Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Η Ρώμη και ο κόσμος της, Διακοπές στις Βάιες

Ο ξεναγός
 
Βρισκόμαστε στη θέση των αρχαίων Βαΐων και συγκεκριμένα στο σημείο όπου ανεσκάφη ο χώρος των θερμών πηγών και των ιαματικών λουτρών. Οι Βάιες, που αρχικά ήταν το λιμάνι της αρχαίας Κύμης, βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη Νάπολη και όχι τόσο μακριά από τη Ρώμη, ακόμη και για τα μέτρα της αρχαιότητας. Το όνομά τους το πήραν από τον Βαιό που, σύμφωνα με μια παράδοση, ήταν πηδαλιούχος στο πλοίο του Οδυσσέα. Ο Βαιός υποτίθεται ότι πέθανε και ενταφιάστηκε στην παραλία αυτή.
 
Οι Βάιες απέκτησαν νωρίς φήμη ως κέντρο ιαματικών λουτρών λόγω των πολλών θειούχων νερών της περιοχής. Έτσι, πολλοί Ρωμαίοι φρόντισαν να χτίσουν στην περιοχή αυτή τις βίλες τους. Ο πιο γνωστός από αυτούς ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας. Πολύ γρήγορα όμως, λόγω του κλίματος και της εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς του, το μέρος εξελίχθηκε σε αυτό που θα ονομάζαμε εμείς σήμερα καλοκαιρινό θέρετρο - το πιο φημισμένο και «ιν» θέρετρο της ρωμαϊκής αρχαιότητας, όπου μαζευόταν τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες η καλή κοινωνία της Ρώμης, πολιτικοί, τραπεζίτες, επιχειρηματίες αλλά και νεολαία που αναζητούσε περιπέτεια έξω από τα γνωστά στέκια της Ρώμης. Εννοείται ότι οι Βάιες δεν ήταν τόπος για μαζικό παραθερισμό -για τα μπάνια του λαού, όπως θα λέγαμε σήμερα- αφού είναι γνωστό ότι ταξίδια αναψυχής, διακοπές και παραθερισμοί για τις λαϊκές τάξεις είναι μια πολύ πρόσφατη ιστορία, που αρχίζει μόλις μέσα στον περασμένο αιώνα.
 
Πολλοί ρωμαίοι συγγραφείς κάνουν αναφορές στις Βάιες και ορισμένοι από αυτούς τις θεωρούν ένα από τα πιο «επικίνδυνα» μέρη, γεμάτο πειρασμούς ακόμη και για όσους είχαν αυστηρές ηθικές αρχές. Το γεγονός είναι ότι το θέρετρο αυτό συγκέντρωνε πολλούς ανθρώπους με οικονομική άνεση που ήθελαν να επιδείξουν τον πλούτο τους και να εντυπωσιάσουν με αυτό που σήμερα θα λέγαμε το «λάιφ στάιλ». Για ορισμένους συγγραφείς οι Βάιες έγιναν το συνώνυμο της ακολασίας, της ηδονοθηρίας και της ασυδοσίας.
 
Τα αίσχη δεν σ᾽ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Βάιες

Αγαπητέ μου Λουκίλιε,
Σου γράφω αμέσως μετά την επιστροφή μου από τις Βάιες. Δεν ξέρω τι με ώθησε να επισκεφτώ αυτό το μέρος αλλά η παραμονή μου εκεί δεν κράτησε ούτε μια ολόκληρη μέρα, και στο εξής θα το λέω δυνατά σε όλους τους γνωστούς μου: οι Βάιες δεν είναι μέρος για καθωσπρέπει ανθρώπους· έχουν πολλά φυσικά χαρίσματα αλλά έχουν γίνει αποκλειστικά άντρο της ακολασίας.
 
Πιστεύω ότι πρέπει να διαλέγουμε τόπους που να είναι επωφελείς όχι μόνο για το σώμα μας αλλά και για το πνεύμα και την ψυχή μας. Οι Βάιες δεν ανήκουν σ᾽ αυτούς τους τόπους. Στην πραγματικότητα μοιάζουν με ένα απέραντο χαμαιτυπείο. Το δωμάτιο όπου έμενα ήταν κοντά στην παραλία, αρκετά κοντά για να μπορώ να δω την ακόλαστη αγρυπνία των μεγάλων γλεντζέδων που λυμαίνονται την περιοχή. Ολονυχτίς άνθρωποι μεθυσμένοι πηγαινοέρχονταν στην παραλία, πλοιάρια κατάφορτα με κόσμο που γλεντοκοπούσε και τραγουδούσε περιφέρονταν στο λιμανάκι, παρέες νεαρών, άντρες και γυναίκες, πάσχιζαν να σπάσουν καθένας για λογαριασμό του το ρεκόρ της αναισχυντίας.
 
Αλλά τουλάχιστον αυτοί με τη συμπεριφορά τους δεν προσπαθούν να κρύψουν τους λόγους που τους φέρνουν στο θέρετρο· είναι εξώλεις και προώλεις αλλά όχι υποκριτές. Όταν η ραστώνη και η ηδονοθηρία είναι το μόνο πράγμα που δίνει νόημα στη ζωή σου, δεν έχεις λόγο να το κρύβεις. Θεωρώ πολύ πιο επιλήψιμη τη συμπεριφορά των άλλων, των «καθωσπρέπει» (υποτίθεται), που αφήνουν το κοινωνικό κύρος και τα αξιώματά τους πίσω στη Ρώμη και τρέχουν τάχα να βρουν ανακούφιση από τα αρθριτικά στα ιαματικά λουτρά της περιοχής. Εδώ ακριβώς, στις ιαματικές εγκαταστάσεις, κλείνουν τις ανομολόγητες συμφωνίες τους με τη διαφθορά. Πληρώνουν πανάκριβα τις υπηρεσίες και κλείνονται σε ειδικά δωμάτια για να ιδρώσουν - κάνει, λένε, πολύ καλό. Δεν θυμούνται όμως τη διάκριση που έχει κάνει ο Πλάτων ανάμεσα σε ξηρούς και υγρούς ιδρώτες. Οι πρώτοι οφείλονται στον καθαρό και έντιμο μόχθο, ενώ οι δεύτεροι έχουν την αποφορά της αμαρτίας.
 
Θα μου θυμίσεις ίσως, αγαπητέ μου Λουκίλιε, ότι στις Βάιες έχτισαν παλιότερα τις βίλες τους μερικοί από τους πιο σημαντικούς άντρες της Ρώμης, όπως, για παράδειγμα, ο Ιούλιος Καίσαρ. Αυτό είναι αλήθεια, με τη διαφορά ότι οι τοποθεσίες που διάλεξαν βρίσκονταν μακριά από τη θάλασσα και μοιάζαν περισσότερο με στρατόπεδα παρά με επαύλεις για μεγάλη ζωή. Φυσικά ο Κάτων δεν πλησίασε ποτέ τις Βάιες, και είναι περίεργο που δεν ζήτησε από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο να αποφασίσει τον οριστικό αφανισμό τους.
 
Κανένας Κάτωνας δεν ταράζει την κραιπάλη της σημερινής «καλής κοινωνίας». Στα εξοχικά που πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο μόνο η πρόσοψη είναι αθώα· το εσωτερικό κρύβει μεγάλη χλιδή και ακόμη μεγαλύτερα αίσχη, στα οποία συμμετέχουν όχι μόνο άνθρωποι του θεάματος και της διασκέδασης με διεστραμμένα γούστα αλλά και στελέχη της κοινωνίας μας «υπεράνω πάσης υποψίας». Μπες σ᾽ ένα από τα πολυτελή και πολύχρωμα γιοτ που καμαρώνουν στη μαρίνα και θα τους βρεις να συναγελάζονται, να πίνουν μαζί μέχρις αναισθησίας, να αλληλοραίνονται με τριαντάφυλλα ή και να πιάνονται σε χυδαίους καβγάδες.
 
Έφυγα δρομαίος πριν καν συμπληρώσω είκοσι τέσσερις ώρες στις Βάιες· και όταν έφτασα στη Ρώμη καθώς έπεφτε η νύχτα, η πόλη, για πρώτη φορά στη ζωή μου, μου φάνηκε να κοιμάται απονήρευτη και ήσυχη. Χρειάζεται να κοιτάξεις τον ηθικό ξεπεσμό κατάματα για να μπορέσεις να δεις έτσι τη Ρώμη. Ελπίζω τώρα να καταλαβαίνεις πού βρέθηκα, πώς ένιωσα και τι πέρασα.
Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Σενέκας

Η επιστολή αυτή (που παρατίθεται εδώ με ορισμένες αλλαγές) είναι γνήσια και γράφτηκε κάπου το 65 μ.Χ. Αυτό που μπορεί κανείς να συζητήσει είναι το πόσο γνήσια είναι η ηθική αγανάκτηση του Σενέκα, τον οποίο γνωρίσαμε κιόλας ως παιδαγωγό του Νέρωνα στην αυλή του αυτοκράτορα Κλαύδιου.
 
Ο Σενέκας, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ήταν και στωικός φιλόσοφος. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία των στωικών, ο άνθρωπος μπορεί να εξασφαλίσει την προσωπική ευτυχία όταν νικήσει τα πάθη του και κατακτήσει την απόλυτη αυτάρκεια. Χωρίς αμφιβολία ο Σενέκας θεώρησε τους γλεντοκόπους στις Βάιες ανθρώπους εξαρτημένους απόλυτα από τα πάθη τους, και γι᾽ αυτό τους καταδίκασε στο πυρ το εξώτερον. Στο εικοσιτετράωρο που πέρασε εκεί πρόλαβε να δει την προκλητική επίδειξη πλούτου και χλιδής· διαπίστωσε ότι το παρελθόν ήταν πιο αθώο και έντιμο από το παρόν, και ότι η σήψη και η διαφθορά απλώνονται ολοένα και περισσότερο στο κοινωνικό σώμα της Ρώμης· αναθεμάτισε την υποκρισία των ισχυρών οι οποίοι ενδιαφέρονται να διατηρήσουν την επίφαση μιας ηθικής αξιοπρέπειας που δεν έχουν στην πραγματικότητα· και κούνησε πολύ επιτιμητικά την κεφαλή του όταν είδε πώς τύποι του «σκοινιού και του παλουκιού» και προσωπικότητες από μεγάλα τζάκια καταφέρνουν να συμβιώνουν μια χαρά.
 
Ο Σενέκας, όπως και πολλοί άλλοι αρχαίοι φιλόσοφοι, μιλάει πολύ συχνά για ηθική - είναι ένας από τους πιο επιθετικούς ηθικολόγους της αρχαιότητας, και μοιράζεται με τους ηθικολόγους την τάση να ανακαλύπτει στο παρόν παρακμή και διαφθορά σε αντίθεση πάντα με ένα πιο ιδανικό παρελθόν. Εκτός από αυτό, ορισμένα από τα προβλήματα που καταγγέλλει αποτελούν αυτό που λέμε «κοινούς τόπους» του ηθικολογικού φιλοσοφικού λόγου· και επειδή η επιστολή του αυτή, όπως και πολλές άλλες που έγραψε, έχει διδακτικό χαρακτήρα, χρησιμοποιεί τα μελανότερα χρώματα που διαθέτει για να κάνει το «μάθημα» πιο αποτελεσματικό. Η ηθικολογική ρητορική είναι πάντα πιο «μελαγχολική» από την πραγματικότητα που περιγράφει· και οι Βάιες, που σίγουρα δεν ήταν αθώες, συγκέντρωναν, εκτός από υπόκοσμο και υποκριτές, ανθρώπους που νοιάζονταν κυρίως να περάσουν μερικές ήσυχες καλοκαιρινές μέρες μακριά από τον καύσωνα, το άγχος και την ηχορύπανση της Ρώμης του ενός εκατομμυρίου κατοίκων.
 
Πάντως ο φιλόσοφός μας είχε φροντίσει να γίνει ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρώμης.
 
Γράμμα σε μια κυρία - ΕΠΕΙΓΟΝ

Εσύ στις Βάιες διακοπές κι εγώ εδώ στη Ρώμη·
αναρωτιέμαι, αγάπη μου, με σκέφτεσαι ακόμη;
Εγώ σε σκέφτομαι πολύ, και νιώθω ανασφάλεια
γιατί πολλά συμβαίνουνε σ᾽ εκείνα τα ακρογιάλια.
Φόβοι με βασανίζουνε, και ένα από τα άγχη
είναι αν συνοδεύεσαι ή κολυμπάς μονάχη.
Ξέρω, θα μου σταθείς πιστή, Κυνθία, ό,τι κι αν γίνει -
αλλά στις Βάιες δεν μπορώ να δείξω εμπιστοσύνη.
Το μέρος είναι άτιμο, φαντάζομαι θα είδες
ότι υπάρχουνε παντού ερωτικές παγίδες.
Γράμμα σου γράφω και γραφή γιατί φοβάμαι τόσο…
μα σε καμιά περίπτωση δε θέλω να σ᾽ αγχώσω.
Γνωρίζεις πώς αισθάνομαι. Για μένα είσαι, καλή μου,
το σπίτι κι η λαχτάρα μου, οι ίδιοι οι γονιοί μου.
Άσε την παραθέριση, κι έλα, σε περιμένω.
Οι Βάιες είναι αμαρτωλές, μέρος καταραμένο.
Οι Βάιες είναι αμαρτωλές, κατάρα τις βαραίνει:
εκεί πηγαίνουν έγγαμοι και φεύγουν χωρισμένοι.

Το ποίημα, που ανήκει στο είδος της ερωτικής ελεγείας, γράφτηκε από τον ίδιον εκείνο Προπέρτιο που τον είδαμε ως αντιρρησία συνειδήσεως και αντιπολιτευόμενο στα στρατοκρατικά προγράμματα του Αυγούστου. Ο ποιητής, από τη Ρώμη όπου βρίσκεται, στέλνει, υποτίθεται, γράμμα στην αγαπημένη του που τη χρονιά αυτή, για άγνωστους λόγους, διάλεξε να κάνει διακοπές μόνη της στις Βάιες. Όποια κι αν ήταν τα πραγματικά αισθήματα του Προπέρτιου για τη μοναχική (;) παραθερίστρια, στη γραφή διακρίνεται περισσότερο μια διάθεση εύθυμης ειρωνείας παρά γνήσιο συναισθηματικό πάθος.
 
Χάσαμε τη Λεβίνα. Στοπ

Γυναίκα αυστηρών αρχών και ηθικής άψογου, η Λεβίνα,
εφρόντιζε το σπίτι της, κυρίως την κουζίνα.
Πέρσι το καλοκαίρι ξαφνικά, ως άπλωνε τα ρούχα
«Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα,»
είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη -
πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.

Η κυρία Λεβίνα κατοικεί σε ένα από τα επιγράμματα του ποιητή Μαρτιάλη (40-104 μ.Χ). Το επίγραμμα είναι σατιρικό, όπως τα περισσότερα, άλλωστε, από τα επιγράμματα αυτού του ποιητή. Σήμερα, το περιστατικό αυτό θα μπορούσε να αποτελεί νούμερο επιθεώρησης ή κοσμικό κουτσομπολιό στις στήλες κάποιου περιοδικού ή και ειδικό αφιέρωμα σε κάποια σκανδαλοθηρική τηλεοπτική εκπομπή. Η σατιρική ποίηση στη Ρώμη παίζει πολύ συχνά τον ρόλο που έχουν σήμερα αυτά τα μέσα. Η σάτιρα, στις διάφορες έντεχνες μορφές της, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ρωμαϊκής κοινωνικής και λογοτεχνικής δραστηριότητας. Ίσως να είναι και ο μοναδικός χώρος όπου οι Ρωμαίοι διέπρεψαν χωρίς να έχουν συγκεκριμένα ελληνικά πρότυπα. «Η σάτιρα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου δικό μας δημιούργημα» ήταν μια άποψη πλατιά διαδεδομένη στους λόγιους κύκλους της Ρώμης. Αυτή είναι η μισή αλήθεια· η άλλη μισή είναι ότι στην Ελλάδα, ακόμη και αν υπήρχαν «Λεβίνες», σίγουρα δεν υπήρξαν ποτέ Βάιες.
 
…ηλιοβασιλέματα, γεμάτα αναμνήσεις

Οι μεγάλοι ποιητές του Ρομαντισμού, όπως ο λόρδος Μπάιρον, αντλούσαν συχνά έμπνευση από τη θέα των ερειπίων της αρχαιότητας. Ένας μισογκρεμισμένος ναός, ένα σπασμένο επιτύμβιο μνημείο, μερικοί σπόνδυλοι από κάποιον αρχαίο κίονα ήταν αρκετά για να πυροδοτήσουν τη συναισθηματική νοσταλγία και την ιστορική φαντασία των Ρομαντικών. Η γοητεία των ερειπίων είναι μια ιδέα που τη συνδέουμε με τη διάθεση των Ρομαντικών. Μόνο που ερείπια δεν άφησαν μόνο οι Παρθενώνες, τα μαντεία και τα στάδια αλλά και οι Βάιες. Τι θα μπορούσε να στοχαστεί ένας ποιητής πάνω στα ερείπια της «αρχαίας ηδονής»; Ποιους ήχους, ποια χρώματα και ποια αρώματα θα μπορούσε να ανακαλέσει από το παρελθόν η πυρακτωμένη φαντασία του;
 
Εδώ κάποτε αναστέναζε η Ρώμη της μόδας και της χλιδής· εδώ φτερούγιζε τα καλοκαίρια το γλυκό πουλί της ρωμαϊκής νιότης· εδώ τα καλοκαιριάτικα δειλινά θα ακούστηκαν ψίθυροι αγάπης και θα ανταλλάχτηκαν όρκοι· στα νερά αυτά καθρεφτίζονταν οι νυκτόβιοι χαροκόποι που δεν άφησαν τον αυστηρό φιλόσοφο να κλείσει μάτι· εκεί μπορεί να ξάπλωνε μετά το λουτρό της η μακρινή αγαπημένη του Προπέρτιου· πιο πέρα, στη μαρίνα, ένας ρωμαίος λιμοκοντόρος, που μπορεί να ήταν και «σκαφάτος», θα παραμόνεψε την ανυποψίαστη Λεβίνα. Γέλια, στεναγμοί, ψίθυροι, ερωτηματικά, ματαιοδοξία, ματαιότητα, η οσμή του χυμένου κρασιού και της αλοιφής που χρησιμοποιούνταν για αντηλιακό, και η ζωή ολόκληρη αυτών των ανθρώπων, σαν σύντομο καλοκαιράκι μέσα στον ατέλειωτο χρόνο που μας ταξιδεύει - όλα αυτά μπορεί να τα αφουγκραστεί και να τα οσμιστεί ο ποιητής καθώς βλέπει τα σημερινά ερείπια;
 
Ίσως τελικά οι διακοπές στις Βάιες να είναι κάτι ανάμεσα στη περιγραφή του ξεναγού και τη φαντασία του ποιητή.

Η ζωή παλεύεται με όνειρα, όχι με μιζέριες

Πάψε πια να μιζεριάζεις.
Πάψε να μετράς. Και κυρίως πάψε να με γειώνεις. Ξέρεις, έχω συναίσθηση του πόσο άσχημα είναι τα πράγματα εκεί έξω. Δε ζω σε κάποιο φανταστικό κόσμο. Εκεί έξω κυκλοφορώ κι εργάζομαι κάθε μέρα. Εκεί έξω πληρώνω λογαριασμούς και χαράτσια. Εκεί έξω υπολογίζω και δε μου φτάνουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα.

Την ξέρω την πραγματικότητα, τη ζω. Μα δεν την αγαπώ. Πως θα μπορούσα, άλλωστε. Και δεν τη δέχομαι. Δεν τη γουστάρω για συγκάτοικο, πως το λένε.
Εσύ μπορεί να θέλεις να κοιμάσαι μαζί της. Να τη βλέπεις το πρωί που ξυπνάς και το βράδυ πριν κλείσεις τα μάτια σου. Μπορεί να σου αρέσει αυτή τη μιζέρια να τη βλέπεις και στον ύπνο σου. Εγώ τα όνειρα μου τα θέλω φωτεινά. Ανέμελα… Πολύχρωμα…
Γι’αυτό εμένα μη μη με αγγίζεις. Και κυρίως μη με κατηγορείς ανώριμη.
Δεν είμαι. Είμαι απόλυτα συνειδητοποιημένη. Ξέρω τι θέλω μα κυρίως τι δε θέλω.

Δε θέλω τούτη τη μαυρίλα που μας βάψανε τη ζωή. Δε θέλω να κουβαλώ πάνω μου την κρίση πέρα από όσο είναι απολύτως απαραίτητο.
Κι εσύ με πιέζεις. Και κυρίως με χαλάς.
Εγώ μετρώ όνειρα κι εσύ λεφτά.
Εγώ μετρώ στιγμές κι εσύ απλήρωτες υπερωρίες.
Παράτα τα όλα και πάμε μια βόλτα. Το άγχος μας δε σώζει τον κόσμο. Μήτε πληρώνει λογαριασμούς.
Μόνο συνθέτει δυστυχίες.
Ένα μωσαϊκό γίνηκε η δυστυχία του κόσμου. Και με πονά να το βλέπω. Με πονά να υπάρχει.

Έλα να κάνουμε μερικές θετικές σκέψεις. Αυτές σου λείπουν. Και μερικά χαμόγελα.
Χαμογέλα μου να σε δω όπως είσαι. Άνθρωπος νέος, ζωντανός.
Πάψε να είσαι το φάντασμα που σε καταντήσανε. Δες εμένα. Παραπαίω κι όμως φορώ το πιο καλό μου χαμόγελο. Εκείνο που φτάνει ως τα μάτια.

Γιατί έτσι παλεύεται αγάπη μου η ζωή. Δίχως μουρμούρα και μιζέρια. Με δύναμη και τρέλα.
Έλα να τους τρελάνουμε εμείς, πριν το κάνουν αυτοί.
Έλα να νοιαστούμε για την ψυχική μας ισορροπία. Έλα να ζήσουμε.

Φτωχικά. Δε με νοιάζει.
Μα όχι μίζερα.

Στενόχωρα. Δε με πειράζει.
Μα όχι κλειστοφοβικά.
Τη ζωή μου τη διαφεντεύω εγώ. Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να μου την κάνει σκουπίδι.
Ζορίζομαι, το ξέρεις. Ζορίζεσαι, το ξέρω. Κι όλοι μαζί με μας το ίδιο.
Κι είναι άσχημα τα πράγματα. Κι είναι το πηγάδι άπατο ακόμη. Δεν έχουμε ξύσει το βυθό. Δεν τον έχουμε πλησιάσει καν. Έτσι λένε τουλάχιστον. Έτσι αποδεικνύεται μέρα τη μέρα.

Μα χαμογέλα μου. Και θα σου γελάσω κι εγώ. Κι ας κάνουμε όνειρα. Μικρά ή μεγάλα. Τρελά ή λογικά.
Όνειρα να είναι. Αυτά κανένα μισθολόγιο δεν μπορεί να τα πετσοκόψει. Και καμία τράπεζα να τα κατασχέσει. Είναι το παραθυράκι της ζωής ενάντια στην παράνοια των ανθρώπων.
Όνειρα…

Όλα γκρεμίζονται μα εμείς ας κάνουμε όνειρα.
Ας ελπίσουμε σε μια καλύτερη μέρα.
Ας πιστέψουμε σε αυτή κι ας την κυνηγήσουμε. Δίχως γκρίνιες και μιζέριες. Δίχως άγχη και καυγάδες. Δίχως θυμούς και παραλογισμούς.
Μόνο με χαμόγελα.

Με θετική ενέργεια και πίστη.
Στο Θεό, τον άνθρωπο και τη ζωή.

Κι όλα θα φτιάξουν…

Η “απεκπαίδευση” του ατόμου

Όλοι μας έχουμε υποστεί Εκπαίδευση, δηλαδή ουσιαστικά μια υποταγή της συνείδησής μας προς ένα πλήθος από επιβαλλόμενες επιταγές, μια εκπαίδευση που υπερκαλύπτει τον αληθινό εσωτερικό εαυτό μας, και τελικά μάς υπνωτίζει σε έναν επιβαλλόμενο ρόλο.
Για να ανακαλύψουμε τον αληθινό εσωτερικό μας εαυτό, λύνοντας τα προβλήματά μας, χρειαζόμαστε πρώτα μία Αφύπνιση, ώστε τελικά να οδηγηθούμε στην Ανάμνηση του αληθινού μας εαυτού. Για να το επιτύχουμε αυτό, χρειαζόμαστε μία Απεκπαίδευση.
Ερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε. Η Γνώση κάθε νέου ανθρώπου από τη στιγμή που γεννιέται, προέρχεται από όλα αυτά που του μεταφέρουν οι προηγούμενοι. Κάθε παιδί γεννιέται σε έναν κόσμο μεγάλων.
Από την πρώτη μέρα του, αρχίζει να εκπαιδεύεται σε ένα οργανωμένο κόσμο που ήδη έχουν φτιάξει κάποιοι άνθρωποι (η απάνθρωποι) πριν από αυτόν.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε: Πώς γνωρίζει ότι όλα αυτά στα οποία τον εκπαιδεύουν είναι προς όφελος του;
Ψάχνοντας στο λεξικό τη λέξη «εκπαιδεύω» και τη λέξη «παιδαγωγώ», ανακαλύπτουμε ότι είναι ταυτόσημες. Πώς όμως μπορείς να ταυτοποιήσεις την λέξη «εκπαίδευση» με τη λέξη «παιδαγώγηση»;
Τώρα θα μου πείτε: «αφού το παιδί είναι απόγονος, και, σαν απόγονος, τον εκπαιδεύω σε αυτά που μου έμαθαν οι πρόγονοι αφού κι εγώ είμαι απόγονος…» Σωστά, αυτά που μας έμαθαν, όμως άλλο είναι να εκπαιδεύσεις το παιδί σε αυτά που μας έμαθαν και άλλο είναι να τού δώσουμε τη δυνατότητα της ανάπτυξης, της καλλιέργειας, της πνευματικότητας του βαθύτερου εσωτερικού του εαυτού.
Κατά την άποψή μου, άλλο είναι το «ανατρέφω» (ανά + τρέφω) = «διαπαιδαγωγώ» κάποιον, δηλαδή τού δίνω τροφή (ενέργεια) για να θυμηθεί αυτά που ήδη ξέρει, και άλλο είναι το «καθοδηγώ», το «εκπαιδεύω», το «μορφώνω» – η όπως αλλιώς θελήσουμε να το πούμε – κάποιον να κάνει κάτι που ουσιαστικά τού υπαγορεύουμε εμείς ότι αυτό είναι το σωστό…

Το παιδί όταν γεννιέται παίρνει πνεύμα (= πνοή, ανάσα), σε καμιά περίπτωση ο γιατρός δεν το εκπαιδεύει να ανασάνει, ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη και το παιδί αρχίζει να αναπνέει, ξέρει ήδη τι να κάνει, είναι ήδη προικισμένο με αυτό από τον Δημιουργό του. Τώρα θα μου πείτε: «αν το αφήσω μόνο με την αναπνοή του, αυτό θα πεθάνει αν δεν το ταΐσω…» Σωστά, αλλά το ίδιο συμβαίνει και αν δεν το ταΐσουμε με τη δυνατότητα της εσωτερικής του διατροφής, που δεν είναι άλλο από το να τού δώσουμε τη δυνατότητα της επανενθύμισης. Δηλαδή, τη δυνατότητα να θυμηθεί αυτά που ήδη γνωρίζει…
Αιώνες τώρα, από γενιά σε γενιά, οι άνθρωποι παραμένουν σε αυτή την εκπαίδευση, που όλο και πηγαίνει προς τα κάτω και που τελικά μπορεί να μας οδηγήσει προς την καταστροφή του ανθρώπινου γένους. Άλλωστε, αυτό είναι πλέον φανερό στη δική μας γενιά. Αν σκεφτούμε την –τόσο γρήγορη σε όλα τα επίπεδα– εξέλιξη στην Ιατρική, στην Ψυχολογία, στην Τεχνολογία, κ.ά., ο άνθρωπος παραμένει πολύ φτωχός και ταλαιπωρημένος για να πούμε ότι όλη αυτή ηεκπαιδευτική του μόρφωση τον έχει βοηθήσει να ευημερεί…
Κάτω από την ελπίδα και τον φόβο καταστρώνουν τα σχέδια τους πολύ έντεχνα, αυτοί που δεν είναι υπέρ τη ζωής, χωρίς να μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν προς τα πού κατευθύνονται –και, μεταφέροντας αυτή την εκπαιδευτική τους διαδικασία από γενιά σε γενιά, έχουν μολύνει σχεδόν όλη την ανθρωπότητα. Δεν θα αναφερθώ στα περί της ψυχολογίας αυτού του φαινομένου, (διότι θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτό). Όμως θα αναφερθώ σε ένα πολύπλοκο και πολύ σημαντικό για μένα κεφάλαιο: σε αυτό που αποκαλούμε Ναρκισσισμό.
Ο ναρκισσιστής έχει υπερβολικό φόβο του θανάτου. Ένα μέρος του φόβου του θανάτου είναι απαραίτητο σαν ψυχολογική πλευρά του ενστίκτου της επιβίωσης, αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του φόβου, μετά την παιδική ηλικία, είναι αυτοκαταστροφικό.
Ο άκρατος ναρκισσισμός είναι ο βασικός πρόδρομος της ψυχοπνευματικής ασθένειας…
Ο μύθος του Νάρκισσου, στην πραγματικότητα, διηγείται την τραγωδία της απώλειας του εαυτού μας. Μιας απώλειας που έχει ήδη ξεκινήσει κατά τη διάρκεια της σύλληψης μας και που ολοκληρώνεται στα πρώτα χρόνια της παιδικής μας ηλικίας.
Η Προγεννητική αναφέρει ότι: Το συναισθηματικό DNA των γονέων μεταφέρεται στο έμβρυο, και, όταν αυτό ενηλικιωθεί, σε κάποια χρονική στιγμή πυροδοτείται αυτό το οποίο έχει απωθηθεί ή «εκλογικευτεί» από το άτομο, (και μέχρι να φτάσουμε να πενθήσουμε για αυτή την απώλεια μας, αυτό το σκοτεινό κομμάτι του εαυτού μας θα μάς ταλαιπωρεί…)
«Μια γυναίκα κουβαλάει στη γέννα του παιδιού της την εμπειρία ολόκληρης της ζωής της, φτάνοντας μέχρι πίσω, στη δική της παιδική ηλικία και ακόμη πιο πίσω, στη δική της γέννηση. Μας ενδιαφέρει το τι ξέρει κάθε γυναίκα για τη δική της γέννηση, επειδή συχνά υπάρχει σχέση ανάμεσα στο πώς γεννήθηκε η ίδια και στο πώς θα φέρει στον κόσμο το δικό της παιδί…» (Michel Odent, Birth Revisited)
Μέχρι να ευαισθητοποιηθούμε στον πόνο των μικρών παιδιών, η άσκηση εξουσίας από τους ενήλικες θα θεωρείται φυσιολογική πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς!
Το να βγάλουμε τον φόβο θανάτου από το κεφάλι μας, δεν είναι εύκολο πράγμα, χρειάζεται πολύχρονη εργασία με τον εαυτό μας, αλλά αξίζει τον κόπο, διότι όσο το καθυστερούμε τόσο πιο πολύ μάς ελέγχουν, και σίγουρα προς τα γεράματα γίνεται σχεδόν ακατόρθωτο να καταφέρουμε να τιθασεύσουμε αυτό το εγωιστικό κομμάτι του εαυτού μας.
Όσο περισσότερο καταφέρνουμε να μειώσουμε τον ναρκισσισμό μας, τον εγωκεντρισμό μας και την αίσθηση ότι είμαστε σπουδαίοι, τόσο λιγότερο φοβόμαστε, όχι μόνο τον θάνατο αλλά και τη ζωή. Και γινόμαστε περισσότερο ικανοί για αγάπη. Επειδή δεν μας βαραίνει πια η ανάγκη να προστατέψουμε τον εαυτό μας, είμαστε πια σε θέση να σηκώσουμε τα μάτια μας από τον εαυτό μας και να κοιτάξουμε πραγματικά τους άλλους…
Αυτό φοβόμαστε περισσότερο, και έτσι μάς ελέγχουν, και αν το συνδέσετε αυτό με την ελπίδα που ανέφερα πιο πάνω (ότι κάτω από αυτήν και τον φόβο καταστρώνουν τα σχέδια τους αυτοί που μάς ελέγχουν), γίνεται εύκολα κατανοητό το γιατί.
Γράφει η Νίκη Τσέκου στο βιβλίο Από τον Μύθο στην Ομοιοπαθητική:
«Ο Νάρκισσος κυνηγάει διαρκώς νέα θηράματα και αδιαφορεί για τον πόνο που προκαλεί. Είναι το μοντέλο που περνάει στην πασαρέλα και του αρέσει να αισθάνεται τα βλέμματα θαυμασμού. Είναι οι άνθρωποι του θεάματος που λάμπουν στη σκηνή, αστράφτουν στον καθρέπτη της τηλεοπτικής οθόνης και ευχαριστιούνται να υπογράφουν αυτόγραφα πάνω στη φωτογραφία τους! Γυρίζουν όμως μόνοι στο σπίτι. Ανικανοποίητοι και μόνοι. Μένουν χωρίς παιδιά, για να μην θυσιάσουν την καριέρα τους!
Ο Νάρκισσος, δεν ερωτεύεται. Δεν παντρεύεται, δεν γεννά! Είναι οι ποιητές, οι δημοσιογράφοι που ζουν μόνο για να βλέπουν την υπογραφή τους κάτω από τα βαρύγδουπα λόγια τους! Είναι οι γυναίκες-αράχνες που κάνουν τα πάντα για να σαγηνεύσουν και χαίρονται να βλέπουν τα θύματα τους να υποφέρουν! Είναι οι άντρες που θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται στα υγρά μάτια γυναικών και ανδρών, αλλά δεν σμίγουν με κανέναν. Όταν δεν μπορούν να θαυμάσουν τον εαυτό τους, μαραίνονται! Όλες τους οι σχέσεις είναι ανικανοποίητες!
Κυνηγούν τα θύματα τους και χωρίς συναίσθημα τα βλέπουν να ψυχορραγούν. Είναι παιδιά που γεννήθηκαν από μια πολύ όμορφη ηθική μητέρα και έναν βιαστή πατέρα. Είναι ο τύπος που προκύπτει από τη διασταύρωση Υοσκύαμου και Κρίνου! Είναι ο μικρός αδερφός του Παγκράτιου, που όμως δεν δίνει δεκάρα για κανένα άλλον εκτός από τον εαυτό του! Εγωιστής και ανικανοποίητος!…»
Όπως πολύ σωστά αναφέρει η Νίκη Τσέκου, οι νάρκισσοι, όταν δεν μπορούν να θαυμάσουν τον εαυτό τους, μαραίνονται! Αυτό σημαίνει πως πέφτουν σε κατάθλιψη. Ο ενθουσιασμός για την ψεύτικη εικόνα του εαυτού τους δεν τούς προφυλάσσει από την κατάρρευση. Μόνο όσο διαρκεί αυτό το αίσθημα μεγαλείου το άτομο είναι σχετικά εντάξει, διότι έτσι θεωρεί ότι παίρνει αγάπη, μια αυταπάτη που διαιωνίζεται μέχρι να ανακαλύψει την πραγματικότητα της παιδικής του ηλικίας που δεν είναι κάτι άλλο από αυτό που αποκαλούμε απώθηση…
Το κάθε παιδί προσαρμόζεται για να διασφαλίσει την ψευδαίσθηση της αγάπης, της συμπάθειας, και της φροντίδας, αλλά ο ενήλικας δεν χρειάζεται αυτήν την ψευδαίσθηση για να επιβιώσει. Επειδή οι ιδέες μεγαλείου είναι το αντίστροφο της κατάθλιψης, μέσα στα πλαίσια της ναρκισσιστικής διαταραχής, η απελευθέρωση και από τις δυο μορφές αυτής της διαταραχής είναι σχεδόν αδύνατη αν δεν νιώσει κανείς πως πενθεί βαθύτατα για την κατάσταση στην οποία ζούσε ως παιδί.
Σαν παιδιά, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, κανένας δεν μάς αγάπησε για αυτό που πραγματικά ήμασταν, αντίθετα, μάς χρειαζόντουσαν και μας εκμεταλλεύτηκαν για τα επιτεύγματα, την επιτυχία, τις καλές μας ιδιότητες, και –όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω– κάποιοι για άλλους σκοπούς, π.χ. την υποταγή συνειδήσεων. Όταν αναγνωρίσουμε το μικρό παιδί που έχουμε όλοι μέσα μας, και έρθουμε σε επαφή μαζί του, θα κατανοήσουμε ότι θυσιάσαμε όλη την παιδική μας ηλικία για μια μορφή αγάπης που δεν είχε καμία μα καμία απολύτως σχέση με τον πραγματικό μας εαυτό.
Αυτή η ανακεφαλαίωση, το πένθος για την χαμένη μας παιδική ηλικία που θα βγει στην επιφάνεια, αν και είναι κάτι τρομακτικό, εντούτοις είναι άμεσα λυτρωτικό –και μόνο έτσι μπορούμε πλέον να αποδεχτούμε όλη την γκάμα των σχετικών συναισθημάτων, όπως: οργή, απελπισία, φόβο, ζήλια, αποστροφή, κ.ά.
Μέσα στη ζωή, δεν έχουμε μόνο συναισθήματα χαρούμενα και καλά. Όταν μπορέσει κάποιος να φτάσει στην αυτογνωσία, τότε δεν χρειάζεται πλέον να κρατάει κρυμμένο το εσωτερικό του παιδί. Η αλήθεια που ανακαλύπτουμε –το ποιος και γιατί μας προκάλεσε τόσο πόνο– αυτή η αυτογνωσία του παλαιού μας πόνου, μάς απελευθερώνει.
Και θα επαναλάβω ότι, το να μην σε έχουν αγαπήσει για αυτό ακριβώς που ήσουν, δεν μπορεί να επουλωθεί αν δεν γίνει η διεργασία του πένθους…
Στη γλώσσα του Ινδιάνου Σαμάνου Δον Χουάν, ο ανθρωπολόγος συγγραφέας Κάρλος Καστανέντα αναφέρει για τον θάνατο:
«Οι Σύμμαχοι είναι τρομακτικές δυνάμεις με τις οποίες πρέπει κανείς να παλέψει, για να τις δαμάσει. Αυτό συμβαίνει και με τον θάνατο. Ο θάνατος είναι φίλος μας, είναι σύμμαχος μας, βρίσκεται πάντα ένα μέτρο πίσω από τον αριστερό μας ώμο, και, όποτε και αν τον ρωτήσουμε, πάντα μάς λέει: Δεν σε άγγιξα ακόμη…»
Ο Καρλ Γιούνγκ αναφέρει: «Κάθε ανθρώπινο όν έχει μια Σκιά…» «Όλοι κλείνουμε μέσα μας έναν εγκληματία, στατιστικά, όπως και έναν αντίστοιχο τρελό ή άγιο…»
Η φύση του θηρίου που βρίσκεται εντός μας, είναι η «πανίσχυρη τάση για κυριαρχία». Αυτή η τάση, είναι υπαρκτή σε όλα τα ανθρώπινα όντα. Επειδή αναγνωρίζεται μέσα μας, και αντίκειται των νόμων του κράτους και της θρησκείας, κλπ, αρνούμαστε αυτήν την τάση και την απωθούμε από τη συνείδησή μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με αυτό τον τρόπο «ξεμπερδέψαμε». Απεναντίας, αυτή η ανώριμη στάση απέναντι στη μοχθηρή όψη του εαυτού μας –η άρνησή της– έχει ως επικίνδυνη συνέπεια να «βλέπουμε στον αντίπαλο, τα δικά μας σφάλματα μεγαλωμένα σε απίστευτο βαθμό». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι είναι άγιοι και εμείς οι κακοί, αλλά ότι ο καθένας προβάλει στον άλλο τη Σκιά του…
Γεννιέται ίσως, λοιπόν, σε εσάς, ένα μεγάλο ερώτημα: Ποιοι άραγε είναι αυτοί που δημιούργησαν όλη αυτήν τη βιομηχανία υποταγής συνειδήσεων, μέσα στην οποία ζούμε;
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει και μεγάλη σημασία το ποιος ή ποιοι το κάνουν αυτό. Όποιοι και αν είναι αυτοί, με τον τρόπο που γίνεται η εκπαίδευσή μας είναι εύκολο και με μαθηματική ακρίβεια να γίνεται χειραγώγηση των μαζών, και ο άνθρωπος να βρίσκεται υπόδουλος, χάνοντας τη δυνατότητα της απελευθέρωσης του.
Το θέμα είναι να μπορέσουμε να αντιληφθούμε αυτό που συμβαίνει και να δράσουμε όχι μόνο σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Διότι, όποιοι και αν είναι αυτοί ή όσοι και αν είναι, χωρίς τη δική μας συμμετοχή είναι εντελώς αδύναμοι. Είναι δυνατοί και πραγματοποιούν τα σχέδια τους μόνο σε αυτούς που δέχονται τον προγραμματισμό, μέσω των εκπαιδευτικώντους συστημάτων και όχι μόνο.
Αν δεν γίνεται πιστευτό αυτό, ρίξτε μια ματιά στην ιστορία. Παρ’ όλες τις τεχνολογικές επιτεύξεις, τις επιστημονικές ανακαλύψεις, κλπ, οι λαοί όλο και χειροτερεύουν. Όλοι, ή σχεδόν όλοι, είναι μουδιασμένοι, υπνωτισμένοι, ναρκωμένοι. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι όλο αυτό είναι ένα ωραίο περιτύλιγμα υλισμού, για το οποίο, αν καταφέρουμε και κοιτάξουμε αληθινά μέσα μας, θα φρίξουμε από ντροπή που το αφήσαμε να εξελιχθεί μέσα από την δική μας άγνοια.
Είναι γεγονός βεβαία, όπως μας λέει και ο Χέρμαν Έσσε, ότι:
«Αντιλαμβάνομαι σήμερα πως τίποτα στον κόσμο δεν είναι τόσο δυσάρεστο για έναν άνθρωπο, από το να πάρει το μονοπάτι που οδηγεί στον εαυτό του…»

Και σε ένα γράμμα προς την οικογένεια του, ο Έσσε αναφέρει: «Αν ήμουν ευσεβιστής και όχι απλώς ένα ανθρώπινο πλάσμα, ίσως να είχα περισσότερες ελπίδες να με καταλάβετε…»
Και ο Κάρλος Καστανέντα μάς λέει:
«Κάθε δρόμος είναι μονάχα ένας δρόμος, και δεν είναι ντροπή, ούτε για σένα ούτε για τους άλλους, να τον εγκαταλείψεις κάποια στιγμή, αν έτσι σου υπαγορεύει η καρδιά σου… Κοίταξε κάθε δρόμο, με προσοχή κι επιφυλακτικότητα. Δοκίμασε τον όσες φορές κρίνεις εσύ πως είναι απαραίτητο. Σκέψου και διαλογίσου πάνω σ’ αυτόν. Κι ύστερα, θέσε στον εαυτό σου ένα και μόνο ερώτημα. Έχει αυτός ο δρόμος καρδιά; Αν έχει είναι καλός, αν δεν έχει, είναι άχρηστος…»
«Θέλεις να σου πω που οδηγεί ο δρόμος σου; Είναι εύκολο. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο μέρος: Πουθενά. Αυτό που έχει σημασία είναι να ακολουθείς τα Μονοπάτια Που Έχουν Καρδιά. Να ρωτάς, έχει καρδιά το μονοπάτι που βαδίζω; Αν ναι, ακολούθησε το και μην φοβάσαι τίποτε, ακόμη και αν όλος ο κόσμος θέλει να σε αποτρέψει από το να τ’ ακολουθήσεις. Αν όχι, άφησε το, δεν είναι καλό μονοπάτι. Να ψάχνεις πάντα τα μονοπάτια που έχουν καρδιά, κι όταν καταλαβαίνεις ότι δεν έχουν, να μη διστάζεις να τα εγκαταλείπεις. Ποιο μονοπάτι σού λέει η καρδιά σου ότι είναι το σωστό; Σε περιμένει να το βαδίσεις. Πήγαινε. Τα μονοπάτια μπορούν να περιμένουν απίστευτα πολύ. Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεση τους…»
Ο Βίλχελμ Ράιχ επισημαίνει ήδη από το 1951:
«Είναι προφανές ότι το μέλλον των Η.Π.Α., αλλά και του κόσμου γενικά, εξαρτάται από την ορθή ανατροφή των βρεφών κάθε γενιάς, πράγμα που θα τα καταστήσει ικανά να παίρνουν ορθές αποφάσεις όταν ενηλικιωθούν…»
Και στη συνέχεια, μάς λέει: «Ο εκπαιδευτικός του μέλλοντος θα κάνει συστηματικά (κι όχι μηχανικά) αυτό που ο καλός εκπαιδευτικός κάνει σήμερα: θα νιώθει τα χαρακτηριστικά της αληθινής Ζωής στο παιδί, θα αναγνωρίζει τα ειδικά χαρακτηριστικά στο συγκεκριμένο άτομο και θα προωθεί την ανάπτυξή του στο τέλειο. Εφ΄ όσον η σημερινή πανίσχυρη κοινωνική τάση (που κατευθύνεται ενάντια στα σύμφυτα χαρακτηριστικά της αληθινής συναισθηματικής έκφρασης) διατηρηθεί και στο μέλλον, ο ειλικρινής εκπαιδευτικός θα έχει διπλό καθήκον: θα πρέπει να γνωρίσει τις φυσικές συναισθηματικές εκφράσεις, που μεταβάλλονται από παιδί σε παιδί, και θα πρέπει, επίσης, να μάθει πώς θα αντιμετωπίζει το άμεσο κι έμμεσο κοινωνικό περιβάλλον που εναντιώνεται σ΄ αυτές τις φυσικές εκφράσεις…»
Ο άνθρωπος που μας περιγράφει εδώ ο Βίλχελμ Ράιχ, είναι και λέγεται Παιδαγωγός.
Είναι πιθανό, ένας παγιδευμένος να βγει από την παγίδα του. Όμως, για να δραπετεύσει κάποιος από μια φυλακή, πρέπει πρώτα να παραδεχτεί ότι βρίσκεται στη φυλακή…
Έχουμε μεγάλο μερίδιο ευθύνης όλοι μας. Αυτό που συμβαίνει στην ανθρωπότητα δεν είναι οι άλλοι, αλλά είμαστε εμείς. Ποτέ κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει όσο επικρατεί το «φταίνε οι άλλοι», ούτε το να βασίζεται σε αυθεντίες, που με την ψευδο-ορθολογική τους στάση πιστεύουν ότι μπορεί να κάνουν θαύματα, με τις οργανώσεις, με την επιβολή νόμων, ή με όλες τις άλλες παρόμοιες επινοήσεις.
Γράφει η Alice Miller: «Οι άνθρωποι θα πρέπει λοιπόν να μπορούν να στηρίζονται στον ίδιο τους τον εαυτό, αν θέλουν να αποφύγουν να γίνουν θύματα διάφορων συμφερόντων και ιδεολογιών…»
Κάποιες επονομαζόμενες θεραπευτικές ομάδες προσπαθούν, αλλά δεν μπορούν να παρέχουν, ή να επαναφέρουν στη θέση της, αυτή τη διαδικασία ωρίμανσης. Στόχος τους είναι να «ενδυναμώσουν» τα μέλη τους, παρέχοντάς τους, αφενός, υποστήριξη, και, αφετέρου, την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου. Καθώς όμως η καταστολή των συναισθημάτων της παιδικής ηλικίας είναι ο κανόνας σε αυτές τις ομάδες, η κατάθλιψη του ασθενή δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Επιπλέον, το άτομο μπορεί να εθιστεί στην ίδια την ομάδα, αφού η ομάδα παρέχει την ψευδαίσθηση ότι το άτομο μπορεί τελικά, ως ενήλικας, να καλύψει (μέσω της ομάδας) τις ανικανοποίητες ανάγκες που έχει από την παιδική του ηλικία.
Με τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις κανείς δεν μπορεί να θεραπευτεί πραγματικά.

Η εσωτερική μας δύναμη –την οποία ανακαλύπτουμε μέσα από την πρόσβαση στις δικές μας πραγματικές ανάγκες και στα αληθινά συναισθήματά μας, αλλά και μέσα από τη δυνατότητα έκφρασής τους– είναι πολύ ουσιαστική για εμάς, αν θέλουμε να ζήσουμε χωρίς κατάθλιψη και εθισμούς.
Άλλωστε ο δάσκαλος, η διδασκαλία, δεν είναι απλά οι σχέσεις που έχουν ένας φοιτητής και ένας καθηγητής. Ο δάσκαλος είναι αυτός που αναπτύσσει τον μαθητή, είναι αυτός που φέρνει στην επιφάνεια το βαθύτερο εσωτερικό του Είναι, χωρίς να τον «εκπαιδεύει» σε κάτι, –απλά τον καθοδηγεί στην επανενθύμηση αυτών που ήδη γνωρίζει, τον υπηρετεί, τον βοηθά στο να καταφέρει να αναγνωρίσει τη Σκιά του. (Ίσως αυτή η «μαιευτική διαδικασία» να σας θυμίζει κάτι από τους διαλόγους του Σωκράτη;)
Ο Πλάτωνας έλεγε ότι δεν υπάρχει γνώση παρά μόνο Ανάμνηση. Διαβάζω στο βιβλίοΟνειροπόλος, του Παντελή Γιαννουλάκη:
«Λοιπόν, όπως το καταλαβαίνω εγώ, η αρχή της “πνευματικότητας” του ανθρώπου, (δηλαδή της δυναμικής πραγματικότητας του αγώνα για τη δικαίωση του ως πνευματική οντότητα, σε παράδοξη αντιπαράθεση με την άμεση υλική του υπόσταση), στηρίχθηκε στη Σκέψη, την οποία επιστράτευσε –και συνεχίζει να το κάνει μέσα από κάθε νέο βρέφος– για να μπορέσει να επιβιώσει στις αντίξοες συνθήκες στις οποίες εν αγνοία του και άοπλος βρέθηκε, αλλά και για να δώσει ένα ανέλπιστο νόημα στην ίδια του τη μυστηριώδη ύπαρξη. Και, η Σκέψη, φαίνεται να πυροδοτεί άμεσα τη δημιουργία Λογικής. Η Λογική, κατά τη γνώμη μου, έχει δύο πολύ βασικά –και προκλητικά άγνωστα– χαρακτηριστικά και λειτουργίες: την πρόβλεψη του μέλλοντος και την προέκταση στο Παράλογο. Η Λογική, ουσιαστικά, αποτελεί τη μέθοδο που εφαρμόζει ο άνθρωπος για να προβλέπει το μέλλον και για να αντιλαμβάνεται καταστάσεις που το σώμα του δεν έχει βιώσει…»
Και παρακάτω διαβάζω από τον ίδιο:
«Νομίζω πως η πιο βασική και συνηθισμένη εφαρμοσμένη λειτουργία της Λογικής είναι να προβλέπει το μέλλον. Μια εκπληκτική ικανότητα που κανένα άλλο πλάσμα δεν διαθέτει σε τέτοιο τεράστιο βαθμό. Είναι μια λειτουργία εστιασμένη αξιοθαύμαστα στο ασώματο, αφού μάς δίνει συνεχώς τη δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε τις καταστάσεις χωρίς να τις έχουμε βιώσει σωματικά και υλικά…»
Ας το δηλώσω ξεκάθαρα: τα μόνα όπλα που διαθέτουν οι λογικοί άνθρωποι –δηλαδή οι άνθρωποι που δεν είναι φυτά– ενάντια στη φυλακή του κόσμου στην οποία βρεθήκαμε, είναι η Σκέψη, η Λογική, η Έμπνευση και η Ελπίδα: δηλαδή η Φαντασία. Διότι, για όσους δεν το κατάλαβαν, παραπάνω επίτηδες αντικατέστησα τη λέξη Φαντασία με τη λέξη Λογική, διότι ουσιαστικά για τη Φαντασία μιλούσα, δηλαδή για τη βασική λειτουργία του ανθρώπινου πνεύματος, τη μόνη που είναι τελείως ανεξάρτητη από το σώμα του και από τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται αυτό. «Δυστυχώς, η φαντασία της ανθρωπότητας, δηλαδή η βασική λειτουργία του πνεύματος της ανθρωπότητας, κινδυνεύει θανάσιμα, κάθε στιγμή που περνά…»
Ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν και κάποιοι επιστήμονες για ό,τι συμβαίνει στην ανθρωπότητα. Διότι Επιστήμη χωρίς Πνευματικότητα, είναι σαν να έχουμε ξύλα για το τζάκι αλλά να μάς λείπουν τα σπίρτα για να ανάψουμε φωτιά. Ο κάθε επιστήμονας θα πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν συμπαντικοί νόμοι, και με τις ανακαλύψεις τους δεν θα πρέπει να διαταράσσονται αυτοί οι νόμοι ως προς το φυσικό πεδίο του ανθρώπινου –και όχι μόνο– οργανισμού.
Υπήρξαν επιστήμονες που, όταν είδαν ότι η ανακάλυψη τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αυτούς που δεν είναι υπέρ της ζωής, και ότι μπορεί να βλαφτεί ο άνθρωπος, παρόλο το χρηματικό έπαθλο και το βραβείο Νόμπελ που θα μπορούσαν να αποκτήσουν, δεν προχώρησαν στο να ανακοινώσουν ευρύτερα αυτή τους την ανακάλυψη, και βέβαια σε όλους αυτούς χρωστάμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για το πνευματικό τους επίπεδο.
Η αληθινή Επιστήμη είναι υπέρ του Ανθρώπου και προς το όφελος των ανθρώπων και του κόσμου. Μια επιστήμη που διαταράσσει και φέρνει σε αντίθεση τον Άνθρωπο με τη Φύση, δεν θα έπρεπε να γίνεται αποδεκτή…
Όλο αυτό το μικρό άρθρο είναι προσανατολισμένο προς αυτό που ονομάζουμε Παιδεία, διότι χωρίς Παιδεία είναι αδύνατον να υπάρξει αλλαγή του ανθρώπινου γένους.
Και μια διευκρίνηση. Με τη λέξη Πνευματικότητα, εννοώ να είσαι σε αρμονία με μια τάξη πραγμάτων η όποια έχει συμπαντικό χαρακτήρα, και δεν υποδηλώνει καμιά προτίμηση για κάποιο συγκεκριμένο δόγμα ή την αναγκαιότητα να είσαι μέλος κάποιας συγκεκριμένης οργάνωσης. Άλλωστε όλοι οι –ισμοί, στην ουσία έχουν σκλαβώσει την ανθρωπότητα.
Και μιας που, σε τελική ανάλυση, αυτό που συμβαίνει καταλήγει να συνδέεται άμεσα με την υγεία μας, ας μην ξεχνάμε ότι: καμιά αρρώστια δεν είναι μόνο σωματική. Όλες σχεδόν οι αρρώστιες έχουν ψυχο-πνευματικο-νοητικο-κοινωνικο-σωματικό χαρακτήρα. Και η μεγαλύτερη ίσως διαταραχή που μάς κυβερνά σε όλη μας τη ζωή, είναι το ότι σαν παιδιά δεν μας αγάπησαν για αυτό που πραγματικά ήμασταν…
«Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία», μάς λέει ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος. Και εγώ προσθέτω: Τόλμη για να κινηθείς προς την ελευθερία, και αρετή για να μην την ξανασκλαβώσει

Αν κάπου κάποτε…!

Υπάρχουν φορές που γνωρίζεις κάποιον και νιώθεις πως είναι το άλλο σου μισό.
Έχεις την αίσθηση πως ήταν μοιραίο να έρθει στη ζωή σου με κάποιο τρόπο. Νιώθεις πως πάντα τον περίμενες, πως κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν στη ζωή σου. Δεν ήξερες πώς ή πότε, αλλά το ένιωθες. Έτσι απλά τον περίμενες και να που ο άνθρωπος αυτός ήρθε επιτέλους!
Έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως περίμενες να εμφανιστεί!

Εσύ, μόνο τότε συνειδητοποιείς τί ήταν όλα αυτά που ένιωθες. Δηλαδή, μετά την εμφάνισή του συνειδητοποιείς πως είναι αυτός που περίμενες από καιρό να μπει στη ζωή σου. Συχνά, ασυνείδητα προσπερνάμε ανθρώπους που μας πλησιάζουν, ακριβώς γιατί αισθανόμαστε πως κάτι άλλο θα έρθει στη ζωή μας, πως κάποιος άλλος είναι αυτός που περιμένουμε στην πραγματικότητα.
Δεν ξέρουμε πότε και πώς θα γίνει αυτό, απλά το διαισθανόμαστε και περιμένουμε για το καλύτερο.
Παρ’όλα αυτά υπάρχει και η πιθανότητα όταν εμφανιστεί επιτέλους το άτομο αυτό στη ζωή μας, που ίσως είναι και το άλλο μας μισό, οι συνθήκες να είναι περίεργες είτε για εμάς είτε για εκείνον.

Μπορεί να μην είναι και η ιδανικότερη στιγμή να συναντηθούν οι δρόμοι μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα επηρεαστεί η μεταξύ μας σχέση σε ανεπανόρθωτο βαθμό. Από τη στιγμή που είναι μοιραίο να συναντήσουμε αυτό το άτομο, θα το συναντήσουμε ακόμη κι αν οι συνθήκες είναι αντίξοες. Καμιά φορά ίσως δεν είναι και η πιο κατάλληλη στιγμή να έρθει ένα νέο πρόσωπο στη ζωή μας, η εμφάνισή του όμως μπορεί να είναι καθοριστική και να αλλάξει όλη μας τη ζωή και την κοσμοθεωρία μας προς το καλύτερο.

Πάντα πίστευα πως ένα πρόσωπο έρχεται στη ζωή μας ακριβώς τη στιγμή που το έχουμε ανάγκη.
Ένα τέτοιο πρόσωπο όμως ποτέ δεν είναι τυχαίο. Είναι αυτό που θα δώσει νόημα στη ζωή μας και θα μας καθοδηγήσει σε νέα μονοπάτια. Θα μας οδηγήσει σε νέους δρόμους που θα μας προσφέρουν νέες εμπειρίες. Είναι το πρόσωπο που θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και θα μας μάθει να τον αγαπήσουμε και να πιστέψουμε σε αυτόν. Θα μας διδάξει πώς να αγαπάμε και πώς θα αγαπηθούμε.

Θα μας κάνει να αισθανθούμε ζωντανοί και θα μας δείξει τον τρόπο να σκεφτόμαστε θετικά σε κάθε δυσκολία. Ένα άτομο σαν αυτό μόνο καλά έχει να μας προσφέρει. Είναι ένα δώρο για εμάς που μας δίνει την ευκαιρία να ανταλλάξουμε εμπειρίες, να κάνουμε νέα, πρωτόγνωρα πράγματα για εμάς και να μοιραστούμε μαζί του «δυνατές» στιγμές.

Στη ζωή μας τέτοια άτομα πρέπει να περιμένουμε και να αναζητάμε.
Είναι άτομα που παίζουν καθοριστικό ρόλο και μάλιστα σε πολλούς τομείς της ζωής μας. Αυτός ο τόσο ιδιαίτερος ρόλος βέβαια ίσως και να οφείλεται στο γεγονός ότι συναντιόμαστε σε μια δύσκολη χρονική στιγμή. Κάτι τέτοιο ενδυναμώνει τη σχέση μας μαζί τους και τους καθιστά απαραίτητους στη ζωή μας. Δενόμαστε μαζί τους από την πρώτη στιγμή, νιώθουμε πως τους έχουμε ανάγκη για να προχωρήσουμε, αποζητάμε την παρέα τους σε καλές και δύσκολες στιγμές μας και τους θέλουμε γενικότερα παρόντες στη ζωή μας.

Πολλές φορές είναι δύσκολο να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτούς. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να βασιζόμαστε σε αυτούς που νιώθουμε ανίκανοι να βασιστούμε σε εμάς τους ίδιους. Αυτοί όμως είναι τα άτομα που θα μας μάθουν πώς να βασιζόμαστε σε εμάς τους ίδιους ακόμη κι όταν λείπουν από τη ζωή μας. Είναι ένα από τα οφέλη που θα έχουμε από την μεταξύ μας σχέση. Είναι λογικό τέτοια άτομα να τα θέλουμε πάντα στο πλάι μας, αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε όσα διδαχτήκαμε από αυτά κι όταν αποχωριζόμαστε θα πρέπει να τα κάνουμε πράξη και να προχωράμε ακόμη κι αν είμαστε μόνοι πλέον.

Όλα όσα μοιραστήκαμε θα μας συντροφεύουν γιατί οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες ποτέ δεν χάνονται. Είναι μαθήματα που μας δίνει οι ζωή και τα άτομα με τα οποία συναναστρεφόμαστε.

Κλείνω με την ευχή να συναντήσετε ένα τέτοιο άτομο, να του δώσετε χώρο στη ζωή σας, να δεθείτε μαζί του και να προσπαθήσετε να το κρατήσετε κοντά σας γιατί ίσως να είναι πολύ πιο πολύτιμο από όσο νομίζετε!

Σημασία δεν έχει τι κοιτάς αλλά τι βλέπεις…

Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Aμέτρητες και ανεξέλεγκτες.
Στην ηρεμία της νύχτας ιδίως πολλαπλασιάζονται με τρελούς ρυθμούς. Ποια είμαι, τι κάνω, που πάω, τι θέλω; Υπαρξιακά ερωτήματα χωρίς τέλος.

Βιώνουμε μια πραγματικότητα θλιβερή, σχεδόν σχιζοφρενική.
Οικονομική κρίση, κατάρρευση αξιών, ανεργία, φτώχια, κατάθλιψη, εγκληματικότητα, πόλεμοι, άδικοι θάνατοι αθώων ψυχών… κι όμως η ζωή συνεχίζεται. Όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας αναμφίβολα μας αγγίζουν, μας επηρεάζουν, μας εξοργίζουν, μας προβληματίζουν… κι όμως η ζωή συνεχίζεται.

Επαναλαμβάνομαι το ξέρω, όχι για να το εμπεδώσουμε, αλλά για να δώσω έμφαση στην αντιφατικότητα της.

Γιατί έτσι είναι η ζωή.
Σκληρή όμως ταυτόχρονα τόσο όμορφη. Και το σημαντικότερο…δεν κάνει στάσεις. Τρέχει και πρέπει να τρέξεις κι εσύ μαζί της αλλιώς κάθεσαι στη γωνίτσα σου και την παρατηρείς.

Ο κόσμος μας άλλωστε δεν ήταν ποτέ αγγελικά πλασμένος.
Απλώς μερικά χρόνια πριν βρισκόμασταν όλοι στο δικό μας ροζ συννεφάκι καθώς η πλασματική ευημερία που ζούσαμε μας δημιουργούσε μια ασπίδα προστασίας. Όλα διαδραματίζονταν μακριά από την πόρτα μας. Τώρα πλέον όλοι (σχεδόν) νιώθουμε πιο ευάλωτοι από ποτέ. Όλα είναι ρευστά και επισφαλή.

Αυτό που έχει σημασία λοιπόν και αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η στάση μας απέναντι σε όσα συμβαίνουν.

Θα σε πάρει από κάτω ή θα το παλέψεις;
Ένα από τα πολλά που συνειδητοποιώ μεγαλώνοντας είναι ότι όσο πιο αδύναμοι νιώθουμε απέναντι στις καταστάσεις, με την έννοια ότι δεν έχουμε πια αυτό το σύνδρομο του μικρού θεού, τόσο πιο ουσιαστικές γίνονται οι μέρες μας. Τόσο πιο πολύ βίωμα μας γίνεται η περίφημη ρήση ''άδραξε τη μέρα'' που οι 30 plus πρωτοακούσαμε στην αγαπημένη ταινία "Ο κύκλος των χαμένων ποιητών" και υιοθετήσαμε ως motto στα νεανικά μας χρόνια.

Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με την αθανασία και κάθε μέρα παρά τα δεκάδες προβλήματά της είναι μια μικρή ζωή, γι' αυτό πρέπει να νιώθουμε ευγνωμοσύνη που την απολαμβάνουμε. Η ζωή μας μοιάζει μ’ έναν Μαραθώνιο δρόμο όπου σημασία έχει η συμμετοχή κι όχι η νίκη ούτε καν ο τερματισμός. Ξέρω όλα αυτά σας ακούγονται κλισέ, αλλά είναι η αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

Θα μου πείτε ότι κάποιες μέρες δεν έχετε όρεξη για «τρέξιμο». Δε θέλετε να σηκωθείτε από το κρεβάτι για να πάτε στη δουλειά. Πατάτε και ξαναπατάτε το snooze παρατείνοντας λίγο τη γλύκα του ύπνου τυλιγμένοι στα σκεπάσματά σας που σας προφυλάσσουν απ' όλα τα κακά. Εκείνες τις μέρες αντιμετωπίστε τις σαν ένα δώρο μοναδικό που έχει κάτι ξεχωριστό να σας προσφέρει. Κάθε μέρα εννοείται, αλλά εκείνες τις μέρες χρειάζεστε μια παραπάνω ώθηση.

Τι είναι αυτό το κάτι;
Δεν έχετε παρά να βγείτε έξω από το καβούκι σας για να το ανακαλύψετε. 'Όσο η μέρα ξετυλίγεται επιφυλάσσει στιγμές. 'Ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, μια υποψία φλερτ, ένα τραγούδι από ένα πλανόδιο μουσικό, η αγαπημένη σου μουσική καθ'οδόν για τη δουλειά, μια κουβέντα με ένα φίλο, ένα ποτήρι κρασί το βράδυ για να χαλαρώσεις, ένα χάδι, μια αγκαλιά. Ο καθένας ό,τι έχει, καλό είναι να το εκτιμήσει.

Πράγματα απλά που όμως δίνουν νόημα στη καθημερινότητά μας.
Άλλωστε σημασία έχει πάντα ο τρόπος. Η ζωή είναι αυτή που είναι. Μπορεί κάποιοι να είναι περισσότεροι ευνοημένοι από κάποιους άλλους, αλλά το πως θα επιλέξεις να ζήσεις τη ζωή σου είναι και λίγο έως πολύ στο χέρι σου. Η οπτική από την οποία θα την αντικρίσεις. Γιατί ο τρόπος που όλοι κοιτάζουμε είναι ο ίδιος, ωστόσο αυτό που βλέπουμε είναι διαφορετικό. Ο τρόπος που βλέπουμε τα πάντα γύρω μας αντανακλά τη σκέψη και τη διάθεσή μας.

Όλοι γνωρίζουμε το κλασικό παράδειγμα με το μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι.
Να ταξιδέψουμε και λίγο στο χρόνο; Θυμάστε όταν ήμασταν μικροί που κοιτάζαμε ψηλά στον ουρανό τα σύννεφα και λέγαμε ότι μοιάζουν με διάφορα σχήματα; Mία καρδιά, ένα σκυλάκι, ένα μπαλόνι.(Εγώ το κάνω ακόμα όταν θέλω να αποφορτιστώ). Ο καθένας έβλεπε αυτό που ήθελε. Αυτό που βλέπει ο ένας μπορεί να μην το βλέπει ο άλλος γιατί η ερμηνεία που δίνουμε στα πράγματα συνδέεται με τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις προσδοκίες και τα όνειρά μας. Επίσης κάπου διάβασα ότι η αισιοδοξία είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό που αποτελεί προνόμιο μερικών τυχερών. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη αντίληψη καθώς οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι μπορούμε να μάθουμε να είμαστε αισιόδοξοι.

Κρίνοντας από τον εαυτό μου, το προσυπογράφω. Η αισιοδοξία είναι μια κατάκτηση. Θέλει κόπο και προσπάθεια. Ίσως χρειαστεί να περάσεις μέσα από συμπληγάδες, όταν όμως καταφέρεις να ισορροπήσεις το μέσα με το έξω θα νιώσεις ένα αίσθημα ελευθερίας να σε κατακλύζει.
Θα ξυπνάς το πρωί και θα νιώθεις ήρεμος είτε η μέρα είναι ηλιόλουστη είτε βροχερή, είτε είναι χειμώνας είτε καλοκαίρι, είτε είσαι μόνος σου είτε με κάποιο άνθρωπο κοντά σου. Δεν είναι εύκολο αλλά κανένας στόχος δεν είναι εύκολος.
Τίποτα που αξίζει πραγματικά στη ζωή μας δεν επιτυγχάνεται με ευκολία και αυτό είναι που καθιστά και το ταξίδι τόσο γοητευτικό.

Ο Φόβος Της Απόρριψης

Όλοι λίγο πολύ φοβόμαστε την απόρριψη.
Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι μπαίνεις στη διαδικασία να αποδείξεις πόσο άξιος είσαι και πόσο καλά τα καταφέρνεις, αν δε φοβάσαι ότι θα σε απορρίψουν; Φαντάσου έναν κόσμο στον οποίο θα είχες αποδοχή σε ό,τι κι αν έκανες.

Αυτός ο κόσμος υπάρχει και είναι μέσα σου. Αρκεί εσύ να τον ανακαλύψεις. Αρκεί εσύ να αποδεχτείς τα κομμάτια του εαυτού σου όπως είναι. Τότε και μόνο τότε δε θα έχεις ανάγκη την αποδοχή των άλλων, γιατί τότε κάτι μαγικό θα συμβεί. Είτε οι άλλοι θα σε αποδέχονται είτε όχι, δε θα σου κάνει καμία διαφορά.

Η απόρριψη είναι ένα καθρέφτισμα των άλλων, για να σου δείξουν ότι εσύ ο ίδιος δεν αποδέχεσαι τον εαυτό σου. Έρχονται για να σου δείξουν ότι χρειάζεται να αποδεχτείς ολοκληρωτικά το Είναι σου χωρίς προσδοκίες και ιδανικά. Να πιστέψεις ότι είσαι τέλειος αυτή εδώ τη στιγμή. Να διαπιστώσεις ότι όλες οι πράξεις σου είναι τέλειες και εναρμονισμένες με όλα όσα χρειάζονται να συμβούν, τόσο για τα δικά σου μαθήματα, όσο και για τα μαθήματα των εμπλεκομένων μαζί σου.

Tα έξι στάδια της συγχώρεσης

Η συγχώρεση είναι, βέβαια, μια διαδικασία πολύ βαθύτερη και δυσκολότερη από τη συγκατάβαση μια απλής συγγνώμης, που απαιτεί στις περισσότερες περιπτώσεις να ξεπεράσουμε το αίσθημα της αδικίας, τον ανθρώπινο εγωισμό μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Οι ψυχοθεραπευτές που έχουν ασχοληθεί με τη διαδικασία αυτή μιλούν για ορισμένα στάδια που πρέπει διαδοχικά να διανύσει κανείς για να μπορέσει τελικά να συγχωρήσει πραγματικά.

1. Συνειδητοποίηση
Το πρώτο στάδιο είναι καταρχήν η συνειδητοποίηση των ίδιων μας των συναισθημάτων, του ότι αυτό που μας έκαναν με κάποιον τρόπο μας πόνεσε. Συχνά συμβαίνει να προσπερνάμε κάτι πείθοντας τον εαυτό μας ότι «Δεν έγινε τίποτα», «Σιγά μην ασχοληθώ», «Μια χαρά είμαι». Για να αποφεύγουμε τον πόνο και την απογοήτευση, έχουμε αναπτύξει ένα σωρό «τεχνικές»: ξεχνάμε, εκλογικεύουμε, εξωραΐζουμε. Προστατεύουμε έτσι τον εαυτό μας από έντονα δυσάρεστα συναισθήματα, κάτι που μας είναι απαραίτητο για να επιβιώνουμε. Όταν κάτι πονάει πολύ, κάνουμε σαν να μη συνέβη. τουλάχιστον έως τη στιγμή που είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι εύκολο να βγούμε από αυτή τη «λήθη», γιατί είναι πολύ πιο ­βολικά έτσι. Δυστυχώς, όμως, αυτό το πάγωμα του συναισθήματος συνήθως γενικεύεται και υπάρχει ο κίνδυνος να παγώσουν όλα μας τα συναισθήματα.

2. Αποτίναξη των ενοχών
Το δεύτερο στάδιο έχει να κάνει με τις ενοχές. Σχεδόν πάντα, όταν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο μας έχει βλάψει, κάπου μέσα μας υπάρχει η αίσθηση ότι φταίξαμε. Με αυτό τον τρόπο, αισθανόμαστε ότι έχουμε έναν έλεγχο της κατάστασης, ότι δεν είμαστε εντελώς εκτεθειμένοι στις βουλές και τις διαθέσεις του άλλου, στο τυχαίο, στη μοίρα. Μια γυναίκα που την παράτησε ο άνδρας της για μια άλλη, ρίχνοντας την ευθύνη στον εαυτό της, λέγοντας «Αν δεν τον πίε­ζα τόσο πολύ, δεν θα είχε φύγει», διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα ήταν στο χέρι της, έστω κι αν έχασε την ευκαιρία. Οι ενοχές, όμως, δυστυχώς δεν οδηγούν πουθενά, είναι αυτοκαταστροφικές και υπονομεύουν την αυτοεκτίμησή μας.

3. Θυματοποίηση τέλος!
Το τρίτο στάδιο είναι αυτό της απομά­κρυνσης από το ρόλο του θύματος.
Αυτό το στάδιο είναι πολύ σημαντικό, αλλά και ιδιαίτερα δύσκολο. Ο ρόλος του θύματος είναι από τους πιο «βολι­κούς», έστω κι αν ο τρόπος με τον οποίο μπήκαμε στο ρόλο αυτό ήταν οδυνηρός. Το να παραμένει κανείς θύμα έχει μια παράξενη «ευχαρίστηση»: υπάρχει πάντα ένας λόγος να μην αναλαμβάνει ευθύνες, να μη διεκ­δικεί, να μην προχωρά, να περιμένει την κατανόηση και τη φροντίδα των άλλων («Ο πατέρας μου ήταν ένας ανεύθυνος, που μας παράτησε όταν ήμουν μικρή… Πώς θα μπορέσω εγώ να σταθώ στα πόδια μου, τη στιγμή που αυτός που έπρεπε να με στηρίξει, να με ενθαρρύνει, δεν το έκανε ποτέ;»). Ο ρόλος αυτός, ιδιαίτερα όταν κανείς τον έχει υιοθετήσει για πολύ καιρό, απαιτεί μεγάλη προσπάθεια για να αποβληθεί. Διαφορετικά, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε συγχώρεση ούτε προσωπική ανάπτυξη.

4. Αναγνώριση του θυμού μας
Το τέταρτο στάδιο είναι το στάδιο της έκφρασης της αποδοκιμασίας και της οργής. Δεν είναι απαραίτητο αυτό να συμβεί ενώπιον του «θύτη», είναι όμως αναγκαίο να αναγνωρίσουμε και να μπορέσουμε να εκφράσουμε με λόγια το θυμό μας γι’ αυτό που μας έκανε: «Αν τον ξανασυναντού­σα, θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο, να τον κάνω να πονέσει όσο πόνεσα εγώ», «Φαντάζομαι τον εαυτό μου να τη βρίζει και να τη χαστουκίζει για να καταλάβει τι σήμαινε για μένα αυτό που έκανε τότε». Είναι παράξενο, αλλά η φάση αυτή, που μοιάζει σαν ένα «ζωντάνεμα» των συναισθημάτων, πολλές φορές φέρνει στην επιφάνεια και τα θετικά συναισθήματα, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πόσο σημαντικός ήταν ή εξακολουθεί να είναι ο άνθρωπος αυτός για εμάς.

5. Πρόσωπο με πρόσωπο
Το πέμπτο στάδιο είναι αυτό του «ξεκαθαρίσματος» πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλον. Κατά κάποιον τρόπο είναι προαιρετικό. Πολλές φορές η ζωή μας έχει απομακρύνει εντελώς από ορισμένα πρόσωπα και δεν είναι απαραίτητο να τα αναζητήσουμε για να τους πούμε τι νιώθουμε.
Η συγχώρεση αφορά πρώτα απ’ όλα εμάς τους ίδιους και μπορεί να δοθεί ακόμη κι αν δεν ξαναδούμε ποτέ τον άνθρωπο που μας «έβλαψε» και που τώρα συγχωρούμε. Παρ’ όλα αυτά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σημαντι­κές σχέσεις (γονείς, στενοί συγγενείς, αδερφικοί φίλοι), μπορεί να νιώσουμε την ανάγκη να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί τους και να τους εξηγήσουμε τι νιώθουμε.

6. «Άφεση» και λύτρωση
Το τελευταίο στάδιο είναι η ίδια η συγχώρεση και δεν περιγράφεται εύκολα, απλούστατα γιατί ο καθένας την αισθάνεται με διαφορετικό τρόπο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, πάντως, τη βιώνουν ως μια εσωτερική λύτρωση και ανακούφιση, όπως όταν τακτο­ποιούμε ένα δωμάτιο του σπιτιού μας που για πολύ καιρό ήταν βρόμικο, ακατάστατο και γεμάτο άχρηστα αντι­κείμενα που μας έπιαναν το χώρο. Φυσικά, η διαδικασία αυτή δεν γίνεται συνειδητά και κατόπιν λογικής απόφασης, ούτε ξυπνάμε μια μέρα και λέμε: «Τώρα ξεκινώ με το πρώτο στάδιο». Συχνά χρειάζεται να περάσουμε πολύ καιρό κρατώντας μέσα μας την αίσθηση της αδικίας γι’ αυτό που μας έκαναν, είτε γιατί ο θυμός είναι τόσο μεγάλος που δεν μπορούμε να τον ξεπεράσουμε είτε γιατί είναι προτιμότερο να μη σκαλίζουμε τα πράγματα γιατί ξέρουμε ότι θα πονέσουμε.

Πολλές φορές, κάποιο συμβάν ή κάποια αλλαγή στη ζωή μας ­ενεργοποιεί μέσα μας τη διαδικασία της συγχώρεσης σαν μια ανάγκη να απαλλαγούμε από φορτία του παρελθόντος που σκιάζουν και το παρόν. Η Χριστίνα το περιγράφει κάπως έτσι: «Δεν ήταν τυχαίο ότι ένιωσα έτσι σε αυτή τη χριστουγεννιάτικη συνάντηση με την αδερφή μου. Είχαμε αποφασίσει, μισό χρόνο πριν, με τον άνδρα μου να κάνουμε παιδί, αλλά είχα μια αποβολή. Αυτό μου κόστισε και με φόβισε αρκετά και, δεν ξέρω γιατί, με έκανε να σκεφτώ πολύ την αδερφή μου, τι σήμαινε για μένα, αν ήθελα να υπάρχει στη ζωή μου αντί να είμαστε σαν δύο ξένες.

Νομίζω πως τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχα πονέσει και, περιέργως, ταυτόχρονα άρχισα να συγχωρώ.

Ποιος πραγματικά είμαι;

Πίσω από την κουρτίνα του μυαλού σου, βρίσκεται η αναγνώριση του εαυτού σου.
Ποιος είμαι; με ρωτάς.
Είσαι αυτός που είσαι και βλέπεις ότι μπορείς να δεις ή ότι θες να δεις ότι είσαι. Αλήθεια ποιος θες να είσαι; Μήπως είσαι αυτό που θες να βλέπεις σε εσένα και αυτό που δεν σου αρέσει το κρύβεις επιμελώς από τους άλλους και από εσένα τον ίδιο;
Ναι είσαι και τα δυο αυτά κομμάτια σου μαζί. Είσαι αυτά που θαυμάζεις σε εσένα και είσαι και όλα αυτά που απεχθάνεσαι στον εαυτό σου. Είσαι αυτή η ένωση! Όμως εσένα δεν σου αρέσει να είσαι εκείνα τα κομμάτια που αηδιάζεις μαζί τους και έτσι παραμένεις μισός. Αναγνωρίζεις μόνο τα καλά και κρύβεις κάτω από το “χαλί” όσα σου καταστρέφουν τον θαυμάσιο εαυτό που θες να παρουσιάζεις.
Και όμως πότε θα καταλάβεις ότι αν δεν αποδεχθείς, αν δεν αγκαλιάσεις όλα αυτά που μισείς να είσαι πάντα θα μένεις μισός;
Ναι μισός, με δυσκολία να προσδιορίσεις την ταυτότητα σου, γιατί αγνοείς όλα τα κομμάτια σου και αρνείσαι να τα συνθέσεις.

Να θυμάσαι πως, ότι δεν συγχωρείς σε εσένα, θα μετατρέπεται σε σκιά, σε φάντασμα και θα σε σαμποτάρει. Μην το κάνεις αυτό, μην μάχεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, μην ακρωτηριάζεσαι. Ποτέ δεν θα είσαι ολόκληρος όσο δεν προσπαθείς να συνθέσεις όλα τα κομμάτια σου. Θυμήσου ότι για να ολοκληρώσεις ένα παζλ χρειάζεται όλα τα κομμάτια να μπουν στην σωστή θέση, όχι μόνο αυτά που σου αρέσουν, αλλά όλα. Μάζεψε λοιπόν όλα τα κομμάτια του πάζλ του εαυτού σου και αυτά που έχεις αποκηρύξει και τοποθέτησε τα εκεί που πρέπει. Τότε και μόνο τότε θα είσαι έτοιμος να αναγνωρίσεις αυτό που είσαι, αυτός που είσαι, αυτός που πραγματικά είσαι και όχι ότι ήθελες να πιστεύεις ότι είσαι.
Ναι χρειάζεται θάρρος για να το κάνεις αυτό και πονάει. Πονάει τι όμως; Πονάει η ψεύτικη εικόνα του εαυτού που είχες φτιάξει, πονάει γιατί καταρρέει. Αλλά δεν την χρειάζεσαι πια. Αν θέλεις να λύσεις το μυστήριο του ποιος είσαι, δεν χρειάζεσαι τίποτα ψεύτικο στις αποσκευές σου, γιαυτό άφησε τα να καταρρεύσουν.
Μετά από διαδοχικές αναγνωρίσεις και καταρρεύσεις, θα ξυπνήσεις μια μέρα και θα είσαι ικανός να ατενίζεις το μέλλον με σιγουριά και αισιοδοξία, γνωρίζοντας επαρκώς ποιος είσαι και τι θες. Γιατί μόνο τότε θα γνωρίζεις αληθινά τι πραγματικά θες.

Πώς να Γίνετε Τέλειοι (και να Πάψετε να Είστε Τελειομανείς)

Σε όλες τις περιπτώσεις ανεξαιρέτως, η ψυχαναγκαστική αναζήτηση της «τελειότητας» αποδεικνύεται ένας δυσπροσαρμοστικός τρόπος να ζει κανείς.

Όσοι αγωνιζόμαστε να κατασκευάσουμε μια «τέλεια» εικόνα για τον εαυτό μας, κατά βάθος το ξέρουμε ότι η ανάγκη να είμαστε και να φαινόμαστε τέλειοι περιορίζει τη ζωή μας και δυσχεραίνει τις σχέσεις μας.
Αν θέλουμε να «θεραπευτούμε» από την τελειοθηρία θα πρέπει να μετακινηθούμε από μια θέση όπου προσπαθούμε να τελειοποιήσουμε τον εαυτό μας σε μία θέση αποδοχής της ανθρώπινης «φύσης» μας.
Είναι μια μετακίνηση πολύπλοκη και χρονοβόρα, αλλά είναι η μόνη ελπίδα να απαλλαγούμε από τη βασανιστική τελειοθηρική αίσθηση ότι όσο και να προσπαθούμε ποτέ δεν είμαστε αρκετά καλοί.

6 ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΑ ΝΙΩΣΕΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΔΗ ΕΙΣΤΕ
Επειδή η τελειοθηρία είναι αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων που αλληλεπιδρούν, μια ολοκληρωμένη «θεραπευτική» προσέγγιση θα πρέπει να προσιδιάζει σε ολομέτωπη επίθεση.

1. Αναγνώριση των τελειοθηρικών τάσεων
Το βασικό πρώτο πλήγμα στην τελειοθηρία είναι η αναγνώρισή της.
Και αυτό γιατί, πολύ συχνά, ενώ είμαστε «τελειομανείς» δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας ως τέτοιο.
Συνήθως εκλογικεύουμε την τελειοθηρία μας υποστηρίζοντας ότι μας αρέσει να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε ή να είμαστε προετοιμασμένοι και αποτελεσματικοί, συσκοτίζοντας έτσι την εξάντληση που μας προκαλεί η αγωνία της «τελειότητας».
Άλλες φορές πάλι, αντιλαμβανόμαστε την τελειοθηρία ως προτέρημα και απαντάμε με καμάρι ότι είμαστε «τελειομανείς» όταν, για παράδειγμα, μας ρωτούν ποιο είναι το ελάττωμά μας σε μια συνέντευξη εργασίας.
Ακόμα και όταν αναγνωρίζουμε τις καταστρεπτικές επιπτώσεις της, συνήθως υποθέτουμε ότι αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας – ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται».
Η παγίδα είναι ότι τα υποτιθέμενα «καλά» της τελειοθηρίας πάντοτε αποβαίνουν αρνητικά γιατί υποχρεωτικώς συνοδεύονται από υπερβολική ανησυχία για ενδεχόμενα λάθη και αρνητικές αξιολογήσεις.
Έτσι προκύπτει το παράδοξο: Ενώ φαίνεται ότι η τελειοθηρία υποκινείται από την ανάγκη για επιτυχία, η αγωνία για την «τελειότητα» παρεμβαίνει στην απόδοσή μας και γίνεται τελικά ο ίδιος παράγοντας που εμποδίζει την επιτυχία.
Ένας πρόσθετος λόγος που η αναγνώριση των τελειοθηρικών τάσεων αποδεικνύεται δύσκολο έργο, είναι η μεγάλη μας ικανότητα να κρύβουμε τη δυσφορία μας.Απομακρύνουμε τις σκέψεις ανησυχίας, απελπισίας ή κατάθλιψης επειδή δεν ταιριάζουν με την «τέλεια» εικόνα που προσπαθούμε να προβάλουμε.
Η «ομολογία» ότι αντιμετωπίζουμε προβλήματα ή ότι χρειαζόμαστε βοήθεια εγγράφεται στο μυαλό μας ως κάποιου είδους «ατέλεια», «ανικανότητα» ή «αποτυχία».
Επομένως, το πρώτο και ίσως δυσκολότερο βήμα της διαδικασίας είναι να κάμψουμε τις αντιστάσεις και να παραδεχτούμε ότι ο κύριος λόγος που δεν είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας και τη ζωή μας, είναι η τελειοθηρία μας.

2. Τροποποίηση της αίσθησης που έχουμε για τον εαυτό μας
Η άμεση επίθεση στην τελειοθηρία με στόχο την απαλλαγή από τα «συμπτώματα» χωρίς ταυτόχρονη καταπολέμηση των αισθήσεων που την υποκινούν, είναι συνήθως μάταιη.
Οι διάφορες συμβουλές, όπως η παραίνεση να θέσουμε ρεαλιστικότερα στάνταρ, αποδεικνύονται αναποτελεσματικές γιατί αφήνουν ανέγγιχτη την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας.
Το ζητούμενο είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου δεν θα έχουμε πλέον ανάγκη την τελειοθηρία και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν τροποποιήσουμε ή διευρύνουμε την αυτοεικόνα μας.
Το στοιχείο – κλειδί είναι να συμφιλιωθούμε με αυτό που είμαστε και να αποδεχτούμε ότι ούτε είμαστε ούτε μπορούμε να γίνουμε «τέλειοι» και ότι αυτό είναι εντάξει.
Πρέπει να «χωρέσουμε» μέσα μας την ιδέα ότι είμαστε πολλά πράγματα μαζί και ότι δεν περιοριζόμαστε σε μία από δύο αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες. Ότι όπως όλοι οι άνθρωποι είμαστε συγχρόνως καλοί και κακοί, όμορφοι και άσχημοι, έξυπνοι και ανόητοι.
Ναι, μιλάμε για περισσότερη αυθεντικότητα – για μία κατάσταση της ύπαρξης όπου τολμούμε να είμαστε όλα όσα είμαστε χωρίς ανάγκη να βασιζόμαστε σε κάποιο προσωπείο. Όπου δίνουμε την άδεια στον εαυτό μας να εγκαταλείψει τη μάταιη προσπάθεια για το ανέφικτο και να επιλέξει να υπάρχει με έναν διαφορετικό τρόπο στον κόσμο.
Έναν τρόπο που περιλαμβάνει αποδοχή για το τρωτό και αδύναμο κομμάτι μας, το δικαίωμα να μην επιτύχουμε τους υψηλούς στόχους μας και το θάρρος να παραδεχτούμε ότι κάνουμε λάθη ή ότι έχουμε άγνοια.
Περιλαμβάνει ακόμα την ικανότητα να γελάμε με τον εαυτό μας και να διακρίνουμε την αστεία πλευρά των πραγμάτων, αλλάζοντας γρήγορα προοπτική όταν κάτι δεν εξελίσσεται όπως το περιμένουμε.
Θα χρειαστεί προφανώς να γίνουμε περισσότερο επιεικείς κι ευγενικοί με τον εαυτό μας. Να σιωπήσουμε την επικριτική φωνή στο κεφάλι μας που βλέπει παντού ελαττώματα, να «συγχωρήσουμε» τον εαυτό μας που δεν είναι «τέλειος» και να τον αγκαλιάσουμε για τις «αποτυχίες» του.
Όταν καταφέρουμε να βασίσουμε την αυτοεκτίμησή μας στην αυθεντικότητα των σκέψεων και συναισθημάτων μας παρά στην κατοχή συγκεκριμένων ιδιοτήτων ή ποιοτήτων, η αγωνία θα υποχωρήσει και θα αρχίσουμε να νιώθουμε καλύτερα.
Το στοίχημα είναι να εγκαταλείψουμε τη διαστρεβλωμένη ιδέα ότι για να εκτιμήσει κάποιος τον εαυτό του θα πρέπει να τον τελειοποιήσει αντί να τον αποδεχτεί όπως είναι και να αρχίσουμε να φλερτάρουμε με την ιδέα ότι παρά τις όποιες «ατέλειές» μας είμαστε άξιοι να αγαπηθούμε.
Είναι κλισέ, αλλά τα «ελαττώματα» που έχουμε δεν μας κάνουν «ελαττωματικούς», είναι απλώς μέρος του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος.
Και το ότι κανένας άνθρωπος στον κόσμο δεν κατέχει τον δικό μας ιδιαίτερο συνδυασμό χαρακτηριστικών, παρόλο που δεν μας κάνει «τέλειους», μας κάνει μοναδικούς.

3. Τροποποίηση της αίσθησης που έχουμε για τους άλλους
Μεγάλο μέρος των τελειοθηρικών συμπεριφορών μας υποκινείται από τις διαπροσωπικές μας ανάγκες.
Πιστεύουμε ότι η «τελειότητα» είναι το μέσο για να εξασφαλίσουμε την αποδοχή και το νοιάξιμο των άλλων. Αγωνιζόμαστε να καλύψουμε τις «ατέλειές» μας και προσαρμοζόμαστε σε όσα φανταζόμαστε ότι αποζητούν εκείνοι προκειμένου να τους «κερδίσουμε» και να αποφύγουμε την αποδοκιμασία.
Μάλλον πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο σημαντική για την αίσθηση της αξίας μας είναι η επιδοκιμασία των άλλων και μέχρι ποια άκρα είμαστε διατεθειμένοι να πάμε πριν αποφασίσουμε να βάλουμε κάποιο όριο.
Σύμφωνοι, με την οριοθέτηση είναι πιθανόν να μην αρέσουμε σε όλους, αλλά η άρνηση να γίνουμε όπως μας θέλουν οι άλλοι και η άνεση να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας όπως ακριβώς είναι, μας κάνει να φοβόμαστε λιγότερο το πλησίασμα και ανοίγει τον δρόμο γιαπερισσότερο γνήσιες και αυθεντικές σχέσεις.
Όσο πιο αληθινοί είμαστε, τόσο περισσότερο μειώνεται το άγχος που μας προκαλούν οι συναναστροφές και τόσο περισσότερο αυξάνεται το θάρρος μας να εμπιστευτούμε.
Έτσι κι αλλιώς, η αποδοκιμασία, η απόρριψη και η εγκατάλειψη είναι αναπόσπαστα μέρη της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης.
Πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα να «αποτύχουμε» ως φίλοι ή σύντροφοι και να πληγώσουμε ή απογοητεύσουμε κάποιον, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξαφανιζόμαστε από τη ζωή των ανθρώπων ούτε σημαίνει ότι είμαστε ανίκανοι να αγαπήσουμε ή ότι δεν αξίζουμε την αγάπη.
Οι σχέσεις μας με τους άλλους δεν είναι εξετάσεις – είναι μια ευκαιρία για μοίρασμα ή διεύρυνση και όχι κάτι στο οποίο πρέπει να έχουμε «τέλεια» επίδοση.
Εξάλλου, όσο και να ελέγχουμε την εικόνα μας, οι άλλοι πάντοτε σχηματίζουν κάποια γνώμη για εμάς, αλλά είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε σε ποιο βαθμό αυτή η γνώμη αποτελεί κρίση για την αξία μας.
Από την άλλη, το να προσπαθούμε να επιβάλλουμε την τελειοθηρία μας στους άλλους και να τους πιέζουμε να ταιριάξουν με το δικό μας μοντέλο λειτουργίας του κόσμου, είναι ευθεία άσκηση ελέγχου.
Τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ανάγκη για έλεγχο σχετίζεται περισσότερο με τους δικούς μας φόβους και λιγότερο με τους ανθρώπους που προσπαθούμε να ελέγξουμε, θα καταφέρουμε ίσως να τους αποδεχτούμε και εκτιμήσουμε γι’ αυτό που είναι, χωρίς να προσπαθούμε να τους αλλάξουμε ή να τους «φτιάξουμε».
Εξάλλου, οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι ανεξάρτητα από το πώς αισθανόμαστε εμείς ότι θα έπρεπε να είναι και, μάλιστα, είναι μοναδικοί σε αυτό που είναι.
Όταν το καταλάβουμε αυτό συνήθως μετριάζεται η ανάγκη μας να είμαστε καλύτεροι ή ανώτεροι από εκείνους και μπορούμε να σχετιστούμε μαζί τους από μια θέση ισοτιμίας.
Τότε είναι που βρίσκουμε αληθινούς συντρόφους, αντί για μια στρατιά από οπαδούς ή θαυμαστές – ανθρώπους δηλαδή με τους οποίους δεν έχουμε τη διάθεση να συγκριθούμε, αλλά να συνδεθούμε σε συνθήκες αμοιβαίας αποδοχής.
Τέτοιου τύπου σχέσεις μπορούν να αποβούν «θεραπευτικές», υπό την έννοια ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίδοτο στις σχέσεις αποδοχής υπό όρους που βιώσαμε στο παρελθόν και μας οδήγησαν αρχικά στην τελειοθηρία.
Προϋπόθεση για να συμβούν όλα αυτά, είναι να αντισταθούμε στην τάση μας να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που έχουν τελειοθηρικές προσδοκίες από εμάς. Προφανώς αισθανόμαστε οικεία σε τέτοιες σχέσεις, αλλά αν δεν σπάσουμε το φαύλο κύκλο, θα πέφτουμε μονίμως στην παγίδα να νιώθουμε ανεπαρκείς και να προσπαθούμε να αποδείξουμε την αξία μας.
Τα καλά νέα είναι ότι όσο περισσότερο ενισχύουμε την αυτοεκτίμησή μας, τόσο περισσότερο μας ελκύουν και ελκύουμε ανθρώπους που, χωρίς να είναι «τέλειοι» ή να έχουν την απαίτηση να είμαστε εμείς «τέλειοι», μοιράζονται μαζί μας την επιθυμία να είμαστε «τέλειοι» ο ένας για τον άλλον.

4. Ανανέωση επιστημολογικού και πολιτικού μοντέλου
Πρέπει να καταλάβουμε ότι η κοσμοθεωρία μας είναι ανορθολογική – προσπαθούμε να κατακτήσουμε το τέλειο μέσα σε ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν είναι τέλειο.
Επιστημολογικά είμαστε παρωχημένοι.
Η ανάλυση, μέτρηση και αξιολόγηση που χρησιμοποιούμε και υμνούμε ως «τελειομανείς», είναι τα κεντρικά χαρακτηριστικά μιας μάλλον ξεπερασμένης μηχανιστικής οπτικής για το πώς λειτουργεί ο κόσμος.
Η έννοια της τελειότητας, ως επινόηση της νεωτερικότητας, υποθέτει μια γραμμική αντίληψη για την ιστορία όπου τα πράγματα συνδέονται με συγκεκριμένες αιτιώδεις σχέσεις και όπου όλα βαίνουν νομοτελειακά προς μεγαλύτερη πρόοδο.
Το θέμα είναι ότι τα φυσικά ή κοινωνικά φαινόμενα και πόσο μάλλον ο άνθρωπος, λειτουργούν με περισσότερο απρόβλεπτους και πολύπλοκους τρόπους από ό,τι ίσως θα μας βόλευε, ενώ πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει ασφαλής πρόβλεψη, απόλυτος έλεγχος και απόλυτες σταθερές.
Εκτός από αυτό, πολιτικά είμαστε συντηρητικοί.
Η ιδέα ότι οι ικανότητες και η σκληρή δουλειά είναι τα αποκλειστικά διαβατήρια της επιτυχίας, είναι μια πολιτικά αναχρονιστική και ελιτίστικη θέση.
Προκειμένου να νιώσουμε ασφαλείς, φαίνεται να επιλέγουμε να πιστέψουμε ότι ο κόσμος είναι δίκαιος – ότι οι «καλοί» και «άξιοι» ανταμείβονται σε αυτή τη ζωή, ενώ οι «κακοί» ή «ανάξιοι» δικαίως περιθωριοποιούνται.
Έστω άθελά μας, προσυπογράφουμε τον κοινωνικό δαρβινισμό νομιμοποιώντας την επικράτηση του «ισχυρότερου» ή «ικανότερου» και με αυτό τον τρόπο, όντας «τελειομανείς», παρέχουμε απλόχερα στήριξη στο υφιστάμενο στάτους κβο.
Θύματα οι ίδιοι της φιλοσοφίας μας, αγωνιζόμαστε να γίνουμε «τέλειοι» με βάση κοινωνικά προσδιορισμένα στάνταρ, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι όλα περνούν από το χέρι μας – ότι αν προσπαθήσουμε αρκετά θα καταφέρουμε να φτάσουμε στην «κορυφή». Είναι τέτοια η αγωνία μας, που ούτε υπολογίζουμε τους περιορισμούς των εκάστοτε κοινωνικών συνθηκών ούτε αμφισβητούμε την ίδια την έννοια της «κορυφής» που επίσης είναι κοινωνικά προσδιορισμένη.
Η «τέλεια» δουλειά, η «τέλεια» σχέση, το «τέλειο» σπίτι, ο «τέλειος» γάμος, η «τέλεια» ζωή εν τέλει, καθώς και τα αντίθετά τους, είναι όλα κοινωνικές κατασκευές.
Αντί να εξετάσουμε κριτικά τα είδωλα που προσκυνούμε και να σκεφτούμε ότι για την έλλειψη ικανοποίησης που νιώθουμε πιθανόν φταίνε τα «ιδανικά» που μας έχουν επιβληθεί, υιοθετούμε και εμπιστευόμαστε τυφλά ένα δοσμένο μοντέλο περί «σωστού» και επιβεβλημένου τρόπου να ζει κανείς.
Αλήθεια όμως, πώς ορίζονται η «τελειότητα» και η «μη τελειότητα»; Και, κυρίως, ποια αυθεντία ή ποια εξουσία τις ορίζει; Ποιος αποφασίζει, ας πούμε, για τον «τέλειο» σωματότυπο που προσπαθούμε να κατακτήσουμε; Τελικά, ζούμε με βάση τις δικές μας επιθυμίες ή με βάση τους όρους και τις αξίες των άλλων;
Ξοδεύουμε τη ζωή μας κυνηγώντας φαντάσματα κι επειδή αυτή η προσπάθεια είναι αδύνατον να έχει τέλος, ποτέ δεν ησυχάζουμε και ποτέ δεν είμαστε ευχαριστημένοι.
Μιλάμε για την «τέλεια» αυτοϋπονομευτική συμπεριφορά – η τελειοθηρία μας καθιστά άκαμπτους και δυσλειτουργικούς, τη στιγμή που η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που εξασφαλίζουν την επιβίωση.
Δηλαδή, η εμμονή με την «τελειότητα» όχι απλώς στερείται εγκυρότητας ή νοήματος, αλλά είναι σχεδόν έγκλημα ενάντια στη ζωή.

5. Μετακίνηση από την τάξη στο χάος
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια αλλαγή παραδείγματος – έναν διαφορετικό τρόπο να υπάρχουμε και να βλέπουμε τον κόσμο.
Είναι αφέλεια να πιστεύουμε ότι μπορούμε να φτάσουμε σε μία τελική κατάσταση επιτυχίας, ευτυχίας ή τελειότητας κι εκεί να μείνουμε για πάντα – η ζωή δεν λειτουργεί έτσι.
Η ζωή είναι μια αέναη διαδικασία με σκαμπανεβάσματα και εμείς συνεχώς μαθαίνουμε και αλλάζουμε μέσα από τις εμπειρίες μας.
Η πρόκληση είναι να επιτρέψουμε στους ανθρώπους και τα πράγματα να είναι όπως είναι και απλώς να υπάρχουμε χωρίς να προσπαθούμε συνεχώς να κάνουμε κάτι.
Θα χρειαστεί να εγκαταλείψουμε την τελειοθηρική λογική του «όλα ή τίποτα» και να μάθουμε να σκεφτόμαστε με διαβαθμίσεις και αποχρώσεις.
Με εξαίρεση συγκεκριμένες καταστάσεις (για παράδειγμα, το αν θα πηδήξουμε από ένα κινούμενο τρένο), τα περισσότερα πράγματα στη ζωή είναι σχετικά.
Το αντίθετο του αδύναμου δεν είναι το δυνατός, ούτε του αποτυχημένου το επιτυχημένος. Ακόμα και οι πιο έξυπνοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν τις μεγαλύτερες χαζομάρες κάποιες φορές, αλλά προφανώς παραμένουν έξυπνοι.
Το ζητούμενο είναι να βάλουμε την τελειοθηρία μας σε προοπτική. Να αμφισβητήσουμε την πεποίθησή μας πως οτιδήποτε κάτω από το 100% είναι μηδέν και α αναρωτηθούμε πόσο σημαντικό είναι το καθετί κι αν όλα τα πράγματα έχουν την ίδια σημασία ή μεγάλη σημασία.
Η σαλάτα μας θα είναι το ίδιο νόστιμη ακόμα και αν δεν κόψουμε ισομερώς τα λαχανικά και τα βιβλία μας θα είναι το ίδιο ενδιαφέροντα ή χρήσιμα ακόμα και αν δεν είναι αρχειοθετημένα ανά κατηγορία ή θέμα.
Πρέπει να κατασκευάσουμε μια περισσότερο ολιστική εικόνα για τον εαυτό μας και το ρόλο μας στη ζωή και κυρίως να αποσυνδέσουμε την αίσθηση της αξίας μας από την όποια απόδοσή μας.
Όσο προσπαθούμε να αποδείξουμε την αξία μας διαμέσου μιας ατέλειωτης ακολουθίας εξωτερικών επιτευγμάτων, ποτέ δεν πρόκειται να νιώσουμε πραγματική ικανοποίηση. Όσο βασίζουμε την αυτοεκτίμησή μας σε πράγματα που βρίσκονται έξω από εμάς, απλώς θα ενισχύουμε το αυτοτροφοδοτούμενο μοντέλο αρνητικότητας που μας διακρίνει.
Κάποια στιγμή, θα πρέπει να εμπιστευτούμε αρκετά τον εαυτό μας και τον κόσμο ώστε να πούμε: «Θα κάνω απλώς το καλύτερο που μπορώ κι ό,τι είναι να γίνει ας γίνει».
Διαφορετικά, η ζωή θα συνεχίσει να μας προσπερνάει ενώ εμείς, φυλακισμένοι σε ένα ναρκισσιστικό κέλυφος, θα πασχίζουμε να τελειοποιήσουμε τον εαυτό μας – μέχρι τουλάχιστον να εξαντληθούμε ή να αρρωστήσουμε.
Ακούγεται παράδοξο, αλλά τελικά είναι αυτοκαταστροφικό να αφιερώνει κανείς όλες τις ψυχικές του δυνάμεις στον εαυτό του.

6. Μετακίνηση από τη στασιμότητα στην κίνηση
Η τελευταία πράξη της διαδικασίας απεξάρτησης από την τελειοθηρία, είναι η μετακίνηση από το μέσα στο έξω – η απόφαση επιτέλους να ζήσουμε και να νιώσουμε καλά για τον εαυτό μας.
Είναι το σημείο όπου σταματάμε να αναβάλουμε τη ζωή μας για όταν όλα θα είναι «τέλεια» ή για όταν εμείς θα είμαστε «τέλειοι» και κάνουμε κάτι αυτή τη στιγμή – οτιδήποτε και αν είναι αυτό.
Αφήνουμε το σπίτι βρώμικο και το γραφείο άνω κάτω και βγαίνουμε έξω απεριποίητοι. Λέμε στον άνθρωπο που μας ενδιαφέρει ότι τον αγαπάμε, κάνουμε εκείνο το τηλεφώνημα που φοβόμαστε να κάνουμε και γράψουμε το βιβλίο που χρόνια προσπαθούμε να γράψουμε.
Το κυριότερο είναι ότι παίρνουμε αποφάσεις ανεξάρτητα από το αν θα τις εγκρίνουν οι άλλοι.
Βρίσκουμε το κουράγιο και την αυτοπεποίθηση να πούμε «αυτό είναι που θέλω να κάνω»χωρίς να προσπαθούμε να ευχαριστήσουμε τους πάντες και χωρίς να ξοδεύουμε πολύτιμη ενέργεια προσπαθώντας να μαντέψουμε τι θέλουν εκείνοι.
Συνειδητοποιούμε ότι κάποια πράγματα πρέπει απλώς να γίνουν, δεν είναι απαραίτητο να γίνουν «τέλεια» ούτε είναι απαραίτητο να γίνουν μόνο αν μπορούν να γίνουν «τέλεια».
Καταλαβαίνουμε πλέον ότι ο μόνος τρόπος για να μην κάνουμε λάθη είναι να μένουμε στάσιμοι και να κάνουμε τα ίδια γνώριμα πράγματα ξανά και ξανά.
Από τη στιγμή που δεν είμαστε χειριστές βομβών ή εκπαιδευτές αλεξιπτωτιστών, αποδεχόμαστε ότι τα λάθη δεν είναι καταστροφή κι ότι όχι μόνο συμβαίνουν, αλλά ότι ίσως πρέπει να συμβαίνουν.
Γινόμαστε περισσότερο ανοιχτοί στις νέες εμπειρίες και δοκιμάζουμε καινούργια πράγματα, ζώντας πλήρως στο εδώ και τώρα, χωρίς να μεμψιμοιρούμε για το παρελθόν ή να ανησυχούμε για το μέλλον.
Γιατί μέχρι να απεγκλωβιστούμε από την τελειοθηρία, δεν είμαστε πραγματικά ελεύθεροι να ζήσουμε στο παρόν. Όσο ασχολούμαστε συγχρόνως με την αξιολόγηση και επίκριση του εαυτού μας, είναι αδύνατον να συμμετάσχουμε πλήρως έστω και σε μία απλή συζήτηση με φίλους.
Κάθε στιγμή που ξοδεύουμε απορροφημένοι στις τελειοθηρικές σκέψεις μας, είναι μια στιγμή που επιλέγουμε να μην είμαστε παρόντες στη ζωή μας – είναι μία ακόμα χαμένη πολύτιμη εμπειρία.
Τελικά, ο χειρότερος εχθρός της τελειοθηρίας είναι η πραγματικότητα.
Η επιτυχία στη ζωή δεν βασίζεται στο να κάνουμε τα πάντα σωστά όπως μας έχει παραμυθιάσει η τελειοθηρία, αλλά εξαρτάται κυρίως από το πώς διαχειριζόμαστε τα πράγματα όταν κάνουμε λάθος.
Κάποια στιγμή, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις, να αποδεχτούμε άβολες αλήθειες και να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Η ζωή έχει αμφιθυμία, αβεβαιότητα και ανατροπές και αυτό που αξιώνει από εμάς στα δύσκολα, δεν είναι να είμαστε «τέλειοι», αλλά η πιο ευέλικτη, δημιουργική και παθιασμένη εκδοχή του εαυτού μας.

ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ
Είστε ήδη τέλειοι έτσι ακριβώς όπως είστε.
Και αν προκύψει λόγος σοβαρός ή έχετε τη διάθεση, πάντοτε υπάρχει περιθώριο για βελτίωση.

Οι ηθικές δυνάμεις στον άνθρωπο – O άνθρωπος, καλός ή κακός;

mmw_ethics_articleΘαύματα υπάρχουν πολλά, και κανένα δεν είναι πιο θαυμαστό από τον άνθρωπο. Σοφοκλής - Αντιγόνη

O άνθρωπος, καλός ή κακός;

H θέση πού παίρνει ή ουμανιστική ηθική ότι o άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίζει τi είναι καλό και να ενεργεί ανάλογα με τη δύναμη των φυσικών δυνατοτήτων του και της λογικής του θα ήταν αβάσιμη, αν αλήθευε ή θεωρία σχετικά με την έμφυτη κακία τού ανθρώπου. Οι αντίπαλοι της ουμανιστικής ηθικής ισχυρίζονται πώς ή φύση τού ανθρώπου είναι τέτοια, πού τον κάνει να έχει την τάση να είναι εχθρικός με το συνάνθρωπό του, να ζηλεύει και να φθονεί, να είναι οκνηρός, εκτός αν τον χαλιναγωγήσει ό φόβος. Πολλοί εκπρόσωποι της ουμανιστικής ηθικής αντέκρουσαν τον ισχυρισμό αυτό, επιμένοντας ότι o άνθρωπος είναι από φύση καλός κι ότι h καταστροφικότητα δεν αποτελεί απαραίτητο μέρος της ανθρώπινης φύσης.

H λογομαχία ανάμεσα στις δυο αυτές αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις αποτελεί πραγματικά ένα από τα βασικά θέματα της δυτικής σκέψης. Για τον Σωκράτη, πηγή κακού ήταν ή άγνοια κι όχι ή φυσική προδιάθεση του ανθρώπου. Και θεωρούσε σαν κακία το λάθος. Η Παλαιά Διαθήκη μας λέει, απεναντίας, ότι η ιστορία του ανθρώπου ξεκινά με μια αμαρτωλή πράξη κι ότι «οι τάσεις του είναι κακές από την παιδική του ηλικία ως το θάνατο». Στις αρχές του Μεσαίωνα, η μάχη μεταξύ των δυο αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων είχε σαν επίκεντρό της το θέμα της ερμηνείας τού βιβλικού μύθου της πτώσης τού Αδάμ. Ο Αυγουστίνος θεωρούσε ότι ή φύση τού ανθρώπου ήταν διεφθαρμένη ύστερα από την πτώση, ότι κάθε γενιά γεννιόταν με την κατάρα πού επέσυρε ή πρώτη ανυπακοή τού ανθρώπου, κι ότι μόνο ή θεία χάρη, πού μεταδίδεται από την Εκκλησία και τα μυστήριά της, μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο. Ο μεγάλος αντίπαλος τού Αυγουστίνου, Πελάγιος, υποστήριζε ότι το αμάρτημα τού Αδάμ ήταν καθαρά προσωπικό και δεν είχε επίδραση παρά μόνο στον ίδιο. 'Ότι κατά συνέπεια, ό άνθρωπος γεννιέται με δυνάμεις τόσο αδιάφθορες, όσο ό Αδάμ πριν την πτώση του, κι ότι το αμάρτημα είναι αποτέλεσμα πειρασμού και κακού παραδείγματος. Τη μάχη κέρδισε ό Αυγουστίνος, και ή έκβαση αυτής της νίκης έμελλε να καθορίσει — και να συσκοτίσει — το πνεύμα τού ανθρώπου επί αιώνες.

Στα τέλη τού Μεσαίωνα παρατηρείται μια ολοένα μεγαλύτερη πεποίθηση στην αξιοπρέπεια, τη δύναμη και τη φυσική καλοσύνη τού ανθρώπου. Οι στοχαστές της Αναγέννησης, καθώς και θεολόγοι όπως ο Θωμάς Ακινάτης τού 13ου αιώνα, δώσανε έκφραση στην πεποίθηση αυτή, μολονότι οι απόψεις τους για τον άνθρωπο παρουσίαζαν διαφορές σε σοβαρά σημεία, και μολονότι ο Ακινάτης ποτέ δεν έφτασε ως τη ριζοσπαστικότητα της αίρεσης τού Πελάγιου. Ή αντίθεση, ή ιδέα για την έμφυτη κακία τού ανθρώπου, εκφράστηκε στα δόγματα τού Λούθηρου και τού Καλβίνου, κι έτσι ήρθε πάλι στο προσκήνιο ή θέση τού Αυγουστίνου.

Ενώ οι Λούθηρος και Καλβίνος επέμειναν σχετικά με την πνευματική Ελευθερία του ανθρώπου και για το δικαίωμά του —αλλά και την υποχρέωσή του— να αντιμετωπίσει το Θεό άμεσα, χωρίς τη μεσολάβηση ενός παπά, από το άλλο μέρος δεν παύαν να καταγγέλλουν την έμφυτη κακία και αδυναμία του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Λούθηρο και τον Καλβίνο, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι ή έπαρσή του. Και μπορεί να το ξεπεράσει μόνο με τα αισθήματα ένοχης, τη μετάνοια, τη χωρίς επιφυλάξεις υποταγή του στο Θεό και την πίστη του στο έλεος τού Θεού.

Οι δυο αυτές θέσεις αποτέλεσαν ένα πλέγμα στον καμβά της σύγχρονης σκέψης. Ή ιδέα σχετικά με τη δύναμη και την αξιοπρέπεια τού ανθρώπου διακηρύχτηκε από τη φιλοσοφία τού Διαφωτισμού, από την προοδευτική, φιλελεύθερη σκέψη τού 19ου αιώνα, και πιο ριζοσπαστικά από τον Νίτσε. Η ιδέα της μηδαμινότητας και ασημαντότητας τού ανθρώπου βρήκε μια νέα, και τη φορά αυτή κοσμική έκφραση στα απολυταρχικά συστήματα, όπου το κράτος ή «κοινωνία» γίναν ο ανώτατος άρχοντας, ενώ το άτομο, αναγνωρίζοντας την ασημαντότητα του, υποτίθεται πώς βρίσκει την εκπλήρωση του στην υπακοή και την υποταγή. Οι δυο ιδέες, ενώ διαχωρίζονται ξεκάθαρα στις φιλοσοφίες σχετικά με τη δημοκρατία και την απολυταρχία, συγχωνεύονται στις πιο ακραίες μορφές τους στη σκέψη και ακόμα περισσότερο στο αίσθημα, στον πολιτισμό μας. Σήμερα είμαστε οπαδοί και τού Αυγουστίνου και τού Πελάγιου, και τού Λούθηρου και τού Πίκο ντέλα Μιράντολα, τού Χομπς και τού Τζέφερσον. Συνειδητά πιστεύουμε στη δύναμη και αξιοπρέπεια τού ανθρώπου, αλλά —συχνά ασυνείδητα— πιστεύουμε επίσης στην αδυναμία και στην κακία τού ανθρώπου —και ιδιαίτερα στη δική μας— και την εξηγούμε παραπέμποντας στην «ανθρώπινη φύση».

Στα έργα του Φρόυντ, οι δυο αντιμαχόμενες ιδέες βρήκαν την έκφραση τους στα πλαίσια της ψυχολογικής θεωρίας. Ο Φρόιντ ήταν από πολλές απόψεις χαρακτηριστικός εκπρόσωπος τού πνεύματος τού Διαφωτισμού, πιστεύοντας στη λογική και στο δικαίωμα τού ανθρώπου να προστατεύει τις φυσικές του αξιώσεις από τις κοινωνικές συμβάσεις και την πολιτιστική πίεση. Παράλληλα, όμως, υποστήριζε την άποψη πως ό άνθρωπος ήταν από φύση του οκνηρός και γεμάτος αυταρέσκεια και γι’ αυτό θα πρέπει να υποχρεωθεί να πάρει το δρόμο της κοινωνικά χρήσιμης δραστηριότητας. Την πιο ριζοσπαστική έκφραση της άποψης για την έμφυτη στον άνθρωπο καταστροφικότητα, τη βρίσκουμε στη θεωρία τού «ενστίκτου θανάτου» τού Φρόιντ. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Φρόιντ είχε τόσο 'εντυπωσιαστεί από τη δύναμη τού πάθους καταστροφής, πού αναθεώρησε την παλιά του θεωρία, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δυο τύποι ενστίκτων, τού σεξ και της αυτοσυντήρησης, για να δώσει πρωτεύουσα θέση στην παράλογη καταστροφικότητα. Έκανε την υπόθεση ότι ό άνθρωπος είναι το πεδίο μάχης όπου συναντιόνται δυο ίσης έντασης δυνάμεις: ή παρόρμηση προς τη ζωή και ή παρόρμηση προς το θάνατο. Οι δυνάμεις αυτές —έλεγε— ήταν βιολογικές δυνάμεις, πού τις συναντούμε σ’ όλους τούς οργανισμούς, περιλαμβανομένου και τού ανθρώπου. ’ Αν ή παρόρμηση προς το θάνατο στρεφόταν προς τα εξωτερικά αντικείμενα, τότε εκδηλωνόταν ή παρόρμηση προς την καταστροφή. ’Αν παρέμενε μέσα στον οργανισμό, αποσκοπούσε στην αυτοκαταστροφή.

Η θεωρία τού Φρόιντ είναι δυαδική. Δε βλέπει τον άνθρωπο ούτε σαν ουσιαστικά καλό, ούτε σαν ουσιαστικά κακό, αλλά σαν ένα ον πού οδηγείται από δυο ίσες κι αντίρροπες δυνάμεις. Ή ίδια δυαδική άποψη εκφράζεται σε πολλά θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα. 'Η ζωή κι ο θάνατος, ή αγάπη κι o αγώνας, η μέρα κι ή νύχτα, το άσπρο και το μαύρο, ο Όρμούζντ και ο Αριμάν, να μερικές από τις πολυάριθμες συμβολικές διατυπώσεις αυτής της πολικότητας. Μια τέτοια δυαδική θεωρία είναι πραγματικά πολύ συμπαθής στο μελετητή της ανθρώπινης φύσης. Αφήνει έδαφος στην ιδέα για την καλοσύνη τού ανθρώπου, παράλληλα όμως υπολογίζει την τρομακτική Ικανότητα τού ανθρώπου για καταστροφή, πού μόνο ή επιφανειακή σκέψη κι οι ευσεβείς πόθοι μπορούν ν’ αγνοήσουν. 'Ωστόσο, ή δυαδική θέση είναι μόνο ή αφετηρία κι όχι ή απάντηση στο ψυχολογικό και ηθικό πρόβλημά μας. Μήπως πρόκειται να εξηγήσουμε ότι ό δυαδισμός αυτός σημαίνει πώς και ή παρόρμηση για ζωή και ή παρόρμηση για καταστροφή είναι έμφυτες και ισοδύναμες Ικανότητες στον άνθρωπο; Σε μια τέτοια περίπτωση, ή ουμανιστική ηθική θα πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ποιό τρόπο είναι δυνατό να καμφθεί ή καταστροφική πλευρά της φύσης τού ανθρώπου, χωρίς κυρώσεις και αυταρχικές εντολές.

Ή μήπως είναι δυνατό να καταλήξουμε σε μια απάντηση πού ταιριάζει περισσότερο με την αρχή της ουμανιστικής ηθικής και είναι δυνατό να κατανοηθεί ή πόλωση ανάμεσα στην παρόρμηση για ζωή και την παρόρμηση για καταστροφή με διαφορετική έννοια; Ή Ικανότητά μας ν’ απαντήσουμε στα προβλήματα αυτά εξαρτιέται από το βαθμό πού διεισδύουμε στη φύση της εχθρότητας και καταστροφικότητας. Πριν όμως ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση, σκόπιμο είναι να διακριβώσουμε ως ποιο βαθμό συνδέεται ή απάντηση με το πρόβλημα της ηθικής.

Η εκλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο αποτελεί πραγματικά τη βασική εκλογή της ηθικής. Είναι μια εκλογή ανάμεσα στην παραγωγικότητα και την καταστροφικότητα, ανάμεσα στη δραστικότητα και την ανικανότητα, ανάμεσα στην αρετή και την κακία. Για την ουμανιστική ηθική όλες οι κακές επιθυμίες κατευθύνονται ενάντια στη ζωή και όλες οι καλές εξυπηρετούν τη διατήρηση και το ξεδίπλωμα της ζωής.

Πρώτο μας βήμα κατά την εξέταση του προβλήματος της καταστροφικότητας είναι να κάνουμε το διαχωρισμό ανάμεσα σε δυο είδη μίσους: το λογικό «αντενεργό» και το παράλογο, «εξαρτημένο από το χαρακτήρα» μίσος. Το αντενεργό, λογικό μίσος είναι η αντίδραση ενός ατόμου σε μια απειλή ενάντια στη ζωή, την ελευθερία ή τις ιδέες τις δικές του ή ενός άλλου ατόμου. Προϋπόθεσή του είναι ό σεβασμός για τη ζωή. Το λογικό (μίσος ασκεί μια σπουδαία βιολογική λειτουργία: είναι το συγκινησιακό ισοδύναμο δράσης πού εξυπηρετεί την προστασία της ζωής. Εμφανίζεται σαν αντίδραση (αντενέργεια) στις ζωτικές απειλές, και παύει να υπάρχει όταν ή απειλή εξαφανιστεί. Δ έ ν είναι αντίθετο, αλλά σύνδρομο της επιθυμίας γ ι ά ζωή.

Το «εξαρτημένο από το χαρακτήρα μίσος» είναι διαφορετικής ποιότητας. Είναι ένα γνώρισμα χαρακτήρα, μια συνεχής ετοιμότητα για μίσος, πού φωλιάζει μέσα στο άτομο πού είναι εχθρικό κι όχι πού αντιδρά με μίσος σε έναν εξωτερικό ερεθισμό. Το παράλογο μίσος μπορεί να υποκινηθεί από το ίδιο είδος ρεαλιστικής απειλής, πού προκαλεί το αντενεργό μίσος. Συνήθως όμως πρόκειται για αδικαιολόγητο μίσος, πού χρησιμοποιεί κάθε δυνατότητα για να εκδηλωθεί, αιτιολογούμενο σαν αντενεργό μίσος. Το πρόσωπο πού μισεί φαίνεται να έχει ένα αίσθημα ανακούφισης, σα να νιώθει ευχαρίστηση πού βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει την εχθρότητα πού φώλιαζε μέσα του. Μπορεί να διακρίνει κανείς στο πρόσωπό του την αγαλλίαση πού νιώθει από την Ικανοποίηση πού του δίνει το μίσος του.

Η ηθική ενδιαφέρεται κατά κύριο λόγο για το πρόβλημα του παράλογου μίσους, για το πάθος της καταστροφής, ή ακρωτηριασμού της ζωής. Το παράλογο μίσος πηγάζει από το χαρακτήρα του ατόμου, και το αντικείμενο του έχει δευτερεύουσα σημασία. Κατευθύνεται ενάντια στους άλλους, καθώς και ενάντια στον ίδιο το φορέα του, μολονότι αντιλαμβανόμαστε ότι μισούμε περισσότερο τούς άλλους παρά τούς ίδιους τούς εαυτούς μας. Το μίσος ενάντια στους εαυτούς μας αιτιολογείται συνήθως σα θυσία, ανιδιοτέλεια, ασκητισμός ή σαν αίσθημα αυτοκατηγορίας και κατωτερότητας.

Η συχνότητα τού αντενεργού μίσους είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο μπορεί να φαίνεται, γιατί συχνά ένα άτομο μπορεί να αντιδρά με μίσος ενάντια σε απειλές κατά της ελευθερίας και της ακεραιότητάς του, απειλές πού δεν είναι φανερές ή σαφείς, αλλά ύπουλες ή καμουφλαρισμένες σαν αγάπη και προστασία. ’Αλλά ακόμη κι έτσι, το εξαρτημένο από το χαρακτήρα μίσος, παραμένει φαινόμενο τέτοιου μεγέθους, ώστε ή δυαδική θεωρία της αγάπης και τού μίσους σαν τις δυο θεμελιώδεις δυνάμεις φαίνεται ν’ ανταποκρίνεται στα γεγονότα. Πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε την ορθότητα αυτού τού δυαδισμού; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να ερευνήσουμε πιο βαθιά τη φύση αυτού τού δυαδισμού. Είναι το καλό και το κακό ισοδύναμα μεγέθη; ’Αποτελούν και τα -δυο μέρος τού αρχικού εξοπλισμού τού ανθρώπου, ή ποιές άλλες σχέσεις μπορούν να υπάρχουν ανάμεσα τους;

Σύμφωνα με τον Φρόιντ, ή καταστροφικότητα είναι έμφυτη σε όλα τα ανθρώπινα όντα. Διαφέρει κυρίως μόνο ως προς το αντικείμενο της καταστροφικότητας —τούς άλλους ή τούς εαυτούς μας. Ή υπόθεση όμως αυτή έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς το βαθμό τού συνόλου της καταστροφικότητάς τους, ανεξάρτητα από το αν κατευθύνεται πρωταρχικά ενάντια στους εαυτούς τους ή τούς άλλους. Δε διαπιστώνουμε μεγάλη καταστροφικότητα ενάντια στους άλλους σ’ εκείνους πού νιώθουν λίγη εχθρότητα ενάντια στους εαυτούς τους. ’Απεναντίας, διαπιστώνουμε ότι ή εχθρότητα ενάντια στον εαυτό τού ατόμου και τούς άλλους είναι συναφής. Διαπιστώνουμε ακόμη ότι οι καταστροφικές της ζωής δυνάμεις σ’ ένα άτομο, υπάρχουν σε αντίστροφη αναλογία με τις προωθητικές της ζωής δυνάμεις. "Όσο ισχυρότερες είναι οι πρώτες, τόσο αδύνατες είναι οι δεύτερες, και αντίστροφα. Το γεγονός αυτό προσφέρει Ένα νήμα για την κατανόηση της καταστροφικής για τη ζωή Ενέργειας. Φαίνεται ότι ό βαθμός καταστροφικότητας είναι ανάλογος με το βαθμό στον όποιο παρεμποδίζεται ή ανάπτυξη των Ικανοτήτων τού ατόμου. Δεν αναφέρομαι εδώ στις τυχαίες διαψεύσεις αυτής ή εκείνης της Επιθυμίας, άλλα στην παρεμπόδιση της έκφρασης των αισθητηριακών, συναισθηματικών, φυσικών και διανοητικών ικανοτήτων, στην ανακοπή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνατοτήτων. Αν ή τάση της ζωής προς την ανάπτυξη, προς τη βίωση ανακόβεται, η Ενέργεια πού δεσμεύεται μ’ αυτό τον τρόπο περνάει μια διεργασία ά λ λ α γ ή ς και μετασχηματίζεται σ’ Ενέργεια καταστροφική για τη ζωή. Η καταστροφικότητα είναι το αποτέλεσμα της μ η β ι ω μ έ ν η ς ζωής. Τα άτομα Εκείνα, καθώς και οι κοινωνικές συνθήκες πού συμβάλλουν στη δέσμευση της προωθητικής της ζωής Ενέργειας, παράγουν καταστροφικότητα, πού με τη σειρά της γίνεται ή πηγή απ’ όπου ξεπηδούν οι διάφορες Εκδηλώσεις τού κακού.

Αν αληθεύει πώς η καταστροφικότητα θα πρέπει ν’ αναπτύσσεται σαν αποτέλεσμα δεσμευμένης παραγωγικής ενέργειας, φαίνεται ότι μπορεί πολύ σωστά ν’ αποκληθεί δυνατότητα της φύσης τού ανθρώπου. Μήπως λοιπόν προκύπτει απ’ αυτό ότι και το καλό και το κακό είναι δυνατότητες ίσης δύναμης στον άνθρωπο; Για ν’ απαντήσουμε στο Ερώτημα αυτό ·θα πρέπει να ερευνήσουμε στο νόημα της δυνατότητας. Λέγοντας ότι κάτι υπάρχει με τη μορφή της δυνατότητας («δυνάμει»), όχι μόνο σημαίνει ότι θα υπάρχει στο μέλλον, άλλ’ ότι ή παρουσία της μελλοντικής αυτής ύπαρξης έχει προετοιμαστεί στο παρόν. Ή σχέση αυτή ανάμεσα στο τωρινό και το μελλοντικό στάδιο ανάπτυξης μπορεί να χαρακτηριστεί λέγοντας ότι το μέλλον υπάρχει ουσιαστικά στο παρόν. Μήπως αυτό σημαίνει ότι το μελλοντικό στάδιο θα υπάρξει υποχρεωτικά, αν υπάρχει το τωρινό στάδιο; Προφανώς όχι. Av πούμε πώς το δέντρο υπάρχει δυνητικά στο σπόρο, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει από κάθε σπόρο να αναπτυχθεί ένα δέντρο. Ή πραγματοποίηση μιας δυνατότητας εξαρτιέται από την παρουσία ορισμένων συνθηκών, οι όποιες στην περίπτωση του σπόρου λόγου χάρη, είναι το κατάλληλο έδαφος, το νερό και το ηλιόφως. Ουσιαστικά, ή έννοια της δυνατότητας δεν έχει νόημα παρά μόνο σε συνδυασμό με τις ειδικές συνθήκες πού απαιτούνται για την πραγματοποίησή της. Ή δήλωση πώς το δέντρο υπάρχει δυνητικά στο σπόρο, πρέπει να διατυπωθεί ειδικότερα να σημαίνει ότι το δέντρο θα βγει από το σπόρο με την προϋπόθεση πώς ό σπόρος θα βρει τις απαραίτητες ειδικές για την ανάπτυξή του συνθήκες. Αν οι συνθήκες αυτές απουσιάσουν, αν, λόγου χάρη, το έδαφος είναι πολύ υγρό και δε συντείνει στην ανάπτυξη τού σπόρου, ό σπόρος δε θα εξελιχθεί σε δέντρο, αλλά θα σαπίσει. ’Αν ένα ζώο στερηθεί την τροφή, δε θα πραγματοποιήσει τις δυνατότητες πού έχει ν’ αναπτυχθεί και θα πεθάνει. Μπορεί να λεχθεί λοιπόν, ότι ό σπόρος ή το ζώο έχουν δυο είδη δυνατότητες, πού από την καθεμιά προκύπτουν ορισμένα αποτελέσματα σε ένα κατοπινό στάδιο ανάπτυξης: πρώτο, μια πρωτεύουσα δυνατότητα πού πραγματοποιείται αν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, και δεύτερο, μια δευτερεύουσα δυνατότητα, πού πραγματοποιείται αν οι συνθήκες βρίσκονται σε αντίθεση με τις υπαρξιακές ανάγκες. Και ή πρωτεύουσα και ή δευτερεύουσα δυνατότητα, αποτελούν μέρος της φύσης ενός οργανισμού. Οι δευτερεύουσες δυνατότητες γίνονται έκδηλες κάτω από την ίδια αναγκαιότητα όπως και οι πρωτεύουσες δυνατότητες. Οι όροι «πρωτεύουσα» και «δευτερεύουσα» χρησιμοποιούνται για να τονιστεί πώς ή ανάπτυξη της δυνατότητας πού ονομάζεται «πρωτεύουσα» εκδηλώνεται μόνο κάτω από κανονικές συνθήκες, και πώς ή «δευτερεύουσα» δυνατότητα εκδηλώνει την ύπαρξή της μόνο στην περίπτωση ανώμαλων, παθογόνων καταστάσεων.

Με την προϋπόθεση ότι εύστοχα υποθέτουμε πώς ή καταστροφικότητα είναι δευτερεύουσα δυνατότητα στον άνθρωπο, πού εκδηλώνεται μόνο αν αποτύχει στην πραγματοποίηση των πρωτευουσών δυνατοτήτων του, δώσαμε απάντηση σε μια μόνο από τις αντιρρήσεις στην ουμανιστική ηθική. Δείξαμε ότι ό άνθρωπος δεν είναι υποχρεωτικά κακός, άλλα γίνεται κακός μόνο αν απουσιάσουν οι κατάλληλες για την ανάπτυξή του συνθήκες. Το κακό δεν έχει ανεξάρτητη δική του ύπαρξη, είναι ή απουσία τού καλού, το αποτέλεσμα της αποτυχίας πραγματοποίησης της ζωής.

Θα πρέπει ν’ αντικρούσουμε μια ακόμη αντίρρηση στην ουμανιστική ηθική, πού λέει ότι στις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη τού καλού και τού κακού πρέπει να περιλαμβάνονται οι αμοιβές κι ή τιμωρία, γιατί ό άνθρωπος δεν έχει μέσα του κανένα κίνητρο για την ανάπτυξη των δυνάμεών του. Θα επιχειρήσω ν’ αποδείξω στις ακόλουθες σελίδες πως το κανονικό άτομο έχει μέσα του την τάση να εξελιχθεί, ν’ αναπτυχθεί και να είναι παραγωγικό, και πως ή παράλυση αυτής της τάσης είναι από μόνη της σύμπτωμα πνευματικής ασθένειας. Ή πνευματική ασθένεια, όπως και ή ψυχική υγεία, δεν είναι σκοπός πού για την επιτυχία του θα πρέπει να ασκηθεί στο άτομο καταναγκασμός από τα έξω, αλλά σκοπός πού το κίνητρό του βρίσκεται μέσα στο άτομο, και πού ή κατάπνιξή του απαιτεί την ύπαρξη ισχυρών δυνάμεων τού περιβάλλοντος πού να ενεργούν εναντίον του.

Η υπόθεση ότι ο άνθρωπος έχει μια έμφυτη παρόρμηση για ανάπτυξη και ολοκλήρωση δεν υπονοεί μια αφηρημένη παρόρμηση για τελειοποίηση σαν ιδιαίτερο χάρισμα με το όποιο είναι προικισμένος. ’Από την ίδια τη φύση τού ανθρώπου συνάγεται ή αρχή, σύμφωνα με την οποία ή δύναμη να ενεργεί το άτομο δημιουργεί μια ανάγκη για τη χρησιμοποίηση αυτής της δύναμης και πώς ή αποτυχία χρησιμοποίησης αυτής της δύναμης έχει σαν αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία και τη δυστυχία. Ή εγκυρότητα αυτής της αρχής είναι εύκολο να διαπιστωθεί σχετικά με τις φυσιολογικές λειτουργίες τού ανθρώπου. Ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να περπατά και να κινείται. Στην περίπτωση πού δε θα του επιτραπεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη, το αποτέλεσμα θα είναι έντονη φυσική ανησυχία ή ασθένεια. Οι γυναίκες έχουν τη δύναμη να γεννούν παιδιά και να τα μεγαλώνουν. ’Αν αυτή ή δύναμη παραμείνει ανικανοποίητη, αν μια γυναίκα δε γίνει μητέρα, αν δεν μπορεί να δαπανήσει τη δύναμή της στο να φέρει στον κόσμο και ν’ αγαπήσει ένα παιδί, νιώθει μια απογοήτευση, πού θεραπεύεται μόνο με το να διαθέσει αυξημένες δυνάμεις σε άλλους τομείς της ζωής της. Ο Φρόυντ επέσυρε την προσοχή σε μια άλλη έλλειψη δαπάνης σαν αίτιο βασανισμού, την έλλειψη δαπάνης της σεξουαλικής ενέργειας, αναγνωρίζοντας πώς ή παρεμπόδιση της σεξουαλικής ενέργειας μπορεί ν’ αποτελέσει το αίτιο νευρικών διαταραχών. Ό Φρόυντ υπερεκτιμούσε τη σημασία της σεξουαλικής ικανοποίησης, ή θεωρία του όμως είναι μια βαθιά συμβολική έκφραση τού γεγονότος ότι ή αποτυχία τού ανθρώπου να χρησιμοποιήσει και να δαπανήσει αυτό πού έχει, αποτελεί αιτία ασθένεια; και δυστυχίας. Ή εγκυρότητα της αρχής αυτής είναι καταφανής σε ότι αφορά τις ψυχικές, καθώς και τις φυσικές δυνάμεις. Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με τις ικανότητες τού λόγου και της σκέψης. ""Αν αυτές οι δυνάμεις παρεμποδιστούν, το άτομο θα υποστεί σοβαρή ζημιά. Ό άνθρωπος έχει τη δύναμη ν’ αγαπάει, και αν δεν μπορεί να κάνει χρήση της δύναμής του, αν είναι ανίκανος ν’ αγαπήσει, υποφέρει απ’ αυτή τη δυστυχία, μολονότι μπορεί ν’ αγνοήσει αυτό το βασανιστήριο με κάθε είδους αιτιολόγηση, ή χρησιμοποιώντας πολιτιστικά καθορισμένους δρόμους φυγής από την οδύνη πού τού προκαλεί αυτή ή αποτυχία.

O λόγος πού το φαινόμενο της αποτυχίας της χρησιμοποίησης των δυνάμεων του ατόμου προκαλεί δυστυχία, πρέπει ν’ αναζητηθεί στις ίδιες τις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Ή ύπαρξη τού ανθρώπου χαρακτηρίζεται από τις υπαρξιακές αντιφάσεις πού έχω αναπτύξει σε προηγούμενο κεφάλαιο. Δεν έχει άλλο δρόμο για να γίνει ένα με τον κόσμο και ταυτόχρονα να νιώθει ένα με τον εαυτό του, να συνδέεται με τούς άλλους και να διατηρεί την ακεραιότητά του σαν ξεχωριστή οντότητα, κάνοντας όμως παραγωγική χρήση των δυνάμεών του. ’Αν αποτύχει να το κάνει αυτό, δεν μπορεί να επιτύχει εσωτερική αρμονία και ολοκλήρωση. Βασανίζεται και διχάζεται, οδηγούμενος στο να φύγει από τον εαυτό του, από το αίσθημα της αδυναμίας, της βαριεστιμάρας και της ανικανότητας, πού είναι τα αναπόφευκτα αποτελέσματα της αποτυχίας του. Ό άνθρωπος, όντας ζωντανός, δεν μπορεί παρά να επιθυμεί να ζήσει, και ό μόνος τρόπος πού μπορεί να επιτύχει στην πράξη της ζωής, είναι να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του, να ξοδεύει αυτό πού έχει.

Δεν υπάρχει ίσως άλλο φαινόμενο έκτος από τη νεύρωση, πού να δείχνει πιο καθαρά το αποτέλεσμα της αποτυχίας τού ανθρώπου στο θέμα της παραγωγικής και ολοκληρωμένης ζωής. Κάθε νεύρωση είναι το αποτέλεσμα σύγκρουσης ανάμεσα στις έμφυτες στον άνθρωπο δυνάμεις και στις δυνάμεις πού παρεμποδίζουν την ανάπτυξή τους. Τα νευρωτικά συμπτώματα είναι όπως και τα συμπτώματα μιας φυσικής ασθένειας, ή έκφραση της πάλης πού κάνει το γεμάτο υγεία μέρος της προσωπικότητας ενάντια στις καταστροφικές επιδράσεις πού δρουν ενάντια στην ανάπτυξή του.

Ωστόσο, ή έλλειψη ολοκλήρωσης και παραγωγικότητας δεν οδηγεί πάντοτε στη νεύρωση. ’Αν ήταν έτσι, στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να θεωρούμε στη μεγάλη τους πλειονότητα τούς ανθρώπους σα νευρωτικούς. Ποιες, λοιπόν, είναι οι ειδικές συνθήκες πού κάνουν να εκδηλώνεται ή νεύρωση; 'Υπάρχουν μερικές συνθήκες πού θα μπορούσα ν’ αναφέρω με συντομία: ένα παιδί, λόγου χάρη, είναι δυνατό να συντρίβει πιο ολοκληρωτικά από τα άλλα, και ή σύγκρουση ανάμεσα στο άγχος του και τις βασικές ανθρώπινες επιθυμίες του μπορεί κατά συνέπεια να είναι οξύτερη και πιο ανυπόφορη. ’Ή μπορεί το παιδί να έχει αναπτύξει μια αίσθηση ελευθερίας και πρωτοτυπίας πού να είναι εντονότερη από την αντίστοιχη του μέσου ατόμου, κι έτσι ή ήττα να είναι λιγότερο αποδεκτή.

Αντί όμως να απαριθμήσω άλλες συνθήκες πού συμβάλλουν στη νεύρωση, προτιμώ να αντιστρέφω το ερώτημα και να ερωτήσω ποιες συνθήκες ευθύνονται για το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός ατόμων δε γίνονται νευρωτικοί, παρ’ όλη την αποτυχία τους να ζήσουν παραγωγικά και ολοκληρωμένα. Στο σημείο αυτό σκόπιμο θα είναι να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε δυο έννοιες: την έννοια της ανεπάρκειας και την έννοια της νεύρωσης." ’Αν ένα άτομο αποτύχει ν’ αποκτήσει ωριμότητα, αυθορμητισμό και μια αυθεντική εμπειρία τού εαυτού του, μπορεί να θεωρηθεί ότι υποφέρει από σοβαρή ανεπάρκεια, με την προϋπόθεση ότι ή ελευθερία και ό αυθορμητισμός είναι αντικειμενικοί σκοποί πού τούς επιδιώκει κάθε ανθρώπινο ον. Αν ένας τέτοιος σκοπός δεν πραγματοποιηθεί από την πλειονότητα των μελών μιας δοσμένης κοινωνίας, έχουμε τότε το φαινόμενο της κοινωνικά διαμορφούμενης ανεπάρκειας. Το άτομο την έχει από κοινού μαζί με πολλούς άλλους. Δεν το καταλαβαίνει πώς είναι ανεπάρκεια, και ή ασφάλεια του δεν απειλείται από το φόβο μήπως είναι διαφορετικός, μήπως είναι απόβλητος, σα να πούμε. Αυτό πού έχει χάσει σε πλούτο και σε αυθεντική αίσθηση ευτυχίας, αντισταθμίζεται από την ασφάλεια πού νιώθει επειδή ταιριάζει με τούς άλλους ανθρώπους — όπως τούς γνωρίζει. Στην πραγματικότητα, ή ίδια ή ανεπάρκεια του μπορεί να έχει αναδειχτεί σε αρετή από τον πολιτισμό του κι μπορεί να τού δίνει ένα έντονο αίσθημα επιτυχίας. 'Ένα σχετικό παράδειγμα είναι το αίσθημα ένοχης και άγχους πού δημιούργησαν τα δόγματα τού Καλβίνου στους ανθρώπους. Μπορεί να λεχθεί ότι το άτομο πού καταθλίβεται από το αίσθημα της αδυναμίας και ασημαντότητας του, από την ασίγαστη αμφιβολία αν θα σωθεί ή θα καταδικαστεί στο πυρ το αιώνιο, πού πολύ δύσκολα μπορεί να νιώσει πηγαία χαρά κι έχει μετατραπεί σε τροχό μιας μηχανής πού πρέπει να την υπηρετεί, ένα τέτοιο άτομο πραγματικά έχει σοβαρή ανεπάρκεια. Ή ανεπάρκεια όμως αυτή είχε διαμορφωθεί πολιτιστικά. Τη θεωρούσαν ιδιαίτερα πολύτιμη κι έτσι το άτομο προστατευόταν από τη νεύρωση πού θ’ αποκτούσε σ’ έναν πολιτισμό όπου ή ανεπάρκεια θα τού έδινε ένα έντονο αίσθημα ακαταλληλότητας και απομόνωσης.

Ο Σπινόζα διατύπωσε με μεγάλη σαφήνεια το πρόβλημα της κοινωνικά διαμορφωμένης ανεπάρκειας. ’Αναφέρει σχετικά: «Πολλοί άνθρωποι καταλαμβάνονται από μια και την ίδια επίδραση με μεγάλη επιμονή. 'Όλες οι αισθήσεις τού ανθρώπου επηρεάζονται τόσο έντονα από ένα αντικείμενο, πού πιστεύει ότι το αντικείμενο αυτό υπάρχει, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει. Αν συμβαίνει αυτό ενώ ό άνθρωπος είναι ξύπνιος, τότε πιστεύει ότι είναι τρελός. . . ’ Αν όμως ό άπληστος σκέφτεται μόνο χρήμα και περιουσία, ο φιλόδοξος μόνο δόξα, δεν τούς θεωρούμε τρελούς, άλλα μόνο ενοχλητικούς. Γενικά νιώθουμε περιφρόνηση γι’ αυτούς. Στην πραγματικότητα όμως, ή απληστία, ή φιλοδοξία και τα λοιπά είναι μορφές τρέλας, μολονότι τις θεωρούμε συνήθως "ασθένεια"». Τα λόγια αυτά γράφτηκαν πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια. Εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα, μολονότι ή ανεπάρκεια διαμορφώνεται σε τέτοιο βαθμό πολιτιστικά, πού δε θεωρείται πια γενικά περιφρονητική ή και ενοχλητική. Σήμερα μπορούμε να συναντήσουμε ένα άτομο πού ενεργεί και αισθάνεται σαν αυτόματο. Διαπιστώνουμε ότι ποτέ δεν αισθάνεται κάτι πού να είναι πραγματικά δικό του. 'Ότι νιώθει τον εαυτό του σαν το πρόσωπο πού νομίζει πώς υποτίθεται ότι είναι. 'Ότι τα χαμόγελα έχουν αντικαταστήσει τα γέλια, ή δίχως νόημα φλυαρία τη διαχυτική συζήτηση κι ή μαύρη απελπισία πήρε τη θέση της πραγματικής θλίψης. Δυο δηλώσεις είναι δυνατό να γίνουν σχετικά με το πρόσωπο αυτό. Η μια είναι ότι υποφέρει από ανεπάρκεια αυθορμητισμού και ατομικότητας πού μπορεί να φαίνεται αθεράπευτη. Παράλληλα μπορεί να λεχθεί ότι δε διαφέρει ουσιαστικά από χιλιάδες άλλους πού βρίσκονται στην ίδια θέση. Τούς περισσότερους απ’ αυτούς τούς έσωσε από την εκδήλωση της νεύρωσης το πολιτιστικό σχήμα πού εξασφάλισε την ανεπάρκεια. Για μερικούς απ’ αυτούς το πολιτιστικό σχήμα δε λειτουργεί, κι ή ανεπάρκεια εμφανίζεται σα μια λίγο πολύ σοβαρή νεύρωση. Το γεγονός ότι στις περιπτώσεις αυτές το πολιτιστικό σχήμα δεν επαρκεί για ν’ αποτρέψει την εκδήλωση μιας ολοφάνερης νεύρωσης, είναι αποτέλεσμα είτε της μεγαλύτερης έντασης των παθολογικών δυνάμεων, είτε της μεγαλύτερης δύναμης των δυνάμεων υγείας, πού διεξάγουν αγώνα ακόμη κι όταν το πολιτιστικό σχήμα θα τούς επέτρεπε να μην εκδηλωθούν.

Δεν υπάρχει άλλη κατάσταση πού να μας παρέχει καλύτερα τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε τη δύναμη και την ένταση των δυνάμεων πού αγωνίζονται για την επιβολή της υγείας από την κατάσταση της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Είναι βέβαιο πώς ό ψυχαναλυτής έχει ν’ αντιπαλέψει με την ένταση των δυνάμεων εκείνων πού ενεργούν ενάντια στην αύτοδημιουργία και ευτυχία ενός ατόμου, όταν όμως μπορεί να κατανοήσει τη δύναμη των συνθηκών εκείνων — ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία — πού συντείνουν στον ακρωτηριασμό της παραγωγικότητας, δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι οι περισσότεροι ασθενείς θα είχαν εγκαταλείψει από καιρό τον αγώνα αν δεν ένιωθαν μια παρόρμηση να επιδιώξουν την ψυχική υγεία και την ευτυχία. Αυτή ή παρόρμηση αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεραπεία της νεύρωσης. ’Ενώ ή διαδικασία της ψυχανάλυσης συνίσταται στην πραγματοποίηση μιας βαθύτερης ερευνάς στα διχασμένα τμήματα των αισθημάτων και των ιδεών ενός ατόμου, ή διανοητική ερευνά δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση αλλαγής. Το είδος αυτό ερευνάς δίνει τη δυνατότητα σ’ ένα άτομο ν’ αναγνωρίσει πώς έχει εμπλακεί μέσα σε αδιέξοδο και να καταλάβει γιατί οι προσπάθειές του να λύσει το πρόβλημά του ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία. Το μόνο όμως πού κάνει είναι ν’ απελευθερώνει το δρόμο για vet ενεργήσουν και να γίνουν αποτελεσματικές οι δυνάμεις εκείνες πού παλεύουν μέσα του για την ψυχική υγεία και την ευτυχία. Πραγματικά, ή απλή διανοητική έρευνα δεν επαρκεί. Ή θεραπευτική αποτελεσματική έρευνα είναι πειραματική έρευνα, στην οποία ή ποιότητα της γνώσης τού ατόμου για τον εαυτό του δεν είναι μόνο διανοητική, άλλα και συναισθηματική. Ή τέτοια πειραματική έρευνα εξαρτιέται από τη δύναμη της έμφυτης στον άνθρωπο επιθυμίας για υγεία και ευτυχία.

Το πρόβλημα της φυσικής υγείας και της νεύρωσης συνδέονται αδιαχώριστα με το πρόβλημα της ηθικής. Μπορεί να λεχθεί πώς κάθε νεύρωση αντιπροσωπεύει ένα ηθικό πρόβλημα. Ή αποτυχία να φτάσει κανείς στην ωριμότητα και την ολοκλήρωση τού συνόλου της προσωπικότητας του είναι με την έννοια της ουμανιστικής ηθικής, ηθική αποτυχία. Με μια ειδικότερη έννοια, πολλές νευρώσεις είναι ή έκφραση ηθικών προβλημάτων, και τα νευρωτικά συμπτώματα προκαλούνται από άλυτες ηθικές συγκρούσεις. 'Ένας άνθρωπος, λόγου χάρη, μπορεί να υποφέρει από ιλίγγους πού δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια. Εκθέτοντας το σύμπτωμα του στον ψυχαναλυτή, αναφέρει τυχαία ότι αντιμετωπίζει ορισμένες δυσκολίες στην εργασία του. Είναι ένας φτασμένος δάσκαλος, πού υποχρεώνεται να εκφράσει απόψεις πού έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του. 'Ωστόσο πιστεύει ότι από το ένα μέρος έχει λύσει το πρόβλημα της επιτυχίας, κι από το άλλο ότι έχει κατορθώσει να διαφυλάξει την ηθική του ακεραιότητα και «αποδείχνει» στον εαυτό του την ορθότητα αυτού πού πιστεύει, με μια σειρά περίπλοκων δικαιολογιών. Τον ενοχλεί ή υπόθεση πού διατυπώνει ο ψυχαναλυτής πώς το σύμπτωμά του μπορεί να έχει κάποια σχέση με το ηθικό του πρόβλημα. 'Ωστόσο, ή ψυχανάλυση πού επακολουθεί αποδείχνει πέος είχε πέσει έξω σ’ αυτό πού πιστεύει, γιατί οι ίλιγγοί του ήταν αντίδραση του καλύτερου εαυτού του, της βασικά ηθικής προσωπικότητάς του σ’ ένα σχήμα ζωής πού τον υποχρέωνε να παραβιάζει την ακεραιότητά του και ν! ακρωτηριάζει τον αυθορμητισμό του.

Ακόμη και στην περίπτωση πού ένα άτομο φαίνεται να είναι καταστροφικό μόνο για τούς άλλους, παραβιάζει την αρχή της ζωής τόσο σχετικά με τον εαυτό του, όσο και σχετικά με τούς άλλους. Στη θρησκευτική γλώσσα ή αρχή αυτή εκφράζεται με το ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση τού Θεού, κι έτσι, οποιαδήποτε παραβίαση τού ανθρώπου αποτελεί αμάρτημα ενάντια στο Θεό. Στην κοσμική γλώσσα θα λέγαμε ότι καθετί πού κάνουμε — καλό ή κακό — σε μια άλλη ανθρώπινη ύπαρξη, το κάνουμε και στον εαυτό μας. «Μην κάνεις στους άλλους αυτό πού δε θα ’θελες να σου κάνουν αυτοί» είναι μια απ’ τις πιο θεμελιώδεις αρχές της ηθικής. Είναι όμως το ίδιο δίκαιο να πούμε: Ότι κάνεις στους άλλους να το κάνεις και στον εαυτό σου. Ή παραβίαση σε οποιαδήποτε ανθρώπινη ύπαρξη των δυνάμεων πού κατευθύνονται προς τη ζωή έχει υποχρεωτικά επιπτώσεις στους εαυτούς μας. Ή ανάπτυξή μας, ή ευτυχία μας και ή δύναμή μας βασίζονται στο σεβασμό προς αυτές τις δυνάμεις και δεν μπορεί κανείς να τις παραβιάζει στους άλλους και να παραμένει αυτός άθικτος. Ό σεβασμός για τη ζωή, τη ζωή των άλλων, καθώς και τη δική μας, είναι το σύνδρομο της προόδου της ίδιας της ζωής και προϋπόθεση ψυχικής υγείας. Κατά ένα τρόπο, ή καταστροφικότατα ενάντια στους άλλους είναι παθολογικό φαινόμενο, πού μπορεί να συγκριθεί με παρωθήσεις αυτοκτονίας. Ενώ ένα άτομο μπορεί ν’ αγνοήσει ή να αιτιολογήσει τις καταστροφικές παρωθήσεις, αυτός — και ο Οργανισμός του φυσικά — δεν μπορεί παρά ν’ αντιδράσει σε πράξεις πού έρχονται σε αντίφαση με την ίδια την αρχή πού συντηρεί τη ζωή του και κάθε ζωή, καθώς και να επηρεαστεί από τις πράξεις αυτές. Διαπιστώνουμε πώς το καταστροφικό άτομο είναι δυστυχισμένο, ακόμη κι αν κατορθώσει να επιτύχει τούς σκοπούς της καταστροφικότατης του, πού υπονομεύει την ύπαρξή του. ’Αντίστροφα, ένα άτομο γεμάτο υγεία δεν μπορεί παρά να θαυμάσει, και να επηρεαστεί, από τις εκδηλώσεις της ευπρέπειας, της αγάπης και τού θάρρους. Γιατί αυτές είναι οι δυνάμεις πού πάνω τους στηρίζεται ή ζωή του.