Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (77-131)

ΧΟΡΟΣ
τί ποθ᾽ ἡσυχία πρόσθεν μελάθρων;
τί σεσίγηται δόμος Ἀδμήτου;
ἀλλ᾽ οὐδὲ φίλων πέλας οὐδείς,
80 ὅστις ἂν εἴποι πότερον φθιμένην
βασίλεαν πενθεῖν χρή ‹μ᾽›, ἢ ζῶσ᾽ ἔτι
φῶς τόδε λεύσσει Πελίου παῖς
Ἄλκηστις, ἐμοὶ πᾶσί τ᾽ ἀρίστη
δόξασα γυνὴ
85 πόσιν εἰς αὑτῆς γεγενῆσθαι.

κλύει τις ἢ στεναγμὸν ἢ [στρ. α]
χειρῶν κτύπον κατὰ στέγας
ἢ γόον ὡς πεπραγμένων;
οὐ μὰν οὐδέ τις ἀμφιπόλων στα-
90 τίζεται ἀμφὶ πύλας. εἰ
γὰρ μετακύμιος ἄτας,
ὦ Παιάν, φανείης.

ΗΜΙΧ. οὔ τἂν φθιμένης γ᾽ ἐσιώπων.
ΗΜΙΧ. νέκυς ἤδη.
ΗΜΙΧ. οὐ δὴ φροῦδός γ᾽ ἐξ οἴκων.
95 ΗΜΙΧ. πόθεν; οὐκ αὐχῶ. τί σε θαρσύνει;
ΗΜΙΧ. πῶς ἂν ἔρημον τάφον Ἄδμητος
κεδνῆς ἂν ἔπραξε γυναικός;

ΧΟ. πυλῶν πάροιθε δ᾽ οὐχ ὁρῶ [ἀντ. α]
πηγαῖον ὡς νομίζεται
100 χέρνιβ᾽ ἐπὶ φθιτῶν πύλαις.
χαίτα τ᾽ οὔτις ἐπὶ προθύροις το-
μαῖος, ἃ δὴ νεκύων πέν-
θει πίτνει· οὐ νεολαία
δουπεῖ χεὶρ γυναικῶν.

105 ΗΜΙΧ. καὶ μὴν τόδε κύριον ἦμαρ …
ΗΜΙΧ. τί τόδ᾽ αὐδᾷς;
ΗΜΙΧ. ᾧ χρή σφε μολεῖν κατὰ γαίας.
ΗΜΙΧ. ἔθιγες ψυχᾶς, ἔθιγες δὲ φρενῶν.
ΗΜΙΧ. χρὴ τῶν ἀγαθῶν διακναιομένων
110πενθεῖν ὅστις
χρηστὸς ἀπ᾽ ἀρχῆς νενόμισται.

ΧΟ. ἀλλ᾽ οὐδὲ ναυκληρίαν [στρ. β]
ἔσθ᾽ ὅποι τις αἴας
στείλας, ἢ Λυκίαν
115 εἴτ᾽ ἐπὶ τὰς ἀνύδρους
Ἀμμωνιάδας [ἕδρας],
δυστάνου παραλύσαι
ψυχάν· μόρος γὰρ ἀπότομος
πλάθει· θεῶν δ᾽ ἐπ᾽ ἐσχάραις
120 οὐκ ἔχω ἐπὶ τίνα
μηλοθύταν πορευθῶ.

μόνος δ᾽ ἄν, εἰ φῶς τόδ᾽ ἦν [ἀντ. β]
ὄμμασιν δεδορκὼς
Φοίβου παῖς, προλιποῦσ᾽
125 ἦλθεν ἕδρας σκοτίους
Ἅιδα τε πύλας·
δμαθέντας γὰρ ἀνίστη,
πρὶν αὐτὸν εἷλε διόβολον
πλῆκτρον πυρὸς κεραυνίου.
130 νῦν δὲ τίν᾽ ἔτι βίου
ἐλπίδα προσδέχωμαι;

***
Έρχονται οι Φεραίοι πολίτες που αποτελούν το Χορό.
Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
Πώς μια τέτοια ησυχία στο παλάτι μπροστά;
Γιατί του Άδμητου τάχα σωπαίνει το σπίτι;
Κι ένας φίλος δεν είν᾽ εδώ γύρω, να πει:
80 να την κλαίω για νεκρή
ή της μέρας ακόμα αντικρίζει το φως
η βασίλισσα, η Άλκηστη,
που, όσο τίμησε κείνη τον άντρα της, άλλη καμιά
το δικό της δεν τίμησε ως τώρα;
Το πιστεύω, μα κι όλος ο κόσμος το ξέρει.

Ο ΧΟΡΟΣ
Μέσα στο σπίτι ακούει κανείς
στηθοδαρσίματα χεριών
ή θρήνους κι αναστεναγμούς,
σα να ᾽χει γίνει το κακό;
Βάγια καμιά, δούλος κανείς
90 δε στέκεται στη θύρα εμπρός.
Να ερχόσουν, αχ, ω Φοίβε εσύ,
να σταματήσεις, λυτρωτή,
το κύμ᾽ αυτό των συμφορών.
Η συνέχεια σε λυρικό διάλογο των ημιχορίων.
― Δε θα σώπαιναν, αν είχε ξεψυχήσει.
― Είναι, λέω, νεκρή.
― Απ᾽ το σπίτι δεν την έβγαλαν ωστόσο.
― Πώς το λες αυτό; Φοβούμαι.
Τί σου δίνει εσένα θάρρος;
― Ο Άδμητος δε θα μπορούσε
τέτοιο ξόδι βουβό κι έρμο
της γυναίκας του να κάμει,
μιας γυναίκας τιμημένης.

Δε βλέπω στην εξώθυρα
νερό αναβρυστικό, αγιασμό,
έτσι όπως συνηθίζεται
100 έξω απ᾽ τα σπίτια των νεκρών·
δε βλέπω εκεί στο πρόθυρο
μαλλιά κομμένα, προσφορά
για τους νεκρούς που τους πενθούν·
μοιρολογήτρες δε χτυπούν
τα χέρια τους λυπητερά.
Η συνέχεια κατά ημιχόρια.
― Η ορισμένη μέρα σήμερα είναι ωστόσο…
― Που θα γίνει τί;
― που θα φύγει για να πάει στον κάτω κόσμο.
― Αχ πληγώνεις την ψυχή μου
και τη σκέψη μου ταράζεις.
― Όταν χάνεται, όταν σβήνει
ένας άνθρωπος με αξία,
110 χρέος το πένθος για όλους που έχουν
μια καλή για πάντα φήμη.

Χώρα δε βρίσκεται στη γη,
Λυκία να πεις ή το άνυδρο
μαντείο του Άμμωνα του θεού,
που θα μπορούσε πλεούμενο
κανείς να στείλει, τη ζωή
να σώσει αυτής της άμοιρης·
κοντά ᾽ναι του χαμού ο γκρεμός
κι άλλον δεν ξέρω εγώ βωμό
για προσφορές, θυσίες αρνιών,
120 να πάω και να προσευχηθώ.

Του Φοίβου μόνο αν ζούσε ο γιος
και του ήλιου αν έβλεπε το φως,
μπορούσε κι η βασίλισσα
ν᾽ αφήσει του Άδη τη νυχτιά
και νά ᾽ρθει πάλι εδώ στη γη·
κείνος ανάσταινε νεκρούς,
ώσπου η φωτιά του κεραυνού,
ριχτή απ᾽ το Δία, τον χτύπησε.
130 Ζωής ελπίδα τώρα εγώ
δεν καρτερώ από πουθενά.

ΚΟΡ. Τελετή δεν αφήκε καμιά ο βασιλιάς
ανεκτέλεστη, κι όλοι οι βωμοί
των θεών ραντιστήκανε με αίμα θυσιών·
μα γιατρειά δεν υπάρχει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΜΥΡΜΗΚΑ

ΜΥΡΜΗΚΑ
(μυρμήγκι, άνθρωπος)
 
Η ιστορία της νεαρής κόρης από την Αθήνα που λεγόταν Μύρμηξ είναι γνωστή μόνο από τον υπομνηματιστή του Βιργιλίου Σέρβιο (Σχόλ. στον Βιργ. Αιν. 4.402). Όπως και η Αράχνη, απέκτησε την εύνοια της θεάς Αθηνάς για τον καλό της χαρακτήρα και για την επιδεξιότητα που έδειχνε σε χειρονακτικές εργασίες.
 
Όμως και αυτή έδειξε αλαζονεία για τα χαρίσματά της αυτά και παινεύτηκε ότι αυτή επινόησε το αλέτρι, επινόηση που ανήκε στη θεά Αθηνά. Και εκείνη τη μεταμόρφωσε σε μυρμήγκι που σκάβει διαρκώς τη γη κάνοντας ζημιά στις καλλιέργειες. Αργότερα ο Δίας τη μεταμόρφωσε ξανά σε άνθρωπο όπως και όλα τα μυρμήγκια.
 
Αυτό το έκανε, όταν ο Αιακός ζήτησε από τον πατέρα του Δία να μεταμορφώσει σε ανθρώπους τα μυρμήγκια που αφθονούσαν στη γενέτειρά του, το νησί Οινώνη που μετονομάστηκε σε Αίγινα από τη μητέρα του, ώστε να έχει συντρόφους και ένα λαό να βασιλεύσει. Αυτοί ήταν οι Μυρμιδόνες.

Αθλητικά ανομήματα στην αρχαιότητα

Στην εποχή μας, κατά τη διάρκεια μεγάλων αθλητικών εκδηλώσεων, σο­βαρά παραπτώματα από συμμετέχοντες αθλητές δεν είναι σπάνια. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστεύει κανείς ότι τέτοια αρνητικά φαινόμενα είναι γνωρίσματα μόνο των καιρών μας. Παρόμοια συνέβαιναν και στην αρχαιότητα, έτσι ώστε ο περιηγητής Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ. να αναρω­τιέται πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άτομα που δεν φοβούνται το θείο και «δέχονται ή δίνουν χρήματα για αγώνες». Στην είσοδο του σταδίου της Ολυμπίας σώζονται ως τις μέρες μας πολυάριθμες βάσεις, που κάποτε έφεραν χάλκινες εικόνες του Δία. Πρόκειται για έργα που έγιναν με χρή­ματα από τα πρόστιμα που επέβαλλαν οι υπεύθυνοι των Ολυμπιακών α­γώνων στους αθλητές εκείνους οι οποίοι, καταπατώντας τον όρκο τους, προσπάθησαν να νικήσουν δωροδοκώντας τους αντιπάλους τους. Τα παλαιότερα από τα αγάλματα αυτά, γνωστά στη διάλεκτο των αρχαίων Ηλείων ως «Ζάνες», στήθηκαν κατά την 98η Ολυμπιάδα (388 π.Χ.), με το χρη­ματικό πρόστιμο που πλήρωσε ο Θεσσαλός πυγμάχος Εύπωλος, επειδή δωροδόκησε τους αντιπάλους του.

Αλλά και οι σκανδαλώδεις από διάφορες χώρες πολιτογραφήσεις ξέ­νων αθλητών, πολύ της μόδας τον τελευταίο καιρό στον τόπο μας και μά­λιστα στο χώρο του μπάσκετ, δεν ήταν εντελώς άγνωστες στην αρχαιότη­τα. Οι Εφέσιοι, π.χ., δίνοντας χρήματα στον Κρητικό δρομέα Σωτάδη, τον έκαναν... συντοπίτη τους. Δεν έλειπαν και οι οικείες στις μέρες μας περι­πτώσεις στις οποίες το τελικό αποτέλεσμα ενός αγώνα το διαμόρφωναν οι κριτές με τις αποφάσεις τους. Κατά την 96η Ολυμπιάδα (396 π.Χ.) οι Ηλείοι Ελλανοδίκες, μη υπάρχοντος και του... φώτο-φίνις, έδωσαν τη νίκη στον αγώνα του δρόμου ταχύτητας στο συμπατριώτη τους Ευπόλεμο, αδικώτας κατάφωρα τον Αμβρακιώτη Λέοντα. Και όπως και σήμερα, έτσι και στην αρχαιότητα ορισμένοι δρομείς επιχειρούσαν να... κλέψουν κατά την εκκίνηση, να σπρώξουν ή να συγκρατήσουν τους αντιπάλους τους, ενώ παλαιστές και πυγμάχοι προσπαθούσαν να κάνουν χρήση απαγορευμένων λαβών ή κτυπημάτων, προκειμένου να φτάσουν στη νίκη. Σε αρχαίες πα­ρατάσεις παγκρατίου, ενός αγωνίσματος που συνδύαζε στοιχεία πάλης και πυγμαχίας, εικονίζονται αθλητές που προσπαθούν να δαγκώσουν τους αντιπάλους τους ή να τους... βγάλουν το μάτι. Το «δάκνειν» και το «ορύττειν», όπως και σήμερα στην πάλη, απαγορεύονταν στους περισσότερους αγώνες παγκρατίου. Αλλά και τα θλιβερά γεγονότα κατά την Ολυμπιάδα του Μονάχου το 1972, όπου Παλαιστίνιοι κομάντος αιματοκύλισαν τους αγώνες, έχουν παράλληλα στην αρχαιότητα. Κατά τη διάρκεια των αγώ­νων της 104ης Ολυμπιάδας (364 π.Χ.) φονικές μάχες, με πρωταγωνιστές τους Ηλείους και τους Αρκάδες, ξέσπασαν μέσα στον ιερό χώρο της Ολυ­μπίας, προκαλώντας πανικό σε αθλητές και θεατές.

Αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση της τιμωρίας του περίφημου θάσιου αθλητή Θεαγένη κατά την 75η Ολυμπιάδα (480 π.Χ.). Οι Ελλανοδίκες τον τιμώρησαν με πολύ σοβαρό χρηματικό πρόστιμο, επειδή κατά τη γνώμη τους αγωνίστηκε όχι σύμφωνα με το αρμόζον αθλητικό πνεύμα, αλλά μόνο και μόνο για να ταπεινώσει τον περίφημο πυγμάχο Εύθυμο από τους Λοκρούς της Μεγάλης Ελλάδας. Μοναδική ίσως είναι η αιτία της τιμωρίας του παγκρατιαστή Σαραπίωνα από την Αλεξάνδρεια. Ο αθλητής αυτός κατά τη διάρκεια της 201ης Ολυμπιάδας (25 μ.Χ.), επειδή φοβήθηκε τους αντιπάλους του, φρόντισε να... εξαφανιστεί.

Παραπτώματα φαίνεται ότι είχαμε και πριν από τους αγώνες, κατά τη διάρκεια του καθορισμένου προγράμματος προετοιμασίας και δίαιτας που ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν οι συμμετέχοντες αθλητές. Στην Ολυ­μπία, στον όρκο που έδιναν οι τελευταίοι μπροστά στο άγαλμα του τιμωρού Δία, βεβαίωναν, ανάμεσα στα άλλα, ότι για δέκα μήνες πριν από τους αγώνες τήρησαν με ακρίβεια τους κανόνες της προετοιμασίας. Είναι χα­ρακτηριστικό ότι, εκτός από τους ίδιους τους αθλητές, ορκίζονταν για τη σωστή τήρηση αυτών των κανόνων και οι πατεράδες τους, τα αδέλφια τους και οι προπονητές τους. Για όλες τις παραβάσεις οι υπεύθυνοι τιμωρούνταν με καταβολή χρηματικών προστίμων, με αποκλεισμό από τους αγώνες και με μαστίγωση. Πρόκειται για τις συνήθεις ποινές και της σημερινής αθλητικής δικαιοσύνης, μη εξαιρουμένης ούτε αυτής της μαστίγωσης που, ως γνωστόν, εξακολουθεί να υφίσταται σε κράτη με ισχυρή μουσουλμανική παράδοση.

Στο κείμενο αυτό χρειάστηκε να γίνει η παρακάτω προσθήκη, καθώς ορισμένοι αναγνώστες του blog υποστήριξαν ότι στους αρχαίους αθλητικούς αγώνες η αμεροληψία των κριτών ήταν υπεράνω πάσης υποψίας:

Θα... ήθελα κι εγώ οι αρχαίοι Ελλανοδίκες να ήταν πάντοτε άψογοι στα καθήκοντά τους. Αλλά με κάτι τέτοιο δεν συμφωνούν τα γραπτά αρ­χαίων συγγραφέων και φυσικά όχι μόνο του περιηγητή Παυσανία. Π.χ. ο Πλούταρχος (Περί δυσωπίας 17) σαφώς γνωρίζει κριτές αγώνων που αδί­κησαν αθλητές. Στο κείμενό μου δεν αναφέρομαι καθόλου στη συχνότητα των αθλητικών... ανομημάτων κατά την αρχαιότητα. Πόσο συχνά ήταν αυτά δεν γνωρίζω. Για ένα όμως είμαι βέβαιος: τα αθλητικά παραπτώμα­τα, ιδιαίτερα από τον 4ο αι. π.Χ., ήταν αρκετά... Μας το βεβαιώνουν αρ­χαίοι συγγραφείς, επιγραφές και σχετικές παραστάσεις. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι μας έχει διασωθεί ένα αφάνταστα μικρό ποσοστό από τα γραπτά κείμενα και τις διάφορες απεικονίσεις που υπήρχαν στην αρχαιό­τητα. Ας πάψουμε να θεωρούμε τους αρχαίους προγόνους μας άτομα... εντελώς αψεγάδιαστα. Σίγουρα, θα μας κάνει καλό!

ΔΕΣ:
Το ντοπάρισμα στην αρχαιότητα
ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Αυτό πρέπει να ψάχνεις

Να σε κοιτάνε και να χαμογελάνε. Αυτό να ψάχνεις πάντα.

Ανθρώπους που σε βλέπουν και γυαλίζουν από χαρά τα μάτια τους. Να τους λες «έρχομαι» και να σου λένε «γρήγορα σε περιμένω».

Να μη διατυμπανίζουν τη “σημαντική” ζωή τους και πόσο λίγο χρόνο έχουν.

Να μη σε στριμώχνουν, αλλά να τα κάνουν όλα πέρα για να μπεις εσύ.

Τα δώρα τους να είναι άυλα, από υλικά μπουχτίσαμε.

Να ψάχνεις αυτόν που αντέχει τα ψεγάδια και τα χίλια ελαττώματά σου και τα λατρεύει.

Αυτόν που δε θα έρχεται όταν τον χρειαστείς, θα είναι από πριν εκεί.

Να ψάχνεις ανθρώπους που η παρουσία σου γεμίζει τη ζωή τους, και δε σε αδειάζουν μόλις γεμίσουν.

Σου χαϊδεύουν τη ψυχή με την τόση αγάπη τους, φεύγουν για λίγο και η σκιά τους μένει εκεί να σε φυλά.

Όταν τους βρεις κράτα τους, μην είσαι χαζός να τους αφήσεις.

Ηρακλής και Λερναία Ύδρα, αποσυμβολισμός

Η Ύδρα της Λέρνας γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την Έχιδνα. Ήταν ὄφις ἐν ὓδασι διαιτώμενος, «νεροφίδα», με πέντε ή έξι ή μέχρι εκατό κεφάλια, ανάλογα με τους συγγραφείς, φιδίσια ή και ανθρώπινα. Τη σκότωσε ο Ηρακλής επιτελώντας τον δεύτερο άθλο που του ζήτησε ο Ευρυσθέας, όπως και τον γιγάντιο κάβουρα που έστειλε η Ήρα βοηθό στην Ύδρα εναντίον του Ηρακλή, που δάγκωσε τον ήρωα στη φτέρνα. Με το αίμα της έκανε δηλητηριώδη τα βέλη του.

Όταν με αυτά τραυμάτισε τον Κένταυρο Πυλήνορα ή τον Χείρωνα, αυτός έπλυνε την πληγή του στα νερά του ποταμού Άνιγρου, που πηγάζει από το Αρκαδικό όρο Λάπιθος, και από τότε αναδύεται από εκεί μια άσχημη μυρωδιά, ούτε τα ψάρια του είναι κατάλληλα για βρώση. Το δηλητήριο αυτό ήταν ένα από τα συστατικά του λεγόμενου φίλτρου του έρωτα που φανέρωσε ο Νέσσος στη Δηιάνειρα –θα φτιαχνόταν από το μολυσμένο από την πληγή του αίμα αλλά αντί να αναθερμάνει τον έρωτα του Ηρακλή για τη Δηιάνειρα προκάλεσε τον θάνατό του. Η Ήρα τοποθέτησε την Ύδρα, όπως και τον συνεργό της κάβουρα, στον ουρανό σαν αστερισμό.

Ακολουθεί προσπάθεια ερμηνείας / αποσυμβολισμού του μύθου.

Η Λερναία Ύδρα είχε εννέα κεφάλια, ένας αριθμός που προκύπτει από το 3x3, την τριαδικότητα του σώματος, της ψυχής και του πνεύματος- το οποίο σκότωσε ο Ηρακλής στον δεύτερο άθλο του. Σύμφωνα με τον μύθο ο Ηρακλής προσπάθησε να σκοτώσει το τέρας, κόβοντας τα κεφάλια της, αλλά ενώ έκοβε ένα, στη θέση του, έβγαιναν δύο. Απογοητευμένος και κουρασμένος ζήτησε τη βοήθεια του ανιψιού του, του Ιόλαου, ο οποίος, μόλις ο Ηρακλής έκοβε ένα κεφάλι, αμέσως έκαιγε την πληγή που προκαλούσε το σπαθί με έναν δαυλό. Μετά από πολύ έντονη προσπάθεια κατάφεραν να την αποκεφαλίσουν. Το τελευταίο κεφάλι, μάλιστα, που ήταν το κεντρικό και αθάνατο, το έκοψαν και το έθαψαν βαθιά στη γη. Από το αίμα της ο Ηρακλής έκανε τα βέλη του δηλητηριώδη.

Η Λερναία Ύδρα όπως όλα τα τέρατα, αντιπροσωπεύουν τις φοβίες, εμμονές και τα πάθη που κουβαλάμε μέσα μας και δεν μπορούμε να τιθασεύσουμε. Φοβίες πάθη και εμμονές από τα οποία πρέπει να απαλλαγούμε όχι με απλή κοπή, καθώς το στέλεχος παραμένει και μάλιστα διπλασιάζεται, αλλά με κάψιμο και μάλιστα με το «Ιερόν Πυρ», το «εσώτερον πυρ» ώστε να μην της επιτρέψουμε να ξαναπαρουσιαστεί. Μόνον τότε χάνεται η δύναμή της. Μέσα στον βάλτο των παθών μας, λοιπόν χρειάζεται εξαγνισμός. Μόνον έτσι αντιμετωπίζεται το δηλητήριο των επιθυμιών του ασυνειδήτου. Το κεντρικό και αθάνατο κεφάλι θάβεται γιατί ο πυρήνας της ανθρώπινης ψυχής δεν μπορεί να καεί. Ζει, αλλά πρέπει να εξουσιάζεται από τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη ζωή είναι ένα ταξίδι κυκλικό από τον αόρατο κόσμο της ψυχής στον ορατό κόσμο της φυσικής διαβίωσης με σκοπό, να συνειδητοποιήσουμε την αφετηρία της ύπαρξής μας, να αντιληφθούμε ότι είμαστε προεκτάσεις πνευματικών δυνάμεων και αποτέλεσμα εσωτερικών αιτίων.

Σε μια δεύτερη εκδοχή του μύθου τα γεγονότα εξελίσσονται διαφορετικά.
.
Στο αρχαίο Άργος είχε πολύ καιρό να βρέξει. Η Αμυμώνη, κόρη του Δαναού, ζήτησε ικετευτικά τη βοήθεια του Ποσειδώνος, με τον οποίο είχε γεννήσει τον Ναύπλιο, για να βρει νερό. Ο Ποσειδών την διέταξε να κτυπήσει έναν βράχο και κάνοντάς το, η Αμυμώνη, ανάβλυσαν τρία κρυσταλλένια ρυάκια. Την ίδια στιγμή, μία Ύδρα, με εννέα κεφάλια, από τα οποία το ένα ήταν αθάνατο, έκανε εκεί τη φωλιά της. Τα κρυσταλλένια αυτά ρυάκια έγιναν με τον καιρό ένα δύσοσμο έλος. Ο Ηρακλής, σε αυτόν του τον άθλο, έπρεπε να σκοτώσει την Λερναία Ύδρα.

Δυσκολεύτηκε πολύ να βρει τη φωλιά του τέρατος, αλλά και όταν την βρήκε, το τέρας δεν έβγαινε από την φωλιά του, παρά τις προσπάθειές του, όπως, ακριβώς συμβαίνει με τις φοβίες και τα πάθη στο υποσυνείδητο μας. Τότε, αποφάσισε να ρίξει τα βέλη του, πασαλειμμένα με πίσσα για να κάνει το τέρας να βγει. Έτσι και έγινε! Η Ύδρα προσπαθούσε να τυλιχθεί γύρω από τα πόδια του για να τον εξουδετερώσει. Εκείνος προσπάθησε να κόψει τα κεφάλια της, αλλά, δυστυχώς, εκεί που έκοβε ένα, φύτρωναν δύο.

Τότε ο Ηρακλής σκέφθηκε να σηκώσει το τέρας ψηλά στο εξαγνιστικό καθαρτήριο φως του Απόλλωνα ήλιου. Μόλις αυτό έγινε η Ύδρα έχασε τη δύναμή της εφόσον την κάλυψαν οι ακτίνες του Ηλίου. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στον άνθρωπο ο οποίος κατανοεί την πραγματική του φύση, τον άνθρωπο ο οποίος κοιτά τα άνω και αντιλαμβάνεται πως η καταγωγή του είναι μόνο Ουράνια («της γης παιδί είμαι και του έναστρου ουρανού αλλά το γένος μου είναι βεβαίως (μόνον) ουράνιο. Αυτό το γνωρίζετε και σεις οι ίδιοι.» - Ορφική διδαχή). Το να γνωρίσουμε τον εαυτό μας σημαίνει ότι θα γνωρίσουμε την προέλευσή μας. Αναφέρει σχετικά ο Πλωτίνος στις Εννέαδες:

«Κανένα μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο αν δεν ήταν ηλιόμορφο, ούτε η ψυχή μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια»!

Όταν έπεσε κάτω η Ύδρα χωρίς ζωή πια, ο Ηρακλής ξεχώρισε την αθάνατη κεφαλή, την έκοψε και την έθαψε κάτω από έναν βράχο, ώστε να μην μπορεί ποτέ να βγει στην επιφάνεια. Ο μύθος αυτός μας βοηθάει να κατανοήσουμε ότι το εσωτερικό Φως και η καθαρή καρδιά μπορούν να φέρουν τη κάθαρση, όταν φέρουμε στην επιφάνεια και κατανοήσουμε τις σκοτεινές δαιδαλώδεις πτυχές υποσυνείδητου μας!

Παλεύοντας ενάντια στον κατώτερο εαυτό μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο των μύθων γινόμαστε Μαθητές - Μαχητές – Θριαμβευτές, αφού σμιλεύσουμε την πραγματική μας φύση. Και πάλι μας δείχνει την ατραπό ο Πλωτίνος στις Εννεάδες:

«Γύρισε μέσα σου και δες. Αν δεν βλέπεις ακόμη στον εαυτό σου την ωραιότητα, πράξε όπως ο γλύπτης που θέλει να δημιουργήσει ένα ωραίο άγαλμα. Αφαιρεί, λαξεύει, λειαίνει, καθαρίζει, μέχρι να φανεί στο άγαλμα ένα ωραίο πρόσωπο! Κι εσύ λοιπόν, όπως αυτός, αφαίρεσε τα περιττά, ίσιωσε τα στραβά, φώτισε καθαρίζοντάς τα, τα σκοτεινά. Και μην πάψεις να λαξεύεις το δικό σου άγαλμα, έως ότου αστράψει επάνω του η θεϊκή λάμψη της αρετής, έως ότου δεις τη σωφροσύνη να έχει ανέβει στο ιερό της βάθρο. Αφού ανέβηκες ως εδώ, δεν χρειάζεσαι πια οδηγό! Κράτα το βλέμμα σου σταθερό και απλώς, κοίτα! Θεϊκή Εν -όραση. Αν έχει γίνει αυτό και το είδες, και ενώθηκες καθαρός με τον εαυτό σου, χωρίς ούτε τίποτα να σε εμποδίζει να γίνεις έτσι ενιαίος, ούτε να έχεις μαζί σου τίποτε άλλο αναμεμιγμένο μέσα σου, αλλά έχεις γίνει ο ίδιος ολόκληρος μόνο φως αληθινό, που ούτε σε μέγεθος μετριέται, ούτε σε κανένα σχήμα περικλείεται ώστε να ελαττωθεί, ούτε πάλι αυξάνει σε όγκο από έλλειψη ορίων, αλλά επεκτείνεται παντού απροσμέτρητο, ως κάτι μεγαλύτερο από κάθε μέτρο και ανώτερο από κάθε ποσό· αν δεις τον εαυτό σου να έχει γίνει αυτό, αφού θα έχεις γίνει πια όραση ο ίδιος, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, χωρίς να χρειάζεται να σου δείξει κανείς, εφόσον θα έχεις ήδη ανέβει, προσήλωσε το βλέμμα σου και κοίταξε. Διότι μόνον αυτό το μάτι βλέπει τη μεγάλη Ομορφιά. Ενώ αν κανείς προσπαθήσει να φτάσει στη θέαση αυτή με μάτια θολωμένα από τις κακίες και χωρίς να έχει καθαρθεί, ή όντας αδύναμος, μη μπορώντας από δειλία του να δει αυτά που είναι πολύ λαμπρά, δεν βλέπει τίποτα, έστω και αν κάποιος άλλος του δείξει πως αυτό που θα μπορούσε να δει βρίσκεται πλάι του. Γιατί αυτό που βλέπει είναι συγγενικό με αυτό που βλέπεται, και πρέπει να στραφεί στη θέαση του αφού πρώτα έχει γίνει όμοιο μ' εκείνο»!.

GIOVANNI FRAZZETTO: Οι ρίζες του Άγχους

Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι πιστεύουν ότι γεννιόμαστε για να αναζητήσουμε και να επιλέξουμε εμείς τον σκοπό σε έναν κόσμο που πολλές φορές προκαλεί σύγχυση και αποπροσανατολίζει. Κατά τον ίδιο τρόπο, έχουμε διαρκώς ανάγκη να βρίσκουμε τις δικές μας αξίες και το δικό μας νόημα για τη ζωή μας.

Από όλους τους υπαρξιστές στοχαστές, με επηρέασε περισσότερο ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976), ευρύτερα γνωστός για το έργο του Είναι και χρόνος (1927), το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικά έργα φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα. Η σημασία της σκέψης του Χάιντεγκερ για την κατανόηση των συναισθημάτων γίνεται εμφανής αν λάβουμε υπόψη μας τη διάκριση που κάνει μεταξύ δύο βασικών τρόπων θέασης του κόσμου, για τους οποίους υιοθέτηση δύο ενδιαφέροντες, καινοφανείς όρους: παρεύρεση (Vorhandenheit) και προχειρότητα (Zuhandenheit). Η παρεύρεση είναι η θεωρητική κατανόηση της πραγματικότητας, ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούμε και διατυπώνουμε θεωρίες για τα πράγματα, και ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε τελικά τα γεγονότα για τον κόσμο, μέσω της ουδέτερης εξέτασης- ο τρόπος που υιοθετούσε ένας επιστήμονας. Η προχειρότητα αφορά την εμπλοκή μας με τον κόσμο- πώς συνδεόμαστε με αυτόν μέσω των αλληλεπιδράσεών μας με αντικείμενα και ανθρώπους σε διάφορες καταστάσεις. Ο Χάιντεγκερ προσέδωσε μεγαλύτερη δύναμη στην προχειρότητα, θέλοντας έτσι να τονίσει ότι η εμπειρία μας από τον κόσμο επισκιάζει την επιστημονική γνώση που έχουμε γι’ αυτόν. Είναι αυτή που προηγείται, το πώς καταφέρνουμε σε πρώτη φάση να γνωρίσουμε τον κόσμο. Ομοίως, θα μπορούσε κάποιος να πει, η εμπειρία των συναισθημάτων επικρατεί των θεωρητικών αντιλήψεων μας γι’ αυτά. Ο Χάιντεγκερ πίστευε ότι η επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει πλήρως τη βιούμενη εμπειρία του άγχους.

Για τον Χάιντεγκερ, άγχος και φόβος ήταν ξεκάθαρα διακριτά. Όπως έγραψε, φόβος και άγχος είναι “συγγενικά φαινόμενα” που συχνά συγχέονται, αλλά πρέπει να διακρίνονται. Κάτι απειλητικό είναι “τρομακτικό” αν έχουμε να το αντιμετωπίσουμε ως συγκεκριμένη και πραγματική οντότητα. Αντιθέτως, “αυτό μπροστά στο οποίο νιώθει κάποιος άγχος, είναι εντελώς αόριστο”. Το άγχος δεν “γνωρίζει” για ποιο λόγο υφίσταται, αφού η απειλή δεν βρίσκεται κάπου συγκεκριμένα και δεν διαθέτει καμιά ταυτοποιήσιμη πηγή.

Ο σπουδαίος φιλόσοφος θεωρούσε ότι το άγχος είχε ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία. Όπως πρέπει να μπορούμε να νιώθουμε φόβο, ώστε να επιβιώνουμε απέναντι σε πραγματικούς κινδύνους, γιατί χρειαζόμαστε και το άγχος, απλώς για να “υπάρχουμε” στον κόσμο. Τι εννοούσε ο Χάιντεγκερ με αυτό; Καθημερινά προηγούμαστε στον κόσμο και διαπλεκόμαστε με ένα δίκτυο πραγμάτων, ανθρώπων, πράξεων και περιστάσεων. Σηκωνόμαστε το πρωί, πηγαίνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο, πηγαίνουμε στη δουλειά, συναντάμε τους συναδέλφους και τους φίλους μας, πηγαίνουμε στο γυμναστήριο ή στην παμπ, προγραμματίζουμε τις διακοπές μας, αγοράζουμε ένα καινούριο έπιπλο για το σπίτι μας, ένα νέο CD ή το τελευταίο τηλέφωνο, και παίζουμε με το iPad μας. Όλα αυτά, μας απορροφούν τελείως. Ο Χάιντεγκερ ονομάζει αυτή την απορρόφηση στον κόσμο “πτώση”. Με απλά λόγια, “πέφτουμε” στις ρουτίνες μας και, με αυτό τον τρόπο, τείνουμε να παραβλέψουμε, και να πάψουμε να αναζητούμε, το αυθεντικό νόημα της ζωής. Παρασυρμένοι από την “αδράνεια της πτώσης”, στρεφόμαστε μακριά από τον εαυτό μας. Απομακρυνόμαστε από μια ζωή με νόημα, επειδή αυτό μάς βολεύει καλύτερα. Απωθούμε το άγχος, όμως “το άγχος είναι εκεί. Απλώς, κοιμάται”.

Ωστόσο, όταν αυτό ξυπνά, η συμβιωτική ταύτισή μας, με τον κόσμο ξεθωριάζει. Υπό την επήρεια του άγχους, τα ίδια πράγματα, καταστάσεις και άνθρωποι παύουν να έχουν σημασία και εξαφανίζονται. Τα πάντα “βυθίζονται και χάνονται”. Οποιαδήποτε προγενέστερη σύνδεση με τον κόσμο, και οποιαδήποτε ερμηνεία του, αμφισβητείται. Διόλου περίεργο που για να μεταφέρει το δυσάρεστο αίσθημα του άγχους, ο Χάιντεγκερ χρησιμοποίησε, επίσης, τη λέξη unheimlich, που σημαίνει ανοίκειο, η αποξενωμένο. Σε μια κρίση άγχους αναγκαζόμαστε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας- και κατά τη διαδικασία, αναθεωρούμε τη σημασία ορισμένων πραγμάτων που αγαπούσαμε και εκτιμούσαμε, καθώς και τη σχέση μας με αυτά. Αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας. Το άγχος αποκαλύπτει τον κόσμο και την κατάστασή μας σε αυτόν όπως είναι, χωρίς παραπανίσια στολίδια.

Το άγχος μας συνδέεται, επίσης, με το μέλλον. Είμαστε ανθρώπινα όντα που υπάρχουμε στον χρόνο, επέμενε ο Χάιντεγκερ. Πράγματι, δεν αγχωνόμαστε για το τι έχει ήδη συμβεί, ή για το τι πρόκειται να συμβεί. Αγχωνόμαστε, κυρίως, για το τι, ενδεχομένως μπορεί να συμβεί. Η ανησυχία συνήθως αργοσέρνεται όταν σκεφτόμαστε τις ατελείωτες ευκαιρίες που μπορεί να αδράξουμε ή να χάσουμε σε τούτη τη ζωή. Οι ρίζες του άγχους βρίσκονται στη συνειδητοποίηση της ελευθερίας μας να επιλέγουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να ζήσουμε. Για τον Χάιντεγκερ, οι επιλογές αυτές συνοδεύονται από μια θεμελιώδη δυσκολία, επειδή σχετίζονται, με έναν βαθύ τρόπο, με το είδος της ζωής που μας κάνει πιο αυθεντικούς. Δεν αφορούν απλώς ποια δουλειά θα επιλέξουμε, ποιο σπίτι θ’ αγοράσουμε ή με ποιον θα μοιραστούμε τη ζωή μας. Έχουν να κάνουν με τη δουλειά, με το σπίτι και το άτομο που αναδεικνύουν τις υψηλότερες δυνατότητες για την ύπαρξη μας, στις οποίες στηριζόμαστε, θα μπορούσε κάποιος να πει, για να πραγματώσουμε την ευτυχία. Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή. Μόνο εμείς μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι καλύτερο για εμάς.

 Μόνο εμείς μπορούμε να επιλέξουμε κάτι επειδή είναι σημαντικό για εμάς, και όχι επειδή ανταποκρίνεται στις νόρμες της κοινωνίας ή στις αξίες κάποιου άλλου.

GIOVANNI FRAZZETTO, Έτσι αισθάνεσαι

ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝ: Δοκίμια

Στην κριτική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου πολιτισμού στηρίζει ο Μονταίν τη φιλοσοφική του θεωρία, τις απόψεις του για μια ευτυχή και επιτυχημένη ζωή. Δεν τον ενδιαφέρει όμως να μεταδώσει καμία θεωρία με τη συνήθη έννοια, κανένα δόγμα και κανένα σύστημα, αυτό που τον ενδιαφέρει να μεταδώσει είναι μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Όπως συνέβη και με τους φιλοσόφους της ύστερης αρχαιότητας, το φιλοσοφικό ενδιαφέρον του Μονταίν στρέφεται στο εφικτό, στις γήινες απολαύσεις της ζωής, και όχι στη λύτρωση που περιμένει τον άνθρωπο στον άλλο κόσμο. Παρόλο που ήταν χριστιανός καθολικός, το υπερπέραν δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στο φιλοσοφικό του έργο. Ο Μονταίν είναι ένας στοχαστής προσανατολισμένος απολύτως στα εγκόσμια, ένας στοχαστής που επαναφέρει στο προσκήνιο το κεντρικό αίτημα της ελληνικής φιλοσοφίας: Να ζει δηλαδή κανείς σε αρμονία με τη φύση και με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να υπερεκτιμά τον εαυτό του και να επανασυνδεθεί με το φυσικό του περιβάλλον.

Για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αποδεχτεί πως η ύπαρξη του είναι εφήμερη και θνητή. Στον διάλογο Φαίδων του Πλάτωνα, ο Σωκράτης λέει πως «η ζωή είναι προετοιμασία για τον θάνατο». Ο Μονταίν χρησιμοποιεί αυτή τη ρήση στον τίτλο ενός από τα πιο γνωστά του δοκίμια. Δεν εννοεί κάποια ρομαντική επιθυμία θανάτου ή κάποια νοσηρή στάση εχθρική προς τη ζωή. Όπως πάντα συνηγορεί υπέρ μιας ρεαλιστικής στάσης ζωής. Ο Μονταίν, βλέποντας καθημερινά ανθρώπους να πεθαίνουν από αρρώστιες, από ατυχήματα ή στον πόλεμο, πίστευε ότι μόνο με τη διαρκή επαφή με τον θάνατο μπορούμε να τον δούμε σαν κάτι φυσικό και να απελευθερωθούμε από τους παράλογους φόβους μας. Όποιος ωστόσο φροντίζει να απωθεί από τη ζωή του τον θάνατο δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την αξία της ζωής.

Ο Μονταίν τάσσεται υπέρ μιας χαλαρής στάσης ζωής, που απέχει από μεγαλεπήβολα σχέδια και βρίσκει χαρά στα μικρά πράγματα, στα εφικτά. Η ζωή την οποία περιγράφει δεν είναι περιπετειώδης, δεν δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπου. Αντιθέτως, ο Μονταίν συνηγορεί υπέρ μιας ζωής που σε πολλούς μπορεί να φαίνεται μικροαστική. Έτσι γίνεται υπέρμαχος της συνήθειας και της άνεσης, της βολής. Περιγράφει τη συνήθεια σαν το μαγικό φίλτρο της θεάς Κίρκης, που μας γλιτώνει από τα βάσανα και μας συμφιλιώνει με τη φύση. Παραμένει και στο σημείο αυτό συντηρητικός: Υποστηρίζει πως ο καθένας θα πρέπει να ζει σύμφωνα με αυτά που επιτάσσουν τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού του και σύμφωνα με τους προσωπικούς του ρυθμούς. Στη βιασύνη, στη φιλοδοξία και στα μεγαλεπήβολα σχέδια αντιτάσσει το αρχαίο ιδανικό της ηρεμίας.

Στην αποδοχή των προσωπικών, φυσικών μας και στη μετρημένη αισθητική απόλαυση της ζωής έγκειται η ευτυχία που είναι εφικτή για τον άνθρωπο. Ο Μονταίν είναι ηδονιστής, ένας άνθρωπος δηλαδή που βλέπει την ευτυχία αυτή να πραγματώνεται μέσα από την «ηδονή». Ακόμη και όταν επιδιώκουμε την αρετή, στην πραγματικότητα έχουμε στον νου μας την ηδονική απόλαυση που μας προσφέρει η ενάρετη ζωή. Ο δρόμος για την ευτυχία, κατά τον Μονταίν, περνάει μέσα από τις αισθήσεις, όχι μέσα από τον ορθολογισμό. Ο αισθησιασμός τον οποίο περιγράφει ωστόσο δεν είναι ακραίος. Οποιαδήποτε μορφή έκστασης και διονυσιασμού δεν αφορά καθόλου τον Μονταίν. Απολαμβάνει τις μικρές, καθημερινές και φυσικές μορφές αισθησιασμού: το φαγητό, το ποτό, τη σεξουαλικότητα. Και στο σημείο αυτό απομακρύνεται από την παράδοση που κυριαρχούσε στη φιλοσοφία από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη: Η αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου δεν έγκειται πλέον στην πνευματική ενατένιση, που σημαίνει κυριαρχία του νου επί των αισθήσεων, αλλά στη συνειδητή ανάπτυξη των αισθητικών διαθέσεων.

Η καλλιέργεια των αισθητικών, ενστικτωδών ικανοτήτων του ανθρώπου είναι εκείνη που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να ανακτήσει τον χαμένο ενστικτώδη προσανατολισμό του, και συνεπώς και την επαφή του με τη «μητέρα φύση», όπως την αποκαλεί ο Μονταίν. Υιοθετεί εν προκειμένω ιδέες που παίζουν σημαντικό ρόλο και στον διαλογισμό, όπως αυτός διδάσκεται στις ανατολικές θρησκείες του βουδισμού, του ινδουισμού ή του ταοϊσμού: την ικανότητα να αφήνεται κανείς ελεύθερος, να εγκαταλείπει τις προσωπικές του επιδιώξεις και να «αφουγκράζεται» τα πράγματα. Στοv Μονταίν ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως homo faber, αλλά ως κάποιος ο οποίος είναι ανοιχτός καταγράφει και μαθαίνει. Δεν είναι τυχαίο που ο Μονταίν στο τελευταίο δοκίμιο του τρίτου τόμου με τίτλο «Περί της εμπειρίας» κλείνει το βιβλίο του με μια προσευχή στον θεό Απόλλωνα, τον θεό της «χαρούμενης σοφίας». Στον κόσμο του Μονταίν οι θεοί δεν βρίσκονται έξω από τη φύση, αποτελούν κομμάτι της.

Το Δοκίμια του Μονταίν ήταν ένα «έργο εν εξελίξει», στο οποίο έκανε διαρκώς προσθήκες και αλλαγές μέχρι και τον θάνατό του, το 1592. Όταν το 1580 ολοκληρώθηκε ο δεύτερος τόμος, έγινε η πρώτη έκδοση των Δοκιμίων. Αποκτά λοιπόν όχι μόνο αναγνώστες, αλλά και τους πρώτους λάτρεις του έργου του, μεταξύ αυτών και τη Μαρί ντε Γκουρνέ, μια νεαρή αριστοκράτισσα από το Πικαρντί με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα, γεννημένη το 1565, με την οποία ξεκίνησε να αλληλογραφεί και την οποία αργότερα χαρακτήριζε μάλιστα ως «θετή του κόρη». Όταν το 1588, με αφορμή την πρώτη συνολική έκδοση, που περιείχε πλέον και τον τρίτο τόμο, ταξιδεύει στο Παρίσι, την επισκέπτεται προσωπικά. Ήταν ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα με τα οποία ο Μονταίν μοιράστηκε τα πνευματικά του ενδιαφέροντα μετά τον θάνατο του Ετιέν Ντε Λα Μποεσί. Μετά τον θάνατο του Μονταίν η Γκουρνέ ανέλαβε την επιμέλεια της έκδοσης των έργων του και τo 1595 φρόντισε για την πρώτη μετά τον θάνατο του συγγραφέα έκδοσή τους.

Το γεγονός ότι ο Μονταίν δώρισε ένα από τα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου στον Πάπα δεν εμπόδισε την Καθολική Εκκλησία να το συμπεριλάβει το 1676 στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων. Οι λογοκριτές της Εκκλησίας χρειάστηκαν ωστόσο αρκετές δεκαετίες μέχρι να αντιληφθούν ότι ο καθολικός Μονταίν ήταν στην πραγματικότητα ένας λάτρης της φύσης με την προχριστιανική έννοια.

Ωστόσο, και οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί φιλόσοφοι δεν ασχολήθηκαν με το έργο του Μονταίν. Τα ίχνη του όμως είναι ξεκάθαρα στην ιστορία της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Η δοκιμιακή μορφή της φιλοσοφίας του σε συνδυασμό με τη σκεπτικιστική θεώρηση του ανθρώπου και την πραγματιστική φιλοσοφική του τοποθέτηση αποτέλεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ηθικοπλαστικής λογοτεχνίας, την οποία συνέχισαν κυρίως στη Γαλλία ο Λα Ροσφουκό, ο Λα Μπριγέρ και ο Σαμφόρ. Το έργο της αυτοδιερεύνησης του Εγώ που είχε ξεκινήσει ο Μονταίν αναλαμβάνει στη συνέχεια ο Ρενέ Ντεκάρτ. Τον ακολούθησε ο Πασκάλ, με τη διάγνωση περί αδύναμου και ασταθούς ανθρώπου. Η γνωστή ρήση του Ζαν-Ζακ Ρουσό «επιστροφή στη φύση» έχει επίσης τις ρίζες της στο έργο του Μονταίν, όπως και η έκκληση για ανοχή που εξέφρασαν οι διαφωτιστές. Αλλά και ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος με την «επανεκτίμηση όλων των αξιών» ενισχύει την αξία που έχει το σώμα έναντι του πνεύματος, βαδίζει στα χνάρια του Μονταίν. Ο Μονταίν ήταν επίσης εκείνος που, αρκετούς αιώνες πριν από την εμφάνιση της υπαρξιακής φιλοσοφίας, εγείρει το αίτημα αντιπαράθεσης του ανθρώπου με τη θνητότητα του προβάλλοντάς το ως προϋπόθεση της «πραγματικής» ζωής.

Αυτό που πρωτίστως κατόρθωσαν τα Δοκίμια του Μονταίν ήταν να προσδώσουν στη φιλοσοφία εκείνη την αξιοπιστία, τη σαφήνεια και την ελαφρότητα που την κατέστησαν προσιτή και στους αναγνώστες οι οποίοι την αντιμετώπιζαν όχι ως αντικείμενο μελέτης αλλά και ως πνευματική απόλαυση.

Υπάρχει ένας καθρέφτης στον οποίο μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας. Όχι το πρόσωπό σας, αλλά όλα όσα σκέφτεστε

Πώς μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας;

Το πρόσωπό σας το γνωρίζετε επειδή το βλέπετε συχνά στον καθρέφτη. Τώρα, υπάρχει και ένας καθρέφτης στον οποίο μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας ολόκληρο- όχι το πρόσωπό σας, αλλά όλα όσα σκέφτεστε, όλα όσα νιώθετε, τα κίνητρά σας, τις επιθυμίες, τις παρορμήσεις και τους φόβους σας. Αυτός ο καθρέφτης είναι ο καθρέφτης των σχέσεων: της σχέσης ανάμεσα σε εσάς και τους γονείς σας, της σχέσης ανάμεσα σε εσάς και τους καθηγητές σας, ανάμεσα σε εσάς και το ποτάμι, τα δέντρα, τη γη, ανάμεσα σε εσάς και τις σκέψεις σας. Οι σχέσεις είναι ένας καθρέφτης στον οποίο μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας, όχι όπως θα σας άρεσε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι.

Μπορεί να περιμένω, όταν κοιτάζομαι σ’ έναν οποιοδήποτε καθρέφτη, να με δείξει πιο όμορφο απ’ ό,τι είμαι, αλλά αυτό δεν συμβαίνει, γιατί ο καθρέφτης δείχνει το πρόσωπό μου ακριβώς όπως είναι και δεν μπορώ να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Με τον ίδιο τρόπο, μπορώ να δω τον εαυτό μου ακριβώς όπως είναι στον καθρέφτη των σχέσεών μου με τους άλλους. Μπορώ να παρατηρήσω τον τρόπο που μιλάω στους άλλους: πάρα πολύ ευγενικά σ’ εκείνους που θεωρώ ότι μπορούν να μου δώσουν κάτι και αδιάφορα ή απότομα σε όσους μου είναι αδιάφοροι. Προσέχω πώς φέρομαι σε όσους φοβάμαι. Δείχνω σεβασμό σε σημαντικά πρόσωπα, αλλά περιφρονώ τους ζητιάνους. Έτσι, παρατηρώντας τον εαυτό μου στις σχέσεις μου, κατανοώ κάποια στιγμή ότι δεν σέβομαι πραγματικά τους ανθρώπους, έτσι δεν είναι; Ομοίως, μπορώ ν’ ανακαλύψω πώς είμαι στις σχέσεις μου με τα δέντρα, με τα πουλιά, με τις ιδέες και τα βιβλία.

Μπορεί να αποκτήσετε όλα τα πανεπιστημιακά διπλώματα του κόσμου αλλά, αν δεν γνωρίζετε τον εαυτό σας, θα είστε από τους πιο ανόητους ανθρώπους. Αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός της εκπαίδευσης: Να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του. Το να μαζεύεις απλώς πληροφορίες ή να κρατάς σημειώσεις και να διαβάζεις για να μπορείς να περνάς τις εξετάσεις χωρίς να μαθαίνεις για τον εαυτό σου είναι ένας ανόητος τρόπος να ζεις. Μπορεί να έχει μάθει απ’ έξω αποσπάσματα από την Μπαγκαβάτ Γκίτα και να τα απαγγείλεις με την πρώτη ευκαιρία, αλλά αν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου είσαι σαν παπαγάλος που απλώς επαναλαμβάνει λέξεις. Αντιθέτως, από τη στιγμή που θα αρχίσεις να γνωρίζεις έστω και λίγα πράγματα για τον εαυτό σου, έχει ήδη ξεκινήσει μια εκπληκτική πορεία δημιουργικότητας. Είναι αληθινή ανακάλυψη να δεις ξαφνικά τον εαυτό σου έτσι όπως πραγματικά είναι: άπληστος, καυγατζής, οργισμένος, ζηλιάρης, ανόητος. Το να δεις το γεγονός χωρίς να προσπαθείς να αλλάξεις, απλώς να δεις αυτό ακριβώς που είσαι, είναι μια εκπληκτική αποκάλυψη. Από εκεί μπορείς να πας πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, γιατί δεν υπάρχει τέλος στη μάθηση του εαυτού.

Καθώς μαθαίνεις τον εαυτό σου, αρχίζεις ν’ ανακαλύπτεις τι είναι ύπαρξη, τι είναι αλήθεια, ποια είναι εκείνη η κατάσταση που είναι πέρα από το χρόνο. Ο δάσκαλός σας μπορεί να σας μεταδώσει τις γνώσεις που πήρε από το δικό του δάσκαλο· και μπορεί να τα πάει καλά στις εξετάσεις σας, να πάρετε κάποιο δίπλωμα και όλα τα υπόλοιπα, αλλά χωρίς να ξέρετε τον εαυτό σας, όπως ξέρετε το πρόσωπό σας που το βλέπετε στον καθρέφτη, οποιαδήποτε άλλη γνώση έχει πολύ μικρή σημασία. Αυτοί που έχουν πολλές γνώσεις αλλά δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους δεν είναι πράγματι νοήμονες άνθρωποι· δεν ξέρουν τι σημαίνει σκέψη, τι σημαίνει ζωή. Να γιατί είναι σημαντικό ο δάσκαλος να έχει ο ίδιος εκπαιδευτεί με τη σωστή σημασία της λέξης, που σημαίνει ότι πρέπει να ξέρει τις λειτουργίες του νου και της καρδιάς του, να βλέπει τον εαυτό του ακριβώς όπως είναι στον καθρέφτη των σχέσεων. Η γνώση του εαυτού είναι η αρχή της σοφίας. Στη γνώση του εαυτού βρίσκεται όλο το σύμπαν, που αγκαλιάζει κάθε προσπάθεια της ανθρωπότητας.

BERTRAND RUSSELL: Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

Ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, αν γενικά ο τρόπος της ζωής τους κι οι αντιλήψεις τους για τον κόσμο δεν εγκρίνονται απ’ αυτούς, με τους οποίους βρίσκονται σε κοινωνικές σχέσεις και, ειδικότερα, από εκείνους που συναναστρέφονται. Μια ιδιομορφία των σύγχρονων κοινωνιών είναι, ότι χωρίζονται σε ομάδες ή στρώματα, που διαφέρουν αισθητικά μεταξύ τους σε ό,τι αφορά τα ήθη και τις πεποιθήσεις τους. Η ιδιομορφία αυτή που άρχισε με τη Μεταρρύθμιση ή, ίσως, θα μπορούσε κανείς να πει, με την Αναγέννηση, έχει γίνει σήμερα ακόμη πιο έκδηλη. Υπήρχαν τότε διαμαρτυρόμενοι και καθολικοί που δεν είχαν μόνο θεολογικές διαφορές μεταξύ τους, αλλά και πολλές άλλες, σε πιο πρακτικά ζητήματα. Υπήρχαν οι αριστοκράτες, στους οποίους επιτρέπονταν διαφόρων λογιών ενέργειες, που δε γίνονταν ανεκτές απ’ την αστική τάξη. Υπήρχαν έπειτα οι ελευθερόφρονες κι οι ελεύθεροι στοχαστές, που δεν αναγνώριζαν κανένα θρησκευτικό καθήκον.

Εξαιτίας των διάφορων αντιλήψεων, ένα άτομο με ορισμένες προτιμήσεις και πεποιθήσεις μπορεί να βρει τον εαυτό του αποδιοπομπαίο στην ορισμένη κοινωνική τάξη που ζει, ενώ, σε μια άλλη κοινωνική ομάδα θα γινόταν δεκτό σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένα μεγάλο μέρος απ’ τη δυστυχία, ιδιαίτερα των νέων, γεννιέται μ’ αυτό τον τρόπο. Ένας νέος ή μια νέα αποκτά, κατά κάποιο τρόπο, ιδέες που κυκλοφορούν γύρω τους, αλλά διαπιστώνει ξαφνικά, ότι οι ιδέες αυτές είναι αναθεματισμένες στο δικό του περιβάλλον. Κι οι νέοι εύκολα φαντάζονται, ότι το περιβάλλον που αυτοί γνωρίζουν, αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον κόσμο. Δύσκολα μπορούν να πιστέψουν, ότι σ’ έναν άλλο τόπο, σε μιαν άλλη κοινωνική ομάδα, οι αντιλήψεις, που αυτοί δεν μπορούν να ομολογήσουν από φόβο μη θεωρηθούν τρομερά διεφθαρμένοι, θα γίνονταν δεκτές σαν συνηθισμένες κοινοτοπίες της εποχής. Έτσι, πολλοί απ’ αυτούς, αγνοώντας τον κόσμο, υποφέρουν από μια παράλογη και αδικαιολόγητη δυστυχία, που κρατάει κάποτε μονάχα όσο είναι νέοι, μα πολύ συχνά και σ’ όλη τους τη ζωή.

Η απομόνωση αυτή δεν είναι μόνο πηγή στενοχώριας και λύπης. Έχει σαν αποτέλεσμα και μεγάλη σπατάλη ενέργειας από μέρους τους, στην ανώμαλη προσπάθειά τους να διατηρήσουν την πνευματική τους ανεξαρτησία απ’ την τριγύρω εχθρότητα, και ενενήντα εννιά φορές στις εκατό δημιουργεί μια κάποια ατολμία για την παρακολούθηση των ιδεών τους ως τις λογικές τους συνέπειες.

Είναι λίγοι αυτοί που κλείνουν μέσα τους δύναμη. Για όλους σχεδόν τους ανθρώπους, είναι απαραίτητο ένα περιβάλλον, με κατανόηση, για να είναι ευτυχισμένοι. Για τους περισσότερους, βέβαια, το περιβάλλον, όπου τυχαίνει να ζουν, δείχνει κατανόηση, γιατί καθώς ποτίζονται με τις δικές του συνήθειες και προκαταλήψεις από μικροί, εύκολα και ενστικτωδώς προσαρμόζονται στις πεποιθήσεις, που επικρατούν σ’ αυτό. Για μια μεγάλη μειονότητα όμως, στην οποία ανήκουν όλοι όσοι έχουν κάποια πνευματική ή καλλιτεχνική αξία, ο τρόπος αυτός της προσαρμογής είναι αδύνατος. Ένα άτομο, ας πούμε, γεννημένο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, βρίσκεται από τα πρώτα του βήματα περιτριγυρισμένο από εχθρότητα προς καθετί που του είναι απαραίτητο, για ν’ ανέβει πνευματικά. Αν αισθάνεται την επιθυμία να διαβάζει σοβαρά βιβλία, τ’ άλλα παιδιά τον περιφρονούν κι οι δάσκαλοι του λένε πως τέτοια βιβλία δεν τον ωφελούν. Αν ενδιαφέρεται για την τέχνη, οι συνομήλικοί του τον θεωρούν ονειροπαρμένο κι οι μεγαλύτεροί του τον χαρακτηρίζουν ανήθικο. Αν δείχνει την προτίμησή του σε μια ορισμένη σταδιοδρομία, αξιοπρεπή βέβαια, αλλά όχι συνηθισμένη στον κύκλο που ανήκει, του λένε πως σηκώνει ψηλά τη μύτη του κι ότι αυτό που ήταν αρκετά καλό για τον πατέρα του, πρέπει να είναι αρκετά καλό και για τον ίδιο. Αν δείξει διάθεση για να κριτικάρει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή τις πολιτικές αντιλήψεις των γονιών του, τότε είναι που τραβάει τα πιο μεγάλα βάσανα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η εφηβική ηλικία είναι για τους περισσότερους νέους με κάποια ιδιαίτερη αξία, μια περίοδος μεγάλης δυστυχίας. Για τους πιο απλοϊκούς τους συντρόφους, μπορεί να είναι περίοδος χαράς κι ευχαριστήσεων, αλλά για τους εαυτούς τους χρειάζονται κάτι το σοβαρότερο, κάτι που δεν μπορούν να το βρουν ούτε ανάμεσα στους συνομήλικούς τους, ούτε ανάμεσα στους μεγαλύτερούς τους, σ’ αυτή την κοινωνική ομάδα, που η τύχη τους θέλησε να γεννηθούν. Αν αυτοί οι νέοι παν σ’ ένα πανεπιστήμιο, ανακαλύπτουν συνήθως ομόφρονές τους και χαίρονται λίγα χρόνια μεγάλης ευτυχίας. Αν μάλιστα είναι τυχεροί, μπορεί, τελειώνοντας το πανεπιστήμιο, να πετύχουν καμιά δουλειά, που τους δίνει ακόμη τη δυνατότητα να κάνουν συντροφιά με ομόφρονές τους. ‘Ένας έξυπνος άνθρωπος, που ζει σε μια πόλη μεγάλη, όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη, μπορεί γενικά να βρει μια ομάδα με την ίδια πνευματικότητα, μέσα στην οποία δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει συμβιβασμούς ή να υποκρίνεται. Αν όμως η δουλειά του τον υποχρεώνει να ζει σε μια μικρότερη περιοχή, κι ακόμα περισσότερο αν χρειάζεται να διατηρήσει την εκτίμηση του κόσμου, που τον περιτριγυρίζει, όπως συμβαίνει μ’ ένα γιατρό ή μ’ ένα δικηγόρο, θα βρεθεί ίσως, σ’ όλη του τη ζωή, αναγκασμένος να κρύβει τις πραγματικές του προτιμήσεις και πεποιθήσεις απ’ τους περισσότερους ανθρώπους, που θα συναναστρέφεται καθημερινά. Αυτό είναι αληθινό ειδικότερα στην Αμερική, που είναι μια τόσο εκτεταμένη χώρα. Στις πιο απίθανες περιοχές, στο βορρά, στο νότο, σ’ ανατολή και δύση, βρίσκει κανείς άτομα κλεισμένα στον εαυτό τους, που ξέρουν απ’ τα βιβλία, ότι υπάρχουν τόποι όπου δε θα ένοιωθαν τόση μοναξιά, μα δεν έχουν την τύχη να ζουν σ’ αυτούς τούς τόπους και που πολύ σπάνια βρίσκουν την ευκαιρία μιας ευχάριστης φιλικής κουβέντας με κάποιον ομόφρονά τούς.

Για να μπορέσουν να φτάσουν την ευτυχία αυτή, πρέπει να βρεθεί τρόπος να περιορίσουν ή να ξεφύγουν απ’ την τυραννία της κοινής γνώμης. Πρέπει τα μέλη της πνευματικής αυτής μειονότητας να κατορθώσουν να γνωριστούν μεταξύ τους και να χαίρονται ο ένας τον άλλον τη συντροφιά. Σε αναρίθμητες περιπτώσεις, μια αδικαιολόγητη δειλία κάνει την κατάσταση χειρότερη απ’ όσο θα ‘πρεπε να είναι. Η κοινή γνώμη είναι πάντα πιο τυραννική απέναντι σ’ αυτούς που φανερά τη φοβούνται, παρά σ’ όσους αδιαφορούν γι’ αυτή. Ένας σκύλος γαβγίζει πιο δυνατά και δαγκώνει πιο πρόθυμα, όταν τον φοβούνται παρά όταν τον περιφρονούν· και το ανθρώπινο κοπάδι διατηρεί ακόμη κάτι απ’ το χαρακτηριστικό αυτό του σκύλου. Αν του δείξεις πως τον φοβάσαι, θα σε κυνηγήσει για καλά, ενώ αν του δείξεις αδιαφορία θ’ αρχίσει ν’ αμφιβάλλει για τη δύναμή του και θα σ’ αφήσει ήσυχο στο τέλος. Δε μιλώ, φυσικά, για την έσχατη περιφρόνηση κι αδιαφορία. Δε μιλώ για εξτρεμισμούς, αλλά για πολύ ήπια ξεγλιστρήματα απ’ τα «ειωθότα», όπως, είναι να αμελείς το ντύσιμό σου, να μην ανήκεις σε κάποιο θρησκευτικό δόγμα ή να μη διαβάζεις βιβλία που κινούν το γενικό ενδιαφέρον.

Στην εποχή μας, που η ψυχανάλυση έχει τόση πέραση, έχει επικρατήσει η συνήθεια, όταν ένας νέος βρίσκεται σε δυσαρμονία με το περιβάλλον του, να αποδίδουμε τη δυσαρμονία αυτή σε κάποια ψυχολογική διαταραχή. Όμως αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια αντίληψη απόλυτα σφαλερή. Υποθέστε λόγου χάριν, ότι ένας νεαρός έχει γονείς που χαρακτηρίζουν τη θεωρία της εξελίξεως για χυδαία και κακοήθη. Στην περίπτωση αυτή, δε χρειάζεται και πολλή εξυπνάδα εκ μέρους του για να τον κάνει να ‘ρθει σε σύγκρουση με τους γονείς του. Το να βρίσκεται κανείς σε δυσαρμονία με το περιβάλλον του, είναι φυσικά, μια ατυχία, αλλά όχι πάντα τόσο μεγάλη, ώστε να πρέπει να την αποφύγει με κάθε θυσία. Όταν το περιβάλλον αποδείχνεται ηλίθιο, γεμάτο προκαταλήψεις ή βάρβαρο, το να βρίσκεσαι σε αντίθεση μ’ αυτό, αποτελεί απόδειξη της δικής σου αξίας. Κι ως ένα βαθμό, τα παραπάνω χαρακτηριστικά υπάρχουν, λίγο-πολύ, σε κάθε περιβάλλον.

Ο Γαλιλέος και ο Κέπλερ είχαν «επικίνδυνες σκέψεις» (όπως τις χαρακτηρίζουν μερικοί) και τέτοιες σκέψεις έχουν κι οι πιο έξυπνοι άνθρωποι της εποχής μας. Δεν ωφελεί σε τέτοιες περιπτώσεις να είναι το κοινωνικό συναίσθημα τόσο ανεπτυγμένο, ώστε να κάνει τους τέτοιας ολκής ανθρώπους να φοβούνται την κοινωνική εχθρότητα που θα ξεσήκωνε η γνώμη τους. Θα ‘ταν προτιμότερο να βρισκόταν τρόπος να γίνει η έχθρα αυτή όσο μπορεί πιο ασήμαντη και ανώδυνη.

BERTRAND RUSSELL, Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Ποιά εμπιστοσύνη να δείξεις στον άνθρωπο;

Έχει ο άνθρωπος θυσιάσει έναν ολόκληρο νοήμονα πλανήτη, στην σιωπή της εξαπάτησης, προσπαθώντας δήθεν να σταματήσει, ένα ραδιενεργό ολοκαύτωμα που η απληστία και η αμέλειά του ετοιμάζονται να προκαλέσουν. Έχει ικανοποιήσει τις δηλητηριώδεις πολυεθνικές του εγκλήματος των ΓΤΟ καταστρέφοντας την βιοποικιλότητα στην φύση, θεσπίζοντας νόμο υπερ των αποστειρωμένων και δολοφονικών σπόρων, καταστρέφοντας την Γη. Οι άνθρωποι σκότωσαν τις μέλισσες συνεχίζοντας να μολύνουν τα λουλούδια και τις καλλιέργειες με ισχυρά καρκινικά ζιζανιοκτόνα. Έχουν σκοτώσει τις αξίες της Αρχαίας Ελληνικής Αριστοκρατικής, Δημοκρατικής πολιτικής θέτοντας τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους κάτω από τις μαριονέτες που διευθύνονται από τις μαφιόζικες τράπεζες και την διεθνή μαστροπεία. Έχουν πουλήσει τα περιουσιακά στοιχεία των εθνών τους, σε μερικές ιδιωτικές εταιρείες για μια χούφτα δολάρια.

Οι άνθρωποι σκότωσαν τον Λόγο (Λογική) τον Νόμο (Νέμεσις) και τις Αισθήσεις τους (Πνεύμα) δημιουργώντας μεταρρυθμίσεις χρήσιμες μόνο για να ισοπεδώσουν μια ολόκληρη γενιά στην έκφυλη βαρβαρική ζωή, χωρίς πολιτισμό κι αξίες. Σκότωσαν την Φαντασία και τον Ενθουσιασμό με την τυποποίηση των απολαύσεων της ζωής σε μια έκφυλη τηλεοπτική μορφή. Έχουν παραμορφώσει το Σύνταγμα, την κόρη της θυσίας των προγόνων τους, που θυσιάστηκε γι’ αυτούς στον βωμό της Πατρίδας και της Δημοκρατίας. Έχουν σκοτώσει το δικαίωμα να εργάζονται και να φροντίζουν τους φτωχότερους, εγκαταλείποντας τους σε ένα προκαθορισμένο πεπρωμένο ενώ οι ίδιοι δουλεύουν σαν δούλοι.
 
Έχουν τυποποιήσει το εμπόριο, τα τρόφιμα, ακόμα και το συναίσθημα, την χαρά και το γέλιο στους Νόμους της Παγκόσμιας Αγοράς (Μαφίας). Κατασκευάζουν μηχανές πολέμου κι εγκαθιστούν γίγαντες κεραίες στα δάση κοντά στα σπίτια τους, θυσιάζοντας τις νεότερες γενιές σε έναν αόρατο, οδυνηρό θάνατο, στο όνομα της «καλύτερης επικοινωνίας». Στην πραγματικότητα δεν χρειάζονται τις μηχανές πολέμου γιατί έπαψαν να επικοινωνούν, μα δεν το ξέρουν, αφού θεωρούν τα ορνιθοσκαλίσματα, τα μουγκανίσματα και τους βρυχηθμούς τους ως επικοινωνία. Κάθε μέρα, τα παιδιά τους αναπνέουν την δική τους δόση αόρατου δηλητηρίου που σηματοδοτεί την ασθένεια, τον πόνο και την ταλαιπωρία στην ζωή τους. Θάψαν τα δηλητηριώδη τους απομεινάρια δίπλα στο γήπεδο ποδοσφαίρου, στα τακτοποιημένα τους προάστια ή τα κάψαν δίπλα στον καλλιεργημένο κήπο τους.
 
Διαστρέψανε την αποστολή του γιατρού, υποβαθμισμένη από το πρωτόκολλο που υπαγορεύει ενδιαφέρον, το οποίο θέλει την χημειοθεραπεία ως το μόνο φάρμακο. Έχουν καταδικάσει ένα πλήθος παιδιών σε χρόνιες ασθένειες εισάγοντάς τους εμβόλια και υποβάλλοντας τα σε ένα δηλητηριώδες κοκτέιλ με βάση τον υδράργυρο, το σκουαλένιο, την φορμαλδεΰδη το αλουμίνιο κι άλλες εξαιρετικά επιβλαβείς χημικές ουσίες και κάνανε το ανοσοποιητικό τους σύστημα σμπαράλια, εξαλείφοντας τις καλές ασθένειες, τα ωφέλιμα μικρόβια, αλλά όχι τις κακές. Οι άνθρωποι τρομοκρατούν τους ανθρώπους στο όνομα των τεράστιων επιδημιών που κατοχυρώνονται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο εργαστήριο και για τις οποίες έχουν ήδη οι Μαφίες ετοιμάσει το αντίδοτο. Δίνουν αγελάδες να τρώνε άλλες αγελάδες που τις ‘κάναν αλεύρι, αντί για φρέσκο σανό και κάθε μέρα προσφέρουν αναβολικά στα πιάτα των παιδιών τους, τα στεροειδή, τα αντιβιοτικά και τις ασπιρίνες που κρύβονται στα κοτόπουλα και τα βόδια. Εχουν γεμίσει τις τσάντες τους με παρακεταμόλη ή ακεταμινοφαίνη που τα δίνουν στα παιδιά τους και τα καταπίνουν οι ίδιοι, σαν καραμέλες. Πουλάνε δηλητήριο αρουραίων στα σούπερ μάρκετ και το ονομάζουν γλυκαντικό.
 
Ποιά εμπιστοσύνη να δείξεις στον άνθρωπο; Δεν γνωρίζει πλέον αν στις εκλογές ψηφίζει για την νέα κυβέρνηση ή για την ανανέωση της κορυφής του τρούλου της μαφίας, που μοιάζει όλο και περισσότερο με μια μυθοπλασία που αναμιγνύεται με μια ψευδή ψευδαίσθηση για να προκαλεί σύγχυση. Πεθαίνει κι αυτοκτονεί ανάμεσα στις θυσίες που επιβάλλει η τεχνητή οικονομική κρίση που μελετήθηκε στο τραπέζι των Επικυρίαρχων και της Ελίτ, οπλισμένη μέχρι τα δόντια. Στην παγκόσμια εξαπάτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη που δήθεν προκαλείται από το Co2 που, ευτυχώς, υπάρχει μόνο στην τηλεόραση, στους φόρους αεροπορικών εισιτηρίων και στην λογική των πολυεθνικών, το μόνο πράγμα που δεν θα καταφέρουν να ελέγξουν για κανέναν σκοπό είναι η Ψυχή των Αψογων Ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, ο ουρανός του σήμερα είναι και θα είναι πάντα πιο μπλε απ’ ό,τι χθες, ακόμα κι αν το σημερινό μπλε δεν είναι πάρα πολύ έντονο, δεν θα το προσέξουμε, όσες ουρές κι όσα UFO κι αν παρατάξουν.
 
Δεν υπάρχει κανένας σ’ ολόκληρο τον πλανήτη που μπορεί να διδάξει στα παιδιά ότι η Πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπει το μάτι, το αυτί ακούει και το χέρι μπορεί να αγγίξει, αλλά κι αυτό που είναι κρυμμένο από την όραση και την αφή, κρυμμένο απ’ τις ανθρώπινες αισθήσεις κι αποκαλύπτεται κάθε στιγμή, μόνο για μια πολύτιμη στιγμή, μονάχα σ’ εκείνους που την αναζητούν με τα ορθάνοιχτα άλλα μάτια του νου και σ’ εκείνους που ακούν τους ψιθύρους με τ’ αυτιά της ψυχής και την αγγίζουν με τα ακροδάχτυλα της αιθέριας σκέψης. Για να διδάξετε αυτό στα παιδιά σας, πρέπει να είναι δική σας Γνωση και πρέπει να ζείτε μ’ αυτή την Γνώση, πρέπει δηλ. να είστε ΑΨΟΓΟΙ.
 
Είναι δυνατόν να είμαστε πραγματικά ανεξάρτητοι; Μια σκόπιμη προσπάθεια να ζήσεις, να είσαι ελεύθερος, δεν είναι ζωή, δεν είναι ελευθερία. Πρέπει να συμβεί η ζωή, δεν μπορεί να προκληθεί. Η Ελευθερία δεν είναι παιχνίδι του νου, της επιθυμίας ή της ευχαρίστησης. Όλες οι προσπάθειες να ζήσεις, να είσαι ελευθερος δεν είναι παρά η απόρριψή τους. Κάθε μορφή ελευθερίας αναπόφευκτα οδηγεί σε εξαπάτηση, σε ψευδή ψευδαίσθηση, επειδή επιθυμούν τα ιερατεία τυφλούς. Απλά να γνωρίζεις, ότι Γνωρίζεις τι σκέφτεσαι και τι κάνεις και τίποτ’ άλλο. Η δυνατότητα να Δρας έγκειται στο να βλέπεις, ν’ ακούς, να μυρίζεις, ν’ αγγίζεις, να αισθάνεσαι με ΑΨΟΓΟΣΥΝΗ.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1163b-1164b)

ΒΙΒΛΙΟ Ι': Για τη φιλία

[1163b] [I] Ἐν πάσαις δὲ ταῖς ἀνομοιοειδέσι φιλίαις τὸ ἀνάλογον ἰσάζει καὶ σῴζει τὴν φιλίαν, καθάπερ εἴρηται, οἷον καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ τῷ σκυτοτόμῳ ἀντὶ τῶν ὑποδημάτων ἀμοιβὴ γίνεται κατ᾽ ἀξίαν, καὶ τῷ ὑφάντῃ καὶ τοῖς λοιποῖς.

[1164a] ἐνταῦθα μὲν οὖν πεπόρισται κοινὸν μέτρον τὸ νόμισμα, καὶ πρὸς τοῦτο δὴ πάντα ἀναφέρεται καὶ τούτῳ μετρεῖται· ἐν δὲ τῇ ἐρωτικῇ ἐνίοτε μὲν ὁ ἐραστὴς ἐγκαλεῖ ὅτι ὑπερφιλῶν οὐκ ἀντιφιλεῖται, οὐδὲν ἔχων φιλητόν, εἰ οὕτως ἔτυχεν, πολλάκις δ᾽ ὁ ἐρώμενος ὅτι πρότερον ἐπαγγελλόμενος πάντα νῦν οὐδὲν ἐπιτελεῖ. συμβαίνει δὲ τὰ τοιαῦτα, ἐπειδὰν ὃ μὲν δι᾽ ἡδονὴν τὸν ἐρώμενον φιλῇ, ὃ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον τὸν ἐραστήν, ταῦτα δὲ μὴ ἀμφοῖν ὑπάρχῃ. διὰ ταῦτα γὰρ τῆς φιλίας οὔσης διάλυσις γίνεται, ἐπειδὰν μὴ γίνηται ὧν ἕνεκα ἐφίλουν· οὐ γὰρ αὐτοὺς ἔστεργον ἀλλὰ τὰ ὑπάρχοντα, οὐ μόνιμα ὄντα· διὸ τοιαῦται καὶ αἱ φιλίαι. ἡ δὲ τῶν ἠθῶν καθ᾽ αὑτὴν οὖσα μένει, καθάπερ εἴρηται. διαφέρονται δ᾽ ὅταν ἕτερα γίνηται αὐτοῖς καὶ μὴ ὧν ὀρέγονται· ὅμοιον γὰρ τῷ μηδὲν γίνεσθαι, ὅταν οὗ ἐφίεται μὴ τυγχάνῃ, οἷον καὶ τῷ κιθαρῳδῷ ὁ ἐπαγγελλόμενος, καὶ ὅσῳ ἄμεινον ᾄσειεν, τοσούτῳ πλείω· εἰς ἕω δ᾽ ἀπαιτοῦντι τὰς ὑποσχέσεις ἀνθ᾽ ἡδονῆς ἡδονὴν ἀποδεδωκέναι ἔφη. εἰ μὲν οὖν ἑκάτερος τοῦτο ἐβούλετο, ἱκανῶς ἂν εἶχεν· εἰ δ᾽ ὃ μὲν τέρψιν ὃ δὲ κέρδος, καὶ ὃ μὲν ἔχει ὃ δὲ μή, οὐκ ἂν εἴη τὰ κατὰ τὴν κοινωνίαν καλῶς· ὧν γὰρ δεόμενος τυγχάνει, τούτοις καὶ προσέχει, κἀκείνου γε χάριν ταῦτα δώσει.

Τὴν ἀξίαν δὲ ποτέρου τάξαι ἐστί, τοῦ προϊεμένου ἢ τοῦ προλαβόντος; ὁ γὰρ προϊέμενος ἔοικ᾽ ἐπιτρέπειν ἐκείνῳ. ὅπερ φασὶ καὶ Πρωταγόραν ποιεῖν· ὅτε γὰρ διδάξειεν ἁδήποτε, τιμῆσαι τὸν μαθόντα ἐκέλευεν ὅσου δοκεῖ ἄξια ἐπίστασθαι, καὶ ἐλάμβανε τοσοῦτον. ἐν τοῖς τοιούτοις δ᾽ ἐνίοις ἀρέσκει τὸ «μισθὸς δ᾽ ἀνδρί.» οἱ δὲ προλαμβάνοντες τὸ ἀργύριον, εἶτα μηδὲν ποιοῦντες ὧν ἔφασαν διὰ τὰς ὑπερβολὰς τῶν ἐπαγγελιῶν, εἰκότως ἐν ἐγκλήμασι γίνονται· οὐ γὰρ ἐπιτελοῦσιν ἃ ὡμολόγησαν. τοῦτο δ᾽ ἴσως ποιεῖν οἱ σοφισταὶ ἀναγκάζονται διὰ τὸ μηδένα ἂν δοῦναι ἀργύριον ὧν ἐπίστανται. οὗτοι μὲν οὖν ὧν ἔλαβον τὸν μισθόν, μὴ ποιοῦντες εἰκότως ἐν ἐγκλήμασίν εἰσιν. ἐν οἷς δὲ μὴ γίνεται διομολογία τῆς ὑπουργίας, οἱ μὲν δι᾽ αὐτοὺς προϊέμενοι εἴρηται ὅτι ἀνέγκλητοι (τοιαύτη γὰρ ἡ κατ᾽

[1164b] ἀρετὴν φιλία), τὴν ἀμοιβήν τε ποιητέον κατὰ τὴν προαίρεσιν (αὕτη γὰρ τοῦ φίλου καὶ τῆς ἀρετῆς)· οὕτω δ᾽ ἔοικε καὶ τοῖς φιλοσοφίας κοινωνήσασιν· οὐ γὰρ πρὸς χρήμαθ᾽ ἡ ἀξία μετρεῖται, τιμή τ᾽ ἰσόρροπος οὐκ ἂν γένοιτο, ἀλλ᾽ ἴσως ἱκανόν, καθάπερ καὶ πρὸς θεοὺς καὶ πρὸς γονεῖς, τὸ ἐνδεχόμενον. μὴ τοιαύτης δ᾽ οὔσης τῆς δόσεως ἀλλ᾽ ἐπί τινι, μάλιστα μὲν ἴσως δεῖ τὴν ἀνταπόδοσιν γίνεσθαι δοκοῦσαν ἀμφοῖν κατ᾽ ἀξίαν εἶναι, εἰ δὲ τοῦτο μὴ συμβαίνοι, οὐ μόνον ἀναγκαῖον δόξειεν ἂν τὸν προέχοντα τάττειν, ἀλλὰ καὶ δίκαιον· ὅσον γὰρ οὗτος ὠφελήθη ἢ ἀνθ᾽ ὅσου τὴν ἡδονὴν εἵλετ᾽ ἄν, τοσοῦτον ἀντιλαβὼν ἕξει τὴν παρὰ τούτου ἀξίαν. καὶ γὰρ ἐν τοῖς ὠνίοις οὕτω φαίνεται γινόμενον, ἐνιαχοῦ τ᾽ εἰσὶ νόμοι τῶν ἑκουσίων συμβολαίων δίκας μὴ εἶναι, ὡς δέον, ᾧ ἐπίστευσε, διαλυθῆναι πρὸς τοῦτον καθάπερ ἐκοινώνησεν. ᾧ γὰρ ἐπετράφθη, τοῦτον οἴεται δικαιότερον εἶναι τάξαι τοῦ ἐπιτρέψαντος. τὰ πολλὰ γὰρ οὐ τοῦ ἴσου τιμῶσιν οἱ ἔχοντες καὶ οἱ βουλόμενοι λαβεῖν· τὰ γὰρ οἰκεῖα καὶ ἃ διδόασιν ἑκάστοις φαίνεται πολλοῦ ἄξια· ἀλλ᾽ ὅμως ἡ ἀμοιβὴ γίνεται πρὸς τοσοῦτον ὅσον ἂν τάττωσιν οἱ λαμβάνοντες. δεῖ δ᾽ ἴσως οὐ τοσούτου τιμᾶν ὅσου ἔχοντι φαίνεται ἄξιον, ἀλλ᾽ ὅσου πρὶν ἔχειν ἐτίμα.

***
[1163b] [1] Όπως το έχουμε ήδη πει, σε όλα τα είδη φιλίας ανάμεσα σε ανόμοιους ανθρώπους ισότητα δημιουργεί μεταξύ των δύο πλευρών και διασώζει τη φιλία η αναλογία στα ανταλλασσόμενα μεταξύ τους πράγματα. Στη φιλία π.χ. που γεννιέται μεταξύ των συμπολιτών: ο παπουτσής παίρνει για τα παπούτσια που έφτιαξε την αμοιβή που του αξίζει· το ίδιο και ο υφαντής και όλοι οι άλλοι.

[1164a] Εδώ όμως έχει προβλεφθεί σαν κοινό υποχρεωτικό μέτρο το νόμισμα: όλα γίνονται σε αναφορά προς αυτό και με αυτό μετριούνται· στην ερωτική όμως φιλία άλλοτε παραπονιέται ο εραστής ότι, ενώ προσφέρει υπερβολική αγάπη δεν εισπράττει ως αντάλλαγμα ανάλογη αγάπη (μολονότι δεν λείπουν και οι περιπτώσεις που δεν έχει τίποτε το αξιαγάπητο) και, από την άλλη μεριά, ο αγαπημένος παραπονιέται ότι, ενώ πρώτα ο εραστής του τού υποσχόταν τα πάντα, τώρα δεν εκτελεί τίποτε από όλα αυτά. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν ο εραστής αγαπάει τον αγαπημένο του για την ηδονή και εκείνος τον εραστή του για το όφελος και τα δύο αυτά στοιχεία δεν υπάρχουν στους δυο τους: αφού η φιλία τους βασιζόταν σ᾽ αυτά, η φιλία αυτή διαλύεται, όταν δεν εκπληρώνονται αυτά που ήταν ο σκοπός της φιλικής τους σχέσης· γιατί ο καθένας από τους δύο δεν αγαπούσε και δεν έκανε φίλο του τον άλλον γι᾽ αυτό που ήταν, αλλά για τις ιδιότητες που είχε, ιδιότητες όμως που δεν έχουν μονιμότητα και διάρκεια — αυτός είναι όμως ο λόγος που τέτοιες είναι και οι φιλίες. Η φιλία όμως που βασίζεται στον χαρακτήρα αυτόν καθεαυτόν των δύο φίλων, έχει διάρκεια, όπως το έχουμε ήδη πει.

Διενέξεις δημιουργούνται μεταξύ αυτών των φίλων όταν ο καθένας τους παίρνει από τη φιλία τους κάτι διαφορετικό και όχι αυτό που επιθυμεί· γιατί είναι σαν να μη παίρνει τίποτε, όταν δεν παίρνει αυτό που επιθυμεί, όπως συνέβη, επιπαραδείγματι, και στη γνωστή ιστορία με τον κιθαρωδό: κάποιος του έδωσε πολλές υποσχέσεις, και μάλιστα ότι όσο πιο ωραία θα τραγουδούσε, τόσο περισσότερα θα έπαιρνε, όταν όμως το άλλο πρωί ο κιθαρωδός τού ζητούσε αυτά που του υποσχέθηκε, εκείνος του απάντησε ότι για την ευχαρίστηση που του έδωσε του έδωσε και αυτός ευχαρίστηση. Αν λοιπόν αυτό ήταν που επιθυμούσε ο καθένας τους, όλα θα ήταν εντάξει· αν όμως ο ένας ζητούσε διασκέδαση και ο άλλος κέρδος, και ο πρώτος έχει αυτό που ήθελε, ο άλλος όμως όχι, τότε η κοινή τους συμφωνία δεν εκτελέστηκε, λέω, σωστά· γιατί ο καθένας δίνει όλη του την προσοχή σ᾽ αυτό που συμβαίνει να του χρειάζεται, και για να το εξασφαλίσει, θα δώσει αυτά και αυτά.

Τίνος όμως δουλειά είναι να καθορίσει την αξία; αυτού που δίνει ή αυτού που παίρνει; Γιατί αυτός που δίνει μοιάζει να αφήνει αυτό το πράγμα στον άλλον — κάτι που λένε ότι έκανε ο Πρωταγόρας· όταν, δηλαδή, δίδασκε σε κάποιον κάτι —ό,τι κι αν ήταν αυτό—, σύστηνε στον μαθητή του να εκτιμήσει αυτός την αξία αυτών που είχε μάθει, και έπαιρνε τόσα. Σ᾽ αυτού όμως του είδους τις περιπτώσεις κάποιοι προτιμούν να ακολουθούν το «στον καθένα η αμοιβή που συμφωνήθηκε». Αυτοί που παίρνουν από πριν τα χρήματα και ύστερα, λόγω των υπερβολικών τους υποσχέσεων, δεν κάνουν τίποτε από αυτά που επαγγέλθηκαν, είναι φυσικό να ξεσηκώνουν σε βάρος τους παράπονα, αφού δεν εκτελούν αυτά που συμφώνησαν. Αυτό οι σοφιστές είναι ίσως υποχρεωμένοι να το κάνουν, γιατί κανείς δεν θα τους έδινε χρήματα γι᾽ αυτά που ξέρουν! Αυτοί λοιπόν που δεν κάνουν αυτά για τα οποία πληρώθηκαν, είναι φυσικό να ξεσηκώνουν σε βάρος τους παράπονα. Όπου όμως δεν υπάρχει συμφωνία για την υπηρεσία που θα προσφερθεί, τότε αυτοί που δίνουν επειδή απλώς ο ένας θέλει το καλό του άλλου είναι, όπως το είπαμε ήδη, απαλλαγμένοι από παράπονα και κατηγόριες (αυτή είναι

[1164b] η φιλία που βασίζεται στην αρετή) και η ανταπόδοση πρέπει να γίνεται στη βάση των προθέσεων και των επιλογών τους (αυτές αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό του φίλου και της αρετής). Έτσι είναι αρμόζον να γίνονται τα πράγματα και μεταξύ αυτών που συνδέονται μεταξύ τους στον χώρο της φιλοσοφίας· γιατί εδώ η αξία της προσφοράς δεν μετριέται με το χρήμα, και ούτε θα μπορούσε να υπάρξει τιμή ακριβώς αντίστοιχη προς αυτήν· ίσως είναι αρκετό να κάνει κανείς αυτό που μπορεί — όπως στην περίπτωση της σχέσης με τους θεούς και με τους γονείς.

Όπου όμως κάνει κανείς προσφορές όχι με τέτοιους όρους, αλλά με τη συμφωνία για κάποια ανταπόδοση, είναι ασφαλώς προτιμότερο η ανταπόδοση να γίνεται με έναν τρόπο που να τον βρίσκουν σωστό και οι δύο πλευρές· αν αυτό δεν είναι δυνατό, τότε θα φαινόταν όχι μόνο αναγκαίο, αλλά και δίκαιο, να ορίσει την αξία της προσφοράς αυτός που τη δέχτηκε· γιατί αν αυτός που έκανε την προσφορά πάρει πίσω το ισόποσο της ωφέλειας που είχε αυτός που δέχτηκε την προσφορά του, ή αν πάρει το ποσό που ο άλλος θα πλήρωνε για να εξασφαλίσει την ευχαρίστηση που έλαβε, τότε θα έχει από τον λήπτη της προσφοράς του την ανταμοιβή που του αξίζει· το ίδιο, άλλωστε, φαίνεται να γίνεται και στις διαδικασίες της αγοράς· σε ορισμένα, επίσης, μέρη υπάρχουν νόμοι που δεν επιτρέπουν δικαστικές διαδικασίες όπου οι συμφωνίες των δύο μερών έγιναν με ελεύθερη κοινή τους θέληση, επειδή θεωρούν ότι, από τη στιγμή που κάποιος δημιούργησε μια συνεταιριστική σχέση με κάποιον άλλον βασισμένη στην εμπιστοσύνη, πρέπει να λύνει τη σχέση του με αυτόν τον άνθρωπο σύμφωνα με τους αρχικούς όρους της συμφωνίας τους. Θεωρεί δηλαδή ο νόμος ότι είναι πιο δίκαιο την ανταπόδοση να την ορίζει αυτός στον οποίο έδειξε κανείς εμπιστοσύνη παρά αυτός που του έδειξε εμπιστοσύνη. Γιατί αυτοί που έχουν ένα πράγμα και αυτοί που θέλουν να το αποκτήσουν δεν το αποτιμούν, συνήθως, με την ίδια αξία. Αυτό, πράγματι, που έχει ο καθένας μας στην κατοχή του και αυτό που δίνει στον άλλον το θεωρεί μεγάλης αξίας· εν πάση όμως περιπτώσει η ανταπόδοση γίνεται σύμφωνα με την αποτίμηση που κάνουν οι λήπτες. Ίσως όμως την αποτίμηση του πράγματος που έχει δεχτεί ο λήπτης πρέπει να την κάνει όχι με την αξία που αυτό του φαίνεται ότι έχει τώρα που βρίσκεται στην κατοχή του, αλλά με αυτήν με την οποία το αποτιμούσε προτού να γίνει κάτοχός του.