότερο.

Τι συμβαίνει στο σώμα όταν κάνουμε σεξ

Ενώ οι περισσότεροι ξέρετε γιατί σας αρέσει το σεξ (…), ελάχιστοι σίγουρα έχετε αναρωτηθεί τι συμβαίνει σε ανατομικό και βιολογικό επίπεδο στο σώμα σας, όταν κάνετε σεξ.

Θέλοντας να αναλύσουν τις οργανικές διεργασίες στο σεξ, οι Masters και Johnson (δύο πρωτοπόροι σεξολόγοι σε θεραπευτές) επινόησαν τον όρο “κύκλος σεξουαλικής απόκρισης”, ο οποίος αντιστοιχεί στην ακολουθία των γεγονότων που συμβαίνουν στο σώμα, όταν ένα άτομο διεγείρεται σεξουαλικά και συμμετέχει σε σεξουαλικά παιχνίδια και δραστηριότητες (συνουσία, αυνανισμός, ερωτικά παιχνίδια, κλπ).

Ο κύκλος της αντίδρασης του οργανισμού στο σεξ χωρίζεται σε τέσσερις φάσεις: τον ενθουσιασμό/διέγερση, την σταθεροποίηση, τον οργασμό/κορύφωση και την λύση. Δεν υπάρχει καμία διακριτή αρχή ή τέλος σε κάθε φάση του σεξ. Επί της ουσίας είναι όλα μέρος μιας συνεχούς διαδικασίας σεξουαλικής ανταπόκρισης.



Πρώτη φάση: Ενθουσιασμός/Διέγερση
Αυτή η φάση αρχίζει συνήθως μέσα σε 10 έως 30 δευτερόλεπτα μετά την ερωτική διέγερση και μπορεί να διαρκέσει από λίγα λεπτά έως πολλές ώρες.
  • Άνδρες: Το πέος έρχεται σε ελαφρά στύση. Μπορεί και οι θηλές του άνδρα να ερεθιστούν.
  • Γυναίκες: Αρχίζει η κολπική λίπανση. Ο κόλπος διαστέλλεται και μακραίνει. Τα εξωτερικά και τα εσωτερικά χείλη του αιδοίου, η κλειτορίδα και μερικές φορές το στήθος της γυναίκας, αρχίζουν να πρήζονται.
  • Και οι δύο: Ο καρδιακός ρυθμός, η πίεση του αίματος και η αναπνοή επιταχύνονται.
Δεύτερη φάση: Σταθεροποίηση
Οι αλλαγές που ξεκίνησαν στην πρώτη φάση επιταχύνονται και αυξάνονται σε ένταση.
  • Άνδρες: Οι όρχεις ανεβαίνουν στο όσχεο. Το πέος έρχεται σε πλήρη στύση.
  • Γυναίκες: Τα κολπικά χείλη διογκώνονται περισσότερο. Οι ιστοί των τοιχωμάτων του εξωτερικού μέρους του κόλπου φουσκώνουν με αίμα και το άνοιγμα του κόλπου στενεύει. Η κλειτορίδα “χάνεται” μέσα στα διογκωμένα χείλη του αιδοίου. Το εσωτερικό χείλος αλλάζει χρώμα (αν και είναι λίγο δύσκολο να το παρατηρήσετε). Για τις γυναίκες που δεν έχουν κάνει παιδιά, τα χείλη χρωματίζονται από ροζ σε έντονο κόκκινο χρώμα. Στις μητέρες, το χρώμα μετατρέπεται από έντονο κόκκινο σε βαθύ πορφυρό.
  • Και οι δύο: Η αναπνοή και ο σφυγμός επιταχύνονται. Ένα “κοκκίνισμα” μπορεί να εμφανιστεί στο στομάχι, το στήθος, τους ώμους, το λαιμό ή το πρόσωπο. Οι μυς στους μηρούς, τους γοφούς, τα χέρια και τους γλουτούς σφίγγουν και μπορεί να παρατηρηθούν και μυικοί σπασμοί.
Τρίτη φάση: Οργασμός/Κορύφωση
Αυτή είναι η κορύφωση του κύκλου. Είναι, επίσης, η μικρότερη από τις τέσσερις φάσεις, αφού συνήθως διαρκεί μόνο μερικά δευτερόλεπτα.
  • Άνδρες: Πρώτον, το σπερματικό υγρό συλλέγεται στο βολβό της ουρήθρας. Αυτό συμβαίνει τις στιγμές που ο άνδρας νιώθει ότι έρχεται ο οργασμός του και η εκσπερμάτιση είναι ζήτημα δευτερολέπτων. Στη συνέχεια έρχεται η εκσπερμάτιση. Συσπάσεις συμβαίνουν στο πέος κατά τη διάρκεια της οργασμικής φάσης.
  • Γυναίκες: Το πρώτο τρίτο των κολπικών τοιχωμάτων πάλλεται ρυθμικά κάθε οκτώ δέκατα του δευτερολέπτου περίπου (ο αριθμός και η ένταση των συσπάσεων ποικίλλουν ανάλογα με το άτομο). Οι μυς της μήτρας συστέλλονται επίσης αρκετά αισθητά.
  • Και οι δύο: Η αναπνοή, οι καρδιακοί παλμοί και η αρτηριακή πίεση συνεχίζουν να αυξάνονται. Η ένταση των μυών και η διόγκωση των αιμοφόρων αγγείων φτάνουν στο μέγιστο. Μερικές φορές ο οργασμός συνοδεύεται με ένα αντανακλαστικό μυικό σπασμό των χεριών και των ποδιών.
Τέταρτη φάση: Λύση
Αυτή η φάση είναι μια επιστροφή στην κανονική κατάσταση ηρεμίας. Μπορεί να διαρκέσει από λίγα λεπτά έως μισή ώρα ή και περισσότερο. Αυτό το στάδιο είναι κατά κανόνα μεγαλύτερο σε διάρκεια για τις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες.
  • Άνδρες: Το πέος επιστρέφει στην κανονική, χαλαρή του κατάσταση. Υπάρχει συνήθως μια περίοδος αδυναμίας νέου ερεθισμού, όπου είναι αδύνατο να υπάρξει εκ νέου οργασμός προτού περάσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο ποικίλλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται από την ηλικία, την φυσική κατάσταση και άλλους παράγοντες.
  • Γυναίκες: Η μήτρα και η κλειτορίδα επανέρχονται στις κανονικές τους θέσεις. Μερικές γυναίκες μπορεί να είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε επιπλέον διέγερση με εκ νέου οργασμούς.
  • Και οι δύο: Το οίδημα αρχίζει να υποχωρεί, κάθε κοκκίνισμα σε μάγουλα και σώμα εξαφανίζεται και υπάρχει μια γενική χαλάρωση της έντασης των μυών.
Η κατανόηση του τι συμβαίνει σε σας και τον/την σύντροφό σας κατά τη διάρκεια του σεξ μπορεί να σας βοηθήσει στην πλήρη απόλαυση της εμπειρίας. Συνδυάστε αυτήν τη γνώση με κάποιες καλές επικοινωνιακές δεξιότητες, και έχετε βρει το κλειδί για να ξεκλειδώσετε τη σεξουαλική ευχαρίστηση και τις βαθύτερες επιθυμίες σας.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Η "απόρριψη" δεν υφίσταται - είναι ΜΥΘΟΣ!

     Πολλά από τα άτομα τα απασχολεί το ζήτημα της απόρριψης, ή καλύτερα η έννοια της αποδοχής. Ανησυχούν μήπως απορριφθούν από τον σύντροφό, τους φίλους, τους γονείς, το αφεντικό τους κτλ… Αυτός ο φόβος τους καταβάλλει τόσο έντονα που οι ενέργειές τους γίνονται με κριτήριο την εξασφάλιση της αποδοχής των προαναφερθέντων. Ο αυτοσεβασμός και τα προσωπικά όρια του καθενός συχνά χάνονται στην προσπάθεια ικανοποίησης αυτού του κριτηρίου. Η ισοπεδωτική απαξίωση των προτιμήσεων και των επιθυμιών ενός ανθρώπου από τον ίδιο κρίνεται ως «υποχώρηση». Η αυταπάρνηση και η αφιέρωση της ζωής του στην υπηρεσία των άλλων σε βάρος των αναγκών του ονομάζεται «αλτρουισμός». Το να πνίγει κάποιος τα αληθινά συναισθήματά του θεωρείται «ενσυναίσθηση». Πόσο ωραίο είναι πράγματι να θυσιάζει κάποιος τον εαυτό του στο βωμό της αποδοχής…

     Είναι ενδιαφέρον και παράλληλα προκαλεί ιδιαίτερη σύγχυση, το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω συμβαίνουν τελικά μάταια. Η έννοια της απόρριψης στην πραγματικότητα δεν υφίσταται! Αυτό που αποκαλούμε απόρριψη είναι μύθος! Η ύπαρξη της συγκεκριμένης έννοιας έγκειται στην αντίληψή μας, δηλαδή η απόρριψη υφίσταται απλώς επειδή έχουμε επιτρέψει στην ιδέα της «εγκατάλειψης» να διεισδύσει στο μυαλό μας. Πώς μπορώ να ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο; Επειδή είναι πέρα για πέρα αληθινό!

     Ας το εξετάσουμε στην πράξη. Η ‘Ελενα κι ο Πέτρος βγαίνουν πρώτη φορά ραντεβού. Καθώς γνωρίζονται ελάχιστα μεταξύ τους, επιχειρούν να «εξερευνήσει» ο ένας τον άλλο σε ένα δείπνο υπό το φως των κεριών. Λίγες μέρες μετά το ραντεβού, ο Πέτρος αρχίζει να νιώθει αμήχανα. Από εκείνο το βράδυ, της στέλνει συνεχώς μηνύματα αλλά δεν εισπράττει ανταπόκριση. Η Έλενα δεν απαντάει στα μηνύματά του και ο Πέτρος αρχίζει να πιστεύει ότι δεν πρόκειται να απαντήσει ούτε στο μέλλον.

Μέτα από δύο βδομάδες, συνειδητοποιεί ότι η κοπέλα δεν ενδιαφέρεται. O Πέτρος λοιπόν μαραζώνει, κλείνεται στον εαυτό του, αποφεύγει να βγαίνει έξω με φίλους, κοιμάται περισσότερο, τρώει λιγότερο. Τις λίγες φορές που βγαίνει με παρέα δείχνει απορροφημένος και άκεφος. Η απόρριψη προκάλεσε το πλήγμα της! Οι περισσότεροι θα ερμηνεύσουν τα γεγονότα από την οπτική του Πέτρου: συναντήθηκαν και μίλησαν για τους εαυτούς τους. Η πρώτη εντύπωση που έδωσε ο Πέτρος στη Έλενα σαφώς και δεν ήταν ικανοποιητική… επομένως η ίδια έβγαλε το συμπέρασμα ότι δεν ήταν αρκετά καλός για εκείνη και τον απέρριψε. ΛΑΘΟΣ! Αυτή η φαινομενικά αντικειμενική, πλην όμως εκλογικευμένη, αντίληψη είναι απλώς αυτό: μια αντίληψη, όχι η αλήθεια. Και δυστυχώς, αυτή η οπτική μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο στην κατάθλιψη. Εν τέλει, τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Πώς αλλιώς θα ήταν δυνατό να ερμηνευτεί η παραπάνω ιστορία;

     Να λοιπόν μια διαφορετική εκδοχή: Ο Πέτρος και η Έλενα γνωρίστηκαν και ξεδίπλωσαν τις προσωπικότητές τους σε εκείνο το δείπνο. Ο Πέτρος διέκρινε στη Έλενα ορισμένα θετικά χαρακτηριστικά. Κάτι παρόμοιο συνέβη πιθανότατα και στην ίδια. Μολαταύτα, η Έλενα δεν ένιωσε ότι υπάρχουν πολλά κοινά ανάμεσά τους. Ως αποτέλεσμα, αποφάσισε ότι δεν άξιζε τον κόπο να συνεχίσει να βγαίνει μαζί του. Ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να φανερώσει τις διαθέσεις της σαφώς και δεν ήταν ο καλύτερος, ωστόσο δεν είναι αυτό το ζήτημα που εξετάζουμε. Αφού η Έλενα εντόπισε από το πρώτο ραντεβού στοιχεία του χαρακτήρα του, ή της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης, που είναι ικανά να σημάνουν το τέλος της δυνητικής τους σχέσης, είναι δεδομένο ότι οι παράγοντες αυτοί θα επηρέαζαν αρνητικά την εξέλιξη της σχέσης αυτής. Δεν είναι λοιπόν καλύτερο που απέκλεισε την πιθανότητα δημιουργίας μιας τέτοιας σχέσης πριν δεθούν συναισθηματικά; Δεν θα ήταν ανειλικρινές από μέρους της να προσποιείται ότι υπάρχουν πράγματα που τους ενώνουν ενώ στην πραγματικότητα παρατήρησε ότι δεν υπήρχε αρκετή χημεία μεταξύ τους ή απλώς ότι αυτά που αναζητά σε έναν σύντροφο έτυχε να μην είναι παρόντα; Δεν θα εθελοτυφλούσε, τρέφοντας παράλληλα τον Πέτρο με φρούδες ελπίδες, αν κατέληγε εγκλωβισμένη σε μία επίπονη σχέση από την οποία θα δυσκολευόταν να ξεφύγει όταν θα συνειδητοποιούσε πόσο προβληματική είναι; Γιατί λοιπόν η επιλογή αυτή να ερμηνευτεί ως απόρριψη και όχι ως ασυμφωνία χαρακτήρων / αναγκών;

     Εναλλακτικά, αναρωτήσου: εσύ, προσωπικά, συμπαθείς όλους όσους γνωρίζεις; Μπορείς να λειτουργήσεις σε φιλικό, ερωτικό ή συναδελφικό επίπεδο με κάθε και οποιοδήποτε άτομο σε αυτόν τον πλανήτη; Η απάντηση είναι πιθανότατα, αν όχι σίγουρα, ΟΧΙ. Κρίνεις πως κάτι τέτοιο συμβαίνει επειδή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν είναι άξιοι να σταθούν δίπλα σου; Κι όμως, ούτε αυτό μπορεί να ισχύει κάθε φορά. Ακόμα κι όταν δεν γνωρίζεις αρκετά καλά κάποιους ανθρώπους, είναι δυνατό να έχεις παρατηρήσει ορισμένα χαρακτηριστικά τους που δεν ταιριάζουν με τα δικά σου. Δεν τίθεται πρόβλημα!

Κάτι τέτοιο δεν καθιστά ούτε εσένα περίεργο άνθρωπο, ούτε τον άλλον κακό. Απλώς ασύμβατους! Δύο άτομα, είτε είναι ασύμβατα, είτε γίνονται ασύμβατα μες τον χρόνο στην επιβεβλημένη προσπάθειά τους να εξελιχθούν ως προσωπικότητες και χαρακτήρες. Αυτό είναι ένα απλό γεγονός. Συμβαίνει. Δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν πριν πέντε χρόνια. Και καθώς ωρίμαζες, το ίδιο έκαναν και όσοι βρίσκονται γύρω σου. Θα ήταν υπέροχο αν όλοι εξελισσόμασταν ακολουθώντας τα ίδια μονοπάτια, αλλά συχνά, όσο προοδεύουμε, τα μονοπάτια αυτά παύουν να διασταυρώνονται. Και παρ’ όλο που είναι δυσάρεστο και απογοητευτικό, αυτή η ασυμβατότητα μπορεί να συμβεί και πράγματι συμβαίνει, πολύ συχνά μάλιστα ακόμα και στις πιο στενές σχέσεις! Γιατί να είναι λάθος μου ή δικό σου κάτι τέτοιο;

Γιατί δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με το γεγονός ότι η ζωή είναι γεμάτη αλλαγές, πολλές από τις οποίες δεν είμαστε σε θέση να ελέγξουμε; Όπως υπάρχει αρχή και τέλος στη ζωή, έτσι υπάρχει και στις περισσότερες σχέσεις και συγκυρίες που διανύουμε στη διάρκειά της. 

Πρέπει να απολαμβάνουμε τις στιγμές που μας χαρίζονται με τους ανθρώπους γύρω μας. Για όσο κράτησαν, σίγουρα ήταν ωφέλιμες. 

Είτε έμαθες μέσα από την αγάπη και την συμπόνια για τον άλλο είτε μέσα από τον πόνο και τα βάσανα, έμαθες! Και όπως και να’ χει, δίδαξες! Από τη στιγμή που έχεις προσφέρει και έχεις λάβει όλα όσα προοριζόταν να δώσεις και να πάρεις, συναισθηματικά, σωματικά, ακόμα και υλικά, και το ίδιο ισχύει και για το άλλο άτομο, είναι πλέον καιρός να χωριστούν οι δρόμοι σας.

     Εμείς οι άνθρωποι τείνουμε να δενόμαστε συναισθηματικά με ανθρώπους, τόπους, καθώς και ιδέες. Λειτουργούμε έτσι καθώς προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε την έμφυτη ανάγκη για ασφάλεια και σταθερότητα – προσπαθώντας να εδραιώσουμε ένα σημείο αναφοράς στο οποίο μπορούμε πάντα να καταλήγουμε. Τα μεγαλύτερα μαθήματα στη ζωή, ωστόσο, δίνονται όταν είμαστε σε θέση να χαλαρώσουμε κάπως τα χαλινάρια και να επιτρέψουμε σε κάποια πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους. Δεν λέμε φυσικά ότι πρέπει να μένουμε αμέτοχοι και αδρανείς παρατηρητές. Σε καμία περίπτωση! Τουναντίον, προσπαθούμε, όσο μπορούμε, να είμαστε σωστοί με τους υπόλοιπους, να επικοινωνούμε αποτελεσματικά και να βελτιώνουμε σχέσεις που μπορούν να γιατρευτούν.

Το μάθημα, σε τελική ανάλυση όμως, είναι πως η κάθε προσπάθεια για βελτίωση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της αυτό-αποδοχής.

Τα πάντα κρίνονται στην πρόθεση. Αν προσπαθείς να σώσεις μια σχέση από φόβο μήπως καταλήξεις μόνος, παρ’ όλο που γνωρίζεις ότι δεν σε κάνει χαρούμενο πλέον, τότε το κάνεις από έλλειψη αυτό-αποδοχής και αγάπης. Αν, από την άλλη, επιτρέπεις να χάνονται άνθρωποι από τη ζωή σου, χωρίς να αγωνίζεσαι για τις σχέσεις σου, προκειμένου να διατηρήσεις αλώβητο τον εγωισμό σου, τότε πάλι σημαίνει ότι η αυτό-αποδοχή σου είναι μειωμένη, αλλιώς δεν θα όρθωνες ένα ισχυρό εγώ ως τοίχο προστασίας ανάμεσα σε εσένα και τους άλλους. Και τα δύο παραδείγματα αποτελούν εκφάνσεις του φόβου απόρριψης. Κυρίως όμως, προδίδουν το γεγονός ότι οι ίδιοι απορρίπτουμε τους εαυτούς μας, επιλέγοντας να κάνουμε προβολή αυτών των συναισθημάτων σε τρίτους. Μάθε να αγαπάς τον εαυτό σου για αυτό που είσαι, αποδεχόμενος τόσο τις αρετές όσο και τα ελαττώματα σου. Μόνο τότε θα συλλάβεις την ιδέα ότι:

Η απόρριψη είναι θέμα αντίληψης – είναι μύθος!

Εσύ αξίζεις να αγαπηθείς;

Τί θεωρείτε πως πρέπει να κάνετε για να αγαπηθείτε - τί καθορίζει την αξία σας για αποδοχή και αγάπη από τους άλλους;

Για να σε αγαπήσουν, πρέπει να προσφέρεις - το αν αξίζεις να αγαπηθείς έγκειται στο ποσοστό αγάπης που εσύ θα προσφέρεις, στον χρόνο που θα αφιερώσεις στον άλλον, και στο κατά πόσο ο άλλος θα θεωρήσει πως είσαι σωστός/καλός μαζί του.

Φαινομενικά, αυτός ο ορισμός θα θεωρηθεί ιδανικός από πολλούς εφόσον διακατέχεται έντονα από το στοιχείο της αυταπάρνησης και της δοτικότητας. Άλλωστε, έτσι μας έχει εκπαιδεύσει να σκεφτόμαστε η κοινωνία μας: Ο καλός άνθρωπος βάζει τις ανάγκες του σε δεύτερη μοίρα και τρέχει για να ικανοποιήσει τους άλλους. Οτιδήποτε παρεκκλίνει από αυτό το πρότυπο θεωρείται εγωιστικό και εγωκεντρικό. Αυτό βεβαίως έρχεται σε αντίφαση με το δυτικό πρότυπο το οποίο ταυτοχρόνως υποστηρίζει την ατομικότητα η οποία καταλήγει πολλές φορές να μας οδηγεί κατευθείαν προς τον εγωκεντρισμό. Επομένως, όπως και να πράξει κάνεις, είναι λάθος! Λογική η έκβαση, λοιπόν, το να διακατέχεται κάποιος συνεχώς από τύψεις. Εάν θέλω να είμαι καλός άνθρωπος θα πρέπει να απαρνηθώ τις δικές μου ανάγκες, ενώ αν θέλω να είμαι επιτυχημένος, αυτομάτως είμαι κακός άνθρωπος γιατί κοιτάζω (και) τον εαυτό μου.

Η αποτυχία της κοινωνίας μας έγκειται στο ότι δε μας έχει, ή μάλλον επιλέγει να μην μας διδάξει πως υπάρχει μέση λύση. Η φροντίδα προς τον εαυτό δεν είναι συνώνυμο του εγωκεντρισμού. Συγχρόνως, η δοτικότητα δεν χρειάζεται να ισούται της αυταπάρνησης και ούτε μας κάνει αυτόματα αγίους.

Επιστρέφοντας στον ορισμό της αγάπης που έθεσε η κοπέλα στην συνεδρία μας, είναι κρίσιμο να παρατηρηθεί πως όλοι οι παράγοντες που, κατά την γνώμη της, ορίζουν το αν τελικά αξίζει να αγαπηθεί κανείς είναι εξωγενείς και, επομένως, εκτός του πεδίου ελέγχου μας. Με βάση τον προσδιορισμό της, δεν κατέχουμε καμιά επήρεια πάνω στην αξία του ίδιου μας του εαυτού! Είμαστε απολύτως υπόλογοι στις αντιδράσεις των άλλων απέναντί μας. Μία τέτοια αντίληψη, όμως, είναι ιδιαίτερα απλοϊκή και πολύ γρήγορα θα καταλήξει να μας καταδυναστεύει. Δε λαμβάνει υπόψη την διαφορετικότητα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους. Το αν θα με συμπαθήσει κάποιος έχει να κάνει με διάφορους παράγοντες που επηρεάζονται από τον χαρακτήρα του άλλου καθώς και από το κατά πόσο είναι συμβατός με τον δικό μου. Σίγουρα θα υπάρξουν άτομα στην ζωή μου που, έστω και περιστασιακά, θα με αποδεχτούν μα πάντα θα υπάρχει και κάποιος που θα επιλέξει να μην επενδύσει πάνω μου παρά τις προσπάθειες μου. Λαμβάνοντας υπόψη την έμφυτη τάση που έχουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να επικεντρωνόμαστε στα αρνητικά (σκεπτόμενοι πως έτσι θα μπορέσουμε να τα διορθώσουμε), και με βάση τoν παραπάνω ορισμό που τέθηκε, αυτό είναι αρκετό για να ταρακουνηθεί η αυτοπεποίθησή μας και να αναρωτηθούμε για το κατά πόσο αξίζουμε και είμαστε αποδεκτοί. Γι' αυτόν τον λόγο είναι τόσο καταστροφικός αυτός ο φαινομενικά ιδανικός ορισμός...

Για να σπάσεις αυτόν το φαύλο κύκλο, παρατήρησε με ποιον τρόπο προσεγγίζεις τους άλλους και εξέτασε την δική σου αντίληψη σε σχέση με τους παράγοντες που συμβάλλουν στο αν αξίζει κανείς την αποδοχή των άλλων. Ένας υγιής ορισμός συμπεριλαμβάνει την προσφορά και την δοτικότητά μας προς τους άλλους αλλά, ταυτοχρόνως, εμπεριέχει και έναν σταθερό και θεμελιώδη εσωτερικό παράγοντα που δεν επηρεάζεται από εξωτερικές μεταβλητές: την δική μας πεποίθηση πως αξίζουμε να αγαπηθούμε άνευ όρων και ορίων!

Πρωτότυπο δίδυμο για freestyle χορό!

Είναι η Sandra και η Lizzy. Η μία είναι άνθρωπος και η άλλη σκύλα! Εδώ τους βλέπουμε να εκτελούν ένα νούμερο χορού σε ένα στάδιο γεμάτο κόσμο. Η παράστασή τους λέγεται «Ο τελευταίος μονόκερος» και είναι πραγματικά θεαματική! Η σκύλα αυτή είναι μια πραγματική χορεύτρια. Πηδάει με χάρη, στριφογυρίζει και σηκώνεται σαν επαγγελματίας.
 
Περιττό να πούμε πως το κοινό έχει ξετρελαθεί με το δίδυμο και το θέαμα που είναι κάτι πολύ σπάνιο.
 

Παυλικός Χριστιανισμός - Ο Χριστός του απόστολου Παύλου

Ο Παύλος βασισμένος σε ό,τι κυκλοφορεί μέχρι την εποχή του γύρω από τις μεσσιανικές και εσχατολογικές κινήσεις και ομάδες περί του Μεσσίαχ (Χριστού) των Εβραίων, εγ­καινιάζει μία νέα μεσσιανική και εσχατολογική αί­ρε­ση τoυ Ioυδα­ϊσ­μoύ, τoν Παυλι­κό Χριστιανισμό. Έχομε ήδη αναπτύξει διάφορα δόγματα και θέσεις της θεολογίας αυ­τής της αιρέσεως. Εδώ θα αναπτύξομε άλλα τα περισσότερα των οποίων αφορούν τον Χρι­στό.

«Εάν διά τoυ ψεύδoυς μoυ η αλήθεια τoυ Θεoύ κατεδείχθη μεγάλη πρoς δόξαν τoυ, γιατί ακόμη κατακρίνoμαι ως αμαρτωλός;».Απόστολος Παύλος (Προς Ρωμαίους Επιστολή, 3: 7).

Όπως έχομε προείπει, ο Παύλος για να δώσει νέα ώθηση, νέα ζωή και να γλι­τώσει τον Χρισ­τιανισμό από την εξαφάνιση που τον περίμενε στην στατική του μορ­φή εντός της Ιουδαίας κα­τά τον 1ον αιώνα Κ. Ε., αλλά πιθανότατα και για δικούς τους προσωπικούς λόγους, για πρώτη φορά συλλαμβάνει την ιδέα να μετατρέψει τον Ιη­σού Χριστό, από τον προσδοκώμενο από­γονο του Δαυ­ίδ και άνθρωπο άξιον του Εβ­ραίου Θεού Γιαχβέχ που θα εχρίετο Μεσσίαχ βασιλεύς των Εβραίων και θα αναδη­μι­ουργούσε το χαμένο κράτος του μυθικού βασιλιά Δαυίδ (Πρός Ρω­μαίους α΄: 3, Β΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 8, κλπ.), στον μυθικό και θεωρητικό Ιη­σού Χριστό Σωτή­ρα, Υιόν του Εβραίου Θεού Πα­τρός Γιαχβέχ (Πρός Ρω­μαίους α΄: 4, κλπ.), που θα έσωζε, όπως υποθέτει, όλους τους ανθρώπους (Πρός Ρω­μαίους γ΄: 29-30, ι΄: 12-13, Πρός Γαλάτας γ΄: 28, Πρός Κο­λασσαείς γ΄: 11, κλπ.) από την κατάρα και την οργή του Γιαχβέχ. Έτσι εγ­καινίασε μια νέα θρησ­κεία εξέλιξη της προηγουμένης καταδικασμένης χριστιανι­κής αντιλήψεως κατά την οποίαν η σωτηρία ήταν μόνο για τους Εβραίους αλλ’ αυτοί την αρνήθηκαν συντριπτικά, όπως βλέ­πομε τον Ιησού Χριστό να λέγει πριν τον Παύ­λο, στα υστερόχρονα Ευαγγέ­λια: Ματ­θαίος ι΄: 5-6, ιε΄: 24, κη΄: 17, Μάρ­κος ζ΄: 27 αλ­λά βάζει νερό στο κρασί του ως προς τους εθνικούς στον επό­μενο στίχο, ιβ΄: 28-30.

Ας μην ξεχ­νάμε ότι στις Πράξεις θ΄: 2, ιθ΄: 9, 23, κδ΄: 5, 14, 22, κστ΄: 5, κλπ., οι ομοε­θ­νείς τού Παύλου αποκα­λούν την νέα θρησκεία του με την λέ­ξη «αί­ρεσιν» ή «οδόν» για την οποία στον στί­χο κη΄: 22 λέγουν: «αξιού­μεν δε πα­ρά σου ακούσαι ά φρονείς· περί μεν γαρ της αιρέσε­ως ταύ­της γνωστόν εστιν ημίν ότι πανταχού αντι­λέγεται.»!

Σε σχέση με τον κατοπινό Χριστιανισμό των Ευαγγελίων, εισαγωγικώς και επιγραμματικώς αναφέρομε ότι: Ο Παύλος δεν γνωρίζει τίποτα από τα υποτι­θέμε­να «γεγο­νότα» των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων και ο Χριστός του δεν είναι ο γιος του τέκτονος (μαραγκού ή χτίστη) Ιωσήφ ή του Αγίου Πνεύματος και της Μαριάμ, με αδελφούς και αδελ­φές (Ματθαίος ιβ΄: 47, ιγ΄: 55-56, Μάρκος γ΄: 31-35, στ΄: 3, κ. α.), ο θαυ­μα­τοποιός Ιησούς, αλ­λά, όπως έχο­με ήδη μερι­κώς αναπτύξει και θα αναπτύ­ξομε πε­ρισσότε­ρο στο πα­ρόν μέ­ρος και ακολούθως, μέ­σα στις Επι­στολές και την θεολο­γία του παρου­σιά­ζει έναν ου­ράνιο, απεσταλμέ­νο, αιθέριο, γνωστικιστικό Χριστό. Δεν μας παραδίδει καμία διδασκαλία του Ιησού Χριστού αλλά ερμηνεύει το πλανώμενο εσχατολογικό κήρυγμα περί σταυρωθέντος, ανασ­τάν­τος και πάλιν ερ­χομένου Χριστού εντός των πλαισίων της δικής του θεολο­γίας. (Π. χ. βλέπε: Α΄ Πρός τιμόθεον α΄: 11, στ΄: 16, κλπ.).

Ο Παύλος είναι χρονολογικώς ο πρώτος συγγραφέας εντός του κα­νόνος της Καινής Δια­θή­κης. Όμως δεν μας παρέχει κα­μιά βιο­γραφική περιγραφή έστω και πε­ριληπ­τική για τη ζωή και τη δρά­ση τoυ Ιησού Χρι­στoύ. Δεν ανα­φέ­ρει ούτε ένα από τα θαύ­ματά τoυ. Ακόμα δεν μας μεταφέρει κα­μία θεολογία ή διδαχή του Ιη­σού Χριστού. Όσον δε αφορά το βά­π­τι­σ­μα και την θεία ευ­χαρι­στία, που ανα­φέραμε σε προη­γού­με­να μέρη και θα αναφερθούμε και στο πα­ρόν, εί­χε διαφορετική αντίληψη από αυτήν των κανο­νικών Ευαγ­γελίων.

Συνεχώς αναφέρει την φράση «(κατά) το ευαγγέλιον μου». Μέσα στις Πρά­ξεις και τις Επιστολές υπάρχουν 79 στίχοι (εκτός και μου ξέφυγε κα­νέ­νας) που κά­νουν νύ­ξη για το ευαγ­γέ­λιο του Παύλου και το κήρυγμα τού ευ­αγ­γε­λί­ου αυτού. Στην Πρός Γαλάτας α΄: 11-12, ο Παύλος δηλώνει ευθέως ότι το Ευαγγέλιο που κηρύττει δεν το παρέλαβε από άνθρωπο αλλά από τον Ιησού Χρισ­τό δι’ αποκα­λύψε­ως! «Γνω­ρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ' εμού ότι ουκ έστι κα­τά άνθρωπον· ου­δέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχ­θην, αλλά δι' αποκαλύ­ψεως Ιησού Χριστού.». Βλέπε και Α΄ Πρός Κορινθίους δ΄: 15, θ΄: 12-23, ιε΄: 1, κλπ. Δι’ αυτό το ευαγγέλιο, με απόλυτη εξουσία έχει ήδη τονίζει ότι έχει απόλυτη ισχύ και δεν μπορεί να υπάρξει άλλο διαφορετικό ακόμα και αν δοθεί από τους ίδιους τους αγ­γέλους: Πρός Γαλάτας 7-9, «ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τινές εισιν οι ταράσσον­τες υμάς και θέλοντες μεταστρέψαι το ευ­αγγέλιον του Χριστού. αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έσ­τω. ως προ­ειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ό παρε­λάβετε, ανά­θεμα έστω.». Ελπίζω να καταλάβατε πλήρως αυτές εδώ τις φράσεις! Όποιος παραδί­δει ή παραλαμβάνει άλλο ευαγγέλιο να πάει στ’ ανάθεμα...

Πα­ρά τις δικαιολογίες του Παύλου με τις συχνές-πυκνές αποκαλύψεις, ο ερευ­νητής Charles B. Waite στο επιστη­μονικό βιβλίο του History of the Chri­stian Reli­gion to the Year Two Hundred (Ισ­τορία της Χριστιανικής Θρησκείας μέχρι το Έτος Διακόσια), αναγ­ρά­φει τους λό­γους διά τους οποίους αυτό το ευαγγέλιο πρέπει να συγ­­γράφτηκε γύρω στο +50 Κ. Ε. Δηλαδή κατά τον Waite πρόκειται για κάποιο πραγμα­τικό ευ­αγ­γελικό σύγγραμμα διαφορετικό από τα γνωστά ευαγγέλια και όχι απ­λώς το ευαγγελικό κήρυγμα του Παύλου. Αυτό πρέπει να ήταν τότε σε κυκλο­φορία και το χρησι­μο­ποιούσε ο Παύ­λος. Πρέπει να ήταν το πρώτο ευ­αγ­γέλιο, το οποίο αρ­γότερα απετέλεσε την βάση του Eυαγγελίου του Μαρκίωνος και ίσως μερική βάση του Κατά Λουκάν Ευαγ­γελίου, χωρίς όμως να ταυτί­ζεται καθ’ ολοκ­ληρίαν με αυτά. Άλλοι βέ­βαια διαφω­νούν με τον Waite και επιμένουν ότι εδώ πρόκει­ται για ευαγγελι­κό κή­ρυγμα. Μάλλον έχουν άδικο! Εκτός από την ισχυρή και βαρύνουσα άποψη του Waite υπάρ­χουν και άλ­λες πιθα­νές εκδοχές!

Ο σπου­δα­σμένος πλούσιος από την Σι­νώπη του Πόν­του Μαρ­κίων, ήταν φα­νατικός οπαδός του Παύλου και γνωστικός εσχατολόγος, αυστηρο­τά­των ηθών. Κατά το πρώτο ήμισυ του δευτέρου αιώνος έφτιαξε τον πρώτο κα­νόνα Καινής Δια­θήκης. Αυτός περι­είχε μό­νο τις δέκα πρώτες επιστολές του Παύλου από τις οποίες είχε αφαι­ρέσει όλα τα Εβ­ρα­ϊκά στοιχεία. Επίσης η σειρά τους ήταν άλ­λη από την εκ των υστέ­ρων καθιε­ρωμένη. Εκτός κανό­νος είχε θέσει τις επιστολές Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεον, Πρός Τί­τον, Πρός Εβραί­ους, τα δύο τελευταία κε­φάλαια ιε΄, ιστ΄ της Πρός Ρω­μαίους επι­στο­λής, κ. ά.. Στον κα­νόνα ο Μαρκίων είχε βάλει μόνο ένα ευαγ­γέ­λιο ομοιάζον με το Κατά Λου­κάν Ευ­αγ­γέ­λιον, αλλά χωρίς να περιέχει κανένα Εβρα­ϊκό στοιχείο και θέ­μα­. Ο Εβ­ραϊκός Θεός Πατήρ Γιαχβέχ για τον Μαρκίωνα, ήταν κακό δαιμόνιο. Η εκκ­λη­σία της Ρώμης δεν εδέ­χθη τις προτάσεις του Μαρκίωνος και εξέ­βαλλε αυτόν από τους κόλ­πους της μεταξύ +142 - 144. Καθόλου παράξενο, διότι ακόμα αυτή την επο­χή οι χρισ­τιανικές εκκλησίες ήταν παραρτήματα ή προεκτάσεις των Ιουδαϊκών συνα­γωγών (Qahal) και οι περισσότεροι χριστιανοί ήταν Εβραίοι προσήλυτοι.

Όπως τα πράγματα δείχνουν, περί το +140-150 έγινε μια γερή επεξεργασία του Κα­τά Λουκάν Ευαγγελίου προς απάντηση κατά του Γνωστικού Μαρκίωνος, αν λά­βομε υπ’ όψη αυτά που γράφει ο Τερτυλλιανός στην πολεμική του Κατά του Μαρκίω­νος. Τότε οι συντάκτες προσέθεσαν τα δύο πρώτα κεφάλαια του Λουκά, τα οποία απ’ όλους τους ει­δικούς εκρίθησαν παρείσακτα και έρχονται σε αξεπέραστες αντιφάσεις με πολλά θέματα όλων των Ευαγγελίων. Μετά επισυνάφθηκαν οι Πράξεις (όχι στην μορφή που τις έχομε σήμερα) για να μας δείξουν τα εξής δύο αναληθή συμπεράσμα­τα: (α) Την χρυσή εποχή της χρι­στια­νι­κής εκκλη­σίας προτού εισχωρήσει η αίρε­ση και χαλάσει την ιδανική εικόνα και ομα­λή ροή. (β) Ότι ο Παύλος ανή­κε στην ορθόδοξη χριστιανική κίνηση των αποστό­λων της Ιερουσαλήμ και δεν ήταν διδάσκα­λος του Μαρκίωνος, όπως ο ίδιος Μαρκίων είχε ισχυρισθεί.

Μετά απ’ αυτά έγινε μια επ­εξεργασία και ανασύνταξη των Επιστολών του Παύλου για να ευθυγραμμίσει κατά το δυνατόν τα ανακύψαντα στοιχεία και την πο­λε­μική κα­τά του Μαρκίωνος με όλα όσα που ο Παύλος είχε γράψει.

Εκτεταμένα μέρη των ποιμαντορικών επιστολών, Α΄ και Β΄ Πρός Τι­μό­θεον και η Πρός Τί­τον, αναφέρονται σε θέματα του δευτέρου αιώνος, άγ­νωστα για τον Παύλο. Επομένως αυτά δεν μπορεί να εγράφησαν απ’ αυτόν. Τα υπό­λοιπα μέ­ρη των φαίνον­ται να είναι είτε δικά του είτε παραδόσεις που αναφέρονται σ’ αυτόν. Ακόμα η έρευ­να απέ­δειξε ότι η επιστολή Πρός Εβ­ραίους αποκλείεται να γρά­φτηκε από τον Παύλο. Αυτό το συμπέρασμα το παρα­δέ­χονται όλοι οι επιστήμονες ανεξαιρέτως. Το παραδέ­χεται και ο καθηγητής θεολόγος Παν. Τρεμ­πέλας ενώ ταυτοχρόνως προωθεί την άπο­ψη ότι την επιστολή την έγραψε κά­ποιος ακό­λουθος του Παύλου ο οποίος μετά τον θάνατο του Παύλου καταγράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύ­θε­ρα δε, τις θέσεις του Παύ­λου. Δεν μας παρέχει όμως κα­μία δικαιολόγηση της από­ψεως ταύτης. Ο Ωρι­γένης λέ­γει, ο «Θεός οίδε!» ποιος την έγραψε. Παρ’ όλα ταύτα, η επιστολή ακόμα και σήμερα απο­δί­δε­ται επισή­μως στον Παύλο απ’ όλες τις χριστιανικές εκκλησίες. Διά ταύτα λοιπόν, στην παρούσα ανάπτυξη, την συμ­πε­ριλαμ­βάνομε εντός των πλαισίων του Παύλου αφού έτσι απαι­τεί η χριστια­νική εκκ­λησία και κατήχηση.

٭٭٭

Παρά τις συχνές και πυκνές αναφο­ρές στην Πα­λαιά Διαθήκη εντός των Επι­σ­τολών, ο Παύ­λος ουδέποτε την χρησι­μοποιεί δι’ εξεύ­ρε­ση συγκεκριμένων προφητει­ών οι οποίες εξεπληρώθη­σαν στον Ιησού Χρι­στό, πράγ­μα που οι Ευαγγελισ­τές κά­νουν κατά κό­ρον. Βεβαίως, πολλές φο­ρές αναφέρει τον Μωυσή, ονόματα ολίγων προφητών, τις λέ­ξεις προφήτης – τες, προφη­τεία – τείες, εί­τε εντός άλλου περιεχομέ­νου είτε με άλ­λο νόημα ακόμα και αορίστως! Στις Επισ­το­λές του ο Παύ­λος δεν ομι­λεί για προφητείες και για προ­φήτες κατά την ευαγγελι­κή έν­νοια: «Τούτο δε όλον γέγο­νεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυ­ρίου διά του προ­φήτου λέγον­τος·» (Ματ­θαίος α΄: 22, κ. α.), όπως κάνουν συνεχώς οι Ευαγγελισ­τές.

Ο μοναδικός σχετικός στίχος των Πρά­ξεων κστ΄: 27 «πιστεύεις, βα­σιλεύ Αγ­ρίππα, τοις προφήταις; οίδα ότι πιστεύεις.» είναι λόγια του κατά πολύ υστεροχρόνου συγ­γρα­φέα των Πρά­ξεων βαλμένα στο στόμα του Παύλου, πράγμα που έχει ξανακά­νει και με τον Στέφανο στον στί­χο ζ΄: 52 της απολογίας του. Αν ο συγγραφέας αυτός εί­ναι ο Λουκάς, τό­τε βέβαια ήταν ήδη πολύ συνη­θισ­μένος στις δήθεν προφητείες από τότε που έγραφε το Ευαγγέ­λιό του!

(Λόγω των πολλών και κραυγαλέων αντιφά­σε­ων μεταξύ του Κατά Λουκάν Ευ­αγγελίου και Πράξεων εί­ναι αδύνατον ο ίδιος συγ­γραφέας να έγραψε και τα δύο βιβ­λία. Π. χ., στο Ευαγγέλιο, κδ΄: 50-51, η ανάληψη έγινε 1 ή 2 μέ­ρες μετά την ανάσταση ενώ στις Πράξεις, α΄: 1-9, έγινε 40 μέρες μετά. Είναι δυνατόν ο ίδιος συγγραφέας να έγραψε κάτω μια τέτοια αντίφα­ση όπως και πολλές άλλες; Απαντήσετε! Εκτός πια οι παρεμβολείς και οι πλαστογράφοι αλλοίωσαν και τα δύο βιβλία σε τέτοιο βαθμό που τα έκαναν αγνώριστα!).

Ενώ λοιπόν ο Χριστός Μεσσίαχ των Ευαγγελιστών, αν εξαιρέσομε τις υστε­ρόχρονες προσθήκες και παραχαράξεις, είναι ένα κα­κοβαλμένο εντός ιστορικού πλαι­σίου μυθολογικό και κακοφτιαγμένο κατασκεύασμα περί κάποιου Ιησού που δή­θεν εκπληρεί προ­φη­τείες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Χριστός του Παύλου δεν είναι τέτοιο μυθο­λόγημα αλλά ένα άνευ ιστο­ρικού πλαισίου αποκύημα της φαντασίας και της θε­ολογί­ας του Παύλου, βασισμένο και αυτό στην Παλαιάς Διαθή­κης αλλά σε διαφορετι­κά χωρία της. Μερικά κύρια σημεία της θεολογίας του Παύλου έχουν ήδη αναπτυ­χθεί και πε­ρισσό­τερα θα αναπτυ­χθούν μέχρι το τέλος και το παράρτημα αυτού του κεφα­λαίου. Παρά την από­σταση και τις πολλές διαφορές μεταξύ των δύο αυ­τών προσεγγί­σεων του Εβραιο-Ιουδαϊκού Χρισ­τού, Μεσσί­αχ, που έγινε Ιησούς, και στις δύο υπάρ­χουν ολίγα ση­μαντικά κοινά ση­μεία, έσ­τω και αν αυτά περιγράφονται διαφο­ρετικά, όπως: η εξ ουρανού επάνοδος του Χριστού, η άμε­ση εσχα­το­λο­γία, η τυφλή πίστη στον Χρι­στό, ο φόβος, κ. ά.

Επιγραμματικώς και εν παρόδω αναφέρομε ότι, όπως πλέον είναι γνωστό με­τά τον Παύλο και το +70-73, οι Εβραιοχ­ριστι­ανοί προκειμένου να οικειοποιηθούν τον Μεσσίαχ των ορ­θοδόξων Εβραίων ανέτρεξαν στην Παλαιά Διαθήκη για να βρούνε δή­θεν προφητείες που δή­θεν αναφερόταν στον δικό τους Ιησού Χριστό. Αυτό ήταν το βαρύ επιχείρη­μα που αντέταξαν τότε κατά των αρχηγών και ιερέων των Ιουδαίων και δη των Φαρι­σαί­ων. Έτσι έπλε­ξαν σενάρια που ομοίαζαν κάπως με κείμενα Προφητών και Ψαλ­μών, σε άλλα κείμε­να έδωσαν λανθασμένες και αυθαίρετες ερμηνείες και άλ­λα τα παράφ­ρασαν όπως τους βόλευε. Απέτυχαν βεβαίως παταγωδώς με τους βιαστι­κούς και ανο­ήτους πα­ραλ­ληλι­σμούς διότι με μια παράλληλη μελέτη βλέπομε καθαρά τα λάθη και τις παραφ­ράσεις, και ότι τα κείμενα αυτά αναφέρονται σε άλλα θέματα και όχι στον χρισ­τιανικό Ιησού Χριστό. Π. χ., το όνομα Ιησούς δεν υπάρχει σε κανένα από τα χωρία που επικαλούνται, κλπ. Όλα αυτά διαπιστώνονται εύκολα και έχουν εκ­τεθεί από πολ­λούς μελετητές, Εβραί­ους και «Εθνικούς», στην διεθνή βιβλιογραφία. Σε πολλά δε σημεία οι Εβραιοχρι­στι­ανοί τα έχουν κάνει τόσο σαλάτα ώστε εύκολα βλέπει κανείς ότι δεν καταλάβαι­ναν τι έγρα­φαν και γελοιοποιούνται πλήρως. (Για πλήρεις αναλύ­σεις, λεπτομέρειες και απαντήσεις επ’ αυτού του μεγάλου ζητή­μα­τος των ψευτο-προ­φητειών, παραπέμπομε σε προηγούμενες αναρτήσεις).

٭٭٭

Συνεχίζομε με το βιβλίο των Πρά­ξεων στο οποίο ευρίσκομε τα εξής σημαντι­κά σημεία:
θ΄: 22 «Σαύλος δε μάλλον ενεδυναμού­το και συνέ­χυνε τους Ιουδαίους τους κατοικούντας εν Δαμασκώ, συμβιβάζων ότι ού­τός εστιν ο Χρισ­τός.». (Πο­λύ περίεργος και ύποπτος αυτός εδώ ο στίχος! Χρήζει αναλύσεως και ερμη­νείας! Αυτή την φορά ο Παύλος δεν διώκεται από τις αρχές της πό­λεως της Δαμασκού και τον Βασιλέα Αρέτα, Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 31-33, αλλά κυκ­λοφορεί άνετα κηρύττει και δημιουργεί σύγχυση! Πώς να συνέβη άραγε αυτή η αλλαγή;).

ια΄: 25-26 «εξήλθε δε εις Ταρσόν ο Βαρνάβας αναζητήσαι Σαύλον, και ευ­ρών αυτόν ήγα­γεν αυτόν εις Αντιόχειαν. εγένετο δε αυτούς ενιαυτόν όλον συναχ­θή­ναι εν τη εκ­κλησία και διδάξαι όχλον ικανόν, χρηματίσαι τε πρώ­τον εν Αν­τιοχεία τους μα­θητάς Χριστιανούς.»,
κδ΄: 5 «ευρόντες γαρ τον άνδρα τούτον λοιμόν και κινούντα στάσιν πάσι τοις Ιουδαίοις τοις κατά την οικουμένην, πρωτοστάτην τε της των Να­ζω­ραίων αιρέσεως,»,
κγ΄: 1-14, μελετήσετε αυτούς τους στίχους,
κε΄: 19 «ζητήματα δε τινα περί της ιδίας δεισιδαιμονίας είχον προς αυτόν και περί τινος Ιησού τεθνηκότος, ον έφασκεν ο Παύλος ζήν.», πράγμα που επαναλαμβάνεται στην Πρός Ρωμαίους στο κεφάλαιο στ΄ και ιδιαίτερα τους στί­χους 9-10 «ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσ­κει, θάνατος αυτού ου­κέτι κυριεύει. ό γαρ απέθανε, τη αμαρτία απέθα­νεν εφά­παξ, ό δε ζη, ζη τω Θεώ».
κη΄: 21-29, μελετήσετε αυτούς τους στίχους.
(Τα μεγαλύτερα και περιεκτικότερα χωρία την παραπομπή των οποίων αναγράψαμε εδώ, λόγω τους μή­κους των δεν τα παραθέσαμε. Αυτά πα­ρέ­χουν περισσό­τερες ισχυ­ρές πληροφορίες επ’ αυ­τού του θέ­ματος. Μόνοι σας μπορείτε να βρείτε και άλλα χω­ρία μέσα στις Πράξεις και τις Επι­στολές.).

Αυτά και άλλα χωρία, καθιστούν σαφές ότι η διδασ­καλία του Παύ­λου είναι μια πρωτοφανής Ιουδαϊκή αίρεση. Είναι μια έκφραση Παλαιοδιαθηκικών Ναζιραίων και όχι Ναζω­ραί­ων, όπως εσφαλ­μέ­νως αναγράφεται και έχει επικρατήσει. Όπως έχο­με δει, ο ίδιος ο Παύλος ομολογεί πολλές φορές ότι ήταν ζηλωτής (Ναζι­ραίος) του Νό­μου και του Ιουδαϊσμού (Πρά­ξεις κα΄: 20, κβ΄: 3, Πρός Γα­λά­τας α΄: 14, Β΄ Πρός Κoριν­θί­oυς ια΄: 2).

Πλείστα άλλα χωρία, τα οποία μπορείτε πολύ εύκολα να εντοπίσετε μέσα στις Πρά­ξεις και τις Επιστολές, μαρτυ­ρούν ότι οι ορ­θό­δοξοι και έννομοι Ιουδαίοι της Πα­λαιστίνης και όλης της αυτοκ­ρα­το­ρίας εδίωκαν τον Παύλο παντοιοτρόπως ένεκα της νέας αιρέσεως και διδασκαλίας που αυ­τός εισηγείτο. Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νό­μο ο Παύλος έπρεπε να διωχθεί και να θανατωθεί (διά λιθοβολισμού) από τους ορθο­δό­ξους Ιουδαίους, Έξοδος κβ΄: 17, Δευτερονόμιον ιγ΄, ιζ΄, κλπ. Παρά ταύτα η Εβ­ρα­ϊκή Παλαιά Διαθήκη πα­ρα­μένει η κεντρική βάση και η πηγή του διαστρεβλωμέ­νου Ιου­δα­ϊκού και αιρετι­κού κηρύγματός του. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Ουσια­στικά έχομε να κάνομε με την αίρεση του Παυλι­κού Εβραι­ο­χριστιανι­σμού. Έτσι οι ανα­φορές του σε όλη την Πα­λαιά Δι­αθή­κη και τον Μωσα­ϊ­κό Νό­μo εί­ναι αναγκαία τόσο συ­χνές και πυκ­νές που αν κα­νείς ήθελε να τις αφαιρέσει από τις Επι­σ­τολές, τα μόνα υποτιθέμε­να γραπτά του, στο τέλος δεν θα έμε­νε σχεδόν τίπο­τα, ή ό,τι απέμενε θα καταντούσε τε­λεί­ως ασύνδετο και άνευ συγκε­κρι­μένου νοήματος. Το κή­ρυγμά του όμως και τους ανά την αυτοκρα­το­ρία Ιου­δαί­ους συνέχεε ή έκανε εχθ­ρούς του, από δε τους «εθνικούς» έπει­θε εξαιρε­τι­κά ολί­γους και άτομα ειδικών περιπ­τώσεων.

Για να εξετάσομε τα ανωτέρω θέματα λεπτομερέστερα με στοιχεία και αναφο­ρές.

٭٭٭

Εντός του παρόντος κειμένου, όπως και σε άλλα κείμενά μας, εντοπί­ζομε ελά­χιστα χωρία των Επιστολών του Παύλου τα οποία κάπως ενθυμίζουν ή ομοιά­ζουν με αντίστοιχα των Ευαγγελίων. Κυρίως αυτά είναι: (1) Περί αγάπης Πρός Ρωμαίους ιβ΄: 14 «ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη κα­ταράσθε.», ενθυμίζει έναν στί­χο από την επί του όρους ομιλία, αλ­λά όλο το κε­φά­λαιο ιβ΄ είναι κομμένο και ραμ­μένο από ειδι­κώς επι­λεγ­μέ­να χωρία της Παλαιάς Δι­α­θήκης. (2) Περί Θείας Ευχα­ρι­στί­ας, Α΄ Πρός Κορινθί­ους ια΄: 23-28.

Η συντριπτική πλει­ο­νότης των υπο­λοίπων εδαφίων όμως, ούτε ενθυμίζει ούτε καν έχει καμία ομοιότητα με οι­αδήπο­τε εδά­φια των Ευαγγελίων. Ακόμα εδάφια που πραγ­ματεύ­ονται ίδια θέ­ματα πα­ρου­σιάζουν μεταξύ τους και με τα Ευαγγέλια αγεφύ­ρω­τες διαφορές και αντιφάσεις. Π. χ., Η Δευ­τέ­ρα Παρου­σία και η Τελική Κρίση, Α΄ Πρός Κο­ρινθίους ιε΄: 29-58, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλο­νι­κείς β΄: 1-12, κλπ..

Μια τέτοια κραυγαλέα και αγε­φύ­ρωτη διαφορά αποτελεί και ο Χριστός του Παύλου συγκρινόμενος με τον Χρισ­τό των Κανονικών Ευαγγε­λί­ων. Εδώ λοιπόν πα­ρουσιάζομε πληρέστερα και σα­φέστε­ρα τις συγκρίσεις και διαφορές που αφορούν αυ­τούς τους Χριστούς. Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα από κοντά:
Ο Χρι­στός του Παύλου σε δύο στίχους μόνον, Πρός Ρω­μαίους α΄: 3 και Β΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 8, κα­τά­γεται «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκαν». Δεν αναφέρει το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μιργιάμ. Απανταχού αλ­λού αναφέρεται ή εννοείται ως: θεϊκός, ουράνιος, μυ­θικός, προ­αιώνιος, προϋπάρ­χων, υπερφυσικός, προορισ­μέ­νος, απεσ­ταλ­μέ­νος, πνευμα­τικός, μυστικός, κοσμικός Υιός, παράγων της δημιουρ­γί­ας, η υποστηρί­ζουσα συμπαν­τική δύνα­μη, «ο Υιός, η ει­κών, η δύναμις, η σοφία, η δό­ξα του Πατρός». Βλέπε: Α΄ Πρός Κο­ριν­θίους α΄: 24, η΄: 6, Β΄ Πρός Κο­ριν­θίους δ΄: 4, Πρός Κολασσαείς α΄: 15-20 «πρωτότοκος πάσης κτίσε­ως», «πρω­τότοκος εκ των νε­κ­ρών» (παρ’ όλον ότι αρ­κε­τοί «είχαν αναστη­θεί» πριν απ’ αυτόν). Ο στίχος Πρός Κο­λασσαείς α΄: 20 μας λέγει ότι το σύ­μπαν είναι ου­σι­α­στι­κά απο­ξε­νω­μένo από τον υπερ­βα­τικό Θεό. Ακόμα βλέπε και: Πρός Φιλιπ­πη­σίους β΄: 5-11, Α΄ Πρός Τιμό­θε­ον α΄: 11, Β΄ Πρός Τιμό­θε­ον α΄: 9-10 «του σώ­σαν­τος ημάς και κα­λέ­­σαν­τος κλή­σει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδί­αν πρό­θε­σιν και χάριν, την δο­θείσαν ημίν εν Χρι­στώ Ιη­σού προ χρόνων αιω­νίων, φανερω­θεί­σαν δε νυν διά της επιφανεί­ας του σω­τήρος ημών Ιησού Χρισ­τού, καταρ­γή­­σαν­τος μεν τον θάνατον, φω­τίσαντος δε ζωήν και αφ­θαρσίαν διά του ευ­αγγελί­ου», Πρός Εβραίους α΄: 2-3, κλπ.

Όλα αυτά εί­ναι γνω­στικισ­τικά και παραφθαρμένα νεο­πλα­τω­νι­κά στοι­χεία, εκ των οποίων μερικά πρέ­πει να μπήκαν στις Επιστολές κατά τον πρώτο και δεύτερο αιώνα, όταν ο Γνωστικισμός κόν­τεψε να εξα­φανίσει τον ορθόδοξο Χριστιανισμό, και μερικά άλλα πρέπει να τα εί­χε βρει ο Παύλος στις μέρες του ήδη διαδεδομένα μεταξύ των χριστιανικών κοινο­τή­των και τα χρησιμοποί­ησε. Αργότερα, αυτά έγι­ναν ο «Λό­γος» στο πρώτο κεφά­λαιο του κα­­τά Ιωάννην Ευαγγε­λί­ου, το οποίο περιέχει πολλά στοι­χεία Γνωστικισμού. Αυτά επί­σης είναι σύμφωνα και με τον Γνωσ­τικισμό του Μαρκίωνος.

Ούτως, παρά την γενική και αόριστη αιθέρια φύση του Χριστού η οποία δια­χέεται και διαμηνύεται παντού εντός των Επιστολών του Παύλου, αντί της πλή­ρως σω­μα­τικής του Ιη­σού των κανονικών Ευαγ­γε­λίων στα οποία, τρώγει, πίνει, συναναστ­ρέ­φε­ται μετά τελωνών και πορνών, θεραπεύει, διδάσκει, τσακώνεται, οργίζεται, λιγο­ψυχά, ξα­νατρώγει και ξαναπίνει μετά την ανάστασή του, κλπ., ο Παύλος στην Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 3-4 και Β΄ Πρός Τι­μό­θε­oν β΄: 8, καταγράφει την κα­τά­φω­ρη αντίφαση με τον εαυτόν του και τους Ευαγγελιστές, ότι ο Χρι­στός,πρoήλ­θε «εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ κα­τά σάρ­καν» και ό­χι από το Άγιο Πνεύ­μα με τη βo­ή­θεια της Παρθένου Εβραιο­πούλας Μι­ργι­άμ, όπως καταφατικά μας λένε ο Ματ­θαίoς α΄: 18 και ο Λουκάς α΄: 34-35, και μετά «α­πε­δεί­χθη Υιός Θεoύ εν δυ­νάμει κατά πνεύ­μα ...». Στην Πρός Φιλιππησί­ους β΄: 5-6 όμως τον παρου­σιάζει κατ’ ευθείαν ίσο με τον Θεό «τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ό και εν Χριστώ Ιησού, ος εν μορφή Θεού υπ­άρ­χων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ,»! (Έχομε να κάνομε με συ­νε­χείς αν­τι­φά­σεις, μπαλώ­ματα, ψεύδη, μπουρδουκ­λώματα, στρεψοδικίες, απάτες, ...).

Η βάση της διδασκα­λίας και θεολογίας του Παύλου αφο­ρά:
(α) Την αρχική κατάρα και οργή του Θεού Γιαχβέχ λόγω του αμαρτή­ματος και της πτώσεως του Αδάμ (Πρός Ρω­μαίους ε΄: 12- 14, όλο το κεφάλαιο στ΄, Α΄ Πρός Κο­ριν­θίους ιε΄: 22, 45, Β΄ Πρός Κο­ρινθίους ια΄: 3, Α΄ Πρός Τιμό­θεον β΄: 13-14) που κα­ταράστηκε με αιώνιες τιμωρίες τους πάντες και τα πάντα εις πάντας τους αιώ­νας !

Η σωτηρία απ’ αυτά τα δεινά επιτυγχάνεται με το να ομολογούμε τον Κύριον Ιη­σού, και να πιστέψομε και να βάλομε στην καρδία μας ότι ο Θεός τον ανέστησε (Πρός Ρω­μαίους στ΄: 3-13 ειδικά στίχος 8 «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ,», ι΄: 9 «ότι εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση·»). Όμως όπως και πριν έτσι και μετά θα μας πει ότι όλοι μας θα σω­θούμε διά της θυ­σίας τού Ιησού Χριστού (Πρός Ρω­μαίους ε΄: 18 «Άρα ουν ως δι’ ενός παραπτώματος εις πάν­τας ανθρώπους εις κατάκριμα, ούτω και δι’ ενός δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής.», στ΄: 3-13 ειδικά στίχος 7 «ο γαρ αποθανών δεδικαίω­ται από της αμαρτίας.», Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 22, κλπ.). Αλλά και πάλι αντιφατικά θα μας ανακοινώσει ότι η σωτηρία του καθε­νός εξαρτάται από την εύνοια και το έλε­ος του Θεού και τον προκαθορισμό του (Πρός Ρω­μαίους στ΄: 3-13, θ΄: 16-23 όπου εδώ μας αφη­γεί­ται και την τρομερή παραβολή του καραμέ­ως που όποια αγγεία θέλει τα δια­φυλάττει γερά και όποια δεν του αρέ­σουν τα κατασ­τρέφει.). Άντε να βρει κα­νείς άκρη με τον Παύλο!...

(β) Την αμαρτία και τον θάνατο, ως συμπαντι­κές δυνάμεις όπως έχομε προ­είπει, (Πρός Ρω­μαίους γ΄: 23 «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θε­ού,», ε΄: 12-14, 19, όλο το στ΄ κεφάλαιο ειδικά στίχος 23 «τα γαρ οψώνια της αμαρ­τίας θάνα­τος, ... .», παρμένο από την Γένεσιν β΄: 17, ζ΄: 1-25, η΄ :1-12, Β΄ Πρός Κο­ρινθίους ε΄: 21, κλπ.). (Βλέπε και Ιωάννης ιστ΄: 8, Πράξεις ι΄: 42, Α΄ Ιωάννου α΄: 8.).

Ακόμα η αμαρτία προέρχεται κυρίως από την σάρκα (Πρός Ρω­μαίους ζ΄: 5, η΄: 6-8, 12-13 «Άρα ουν, αδελφοί, οφειλέται εσμέν ου τη σαρκί του κατά σάρκα ζήν· ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν· ει δε Πνεύματι τας πρά­ξεις του σώ­ματος θανατούτε, ζήσεσ­θε.», Β΄ Πρός Κορινθίους ε΄: 10, κλπ.) πράγ­μα που είναι αν­τιφατικό προς την δη­μιουργία τού Θεού του, γνωστι­κιστικό και πιθα­νώς σύμφωνο με την εσχατολο­γική παράνοια που διακατέχει τον ψυ­χοπαθολογικό Παύλο και το μίσος όλων των χριστιανών κατά του σώματος! Στην Πρός Ρω­μαίους α΄: 18-32, Πρός Εφε­σίους δ΄: 18-19, κ. α., βλέπομε και την προκαθορισμένη αμαρτία επί των ανθρώπων ένεκα της οργή του Θεού (γι’ αυτό κατά τον Ματθαίο στ: 13 πρέπει να παρακαλούμε: «και μη εισε­νέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού….»). Παρα­πάνω αναφέ­ραμε και το δόγ­μα του Προκαθορισμού και θα το ξαναδούμε στο παράρ­τημα στο τέ­λος του κεφαλαί­ου αυτού.

Από την άλλη μεριά και πάντα αντιφατικά, όπως συνηθίζει, θα μας πει ότι η αμαρτία καθορί­ζε­ται από τον Νόμο και δεν υπάρχει αμαρτία χωρίς τον Νόμο (Πρός Ρω­μαίους γ΄: 20 «... διά γαρ νόμου επίγνωσις αμαρτίας.», ε΄: 13 «άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου·», 20-21, στ΄: 15-13 ειδι­κά στίχος 15 «Τί ουν; αμαρτήσομεν ότι ουκ εσμέν υπό νό­μον, αλλ’ υπό χάριν; μη γένοιτο.», ζ΄: 7 «Τί ουν ερούμεν; ο νόμος αμαρτία; μη γένοι­το· αλλά την αμαρτίαν ουκ έγνων ει μη διά νόμου·», 8-24, Πρός Γαλάτας ε΄: 3, Α΄ Πρός τιμόθεον α΄: 9, κλπ.). Αλ­λά και πάλι θα μας πει ότι μόνο η αγάπη αρκεί για την εκπλή­ρωση του Νό­μου (Πρός Ρω­μαίους ιγ΄: 9-10 «το γαρ ου μοιχεύσεις, ου φονεύ­σεις, ου κλέψεις, ουκ επι­θυμήσεις, και ει τις ετέρα εντολή, εν τούτω τω λόγω ανακεφαλαιούται, εν τω, αγαπή­σεις τον πλη­σίον σου ως σεαυτόν. η αγάπη τω πλησίον κακόν ουκ εργάζεται· πλήρωμα ουν νόμου η αγά­πη.»), πράγμα μακράν της πραγματικό­τητος της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και της Καινής, όπως καθένας μπορεί να διαπιστώσει εάν μελετήσει τον Μωσαϊ­κό Νόμο εν­τός της Πεντατεύχου και αυτά τα δύο βιβλία.

Άντε να βρει κανείς άκρη με τον Παύλο!... Μέσα στους στίχους Πρός Ρω­μαί­ους στ΄: 3-23 μπλέκει με ακατάστατες σοφιστείες, ασάφειες και στρεψοδικίες τρία πράγμα­τα ο αθεόφοβος! Την σωτηρία διά πίστεως, την σωτηρία δια χάριτος και την υπακοή στον νόμο! Για να μην λέγει κανείς ότι απομονώνομε στίχους έξω από τα συμφραζό­μενα, σας παρακα­λούμε να διαβάστε ολόκληρα τα κεφάλαια της Πρός Ρω­μαίους ε΄, στ΄ και ζ΄ και δεί­τε μόνοι σας και ειλικρινά αν μπορείτε να βρείτε την άκ­ρη και το τέ­λος του μπλεγ­μένου κουβα­ριού που παρουσιάζει εκεί μέσα!

(γ) Κά­ποιον Ιη­σού Χρι­στό που για να μας σώσει απέθα­νε επί σταυρού ή κρε­μασμέ­νος «επί ξύλου» (όπως το­νί­ζει ο Παύλος και η Καινή: Πρά­ξεις ε΄: 30, ι΄: 39, Πρός Γαλά­τας γ΄: 13, Α΄ Πέτρου β΄: 24, φράση παρ­μέ­νη από την Παλαιά Δια­θήκη, Γέ­νεσις μ΄: 19, Δευτερονόμι­ον κα΄: 22-23, Ιησούς του Ναυί η΄: 29, Εσθήρ η΄: 7, κλπ.), για τον οποί­ον ο Παύλος επιμέ­νει ότι ζει (Πράξεις κε΄: 19, Πρός Ρωμαίους στ΄: 9-10). Αυ­τός ο Παυ­λι­κός Χρισ­τός, κατά την άμε­ση εσχα­το­λο­γία του Παύ­λου, πρό­κειται να επανεμ­φανισ­τεί εν­τός ολίγου και θα σώσει από την κατάρα, την ορ­γή, την αμαρτία και τον θάνατο μό­νον όσους είχαν την τύχη και την θέληση να πιστέ­ψουν σ’ αυτόν! (Βλέπε τα εσχατολογικά μέρη των δύο Πρός Θεσσαολονικείς Επιστολών.).

Η θυσία του Χριστού είναι εξιλεωτική διά τις αμαρτίες μας, ανάλογη ή για αν­τικατάσταση των συχνών και πυκνών θυσιών πολλών και διαφόρων αρτιμελών και ακηλιδώτων ζώων που περι­γράφονται σ’ όλη την Παλαιά Διαθήκη διά τον εξευμενισ­μό του Γιαχβέχ (Πρός Ρω­μαίους η΄: 3). Στον ίδιο στίχο αναφέρει και ότι «...ο Θεός τον εαυτού υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρ­κός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί,». Δηλαδή ο σταυρωθείς Χριστός ήταν σε ομοίωμα σαρκός και όχι πραγμα­τική σάρκα. Άρα τί είδους θυσία ήταν αυτή; Το ότι ο πραγματικός ή σαρκικός Χρισ­τός δεν σταυ­ρώθηκε στην πραγματικότητα, αλλά κάποιο ομοίωμά του το πιστεύουν οι γνωστικοί και οι μουσουλμάνοι.

Αναφωνούμε λοιπόν αυτό που λέγει ο ίδιος ο Παύλος στην Πρός Ρωμαίους ια΄: 33: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύ­νητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού!». Στο τέλος αυτού του κεφα­λαίου έχομε παρα­θέσει ένα παράρτημα στο οποίο αναπτύσσομε πολύ περισσότερον μερικά απ’ αυτά τα δόγματα του Παύλου και με περισσότερες αναφορές από τον ίδιο και την Καινή Δια­θήκη. (Διαβάστε το Παράρτη­μα.). Μετά απ’ αυτές τις βάσεις ο Παύλος αναπτύσσει τα διάφορα επί μέρους ζητήματα, τις δικαιολογήσεις του και όλα τα σχετικά.

Στο κεφάλαιο ιε΄ της Α΄ Πρός Κορινθίους, μετά την εισαγωγή, ο Παύ­λος τονί­ζει στους Κο­ρινθίους ότι υπάρχει το φυσικό και το πνευματικό σώμα. Το μεν πρώ­το αντιπροσω­πεύεται από τον Αδάμ, το δε δεύτερο από τον Χριστό. Ο Αδάμ ως γήινη ύπαρξη, χοϊ­κός, είναι φτιαγμένος από γήινα υλικά, ενώ Χριστός ως πνευμα­τική ύπαρ­ξη είναι φτι­αγμένος από ουράνια. Όπως έχομε δει και πρωτύτερα ο Παύλος για να βασίσει και να δώσει αιτία και ύπαρξη στην θεολογία του, αντιπαρα­βάλλει τον Αδάμ με τον Χριστό πολλές φορές, ιδίως στην Πρός Ρωμαίους κεφάλαια ε΄, στ΄, Β΄ Πρός Κορινθίους ε΄: 21, κλπ.

Το συμπέρασμα τού κε­φα­λαίου ιε΄ της Α΄ Πρός Κορινθίου εί­ναι ότι ο Χριστός ευρί­σκεται πλήρως στην πνευμα­τική σφαίρα και δεν αναφέρεται καθόλου ως φυ­σικός άνθρωπος. Πολλοί αντιτεί­νουν ότι το εννοεί! Αλλά σε ένα τόσο με­γά­λο θεολο­γικό κε­φάλαιο (58 στί­χων), κεφα­λαιώ­δους σημασίας για την θεολογία του Παύλου και απευ­θυνόμενο σε νεοφωτίσ­τους ευ­ρισκομένους σε μακρινή από την Ιου­δαία περι­οχή, μια τέτοια παράλειψη είναι αξιοσημεί­ω­τη και καθόλου εύλογη.

Βεβαίως η σύγκριση αυτή δεν έχει συμμετρία. Διότι ενώ δι’ ενός ανθρώπου, του Αδάμ, εισήλθε η αμαρτία στον κόσμο και αυτομάτως όλοι που υπήρξαν και όσοι θα υπάρξουν είναι αμαρτωλοί, είτε φταίνε είτε όχι, και θα τιμωρηθούν στην αιωνία κόλαση, αλλά από την άλλη μεριά η σωτηρία κάποιου διά της θυσίας ενός ανθρώπου ή Υιού του Θεού ή Θεού, του Ιησού Χρι­στού, δεν είναι αυτόματη. Ο κάθε κάποιος χρειάζεται να πράξει κάτι. Πρέπει να μπει στον κόπο, είτε του έρχεται είτε όχι, και να πιστέψει στη εξιλεωτική θυσία και ανάσταση του Ιησού και να τα βάλει στη καρ­διά του, ή να τον ευνοήσει ο ίδιος ο Πανάγαθος. Αλλιώς σωτηρία δεν έχει! (Πρός Ρωμαί­ους ι΄: 9, ζ΄: 16-23, κλπ). Πάρα Πολύ Ωραία!

Όπως έχομε δει πολλές φορές και θα δούμε ακό­μα, σε με­ρικά σημεία ο Παύ­λος λέγει άλλα αντί άλλων. Μερικές φορές ανακα­τώνει τον φυσι­κό και τον πνευματι­κό χώρο και στρεψοδικεί. Η στρεψο­δικία στον Παύλο είναι πολύ σύ­νηθες φαινόμενο. Αν όμως τα βάλομε όλα κά­τω η επικρα­τούσα ιδέα του Παύλου για τον Χρισ­τό είναι ότι ο Χρι­στός ήταν πνευμα­τικό σώμα και δεν τον είχε συλ­λάβει ως ύπ­αρξη επί της γης.

Ο γήινος Χριστός των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων όμως, ουδέποτε ανέ­φερε τον Αδάμ και το προπατο­ρικό αμάρτημα σε οτιδήποτε έστω και το πα­ραμικρό. Ουδέπο­τε εδήλωσε ότι τα προκαθορισμένα πάθη του (ποτήριον) αποτε­λούν εξιλε­ωτική θυσία για το αμάρτη­μα αυτό και πρέπει να λάβουν χώρα για να σω­θεί το ανθρώπινο γένος από την αρχική κατάρα και οργή του Θε­ού Πατ­ρός, Γιαχ­βέχ. Αυτά δεν υπάρχουν στα Ευαγγέ­λια παρά μόνο στον Παύλο, την χριστιανική κα­τήχηση και δικαιολόγηση! Αυτό που γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης α΄: 39 «...ίδε ο αμ­νός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.» το λέγει ο Ιωάννης ο Βαπτισ­τής και όχι ο Ιησούς. Αλλά και εδώ δεν υπάρχει το προπατορικό αμάρτημα ούτε υπονοεί­ται. Τα ονόματα Αδάμ, Εύα, κλπ., δεν υπάρχουν πουθενά στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις!

Στην κατήχησή τους οι χριστιανοί, πολύ αργότερα, επεξέτειναν αυτό το δόγμα του Παύλου με το να αποσπάσουν, παραφράσουν και παρερμηνεύσουν τον στίχο της Γενέσεως γ΄: 15 «και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής· αυτός σου τηρήσει κεφα­λήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν.», που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κατάρα εναν­τίον και η τιμωρία κατά του φιδιού από τον Πα­τέ­ρα Θεόν Γιαχβέχ. Οι χριστιανοί προ­παγάνδισαν αυτόν τον στίχο ως δή­θεν εξαγγελία υποσχέσεως και προφητείας του Θε­ού Πατρός Γιαχβέχ περί μελλοντι­κής αποστολής και εξιλεωτικής θυσίας τού Σωτήρος Υιού του, όπως αξιωματικά έθεσε ο Παύλος, για να μας απαλλάξει από την αρχική οργή και κατάρα του. Πολύ θεϊκά ακούγονται όλα αυτά τα πράγματα! Τί λέτε;

Στην επι­στο­λή Πρός Εβ­ραίους ε΄, στ΄, ζ΄, κλπ., ο Παύλος ανα­πτύσ­σει μια πο­λύ βα­ρε­τή θε­ο­λο­γία για να μας πεί­σει ότι ο Χρι­στός σαν και­νο­φα­νής, ου­ρά­νιος και ανώ­τατος αρ­χιε­ρεύς προ­έρ­χε­ται από την τά­ξη του Μελ­χι­σε­δέκ [Γέ­νε­σις ιδ΄: 17-23, Ψαλ­μοί ρθ΄ (ρι΄): 4] και όχι από την τάξη του Ααρών. Αυτό είναι αίρεση διότι οι Εβραίοι αρχιε­ρείς, σύμ­φω­να με τις θεϊκές επιταγές και τον Μω­σα­ϊ­κόν Νό­μον, όφειλαν να προ­έρ­χο­νται από την τά­ξη του πρώ­­­του αρ­χι­ε­ρέα των Εβραί­ων Αα­ρών, αδελ­φού του αρ­χη­γού, νο­μο­θέ­τη και προ­φή­τη Μω­υ­σή, της φυ­λής των Λευ­ϊ­τών [Ο(β)΄ Έξο­δος κη΄: 1-3, κθ΄, λη΄: 1, λθ΄: 21, μ΄: 10-14, Ο(β)΄ Λευ­ι­τι­κόν η΄: 1-36, θ΄: 1-4, ι΄, Ο(β)΄ Αριθ­μοί γ΄ ολόκληρο, η΄: 5-26, ιστ΄: 9-11, ιζ΄: 6-28, ιη΄: 7-23, κε΄: 10-13, λε΄: 1-8, Δευτερονό­μιον ιη΄: 1-14, κλπ. Η Mασ­σό­ρα έχει με­ρι­κές ανα­φο­ρές ίδιες και άλ­λες δια­φορετικές.]. Η προέ­λευ­ση τού Χρισ­τού ως ανω­τά­του αρ­χιε­ρέα από την τά­ξη του Μελ­χι­σε­δέκ έχει γίνει δόγ­μα της χριστι­ανικής εκ­κλη­σί­ας. Ο Ιησούς Χριστός είναι ανώτερος και αξιό­τερος (Θεός ήταν άλλωστε) του Μωυσέ­ως που έχρισε τον αδελφό του Αα­ρών, κατ’ εντολήν του Θεού Γιαχβέχ και Πατέρα του Ιησού Χριστού, πρώτον αρχιε­ρέα των Εβ­ραίων. Η νέα θρησκεία του Εβ­ραιοχριστιανισ­μού που εγ­καινιάζει εί­ναι και αυτή ανώ­τερη του Ιουδαϊσμού (πράγμα που είχε ξαναπεί στην Β΄ Πρός Κο­ρινθί­ους γ΄: 4-18). Η αόριστα αναφερομένη θυσία του Χριστού ανα­τρέπει και καταρ­γεί την αιματηρή κα­θημερινή θυσία του Ναού. Ο Μω­σαϊκός Νόμος και η Παλαιά Διαθή­κη, αν και δόθη­καν από τον ίδιο τον Θεό Πατέ­ρα Γιαχβέχ, τώρα καταργούνται και πάνω από όλα τί­θενται: η τυ­φ­λή πίστη, μια άμε­ση εσχα­το­λο­γία του καιρού εκείνου και η πλήρης απα­ξία του φυσικού κόσ­μου. [Η απαξία του φυσικού κόσ­μου είναι και αυτή αίρεση έναν­τι του ορθοδόξου Ιουδαϊσ­μού, ο οποίος κηρύττει Ψαλμός ιη΄ (ιθ΄): 1, 2: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χει­ρών αυτού αναγγέλλει το στερέω­μα.», Ψαλμός ργ΄, (ρδ΄): 24 «ως εμεγα­λύνθη τα έργα σου, Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας, επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.», και πάρα πολ­λά τοιαύτα. Ας βρούνε την άκρη με τις αμέτρη­τες αιρέσεις μεταξύ Εβραιοϊουδαϊσμού και Εβραιο­χριστιανισμού του ιδίου Θεού οι «σοφοί» χριστιανοί, εφ’ όσον όπως έχομε πολλές φορές ήδη ανα­φέρει και ο Παύλος και ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων έχουν πολλαπλώς και αξι­ωματικά διαγράψει, υβρίσει και μωράνει τους μη χριστιανούς σοφούς και φιλοσό­φους. (Έτσι τους ήλθε και έτσι έκαναν!]

Γενικώς ο Χριστός στον Παύλο δεν είναι ο «ιστορικός» άνδρας με γή­ι­νη δράση, λυτρωτικό σχέδιο και «δική του» δι­δα­σκα­λία όπως τον παρουσιά­ζουν τα Ευαγγέ­λια. Ο Παύλος δεν μας παραδίδει καμία δι­δα­σκαλία και δράση του Ιησού Χρισ­τού όπως κά­νουν τα Ευ­αγ­γέ­λια, πα­ρά τις αν­τι­φά­σεις και τις ασυμφωνίες τους, αλλά κάνει μια δική του θεολογική ερμη­νεία περί κάποιου σταυ­ρω­θέν­τος και αναστάντος Χρισ­τού που ποτέ δεν είχε την τύχη να τον συνα­ντήσει επί της γης και να τον γνω­ρί­σει εν ζωή (π. χ., Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 11, στ΄: 16, κλπ.). Την θε­ολογία και το ευαγγέλιο που κηρύττει, ο ίδιος συχνά-πυκνά δηλώ­νει ότι τα πα­ρέ­λαβε από αποκαλύψεις και οράματα. Έτσι προσπαθεί να περάσει στους άλ­λους αυτά που λέγει και να τα δικαιολογήσει δι’ αυ­τών. Η θεολο­γία του Παύ­λου λοιπόν είναι αποκα­λυπτική και όχι βασισμένη στα «γεγονότα που τό­σοι πολλοί έζησαν» με τον Κύ­ριον Ιησού κατά την διάρκεια της δράσεώς του και στη θεολογία και την διδαχή που ο ίδι­ος ο Κύριος Ιησούς παρέ­δω­σε σε όλους. Πολύ περίεργο!

Ο Παύλος γρά­φει και κη­ρύτ­τει σε αν­θρώπoυς πoυ βρί­σκoνταν χι­λιά­δες χι­λιό­με­τρα μακριά από την Ioυ­δαία, οι οποίοι δεν εί­χαν ιδέα τι έγι­νε εκεί με τoν άν­δρα, όπως ομολογεί στους Αθηναίους, Πράξεις ιζ΄: 31 “…εν ανδρί ώ ώρισε,…”, και «..., άνθρωπος Χριστός Ιησούς» Α΄ Πρός Τι­μόθεον β΄: 5. (Δηλαδή όχι Θεόν ή Υιόν του Θεού! Οι αντιφάσεις τέλος δεν έχουν.). Εί­ναι όμως πoλύ πε­ρί­ερ­γo και ύποπτο το ότι δεν ανα­φέ­ρει τίπo­τα βιo­γρα­φι­κό ή ένα γε­γo­­νό­ς από τη ζωή και τη δρά­ση αυτoύ τoυ ανθ­ρώπoυ. Σε σχέση με όλα τα στοιχεία και τα συμ­βάν­τα που πε­ριέχουν τα Ευαγγέ­λια, αυτά που αναφέρει ο Παύλος στις Επιστολές του είναι τόσο ελάχιστα και ασα­φή ώστε να μην ημπορεί κανείς να μορφώσει κά­ποια εικό­να αυτού του ανθρώπου επί της γης. Όχι μόνο δεν παρουσιά­ζει την γήινη ιε­ραπο­στο­λική δράση και λυτρωτικό σχέδιο του Ιησού και τό­σα άλλα που έχομε ήδη αναφέ­ρει, αλλ’ ούτε καν την βιαστική και άδικη δίκη εναν­τίον του. Πουθενά δεν αναφέ­ρει τους Φαρι­σαίους, τους Σαδδου­καί­ους και τα επει­σόδια τους με τον Ιησού Χριστό! (Ο ίδι­ος, μόνο μία φορά μέσα στις επιστολές του, Πρός Φιλιππησί­ους γ΄: 5, λέγει ότι ήταν Φαρισαίος. Αυτό είναι όλο!).

Όπως έχομε ήδη ανα­φέρει και καταγράψει ο Παύλος έρχεται σε πολυάριθ­μες και αγε­φύρωτες αντιφάσεις με τα Ευαγγέλια και την Καινή Διαθήκη, ακόμα και με τον εαυτόν του! Σε διάφορα επίμαχα θέ­ματα δεν συμβουλεύεται τις θέσεις και τις εν­τολές του ιδίου του Ιησού. Π. χ., στο επί­μαχο ζή­τημα της δίαιτας, Πρός Ρω­μαίους ιδ΄: 14, κ. α., ο Παύλος δεν επικαλείται την θέση του Ιη­σού, Μάρκος ζ΄, κ. α., η οποία του ταίρι­αζε τέλεια. Στο ζήτημα της εφαρ­μογής του Μω­σαϊκού Νό­μου ο Παύλος δεν έλα­βε καθ’ όλου υπ’ όψη του την αντίθετη προς αυτόν θέση του Ιη­σού, Ματθαίος ε΄: 18, ιθ΄: 17, Μάρκος ι΄: 19, Λουκάς ι΄: 26, κλπ.! Για περισσότερα τέτοια θέματα εξετά­σετε και τα χωρία:
Πρός Ρω­μαί­oυς γ΄: 7 (περί του ψεύδους του Παύλου), στ΄: 3-5, Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς α΄: 15 (πε­ρί βαπ­τί­σ­ματος), στ΄: 12-13, ζ΄: 6, 12, 25 (εδώ δεν είχε εν­τολή ή αποκάλυψη από τον Κύριο, ενώ στα Ευαγγέλια ο Κύριος έδωσε ρητές εντολές περί γάμου και διαζυγίου), θ΄: 19-23, ι΄: 23. Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 13, ια΄: 17, ιβ΄: 16, Πρός Φι­λιππησίους α΄: 15-18, κλπ.

Ακόμα και για την προσευχή στην Α΄ Πρός Τιμόθεον β΄: 8 γράφει: «Βούλο­μαι ουν προσεύχεσθαι τους άνδρας εν παντί τόπω, επαίροντας οσίους χείρας χω­ρίς οργής και διαλογισμού.». Ο Χριστός όμως στον Ματθαίον στ΄: 5-8: «Και όταν προσεύχη, ουκ έση ώσπερ οι υποκριταί, ότι φιλούσιν εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών εστώτες προσεύχεσθαι, όπως αν φανώσι τοις ανθρώποις· αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις τον τα­μιείόν σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπ­τώ, και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ ...». Ιδού η αντίφαση μεταξύ Χριστού και Αποστόλου ακόμα και στο πως να προσεύχονται!

Βγάζομε λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα: «Ο Παύλος πουθενά δεν μας πα­ρα­δίδει μια κά­ποια θε­ολογία ή διδαχή του Ιη­σού Χριστού, ούτε στηρίζει τις από­ψεις και τις εν­το­λές του στις εντολές και τις θέσεις του Ιησού. Απλώς μας παρα­δίδει δι­κές του “απο­κα­λύ­ψεις” και έρχεται σε πολλές αντιφάσεις με το ίδιο τον Θεό Ιησού Χρι­στό των Ευαγγε­λίων, για τη ζωή και τη δράση του οποίου δεν πα­ραθέτει τίπο­τα!».

٭٭٭

Ο Παύλος κινεί την χριστολογική θε­ολογία του γύρω από έναν τυπικό άξονα: «τελευταίο δείπνο, σταύ­ρωση, ταφή, ανάσταση, επ­ανεμφάνι­ση»! Ο άξονας αυτός είναι γυμνός διό­τι δεν τίθεται εντός ιστορι­κού πλαισίου και δεν παραθέτει κα­μία συγκινητι­κή ή παραστατική αναφο­ρά ή λεπτομέρεια όπως κά­νουν τα Ευαγγέλια!

Έτσι, στις παρακάτω ανα­φο­ρές, οι οποίες εί­ναι ασα­φείς, ελ­λι­πέ­σ­τα­τες και αν­τιφα­τι­κές ή άσχε­τες με τα Ευαγγέλια, μας λέγει ελάχιστα, ατεκμηρίωτα και εκτός ισ­τορικού πλαισίου πράγματα για τα εξής θέματα:
(1) Εκτός του ότι ο Χρι­στός, πρoήλ­θε «εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ κα­τά σάρ­καν», Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 3-4 και Β΄ Πρός Τι­μό­θε­oν β΄: 8, και ό­χι από το Άγιο Πνεύ­μα με τη βo­ή­θεια της Παρθένου Εβραιοπούλας Μι­ργι­άμ, όπως καταφατικά μας λένε ο Ματ­θαίoς α΄: 18 και ο Λουκάς α΄: 34-35, και μετά «α­πε­δεί­χθη Υιός Θεoύ εν δυ­νάμει κατά πνεύ­μα ...», πoυ­θε­νά δεν ανα­φέ­ρει κα­νέ­να άλ­λo στoι­χείo για τη γέν­νη­ση του Ιησού Χριστού. Πoυ­θε­νά δεν υπάρ­χει η μά­να τoυ Χρι­στoύ Μι­ργιάμ και o υπoτι­θέ­μενoς (ή πραγ­μα­τι­κός, πoιός ξέ­ρει;) πα­τέ­ρας τoυ Iω­σήφ (ή τo Άγιo Πνεύμα, αν θέ­λε­τε).

Με την Πρός Γα­λά­τας Επιστολή ο Παύλος απευθύνεται προς τους Εβραίους της Γαλατίας της Μι­κράς Ασίας και προσπαθεί να τους συγκρατήσει στην ομάδά του διότι άρχισαν να διαφεύγουν και να παρασύρονται σε άλλες αιρέσεις. Στον στίχο δ΄: 4 τους λέ­γει κάτι που μερικοί το θεωρούν ιστορική μαρτυρία: «ότε δε ήλ­θε το πλή­ρω­μα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυ­ναι­κός, γενόμε­νον υπό νόμον, ίνα τους υπό νό­μον εξα­γορά­ση, ίνα την υιοθεσίαν απο­λά­βω­μεν.». Αυτή είναι μια αόριστη φράση διότι δεν παρέχει κανένα συγκεκριμένο ισ­τορικό στοιχείο. Δεν κάνει καν τον κό­πο να ανα­φέ­ρει στους Ιου­δαίους αυτούς: Πό­τε ακριβώς ήλθε αυ­τό το πλή­ρωμα ή ποια ήταν η γυναίκα αυτή, η μάνα του Υιού του Θεού. Δεν χρειά­ζε­ται πολ­λή θεολογία για να κα­τα­λά­βει κα­νείς ότι αν κάποιος γεν­νή­θη­κε, σί­γου­ρα κά­ποια γυ­ναί­κα τον εγέννησε. Δεν αναφέρει ότι είχε προ­φητευ­θεί, από τον Ησαΐα (εσ­φαλμένως βεβαίως, Κατά Ματ­θαίον Ευαγ­γέλιον 1: 23), και δεν αναφέρει τίποτα απο­λύτως για τον ευαγ­γελισμό της, τα εκστασια­κά «γε­γο­νό­­τα» της γεν­νήσεως, κλπ., λες και οι παρα­λήπτες της επιστολής τα ήξεραν ήδη όλα τέ­λεια. Που­θε­νά δεν υπάρ­χει η Βη­θλε­έμ, η σφαγή των νηπίων, η Αίγυπτος, η Ιερουσαλήμ (πε­ριτομή, δωδε­καε­τής στον Ναό, κλπ.), η Ναζαρέτ και που­θε­νά δεν τον ανα­φέ­ρει ως Να­ζω­ραί­ο ή Ναζαρη­νό. Ακόμα τους λέγει: «ίνα τους υπό νό­μον εξα­γορά­ση», δηλαδή αυτούς που τελούν υπό τον Μω­σαϊκόν Νόμον και άρα τους Εβραίους. Το ρήμα «απολάβωμεν» είναι σε πρώτο πρόσωπο (μεταξύ αυτού και αυτών δηλαδή) και συνεπώς τους λέγει ότι το ζή­τημα του Χριστού είναι Εβραϊκή υπόθεση. Την εντολή «διά πάντα τα έθνη» δεν τους την αναφέρει παρ’ όλον ότι αυτο­βαπτίστηκε απόστολος των εθνών. (Αυτή ήταν κατο­πινό παραμυθάκι.). Περί­εργα πράγμα­τα; Τί λέ­τε;

(2) Στην Πρός Ρωμαίους στ΄: 3-5 όπου για πρώτη φορά αναφέρει το βάπτισ­μα λέγει: «ή αγνο­είτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν εις τον θά­να­τον αυτού εβαπτίσθημεν; Συνετά­φη­μεν ουν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θά­νατον, ίνα ώσ­περ ηγέρθη Χρισ­τός εκ νεκ­ρών διά της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν και­νότητι ζωής περιπατή­σωμεν. ει γαρ σύμφυτοι γεγόνα­μεν τω ομοιώματι του θανά­του αυ­τού, αλ­λά και της ανα­στάσεως εσόμεθα,». Δηλαδή δεν αναφέρει τίποτα περί του βαπ­τίσμα­τος του Ιησού κα­τά το οποίο «έγιναν εκείνα τα τρομακ­τικά γεγονότα». Η έν­νοια που αποδίδει στο βάπτισμα εδώ («εις τον θά­να­τον αυτού εβαπτίσθημεν») είναι διαφορετική απ’ αυτή που προσδίδουν τα Ευαγγέλια.

Εδώ αναφέ­ρει περίεργα, αποκρυ­φιστι­κά και θεολογικά ανά­κατα που θυμί­ζουν μυ­στήρια αρ­χαί­ων θρησκειών και τα οποία ετελούντο συνεχώς κατά την εποχή του Παύλου. Την ίδια εποχή είχαμε θανάτους, ταφές και αναστάσεις πολλών και διαφό­ρων θεοτήτων με πολυάρι­θμους συγκρητισμούς μεταξύ των!

Ο Παύλος πάντα ενεργεί όπως μιλά στην Πρός Γαλάτας γ΄: 26-27 “πάντες γαρ υιοί Θε­ού εστε διά της πίστεως εν Χριστω Ιησού· όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χρισ­τόν ενεδύσασθε.”. Δηλαδή μιλά με αοριστίες και με οδηγό μόνο την πίστη. Ποτέ δεν αναφέρει ένα «ιστορικό γεγονός», όπως η βάπτιση του Ιησού που εγκαινίασε το μυστήριο του Βαπτίσμα­τος!

Άρα δεν γνωρίζει τίποτα για την βάπτιση του Ιησού από τον Ιωάννη τον Βα­πτιστή, τον οποίον επίσης ουδέποτε ανα­φέρει, και δεν γνωρίζει τίποτα για «τα εκ­θαμβωτικά συμβάν­τα που την συνόδεψαν»!

Στην Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 14-17 γράφει: «ευχαριστώ τω Θε­ώ ότι ουδέ­να υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάϊον, ίνα μη τις εί­πη ότι εις το εμόν όνομα εβάπ­τι­σα. εβάπτισα δε και τον Στεφανά οίκον· λοι­πόν ουκ οί­δα ει τινα άλ­λον εβάπτισα. ου γαρ απέστειλέ με Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγ­γελίζεσθαι, ουκ εν σο­φία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.», ερχόμενος έτ­σι σε κατάφορη αντίφα­ση με τον Χρισ­τό των Ευαγγελίων, Ματθαίος κη΄: 19 «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπ­τίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύμα­τος,», Μάρκος ιστ΄: 16, και Πρά­ξεις β΄: 38, και αρνούμενος την σημασία του βαπτίσματος που διακηρύσσεται στα Ευαγγέλια.

Αυτά έρχονται σε αντίφαση με τα ακατάστατα και ανυπόστατα που γράφει ο συγγραφέας των Πράξε­ων ιθ΄: 1-5, για τον Παύλο ομιλούντα περί Αγίου Πνεύματος, του βαπτίσματος που εκτελούσε ο Ιω­άννης και του βαπτίσματος των Ιουδαίων και μαθητών του Απολλώ της Εφέσου εις το όνομα του Κυρίου Ιησού, για τα οποία ο Παύλος δεν γράφει ούτε λέξη στις Επιστολές του. Αυτοί ομολογούν ότι εβαπτίσθη­καν στο Βάπτισμα του Ιωάννου αλλά δεν άκουσαν τίποτα διά το Άγιο Πνεύμα. Πώς είναι δυνατόν;

(3) Ομιλεί για κάποιον μυ­στι­κό δεί­πνo και θείαν ευχαρι­στί­αν του Κυρίου Ιησού την νύκτα που «πα­ρε­δί­δετο», Α΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 23-26, «εγώ γαρ παρέ­λαβον από του Κυ­ρίου ό και πα­ρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρε­δίδοτο έλα­βεν άρτον και ευ­χα­ρι­στήσας έκλασε και είπε· λά­βετε φάγετε· τούτό μου εστι το σώμα το υπέρ υμών κ­λώ­μενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. Ωσαύ­τως και το ποτήριον μετά το δειπ­νή­σαι λέγων· τούτο το ποτή­ριον η καινή δια­θή­κη εστίν εν τω εμω αίματι· τούτο ποι­εί­τε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμ­νη­σιν. οσάκις γαρ αν εσ­θίητε τον άρ­τον τού­τον και το ποτήριον τούτο πί­νητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγ­γέλλετε, άχρις ου αν έλθη.».

Υπάρχουν όμως μερικά πολύ παράξενα και ανώμαλα σημεία:
(α) Ο προ­δότης Ιούδας και ο ρό­λος που έπαιξε στο θείο δράμα δεν αναφέ­ρονται απολύτως πουθενά στον Παύ­λο. Ο Παύλος δεν γνωρίζει τίποτα περί Ιούδα του ρόλου και της προδοσίας του. Έτσι δεν αναφέρει πουθενά ούτε μια λέξη γι’ αυτόν! Ούτε καν το όνομά του! Τί λέτε; Πε­ρίεργο;

(β) Στον στίχο 23 ομολο­γεί ότι «εγώ γάρ παρέ­λαβον από τού Κυ­ρίου ό καί παρέ­δωκα υμίν»! Δηλαδή αυτό το τό­σο γνωστό και δια­δεδομένο «γε­γο­νός της ευχα­ρισ­τίας» μεταξύ των μαθητών και όλων των τότε πι­σ­τών στον Ιη­σού Χριστό, ο Παύ­λος δεν το ήξερε αλλά το έμαθε από τον Κυρίον δι’ απο­κα­λύψεως. Δεν έτυχε να του το πει κανένας. Όπως μας λέγει στην Πρός Γα­λά­τας α΄: 18-20 είχε ήδη συνομι­λήσει με τον Πέ­τ­ρο και τον Ιάκωβο τον αδελ­φό­θε­ον, κ. ά. Όμως χρει­α­ζόταν ειδική αποκά­λυψη για έναν τόσο γνω­σ­τό και διαδεδομένο γεγονός με­ταξύ των μα­θητών και όλων των τότε χρισ­τιανών! Γιατί;

(γ) Τελειώνει το λογύδριο του Κυρίου Ιησού με την φράση «άχρις ου αν έλ­θη.». Αυ­τή δεν υπονοεί ανάσταση μετά από 36 ώρες (ή τρεις ημέρες), αλλά κά­ποια Παρουσία μετά από αόριστο χρόνο!

(δ) Ενώ στην Πρός Εβραίους ζ΄: 1-3 και θ΄: 19-20 έχει πάλι την ευ­και­ρία να μας δώ­σει τα στοιχεία της ευχαριστίας, εντούτοις δεν αναφέρει τίποτα.

(ε) Το εγχειρίδιο της εκκλησίας κατά το τέλος του πρώτου αιώνα, Δι­δαχή (των Δώ­δε­κα Αποστόλων), δεν περιέχει τίποτα για ευχαριστία, θάνα­το και ανάσταση. Ούτε καν στο κεφάλαιο 11 στο οποίο δίνει οδηγίες στους απο­στόλους, ιεροκήρυκες και προφή­τες τι πρέπει να διδάσ­κουν στις περιοδείες των. Τα ίδια ισχύουν με το Eυαγγέ­λιο του Θωμά και το ανασυν­ταγ­μένο κεί­με­νο κείμενο Q.

Στην Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους ι΄: 20-21 όμως, διαβλέπομε ότι υπήρχαν θείαι ευχα­ριστίαι και άλλων θρησκειών. Απο­δεδειγμένα υπήρχαν στον Μιθ­ραϊσμό, σε διάφορα Μυστή­ρια, στον Ορφισμό, κλπ. Αυτό που γράφει ο Ιωάννης στ΄: 56 «ο τρώγων μου την σάρ­κα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ είναι αυτολεξεί παρμέ­νο από την Μιθραϊκή θεία ευχαριστία!

Απ’ ότι φαίνεται λοιπόν, ο Παύλος είχε συμμετάσχει σε κάποιο δείπνο ευχαρι­στίας και μυστηρίων, πράγμα πολύ σύνηθες εντός του τεραστίου συγκρητισμού θρησ­κειών που υπήρχε τότε. Τον καιρό εκείνον δρούσαν πολλές αποκρυφιστικές, μυστικές ή αφανείς μεσσιανικές, εσχατολογικές και χριστολογικές οργανώσεις που επεδίδοντο και αυτές σε τέτοιου είδους μυστήρια. Ο Παύλος με­τά πάσαρε στους άλλους την εμ­πειρία του καλυμμένη πίσω απ’ αυτές εδώ τις αχρείαστες αποκαλύ­ψεις. Αυτό το δή­θεν μυστήριο, με την πα­ταγώδη αποτυχία των ανοήτων και τρελών Εβραιοχρι­στιανι­κών εσχατολογιών, με την πάροδο του χρόνου αντικατέστησε τα κοινά συσσί­τια των αγαπών του Εβιωνιτι­κού Χριστιανισ­μού, δήθεν προς ανάμνηση του μυ­στικού δείπ­νου του Ιησού. Δεν υπήρχε απολύ­τως κανένας λόγος ο δείπνος αυτός να είναι μυστικός, διότι ήταν το πατροπαράδοτο Εβραϊκό σεδέρ, δη­λαδή το δείπνο του Πάσχα όπως και τα συνοπτικά Ευαγγέλια δηλώνουν, και ούτε ένας τόσο καθιερωμένος και πασίγνωσ­τος δείπνος χρειαζόταν αποκαλύψεις που δεν ξέρα­με για να μας τις ανακοινώσει ο Παύλος.

Αυ­τά τα χωρία έγιναν αργότερα η αφορ­μή για την πλήρη σκηνή του μυστι­κού δείπ­νου και της θείας ευχαριστίας εν­τός δήθεν ιστορικού πλαισίου από τους συνοπτι­κούς ευ­αγγελιστές, αλλ’ όχι κι’ από τον Ιωάννη. Είναι εξαι­ρετικά περίεργο το γεγο­νός ότι το Κα­τά Ιωάννην Ευαγ­γέ­λιο δεν παραθέτει την πα­ράδοση του «ακρογωνι­αίου μυσ­τηρίου της θείας ευχα­ρισ­τίας»! Πώς έγινε και ξέφυγε αυτό το πράγμα από τον επι­στήθιο μαθη­τή, ευαγγελιστή, θεολόγο και αυ­τόπτη μάρτυρα Ιωάννη, παρ’ όλον ότι αναφέρει τον Μιθραϊκό στίχο στ΄: 56 που μόλις αναγράψαμε; Παντού αντιμε­τωπίζο­με περίεργα πράγματα!

(4) Παρ’ όλο που πρώ­τος απ’ όλους ο Παύλος ανα­φέ­ρε­ται στα σε­πτά πά­θη του Χρι­στού δεν μας παρέχει μια έστω υποτυπώδη πε­ρι­γρα­φή τους ή έστω ένα γε­γο­νός ή μια λεπτομέρεια (Πρός Εβ­ραίους β΄: 5-18, θ΄: 26). Δεν αναφέ­ρει τίποτα για: Σύλλη­ψη, συνοπτική και άδικη Δίκη, Πραιτώριο, Πιλάτο, Εκατόνταρχο, Γολγοθά, Κρανίου Τόπο, Ιω­σήφ Αριμαθαία, Νικόδημο, Άν­να, Καϊάφα, Ιερου­σα­λήμ, Κενό Τά­φο, Μυροφό­ρες, κλπ.

Αυ­τή η σιωπή είναι καθ’ όλα ύπο­πτη και ενδεικτική διότι, όταν ο Παύ­λος ομι­λεί και καυχιέται για τα δικά του πάθη, Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 23-33, Β΄ Πρός Τιμό­θεον δ΄: 5-8, δίνει αρκετές λεπ­τομέ­ρειες έστω και εν συντομία. Για τον Κύριον του όμως δεν είχε την ευαισθη­σία να γράψει κάτι, αφού αυτός πρώτος έγραφε σε ανθρώ­πους που δεν είχαν ιδέα και ζούσαν πολύ μακριά από την Παλαιστίνη. Απλώς θέ­λει να κά­νει θε­ο­λο­γία την οποία πρέ­πει να αποδε­χ­θούν αυ­τοί προς τους οποί­ους απευθύ­νεται.

Στην θε­ο­λο­γία του Παύλου ο Χρι­σ­τός, (αν και Θεός ομο­ού­σι­ος τώ Πα­τρί), προκειμέ­νου να υποστεί το πάθος έγι­νε για μι­κρό χρο­νι­κό διάστημα κα­τώ­τε­ρος των αγ­γέ­λων (Πρός Εβραίους β΄: 7). Τα ίδια υμ­νολογούνται και στην Πρός Φιλιππησίους β΄: 5-11, γ΄: 10, όπου τίθεται για πρώτη φορά το δόγμα της κενώσε­ως των θεϊκών ιδιοτήτων του Χριστού προκειμένου να υποστεί το πάθος. Στην δε Πρός Ρωμαίους η΄: 3 έχει δηλώσει ότι: «...ο Θεός τον εαυτού υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρ­κός αμαρ­τίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί,». Δηλαδή ο σταυρωθείς Χριστός ήταν σε ομοίωμα σαρκός και όχι πραγματική σάρκα, στοιχείο που πιστεύουν οι γνωστικοί και οι μουσουλμάνοι. Με­λε­τή­στε όλους αυ­τούς τους στί­χους για να μά­θε­τε πόσο συνεπώς θε­ολο­γεί­ ο πρώτος θεολό­γος του Χριστιανισμού και μετά διαλέ­γετε και παίρνετε! (Βλέπε και Α΄ Πρός Κοριν­θίους ια΄: 23, ιε΄: 3-7, 35-58, κλπ.).

Από τις Επιστολές, καθίσταται σαφές ότι ο Παύλος παρουσιάζεται σαν να μην έχει ιδέα για τα γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα στον Ιησού και τον Ρωμαίο διοι­κητή Πιλάτο, την Ρωμαϊκή φρουρά και τους στρατιώτες όπως μας τα περι­γρά­φουν τα Ευαγγέ­λια. Πουθε­νά σε όλες τις κύριες επιστολές δεν υπάρ­χει το όνομα του Πιλάτου. Υπάρχει μια μο­ναδική και μινι­μα­λι­στική αναφορά στο όνομα Πιλάτος στην Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, στην οποία γράφει: «...Χριστού Ιησού του μαρτυρήσαντος επί Ποντί­ου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν,», τίπο­τα άλ­λο. Η άσχετη αυτή αναφορά μαζί με τους στί­χους στ΄: 12-13-14 «αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πίστεως· επιλαβού της αι­ωνίου ζωής, εις ην και εκλήθης και ωμολόγησας την καλήν ομολογίαν ενώπιον πολλών μαρτύρων. παραγγέλλω σοι ενώπιον του Θεού του ζωοποιούντος τα πάντα και Χριστού Ιησού του μαρτυρήσαντος επί Ποντίου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν, τηρήσαί σε την εντολήν άσπιλον, ανεπίληπτον μέχρι της επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,», θεωρείται παρεμβο­λή από τους αμερόληπτους ερευνητές.

Η λέξη «μαρτυρήσαντος», εδώ σημαίνει ότι έδωσε μαρτυ­ρία και «την καλήν ομολογί­αν», όπως επεξηγεί το ίδιο το κείμενο και όχι ότι υπέστη μαρτύριο και πάθος. (Η λέξη «επί» έχει την χρονική έννοια, όταν δηλαδή ο Πιλάτος ήταν στα πράγματα!). Στους τρεις αυτούς στίχους ο Παύλος παρακινεί τον Τιμόθεο να κάνει και αυτός μια ανάλο­γη μαρτυρία και ομολο­γία όπως και ο Ιησούς Χριστός και δεν έχουν να κά­νουν τίπο­τα με την υποτιθέ­μενη δίκη και πά­θος και κάνει έναν ατυχή και ανάρμοστο πα­ραλληλισμό Τιμοθέου-Ιησού και Θεού-Πιλάτου. Ακόμα ο Ιησούς των συνοπτικών Ευαγγελίων δεν ωμολόγησε απολύτως καμίαν καλήν ομολογίαν ενώπιον του Πιλάτου, το δε Ευαγ­γέλιο του Ιωάννου είναι κατά πολύ υστερότερο του Παύλου και των ποι­μαντορικών επιστολών «του» για να το επικαλεσθούμε. Άρα η παραχάραξη αυτή πρέπει να έλαβε χώρα κατά τα μές του 2ου αιώνος!

Αμέσως μετά στον στίχο 16, δηλώνει το εξής άκρως περίεργον: «ο μόνος έχων αθανασίαν, φως οικών απρόσιτον, ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύνα­ται·... ». Δηλαδή ένας γνωστικιστικός, αιθέριος Χριστός που κανείς δεν είδε και κα­νείς δεν μπορεί να δει. Μα καλά ο Παύ­λος δεν είχε ακούσει για τα θαύματα και την δράση του ιστορικού Ιησού των Ευαγγε­λίων; Νωρίτερα στην ίδια επιστολή α΄: 11, γράφει «κατά το ευαγγέλιον της δόξης του μακαρίου Θεού, ό επιστεύθην εγώ.», δη­λαδή δεν ήταν ο Ιησούς η πηγή της διδα­σκα­λίας του Παύλου αλλά κάποιο Ευαγγέλιο της δόξης του Θεού! Ο Παύλος δεν μας μεταφέρει καμία διδασκαλία του Ιησού Χρισ­τού παρ’ όλον ότι αυτός έγραψε πρώτος! Άντε κανείς να ξεμπερδέψει αυτόν τον ανε­μόμυ­λο αν­τιφάσεων και ασυναρτησι­ών.

Αλλά και οι τρεις λέξεις «επί Ποντί­ου Πι­λάτου» μό­νες τους, άνετα και βολι­κά σφη­νώνονται εκεί, όπως και οι τρεις στί­χοι κατά τους ερευνη­τές, από έναν υστε­ρόχρονο διορθωτή, πράγ­μα σύνη­θες. Αλλιώς, πώς και γιατί δεν αναφέρει τίποτα απο­λύ­τως περί Πιλάτου στις κύ­ριες, εκτενείς και θεολογικές Επι­στολές του που τις έγρα­ψε για να διδάξει και να ενημερώσει ολόκλη­ρες ομάδες ατόμων και όχι μεμονω­μένα άτομα; (Για πε­ρισσότερες λεπτομέρειες βλέπε: Earl Doherty, Jesus: Neither God Nor Man - The Case for a Mythical Jesus, Age of Reason Publications, First Εdition, 2009, σελίδες 660-662.).

Μην ξεχνάτε ότι, όχι μόνο δεν έχομε πρωτότυπα αλλά και ό,τι έχομε είναι από +350 και μετά! Αυτές οι ίδιες τρεις λέξεις εμφανίστηκαν στο 4ο άρ­θρο του Συμ­βόλου της Πίστε­ως, όπως αυτό θεσπίστηκε από την σύνοδο της Νικαίας το +325 και μετά, ως εξής: «στραυρω­θέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου καί πα­θόντα καί ταφέν­τα»! Άλλη μία ένδει­ξη υστερόχρονης παρεμβολής.

Αν ο Παύλος εγνώριζε τα γεγο­νότα που αφορούσαν τον Πι­λά­το και τον Ιη­σού, τότε θα έπρε­πε να τα έχει ήδη αναφέ­ρει πολλές φορές μέσα στις προη­γούμενες εκτενείς και κύ­ριες επι­στολές του. Αυτό είναι ένα από τα ισχυρά στοι­χεία που φανε­ρώ­νουν ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων ήταν άγ­νωστος στον Παύ­λο.

Ακόμα ο Παύλος παρουσιάζεται να αγνο­εί πλήρως τις φο­βερές διαμά­χες και συμπ­λο­κές της Ρω­μαϊ­κής εξου­σίας με τον Εβραϊκό λαό. Αλλιώς έκανε τε­λείως τα στραβά μάτια και ήταν προδότης του Εβραϊκού λαού. Ο Παύ­λος, αν και σύγ­χρονος του Ιωσή­που και γράφει πριν από τον Ιώσηπο, αγνοεί παντε­λώς όλες τις τα­ραχές και διαμάχες που είχαν συμβεί μέχρι τις μέρες του, αν και πολλές απ’ αυτές είχαν σχέση με τον Ιησού. Περίερ­γο! Ο Ιώση­πος Φλάβιος αρ­γότερα θα κα­ταγ­ρά­ψει τις περισσότε­ρες και κυριό­τε­ρες απ’ αυτές. Αλ­λά και στα κα­τοπινά Ευαγγέλια σώζον­ται ολίγες τέ­τοιες νύξεις και μικ­ρές περιγραφές τέτοι­ων δια­μαχών. Αυτό απο­τε­λεί ένα ισχυρό στοιχείο κατά της ιστο­­ρικότητας του Παύλου, ή υπέρ της ψευ­δο­λο­γίας ή της συνωμο­σίας του. Ακό­μα δεικ­νύει ότι ο Παύλος αγνοεί τις αφηγήσεις, τις παραδόσεις και τα «γεγονότα» των Κανο­νι­κών Ευαγγελί­ων. Συνεπώς έχομε να κάνομε με μυθολογίες!

Αλλά και τα ελάχιστα στοιχεία που έχομε ήδη αναφέρει, Πρός Ρω­μαίους α΄: 3, Πρός Γαλάτας δ΄: 4-5 Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, Β΄ Πρός Τι­μό­θεον β΄: 8, τα οποία μπο­ρούν να θεω­ρηθούν κάπως ιστο­ρι­κοπούντα, αναφέ­ρονται τό­σο αστή­ρικ­τα και ξε­κάρφω­τα, χωρίς κα­νένα ιστορικό πλαί­σιο, που μόνο επι­νοήσεις του γράψαν­τος, ή αν­τανακλάσεις και προσαρμογές χωρίων της Πα­λαι­άς Διαθή­κης (πράγμα που ο Παύλος το συνηθίζει πολύ συχνά μέσα στις Επιστολές του), ή αντα­νακλάσεις των τό­τε μυθο­λογιών περί διαφόρων σωτηριακών παγανιστικών θεών, ή υσ­τερόχ­ρονες παρ­εμβολές, μπορούν να θεωρη­θούν.

(5) Η σταύ­ρω­ση αναφέρεται στα χωρία: Πρός Ρω­μαί­ους στ΄: 6, Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους α΄: 17-18, 23, β΄: 2, 8, Β΄ Πρός Κοριν­θί­ους ιγ΄: 4, Πρός Γαλά­τας γ΄: 1, 13, ε΄: 11, 24, στ΄: 12, 14, Πρός Εφεσίους β΄: 16, Πρός Φιλιπ­πη­σί­ους β΄: 8, γ΄: 18, Πρός Κολασ­σα­είς α΄: 20, β΄: 14, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς β΄: 15, Πρός Εβραίους στ΄: 6, ιβ΄: 2.

Ο Παύλος αναφέρει την σταύρω­ση του Ιησού Χριστού απλώς και αορίστως διά της ονο­μασίας της ή τεχνηέντως και βολικώς ως την αρχαία Εβραϊκή τιμωρία τού κρεμάσμα­τος «επί ξύλου» (δένδρου) της Παλαιάς Δια­θήκης, πράξη που εθεωρεί­το κατάρα από τους δεισιδαίμονες Εβραίους: Γένεσις μ΄: 19, Δευ­τερονόμιον κα΄: 22-23 «Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και απο­θάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου, ου κοιμηθήσεται το σώ­μα αυτού επί του ξύλου, αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη, ότι κεκατηραμέ­νος υπό Θεού πας κρεμά­μενος επί ξύλου·...», Ιη­σούς του Ναυί η΄: 29, Εσθήρ η΄: 7, Πρά­ξεις ε΄: 30, ι΄: 39, Πρός Γαλάτας γ΄: 13 «Χριστός ημάς εξη­γό­ρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα· γέγρα­πται γαρ· επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου·». Όπως αναλύσαμε παραπάνω, ο Παύλος, εδώ και παντού, βλέπει και κηρύττει έναν Χριστό να θυσιάζε­ται ως εξιλε­ωτική θυσία για την αμαρτία του Αδάμ και όλων των απογόνων του, και για τον κα­τευνασμό της τρομερής οργής και κατάρας του Γιαχβέχ. (Βλέπε και Α΄ Πέτ­ρου β΄: 24, κλπ.).

Στην Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 23, β΄: 2 όμως, όπως και στην Πρός Γαλάτας γ΄: 3, με μεγάλη οργή και απολογητική μανία προς τους έτοιμους να αποσκυτρήσουν αν­τάρτες των εκεί Παυλικών ομά­δων αναφωνεί: «ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσ­ταυ­ρωμέ­νον,». Δεν ομιλεί σε παρελθόντα χρόνο για τον συγκεκριμένο σταυρωθέντα Ιη­σού Χρι­στό, όπως κάνει το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας αργότερα, το έτος +325, αλλά για «Χριστόν εσ­ταυ­ρω­μένον». Ούτε καν χρησιμοποιεί οριστικό άρθρο, πράγμα που το κάνει συχνάκις. Κηρύττει «Χριστόν» και όχι «τον Χριστόν»!

Έτσι δήθεν κατα­φέρνει να αποφύγει να δώσει την ιστορική επεξήγηση που απαιτείται άμε­σα από τις ανέλπιστες και επικίνδυνες περιστάσεις που προέκυψαν, τό­σο στους Κο­ρινθίους όσο και στους Γαλάτες Εβραιοπαυλοχριστιανούς αντάρτες των ομάδων του. Όπως παντού έτσι και εδώ δεν θέτει κανένα ιστορικό πλαί­σιο και μιλά γενικά και αό­ριστα χωρίς, ούτε εδώ ούτε και ποτέ του, να αναφέ­ρει οτιδήποτε περί των συμβάν­των που προηγή­θηκαν της σταυ­ρώσεως ή που την συνόδευσαν όπως: σύλ­ληψη, άδικη δί­κη, εξευτελι­σμό και δάρσιμο, με­τα­φορά στον Γολγοθά ή Κρανίου τό­πο, σκότος, σεισ­μός, τα τε­λευταία λό­για του Ιησού, ανάσταση νεκ­ρών αγίων, σχίσι­μο του κατα­πετάσ­μα­τος, τον διαμερισμό των ρούχων του Ιησού, κλπ. Αντ’ αυτών στους στί­χους α΄: 19-25 της Α΄ Πρός Κοριν­θίους, γρά­φει τις προβατοποιούσες σαχλα­μά­ρες: «γέγρα­πται γαρ· απο­λώ την σο­φίαν των σοφών, και την σύνεσιν των συνετών αθε­τήσω. που σοφός; που γραμ­ματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου; ουχί εμώρα­νεν ο Θεός την σοφίαν του κόσ­μου τού­του; επειδή γαρ εν τη σοφία του Θε­ού ουκ έγνω ο κόσμος διά της σοφί­ας τον Θεόν, ευ­δόκησεν ο Θεός διά της μωρί­ας του κηρύγματος σώσαι τους πι­στεύον­τας. επει­δή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζη­τούσιν, ημείς δε κηρύσ­σο­μεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδα­λον, Έλλησι δε μωρίαν, αυ­τοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν· ότι το μω­ρόν του Θε­ού σοφώτερον των ανθρώπων εστί, και το ασθενές του Θεού ισχυ­ρότερον των ανθρώ­πων εστί.». Πολλές άλλες τέτοιες σαχλαμάρες και στρεψοδικίες υπάρχουν πριν και με­τά και στις δύο επιστολές. Πολύ θα θέλαμε να γνω­ρίζαμε τι επι­τυχία είχαν αυτές οι δύο επι­στολές στις δύο ομάδες που τις έστειλε.

Παρ’ όλα ταύτα ο Παύλος γράφει πρώτος και ως εκ τού­του ευρίσκεται χρονι­κά πιο κοντά στα υποτιθέμενα «γεγο­νότα» και απευθύνεται σε ομάδες που βρίσκον­ται μακρυά και δεν γνωρίζουν τίποτα απ’ αυτά! Πως μπορεί λοιπόν αυτό να εννοηθεί; Συνεπώς δεν ομιλεί για την συγκεκριμένη σταύρω­ση των Ευαγγελίων, αλλ’ ομι­λεί για κάποιο αόριστο, φανταστικό ή υποθετικό συμβάν που το ενε­πνεύσθηκε από τις παραπάνω ανα­φο­ρές της Παλαιάς Διαθήκης για να στηρίξει επ’ αυτού την αίρεση και την διδασκαλία που εγκαινιάζει περί θυσίας και εξιλεώ­σεως και ακολούθως το επεν­δύει με μια γνωστι­κίζου­σα, δαιμονο­λογική και εσχατολογική θεο­λογία και αναγ­καστικά στρέ­φεται κατά των σοφών και της σοφίας.

Σύμφωνα μ’ αυτήν την θεολογία, στην Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους β΄: 8, γράφει: «ην ουδείς των αρ­χόντων του αιώ­νος τούτου έγνωκεν· ει γαρ έγ­νωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσ­ταύρω­σαν·». Δι’ αυ­τό το χωρίο ο Γνω­στικός Μαρκίων, ο ημιγνωστικός Ωριγέ­νης, κ. π. ά., εξηγούν ότι εν­νοεί τους δαίμονες και τις υπερφυσι­κές κακές δυνά­μεις και όχι τους ανθ­ρώπους, τον λαό και τους άρχον­τες των Ιουδαίων και των Ρω­μαίων. Άρα, παρά τις διαφορές και τις αντιφάσεις τους, δεν έχομε εδώ να κάνομε με την σταύρωση που εκθέτουν οι Ευαγγελιστές και οι Μαθητές, αλλά με σταύ­ρωση της φαντασίας του Παύλου!

Τον καιρό εκείνο, η πίστη ότι οι δαίμονες έλεγ­χαν όλο τον κόσ­μο ήταν πάρα πολύ δι­αδεδομένη μεταξύ των Εβ­ραϊκών και γνωστικι­στικών αιρέσεων. Στο ήμισυ αυ­τού του κεφαλαίου, ο Παύλος ασ­χολείται με συστά­σεις περί της πάλης κατά των πονηρών πνευμά­των. Στην Α΄ Ιω­άν­νου ε΄: 18-19 διαβά­ζομε: «Οίδαμεν ότι πας ο γε­γεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει, αλλ’ ο γεννη­θείς εκ του Θεού τηρεί εαυτόν, και ο πονηρός [ο διάβολος] ουχ άπτεται αυτού. Οίδα­μεν ότι εκ του Θεού εσμεν, και ο κό­σμος όλος εν τω πονηρώ κείται.».

Όχι όμως μόνον ο κό­σμος αλλά και οι ουρανοί: Πρός Εφεσί­ους στ΄: 12 «ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξου­σίας, προς τους κοσμοκράτο­ρας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευμα­τικά της πο­νηρίας εν τοις επου­ρανί­οις.». Αυτή η ίδια πεποί­θηση μαρτυ­ρεί­ται πά­ρα πολλές φορές σ’ ολόκληρη την Καινή Δια­θήκη, στην απόκρυ­φη βι­βλιογ­ραφία και στην ηλίθια δαι­μονολογία του και­ρού αυτού. Έτ­σι επίσ­τευαν ότι η νέα αποκα­λυπτική εποχή είναι προ των θυρών και η εκ του καλού Θεού αποστολή της θα ανατρέψει τους δαίμονες και τις κακές δυ­νάμεις και θα επι­φέρει νέα τά­ξη πραγμά­των τόσο στη γη όσο και στον ουρανό.

(6) Για την τα­φή, Πρός Ρω­μαί­ους ιστ΄: 4, Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 4, οι Φαρι­σαίοι Ιω­σήφ ο απ’ Αρι­μαθαίας και ο Νικόδημος, οι γυναίκες, κλπ., δεν αναφέρονται απολύ­τως πουθενά, όπως και τίποτα άλλο.

(7) Το σπουδαιότερο και ισχυρότερο εργαλείο πειθούς για τον Παύλο είναι η ανάσταση: Πρά­ξεις ιζ΄: 31-32, κγ΄: 6, κδ΄: 15, 21, Πρός Ρω­μαίoυς α΄: 4, γ΄: 25, δ΄: 25, στ΄: 4-5, 9, Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς ιε΄: 1-28, 32, 42, 50-54, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10, Πρός Εφεσίους α΄: 20, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 10-12, Α΄ Πρός Θεσσα­λoνι­κείς α΄: 10, δ΄: 13-18, Β΄ Πρός Τι­μό­θεoν β΄: 18, Πρός Εβραίoυς στ΄: 2, ια΄: 35.

Με αυτό το εργαλείο προσπαθεί να πείσει τους πάντες και τα πάντα ότι πρέπει να πιστεύουν όλα όσα τους διδάσκει. Ο εκ του Δαυίδ κατά σάρκαν Ιησούς ήταν ο Χριστός που τον ανέδειξε ο Θεός σε Υιόν του με το να τον αναστήσει. Ως εκ τούτου άπαντες πρέπει να πιστεύουν στην δευτέρα έλευσή του και στην ανάσταση νεκρών. Εάν δεν πιστεύομε όλα αυτά τότε η πίστη μας είναι κενή! Α΄ Πρός Κo­ριν­θίoυς κεφά­λαιο ιε΄ και Β΄ Πρός Κoρινθίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10, κλπ.

Στην Πρός Ρω­μαί­­ους γράφει τους περίεργους στίχους, ι΄: 6-7 «η δε εκ πίσ­τεως δικαιοσύνη ούτω λέγει· μη είπης εν τη καρδία σου, τις αναβή­σεται εις τον ουρα­νόν; τούτ’ έστι Χριστόν κατα­γαγείν· ή τις καταβήσεται εις την άβυσ­σον; τούτ’ έστι Χρισ­τόν εκ νεκρών αναγα­γείν». Τί να εννοεί άραγε;

Ο Παύλος δεν ανα­φέρει καμία λειτουργική και λυτρωτική δράση του Χριστού ως αν­θρώπου επί της γης. Έτσι παρά τα ελλιπή και ασαφή λόγια του στην Α΄ Πρός Κοριν­θίους ιε΄: 3-8, σε πολ­λά άλ­λα σημεία ανα­φέ­ρει την ανάσταση του Χριστού ως ζήτημα συ­ναισθημα­τισμού (της καρδίας) και πίστεως και όχι ως το «γεγονός» σωμα­τικής αναστά­σεως του Ιησού Χριστού. Έλαβε χώρα από την γη κατ’ ευ­θείαν στον ου­ρανό και από σώ­μα κατ’ ευθείαν σε πνεύμα! Δεν μεσολάβησε η παρεπιδημία του Ιη­σού στη γη και δεν συνέβη κα­μία επαν­εμφά­νιση διότι έτσι το θέ­λησε ο Θεός. Αυτό είναι άλλη μια αντί­φαση με τα Ευαγγέλια αλλά και με τον εαυτόν του. Προς ταύτα βλέπε: Πρός Ρωμαίους ι΄: 6-10, Α΄ Πρός Κοριν­θί­ους ιε΄: 3-8, 12-16, Πρός Εφεσίους α΄: 20, Πρός Φιλιππησίους β΄: 6-11, Α΄ Πρός Θεσσαλο­νι­κείς δ΄: 14, Πρός Εβ­ραίους ι΄: 12. (Βλέ­πε και Α΄ Πέτρου γ΄: 18).

(Ο Παύλος εκτός από ψέματα, βία, δολιότητες, κλπ., προκαλούσε και τον συν­αισθηματισμό εάν αυτός απέδιδε. Η γνώση, η κρίση, η λογική δεν είχαν θέση στον Παύλο, παρά η πίστη, ο συναισθηματι­σμός και το παραλή­ρη­μα· η τρέλα δη­λαδή. Πά­ρα πολύ ωραία!)

Σε πολλούς στίχους ο Παύλος αναφέρει το σώμα του Χριστού. Αλλά γι’ αυ­τόν το σώμα του Χριστού ήταν ή ομοίωμα ή μυστικισμός ή αλληγορία! Π. χ. διαβάσ­τε: Πρός Ρωμαίους η΄: 3, Α΄ Πρός Κορινθίους ιβ΄: 12, 27, Πρός Εφεσίους ε΄: 30, Πρός Κολασσαείς β΄: 9, 17, κλπ.

Τις Μυροφόρες γυ­ναί­κες των Ευαγγε­λί­ων που ήταν οι πρώτοι μάρτυρες της ανασ­τά­σεως και σ’ αυτές πα­ρουσιάστηκε πρώτα κατά τον Ματθαίον κη΄: 9-10, ενώ κατά τον Ιωάννην κ΄: 14-17 πρώτα παρουσιάστηκε μόνο στην Μαγδα­ληνή, δεν τις αναφέ­ρει πουθενά. Αλλά και η έννοια και η παράδοση του κενού τάφου για τον Παύ­λο ήταν άγνωστες! (Βεβαίως, και στα Ευαγγέλια αυτά τα επεισόδια είναι πολύ κακογ­ραμμένα.).

Σoβα­ρό­τατo ζήτημα δημιουργείται από τo γεγoνός ότι o Παύλoς εκή­ρυτ­τε και έγ­ρα­­φε το νέο μήνυμά του μό­νo με βά­ση την ανά­στα­ση κάποιου αόριστα εσταυ­ρωμέ­νου ή κρεμασμένου Χρι­στoύ. Αν και αυτό ήταν το κυριότερο πειστήριο του ακόμη και ο ίδιος έχει σοβαρό πρό­βλημα, διότι στην Πρός Φιλιππησίους γ΄: 10-12 γράφει: «του γνώναι αυτόν και την δύναμιν της αναστάσεως αυτού και την κοινωνί­αν των παθημάτων αυτού, συμμορφούμενος τω θανάτω αυτού, ει πως καταντήσω εις την εξα­νάστασιν των νεκ­ρών. ουχ ότι ήδη έλαβον ή ήδη τετελείωμαι, διώκω δε ει και καταλά­βω, εφ' ω και κα­τελήφθην υπό του Χριστού Ιησού.». Μας λέει δηλαδή, ότι ακό­μη και ο αυτός δεν έχει καταλάβει κα­λά-καλά την ανά­σταση και προσπαθεί να την καταλάβει. Περίεργα πράγματα για έναν θεόπνευστο απόστολο, σκεύος της εκλογής του ιδίου του Ιησού Χριστού που κηρύττει με βάση την ανάσταση.

Πώς να την καταλάβει ο δυστυχής, αφού ο Χρισ­τός είχε αι­θέρια φύση αντί της πλή­ρως σωμα­τικής του Ιη­σού των κανονικών Ευ­αγ­γε­λίων; Αυτή η αντί­λη­ψη ήταν πολύ δια­δε­δο­μένη μεταξύ διαφόρων αιρέσεων των πρώ­των αιώ­νων, ιδίως των Γνω­στικών, και ήταν ο ήλιος της δικαιοσύνης της κοι­νότητας του Qumran!

Τέλος, στον άξονα της θεολογίας του περιλαμβάνει και μια κάποια άμεσα εσ­χατολογική ανάσ­τα­ση σωμάτων! Ομιλεί, κηρύττει και προσπαθεί να πείσει με βάση όχι μό­νο την ανάσ­τα­ση τού Ιησού Χριστού, αλ­λά και την ανάσ­ταση νεκρών και σω­μάτων: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς β΄: 1-12, κλπ. Μέσα στις αναφορές που έχομε αναγράψει βλέπομε ότι η ανάσταση των τεθνεώτων, για τον Παύλο, θα «εγένετο εν σαρκί», αλλά με ορισμέ­νες αναγκαίες φυσικές μετατροπές στα ήδη γνωστά αν­θ­ρώ­πι­να σώματα... Τα εκ φύσε­ως ανθρώπι­να σώματα αποτελούν «ασχημοσύνην» στον Εβραι­ο­γνωστικοχρι­στιανισμό και έτσι τα αναστημένα σώματα χρειάζονται επιδιορθώσεις...

Ενώ ενταύθα θα τον υπο­βοηθούσε τέλεια, δεν ανα­φέ­ρει πουθενά έστω μια από τις αναστάσεις που έκανε ο ίδιος ο Ιησούς, όπως της θυ­γα­τέ­ρας του Ιαείρου Μάρκος 5: 35-43, του υιού της χήρας στη Ναΐν Λουκάς 7: 11-17, ούτε καν την ανά­στα­ση τoυ «τε­τρα­η­μέρoυ» φίλoυ τoυ Χρισ­τoύ Λα­ζά­ρoυ Ιωάννης 11: 1-44. (Για την τε­λευταία ίσως να δι­και­o­λo­γεί­ται αφoύ και τα τρία πρώ­τα Ευ­αγ­γέ­λια την έχoυν αγνο­ήσει! Σκε­φτεί­τε ότι ακόμα και ο Ματ­θαί­ος που ήταν ένας από τους δώ­δε­κα μα­θη­τές και συ­νε­πώς εί­δε αυ­τό το εκ­θαμ­βω­τι­κό θαύ­μα με τα μά­τια του μα­ζί με τους άλ­λους, δεν το γρά­φει στο Eυαγ­γέ­λιό του! Φαί­νε­ται ότι αυτό το θαύμα δεν τον εν­τυ­πω­σί­α­σε αρκε­τά ενώ τον είχε εντυ­πωσι­ά­σει η θεραπεία του πυ­ρετού της πεν­θεράς του Πέ­τρου, Ματθαίος η΄: 14-15. Καταπληκτικό!). Ούτε ανα­φέρει πουθε­νά την ανάσταση των Αγίων της Μεγάλης Παρασκευής, Ματθαίος 27: 52-53. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν θυμάται το θαύμα της αναστά­σεως του νεκ­ρού Ευτυχούς, το οποίο ο ίδιος διέπ­ραξε στην Τρω­ά­δα, Πράξεις κ΄: 7-12. Υπήρχε καλλίτε­ρο επιχείρημα απ’ αυτό για να πείσει όποιους ήθελε; Παρά ταύτα, ο Παύλος προσπα­θεί να πείσει όσους αμφέ­βαλ­λαν για την ανάστα­ση σωμάτων με οτιδήποτε άλλα μέσα εκτός απ’ αυτά τα καταπλη­κτικά θαύματα.! Περίεργα πράγματα!

Αλλά και μεταξύ των μελών των ομάδων του Παύλου είχε δημιουργηθεί τερά­στιο πρόβλημα με την ανάσταση. Στις δύο επιστολές Πρός Κορινθίους όπως και Β΄ Πρός Τιμόθεον 2: 17-18: «… ων εστιν Υμέναιος και Φι­λητός, οίτινες περί την αλή­θει­αν ηστόχη­σαν, λέγοντες την ανά­στα­σιν ήδη γεγονέναι, και ανατρέπουσι την τινων πίστιν.», βλέπομε ότι μετα­ξύ των οπαδών του Παύλου υπήρχαν πολλοί που είχαν ή εσχημάτισαν διαφορετικές αντιλήψεις για την ανάσταση ή τις αναστάσεις, μέσα σ’ αυτή την τεράστια ακαταστασία περί αναστάσε­ων που είχε δημιουργήσει ο Παύλος και ο Εβραιογνωστικοχριστιανισ­μός γενικότερα. Έτσι δημιουρ­γώνταν πολλές ταρα­χές, διαμάχες και αιρέσεις μεταξύ των ολίγων με­λών των ομάδων του Παύλου. Έτσι ο Υμέναιος και Φι­λητός διαδίδουν ότι η ανάσταση έγινε και πέρασε η μόδα της, ό,τι και αν σημαίνει αυτό μέσα στο κεφάλι τους, και ανατρέπουν την πίστη πολλών. Ο Παύλος και πάλι προσπαθεί απεγνωσμένα να επιβάλλει την δική του αντίληψη. Έτσι τον μεν Υμέναιο τον έστειλε στον διάολο όπως ο ίδιος το τονίζει στην Α΄ Πρός Τιμό­θεον 1: 20 «ων εσ­τιν Υμέναιος και Αλέξανδ­ρος, ους παρέδωκα τω σατανά, ίνα παι­δευ­θώσι μη βλασφη­μείν.», τους δε Κορινθίους Εβραίους οπαδούς του, προσπαθεί να τους συγκρατήσει όσο μπορεί. Με­λετήσετε ολό­κληρες τις δύο Πρός Κορινθίους Επισ­τολές για να δείτε τι κακό έγινε! Αλλιώς δώσε­τε προσοχή τους στίχους Α΄ Πρός Κo­ριν­θίoυς κεφάλαιο ιε΄ και Β΄ Πρός Κoρινθίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10.

(8) Η μετά την ανάσταση επα­νεμ­φά­νι­ση τού Ιησού αναφέρεται μόνο στην Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 5-8 «και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπει­τα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μέ­νουσιν έως άρτι, τι­νές δε και εκοι­μήθησαν· έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις απο­σ­τό­λοις πάσιν· έσχατον δε πάν­των ωσπε­ρεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί.». Αυτό είναι όλο!

Εδώ μιλάει περί μερικών επανεμφανίσεων του Χρι­στού στους 12, σε άλ­λους 500, τον Ιά­κωβο και τον ίδιο που τα Ευ­αγ­γέλια αγνο­ούν. Κάνει το λά­θος με τους 12, διότι είχαν μείνει 11 εφ’ όσον ο προδότης Ιούδας ήταν ήδη νεκ­ρός και ο Ματθίας των Πράξεων α΄: 13-26, δεν τον εί­χε ανα­π­λη­ρώ­σει όταν «εγέ­νον­το» οι επανεμφανί­σεις του Ιησού. Η αναπλήρωση έγινε μετά την ανάληψη όπως μας «εξιστορούν» οι Πράξεις α΄: 9-26! Βλέπομε και πάλι ότι ο Παύ­λος δεν είχε ιδέα πε­ρί του Ιούδα, της προδοσίας και της τύχης του και γι’ αυτό δεν τον ανα­φέρει πουθενά!

Ο Παύλος όχι μόνο δεν γνωρίζει τον Ιούδα και το ρόλο του αλλά και δεν συν­διαλέγεται μ’ αυτούς τους 12 στην υπόλοιπη δρά­ση του. Εκτός δύο περιστατικών με τον Πέτρο (στην Πρός Γαλάτας α΄: 18, β΄: 11-21), τους αγνοεί παντελώς. Βγάλε­τε μό­νοι σας συμπέρασμα!

Στον ίδιο τον Παύλο ο Χρι­στός εμφανίστηκε σαν οπ­τασία, όπως έχομε ήδη δει σε τρία σημεία των Πράξεων, πα­ρά σαν ανθρώ­πι­νο σώ­μα. Προς τους Εβραιοχρισ­τια­νούς της Κορίν­θου γράφει από την Έφεσο και δεν κά­νει τον κόπο να τους πληρο­φο­ρή­σει πως, που, πότε, τον είδαν ο ίδιος και αυτοί που ισχυρίζεται. Άσε τους Εβραίους της Κο­ρίνθου που ζούσαν πάνω από χίλια χιλι­όμετ­ρα μακριά απ’ την Παλαιστί­νη και δεν είχαν ιδέα, να βρούνε αυτοί την άκρη για τα ερωτήματα αυτά και αυτοί να βρούνε και να εξετάσουν τους μάρ­τυ­ρες για τους οποίους γράφει ότι ζούσαν ακόμα! Γι’ αυ­τές τις παρουσιάσεις ο Παύλος δεν μεταφέρει απολύ­τως κα­μία ιστο­ρική πληροφορία, λες και μιλούσε σε ανθρώπους που ήδη ξέ­ρανε πως είχαν τα «γεγονότα», ενώ δεν εί­χαν ιδέα!

Έτσι έχομε πάλι μια μεγάλη αντίφαση με τα Ευαγγέλια όπου ο Χριστός πα­ρουσιάστηκε πρώτα στην Μαγδαληνή όπως με στόμφο τονί­ζει ο Ιωάννης 20: 1-18, ή στις Μυροφόρες όπως τονίζει ο Ματθαίος 28: 1-10. Οι Μυρο­φό­ρες βε­βαίως εκτός από τα Ευ­αγγέ­λια δεν αναφέρονται πουθενά αλλού στην υπόλοιπη Καινή Διαθήκη.

(9) Η ανά­λη­ψη όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια του Μάρκου 16: 19 και του Λουκά 24: 50-51 και στις Πράξεις 1: 6-11, δεν υπάρ­χει πουθενά στον Παύλο. Απλώς πό­τε-πό­τε γρά­φει ότι ο Ιησούς ανέ­βει στον ου­ρα­νό και ευ­ρί­σκε­ται μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του ή στα δεξιά του: π. χ. Πρός Ρω­μαί­­ους η΄: 34, Πρός Εφε­σί­ους α΄: 20, δ΄: 8-10, Πρός Κολασσαείς γ΄: 1, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς α΄: 10, Πρός Εβραίους η΄: 1, ι΄: 12, κ. α. Τί­ποτα άλλο!

(10) Η Παρουσία του Κυρίου και η Τελική Κρίση αναφέρεται στις: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 29-58, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, Β΄ Πρός Θεσσαλο­νικείς β΄: 1-12, κλπ. Πουθενά δεν την αναφέρει ως Δευτέρα Παρουσία, αλλά απλώς Παρουσία, λες και δεν υπήρχε πρώτη! Όπως την περιγράφει στις δύο Πρός Θεσ­σαλο­νι­κείς Επι­στολές είναι όμοια με την περιγραφή της καθόδου του Υιού στο απόκ­ρυφο και ψευδε­πίγραφο βιβλίο Ανάληψις του Ησαΐα και όχι με αυτά που γράφει το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 25: 31-46 και η Αποκάλυψις του Ιωάν­νου! Η περιγ­ρα­φή της Δευ­τέ­ρας Παρουσίας και της Τελικής Κρίσεως στην Αποκάλυψιν κ΄, κα΄ δεν συμ­φωνεί με την Παρουσία που πε­ριγ­ράφει ο Παύλος στην Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς ιε΄ και στην Α΄ Πρός Θεσσα­λο­νικείς δ΄.

Η φράση «άχρις ου αν έλ­θη.», στην Α΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 26, δεν υπονοεί ανάσταση μετά από 36 ώρες (ή τρεις ημέρες), αλλά κά­ποια Παρουσία μετά από αόρι­στο χρόνο!

Η λέξη «κόλαση» και οι φράσεις με «αιώνια τιμωρία» και «αιωνίους βασα­νισμούς» που υπάρχουν σωρηδόν στα Ευαγγέλια δεν απαντώνται πουθενά στον Παύ­λο. Τεράστιες οι διαφορές μεταξύ Παύλου και Ευαγγελίων σε όλα τα σημεία και σ’ όλα τα μέτωπα, πράγμα που αποδεικνύει την διαφορετική εξέλιξη των διαφόρων Χρι­στιανισμών και συνεπώς το ψευδές ολοκλήρου του χριστιανικού οικοδομήματος. Με­ταξύ Παύλου και Ευαγγελιστών «χάσμα μέγα εστήρικται», θα έλεγε ο Λουκάς ιστ΄: 26.

Η άμεση εσχατολογική και καταδικαστική ρήση κατά των συμπατριωτών του στην Α΄ Πρός Θεσ­σαλο­νι­κείς β΄: 13-16, «Διά τούτο και ημείς ευχα­ρισ­τού­μεν τω Θεώ αδιαλείπτως, ότι πα­ραλα­βόντες λόγον ακοής παρ' ημών του Θεού εδέξασθε ου λόγον ανθρώπων, αλλά κα­θώς εστιν αληθώς, λόγον Θεού, ος και ενερ­γείται εν υμίν τοις πι­σ­τεύουσιν. υμείς γαρ μι­μηταί εγενήθητε, αδελφοί, των εκκλησ­ι­ών του Θεού των ου­σών εν τη Ιουδαία εν Χρι­στώ Ιη­σού, ότι τα αυτά επάθετε και υμείς υπό των ιδίων συμφυλετών καθώς και αυτοί υπό των Ιου­δαίων, των και τον Κύ­ριον αποκτει­νάντων Ιησούν και τους ιδίους προφή­τας, και ημάς εκδιωξάντων, και Θεώ μη αρεσ­κόντων, και πάσιν ανθ­ρώποις εναντί­ων, κω­λυόντων ημάς τοις έθνεσι λαλήσαι ίνα σω­θώσιν, εις το αναπληρώ­σαι αυτών τας αμαρτίας πάντοτε. έφθασε δε επ' αυτούς η ορ­γή εις τέ­λος.», θεωρείται παρεμβολή κυρίως για τους εξής λόγους:

(α) Τα πολύ σοβαρά συμβάντα που αντανακλούν τα λόγια αυτά αναφέρονται μόνο εδώ και πουθενά αλλού στα γραπτά του Παύλου. Αν ήταν δικά του τότε έπρεπε να τα αναφέρει πολλές φορές σε σημεία που ταίριαζαν πλήρως λόγω της βαρύτητας και της σημασίας των. Παρά ταύτα και παρά την οργή, το μίσος και τα κατσαδιά­σματα που ο Παύλος εκ­φράζει εναντίον πολλών, πουθενά αλλού δεν εκφ­ράζεται με τόσο έντονα λό­για οργής και μί­σους εναν­τίον των ομοεθ­νών του. Μάλιστα δε στην Πρός Γα­λάτας β΄: 15 τους επαινεί με τα λό­για: «Ημείς φύ­σει Ιουδαίοι και ουκ εξ εθ­νών αμαρτω­λοί,»! Στην δε Πρός Ρωμαίους ια΄: 1-2 εντελώς αντίθετα γράφει ότι ο Θεός δεν εγ­κα­τέλει­ψε τον απ’ αρχαίων χρόνων προορισμένο λαόν του: «Λέγω ουν, μη απώσατο ο Θεός τον λαόν αυτού; μη γένοιτο· και γαρ εγώ Ισραηλίτης ειμί, εκ σπέρματος Αβ­ραάμ, φυλής Βενιαμίν. ουκ απώσατο ο Θεός τον λαόν αυτού ον προέ­γνω...»

(β) Μέσα στους στίχους αυτούς υπονοεί­ται η καταστροφή της Ιερου­σαλήμ και της Ιουδαίας (66-73 Κ. Ε.), η οποία έγινε μετά τον θάνατο του Παύλου. (Αν και υπ­άρ­χουν μερικοί ερευνη­τές που ισχυρίζονται ότι ο Παύλος απέθανε μετά απ’ αυ­τή την καταστροφή, η θέση αυτή έρχεται σε αγεφύρωτη αντίθεση με την επίσημη θέ­ση όλων των χριστιανι­κών εκκλησιών εδώ και 2000 χρόνια!).

(γ) Η φράση «κω­λυόντων ημάς τοις έθνεσι λαλήσαι ίνα σω­θώσιν, εις το αναπληρώσαι αυτών τας αμαρ­τίας πάντοτε.» αντανακλά τις διαμάχες και αντιθέσεις των ραββινικών Ιουδαίων και Εβραιοχριστια­νών που προέκυψαν μετά το +73 και τις περισσότερες φορές έχουν να κάνουν και με Ιουδαίους της διασποράς και όχι της Ιουδαίας. Την δε βαριά κατηγορορία «τον Κύ­ριον αποκτει­νάντων Ιησούν και τους ιδίους προφή­τας,» έπ­ρεπε να την είχε προαναφέρει στο ια΄ κεφάλαιο της Επιστολής Πρός Ρωμαίους, λόγω του σχετι­κού ή αναλόγου περιεχομένου και όχι εκεί να γράφει άλλα!

(δ) Εδώ η ευθύνη της θανατώσεως του Ιησού ρίπτεται εξ’ ολοκλήρου επάνω στους Ιου­δαίους. Στα Ευαγγέλια όμως η ευθύνη ανήκει και στους Ιουδαίους και στους Ρω­μαί­ους κατά μέγα μέρος. Πως είναι δυνατόν να έχει κάνει ένα τέτοιο σφάλμα ο πρώ­τος επίσημος χρισ­τιανός συγγραφέας Παύλος; Αυτό μας λέγει ότι η παρεμβολή αυτή έγινε κατά τον δεύτερο αιώνα (πιθανότατα από κάποιον θεσσαλονικέα Εβραιοχριστι­ανό, με­ρικά χρόνια μετά την δεύτερη Ιουδαϊκή καταστροφή του 132-135 Κ Ε.) όταν πλέον οι Εβραιοχριστιανοί άρχι­σαν να καλοπιάνουν τους εθνικούς και ένεκα του αν­ερχομένου μίσους των εναντίον των ομοαίματών τους προπαγάνδισαν την παράδοση ότι ολόκληρη η ευθύνη επιπίπτει στους Ιουδαίους που τότε εκπροσωπεύονταν από τον Φαρισαϊκό Ραββινικό Ιουδαϊσ­μό.

(ε) Από τους ειδικούς και συγκριτικούς φιλολόγους η γλώσσα των στίχων αυτών διε­γνώσθη ως μη Παυλική. Αν αυ­τοί οι στίχοι αγνοηθούν τελείως και από τον προηγού­μενο στί­χο πά­με στον αμέ­σως επόμενο, η ροή και το νόημα του γραπτού λόγου συ­νεχίζονται ομα­λώς. Με αυτούς τους στίχους η ροή διακόπτεται.
(Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε: Earl Doherty, Jesus: Neither God Nor Man - The Case for a Mythical Jesus, Age of Reason Publications, First Edition, 2009, σελίδες 657-659.).

***

Ποιος να ξέ­ρει άραγε πώς συν­δέ­ο­νται όλα αυ­τά με­τα­ξύ τους. Πρέπει να συν­δέ­ο­ν­ται διά πλαστογραφιών και υστεροχρόνων παρεμβολών. Δυστυχώς δεν έχομε τα πρω­τότυπα για να ελέγξομε! Π. χ., το ίδιο συμβαίνει και με τις δύο αντι­φα­τι­κό­τα­τες γε­νε­α­λο­γί­ες του Χρι­στού, η μία στον Ματ­θαίο α΄: 1-20 και η άλ­λη στον Λου­κά γ΄: 23-38. Με­λε­τήστε τις, εί­ναι για γέλια! Γι’ αυτό και ο Παύλος παραγγέλλει στον Τιμό­θεον και τον Τίτον να αποφεύγουν τις συ­ζητή­σεις και τις εξετάσεις των γενε­α­λο­γιών (Α΄ Πρός Τιμόθεον α΄: 4, Πρός Τίτον γ΄: 9). Κάτι ήξερε!

Ο Παύλος οσάκις αναφέρεται σε κάποιον συμβάν περί Ιησού Χριστού ουδέ­ποτε το θέτει εντός οιουδήποτε ιστορικού πλαισίου. Όλα όσα ανα­φέ­ρει είναι άνευ ισ­τορικής δεοντολογίας και ιστο­ρι­­κού πε­ριεχομένου. Γράφει αοριστίες και άντε τρέχα βρες τις ή πίστευε στις αποκαλύψεις του! Π. χ. γράφει: «παρέδωκα γάρ υμίν εν πρώ­τοις ό καί παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ τών αμαρτιών ημών κατά τας γρα­φάς και ότι ετάφη, καί ότι εγήγερται τή τρίτη ημέρα κατά τάς γραφάς», Α΄ Πρός Κο­ρινθίους ιε΄: 3-4, κλπ. Η φράση «κατά τάς γραφάς» επαναλαμβάνειται στο 5ο άρθρο του Συμβό­λου της Πίστεως ως εξής: «και αναστάν­τα τή τρίτη ημέρα κατά τάς γραφάς». Όπως και στην περίπτωση Α΄ Πρός Τιμόθεον στ΄: 13, «...Ιη­σού Χρι­στόν μαρτυρήσαν­τα επί Πον­τίου Πιλάτου...» που εξετάσαμε παραπάνω, έτσι και εδώ έχομε αντιγραφή!

Ο ίδιος ο Παύλος δεν εξη­γεί ποιες είναι αυτές οι γραφές. Για την σταύρωση και τα πάθη οι ευ­αγγελισ­τές μερι­κά χρόνια (15 - 150) μετά τον θάνατο του Παύλου, βρήκαν μερι­κές δήθεν προφη­τείες στην Παλαιά Διαθήκη, πλαστά αποκυήματα της φαντασίας, της διαστροφής και της συ­νωμο­σίας των. Αλ­λά για την ανάσταση την τρί­τη ημέρα «κατά τάς γραφάς», τις επανεμφανίσεις και την ανάληψη δεν υπάρ­χουν ούτε πλαστές προ­φητείες ούτε γραφές που να αναφέρονται εντός της Καινής Δι­αθήκης. Αργότερα οι χριστιανοί απο­λο­γητές δήθεν ανεκάλυψαν τους προφητικούς στίχους: Ψαλμοί β΄: 7, ιστ΄ (ιε΄): 10, Ησα­ΐας νγ΄: 10 και Ωσηέ στ΄: 2, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την τριήμερη ανάσταση του Ιη­σού Χριστού. (Γι’ αυτό οι Καθολικοί λέ­νε ότι αυτοί οι στίχοι την υπαινίσσονται.).
Η αοριστία της φράσεως «κατά τάς γρα­φάς» και το κενό που αφήνει είναι σκόπιμα και παραπλανητικά. Προήλθε είτε από τον ίδιο τον Παύ­λο, αν όντως αυτός έγραψε αυτές τις γραμμές, είτε από τους υστερο­χ­ρό­νους συντάκτες και παρεμβολείς. Αυτοί προσπαθούσαν, όσο ήταν δυνατό, να δικαιολογή­σουν με δήθεν προφη­τείες της Παλαιάς Διαθήκης ότι ο Ιησούς ήταν ο πραγματικός αναμενόμενος Μεσσίας, Χρισ­τός, και συνεπώς ο Χριστιανισμός είναι η μόνη εξ αποκα­λύ­ψεως αληθινή θρησ­κεία!

Πά­νω σ’ αυτές τις πα­­­ρα­τη­ρή­σεις έχoυν γρα­φτεί πoλλά βι­βλία και απoτελoύν ένα ισχυ­ρό­τατo επι­χεί­ρη­μα των μυ­­θι­κι­στών περί τoυ ότι o Χρι­στός εί­ναι μυθoλo­γι­κό πρόσωπo. Διό­τι ας μην ξε­χνά­με ότι τα πρώ­τα γρα­πτά της Και­νής Δια­θή­κης, σύμ­φω­να με ομόφωνο συμπέρασμα όλων των Χριστιανών θε­oλό­γων και των ειδικών επι­στη­μό­νων, εί­ναι oι Επιστo­λές τoυ Παύλoυ. Αυτές δε, τις έγρα­ψε για αν­θρώπoυς πoυ βρί­σ­κoνταν πoλύ μακριά από την Ioυ­δαία. Αυτοί πάλι ως νεο­φώτι­στοι, δεν εγνώ­ρι­ζαν τί­πoτα πε­ρί Iησoύ, εκτός ίσως από αυτoύς πoυ ήταν στη Ρώ­μη οι οποίοι ίσως να είχαν ακούσει λίγα πράγματα πριν τους τα γράψει ο Παύλος, όπως ο ίδιος ομολογεί στην Πρός Ρωμαίους ιε΄: 20.

Συνεπώς: Ο Παύλος έχει κατά νουν άλ­λον Ιησού Χριστό απ’ αυτόν που έχουν οι Ευαγγελιστές, χωρίς με αυτό να υπονοούμε ότι οι Ευαγγελιστές συμφωνούν μετα­ξύ των. Αφήνομε λοιπόν στους χρισ­τιανούς απολογητές να μας ξε­καθαρίσουν ποιος έχει τελικά δίκιο! Ο Παύ­λος ή ποιος από τους Ευαγγελιστές! Ενώ ο καθένας θα επι­κα­λείτο τα εκκωφαντικά «πεπραγμένα» του «ιστορικού» Ιη­σού των Ευαγγελιστών, «γε­γονότα» που θα είχαν αφήσει εσαεί άναυδους τους πάντες και τα πάν­τα, ο Παύλος δεν κάνει καμία χρήση αυ­τών! Αυτή είναι η στάση την οποίαν πα­ρατη­ρούμε διάχυτη μέσα στα γραπτά του Παύλου! Τί συμβαίνει λοι­πόν;

Ο Παύλος δεν γνωρίζει τον γήινο, ιστορικό όπως υπο­τίθεται, Ιησού Χριστό των Κανονικών Ευαγγελίων, γεγονός που απο­δεικνύει ότι τόσον ο Ιησούς Χρι­στός των Ευαγγελιστών όσο και του Παύλου είναι μύθος, δηλαδή ψέμα! Απ’ όσα γράφει ο Παύλος ένα συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι αν ήταν ειλικρινής, τότε στο νου του είχε κά­ποι­ον αποκρυ­φιστικό, άυλο, πνευματιστικό Χριστό και απευθυνόταν προς αποκρυφιστι­κές οργανώ­σεις (cults), αιρέσεις του Ιουδαϊσμού τύπου «υιών φωτός» και Qumran, Α΄ Πρός Θεσσαλονικείς ε΄: 5 «πάντες υμείς υιοί φωτός εστε και υιοί ημέ­ρας. ουκ εσμέν νυκτός ουδέ σκότους.». Ο Χρισ­τός του Παύ­λου είναι ανάλογος με όλους εκείνους τους παγανιστικούς σωτηριολογι­κούς θεούς της εποχής εκείνης, οι οποίοι κατά την Άνοιξη έτρωγαν ένα δείπνο, έκα­ναν μια ευχα­ριστία, έπασχαν, θάπ­τονταν και μετά από τρεις μέρες ανασταίνον­ταν.

Επομένως με βάση όσα στοιχεία έχομε ήδη εξετάσει βγαίνει και το συμπέρα­σμα ότι: Οτιδήποτε γράφει και κηρύττει ο Παύλος δεν είναι ιστορικές μαρτυρίες. Εάν λοιπόν νομίζει ότι ομιλεί αληθώς, τότε αυτά που λέει είναι αποκυήματα της φαντα­σί­ας, πίσ­τε­ως, φα­νατισμού και θεολογίας του, τα οποία αν και δεν τα έμαθε από προη­γούμενες πα­ραδόσεις εντούτοις τα πιστεύει ως αληθή. Εάν πάλι ομιλεί όντως αληθώς, τότε οι παραδόσεις των Ευαγγελίων είναι ψευδείς και πρέπει να καταγγελθούν και να απορριφθούν! Αν όμως οι παραδόσεις των Ευαγ­γελίων είναι σωσ­τές, τότε ο Παύλος ομιλεί ψευδώς, πράγμα που το συνηθί­ζει, και πρέπει να καταγγελθεί και να απορριφ­θεί ως ψεύ­της! Αυτό το χριστιανικό δίλημμα αρκεί για να καταρρεύσει ολόκ­ληρος ο Χριστιανισμός!

***

Ειρήσθω επί τη ευκαιρία ότι, αυτή η σιωπή γύρω από τα βιογραφικά στοιχεία και την ανθρώπινη, γήινη, ιε­ραποστολική και σωτήρια δράση του Ιησού Χριστού δεν απαντάται μόνο στον Παύλο, αλλά και σε όλες τις επτά Κα­θολικές Επιστολές της Και­νής Διαθήκης, στην Επιστολή Α΄ Κλήμεντος (που αποδίδεται στον Πάπα Ρώμης, κατά το τέλος του 1ου αιώνα), Επι­στολή του Βαρνάβα, κ. ά. Ιδού μερικά χτυπητά παρα­δείγ­ματα: Στην επιστο­λή Α΄ Πέτ­ρου β΄: 21-25, στην Α΄ Κλήμεν­τος κεφάλαιο 16, και Βαρ­νάβα ε΄: 8, απαντάμε παραφ­ράσεις μερι­κών στοι­χείων του κεφαλαίου 53 του δευτέ­ρου (ή τρί­του) Ησαΐα που κάπως θυμίζουν τα Ευαγγέλια και τίπο­τα παραπάνω. Στην Α΄ Πέτρου γ΄: 18 «ότι και Χρισ­τός άπαξ περί αμαρτιών έπαθε, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγη τω Θεω, θανα­τωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι·», έχομε ότι ο Χριστός θανατώ­θηκε κατά σάρκα αλλά ζωοποιήθηκε κατά πνεύμα. Δηλα­δή δεν αναστήθηκε κατά σάρκα όπως φωνά­ζουν οι ευαγγελιστές! Στην Α΄ Ιωάννου ε΄: 6-12 δεν γίνεται κανέ­νας λόγος για την «εν σαρκί» ανάσταση και την «εν σαρκί» επα­νεμφάνιση, αλλά όλα γί­νονται με την βοήθεια της πίστεως και την μαρτυρία του Αγί­ου Πνεύματος! Σαν να μην τα είδε κανείς! Στην Β΄ Πέτ­ρου α΄: 16-18 το σημαντικό γε­γο­νός είναι η μεταμόρφω­σις εις το ιερόν όρος και δεν ανα­φέρει τίποτα για ανάστα­ση. Είναι αξιοπα­ρατήρητο λοιπόν ότι όλες οι παρατη­ρήσεις και τα συμπεράσματα πε­ρί ελλείψεως ισ­τορικών πλαισίων, αορισ­τι­­ών, αν­τιφάσε­ων προς τα Ευαγγέλια καθώς και μετα­ξύ των που απαντάμε απανταχού στις Επιστολές του Παύλου, ισχύουν ομοί­ως και στις επτά Κα­θο­λικές Επιστο­λές της Και­νής Διαθή­κης! Όπως και ο Παύλος έτσι και όλοι οι συγγρα­φείς των Καθολικών Επιστο­λών, κ. ά., δεν αναφέρουν τίποτα για τον Ιησού ως διδάσ­καλο ή θαυματοποιό!

Ακόμα, σ’ όλα αυ­τά τα πρώτα κείμενα της Και­νής Δι­α­θήκης, τα οποία όπως υποτίθεται εγρά­φησαν από τους πρώτους και με­γαλυτέρους αποστό­λους του Χριστια­νισ­μού, δεν ανα­φέρεται πουθενά και από κανέ­ναν ούτε μια επίσκε­ψη ούτε ένα προσ­κύ­νημα στα μέρη όπου εγεννήθηκε, έδρασε, έκανε θαύματα, έπαθε, ετάφη και ανέσ­τη ο Υιός του Θεού, Ιησούς Χρισ­τός! Σύμπτωση;...

Αν, προτού γνωρίσομε τι γράφουν τα Ευαγγέλια, μελετήσομε όλες τις Επιστο­λές της Καινής Διαθήκης (14 του Παύλου και 7 Καθολικές), οι οποίες μάλιστα εγρά­φησαν πριν από τα Ευαγγέ­λια, τότε δύσκολα σχηματίζομε την εικό­να κάποιου υπάρ­ξαντος ανθρώπου, διδασκάλου, θαυματοποιού και πουθενά δεν υπάρχει η ει­κόνα κά­ποιου του οποί­ου τον τάφο βρήκανε κενό ή κάποιου που αναστή­θηκε «εν σαρκί»! Συ­νε­χώς βλέ­πομε την επενέρ­γεια της πίστεως και του Αγίου Πνεύματος, αποκαλύ­ψεις, οράματα, και πνευ­ματικά εφευρήματα. Π. χ. βλέπε: Πρός Ρωμαίους γ΄: 26, ιδ΄: 24-25, Πρός Εφεσίους γ΄: 5, Πρός Κολασσαείς β΄: 2, κλπ., Α΄ Πέτρου α΄: 20 καθώς και τα χω­ρία Πρός Ρωμαίους γ΄: 21-26, Πρός Εβραίους θ΄: 26, ομιλούν σε ενεστώτα χρό­νο. Δεν υπάρχει τίπο­τα το ιστορικο­ποι­ούν. Στα χωρία Πρός Ρωμαίους α΄: 1-4, ι΄, ια΄, Α΄ Πρός Κορινθίους α΄: 21-31, Β΄ Πρός Κορινθίους γ΄: 7-11, Πρός Τίτον α΄: 3, ο Παύλος αναφέρει θέματα στα οποία μόνος του δημι­ουρ­γεί την ευκαιρία να μιλήσει για τη ζωή και τη δράση του Ιησού, εντούτοις δεν λέγει τίποτα.

Οπότε, τί ιστορική βάση περί Χριστιανισμού ή ιστορική απόδειξη περί Ιησού Χριστού μπορεί να αποτελεί η Καινή Δια­θήκη; Καμία! O Χριστός των Επιστολών του Παύλου, των Καθο­λι­κών Επιστολών, καθώς και ενός μεγάλου μέρους του Κα­τά Ιωάννην Ευαγγελίου είναι ένας αφηρημένος γνωστικιστικός Χριστός και όχι ο Χριστός που έχει την ανθρώπινη μορ­φή και δράση των τριών πρώτων Συνοπτι­κών Ευαγγελιστών. Σε όλη την Καινή Δια­θήκη υπάρχει η συνεχής αντίφαση του αν ο Χριστός ήταν δημιούργημα ή δημιουργός· είναι ίδιος με τον δημιουργό ή απαύγασμα τού δημιουργού και το τελειότερο μέσο επι­κοινωνίας με την δημιουργία του. Άκρη δεν βρίσκεις και μπορείς να δικαιολογήσεις ή να αναιρέσεις κάθε απάντηση επ’ αυ­τού του ερωτήματος! Μετά μιλάνε για θεοπνευστία και ιστορικότητα!

Το Σύμβολο της Πίστεως, της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαί­ας, +325 και μετά, χειροτέρεψε αυτή την αντίφαση! Π. χ: Α΄ Πρός Κορινθίους ιε΄: 23-24 «απ­αρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού· είτα το τέλος, όταν παρα­δώ την βασι­λείαν τω Θεώ και πατρί, όταν καταργήση πάσαν αρχήν και πά­σαν εξουσί­αν και δύνα­μιν.» έρχεται σε αντί­φα­ση με το Σύμβολο της Πίστεως, άρθρο 2, «Καί εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, τόν υιόν τού Θεού τόν Μονογενή, τόν εκ τού Πα­τρός γεν­νηθέντα πρό πάντων τών αιώνων. Φώς εκ Φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ού ποιηθέντα, ομοού­σιον τώ Πατρί δι’ Ού τά πάντα εγένετο.», κ. ο. κ. Όλα αυτά έγιναν αιτίες πολλών αιρέ­σε­ων, δι­ωγμών, φόνων, καταστροφής και δι­αστροφής.

Παρατηρούμε ακόμα τα εξής:
(α) Τα τέσσερα Κανονικά Ευαγ­γέ­λια και η Αποκάλυψις γρά­φτηκαν με­τά τoν θά­νατo τoυ Παύλoυ και αγνooύν τoν Παύλo. Ίσως δι­καιoλoγη­μέ­να, αλ­λά ίσως και όχι. Πoιος ξέ­ρει θε­τι­κά; Κα­νείς! Μό­νo oι Πρά­ξεις τoν ανα­φέ­ρoυν, τις oπoί­ες, κα­θώς η επί­ση­μη εκκλη­σία έχει διαδώσει, τις έγρα­ψε o Ευ­αγγελιστής Λoυ­κάς (ο ια­τρός άραγε, Πρός Κο­λασ­σα­είς δ΄: 14, κλπ.;) ως συ­νέ­χεια τoυ Ευ­αγ­γε­λίoυ τoυ, χωρίς να υπάρχει καμία από­δειξη γι’ αυτό.

(β) Άλλο σοβαρό ζήτημα είναι ότι η Απο­κά­λυψις δεν αναφέρει ού­τε τον Παύ­λο ούτε και τις εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε, αν και γράφτηκε αρκετά χρό­νια μετά τον Παύλο. Δεν του παρέχει κα­μία τιμη­τική θέση ακόμα και στον στίχο κα΄: 14, στον οποίον ανα­φέρει τιμητικώς τους άλλους μαθητές, παρ’ όλο ότι αυτός ήταν «σκεύος της εκ­λογής» του ιδί­ου του Ιησού Χριστού και Θεού, Πρά­ξεις θ΄: 15. Επίσης, η περιγ­ρα­φή της δευ­τέ­ρας παρουσίας και της τελικής κρίσεως στην Αποκάλυψιν κ΄, κα΄ δεν συμ­φωνεί με την περιγ­ραφή που δί­δε­ται από τον Παύλο στην Α΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς κεφάλαιο ιε΄ και στην Α΄ Πρός Θεσσα­λο­νικείς κεφάλαιο δ΄.

(γ) Το ίδιο και οι επτά Κα­θο­λι­κές Επι­στολές, εκτός από τους δύο πολύ περί­ερ­γους στί­χους της Β΄ Πέτρου γ΄: 15-16 που θεωρούνται παρεμβολή, δεν ανα­φέρουν τί­ποτα περί Παύλου. Μάλιστα δε, η Επιστολή του Ιακώβου είναι τόσο αν­τί­θετη με πολ­λές από τις διδασκαλίες του Παύλου ώστε ο Μαρτίνος Λούθηρος επεδί­ω­ξε να την θέ­σει, μαζί με την Αποκά­λυ­ψιν του Ιωάννου, εκτός του Κανόνος της Καινής Δια­θή­κης. Δεν τα κατά­φερε όμως.

Δεν νομίζετε ότι κάτι περίεργο και πολύ σοβαρό συμ­βαί­νει πίσω απ’ όλα αυ­τά; Όσα λoι­πόν δε­χό­μα­στε εδώ προς στιγμήν, για τo χατίρι των χρι­στιανών θεoλό­­­­γων και για να μην επεκ­ταθούμε σε ιστορική αναζήτηση και ανάπλαση, τα δεχό­μα­στε με όλες τις επι­φυλάξεις. Αυ­τά τα σoβα­ρά προβλήματα και εύλογα ερωτήματα που εκ­θέ­τομε ας φρoν­τίσoυν να τα λύ­σoυν και απαντήσουν με σιγουριά και απόδειξη oι φωσ­τήρες της χρι­στι­α­νικής πί­στε­ως.

***

Ανακεφαλαιώνομε λοιπόν και λέμε: Πέραν πολύ ολίγων στίχων που θυ­μί­ζουν στίχους των Ευαγγελίων, τουλάχιστον το 99% του έργου του Παύλου δεν έχει να κά­νει με: τη ζωή, τη δράση, τη διδασκαλία, τα θαύματα, τα γεγονότα των παθών, της ανασ­τά­σεως, των επανεμφανίσεων και της αναλήψεως τού Ιησού Χριστού των Ευαγ­γελίων.

Οι ολί­γοι στίχοι οι οποίοι θυμίζουν κάτι από τα Ευαγγέλια πρέπει να είναι: εί­τε παρ­εμ­βολές, είτε κοινότοπες φρά­σεις και περιγραφές της εποχής εκείνης τις οποίες επα­να­λαμβάνει ο Παύλος, είτε σκόπιμες αυθαιρεσίες του, είτε τις λαμβάνει από την Παλαιά Διαθήκη και τις προσαρμόζει κατά το δοκούν, είτε πολύ πιθανόν οι μεταγενέ­στεροι Ευαγγε­λιστές τις πήραν από τον Παύλο και την Παλαιά Διαθήκη, την οποίαν όπως ο Παύλος έτσι και αυτοί την εχρησιμοποίησαν κατά κόρον.

Αυ­τοί οι στίχοι αποτελούν ολιγότερο του 1% του έργου του Παύλου. Οπό­τε και αν ακόμα τους παραδεχθούμε ως αυθεντικούς και όχι παρεμβολές ή σκόπι­μες αυ­θαιρεσίες του ιδίου ή άλλων, μένει κα­νείς άναυδος από τον Χριστό που ο Παύ­λος πα­ρουσιάζει στο υπόλοιπο 99% του έργου του. Οι διδα­σ­καλίες που σποραδικά με­ταφέ­ρει είναι δικές του επινοήσεις και κατά μάλ­λον ή ήττον αναμασήματα στίχων της Πα­λαι­άς Διαθήκης που αυτός ειδικώς επέλεξε. Ούτε την δι­δα­σκαλία του Χριστού, αυ­τήν έςςτω που περιέχεται στα σκόρπια Κυριακά Λόγια, μας με­τα­φέρει. Φτάνει δε στο ση­μείο να λέγει: Α΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ζ΄: 6 «τούτο δε λέγω κατά συγγνώμην, ου κατ’ επι­τα­γήν.», 12 «τοις δε λοιποίς εγώ λέγω, ουχ ο Κύ­ριος· ει τις αδελφός γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκεί οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν·», 25 «Περί δε των παρθένων επι­ταγήν Κυ­ρίου ουχ έχω, γνώμην δε δίδωμι ως ηλεημένος υπό Κυ­ρίου πι­στός είναι.», Β΄ Πρός Κορινθίους ια΄: 17 «ό λαλώ, ου λα­λώ κατά Κύριον, αλλ’ ως εν αφροσύνη, εν ταύτη τη υποστάσει της καυχήσεως.», κλπ. Εδώ δηλαδή ο Παύλος ομο­λογεί ότι δεν έχει επι­ταγές του Κυρίου, αλλ’ ούτε και αποκαλύψεις ή θεο­π­νευστία! Προσέτι ομολογεί εν πάση ειλικρινεία ότι μας λέγει δικά του λόγια! Μετά όμως έρχε­ται στην Β΄ Πρός Τιμόθεον Επισ­το­λήν και γράφει γ΄: 16: «πάσα γραφή θεό­πνευσ­τος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη,». Βγάλε­τε μόνοι σας συμπέρασμα με τις αντιφάσεις αυτού του αλλο­π­ρόσαλλου ατό­μου!

Ο Παύλος πάρα πολλές φορές προσ­πα­θεί να πείσει τους άλλους επί πολλών «συμβάντων, γεγονότων» και ζητημάτων της θεολογίας του, διά του τεχνάσ­ματος των αποκαλύψεων και οραμάτων που ισχυρίζεται πως είχε. Για μ­ερικά όμως, οι απο­καλύ­ψεις και τα οράματα ήταν εντε­λώς αχρεί­ασ­τα διότι τα πράγ­ματα που του αποκα­λύφ­θηκαν ήταν κοινώς δια­δεδομένα και γνωστά μεταξύ των τότε χριστιανών και οπα­δών του Ιησού Χριστού, όπως μαρ­τυρούν τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις και μερικές από τις άλλες Επιστολές!

Τί γενικό συμπέρασμα λοιπόν βγαίνει από την σύγκριση των αφηγή­σεων του Παύλου με τις αφηγήσεις των Ευαγ­γε­λίων; Αυτά τα στοιχεία εί­ναι ισχυρώς δι­αφω­τισ­τικά διά τις ψευδαισθή­σεις, παραισθήσεις, τα ψέματα του Παύλου, τα μυθεύ­ματα των Ευαγγελίων και ολόκλη­ρης αυτής της φτια­χ­τής, επι­νοημέ­νης και ψευ­δούς θρησκείας του Παυλικού Εβραιοχρι­στιανι­σ­μού! Τονίζομε λοιπόν και πάλι ότι:
Καίριο πλήγμα κατά της ιστορικό­τη­τος του Ιησού Χριστού είναι ο Χρισ­τός του Παύλου. Όλα τα ανωτέρω πε­ριληπτικά στοι­χεία φανερώ­νουν ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων όπως και οιοσδήποτε αφανής αλλά υπ­άρξας Ιησούς Χριστός ήταν άγνω­στος στον Παύλο. Τότε όμως αν δεχθού­με ότι ο Παύ­λος είναι ιστορικό πρόσωπο κατά την εποχή που διατείνονται ότι έζησε, έδ­ρασε και μας πα­ρέδωσε τα γραπτά του, αναγκαστικά πρέπει να δεχθού­με ότι ο Ιησούς Χριστός, όπως τον παρουσιάζουν ο Παύλος και τα Ευαγγέλια, δεν ήταν ιστο­ρικό πρόσωπο αλλά μια μυ­θο­λογική διαπλο­κή! Αν πάλι ο Παύ­λος με τις αποκαλύψεις και τα οράματά του έχει δίκιο, τότε τα Ευαγγέλια αποτελούν προφανή μυ­θο­λογική διαπλοκή! Δεν μέ­νει παρά να συμπε­ράνομε ότι τα πάντα είναι μυ­θο­λογικές διαπλοκές.

Συνεπώς και ο Παύλος και ο Ιησούς είναι χρι­σ­τιανικά μυθιστορήματα και τί­πο­τα παραπάνω. Δηλαδή ψευτιές! Βεβαίως τα γραπτά που αποδίδονται στον Παύλο κα­θώς και οι προηγούμενες πηγές και παραδόσεις, όποιες κι’ αν ήταν αυτές, πρέπει να έθεσαν τις βάσεις και τις νύξεις της συγγραφής και της μυθολογίας των υστεροχ­ρό­νων τεσσά­ρων Κανονι­κών Ευαγγελίων. Μετά τον πλήρη και αμετάκλητο διαχωρισ­μό Χριστιανών και Ιουδαίων (+135 Κ. Ε.) και την οικτρή αποτυχία της εσχατολογίας των πρώτων, οι νέες κα­ταστά­σεις που προέκυψαν απαιτούσαν νέα κείμενα διαφορετι­κά απ’ αυτά του Παύ­λου και προπάντων ιστορικοποιούντα για την δικαιολόγηση και επιβίωση τής Εβραι­οχριστια­νικής αιρέσεως! Αυτή η αναγκαιότητα επεβάλετο όχι μό­νο για την συγκρά­τηση των οπαδών εντός της αιρέσεως αλλά και από την επιχει­ρη­μα­το­λογία εναντίον της τόσο των Ιουδαίων όσο και των Εθνικών! Έτσι τα υστε­ρόχ­ρονα Ευαγ­γέλια διατήρησαν αναγκαστικά τα ελάχιστα σημεία που έκριναν σκόπιμα από τον Παύλο αφού όμως πρώτα τα επεξεργάστηκαν κατά τις απ­αιτήσεις του καιρού των. Τα επεξέ­τειναν και τα ανάπλασαν εντός δήθεν «ιστορικών» σκηνών και πλαισί­ων.

Ακόμη έλαβαν χώρα μερικές σκόπιμες και αναγκαίες παρεμβολές στα γραπτά του Παύλου.

Ο Χριστιανισμός είναι εν γένει μια από τις αιρέσεις του Ιουδαϊσμού. Αν λοι­πόν θεωρήσομε ως ορθόδοξο τον Χριστιανισμό των Ευαγγελίων, τότε ο Παύλος εδη­μιούργησε μια αίρεση της αιρέσεως, της αιρέσεως... Ειδάλλως ο Χριστιανισμός των Ευαγγελίων αποτελεί αίρεση της αιρέσεως, της αιρέσεως... Κουλουβάχατα δηλαδή ...! Αυτή η αντίφαση έχει δημιουργήσει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Καθολικών-Ορθοδό­ξων και Διαμαρτυρομένων.

Τα συμπεράσματα που αναπτύξαμε στο παρόν μέρος και οι διαφορετικοί Χρι­στοί της Και­νής Διαθήκης (Παύλου, Συνοπτικών Ευαγγελίων και Κατα Ιωάννην Ευαγ­γελίου), τί ειρωνεία, απο­τελούν το βαρύ­τερο επιχείρημα των μυ­θι­κι­στών κατά της ισ­τορικό­τητος του Ιησού ή του Παύλου αναλόγως. (Μεταξύ των τριών Ιω­αννι­κών Επι­στολών, κυρίως όμως της πρώτης, και του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου τα προ­βλήματα είναι παρόμοια και το ίδιο ισχυρά με αυτά που αναπτύξαμε εδώ.). Αυτό το επι­χείρη­μα είναι εξαιρετικά ισχυρό ή μάλλον απροσ­πέλαστο για τους γνώστες και ει­λικ­ρινείς ερευνη­τές Χριστιανούς, πολλοί των οποίων, μεταξύ αυ­τών και ο υποφαι­νό­με­νος, τε­λικά απε­σκίρτησαν από την Εβραιογνωστικοχ­ριστιανι­κή μάστιγα, έγιναν πο­λέ­μιοί της και την εξέθεσαν θαρραλέα με ομιλίες, ερευνητικές ερ­γασίες, εμ­περιστα­τωμένα συγγράμμα­τά και την κατήγγειλαν!
Αναγνώ­σ­τες τί λέ­τε, έπραξαν κα­λώς ή κακώς;



- ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ -

Συνεχίζομε περί Παύλου με την μετάφραση των συνοπτικών αλλά πολύ περιε­κτικών σελί­δων 520-528, του εξαι­ρε­τι­κού ερευνητικού συγγράμματος:
History of the Christian Religion to the Year Two Hundred (Ιστορία της Χρισ­τιανικής Θρησκείας μέχρι το Έτος 200). By: Charles B. Waite, A. M., Fifth Edition – Revised. Chicago, 1900.

Ο συγγραφέας εξετάζει και παρουσιάζει μερικά μόνο από τα δόγματα τού Παύλου· όχι όλα! Άλλα δόγματά του έχομε ήδη εξετάσει και παρουσιάσει στο παραπάνω κεί­μενο και αλλού.

Χάριν πληρεστέρας εκθέσεως του θέματος, έθεσα εντός αγκυ­λών [ ] μερικές επιπλέον δικές μου ση­μει­ώσεις, πλη­ρο­φορίες και αναφορές εντός του κειμέ­νου της μετάφρασης, τις οποίες εύκολα μπορείτε να εντοπίσετε.

ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

[με συμπληρωματικές αναφορές απ’ όλη την Καινή Διαθήκη]

Η διά ΑΙΜΑΤΟΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗ. ―Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το πως δύναται οιοσ­δή­ποτε να αρνηθεί το ότι ο Παύλος εδίδαξε το δόγμα της εξιλέωσης. Οι απόψεις του εκφράζονται με ικανώς σαφή γλώσσα στα επόμενα χωρία, όλα τα οποία ελήφθη­σαν από τις επιστολές του, τις οποίες οι Γερμανοί κριτικοί παραδέ­χον­ται ως γνήσιες:
«όν προέθετο ο Θεός ιλαστήριον διά της πίστεως εν τω αυτού αίματι, εις έν­δειξιν της δικαιοσύνης αυτού διά την πάρεσιν των προγεγονότων αμαρτημάτων» ―Πρός Ρωμαίους 3: 25.
«έτι γαρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε. μό­λις γαρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται· υπέρ γαρ του αγαθού τάχα τις και τολμά απο­θανείν. συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. πολλώ ουν μάλλον δικαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλω μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού· ου μόνον δε, αλλά και καυχώμενοι εν τω Θεώ διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν.» ―Πρός Ρωμαίους 5: 6-11.
«ός γε του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυ­τόν, πως ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» ―Πρός Ρωμαίους 8: 32.
«παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς» Α΄ Πρός Κορινθίους 15: 3.
«του δόντος εαυτόν υπέρ των αμαρτιών ημών, όπως εξέληται ημάς εκ του ενε­στώτος αιώνος πονηρού κατά το θέλημα του Θεού και πατρός ημών,» ―Πρός Γα­λά­τας 1: 4.
Βλέπε επίσης: ―Πρός Γαλάτας 3: 13, «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου·». [Βλέπε και Γένεσις 40: 19, Δευτερονόμιον 21: 22-23, Ιη­σούς του Ναυί 8: 29, Εσθήρ 8: 7, και Πράξεις 5: 30, 10: 39, Πρός Γαλάτας 3΄: 13, Α΄ Πέτρου 2: 24.].
[Α΄ Πρός Κορινθίους 15: 3 «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς,».
Πρός Εφεσίους 1: 7 «εν ω έχομεν την απολύτρωσιν διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των παραπτωμάτων, κατά τον πλούτον της χάριτος αυτού,»
Πρός Εβραίους 9: 11-22 «Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών διά της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύ­της της κτίσεως, ουδέ δι’ αίματος τράγων και μόσχων, διά δε του ιδίου αίματος εισήλ­θεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος. ει γαρ το αίμα ταύρων και τρά­γων και σποδός δαμάλεως ραντίζουσα τους κεκοινωμένους αγιάζει προς την της σαρ­κός καθαρότητα, πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, ος διά Πνεύ­ματος αιωνίου εαυ­τόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεω, καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι; Και διά τούτο διαθήκης καινής μεσί­της εστίν, όπως, θανά­του γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη πα­ραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας. όπου γαρ διαθήκη, θάνατον ανάγκη φέρεσθαι του διαθεμένου· διαθήκη γαρ επί νεκροίς βε­βαία, επεί μήποτε ισχύει ότε ζη ο διαθέμενος. Οθεν ουδ' η πρώτη χωρίς αίματος εγκε­καίνισται· λαληθείσης γαρ πάσης εντολής κατά τον νόμον υπό Μωϋσέως παντί τω λαώ, λαβών το αίμα των μόσχων και τράγων μετά ύδατος και ερίου κοκκίνου και υσσώπου, αυτό τε το βιβλίον και πάντα τον λαόν ερράντισε λέγων· τούτο το αίμα της διαθήκης ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός. και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε. και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις.»
Πρός Εβραίους 10: 10 «εν ω θελήματι ηγιασμένοι εσμέν διά της προσφοράς του σώματος του Ιησού Χριστού εφάπαξ.»]
[Για το ίδιο δόγμα βλέπε και: Ματθαίος 26: 28, Α΄ Ιωάννου 1: 7, και Α΄ Πέτρου 1: 18.]

ΔΙΚΑΙΩΣΗ διά ΠΊΣΤΕΩΣ. ―Ο Παύλος ήταν εξ ίσου καθαρός στην αναγ­γε­λία αυτού του δόγματος. Π. χ. βλέπε:
Πρός Ρωμαίους 1: 16, «ου γαρ επαισχύνομαι το ευαγγέλιον του Χριστού· δύ­ναμις γαρ Θεού εστιν εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλ­ληνι.»,
Πρός Ρωμαίους 3: 22-24, «δικαιοσύνη δε Θεού διά πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας· ου γαρ εστι διαστολή· πάντες γαρ ήμαρ­τον και υστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι διά της απολυτρώσεως της εν Χριστω Ιησού,»,
Πρός Ρωμαίους 3: 30, «επείπερ εις ο Θεός ος δικαιώσει περιτομήν εκ πίστεως και ακροβυστίαν διά της πίστεως.»,
Πρός Ρωμαίους 4: 5, «τω δε μη εργαζομένω, πιστεύοντι δε επί τον δικαιούντα τον ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού εις δικαιοσύνην,»,
Πρός Ρωμαίους 4: 16 «δια τούτο εκ πίστεως, ίνα κατά χάριν, εις το είναι βε­βαίαν την επαγγελίαν παντί τω σπέρματι, ου τω εκ του νόμου μόνον, αλλά και τω εκ πίστεως Αβραάμ, ος εστι πατήρ πάντων ημών,»,
Πρός Ρωμαίους 5: 1, «Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,»,
Πρός Γαλάτας 2: 16 «ειδότες δε ότι ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εάν μη διά πίστεως Ιησού Χριστού, και ημείς εις Χριστόν Ιησούν επιστεύσαμεν, ίνα δικαιωθώμεν εκ πίστεως Χριστού και ουκ εξ έργων νόμου, διότι ου δικαιωθήσεται εξ έργων νόμου πάσα σάρξ.».
Κλπ.
[Πρός Ρωμαίους 3: 27-28 «Πού ουν η καύχησις; εξεκλείσθη. Διά ποίου νό­μου; των έργων; ουχί, αλλά διά νόμου πίστεως. λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου.».
Πρός Ρωμαίους 6: 8 «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συ­ζήσομεν αυτώ,».
Πρός Ρωμαίους 10: 9 «ότι εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιη­σούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση·».
Πρός Εφεσίους 2: 7-8 «ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ' ημάς εν Χριστω Ιησού. τη γαρ χάριτί εστε σεσωσμένοι διά της πίστεως· και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον,».

Για το ίδιο δόγμα έχομε και: Ιωάννης 3: 16-18, 11: 25-26, Πράξεις 10: 43, 16: 31.
Αυτά έρχονται σε καθαρή αντίφαση με τον Ιάκωβον, Καθολική Επιστολή Ιακώβου 2: 17 «ούτω και η πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά», 2: 20, κλπ.]

[ΔΙΚΑΙΩΣΗ δι’ ΕΡΓΩΝ ―Βεβαίως ο συνεχώς φάσκων και αντιφάσκων Παύλος δεν αντιφάσκει μόνο με τον Ιάκωβον αλλά και με τον εαυτόν του. Σε δυο σημεία αντιφατικώς λέγει ότι μπορούμε να σωθούμε και με έργα:
Πρός Ρωμαίους 2: 5-7 «κατά δε την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδί­αν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού, ος αποδώσει εκάστω κατά έργα αυτού, τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγα­θού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι ζωήν αιώνιον,» και 2: 13 «ου γαρ οι ακροα­ταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεω, αλλ’ οι ποιηταί του νόμου δικαιω­θή­σονται.».
Για το ίδιο δόγμα βλέπε και Επιστολή Ιακώβου 2: 14-26.
Μετά απ’ αυτές τις αντιφάσεις και τις τρικλοποδιές βρείτε ‘σεις την άκρη. Τί να πρωτοπεί και να πρωτοθαυμάσει κανείς με αυτόν τον Παύλο! Σε όλα τα ζητήματα φάσκει και αντιφάσκει. Οι αντιφάσεις και δολιότητές του ανέρχονται σε εκα­τοντάδες. Για την μνημειώδη αντιφατικότητα και κατά συνέπεια ψευδολογία του Παύ­λου όπως και όλης της Καινή Διαθήκης εδώ θα περιοριστούμε στο παράδειγμα του Μωσαϊκού Νόμου. Μελετήσετε τα παρακάτω αποσπά­σμα­τα με τη σει­ρά που τα παραθέτομε και αφού τα κατανοήσετε βγάλετε μόνοι σας τα συμπερά­σματά σας:
Πρά­ξεις 13: 39, και από πάντων ων ουκ ηδυνήθητε εν τω νόμω Μωϋσέως δι­καιω­θή­ναι, εν τούτω πας ο πιστεύων δικαιούται.
Ματ­θαί­ος 5: 17-18, Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προ­φήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ου­ρα­νός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γέ­νη­ται. (Και Λουκάς 16: 17.)
Πρός Ρω­μαί­ους 6: 14, αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει· ου γαρ εστε υπό νό­μον, αλλ’ υπό χάριν.
7: 1, Η αγνοείτε, αδελφοί· γινώσκουσι γαρ νόμον λαλώ. ότι ο νόμος κυριεύει του αν­θ­ρώπου εφ’ όσον χρόνον ζη;
7: 6, νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ώσ­τε δου­λεύειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος.
Πρός Γα­λά­τας 3: 10, Οσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατάραν εισί· γέγρα­πται γαρ· επικατάρατος πας ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις γεγραμμένοις εν τω βιβλίω του νό­μου του ποιήσαι αυτά·
Πρός Ρω­μαί­ους 4: 14-15, ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία· ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται· ου γαρ ουκ έστι νόμος, ου­δέ παράβασις.
Πρός Γα­λά­τας 3: 19, Τί ουν ο νόμος; των παραβάσεων χάριν προσετέθη, άχ­ρις ου έλθη το σπέρμα ω επήγγελται, διαταγείς δι’ αγγέλων εν χειρί μεσίτου.
Α΄ Ιω­άν­νου 3: 4, Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρ­τία εστίν η ανομία.
Πρός Ρω­μαί­ους 7: 12, ώστε ο μεν νόμος άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.
7: 14, οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπ­ρα­μένος υπό την αμαρτίαν.
Πρός Γα­λά­τας 3: 22-23, αλλά συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθή τοις πιστεύουσι. Προ δε του ελθείν την πίσ­τιν υπό νόμον εφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν απο­καλυφθή­ναι. (Καλλίτερα και πληρέστερα μελετήσετε ολόκληρο το κεφάλαιο 3 της Πρός Γαλά­τας Επιστολής.).
Πρός Ρω­μαί­ους 3: 19, Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λα­λεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσμος τω Θεώ,.

Εκτός από ολίγες εξαιρέσεις, τα περί Μωσαϊκού Νόμου τουΠαύλου έρχονται σε κατάφορη αντί­θε­ση με τον ίδιο το Ιησού Χριστό των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελί­ων, ο οποίος όχι μόνο υποστηρίζει τον Νόμο αλλά και λέγει ότι μπορεί κανείς να κερδίσει την αιώνια ζωή διά της τηρήσεως των εντολών του νόμου και του ιδίου. Διαβάστε προσεκτικά: Ματθαίος ε΄: 17-19, ιθ΄: 17, Μάρκος ι΄: 19, Λουκάς ι΄: 26, Ιωάννης ιδ΄: 15, ιε΄: 10, κλπ. Ο Ιάκωβος μάλιστα στην Επιστολή του β΄: 10, έφτασε στην ακρότητα να μας πει ότι το να πα­ρα­βιάσεις μόνο μια εντολή του νό­μου είναι το ίδιο με το να παραβιάσεις όλο τον νόμο «όστις γαρ όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί, γέγονε πάντων ένο­χος.». Ποιόν να πιστέψομε; Τον Παύλο, τον Ιάκωβο ή τον Ιησού; Ας μας απαντή­σουν οι φω­σ­τήρες της Εβραιογνωστικοχριστιανικής μάστι­γας!]

ΕΚΛΟΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ. ―Αυτά τα δόγματα διεκηρύχθησαν από τον Παύλο σε γλώσσα, εάν είναι δυνατόν ακόμα περισσότερο σαφή [από τη γλώσσα των προηγουμένως αναφερθέντων δογμάτων]. Π. χ., βλέπε:
Πρός Ρωμαίους 8: 28, «Οίδαμεν δε ότι τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν·»,
Πρός Ρωμαίους 8: 30, «ους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ους δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε.»,
Πρός Ρωμαίους 9: 11-24, «μήπω γαρ γεννηθέντων μηδέ πραξάντων τι αγαθόν ή κακόν, ίνα η κατ’ εκλογήν του Θεού πρόθεσις μένη, ουκ εξ έργων, αλλ’ εκ του κα­λούντος, ερρέθη αυτη ότι ο μείζων δουλεύσει τω ελάσσονι, καθώς γέγραπται· τον Ια­κώβ ηγάπησα, τον δε’Ησαύ εμίσησα. Τί ουν ερούμεν; μη αδικία παρά τω Θεω; μη γέ­νοιτο. τω γαρ Μωϋσή λέγει· ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω. άρα ουν ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού. λέγει γαρ η γρα­φή τω Φαραω ότι εις αυτό τούτο εξήγειρά σε, όπως ενδείξωμαι εν σοί την δυναμίν μου, και όπως διαγγελή το όνομά μου εν πάση τη γη. άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει. Ερείς ουν μοι· τι έτι μέμφεται; τω γαρ βουλήματι αυτού τις ανθέ­στη­κε; μενούνγε, ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω Θεω; μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι, τι με εποίησας ούτως; ή ουκ έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, εκ του αυτού φυράματος ποιήσαι ό μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν; ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μα­κροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν, και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους, ά προητοίμασεν εις δόξαν, ους και εκάλεσεν ημάς ου μόνον εξ Ιουδαίων, αλλά και εξ εθνών,»,
Πρός Ρωμαίους 11: 5-7, «ούτως ουν και εν τω νυν καιρώ λείμμα κατ’ εκλογήν χάριτος γέγονεν. ει δε χάριτι, ουκέτι εξ έργων· επεί η χάρις ουκέτι γίνεται χάρις. ει δε εξ έργων, ουκέτι εστί χάρις· επεί το έργον ουκέτι εστίν έργον. Τί ουν; ό επιζητεί Ισ­ρα­ήλ, τούτο ουκ επέτυχεν, η δε εκλογή επέτυχεν· οι δε λοιποί επωρώθησαν,».
Κλπ.
[Πράξεις 13: 48 «ακούοντα δε τα έθνη έχαιρον και εδέξαντο τον λόγον του Κυρίου, και επίστευσαν όσοι ήσαν τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον·»
Αν και λέγει: Α΄ Πρός Τιμόθεον 2: 3-4 «τούτο γαρ καλόν και απόδεκτον ενώ­πιον του σωτήρος ημών Θεού, ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγ­νω­σιν αληθείας ελθείν.».
Πρός Τίτον 2: 11-13: «Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς ίνα αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυ­μί­ας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι, προσδεχό­μενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,».
Αλλά και πάλι λέγει: Πρός Ρωμαίους 9: 22 «ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μακροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν,» και
Πρός Ρωμαίους 9: 27 «Ησαΐας δε κράζει υπέρ του Ισραήλ· εάν ή ο αριθμός των υιών Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης, το κατάλειμμα σωθήσεται·»]
Στην Β΄ Πρός Κορινθίους 4: 4 «εν οίς ο θεός του αιώνος τούτου (διάβολος, σα­τανάς) ετύφλωσε τα νοήματα των απίστων εις το μη αυγάσαι αυτοίς τον φωτισμόν του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, ος εστιν εικών του Θεού.», ο Θεός αφήνει τον σατα­νά να δρά κατά των ανθρώπων και έτσι να χάνουν την σωτηρία. Άρα το σωτήριο σχέδιο του δεν πήγε καλά και κατά μάλλον ή ήττον απέτυχε.
Για το ίδιο δόγμα βλέπε και: Μάρκος 4: 11-12, Λουκάς 8: 10, Ιωάννης 6: 44, 65, 12: 40, Α΄ Ιωάννου 5: 18, Α΄ Πέτρου 1: 20 και Β΄ Πέτρου 2: 9.]

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
Η θυσία ως εξιλέωση των αμαρτιών, ήταν ένα δόγμα πολύ γνωστό στους Ιουδαίους (Εβραίους). Είχε επικρατήσει μεταξύ όλων των εθνών της αρχαιότητας. Η πρακτική αυτή είχε την αρχή της, καθώς είναι γνωστόν, στην υποτιθεμένη ανάγκη της εξευμενίσεως ενός οργισμένου θεού. Για τον κατευνασμό της θεϊκής οργής γινόταν προσφορές, αρχικά από τους καρπούς της γης, μετά των ζώων.

Μεταξύ των Ιουδαίων το επικρατούν δόγμα αναφέρετε στην επιστολή Πρός Εβραίους 9: 21-22: «και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε. και σχε­δόν εν αί­ματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφε­σις.». [Καλλίτερα ακόμα ξαναδιαβάσετε ολόκληρο το χωρίο Πρός Εβραίους 9: 11-22, το οποίο παραθέ­σαμε ανωτέρω.]
[Αυτό είναι παρμένο από πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης. Π. χ. Μελετεί­στε: Έξοδος 29: 36, Λευιτικόν 5: 11-13, 8: 15, 19, 14: 2-57, 15: 3-30, 16: 14-15, 18-19, 26-27, 17: 11, Αριθμοί 6: 10-14, 19: 17-18, 31: 22-24. Ακόμα βλέπε: Πρός Εφε­σίους 1: 7, «εν ω έχομεν την απολύτρωσιν διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των πα­ραπτωμάτων, κα­τά τον πλούτον της χάριτος αυτού,», Ματ­θαίος 26: 28, «τούτο γαρ εστι το αίμά μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών.», κλπ. Ει­ρήσθω εν παρόδω ότι η έρευ­να απέδειξε η επιστολή Πρός Εβραί­ους δεν γρά­φτηκε από τον Παύλο. Αυτό το συμπέρασμα το παραδέχεται και ο Τρεμ­πέλας, ο οποίος συμφωνεί με την άποψη ότι την επιστολή την έγραψε κάποιος ακό­λουθος του Παύλου ο οποίος καταγράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύθερα δε, τις θέσεις του Παύλου.].

Εάν το αίμα αμνών και τράγων ημπορούσε να κατευνάσει την οργισμένη Θε­ό­τητα και να την παρακινήσει να συγχωρέσει τις αμαρτίες του λαού, πόσο φυσική ήταν η μετάβαση στην ιδέα, ότι ο θάνατος ενός προσώπου έκτατης αρετής, και ιδιαι­τέρως ενός που εθεωρείτο ότι ο ίδιος είναι Υιός του Θεού, θα κατεργαζόταν την συγ­χώ­ρηση των αμαρτιών όλου του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη η θυσία, τόσο περισσότερο επεκτεταμένος ο εξευμενισμός.

Οι αρχαίοι ήσαν οικείοι, επίσης, με τη ιδέα της θυσίας υπό τη μορφή σταύ­ρω­σεως. Απ’ αυτές τις σταυρώσεις οι πιο σημαντικές ήταν: του Κρισνά της Ινδίας, Π.Κ.Ε. γύρω στο 1200· του Ινδουιστή, Βούδα Σάκια, Π.Κ.Ε. 600· του Θουλή της Αι­γύπτου, Π.Κ.Ε. 1700· και του Μίθρα, της Περσίας, Π.Κ.Ε. 600.

Είναι δυνατόν ο Παύλος να μην είχε ακούσει τίποτα για αυτούς τους αρχαίους σωτήρες; Εν τούτοις δεν ήταν ολιγότερο ειλικρινής με το να πιστεύει ότι ο αληθινός σω­τήρας είχε τώρα παρουσιαστεί. Είναι αληθές ότι ο ίδιος ο Ιησούς, ουδεμία φορά κατά την διάρκεια της προκαταρκτική ανακρίσεως, είτε μπροστά στο συνέδριο, είτε μπροστά στον Πιλάτο, είτε καθ’ οδόν προς την εκτέλεση, είτε κατά την σταύρωση, έδωσε κανέναν υπαινιγμό ότι επρόκειτο να αποθάνει διά τις αμαρτίες του κόσμου.

Παρ’ όλα ταύτα, ο Παύλος, ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στα Μεσσιανικά όνειρα των άλλων αποστόλων, του ίδιου του Ιησού, λογικώς παρακινήθηκε να θεω­ρή­σει τα πάθη κατά την σταύρωση ως μία θυσία. Εάν επρόκειτο να εγκαταλείψει μια θρησκεία εξιλέωσης, έπρεπε τότε να αρπάξει μια άλλη, η οποία συμπεριλάμβανε μια εξι­λέωση ακόμη υψηλότερου χαρακτήρα.

Αυτή η ιδέα της εντεταλμένης εξιλέωσης, στην οποίαν ο Παύλος οδηγήθηκε φυσικά και λογικά, κατά την μετάβαση του από την Ιουδαϊκή στην Χριστιανική πί­στη, έγινε σ’ αυτόν η απορροφούσα σκέψη, η εμψυχωτική αρχή της επακόλουθης ζω­ής του. Από τότε και μετά επρόκειτο να γνωρίζει μόνο τον Ιησού και αυτόν εσταυ­ρω­μένο διά τις αμαρτίες του κόσμου.

Για την εξιλέωση, η δικαίωση διά πίστεως δεν ήταν τίποτα πλέον παρά ένα παρεπόμενο συμ­πέρασμα. Η θυσία έπρεπε να δίνει αποδεκτή από εκείνον διά τον οποίον είχε γίνει. Εάν η πίστη του ήταν αρκετή, θα πλενόταν και θα καθαριζόταν από το αίμα του Ιησού.

Ο προκαθορισμός δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια άλλη μορφή του δόγματος περί μοιραίου των Εσσαίων. Αν και ήταν μορφωμένος Φαρισαίος ο Παύλος είχε υιο­θετήσει πολλές απόψεις των Εσσαίων, και ήταν κορεσμένος μέχρις εσχάτων από την μοιρολατρία αυτής της αίρεσης.
Υπάρχουν άλλα δόγματα του Αποστόλου τα οποία μέχρι στιγμής έχουν παρα­κρατηθεί­ στην αφάνεια, αλλά είναι μεγάλης σημασίας για την ανάπτυξη της Χριστι­α­νικής θρησκείας που επακολούθησε.

Αυτά λοιπόν πρέπει τώρα να εξετάσομε.
[Ο Ιησούς Χριστός των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων, ουδέποτε ανέφερε τον Αδάμ και το προπατο­ρικό αμάρτημα σε οτιδήποτε έστω και το παραμικρό. Ουδέ­πο­τε εδήλωσε ότι τα προκαθορισμένα πάθη του αποτελούν εξιλεωτική θυσία για το αμάρ­τη­μα αυτό και έπρεπε να λάβουν χώρα για να σω­θεί το ανθρώπινο γένος από την κατά­ρα και την οργή του Θε­ού Πατ­ρός, Γιαχβέχ. Αυτά δεν υπάρχουν στα Ευαγγέλια, παρά μόνο στον Παύλο και μετέπειτα στην χριστιανική κατήχηση και δικαιολόγηση!

Τα θεολογικά δόγματα τού Παύλου είναι καινοφανή για τον Εβραϊσμό. Οι Εβ­ραίοι ουδέποτε φαντάστηκαν έναν Μεσσίαχ Υιόν του Γιαχβέχ ή ομοούσιον με τον Θεό Πατέρα Γιαχβέχ, για να εξιλεώσει όλο τον κόσμο από το αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας. Ο Μεσσίαχ των Εβραίων ήταν ένας άνθρωπος ειδικά επιλεγμένος από τον Γιαχβέχ για να επανιδρύσει το χαμένο κράτος του Δαυίδ και να εγκαθιδρύσει ει­ρήνη και την ευτυχία στον εκλεκτό λαό του. Για τις αμαρτίες τους είχαν την ημέρα του εξιλασμού. Η κατάργηση ή ακόμα η αλλοίωση του Μωσαϊκού Νόμου ήταν θανά­σιμο αμάρτημα για τους Εβραίους. Η καταγωγή του Ιησού ως Μεγάλου Αρχιερέως από τον Μελχισεδέκ και όχι τον Ααρών ήταν μεγάλη παράβαση του θεϊκού Νόμου όπως και η κατάργηση της περιτομής, κ ά.

Ο Παύλος ομολογεί ότι ήταν Εβραίος και ζηλωτής του Νόμου. Φαρισαίος που μορφώθηκε «παρά τους πόδας» του μεγάλου διδασκάλου Φαρισαίου Γαμαλιήλ. Τότε γεννιέται το ερώτημα πώς στις κύριες και μεγάλες επιστολές του (Πρός Ρωμαίους, δύο Πρός Κορινθίους, Πρός Γαλάτας, Πρός Εβραίους) αναπτύσσει τόσο καινοφανή και αντίθετα προς τον Εβραϊσμό δόγματα; Πως του κατέβηκαν μαζί με τα ψεύδη και τις στρεψοδικίες του; Αν είναι δικά του τό­τε είναι προφανές ότι ο Παύλος αποσπά­σ­θηκε από τον ορθό­δοξο Ιουδαϊσμό και έκανε δική του αίρεση για λόγους που δεν έχο­με εξα­κριβώσει με αποδείξεις. Μήπως όμως δεν είναι δικά του αλλά χρισ­τιανικά δόγ­ματα που παρ­εισέφρησαν αργότερα και τα έβαλαν στις Επι­σ­τολές του Παύλου;

Έχομε ήδη αναφέρει ότι πολλοί επιστήμονες αμφισβητούν την ύπαρξη του Παύλου και άλλοι όλες τις Επιστολές του. Μήπως αυτή η τρομερή αντίφαση είναι μια ισχυρή ένδειξη του ότι έχουν δίκιο; Ή μήπως έχουν δίκιο οι Εβιωνίτες για όσα του κα­ταμαρτυρούν;]

ΔΟΓΜΑΤΑ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ.

«ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΊΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ·
Η΄, ΝΑ ΦΟΝΕΥΣΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ Η ΨΥΧΗ.»
«Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιαύτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνε­σιν ονομάζεται, ώστε γυναίκά τινα του πατρός έχειν.
και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ, και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθή εκ μέ­σου υμών ό το έργον τούτο ποιήσας!
εγώ μεν γαρ ως απών τω σώματι, παρών δε τω πνεύματι, ήδη κέκρικα ως πα­ρών τον ούτω τούτο κατεργασάμενον,
εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού
«τι γαρ μοι και τους έξω κρίνειν; ουχί τους έσω υμείς κρίνετε; τους δε έξω ο Θεός κρίνει. και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών.» ―Α΄ Πρός Κορινθίους 5: 1-5, 12-13.
[Στον στίχο 1 έχομε την πληροφορία μόνο τι ήταν το αδίκημα κάποιου. Ότι δηλαδή κάποιος γιος είχε σεξουαλικές σχέσεις με την μητριά του. Δεν αναφέρεται τί­ποτα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, αν ήταν όντως ή όχι ένο­χος ο αδικήσας γιος, και αν τελικά ένοιαξε τον πατέρα του που μάλλον υπο­νο­είται πως ήταν ο αδι­κη­θείς χωρίς να εί­ναι σίγουρο. Ο αδικηθείς μπορεί να ήταν η γυ­ναίκα του πατέρα, δηλα­δή η μητριά του γιου. Αν εμβα­θύ­νομε στον τρόπο με τον οποίον ο Παύ­λος αναφέρει εδώ τα συμβάντα, φαίνεται αρκετά αμφίβο­λο ότι ένοιαξε κα­θόλου τον πατέρα και μάλλον όλα να έγιναν κοινή συναινέσει. Π. χ., στον στίχο Α΄ Πρός Κορινθίους 5: 6 ο Παύλος αντιδρά ως εξής: «Ου καλόν το καύχημα υμών. ουκ οίδατε ότι μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμοί;». Δεν βλέπομε κανέναν να διαμαρτύρεται για αδίκημα, αλλά αντιθέτως ο στίχος 2 φανερώνει σαφώς ότι κανένας από τη σύ­ναξη της Κορίν­θου δεν νοιάστηκε για το συμβάν και επομέ­νως δεν υπήρχε ούτε αδι­κήσας ούτε αδι­κηθείς. Όλα αυτά για τον Παύλο είναι ψιλά γράμματα και παραβλέ­πονται. Άλλο είναι το ζή­τημα που τον καίει όπως θα δούμε στη συνέχεια και αυτός μόνος, από ό,τι είχε ακού­σει και εν τη απουσία του, το θέτει ως έσχατο έγκλημα. Έτσι το ποινικό δίκαιο, ο ασ­τικός κώ­δι­κας και η εγκε­κριμένη δικαστι­κή διαδικασία δεν έχουν καμία θέση για τον Παύλο. Το μό­νο που τον νοιάζει είναι το καταστατικό της εκκλησίας όπως το εννοού­σε αυτός και μόνον. Όπως θα δούμε στη συνέχεια η κατάληξη ήταν πά­ρα πολύ λυπη­ρή για όλους, όπως σαφώς δηλώνεται στην Β΄ Πρός Κορινθίους 7: 7-11. Η θανά­τωση τού γιου, την οποία επιζητούσε επιμόνως ο Παύλος, θα ήταν άκρως οδυνηρή και κα­τα­στροφική για τον πατέρα όταν μάλιστα ό,τι και αν έκανε ο γιος του όπως διαφαί­νε­ται δεν τον ενόχλησε πολλώ μάλλον να τον αδίκησε. Μετά, οι Χρισ­τια­νοί κοκορεύον­ται για μετάνοια και συγχώρεση. Εδώ δεν εδόθη καμία ευκαιρία!]
Τί εννοεί ο Παύλος εδώ; Διάφοροι ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε τίποτα χειρό­τε­ρο από την έξωση εκ της εκκλησίας.

Εντούτοις, δεν ήταν τέτοια η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο απόστολος, για τον κατ’ ευθείαν αποκλεισμό από την εκκλησία. Οι αδελφοί έπρεπε να:
«αποσυρ­θούν» εφ’ εαυτού των απ’ τέτοιους πονηρούς (Α΄ Πρός Τιμόθεον 6: 5, «παραδιατρι­βαί διε­φθαρμένων ανθρώ­πων τον νουν και απεστερημένων της αλη­θείας, νομιζόντων πορι­σμόν είναι την ευσέ­βειαν. αφίστασο από των τοιούτων.», Β΄ Πρός Θεσσαλονι­κείς 3: 6, «Παραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παρά­δοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών.»)·
ή από τέτοιους έπρεπε να «απομακρυνθούν» (Β΄ Πρός Τιμόθεον 3: 5, «έχον­τες μόρ­φωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.»·
ή έπρεπε να τους αποφεύγουν (Πρός Ρωμαίους 16: 17 «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ην υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ’ αυτών·»)·
ή να τους «ση­μειώνουν» ή να τους «προειδοποιούν» και «να μην κάνουν καθόλου παρέα» μαζί τους (Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 3: 14, «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών διά της επιστολής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εν­τραπή·» ).
[Ακόμα βλέπε: Β΄ Πρός Κορινθίους 6: 14-15, «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απί­στοις· τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώ­νησις Χριστώ προς Βελίαλ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;», (και Α΄ Ιωάννου 2: 12-17, Β΄ Ιωάννου 10-11).

Και ο Ιησούς σε μερικά σημεία είχε ανάλογη γλώσσα για επίλυση διαφορών. Ματ­θαίος 5: 22-26, «Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο οργι­ζό­με­νος τω αδελφώ αυτού εική ένο­χος έσται τη κρίσει· ος δ’ αν είπη τω αδελφώ αυτού ρα­κά, ένοχος έσται τω συν­ε­δρίω· ος δ’ αν είπη μωρέ, ένοχος έσται εις την γέενναν του πυρός. Εάν ουν προ­σ­φέ­ρης το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρόν σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλ­λά­γη­θι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρόν σου. Ίσθι ευνοών τω αντι­δί­κω σου ταχύ έως ότου ει εν τη οδώ μετ’ αυτού, μήποτέ σε παραδώ ο αν­τί­δικος τω κριτή και ο κριτής σε παραδώ τω υπηρέτη, και εις φυλακήν βλη­θήση· αμήν λέγω σοι, ου μη εξέλθης εκείθεν έως ου αποδώς τον έσχατον κοδράν­την
18: 15-17, «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρ­δη­σας τον αδελ­φόν σου· εάν δε μη ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα ή δύο, ίνα επί στόματος δύο μαρτύρων ή τρι­ών σταθή παν ρήμα. εάν δε παρακούση αυτών, ειπέ τη εκκλησία· εάν δε και της εκ­κλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης.».].

Ο Παύλος διέταξε την εκκλησία της Κορίνθου «εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών». Η λέξη που χρησιμοποιείται είναι εξαρείτε «= απομακρύνατε, βγάλετε από τη μέση ή από ανάμεσα» από το ρήμα εξαιρώ· ή σύμφωνα με σωστότερο ανά­γ­νωσμα, αρείτε, από το ρήμα αίρω.
Τώρα ποία η σημασία του αίρω και του εξαιρώ;
Το ακόλουθο είναι ένας από τους ορισμούς που δίνονται από τους Liddell και Scott: «Να σηκώσεις και να απομακρύνεις, να απομακρύνεις, να θέσεις τέρμα στο: αργότερα, να φονεύσεις.».
Έτσι, ένας από τους ορισμούς του εξαιρέω, συνηρημένος τύπος του οποίου εί­ναι το εξαιρώ, είναι, «φονεύω, θανατώνω, σκοτώνω, βγάζω από τη μέση».

Εμείς αναγνωρίζομε ότι η φράση «εξαρείτε τον πονηρόν» χρησιμοποιείται με την έννοια «βγάλετε από τη μέση [δια θανατώσεως] τον πονηρόν = κακόν, άνομο, πα­λιάνθρωπο, διε­φθαρμένο»· όπως όταν λέμε σε έναν φίλο, «Αυτός έφυγε από τη μέ­ση.». Τω όντι, αυτή είναι η κοινή χρήση της φράσεως και των ισοδυνάμων της σε άλ­λες γλώσσες για περισ­σό­τε­ρα από δυο χιλιά­δες χρόνια.

Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν συχνά παραδείγματα της χρήσης του ρήματος αίρω κατ’ αυτήν την έννοια.
Παραδείγματος χάριν:
Ματθαίος 24: 39 «και ουκ έγνωσαν έως ήλθεν ο κατακλυσμός και ήρεν άπαν­τας, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.».
Λουκάς 23: 18 «ανέκραξαν δε παμπληθεί λέγοντες· αίρε τούτον, απόλυσον δε ημίν Βαραββάν·». Βλέπε επίσης Ιωάννης 19: 15, και Πράξεις 21: 36.
Ιωάννης 17: 15 «ουκ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού».
Ιωάννης 15: 2 «παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν, αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον, καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη.».
Ιωάννης 11: 48-50 «εάν αφώμεν αυτόν ούτω, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος. εις δε τις εξ αυτών Καϊάφας, αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς· υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται.».
Πράξεις 8: 33 «εν τη ταπεινώσει αυτού η κρίσις αυτού ήρθη· την δε γενεάν αυτού τις διηγήσεται; ότι αίρεται από της γης η ζωή αυτού.».
Πράξεις 22: 22 «Ήκουον δε αυτού άχρι τούτου του λόγου, και επήραν την φωνήν αυτών λέγοντες· αίρε από της γης τον τοιούτον· ου γαρ καθήκεν αυτόν ζήν.».
Ούτως η φιλολογική ένδειξη είναι υπερβολική.
Αν όμως υπήρχε κάποια αμφιβολία διά την σημασία αυτού του κεφαλαίου, και για την πρόθεση του αποστόλου, θα πρέπει [η αμφιβολία αυτή] να εξαλειφθεί από την ανάγνωση της επομένης επιστολής προς την ιδίαν εκκλησία, εις την οποίαν ανα­φέρει την ίδια πρά­ξη. Στην επόμενη επιστολή λέγει:
«ου μόνον δε εν τη παρουσία αυτού, αλλά και εν τη παρακλήσει ή παρεκλήθη εφ’ υμίν, αναγγέλλων ημίν την υμών επιπόθησιν, τον υμών οδυρμόν, τον υμών ζήλον υπέρ εμού, ώστε με μάλλον χαρήναι,
ότι ει και ελύπησα υμάς εν τη επιστολή, ου μεταμέλομαι, ει και μετεμελό­μην· βλέ­πω γαρ ότι η επιστολή εκείνη, ει και προς ωραν, ελύπησεν υμάς.
νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ’ ότι ελυπήθητε εις μετάνοιαν· ελυπήθη­τε γαρ κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών.
η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται.
ιδού γαρ αυτό τούτο, το κατά Θεόν λυπηθήναι υμάς, πόσην κατειργάσατο υμίν σπουδήν, αλλά απολογίαν, αλλά αγανάκτησιν, αλλά φόβον, αλλά επιπόθησιν, αλλά ζήλον, αλλά εκδίκησιν! εν παντί συνεστήσατε εαυτούς αγνούς είναι εν τω πράγματι.
άρα ει και έγραψα υμίν, ουχ είνεκεν του αδικήσαντος, ουδέ είνεκεν του αδι­κηθέντος, αλλ’ είνεκεν του φανερωθήναι την σπουδήν υμών την υπέρ ημών προς υμάς ενώπιον του Θεού.
Δια τούτο παρακεκλήμεθα. επί δε τη παρακλήσει υμών περισσοτέρως μάλλον εχάρημεν επί τη χαρά Τίτου, ότι αναπέπαυται το πνεύμα αυτού από πάντων υμών·» ―[Β΄ Πρός Κορινθίους 7: 7-13.].

Ο απόστολος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την μεριά του κατηγορουμένου. Ούτε ενδιαφέρθηκε καθόλου για ‘κείνον που αδικήθηκε. Η μόνη φροντίδα ήταν αυτή για την εκκλησία. Και τώρα που η εκκλησία είχε εξεγερθεί, και μέσα στην αγανάκτη­ση και τον ζήλο της πήρε εκδίκηση από τον ανομούντα, αυτός, ο Παύλος, ικανο­ποιή­θη­κε.
[Δεν ξέρομε βεβαίως πόσον ο Εβραιόφρων Παύλος είχε κατά νουν: (1) την κατάρα του Ια­κώβ κατά του υιού του Ρουβήν επειδή ο Ρουβήν ανέβηκε εις την κλίνην του πατρός του και «έκανε κάτι» με μια από τις γυναίκες του πατρός του Γένεσις 49: 3-4, (2) τα παθήματα των δέκα γυναικών και παλλακίδων του προφητάνακτος Δαυίδ επει­δή τις τα­κτοποίησε όλες ο υιός Αβεσσαλώμ, Β΄ Σαμουήλ ή Βασιλειών 15: 16, 16: 15-23, 20: 3, (3) την διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου, Λευιτικόν 20: 11 «και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός του πατρός αυτού, ασχημοσύνην του πα­τ­ρός αυτού απεκά­λυ­ψε, θανάτω θανατούσθωσαν, αμφότεροι ένοχοί εισι.». Όμως κατά καμίαν έννοιαν δεν δηλώνει ή υπονοεί κάτι τέτοιο στις επιστολές του, παρ’ όλο που η παυλική ομάδα της Κορίνθου αποτελείτο σχεδόν όλη από Ιουδαίους της διασποράς.

Τελικά ο Παύλος και Τίτος χάρηκαν με την έκβαση των πραγμάτων, και όπως διαβάζομε χάρηκαν πολύ. Απ’ ό,τι γράφεται στις δύο Πρός Κο­ρινθίους Επιστολές, πρέπει να ήταν ο Τίτος και η Χλόη (Α΄ Πρός Κο­ρινθίους 1: 11) αυτοί που ειδοποίη­σαν τον Παύλο περί των συμ­βάν­των. Επίσης στην Επιστολή Πρός Γαλάτας ο Παύλος έχει εξοργισθεί σε άκρατο βαθμό. Αναθεματίζει, μπλέκει τα λόγια του, υβ­ρί­ζει τους πάντες και τα πάντα ακόμα και τον Πέτρο (Πρός Γαλάτας 2: 11-21). Παρα­κάτω θα ασχοληθούμε εκτενώς και με τον στίχο Πρός Γαλάτας 5: 12. Από τις ανα­φο­ρές εκ των Επιστολών που έχομε ήδη γράψει εδώ και πολλές άλλες που δεν έχομε γράψει συμ­πε­ραίνομε ότι ο Παύλος πάντα είχε τους ανθρώπους του για να κατα­σ­κο­πεύουν άτομα και πράγματα. Η Ιερά Εξέτασις εφάρμοσε πολύ πιστά αυτή την τακ­τι­κή.]

Είχε [ο Παύλος] εκ προοιμίου καταδικάσει τον ανομούντα, και είχε εξαγγείλει καταδικαστική πρό­ταση, και το είχε κάνει αρκετά ξεκάθαρο ότι επιθυμούσε [απαι­τού­σε] η πρό­τα­ση [΄ του] να εκτελεστεί. Το ότι αυτό συνέβη, φαίνεται καθαρά από τη γλώσσα της δεύτερης επι­στολής.
[Εδώ πρέπει να προσθέσομε ότι: Ο Παύλος στην Β΄ Πρός Κορινθίους 2 : 1-11, συ­νι­στά αγάπη προς τον μετανοήσαντα. Αυτό οφείλομε να το αναφέρομε διότι πολλοί διε­στραμ­μένοι απολογη­τές της Εβραιογνωστικοχριστιανικής μάστιγας το χρησι­μο­ποι­ούν για να απαλ­λά­ξουν τον Παύλο από την κακία, τη δικτατορία και την αγριότητά που έχει επι­δείξει εν προκειμένω. Εδώ απλώς δίδει μια γε­νική και αφηρημένη εν­τολή αγάπης και μετανοίας, η οποία όμως λαμβάνει ισχύ όταν μόνο αυτός ο ίδιος κρίνει ότι η μετά­νοια τού αμαρτήσαντος έγινε εντός των πλαισίων που αυτός έθεσε. Ο Παύλος ως μέγας εγωιστής οικειοποιείται την ανώτατη αρχή μέσα στις ομάδες των πιστών του και μό­νον αυτός ως αυθεντία επικυρώνει ό,τι θέλει και όταν αυτός νο­μίζει ότι οι όροι του ικανοποιήθηκαν επαρκώς. Γι’ αυτό, π. χ., βλέπομε και το θράσος του στον στίχο 2: 9 όπου γράφει: «εις τούτο γαρ και έγραψα, ίνα γνώ την δο­κιμήν υμών, ει εις πάντα υπή­κο­οί εστε» κλπ. Ακόμα και σ’ αυτό το σημείο δοκιμάζει τα μέλη της ομάδας του και απαιτεί υπακοή «εις πάντα»! Πλήρης δικτατορία δηλαδή! Αν ψυχα­ναλύσομε την κα­τάσταση αυτών των μελών φτάνομε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήσαν σχιζοει­δή, πλήρως προ­βατοποιημένα και εντελώς εξαθλιω­μένα πνευματικώς! Διότι αντί να τον εξαπο­στείλουν από ‘κει που ήλθε αυτά υπομένουν τυφλά οτιδήποτε τους επιτάσ­σει! Ας μελετήσομε λοιπόν τα παράξενα και αλλοπρόσαλλα του εδαφίου Β΄ Πρός Κορινθίους 2: 1-11:
«Έκρινα δε εμαυτώ τούτο, το μη πάλιν εν λύπη ελθείν προς υμάς. ει γαρ εγώ λυπώ υμάς, και τις εστιν ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ εμού; και έγ­ραψα υμίν τού­το αυτό, ίνα μη ελθών λύπην έχω αφ’ ων έδει με χαίρειν, πεποι­θώς επί πάντας υμάς ότι η εμή χαρά πάντων υμών εστιν. εκ γαρ πολλής θλί­ψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν διά πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπη­θήτε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε ην έχω περισσοτέρως εις υμάς. Ει δε τις λε­λύπηκεν, ουκ εμέ λελύπηκεν, αλλά, από μέρους ίνα μη επιβαρώ, πάντας υμάς. ικα­νόν τω τοιούτω η επιτιμία αύτη η υπό των πλειόνων· ώστε τουναν­τί­ον μάλλον υμάς χαρίσασθαι και παρακαλέσαι, μήπως τη πε­ρισσοτέρα λύπη κα­ταποθή ο τοιούτος. διό παρακαλώ υμάς κυρώσαι εις αυτόν αγά­πην. εις τού­το γαρ και έγραψα, ίνα γνώ την δοκιμήν υμών, ει εις πάντα υπήκοοί εστε. ω δε τι χαρίζεσθε, και εγώ· και γαρ εγώ ει τι κεχάρισμαι ω κεχάρισμαι, δι’ υμάς εν προσώπω Χριστού, ίνα μη πλεονεκτηθώμεν υπό του σατανά· ου γαρ αυτού τα νοή­ματα αγνοούμεν.»

Βλέπομε ότι, αν και συνδέει αυτά που γράφει εδώ με αυτά που έγραψε στην πρώτη επιστολή η σχέση τους με το επεισόδιο της Α΄ Πρός Κορινθίους 5, το οποίο εξετάζομε εδώ, είναι καθαρά στρεψόδικη. Ενώ, όπως έχομε καταστήσει σαφές ανω­τέ­­ρω, π. χ. με το «παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού.» και με τα τόσα άλλα, ο Παύ­λος εκ προ­οιμίου έχει καταδικάσει τον ανομούντα, εδώ τώρα γράφει: «ώστε τουναν­τίον μάλ­λον υμάς χαρίσασθαι και πα­ρα­καλέσαι, μήπως τη περισσοτέρα λύπη κατα­πο­θή ο τοι­ού­τος. διό παρακαλώ υμάς κυ­ρώσαι εις αυτόν αγά­πην», κλπ. Το «δι’ υμάς εν προ­σώ­πω Χριστού,» είναι για ένα αφη­ρη­μένο κόλπο ενώ ολόκληρο το εδάφιο είναι ένα προ­πα­ρασκευαστικό βήμα διά τους πα­ραλήπτες της επι­στο­λής, ούτως ώστε στο κεφάλαιο 7 να επέλθει σαν καταπέλτης. Διότι στο κεφάλαιο 7 βλέπομε καθαρά τη γλώσσα και το ύφος να αλλάζει ριζικά. Όχι μό­νον επανέρχεται σαφώς στο επεισόδιο, τη γλώσσα και το ύφος του κεφαλαίου 5 της Α΄ Πρός Κορινθίους, αλλά τώρα χρησιμοποιεί δια­φο­ρε­τικά κριτήρια, π. χ. της δικής του χαρά και του Τίτου με όλες τις συγκαλυμμένες κα­κοήθειές του κλπ., και δη­λώνει ευθέως: «ει και ελύπησα υμάς εν τη επιστολή, ου με­ταμέλομαι, ει και μετε­με­λό­μην...» κλπ., μαζί με όλες τις εξα­θλι­ω­τικές στρε­ψο­δι­κίες που μόλις ανωτέρω παρα­θέ­σαμε. Από τα ίδια τα γραπτά του, ευκολότατα απο­δει­κνύ­ε­ται ότι ο Παύλος είναι ένας δόλιος και πονηρός στρεψόδικος. Η σχέση των κεφα­λαί­ων Α΄ Πρός Κορινθίους 5, Β΄ Πρός Κορινθίους 2 και 7 αποτελεί ένα παράδειγμα μέσα στα τόσα άλλα. Μερικές φορές έχει το θράσος να το ομολογεί και ο ίδιος. Π. χ. Πράξεις 9: 22, Πρός Ρω­μαί­oυς 3: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμα­ρτω­λός;» (το μόνο αληθές που μας είπε ο Παύλος!), Α΄ Πρός Κo­ρι­ν­θί­oυς 6: 12, 9: 19-23, 10: 23, Β΄ Πρός Κo­ριν­θί­oυς 5: 13, 12: 16, Πρός Φι­λιπ­­πη­σίους 1: 15-18, και πολλά άλλα. Έτσι λοιπόν φτάνομε αβιάστως στα παρακάτω συμπεράσματα των «αγίων και θεο­φό­ρων πατέρων», τα οποία ο Waite έκανε το κόπο να μας καταγράψει: ]

Το συμπέρασμα που βγήκε εξ αυτού του κεφαλαίου [Β΄ Πρός Κορινθίους 7] από τον Τερτυλλιανό [ήδη στο τέλος δευτέρου και αρχές τρίτου αιώνα], τον Αμβ­ρό­σιο [δεύτερον ήμισυ του τε­τάρτου αιώνα], και άλλους πατέρες της εκκλησίας, ήταν, «ότι το άτομο μπορεί να κατα­στραφεί για να σωθεί η εκκλησία.».
[Είναι πολύ γραφικές, εκφοβιστικές για τους αφελείς, και φαιδρές συνάμα οι περιγραφές του πυρός και των βασάνων στην αιώνια κόλαση στα γραπτά του Τερτυλ­λιανού! Φανερώνουν άτομο πάσχον τρο­μερά από πολύ άσχημες ψυχο-πνευματικές διαταρα­χές!]

Ούτε οι σύγχρονοι σχολιαστές μπορούν εύκολα να βγάλουν κάποιο άλλο συμ­πέρασμα.
Στο Comm. Phil., 1855, του Scott Henry, προτείνεται ότι ο Παύλος επρόκειτο να χτυπήσει τον ανομούντα με μια τρομακτική αρρώστια ενώ βρισκόταν ανάμεσα τους, κατά τον χρόνο που αυτοί ήταν συγκεντρωμένοι, έτσι ώστε θα ήταν υποχρεω­μέ­νοι λόγω της αρρώστιας να τον μεταφέρουν έξω από τον τόπο της συγκεντρώσεώς τους. ― [Σελίδα 272, αναφέροντας τον Bloomfield και τον Rosenmueller.].

O Olshausen παραδέχεται ότι η φράση «αιρείν εκ μέσω» πραγματικά σημαί­νει «να εξαλήψεις, δηλαδή, να θανατώσεις»· αλλά νομίζει ότι ο αποκλεισμός από την εκ­κλησία πρέπει να εννοηθεί ως πνευματικός θάνατος. ― [Comm. On 1st and 2nd Cor. in 20th vol. Clarke’s Theo. Lib. Ed. 1855, p. 88].

Ο Dean Stanley ειλικρινώς παραδέχεται ότι ο Παύλος πιθανότατα σκόπευε τον θάνατο του ανομούντος. ―[On the Epistles to the Corinthians, 5th edition, Lon­don, 1882, pp.77,78.].

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ
«όφελον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.» ―[Πρός Γαλάτας 5: 12].
Μας παρακαλούν ευγενικά επίσης να καταλάβομε αυτό το χωρίο απλώς σαν μια έκ­φραση της επιθυμίας του αποστόλου ότι ορισμένα πρόσωπα θα έπρεπε να απο­κλει­σθούν από την εκκλησία. Αλλά κατείχε και ασκούσε [ο ίδιος] το δικαίωμα να δι­ευθύ­νει τον αποκλεισμό μελών από την εκκλησία. Τέτοιες διαταγές είχαν δοθεί επαν­ει­λημ­μέ­νως. ―[Α΄ Πρός Τιμόθεον 6: 5, «παραδιατριβαί διεφθαρμένων ανθρώπων τον νουν και απεστερημένων της αληθείας, νομιζόντων πορισμόν είναι την ευσέβειαν. Αφί­στα­­σο από των τοιούτων.», Β΄ Πρός Τιμόθεον 3: 5, «έχοντες μόρφωσιν ευσεβεί­ας, την δε δύ­ναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.», Β΄ Πρός Θεσσαλονι­κείς 3: 6, «Πα­ραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κα­τά την πα­ρά­δοσιν ην παρέλαβον παρ' ημών.», και 14, «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών διά της επιστο­λής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εντρα­πή·».]

Σ’ αυτή την περίπτωση «όφελον και = θα ήθελα ακόμη και» είναι κάτι που μπορεί να γίνει αλλά για το οποίο δεν είχε την δύναμη απολύτως να το διατάξει.

Ξανά: «όφελον και αποκόψονται». Είναι ο αποκλεισμός από την εκκλησία τέ­τοια ακραία τιμωρία για να δικαιολογήσει τη χρήση της λέξεως «και»;
«όφελον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.».
Αποκόψονται από το ρήμα αποκόπτω. Ποία η σημασία αυτού του ρήματος;
Οι αρχικοί ορισμοί του ρήματος κόπτω, που δίδονται από τους Liddell και Scott, είναι οι εξής:
  1. Επιτίθεμαι, κτυπώ, κόβω.
  2. Κτυπώ κάτω, πίπτω, φονεύω.
  3. Αποκόπτω, τεμαχίζω, εκτέμνω.
Με την Ελληνική πρόθεση από, το ρήμα αποκόπτω ορίζεται από τις ίδιες αυ­θεντίες ως «κόπτω από, πελεκώ από, ρίπτω εκτός θέσεως, εκτέμνω».

Ας ρίξομε μια ματιά και σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης όπου χρησιμο­ποιείται:
  1. Μάρκος 9: 43, «και εάν σκανδαλίζη σε η χείρ σου, απόκοψον αυτήν· κα­λόν σοί εστι κυλλόν εις την ζωήν εισελθείν, ή τας δύο χείρας έχοντα απελ­θείν εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,»
  2. Μάρκος 9: 45, «και εάν ο πούς σου σκανδαλίζη σε, απόκοψον αυτόν· κα­λόν σοί εστιν εισελθείν εις την ζωήν χωλόν, ή τους δύο πόδας έχοντα βλη­θήναι εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,»
  3. Ιωάννης 18: 10, «Σίμων ουν Πέτρος έχων μάχαιραν είλκυσεν αυτήν, και έπαισε τον του αρχιερέως δούλον και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν· ην δε όνομα τω δούλω Μάλχος.»
  4. Ιωάννης 18: 26, «ηρνήσατο ουν εκείνος και είπεν· ουκ ειμί. λέγει εις εκ των δούλων του αρχιερέως, συγγενής ων ου απέκοψε Πέτρος το ωτίον· ουκ εγώ σε είδον εν τω κήπω μετ' αυτού;»
  5. Πράξεις 27: 32, «τότε οι στρατιώται απέκοψαν τα σχοινία της σκάφης και είασαν αυτήν εκπεσείν.»
Είναι δυνατόν να υπάρχει αμφιβολία για την σημασία αυτής της λέξης; Ο Παύλος εύχεται αυτές οι εκκλησίες να κάνουν ό,τι αυτός επιθυμούσε να κάνει και η εκκλησία στην Κόρινθο. Επιθυμούσε οι ανομούντες να «αποκοπούν» από προσώ­που γης.

Στα Commentaries (σχόλια) του Adam Clarke ευρίσκομε το ακόλουθο σχόλιο επ’ αυτού του χωρίου:
«Στην πρώτη ματιά φαίνεται ότι οι απόστολοι προσευχόταν για την κατα­στρο­φή των ψευδοδιδασκάλων οι οποίοι είχαν διαστρέψει τις εκκλησίες της Γαλατίας.»

Ο πολυμαθής σχολιαστής δεν μας πληροφορεί πως μπορεί να απαλειφθεί η πρώτη εντύπωση που μας δημιουργεί η ανάγνωση αυτού του χωρίου.

Ο Olshausen λέγει: «Η κατάρα της τιμωρίας κατά των αντιπάλων.»
Το βιβλίο Pulpit Commentary των Spence και Extell υποστηρίζει τη θεωρία της αυτο-αποκοπής ―δηλαδή την ευχή οι ίδιοι να ακρωτηριάσουν τους εαυτούς των· και πο­λύ εκφραστικά αποκηρύττει την κατασκευασμένη υπόθεση η οποία θέλει τον απόστο­λο να αναφέρεται απλώς στην έξωση (αφορισμό) ―[Commentary on Gala­ti­ans, p. 248]

Η θεωρία του αυτο-ακρωτηριασμού είναι απλώς παράλογη. Κατ’ αυτήν την άποψη, ο Παύλος λέγει: «Θα ήθελα αυτούς που σας αναστατώνουν ει δυνατόν να αυ­το-ακρωτηριαζόταν.» Πώς όμως αυτό θα ανακούφιζε την εκκλησία;
Όχι· ο Παύλος ήθελε αυτούς τους αιρετικούς να θανατωθούν.

Τους είχε ήδη προφέρει καταραμένους (τους αναθεμάτισε):
«ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τινές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μετα­στρέψαι το ευαγγέλιον του Χριστού.
αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγ­γε­λι­σάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω.» ―[Πρός Γαλάτας 1: 7, 8.].
Και ξανά:
«ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρε­λάβετε, ανάθεμα έστω.» ―[Πρός Γαλάτας 1: 9.].

Τώρα, ποία να είναι η σημασία της κατάρας του αναθεματισμού;
Στο βιβλίο Ιησούς του Ναυή 6: 17, 18, διαβάζομε το εξής:
«και έσται η πόλις ανάθεμα, αυτή και πάντα, όσα εστίν εν αυτη, Κυρίω Σα­βα­ώθ· πλήν Ραάβ την πόρνην περιποιήσασθε, αυτήν και πάντα όσα εστίν εν τω οίκω αυ­τής.
αλλά υμείς φυλάξεσθε σφόδρα από του αναθέματος, μήποτε ενθυμηθέντες υμείς αυτοί λάβητε από του αναθέματος και ποιήσητε την παρεμβολήν των υιών Ισ­ραήλ ανάθεμα και εκτρίψητε ημάς·»
Ξανά, στο κεφάλαιο 7, στίχος 12:
«και ου μη δύνωνται οι υιοί Ισραήλ υποστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών· αυχένα επιστρέψουσιν έναντι των εχθρών αυτών, ότι εγενήθησαν ανάθεμα· ου προσθήσω έτι είναι μεθ’ υμών, εάν μη εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών.»

Μεταξύ των Εβραίων, το να αναθεματιστείς ήταν ζήτημα προσήκουσας τιμω­ρίας.
«Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και αποθάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου,
ου κοιμηθήσεται το σώμα αυτού επί του ξύλου, αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη, ότι κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου· και ου μη μι­ανείτε την γην, ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω.» ―[Δευτερονόμιον 21: 22-23.].

Οποιοσδήποτε ήταν καταραμένος ή αναθεματισμένος θα μπορούσε νομίμως να θανα­τωθεί.
Ο Παύλος υπήρξε διώκτης πριν την μετατροπή του ―και ήταν ακόμα διώ­κτης. Το πνεύμα της δίωξης [αναθεματισμού] διαχέεται παντού μέσ’ τα γραπτά του.
«ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ήτω ανάθεμα. μαράν αθά.» ―[Α΄ Πρός Κορινθίους 16: 22].
[Στην Πρός Γαλάτας 1: 6-9, «Θαυμάζω ότι ούτω ταχέως μετατίθεσθε από του καλέσαντος υμάς εν χάριτι Χριστού εις έτερον ευαγγέλιον, ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τι­νές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μεταστρέψαι το ευαγγέλιον του Χρι­στού. αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγγε­λι­σάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω. ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευ­αγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω.» δηλώνει ότι ακόμα και αν άγγελος εξ ουρανού κηρύξει σ’ αυτούς άλλο ευαγγέλιο αυτοί οφείλουν να πιστεύουν το δικό του. Αλλιώς να πάνε στ’ ανάθεμα.]
Στην Β΄ Πρός Θεσσαλονικείς 1: 8[-9], «εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσι Θεόν και τοις μη υπακούουσι τω ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χρι­στού, [οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού,]» ο Κύριος Ιησούς αναφέρεται [υπό του Παύλου] ότι «παίρνει εκδίκηση» πάνω [στους άθεους] και σε κείνους που δεν υπακούουν το Ευ­αγγέλιό του.
Στην Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 20, «ων εστιν Υμέναιος και Αλέξανδρος, ους παρέ­δωκα τω σατανά, ίνα παιδευθώσι μη βλασφημείν.». Παρέδωσε στον Σατανά τον Υμέναιο και τον Αλέξανδρο, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την πίστη,.
Στην Β΄ Πρός Τιμόθεον 4: 14, «Αλέξανδρος ο χαλκεύς πολλά μοι κακά ενεδεί­ξατο· αποδώη αυτώ ο Κύριος κατά τα έργα αυτού·».
Στην Πρός Τίτον 1: 10-11, «Εισί γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ περιτομής, ους δεί επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανα­τρέπουσι διδάσκοντες α μη δεί αισχρού κέρδους χάριν.» αναφέρεται σε ‘κείνους εν­τός της εκκλησίας που ήταν ανάγωγοι και μάταιοι συζητητές και απατεώνες, και πα­ραγγέλλει [στον Τίτο] ότι πρέπει να τους κλείνει το στόμα.

Στις Πράξεις 13: 8-11, ο Παύλος αντιπρο­σω­πεύει τον τιμωρό του Ελύμα διά τυφλώσεως, αυτού του «υιού του δια­βό­λου», ο οποίος είχε αντιταχθεί στον Βαρ­νάβα και τον [απόστολο] Παύλο, με την προσπάθειά του να απο­τρέψει τον ανθύπατο [Ρω­μαίο Σέρ­γιο Παύλο] από την πί­στη.
ανθίστατο δε αυτοίς Ελύμας ο μάγος -ούτω γαρ με­θερμηνεύεται το όνομα αυ­τού- ζητών διαστρέψαι τον ανθύπατον από της πίστεως. Σαύλος δε, ο και Παύλος, πλη­σθείς Πνεύματος αγίου και ατενίσας προς αυτόν είπεν· ω πλήρης παντός δόλου και πά­σης ραδιουργίας, υιε διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύ­νης, ου παύση δια­στρέ­φων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας; και νυν ιδού χείρ Κυρίου επί σε, και έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον άχρι καιρού. παραχρήμα δε έπεσεν επ’ αυτόν αχλύς και σκότος, και περιάγων εζήτει χειραγωγούς.».]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Παύλος ισχυροποιούσε τα θεμέλια της Ιεράς Εξετάσεως. Αυτά τα θεμέλια είχαν ήδη τεθεί από τα ίδια τα δόγματά του και από τις διδασκαλίες και το παράδειγμα τού Πέτρου· και αυτοί οι απόστολοι πάλι ενθαρρύ­νονταν από τις καταγγελίες του ίδιου του Ιησού κατά των απίστων. Αυτοί που θεμε­λί­ωσαν την Ιεράν Εξέτασιν επίσης ενθαρρύνονταν από τις επικυρώσεις (του Ιησού) των τιμωριών διά βασανιστηρίων [και φωτιάς]. (Ματ­θαί­ος 3: 10, «ήδη δε και η αξίνη προς την ρί­ζαν των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκ­κό­πτεται και εις πυρ βάλλεται.». 3: 12, «ου το πτύον εν τη χειρί αυτού και διακαθαριεί την άλωνα αυτού, και συνάξει τον σίτον αυτού εις την αποθήκην, το δε άχυρον κατα­καύ­σει πυ­ρί ασβέστω.». 13: 30, «άφετε συναυξάνεσθαι αμφότερα μέχρι του θερι­σμού, και εν καιρώ του θερισμού ερώ τοις θερισταίς· συλλέξατε πρώτον τα ζιζάνια και δή­σατε αυ­τά εις δέσμας προς το κατακαύσαι αυτά, τον δε σίτον συναγάγετε εις την αποθήκην μου.». 13: 40-42, «ώσπερ ουν συλλέγεται τα ζιζάνια και πυρί καίεται, ούτως έσται εν τη συντελεία του αιώνος τούτου. αποστελεί ο υιός του ανθρώπου τους αγγέλους αυτού, και συλλέξουσιν εκ της βασιλείας αυτού πάντα τα σκάνδαλα και τους ποιούντας την ανομίαν, και βαλούσιν αυτούς εις την κάμινον του πυρός· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων.». 18: 34-35, «και οργισθείς ο κύριος αυ­τού παρέ­δωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδω παν το οφειλόμενον αυτω. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφω αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.» κλπ. Μάρκος 16: 16, «ο πι­στεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεταιΛουκάς 12: 47, «εκεί­νος δε ο δούλος, ο γνούς το θέλημα του κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μη­δέ ποιή­σας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς·», 14: 23, «και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμι­σθή ο οίκος μου.»19: 27, «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασι­λεύ­σαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου.». κλπ. Ιωάν­νης 15: 6, «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνά­γου­σιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται.». Αυτό απετέλεσε την θε­ο­λογική δικαι­ο­λο­γία της χρήσεως της φωτιάς μαζί με τα χωρία του Ματθαίου που αναφέραμε, 21: 44, 22: 7, 25: 29-30, κλπ, και πολ­λά χω­ρία της Παλαιάς Διαθήκης, κλπ.).

Θα έχομε την ευκαιρία, στη συνέχεια, να παρατηρήσομε ότι με το πέρασμα του χρόνου αυτά τα θεμέλια στα­διακά ισχυροποιήθηκαν. Αλλά μια επί πλέον περί­στα­ση πρέπει να αναφερθεί εδώ. Υπήρχε ένα έγγραφο σε γενική κυκλοφορία από τα πρώιμα χρόνια της εκκλησίας, και τον καιρόν εκείνο εθεωρείτο ως έχον υψηλό κύρος. Είχε τίτλο, «Η Επιστολή του Κλήμεντος προς Ιάκωβον». Είναι μεταφρασμένο στον 17ο τόμο της συλλογής «Προ Νικαίας Χριστιανική Βιβλιοθήκη».

Σ’ αυτή την επιστολή, ο Κλήμης περιγράφει την χειροτονία του. Μας λέγει ότι όταν ο Πέτρος κόντευε να πεθάνει, αφού μαζεύτηκαν οι αδελφοί (στη Ρώ­μη), επέ­θε­σε (ο Πέτρος) τα χέρια του στον Κλήμεντα, ως ο επίσκοπος, και του μετέδωσε την εξου­σία του «δέειν και λύειν» (αμαρτίες), κλπ., και για ‘κείνον που θα είχε παράπονα και δια­φορές τον καθιστούσε Πρόεδρο της Αλήθειας, και αφού εδήλωσε ότι ένας τέτοιος αμαρ­τάνει κατά του Χριστού και προσβάλλει τον Πατέρα όλων, ο Πέτρος συνέχισε ως εξής:
«Από ‘δω και μπρος, αυτός δεν θα ζήσει· και γι’ αυτό αρμόζει σε όποιον προ­ε­δρεύει να κατέχει τη θέση ιατρού· και να μην περιθάλπει την οργή ενός παραλόγου κτήνους.».
[Σ’ αυτό το κεφάλαιο βλέπομε ότι ο σπουδαίος ερευνητής Charles B. Waite, διαφωνεί ρι­ζικώς με την καθιερωμένη ερμηνεία του χωρίου «όφελον και απο­κό­ψον­ται οι αναστατούντες υμάς.» (Πρός Γαλάτας 5: 12), όπως συνεχώς την απαν­τάμε σε όλες τις ερμηνευτικές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης μετά το τέλος της συ­νό­δου του Τριδέντου το 1563. Γράφουν δηλαδή ότι ο Παύλος εκφράζει εδώ μια ειρωνι­κού τύ­που επιθυμία. Διότι ενώ δεν κηρύττει την περιτομή, πολλοί την επιζητούν και ανα­στα­τώνουν τους Γαλάτες. (Στην πραγματικότητα πρόκειται για χριστιανοΕβραίους που ζού­σαν στα μέρη της Γαλα­τί­ας της Μικράς Ασίας, Πρός Γαλάτας 2: 15, «Ημείς φύ­σει Ιουδαίοι και ουκ εξ εθνών αμαρτωλοί,», κ. α.). Συνεπώς, όπως ερμηνεύουν οι ορθό­δοξοι ερμηνευτές, με το γράψιμό του σ’ αυτό το σημείο, ο Παύλος εύχεται ειρω­νι­κά το εξής: «Αυτοί που επι­ζη­τούν την περι­το­μή και σας αναστατώνουν δεν πάνε κα­λύ­τε­ρα και να ευνουχισθούν τελεί­ως!». Δηλαδή με το «και αποκόψονται» εν­νοεί την ολο­σχερή αποκοπή γεννητικών οργάνων και όχι μόνο της ακροβυστίας. Ο Waite όμως προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Παύλος δεν εννοεί κα­θόλου αυτό. Κυ­ριο­λε­κτικά επιθυ­μεί την πλήρη εξολόθρευση όλων αυτών των ατό­μων, μόνο που οι περιστάσεις σ’ αυ­τή την περίπτωση δεν του επι­τρέπουν να το επι­βάλ­λει όπως το έκανε πριν με την εκ­κλησία της Κορίνθου.

Όπως και να έχει το πράγμα από διάφορα χωρία των επιστολών του αποδεικ­νύεται ότι ο Παύλος πρέπει να είχε κάποιο σοβαρό σύμπλεγμα και σοβαρή εμμονή με τα γεννητικά όρ­γα­να, την πόσθη και τον ερωτισμό. Φαίνεται πως τον ενο­χλούσαν σφόδρα! Παντού διαχέεται ένας αντιερωτισμός. Κάθε τόσο το ίδιο βιολί με την ακρο­βυστία και την περιτομή...! Βαριέσαι και σιχαίνεσαι να το συναντάς συνέχεια. Πολ­λοί φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι ο ίδι­ος ο Παύλος πρέπει να ήταν ευ­νούχος! Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος της εργασίας αυτής περί της ασθενείας του Παύ­λου, ο Γάλλος ερευ­νητής Robert Ambelain διαγιγνώσκει ότι υπέφερε από κληρονο­μι­κή ή ακριβέστερα συγγενή σύφιλη που ήταν ο σκόλοψ του, τον οποίον ύμνησε μέσα στις επιστολές του. Πρέπει να ομολογήσομε όμως ότι είναι πολύ δυσχερές το να απο­φανθούμε ποίος ήταν ο σκόλοψ του Παύλου, για τον οποίον γράφει διάφορες στρε­ψο­δικίες και ανοη­σίες στις επιστολές του: Α΄ Πρός Κoριν­θίoυς 2: 3, Β΄ Πρός Κoριν­θίoυς 10: 10, 11: 6, 30, 12: 5-10, Πρός Γα­λά­τας 4: 13-14, Πρός Φι­λιπ­πη­σίoυς 1: 24. Ακόμη δυσχερέστερο είναι το ερώτημα εάν υπήρχε η σύφιλη κατά την αρχαιότητα.]