Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

ΟΛΥΝΘΟΣ - Η ΠΡΩΤΗ ΗΛΙΑΚΗ ΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Σωκράτη, τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο (469 – 399 π Χ), ως μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου πνεύματος και του πολιτισμού. Αλλά πόσοι γνωρίζουμε ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία της πρώτης ηλιακής πόλης στην Ελλάδα, που διέθετε βιοκλιματικά σπίτια με νότιο προσανατολισμό, αίθριο και μικρά ανοίγματα στο βοριά;

Ο Σωκράτης πρώτος συνειδητοποίησε, ότι αν τα σπίτια κατασκευαστούν έχοντας ως γνώμονα τη θέση του ήλιου, τότε θα ήταν πιο ζεστά το χειμώνα και πιο δροσερά το καλοκαίρι. Ο φιλόσοφος αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτή την ιδέα και οργάνωσε μάθημα για να διδάσκει τους μαθητές του πώς να δημιουργούν ηλιακά σπίτια.

Ο Σωκράτης άρχιζε το μάθημα κάνοντας όπως το συνήθιζε με μία απλή ερώτηση : «Όταν κάποιος θέλει να χτίσει ένα σπίτι, δεν πρέπει να το κάνει όσο γίνεται πιο ευχάριστο, αφού θα ζήσει μέσα σ’ αυτό και όσο πιο χρήσιμο γίνεται; Και δεν είναι ευχάριστο ένα σπίτι που το καλοκαίρι είναι δροσερό και το χειμώνα ζεστό;

Τώρα, από την εμπειρία μας βλέπουμε ότι στα σπίτια που έχουν νότιο προσανατολισμό, οι ακτίνες του ήλιου περνούν μέσα από τις σκεπασμένες βεράντες, αλλά το καλοκαίρι η διαδρομή του ήλιου είναι ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας και πάνω από την οροφή, έτσι έχουμε σκιά…»
Παρουσιάζοντας αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους είναι ωφέλιμη η ηλιακή αρχιτεκτονική, ο Σωκράτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σε ένα σπίτι σχεδιασμένο με αυτό τον τρόπο «ο ιδιοκτήτης θα βρει σε αυτό ένα καταφύγιο για όλες τις εποχές, γεγονός που καθιστά το σπίτι και χρήσιμο και ευχάριστο»....

Αναπαράσταση οικίας στην Όλυνθο

 Η νέα αρχιτεκτονική προσέγγιση εξαπλώθηκε σύντομα σε όλο τον ελλαδικό χώρο, καθώς οι κατασκευαστές κατοικιών άρχισαν να υιοθετούν την ηλιακή αρχιτεκτονική του Σωκράτη, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν και οι εργολάβοι.
Η αρχή έγινε με την ανακαίνιση δύο σπιτιών στην Αθήνα, όπου οι εργάτες άλλαξαν τη διάταξη των δωματίων, έτσι ώστε να έχουν νότιο προσανατολισμό. Δηλαδή, το αίθριο, οι πόρτες και τα παράθυρα να κοιτούν προς το νότο, ενώ τα βορινά ανοίγματα ήταν λίγα και μικρά.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν σε ελληνικές πόλεις και οικισμούς από το 500 π.Χ. ως το 200 π.Χ. έδειξαν ότι οι κατασκευαστές τόσο των αγροτικών όσο και των αστικών κατοικιών ακολουθούσαν τις υποδείξεις του Σωκράτη....

Η πρώτη ηλιακή πόλη της αρχαίας Ελλάδας ήταν η Όλυνθος
Η ακρίβεια του πολεοδομικού σχήματος της Ολύνθου μας βοηθάει να κατανοήσουμε πως εφαρμοζόταν το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο περιλάμβανε συνήθως δέκα κατοικίες, οι οποίες είχαν εσωτερική αυλή και εκτός από τα απαραίτητα δωμάτια, βοηθητικούς χώρους με τρεχούμενο νερό και σύστημα αποχέτευσης
Η αρχαία πόλη της Χαλκιδικής, χτισμένη σε μια εύφορη πεδιάδα απέχει περίπου 11,5 χλμ. από την Ποτίδαια και 4 χλμ. από τη θάλασσα. Τα οικοδομικά τετράγωνα της Ολύνθου, μήκους περίπου 100 και πλάτους 40, χωρίζονταν από δρόμους πλάτους σχεδόν 5 μέτρων.

Κάθε οικοδομικό τετράγωνο είχε μια σειρά από πέντε σπίτια στην κάθε πλευρά του δρόμου, ανάμεσα στα οποία υπήρχε ένας στενός διάδρομος. Τα σπίτια της Ολύνθου είναι τα αρχαιότερα που ξέρουμε και σχεδόν τα μόνα της κλασικής εποχής. Το παράδειγμα της Ολύνθου μιμήθηκαν και άλλες πόλεις, με αποτέλεσμα η ηλιακή αρχιτεκτονική να εξαπλωθεί μέχρι και τη σημερινή Βουλγαρία.
Ακόμη και αν η εδαφική έκταση παρουσίαζε δυσκολίες, οι πολεοδόμοι έβρισκαν τρόπους να τις ξεπεράσουν. Παραμένει αδιευκρίνιστο αν οι απόψεις του Σωκράτη στηρίζονταν στην πυθαγόρεια φιλοσοφία ή προέρχονταν μόνο από την εμπειρική παρατήρηση.

Είναι πάντως γνωστό ότι ο μεγάλος δραματουργός Αισχύλος έλεγε ότι «μόνο οι πρωτόγονοι δεν γνωρίζουν τον τρόπο να κάνουν τα σπίτια τους να αντικρίζουν τον ήλιο το χειμώνα».

Προσομοίωση για το πώς ήταν οι κατοικίες στην Αρχαία Όλυνθο:
 

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ των ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ σ'ενα ΕΞΥΠΝΟ video

Ινδουισμός, Βουδισμός, Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός και Ισλάμ. Πέντε από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου. Κατά τα τελευταία χιλιάδες χρόνια, αυτές οι θρησκευτικές ομάδες έχουν διαμορφώσει την πορεία της ιστορίας . Είχαν και εξακολουθούν να έχουν μια βαθιά επίδραση στην πορεία της ανθρώπινης φυλής.

Μέσα από αμέτρητες συγκρούσεις, κατακτήσεις, αποστολές στο εξωτερικό, ή απλά από στόμα σε στόμα, αυτές οι θρησκείες εξαπλώθηκαν σε όλο τον κόσμο και πάντα κατάφερναν και καταφέρνουν ακόμα να "εγκλωβίζουν" τεράστιες γεωγραφικές περιοχές, από ανθρώπινα μυαλά.

Το πρόβλημα με την ψυχανάλυση

ferdinandscmutzerΚατά τη γνώμη μου υπάρχει μόνο μία μέθοδος παραγωγής γνώσης που έχει αποδείξει – και καθημερινά αποδεικνύει – την αξία και την εγκυρότητά της: Η επιστημονική.
 
Βασίζεται στην σαφή και ακριβή διατύπωση θεωριών ή υποθέσεων, στον συνεχή πειραματικό τους έλεγχο, που οδηγεί στη επιβεβαίωση ή την διάψευσή τους.
 
Και βέβαια η εφαρμογή των επιστημονικών θεωριών στην τεχνολογία, είναι η τελική καταξίωσή τους.
 
Παράλληλα με την επιστημονική μέθοδο υπάρχουν και άλλοι τρόποι να προσεγγίζει κανείς τη ζωή και το σύμπαν: η τέχνη, η θρησκεία, το συναίσθμα, η διαίσθηση, η φαντασία. Όλες αυτές είναι σημαντικές και πλουτίζουν τη ζωή μας, αλλά μένουν μέσα στον χώρο της ατομικής «επαλήθευσης» και γνώση δεν παράγουν.
 
Αγαπώ πολύ την επιστήμη (και το παιδί της την τεχνολογία). Ακόμα περισσότερο αγαπώ την τέχνη – που έρχεται από τον άλλο, τον υποκειμενικό, τον αντίθετο χώρο. Κι επειδή ακριβώς τις αγαπώ, προσπαθώ να τις κρατήσω χώρια. Να μην μπλέκουμε την φαντασία με την γνώση.
 
Το πρόβλημα με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες είναι απλό: δεν έχουν ποτέ εκτεθεί με επιστημονικό τρόπο ούτε έχουν ελεγχθεί ανάλογα. Πρόκειται και μία σειρά από υποθέσεις που εκλαμβάνονται ως αληθείς, ενώ παραμένουν στον χώρο του έξω- (ή ψεύδο-) επιστημονικού.
 
Δεν υπάρχει καμία επιβεβαίωση για την ύπαρξη του ασυνείδητου (κι ακόμα περισσότερο του συλλογικού ασυνείδητου), ή για τον μηχανισμό της απώθησης, ή για την φροϋδική ερμηνεία των ονείρων. Το ότι η ζωή μας κυβερνάται από δύο αντίρροπες δυνάμεις την Libido και τον Thanatos (επιθυμία του θανάτου) μόνο σαν ποιητική παραβολή μπορεί να σταθεί. Το Οιδιπόδειο, ο φθόνος του πέους (για τις γυναίκες) η απόδοση της σχιζοφρένειας και της κατάθλιψης όχι σε διαταραχές του εγκεφάλου αλλά σε ναρκισσισμό… και άλλες πολλές θεωρίες, δεν έχουν ίχνος πειραματικής πιστοποίησης.
 
Αλλά το χειρότερο είναι πως δεν υπάρχει ούτε μέτρηση αποτελεσματικότητας της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας. Ο ίδιος ο Φρόυντ αναρωτιόταν αν είχε ποτέ θεραπεύσει κανένα. Κι ενώ έχουμε ακριβείς μετρήσεις για τα αποτελέσματα των ψυχοφαρμάκων – υπάρχουν μελέτες που υποστηρίζουν ότι όχι μόνο η ψυχανάλυση δεν θεράπευσε κανένα, αλλά δημιουργεί πολύχρονες εξαρτήσεις ή και ψυχικά τραύματα (π. χ. από την εφεύρεση δήθεν απωθημένων παιδικών εμπειριών).
Άλλη μία δυσκολία όταν μελετάς την ψυχανάλυση είναι οι αντικρουόμενες και συχνά αντιφατικές και αυτοαναιρούμενες απόψεις των ιδρυτών και των συνεχιστών τους. Δεν υπάρχει βασικό αξίωμα της που να μην έχει απορριφθεί από κάποιον κορυφαίο ψυχαναλυτή. Έτσι που σήμερα ο όρος «ψυχανάλυση» να μην σημαίνει σχεδόν τίποτα.
 
Όμως η ψυχανάλυση είχε μία μεγάλη επιτυχία: κατάφερε να εισχωρήσει στην λαϊκή σκέψη και να γίνει ένας σύγχρονος μύθος. Ο τύπος που σου λέει: «κομπλεξικός είσαι, ρε;» δεν έχει ακούσει ποτέ για τον Άντλερ. Όλοι παίζουν με τις έννοιες που εισήγαγε ο Φρόυντ – και πόσες φορές δεν έχουμε συζητήσει για το Οιδιπόδειο της γειτόνισσας.
 
Ένα καλό που της χρωστάμε – έμμεσα- είναι η αποενοχοποίηση του σεξ και η απελευθέρωση των ηθών. Αν το σκεφθεί κανείς, η ψυχανάλυση είναι μία σαφέστατη αντίδραση στον Βικτοριανό πουριτανισμό του 19ου αιώνα. Δεν θα είχε προκύψει στον 18ο των λιμπερτίνων. Διαδίδοντας την ιδέα πως η καταπίεση του σεξ βλάπτει την υγεία, άνοιξε την πόρτα στην ελευθερία.
 
Με όλα αυτά δεν θέλω να πω ότι οι θεωρίες του Φρόυντ και των μαθητών του είναι εντελώς άχρηστες. Θα ήταν εξίσου αντιεπιστημονικό με το να ισχυριστώ πως είναι σωστές. Αλλά αν δεν υπάρξει έλεγχος και επιβεβαίωση, η ψυχανάλυση θα παραμένει για μένα μία, αν όχι ψευδο-επιστημονική, τουλάχιστον έξω-επιστημονική θεωρία.
 
Υπάρχει και το άλλο ύποπτο στην ψυχανάλυση: είναι μία κλειστή σέχτα. Για να γίνεις π. χ. ψυχαναλυτής πρέπει (εκτός από τις όποιες σπουδές σου, έστω κι αν έχεις διδακτορικά στην Ψυχιατρική και την Ψυχολογία) να ψυχαναλυθείς ο ίδιος για πολλά χρόνια. Δηλαδή να αποδεχθείς έμπρακτα την αλήθεια για να μπορέσεις να την εφαρμόσεις. Αυτό δείχνει πως, πέρα από την γνώση, χρειάζεται και μύηση. Καμία επιστήμη δεν έχει ανάγκη από μία τέτοια πλύση εγκεφάλου. Και πώς να υπάρξει τότε ελεύθερη έρευνα, πιστοποίηση και έλεγχος από ανθρώπους που πρέπει να είναι ή να γίνουν «πιστοί»; Μιλώντας με ψυχαναλυτές άκουσα συχνά το επιχείρημα: «Μόνον όποιος έχει κάνει ψυχανάλυση έχει το δικαίωμα την να κρίνει». Αυτή και μόνο η θέση αρκεί για να της αμφισβητηθεί η επιστημοσύνη.

Συνήθως ομαδοποιούν τον Φρόυντ μαζί με τον Μαρξ, τον Δαρβίνο και τον Αϊνστάιν ως ένα από τους μεγάλους επιστήμονες που άλλαξαν την αντίληψή μας για τον κόσμο και κατά συνέπεια την ζωή μας. Ότι την άλλαξαν είναι αναμφισβήτητο – αλλά με τελείως διαφορετικούς τρόπους. Ο Αϊνστάιν και ο Δαρβίνος ήταν καθαρόαιμοι επιστήμονες και οι θεωρίες τους επιβεβαιώνονται όλο και περισσότερο. Ο Μαρξ ήταν και επιστήμονας και φιλόσοφος και επαναστάτης-οραματιστής. Ως επιστήμονας-οικονομολόγος επιβεβαιώθηκε σε αρκετά πράγματα – όχι σε όλα. (Αλλά σε αυτόν αξίζει να αφιερώσουμε ειδικό post). Ο Φρόυντ ήταν ο μεγάλος μυθολόγος αλλά και απελευθερωτής. Τα ψυχοφάρμακα απέδειξαν ότι μεγάλο μέρος από τα προβλήματα που ήθελε να λύσει, ήταν θέματα χημείας. Η πρακτική αξία της θεραπευτικής ψυχανάλυσης δεν επιβεβαιώθηκε. Οι θεωρίες του παραμένουν αιωρούμενες μεταξύ ποίησης και επιστήμης. Το μέλλον τους είναι αβέβαιο.

Πώς Δυσκολεύουμε τη ζωή μας Χωρίς Λόγο

freedΠροσπαθώντας να απαντήσουμε στο καίριο ερώτημα του «Ποιοί Είμαστε», συνειδητοποιώ πως χαθήκαμε στο δρόμο της επίλυσης αυτού του μπλεγμένου κουβαριού και κάναμε τη ζωή μας πιο δύσκολη απ’ όσο είναι.
Οι νεότεροι –κυριολεκτικά- εαυτοί μας θα γελούσαν αν τους δείχναμε τη τωρινή ψυχοσωματική κατάστασή μας.
Αλήθεια, έχετε βάλει ποτέ το νεότερο εαυτό σας, ως κριτή αυτού που είστε τώρα;
Σίγουρα, η εμπειρία, η πνευματική εξέλιξη και τα καθημερινά βιώματα έχουν διαμορφώσει μια πιο στέρεα και δυνατή ύλη για να αντιμετωπίσουμε τη καθημερινότητά μας.
Όμως, μήπως, ο τρόπος που χρησιμοποιούμε αυτά τα αποκτήματα είναι κατά ένα μέρος «ανώριμος», με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε διαρκώς σε ένα δρόμο με αρκετές αδιέξοδες διεξόδους; Ακούγεται οξύμωρο, αλλά τις περισσότερες φορές βρίσκουμε προβλήματα στις λύσεις και όχι λύσεις σε –πιθανά- προβλήματα.
Ως μικρά παιδιά αποφεύγαμε όσους ήταν μουτρωμένοι, ενώ πλησιάζαμε όσους χαμογελούσαν. Αντίθετα, ως «ενήλικες» θεωρούμε παράλογο και ύποπτο το χαμόγελο κάποιου, κάνοντας τα πάντα για να φιλτράρουμε, να διυλίσουμε, να απομυζήσουμε και τελικά να σπαταλήσουμε άσκοπα όση θετική ενέργεια θα μπορούσαμε, διαδραστικά, να εκμεταλλευτούμε αμφότεροι, ενώ θεωρούμε ενδιαφέρον και ευπρεπές ένα πρόσωπο αγέλαστο και ανέκφραστο, ευελπιστώντας να κερδίσουμε κάτι από τη σοβαροφάνειά του.
Κατά κάποιο τρόπο, αρχίσαμε να διστάζουμε και να αμφισβητούμε το ένστικτό μας. Το μυαλό μας βαθμιαία ποτίστηκε από αλλεπάλληλες απογοητεύσεις και θέσαμε τον εγκέφαλό μας σε αυτόματη λειτουργία, με στόχο την αποφυγή και όχι την επίλυση.
Επιλέγουμε να καταφύγουμε σε ανθυγιεινές συνήθειες για το σώμα και το μυαλό μας, μουδιάζοντας βραχυπρόθεσμα και προσωρινά τις αισθήσεις μας.
Δουλεύουμε κάπου, για κάποιον και σε κάτι που δε μας καλύπτει, καταναλώνουμε υπέρμετρα ψυχολογικό φαγητό, δεν εξελισσόμαστε πνευματικά, δε φροντίζουμε το σώμα μας, δεν ασκούμαστε, δε θέτουμε τα όριά μας και όπως είναι επόμενο, δε καταλήγουμε ποτέ στην απάντηση της ερώτησης που προαναφέρθηκε σχετικά με την υπαρξιακή μας υπόσταση, αλλά αντιθέτως απομακρυνόμαστε με γεωμετρική πρόοδο από αυτή, (αυτό)υπονομεύοντάς τη.
Έτσι, καλύπτουμε αυτό το κενό γκρινιάζοντας, κρατώντας κακίες, παίζοντας παιχνίδια μυαλού, εξαπατώντας τους άλλους και πρωτίστως τον εαυτό μας.
 
Αυτό συμβαίνει γιατί…
 
Ψάχνουμε να βρούμε από άλλους τις απαντήσεις που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας
Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι μεγαλώσαμε, εξαρτώμενοι από τους καθωσπρεπισμούς και τους κανόνες μιας κοινωνίας που κατά βάθος δεν αποδεχόμαστε. Ενδόμυχα και υποσυνείδητα κινούμαστε στη τροχιά μιας ιεροτελεστίας γύρω από το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε, πώς να συμπεριφερόμαστε, τι είναι όμορφο, τι είναι επιτυχία και πάει λέγοντας. Το κακό είναι, ότι ενώ το αντιλαμβανόμαστε, δε το αλλάζουμε. Όταν σταματήσουμε να κάνουμε ό,τι κάνουν –ή ό,τι θέλουν- οι άλλοι και αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και να ακούμε σύμφωνα με τα θέλω και τα πιστεύω μας, θα βρούμε ακριβώς αυτό που ψάχνουμε νοερά και πραγματικά.
 
Αισθανόμαστε ένοχοι που ζούμε για εμάς
Ελευθερία για μένα είναι να ζεις τη ζωή που επιλέγεις, αρκεί να μη παρεμβαίνεις και να μη ξεπερνάς τα όρια της ζωής του άλλου. Πολλές φορές, χανόμαστε σε ταυτότητες τρίτων, προσπαθώντας να καλύψουμε τις προσδοκίες τους, κάνοντας διάφορα για να τους εντυπωσιάσουμε. Παίρνω την ευθύνη, λοιπόν, να δηλώσω κατηγορηματικά το πόσο λάθος είναι η στάση αυτή. Επομένως, αναθεωρούμε, καταγράφουμε τους στόχους, τα όνειρα και τις επιθυμίες μας και παραμένουμε ακλόνητοι και ανεπηρέαστοι από κάθε τυχόν τοξικό εξωτερικό παράγοντα.
 
Περιβαλλόμαστε από στάσιμους ανθρώπους
Δεν έχει σημασία αν κάποιος είναι παλιός μας φίλος, σύντροφος, συγγενής ή απλά ένας γνωστός. Ακούγεται σκληρό, αλλά αν κάποιος από τους προαναφερθέντες μας προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα και έχουν αφήσει πάνω μας φορτίο που αρνούνται να διαχειριστούν μόνοι τους, καλύτερα να κρατηθούν σε μια απόσταση. Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να μένει πίσω για να κουβαλήσει «ξένα» βάρη.
 
Ανταγωνιζόμαστε χωρίς λόγο
Προσωπικά, βρίσκω αρκετό ενδιαφέρον στην έννοια του ανταγωνισμού, αλλά αν ανταγωνιζόμαστε τους πάντες, χρησιμοποιώντας τον ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσο, θα ξεχάσουμε ποιον θέλουμε να ξεπεράσουμε και το που θέλουμε να φτάσουμε. Από την άλλη, αν ανταγωνιζόμαστε καθημερινά τη προηγούμενη έκδοση του εαυτού μας, θα γίνουμε αναπόφευκτα καλύτεροι.
 
Παίρνουμε χωρίς να δίνουμε
Είναι λυπηρό να είμαστε παρατηρητές της ζωής μας και να μην εμπλακούμε σε αυτή στο μέγιστο. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, είναι να σταματήσουμε να «λαμβάνουμε», χωρίς να «επιστρέφουμε». Η ζωή βασίζεται στο σύστημα «δούναι και λαβείν» και λειτουργεί εύρυθμα μόνο αν γίνεται ανιδιοτελώς. Ένα ειλικρινές και καλοπροαίρετο σχόλιο είναι ένα πρώτο και «ανέξοδο» βήμα.
 
Επικεντρωνόμαστε στην εικόνα και όχι στην ουσία
Λανθασμένα επιζητούμε προσοχή και όχι σεβασμό. Θέλουμε να είμαστε αρεστοί από τους πολλούς, αντί να ψάχνουμε τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητα. Φοράμε μάσκες για να συμβιβαστούμε στην εικόνα που θεωρούμε ότι προσδοκούν οι άλλοι και κυνηγάμε μπουσουλώντας τη ματαιοδοξία μας, καταλήγοντας δουλοπάροικοί της.
 
Αποφεύγουμε την αλήθεια
Ποτέ κανείς δε βγήκε κερδισμένος από ψέματα και ημιαλήθειες. Η απόκρυψη και η αποφυγή της αλήθειας από τους άλλους και κυρίως από τον εαυτό μας, είναι το χειρότερο και μακροβιότερο βασανιστήριο. Η αντιμετώπιση της αλήθειας πονάει, αλλά αξίζει στο έπακρο, διότι τα μακροπρόθεσμα οφέλη της μας αποζημιώνουν πάντα.
 
Αναβάλλουμε τη λήψη αποφάσεων
Είναι προτιμότερο να πάρεις μια απόφαση, η οποία θα αποδειχθεί «κακή επιλογή», παρά να μη πάρεις καμία. Η αναποφασιστικότητα απλώς καθυστερεί καταστάσεις, ενώ μια κακή απόφαση θα μας διδάξει να κάνουμε καλύτερες μελλοντικές επιλογές. Είναι γνωστό ότι, στο τέλος, μετανιώνουμε για κάτι που δεν κάναμε, για σχέσεις που φοβηθήκαμε να τολμήσουμε γιατί ξεπερνούσαν τα συναισθήματα που ξέραμε πως είχαμε ως τότε, για αποφάσεις που περιμέναμε πολύ και αργήσαμε να πάρουμε…
 
«Η ζωή δεν είναι πολύπλοκη. Εμείς είμαστε. Η ζωή είναι απλή και το απλό είναι το σωστό»
Oscar Wilde

Η επιθυμία δεν εξασφαλίζει την ευτυχία

Σ' έναν διάλογο, μεταξύ του Καλλικλή και του Σωκράτη, ο Καλλικλής υποστηρίζει ότι ευτυχία είναι η ικανότητα να είσαι ευτυχισμένος, δηλαδή να χρησιμοποιείς όλα τα διαθέσιμα μέσα για να ζωντανέψεις και να τροφοδοτήσεις τα πιο ισχυρά πάθη.

Μόνον οι ισχυρότεροι, εκείνοι που διαθέτουν όλες τις ικανότητες, τα μέσα, τα χαρίσματα, κ.λπ. μπορούν να αποκτήσουν την ευτυχία αυτή. Ο Σωκράτης, απ’ τη μεριά τον, ανταπαντάει λέγοντας ότι ζώντας μ ’ αυτόν τον τρόπο συμβαίνει ασταμάτητα με το αίσθημα τον ανεκπλήρωτου, διότι η επιθυμία είναι εκ φύσεως άπληστη. Είναι όντως πειστική η απάντηση του Σωκράτη;

—Θα συμφωνούσα ευχαρίστως με τον Σωκράτη όσον αφορά την ηθική: το εγκώμιο του Καλλικλή για το νόμο του ισχυρότερου είναι ανήθικο. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Σωκράτη, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η ευτυχία και το αγαθό είναι δυο ξεχωριστά πράγματα, και τις περισσότερες φορές ο τίμιος άνθρωπος που αποτυγχάνει είναι πιο δυστυχισμένος από τον κακό άνθρωπο που πετυχαίνει. Κατά συνέπεια, στο διάλογο ανάμεσα στον Καλλικλή και τον Σωκράτη, δεν παίρνω το μέρος κανενός. Ο Σωκράτης έχει άδικο: το αγαθό (με την ηθική έννοια του όρου) και η ευτυχία είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Και γι’ αυτόν το λόγο ακριβώς ο Καλλικλής έχει άδικο: ακόμα στην περίπτωση που ένας πετυχημένος απατεώνας ευτυχεί, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ηθικά κατακριτέος. Τέλος, ο Σωκράτης έχει δίκιο στο συγκεκριμένο σημείο: είναι σχεδόν απίθανο να είναι πραγματικά ευτυχισμένος ο κακός άνθρωπος, διότι όποιος επιθυμεί εξουσία, πλούτη ή δόξα δεν τα θεωρεί ποτέ αρκετά και θέλει όλο και περισσότερα: σαν το πιθάρι των Δαναΐδων. Αν ευτυχία είναι να έχουμε όσα επιθυμούμε, τότε ο παθιασμένος άνθρωπος του Καλλικλή δεν πρόκειται ποτέ να είναι ευτυχισμένος: μόλις θα αποκτά κάτι, θα θέλει και κάτι άλλο· είναι καταδικασμένος να μείνει ανικανοποίητος.

—Άρα, το να επιθυμείς δεν σημαίνει ότι θες να ικανοποιηθεί η επιθυμία σου αλλά ότι επιζητάς όλο και περισσότερες επιθυμίες...

—Η επιθυμία υπάρχει όσο δεν ικανοποιείται. Όταν όμως ικανοποιηθεί τι γίνεται; Αν η επιθυμία είναι στέρηση, όπως ισχυρίζεται ο Σωκράτης στο Συμπόσιο, δεν μπορείτε παρά να επιθυμείτε ότι δεν έχετε... Πώς να είστε ευτυχισμένοι; Θέλετε να γίνετε εκατομμυριούχοι; Δεν είστε ευτυχισμένοι διότι δεν έχετε αυτό που επιθυμείτε. Κερδίζετε ένα εκατομμύριο στο λαχείο; Η ευτυχία σας είναι πρόσκαιρη: πολύ σύντομα επιθυμείτε κάτι άλλο, όπως για παράδειγμα να αγαπηθείτε ή να γίνεται δισεκατομμυριούχος. Επομένως, ο Σωκράτης και ο Καλλικλής έχουν άδικο για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Η αρετή δεν αρκεί για να είσαι ευτυχισμένος, ούτε η ευτυχία για να είσαι ενάρετος. Δεν είναι αυτός λόγος για να παραιτηθούμε απ’ τη μια ή την άλλη.

— Άρα η ευτυχία δεν έγκειται στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας...

— Όχι όσο η επιθυμία είναι στέρηση! Ευτυχία είναι να αποκτάς ότι επιθυμείς. Αν όμως η επιθυμία είναι στέρηση, επιθυμούμε εξ ορισμού μόνον ότι δεν έχουμε: οπότε δεν έχουμε ποτέ αυτό που επιθυμούμε (μόλις το αποκτούμε παύουμε πλέον να το επιθυμούμε) κι έτσι δεν είμαστε ποτέ ευτυχισμένοι... Απ’ την άλλη, η ευτυχία μπορεί να έγκειται στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας αν επιθυμούμε αυτό που πράττουμε ή αυτό που υπάρχει (αυτό που δεν λείπει). Αν επιθυμείτε να περπατήσετε όταν περπατάτε, να φάτε όταν τρώτε, η επιθυμία σας ικανοποιείται απολύτως και τίποτα δεν σας εμποδίζει να είστε ευτυχισμένοι. Από σας εξαρτάται αν θα παραμείνετε δέσμιοι της στέρησης, της επιθυμίας φέρ’ ειπείν που στρέφεται προς στο μέλλον (η ελπίδα), ή αν θα ξέρετε πώς να ζείτε το παρόν, δηλαδή να επιθυμείτε ότι κάνετε ή ότι απολαμβάνετε τώρα. Όλη η δυσκολία βρίσκεται στο ότι αυθόρμητα επιθυμούμε αυτό που μας λείπει: επιθυμούμε σχεδόν μόνον αυτό που δεν έχουμε, αυτό που ελπίζουμε, ενώ αυτό που μας κάνει ευτυχισμένους δεν είναι η στέρηση αλλά η απόλαυση, δεν είναι η ελπίδα αλλά η αγάπη και η δράση.

Το φύκι που έχει γεύση… μπέικον

treΕρευνητές από το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον δημιούργησαν τα dulse, ένα είδος κόκκινου φυκιού το οποίο αποτελεί πηγή βιταμινών, ιχνοστοιχείων, πρωτεϊνών και αντιοξειδωτικών. Με μια όμως ιδιαιτερότητα: έχει γεύση… μπέικον.

«Όταν τα τηγανίσει κανείς, κάτι που εγώ έκανα, η γεύση τους δεν θυμίζει φύκια, αλλά μπέικον», αναφέρει ο επικεφαλής ερευνητής Δρ. Chris Langdon, καθηγητής Αλιείας στο πανεπιστήμιο. «Είναι ίδια με αυτή του μπέικον - και μάλιστα αποκτούν πολύ δυνατή γεύση μπέικον», συμπληρώνει. Η ερευνητική ομάδα, συνεργάζεται με ειδικούς προκειμένου να επεξεργαστούν τρόπους καλλιέργειας του φυκιού.

Το... μπέικον της θάλασσας, μοιάζει με ημιδιάφανο κόκκινο λάχανο, με τη διαφορά ότι έχει διπλάσια θρεπτική αξία.
 

Τι σημαίνει να αγαπάς ή να μην αγαπάς κάποιον

Όταν θέλω κάποιον, αντιλαμβάνομαι τη σημασία που έχει για μένα αυτό που κάνει, αυτό που του αρέσει ή αυτό που τον πονάει.
 
Το σε θέλω σημαίνει, επομένως, νοιάζομαι ΓΙΑ σένα, και το σ΄αγαπώ σημαίνει: νοιάζομαι πάρα πολύ. Τόσο πολύ που καμιά φορά, όταν σ΄αγαπάω, βάζω το να είσαι εσύ καλά πάνω από άλλα πράγματα, τα οποία είναι επίσης σημαντικά για μένα.
 
Αυτός ο ορισμός (ότι νοιάζομαι ΓΙΑ σένα) δεν μετατρέπει την αγάπη σε κάτι πολύ μεγάλο, ούτε όμως μειώνει την αξία της κάνοντάς την να φαίνεται μια ανοησία.
 
Θα οδηγήσει, για παράδειγμα, στην πλήρη συνειδητοποίηση δύο γεγονότων: δεν είναι αλήθεια ότι σ΄αγαπάνε εκείνοι που δεν νοιάζονται πολύ για τη ζωή σου, και δεν είναι αλήθεια ότι δεν σ΄αγαπάνε εκείνοι που ζουν εξαρτημένοι απ΄ότι σου συμβαίνει.
Επαναλαμβάνω: αν μ΄αγαπάς πραγματικά, νοιάζεσαι για μένα…!
 
Αυτό σημαίνει, επομένως, – όσο κι αν με πονάει να το παραδεχτώ – ότι αν δεν νοιάζεσαι ΓΙΑ μένα, είναι γιατί δεν μ΄αγαπάς. Αυτό δεν είναι κακό, δεν λέει κάτι άσχημο για σένα που δεν μ΄αγαπάς, είναι απλώς η πραγματικότητα, έστω κι αν είναι μια θλιβερή πραγματικότητα (όπως λέει και το τραγούδι του Σερράτ: Ποτέ δεν είναι η αλήθεια θλιβερή, απλώς δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει μάλλον να καταλάβουμε ότι το θλιβερό είναι αυτό ακριβώς: ότι δεν γίνεται αλλιώς).
 
Η διαφοροποίηση που κάνω – και που είναι μόνο ποσοτική – ανάμεσα στο θέλω και στο αγαπώ είναι η ίδια που γίνεται με τις περισσότερες τρυφερές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για να ΜΗΝ πούμε Σ΄αγαπώ. Λέμε : μ΄αρέσεις, σε βρίσκω συμπαθητικό, νιώθω για σένα τρυφερότητα, είσαι η έμπνευσή μου, έχω αισθήματα αγάπης για σένα κ.λ.π.
 
Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ΄αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ΄ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πως τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ΄αγαπώ.
 
Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ, δεν έχω άλλον.

Σημάδια ότι μια γυναίκα είναι νυμφομανής

Την ώρα που η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων βρίσκει το σεξ ακαταμάχητο, είναι κάποιοι που το παρακάνουν, αλλάζοντάς του τα φώτα! Όπως το έλεγε εξάλλου και ο W.C. Fields, «κάποια πράγματα είναι καλύτερα από το σεξ και άλλα είναι χειρότερα, τίποτα όμως δεν είναι ακριβώς σαν αυτό». Το να λαχταράς όμως την πατροπαράδοτη πράξη δεν σε κάνει εθισμένο, καθώς με τον όρο μητρομανία εννοούμε τα παθολογικά όρια της κατάστασης, εκεί δηλαδή που μια γυναίκα έχει υπερβολικά έντονες σεξουαλικές επιθυμίες.
Και λέμε γυναίκα, καθώς η νυμφομανία αφορά αποκλειστικά στη γυναικεία επικράτεια!
Ο εθισμός στο σεξ δεν είναι ωστόσο παίξε-γέλασε και σίγουρα όχι τόσο «πικάντικος» όσο νομίζουμε. Μπορεί ο περίφημος σεξολόγος Alfred Kinsey να περιέγραψε τη νυμφομανή ως «κάποια που κάνει σεξ περισσότερο από σένα», η πραγματικότητα ωστόσο είναι ότι το άτομο που πάσχει από αυτό χρειάζεται βοήθεια.
Προς γνώση και συμμόρφωση λοιπόν, να τι δεν ξέρουμε (και θέλουμε να μάθουμε) για τη μητρομανία…
 
Νυμφομανία εναντίον σατυρίασης
Είπαμε, ο όρος «νυμφομανία» αφορά αποκλειστικά στη γυναίκα. Οι άντρες συνάδελφοί της πάσχουν από σατυρίαση (συχνά αποκαλείται και δονζουανισμός), με αμφότερους τους όρους να έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία ελληνική μυθολογία (νύμφες και σάτυροι). Η πλάκα είναι φυσικά ότι ιστορικά ο όρος που μελετήθηκε περισσότερο ήταν η νυμφομανία, καθώς η αχαλίνωτη ερωτική συμπεριφορά ήταν πάντα φυσιολογική για τον άντρα! Ενώ η γυναίκα που δεν χόρταινε τον έρωτα πρέπει να είχε πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό. Με αυτό το σλόγκαν πορεύτηκε η πρώιμη ψυχιατρική, η οποία πρότεινε ως θεραπείες από απλά πράγματα, όπως κρύα μπάνια και ηρεμιστικά, μέχρι και αποτρόπαια δραστικές λύσεις όπως ο καυτηριασμός και η κλειτοριδεκτομή
 
Πόσο πολύ είναι πολύ;
Οι βικτοριανοί γιατροί αγκάλιασαν ερευνητικά τη νυμφομανία, αν και παρέμεναν ιδιαίτερα ανήσυχοι για τις αχαλίνωτες ορέξεις της γυναίκας. Σε βιβλίο της εποχής, ο γιατρός φοβόταν ότι «η κατανάλωση παχυντικών τροφών, η βρώση μεγάλων ποσοτήτων σοκολάτας, η καταφυγή σε βρόμικες σκέψεις, η ανάγνωση ερωτικών μυθιστορημάτων και η εκτέλεση ‘‘μιαρών πράξεων’’ (αυνανισμός) … υπερδιεγείρουν τις ντελικάτες νευρικές ίνες της γυναίκας και οδηγούν σε νυμφομανία». Τόσο ανήσυχοι ήταν οι γιατροί της εποχής για τις ευαίσθητες νευρικές απολήξεις της γυναίκας που ένας από δαύτους φοβόταν ότι «ακόμα και η χρήση του μητροσκοπίου μπορεί να διεγείρει τα πάθη της γυναίκας σε τέτοιον βαθμό που να οδηγήσει σε νυμφομανία»! Προφανώς και οι γιατροί ήταν άντρες…

Είναι όλα στο κεφάλι της;
Αλλά και οι φρενολόγοι της εποχής δεν τα πήγαιναν καλύτερα, καθώς η παραδεδομένη άποψη ήταν ότι «μια μεγεθυμένη παρεγκεφαλίδα … υποδηλώνει υπέρμετρη σεξουαλική όρεξη». Οι φρενολόγοι τοποθετούσαν το κέντρο της αναπαραγωγής, του έρωτα και των σεξουαλικών τάσεων στον ινιακό λοβό (στο πίσω μέρος του εγκεφάλου), εκεί που εδράζεται δηλαδή και η παρεγκεφαλίδα, οπότε όσο μεγαλύτερο το κρανίο σε εκείνη την περιοχή τόσο πιο ακόρεστη η σεξουαλική δίψα της γυναίκας! Η «Εγκυκλοπαίδεια της Ψυχολογίας» αναγνωρίζει βέβαια ότι πλέον η άποψη είναι παρωχημένη, αν και παραμένει δημοφιλής, καθώς το μέγεθος και το σχήμα του κρανίου δεν έχει σχέση με το σχήμα του εγκεφάλου ούτε τις λειτουργίες του.
 
Οι νυμφομανείς του χθες είναι οι σεξουαλικά εθισμένες του σήμερα
Ο όρος «νυμφομανία» δεν αναγνωρίζεται πια στον κόσμο της επιστήμης, κι αυτό γιατί δεν υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια που να κατατάσσουν κάποια στην εν λόγω κατηγορία. Επιστημονικώς μιλώντας, ο όρος είναι ανόητος ή κενός περιεχομένου, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να εκτιμήσεις πόση σεξουαλική όρεξη ή δραστηριότητα είναι παθολογικά πολύ. Αντιθέτως, ένας άνθρωπος με μανιωδώς υψηλή σεξουαλική ορμή αποκαλείται πλέον «υπερσεξουαλικός». Υπερσεξουαλικότητα ή σεξουαλικό εθισμό λοιπόν ονομάζει πια η ψυχολογία τη συνθήκη εκείνη που ένας ενήλικας δαπανά συστηματικά και επαναλαμβανόμενα υπερβολικό χρόνο σε σεξουαλικές φαντασιώσεις, ορμές ή στον προγραμματισμό και την τέλεση σεξουαλικών συμπεριφορών, με αποτέλεσμα να υπολειτουργούν ή να εμποδίζονται σημαντικά βασικοί τομείς της ζωής του (επαγγελματικές υποχρεώσεις, διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική ζωή κ.λπ.). Μπορεί βέβαια για την επιστήμη να αποτελεί παρελθόν, η νυμφομανία έχει επιβιώσει ωστόσο στον καθημερινό λόγο, αν και τείνουμε να την αποδίδουμε αψήφιστα δεξιά και αριστερά, καθώς σύμφωνα με τις έρευνες, μόνο το 8% του συνολικού ανδρικού πληθυσμού και μόλις το 3% των γυναικών διακρίνονται από κάποιας μορφής και έντασης σεξουαλικό εθισμό…

Είναι οι νυμφομανείς (ψυχολογικά) άρρωστες;
Επιστροφή στην ιδιαίτερη για την επιστήμη βικτοριανή εποχή, εκεί που τόσο οι θεραπευτές όσο και οι ασθενείς που έψαχναν ιατρικές συμβουλές πίστευαν ότι οι σφοδρές σεξουαλικές ορμές ήταν συμπτώματα ψυχικής ασθένειας. Ο αυτοέλεγχος και η μετριοπάθεια ήταν κεντρικά μοτίβα στη ζωή τόσο αντρών όσο και γυναικών, αν και οι συνήθως ηπιότερες ερωτικές ορμές της γυναίκας σήμαιναν ότι οποιοδήποτε σημάδι αύξησής τους έπρεπε να κινητοποιήσει τον γιατρό άμεσα, καθώς η τύπισσα όδευε με μαθηματική ακρίβεια στα όρια της σεξουαλικής τρέλας! Οι πηχυαίοι τίτλοι σκανδαλοθηρικών εφημερίδων τείνουν να υποστηρίζουν την παρωχημένη αυτή πεποίθηση ότι ένα λάθος βηματάκι μπορεί να οδηγήσει τη γυναίκα στην επικράτεια της ερωτικής παραφοράς, όπως στην περίπτωση, ας πούμε, γυναίκας που ισχυρίστηκε ότι έπεσε μέσα στο σπίτι της και το χτύπημα τη μετέτρεψε σε νυμφομανή (πραγματική ιστορία)!
 
Οι νυμφομανείς δεν είναι και οι καλύτερες σύντροφοι
Η νυμφομανής σύντροφος μπορεί να είναι ιδανικό υλικό για το σινεμά, για το Playboy ή για τις μύχιες φαντασιώσεις των αντρών, στην πραγματική ζωή δεν είναι ωστόσο εξίσου φανταστική. Αν χρειάζεται ανάλυση αυτό, στην καλύτερη θα είναι ιδιαιτέρως κουραστική και στη χειρότερη θα πάσχει από σωρεία ψυχολογικών διαταραχών. Το σεξ είναι μόνο το τυράκι…
 
Δεν είναι μόνο παιχνίδι και ευχαρίστηση
Μπορεί η ιδέα της νυμφομανούς συντρόφου να ακούγεται δελεαστική σε κάποιους, καθώς εδώ τα πρωτοσέλιδα με τους σεξουαλικά εθισμένους αστέρες δίνουν το κάτι παραπάνω σε όρους αίγλης, η πραγματικότητα είναι ωστόσο σαφώς διαφορετική. Φτάνει να μάθει κανείς ότι ένα 60% των εθισμένων στο σεξ έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά στην παιδική τους ηλικία, όπως συνάγουν εξάλλου τόσες και τόσες ψυχολογικές μελέτες. Η σεξουαλική καταναγκαστική συμπεριφορά (σεξουαλικός εθισμός) έχει πολλές αρνητικές συνέπειες για τη ζωή του ατόμου, όπως υπερέκθεση σε σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, διαλυμένες προσωπικές σχέσεις (γάμος, ειδύλλια, φίλοι, οικογένεια), παρέμβαση στο εργασιακό περιβάλλον και τις κοινωνικές συναναστροφές, ροπή προς την κατάθλιψη και το στρες και πολλά-πολλά ακόμα. Ο σεξουαλικός εθισμός παραγνωρίζεται συνήθως κοινωνικά, ενώ μπορεί ακόμα και να παρουσιαστεί ως απελευθερωμένη σεξουαλικότητα ή να κατακριθεί ως διαστροφή, ενώ στην πράξη είναι μια ψυχολογική διαταραχή που μπορεί να ανήκει στο ευρύτερο πλαίσιο της συμπτωματολογίας μιας άλλης πάθησης…
 
Απολαμβάνουν το σεξ οι νυμφομανείς;
«Χρειάζομαι το σεξ για λαμπερή επιδερμίδα, προτιμώ να το κάνω όμως από αγάπη», αυτό έλεγε σκωπτικά η Τζόαν Κρόφορντ! Το θέμα ωστόσο παραμένει: αν είσαι αναγκασμένος να επαναλαμβάνεις μια συμπεριφορά καθημερινά και εμφανίζεις έντονα συμπτώματα δυσφορίας όταν δεν μπορείς να ικανοποιήσεις την παρόρμησή σου, τότε πόσο απολαμβάνεις πραγματικά την πράξη; Η άποψη της επιστήμης είναι εδώ καταλυτική, καθώς οι περιπτώσεις ατόμων που ολόκληρη η καθημερινότητά τους περιστρέφεται γύρω από την αναζήτηση σεξουαλικών δραστηριοτήτων και εμπειριών, συνοδευόμενη από υπέρογκη κατανάλωση χρόνου ερωτικοποίησης του εαυτού τους και αναζήτησης σεξουαλικών εμπειριών και ικανοποίησης, δεν είναι άνθρωποι που εμφανίζουν υψηλούς δείκτες ικανοποίησης από τη ζωή. Οι σεξουαλικά εθισμένοι δεν είναι σε θέση να ελέγξουν τις σεξουαλικές ορμές τους, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν όλο το φάσμα των σεξουαλικών φαντασιώσεων. Όσο μάλιστα η ανάγκη της σεξουαλικής δραστηριότητας αυξάνεται και η συμπεριφορά του ατόμου κινητοποιείται αποκλειστικά και μόνο από την επίμονη επιθυμία του να βιώσει τη σεξουαλική πράξη, το ιστορικό τέτοιων περιπτώσεων αποκαλύπτει ότι η σεξουαλική δραστηριότητα παρεμβαίνει καταλυτικά στην κοινωνική, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, η οποία αρχίζει να αλλοιώνεται και τελικά καταρρέει. Ο σεξουαλικός εθισμός έχει συνήθως αιτίες υποβόσκουσες, όπως η εσωτερική οδύνη, η μοναξιά, τα συναισθήματα ντροπής, απαξίωσης του εαυτού και αναξιότητας ή υπερεκτίμησης και υπεραξίωσης της σεξουαλικής ανάγκης. Στη συγκεκριμένη συμπεριφορά, το άτομο βρίσκει έναν από μηχανής θεό, μια αυτόματη φυγή από ό,τι μοιάζει αδιέξοδο, δισεπίλυτο και δυσβάσταχτο, ενώ η γρήγορη εναλλαγή της διάθεσής του προσφέρει ελάχιστες στιγμές πρόσκαιρης ευφορίας…

Ο μακεδονικός τάφος στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης

 
Η χαρά της ζωής, σ' ένα μακεδονικό συμπόσιο, και ο πόνος του θανάτου, όπως απεικονίζονται στη ζωγραφική ενός μοναδικού μνημείου της Αρχαίας Μακεδονίας.

Παρουσίαση από την ανασκαφέα, αρχαιολόγο Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτου.

Παραγωγή: Eφορεία Αρχαιοτήτων Περιφέρειας Θεσσαλονίκης για τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων 2015.


ΤΟ ΒΑΒΥΛΩΝΙΑΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Βαβυλώνα ~2000 Π.Χ και τα πρώτα χρέη

Οι αρχαιολόγοι των αρχαίων ναών στη Βαβυλωνία έχουν φέρει στο φως πάρα πολλά στοιχεία για το οικονομικό σύστημα που εφάρμοζαν οι ιερείς του Βαάλ. Αντί για χρήματα (ή νομίσματα), όπως εμείς τα ξέρουμε τις περισσότερες φορές βρίσκουν πλάκες πηλού που αντιπροσωπεύουν ή υποσχέσεις πληρωμής ή χρεωστικά έγγραφα. Μαζί με τις πήλινες πλάκες έχει έρθει στο φως το μυστικό του οικονομικού τους συστήματος, που σε μερικές του πλευρές ήταν αποτελεσματικότερο απο σήμερα.

Οι άνθρωποι κατεφευγαν στο δανεισμό μόνο σε δύο περιπτώσεις:
Όταν είχαν ανάγκη, ή από απληστία. Στη Βαβυλωνία ύστερα από ένα χρόνο με κακή σοδειά, αναγκάζονταν να αποταθούν στους ιερείς του Βαάλ για να δανειστούν όσα χρειάζονταν για το σπόρο της επόμενης χρονιάς.
Ας πούμε λ.χ ότι ένας αγρότης με το όνομα Σεθ ήταν ένας απ’ αυτούς που χρειάζονταν χρήματα για το σπόρο. Οι ιερείς του ναού ήταν εξυπηρετικότατοι και με μεγαλοθυμία έδωσαν στον Σεθ δάνειο 10 ταλάντων υπό τον όρο να επιστρέψει 11.
Η εγγύησή ηταν…η γη του, τα ζώα του, η γυναίκα του, τα παιδιά του και αυτός ο ίδιος.
Εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν πολύ λίγα χρήματα στην αγορά. Η ξαφνική εμφάνιση των 10 ταλάντων στην κυκλοφορία έδωσε τη δυνατότητα στον Σεθ και όλους τους άλλους αγρότες να αγοράσουν σπόρο και να καλλιεργήσουν μεγάλες εκτάσεις δημητριακών. Επίσης αγόρασαν πρόβατα, βόδια και άλλα απαραίτητα είδη. Εδώ έχουμε μια κατάσταση όπου έληγε η προθεσμία ενός χρέους 11 ταλάντων, ενώ σ’ ολόκληρη την αγορά κυκλοφορούσαν μόνο 10 τάλαντα για την εξόφληση του.
Μπορούμε να φανταστούμε τον Σεθ να έχει ξεχρεώσει τα 10 τάλαντα και να συνειδητοποιεί πανικόβλητος ότι χρωστάει ακόμα ένα. Αυτό δεν μπορούσε να το βρει πουθενά, αφού δεν υπήρχαν άλλα χρήματα στην αγορά.
Μπορούσε να δώσει για το χρέος του στους ιερείς τόνους ολόκληρους δημητριακών, αλλά το συμβόλαιο που είχε υπογράψει όριζε ρητά ότι έπρεπε να εξοφληθεί σε… ΤΑΛΑΝΤΑ – όχι σε δημητριακά! Μήπως σε βόδια; Ο Σεθ είχε κοπάδια με βόδια, χοίρους και πρόβατα. Και αυτά όμως δεν έγιναν δεκτά. Το συμβόλαιο όριζε την εξόφληση σε ΤΑΛΑΝΤΑ – και όχι σε πρόβατα και χοίρους. Ο Σεθ είχε μαζέψει για το χρέος του – των 11 ταλάντων – μόνο τα 10 που κυκλοφορούσαν στην αγορά και τώρα δεν μπορούσε να βρει άλλα. Χωράφια, χοίροι, βόδια, καλαμπόκι και πρόβατα δεν είχαν καμία αξία ως μέσα αποπληρωμής του χρέους του. Το συμβόλαιο που είχε υπογράψει όριζε ότι έπρεπε να πληρώσει μόνο σε “τάλαντα”, και δεν μπορούσε να βρει άλλα στην αγορά.
Αθέτηση πληρωμών και απαγόρευση τοκογλυφίας
Και τώρα έφτασε η ώρα της αλήθειας. Αθέτηση πληρωμής – πτώχευση. Εφόσον ο Σεθ δε μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος των 11 ταλάντων μια και κυκλοφορούσαν μόνο 10, έπρεπε να χάσει την εγγύηση. Πρώτα έχασε τα ζωντανά του, έπειτα τα χωράφια του, μετά τα παιδιά του και η γυναίκα του πουλήθηκαν ως δούλοι και τέλος έγινε κι αυτός δούλος. Από εκεί προέρχονταν οι περισσότεροι δούλοι -από τα χρέη.
Εκτός από τον Σεθ και την οικογένεια του υπήρχαν δεκάδες χιλιάδες Βαβυλώνιοι που δε μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους επειδή τα χρήματα που κυκλοφορούσαν στην αγορά ήταν λίγα. Εξανδραποδίζονταν κατά χιλιάδες. Οι ιερείς του Βαάλ οδηγούσαν ένα μεγάλο μέρος των συμπατριωτών τους (Σ.Α: Ηταν τελικά συμπατριώτες τους; Υπάρχει μια ιστορία που λέει οτι οι ιερείς στο Ναό του Βαάλ ήταν Χαλδαίοι. Η ιστορία λέει οτι οι Χαλδαίοι κατάγοταν απο την Ατλαντίδα και μετανάστευσαν στην περιοχή αφού ηττήθηκαν στον πόλεμο Ελλήνων-Ατλάντων) στη δουλεία και το σύστημα τους, ο “τοκισμός” διαδιδόταν όπου προέλαυνε ο Βαβυλωνιακός στρατός και όπου ασκούσαν και διέδιδαν τη λατρεία τους οι ιερείς του Βαάλ.

Αρχαίες τράπεζες και τραπεζίτες
Οι τράπεζες και οι τραπεζίτες υπάρχουν από τα αρχαιότατα χρόνια. Ο κοινωνικά αποδεκτός τύπος τράπεζας ήταν εκείνος που λειτουργούσε ως το σημείο επαφής κάποιου που διέθετε χρήματα και ενός ατόμου που δεν τα είχε αλλά τα χρειαζόταν, για τη δημιουργία ενός συνεταιρισμού ,μιας επιχείρησης. Για την υπηρεσία αυτή οι τράπεζες έπαιρναν το ποσοστό τους.
Ο άλλος, ο μη αποδεκτός, τύπος τράπεζας λειτουργούσε με βάση το Βαβυλωνιακό Δόγμα του δανεισμού ενός ποσού και της είσπραξης ενός μεγαλύτερου. Η πρώτη κατηγορία τραπεζών λειτουργούσε με τρόπο ωφέλιμο για το κοινωνικό σύνολο και αποτελούσε έναν οργανισμό αναγκαίο, φυσικό και σωστό.
Η δεύτερη κατηγορία λειτουργούσε με τρόπο αφύσικο, ανορθόδοξο και προξενούσε μεγάλα προβλήματα. Οι λόγοι για τους οποίους το ανορθόδοξο αυτό σύστημα “τοκισμού” απαγορεύτηκε στους πιστούς Χριστιανούς (και τους Μουσουλμάνους) είναι προφανείς. Αν δανειστείς 10 και αναγκαστείς να πληρώσεις 11, αργά ή γρήγορα, ο δανειστής ή καλύτερα ο τοκογλύφος θα σου πάρει την περιουσία.

Αρχαία σύμβολα πιστώσεων
Το παράδειγμα του Σεθ, αυτό του δανεισμού των 10 και της επιστροφής των 11 ταλάντων είναι απλό και εύκολα κατανοητό. Ας το κάνουμε όμως λίγο πιο σύνθετο:
Ας υποθέσουμε ότι ο Σεθ πηγαίνει ξανά στο δανειστή και δανείζεται 10 χρυσά τάλαντα, κάνοντας μια συμφωνία να καταβάλει κάθε χρόνο τόκο 3,3 τάλαντα και να πληρώσει τα 10 χρυσά τάλαντα οποτεδήποτε του το ζητήσουν οι ιερείς του Βαάλ. Για τα επόμενα 3 χρόνια ο Σεθ είναι υποχρεωμένος να καταβάλει 3,3 τάλαντα στην αρχή του κάθε έτους. Στο τέλος των 3 ετών δεν υπάρχει πια άλλος χρυσός στην αγορά και ο Σεθ πρέπει να ζητήσει κι άλλο δάνειο για να πληρώσει τον τόκο του προηγούμενου δανείου (ή να χάσει τη γη του, τα παιδιά του, την ελευθερία του κλπ.).

Ο δανειστής τότε έχει την εξής επιλογή:
Μπορεί να δανείσει στον Σεθ χρυσά τάλαντα για να πληρώσει τον τόκο ή μπορεί να του δώσει μία πηλινη πλάκα που αντιπροσωπεύει αξία 3,3 ταλάντων κα να κρατήσει το χρυσό του. Η κατάνόηση της λειτουργίας του χρήματος είναι ζήτημα κοινής λογικής. Εσείς τ θα κάνατε; Θα δίνατε βέβαια στον Σεθ την πήλινη πλάκα και θα κρατούσατε το χρυσό. Αυτός ήταν ο λόγος της ύπαρξης των πήλινων πλακών που αναφέραμε προηγουμένως. Ήταν ενα υποκατάστατο του δανείου σε ΧΡΥΣΟ.
Οι πολίτες της Βαβυλώνας φύλαγαν τις πήλινες πλάκες σαν τα μάτια τους. Σήμερα βρισκονται σε μεγάλες ποσότητες, κάθε φορά που γίνονται ανασκαφές στα ερείπια της Βαβυλώνας.
Οι τράπεζες των ναών ήταν πάρα πολύ μεγάλες. Επίσης υπήρχαν κρατικές και ιδιωτικές τράπεζες, όπως η Τράπεζα “Ιγκίμπι” που γνώρισε μεγάλη ακμή το 575 π.Χ. Αυτές οι τράπεζες προσέφεραν σχεδόν όλες τις υπηρεσίες που προσφέρουν και συγχρονες τράπεζες, όπως η έκδοση επιταγών, η αποταμίευση, η ΕΚΔΟΣΗ πιστωτικών εγγράφων και η Βαβυλωνιακή εκδοχή του χαρτονομίσματος – η πήλινη πλάκα. Οι τράπεζες βέβαια κρατούσαν το χρυσό.
Στην αρχαία Αίγυπτο είχε γίνει η διάνοιξη ενός καναλιού που ξεκινούσε από το Νείλο και έφτανε μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα. Τα πλοία που έρχονταν από την Ινδία μπορούσαν να σταματήσουν δίπλα στις φορτηγίδες που ήταν δεμένες στην άκρη του καναλιού και να πάρουν δάνειο. Σε εικοσιτετράωρη βάση. Τη νύχτα, αυτές οι φορτηγίδες ήταν τόσο έντονα φωταγωγημένες που μπορούσε να τις διακρίνει κανείς από πολύ μακριά. Είναι οι πρόγονοι των σημερινών τραπεζών.

Όταν η Περσία κατέκτησε την Βαβυλώνα
Οι σχέσεις των εθνών ακολουθούν σχεδόν πιστά τις σχέσεις των ανθρώπων. Αν ένα έθνος επιθυμήσει κάτι που έχει ένα άλλο και δεν έχει τά χρήματα για να το αποκτήσει, μπορεί να τά δανειστεί; Αν βέβαια του ζητηθεί και τόκος, όπως γίνεται συνήθως, τότε οι επιπλοκές και τα προβλήματα είναι απλά θέμα χρόνου.
Η Βαβυλώνα στα βόρεια σύνορα τής είχε έναν γείτονα. Την Περσία. Όσον αφορά στο εμπόριο η Βαβυλώνα έδινε αφειδώς δάνεια στην Περσία. Αυτό έδινε την δυνατότητα στην Περσία να κάνει αγορές, που σε κανονικές συνθήκες δεν θα πραγματοποιούνταν. Τα δάνεια συνάπτονταν με το πάγιο επιτόκιο της εποχής, που ήταν 33,3% πληρωτέο σε χρυσό. Η Περσία τηρούσε το δικό της μέρος της συμφωνίας όσο καλύτερα μπορούσε. Δανειζόταν συνεχώς και όφειλε να επιστρέφει πόσον διπλάσιο του αρχικού δανείου σε διάστημα τριών ετων. Μετά από την εξόφληση του αρχικού δανείου, η Περσια όπως προηγουμένως ο Σεθ, ανακάλυψε ότι δεν κυκλοφορούσαν άλλα χρήματα και ότι χρωστούσε ακόμα στους τραπεζίτες της Βαβυλώνας τους τόκους των δανείων.

Το Βαβυλωνιακό δάνειο δημιούργησε και άλλα προβλήματα στον βασιλιά της Περσίας. Οι τόκοι των δανείο απομυζούσαν τους πόρους της Περσίας. Το εμπόριο κυριολεκτικά πάγωσε, εκτός από τις ανταλλαγές προϊόντων.

Δεν υπήρχε χρυσός για την πληρωμή των φόρων, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο βασιλιάς να αδυνατεί να συντηρήσει τους ακόλουθους του. Ο Βασιλιάς της Περσίας, ο Κύρος, χρειαζόταν χρυσό. Η Βαβυλώνα είχε το χρυσό που ήθελε η Περσία. Η Περσία κήρυξε πόλεμο εναντίον του δανειστή της, κατέκτησε την Βαβυλωνα το 536 π.Χ. και κατάσχεσε το χρυσό της. Επίσης υίοθετησε, το Βαβυλωνιακό τοκογλυφικό σύστημα. Η τοκογλυφία ανάμεσα στα έθνη οδηγεί αναπόφευκτα στον πόλεμο.

Όταν η Ελλάδα κατέκτησε την Περσία
Καθώς η Περσία σπαταλούσε το χρυσό που είχε κατασχέσει από τη Βαβυλώνα, σημειώθηκε απότομη ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας. Χτίστηκαν νέες πόλεις, χρηματοδοτήθηκαν βιοτεχνίες, εξοπλίστηκαν στρατοί και χτίστηκαν παλάτια. Η οικονομική ακμή και ο πλούτος έστειλε τους Πέρσες εμπόρους στην Ελλάδα. Οι Έλληνες χρειάζονταν τα Περσικά εμπορεύματα και έτσι δανείστηκαν με τόκο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Το 412 π.Χ. η Σπάρτη δανείστηκε 5.000 τάλαντα από την Περσία για να ναυπηγήσει πολεμικά πλοία. Αυτό το δάνειο όπως και όλα τα υπόλοιπα είχε το γνωστό σταθερό επιτόκιο. Επτά χρόνια αργότερα, το 405 π.Χ ο Λύσανδρος ο Σπαρτιάτης χρησιμοποίησε αυτά τα πλοία για να καταστρέψει ολόκληρο τον Αθηναϊκό στόλο πόυ δέχτηκε αιφνιδιαστική επίθεση στους Αιγός ποταμούς. Αυτό το γεγονός έκανε τη Σπάρτη “Νο.1″ στην Ελλάδα – και όλα αυτά με δανεικά λεφτά.
Αν οι Σπαρτιάτες εξοφλούσαν με μηνιαίες δόσεις το Περσικό δάνειο, οι δόσεις θα ανέρχονταν σε 153,19 τάλαντα το μήνα για 7 χρόνια. Με βάση το 33,3%, το συνολικό ποσό που χρειαζόταν για την εξόφληση του δανείου θά έφτανε τα 12.857,96 τάλαντα.
Είναι ένα σημαντικό ποσόν, αν βέβαια μπορούσε να μαζευτεί μια και δεν κυκλοφορούσε τόσο πολύ ρευστό που να επαρκεί για την εξόφληση των δόσεων. Το πιθανότερο είναι ότι οι Σπαρτιάτες χρειάζονταν και τα 5.000 τάλαντα και οποιοδήποτε άλλο ποσό μπορούσαν να συγκεντρώσουν για να προετοιμαστούν για τον επερχόμενο πόλεμο. Αν όντως συνέβη κάτι τέτοιο η εξέλιξη της οφειλής θα ήταν κάπως έτσι:
Η οφειλή της Σπάρτης στην Περσία με επιτόκιο 33,3% και κεφαλαιοποίηση των τόκων λόγω της μη καταβολής των δόσεων:
Απο Δάνειο 5.000 ταλάντων
6.666,65 τάλαντα στο τέλος του 1ου έτους
8.888,84 τάλαντα στο τέλος του 2ου έτους
11.851,79 τάλαντα στο τέλος του 3ου έτους
15.802,39 τάλαντα στο τέλος του 4ου έτους
21.069,85 τάλαντα στο τέλος του 5ου έτους
28.093,13 τάλαντα στο τέλος του 6ου έτους
37.457,51 τάλαντα στο τέλος του 7ου έτους
Εκείνη την εποχή ένα τάλαντο ήταν ένα σημαντικό ποσό. 5.000 τάλαντα αρκούσαν για την αγορά ενός ολόκληρου στόλου. 37.000 τάλαντα ήταν ένα αστρονομικό ποσό.

“Ό δανειζόμενος είναι υπηρέτης του δανειστή”.
Η Σπάρτη αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το στόλο για την αγορά του οποίου είχε δανειστεί και δεν μπορούσε να αφήσει το απλήρωτο χρέος να μγαλώνει κι άλλο. Όταν κέρδισε τον πόλεμο μετέφερε την υποχρέωση της αποπληρωμής αυτού του γιγαντιαίου χρέους στην Αθηνά, που έγινε με τη σειρά της(αντι για τη Σπάρτη) ο υπηρέτης της Περσίας.
Οι Πέρσες ένιωθαν σίγουρα οι κερδισμένοι της υπόθεσης.
Οι Έλληνες αλληλοσκοτώνονταν, και το δάνειο των 5.000 ταλάντων είχε αποφέρει σττην Περσια αμύθητα πλούτη.
Αυτά τα δάνεια ήταν που άφαίμαζαν τον πλούτο της Ελλάδας και άνοιγαν το δρόμο ενός ατελείωτου πολέμου.

Ο Φίλιππος ο δεύτερος ο Μακεδών είναι πια νεκρός. Ο Φίλιππος είχε κατακτήσει όλες τις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις και είχε επιβάλλει την κυριαρχία του σ’ ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια.
Ο διάδοχος του θρόνου ήταν ο γιος του, ο Αλέξανδρος. Αφού χειρίστηκε με επιτυχία τη δυσφορία του στρατού, επιθεώρησε το θησαυροφυλάκιο. Το περιεχόμενο του ήταν μόλις 120.000 τάλαντα. Το ποσόν άυτο δεν έφτανε καν για τα έξοδα της συντήρησης του στρατού.
Χρωστούσε επίσης 1.500.000 τάλαντα. Ο Αλέξανδρος δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να βρει χρήματα για να πληρώσει το στρατό και να εξοφλήσει τα χρέη του. Η Ελλάδα ήταν “στεγνή” από χρήματα. Η Περσία ήταν πλούσια.
Είχε τα χρήματα που είχε κατασχέσει από την Βαβυλώνα, και τις δόσεις που της κατέβαλε η Αθήνα και οι άλλες Ελληνικές πόλεις για τους τόκους των δανείων που τους χορηγούσε τόσον καιρό. Η πιεστική ανάγκη για χρήματα ήταν ακόμη ένας από τους λόγους που ώθησαν τον Αλέξανδρο να επίτεθεί και να κατακτήσει την Περσία.
Οδηγώντας την πανίσχυρη Ελληνική φάλαγγα εναντίον των Περσών πέτυχε εκπληκτικές νίκες και κέρδισε μια αυτοκρατορία – και 440.000.000 χρυσά τάλαντα από τις τράπεζες και “τους ναούς του Δαρειου.

Όταν η Ρώμη κατέκτησε την Ελλάδα
Η Ελληνική αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Μια υποδειγματική Ελληνική πόλη χτιζόταν σε κάθε κατακτημένη χώρα για να διατρανώσει την ανωτερότητα του Ελληνικού πολιτισμού. Κάθε πόλη είχε και ένα ναό. Κάθε ναός ήταν και τράπεζα που χορηγούσε δάνεια με τόκο.
Σταδιακά ο χρυσός ως μέσο πληρωμής τόκων συσσωρεύτηκε στους Ελληνικούς ναούς που βρίσκονταν σ’ ολόκληρη την έκταση της αυτοκρατορίας. Αυτό προκάλεσε οικονομική ύφεση. Οι Έλληνες έμποροι ίδρυσαν πόλεις στη Βόρεια και Νότια Ιταλία. Στην Κεντρική Ιταλία υπήρχε μια νέα ρωμαλέα Ρωμαϊκή Ομοσπονδία.
Οι Έλληνες έμποροι είχαν στενές εμπορικές σχέσεις με τους Ρωμαίους γείτονες τους. Οι περισσότερες συναλλαγές γίνοταν με το σύστημα του τοκισμού. Οι Ρωμαίοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, αφού έπρεπε να “τακτοποιήσουν” τις ολοένα και αυξανόμενες οφειλές τους στους Έλληνες, και ταυτόχρονα να συντηρούν τα στρατεύματα τους, που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή των ατελείωτων πολεμικών τους επιχειρήσεων. Η Ρώμη αποφάσισε να κερδίσει με πόλεμο ό,τι δεν μπορούσε να κερδίσει με την ειρήνη. Στράφηκε λοιπόν εναντίον της Ελλάδας, την κυρίευσε, και κατάσχεσε τον πλούτο που είχαν συγκεντρώσει οι ναοί, οι δημοτικές και οι ιδιωτικές τράπεζες.
Κανένας άνθρωπος και κανένα έθνος δεν θέλει τη σκλαβιά. Όταν γίνει αντιληπτό οτι ο δανεισμός είναι ένα “κόλπο” και ότι δεν υπάρχει τρόπος να εξοφληθεί το χρέος, τότε και οι, άνθρωποι και τα έθνη θα στραφούν εναντίον των δανειστών τους.
Ένα δάνειο πρέπει να συνοδεύεται από δωροδοκίες για να εξευμενίσει τους ηγέτες του ισχυρότερου έθνους.
Η Βαβυλώνα έπαιζε ενεργό ρόλο στις εσωτερικές υποθέσεις των γειτόνων της. Η Περσία επίσης επενέβαινε πάντοτε στα εσωτερικά της Ελλάδας. Παρά τις δωροδοκίες και τα “λαδώματα”, με την πάροδο του χρόνου, το “σύστημα” γεννά τόσο μεγάλη δυσαρέσκεια και απόγνωση που δεν μπορεί να κατασταλεί με τέτοιου είδους μέσα.
------
πηγή…
…βιβλιογραφία “Η ιστορία των τραπεζών”

Το σύνδρομο της αγέλης

Το σύνδρομο της αγέλης είναι μια λογική πλάνη όπου επιχειρείται να αποδειχθεί το αληθινό ενός ισχυρισμού στο γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι το αποδέχονται ήδη ως αληθινό. Αυτού του είδους η πλάνη είναι επίσης γνωστή ως «προσφυγή στις μάζες», «προσφυγή στην πλειοψηφία»,

«προσφυγή στην ομοφωνία» και στα λατινικά «argumentum ad populum» (επιχείρημα του λαού) και ο μηχανισμός πίσω της είναι παρόμοιος με τον μηχανισμό της «προσφυγής στην αυθεντία».
Είναι επίσης η βάση μιας σειράς κοινωνικών φαινομένων όπως η διασπορά διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων, πολιτικών ή οικονομικών θέσεων. Στην Αμερική βρίσκεται πίσω από το φαινόμενο «επίδραση του βαγονιού» (αγγλικά: bandwagon effect) και στην Κίνα είναι η βάση της παροιμίας «τρεις άνθρωποι φτιάχνουν μια τίγρη» (αγγλικά: three men make a tiger).


Πολιτική
Στην προσπάθεια να πεισθεί κάποιος για την ορθότητα ενός υποψήφιου νομοσχεδίου
Εννιά στους δέκα στην εκλογική μου περιφέρεια βρίσκουν το νομοσχέδιο σωστό.
Εννιά στους δέκα βουλευτές βρίσκουν το νομοσχέδιο δίκαιο.

Μάρκετινγκ & διαφήμιση
Η τάδε μάρκα ψυγείου παράγεται από την πρωτοπόρο βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, άρα αγόρασε το γιατί είναι καλό.
Δείτε την τάδε εκπομπή γιατί βρίσκεται στο νούμερο ένα της τηλεθέασης.

Άλλα παραδείγματα
Όλοι οι φίλοι μου το κάνουν, άρα είναι σωστό.
Όλοι λένε ότι ο ήλιος γυρνάει γύρω από την Γη (πλάνη χιλιάδων χρόνων).
Όλοι ξέρουν ότι η Γη είναι επίπεδη (πλάνη χιλιάδων χρόνων).

Τόσοι άνθρωποι πιστεύουν στον θεό, άρα ο θεός υπάρχει. (ο Δίας, Θωρ και άλλες θεότητες που λατρεύονται διαχρονικά από τους ανθρώπους)
Οι λαϊκές ρήσεις που συχνά αναφέρονται ως «η σοφία του λαού», εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία λογικής πλάνης γιατί από τους περισσότερους λαμβάνονται «αξιωματικά» ως αληθινές, ακριβώς επειδή έχουν μπει σαν «σοφία» στο υποσυνείδητο του καθενός. Ένα παράδειγμα διαδεδομένης λαϊκής ρήσης είναι «η ελπίδα πεθαίνει τελευταία», η οποία ενώ μπορεί να δώσει επιμονή σε κάποιον που ασχολείται με την επίτευξη ενός στόχου μπορεί σε άλλη περίπτωση να αποτελεί την μόνη κινητήρια δύναμη πίσω από αναζήτηση ακατόρθωτων στόχων.

Επιγραμματικά η παραπάνω κινέζικη παροιμία «τρεις άνθρωποι φτιάχνουν μια τίγρη» βγαίνει από το ότι εάν ένας άνθρωπος ακούσει από κάποιον άλλον ότι στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης κυκλοφορεί ελεύθερη μια τίγρη τότε δεν θα το πιστέψει. Εάν το ακούσει από δύο θα το λάβει υπόψιν του και εάν το ακούσει από τρεις τότε θα το πιστέψει.

Φυσικά το ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν σε κάτι δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός είναι λάθος. Η λογική πλάνη είναι η αποδοχή του ισχυρισμού σαν αλήθεια χωρίς περαιτέρω ανάλυση.

Η αυτογνωσία ασπίδα για το άγχος

Σήμερα ο άνθρωπος γνωρίζει πολύ λίγα πράγματα για τον εαυτό του σε σχέση με παλιότερες εποχές. Οι μεγάλες οικονομικές κοινωνικές και ιδεολογικές αλλαγές, που συντελέστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην κοινωνία μας, σε συνδυασμό με το γεγονός πως τρόποι δράσεις, που μέχρι πρότινος θεωρούνταν θεμιτοί κι αποτελεσματικοί, χάνουν την αποτελεσματικότητά τους κι αντικαθιστούνται από νέους τρόπους δράσης, που κι αυτοί σύντομα ξεφτίζουν, έχει άμεση επίπτωση στην γνώση των ανθρώπων για τον εαυτό τους:

Οι άνθρωποι, καθημερινά, δέχονται νέα ερεθίσματα, βιώνουν νέες εμπειρίες, αφομοιώνουν νέες πληροφορίες, σφυρηλατούν νέα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ενώ αφήνουν άλλα να εξασθενίσουν. Γίνονται στόχοι διαφημιστών, καναλιών, περιοδικών life style (τρόπου ζωής) κι ο καθένας από αυτούς δίνει τη δικιά του γνώμη για το τι πραγματικά χρειάζονται για να γίνουν ευτυχισμένοι και με πιο τρόπο μπορούν να το κατακτήσουν. Έτσι, ο σημερινός άνθρωπος μπερδεύεται, εύκολα χάνει το προσωπικό του βλέμμα (σε σχέση με τον κόσμο και τον εαυτό του), δέχεται μεγάλες ποσότητες στρες και βιώνει σύγχυση και άγχος. Πριν προχωρήσουμε, καλό θα ήταν να κάνουμε έναν διαχωρισμό του στρες από το άγχος.

Το στρες είναι αγγλική λέξη και σημαίνει πίεση, έμφαση και αγωνία (σαν ουσιαστικό) και τονίζω, δίνω έμφαση (όταν χρησιμοποιείται σαν ρήμα). Υποδηλώνει την άσκηση πίεσης από μια δύναμη προς ένα άψυχο ή έμψυχο σώμα. Ειδικότερα, οι άνθρωποι «στρεσάρονται» όταν μια εξωτερική ή εσωτερική δύναμη τους ζητάει να κάνουν κάτι που δεν είναι σίγουροι αν έχουν τις απαιτούμενες δυνάμεις, το χρόνο ή τις δεξιότητες για να τα καταφέρουν.

Συνεπώς, όλοι οι άνθρωποι καθημερινά βιώνουν, μικρότερες ή μεγαλύτερες, ποσότητες πίεσης, είτε από το εξωτερικό τους περιβάλλον (π.χ. τη δουλειά τους, την οικογένειά τους) είτε από το εσωτερικό τους περιβάλλον (από τις αξίες τους ή τη συνείδησή τους). Όμως το κατά πόσο αυτό το στρες θα επιφέρει άγχος σε κάποιον εξαρτάται από το πόσο απειλητικές βιώνει τις αξιώσεις του περιβάλλοντός του για την αυτοεκτίμησή του και την ευτυχία του.

Π.χ. οι πανελλήνιες εξετάσεις είναι ένα στρες για τους μαθητές, αλλά το αν το στρες αυτό θα το βιώσει ένας συγκεκριμένος μαθητής σαν άγχος εξαρτάται από τη σημασία που έχει για την αυτοεκτίμησή του η εισαγωγή του σε ένα πανεπιστήμιο, το κατά πόσο έχει συνδέσει την γενικότερη επιτυχία του με τις σπουδές του σε ένα ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, την αξία που δίνουν σε αυτές οι γονείς του και οι φίλοι του κλπ.. Από αυτή την οπτική γωνία το άγχος λειτουργεί προειδοποιητικά, σαν ένα καμπανάκι που χτυπάει κάθε φορά που ο ψυχικός οργανισμός νιώθει πως βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας ενός στρες. Άρα το στρες είναι εξωτερικό και αντικειμενικό ενώ το άγχος είναι εσωτερικό και υποκειμενικό.

Το πρόβλημα σήμερα, είναι πως το κοινωνικό περιβάλλον γίνεται όλο και πιο πιεστικό και οι άνθρωποι φορτώνονται με διάφορες επιταγές, από το περιβάλλον τους, για το πως πρέπει να είναι και κυρίως τι πρέπει να κατέχουν αν θέλουν να είναι αρεστοί, αγαπητοί, επιτυχημένοι, ευτυχισμένοι κλπ.
Έτσι δυσκολεύονται να δουν τι θα τους έκανε πραγματικά ευτυχισμένους κι ολοκληρωμένους, σύμφωνα με τις εξατομικευμένες ανάγκες τους, και στρέφονται προς αυτό που θα «έπρεπε» να τους κάνει ευτυχισμένους σύμφωνα με τα σύγχρονα πρότυπα επιτυχίας κι ευτυχίας, συχνά συνδεδεμένα με το ρόλο του ανθρώπου ως καταναλωτή προϊόντων και υπηρεσιών.

Με όλα τα παραπάνω, βλέπω τους ανθρώπους σήμερα, να αντιμετωπίζουν άγχος, τόσο σε σχέση με τις καθημερινές τους δυσκολίες αλλά συχνά βιώνουν κι ένα βαθύτερο υπαρξιακό άγχος που έχει να κάνει με την κατεύθυνση της ζωής τους, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες, με απραγματοποίητα ιδανικά και με τη σπατάλη του δυναμικού τους σε καταναλωτικούς παραδείσους.

Η διαδικασία διερεύνησης του πραγματικού εαυτού μέσα από μελέτη, εσωτερικό διάλογο, γνήσιες διαπροσωπικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται από αποδοχή κι εμπιστοσύνη, και ατομική ή ομαδική συμβουλευτική είναι αυτή που δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να γνωρίσει τον εαυτό του και τα πραγματικά, μοναδικά του «θέλω» για να επιλέξει τον απόλυτα προσωπικό του ορισμό της ευτυχίας και να αμβλύνει το άγχος που του δημιουργούν οι εξωτερικές πιέσεις και τα διαφημιστικά πρότυπα ευτυχίας.

Ύπνος και τηλεόραση

Η τηλεόραση είναι ένα από τα «αγαπημένα» αντικείμενα σε πολλά σπίτια. Κάποιοι άνθρωποι νιώθουν χωρίς την τηλεόραση ίσως και «τυφλοί». Θέλουν να ενημερώνονται για όλα και την θεωρούν και ως παρέα. Ως ένα σημείο ίσως να έχουν και δίκιο. Όμως πόσο μπορεί να συμβάλει η τηλεόραση σε πολλά που μας συμβαίνουν στη ζωή μας ? Πόσο μπορεί αυτοί οι άνθρωποι που θεωρούν ότι μας ενημερώνουν, τελικά να μας ορίζουν τη ζωή ?

Πόσο αμερόληπτοι είναι ή όχι ας το αναζητήσουν οι ίδιοι στη συνείδησή τους.

Αλλά το ζητούμενο δεν είναι τι κάνουν αυτοί που μας ενημερώνουν, αλλά τι κάνουμε εμείς.
Γιατί αυτό που φαίνεται είναι ότι μας υποτιμούν αρκετές φορές και μας προσβάλλουν επίσης πάρα πολλές φορές. Μέσα από την επιρροή που εξασκούν επάνω μας, έχουν πιάσει απόλυτα το σφυγμό μας και μέσα από αυτόν μας περνούν μηνύματα τα οποία δεν τα καταλαβαίνουμε αμέσως.
Έτσι βλέπουμε ανθρώπους που ίσως να βλέπουν παραπάνω από το κανονικό ειδήσεις, να έχουν αποκτήσει μία σκυθρωπή μορφή και να αναστενάζουν χωρίς λόγο.

Επηρεάζονται λοιπόν οι άνθρωποι ήταν έχουν προβλήματα, είτε όχι από αυτά που λέγονται στην τηλεόραση και την επόμενη στιγμή, αναπαράγουν τον λόγο και σε άλλους ανθρώπους.
Η τηλεόραση από μόνη της ως συσκευή εκπέμπει μαγνητικά κύματα τέτοια που επηρεάζουν τμήματα του εγκεφάλου μας.
Οπότε η «πλύση» εγκεφάλου είναι μία επιτυχημένη διαδρομή, που γίνεται από την τηλεόραση.

Όπως είδαμε και στο κείμενο : Καθαρίζω τον χώρο μου, η τηλεόραση και μόνο ως συσκευή βαραίνει τον χώρο από ασύμμετρες ενέργειες. Γιατί όλοι δεν την κλείνουμε από το κουμπί. Έτσι ο χώρος μας βαραίνει αρκετά.

Πόσο μάλλον αν την έχουμε στην κρεβατοκάμαρά μας, για να μας κάνει «συντροφιά». Αρχίζουμε να βλέπουμε μία ταινία, μας παίρνει ο ύπνος και η τηλεόραση παραμένει ανοιχτή. Δηλαδή όλη τη νύχτα η τηλεόραση επεμβαίνει απόλυτα στον ασυνείδητο νου μας ο οποίος εκείνη την ώρα είναι εντελώς ευάλωτος. Τόσο ευάλωτος που μπορεί να του περάσει η τηλεόραση όποια μηνύματα θέλει και να τα τοποθετήσει όπου θέλει. Σκλαβώνει τον νου μας η τηλεόραση και μας οδηγεί εκείνη σε όποιους δρόμους θέλει. Ακόμη και πολύ χαμηλά να είναι η φωνή τα μαγνητικά κύματα καταφέρνουν να περάσουν μέσα στον εγκέφαλό μας. Το κακό είναι ότι δεν μας δείξει το σώμα μας αμέσως τα αποτελέσματα όλου αυτού, παρά μετά από χρόνια, θα έχουμε ημικρανίες, πονοκεφάλους, νεύρα χωρίς λόγο, πόνους στο στομάχι, δυσκοιλιότητα, πόνους στη μέση και στα πόδια και θα ψάχνουμε να βρούμε το γιατί. Όμως δεν θα πάει το μυαλό μας σε αυτόν τον «σύντροφό» μας που τον θεωρούμε βοηθό μας για τον ύπνο μας. «Την έχω ανοιχτή για να με παίρνει ο ύπνος» θα ακούσεις να λένε κάποιοι άνθρωποι και το πιστεύουν. Έχουν πείσει τόσο πολύ τον εαυτό τους ότι χάρη της τηλεόρασης κοιμούνται, που δεν θέλουν να την αλλάξουν αυτή την τόσο ψυχοφθόρα συνήθεια.
Αυτός λοιπόν ο «φίλος» μας τηλεόραση θέλει από μας ένα μέτρο. Εξ’ αιτίας της μπορεί να έχουμε αλλάξει εντελώς χαρακτήρα, μπορεί να έχουν αλλάξει τα προβλήματά μας, μπορεί να έχουμε χάσει την επαφή μας με όλους τους άλλους. Αλλά φυσικά μας έχουν κάνει αυτοί όλοι τους να μην έχουμε δική μας άποψη, αλλά να αναμασάμε με επιτυχία τις δικές τους απόψεις.

Είναι λοιπόν η τηλεόραση ένας «φίλος», μία «παρέα» αλλά μέσα από δική μας επιλογή. Να επιλέξουμε εμείς ένα πρόγραμμα τέτοιο που να μη μας θίγει, να μη μας υποτιμά. Να επιλέξουμε λοιπόν μία ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ. Κι αν θελήσουμε να μάθουμε τα νέα, ας επιλέξουμε να τα ακούσουμε σε ένα ραδιόφωνο ή να ακούσουμε μόνο τις επικεφαλίδες.

Αλλά το σίγουρο είναι να μην επιλέξουμε ούτε να μας πάρει ο ύπνος με την τηλεόραση ανοιχτή. Ούτε να αρχίσουμε την μέρα μας με μία «ενημερωτική» εκπομπή. Γιατί μετά από αυτά η κόπωση γίνεται χρόνια, η διάθεσή μας είναι μονίμως στα πατώματα και δεν θέλουμε να κάνουμε τίποτε από όλα όσα κάναμε. Το χειρότερο δε, είναι ότι έρχονται τα πρώτα συμπτώματα κατάθλιψης να σου «χτυπήσουν την πόρτα».

Καλό είναι λοιπόν να αναγνωρίσουμε όλα όσα μας συμβαίνουν είναι όντος δικά μας ή μας τα προκαλούν οι άλλοι ? Καλό είναι να γνωρίσω αν οι ημικρανίες μου οφείλονται και σε αυτόν τον «σύντροφο» που με νανουρίζει.

Η άγνοια είναι ο εχθρός μας, ενώ η γνώση και η σωστή χρήση της είναι ο καλύτερος μας σύμμαχός.

Πώς επιλέγεις, πώς αντιδράς και πώς ανταποκρίνεσαι!

Δεν μπορείς να σταματήσεις ένα πουλί να πετάξει πάνω από το κεφάλι σου αλλά μπορείς να το εμποδίσεις να κτίσει φωλιά στα μαλλιά σου.. δεν μπορείς να σταματήσεις μια αρνητική σκέψη να περάσει από το μυαλό σου αλλά μπορείς να την εμποδίσεις από το να φτιάξει φωλιά, από το να βγάλει ρίζες και να επηρεάζει τη ζωή σου για πάντα.

Φίλτραρε το τι κρατάς και το τι απορρίπτεις. Αυτό που κρατάς χτίζει την πραγματικότητα σου, το ποιος είσαι και το τι θα καταφέρεις. Αυτό που απορρίπτεις (κατόπιν σωστής επιλογής) σε απελευθερώνει από τα δεσμά, σε ξελαφρώνει από τα βαρίδια και από όλα όσα δρουν ανασταλτικά στην πρόοδο και την ανάπτυξη σου.

Πρόσεξε τις επιλογές σου, το πως αντιδράς και το πως ανταποκρίνεσαι.

Ιουλιανός: Κατά χριστιανών

Ο Ιουλιανός (πλήρες όνομα Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός), ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) κατά τον 4ο αιώνα. Έμεινε στην ιστορία ως «Παραβάτης» και «Αποστάτης», χάριν της Εκκλησίας η οποία τον κατασυκοφάντησε (ο Ιουλιανός υπήρξε ο μόνος μη χριστιανός αυτοκράτορας του Βυζαντίου), όπως και όλους όσους στεκόταν εμπόδιο στα σχέδιά της.

Ο Ιουλιανός υπήρξε βαθύτατα μορφωμένος άνθρωπος. Επηρεασμένος από την ελληνική κλασική παιδεία, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα και δεν δίσταζε να να δηλώνει «Έλλην ειμί». Σε επιστολή του προς τον φιλόσοφο Θεμίσιο θα αναφέρει χαρακτηριστικά: «Φεύγοντας για την Ελλάδα, τότε που όλοι νόμιζαν πως με στέλναν εξορία, τάχα δε δόξασα την τύχη μου σαν να γιόρταζα τη μεγαλύτερη γιορτή, λέγοντας πως εκείνη η αλλαγή ήταν για μένα ό,τι καλύτερο και πως είχα ανταλλάξει, όπως λένε, "Χαλκό με χρυσάφι και εννιά βόδια με εκατό"; Τέτοια αγαλλίαση ένιωθα που μού 'λαχε να πάω στην Ελλάδα αντί να μείνω σπίτι μου κι ας μην είχα εκεί ούτε χωράφι ούτε κήπο ούτε ένα σπιτάκι δικό μου». Σε κάποια άλλη του επιστολή («Εγκώμιον στην αυτοκράτειρα Ευσεβία»), δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για την Ελλάδα: «Μα τι μ' έχει πιάσει; Και τι είδους ομιλία είχα σκοπό να ολοκληρώσω αν όχι τον έπαινο της αγαπημένης μου Ελλάδας, που δεν μπορώ να τη φέρω στο νου χωρίς να μένω έκθαμβος με κάθε τι δικό της;».

Τον Ιουλιανό τον ενοχλούσε το φαινόμενο του Χριστιανισμού που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική του παιδεία και μόρφωση, καθώς και με τον Ελληνικό Πολιτισμό που λάτρευε. Προσπάθησε να βάλει φρένο στην ασυδοσία των κληρικών και τον πλουτισμό της Εκκλησίας, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε διώξεις εναντίον τους («Εγώ, μα τους θεούς, δε θέλω ούτε να σκοτώνονται οι χριστιανοί ούτε να δέρνονται άδικα ούτε άλλο κακό να παθαίνουν» [«Ιδιόχειρη επιστολή προς τον Ατάρβιο»]). Απεναντίας προσπάθησε να κρατήσει μια ισορροπία. Εκδίδει διατάγματα περί ανεξιθρησκείας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αναβιώσει την ελληνική (και ρωμαϊκή) θρησκεία. Επιστρέφει τις περιουσίες και ανακαλεί από την εξορία τους, διωχθέντες από τον -αρειανιστή- Κωνστάντιο, ορθόδοξους χριστιανούς. Καταργεί τις κρατικές χορηγήσεις στην χριστιανική εκκλησία. Εκδίδει πέντε διατάγματα για την ενίσχυση της εξουσίας των τοπικών βουλών. Απαγορεύει να τον προσαγορεύουν «Δεσπότη» και διακηρύσσει ότι θεωρεί τον εαυτό του μέλος της συγκλητικής τάξης. Στις επιστολές του απευθύνεται προς τις βουλές των πόλεων ως ίσος προς ίσον. Προωθεί μέτρα (φοροαπαλλαγές, παραγραφή χρεών κ.α.) για την ενίσχυση της αυτονομίας των πόλεων. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες μερίδες των χριστιανών και να αποτρέψει συγκρούσεις ανάμεσα σε εθνικούς και χριστιανούς («Σε όλους τους χριστιανούς έχω φερθεί με τέτοια πραότητα και φιλανθρωπία, που κανείς απ' αυτούς δεν υφίσταται βία πουθενά ούτε τους σέρνουν με το ζόρι στα ιερά ούτε εξαναγκάζονται να κάνουν οτιδήποτε ενάντια στη θέληση τους» [«Προς του κατοίκους της Έδεσσας»]).

Επιχειρώντας να περιορίσει την χριστιανική προπαγάνδα και την εξάπλωση του Χριστιανισμού, εκδίδει διάταγμα αποκλεισμού των χριστιανών δασκάλων από την παιδεία· απαγορεύει τα κληροδοτήματα προς τις εκκλησίες· υποχρεώνει τους χριστιανούς να επανορθώσουν τις ζημιές που είχαν προξενήσει στα ιερά των εθνικών. Ο Ιουλιανός θα δικαιολογήσει το μέτρο που πήρε, να απαγορέψει στους χριστιανούς ρητοροδιδασκάλους και γραμματικούς να διδάσκουν ελληνική φιλολογία, συνοψίζοντας την όλη στάση του απέναντι τους στην φράση: «Πηγαίνετε στις εκκλησίες σας, να ερμηνεύσετε Ματθαίο και Λουκά»... Οι χριστιανοί θεώρησαν ότι το μέτρο εκείνο κατ' επέκταση απαγόρευε και στα παιδιά τους να σπουδάζουν. Ως προς αυτό όμως ο Ιουλιανός, προς το τέλος της επιστολής («Επιστολή 42»), είναι σαφής...
Σωστή παιδεία, νομίζω, δεν σημαίνει το να χειρίζεσαι τις λέξεις και τη γλώσσα με ευρυθμία, αλλά το να σε διακρίνει η υγιής νοητική διάθεση να σκέφτεσαι λογικά, να 'χεις σωστές απόψεις για το καλό και το κακό, το ωραίο και το αισχρό. Αυτός, λοιπόν, που άλλα πιστεύει και άλλα διδάσκει σ' όσους μαθητεύουν πλάι του, νομίζω έχει απομακρυνθεί τόσο από την παιδεία όσο και από την τιμιότητα. Και αν η διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις και στα λόγια αφορά σε μικροζητήματα, τότε είναι κάπως υποφερτό το κακό. Στα μεγάλα ζητήματα όμως, αν κάποιος διδάσκει τα αντίθετα απ' αυτά που πιστεύει, πώς να μη θεωρηθεί άνθρωπος πανούργος, κάθε άλλο παρά έντιμος και ευσυνείδητος, που μιλάει με πολύ καλά λόγια για πράγματα που τα θεωρεί τιποτένια, εξαπατώντας και δελεάζοντας με επαίνους εκείνους στους οποίους επιδιώκει να μεταδώσει τις δικές του ασχήμιες;

Όσοι λοιπόν θέλουν να επαγγέλλονται τον δάσκαλο πρέπει να είναι άνθρωποι δίκαιοι και λογικοί, κι οι ιδέες που έχουν ενστερνιστεί να μην έρχονται σε σύγκρουση με το δημόσιο λειτούργημα τους. Και πολύ περισσότερο απ' όλους, θα 'πρεπε τέτοιας ποιότητας άνθρωποι να είναι όλοι όσοι ασχολούνται με την ερμηνεία των αρχαίων κειμένων στους νέους, είτε ρήτορες είναι αυτοί είτε απλοί δάσκαλοι είτε σοφιστές -και πολύ περισσότερο αυτοί οι τελευταίοι, που φιλοδοξούν να διδάξουν όχι μονάχα τη γλώσσα αλλά και την ηθική, και διατείνονται ότι ειδικότητα τους είναι η πολιτική φιλοσοφία.

Αν τώρα αυτό είναι αλήθεια ή όχι, ας το αφήσουμε για την ώρα· τους επαινώ που έχουν τη φιλοδοξία να ασκούν ένα τόσο ωραίο επάγγελμα, αλλά θα τους επαινούσα ακόμα περισσότερο αν δεν ήταν ψεύτες και αν δεν έδιναν λαβή να θεωρηθεί ότι άλλα πιστεύουν και άλλα διδάσκουν στους μαθητές τους. Τι λέτε λοιπόν; Για τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Δημοσθένη, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ισοκράτη και τον Λυσία, δεν ήσαν κεφαλές της παιδείας οι θεοί; Μήπως δεν θεωρούσαν προστάτες τους, άλλοι τον Ερμή και άλλοι τις Μούσες; Είναι λοιπόν παράλογο, έτσι νομίζω, κάποιοι που δουλειά τους είναι να ερμηνεύουν τα έργα όλων αυτών, συγχρόνως να καταφρονούν τους θεούς που εκείνοι τίμησαν. Και παρ' όλο που το θεωρώ παράδοξο αυτό, δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να αλλάξουν ιδέες οι δάσκαλοι της νεολαίας. Τους αφήνω να επιλέξουν ανάμεσα στο να μη διδάσκουν αυτά που δεν θεωρούν αξιόλογα και σημαντικά ή, αν επιθυμούν να συνεχίσουν τη διδασκαλία, πρώτα απ' όλα να κηρύξουν στους μαθητές ότι ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ούτε κανείς από όσους ερμηνεύουν...(λείπουν λέξεις)...αφού μέχρι και για ασέβεια τους έχουν κατηγορήσει και για ανοησία και θεολογικές πλάνες. Κι αφού χάρη στα συγγράμματα εκείνων κερδίζουν χρήματα και ζουν ετούτοι εδώ, είναι σαν να το παραδέχονται πως είναι αισχροκερδείς και για λίγες δραχμές είναι ικανοί για όλα.

Μέχρι τώρα, πολλά ήσαν τα αίτια που ο κόσμος δεν επισκεπτόταν τα ιερά, και ο φόβος που επικρεμόταν από παντού συγχωρούσε την απόκρυψη της αληθινής γνώμης για τους θεούς. Τώρα όμως που οι θεοί μάς έδωσαν την ελευθερία, μου φαίνεται παράλογο το να διδάσκει κανείς τους ανθρώπους αυτά που δεν εγκρίνει. Μα αν θεωρούν ότι είναι σοφοί εκείνοι των οποίων τα έργα ερμηνεύουν και τους οποίους αναγνωρίζουν ως προφήτες, ας μιμηθούν πρώτα την ευσέβεια εκείνων προς τους θεούς· αν όμως υποστηρίζουν ότι εκείνοι που αξίζουν τις μεγαλύτερες τιμές είχαν πλανηθεί, τότε ας πάνε στις εκκλησίες των χριστιανών να ερμηνεύσουν Ματθαίο και Λουκά...

Οι δικοί σας νόμοι σας απαγορεύουν να τρώτε από τα ζώα που θυσιάζονται. Εγώ όμως θα προτιμούσα να «ξαναγεννηθεί», όπως θα λέγατε και σεις, και η ακοή και η γλώσσα σας...(λείπουν λέξεις). Ιδού λοιπόν ο νέος νόμος που ισχύει για τους καθηγητές και διδασκάλους. Κανένας νέος που θέλει να φοιτήσει δεν αποκλείεται. Δεν θα ήταν ούτε λογικό ούτε δίκαιο, να κλείσω το δρόμο σε παιδιά που ακόμα δεν ξέρουν τι κατεύθυνση να ακολουθήσουν -από φόβο μήπως τα σπρώξω προς τα πατροπαράδοτα χωρίς να το θέλουν παρ' όλο που θα ήταν δίκαιο, όπως τους τρελούς, έτσι κι αυτούς να τους θεραπεύσουμε παρά τη θέληση τους. Πιστεύω όμως πως τους ανόητους πρέπει να τους διδάσκεις κι όχι να τους τιμωρείς.
Όσον αφορά τα οικονομικά μέτρα που έλαβε κατά της Εκκλησίας, θα τα αιτιολογήσει μ' ένα επιχείρημα άκρως...χριστιανικό («Προς του κατοίκους της Έδεσσας»):
Αφού λοιπόν ο θαυμάσιος νόμος τους, τούς προτρέπει να απαρνηθούν τα υπάρχοντα τους για να πορευτούν πιο εύκολα προς τη βασιλεία των ουρανών, γι' αυτό κι εμείς, συμφωνώντας με τους αγίους τους, δώσαμε διαταγή να κατασχεθούν όλα τα χρήματα της εκκλησίας των Εδεσσητών και να δοθούν στους στρατιώτες και τα κτήματα τους να προστεθούν στα δικά μας ιδιόκτητα. Κι αυτό για να φτωχύνουν και να βάλουν μυαλό, αλλά και για να μη στερηθούν τη βασιλεία των ουρανών στην οποία ακόμα ελπίζουν. Και τους κατοίκους της Έδεσσας τους προειδοποιώ να μένουν μακριά από καυγάδες και εξεγέρσεις, για να μη μου κεντρίσουν το αίσθημα της φιλανθρωπίας και τους τιμωρήσω με ξίφος, φωτιά και εξορία, για διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης.
Αναφερόμενος στους κληρικούς, θα γράψει («Προς τους κατοίκους της Βόστρας»):
Αντί να χαίρονται που έμειναν ατιμώρητοι για τις κακές τους πράξεις, ποθούν την παλιά τους εξουσία, κι επειδή δεν μπορούν πια να δικάζουν, να γράφουν διαθήκες, να βάζουν στο χέρι ξένες κληρονομιές και να τα χαρίζουν όλα στον εαυτό τους, κινούν τα νήματα για να προκαλέσουν αταξία, ρίχνουν λάδι στη φωτιά και πάνω στα παλιά δεινά τολμούν να συσσωρεύουν καινούρια, οδηγώντας τον λαό σε διχόνοια. Σκέφτηκα λοιπόν πως έπρεπε να αναγγείλω στους κατοίκους όλων των πόλεων με το διάταγμα αυτό, ότι απαγορεύεται να ξεσηκώνονται μαζί με τους κληρικούς, να παρασύρονται απ' αυτούς και να σηκώνουν πέτρες δείχνοντας απείθεια στους άρχοντες. Έχουν το ελεύθερο να συγκεντρώνονται όποτε θέλουν και να προσεύχονται για τον εαυτό τους όπως επιθυμούν. Αν όμως κάποιοι προσπαθούν να τους πείσουν να ξεσηκωθούν -δήθεν- για τα συμφέροντα τους, ας μη συμμετέχουν σε ταραχές για να μη τιμωρηθούν.
Και συνεχίζει, απευθυνόμενος «Προς τους κατοίκους της Βόστρας»:
Μονοιάσετε εσείς ο λαός μεταξύ σας. Όλοι ας αποφύγουν τις αντιπαλότητες και ας μη παρανομεί κανείς- και οι παραστρατημένοι να μην παρανομούν σε βάρος όσων ορθά και δίκαια λατρεύουν τους θεούς σύμφωνα με την παράδοση αιώνων, και όσοι λατρεύουν τους θεούς να μην καταστρέφουν και λεηλατούν τα σπίτια εκείνων που -περισσότερο λόγω άγνοιας παρά από πεποίθηση- έχουν παραστρατήσει...

Και τώρα όπως και πολλές φορές στο παρελθόν, παρακινώ αυτούς που διακατέχονται από αληθινό σεβασμό στους θεούς να μην αδικούν τα πλήθη των χριστιανών, ούτε να τους επιτίθενται και να τους προσβάλλουν. Περισσότερο πρέπει να λυπόμαστε παρά να μισούμε όσους σφάλλουν πάνω στα πιο σημαντικά ζητήματα· γιατί το μεγαλύτερο καλό είναι η θεοσέβεια ενώ αντίθετα το μεγαλύτερο κακό είναι η ασέβεια...
Όλα τα παραπάνω, όπως ήταν επόμενο, αποτέλεσαν ικανούς λόγους για την Εκκλησία, ώστε να ο Ιουλιανός να «βαπτισθεί» «Αποστάτης» και «Παραβάτης». Θέλοντας δε οι Ιουδαιοχριστιανοί να «λερώσουν» το όνομα του Ιουλιανού, δεν δίστασαν να του χρεώσουν ανυπόστατες φήμες που είχαν ως κοινή πηγή τον Βυζαντινό χρονογράφο και μοναχό, Γεώργιο Κεδρηνό, ο οποίος έζησε προς το τέλος του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα μ.Χ. «Χάρις» λοιπόν στον Κεδρηνό, «μαθαίνουμε» ότι ο Ιουλιανός τελούσε σπονδές προς τους θεούς, ξεκοιλιάζοντας μωρά και έγκυες γυναίκες για να κάνει οιωνοσκοπίες με τα σπλάχνα τους, ότι προς τον Ιουλιανό δόθηκε ο τελευταίος χρησμός της Πυθίας κι ότι λίγο πριν πεθάνει (πιθανότατα από χριστιανικό χέρι) αναγνώρισε την ήττα του λέγοντας «Νενίκηκάς με Ναζωραίε» (με νίκησες Χριστέ). Πρόκειται δηλαδή για χονδροειδή κατασκευάσματα της Εκκλησίας, που ήθελαν να καταδείξουν με κάθε τρόπο την επικράτηση του Χριστιανισμού. Ας σημειωθεί ότι όσοι άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς αναφέρθηκαν στα τελευταία λόγια του αυτοκράτορα, είχαν την τιμιότητα να προειδοποιούν τον αναγνώστη με ένα «λένε ότι»...

Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, κύμα τρομοκρατίας ξέσπασε στην Ανατολική Αυτοκρατορία. Σχεδόν αμέσως πυρπολήθηκε από χριστιανούς η Βιβλιοθήκη της Αντιόχειας. Ακολούθησαν ομαδικοί διωγμοί και βίαιοι θάνατοι φιλοσόφων, καταδίκες για μαγεία των πιστών του αρχαίου Πανθέου, καταστροφές αρχαίων ναών αλλά και εστιακών σημείων του Ελληνισμού που δεν είχαν λατρευτικό χαρακτήρα, όπως τα γυμνάσια και τα μουσεία· με τελική κατάληξη την απαγόρευση της αρχαίας θρησκείας από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο (Νοέμβριος 392) και την σχεδόν ταυτόχρονη απαγόρευση των Ολυμπιακών Αγώνων... Το Ελληνικό Πνεύμα, κατατρεγμένο, θα βρει πλέον καταφύγιο στις φιλοσοφικές σχολές, στις περισσότερες από τις οποίες δεν απομένουν παρά μερικές δεκαετίες ζωής. Ως και το εθνικό όνομα των Ελλήνων τέθηκε υπό απαγόρευση... Σήμερα ο Ιουλιανός αποτελεί μια ενοχλητική παρένθεση μέσα στα εγχειρίδια της ελληνικής ιστορίας. Αναφέρεται πάντοτε με το επώνυμο που του χάρισαν οι χριστιανοί («Παραβάτης» ή «Αποστάτης») οι οποίοι, στην καλύτερη περίπτωση, τον εμφανίζουν ως έναν ανεδαφικό οραματιστή· ένα μικρό ανάχωμα που παρασύρθηκε από το ποτάμι της ιστορίας...

Είναι ευτύχημα για τους ιστορικούς, τ' ότι ο Ιουλιανός δεν περιοριζόταν στο να μιλάει πολύ (ένα από τα ελαττώματα που του καταλογίζει ο Αμμιανός Μαρκελίνος) αλλά και υπαγόρευε πολύ· κι όταν δεν υπαγόρευε, έγραφε ο ίδιος, νύχτα πάντα. Ο Ιουλιανός ήταν ένας μανιακός της επικοινωνίας· κι αφότου ανέβηκε στον θρόνο, η νέα του ιδιότητα τού επέτρεπε, όταν δεν του επέβαλλε, να επικοινωνεί γραπτώς με τους πάντες: Είτε με το σύνολο των κατοίκων μιας πόλης (όπως παραπάνω) είτε με τον διοικητή μιας μακρινής επαρχίας είτε με μέλη της συγκλήτου· κυρίως όμως τον ενδιέφερε η επικοινωνία με ανθρώπους των γραμμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις πήρε την εξουσία έστειλε επιστολές σε αναρίθμητους διανοούμενους όλων των θρησκευμάτων και όλων των αποχρώσεων, καλώντας τους κοντά του. Όπως επίσης το ότι τις ίδιες εκείνες μέρες, τα έβαλε μ' έναν νεαρό κυνικό φιλόσοφο που τον είχε αγανακτήσει, γράφοντας έναν μακροσκελή λόγο με τίτλο «Κατά του κυνικού Ηράκλειου, σχετικά με το πώς πρέπει να εφαρμόζεται ο Κυνισμός και το αν ταιριάζει να πλάθει μύθους ο κυνικός». (Γεμάτος σεβασμό για τον πρώτο Κυνικό, τον Διογένη, και δυσφορώντας με την ελαφρότητα των επιγόνων του, ο Iουλιανός συνέχισε την πολεμική του με ένα δεύτερο φιλοσοφικού χαρακτήρα έργο με τίτλο «Προς τα απαίδευτα σκυλιά» [δηλαδή τους αμόρφωτους κυνικούς]).

Ο λόγος «Κατά χριστιανών» του Ιουλιανού, είναι ένα έργο υπεράσπισης του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής θρησκείας και του ελληνικού πνεύματος και κατηγορεί τους απολίτιστους Εβραίους πως αφού «έκλεψαν» στοιχεία τους, τα διαστρέβλωσαν με ανήθικο τρόπο. Ο Ιουλιανός χρησιμοποιεί τις αναρίθμητες αντιφάσεις και παραλογισμούς της Αγίας Γραφής για να ασκήσει κριτική στον Ιουδαιοχριστιανισμό, ενώ βάλλει και κατά των «Πατέρων» της Εκκλησίας, όπως κατά του «άθλιου Ευσέβιου» που «υποστηρίζει ότι έχουν και αυτοί κάποια ποιήματα με εξάμετρους στίχους, και περηφανεύεται ότι και οι Εβραίοι ασχολούνται φιλοσοφικά με τη λογική, που τ' όνομά της από τους Έλληνες το πρωτάκουσε». Ο αυθεντικός τίτλος του κειμένου είναι «Κατά Γαλιλαίων», τον οποίο χρησιμοποίησε ο Ιουλιανός έχοντας για παράδειγμα τον -κατά δύο αιώνες προγενέστερό του- στωικό φιλόσοφο Επίκτητο. Ο Ιουλιανός χρησιμοποιούσε το υποτιμητικό παρωνύμιο «Γαλιλαίοι» για τους χριστιανούς, θεωρώντας πως έτσι περιόριζε το «βεληνεκές» τους σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή (η διατήρηση του παρωνυμίου στη νεοελληνική απόδοση θα ήταν αδόκιμη). Όπως ο «Αληθής Λόγος» του Κέλσου και το «Κατά χριστιανών» του Πορφύριου, έτσι και το «Κατά χριστιανών» του Ιουλιανού, διασώθηκε μέσα από το έργο κάποιου χριστιανού, που το παρέθεσε κομματιαστά προκειμένου να το ανασκευάσει. Μόνο που, ενώ ο «Αληθής Λόγος» σώθηκε κατά το 80%, από το έργο του Ιουλιανού ζήτημα είναι αν έχουμε το ένα τέταρτο: Πρόκειται για εκτενή αποσπάσματα του πρώτου από τα τρία βιβλία που απάρτιζαν το έργο. Όσο για το χριστιανικό έργο που εμπεριείχε το «Κατά Γαλιλαίων», αυτό σώζεται μόνο κατά το ήμισυ... Γράφτηκε από τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Κύριλλο ο οποίος και ανακατέταξε (δηλαδή έκοψε και έραψε) το αρχικό κείμενο καταπώς τον διευκόλυνε και επιπλέον απάλειψε, όπως είπε και ο ίδιος, χωρία που τα θεώρησε υβριστικά. Κατόπιν όλων αυτών, βρέθηκε ένας ερευνητής ονόματι K. J. Neumann, που καταπιάστηκε με την ανασύνθεση του έργου και το εξέδωσε στη Λειψία το 1880, με τον τίτλο «IULIANIITERATOR IS LlBRORUM CONTRA CHRISTIANOS QUAE SUPERSUNT».

Είναι ευνόητο λοιπόν το έργο, όπως έχει σωθεί, να μην έχει ειρμό και συνοχή. Εξακολουθεί όμως, έστω κι έτσι, να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον: Ο Ιουλιανός δεν ήταν ένας απλοϊκός αντίπαλος του Χριστιανισμού· από μικρός, γνώριζε άριστα τις Γραφές όπως και την ιουδαϊκή μυθολογία. Όπως γράφει ο Ευνάπιος, τον ανήλικο Ιουλιανό τον είχαν από κοντά άνθρωποι του παλατιού (ευνούχοι), ώστε να εξασφαλιστεί το ότι θα γινόταν χριστιανός. Όμως εκείνος, «παρ όλα αυτά, έδειξε την υψηλή του φύση: Μάθαινε αμέσως απ' έξω όλα τα χριστιανικά βιβλία, τόσο που οι δάσκαλοι του αγανακτούσαν που το δασκαλίκι τους κρατούσε λίγο, καθώς δεν είχαν τι να διδάξουν στο παιδί. Κι αφού πια δεν είχε τι άλλο να μάθει απ' αυτούς, ζήτησε από τον εξάδελφο του Κωνστάντιο να του επιτρέψει να παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας και ρητορικής. Και κείνος, του το επέτρεψε γιατί προτιμούσε να χάνεται μες στα βιβλία ο Ιουλιανός παρά να θυμάται την οικογένεια του και το βασιλικό αξίωμα...».

Κατά χριστιανών

Μου φαίνεται σωστό να εκθέσω σε όλους τους ανθρώπους τους λόγους για τους οποίους πείστηκα ότι η μηχανορραφία των χριστιανών δεν είναι παρά ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα που υπαγορεύτηκε από κακή πρόθεση. Μην έχοντας τίποτα θεόπνευστο, και εκμεταλλευόμενη πέρα για πέρα το κομμάτι εκείνο της ψυχής που αρέσκεται στις φανταστικές ιστορίες και που είναι παιδαριώδες και ανόητο, κατάφερε να κάνει τις τερατώδεις αφηγήσεις να φαίνονται αληθινές. Καθώς τώρα πρόκειται να μιλήσω για όλα τα λεγόμενα κύρια δόγματα, θέλω πρώτα να πω ότι αν επιθυμούν οι αναγνώστες μου να φέρουν κάποια αντίρρηση, θα πρέπει, όπως ακριβώς και στο δικαστήριο, να μην καταπιαστούν με πολλά και άσχετα με το θέμα, ούτε ν' αρχίσουν να εκτοξεύουν δικές τους κατηγόριες, μέχρι να 'ρθει η ώρα να υπερασπίσουν τις απόψεις τους. Γιατί θα συντάξουν καλύτερα και σαφέστερα το δικό τους αντίλογο αν θελήσουν να με κατακρίνουν για κάτι συγκεκριμένο από αυτά που ισχυρίζομαι, και αν καθώς θα απολογούνται στις δικές μου αιτιάσεις, δεν αρχίσουν να κατηγορούν τον κατήγορο.

Αξίζει τώρα να δούμε λίγο από πού μας ήρθε και πώς ήταν η ιδέα του θεού στην αρχή, μετά να παραθέσουμε αυτά που λένε οι Εβραίοι και οι Έλληνες για το θείο, και μετά από αυτό να ξαναρωτήσουμε αυτούς που ούτε Έλληνες είναι, ούτε Ιουδαίοι, αλλά ανήκουν στην αίρεση των χριστιανών, για ποιον λόγο αντί για τη δική μας διδασκαλία διάλεξαν των Εβραίων, και επιπλέον, γιατί επιτέλους δεν είναι πιστοί μήτε σ' εκείνους, αλλά ξέκοψαν κι από κει και τράβηξαν δικό τους δρόμο -χωρίς να 'χουν ενστερνιστεί τίποτα το καλό και σπουδαίο, είτε από τα δικά μας, των Ελλήνων, είτε από των Εβραίων του Μωυσή. Θαρρείς κι ήταν Κήρες, μάζεψαν ό,τι ελαττώματα κουβαλούν και τα δυο έθνη: Από τη μια την αθεΐα της ιουδαϊκής αβελτηρίας, κι από την άλλη τον ανήθικο και νωχελικό βίο της δικής μας ραθυμίας και χυδαιότητας· και αυτό θέλησαν να το ονομάσουν υποδειγματική θεοσέβεια.

Το ότι η συνείδηση της ύπαρξης του θεού δεν είναι κάτι που διδάσκεται, αλλά την έχουν οι άνθρωποι από φυσικού τους, το αποδεικνύει πρώτα πρώτα ο κοινός σε όλους τους ανθρώπους ζήλος για το θείο, και στον ιδιωτικό και στο δημόσιο βίο, είτε ατομικά είτε σε εθνικό επίπεδο. Γιατί όλοι, χωρίς να το 'χουμε διδαχτεί, πιστέψαμε σε κάποια θεία δύναμη, την ακριβή φύση της οποίας δεν είναι εύκολο να τη γνωρίζουν όλοι, αλλά ούτε και όσοι τη γνωρίζουν είναι δυνατό να μιλήσουν γι' αυτήν σε όλους [...] Σ' αυτήν λοιπόν την κοινή σε όλους τους ανθρώπους ιδέα, προστίθεται και μια άλλη. Με τον ουρανό και τους ορατούς θεούς του, όλοι δεθήκαμε με τέτοια φυσικότητα, που κι αν ακόμα κάποιος θεωρούσε ότι ο θεός είναι κάτι άλλο από αυτούς, θα τον έβαζε να κατοικήσει στον ουρανό χωρίς να τον απομακρύνει από τη γη, αλλά θεωρώντας ότι εγκαθιστά τον βασιλιά στο πιο σπουδαίο μέρος του σύμπαντος απ' όπου επιβλέπει και αντιλαμβάνεται τα όσα γίνονται στη γη.

Είναι ανάγκη να επικαλεστώ εδώ Έλληνες και Εβραίους για μάρτυρες; Δεν υπάρχει κανείς που να μην υψώνει τα χέρια στον ουρανό όταν προσεύχεται· επιπλέον, όταν ορκίζεται σε θεό ή σε θεούς, αν τέλος πάντων έχει κάποια ιδέα για το θείο, προς τον ουρανό στρέφεται. Δεν είναι αφύσικο να συμβαίνει αυτό στους ανθρώπους. Γιατί καθώς βλέπουν ότι από τα ουράνια σώματα κανένα δε μεγαλώνει ούτε μικραίνει ούτε ανατρέπεται ούτε παθαίνει τίποτα από τα όσα υφίστανται τα σώματα που κινούνται άτακτα, αλλά ότι η κίνησή του είναι αρμονική κι η διάταξη του συμμετρική, και ότι οι φάσεις της σελήνης είναι καθορισμένες, κι επίσης ότι η ανατολή κι η δύση του ήλιου είναι καθορισμένες σε συγκεκριμένες πάντα εποχές, εύλογα πίστεψαν ότι ο ουρανός είναι θεός και θρόνος του θεού. Γιατί ένα ουράνιο σώμα, επειδή δεν μεγαλώνει με καμιά προσθήκη ούτε μικραίνει με αφαίρεση, και επειδή δεν το αγγίζει η μεταβολή από την αλλοίωση και την ανατροπή, είναι απρόσβλητο από κάθε φθορά και δεν δέχεται καμία επίδραση· επειδή εξάλλου είναι από τη φύση του αθάνατο και αναλλοίωτο, είναι καθαρό από κάθε είδους στίγμα· αιώνιο και αεικίνητο, όπως βλέπουμε, γυρίζει γύρω από το μεγάλο δημιουργό είτε διότι ωθείται από κάποια πιο ισχυρή και θεϊκή ψυχή που κατοικεί μέσα του, όπως ακριβώς, νομίζω, τα σώματα μας από την ψυχή μέσα μας, είτε επειδή προσέλαβε την κίνηση από τον ίδιο τον θεό, περιστρέφεται σε έναν απέραντο κύκλο με ακατάπαυστη και αιώνια ορμή [...]

Οι Έλληνες τώρα, είναι αλήθεια, έπλασαν τους μύθους για τους θεούς, απίστευτους και τερατώδεις. Είπαν δηλαδή ότι ο Κρόνος κατάπιε τα παιδιά του και αμέσως μετά τα ξέρασε. Μίλησαν ακόμα και για άνομους γάμους: Δηλαδή ότι ο Δίας κοιμήθηκε με τη μάνα του και, όταν έκανε παιδιά μαζί της, παντρεύτηκε την κόρη του, και μάλλον ούτε την παντρεύτηκε, αλλά, αφού κοιμήθηκε απλώς μαζί της, την έδωσε σε κάποιον άλλο. Έπειτα έρχονται οι μύθοι για τον κατασπαραγμένο Διόνυσο και τη συγκόλληση των μελών του. Τέτοια πράγματα λένε οι μύθοι των Ελλήνων. Σύγκρινέ τους με τη διδασκαλία των Ιουδαίων, και με τον Παράδεισο που φύτεψε ο Θεός και με τον Αδάμ που έπλασε, και τη γυναίκα που δημιουργήθηκε για χάρη του, διότι είπε ο Θεός, «δεν είναι ωραίο ο άνθρωπος να είναι μόνος του· ας του φτιάξουμε ένα βοηθό που να του μοιάζει». Μόνο που αυτή σε τίποτα απολύτως δεν τον βοήθησε, αλλά τον εξαπάτησε και έγινε συναίτιος για να αποκλειστούν και αυτός και αυτή από τις παραδείσιες απολαύσεις.

Βέβαια, όλα αυτά είναι εντελώς μυθώδη. Γιατί, πώς είναι δυνατόν να αγνοεί ο Θεός ότι το πλάσμα που δημιούργησε ως βοηθό, θα του 'βγαινε σε κακό και όχι σε καλό εκείνου που το δέχτηκε; Και το φίδι που μίλησε με την Εύα, ποια γλώσσα θα πούμε ότι χρησιμοποίησε; Μήπως την ανθρώπινη; Και σε τι διαφέρουν όλα αυτά από τους μύθους που έπλασαν οι Έλληνες; Αλλά μήπως και το να μην επιτρέψει ο Θεός στους ανθρώπους που έπλασε να μάθουν να διακρίνουν το καλό από το κακό, δεν είναι υπερβολικά παράλογο; Γιατί, τι πιο ηλίθιο από τον άνθρωπο που δεν μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό; Αφού είναι προφανές ότι τα μεν κακά δεν θα τα αποφύγει, τα δε καλά δεν θα επιδιώξει. Και το πιο σημαντικό: Ο Θεός δεν επέτρεψε στον άνθρωπο να γευθεί τη φρόνηση, από την οποία δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει γι' αυτόν περισσότερο. Το ότι η διάκριση του καλού και του χειρότερου είναι έργο της φρόνησης, το αντιλαμβάνονται ακόμα και οι ανόητοι· επομένως το φίδι είναι ευεργέτης μάλλον, και όχι καταστροφέας του ανθρώπινου γένους. Με βάση αυτά, πρέπει να πούμε ότι ο Θεός είναι φθονερός. Γιατί όταν είδε τον άνθρωπο να μετέχει στη φρόνηση, προκειμένου να μη γευτεί, λέει, από το δέντρο της ζωής, τον ξαπόστειλε από τον Παράδεισο λέγοντας ξεκάθαρα: «Να, ο Αδάμ έφτασε, σαν ένας από εμάς, να γνωρίζει το καλό και το κακό. Τώρα λοιπόν, μη τυχόν και απλώσει το χέρι, και πάρει, και φάει από το δέντρο της ζωής, και ζήσει αιώνια». Αν όλα αυτά δεν είναι μύθοι με κάποιο μυστικό νόημα -πράγμα που πιστεύω εγώ-, τότε οι διηγήσεις αυτές για τον Θεό είναι γεμάτες από βλασφημίες. Γιατί το να μην ξέρει ότι αυτή που πλάστηκε για βοηθός, θα γίνει η αιτία της πτώσης, και το να απαγορεύει τη γνώση του καλού και του κακού, που είναι το μόνο πράγμα που φαίνεται να δίνει συνοχή στον ανθρώπινο νου, και επιπλέον το να φθονεί, μήπως ο άνθρωπος πάρει από το δέντρο της ζωής και από θνητός γίνει αθάνατος, αυτά είναι χαρακτηριστικά υπερβολικά φθονερού και μνησίκακου όντος.

Όσο για το τι πραγματικά πιστεύουν οι Εβραίοι και το τι εξ αρχής μάς κληροδότησαν οι δικοί μας πρόγονοι, η δική μας θεωρία για τον άμεσο δημιουργό του κόσμου έχει ως εξής...(λείπει κείμενο). Για τους θεούς που είναι ανώτεροι από αυτόν το δημιουργό ο Μωυσής δε μίλησε καθόλου ούτε και τόλμησε να πει κάτι για τη φύση των αγγέλων. Ποικιλοτρόπως και πολλές φορές, είπε ότι υπηρετούν τον Θεό, αλλά πουθενά δεν ξεκαθαρίζεται αν οι άγγελοι είναι δημιουργημένοι ή όχι, αν έχουν δημιουργηθεί από άλλον και άλλον είναι ταγμένοι να υπηρετούν, ή αν έγιναν με κάποιον άλλο τρόπο. Ενώ αναλύει διεξοδικά όσα έχουν να κάνουν με τον ουρανό και τη γη, και τον τρόπο που τακτοποιήθηκαν τα όσα υπάρχουν πάνω στη γη. Και για άλλα λέει ότι διέταξε ο θεός να γίνουν μόνα τους, όπως το φως και το στερέωμα, ενώ άλλα τα έκανε ο ίδιος, όπως τον ουρανό και τη γη, τον ήλιο και τη σελήνη· και τα υπόλοιπα που υπήρχαν αλλά ήταν κρυμμένα μέχρι τότε, λέει ότι τα διαχώρισε, όπως το νερό, νομίζω, και τη στεριά. Σ' αυτά όμως δεν τόλμησε να προσθέσει τίποτε για γένεση ή δημιουργία του πνεύματος, παρά μόνον ότι «και πνεύμα θεού περιφερόταν πάνω από τα νερά»· το αν αυτό το πνεύμα είναι ή δεν είναι δημιούργημα, δεν το ξεκαθαρίζει.

Εδώ ας κάνουμε μια σύγκριση, αν θέλετε, με τα λόγια του Πλάτωνα. Πρόσεξε τι λέει αυτός για τον δημιουργό και τι τον βάζει να λέει στην «Κοσμογονία», για να αντιπαραβάλουμε την κοσμογονία του Πλάτωνα και του Μωυσή. Γιατί έτσι μπορεί να φανεί ποιος είναι καλύτερος και αντάξιος του Θεού· μήπως ο Πλάτων που λάτρεψε τα είδωλα, ή αυτός για τον οποίο η Γραφή λέει ότι ο Θεός τού μίλησε στόμα με στόμα. «Στην αρχή δημιούργησε ο θεός τον ουρανό και τη γη· η γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη, και σκοτάδι κάλυπτε την άβυσσο, και το πνεύμα του Θεού περιφερόταν πάνω από τα νερά. Και είπε ο Θεός: "Να γίνει φως", και έγινε φως. Και ο Θεός είδε ότι το φως είναι ωραίο. Και διαχώρισε ο Θεός το φως από το σκοτάδι. Και ονόμασε ο Θεός το φως ημέρα και το σκοτάδι νύχτα. Και την πρώτη ημέρα δημιουργήθηκε το βράδυ και δημιουργήθηκε το πρωί. Και είπε ο Θεός: "Να δημιουργηθεί επιστέγασμα μεταξύ των υδάτων". Και ονόμασε ο Θεός το θολωτό επιστέγασμα ουρανό. Και είπε ο Θεός να συγκεντρωθεί σε ένα μέρος όλο μαζί το νερό που βρίσκεται κάτω από τον ουρανό και να φανερωθεί η στεριά. Έτσι και έγινε. Και είπε ο Θεός να φυτρώσουν στη γη χορτάρια και δέντρα καρποφόρα. Και είπε ο Θεός να δημιουργηθούν φωτεινά αστέρια στο στερέωμα του ουρανού, για να φωτίζουν τη γη. Και τα έβαλε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού, ώστε να εξουσιάζουν την ημέρα και τη νύχτα».

Για την άβυσσο ή το σκοτάδι ή το νερό δεν λέει ο Μωυσής ότι τα δημιούργησε ο Θεός, παρ' όλο που θα 'πρεπε να πει και γι' αυτά -αφού για το φως κάπου είπε ότι έγινε με διαταγή του Θεού. 0 Μωυσής όμως δεν είπε λέξη -θαρρείς και πρόκειται για πράγματα που δεν δημιουργήθηκαν- παρ' ότι τα μνημονεύει τόσες φορές. Χώρια που δεν λέει τίποτα για τη γέννηση ή τη δημιουργία των αγγέλων ούτε για το πώς εμφανίστηκαν, παρά μιλάει μόνο για τα ουράνια και επίγεια σώματα, λες και ο Θεός δεν είναι δημιουργός κανενός άυλου, αλλά κάποιος που έβαλε σε τάξη το υλικό υπόστρωμα. Γιατί εκείνο το «η γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη», δεν σημαίνει παρά το ότι θεωρεί το υγρό και στερεό στοιχείο ύλη, και παρουσιάζει τον Θεό ως κάποιον που απλώς την έβαλε σε τάξη.
 
Άκου τώρα τι λέει ο Πλάτων για τον κόσμο: «Ολόκληρος ο ουρανός ή ο κόσμος -κι αν ταιριάζει περισσότερο να τον λέμε με κάποιο άλλο όνομα, ας τον ονομάσουμε έτσι- υπήρχε τάχα ανέκαθεν, χωρίς καμιά αρχική στιγμή γέννησης, ή μήπως δημιουργήθηκε, ξεκινώντας από κάποια αρχή; Δημιουργήθηκε, γιατί είναι ορατός και απτός και έχει σώμα. Όλα όμως τα πράγματα αυτού του είδους είναι αισθητά, και όπως δείξαμε, τα αισθητά έχουν κάποτε γεννηθεί και μεταβάλλονται... Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον ορθό λόγο, πρέπει να πούμε ότι αυτός ο κόσμος είναι έμβιο ον προικισμένο με ψυχή και νου κι αληθινά γεννήθηκε χάρη στην πρόνοια του Θεού».

Ας τα συγκρίνουμε ένα προς ένα· τι και πώς το λέει ο θεός του Μωυσή και πώς ο θεός του Πλάτωνα;
«Και είπε ο Θεός· ας φτιάξουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και έτσι που να μας μοιάζει. Και ας κυριαρχήσουν στα ψάρια της θάλασσας και στα πετούμενα του ουρανού και στα ζώα και σ' όλη τη γη και σε όλα τα ερπετά που έρπουν πάνω στη γη. Και δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, και τον έφτιαξε σύμφωνα με την εικόνα του· έκανε τους ανθρώπους αρσενικό και θηλυκό, λέγοντας: Να αυξάνεστε και να πληθαίνετε και να γεμίσετε τη γη και να την κατακυριεύσετε. Και κυριαρχήστε στα ψάρια της θάλασσας και στα πετούμενα του ουρανού και σε όλα τα ζώα και σε όλη τη γη».

Άκου λοιπόν τώρα και τον λόγο που αποδίδει ο Πλάτων στον δημιουργό του σύμπαντος:
«Θεοί, παιδιά θεών, τα έργα που δημιούργησα εγώ και στάθηκα πατέρας τους, μπορεί, αν το θελήσω, να είναι αδιάλυτα. Βέβαια, κάθε τι που έχει δεθεί μπορεί και να λυθεί· το να θέλει όμως κανείς να διαλύσει κάτι που ταίριαξε καλά και λειτουργεί καλά είναι έργο κακής βούλησης. Ακριβώς επειδή γεννηθήκατε, δεν είστε ούτε αθάνατοι ούτε άφθαρτοι. Δε θα διαλυθείτε, βέβαια, ούτε και θα σας βρει ο θάνατος, μια που κληρονομήσατε τη βούλησή μου, που είναι δεσμός μεγαλύτερος και δυνατότερος από εκείνους που σας συνέχουν απ' όταν γεννηθήκατε. Τώρα λοιπόν μάθετε αυτό που θα σας αποκαλύψω. Υπολείπονται ακόμα τρία θνητά γένη που δεν έχουν γεννηθεί, και αν δεν γεννηθούν αυτά, ο ουρανός θα είναι ατελής. Γιατί δεν θα εμπεριέχει όλα τα γένη των έμβιων όντων αν όμως αυτά τα δημιουργούσα εγώ ο ίδιος και τους έδινα ζωή, θα εξισώνονταν με τους θεούς. Για να είναι λοιπόν θνητά, και αφ' ετέρου για να έχει πληρότητα όλο αυτό το σύμπαν, στραφείτε εσείς, όπως είναι στη φύση σας, στη δημιουργία των ζωντανών όντων, μιμούμενοι τη δύναμη που άσκησα εγώ την ώρα της δημιουργίας σας. Και όσα από τα ζωντανά αξίζουν να είναι συνώνυμα με τους αθανάτους και ονομάζονται θεία και καθοδηγούν αυτά που θέλουν να υπακούν στο δίκαιο και σ1 εσάς, θα σας τα παραδώσω εγώ αφού κάνω την αρχή και τα σπείρω. Τα υπόλοιπα είναι δική σας ευθύνη· συνυφαίνοντας το θνητό με το αθάνατο, να κατασκευάζετε και να γεννάτε έμβια όντα και δίνοντας τα τροφή να τα δυναμώνετε και όταν πεθαίνουν, πάλι να τα δέχεστε».

Για να μη σκεφτείτε όμως ότι αυτό είναι ονειροφαντασίες, μάθετε το εξής: Ο Πλάτων ονομάζει θεούς αυτά που φαίνονται, δηλαδή τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα και τον ουρανό· αυτά όμως δεν είναι παρά το απείκασμα αυτών που δε φαίνονται. Ο ήλιος που βλέπουμε είναι ομοίωμα του νοητού, αυτού που δεν είναι ορατός. Και επίσης η ορατή για τα μάτια μας σελήνη και το καθένα από τα αστέρια, είναι ομοιώματα των νοητών. Ο Πλάτων λοιπόν ξέρει ότι εκείνοι οι νοητοί και αφανείς θεοί ενυπάρχουν και συνυπάρχουν με τον δημιουργό και γεννήθηκαν και προήλθαν από τον ίδιο. Εύλογα λοιπόν ο δημιουργός στον Πλάτωνα λέει «θεοί», όταν μιλάει για τους αόρατους, και «παιδιά θεών», όταν φυσικά μιλάει για τους ορατούς. Όμως κοινός δημιουργός και των δύο είναι αυτός που κατασκεύασε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και τα αστέρια, και δημιούργησε στη σφαίρα των νοητών τα αρχέτυπα τους. Πρόσεξε πόσο καλά τα λέει παρακάτω. «Υπολείπονται τρία θνητά γένη», λέει, εννοώντας προφανώς το γένος των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, μιας και το καθένα από αυτά ορίζεται με τους δικούς του όρους. «Αν λοιπόν», λέει, «καθένα από αυτά επίσης, το δημιουργούσα εγώ, θα ήταν απολύτως αναγκαίο να γίνει αθάνατο». Γιατί, τόσο για τους νοητούς θεούς, όσο και για τον ορατό κόσμο, καμιά άλλη αιτία δεν υπάρχει για την αθανασία, εκτός από το ότι είναι έργα του δημιουργού. Και λέγοντας ο Πλάτων, «ό,τι από αυτά είναι αθάνατο, αναγκαστικά τους έχει χαριστεί από τον δημιουργό», εννοεί την λογική ψυχή. «Όσο για τα υπόλοιπα», λέει, «εσείς να συνυφαίνετε το θνητό με το αθάνατο». Είναι λοιπόν φανερό ότι οι δημιουργικοί θεοί πήραν από τον πατέρα τους τη δημιουργική δύναμη και παρήγαγαν πάνω στη γη τα θνητά ζώα. Γιατί, αν ήταν να μη διαφέρει σε τίποτα ο ουρανός από τον άνθρωπο και ναι, μα τον Δία, από το θηρίο και, τελικά, από αυτά τα ίδια τα ερπετά και από τα μικρά ψάρια που κολυμπούν στη θάλασσα, έπρεπε ο δημιουργός να είναι ένας και ο αυτός για όλα. Αν όμως είναι μεγάλο το χάσμα ανάμεσα στα αθάνατα και τα θνητά, και με καμιά προσθήκη δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερο ούτε με αφαίρεση να μειωθεί, ούτε να υπάρξει ανάμειξη με τα θνητά και φθαρτά, ταιριάζει αιτία για τα θνητά να είναι άλλοι θεοί και για τα αθάνατα άλλοι.

Επειδή λοιπόν, όπως φαίνεται, ο Μωυσής δεν μπόρεσε να πραγματευθεί όλα όσα έχουν να κάνουν με τον άμεσο δημιουργό αυτού του κόσμου, ας συγκρίνουμε μεταξύ τους τις ιδέες που έχουν οι Εβραίοι και οι πρόγονοί μας για τα έθνη. Ο Μωυσής ισχυρίζεται ότι ο δημιουργός του κόσμου διάλεξε το έθνος των Εβραίων, ότι αφοσιώθηκε και φροντίζει εκείνο μόνο, και ότι σ' αυτόν τον ίδιο ανέθεσε την αποκλειστική μέριμνα. Όμως για τα άλλα έθνη, πώς ή από ποιους θεούς διοικούνται, δεν λέει κουβέντα· εκτός κι αν συμφωνήσει κανείς, ότι σ' αυτά παραχώρησε τον ήλιο και τη σελήνη. Γι' αυτά όμως θα μιλήσω και λίγο αργότερα. Περιορίζομαι τώρα να αναφέρω ενδεικτικά ότι ο ίδιος ο Μωυσής κι οι προφήτες μετά απ' αυτόν και ο Ιησούς ο Ναζωραίος, αλλά ακόμα κι ο Παύλος, που ξεπερνά διεθνώς όλους τους αγύρτες και μάγους όλων των εποχών, ισχυρίζονται ότι μόνο του Ισραήλ και της Ιουδαίας είναι ο Θεός και ότι οι Εβραίοι είναι ο εκλεκτός του λαός. Ακούστε λοιπόν αυτά τα λόγια, και πρώτα πρώτα του Μωυσή: «Κι εσύ θα πεις στον Φαραώ· το Ισραήλ είναι ο πρωτότοκος γιος μου. Και πρόσταξα: Άφησε ελεύθερο τον λαό μου για να με λατρέψει. Εσύ όμως δεν ήθελες να τον αφήσεις ελεύθερο». Και λίγο παρακάτω: «Και του λένε: Ο θεός των Εβραίων μάς έχει καλέσει. Θα βαδίσουμε λοιπόν μέσα στην έρημο τρεις ημέρες για να θυσιάσουμε στον κύριο τον Θεό μας». Και μετά από λίγο πάλι τα ίδια: «Ο κύριος και θεός των Εβραίων μ' έστειλε να σου πω: Ελευθέρωσε το λαό μου για να με λατρέψει στην έρημο».

Όμως το ότι ο Θεός ενδιαφέρθηκε απ' την αρχή μόνο για τους Ιουδαίους, και ότι αυτοί ήταν ο εκλεκτός του κλήρος, δε φαίνεται να το 'παν μόνο ο Μωυσής και ο Ιησούς, αλλά και ο Παύλος· μάλιστα εδώ είναι να απορείς με τον Παύλο. Γιατί, όπως τα χταπόδια αλλάζουν χρώμα ανάλογα με τα βράχια, αυτός αλλάζει τα δόγματα για τον Θεό ανάλογα με τις περιστάσεις. Και άλλοτε διατείνεται ότι οι Ιουδαίοι μόνο είναι η κληρονομιά του θεού, άλλοτε πάλι, όταν θέλει να πείσει τους Έλληνες να πάνε με το μέρος του, λέει «Ο Θεός δεν είναι μόνο των Ιουδαίων αλλά και των εθνών ναι και των εθνών». Δίκιο θα έχουμε λοιπόν να ρωτήσουμε τον Παύλο: Αν ο Θεός δεν ήταν μόνο των Ιουδαίων αλλά και των εθνών, γιατί να χαρίσει μόνο στους Ιουδαίους τόσο μεγάλες προφητικές ικανότητες και τον ίδιο τον Μωυσή και το χρίσμα και τους προφήτες και το νόμο και τα απίστευτα και τερατώδη που διαβάζουμε στους μύθους; Και τους ακούς να κραυγάζουν, «Ο άνθρωπος έφαγε ψωμί αγγέλων». Και τελικά τους έστειλε και τον Ιησού, ενώ σ' εμάς ούτε προφήτη ούτε χρίσμα ούτε δάσκαλο ούτε έναν κήρυκα να μας αναγγείλει ότι κάποτε, στο μέλλον, έστω και καθυστερημένα, θα φτάσει και σ' εμάς η φιλανθρωπία του. Και επιπλέον, για μυριάδες ή, αν θέλετε, για χιλιάδες χρόνια, έβλεπε αδιάφορος τους ανθρώπους από εκεί που ανατέλλει μέχρι εκεί που δύει ο ήλιος και από τον νότο μέχρι τον βορρά, βυθισμένους στην άγνοια και να λατρεύουν, όπως λέτε, τα είδωλα -όλοι εκτός από ένα μικρό γένος που, για λιγότερο από δύο χιλιάδες χρόνια, είχε εγκατασταθεί σε ένα μέρος της Παλαιστίνης. Αν πράγματι είναι θεός όλων μας, και εξίσου δημιουργός όλων, γιατί αδιαφόρησε για εμάς; Επόμενο λοιπόν είναι να θεωρούμε ότι ο θεός των Εβραίων δεν είναι δημιουργός όλου του κόσμου και δεν εξουσιάζει τα πάντα, αλλά ότι, όπως είπα, είναι περιορισμένος και, καθώς η εξουσία του είναι πεπερασμένη, φανταζόμαστε ότι είναι ένας ανάμεσα στους άλλους θεούς. Πρέπει μήπως να σας δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή, επειδή εσείς ή κάποιος από τη φάρα σας έφτασε σε μιαν ασαφή ιδέα περί ύψιστου θεού; Δεν είναι μερικότητες όλα αυτά; Ένας θεός που ζηλεύει· γιατί δηλαδή να ζηλεύει και να εκδικείται τα παιδιά για αμαρτίες των γονιών τους;

Πλάι σ' αυτά, εξετάστε τώρα τα δικά μας. Οι δικοί μας φιλόσοφοι λένε ότι ο δημιουργός είναι πατέρας όλων και κοινός βασιλιάς, και ότι ανέθεσε όλα τα υπόλοιπα σε θεούς εθνάρχες και πολιούχους, καθένας από τους οποίους κηδεμονεύει τον δικό του κλήρο με το δικό του τρόπο. Έτσι λοιπόν, επειδή για τον πατέρα τα πάντα είναι τέλεια και τα πάντα είναι ένα, ενώ στον κάθε θεό χωριστά υπερτερεί μια διαφορετική ικανότητα, ο Άρης κηδεμονεύει τα πολεμικά έθνη, η Αθηνά τα πολεμικά που διαθέτουν και φρόνηση, ο Ερμής τα συνετότερα κυρίως παρά τα τολμηρότερα, και την εκάστοτε ιδιοσυγκρασία των αρμοδίων θεών ακολουθούν τα έθνη που κηδεμονεύονται απ' αυτούς. Αν τώρα η εμπειρία δεν επιβεβαιώνει τα λόγια μας, τότε θα δεχτούμε ότι οι παραδόσεις μας είναι φαντασιοπληξίες και η προσπάθεια μας να πείσουμε μάταιη, και θα πρέπει να επαινέσουμε τις δικές σας ιδέες· αν όμως συμβαίνει εντελώς το αντίθετο, και η εμπειρία αιώνων επιβεβαιώνει αυτά που λέμε εμείς, ενώ με τις δικές σας θεωρίες δε φαίνεται να συμφωνεί σε τίποτα και πουθενά, γιατί εξακολουθείτε να ερίζετε σε τέτοιο βαθμό; Ας μου πει λοιπόν κάποιος: Ποια η αιτία που οι Κέλτες και οι Γερμανοί είναι ριψοκίνδυνοι, ενώ οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι καταγίνονται κυρίως με την πολιτική και με τη φροντίδα για τα ανθρώπινα, δίχως να παύουν να είναι σταθεροί και ικανοί στον πόλεμο, ενώ οι Αιγύπτιοι είναι πιο συνετοί και επιδίδονται περισσότερο στις τέχνες, και οι Σύριοι είναι φιλήσυχοι, καλοπερασάκηδες και συνάμα συνετοί, θερμοί, ματαιόδοξοι και καπάτσοι. Αν κάποιος δε διαβλέπει καμιά αιτία γι' αυτές τις διαφορές ανάμεσα στα έθνη αλλά υποστηρίζει ότι μάλλον αυτόματα έγιναν έτσι τα πράγματα, πώς πιστεύει ακόμα ότι ο κόσμος διοικείται με πρόνοια; Αν όμως θεωρεί ότι υπάρχουν αιτίες γι' αυτά, ας μου πει ποιες είναι, στο όνομα του ίδιου του δημιουργού, και ας με διδάξει. Όσο τώρα για τους νόμους, είναι προφανές ότι η ανθρώπινη φύση τούς θέσπισε έτσι που να της ταιριάζουν πολιτικούς και φιλάνθρωπους σε όσους περισσότερο καλλιεργήθηκε η αγάπη για τον άνθρωπο, ενώ αγρίους και απάνθρωπους σε όσους ενυπήρχε ο αντίθετος χαρακτήρας των ηθών. Η νομοθετική αγωγή, δηλαδή, ελάχιστα πρόσθεσε στη φύση και στην κλίση των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν οι Σκύθες δεν αποδέχθηκαν τον Ανάχαρση που λάτρευε το Διόνυσο· και στα δυτικά έθνη δύσκολα θα βρεις κάποιους, ελάχιστους, που να χουν κλίση στη φιλοσοφία ή τη γεωμετρία ή σε κάτι παρεμφερές, παρ όλο που η ηγεμονία των Ρωμαίων εκεί βαστάει ήδη τόσον καιρό. Μόνο οι πολύ ευφυείς απ' αυτούς απολαμβάνουν τις διαλέξεις και τη ρητορεία, ενώ δεν συμμετέχουν σε κανένα άλλο μάθημα. Τόσο ισχυρό πράγμα φαίνεται πως είναι η φύση. Τι πράγμα είναι λοιπόν η μεταξύ των εθνών διαφορά στα ήθη και τους νόμους;

Για την ανομοιότητα των γλωσσών ο Μωυσής έδωσε μιαν ολωσδιόλου μυθική εξήγηση. Είπε δηλαδή ότι οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν θέλοντας να οικοδομήσουν μια πόλη κι ένα μεγάλο πύργο μέσα σ' αυτή, και ότι ο Θεός είπε ότι έπρεπε να κατεβεί και να μπερδέψει τις γλώσσες τους. Και για να μη θεωρηθεί ότι λέω συκοφαντίες, ας διαβάσουμε τα παρακάτω λόγια του Μωυσή: «Και είπαν: ελάτε, να χτίσουμε για μας μια πόλη κι ένα πύργο, που η κορυφή του θα φτάνει μέχρι τον ουρανό, να αφήσουμε πίσω μας ένα όνομα προτού διασκορπιστούμε πάνω στο πρόσωπο της γης. Και κατέβηκε ο κύριος για να δει την πόλη και τον πύργο που οικοδόμησαν οι άνθρωποι. Και είπε ο κύριος: "Ιδού, ένα γένος και μια κοινή γλώσσα για όλους, και άρχισαν να φτιάχνουν αυτό το πράγμα, και τώρα δε θα τους λείπει τίποτα απ' όσα σκοπεύουν να κάνουν. Εμπρός, ελάτε, να κατεβούμε εκεί κάτω να τους μπερδέψουμε τη γλώσσα, να μην καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου". Και τους σκόρπισε ο κύριος ο Θεός σ' όλη τη γη, και έπαψαν να χτίζουν την πόλη και τον πύργο». Κι έχετε την αξίωση να πιστέψουμε αυτή την ιστορία σας. Τη στιγμή που εσείς δεν πιστεύετε την ιστορία του Ομήρου για τους Αλωάδες, ότι δηλαδή σκέφτονταν να βάλουν τρία βουνά το ένα πάνω στο άλλο, «για να έχουν πρόσβαση στον ουρανό». Εγώ λέω πως και οι δυο ιστορίες είναι εξίσου παραμύθια. Εσείς όμως, μιας και αποδέχεστε τον πρώτο μύθο, για ποιο λόγο απορρίπτετε τον μύθο του Ομήρου; Βέβαια, σε αμαθείς ανθρώπους δεν ωφελεί να λες ότι ακόμα κι αν σε όλη την οικουμένη οι άνθρωποι χρησιμοποιήσουν μια γλώσσα, δεν θα καταφέρουν να χτίσουν πύργο που να φθάνει στον ουρανό, κι ας μετατρέψουν σε τούβλα ολόκληρη τη γη· γιατί για να μπορέσουν να φτάσουν μέχρι τους κύκλους της σελήνης, θα χρειαστούν άπειρα τούβλα, όμοια σε μέγεθος με ολάκερη τη γη. Αν υποθέσουμε δηλαδή ότι όλοι οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν και χρησιμοποιούσαν μια γλώσσα, και ότι λιθοτομούσαν ολάκαιρη τη γη, ακόμα κι αν έφτιαχναν τον πύργο λεπτότερο από χορδή τόξου, πότε θα κατάφερναν να φτάσουν ως τον ουρανό; Εσείς λοιπόν που αυτόν τον ολοφάνερο μύθο τον πήρατε για αληθινό και που νομίσατε πως ο Θεός φοβήθηκε τους μιασμένους από τα φονικά ανθρώπους, και πως για τον ίδιο λόγο κατέβηκε στη γη να μπερδέψει τις λαλιές τους, τολμάτε ακόμα να καυχιέστε ότι έχετε γνώση του Θεού;

Επανέρχομαι όμως αμέσως στο πώς ο Θεός μπέρδεψε τις γλώσσες. Ο Μωυσής είπε την αιτία· ότι φοβήθηκε μήπως οι άνθρωποι, αποκτώντας πρόσβαση στον ουρανό, κάνουν τίποτα εναντίον του, έτσι όπως είχαν την ίδια γλώσσα και σύμπνοια αναμεταξύ τους· για το πώς όμως το κατάφερε αυτό, το μόνο που λέει είναι ότι το 'κανε αφού πρώτα κατέβηκε από τον ουρανό -προφανώς επειδή δεν μπορούσε να το κάνει αν δεν κατέβαινε στη γη. Για τις διαφορές στα ήθη και στα έθιμα, ούτε ο Μωυσής ούτε άλλος κανείς έχει να μας διαφωτίσει. Πόσο μάλλον που οι διαφορές στα έθιμα και τα πολιτικά ήθη των εθνών, είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερες από τη διαφορά στις γλώσσες. Γιατί, ποιος Έλληνας λέει ότι πρέπει κανείς να ζευγαρώνει με την αδελφή, την κόρη, τη μητέρα του; Αυτό όμως στους Πέρσες θεωρείται καλό. Είναι ανάγκη τώρα να καταπιαστώ με το καθένα ξεχωριστά, να εξετάσω λεπτομερώς τον φιλελεύθερο και ανυπότακτο χαρακτήρα των Γερμανών, την υποτακτικότητα και την ευπείθεια των Σύρων και των Περσών και των Πάρθων, κοντολογίς όλων των βαρβάρων της ανατολής και του νότου, και όσων άλλων επιθυμούν και έχουν αποκτήσει ακόμα πιο αυταρχικά πολιτεύματα; Αν λοιπόν όλα αυτά τα μεγαλύτερα και τα σημαντικότερα συνέβησαν χωρίς την παρέμβαση κάποιας ακόμα πιο μεγάλης και θείας πρόνοιας, γιατί ασχολούμαστε μάταια και λατρεύουμε κάποιον που δεν προνοεί για τίποτα; Αξίζει να τιμούμε κάποιον που δε νοιάστηκε ούτε για τις ζωές μας ούτε για τα ήθη μας ούτε για τον τρόπο ούτε για την ευνομία ούτε για την πολιτική κατάσταση; Καθόλου. Κοιτάξτε, πόσο άτοπη καταλήγει να είναι η θεωρία σας. Από τα αγαθά που βλέπουμε να υπάρχουν στην ανθρώπινη ζωή, προηγούνται τα αγαθά της ψυχής και ακολουθούν αυτά του σώματος. Αν, λοιπόν, αδιαφόρησε για τα ψυχικά μας αγαθά, και δεν προνόησε ούτε για τη φυσική μας κατάσταση, ούτε μας έστειλε δασκάλους ή νομοθέτες όπως έστειλε στους Εβραίους σύμφωνα με το Μωυσή και τους προφήτες μετά απ' αυτόν, για ποιο πράγμα πρέπει να τον ευγνωμονούμε;

Εξετάστε όμως μήπως ο Θεός χάρισε και σ' εμάς θεούς και καλούς προστάτες που εσείς δεν γνωρίζετε, και που δεν είναι κατώτεροι από τον θεό που ανέκαθεν λατρεύουν οι Εβραίοι της Ιουδαίας -μιας χώρας που της έλαχε η αποκλειστικότητα των φροντίδων του, όπως είπε ο Μωυσής κι όπως λένε οι επίγονοι του ακόμα και σήμερα. Αλλά ακόμα κι αν ο άμεσος δημιουργός του κόσμου ήταν αυτός που τιμούν οι Εβραίοι, οι σκέψεις μας γι' αυτόν είναι κατά πολύ ανώτερες από τις δικές τους και τα αγαθά που μας χάρισε σπουδαιότερα από τα δικά τους -και της ψυχής και τα άλλα για τα οποία θα μιλήσω παρακάτω. Και μας έστειλε νομοθέτες καθόλου χειρότερους από τον Μωυσή, για να μην πω ότι οι περισσότεροί τους είναι και καλύτεροι απ' αυτόν.

Όπως έλεγα λοιπόν, αν την ιδιαιτερότητα κάθε έθνους ως προς τους νόμους και τα ήθη, δεν την έχει καθορίσει κάποιος εθνάρχης θεός που επιτηρεί και κάποιος άγγελος που δέχεται τις διαταγές του ή κάποιος δαίμονας ή ήρωας ή κάποιο ξεχωριστό γένος ψυχών που υπηρετεί τις ανώτερες δυνάμεις, θα πρέπει να μας αποδείξουν από ποια άλλη δύναμη και με ποιο τρόπο δημιουργήθηκαν αυτές οι διαφορές. Δε φτάνει δηλαδή να λέμε: «Είπε ο Θεός και έγινε». Γιατί πρέπει η φύση των δημιουργημάτων να συμφωνεί με τα προστάγματα του Θεού. Και για να γίνω πιο σαφής· μήπως πρόσταξε ο Θεός, η φωτιά να κατευθύνεται προς τα πάνω, κι η γη να βαραίνει προς τα κάτω έτσι στην τύχη; Για να πραγματοποιηθεί η προσταγή του Θεού, δεν έπρεπε το πρώτο να είναι ελαφρύ και το δεύτερο να έχει βάρος; Έτσι συμβαίνει και με τα άλλα πράγματα [...] το ίδιο και με τα θεία. Και ο λόγος είναι ότι το γένος των ανθρώπων υπόκειται στον θάνατο και τη φθορά. Είναι φυσικό λοιπόν τα έργα του να είναι φθαρτά και ασταθή και να αλλάζουν με κάθε τρόπο· καθώς όμως ο Θεός είναι αιώνιος, αρμόζει και τα προστάγματά του να είναι τέτοια. Και ως τέτοια, είτε ονομάζονται φύσεις των όντων είτε συμφωνούν με τη φύση των όντων. Γιατί πώς θα ήταν δυνατό η φύση να αντιμάχεται το πρόσταγμα του Θεού; Πώς θα μπορούσε να μην εναρμονίζεται μ αυτό; Επομένως, ακόμα και αν όρισε να μην είναι όμοιες οι πολιτικές συγκροτήσεις των εθνών -ακριβώς όπως όρισε να μην είναι όμοιες και οι γλώσσες—, αυτό δεν το 'κανε με μιαν απλή προσταγή ούτε και μας έφτιαξε έτσι ώστε να τείνουμε προς τη διαφοροποίηση μεταξύ μας. Θα 'πρεπε εξ αρχής να υπάρχουν διαφορές στη φύση των εθνών που έμελλε να διαφοροποιηθούν. Αυτό τουλάχιστον είναι κάτι που φαίνεται· αρκεί να προσέξει κανείς πόσο διαφέρουν σωματικά οι Γερμανοί κι οι Σκύθες από τους Λίβυους και τους Αιθίοπες. Άραγε είναι κι αυτό αποτέλεσμα ενός απλού προστάγματος, και για το χρώμα των ανθρώπων, εκτός από τους θεούς, δεν παίζει κανένα ρόλο ούτε το κλίμα ούτε η περιοχή;

Ο Μωυσής κοντά στ' άλλα αποσιωπούσε συνειδητά τέτοιου είδους απορίες, χώρια που δεν απέδωσε τη σύγχυση των γλωσσών μόνο στον Θεό. Γιατί λέει ότι ο Θεός δεν κατέβηκε μόνος, και ούτε κατέβηκε ένας μόνο μαζί του, αλλά περισσότεροι, χωρίς να πει ποιοι ήταν αυτοί· είναι φανερό όμως ότι θεωρούσε αυτούς που κατέβηκαν μαζί όμοιους με τον Θεό. Αν λοιπόν για τη σύγχυση των γλωσσών δεν κατεβαίνει μόνος ο κύριος αλλά κι άλλοι μαζί του, δε χωρά αμφιβολία πως υπεύθυνοι και για τη σύγχυση των ηθών μπορούν εύλογα να θεωρηθούν κι αυτοί που μπέρδεψαν τις διαλέκτους, συντροφιά με τον κύριο.

Γιατί όμως, ενώ δεν είχα πρόθεση να μακρηγορήσω, είπα τόσα πράγματα; Ο λόγος είναι ότι, ακόμα κι αν ο άμεσος δημιουργός του κόσμου είναι αυτός που κηρύττει ο Μωυσής, εμείς έχουμε ανώτερη γνώμη γι' αυτόν, καθώς θεωρούμε ότι είναι κοινός αφέντης όλων, και ότι υπάρχουν άλλοι, εθνικοί θεοί που 'ναι κατώτεροι του κι ο καθένας τους καταγίνεται με τις δικές του φροντίδες, ακριβώς όπως οι ύπαρχοι του βασιλιά· εμείς τον Θεό δεν τον καθιστούμε τοπικό ανταγωνιστή των κατώτερων του θεών. Αν όμως ο Μωυσής τιμά κάποιον τοπικό θεό και κατόπιν τον αντιτάσσει στην ηγεμονία του σύμπαντος, τότε το καλύτερο για μας είναι να πειστούμε και να αναγνωρίσουμε τον θεό των πάντων, χωρίς βέβαια να αγνοήσουμε τον θεό του Μωυσή. Καλύτερα να τιμάμε τον δημιουργό των πάντων, παρά κάποιον που ανέλαβε την ηγεμονία ενός ελάχιστου τμήματος.

Ο νόμος του Μωυσή, εκείνος ο δεκάλογος, είναι αξιοθαύμαστος: «Να μη κλέψεις, να μη φονεύσεις, να μην ψευδομαρτυρήσεις». Ας γράψω όμως επί λέξει κάθε μια από τις εντολές, που ο Μωυσής ισχυρίζεται ότι γράφτηκαν από τον ίδιο τον Θεό. «Εγώ είμαι ο κύριος ο Θεός σου, που σε οδήγησε έξω από την Αίγυπτο». Και ακολουθεί η δεύτερη: «Δεν θα έχεις άλλους θεούς εκτός από εμένα. Να μη φτιάξεις είδωλα που να σου μοιάζουν». Και προσθέτει την αιτία: «Γιατί εγώ είμαι ο κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλότυπος, που φορτώνει τις αμαρτίες των γονιών στα παιδιά μέχρι και της τρίτης γενιάς». «Μην αναφέρεις χωρίς λόγο το όνομα του κυρίου του Θεού σου». «Να θυμάσαι την ημέρα των σαββάτων». «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». «Μη κάνεις μοιχεία». «Μη σκοτώσεις». «Μη κλέψεις». «Μη ψευδομαρτυρήσεις». «Να μην επιθυμήσεις αυτά που ανήκουν στον διπλανό σου». Μα για όνομα των θεών, ποιο έθνος δεν πιστεύει ότι πρέπει να τηρεί όλες αυτές τις εντολές, εκτός από το «να μην λατρεύσεις άλλους θεούς» και το «να θυμάσαι την ημέρα των σαββάτων»; Δεν έχουν θεσπιστεί ακόμα και τιμωρίες γι" αυτούς που τις παραβαίνουν, κάποτε μάλιστα αυστηρότερες και άλλοτε παρόμοιες με αυτές που θεσμοθέτησε ο Μωυσής, και μερικές φορές μάλιστα πιο φιλάνθρωπες;

Με κείνο το «να μην λατρεύσεις άλλους θεούς» όμως, συκοφαντεί σοβαρά τον Θεό. «Γιατί ο Θεός είναι ζηλότυπος», λέει· και σε άλλο σημείο πάλι: «Ο Θεός μας είναι φωτιά που τρώει τα πάντα». Δηλαδή, όταν ένας άνθρωπος είναι ζηλότυπος και φθονερός, σου φαίνεται αξιόμεμπτος, ενώ όταν ο Θεός ονομάζεται ζηλότυπος τον εκθειάζεις; Κι όμως· με ποια λογική ψεύδεται, όταν πρόκειται για μια ιδιότητα του Θεού τόσο φανερή; Γιατί αν είναι ζηλότυπος, τότε όλοι οι θεοί λατρεύονται και όλα τα υπόλοιπα έθνη προσκυνούν τους θεούς παρά τη θέλησή του. Πώς λοιπόν δεν τους εμπόδισε, αφού ζηλεύει τόσο πολύ και δεν θέλει να προσκυνούν οι άνθρωποι άλλους εκτός από τον ίδιο; Άραγε δεν μπορούσε ή δεν ήθελε από την αρχή να εμποδίσει να λατρεύονται και οι άλλοι θεοί; Το πρώτο όμως, το να πούμε ότι δεν μπορούσε, είναι ασέβεια· ενώ το δεύτερο συμφωνεί με αυτό που κάνουμε εμείς. Αφήστε λοιπόν αυτές τις ανοησίες και μην παίρνετε πάνω σας τέτοια βλασφημία. Κι είναι θέλημά του να μη λατρεύεται κανένας άλλος θεός, για ποιον λόγο εσείς λατρεύετε τον νόθο γιο του, τον οποίο ποτέ δεν παραδέχτηκε ούτε θεώρησε δικόν του; Και θα σας το αποδείξω αυτό, εύκολα. Εσείς όμως, δεν ξέρω γιατί, του αποδίδετε τη γέννηση ενός νόθου γιου [...] (ο Κύριλλος σ' αυτό το σημείο, περικόπτει το χωρίο που ακολουθεί).

Πουθενά (στην ελληνική φιλοσοφία) ο Θεός δε φαίνεται ούτε να δυσανασχετεί ούτε να αγανακτεί ούτε να οργίζεται ούτε να ορκίζεται ούτε να αμφιταλαντεύεται ούτε να αλλάζει γνώμη, όπως κάνει στην περίπτωση του Φινεές, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μωυσή. Αν κάποιος από εσάς διάβασε τους «Αριθμούς», ξέρει για ποιο πράγμα μιλώ. Όταν ο Φινεές έπιασε και σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τον άνθρωπο που είχε αφιερωθεί στη λατρεία του Βεελφεγώρ, καθώς σκότωσε και τη γυναίκα που τον είχε πείσει, καταφέροντάς της με τρόπο αισχρό ένα οδυνηρότατο τραύμα στη μήτρα, παρουσιάζεται τότε ο Θεός να λέει: «Ο Φινεές, γιος του Ελεάζαρ, γιου του Ααρών του αρχιερέα, καταλάγιασε τον θυμό μου για τους Ισραηλίτες επειδή οργίστηκε με τους ενόχους και τους τιμώρησε αυτός στη θέση μου. Και δεν κατέστρεψα τους Ισραηλίτες επάνω στην οργή μου». Υπάρχει πιο τιποτένια αιτία απ' αυτήν για την οποία -σύμφωνα με τα ψευδολογήματα του συγγραφέα- εξοργίστηκε ο Θεός; Τι πιο παράλογο; Αν δέκα ή δεκαπέντε ή έστω εκατό -γιατί δεν θα πουν, βέβαια, ότι ήσαν χίλιοι, αλλά ας υποθέσουμε και τόσους- τόλμησαν να παραβούν κάποιον νόμο που έθεσε ο Θεός, θα πρέπει για τους χίλιους να εξολοθρευτούν εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι; Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι καλύτερο μαζί με χίλιους ενάρετους άντρες να σώσεις κι έναν κακό, από το να καταστρέψεις τους χίλιους μαζί με τον ένα [...] Γιατί αν, ακόμα και ενός από τους ήρωες, ακόμα και ενός κατώτερου θεού η οργή είναι δυσβάσταχτη για χώρες και πόλεις ολόκληρες, ποιος θα άντεχε αν η οργή ενός τόσο μεγάλου και ισχυρού θεού έπεφτε πάνω σε μικρούς θεούς ή αγγέλους ή και ανθρώπους; Αξίζει βέβαια να συγκρίνουμε αυτόν τον θεό με την πραότητα του Λυκούργου και την ανεκτικότητα του Σόλωνα, ή και με την επιείκεια και την καλοσύνη που δείχνουν οι Ρωμαίοι στους παραβάτες των νόμων. Κατά πόσο μάλιστα η δική μας διδασκαλία είναι ανώτερη από τη δική τους, μπορείτε να το διαπιστώσετε από το εξής: Οι φιλόσοφοι μάς προτρέπουν να μιμηθούμε όσο μπορούμε τους θεούς, και μας λένε ότι αυτή η μίμηση έγκειται στη θέαση του υπαρκτού κόσμου. Το ότι εδώ δεν παρεμβαίνει το πάθος και το ότι η μίμηση προϋποθέτει την απάθεια, είναι προφανές και χωρίς να το πω· συνεπώς, όσο απαλλασσόμαστε από τα πάθη μας, καθώς είμαστε αφιερωμένοι στη θέαση των όντων, τόσο εξομοιωνόμαστε με τον Θεό. Τι είδους μίμηση του Θεού επαινούν οι Εβραίοι; Την οργή, το θυμό και τον άγριο φθόνο. Γιατί ο θεός λέει, «ο Φινεές καταλάγιασε το θυμό μου για τους Ισραηλίτες, επειδή οργίστηκε και τους αντιμετώπισε ο ίδιος στη θέση μου». Όταν δηλαδή ο Θεός βρήκε κάποιον να μοιραστεί την αγανάκτηση και τη θλίψη του, φαίνεται πως άφησε κατά μέρος την αγανάκτηση. Αυτά και άλλα παρόμοια επινόησε για τον Θεό ο Μωυσής, σε αρκετά σημεία μέσα στη Γραφή.

Το ότι ο Θεός δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για τους Εβραίους, αλλά, φροντίζοντας για όλα τα έθνη, σ' εκείνους μεν δεν έδωσε τίποτα σπουδαίο ή μεγάλο, ενώ σε εμάς έδωσε χαρίσματα πολύ καλύτερα και ανώτερα από τα δικά τους, εξακριβώστε το από αυτά που ακολουθούν. Έχουν βέβαια και οι Αιγύπτιοι να λένε, καθώς ανάμεσα τους απαριθμούν ονόματα όχι λίγων σοφών, ότι από αυτούς κατάγονται πολλοί διάδοχοι του Ερμή -του Ερμή, λέω, που στην τρίτη του εμφάνιση επισκέφτηκε την Αίγυπτο. Κι οι Χαλδαίοι όμως και οι Ασσύριοι μπορούν να υπερηφανεύονται για τους απογόνους του Ωάννου και του Βήλου, αλλά και οι Έλληνες για τους αναρίθμητους απογόνους του Χείρωνα. Γιατί, από αυτόν και μετά, όλοι τους είχαν έμφυτη κλίση προς τα μυστήρια και τη θεολογία, πράγματα με τα οποία μεγαλοπιάνονται οι Εβραίοι και εγκωμιάζουν μόνο τα δικά τους [...] Μήπως σας έδωσε ο Θεός τις βάσεις της επιστήμης ή κάποιο φιλοσοφικό μάθημα; Και ποιο; Γιατί τη μελέτη των ουράνιων φαινομένων οι Έλληνες την τελειοποίησαν, ενώ οι πρώτες παρατηρήσεις είχαν γίνει από τους βαρβάρους στη Βαβυλώνα· κι η μελέτη της γεωμετρίας, αφού ξεκίνησε με την καταμέτρηση της γης που γινόταν στην Αίγυπτο, έφτασε να έχει τέτοια ανάπτυξη. Κι η αριθμητική, ενώ άρχισε παλιά με τους Φοίνικες εμπόρους, για τους Έλληνες έγινε αφορμή για επιστημονική γνώση. Οι Έλληνες λοιπόν, αυτά τα τρία μαζί με τη μουσική, τα συνδύασαν σε ένα· αφού συνύφαναν την αστρονομία με τη γεωμετρία, προσάρμοσαν και στις δύο την αριθμητική και κατανόησαν την εσωτερική τους αρμονία. Από εκεί και πέρα έθεσαν κανόνες και μέτρα στη μουσική τους, έχοντας ανακαλύψει μιαν αψεγάδιαστη συμφωνία ανάμεσα στις αρμονικές αναλογίες και στην αίσθηση της ακοής -ή κάτι που πλησίαζε πολύ σ' αυτό. Τώρα τι πρέπει να κάνω από τα δύο, να αναφέρω το όνομα κάθε άνδρα χωριστά ή να τους αναφέρω κατά επάγγελμα; Να αναφερθώ σε συγκεκριμένους ανθρώπους, όπως τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη, τον Αριστείδη, τον Κίμωνα, το Θαλή, τον Λυκούργο, τον Αγησίλαο, τον Αρχίδαμο -ή στο γένος των φιλοσόφων, των στρατηγών, των δημιουργών, των νομοθετών; Γιατί θα αποδειχτεί ότι ακόμα κι οι πιο μοχθηροί και βδελυροί στρατηγοί στάθηκαν πιο δίκαιοι απέναντι σε ανθρώπους που διέπραξαν τα μεγαλύτερα αδικήματα, απ' ό,τι ο Μωυσής απέναντι σ' αυτούς που δεν έσφαλαν σε τίποτα. Για ποια λοιπόν βασιλεία να σας μιλήσω; Για τη βασιλεία του Περσέα ή του Αιακού ή του Μίνωα της Κρήτης, ο οποίος καθάρισε τη θάλασσα από τους πειρατές και, αφού εκδίωξε τους βαρβάρους μέχρι τη Συρία και τη Σικελία, προελαύνοντας σταδιακά από το ένα μέχρι το άλλο άκρο της επικράτειας, κυριαρχούσε όχι μόνο στα νησιά αλλά και στα παράλια των ηπειρωτικών χωρών; Και αφού μοίρασε με τον αδελφό του Ραδάμανθυ, όχι τη γη, αλλά τη φροντίδα για τους ανθρώπους, ο ίδιος αφ' ενός έθεσε τους νόμους παραλαμβάνοντας τους από τον Δία, και σε εκείνον άφησε τη δικαστική δικαιοδοσία [...] Αλλά μόλις ιδρύθηκε εκείνη (η Ρώμη), την περικύκλωσαν πολλοί πόλεμοι, που σε όλους επικρατούσε και νικούσε. Και όταν χρειάστηκε μεγαλύτερη ασφάλεια, επειδή παρ' όλα τα δεινά αυξανόταν σε μέγεθος, τότε ο Δίας έβαλε να βασιλεύσει ο μεγάλος φιλόσοφος Νουμάς. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο καλός και αγαθός Νουμάς, που σύχναζε στα έρημα άλση και μέσα από τους ακέραιους συλλογισμούς του επικοινωνούσε πάντα με τους θεούς... Αυτός έθεσε τους περισσότερους ιερατικούς νόμους. Αυτούς λοιπόν τους νόμους, που προήλθαν από θεία έμπνευση τόσο της Σίβυλλας όσο και των άλλων, που εκείνον τον καιρό αναδείχτηκαν σε μάντεις και έδιναν χρησμούς στην πατρογονική τους γλώσσα, είναι φανερό ότι τους έδωσε στην πόλη ο Δίας. Όσο για την ασπίδα που έπεσε από τον ουρανό, καθώς και την κεφαλή που ανακαλύφθηκε στον λόφο, από τον οποίο, νομίζω, πήρε και το όνομά της η κατοικία του μεγάλου Δία, θα τα κατατάξουμε στα πρωτεύοντα ή στα δευτερεύοντα δώρα. Και σεις, ω δύστυχοι, παρ' όλο που σώζεται μέχρι σήμερα το όπλο που έπεσε από τον ουρανό, και που το έστειλε ο μεγάλος Δίας ή ο πατέρας Άρης, δίνοντας έτσι εγγύηση, έμπρακτα κι όχι με λόγια, ότι θα προασπίζει την πόλη μας για πάντα, σταματήσατε να το λατρεύετε και να το τιμάτε, κι αντί γι αυτό λατρεύετε το ξύλο του σταυρού, ιχνογραφώντας το ομοίωμά του πάνω στο μέτωπο και χαράζοντάς τον στην πρόσοψη των σπιτιών σας.

Συνεπώς, δίκιο δεν θα είχε κάποιος να μισήσει τους πιο συνετούς ανάμεσά σας ή να λυπηθεί τους περισσότερο άμυαλους, που, ακολουθώντας σας κατά βήμα, έφτασαν σε τέτοιο σημείο εκφυλισμού, ώστε να ξεχάσουν τους αιώνιους θεούς και να στραφούν στον πεθαμένο Ιουδαίο; [...] Γιατί αφήνω κατά μέρος τα μυστήρια της μητέρας των θεών και μακαρίζω το Μάριο [...] Γιατί το πνεύμα που φθάνει από τους θεούς στους ανθρώπους εμφανίζεται σπάνια και σε λίγους, και δεν είναι εύκολο στον καθένα να μετέχει σε αυτό ανά πάσα στιγμή. Έτσι περίπου χάθηκε και από τους Εβραίους το προφητικό πνεύμα, και ούτε στους Αιγυπτίους διασώζεται. Βλέπουμε όμως ότι σίγησαν και τα αυθύπαρκτα μαντεία, υποκύπτοντας στο πέρασμα του χρόνου. Και διαπιστώνοντας το αυτό ο Δίας, ο φιλάνθρωπος πατέρας και αφέντης μας, προκειμένου να μη στερηθούμε τελείως την επικοινωνία με τους θεούς, μας έδωσε τη δυνατότητα να ερευνούμε με τη βοήθεια των ιερών τεχνών, και με την έρευνα να εξασφαλίσουμε την απαραίτητη βοήθεια σύμφωνα με τις ανάγκες μας. Παραλίγο να παραλείψω το σπουδαιότερο από τα δώρα του Ήλιου και του Δία. Ήταν λογικό όμως να το φυλάξω για το τέλος. Γιατί επιπλέον δεν χαρακτηρίζει εμάς μόνο, αλλά. νομίζω, το μοιραζόμαστε από κοινού με τους συγγενείς μας τους Έλληνες. Δηλαδή το ότι ο Δίας, ενώ γέννησε ο ίδιος τον Ασκληπιό μεταξύ των νοητών θεών, στη γη τον φανέρωσε με τη ζωογόνο δύναμη του Ήλιου. Κατεβαίνοντας ο Ασκληπιός από τον ουρανό στη γη, εμφανίστηκε με ανθρώπινη μορφή στην Επίδαυρο, κατά τρόπο μοναδικό. Και πληθαίνοντας από τότε τις επισκέψεις του, άπλωσε πάνω σ' ολόκληρη τη γη το σωτήριο δεξί του χέρι. Ήρθε στην Πέργαμο, στην Ιωνία, μετά στον Τάραντα, και κατόπιν έφτασε στη Ρώμη. Ταξίδεψε και στην Κω και από εκεί στις Αιγές. Και τώρα βρίσκεται παντού, σε στεριά και θάλασσα. Δεν επισκέπτεται τον καθένα μας ξεχωριστά, κι όμως θεραπεύει ψυχές που έχουν ελαττώματα και τα σώματα που είναι άρρωστα.

Έχουν να καυχηθούν οι Εβραίοι, που τους υπακούτε αφότου λιποτακτήσατε από μας, ότι τους έδωσε ο Θεός κάτι τόσο σημαντικό; Αν τουλάχιστον προσέχατε τη διδασκαλία τους δεν θα δυστυχούσατε εντελώς (πάλι βέβαια θα περνούσατε χειρότερα απ ό,τι πριν, που 'σασταν μαζί μας) και θα ήταν η κατάσταση σας υποφερτή και ανεκτή. Γιατί αντί για πολλούς θα λατρεύατε έναν Θεό κι όχι έναν άνθρωπο, ή μάλλον πολλούς ανθρώπους συφοριασμένους. Και παρ' όλο που θα χρησιμοποιούσατε νόμο σκληρό και τραχύ και πολύ άγριο και βάρβαρο, αντί για τους δικούς μας δίκαιους και φιλάνθρωπους, ως προς τα άλλα μπορεί μεν να ήσασταν κατώτεροι από εμάς, όμως οι τελετές σας θα ήσαν αγνότερες και καθαρότερες. Εσείς όμως, όπως οι βδέλλες, ρουφάτε από εκεί το πιο βρώμικο αίμα και αφήνετε το καθαρότερο. Κι ο Ιησούς που πήρε με το μέρος του τους πιο άχρηστους από τους Εβραίους, είναι ονομαστός πάνω από τριακόσια χρόνια τώρα. χωρίς να έχει κάνει τίποτα το αξιόλογο στην εποχή του· εκτός και αν θεωρήσουμε σπουδαιότατο έργο το ότι γιάτρεψε τους χωλούς και τυφλούς, και το ότι έκανε ξόρκια σε δαιμονισμένους στα χωριά Βησθαιδά και Βηθανία. Γιατί δεν ξέρετε καν αν μνημονεύει την αγνότητα, κι ωστόσο μιμείστε την οργή και την δριμύτητα των Ιουδαίων καταστρέφοντας ιερά και βωμούς· και κατασφάξατε όχι μόνο τους δικούς μας που δεν εγκατέλειψαν την πατρογονική λατρεία, αλλά και κείνους από εσάς που είναι παραπλανημένοι όπως εσείς, τους αιρετικούς που δεν θρηνούν τον πεθαμένο με τον ίδιο τρόπο που το κάνετε εσείς. Αυτά όμως είναι μάλλον δικά σας γνωρίσματα· γιατί πουθενά, ούτε ο Ιησούς σάς παρέδωσε τέτοιες εντολές ούτε ο Παύλος -γιατί ποτέ δεν πίστεψαν πως θα φθάσετε να έχετε τόσο μεγάλη δύναμη- τους αρκούσε να εξαπατούν υπηρέτριες και δούλους και, μέσω αυτών, γυναίκες και άνδρες όπως ο Κορνήλιος και ο Σέργιος. Αν δείτε πουθενά να μνημονεύονται ο Ιησούς και ο Παύλος από τους ιστορικούς της εποχής εκείνης -αφού αυτά συνέβαιναν επί Τιβέριου και βέβαια επί Κλαύδιου- τότε πιστέψτε ότι ψεύδομαι για όλα.

Δεν ξέρω τι με παρακίνησε και το είπα αυτό. Το ερώτημα μου όμως αρχικά ήταν το εξής: Γιατί φερθήκατε αχάριστα στους δικούς μας θεούς και φύγατε με το μέρος των Ιουδαίων; Μήπως επειδή οι θεοί έδωσαν την ηγεμονία στη Ρώμη, ενώ στους Ιουδαίους επέτρεψαν για λίγο καιρό να είναι ελεύθεροι, όντας επί αιώνες δούλοι και πάροικοι; Δες τον Αβραάμ· δεν ήταν πάροικος σε ξένη χώρα; Τον Ιακώβ· δεν ήταν δούλος, πρώτα στους Σύριους και στη συνέχεια στους ίδιους τους Παλαιστίνιους, ενώ στα γεράματα του στους Αιγυπτίους; Δεν ισχυρίζεται ο Μωυσής ότι τους έβγαλε από έναν οίκο δουλείας, από την Αίγυπτο, με τεντωμένο το χέρι ψηλά; Και αφού κατοίκησαν την Παλαιστίνη, δεν άλλαζαν συχνότερα τις τύχες τους απ ό,τι ο χαμαιλέοντας αλλάζει χρώμα, όπως λένε οι παρατηρητές, άλλοτε υπακούοντας στους Κριτές και άλλοτε υπόδουλοι στα ξένα φύλα; Όταν τους κυβέρνησε κάποιος βασιλιάς (ας αφήσουμε τώρα το πως· γιατί, όπως λέει η Γραφή, ο Θεός δεν τους επέτρεψε με τη θέλησή του να έχουν βασιλιάδες, παρά αφού τον πίεσαν και αφού τους προειδοποίησε ότι θα κυβερνηθούν άσχημα), τότε μόνο κατοίκησαν τη δική τους χώρα και την καλλιέργησαν για κάτι παραπάνω από τριακόσια χρόνια. Μετά από αυτό υποδουλώθηκαν πρώτα στους Ασσυρίους, έπειτα στους Μήδους, ύστερα στους Πέρσες και μετά σε εμάς τους ίδιους. Και ο Ιησούς που τον επικαλείσθε δεν ήταν παρά ένας υπήκοος του Καίσαρα. Και αν δεν το πιστεύετε, θα σας το αποδείξω σε λίγο· όμως ας το πω από τώρα. Και μάλιστα, από ό,τι λέτε, απογράφηκε μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του την εποχή της διακυβέρνησης του Κυρηνίου [...]

Όταν όμως μεγάλωσε, ποια αγαθά απόκτησαν χάρη σ' αυτόν οι ομογενείς του; Γιατί δεν θέλησαν, καταπώς λένε, να συμμορφωθούν σ' αυτά που τους έλεγε ο Ιησούς. Πώς έγινε και υποτάχτηκε στον Μωυσή ο σκληρόκαρδος εκείνος και σκληροτράχηλος λαός; Και ολόκληρος Ιησούς, που πρόσταζε τους ανέμους και βάδιζε πάνω στη θάλασσα και έδιωχνε τα δαιμόνια και δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, όπως λέτε εσείς (γιατί κανείς από τους μαθητές του δεν τόλμησε να τα πει αυτά για τον Ιησού, παρά μόνο ο Ιωάννης αλλά κι αυτός χωρίς καμιά σαφήνεια· ας παραδεχτούμε όμως ότι τα είπε), δε μπόρεσε να μεταβάλει τις διαθέσεις των φίλων και των ομογενών του για τη σωτηρία τους;
Αυτά βέβαια θα τα πούμε και λίγο αργότερα, όταν αρχίσουμε να εξετάζουμε ιδιαίτερα τις παραδοξολογίες και την πανουργία των ευαγγελίων. Για την ώρα όμως, απαντήστε μου στο εξής: Ποιο από τα δύο είναι καλύτερο, να είναι κανείς διαρκώς ελεύθερος, και για δύο χιλιάδες χρόνια να εξουσιάζει το μεγαλύτερο μέρος της γης και της θάλασσας, ή να είναι δούλος και να ζει κάτω από ξένες διαταγές; Κανείς δεν είναι τόσο αδιάντροπος ώστε να προτιμήσει το δεύτερο. Είναι δυνατό να πιστέψει κανείς ότι το να επικρατείς στον πόλεμο, είναι χειρότερο απ' το να χάνεις; Ποιος είναι τόσο αναίσθητος; Αν όμως αυτό που λέω είναι σωστό, δείξτε μου μεταξύ των Εβραίων ένα στρατηγό σαν τον Αλέξανδρο ή σαν τον Καίσαρα. Γιατί ανάμεσα σας τέτοιος δεν υπάρχει. Και μολονότι, μα τους θεούς, το καταλαβαίνω ότι είναι προσβλητικό αυτό για τους δύο άνδρες, τους ανέφερα μιας και τους ξέρουν όλοι. Γιατί οι κατώτεροι τους είναι άγνωστοι στον πολύ τον κόσμο, όμως κι απ' αυτούς ο καθένας ξεχωριστά είναι πιο αξιοθαύμαστος απ' όλους μαζί τους στρατηγούς των Εβραίων.

Όμως και οι πολιτειακοί θεσμοί και ο τύπος των δικαστηρίων και η διοίκηση των πόλεων και η αρτιότητα των νόμων και η επίδοση στη μόρφωση και η καλλιέργεια των ελεύθερων τεχνών δεν ήταν στους Εβραίους άθλια και βαρβαρικά; Και όμως, ο άθλιος Ευσέβιος υποστηρίζει ότι έχουν και αυτοί κάποια ποιήματα με εξάμετρους στίχους, και περηφανεύεται ότι και οι Εβραίοι ασχολούνται φιλοσοφικά με τη λογική, που τ' όνομά της από τους Έλληνες το πρωτάκουσε. Ποιο είδος ιατρικής εμφανίστηκε στους Εβραίους, όπως στους Έλληνες η ιατρική του Ιπποκράτη και η ιατρική κάποιων άλλων σχολών που δημιουργήθηκαν μετά από 'κείνον; Θα θεωρήσουμε τον «σοφότατο» Σολομώντα ίσο και όμοιο με τον Φωκυλίδη ή τον Θέογνη ή τον Ισοκράτη των Ελλήνων; Από πού και ως πού; Είμαι σίγουρος ότι αν συγκρίνετε τις παραινέσεις του Ισοκράτη με τις παροιμίες του Σολομώντα, θα διαπιστώσετε ότι ο γιος του Θεόδωρου είναι ανώτερος από τον «πάνσοφο» βασιλιά. Μα ο Σολομών, λένε, ασχολούνταν και με τα θεϊκά μυστήρια. Και τι μ' αυτό; Μήπως και ο ίδιος δεν λάτρεψε τους δικούς μας θεούς, αφού εξαπατήθηκε, όπως λένε, από τη γυναίκα του; Τι μεγάλη αρετή! Τι πλούτος σοφίας! Εδώ δεν μπόρεσε να υπερνικήσει την ηδονή και παραπλανήθηκε από τα λόγια μιας γυναίκας. Αν πράγματι, λοιπόν, εξαπατήθηκε από μια γυναίκα, μη τον λέτε σοφό. Αν όμως είστε πεπεισμένοι ότι είναι σοφός, τότε να μην πιστεύετε ότι εξαπατήθηκε από γυναίκα, αλλά ότι εμπιστεύτηκε τη δική του κρίση, τη φρόνηση και τη διδασκαλία που του φανέρωσε ο Θεός, και λάτρεψε και τους άλλους θεούς. Γιατί ο φθόνος και η ζήλια δεν αγγίζουν τους ενάρετους ανθρώπους· κι άλλο τόσο απέχουν από αγγέλους και θεούς. Εσείς στρέφεστε γύρω από κάποιες επιμέρους δυνάμεις, που αν τις ονομάσει κανείς δαιμόνια, δεν θα πέσει έξω. Γιατί σ' αυτές υπάρχουν η φιλοδοξία και η κενοδοξία, ενώ οι θεοί δεν έχουν σχέση με τέτοια πράγματα.

Αν σας είναι αρκετή η ανάγνωση των δικών σας γραφών, για ποιο λόγο τρώτε κι από τη διδασκαλία των Ελλήνων; Ενώ θα ήταν καλύτερο να απαγορεύσετε στους ανθρώπους αυτή τη διδασκαλία παρά το να τρώνε από τα σφαχτάρια των θυσιών. Διότι, όπως λέει και ο Παύλος, δε βλάπτεται σε τίποτα αυτός που τρώει· αλλά θα μπορούσε να σκανδαλισθεί η συνείδηση του αδελφού που βλέπει, όπως λέτε εσείς, ω πάνσοφοι και υπερήφανοι. Κι όμως, αυτή η διδασκαλία είναι που συνέβαλε ώστε ό,τι ευγενικό σάς έδωσε η φύση να σταθεί μακριά από την ασέβεια προς τον Θεό. Όποιος είχε έστω και λίγη ευφυΐα, μπόρεσε γρήγορα να απομακρυνθεί από την ασέβεια που σας διακρίνει. Καλύτερα λοιπόν να αποκλείετε τους ανθρώπους από την διδασκαλία μας, παρά από τα σφαχτάρια των θυσιών. Αλλά το ξέρετε και σεις, μου φαίνεται, πόση περισσότερη φρόνηση έχουν οι δικές μας γραφές από τις δικές σας και ότι οι δικές σας διδασκαλίες δεν θα μπορούσαν να διαπλάσουν ανθρώπους εξαίρετους, ούτε καν δίκαιους, ενώ με τις δικές μας ο καθένας θα μπορούσε να γίνει καλύτερος, ακόμα κι αν δεν είναι τέτοιος από τη φύση του. Αν όμως είναι ήδη προικισμένος από τη φύση και δεχτεί τη δική μας παιδεία, τότε γίνεται πραγματικά δώρο των θεών στους ανθρώπους, είτε ανάβοντας το φως της γνώσης, είτε δείχνοντας το δρόμο για ένα είδος πολιτικής συγκρότησης, είτε τρέποντας σε φυγή πολλούς εχθρούς, είτε ταξιδεύοντας σε γη και θάλασσα, δείχνοντας και έτσι τον ηρωικό του χαρακτήρα [...] Η απόδειξη είναι εύκολη: Διαλέξτε κάποια από τα παιδιά σας και βάλτε τα να μορφωθούν μόνο με τις Γραφές. Και αν, όταν γίνουν άνδρες, δείξουν ότι μπορούν να κάνουν σπουδαιότερα πράγματα από τους δούλους, τότε πιστέψετε ότι εγώ λέω βλακείες και ότι πάσχω από μελαγχολία. Έπειτα, τόσο είσαστε δυστυχείς και ανόητοι, που θεωρείτε θεόπνευστα τα κείμενα εκείνα με τα οποία δε θα μπορούσε κανένας να γίνει ούτε πιο ανδρείος ούτε πιο σοφός ούτε καλύτερος από πριν ενώ εκείνα που βοηθούν να γίνει κανείς ανδρείος, δίκαιος και σοφός, τα αποδίδετε στον Σατανά και σ' αυτούς που λατρεύουν τον Σατανά...

Ο Ασκληπιός θεραπεύει το σώμα μας, και οι Μούσες μαζί με τον Ασκληπιό, τον Απόλλωνα και το λόγιο Ερμή εκπαιδεύουν τις ψυχές μας· ο Άρης και η Ενυώ συμμετέχουν μαζί μας στους πολέμους, ενώ ο Ήφαιστος μοιράζει με κλήρο τις τέχνες, και όλων αυτών, με τη βοήθεια του Δία, προΐσταται η Αθηνά, η δίχως μητέρα παρθένος. Εξετάστε, λοιπόν, αν δεν είμαστε ανώτεροι από εσάς στο καθένα από αυτά: Στις τέχνες και στη σοφία και στη φρόνηση. Είτε εξετάσετε τις χρήσιμες τέχνες είτε τις μιμητικές που έχουν σκοπό την ομορφιά, όπως η αγαλματοποιία, η ζωγραφική είτε την οικιακή οικονομία και την ιατρική που καθιέρωσε ο Ασκληπιός, που τα μαντεία του βρίσκονται σ' ολόκληρη τη γη και ο Θεός μάς επιτρέπει πάντα να προστρέχουμε σ' αυτά. Εμένα τουλάχιστον, όταν ήμουν άρρωστος, ο Ασκληπιός με γιάτρεψε πολλές φορές υποδεικνύοντας μου φάρμακα και μάρτυρας μου γι' αυτά είναι ο Ζευς. Αν λοιπόν εμείς, που δεν παραδοθήκαμε στο πνεύμα της αποστασίας, έχουμε την ψυχή και το σώμα και όσα βρίσκονται γύρω μας σε καλύτερη κατάσταση, για ποιο λόγο τα εγκαταλείψατε αυτά και πηγαίνετε με το μέρος των άλλων;

Για ποιο λόγο ούτε στις εβραϊκές παραδόσεις μένετε πιστοί, ούτε αρκείστε στον νόμο που έδωσε ο Θεός σ' εκείνους, κι έχοντας εγκαταλείψει τα πάτρια και παραδοθεί στα κηρύγματα των προφητών, απομακρυνθήκατε περισσότερο από εκείνους απ' ότι από εμάς; Γιατί, αν κάποιος θελήσει να δει τι αληθινά συμβαίνει με σας, θα βρει ότι η ασέβειά σας είναι το άθροισμα της ιουδαϊκής απερισκεψίας και της αδιαφορίας και χυδαιότητας που υπάρχει στους εθνικούς. Κι από τους δύο δηλαδή, δεν πήρατε το καλύτερο αλλά το χειρότερο, και δημιουργήσατε μια παρυφή κακών. Στους Εβραίους, οι διατάξεις που αφορούν στη θρησκευτική λατρεία είναι ακριβείς, και τα αντικείμενα της λατρείας και οι εντολές είναι αναρίθμητα, και απαιτούν βίο και κλίση ιερατική. Όμως ο νομοθέτης τούς απαγόρευσε να υπηρετούν όλους τους θεούς εκτός από έναν (του οποίου «κομμάτι είναι ο Ιακώβ και μερίδιο κληρονομιάς ο λαός του Ισραήλ», και δεν είπε μόνο αυτό, αλλά νομίζω πρόσθεσε κιόλας, «Μην κακολογήσεις θεούς»). Εντούτοις, η διαφθορά και το θράσος των μεταγενεστέρων, που ήθελε να αφαιρέσει κάθε ευλάβεια από τον λαό, πίστεψε ότι την απουσία της λατρείας ακολουθεί η βλασφημία. Αυτό είναι και το μόνο που αντλήσατε από 'κεί· γιατί κατά τα άλλα τίποτα κοινό δεν έχετε εσείς και οι Εβραίοι. Από την καινοτομία λοιπόν των Εβραίων, αρπάξατε τη βλασφημία των θεών που λατρεύουμε εμείς. Ενώ, από τη δική μας θρησκεία, το μόνο που πήρατε ήταν το να καταβροχθίζετε το κάθε τι θαρρείς κι είναι λαχανικό, και εγκαταλείψατε την ευσέβεια προς κάθε ανώτερη φύση, και την αγάπη για τις παραδόσεις των πατεράδων μας. Και για να πω την αλήθεια, προσπαθήσατε τη δική μας χυδαιότητα να την επαυξήσετε· τούτο όμως νομίζω πως συμβαίνει σε όλα τα έθνη κι είναι πολύ φυσικό· έτσι και σεις πιστέψατε ότι πρέπει να προσαρμοστείτε σε τρόπους ζωής ανθρώπων ευτελών, απατεώνων, φοροεισπρακτόρων, χορευτών και νταβατζήδων.

Τ' ότι ακόμα κι οι πρώτοι χριστιανοί που δέχτηκαν το κήρυγμα του Παύλου, κι όχι μόνο οι σημερινοί, υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, φανερώνεται από τη μαρτυρία του ίδιου του Παύλου, σε μια επιστολή που τους γράφει. Και δε νομίζω να ήταν τόσο αδιάντροπος ώστε χωρίς να το ξέρει ότι κάνουν πράγματα αισχρά, να τους γράφει τόσα και τόσα για τα αίσχη τους. Και μόνο γι' αυτά θα 'πρεπε να κοκκινίζει, παρ' όλους τους επαίνους που έγραψε γι' αυτούς, ακόμα κι αν οι έπαινοι ήσαν ειλικρινείς. Ενώ αν ήταν ψεύτικοι και πλαστοί, θα έπρεπε ν' ανοίξει η γη να μπει μέσα ο Παύλος, για να μη φανεί πως τους χαϊδεύει με ηδυπάθεια και τους κολακεύει με δουλοπρέπεια. Να τι γράφει ο Παύλος για κείνους που είχαν ακούσει το κήρυγμα του, απευθυνόμενος στους ίδιους: «Μην πλανάσθε· ούτε ειδωλολάτρες, ούτε μοιχοί, ούτε θηλυπρεπείς, ούτε κίναιδοι, ούτε κλέφτες, ούτε πλεονέκτες, ούτε μέθυσοι, ούτε υβριστές, ούτε άρπαγες θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του θεού. Και δεν αγνοείτε, αδελφοί, ότι κι εσείς τέτοιοι ήσασταν. Όμως ξεπλυθήκατε από αυτά, αγιαστήκατε στο όνομα του Ιησού Χριστού». Βλέπεις που λέει ότι και αυτοί ήταν τέτοιοι, και αγιάστηκαν και ξεπλύθηκαν, επειδή το νερό που βρίσκει τρόπο και φτάνει ως την ψυχή μπορεί να πλένει και να καθαρίζει; Και ενώ το βάπτισμα δεν αφαιρεί τη λέπρα από τον λεπρό, ούτε τις λειχήνες, τα λευκά στίγματα, τις κρεατοελιές, την ποδάγρα, τη δυσεντερία, την υδρωπικία, την παρανυχίδα, ούτε τα μικρά ούτε τα μεγάλα ελαττώματα του σώματος, μπορεί να αφαιρέσει τις μοιχείες και τις αρπαγές και όλες γενικά τις παρανομίες της ψυχής [...]

Αφού ισχυρίζονται ότι διαφέρουν από τους σημερινούς Ιουδαίους και ότι σύμφωνα με τους προφήτες τους είναι γνήσιοι Ισραηλίτες, και ότι υπακούν απόλυτα στον Μωυσή και στους προφήτες που τον διαδέχτηκαν στην Ιουδαία, ας δούμε σε τι κυρίως συμφωνούν μ' αυτούς. Ας αρχίσουμε από αυτά που είπε ο Μωυσής που, όπως ισχυρίζονται, προανήγγειλε τη γέννηση του Ιησού. Ο Μωυσής, λοιπόν, όχι μια, ούτε δυο και τρεις, αλλά πολλές φορές, απαιτεί απ' τους ανθρώπους να τιμούν ένα μόνο θεό, τον οποίο ως γνωστόν αποκαλεί «ύψιστο», και πουθενά δεν λέει ότι πρέπει να τιμούν άλλον θεό. Κάνει λόγο και για αγγέλους και κυρίους και, βέβαια, για περισσότερους θεούς· ξεχωρίζει όμως τον πρώτο, και δεν θεωρεί ότι υπάρχει άλλος δεύτερος, ούτε όμοιος ούτε ανόμοιος, όπως σοφιστήκατε εσείς. Κι αν κάπου έχετε υπ' όψη σας μια ρήση του Μωυσή γι' αυτούς, θα ήταν δίκαιο να την αναφέρετε. Γιατί το «Ο κύριος ο Θεός μας, θα αναστήσει για σας προφήτη από τους αδελφούς σας όμοιον με 'μένα· αυτόν να υπακούσετε», δεν ειπώθηκε βέβαια για τον γιο της Μαρίας. Και αν κάποιος, για να σας κάνει το χατήρι, συμφωνήσει ότι πρόκειται για τον Ιησού, ο Μωυσής λέει ότι ο προφήτης θα είναι όμοιος μ' αυτόν τον ίδιο και όχι με τον Θεό, ότι θα είναι προφήτης όπως αυτός και θα γεννηθεί από ανθρώπους, αλλά όχι από τον Θεό. Και το «Δεν θα λείψει άρχοντας από τη φυλή του Ιούδα ούτε αρχηγός από τους απογόνους του», δεν ειπώθηκε γι' αυτόν αλλά για τη βασιλεία του Δαβίδ, η οποία ως γνωστό κατέληξε στο βασιλιά Σεδεκία. Πράγματι, όμως, η γραφή ερμηνεύεται με δύο τρόπους: Το «μέχρι να έλθουν αυτά που προορίζονται γι' αυτόν», εσείς το παραποιήσατε και το κάνατε «μέχρι να έλθει σε αυτό για το οποίο προορίζεται». Και δε χωρά αμφιβολία ότι τίποτα από αυτά δεν ταιριάζει στον Ιησού -δεν κατάγεται εξάλλου ούτε από τη φυλή του Ιούδα. Πώς. λοιπόν, αυτός ο δικός σας δεν γεννήθηκε από τον Ιωσήφ αλλά από το Άγιο Πνεύμα; Αν και στη γενεαλογία σας για τον Ιωσήφ ανατρέχετε στον Ιούδα, ούτε κι εδώ τα καταφέρατε στην πλαστογραφία. Γιατί ο Ματθαίος και ο Λουκάς συλλαμβάνονται να διαφωνούν μεταξύ τους για τη γενεαλογία του. Όμως, επειδή την αλήθεια γι' αυτό το ζήτημα θα την εξετάσουμε με ακρίβεια στο δεύτερο σύγγραμμα, το αναβάλουμε για τότε. Ας δεχτούμε, όμως, ότι στ' αλήθεια είναι άρχοντας από τη φυλή του Ιούδα, και όχι «θεός εκ θεού» όπως λέτε, και ότι δεν αληθεύει ότι «Τα πάντα έγιναν με αυτόν και χωρίς αυτόν δεν έγινε τίποτα». Και στο βιβλίο των «Αριθμών», όμως, αναφέρεται το εξής: «Θα ανατείλει άστρο από τον Ιακώβ και άνθρωπος από τον Ισραήλ». Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτό ταιριάζει στον Δαβίδ και στους απογόνους του· γιατί ο Δαβίδ ήταν παιδί του Ιεσσαί. Αν λοιπόν προσπαθείτε να αποδείξετε κάτι από τα προηγούμενα, αντλήστε και παρουσιάστε μία τουλάχιστον ρήση από τη Γραφή, από την οποία πήρα εγώ και παρουσίασα τόσα παραθέματα. Το ότι ο Μωυσής πίστεψε σ' έναν θεό, τον θεό του Ισραήλ, το λέει στο «Δευτερονόμιο»: «Όλα έγιναν για να καταλάβεις ότι ο κύριος ο Θεός σου είναι ο ένας και μοναδικός Θεός, και δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από αυτόν». Και προσθέτει: «Και βάλε καλά στο μυαλό σου, ότι ο κύριος ο Θεός σου είναι Θεός πάνω στον ουρανό και κάτω στη γη, και δεν υπάρχει άλλος εκτός από αυτόν». Και πάλι: «Άκουσε, λαέ του Ισραήλ, ο κύριος ο Θεός μας είναι ο ένας και μοναδικός κύριος». Και πάλι: «Ιδέτε ότι εγώ είμαι ο Θεός και εκτός από μένα κανείς». Αυτά λοιπόν λέει ο Μωυσής, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει ένας μόνο θεός. Oι Χριστιανοί ίσως απαντήσουν: Ούτε εμείς λέμε ότι υπάρχουν δύο ή τρεις. Εγώ όμως θα αποδείξω ότι αυτό ακριβώς υποστηρίζουν, επικαλούμενος τη μαρτυρία του Ιωάννη που λέει: «Στην αρχή υπήρχε ο λόγος, και ο λόγος είχε σχέση με τον Θεό και ο λόγος ήταν θεός». Βλέπεις λοιπόν που αναφέρεται ότι ο λόγος έχει σχέση με τον Θεό; Είτε αυτός είναι ο γιος της Μαρίας είτε κάποιος άλλος -για να απαντήσω συνάμα και στον Φωτεινό- δεν έχει καμιά σημασία· αφήνω τη διαμάχη σ' εσάς. Αρκεί πάντως να καταθέσω ως μαρτυρία το «σε σχέση με τον Θεό» και το «στην αρχή». Πώς λοιπόν συμφωνούν αυτά μ' εκείνα που λέει ο Μωυσής; Συμφωνούν όμως, λένε, με αυτά που λέει ο Ησαΐας. Γιατί ο Ησαΐας λέει: «Ιδού, η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο». Έστω ότι και αυτό λέγεται για κάποιον θεό, παρ' όλο που με κανέναν τρόπο δε δηλώνεται κάτι τέτοιο- άλλωστε μια παντρεμένη που έχει ήδη κοιμηθεί με τον άντρα της προτού γεννήσει, δεν είναι παρθένος. Ας δεχτούμε όμως όσα λέγονται γι αυτήν.
Μήπως λέει πουθενά ο Ησαΐας ότι ο Θεός θα γεννηθεί από την παρθένα; Και γιατί τη Μαρία την αποκαλείτε διαρκώς «Θεοτόκο», αφού ο Ησαΐας δεν λέει πουθενά ότι αυτός που θα γεννηθεί από την παρθένα είναι ο «υιός του Θεού ο μονογενής» και ο «πρωτότοκος όλης της κτίσης»; Αλλά κι αυτό που λέει ο Ιωάννης, ότι δηλαδή «Όλα έγιναν από αυτόν, και χωρίς αυτόν δεν έγινε τίποτα», μπορεί κάποιος να μας δείξει πού το λένε οι προφήτες; Αυτά όμως που αποδεικνύω εγώ, ακούστε τα από τους ίδιους: «Κύριε, Θεέ μας, κάνε μας δικούς σου, γιατί άλλον από εσένα δεν γνωρίζουμε». Και το βασιλιά Εζεκία τον βάζουν οι Εβραίοι να προσεύχεται και να λέει: «Κύριε, ο Θεός του Ισραήλ, που κάθεσαι πάνω στα Χερουβείμ, εσύ είσαι ο μοναδικός Θεός». Μήπως αφήνει πουθενά χώρο για δεύτερον θεό; Αν όμως, για εσάς, ο λόγος είναι θεός που προέρχεται από τον Θεό και γεννήθηκε από την ουσία του πατέρα, γιατί λέτε ότι η παρθένος είναι «Θεοτόκος»; Πώς θα μπορούσε να γεννήσει θεό, τη στιγμή που, όπως λέτε, ήταν άνθρωπος; Και επιπλέον, παρ όλο που ο Θεός λέει καθαρά: «Εγώ υπάρχω μόνο, και δεν υπάρχει κανείς άλλος σωτήρας Θεός εκτός από εμένα», εσείς τολμήσατε να ονομάσετε σωτήρα τον γιο της;

Ακούστε από τα ίδια του τα λόγια, ότι ο Μωυσής ονομάζει τους αγγέλους θεούς: «Και βλέποντας οι γιοι του Θεού ότι οι θυγατέρες των ανθρώπων είναι όμορφες, κάποιες τις διάλεξαν για γυναίκες τους». Και προχωρώντας λίγο: «Και στη συνέχεια, πλησίαζαν οι γιοι του Θεού τις θυγατέρες των ανθρώπων και τους έκαναν παιδιά· εκείνα τα παιδιά ήσαν οι γίγαντες, οι ονομαστοί από πολύ καιρό». Το ότι εννοεί τους αγγέλους είναι ολοφάνερο και δεν προκύπτει από παράλληλη ερμηνεία· το καταλαβαίνει κανείς κι από το ότι λέει πως γίγαντες γέννησαν οι άγγελοι και όχι ανθρώπους. Γιατί αν πίστευε ότι οι πατέρες τους είναι άνθρωποι και όχι όντα κάποιας ανώτερης και ισχυρότερης φύσης, δεν θα έλεγε ότι οι γίγαντες γεννήθηκαν από αυτούς. Γιατί, αν δεν κάνω λάθος, αποφάνθηκε ότι το γένος των γιγάντων προέκυψε από τη συνεύρεση θνητών και αθανάτων. Ο Μωυσής λοιπόν που μιλάει για πολλούς υιούς του Θεού, όχι ανθρώπους αλλά αγγέλους, αν γνώριζε τον μονογενή λόγο Θεό ή τον γιο του Θεού, ή όπως τέλος πάντων τον αποκαλείτε, δεν θα τον αποκάλυπτε στους ανθρώπους; Δεν το είχε και σε πολύ· άλλωστε για τον λαό του Ισραήλ λέει: «Ο πρωτότοκος γιος μου ο Ισραήλ». Γιατί ο Μωυσής δεν είπε τα ίδια και για τον Ιησού; Δίδασκε ότι υπάρχει ένας και μόνο θεός και ότι οι γιοι του είναι πολλοί και μοιρασμένοι στα έθνη. Από την αρχή, όμως, ούτε ήξερε ούτε δίδασκε τίποτα, τουλάχιστον φανερά, για πρωτότοκο γιο του Θεού ή για Θεό λόγο ή για κάτι απ' όσα εσείς αργότερα πλάσατε με τη φαντασία σας. Ακούστε λοιπόν προσεκτικά και τον ίδιο τον Μωυσή και τους άλλους προφήτες. Ο Μωυσής λέει πολλά παρόμοια και σε πολλά σημεία: «Να φοβάσαι τον κύριο τον Θεό σου και να λατρεύεις μόνο αυτόν». Πώς λοιπόν ο Ιησούς φέρεται μέσα στα ευαγγέλια να προστάζει: «Ταξιδέψτε και διδάξτε όλα τα έθνη, βαπτίζοντας τους ανθρώπους στο όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος», αν δεν επρόκειτο οι Εβραίοι να λατρέψουν και αυτόν; Και ενώ αυτά που πιστεύετε έρχονται σε συμφωνία με τις εντολές, μαζί με τον πατέρα αποδίδετε θεϊκές τιμές και στον γιο [...]

Άκουσε τώρα πάλι, όσα λέει ο Μωυσής για τις θεότητες που αποσοβούν τις συμφορές: «Και θα πάρει δύο τράγους μέσα από τα γίδια να τους θυσιάσει για την αμαρτία, και ένα κριάρι για το ολοκαύτωμα. Και το μοσχάρι θα προσφέρει ο Ααρών θυσία για την αμαρτία, για τον εαυτό του, και θα εξιλεωθεί ο ίδιος και το σπίτι του. Και θα πάρει τους δύο τράγους, θα τους τοποθετήσει ενώπιον του Κυρίου, δίπλα στην πόρτα της σκηνής του μαρτυρίου. Και θα βάλει ο Ααρών στους δύο τράγους κλήρο· έναν γι' αυτόν που θα θυσιαστεί στον Κύριο, και έναν κλήρο για τον αποδιοπομπαίο», ώστε να τον ξαποστείλει, λέει, και να τον αφήσει στην έρημο. Αυτός λοιπόν που πάει μαζί με τον αποδιοπομπαίο, μ' αυτόν τον τρόπο διώχνεται. Και για τον άλλο τράγο λέει ο Μωυσής: «Και θα σφάξει τον τράγο που θυσιάζεται για την αμαρτία του λαού ενώπιον του Κυρίου, θα φέρει από το αίμα του μέσα στο καταπέτασμα της σκηνής, θα ραντίσει το αίμα στη βάση του θυσιαστηρίου, και θα εξαγνίσει τα άγια από τις ακαθαρσίες των Ισραηλιτών και από τα αδικήματα τους και απ' όλες γενικά τις αμαρτίες τους». Γίνεται λοιπόν φανερό, με όσα είπαμε, ότι ο Μωυσής γνώριζε τους τρόπους των θυσιών. Ότι όμως δεν πίστεψε, όπως εσείς, ότι οι θυσίες είναι ακάθαρτες, ακούστε το πάλι με προσοχή από τα λόγια του: «Αν κάποιος, που δεν είναι καθαρός, φάει από το κρέας της ευχαριστήριας θυσίας που προσφέρεται στον Κύριο, και η ακαθαρσία του το μολύνει, τον άνθρωπο εκείνο ο λαός του θα τον χάσει». Τόσο προσεκτικός είναι ο Μωυσής με την τροφή των ιερών σφαγίων. Τώρα, όμως, είναι ώρα να θυμηθούμε αυτό που είπα στην αρχή, εξαιτίας των οποίων γράφτηκαν και τα παραπάνω. Για ποιον λόγο, αφού απομακρυνθήκατε από εμάς, δεν αρκείστε στο νόμο των Ιουδαίων, και δε μένετε πιστοί σε αυτά που λέει ο Μωυσής; Κάποιος παρατηρητικός σίγουρα θα απαντήσει: «Αφού ούτε οι Ιουδαίοι κάνουν θυσίες». Εγώ όμως θα του δείξω ότι η όρασή του δεν είναι καθόλου καλή. Κατ' αρχάς, γιατί κανένα από τα άλλα έθιμα που έχουν οι Ιουδαίοι δεν το τηρείτε και εσείς· και κατά δεύτερον, επειδή οι Ιουδαίοι θυσιάζουν κατ' οίκον και, ακόμα και σήμερα, τρώνε όλα τα ιερά σφάγια των θυσιών, και προσεύχονται πριν τη θυσία, και προσφέρουν πρώτα τη δεξιά ωμοπλάτη στους ιερείς· επειδή, όμως, έχουν στερηθεί τον ναό ή, όπως συνηθίζουν να λένε, το αγίασμα, εμποδίζονται να προσφέρουν στον Θεό το πρώτο και καλύτερο κομμάτι από τα ιερά σφάγια. Εσείς, όμως, που επινοήσατε την καινούργια θυσία, και δεν έχετε καθόλου ανάγκη από την Ιερουσαλήμ, για ποιο λόγο δε θυσιάζετε; Αν και το ερώτημα είναι περιττό, μιας και το είπα και στην αρχή, όταν ήθελα να δείξω ότι οι Ιουδαίοι, πέραν του ότι πιστεύουν ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός, κατά τα άλλα συμφωνούν με τα έθνη. Αυτό είναι το ιδιαίτερο τους γνώρισμα που εμάς μας είναι ξένο· τα υπόλοιπα τα έχουμε κοινά: Τους ναούς, τα τεμένη, τα θυσιαστήρια, τους εξαγνισμούς, κάποιους ιερούς κανόνες, στα οποία ή δε διαφέρουμε καθόλου ή έχουμε μικρές διαφορές μεταξύ μας [...]

Για ποιο λόγο, σε ό,τι έχει να κάνει με τη διατροφή δεν είστε το ίδιο αγνοί με τους Ιουδαίους, και λέτε ότι πρέπει να τρώμε τα πάντα, μέχρι και λάχανα, πιστεύοντας στον Πέτρο επειδή, όπως λένε, είπε: «Αυτά που ο Θεός καθάρισε, εσύ δεν τα τρώς»; Τι αποδεικνύει ότι τώρα ο Θεός εξάγνισε κάποια πράγματα που παλιότερα πίστευε ότι είναι μιαρά; Ο Μωυσής, όταν διακρίνει τα τετράποδα με βάση τα χαρακτηριστικά τους, ισχυρίζεται ότι όλα τα ζώα που έχουν σχιστή οπλή και μηρυκάζουν, είναι καθαρά· ενώ όσα δεν είναι έτσι, είναι ακάθαρτα. Αν τώρα λοιπόν, χάρη στη φαντασία του Πέτρου, ο χοίρος απέκτησε την ιδιότητα να μηρυκάζει, ας τον υπακούσουμε· στ' αλήθεια, θα ήταν θαύμα αν, μετά από τη φαντασίωση του Πέτρου, ο χοίρος αποκτούσε αυτή την ιδιότητα. Αν όμως εκείνος είπε ψέματα, ότι δηλαδή είδε, για να μιλήσω με τους δικούς σας όρους, την αποκάλυψη στο βυρσοδεψείο, γιατί για τόσο σημαντικά θέματα να τον πιστέψουμε αμέσως; Τι λοιπόν τόσο φοβερό σάς επέβαλε ο Μωυσής απαγορεύοντας, εκτός από τα χοιρινά, να τρώτε και τα πουλιά και τα θαλασσινά, και δηλώνοντας ότι μαζί με τα χοιρινά, τα έχει απορρίψει κι αυτά ο Θεός, και ότι είναι από τη φύση τους ακάθαρτα;

Όμως, γιατί να μακρηγορώ πάνω σ' αυτά που υποστηρίζουν οι χριστιανοί, όταν εύκολα μπορούμε να δούμε αν έχουν κάποια ισχύ; Ισχυρίζονται, λοιπόν, πως ο Θεός, μετά τον πρώτο νόμο, έθεσε και δεύτερο. Γιατί, λένε, ο πρώτος δημιουργήθηκε για κάποια ορισμένη συγκυρία και για περιορισμένο χρόνο, και, κατόπιν, αποκαλύφθηκε ο δεύτερος, γιατί ο νόμος του Μωυσή ήταν περιορισμένος σε χρόνο και σε τόπο. Θα αποδείξω καθαρά ότι λένε ψέματα, παραθέτοντας όχι μόνο δέκα αλλά αναρίθμητες μαρτυρίες από τα βιβλία του Μωυσή, στα οποία ισχυρίζεται ότι ο νόμος είναι αιώνιος. Ακούστε τώρα ένα απόσπασμα από την «Έξοδο»: «Να θυμάστε την ημέρα αυτή, και όλες οι γενιές σας να τη γιορτάζουν ως τη μεγαλύτερη γιορτή. Να τη γιορτάζετε ως αιώνιο νόμο. Και, από την πρώτη ημέρα της γιορτής, να εξαφανίζετε από τα σπίτια σας το προζύμι»... Μας έχουν παραδοθεί κι άλλα πολλά τέτοια χωρία με τα οποία θα μπορούσα να αποδείξω ότι ο νόμος του Μωυσή έχει αιώνια ισχύ. Είναι όμως τόσα πολλά που παραιτήθηκα από την προσπάθεια. Δείξτε μου όμως εσείς, πού έχει λεχθεί αυτό που αργότερα τόλμησε να πει ο Παύλος, ότι δηλαδή «συμπλήρωμα του νόμου είναι ο Χριστός». Πού υποσχέθηκε ο Θεός στους Εβραίους άλλον νόμο, εκτός από τον ισχύοντα; Πουθενά, και ούτε διόρθωση υπάρχει του ισχύοντος. Άκουσε λοιπόν πάλι το Μωυσή: «Δεν θα προσθέσετε τίποτα στις εντολές που σας δίνω, και δε θα αφαιρέσετε τίποτα από αυτές. Τηρήστε τις εντολές του κυρίου του Θεού σας, όσες εγώ σας δίνω σήμερα» και «Καταραμένος να είναι όποιος δεν παραμένει σταθερός σε όλες». Εσείς όμως πιστέψατε ότι είναι ασήμαντο να αφαιρέσετε και να προσθέσετε κάτι σε αυτά που λέει ο νόμος, ενώ, το να τον παραβείτε τελείως, το θεωρήσατε από κάθε άποψη ανδροπρεπέστερο και γενναιότερο, επειδή δε σκοπεύετε στην αλήθεια, αλλά σε αυτό που μπορεί να πείσει όλο τον κόσμο [...]

Όμως είστε τόσο δύστυχοι, που δε μείνατε πιστοί ούτε στις διδαχές που σας παρέδωσαν οι απόστολοι· οι μεταγενέστεροι τις συμπλήρωσαν προς το χειρότερο και τις αντιμετώπισαν με μεγαλύτερη ασέβεια. Τον Ιησού, τουλάχιστον, ούτε ο Παύλος τόλμησε να τον πει θεό, ούτε ο Ματθαίος ούτε ο Λουκάς ούτε ο Μάρκος. Όμως ο τίμιος Ιωάννης, παίρνοντας χαμπάρι ότι πολύς κόσμος είχε ήδη προσβληθεί από αυτήν την αρρώστια σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και της Ιταλίας, και όταν άκουσε, νομίζω, ότι οι άνθρωποι προσκυνούσαν -κρυφά είναι αλήθεια, αλλά πάντως άκουσε ότι προσκυνούσαν— τους τάφους του Πέτρου και του Παύλου, πρώτος τόλμησε να αποκαλέσει θεό τον Ιησού. Αφού είπε δυο τρία πράγματα για τον Ιωάννη το Βαπτιστή, ξαναγύρισε στον Λόγο, για τον οποίο κήρυξε: «Και ο λόγος», είπε, «έγινε άνθρωπος και εγκαταστάθηκε ανάμεσα μας»· αλλά επειδή ντράπηκε, δεν είπε τον τρόπο. Πουθενά όμως δεν τον αποκαλεί ούτε Ιησού ούτε Χριστό, μέχρι τη στιγμή που τον ονομάζει Θεό και Λόγο. Εξαπατώντας έτσι σιγά σιγά και απαρατήρητα την ακοή μας, ισχυρίζεται ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής διέδωσε αυτήν τη μαρτυρία για τον Χριστό Iησού, ότι δηλαδή αυτός πρέπει να πιστέψουμε ότι είναι ο Θεός Λόγος. Εγώ δεν αρνούμαι ότι ο Ιωάννης λέγοντας αυτό το πράγμα εννοεί τον Ιησού Χριστό. Παρ' όλο που μερικοί από τους ασεβείς πιστεύουν ότι άλλος είναι ο Ιησούς Χριστός, και άλλος ο Λόγος τον οποίο κηρύττει ο Ιωάννης. Δεν είναι όμως έτσι. Γιατί, εκείνον που αποκαλεί ο Ιωάννης Θεό Λόγο, αυτόν λέει ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τον αναγνώρισε ως Χριστό Ιησού. Δείτε λοιπόν πόσο προσεκτικά, ανεπαίσθητα και λαθραία εισάγει μέσα στο έργο την ύψιστη ασέβεια· κι είναι τόσο πανούργος και απατεώνας, ώστε αμέσως κάνει πίσω και προσθέτει: «Κανείς ποτέ δεν είδε τον Θεό· ο μονογενής υιός, που βρίσκεται στους κόλπους του πατέρα, εκείνος φανερώθηκε και έγινε το παράδειγμα». Tι από τα δύο συμβαίνει λοιπόν; Αυτός είναι ο Θεός Λόγος που έγινε άνθρωπος, ή ο μονογενής υιός, που βρίσκεται στους κόλπους του πατέρα; Και αν πραγματικά, όπως νομίζω, πρόκειται για εκείνον, οπωσδήποτε έχετε δει κι εσείς τον Θεό. Διότι «εγκαταστάθηκε ανάμεσά σας και είδατε τη δόξα του». Τότε γιατί προσθέτεις από πάνω ότι κανένας μέχρι τώρα δεν είδε τον Θεό; Αφού εσείς είδατε, αν όχι τον πατέρα θεό, τουλάχιστον τον Θεό Λόγο. Αν, τώρα, άλλος είναι ο μονογενής υιός, και άλλος ο Θεός Λόγος, όπως άκουσα να λένε κάποιοι από την αίρεσά σας, αυτό φαίνεται πως ούτε ο Ιωάννης είχε την τόλμη να το πει.

Όλο το κακό άρχισε με τον Ιωάννη· ποιος όμως θα αποδοκίμαζε με σιχασιά, όπως αξίζει, αυτά που εσείς επινοήσατε στη συνέχεια, που σ' εκείνον τον πρώτο νεκρό, προσθέσατε πολλούς καινούργιους νεκρούς; Γεμίσατε όλο τον κόσμο με τάφους και μνήματα, αν και πουθενά τα ιερά σας κείμενα δεν αναφέρουν ότι πρέπει να σέρνεστε μπροστά στους τάφους και να τους περιποιείστε. Φθάσατε, όμως, σε τέτοιο σημείο φαυλότητας, που πιστεύετε ότι γι' αυτό το θέμα, δεν πρέπει να ακούτε ούτε τα λόγια του Ιησού του Ναζωραίου. Ακούστε λοιπόν τι λέει εκείνος για τα μνήματα: «Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους· απ' έξω ο τάφος φαίνεται ωραίος, ενώ μέσα είναι γεμάτος οστά νεκρών και κάθε είδους ακαθαρσία». Αν λοιπόν ο Ιησούς είπε ότι οι τάφοι είναι γεμάτοι από ακαθαρσίες, πώς γίνεται, πάνω σ' αυτούς να επικαλείσθε τον Θεό;[...] Αν έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα, για ποιον λόγο σέρνεστε μπροστά στα μνήματα; Θέλετε να ακούσετε την αιτία; Δεν θα σας την πω εγώ, αλλά ο προφήτης Ησαΐας: «Κοιμούνται στα μνήματα και στις σπηλιές για να δουν όνειρα». Σκεφτείτε λοιπόν πόσο παλιό ήταν για τους Ιουδαίους αυτό το έργο της μαγείας, να κοιμούνται δηλαδή στα μνήματα για να βλέπουν όνειρα. Και είναι πράγματι πιθανό, οι απόστολοί σας, μετά τον θάνατο του δασκάλου, να εξασκήθηκαν σ' αυτό και να το παρέδωσαν στους πρώτους πιστούς· αυτοί έκαναν μαγγανείες πιο επιδέξια από σας, και υπέδειξαν στους επιγόνους τους χώρους για την εξάσκηση αυτής της μαγείας και βδελυρότητας.

Εσείς όμως, από τη μια καταγίνεστε με αυτά που ο Θεός αποδοκίμασε από την αρχή, μέσω του Μωυσή και των προφητών, κι από την άλλη παραιτηθήκατε από τις θυσίες κι από την προσφορά ιερών σφαγίων στον βωμό. Γιατί, λέει, δεν θα κατεβεί το πυρ για να αναλώσει τις θυσίες, όπως έγινε στην περίπτωση του Μωυσή. Αυτό συνέβη μια φορά στον Μωυσή και, άλλη μια, μετά από πολλά χρόνια, στον Ηλία το Θεσβίτη. Θα αποδείξω όμως με λίγα λόγια ότι ο Μωυσής, όπως και ο πατριάρχης Αβραάμ πριν απ' αυτόν, πιστεύει πως πρέπει για τη θυσία να χρησιμοποιήσει φωτιά που θα φέρει απ' έξω [...] Κι όχι μόνο αυτό· η Γραφή μιλάει και για τους γιους του Αδάμ που πρόσφεραν στον Θεό το καλύτερο κομμάτι της θυσίας. «Ο Θεός πρόσεξε», λέει, «τον Άβελ και τα δώρα του. Ενώ για τον Κάιν και τις θυσίες του αδιαφόρησε. Και τον Κάιν τον στενοχώρησε πολύ, και συνοφρυώθηκε το πρόσωπό του. Και είπε ο κύριος ο Θεός στον Κάιν: "Γιατί έγινες περίλυπος, και γιατί κατέβασες τα μούτρα σου; Δεν ξέρεις ότι, αν προσφέρεις θυσία χωρίς να διαλέξεις τα σωστά δώρα, έχεις αμαρτήσει ενώπιον του Θεού;"». Θέλετε λοιπόν να μάθετε ποιες ήταν οι προσφορές τους; «Και μετά από μέρες ο Κάιν πρόσφερε θυσία στον Θεό καρπούς από τη γη. Και ο Άβελ πρόσφερε και αυτός από τα πρωτότοκα πρόβατα και από τα λίπη τους». Ναι, λένε οι χριστιανοί, δεν κατηγόρησε τη θυσία αλλά την επιλογή των δώρων, όταν είπε στον Κάιν: «Δεν ξέρεις ότι αν προσφέρεις θυσία, αλλά δε διαλέξεις τα σωστά δώρα, έχεις αμαρτήσει ενώπιον του Θεού;». Αυτό μου είπε κάποιος από τους πολύ σοφούς επισκόπους· όμως εξαπατούσε πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους. Γιατί όταν ζήτησα να μου πει, για ποιο λόγο η επιλογή των δώρων ήταν αξιόμεμπτη, δεν μπορούσε να μου εξηγήσει, ούτε να μου δώσει μια ψυχρή απάντηση. Βλέποντάς τον σε αδιέξοδο, του είπα: «Αυτό που λες, σωστά ο Θεός το κατηγόρησε. Γιατί και οι δύο ήταν εξίσου πρόθυμοι, αφού θεώρησαν και οι δύο ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουν δώρα και να προσφέρουν θυσίες στον Θεό. Στη επιλογή των δώρων, όμως, ο ένας πέτυχε ενώ ο άλλος απέτυχε στο σκοπό. Πώς και με ποιον τρόπο; Επειδή, από αυτά που υπάρχουν στη γη, άλλα είναι έμψυχα ενώ άλλα άψυχα, και τα έμψυχα αξίζουν περισσότερο από τα άψυχα για τον Θεό που ζει και είναι αίτιος της ζωής, αφού και στη ζωή έχουν μερίδιο και η ψυχή τους είναι πιο κοντά στον Θεό -γι' αυτό ο Θεός ευχαριστήθηκε με αυτόν που πρόσφερε τέλεια θυσία».

Και τώρα πρέπει να επανέλθω και να τους ρωτήσω: Γιατί δεν κάνετε περιτομή; «Ο Παύλος», λένε, «είπε ότι, στον Αβραάμ που πίστεψε, δόθηκε η περιτομή της καρδιάς και όχι της σάρκας. Δεν μίλησε για τα σχετικά με τη σάρκα, και πρέπει να πιστέψουμε τα ευσεβή λόγια που κήρυξαν ο Πέτρος και ο Παύλος». Άκου όμως πάλι, που λένε ότι ο Θεός έδωσε ως συμβόλαιο και σημάδι στον Αβραάμ την περιτομή της σάρκας. «Αυτό είναι το συμβόλαιο που θα τηρήσεις ανάμεσα σε μένα, σε σένα και στους απογόνους σου στις επόμενες γενιές. Να κάνετε περιτομή στο δέρμα της ακροβυστίας σας, και αυτό ας γίνει σημάδι του συμβολαίου ανάμεσα σε μένα και σένα και ανάμεσα σε μένα και τους απογόνους σου». Όταν λοιπόν ο Ιησούς αναμφισβήτητα δίδαξε ότι πρέπει να τηρείτε το νόμο και, αυτούς που παραβαίνουν μία εντολή τους απείλησε με τιμωρίες, εσείς, που τις παραβήκατε όλες μαζί, τι τρόπο θα βρείτε να απολογηθείτε; Γιατί, ή ο Ιησούς λέει ψέμματα, ή εσείς δεν τηρείτε με κανέναν τρόπο τον νόμο. «Η περιτομή θα είναι στη σάρκα σου», λέει ο Μωυσής. Δεν του έδωσαν όμως σημασία και λένε: «Στις καρδιές μας θα κάνουμε περιτομή εμείς». Μα και βέβαια· γιατί κανείς ανάμεσα σας δεν είναι κακούργος, κανένας δεν είναι μοχθηρός· τόσο πολύ περιτέμνετε τις καρδιές σας. «Δεν μπορούμε να τηρήσουμε το έθιμο των Αζύμων και να γιορτάσουμε το Πάσχα», λένε, «γιατί μια φορά θυσιάστηκε για μας ο Χριστός». Καλά· μήπως σας απαγόρευσε να τρώτε άζυμο ψωμί; Αν και, μα τους θεούς, είμαι ένας από αυτούς που αποφεύγουν να γιορτάζουν μαζί με τους Ιουδαίους, σέβομαι πάντα τον Θεό του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, οι οποίοι, όντας οι ίδιοι Χαλδαίοι, από γένος ιερό και με κλίση στη θεουργία, έμαθαν να κάνουν την περιτομή επειδή ξενιτεύτηκαν στην Αίγυπτο, και σεβάστηκαν έναν θεό, που στάθηκε ευμενής τόσο σε μένα όσο και σ' αυτούς που τον λάτρευσαν όπως τον λάτρεψε ο Αβραάμ, επειδή είναι μέγας και δυνατός και δεν ταιριάζει καθόλου με εσάς. Γιατί δε μιμείσθε τον Αβραάμ, ανεγείροντας προς τιμή του βωμούς, κτίζοντας θυσιαστήρια και λατρεύοντας τον, όπως εκείνος, με ιερές τελετές; Γιατί ο Αβραάμ έκανε θυσίες, όπως ακριβώς κι εμείς, πάντα και διαρκώς. Χρησιμοποιούσε μάλιστα και τη μαντική μέθοδο με τους διάττοντες αστέρες· και αυτό ίσως είναι ελληνική συνήθεια. Χώρια που καταγινόταν πάρα πολύ με την οιωνοσκοπία. Είχε όμως και τον οικονόμο του για σύμβολο· αν τώρα κάποιος από εσάς δεν το πιστεύει, θα το δείξουν καθαρά αυτά που λέει ο Μωυσής: «Μετά όμως από τα λόγια αυτά, ακούστηκε ο λόγος του Κυρίου να λέει στον Αβραάμ, μέσα σ' ένα νυχτερινό όραμα: "Μη φοβάσαι, Αβραάμ, εγώ πάντα θα σε προστατεύω. Η αμοιβή σου θα είναι πολύ μεγάλη". Και λέει ο Αβραάμ: "Δέσποτα τι θα μου δώσεις; Εγώ σε λίγο θα πεθάνω άτεκνος, και θα με κληρονομήσει ο γιος της Μασέκ, της υπηρέτριας που γεννήθηκε στο σπίτι μου". Και αμέσως ακούστηκε η φωνή του Θεού να τού λέει: "Δεν θα σε κληρονομήσει αυτός, αλλά το παιδί που θα γεννηθεί από σένα, αυτό θα σε κληρονομήσει"». Τον έβγαλε μάλιστα έξω και τού είπε: «Κοίτα ψηλά στον ουρανό και μέτρησε τα αστέρια, αν μπορέσεις να τα μετρήσεις όλα. Και είπε: "Τόσοι θα είναι οι απόγονοί σου". Και ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και η πίστη του θεωρήθηκε μεγάλη αρετή».

Πείτε μου, τώρα, εκείνος που ήρθε σ' επαφή μαζί του, ο άγγελος ή ο Θεός, για ποιον λόγο τον έβγαλε και του έδειχνε τα αστέρια; Δεν ήξερε, όταν ήταν μέσα, πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός των άστρων, που είναι διαρκώς ορατά και λάμπουν στη διάρκεια της νύχτας; Νομίζω όμως ότι ήθελε να του δείξει τους διάττοντες αστέρες, για να παρουσιάσει ως σαφή απόδειξη των λόγων του την απόφαση του ουρανού, που εκπληρώνει και επικυρώνει τα πάντα. Για να μη θεωρήσει όμως κανείς ότι αυτή η ερμηνεία είναι βεβιασμένη, θα τον πείσω αφού παραθέσω όσα ακολουθούν στο κείμενο. Γιατί έχει γραφεί στη συνέχεια: «Και είπε ο Θεός προς τον Αβραάμ: "Εγώ είμαι ο θεός, που σε έβγαλε από τη χώρα των Χαλδαίων, για να σου δώσω τη γη αυτή ως κληρονομιά". Τότε ο Αβραάμ είπε: "Δέσποτα κύριε, πώς θα ξέρω ότι θα κληρονομήσω αυτή τη γη;". Και ο Θεός απάντησε: "Πάρε για μένα ένα δαμάλι τριών ετών, μια κατσίκα τριών ετών, ένα κριάρι τριών ετών και μια τρυγόνα και μια περιστέρα". Πράγματι, τα πήρε όλα αυτά, και τα τεμάχισε μέσα στο σπίτι του· και τα έβαλε το ένα απέναντι στο άλλο· τα πτηνά όμως δεν τα τεμάχισε. Και κατέβηκαν τα αρπακτικά πουλιά πάνω στα τεμαχισμένα ζώα και ο Αβραάμ κάθησε κοντά τους για να τα διώχνει». Βλέπετε πώς, η προηγούμενη οδηγία του αγγέλου ή του Θεού που εμφανίστηκε, ενισχύθηκε από την οιωνοσκοπία, και πώς ολοκληρώθηκε η προφητεία όχι τυχαία, όπως συμβαίνει σ' εσάς, αλλά με τη βοήθεια θυσιών; Ισχυρίζεται, επιπλέον ότι, με τα πουλιά που πετούσαν από πάνω του, έδειξε πως η υπόσχεση ήταν αληθινή. Ο Αβραάμ δέχτηκε τη διαβεβαίωση, και μάλιστα πρόσθεσε ότι η πίστη χωρίς αλήθεια, μοιάζει να είναι ηλιθιότητα και παραφροσύνη. Την αλήθεια, όμως, δεν μπορούμε να τη δούμε από ένα και μόνο λόγο· τους λόγους πρέπει να τους ακολουθεί και κάποιο καθαρό σημάδι, που με την εμφάνιση του θα εγγυάται την προφητεία που έχει γίνει για το μέλλον [...] Η δικαιολογία που έχετε για την αδράνεια σας ως προς αυτό είναι μία, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται να θυσιάζετε αν βρίσκεστε έξω από τα Ιεροσόλυμα, αν και ο Ηλίας θυσίασε στο όρος Καρμήλιο και όχι μέσα στην ιερή πόλη [...]

Όμως ο Ιησούς προσεύχεται μ' έναν τρόπο, θαρρείς κι είναι κανένας κακομοίρης άνθρωπος που δεν μπορεί εύκολα να αντέξει τη συμφορά· και παρ' όλο που είναι θεός, τον ενισχύει ένας άγγελος. Εσένα, Λουκά, ποιος σου μίλησε για άγγελο, ακόμα κι αν έγινε τέτοιο πράγμα; Όσοι βρίσκονταν μαζί του την ώρα που προσευχόταν, δε γινόταν να δουν τον άγγελο, διότι κοιμόνταν. Γι' αυτό και επιστρέφοντας από την προσευχή ο Ιησούς τούς βρήκε να έχουν αποκοιμηθεί από τη στεναχώρια τους, και είπε: «Τι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσευχηθείτε», και τα λοιπά. Και παρακάτω: «Και ενώ ακόμα μιλούσε, φάνηκε όχλος πολύς, μαζί και ο Ιούδας». Να γιατί δε μίλησε για άγγελο ο Ιωάννης· γιατί δεν τον είχε δει...