Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (282.1-285.2)

282. ΦΑΛΑΚΡΟΣ [282.1] φαλακρός τις ξένας τρίχας τῇ ἑαυτοῦ περιθεὶς κεφαλῇ ἵππευσεν, ἄνεμος δὲ φυσήσας ἀφείλετο ταύτας. γέλως δὲ πλατὺς τοὺς παρεστῶτας εἶχε. κἀκεῖνος εἶπε τοῦ δρόμου παύσας· «τὰς οὐκ ἐμὰς τρίχας τί ξένον φεύγειν με, αἳ καὶ τὸν ἔχοντα ταύτας, μεθ᾽ οὗ καὶ ἐγεννήθησαν, κατέλιπον;»
ὅτι μηδεὶς λυπείσθω ἐπὶ συμφορᾷ ἐπελθούσῃ. [ὃ γὰρ γεννηθεὶς οὐκ ἔσχεν ἐκ φύσεως, τοῦτο οὐδὲ παραμένει.]

283. ΚΥΩΝ ΕΣΤΙΩΜΕΝΟΣ
[283.3γ] ἄνθρωπός τις δεῖπνον ἡτοίμαζεν εἰς τὸ καλέσαι φίλον αὐτοῦ οἰκεῖον, ὁ δὲ κύων αὐτοῦ ἄλλον φίλον ἐκάλει λέγων· «ὦ φίλε, δεῦρο. δείπνησον ὧδέ μοι». ὁ δὲ προσελθὼν καὶ ἰδὼν τὸν μέγαν ἐκεῖνον δεῖπνον ἵστατο καὶ διελογίζετο· «βαβαί, πόση μοι χαρὰ ἄρτι ἐφάνη. ἐξαπίνης γάρ με αὕτη κατέσχε καὶ εἰς κόρον μέλλω τρυφῆσαι». τοῦτο καθ᾽ ἑαυτὸν στρέφων ὁ κύων καὶ σείων τὴν κέρκον ἑώρα πρὸς τὸν φίλον τὸν κεκληκότα ἐπὶ τὸν δεῖπνον. ὁ οὖν μάγειρος ἰδὼν αὐτὸν τὴν κέρκον ὧδε κἀκεῖσε περιστρέφοντα κατασχὼν ἐκ τοῦ σκέλους ἔρριψεν αὐτὸν διὰ τῆς θυρίδος. ὁ δὲ κατιὼν ἀπῄει κράζων. τῶν δὲ κυνῶν προσυπαντώντων καὶ ἐρωτώντων αὐτόν· «πῶς ἐδείπνησας;» ὑπολαβὼν ἔφη πρὸς αὐτούς· «ἐξ ὧν ἔπιον μεθυσθεὶς ὑπὲρ κόρον οὐδὲ τὴν ὁδὸν εἶδον, ὅθεν ἐξῆλθον».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐ δεῖ θαρρεῖν τοῖς μηδὲν ἀνύουσιν.

284. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΤΑΘΡΑΥΣΑΣ ΑΓΑΛΜΑ
[284.3γ] ἄνθρωπός τις ξύλινον θεὸν ἔχων πένης ὢν καθικέτευε τοῦ ἀγαθοποιῆσαι. ὡς οὖν ταῦτ᾽ ἔπραττε καὶ μᾶλλον [πλέον] ἐν πενίᾳ διῆγε, θυμωθεὶς ἐκ τοῦ σκέλους ἄρας αὐτὸν τῷ τοίχῳ προσέκρουσε. τῆς δὲ κεφαλῆς αὐτοῦ παραχρῆμα κλασθείσης ἔρρευσε χρυσὸς ἐξ αὐτῆς, ὅνπερ συναγαγὼν ὁ ἄνθρωπος ἐβόα· «στρεβλὸς τυγχάνεις, ὡς οἶμαι, καὶ ἀγνώμων. τιμῶντά σε γὰρ οὐδὲν ὠφέλησάς με, τυπτήσαντα δὲ πολλοῖς καλοῖς ἠμείψω».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν ὠφελήσεις σεαυτὸν πονηρὸν ἄνδρα τιμῶν, αὐτὸν δὲ τύπτων πλέον ὠφεληθήσῃ.

285. ΗΜΙΟΝΟΣ
[285.2] ἡμίονός τις ἐκ κριθῆς παχυνθεῖσα ἀνεσκίρτησε καθ᾽ ἑαυτὴν βοῶσα· «πατήρ μού ἐστιν ἵππος ὁ ταχυδρόμος, κἀγὼ δὲ αὐτῷ ὅλη ἀφωμοιώθην». καὶ δὴ ἐν μιᾷ ἀνάγκης ἐπελθούσης ἠναγκάζετο ἡ ἡμίονος τοῦ τρέχειν. ὡς δὲ τοῦ δρόμου πέπαυται, σκυθρωπάζουσα πατρὸς τοῦ ὄνου εὐθὺς ἀνεμνήσθη.
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι, κἂν ὁ χρόνος ἐνέγκῃ τινὰ εἰς δόξαν, τῆς ἑαυτοῦ ἀρχῆς μὴ ἐπιλαθέσθω· ἀβέβαιος γάρ ἐστιν ὁ βίος οὗτος.

***
282. Ο φαλακρός.
[282.1] Ήταν κάποτε ένας φαλακρός που φόρεσε στο κεφάλι του περούκα από ξένα μαλλιά. Έτσι φτιασιδωμένος, που λέτε, βγήκε καβάλα στο άλογό του για βόλτα. Έλα όμως που ο αέρας φύσηξε και του πήρε την περούκα. Γέλιο χοντρό έπιασε τότε τους περαστικούς τριγύρω. Σταμάτησε λοιπόν ο ανθρωπάκος τον καλπασμό και παραδέχτηκε: «Αμ δεν είναι να απορείς. Σιγά και μη δεν έφευγαν από πάνω μου, τα ξένα μαλλιά. Εδώ εγκατέλειψαν εκείνον που τα είχε στο κεφάλι του εξαρχής, από γεννησιμιού του».
Το δίδαγμα: Μη στενοχωριέστε για τις κακοτυχίες που σας συμβαίνουν. Βλέπετε, εκτός από όσα έχει κανείς από φυσικού του και εκ γενετής, τα υπόλοιπα δεν θα του μείνουν για πολύ.

283. Ο σκύλος καλεσμένος για φαγητό.
[283.3γ] Μια φορά κάποιος σπιτονοικοκύρης ετοίμαζε τραπέζωμα, λογαριάζοντας να καλέσει έναν αγαπημένο του φίλο. Ο σκύλος του, που λέτε, προσκάλεσε και αυτός τον δικό του φίλο με τα λόγια: «Έλα σπίτι μου, πατριωτάκι, να φας εδώ πέρα μαζί μου». Μια και δυο, λοιπόν, κατέφτασε ο μουσαφίρης σκύλος· και μόλις αντίκρισε το πλούσιο φαγοπότι μέσα στο σπίτι, στάθηκε έκθαμβος και συλλογιζόταν: «Πω πω, τί χαρά είναι αυτή που με βρήκε τώρα δα. Τελείως ξαφνικά έπεσε πάνω μου τούτο το χαρμόσυνο. Μωρέ θα γλεντήσω με την ψυχή μου, μέχρι σκασμού». Έτσι τα γυρόφερνε μέσα στο μυαλό του ο καημένος, και συγχρόνως κουνούσε χαρούμενα την ουρά του και κοίταζε γύρω να εντοπίσει τον φιλαράκο του, που του είχε στείλει την πρόσκληση για το τσιμπούσι. Έλα όμως που εκείνη τη στιγμή τον πρόσεξε ο μάγειρας να στριφογυρνάει την ουρά του πέρα-δώθε. Αμέσως λοιπόν τον άδραξε από το ποδάρι και τον εκτόξευσε έξω από το παράθυρο. Αποτέλεσμα: το ταλαίπωρο το ζώο γκρεμίστηκε στο έδαφος και πήρε δρόμο σκούζοντας. Στον δρόμο, βέβαια, τον συναντούσαν διάφοροι άλλοι από τη φάρα του και τον ρωτούσαν: «Φιλαράκο, πώς πήγε, ευχαριστήθηκες φαΐ;». Εκείνος τότε τους αποκρινόταν ευθύς: «Αφήστε τα, ήπια τόσο πολύ —μέχρι σκασμού, σας λέω— που μετά, σαν έβγαινα έξω, δεν έβλεπα καν τον δρόμο από το μεθύσι».
Το δίδαγμα του μύθου: Δεν πρέπει να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε ανεπρόκοπα άτομα.

284. Ο άνθρωπος που έκανε θρύψαλα το άγαλμα.
[284.3γ] Ήταν μια φορά κάποιος φτωχός άνθρωπος που είχε σπίτι του ένα ξύλινο ομοίωμα θεού. Σε αυτό, λοιπόν, προσέπεφτε και το παρακαλούσε να του κάνει κανένα καλό. Συνέχεια προσευχόταν έτσι, δίχως όφελος ωστόσο: απεναντίας, μέρα με τη μέρα βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη φτώχεια. Γι᾽ αυτό στο τέλος έγινε έξω φρενών από τον θυμό, άρπαξε το ξόανο από το ποδάρι και το βρόντηξε πάνω στον τοίχο. Αμέσως τότε θρυμματίστηκε το κεφάλι του αγάλματος και ξεχύθηκε χρυσάφι από μέσα του. Ο άνθρωπος ρίχτηκε ευθύς να το μαζέψει, και κατόπιν κατσάδιασε το ομοίωμα: «Καλά, διαστροφή και αυτή που έχεις, βρε συ, για να μη μιλήσω για την αχαριστία σου! Τόσες τιμές σου επιδαψίλευα, και ποτέ δεν μου χάρισες το παραμικρό κέρδος για αντάλλαγμα. Ενώ τώρα που σου τις έβρεξα γερά, με αντάμειψες με όλα τα καλά του θεού».
Το δίδαγμα του μύθου: Δεν θα βγάλεις κανένα προσωπικό όφελος αν πας να καλοπιάσεις έναν αχρείο. Ξύλο δώσε του καλύτερα, και θα ωφεληθείς πιο πολύ.

285. Το μουλάρι.
[285.2] Μια φορά το μουλάρι είχε γεμίσει καλά την κοιλιά του με κριθάρι. Βάλθηκε, που λέτε, να χοροπηδάει και να ξεφωνίζει μονάχο του:
«Πατέρα μου έχω το άλογο
το γοργοποδαράτο,
ίδιος με δαύτο είμαι κι εγώ,
όλος από πάνω ώς κάτω».
Έλα όμως που ξαφνικά προέκυψε κάποια ανάγκη και αμέσως πήρανε το μουλάρι και το τρέχανε πάνω-κάτω. Έτσι λοιπόν, όταν σταμάτησε πια το τρέξιμο, θυμήθηκε το κακόμοιρο ότι ο αληθινός πατέρας του είναι ο γάιδαρος, και κατέβασε σκυθρωπό τα μούτρα.
Το δίδαγμα του μύθου: Ακόμη και αν σε ανεβάσουν οι καιροί σε δόξες μεγάλες, μην ξεχνάς ποτέ από πού ξεκίνησες. Να το θυμάσαι: τούτη η ζωή είναι εντελώς αβέβαιη.

Ονομάσαμε τις ανάγκες μας “αγάπη”

Ζητάμε από τους ανθρώπους να μας πείσουν ότι είναι αυτό που ζητάμε, ενώ την ίδια στιγμή ακόμα δεν έχουμε πείσει τον εαυτό μας τι πραγματικά ζητάμε...

Πλάσαμε στο υποσυνείδητο μας κάτι το ιδανικό και ταυτόχρονα το φανταστικό και πιστέψαμε ότι κάπου στην άκρη του δρόμου θα ζωντανέψει και θα βρεθεί μπροστά μας.

Το ονομάσαμε αγάπη, έρωτα, σεβασμό, αφοσίωση...

Σε τελική ανάλυση μιλάμε για πόθο, πάθος, ενθουσιασμό, έλξη...

Πράγματα παροδικά που αλλοιώνονται μέχρι να ανάψεις και να σβήσεις το φως.

Βρίσκουμε αυτά και έχουμε την ψευδαίσθηση ότι βρήκαμε τα άλλα. Γι’ αυτό μόλις σβήσουν έχουμε την εσφαλμένη εντύπωση ότι χάσαμε την αγάπη.

Μα ποια αγάπη χάσαμε; Ουσιαστικά δε χάσαμε τίποτα γιατί δεν είχαμε και τίποτα…

Η αγάπη δεν υπάρχει πουθενά. Ίσως τα άλλα να υπάρχουν, η αγάπη όμως πουθενά...

Και αν υπάρχει κάπου υφίσταται ως εξής: «Σε αγαπάω μεν αλλά….»

Σε αυτή την περίπτωση η αγάπη γίνεται κατ’ ανάγκην κάτι αρνητικό, κάτι που δεν θέλεις να το έχεις γιατί κουβαλά μαζί του μια άρνηση, γιατί για να τη ζήσεις πρέπει να ξοδευτείς και πρέπει να την πληρώσεις σε μαύρη αγορά, έστω για να κερδίσεις μια σταγόνα από τον ωκεανό της…

Αυτό μας κάνει να μην έχουμε καμιά απολύτως διαφορά από τα ζώα, που τρίβονται στα πόδια σου γιατί πεινάνε, γιατί θέλουν με τον τρόπο τους να σου πουν ότι κάτι θέλουν από σένα.

Και 'μεις αυτό είμαστε….
Ανικανοποίητα ζώα σε ανθρώπινη μορφή που θεωρούν τους εαυτούς τους σοφότερους μετά από κάθε βλακεία που κάνουν.

Μην στέκεσαι στο αδιέξοδο, βρες δρόμο και φύγε

Αδιέξοδο, ίσως να είναι η χειρότερη κατάσταση στην οποία μπορεί κάποιος να βρεθεί. Λάθος δικό σου ή αλλουνού, διόλου δεν έχει σημασία! Μπλέχτηκες, δείλιασες να το ξεκαθαρίσεις, οι συνθήκες άλλαξαν, νέα δεδομένα ήρθαν στο προσκήνιο ενώ ταυτόχρονα η θέση σου είναι δύσκολη εκ των προτέρων.

Νιώθεις σαν να ήρθε κάποιος ξαφνικά, πήρε τα χέρια και τα πόδια σου, τα έδεσε σφιχτά με δεσμά που δεν λύνονται και σε εγκατέλειψε εκεί αβοήθητο, ακινητοποιημένο κι ανήμπορο να δράσεις. Η πίεση, οι τεντωμένες ισορροπίες, τα σπασμένα νεύρα, τα αδικαιολόγητα ξεσπάσματα είναι λίγα μόνο από τα συμπτώματα που εμφανίζει κάποιος που οδηγήθηκε σε αδιέξοδο.

Κι ύστερα το μυαλό παύει να είναι σύμμαχός σου, αρχίζει να επεξεργάζεται όσα συνέβησαν κι όσα δεν συνέβησαν, τι ειπώθηκε και τι έμεινε κρυφό, τι έγινε λανθασμένα μα και τι έπρεπε να γίνει αντ’ αυτού · μία πραγματική τρικυμία εν κρανίω. Ησυχία πουθενά, μόνο σκέψεις που ουρλιάζουν, κλείνεις τα μάτια μα συνεχίζεις να βλέπεις τα λάθη σου, τα ανοίγεις κι ο καθρέφτης είναι πάλι εκεί για να σε κρίνει σκληρά.

Κατηγορείς εσένα, μετά κατηγορείς τους άλλους, στο τέλος δεν ξέρεις πραγματικά τι σε έφερε ως εδώ. Κακή τύχη ή κακή συνεννόηση ήταν ο εχθρός που σε νίκησε; Αναρωτιέσαι, κι εκείνα τα «αν» δεν έχουν τελειωμό. Θα σου πουν «γιατί δεν κάνεις κάτι να το διορθώσεις;» μα δεν καταλαβαίνουν πως αδιέξοδο σημαίνει πολλές συνιστώσες μαζί που οδήγησαν στο χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα, την παρεξήγηση, το ανεκπλήρωτο και το συγχυσμένο!

Για πολύ καιρό ο άνθρωπος σε αδιέξοδη κατάσταση αρνείται να τη δεχτεί, πιστεύει πως τα έπραξε όλα σωστά, πως αδικήθηκε και βολεύεται σταθερά στη θέση του θύματος, μα πλανάται. Ύστερα, η λογική επεμβαίνει καταλυτικά και τον αφυπνίζει, διαπιστώνει τις παραλείψεις του και τις συνδέει με τις συνέπειες και κάπως έτσι καταλαβαίνει την ευθύνη του!

Αμέσως, σαν άλλο ενεργό ανοσοποιητικό σύστημα, αναζητά τη θεραπεία κι εκεί ακριβώς αναγνωρίζει τα εμπόδια. Οι συνθήκες δεν του επιτρέπουν να πράξει τα ανάλογα για να σώσει την κατάσταση, γιατί αν λειτουργήσει ως άλλος σίφουνας μάλλον κάτι πιο σημαντικό θα καταστρέψει στην πορεία. Αδιέξοδο!

Μένει, λοιπόν, άπραγος κι είναι ό, τι χειρότερο, ιδίως όταν το αίμα του βράζει, όταν πλέον βλέπει τα πάντα με διαύγεια αλλά ξέρει ότι είναι αργά για ηρωισμούς και ντομπροσύνες. Μένει μόνος να αναρωτιέται διαρκώς «αξίζει να τα διαλύσω όλα για να σώσω το ένα ή μήπως έχασα για πάντα την ευκαιρία αυτή;», μα η απάντηση σε αυτό βρίσκεται εκεί που δεν μπορεί να πάει, πίσω από την πόρτα που δεν μπορεί να χτυπήσει, πίσω από χείλη που σφράγισαν γιατί όταν μίλησαν δεν πήραν την απάντηση που έπρεπε.

«Πάντα κοιμάμαι προς τη μεριά του τοίχου. Έτσι, η αίσθηση του αδιεξόδου αποκτά την υλική της υπόσταση.» διαβάζω κάπου κι αναρωτιέμαι: μήπως τελικά η λύση στα αδιέξοδα είναι απλώς η φυγή, όπως όταν συναντάς έναν τοίχο κι αλλάζεις πορεία για να συνεχίσεις να προχωράς;

Αυτό που έχουμε, αυτό που αντιπροσωπεύουμε και αυτό που είμαστε

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.
   
Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό).
 
Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι. Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ' όλ' αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.
 
1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.
 
2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: «Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων... πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ' τη σάρκα μας». Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες. Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν' αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.
 
3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.
 
Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.
 
Irvin Yalom: Στον κήπο του Επίκουρου

Ο θρήνος του πληγωμένου έρωτα

Η παγίδα του θυμού έρχεται όταν ο άνθρωπος
θεωρεί τον εαυτό του εύθραυστο
Τότε, όταν “σπάσει”,
αναπόφευκτα,
κόβει…
 
Υπάρχει μία αγάπη στον πόνο που κανείς δεν παραδέχεται. Είναι η βαθιά επιμονή να διατηρήσει κανείς αυτό που τον πονάει ζωντανό, μέσα του, κι ας έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού από εκείνο. Υπάρχει ένας ναρκισσισμός στον πόνο. Στην άρνηση να τον απελευθερώσουμε και να απελευθερωθούμε από εκείνον. Βλέπετε, ο πόνος είναι μία κατάσταση διπλής ομηρίας… Κρατάει αιχμάλωτο τον εαυτό με το να κρατάμε αιχμάλωτο εκείνον. Γιατί, όμως, οι άνθρωποι αρνούμαστε να αφήσουμε ελεύθερο αυτό που μας πονά; Μα γιατί, εξαρχής, το γνωρίσαμε με τα δεσμά του. Εξαρχής, θεωρήσαμε ότι αυτό που έρχεται στη ζωή μας, έρχεται κουβαλώντας τις αλυσίδες του. Αλυσίδες που του φόρεσαν οι πεποιθήσεις μας πως ό,τι αγαπιέται οφείλει να παραμένει με αυτούς που το αγαπούν.
 
Όμως, η πραγματική αγάπη, πολύ απέχει από αυτό. Η πραγματική αγάπη δεν βοηθάει κάποιον να παραμείνει παιδί ενδίδοντας στις απαιτήσεις του και τις παράλογες αξιώσεις του. Η πραγματική αγάπη απελευθερώνει, μεγαλώνει και ωριμάζει όποιον τολμήσει να πιει απ’ το ποτήρι της και του δίνει το θάρρος να ακουμπήσει το ποτήρι κάτω, όταν αδειάσει το περιεχόμενό του, και όχι να το ρουφάει μέχρι να ματώσουν τα χείλη του…
 
Η θλίψη στην απώλεια μοιάζει πολύ με το κλάμα του μεθυσμένου. Κουβαλάει, μάλιστα, τα ίδια ερωτήματα με εκείνον. Το γιατί μου συμβαίνει, δηλαδή, ενώ συνεχίζει να καταναλώνει το ίδιο υγρό που τον δηλητηριάζει κι έχει πάψει προ πολλού να τον κάνει χαρούμενο. Όμως η παγίδα που οδηγεί κάποιον εκεί έχει στηθεί πολύ πριν ερωτευτεί. Η παγίδα έρχεται όταν κάποιος θεωρήσει αδύναμο τον εαυτό του• μικρότερο από την έννοια του έρωτα κι ας τον χρειάζεται εκείνη για να ζωντανέψει. Η παγίδα έρχεται όταν κάποιος πείσει τον εαυτό του ότι είναι εύθραυστος, σχεδόν ανάξιος, όταν νιώσει να αγαπά κάτι, τόσο δυνατά, που στα μάτια του φαντάζει θείο. Αναπόφευκτα τότε από ερωτευμένος γίνεται ικέτης που, ασυνείδητα, το παρακαλά να μείνει στη ζωή του κι ας μην το καταλαβαίνει.
 
Το αποτέλεσμα είναι νοσηρό καθώς η προσδοκία του να συμπεριφερθεί, ο έρωτας, σαν θεός που θα τον αξιώσει αποτυγχάνει, και από ικέτης γίνεται εκδικητής του. Τον κρατά όμηρο μέσα του ενώ από καιρού έχει στρεβλώσει τη σημασία του και τον αναγκάζει να τον πονά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη για τον πληγωμένο από το να καταστήσει κάποιον που τον αγαπούσε βασανιστή, μέσα του. Εξασφαλίζει την αιώνια παρουσία του διαμέσου του μαρτυρίου αντί της αγάπης και όπως κάθε τι που υποφέρει καταλήγει να μεταδίδει το μαρτύριό του κάνοντας και τους γύρω του να υποφέρουν.
 
Ο εύθραυστος, γυάλινος, εαυτός σπάει και, αδήριτα, τραυματίζει τους γύρω του με τις αιχμές του. Η θλίψη του, μετουσιώνεται σε θυμό κι ο θυμός αυτός προβάλλεται σε κάθε φιγούρα της ζωής του. Οι ουλές από τα χτυπήματα του βασανιστή του γίνονται, πλέον, ορατές – όχι στο σώμα του – αλλά στην συμπεριφορά του που ψιθυρίζει το πόσο υποφέρει. Μα τί μπορεί να κάνει, όμως, αυτός που νιώθει έτσι;
 
Μπορεί να καταλάβει ότι ο ίδιος επιτρέπει στον εαυτό του να υποφέρει με το να στρεβλώνει την πάλαι ποτέ γλυκιά θύμηση κάποιου σε πονερή εικόνα, μονάχα για να παρατείνει την παραμονή της μέσα του… Μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήτανε ποτέ του αδύναμος μπροστά στον έρωτα καθώς ο έρωτας δεν συμβαίνει τυχαία, μα προκύπτει όταν τα ασυνείδητα μέρη δύο αντικειμένων, με την παντοδυναμία της έλλειψης, επιλέξουν να επενδυθούν το ένα στο άλλο… Μπορεί να πιστέψει με ασφάλεια ότι η αξία του δεν αντικατοπτρίστηκε στο βλέμμα του άλλου και τώρα που εκείνος έφυγε, έφυγε και εκείνη μαζί του. Η αξία του αναδύεται όταν διαχειριστεί την απώλεια με τον ίδιο σεβασμό που διαχειρίστηκε και την απόκτηση. Όταν αποκαθέξει τη συναισθηματική του επένδυση και μετατρέψει το αντικείμενο έρωτος σε αντικείμενο ευγνωμοσύνης το οποίο θα του χαρίζει ένα χαμόγελο κάθε φορά που το αναπολεί.
 
Υπάρχει μια αγάπη για τον πόνο που, κάποια στιγμή, έρχεται η ώρα να παραδεχτούμε. Είναι η αγάπη της τραγικής φιγούρας, που επιφέρει την προσοχή όσων είναι σημαντικοί στη ζωή μας, και τους κάνει να μας κοιτούν με όλη τους την προσήλωση• προσήλωση που στην πραγματικότητα ζητήσαμε από εκείνον που έφυγε. Υπάρχει μια αγάπη για τον πόνο που καταλήγει να μας πληγώνει περισσότερο από όσο μπορούμε να περιποιηθούμε την πληγή. Υπάρχει μια αγάπη για τον πόνο που πολύ απέχει από την αγάπη την αληθινή μα είναι πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα κι έτσι γίνεται ευκολότερα αντιληπτή. Για το τέλος, υπάρχει, όμως, και πόνος στην αγάπη, ναι. Ο πόνος, όμως, αυτός, είναι προς τον εαυτό που δεν γνώριζε πώς να αγαπήσει με σεβασμό τον ίδιο για να μπορέσει να σεβαστεί τα όρια της αγάπης στον άλλο…

Αποφάσεις… Μην τις αποφεύγουμε! Θα έρθουν εκείνες να μας βρουν πάλι

Στη ζωή συχνά έχουμε να αντιμετωπίσουμε το θέμα των αποφάσεων. Δεν είναι λίγες οι φορές που θα θέλαμε κάποιος άλλος να αποφασίσει για εμάς, για να νιώσουμε πιο «ελαφροί», ανέμελοι. Έτσι, σκεπτόμενοι τα πιθανά αποτελέσματα των αποφάσεών μας, δημιουργείται μέσα μας άγχος και βιώνουμε μια κατάσταση ταραχής. Κι εκείνες τις στιγμές οι περισσότεροι ίσως από εμάς… πόσο θα θέλαμε να δώσουμε το βάρος της απόφασής μας σε κάποιον άλλον!

Αν παρατηρήσουμε τις ζωές μας θα δούμε πως ίσως ξοδεύουμε πολλή ώρα για να λάβουμε μία απόφαση. Άραγε υπάρχει κάποιο μυστικό που θα μπορούσε να μας απελευθερώσει από το βάρος αυτό, όταν είναι να αποφασίσουμε; Πάλι, αν έχουμε αποφασίσει να κινηθούμε προς κάποια κατεύθυνση, αναρωτιόμαστε αν είναι η σωστή, τι αντίκτυπο θα έχει μελλοντικά για εμάς ή και τους γύρω μας. Συνήθως μας κατακλύζει μία αγωνία και νιώθουμε αβοήθητοι μπροστά σε τέτοιες στιγμές. Αυτές μπορεί να αφορούν τις σπουδές μας, την οικογενειακή μας κατάσταση, τη δουλειά μας, την υγεία μας ή τις σχέσεις μας.

Καθώς η καθημερινότητα μας δίνει άπειρες ευκαιρίες για να διαλέγουμε, να αποφασίζουμε για απλά πράγματα έως πολύ σημαντικά, θα μπορούσαν να αναφερθούν κάποιες σκέψεις που ίσως μπορούν να μας ανακουφίσουν από το βάρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων: Συνήθως όταν παίρνουμε μία απόφαση, σκεφτόμαστε το όφελος το δικό μας. Όμως σκεφτόμαστε την ίδια στιγμή, τι αντίκτυπο θα έχουν οι αποφάσεις μας και για τους άλλους; Θα τους πληγώσουμε, θα προκαλέσουμε δυσκολίες στις ζωή τους;

Άλλη σκέψη είναι αν αυτή η απόφαση, συνειδητά πια, θα μας κάνει καλό, δηλαδή… πιο ευτυχισμένους, πιο ισορροπημένους ή είναι ένας τρόπος να βλάψουμε τον εαυτό μας. Παράδειγμα, αποφασίζουμε να συνεχίσουμε μία σχέση που μας δίνει πόνο, μας εξουθενώνει.

Επίσης, βοηθά αυτή η απόφαση στο να επιτύχουμε και να εφαρμόζουμε εκείνες τις αρχές που μας κάνουν πιο ολοκληρωμένους, ελεύθερους από τους περιορισμούς των νοητικών μας αναταραχών; Αυτή η απόφαση μας επιτρέπει να βρούμε μέσα μας μια ηρεμία, μια αλήθεια.. τέτοια που μπορούμε και στους άλλους ανθρώπους μέσα τους να αναγνωρίσουμε;

Όλα αυτά θα μπορούσαμε να πούμε πως στηρίζονται σε μια ώριμη από τις εμπειρίες κοινή λογική. Ωστόσο.. κοιτάζοντας τη ζωή μας, θα δούμε πως συμβαίνουν μερικές φορές πράγματα που δεν μπορούμε να τα κατανοήσουμε με την κοινή λογική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ίσως χρειάζεται να αφεθούμε στα χέρια της ίδιας της ζωής, που έχει κι εκείνη τους δικούς της κανόνες και αρχές. Έχοντας κι αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού μας, μπορούμε να αποκτήσουμε μια σταθερότητα και ηρεμία στην καθημερινότητά μας.

Ίσως η δύσκολη καθημερινότητα και η μαγεία της ζωής πάνε χέρι-χέρι!

Τι είναι η νευρωτική αγάπη

Η αγάπη έχει τις ίδιες διαθέσεις και απαιτήσεις από όλους μας;
Η αγάπη είναι μόνο θετική;
Αγαπάς, άρα ζεις αρμονικά;
Μπορεί η αγάπη να γίνει εμμονή;
Μπορεί να δώσει «τροφή» στις ανασφάλειές μας;
Είναι η αγάπη ένα πρόβλημα που λειτουργεί απόλυτα αγχωτικά στους συντρόφους;

Η σχέση μας στηρίζεται πάντα στο ποιοι είμαστε και τι συμπεριφορά έχει ο ένας απέναντι στον άλλον, ανάλογα με τα στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Για παράδειγμα, οι ιδεοληπτικές-ψυχαναγκαστικές προσωπικότητες φοβούνται να ερωτευτούν, να αγαπήσουν. Φοβούνται να προσφέρουν αγάπη. Αυτό συμβαίνει γιατί αρνιούνται τις πολύ στενές επαφές και τις έντονες συναισθηματικές επενδύσεις, επειδή φοβούνται ότι ο άλλος, ο σύντροφός τους, δεν θα ανταποκριθεί με ακρίβεια στην τελειότητα που τους διακρίνει. Γιατί οι ίδιοι αναζητάνε το τέλειο σε μια σχέση, ακόμα κι αν ξέρουν ότι δεν υπάρχει.

Η βάση, λοιπόν, στην οποία κινούνται είναι οι ανασφάλειές τους. Είναι το ότι στο τέλος ο σύντροφός τους δεν θα τους αποδεχτεί. Ότι θα τους απορρίψει. Οι άνθρωποι που αισθάνονται ότι ως προσωπικότητες είναι έντονα συναισθηματικοί, αγχωτικοί, ντροπαλοί ταλαιπωρούνται στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να έρθουν κοντά στο άλλο φύλο.

Πολλοί κρύβονται στο καβούκι τους. Αρνούνται να αντιμετωπίσουν τους άλλους και έτσι μπορεί να μεταφέρουν το πρόβλημα που έχουν στο σύντροφό τους. Έτσι η αγάπη που θέλουν να τους μεταφέρουν είναι ένα καταπιεστικό φορτίο. Η αίσθηση επικοινωνίας έχει να κάνει με τον σύντροφο, τον άνθρωπο που είναι ανασφαλής, που συγκρούεται και εχθρεύεται τον σύντροφό του γιατί αυτό τον κάνει να νιώθει πιο «σωστός», πιο ασφαλής, όχι γιατί αυτά είναι τα πραγματικά συναισθήματα, όχι γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα που ζει, αλλά γιατί αυτό τον βολεύει.

Κάθε σχέση, για να μπορεί να λειτουργήσει, χρειάζεται αγάπη. Για να λειτουργήσει η συναισθηματική μας φόρτιση, η συναισθηματική επένδυση απέναντι στον άνθρωπό μας, θα πρέπει να μην προβάλλουμε τις ενοχές μας, τις ανασφάλειές μας και τις συγκρούσεις μας, αλλά τον θαυμασμό, τον ενθουσιασμό και γενικά την προσπάθεια να προσφέρουμε.

Για να μπορέσει κάποιος να προσφέρει συναισθήματα που θα τα βιώσει ο άνθρωπός του, σαν απόλυτα θετικά, πρέπει να είναι απαλλαγμένος από τις νευρωσικές του συμπεριφορές και αρνήσεις, γιατί συνήθως αυτά τα στοιχεία φέρνουν θυμό και απορριπτικές αντιδράσεις. Θα πρέπει να δείξει ότι η συντροφικότητα που αναζητάμε σε μια σχέση μπορεί να λειτουργήσει αν πραγματικά θέλουμε να βιώσουμε τη θετική συμπεριφορά και όχι την αρνητική.
Γιατί όμως να θέλει κάποιος την εκτόνωση του θυμού του, τη σύγκρουση με τον σύντροφό του και όχι το να του προσφέρει μια ισορροπημένη και σωστή επικοινωνία;
Γιατί να θέλει να δώσει τις ανασφάλειές του και όχι κάτι απόλυτα θετικό;
Γιατί γίνεται η σχέση μια νευρωσική αντίδραση, γιατί να πικραίνει ο ένας τον άλλο και όχι να ζουν οι δυο τους ευτυχισμένα μέσα σε μια σχέση;
Επειδή πολλές φορές θέλουμε να ελέγχουμε τον άλλο, θέλουμε να τον κάνουμε να μας προσφέρει χωρίς απαραίτητα να του δώσουμε όσα χρειάζεται. Γιατί πολύ συχνά έχουμε την τάση να αναζητάμε την επιβεβαίωση, έχουμε ανάγκη για στοργή, ανάγκη να μας προσέξουν και να μας δώσουν περισσότερη ζεστασιά και αγάπη. Όλα όσα περιγράφουμε είναι η διάθεση μιας νευρωσικής, υστερικής αναζήτησης μιας αγάπης από τον σύντροφό μας που θα μας λυτρώσει, που θα μας κάνει να νιώσουμε ότι οι άνθρωποι που είναι γύρω μας νοιάζονται και ενδιαφέρονται για μας.

Αυτή η πορεία να αναζητάμε από το περιβάλλον μας να επιβεβαιώσει την ανάγκη μας για ζεστασιά, για να καλύψουμε τις συναισθηματικές μας ανασφάλειες, μας κάνει να φαινόμαστε ότι αν δεν μας δώσει ο άλλος αυτό που ζητάμε θα συγκρουστούμε μαζί του χωρίς απαραίτητα να φταίει εκείνος. Τρέμουμε στο ενδεχόμενο ότι οι άλλοι δεν θα μας αποδεχτούν, δεν θα μας δώσουν στοργή, αγάπη, ζεστασιά, και έτσι θα νιώθουμε ανήμποροι. Αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με τις φοβίες και τις ενοχές μας.

Σε αυτή τη φάση των αντιδράσεών μας προβάλλεται το υστερικό κομμάτι μας. Νιώθουμε δηλαδή τις αντιδράσεις μας να κατακλύζονται από δάκρυα στα μάτια, από πονοκεφάλους, εμετούς, έντονες πιέσεις και ταχυκαρδία. Εάν ο σύντροφός μας δεν αποδεχτεί όλα αυτά που ζητάμε να μας προσφέρει, προβάλλουμε αυτό το υστερικό κομμάτι στις αντιδράσεις μας. Τι κάνουμε όμως για να απαλλαγούμε από όλες αυτές τις υστερικές λειτουργίες μας που κάνουν τη ζωή μας και τη σχέση μας πολύ δύσκολη; Διαλέγουμε την απάντησή μας σε κάθε αντίδραση που παρατηρούμε στον άλλο. Κάθε αντίδρασή του δείχνει ότι αυτό που δεν μας αρέσει και δεν μας βολεύει δεν είναι απαραίτητα και αρνητική συμπεριφορά για τη σχέση μας.

Το νευρωτικό, το υστερικό, έχει πάντα μια υπερβολή, μια ανάγκη να εκφράσει τις πιο ανασφαλείς καταστάσεις μας. Συνήθως μετά από τέτοιες αντιδράσεις νιώθουμε ένοχοι ή έτοιμοι να υποτιμήσουμε και να μειώσουμε τον εαυτό μας, γιατί θεωρούμε ότι δεν είμαστε ικανοί να κάνουμε το σωστό και πέφτουμε συνέχεια σε λάθη.

Πιστεύουμε ότι αυτά τα λάθη τα κάνουμε γιατί μας τα προκάλεσαν άλλοι. Αναγνωρίζουμε ότι δεν νιώθουμε ώριμοι να προχωρήσουμε στη ζωή. Έτσι βάζουμε πάντα τον εαυτό μας σε μια αναζήτηση για κάτι πιο καλό, πιο μεγάλο, πιο δυνατό, πιο τέλειο. Μπορεί να αναζητάμε αυτό που δεν υπάρχει απλά γιατί όλα αυτά είναι οι ανασφάλειές μας για ό,τι ζούμε. Για να μπορέσουμε να διορθώσουμε τέτοιες συμπεριφορές χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε τι είναι υπερβολή σε κάθε αντίδραση που παρατηρούμε. Χρειάζεται να δούμε στην πράξη τι είναι σωστό και τι λάθος στις ενέργειές μας. Αυτό γίνεται πιο κατανοητό όταν επαναλαμβάνουμε συχνά τις ίδιες αντιδράσεις μας. Η επανάληψη και η υπερβολή είναι αυτά που πρέπει να εντοπίσουμε για να ξεφύγουμε από τα προβλήματά μας.

Χρειαζόμαστε πάντα αληθινές στενές σχέσεις

Η απομόνωση είναι μια εκφοβιστική έννοια για τα περισσότερα άτομα. Έχουμε βαθιά ανάγκη για συντροφικότητα, για τη δημιουργία σχέσεων. Έχουμε μια ισχυρή φυσική τάση για αισθησιακή και σεξουαλική ικανοποίηση. Χρειαζόμαστε στοργή, βοήθεια, ενθάρρυνση και αγάπη.

Είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με την επιλογή, είτε να μπούμε σε στενή σχέση, πράγμα που απαιτεί ένα βαθμό παραίτησης και αναπροσαρμογής από τον αποκτηθέντα εαυτό, είτε να απομονωθούμε. Η τελευταία εκλογή είναι πολύ βαριά και απειλητική. Οι περισσότεροι θα επιλέξουν τις στενές σχέσεις με οποιοδήποτε αντίτιμο -γιατί η εναλλακτική λύση είναι η μοναξιά.

Χρειαζόμαστε πάντα τους άλλους για τη διαρκή μας ανάπτυξη και επιβεβαίωση. Η αληθινή στενή σχέση είναι μια θετική ισχύς μόνον αν είναι ο συνδυασμός δυνάμεων και ενέργειας με άλλα ώριμα πρόσωπα για τη συνεχή ανάπτυξη και των δύο. Είναι μια σκόπιμη παραίτηση ορισμένων πλευρών του αυτόνομου εαυτού κάποιου, με την επιθυμία να πάρει περισσότερα. Μέσα, κύρια, από τη στενή σχέση, τη διαρκή συντροφικότητα μπορούμε να δούμε τον γνήσιο κόσμο ενός άλλου ανθρώπου και να έχουμε μια γνήσια αντανάκλαση του δικού μας. Για το λόγο αυτό είναι τόσο εύκολο να αγαπάμε περιστασιακούς φίλους και τόσο δύσκολο να αγαπάμε εραστές. Η επένδυσή μας σ’ ένα φίλο είναι πολύ λιγότερο αποκαλυπτική και απαιτητική από εκείνη σ’ ένα σύντροφο στη ζωή μας, και επίσης, μακροπρόθεσμα, πολύ λιγότερο αποδοτική στην ανταμοιβή της για την ανάπτυξη.

Διαφορετικοί βαθμοί οικειότητας μπορούν να βρεθούν σε μια ποικιλία σχέσεων στο ξεκίνημά τους, που ικανοποιούν διάφορες ανάγκες οικειότητας, από περιστασιακές κοινωνικές και σεξουαλικές σχέσεις μέχρι βαθιές και παρατεταμένες φιλίες και προσπάθειες δημιουργίας μιας μόνιμης ένωσης, όπως ο γάμος. Οι περιστασιακές σχέσεις και φιλίες μπορούν να δώσουν στο άτομο την ευκαιρία σύντομων κοινών εμπειριών και την ανταλλαγή πληροφοριών, συναισθημάτων και ιδεών που μπορούν ν’ αποτελέσουν τον αντίποδα των συναισθημάτων απομόνωσης και πλήξης. Μελέτες όμως έχουν δείξει ότι μόνον οι στενές σχέσεις που εκτείνονται πέραν της κοινωνικότητας και προσφέρουν τις προϋποθέσεις για παρατεταμένη συντροφικότητα, όπως η συμβίωση ή ο γάμος, μπορούν να μας δώσουν το πιο παραγωγικό αναπτυξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας και να εκφραζόμαστε ελεύθερα σ’ ένα αξιόπιστο, ασφαλές, δεκτικό, ενθαρρυντικό και έμπιστο περιβάλλον. Μας δίνουν την πιο ζωτική προϋπόθεση για να ξεπεράσουμε τη μοναξιά, να αναλάβουμε και να εξερευνήσουμε την ανθρώπινη εμπειρία χωρίς φόβο και παραλογισμό.

Λέγεται συχνά ότι η καλύτερη ένδειξη της ωριμότητάς μας βρίσκεται στην ικανότητά μας να δημιουργούμε αναπτυσσόμενες, γεμάτες και διατηρούμενες σχέσεις. Όπως παρατηρεί ο Έριχ Φρομ, “Ο ώριμος άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του και τις ρίζες του μόνο σε δημιουργική σχέση με τον κόσμο και την αίσθηση της ενότητας με όλους τους ανθρώπους και τη φύση”.

Καταπολεμώντας τον παρορμητισμό μας

Σχετική εικόναO έλεγχος στην παρόρμησης του εαυτού μας μπορεί να αποτελέσει μια εστιασμένη θεραπεία στο πως μπορούμε να διαχειριστούμε τα κύματα της σκέψης μας που μας ωθούν σε διάφορες πράξεις για τις οποίες μετά μετανιώνουμε. Η παρόρμηση η οποία ελέγχει τη σκέψη και τις πράξεις μας μπορεί να διαρκέσει μερικά μόνο λεπτά, άσχετα αν εμείς νιώθουμε ότι διαρκεί για μια ζωή. Συνήθως η διάρκεια της παρόρμησης είναι γύρω στα 15 λεπτά. Αν είμαστε προσεκτικοί αυτά τα 15 λεπτά και δεν ενδώσουμε στην παρόρμηση που προσπαθεί να μας ελέγξει τότε μπορούμε να την αποφύγουμε με επιτυχία.

Η πιο αποτελεσματική θεραπεία αναφορικά με τη αντιμετώπιση της παρόρμησης είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη γνώση του εαυτού μας και η προσπάθεια να διατηρήσουμε τη ψυχραιμία μας αλλά και την υπομονή μας. Οι ασκήσεις υπομονής ίσως είναι και το “κλειδί” που θα μας οδηγήσει σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η διατήρηση της υπομονής κατά τη χρονική στιγμή που η παρόρμηση κυριαρχεί στη σκέψη μας έχει χαρακτηριστεί ως ο “κυματοθραύστης” των παρορμητικών σκέψεων μας.

Η παρόρμηση δεν λειτουργεί όπως ο εθισμός. Αντίθετα εκδηλώνεται όπως όπως οι πνευματικές συνήθειες αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιδράμε. Όταν είμαστε παρορμητικοί τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι δεν μαθαίνουμε από τα λάθη του παρελθόντος και συνδέεται άμεσα με τα παιδαριώδη στοιχεία του εαυτού μας και όχι με την ωριμότητα του χαρακτήρα μας.

Ακολουθούν πέντε τρόποι με τους οποίους μπορούμε να διαχειριστούμε αποτελεσμάτικα τον παρορμητικό εαυτό μας:

1. H καθυστέρηση: H προσπάθεια που κάνουμε να καθυστερήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε τις πρώτες σκέψεις αντίδρασης που μας έρχονται στο μυαλό. Αν καθυστερήσουμε 10 με 15 λεπτά να κάνουμε πράξη τη πρώτη σκέψη που μας έρχεται, ίσως και να αποφύγουμε να ενδώσουμε τελικά στην παρόρμηση.

2. Η απόδραση: Eίναι η απομάκρυνση με κάθε τρόπο από τις παρορμητικές σκέψεις που “πυροδοτούν” στη σκέψη μας. Είναι καλό να αποφεύγουμε καταστάσεις οι οποίες έχουν αποδειχθεί επιζήμιες για μας στο παρελθόν.

3. H απόσπαση: Eίναι πολύ σημαντικό να μπορέσουμε να πάρουμε τον έλεγχο της παρορμητικής σκέψης μας με το να απασχολήσουμε τον εαυτό μας με κάποια άλλη δραστηριότητα. Αποφεύγουμε π.χ να βγούμε έξω για πότο γιατί δεν κάνει να πίνουμε με το να απασχοληθούμε με κάποια μορφή τέχνης, αθλητική δραστηριότητα ή διαβάζοντας ένα βιβλίο κ.α.

4. Υποκατάστατες συμπεριφορές: Mπορούμε να υποκαταστήσουμε τις παρορμητικές σκέψεις με άλλες σκέψεις οι οποίες θα μας κάνουν να ξεχάσουμε τις πρώτες. Για παράδειγμα όταν σκεφτόμαστε να εκφράσουμε θυμό στα άτομα γύρω μας, μπορούμε να βγουμε έξω για μια βόλτα και με αυτό τον τρόπο να το ξεχάσουμε.

Νανομηχανική: Επιστήμονες της EPFL χρησιμοποίησαν οργανώνουν δόνηση νανοχορδής και στοχεύουν να αγγίξουν το κενό

Επιστήμονες της EPFL χρησιμοποίησαν παραμόρφωση για να οργανώσουν τη δόνηση νανοχορδής. Με βάση αυτό η ομάδα των επιστημόνων υλοποίησε ένα μηχανικό ταλαντωτή με τον υψηλότερο παράγοντα ποιότητας που καταγράφηκε ποτέ σε θερμοκρασία δωματίου.

Οι ακραίες τάσεις που μπορούν να συμβούν σε νανοκλίμακα, προκαλούν ασυνήθιστες ιδιότητες σε υλικό. Ερευνητές στο Εργαστήριο του καθηγητή Kippenberg Tobias, στην EPFL, έχουν αξιοποιήσει το φαινόμενο αυτό για να μειώσουν την εσωτερική τριβή μιας νανοχορδής σε πρωτοφανή βαθμό. Σε θερμοκρασία δωματίου καταστάσεις της χορδής μπορούν να υφίστανται 1 δισεκατομμύριο ταλαντώσεις πριν αλληλεπιδράσουν με το θερμικό περιβάλλον. Οι νόμοι της κβαντομηχανικής εμπλέκονται σε μια πρακτική περιγραφή μιας τέτοιας συσκευής, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε νέες εφαρμογές. Η εργασία δημοσιεύεται στο Science.
Ένα μάθημα διαχείρισης τάσης

Για ένα μηχανολόγο μηχανικό, η τάση (stress) είναι συνήθως ένα πρόβλημα. Με κατάλληλη διαχείριση, ωστόσο, μπορεί επίσης να είναι ένα ισχυρό εργαλείο. Ένα παράδειγμα είναι το σύγχρονο τρανζίστορ, του οποίου η ταχύτητα λειτουργίας βελτιώνεται πιέζοντας τοπικά το υλικό πυριτίου της πύλης του. Η αρχή πίσω από αυτή τη βελτίωση είναι η παραμόρφωση (strain): Ένα ελαστικό σώμα ανταποκρίνεται στην τάση προσαρμόζοντας την απόσταση μεταξύ των ατόμων που τη συνιστούν, η οποία έπειτα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ελεγχθούν οι ιδιότητες των ηλεκτρονίων του.

Η τάση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να επιτευχθεί η σκέδαση ενός ελαστικού σώματος. Τεντώνοντας μια χορδή κιθάρας, για παράδειγμα, θα αλλάξει όχι μόνο ο ήχος της (η συχνότητα δόνησής της), αλλά επίσης ο παράγοντας ποιότητας (ο αριθμός των δονήσεων που παράγονται με ένα απλό γρατζούνισμα). Το φαινόμενο αυτό γνωστό ως «διάλυση σκέδασης», είναι ανεπιθύμητο σε πολλούς μουσικούς κύκλους, όμως σε άλλα πεδία μπορεί να είναι ένα τρομερό πλεονέκτημα.

Το μεγαλύτερο δεν είναι πάντα καλύτερο
Ένα τέτοιο πεδίο είναι η νανομηχανική, όπου ο παράγοντας ποιότητας μιας δόνησης υπαγορεύει τη χρησιμότητά του για εφαρμογές όπως η ανίχνευση δύναμης. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας , νανομηχανικοί ταλαντωτές που παραμορφώνονται έχουν αναδυθεί ως ένα σημαντικό παράδειγμα εξαιτίας των αφύσικα υψηλών τους παραγόντων ποιότητας. Ωστόσο, αυτή η πορεία δεν είναι τόσο μια επιλογή σχεδιασμού όσο ένα τέχνημα μεγάλων τάσεων που φυσικά παράγονται στη νανοκλίμακα.

Εξοπλισμένοι με ένα ισχυρό σύνολο εργαλείων στο Κέντρο ΜικροΝανοΤεχνολογίας στην EPFL, οι ερευνητές στο εργαστήριο του Kippenberg προέβησαν στο σχεδιασμό νανομηχανικών συσκευών με επιτηδευμένα ενισχυμένες τάση και διάλυση σκέδασης. Βρήκαν ότι μια χορδή έχει μια ιδεώδη γεωμετρία για αυτό, αν και η κίνησή της πρέπει να εντοπιστεί μακριά από τα υποστηρίγματά της και να συν-εντοπιστεί μαζί με το προφίλ της εσωτερικής της τάσης.

Ικανοποιώντας αυτές τις απαιτήσεις, οι ερευνητές σχεδίασαν τη χορδή μέσα σε ένα φωνονικό κρύσταλλο: μια περιοδική δομή στην οποία οι δονήσεις μπορούν να παγιδευτούν γύρω από μια κεντρική ανωμαλία. Για να συν-εντοπίσουν τη παραμόρφωση, η ανωμαλία προσεκτικά ελαττώθηκε και ολόκληρο το μοτίβο εντυπώθηκε σε μια χορδή με πάχος περίπου 10 nm και μάκρος 1 cm (ισοδύναμο του τεντώματος της γέφυρας Golden Gate [1.6 km] από τη μία πλευρά στην άλλη του Ειρηνικού ωκεανού).

Μετρήσεις που έγιναν με συσκευές νανοχορδών σε θερμοκρασία δωματίου αποκάλυψαν εντοπισμένες καταστάσεις που δονούνται στα 1 MHz για δεκάδες λεπτά, που ανταποκρίνεται σε έναν παράγοντα ποιότητας 800 εκατομμύρια. Με μεταφορά σε μια τυπική χορδή κιθάρας, μια ισοδύναμη «νότα» θα παίζει για ένα μήνα.

Αγγίζοντας το κενό
Χάρη στη μικρή τους μάζα και τους ακραίους παράγοντες ποιότητας, ταλαντωτές παρόμοιοι με αυτούς που αναπτύχθηκαν στο εργαστήριο του Kippenberg αναμένεται να έχουν σημαντική επίδραση σε παραδοσιακές εφαρμογές ανίχνευσης. Λειτουργώντας ως αισθητήρες δύναμης, για παράδειγμα, μπορούν να ανιχνεύσουν τοπικές διαταραχές στο επίπεδο των attonewtons (1 attonewton = 10^-18 newtons), ισοδύναμο με τη βαρυτική έλξη μεταξύ δυο ανθρώπων.

Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή είναι αυτή που μπορεί να ανιχνεύσει ασθενείς φωτεινές δυνάμεις. Με τη σύζευξη μιας νανοχορδής με έναν οπτικό κυματαγωγό, το εργαστήριο του Kippenberg πρόσφατα έδειξε την ικανότητα να «γίνεται αισθητές» οι μικρές διακυμάνσεις κενού μιας δέσμης λέιζερ, μαρτυρώντας άμεσα την υποκείμενη σωματιδιακή του φύση (φωτόνιο). Σε μια εκπληκτική παραλλαγή, οι ερευνητές έδειξαν πώς η μέτρηση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει μια μη-κλασική κατάσταση του φωτός, γνωστή ως συμπιεσμένο φως, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσει την ευαισθησία ενός οπτικού συμβολόμετρου.

Τώρα, οι ερευνητές θέτουν ένα διαφορετικό ερώτημα: είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουν το ίδιο πεδίο φωτός για να «δουν» τις διακυμάνσεις κενού μιας νανοχορδής (μια συνέπεια της όμοιας με φωνόνιο φύσης του); «Η Αρχή Αβεβαιότητας του Heisenberg προβλέπει ότι οι δυο δυνατότητες είναι ανάλογες», λέει ο Dalziel Wilson, ένας από τους συγγραφείς τη μελέτης. «Η λειτουργία σε αυτό το αποκαλούμενο τυπικό κβαντικό όριο, δίνει τη δυνατότητα της ψύξης μηχανικού αντικειμένου μεγέθους που να είναι αισθητό, από τη θερμοκρασία δωματίου στο απόλυτο μηδέν (η θεμελιώδης κινητική του κατάσταση), το αρχικό σημείο για μυριάδες κβαντικά πειράματα».

Τα μυόνια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο των αποθηκευμένων σε σφραγισμένα βαρέλια πυρηνικών αποβλήτων

Τα μυόνια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να ελεγχθεί εάν λείπουν ράβδοι χρησιμοποιημένου καυσίμου από τα βαρέλια που χρησιμοποιούνται για να αποθηκευθεί απόβλητο πυρηνικό υλικό.

Οι άχρηστες ράβδοι πυρηνικού καυσίμου τυπικά αποθηκεύονται σε ατσάλινα βαρέλια διαμέτρου 3 μέτρων τα οποία χωράνε από 20 μέχρι και 30 δεσμίδες ράβδων καυσίμου. Όμως όταν ένα βαρέλι σφραγιστεί, δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί πόσες δεσμίδες υπάρχουν μέσα ή κυρίως, εάν κάποιες λείπουν, χωρίς να ανοιχθεί. Τώρα, ο J. Matthew Durham του Εθνικού Εργαστηρίου του Los Alamos, στο Νέο Μεξικό και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι αυτό το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με την παρακολούθηση των κοσμικών ακτίνων μυονίων που περνούν μέσω ενός βαρελιού. Όπως λένε: οι επιθεωρητές του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο αυτή για να επαληθεύσουν ότι δεν αποσπάστηκαν πυρηνικά καύσιμα από εγκαταστάσεις αποθήκευσης πυρηνικών.

Η μέθοδος περιλαμβάνει την τοποθέτηση ανιχνευτών μυονίων στις αντίθετες πλευρές ενός βαρελιού αποθήκευσης και την παρακολούθηση των τροχιών των μυονίων που περνούν μέσω των βαρελιών. Τα μυόνια εύκολα διαπερνούν το παχύ εξωτερικό περίβλημα του βαρελιού και οι τροχιές τους επηρεάζονται ιδιαίτερα από την παρουσία βαρέων στοιχείων όπως το πλουτώνιο. Η ομάδα έλεγξε τη μέθοδό της σε βαρέλι στο Εθνικό Εργαστήριο του Idaho (Αϊντάχο), το οποίο περιέχει 24 οπές αποθήκευσης για δεσμίδες ράβδων καυσίμου, από τις οποίες έξι είναι άδειες.

Τα μετρούμενα ίχνη στον ανυψωμένο ανιχνευτή προβάλλονται σε μια συστοιχία ογκοστοιχείων στο κέντρο του βαρελιού. Κάθε ογκοστοιχείο έχει ένα σχετικό ιστόγραμμα όπου συλλέγονται οι γωνίες σκέδασης των μυονίων που περνούν μέσα από αυτό.

Προηγούμενες μετρήσεις από την ομάδα επέτρεψαν να εννοηθεί ότι η γωνία σκέδασης των μυονίων ήταν ευαίσθητη στις ελλείπουσες ράβδους. Όμως οι μετρήσεις έγιναν σε μια πολύ μικρή περιοχή του βαρελιού για να θεωρηθούν καθοριστικές. Στα νέα πειράματα, η ομάδα έκανε μετρήσεις σε όλο το βαρέλι, τοποθετώντας ανιχνευτές σε εννέα διαφορετικούς σχηματισμούς. Επιβεβαίωσαν τα προηγούμενα πειράματά τους και έδειξαν ότι θα μπορούσαν να εντοπίσουν περιοχές του βαρελιού που είχαν τουλάχιστον δύο ελλείπουσες δεσμίδες καυσίμου. Η ομάδα θεωρεί ότι η αύξηση του χρόνου μέτρησης ή η χρήση μεγαλύτερων ανιχνευτών που συλλαμβάνουν περισσότερα μυόνια θα μπορούσε να καταστήσει τη μέθοδο αρκετά ευαίσθητη για να εντοπίσει μια μόνο ελλείπουσα δεσμίδα.

Χαμένες ηθικές αξίες και (α)παιδεία - Ας αναστηθούμε από την παρακμή

Όπως μας παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος, κάποτε ρώτησαν τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο, έναν από τους επτά σοφούς, «τι διαφέρουν οι πεπαιδευμένοι από τους απαιδεύτους». Ο σοφός απάντησε «ότι η διαφορά έγκειται στις καλές ελπίδες» (Βίοι Φιλοσόφων, Α΄ 69). Με άλλα λόγια, χωρίς την παιδεία -με την αρχαιοελληνική σύλληψη της έννοιας, δεν υπάρχουν αγαθές ελπίδες ούτε σε ατομικό αλλά ούτε σε συλλογικό επίπεδο.

Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός σκοπός που ζούμε. Δεν υπάρχει τελεολογία. Απλά ζούμε. Βιώνουμε το φαινόμενο που αποκαλούμε ζωή, με ότι αυτό περιλαμβάνει. Τον σκοπό του βίου τον καθορίζει ο σκεπτόμενος άνθρωπος. Εμείς οι ίδιοι, προκειμένου να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένος αντικειμενικός σκοπός, υπάρχει πλήθος διαφορετικών φιλοσοφικών κατευθύνσεων και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Υπάρχουν διάφορες κοσμοθεωρίες και βιοθεωρίες, που άλλοτε δεν έχουν κανένα σημείο επαφής μεταξύ τους, και άλλοτε συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Με αυτά, δεν θέλω να πω σε καμία περίπτωση ότι δεν υπάρχει αυτό που λέμε «αλήθεια». Υπάρχει. Το πρόβλημα έγκειται στην προσέγγισή της, καθώς ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται μέρος αυτού που πραγματικά υπάρχει. Και αν συμβαίνει αυτό, επόμενο είναι ότι η γνωστική ικανότητα του ανθρώπου δεν μπορεί να φτάσει στο 100%. Συνεπώς, πάντα θα υπολείπεται στην γνώση και στην επιστήμη.

Αφετηρία της φιλοσοφίας, είναι το «απορείν» και το «θαυμάζειν». Από εκεί αρχίζει η διερεύνηση του κόσμου και του εαυτού μας, εφόσον και εμείς είμαστε μέρος του κόσμου. Ο Πλάτων στον διάλογο «Θεαίτητος», το αναφέρει έτσι: «Προσιδιάζει απολύτως σε φιλόσοφο το αίσθημα τούτο, το θαυμάζειν. Δεν υπάρχει άλλωστε αρχή άλλη για τη φιλοσοφία παρά αυτή» (155d 2- 4). Ο Πλούταρχος προσθέτει και το «απορείν». Αναφέρει στο έργο του «Περί του ει του εν Δελφοίς»: «Επεί δε του φιλοσοφείν, έφη, το ζητείν αρχήν, του δε ζητείν το θαυμάζειν και απορείν» (385:2).

Η διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα είδη, έγκειται στο ότι διαθέτει ανεπτυγμένη νόηση. Με την κατάλληλη παιδεία, βελτιώνει το πνευματικό του επίπεδο, δημιουργεί αξίες και ιδανικά, και με βάση αυτά, ολοκληρώνεται ως ύπαρξη. Απόρροια όλων αυτών είναι η δημιουργία των πολιτισμών. Και, κατά την άποψή μου, η βασική διαφορά μεταξύ αρχαίου κόσμου και σύγχρονου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Για αυτό και έχουμε μεγάλους πολιτισμούς στα αρχαιότατα χρόνια, ενώ στους λεγόμενους ιστορικούς χρόνους, έχουμε σταδιακά μία πτωτική πορεία, με αποτέλεσμα σήμερα να μην παράγει η ανθρωπότητα καθόλου πολιτισμό, εφόσον το «εμείς» έχει αντικατασταθεί από το «εγώ». Και το στηρίζω στα γραφόμενα του Ησίοδου, όπου στο «Έργα και Ημέραι», μιλάει για το χρυσό γένος, και καταλήγει στο δικό του (και δικό μας) σιδερένιο γένος.

Η πολιτική κατά την αρχαία αντίληψη είναι συνυφασμένη με την καλλιέργεια του ήθους και της δικαιοσύνης στους ανθρώπους. Ο νομοθέτης καλείται να θεσμοθετήσει νόμους που θα αποτελούν οδοδείκτες προς το αγαθό. Ο πολιτικός άνδρας όφειλε να γνωρίζει πώς να άρχει και να οδηγεί στους συμπολίτες του και την πόλη του στην ευδαιμονία, τόσο την υλική όσο και την πνευματική. Άγνωστα πράγματα στους σημερινούς εξουσιαστές. Με τούτα, δεν θα ήθελα να εξωραΐσω την αρχαιότητα. Και τότε υπήρχαν καταχρήσεις και δεν εφαρμόζονταν πάντα οι φιλοσοφικές παραινέσεις. Όμως υπήρχε μια κάποια ποιότητα, που σήμερα λείπει.

Διαβάζοντας κανείς τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, δεν μπορεί να μην σταθεί και να μην συλλογιστεί την σημερινή παρακμή, η οποία ξεκινά από τους νομιζόμενους «μεγάλους». Για παράδειγμα· «Τέλος μεν ουν της πόλεως το ευ ζην» (Πολιτικά 1280b 43), «εστί δε πολιτικόν αγαθόν το δίκαιον, τούτο δ’ εστί το κοινή συμφέρον» (ο. π 1282b 18), «αυτάρκης γαρ η πόλις, το δε δούλον ουκ αυτάρκες» (ο. π 1291a 11), «όπου δ’ οι νόμοι μη εισί κύριοι, ενταύθα γίνονται δημαγωγοί» (ο. π 1292a 10), «όπου γαρ μη νόμοι άρχουσιν, ουκ εστί πολιτεία» (ο. π 1292a 35), κ.ά.

Ο άνθρωπος συγκροτήθηκε σε πόλεις επειδή εκ φύσεως είναι «πολιτικόν ζώον». Ο σκοπός της συγκρότησης είναι το αγαθόν που έχει ως αποτέλεσμα την τελειοποίησή του. Αν ο άνθρωπος όμως ξεφύγει από την αρετή, γίνεται το «χείριστον πάντων».
Δι’ αυτό εφόσον οι πρώτες κοινωνίες συνεστήθησαν εκ φύσεως, ούτω και εκάστη πόλις συνεστήθη εκ φύσεως· διότι τελειοποίηση δι’ εκείνων είναι η πόλις, η δε φύσις είναι η τελειοποίηση παντός. Ό, τι είναι έκαστον ον να φτάσει εις την τέλεια του ανάπτυξη, λέγουν ότι αύτη είναι η φύσις εκάστου, είτε περί ανθρώπου πρόκειται είτε περί ίππου είτε περί οίκου. Προσέτι ότι η αιτία και ο προορισμός αυτός των όντων είναι το σπουδαιότερο αγαθό· η δε αυτάρκεια είναι και σκοπός και μέγιστο αγαθό. Από αυτά συνάγομε ότι η πόλις είναι εκ των υπαρχόντων εκ φύσεως και ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κοινωνική ύπαρξη και ότι ο εκ φύσεως αλλ’ όχι εκ τυχαίου περιστατικού ακοινώνητος άνθρωπος είναι ή φαύλος ή ον ανώτερο του ανθρώπου· είναι ακριβώς αυτός τον οποίον ονειδιστικώς αποκαλεί ο Όμηρος «άνευ οικογενείας, άνευ νόμων, άνευ εστίας». Τούτο είναι και το αποκλειστικώς ιδιαίτερο από τα λοιπά όντα γνώρισμα του ανθρώπου, το να έχει μόνος αυτός αντίληψη του αγαθού και του κακού και του δικαίου και του αδίκου και των άλλων ομοίων· και αυτοί ακριβώς συνενούμενοι δημιουργούν την οικογένεια και την πόλη. Φανερό λοιπόν είναι ότι η πόλις εκ φύσεως ευρίσκεται υπεράνω εκάστου ατόμου, διότι εάν έκαστος αποχωριζόμενος από το σύνολον καθίσταται μη αυτάρκης, θα ευρεθεί εις την αυτήν κατάσταση, εις την οποίαν και έκαστον μέρος του σώματος σε σχέση προς το σύνολον, ο δε μη δυνάμενος να ζει εν τη κοινωνία μετ’ άλλων ή ο μη έχων την ανάγκην ουδενός ένεκα αυταρκείας, αυτός δεν έχει καμία θέση εις την πόλη, αυτός είναι ή θηρίο ή θεός. Και είναι φυσική η τέτοια τάση προς την πολιτική κοινωνία· εκείνος ο οποίος πρώτος συνέστησε τέτοια υπήρξε η αιτία μεγίστων αγαθών. Διότι καθώς ο άνθρωπος φθάσας εις την τελειότητά του είναι το βέλτιστο των όντων, ούτω απομακρυνθείς από τον νόμο και την δικαιοσύνη καταντά το χειρότερο εξ όλων. Διότι είναι λίαν καταπιεστική η αδικία όταν έχει όπλα. Ο άνθρωπος γεννάται έχων από την φύση όπλα την φρόνηση και την αρετή, τα οποία μάλιστα δύναται να μεταχειρισθεί και προς κακούς σκοπούς. Δι΄ αυτό ο άνευ αρετής άνθρωπος είναι το πλέον ανόσιο και πλέον άγριο ον, και το χειρότερο σχετικώς προς τις αφροδισιακές ηδονές του και την λαιμαργία του. Η δικαιοσύνη είναι κοινωνική ανάγκη, διότι το δίκαιον είναι ο κανών της πολιτικής κοινωνίας. Η δίκη είναι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
(Πολιτικά, 1252b 29-1253b 43)
Σε άλλο σημείο του ίδιου έργου, αναφέρεται σε γενικές γραμμές ποιο είναι το άριστο πολίτευμα. Σε όλο το έργο του, αναλύει την σκέψη του βασιζόμενος σε ιστορικά δεδομένα, στο πραγματικό και όχι στο ιδεατό όπως ο Πλάτωνας. Για αυτόν τον λόγο, ο μεν Αριστοτέλης μιλάει για το άριστο πολίτευμα στο μέτρο του δυνατού, ενώ ο Πλάτων για το ιδανικό ιδεατό πολίτευμα, το οποίο ουδέποτε υπήρξε.

«Εκείνο το πολίτευμα είναι κατ’ ανάγκη το άριστο, υπό το οποίο κάθε πολίτης δύναται να ζει άριστα και να βρίσκει την ευτυχία του» (1324a 25).

«Ο καλός νομοθέτης ως και ο αληθής πολιτικός δεν πρέπει να λησμονούν ότι όχι το απολύτως άριστο αλλά το εκ των πραγμάτων καλύτερο είναι εκείνο που πρέπει να προτιμηθεί σε έκαστη δεδομένη περίπτωση» (1288b 27).

Η αποστολή όσων άρχουν αλλά και του νομοθέτη είναι να οδηγούν τους πολίτες στην ευδαιμονία.
«Του σπουδαίου νομοθέτη αποστολή είναι να ξέρει τον τρόπο , χάρη στον οποίο και η πόλη και οι κάτοικοί της και κάθε άλλη κοινωνία ανθρώπων θα συμμετάσχει εις αγαθόν βίο και εις την ευδαιμονία, η οποία αρμόζει σε αυτούς» (1325a 8).

Η ιδανική πολιτεία, κατά τον Πλάτωνα, είναι εκείνη η οποία θα στηρίζεται σε υψηλές ηθικές αξίες, όπως στην δικαιοσύνη. Και συνδέει, όπως και ο Αριστοτέλης, την αρετή με την πολιτεία και το πολίτευμα των αρίστων.

Σύμφωνα με το έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» ή αλλιώς «Περί δικαίου», οι πολλοί νόμοι είναι περιττοί, όταν ο πολίτης έχει λάβει αγωγή ψυχής παιδιόθεν.

«Να φτιάχνει κανείς νόμους για να ρυθμίσει τέτοια πράγματα είναι, νομίζω, ανόητο· γιατί τέτοιες ρυθμίσεις, προφορικές ή γραπτές, δεν γίνονται, αλλά κι αν γίνονταν, θα έμεναν ανεφάρμοστες. Φαίνεται, Αδείμαντε, είπα, ότι ανάλογα με την κατεύθυνση που θα πάρει κανείς από την παιδεία, θα εξαρτηθεί και η παραπέρα εξέλιξή του· ή μήπως δεν αληθεύει ότι πάντοτε το όμοιο αποζητάει το όμοιό του;» (425b 6- c 2).

Ο πολιτικός, πρέπει είτε να είναι φιλόσοφος είτε να ασχολείται με την φιλοσοφία. Μέλημά του, η διάπλαση των πολιτών και η ηθική προκοπή τους.
Αν δεν συμβεί, είπα εγώ, ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, ανυστερόβουλα και άξια, αυτοί τους οποίους τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και άρχοντες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συναντηθούν στο αυτό πρόσωπο, κι αν τούτος ο εσμός (το πλήθος) όσων σήμερα πορεύονται χωριστά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση δεν εμποδιστεί δια της βίας να το κάνει αυτό, δεν θα’ χουν τελειωμό, φίλε Γλαύκων, οι συφορές για τις πολιτείες, νομίζω ούτε και για το ανθρώπινο γένος, κι ούτε τούτο το πολίτευμα, που μόλις τώρα το περιγράψαμε θεωρητικά, πρόκειται ποτέ να βγει στο φως το ήλιου. Αυτό είναι που ώρα τώρα διστάζω να το πω, καθώς βλέπω πόσο παράδοξο θα ακουστεί· δύσκολο, βλέπεις, να το αντιληφθεί κανείς πως δεν είναι δυνατόν να υπάρξει άλλος τρόπος να ευδαιμονήσουν ούτε τα άτομα ούτε το σύνολο (473c 11-e 5).

Παίρνοντας, είπα εγώ, στα χέρια τους μια πόλη και ανθρώπινους χαρακτήρες -όπως παίρνει κανείς έναν πίνακα, πρώτη τους φροντίδα θα ήταν η κάθαρσή τους, πράγμα που δεν είναι πολύ εύκολο. Να ξέρεις όμως ότι ως προς τούτο οι φιλόσοφοι θα διέφεραν ευθύς εξαρχής από τους άλλους, ως προς το ότι δηλαδή δεν θα ήσαν διατεθειμένοι να αγγίξουν ούτε άτομο κανένα ούτε την πόλη ούτε και να φτιάξουν νόμους, προτού να τα παραλάβουν αυτά στα χέρια τους αποκαθαρμένα ή προτού να τα αποκαθάρουν οι ίδιοι (501a 1-7).
«Αν δεν πάρουν την πόλη στα χέρια τους οι φιλόσοφοι, δεν θα έχουν σταματημό τα δεινά ούτε για την πόλη ούτε για τους πολίτες» (501e 2).

Έχοντας αυτά κατά νου και πάντα στο μέτρο του δυνατού, ένας από τους μεγάλους πατέρες και διαφωτιστές του ελληνικού έθνους, ο Αδαμάντιος Κοραής, ανησυχούσε για το μέλλον του έθνους. Ήταν από τους ανθρώπους που έβλεπαν μακριά. Ο απλός ελληνικός λαός, δούλος πρώτα στους Ρωμαίους από 146 π. κ. ε μέχρι το 1453, και μετά στους Οθωμανούς για άλλα τετρακόσια χρόνια, μακριά από τις προγονικές παραδόσεις (στην καλύτερη των περιπτώσεων η πλειονότητα των λογίων ακολουθούσε μια νόθα ελληνική παράδοση), δέσμιος της χριστιανικής δεισιδαιμονίας με «το πολίτευμά μας εν ουρανοίς», της ανοησίας του «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», και μοιρολάτρης του «πάσα εξουσία παρά θεού», δεν είχε τα πνευματικά εφόδια για να διαχειριστεί την μέλλουσα ελευθερία του. Άλλοι θα τον σκλάβωναν σε αλλότρια συμφέροντα με την βοήθεια των πολιτικών του. Την ανησυχία του αυτή την επαναλάμβανε αρκετές φορές.

Στον Ιωάννη Βαρβάκη (εθνικός ευεργέτης και αυτός, αλλά δυστυχώς άγνωστος στους πολλούς), έγραφε στις 6.5.1822 τα εξής:
Η αγαπητή μας Χίος ελευθερώθη από τους βαρβάρους. Δεν αρκεί όμως ότι απέλευσε την ελευθερίαν της, αλλά χρειάζεται φροντίς και να την φυλάξει. Την διακοπήν της παιδείας, φίλε μου, εις τας παρούσας περιστάσεις την κρίνω και την θρηνώ ως μεγάλην δυστυχίαν. Τώρα μάλιστα έχομεν χρείαν παιδείας δια να καταλάβωμεν και να ενεργήσωμεν όσα μέσα είναι αναγκαία εις την φύλαξιν της ελευθερίας. Εις απόκτησιν της ελευθερίας αρκεί μόνη η ανδρεία και η καταφρόνησις του θανάτου· αλλά δια να την φυλάξη τις πρέπει να καλέση βοηθόν την φρόνησιν συνωδευμένην με τας άλλας όλας αρετάς. Πολλά έθνη ηφάνισαν τους τυράννους των· ολίγα εφάνησαν καλά να ξεριζώσωσι την τυραννίαν από τας ψυχάς των και να ζήσωσιν ειρηνικώς και ισονόμως ως αδελφοί.
Γράφει ο Κ. Δημαράς στο έργο του «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»:
Σε τούτο όμως συνετέλεσε κι ένας άλλος σπουδαίος λόγος, δεμένος με τη συναισθηματική ζωή του Κοραή όσο και με την πνευματική του καλλιέργεια: είναι η πατριωτική του συνείδηση, η αγάπη της ελευθερίας και η πεποίθηση ότι η παιδεία ήταν για τους συμπατριώτες του ο ασφαλέστερος δρόμος προς την απόκτηση της ελευθερίας. Η τροπή, λοιπόν, προς τις εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, η οποία πολύ γρήγορα θα αποβεί αποκλειστική του απασχόληση, δεν είναι απομάκρυνση από την επικαιρότητα, παρά, αντίθετα, αφοσίωση στο γένος. Ο Κοραής συνδέει αναπόσπαστα στην συνείδησή του τα κλασικά γράμματα και την ελευθερία· για να συντελέσει στην ανάκτηση της ελευθερίας θα αφοσιωθεί στα ελληνικά γράμματα· όταν λέει και ξαναλέει το «Δράξασθε παιδείας», ξέρει καλά ότι συμβουλεύει τους πατριώτες του να αδράξουν στα χέρια τους ένα όπλο (σελ. 335).
Εκδότης και μέγιστος μεταξύ των φιλολόγων, ο Αδαμάντιος Κοραής καταπιάστηκε με την έκδοση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, με ιδία δαπάνη αλλά και των άλλων Ελλήνων και φιλελλήνων που τον στήριξαν οικονομικά στο δύσκολο έργο του.

Γράφει πάλι ο Κ. Δημαράς στο έργο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»:
Αλλά το μεγάλο προσωπικό του έργο, στο οποίο στηρίζει μέγιστες ελπίδες για την εθνική παλιγγενεσία, είναι η έκδοση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, στην οποία αφιέρωσε το μέγιστο μέρος των προσπαθειών του· έτσι τον είδαν και οι μεταγενέστεροι: «εγκαταλείψας την εξάσκησιν της τέχνης (ιατρική) ήτις κατά την εποχήν εκείνην ηδύνατο να του χορηγήσει και δόξαν και πλούτη, αφιερώθη εις ό, τι την πατρίδα έμελλε μάλλον να ωφελήσει» (ο. π. σελ. 111).
Θεωρούσε ότι το έθνος που έμελε να ελευθερωθεί, όταν πια θα αποκτούσε και κράτος, θα έπρεπε να στηριχθεί στην ευνομία προκειμένου να παραμείνει ελεύθερο. Δυστυχώς, δεν εισακούστηκε. Έγραφε στον Δημήτριο Υψηλάντη στις 20.6.1821, τα εξής:
Και παλαιοί και νέοι φιλόσοφοι όλοι συμφωνούν ότι της πολιτείας βάσις είναι η ευνομία. Ομοφωνούν ακόμη και εις τούτο, ότι εις οποιονδήποτε πολιτικής κοινωνίας είδος, ευνομία να στερεωθή δεν εμπορεί χωρίς ισονομίαν, ήγουν τοιαύτην των κοινωνούντων κατάστασιν, εις την οποίαν όλοι χωρίς εξαίρεσιν, να κυβερνώνται από τους αυτούς νόμους, όλοι επίσης να κολάζωνται, όταν τους παραβαίνωσιν, και όλοι να λαμβάνωσι τας εκ των νόμων αμοιβάς και ωφελείας, καθόσον έκαστος συνεργεί εις το κοινόν συμφέρον, εις ένα λόγον τοιαύτην κατάστασιν, όπου το όνομα προνόμιον να ταράσση τους ακούοντας ως πολιτική βλασφημία.
Στον Κ. Κοκκινάκη, έγραφε στις 24.5.1820: «Πολιτεία ήτις δεν έχει βάσιν την παιδείαν, είναι οικοδομή εις άμμον».

Στον Α. Βασιλείου, έγραφε στις 22.1.1817: «Το γένος μας, φίλε, είναι βαμμένον με την αδικίαν, και αν δεν ήτον, ήθελεν είσθε θαύμα ασυγκρίτως μεγαλύτερον από νεκρών ανάστασιν. Όστις γεννάται και τρέφεται εις πολίτευμα άνομον και άδικον, εξανάγκης άδικος κατά το μάλλον και ήττον και δεσποτική πρέπει να είναι η ψυχή του. Την έκπλυσιν της βρωμισμένης ταύτης βαφής πρέπει να επιτύχη η παιδεία του έθνους».

Για τον Κοραή, όπως και για τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους, η πολιτική, η ηθική, και η παιδεία είναι συστατικά στοιχεία της έννοιας του ελεύθερου ανθρώπου.Σε κείμενό του, γράφει:
Ηθική και Πολιτική, αν και διαφέρωσιν εις τα’ όνομα, είναι όμως μία και η αυτή επιστήμη, η πρακτική φιλοσοφία, η ονομασθείσα από τον Κικέρωνα και τον Πλούταρχον Τέχνη του βίου, και συντομώτερον από τον φιλόσοφον αυτοκράτορα, Βιωτικήν, ήγουν διδασκαλία πως έχομεν εις τον παρόντα βίον να συζώμεν και να συμπολιτευώμεθα με τους ομοίους μας, δια να αποκτήσωμεν την οποίαν όλοι χωρίς εξαίρεσιν επιθυμούμεν ευδαιμονίαν. Χωρίς την επιστήμην ταύτην, αι λοιπαί των ανθρώπων γνώσεις καταντούν εις την ευτέλειαν των βαναύσων τεχνών, και όσα έθνη δοξάζονται ως σοφά, μην ελπίσωσι να ονομασθώσι φιλόσοφα, αν δεν διορθώσωσι τα ήθη και την πολιτείαν των, τα μόνα μέσα να ζώσιν ευδαίμονα. Καθώς πάσης τέχνης σκοπός είναι να μεταβάλη την όποιαν μεταχειρίζεται ύλην εις τεχνητόν τι κατασκεύασμα, τόσον τέλειον, όσον συγχωρούν η ύλη και η σοφία του τεχνίτου, παρόμοια και η Βιωτικήν σκοπόν έχει να τελειοποιήση το λογικόν ζώον, τον άνθρωπον. Όσον σημειωδέστερον κάμη τον χωρισμό, τόσον αξιώτερον του ονόματος, και τόσον ευδαιμονέστερον δύναται να τον καταστήση η Βιωτική. Η ευδαιμονία είναι του ορθού, ήγουν του τελείου λόγου αποτέλεσμα· δια τούτο δεν ονομάζονται ούτε τα άλογα ζώα ούτε τα παιδία ευδαίμονα· εκείνα, δια την στέρησιν του λογικού· τα παιδία, διότι το έχουν ακόμη ατελές.
Δυστυχώς, έκτοτε, λίγοι ήταν οι πολιτικοί που ενδιαφέρθηκαν για την παιδεία. Και όσοι από αυτούς προσπάθησαν είτε σε πολιτικό επίπεδο, είτε σε προσωπικό, να συμβάλλουν στην πνευματική αναγέννηση των Ελλήνων, η προσπάθειά τους έμεινε ημιτελής. Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη.

Στο χέρι του καθένα μας εναπόκειται να λάβει την παιδεία, μελετώντας και βιώνοντας τον φιλοσοφικό λόγο. Όχι βέβαια με μια στείρα απομίμηση. Αλλά παίρνοντας από την σοφία τα κατάλληλα για αυτόν δομικά υλικά, ας προσπαθήσει ο καθένας μας να ανέβει πνευματικό επίπεδο, με οδηγό τον ορθό λόγο. Τότε μόνο θα επιτευχθεί η ποιοτική αναβάθμιση της ζωής μας, που θα συμβάλλει στην δημιουργία μιας ποιοτικότερη κοινωνίας. Αυτή θα είναι η μόνη πραγματική ανάσταση. Όχι μία «ανάσταση» κάποιου φερόμενου θρησκευτικού ηγέτη, η οποία όμως καμία ωφέλεια δεν έφερε ούτε στις κοινωνίες ούτε στους ίδιους τους πιστούς. Που δεν μπόρεσε να μεταμορφώσει ούτε τον κόσμο ούτε την ίδια την εκκλησία, που είναι μέρος της διαφθοράς που τείνει να καταπνίξει κάθε τι όμορφο και αγνό που έχει απομείνει.