Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΗΡΩΪΣΜΟΣ ΚΑΙ «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»

Με αφορμή τον κάποιους πρόσφατους γραπτούς και προφορικούς διαλόγους θα προσπαθήσω να θέσω εδώ το θέμα της σχέσεως μεταξύ ηρωϊκότητος και χριστιανικότητος, ορθοδόξου έστω, των αγωνιστών της Ελληνικής επανάστασης του 1821, αλλά και άλλα τινά συναφή.

Κάποιοι εθνικοί έχουν αποφανθεί ότι ο χριστιανός δεν μπορεί να γίνει ήρωας ως "δούλος του Γιαχβέ", ενώ κάποιοι βυζαντινιστές αντιπαραθέτουν τα παραδείγματα των Κανάρη, Καραϊσκάκη, Παπαφλέσσα, Διάκου κ.ά. Δεν μας απέδειξαν όμως καθόλου οι τελευταίοι το αν οι εν λόγω ήρωες ήσαν όντως χριστιανοί.

Εκτός κι αν χριστιανός τυγχάνει πας ο ακουσίως βαπτισθείς κατά την βρεφικήν ηλικίαν. Αλήθεια, γιατί οι ορθόδοξοι (και όχι μόνον) βαπτίζουν τα παιδάκια στην ηλικία αυτή και όχι στην ώριμον όπως στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού; Μήπως για να μη ξεφύγει κανείς από το ποίμνιο των Αρχημανδριτών και όχι, όπως υπονοούν, για να τα απαλλάξουν τάχα μια ώρα αρχίτερα από την γελοία και νοσηρή αυτή ιστορία του προπατορικού αμαρτήματος;

Είναι πασιφανές ότι πράγματι ο Χριστιανισμός αποκλείει την ηρωϊκή στάσι στους ανθρώπους του. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αποτελεί τον αντίποδα αυτής της ηρωϊκής στάσεως. Ο Χριστούλης μας, μεταξύ των άλλων, εδίδαξε και το "τα του Καίσαρος τω Καίσαρι". Ισραηλίτης κατακτημένος ο Χριστός, Ρωμαίος κατακτητής ο Καίσαρ. Επομένως ένας ορθόδοξος χριστιανός επί Τουρκοκρατίας έπρεπε να συμπεριφερθεί εντελώς αναλόγως, εφαρμόζοντας το "τα του Σουλτάνου τώ Σουλτάνω".

Και μήπως έτσι χριστιανικότατα δεν έπραξαν ο Πατριάρχης και οι Ιεράρχες των ορθοδόξων έναντι του κατακτητή Τούρκου; Αγνοούν άραγε οι βυζαντινιστές την ιστορία του Γενναδίου, εκείνου του αρχιπροδότη της πατρίδος του, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της επωνομαζόμενης Βυζάντιο για να λησμονηθεί το γεγονός ότι τότε οι προπαπούδες μας ήσαν υπό Ρωμαϊκή κατοχή; Μάλιστα ο Γεννάδιος εφέρθη χριστιανικώς εις το τετράγωνον, επιλέγων την συμφεροντότερη γι αυτόν ΕΞΟΥΣΙΑ, όπως και οι χριστιανικώτεροι των πάντων καλόγεροι, οι οποίοι, λίγο πρίν οι Τούρκοι γκρεμίσουν τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, αναρρωτιούνταν ποιά γλώσσα ομιλείται στον... Παράδεισο αντί να πολεμήσουν (ποιοί; αυτοί;) τους Τούρκους.

Δηλαδή όχι μόνο ήρωες δεν υπήρξαν αλλά ούτε καν στοιχειωδώς δεν αντιστάθησαν οι πραγματικοί χριστιανοί. Δικαίως άλλωστε ο φιλόσοφος Πλήθων αποκαλούσε "σμήνος κηφήνων" τους καλόγερους.

Μήπως χρήζει άραγε να αραδιάσουμε εδώ επιπλέον και τις δεκάδες προτροπές και συμβουλές του Αποστόλου Παύλου και των λεγόμενων Πατέρων της Εκκλησίας προς τους χριστιανούς, οι οποίες σαφέστατα προτρέπουν σε υπακοή στην ΚΑΘΕ εξουσία, αφού όλες οι εξουσίες, κατ'αυτούς, προέρχονται από την.. "θεία βούληση"; Είμαι βέβαιος ότι γνωρίζουν όλοι οι βυζαντινιστές καλώς τα προαναφερθέντα, συνεπώς οφείλουμε να τους υπενθυμίσουμε απλώς ότι η Ελληνική "βιωματικότης υπαγορεύει το "μην κάνεις τον ανήξερο ούτε για αστείο, όταν γνωρίζεις".

Οι ήρωες λοιπόν του 21 μόνον κατ' όνομα ήσαν χριστιανοί και καθόλου βιωματικώς, όπως το απέδειξαν άλλωστε, φερόμενοι άκρως αντιχριστιανικώς, όταν αντιστάθησαν ψυχή τε και σώματι, στον Τούρκο κατακτητή, αφού έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια τις χριστιανικές επιταγές οι οποίες προέτρεπαν την υποταγή και υπακοή στις εξουσίες και τους κατακτητές, επιταγές τις οποίες τακτικώς τους υπενθύμιζε το Ορθόδοξο Πατριαρχείο της εποχής. Ακόμη κι αν εκκλησιάζονταν αυτό δεν σήμαινε τίποτε, διότι ο καθείς γνωρίζει ότι, ακόμη και την σήμερον, οι περισσότεροι εκκλησιαζόμενοι ουδεμία ουσιαστική σχέση έχουν με τον Χριστιανισμό και τη δογματική του.

Εξ άλλου αυτό το τελευταίο το τονίζουν συνεχώς οι σημερινοί ιεράρχες και οι παπάδες. Μήπως λίγοι είναι οι ιερωμένοι οι οποίοι έχουν ψωμοτύρι τις χριστοπαναγίες ακόμη και μέσα στους ναούς;

Ήρωας είναι αυτός ο οποίος συμπεριφέρεται έτσι ώστε να πλουτίσει την ζωή δίνοντας ακόμη και την ζωή του και την ψυχή του, σε αντίθεση με τον ορθόδοξο πιστό ο οποίος δεν έχει τίποτε χειρότερο υπ' όψιν του απ' αυτή την ζωή την "αμαρτωλή" και την "διαβολεμένη". Ο στόχος του είναι αποκλειστικά αυτός ο άλλος του κόσμος, ο οποίος μολύνει τον εδώ. Ο ήρωας αντιθέτως είναι αυτός ο οποίος προτιμά τον θάνατο από την ατίμωσι και την υποδούλωσι. Ακριβώς η αντίθετη στάσι απ' αυτήν των καλογήρων τους οποίους τόσο επαινούν τώρα οι πολλοί. Ο Ηρωϊσμός κατακαίεται από το πυρ το εσώτερον, η Ορθοδοξία διακατέχεται από τον αμέτρητο φόβο μή ριφθεί η ψυχή του θεόδουλου εις το "πυρ το εξώτερον", εις την "γέεννα του πυρός".

Αρκετοί βυζαντινιστές, για να αποφύγουν τα αδίεξοδα των επιχειρημάτων τους και να θολώσουν τα νερά, αποφαίνονται συχνά ότι Έλλην είναι όποιος σκέπτεται, εκφράζεται, συμπεριφέρεται Ελληνικώς.

Και ερωτώ: ποιά η σχέση της Ορθοδοξίας με όλα αυτά; Η έννοια Ορθοδοξία αποτελεί το αποκορύφωμα των εννοιών της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού. Εννοιών απεχθέστατων στους Έλληνες οι οποίοι καλλιέργησαν εις το έπακρον την αρετή της ανεκτικότητος και του σεβασμού των Αλλοτρίων (και των κάθε είσους αλλοτρίων των). Άψεγους αποκαλεί ο Όμηρος τους Αιθίοπες τους οποίους επισκέπτονταν οι Ελληνες Θεοί τακτικώς συν τοις άλλοις. Αυτούς τους οποίους οι Ορθόδοξοι αποκαλούν Αράπηδες και Μάου-Μάου και τους οποίους έσυραν ως δούλους στην Αμερική (κι ας μην ισχυρισθεί κανείς ότι αυτά τα έπραξαν μόνον οι Καθολικοί, διότι αυτό που αληθεύει είναι ότι εκείνοι απλώς το έπραξαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό). Μήπως την σήμερον δεν υπάρχουν Ορθόδοξες ιεραποστολές; Ορθόδοξοι λοιπόν και άπαντες οι λοιποί λαθόδοξοι. Οποία αδικαιολόγητος έπαρση. Οποία ανελληνοπρέπεια τουλάχιστον.

Είτε αρέσει επίσης είτε όχι στους βυζαντινσιτές η λεγόμενη Παλαιά Διαθήκη τυγχάνει ένα εκ των δύο ιερών βιβλίων της Ορθοδοξίας. Και θα τους εκλιπαρούσα να μου εξηγήσουν ποιά σχέση έχει με τον Ελληνισμό αυτό που θα διαβάσετε στην συνέχεια ("Δευτερονόμιο" ΧΙΙΙ, 6): "Εάν δε παρακαλέση σε ο αδελφός σου εκ πατρός σου ή εκ μητρός σου, ή ο υιός σου , ή η θυγάτηρ σου, ή η γυνή σου η εν κόλπω σου, ή ο φίλος σου ή ίσος τη ψυχή σου, λάθρα λέγων πορευθώμεν και λατρεύσωμεν θεοίς εταίροις... από των Θεών των εθνών... αναγγέλλων αναγγελλείς περί αυτού και η χείρ σου έσται επ' αυτώ εν πρώτοις, αποκτείναι αυτόν, και αι χείρες παντός του λαού επ' εσχάτω... Εαν δε ακούης εν μιά των πόλεών σου λέγοντες πορευθώμεν και λατρεύσωμεν Θεοίς ετέροις ανελών ανελείς πάντας τους κατοικούντας εν τη πόλει εκείνη εν φόνω μαχαίρας και τα κτήνη αυτής εν στόματι μαχαίρας...!" Και συνεχίζει το "ιερό" κείμενο περιγράφοντας τις λεπτομέρειες του τρόπου καταστροφής των πάντων εντός της πόλεως αυτής!

Πώς αντιμετώπιζαν όμως αυτά οι Έλληνες οι διαπαιδαγωγημένοι με την Ιλιάδα του Ομήρου; ("Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" της Εκδοτικής Αθηνών, τόμος Δ' ,σελ. 226): "Ο σεβασμός του Αλέξανδρου προς τους λαούς των χωρών που κατέκτησε, συνυφασμένος και με την γενικώτερη πολιτική του, που μέγας στόχος της ήταν η "ομόνοια" μεταξύ των ηπείρων πήρε μιά ιδιαίτερη χαρακτηριστική έκφραση στην στάση που τήρησε απέναντι στις θρησκείες και στα έθιμα θρησκευτικής λατρείας. Δεν περιορίστηκε μάλιστα στην θρησκευτική ανεκτικότητα' φάνηκε να ασπάζεται ο ίδιος την πίστη και να υιοθετεί τις λατρείες των Ασιατών και των Αιγυπτίων..."

Ένα ακόμη, νεοφανές αλλά καθόλου αυθόρμητο, "επιχείρημα" της προπαγάνδας των βυζαντινιστών είναι το μήπως τάχα οι λεγόμενοι "δωδεκαθεΙστές" παίζουν το παιγνίδι εκείνων που χαρακτηρίζουν τους προγόνους μας "ειδωλολάτρες"; Εδώ πράγματι συμπεριφέρονται ως τέλειοι ορθόδοξοι αγγίζοντες τα όρια της υποκρισίας και της νοοτροπίας της συνειδητής διαστρεβλώσεως και ως τέλειοι μαθητές του αρχιορθόδοξου διδασκάλου Αποστόλου Παύλου. Αλήθεια δεν γνωρίζουν ότι αυτοί οι οποίοι κατ' εξοχήν αποκαλούν την θρησκεία των προγόνων μας "ειδωλολατρική" δεν είναι παρά οι ορθόδοξοι χριστιανοί; Ας το μάθουν τώρα λοιπόν από τον κ. Νικόλαο Τωμαδάκη καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην εργασία του "εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν" Τόμος Α' τεύχος Α έκδοση δευτέρα, Αθήναι 1956 γράφει: "Ο χριστιανισμός υπήρξε πολέμιος κατά κύριον λόγον του Ελληνισμού, ως ζωής και σκέψεως. Η μεγαλύτερη διαβολή την οποίαν ενήργησε κατά του κλασσικού κόσμου είναι η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρείαν των ειδώλων, δι ήν κατηγορούν τα συναξάρια τους μη χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες. Εν τούτοις το όνομα Έλλην, ταχύτατα συνέπεσε με την έννοιαν του ειδωλολάτρης, μη χριστιανός, και συχνότα εις τα συναξάρια λέγεται περί μαρτύρων, "πατρός μεν Έλληνος, μητρός δε χριστιανής" (και όταν πρόκειται περί Σύρων μη ελληνοφώνων! )"

Και εδώ για του λόγου το αληθές περί υποκρισίας και διαστρεβλώσεως, ας θαυμάσουμε το ποιόν και το ήθος του Παύλου: Ο Έρασμος στο "Μωρίας εγκώμιον" (εκδ. ΗΡΙΔΑΝΟΣ 1972 μεταφρ. Στρατή Τσίρκα σελ. 145) λέει: "Αν πρέπει να πιστέψουμε τον άγιο Ιερώνυμο... ο ''άγιος'' Παύλος, διαβάζοντας τυχαία την επιγραφή ενός μνημείου στην Αθήνα, την άλλαξε για να έρχεται πιό καλά με όσα εκείνος έλεγε για χριστιανική πίστη. Παράλειψε τις λέξεις που μπορεί να βλάφτουν την υπόθεσή του και κράτησε μόνο τις δύο τελευταίες "Αγνώστω Θεώ" και πάλι τις άλλαξε κομμάτι, γιατί ολόκληρη η επιγραφή λέει:

«ΤΟΙΣ ΘΕΟΙΣ, ΑΣΙΑΣ, ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗΣ, ΘΕΟΙΣ ΑΓΝΩΣΤΟΙΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙΣ»

Και συνεχίζει ο Έρασμος: "Φαίνεται πως αυτό το παράδειγμα πιάσανε ν΄ακολουθούν τα παιδιά, οι θεολόγοι. Ψαρεύουν απ' εδώ κι απ΄εκεί τέσσερις-πέντε λέξεις στην ανάγκη τους αλλάζουν το νόημα και το ταιριάζουν όπως τους βολεύει και, στα κομμάτια, αν αυτό που έρχεται πριν η μετά δεν έχει καμμία σχέση με το θέμα, ή πάει κι αντίθετα. Και το κάνουν αυτό με τόσο πετυχημένη ξανδιαντροπιά, που τους ζηλεύουν ακόμη κι οι νομικοί".

Για να αρκεσθούμε, για την ώρα, σ΄αυτά τα ολίγα, δηλώνω στον κάθε βυζαντινιστή και ορθόδοξο ότι έχω στη διάθεσή του όλα τα επίσημα κρατικά έγγραφα των Υπουργείων και των Νομαρχιών με τα οποία μ' απαντούν ότι δεν έχω το δικαίωμα να τυγχάνω λάτρης του Ελληνικού Θρησκεύματος, εις απάντησιν όσον έχουν το θράσος να δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν τάχα να υπάρχει απαγόρευσις επ' αυτού.

Και εκίνησα όλη την διαδικασία αυτή για να αποδείξω στην πράξι αυτό το οποίο δεκάδες φορές εδήλωσα δημοσίως ότι δηλαδή η Ελλάς, μεταξύ των άλλων, τυγχάνει και υπό μόνιμη θρησκευτικήν κατοχήν.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΦΑΓΗ των ΕΛΛΗΝΩΝ από τους ΕΒΡΑΙΟΥΣ (38-116 Μ. Χ.)

Επειδή κάποιοι πολύ ισχυροί ανθέλληνες δεν θέλουν να μαθαίνουμε την Ιστορία ποτέ τα παιδιά μας, δεν διδάσκονται στα σχολεία επί παραδείγματι ότι το 38 μ.X. στην Αλεξάνδρεια, δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων υπήρξαν θύματα εβραϊκής εξεγέρσεως.

Οι εξεγερθέντες μάλιστα δεν πίστευαν ότι τελικά θα τιμωρηθούν γιατί ο αυτοκράτωρ Κλαύδιος ήταν εβραίος από την μητέρα του. Και είχαν δίκαιο.

Οι εβραϊκές κοινότητες, από το 70 μ. Χ. έως το 115 μ. Χ. ανασυντάσσονται, οργανώνονται και περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία, δηλαδή μια αδυναμία της Ρώμης, για να πορευθούν προς τα πατρογονικά τους εδάφη.

Ένα τέτοιου είδους κίνημα, απαιτεί ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας της διασποράς, καλλιέργεια, εκ μέρους του ιερατείου, συνωμοτικού κλίματος, πολεμικής αρετής και υψηλού ηθικού, επί σειράν ετών.
Τον χειμώνα του 116 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Τραϊανός τον περνά στα ερείπια της ανατολικής πρωτεύουσάς του, της Αντιοχείας, η οποία τον προηγούμενο χρόνο είχε ισοπεδωθεί από καταστρεπτικό σεισμό. Εκεί, ο αυτοκράτωρ έμαθε ότι οι εβραίοι είχαν εξεγερθεί.

Τα νέα ήταν ότι, οι εβραίοι εξεγερθέντες, στην σημερινή Λιβύη (Κυρηναϊκή), στην Αλεξάνδρεια, στην Κύπρο και στην Μεσοποταμία, ξεσηκώθηκαν εναντίον της Ρώμης,σφάζοντας όμως περίπου 1.000.000 Έλληνες!

Ο Τραϊανός, απεφάσισε να ανασυγκροτηθεί στην Ρώμη αλλά, στις ακτές της Κιλικίας, στην Σελινούντα, απέναντι από την Βόρειο Κύπρο, στις 8 Αυγούστου του 116, πέθανε σε ηλικία 62 ετών. Τον διαδέχθηκε ο ικανότατος και φιλέλληνας Αδριανός.

Εξέγερση και γενοκτονία των Ελλήνων στην Κυρηναϊκή

Το κίνημα των εβραίων είχε ξεκινήσει στην Κυρήνη της Λιβύης όπου οι εξεγερθέντες κατέσφαξαν τον Ελληνικό πληθυσμό, ισοπέδωσαν την πόλη, γκρέμισαν τους Ναούς και έφθασαν μέχρι του σημείου να σκάψουν τον δρόμο που οδηγούσε στο επίνειο της πόλης, την Απολλωνία. Κάποιος υπεσχέθη ότι θα ηγηθεί των εβραίων της Κυρήνης στον δρόμο προς την Σιών… Οι δε εβραίοι της Κυρήνης θα ηγούντο των συμπατριωτών τους της Αιγύπτου. Οι εβραίοι της Μεσοποταμίας θα τους συναντούσαν εκεί…

Τελικά, η εξέγερση κατεστάλη το 118 μ.Χ. Στην Ανατολική Μεσόγειο, την τάξη επέβαλλε ο στρατηγός Μάρκιος Τούρβων, ενώ στην Μεσοποταμία, ήδη ο Λούσιος Κουίετος το είχε επιτύχει αφού και οι δύο επέβαλαν την τιμωρία των λεγεώνων, σφάζοντας δεκάδες χιλιάδες εβραίων, οπωσδήποτε όμως λιγότερους από όσους Έλληνες οι ίδιοι εξόντωσαν.

Σαν αντίδραση στην καταστροφή τους, οι εβραίοι σταμάτησαν να μαθαίνουν στα παιδιά τους Ελληνικά! Για την Κύπρο όμως, η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Η αντιπαλότητα εβραίων-Κυπρίων ξεκίνησε από τα πρώτα χρόνια της υποδουλώσεως της Κύπρου στους Ρωμαίους. Ο Κάτων κατέλαβε την Κύπρο το 56 π. Χ. και κυριολεκτικά την καταλεηλάτησε από κάθε είδος πλούτου οδηγώντας τους Κυπρίους σε πλήρη εξαθλίωση.

Σύμμαχοι των Ρωμαίων σ’ αυτή την καταπίεση ήταν εβραίοι έμποροι, οι οποίοι, ως υπεργολαβία, ανέλαβαν να εκμεταλλεύονται, για λογαριασμό των Ρωμαίων, τα πλούσια ορυχεία χαλκού και κάθε άλλο πλουτοπαραγωγικό πόρο.

Στα επόμενα χρόνια, και μετά το 70 μ. Χ., ο εβραϊκός πληθυσμός της Κύπρου αυξήθηκε κατά πολύ. Έτσι, υπήρχε αρκετό πλήθος για την εφαρμογή στην Κύπρο των σιωνιστικών σχεδίων. Το 117 μ. Χ. λοιπόν κάποιος εβραίος ονόματι Αρτεμίων ηγήθηκε των εβραίων εξεγερθέντων.

Πρώτη πηγή.

Ο Βυζαντινός ιερομόναχος λόγιος και ιστορικός και μετέπειτα Πατριάρχης (1065-1075) Ιωάννης Ξιφιλίνος, ευτυχώς, διέσωσε το γεγονός ότι οι σφαγιασθέντες στο νησί έφθασαν τις 240.000, αφού από αρχαίες πηγές μόνον ο Δίων ο Κάσιος αναφέρεται στην σφαγή αυτή στο περίφημο έργο του ”ΒΙΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ”.

Δεύτερη πηγή, του περιφήμου Αγγλου ιστορικού Εντουαρντ Γκίμπον (γνωστού ελληνικά ως Γίββων) που έζησε από το 1737 έως 1794, ήτοι κατά την περίοδο του σκλαβωμένου ελληνισμού.

Το κείμενο αυτό ανευρίσκεται στο μνημειώδες έργο του “Ιστορία της Παρακμής και Πτώσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας” και αναφέρεται, ακόμη, στο βιβλίο “Δίκη” (“Trial”) του Μπιλ Γκρίμσταντ, υπευθύνου των εκδόσεων “Αρυαν Πρες Ινκορπρέιτεντ, έκδοση 1973, Ουάσιγκτον ΗΠΑ.

Ιδού η περικοπή.

“Η ανθρωπότης μένει έκπληκτη από το ρεσιτάλ (σε τρεις πράξεις) των φοβερών κακουργημάτων των Εβραίων, εναντίον των ανυποψιάστων, γηγενών Ελλήνων, οι οποίοι τους θεωρούσαν φίλους.

Οι Εβραίοι πρόδωσαν αυτή τη φιλία και έσφαξαν 220.000 Έλληνες στην Κυρηναϊκή και κατακρεούργησαν 240.000 Έλληνες στην Κύπρο, καθώς και μέγα τμήμα του ελληνικού πληθυσμού στην Αίγυπτο.

Πολλοί των θυμάτων Ελλήνων, επριονίσθησαν στα δύο από τους Εβραίους σύμφωνα με την παράδοσή τους, ότι ο Δαυίδ επεκύρωσε αυτόν τον τρόπο εκτέλεσεως με το παράδειγμά του.

Κατά τις σφαγές αυτές των Ελλήνων, οι Εβραίοι κατεβρόχθιζαν τις σάρκες των νεκρών, έπιναν το αίμα τους και κατέστρεφαν τα εντόσθια!…”

Αυτά, όσο κι αν φαίνονται απίστευτα, υποβολιμαία ή υπερβολικά, γράφονται από έναν εκ των μεγαλυτέρων ιστορικών συγγραφέων του παρελθόντος που δεν μπορεί να καταστεί ύποπτος “αντισημιτισμού” (στην εποχή του τουλάχιστον), ούτε να κατηγορηθεί για έλλειψη σοβαρότητος, αφού τα έργα του ήταν, είναι και θα είναι μία εκ των σοβαροτέρων πηγών της Αρχαιότητας. (Αυτά από τις ιστορικές πηγές)

ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝ ΚΑΙ ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΟΦΕΙΛΩ ΝΑ ΞΕΣΚΕΠΑΣΩ ΤΟΥΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΟΥ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΩΝ ΜΟΥ....

Μαρία Αντουανέτα: Από τις Βερσαλλίες στη γκιλοτίνα – Οι τελευταίες ημέρες μιας βασίλισσας

Το πρωί της 16ης Οκτωβρίου 1793, η Μαρία Αντουανέτα εγκατέλειψε τη φυλακή της Κονσιερζερί στο Παρίσι για την τελευταία διαδρομή της ζωής της. Η γυναίκα που είχε συνδεθεί με τη μεγαλοπρέπεια των Βερσαλλιών οδηγούνταν πλέον στη γκιλοτίνα, έχοντας χάσει τον θρόνο, τον σύζυγό της και την επαφή με τα παιδιά της.

Ήταν 37 ετών, λίγες εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά της. Η εκτέλεσή της αποτέλεσε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης, συμπυκνώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην παλαιά μοναρχική τάξη και στη νέα επαναστατική εξουσία.

Η διαδρομή της είχε αρχίσει πολύ μακριά από τη γαλλική πρωτεύουσα. Γεννημένη στη Βιέννη στις 2 Νοεμβρίου 1755, ήταν κόρη της Μαρίας Θηρεσίας και του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α΄.

Ο γάμος της με τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου, τον μελλοντικό Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 1770, όταν εκείνη ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Επρόκειτο για μια δυναστική ένωση που υπηρετούσε τη συμφιλίωση της Γαλλίας με την Αυστρία, δύο δυνάμεων με μακρά ιστορία ανταγωνισμού.

Η νεαρή αρχιδούκισσα βρέθηκε σε μια αυλή όπου ακόμη και οι προσωπικές στιγμές υπάκουαν σε αυστηρούς κανόνες. Το ξύπνημα, το ντύσιμο και τα γεύματα αποτελούσαν τελετουργίες, με την παρουσία αυλικών και αξιωματούχων. Όταν ο σύζυγός της έγινε βασιλιάς το 1774, εκείνη ανέλαβε τον ρόλο της βασίλισσας χωρίς να έχει συμπληρώσει τα δεκαεννέα της χρόνια.



Η δυσκολία προσαρμογής της, οι επιλογές της και η επιθυμία της για μεγαλύτερη ιδιωτικότητα προκάλεσαν αντιδράσεις, οι οποίες σταδιακά ξεπέρασαν τα όρια της αυλής.

Η αγάπη της για τη μόδα, τις διασκεδάσεις και την πολυτέλεια προσέφερε εύφορο έδαφος στους επικριτές της. Σε μια χώρα που αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική κρίση, η βασίλισσα μετατράπηκε σε προσωποποίηση της σπατάλης.

Το προσωνύμιο «Μαντάμ Έλλειμμα» απέδιδε στη δική της συμπεριφορά τα δημοσιονομικά προβλήματα της μοναρχίας, απλουστεύοντας μια πολύ ευρύτερη κρίση. Παράλληλα, η αυστριακή καταγωγή της τροφοδοτούσε υποψίες για τις πολιτικές της προτιμήσεις και επέτρεπε στους αντιπάλους της να την παρουσιάζουν ως ξένη προς τα συμφέροντα της Γαλλίας.

Η δημόσια εικόνα της επιβαρύνθηκε ιδιαίτερα από την υπόθεση του περιδέραιου το 1785. Μια απάτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε το όνομά της για την απόκτηση ενός πανάκριβου διαμαντένιου κοσμήματος, εξελίχθηκε σε μεγάλο σκάνδαλο.

Παρότι η ίδια δεν είχε συμμετάσχει στην εξαπάτηση, η υπόθεση ενίσχυσε την ήδη διαδεδομένη δυσπιστία απέναντί της. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική εμπλοκή της και στην αντίληψη του κοινού δείχνει πόσο ευάλωτη είχε γίνει η μοναρχία: η φήμη μπορούσε πλέον να αποδειχθεί ισχυρότερη από την αποκατάσταση των γεγονότων.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης το 1789, η θέση της βασιλικής οικογένειας άλλαξε ριζικά. Τον Οκτώβριο, η πορεία προς τις Βερσαλλίες και η εισβολή στο ανάκτορο οδήγησαν στη μεταφορά της στο Παρίσι.

Η εγκατάσταση στο παλάτι του Κεραμεικού περιόρισε την ελευθερία της και έφερε τους μονάρχες υπό την άμεση πίεση της πρωτεύουσας. Η αποτυχημένη απόπειρα φυγής στη Βαρέν, τον Ιούνιο του 1791, έπληξε ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη προς τον βασιλιά και τη βασίλισσα, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι επιδίωκαν να ανατρέψουν τις επαναστατικές αλλαγές.



Η επίθεση στον Κεραμεικό στις 10 Αυγούστου 1792 σηματοδότησε την ουσιαστική κατάρρευση της βασιλικής εξουσίας. Η οικογένεια οδηγήθηκε στη φυλακή του Ταμπλ και η μοναρχία καταργήθηκε τον Σεπτέμβριο. Στις 21 Ιανουαρίου 1793, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ εκτελέστηκε, αφήνοντας τη Μαρία Αντουανέτα χήρα και κρατούμενη.

Το καλοκαίρι αποχωρίστηκε και τον μικρό γιο της, ενώ τη νύχτα της 1ης προς τη 2α Αυγούστου μεταφέρθηκε μόνη στην Κονσιερζερί, τη φυλακή που συνδέθηκε με τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της.

Στην Κονσιερζερί παρέμεινε υπό συνεχή επιτήρηση, με δύο χωροφύλακες να την παρακολουθούν ημέρα και νύχτα. Η δυνατότητά της να γράφει ήταν περιορισμένη και η ιδιωτικότητά της σχεδόν ανύπαρκτη. Παράλληλα, υποστηρικτές της μοναρχίας αναζητούσαν τρόπους να τη φυγαδεύσουν, χωρίς επιτυχία.

Η γνωστή «συνωμοσία του γαρίφαλου», κατά την οποία επιχειρήθηκε να της παραδοθούν κρυφά μηνύματα για σχέδιο απόδρασης, αποκαλύφθηκε και επιδείνωσε τη θέση της. Οι λεπτομέρειες της κράτησής της χρειάζονται προσοχή, καθώς μεταγενέστερες αφηγήσεις τις περιέβαλαν με θρύλους.

Η δίκη άρχισε στις 14 Οκτωβρίου 1793 ενώπιον του Επαναστατικού Δικαστηρίου. Η Γαλλία αντιμετώπιζε εξωτερικό πόλεμο και εσωτερικές εξεγέρσεις, ενώ η καταστολή των θεωρούμενων εχθρών της Δημοκρατίας εντεινόταν. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρώην βασίλισσα παρουσιαζόταν ως ενσάρκωση της αντεπανάστασης.

Οι δικηγόροι της, Κλοντ Φρανσουά Σοβό-Λαγκάρντ και Γκιγιόμ Αλεξάντρ Τρονσόν-Ντικουντρέ, είχαν ελάχιστο χρόνο για την προετοιμασία της υπεράσπισης. Η διαδικασία εξελίχθηκε με ταχύτητα, μέσα σε ατμόσφαιρα έντονης πολιτικής εχθρότητας.

Οι κατηγορίες αφορούσαν την εξάντληση του δημόσιου ταμείου, τη συνεννόηση με εχθρικές δυνάμεις και τη συμμετοχή σε συνωμοσίες κατά της ασφάλειας του κράτους. Στη διάρκεια των καταθέσεων, πολιτικές αιτιάσεις αναμείχθηκαν με προσωπικές επιθέσεις και φήμες.



Η υπεράσπιση υπογράμμισε την έλλειψη επαρκών αποδείξεων, όμως η διαδικασία δύσκολα μπορούσε να αποσυνδεθεί από την πολιτική της λειτουργία. Στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, το δικαστήριο αντιμετώπιζε ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη γυναίκα και το σύμβολο ενός καθεστώτος που η Επανάσταση είχε ανατρέψει.

Η πιο φορτισμένη στιγμή ήρθε όταν διατυπώθηκε εναντίον της η κατηγορία της αιμομιξίας με τον γιο της. Η Μαρία Αντουανέτα αντέδρασε επικαλούμενη τη μητρική ιδιότητά της και απευθυνόμενη στις μητέρες που βρίσκονταν στην αίθουσα.

Η απάντησή της προκάλεσε συγκίνηση, χωρίς να αλλάξει την έκβαση. Τα ξημερώματα της 16ης Οκτωβρίου κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η εκτέλεση θα πραγματοποιούνταν την ίδια ημέρα, αφήνοντάς της μόνο λίγες ώρες για να προετοιμαστεί για το τέλος.

Στο διάστημα αυτό έγραψε μια τελευταία επιστολή προς την Ελισάβετ, αδελφή του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Στο κείμενο εξέφραζε την πίστη της, την αγάπη για τα παιδιά της και την αγωνία για το μέλλον τους.

Η επιστολή δεν έφτασε στην παραλήπτριά της. Λίγο αργότερα, με κομμένα μαλλιά και δεμένα χέρια, οδηγήθηκε με ανοιχτό κάρο στην πλατεία της Επανάστασης, τη σημερινή Κονκόρντ. Γύρω στο μεσημέρι, η γκιλοτίνα έβαλε τέλος στη ζωή της, ολοκληρώνοντας τη δραματική πτώση της.

Η σορός της ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Μαντλέν και το 1815 τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στη βασιλική του Σεν Ντενί. Μετά τον θάνατό της, η εικόνα της συνέχισε να αλλάζει: για ορισμένους παρέμεινε σύμβολο της μοναρχικής αλαζονείας, για άλλους έγινε τραγική μορφή της επαναστατικής βίας.

Η ιστορική προσέγγιση απαιτεί να διακρίνονται οι πολιτικές επιλογές της από τις συκοφαντίες που τη συνόδευσαν.

Οι ημέρες από τις 14 έως τις 16 Οκτωβρίου 1793 παραμένουν χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η πολιτική σύγκρουση μπορεί να καθορίσει τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη μοίρα.

Η Επιβεβλημένη Σιωπή και η Καταστολή του Πένθους στην Αρχαία Σπάρτη

Εισαγωγή

Στην ιστοριογραφία της αρχαιότητος, η εικόνα της Σπαρτιάτισσας μητέρας έχει αποτυπωθεί μέσα από ένα πρίσμα άκαμπτου ηρωισμού και απόλυτης υποταγής στις επιταγές της πόλεως.

Η περίφημη φράση «ῆ τὰν ῆ ἐπὶ τᾶς» (ή με την ασπίδα ή επάνω σε αυτήν), καθώς και τα αποφθέγματα που παραδίδει ο Πλούταρχος, παρουσιάζουν τις γυναίκες της Λακεδαίμονος ως ατάραχες θεματοφύλακες της πολεμικής αρετής, έτοιμες να αποκηρύξουν ή ακόμη και να θανατώσουν τους δειλούς υιούς τους (τρέσαντες).

Ωστόσο, η νεότερη ακαδημαϊκή έρευνα, επαναξιολογώντας τις πρωτογενείς πηγές υπό το φως της ιστορικής ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας του συναισθήματος, αποδομεί το μονολιθικό αυτό αφήγημα. Πίσω από την κρατική ιδεολογία της «ευγονικής» και του «λακωνισμού», αποκαλύπτεται ένας μηχανισμός συστηματικής καταστολής του ατομικού πένθους.

Το παρόν άρθρο εξετάζει τις θεσμικές, κοινωνικές και ψυχολογικές παραμέτρους της απαγόρευσης του δημόσιου θρήνου για τις Σπαρτιάτισσες, αναλύοντας το τίμημα της επιβεβλημένης αυτής αφασίας.

Ι. Το Θεσμικό Πλαίσιο. Ο Λυκούργειος Νόμος (Μεγάλη Ρήτρα) και η Διαχείριση του Θανάτου

Σε αντίθεση με την Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις-κράτη, όπου ο τελετουργικός θρήνος (γόος, θρῆνος) αποτελούσε κεντρικό πεδίο γυναικείας επιτελεστικότητας και κοινωνικής έκφρασης, η Σπάρτη επέβαλε αυστηρότατους περιορισμούς στη νεκρική τελετουργία.

Όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο Βίο Λυκούργου (27.1–3), ο θεσμοθέτης της Σπάρτης:

1. Απαγόρευσε την τοποθέτηση κτερισμάτων στους τάφους.
2. Περιόρισε την περίοδο του πένθους στις δώδεκα ημέρες μόλις, επιβάλλοντας τη 12η ημέρα θυσία στη Δήμητρα για τη λήξη του πένθους.
3. Απαγόρευσε τις εκδηλώσεις οδυρμού, τους ακραίους κοπετούς και την αναγραφή ονομάτων σε επιτύμβιες στήλες, με δύο εξαιρέσεις, τους άνδρες που έπεσαν στη μάχη (ἐν πολέμῳ) και τις γυναίκες που πέθαναν κατά τη διάρκεια του τοκετού ή κατά τη διάρκεια ιερών υπηρεσιών (λεχώ / ἱερά).

Η ρύθμιση αυτή δεν ήταν απλώς μια μέριμνα αποφυγής της πολυτέλειας, αλλά ένας συνειδητός κρατικός παρεμβατισμός. Ο θάνατος του πολίτη δεν ανήκε στην οικογένεια (οἶκος), αλλά στην πόλη (πόλις). Κατά συνέπεια, η διαχείριση της απώλειας αφαιρέθηκε από τη δικαιοδοσία της μητέρας και πέρασε στον έλεγχο της συλλογικής ιδεολογίας.

ΙΙ. «Λακωνικά Αποφθέγματα». Ιδεολογική Προπαγάνδα ή Κοινωνική Πραγματικότητα;

Η κύρια πηγή για τη συμπεριφορά των Σπαρτιατισσών απέναντι στην απώλεια είναι τα Λακαινῶν Ἀποφθέγματα του Πλουτάρχου. Σε αυτά καταγράφονται ιστορίες γυναικών που:

• Πληροφορούμενες τον θάνατο των παιδιών τους, εκφράζουν ευγνωμοσύνη επειδή πέθαναν «αξίως της Σπάρτης».
• Επιπλήττουν άλλες γυναίκες που θρηνούν, χαρακτηρίζοντας το κλάμα ως «δειλία».
• Φτάνουν στο σημείο να θανατώσουν οι ίδιες τα παιδιά τους αν επέστρεφαν ηττημένα ή λιποτάκτες.

Στην ακαδημαϊκή κοινότητα (π.χ. Sarah Pomeroy, Paul Cartledge, Anton Powell), διεξάγεται έντονος διάλογος για τη σχετικότητα αυτών των πηγών. Τα αποφθέγματα αυτά συλλέχθηκαν κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό την «αντικατοπτρική εικόνα» (mirage spartiate) που κατασκεύασαν οι μεταγενέστεροι για τη Σπάρτη.

Ωστόσο, ακόμη και ως ιδεολογικό ιδεώδες, τα αποφθέγματα αποδεικνύουν την κοινωνική πίεση που ασκούνταν στις γυναίκες. Η δημόσια επίδειξη αταραξίας δεν ήταν πάντα αυθόρμητη συναισθηματική κατάσταση, αλλά ένας μηχανισμός επιβίωσης εντός ενός αυταρχικού κοινωνικού πλαισίου. Η γυναίκα που θα έκλαιγε δημόσια κινδύνευε με κοινωνικό αποστρακισμό, στιγματισμό της οικογένειάς της και απώλεια της αριστοκρατικής/πολιτικής της υποστάσεως.

ΙΙΙ. Η Ψυχολογική Διάσταση. Καταστολή, Εσωτερικευμένος Τραυματισμός και Σκιώδεις Διέξοδοι

Η ψυχολογική πίεση που υφίσταντο οι μητέρες στη Σπάρτη ήταν διπλή. Από τη μία πλευρά, ανέτρεφαν τα παιδιά τους μέχρι την ηλικία των 7 ετών, αναπτύσσοντας τους μητρικούς δεσμούς. Από την άλλη, η Αγωγή αποσπούσε τους υιούς από την εστία, προετοιμάζοντάς τους για πιθανό θυσιαστικό θάνατο.

Όταν ο θάνατος τελικώς επέρχετο, η μητέρα υποχρεωνόταν σε μια κατάσταση συναισθηματικής δυσλειτουργίας.

• Απαγόρευση του θρήνου ως μηχανισμού κάθαρσης
Ο θρήνος στην αρχαία Ελλάδα λειτουργούσε ως απαραίτητο στάδιο για την επεξεργασία του τραύματος. Η στέρησή του εμπόδιζε τη συναισθηματική ολοκλήρωση της απώλειας.

• Συναισθηματική διχοτόμηση
Η μητέρα έπρεπε να επιδείξει «μειδίαμα» και υπερηφάνεια δημόσια, ενώ ιδιωτικά βίωνε τη συντριβή. Ο Ξενοφών σημειώνει στην Λακεδαιμονίων Πολιτεία ότι μετά την ήττα στα Λεύκτρα (371 π.κ.ε.), οι συγγενείς των πεσόντων κυκλοφορούσαν στις οδούς φαιδροί και λαμπροί, ενώ οι συγγενείς των επιζώντων περιέρχονταν σκυθρωποί και ταπεινωμένοι.

Η επιβίωση του θρήνου στις παρυφές της Λακωνίας

Είναι αξιοσημείωτο ότι η καταπιεσμένη αυτή ανάγκη για έκφραση του πένθους επιβίωσε γεωγραφικά και ιστορικά. Στη Μάνη —περιοχή της λακωνικής χερσονήσου με άμεση πολιτισμική συνέχεια— αναπτύχθηκε το έθιμο των μοιρολογιών. Όπως σημειώνουν ανθρωπολόγοι (π.χ. Nadia Seremetakis), τα μανιάτικα μοιρολόγια αποτελούν μια αυτοσχέδια, αποκλειστικά γυναικεία τελετουργία, όπου η γυναίκα διεκδικεί ξανά τον λόγο επάνω στον θάνατο, εκφράζοντας την οδύνη, την οργή και τη διαμαρτυρία της ενάντια στη βία και την απώλεια.

ΙV. Εν κατακλείδι

Η εικόνα της Σπαρτιάτισσας μητέρας που υποδέχεται τον νεκρό υιό της χωρίς δάκρυα δεν αποτελεί τεκμήριο απουσίας μητρικού συναισθήματος, αλλά απόδειξη της απόλυτης επικράτησης της κρατικής ιδεολογίας επάνω στη σωματική και συναισθηματική σφαίρα του ατόμου.

Η Σπάρτη πέτυχε τη στρατιωτική της υπεροχή μετατρέποντας το μητρικό σώμα σε εργαλείο αναπαραγωγής πολεμιστών και τη μητρική καρδιά σε ιδεολογικό οχυρό. Η επιβεβλημένη σιωπή των γυναικών μπροστά στην απώλεια υπήρξε ίσως το πιο βαρύ, αν και αόρατο, τίμημα που κατέβαλε η λακωνική κοινωνία στο βωμό του πολεμικού της οικοδομήματος.

Η επέλαση στην «Κοιλάδα του Θανάτου»: Η διαταγή που έστειλε τους ιππείς στα κανόνια

Το μοιραίο λάθος της Μπαλακλάβας

Στις 25 Οκτωβρίου 1854, στην Κριμαία, εκατοντάδες Βρετανοί ιππείς ξεκίνησαν μια επίθεση που έμελλε να περάσει στην ιστορία ως σύμβολο στρατιωτικού θάρρους και αποτυχίας της διοίκησης. Μπροστά τους βρίσκονταν ρωσικά πυροβόλα, ενώ στις πλαγιές γύρω από τη διαδρομή τους υπήρχαν επιπλέον εχθρικές θέσεις.

Η Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας δεν ήταν μια σχεδιασμένη αποστολή αυτοθυσίας, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαταγής που μεταφέρθηκε και ερμηνεύθηκε με καταστροφικό τρόπο. Μέσα σε λίγα λεπτά, η σύγχυση των ανωτέρων μετατράπηκε σε πραγματικές απώλειες στο πεδίο της μάχης.

Το περιστατικό σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, όταν η Βρετανία και η Γαλλία πολεμούσαν στο πλευρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον της Ρωσίας.

Κεντρικός στόχος της συμμαχικής εκστρατείας στην Κριμαία ήταν η Σεβαστούπολη, σημαντική ναυτική βάση της ρωσικής ισχύος στη Μαύρη Θάλασσα.



Μετά τη νίκη τους στον ποταμό Άλμα, τον Σεπτέμβριο του 1854, οι σύμμαχοι προχώρησαν προς την πόλη και άρχισαν την πολιορκία της. Ωστόσο, η διατήρηση των θέσεών τους απαιτούσε ασφαλή ανεφοδιασμό και προστατευμένες γραμμές επικοινωνίας.

Το λιμάνι της Μπαλακλάβας αποτελούσε βασικό στήριγμα του βρετανικού στρατού. Από εκεί περνούσαν εφόδια απαραίτητα για τις δυνάμεις που επιχειρούσαν έξω από τη Σεβαστούπολη, γεγονός που προσέδιδε στην περιοχή ιδιαίτερη σημασία.

Οι δρόμοι, τα υψώματα και οι κοιλάδες ανάμεσα στο λιμάνι και στις συμμαχικές θέσεις δημιουργούσαν ένα σύνθετο πεδίο επιχειρήσεων. Για τους Ρώσους, μια επιτυχημένη επίθεση εκεί μπορούσε να δυσκολέψει την πολιορκία και να απειλήσει τη λειτουργία ολόκληρης της βρετανικής βάσης.

Η ρωσική επίθεση εκδηλώθηκε το πρωί της 25ης Οκτωβρίου, με τις δυνάμεις του στρατηγού Πάβελ Λιπράντι να κινούνται εναντίον προωθημένων οχυρώσεων. Αρκετές θέσεις που υπερασπίζονταν οθωμανικά στρατεύματα καταλήφθηκαν, μαζί με πυροβόλα που είχαν εγκατασταθεί στα υψώματα.

Η εξέλιξη προκάλεσε ανησυχία στη συμμαχική διοίκηση, καθώς απειλούσε τον δρόμο προς τις γραμμές της πολιορκίας. Ο Βρετανός αρχιστράτηγος, λόρδος Ράγκλαν, ζήτησε ενισχύσεις, όμως η μετακίνησή τους χρειαζόταν χρόνο.



Πριν από τη μοιραία επέλαση, οι Βρετανοί είχαν ήδη αποκρούσει επικίνδυνες ρωσικές κινήσεις. Οι Σκωτσέζοι του 93ου Συντάγματος, υπό τον Κόλιν Κάμπελ, αντιμετώπισαν ρωσικό ιππικό παραταγμένοι σε δύο σειρές, σε ένα επεισόδιο που έμεινε γνωστό ως η «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή».

Ακολούθησε επιτυχημένη επίθεση της Βαριάς Ταξιαρχίας, η οποία απώθησε αριθμητικά ισχυρότερη δύναμη Ρώσων ιππέων. Αυτές οι επιτυχίες περιόρισαν την άμεση απειλή, χωρίς όμως να αποκαταστήσουν πλήρως τον έλεγχο των χαμένων θέσεων.

Η κρίσιμη στιγμή ήρθε όταν ο Ράγκλαν παρατήρησε ότι οι Ρώσοι επιχειρούσαν να απομακρύνουν πυροβόλα από τις οχυρώσεις που είχαν καταλάβει. Από το υπερυψωμένο παρατηρητήριό του μπορούσε να διακρίνει κινήσεις που δεν ήταν ορατές στους διοικητές του ιππικού χαμηλότερα.

Επιθυμούσε να εμποδίσει τη μεταφορά των όπλων και διέταξε ταχεία προώθηση. Η πρόθεσή του, ωστόσο, δεν αποτυπώθηκε με την απαιτούμενη σαφήνεια ως προς τον ακριβή στόχο και την κατεύθυνση της ενέργειας.

Τη γραπτή εντολή συνέταξε ο επιτελικός αξιωματικός Ρίτσαρντ Έιρι και ανέλαβε να τη μεταφέρει ο λοχαγός Λούις Νόλαν. Παραλήπτης ήταν ο λόρδος Λούκαν, διοικητής της μεραρχίας ιππικού, στην οποία υπάγονταν η Ελαφρά και η Βαριά Ταξιαρχία.



Η διαταγή ζητούσε προώθηση και παρεμπόδιση της απομάκρυνσης των πυροβόλων, αλλά δεν προσδιόριζε επαρκώς ποια ακριβώς εννοούσε. Από τη θέση του Λούκαν, η εικόνα του πεδίου ήταν ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη του αρχιστρατήγου.

Ο Λούκαν ζήτησε διευκρινίσεις από τον Νόλαν, όμως η συνεννόηση δεν αποκατέστησε την ασάφεια. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις, μια χειρονομία του αγγελιοφόρου εκλήφθηκε ως υπόδειξη προς τη ρωσική πυροβολαρχία στο βάθος της βόρειας κοιλάδας.

Η ακριβής σημασία της κίνησης και οι προθέσεις του Νόλαν παραμένουν αντικείμενο συζήτησης. Το βέβαιο είναι ότι η εντολή κατέληξε να αφορά διαφορετικό στόχο από εκείνον που είχε κατά νου ο Ράγκλαν.

Ο διοικητής της Ελαφράς Ταξιαρχίας, λόρδος Κάρντιγκαν, έλαβε έτσι διαταγή να επιτεθεί κατά μέτωπο στα πυροβόλα της κοιλάδας. Οι σχέσεις του με τον Λούκαν, ο οποίος ήταν συγγενής του εξ αγχιστείας, χαρακτηρίζονταν από έντονη προσωπική αντιπαλότητα.



Η εχθρότητα αυτή επιβάρυνε την επικοινωνία, χωρίς να αποτελεί από μόνη της επαρκή εξήγηση της καταστροφής. Παρά τις επιφυλάξεις για τις εχθρικές θέσεις στα πλευρά, η επίθεση διατάχθηκε χωρίς να προηγηθεί αποτελεσματικός έλεγχος της αρχικής πρόθεσης.

Περίπου εξακόσιοι εβδομήντα ιππείς άρχισαν την προέλαση, με τον Κάρντιγκαν επικεφαλής. Καθώς πλησίαζαν, εκτέθηκαν σε πυρά από τις ρωσικές θέσεις μπροστά και στα πλευρά τους, ενώ οι απώλειες άρχισαν να διαλύουν τους σχηματισμούς.

Ο Νόλαν σκοτώθηκε στην αρχή της κίνησης και δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει τη δική του εκδοχή. Η πιθανότητα να είχε αντιληφθεί το λάθος και να προσπάθησε να αλλάξει την κατεύθυνση της επίθεσης παραμένει υπόθεση.

Παρά τα πυρά, τμήματα της ταξιαρχίας έφτασαν στα ρωσικά πυροβόλα και συγκρούστηκαν με τους υπερασπιστές τους. Η επίτευξη αυτού του σημείου, όμως, δεν εξασφάλιζε ούτε διατήρηση της θέσης ούτε ουσιαστικό επιχειρησιακό όφελος.

Οι επιζώντες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν μέσα από την ίδια επικίνδυνη περιοχή, με γαλλικό ιππικό να περιορίζει μέρος της απειλής από τα πλευρά. Η επίθεση και η υποχώρηση άφησαν πίσω νεκρούς, τραυματίες, αιχμαλώτους και εκατοντάδες χαμένα άλογα.

Οι καταμετρήσεις διαφέρουν, αλλά περίπου διακόσιοι εξήντα άνδρες καταγράφονται ως νεκροί, τραυματίες ή αιχμάλωτοι σε συχνά χρησιμοποιούμενους απολογισμούς. Η ταξιαρχία είχε υποστεί βαρύ πλήγμα, χωρίς να ανακτήσει τα πυροβόλα που αποτελούσαν τον αρχικό στόχο.



Η Μπαλακλάβα παρέμεινε στους συμμάχους, ενώ οι Ρώσοι διατήρησαν σημαντικές θέσεις στα υψώματα. Η συνολική μάχη δεν έκρινε τον πόλεμο, αλλά δυσχέρανε τον ανεφοδιασμό των πολιορκητών ενόψει του χειμώνα.

Στη συνέχεια ξέσπασε διαμάχη για τις ευθύνες, με επίκεντρο τη διατύπωση της διαταγής, τη μεταφορά της και την απόφαση εκτέλεσής της. Η απόδοση ολόκληρης της καταστροφής σε έναν άνθρωπο απλοποιεί μια αλληλουχία ασαφειών και αποτυχημένων συνεννοήσεων.

Παράλληλα, το ποίημα του Άλφρεντ Τένισον έκανε την επέλαση παγκοσμίως γνωστή, συνδέοντάς την με την εικόνα της «Κοιλάδας του Θανάτου».

Η ανδρεία των στρατιωτών απέκτησε έτσι μια θέση στη συλλογική μνήμη πολύ μεγαλύτερη από τη στρατιωτική αξία της επιχείρησης.

Η Μπαλακλάβα παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του χάσματος ανάμεσα στην προσωπική γενναιότητα και στην αποτελεσματική διοίκηση.



Οι ιππείς εκτέλεσαν μια αποστολή της οποίας ο σκοπός είχε αλλοιωθεί προτού ακόμη αρχίσει η κίνησή τους.

Το ιστορικό βάρος της επέλασης βρίσκεται τόσο στην επιμονή τους όσο και στην αποτυχία των ανωτέρων να εξασφαλίσουν κοινή κατανόηση της εντολής.

Στις 25 Οκτωβρίου 1854, αυτή η αποτυχία μετρήθηκε σε ανθρώπινες ζωές.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Έλληνες, όχι «Εθνικοί», «Ειδωλολάτρες» ή «Παγανιστές». Η σημασία του ορθού αυτοπροσδιορισμού

Η ιστορική προέλευση της ορολογίας και ο αυτοπροσδιορισμός έναντι του ετεροπροσδιορισμού

Κάθε προσπάθεια επανασύνδεσης με την αρχαία ελληνική πνευματική παράδοση προϋποθέτει, πριν από οτιδήποτε άλλο, σαφή γνώση της ιστορίας της και συνειδητό προσδιορισμό της ταυτότητας που επιδιώκει να εκφράσει. Δεν αρκεί να αναζητούμε τις ρίζες μας στα κείμενα, στη φιλοσοφία, στις τέχνες και στις λατρευτικές παραδόσεις των προγόνων μας· χρειάζεται συγχρόνως να εξετάζουμε κριτικά τις έννοιες και τις ονομασίες με τις οποίες περιγράφουμε αυτήν τη σχέση. Οι λέξεις δεν είναι πάντοτε ουδέτερες. Συχνά μεταφέρουν ιστορικές αντιλήψεις, θρησκευτικές αξιολογήσεις και διακρίσεις που διαμορφώθηκαν σε εποχές διαφορετικές από τη δική μας.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς η αναβίωση της ελληνικής παράδοσης δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε στην αναπαραγωγή αρχαίων τελετουργιών ούτε στην άκριτη αποδοχή κάθε πεποίθησης της αρχαιότητας. Οφείλει να αποτελεί συνειδητή και κριτική προσέγγιση μιας ιστορικής κληρονομιάς, με προσανατολισμό στο παρόν και στο μέλλον. Για να επιτευχθεί αυτό, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε όχι μόνο τι παραλαμβάνουμε από το παρελθόν, αλλά και με ποιους όρους επιλέγουμε να το περιγράψουμε και να αυτοπροσδιοριστούμε μέσα από αυτό.

Σε αυτό το πλαίσιο τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: με ποια ιστορική και εννοιολογική βάση όσοι επιδιώκουν σήμερα να συνδεθούν με την προχριστιανική ελληνική θρησκευτική παράδοση αποκαλούνται —ή αυτοαποκαλούνται— «εθνικοί», «ειδωλολάτρες» ή «παγανιστές»; Πρόκειται για ονομασίες που εξέφραζαν τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι τη θρησκευτική τους ταυτότητα ή για όρους που διαμορφώθηκαν και απέκτησαν το σημερινό τους νόημα μέσα σε διαφορετικά ιστορικά και θρησκευτικά συμφραζόμενα;

Η εξέταση αυτών των όρων δεν αποτελεί απλώς φιλολογική λεπτομέρεια ούτε διαμάχη για τις λέξεις. Αφορά τη διάκριση ανάμεσα στον αυτοπροσδιορισμό και στον χαρακτηρισμό που αποδίδει κάποιος άλλος, ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και στις μεταγενέστερες ερμηνείες της. Κυρίως, αφορά την ανάγκη να οικοδομηθεί κάθε σύγχρονη προσπάθεια επανελλήνισης πάνω σε σαφείς έννοιες, ιστορική γνώση και ελεύθερη συνείδηση, αντί να υιοθετούνται άκριτα ονομασίες που προέρχονται από παραδόσεις οι οποίες αντιμετώπισαν την αρχαία ελληνική παράδοση μέσα από το δικό τους δογματικό πλαίσιο.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι όροι «εθνικός», «ειδωλολάτρης», «παγανιστής» και άλλες παρόμοιες ονομασίες δεν αποτελούν αυτονόητους ή ιστορικά ακριβείς όρους αυτοπροσδιορισμού των αρχαίων Ελλήνων. Πρόκειται για ονομασίες που διαμορφώθηκαν μέσα σε συγκεκριμένα γλωσσικά, θρησκευτικά και ιστορικά συμφραζόμενα και χρησιμοποιήθηκαν, ιδίως από τη χριστιανική γραμματεία, για να διακρίνουν τους χριστιανούς από όσους εξακολουθούσαν να ακολουθούν τις προγενέστερες λατρευτικές παραδόσεις.

Το ζήτημα δεν είναι απλώς λεξιλογικό. Αφορά το ποιος έχει την εξουσία να ορίζει την ταυτότητα μιας ιστορικής κοινότητας, με ποιους όρους την περιγράφει και ποια αξιολογική κρίση ενσωματώνεται στις ονομασίες που επιλέγει.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως «εθνικοί», «ειδωλολάτρες» ή «παγανιστές». Ονομάζονταν γενικά Έλληνες, είτε ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Ίωνες ή Δωριείς, και με βάση άλλες ονομασίες που αντιστοιχούσαν στις πολιτικές, τοπικές και πολιτισμικές τους ταυτότητες. Τιμούσαν τους θεούς, τελούσαν θυσίες και εορτές, διατηρούσαν τα πατροπαράδοτα ιερά και ακολουθούσαν τα λατρευτικά έθιμα των κοινοτήτων τους. Δεν χρειάζονταν έναν κοινό θρησκευτικό χαρακτηρισμό που να τους διαχωρίζει από τους χριστιανούς, διότι η συγκεκριμένη διάκριση δεν αποτελούσε στοιχείο της δικής τους αρχικής ταυτότητας.

Οφείλουμε λοιπόν σήμερα να διακρίνουμε τον ιστορικό αυτοπροσδιορισμό από τον ετεροπροσδιορισμό, την εξωτερική ονοματοδοσία και να εξετάζουμε κριτικά τους όρους που κληρονομήσαμε από θρησκευτικές αντιπαραθέσεις του παρελθόντος.

1. Αυτοπροσδιορισμός και ετεροπροσδιορισμός

Στην εξέταση κάθε ιστορικής ταυτότητας είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τον αυτοπροσδιορισμό από τον ετεροπροσδιορισμό. Ο πρώτος αφορά το όνομα με το οποίο μια κοινότητα αντιλαμβάνεται και δηλώνει τον εαυτό της. Ο δεύτερος αφορά το όνομα που της αποδίδουν άλλοι, ενδεχομένως για να την ταξινομήσουν, να τη διαφοροποιήσουν ή να την υποτιμήσουν.

Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού γενικότερα και της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης ειδικότερα. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν συγκροτούσαν την ταυτότητά τους ως αντιδιαστολή προς τον χριστιανισμό - ο οποίος εμφανίστηκε πολλούς αιώνες αργότερα - ούτε προς κάποια άλλη ομάδα. Η ταυτότητά τους διαμορφωνόταν μέσα σε έναν κόσμο όπου η λατρεία των θεών, οι πολιτικές κοινότητες, οι εορτές, οι μύθοι, η φιλοσοφία, η ποίηση και οι κοινωνικές πρακτικές αποτελούσαν αλληλένδετες όψεις της ζωής.

Οι μεταγενέστερες χριστιανικές ονομασίες, αντίθετα, διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον θρησκευτικού ανταγωνισμού, στο οποίο η διάκριση ανάμεσα στους πιστούς και στους «άπιστους» απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Η παλαιότερη ελληνική και ρωμαϊκή θρησκευτική πολυμορφία άρχισε έτσι να περιγράφεται όλο και συχνότερα μέσα από μια ενιαία κατηγορία αντιπαράθεσης προς τον χριστιανισμό.

Η ιστορική προέλευση ενός όρου δεν καθορίζει από μόνη της όλες τις μεταγενέστερες χρήσεις του. Εντούτοις, κανένας όρος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητος, όταν η ιστορία του αποκαλύπτει ότι γεννήθηκε ή καθιερώθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο θρησκευτικής αντιπαράθεσης.

2. Η σημασία του όρου «εθνικός» και η βιβλική διάκριση των «εθνών»

Ο όρος «εθνικός», όταν χρησιμοποιείται ως θρησκευτικός χαρακτηρισμός, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η ιστορία του συνδέεται με τη βιβλική χρήση της λέξης «ἔθνος» για την απόδοση μιας διάκρισης ανάμεσα στον λαό του Ισραήλ και στους άλλους λαούς.

Στην εβραϊκή γλώσσα, η λέξη גּוֹי (goy) σημαίνει έθνος ή λαό, ενώ ο πληθυντικός גּוֹיִם (goyim) σημαίνει έθνη. Στα βιβλικά συμφραζόμενα, ιδίως όταν γίνεται αντιδιαστολή προς τον Ισραήλ, ο όρος αναφέρεται στους υπόλοιπους λαούς. Στην μεταφρασμένη στα ελληνικά βιβλική παράδοση, ο όρος «ἔθνη» χρησιμοποιήθηκε για να αποδώσει αυτή τη διάκριση. Αντίστοιχα, στα ελληνικά ο εβραϊκός αυτός όρος μεταφράστηκε ως «εθνικοί» με τον οποίο χαρακτηρίζονταν όλοι πλην των Εβραίων. Από το λατινικό gens/gentilis η αγγλόφωνη εκδοχή είναι «gentile». «Εθνικοί» λοιπόν ήταν για τους Εβραίους οι αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι.

Εδώ, ωστόσο, απαιτείται μία ουσιώδης γλωσσολογική διευκρίνιση: η ελληνική λέξη «ἔθνος» δεν προέρχεται φυσικά από την εβραϊκή αλλά την μεταφράζει. Είναι ελληνική λέξη με δική της ιστορία και ευρύτερες σημασίες. Εκείνο που συνδέεται με τη βιβλική και χριστιανική παράδοση είναι η ειδική χρήση της ως ονομασίας των μη Ιουδαίων.

Η Καινή Διαθήκη διατήρησε αυτή τη διάκριση. Ο Παύλος, για παράδειγμα, γράφει: «Ὑμῖν γὰρ λέγω τοῖς ἔθνεσιν» (Προς Ρωμαίους 11:13), δηλαδή απευθύνεται στους αποδέκτες του από τα έθνη. Η φράση «ἀπόστολος ἐθνῶν» περιγράφει την αποστολή του προς τους ξένους μη Ιουδαίους.

Η χρήση της λέξης «Έλληνες» και «εθνικοί» χρησιμοποιείται στα χριστιανικά κείμενα για να υποδηλώσει τους «ειδωλολάτρες» μη Ιουδαίους, και πλέον και τους μη χριστιανούς.

Επομένως, ο όρος «εθνικός», στη θρησκευτική του σημασία, συνδέεται με μια κατηγορία που αποκτά το νόημά της μέσα από τη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες.

Το ουσιαστικό επιχείρημα παραμένει ότι όταν κάποιος επιθυμεί να δηλώσει ότι ακολουθεί την ελληνική θρησκευτική παράδοση, δεν θα πρέπει να υιοθετήσει έναν χαρακτηρισμό που ιστορικά χρησιμοποιήθηκε για να τον ετεροπροσδιορίσει και να τον κατατάξει στην κατηγορία των μη χριστιανών.

3. Πώς το όνομα «Έλλην» απέκτησε θρησκευτική σημασία στη χριστιανική γραμματεία

Ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταβολή της σημασίας του ονόματος «Έλλην» κατά την ύστερη αρχαιότητα.

Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, η λέξη «Ἕλλην» αποτελούσε όνομα συλλογικής ταυτότητας, το οποίο μπορούσε να συνδέεται με την καταγωγή, τη γλώσσα, την παιδεία και την πολιτισμική παράδοση γενικά. Με την εξάπλωση του χριστιανισμού, το όνομα άρχισε να αποκτά και μια διαφορετική λειτουργία. Σε χριστιανικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας, ο «Έλλην» υποδήλωνε τον άνθρωπο που ακολουθούσε τις παραδοσιακές ελληνορωμαϊκές λατρείες, σε αντιδιαστολή προς τον χριστιανό. Η θρησκευτική αυτή χρήση έγινε ιδιαίτερα συνηθισμένη κατά τον τέταρτο αιώνα και εξής.

Η μεταβολή αυτή δεν ήταν απλώς μια αθώα αλλαγή λεξιλογίου. Συνέδεσε ένα ιστορικό όνομα συλλογικής ταυτότητας ενός λαού με μια θρησκευτική κατηγορία που οριζόταν πλέον σε αντιπαράθεση προς τη νέα χριστιανική πίστη. Έτσι, η λέξη «Έλλην» χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για να δηλώσει πολιτισμική ή εθνική ταυτότητα, αλλά και για να προσδιορίσει εκείνον που δεν είχε αποδεχθεί τον χριστιανισμό.

Η σύνδεση του ονόματος «Έλλην» με την παλαιά θρησκευτική παράδοση είχε ουσιαστικές συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική πολιτισμική κληρονομιά αντιμετωπίστηκε μέσα στο νέο θρησκευτικό περιβάλλον.

Είναι επομένως θεμιτό να επισημαίνουμε ότι η μετατροπή του ονόματος «Έλλην» σε θρησκευτικό διαχωριστικό όρο δεν προήλθε από μια αμετάβλητη αρχαία ελληνική παράδοση αυτοπροσδιορισμού. Διαμορφώθηκε μέσα από τις αντιπαραθέσεις και τις μεταβολές της ύστερης αρχαιότητας.

4. Ο όρος «Ειδωλολάτρης» αποτελεί μια αξιολογική κρίση, όχι ουδέτερη περιγραφή

Ο όρος «ειδωλολάτρης» παρουσιάζει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου σημαντικό ζήτημα. Η λέξη «εἰδωλολατρία» είναι ελληνικής γλωσσικής προέλευσης, σχηματισμένη από τις λέξεις «εἴδωλον» και «λατρεία». Δεν είναι, συνεπώς, ξένη λέξη που εισήχθη αυτούσια στην ελληνική γλώσσα.

Η σημασία της, όμως, όπως χρησιμοποιήθηκε στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία, δεν ήταν ουδέτερη. Ο όρος ενσωμάτωνε την κρίση ότι η λατρεία των θεών και των λατρευτικών εικόνων αποτελούσε πλάνη ή λατρεία ψευδών θεοτήτων.

Η διαφορά ανάμεσα στην περιγραφή και στην αξιολόγηση είναι ουσιώδης. Άλλο είναι να δηλώσει κανείς ότι μια κοινότητα τιμά τον Δία, την Αθηνά, τον Απόλλωνα και τους άλλους θεούς· άλλο να χαρακτηρίσει τη λατρεία της «ειδωλολατρία», αποδίδοντάς της εξαρχής αρνητική θεολογική σημασία.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονταν τη λατρεία τους μέσα από τη χριστιανική αντίθεση ανάμεσα στον έναν αληθινό Θεό και στα υποτιθέμενα ψευδή είδωλα. Τα λατρευτικά αγάλματα, τα ιερά και οι τελετουργίες τους εντάσσονταν σε ένα διαφορετικό θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς μόνο με τους όρους των αντιπάλων του.

Η χρήση του όρου «ειδωλολάτρης» ως γενικής ονομασίας των αρχαίων Ελλήνων παραβλέπει αυτή τη διαφορά. Μετατρέπει μια θεολογική αξιολόγηση σε υποτιθέμενη ουδέτερη ιστορική περιγραφή.

Για τον λόγο αυτό, όταν επιδιώκουμε να περιγράψουμε με ακρίβεια την αρχαία λατρεία των ελληνικών θεών, είναι προτιμότερο να αναφερόμαστε στις συγκεκριμένες θεότητες, στις λατρευτικές πρακτικές και στις ιστορικές παραδόσεις της, αντί να υιοθετούμε άκριτα έναν χαρακτηρισμό που προϋποθέτει την αποδοχή μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής κρίσης.

5. «Παγανιστής»: η λατινική προέλευση και η ιστορική εξέλιξη

Η λέξη «παγανιστής» προέρχεται από το λατινικό paganus. Η λέξη συνδέεται με το pagus, πληθ. pagi, που ήταν πολιτικές διαιρέσεις της εποχής της αρχαίας ρωμαϊκής δημοκρατίας με έννοια περίπου όπως ο ελληνικός «δῆμος». Αργότερα σήμαινε αγροτική περιοχή, την περιοχή εκτός των μεγάλων πόλεων, ενώ το paganus μπορούσε επίσης να σημαίνει τον πολίτη που δεν είχε στρατιωτική ιδιότητα.

Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο όρος απέκτησε τη σημασία του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Η ακριβής πορεία αυτής της σημασιολογικής μεταβολής δεν είναι απολύτως βέβαιη. Έχουν προταθεί διαφορετικές εξηγήσεις, μεταξύ των οποίων η επικρατέστερη είναι η χρήση του paganus με την έννοια του «άξεστου», του «απολίτιστου», του «χωριάτη», καθώς συνδέθηκε με την διατήρηση των παλαιότερων λατρευτικών πρακτικών σε απόμακρες αγροτικές περιοχές που δεν είχε ακόμη επιβληθεί η νέα θρησκεία. Ορισμένοι προτείνουν ότι σημαίνει τον άμαχο κατά την παραπάνω παλιά ρωμαϊκή έννοια, σε αντιδιαστολή προς τον χριστιανό ως «στρατιώτη του Χριστού».

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για το παρόν επιχείρημα είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοαποκαλούνταν pagani. Η λέξη ανήκει στη λατινική γλωσσική παράδοση και η θρησκευτική της χρήση διαμορφώθηκε μέσα στο περιβάλλον της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητας.

Γιατί είναι ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΛΑΘΟΣ;

Ετεροπροσδιορισμός και Υποτίμηση

Όπως ανέφερα, δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος αυτοπροσδιορισμός. Κανένας αρχαίος Έλληνας, Ρωμαίος, Αιγύπτιος ή Κέλτης δεν αποκάλεσε ποτέ τον εαυτό του «παγανιστή». Οι άνθρωποι αυτοί πίστευαν ότι είχαν τη δική τους, πατρώα θρησκεία (π.χ. στην αρχαία Ελλάδα μιλούσαν για «τα πάτρια»).

Ο «παγανιστής» είναι όρος των νικητών. Ο όρος επιβλήθηκε από την πλευρά των Χριστιανών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Όπως είδαμε, η λέξη παράγεται από το λατινικό pagus. Όταν ο Χριστιανισμός επιβλήθηκε στις πόλεις, οι κάτοικοι της υπαίθρου (pagani) συνέχισαν να κρατούν τις παλιές λατρείες. Έτσι, το «παγανιστής» σήμαινε τον «χωριάτη» ή τον «απολίτιστο» που δεν είχε δεχτεί τη νέα θρησκεία.

Υποτιμητική χροιά: Στο χριστιανικό πλαίσιο, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να ομαδοποιήσει όλες τις άλλες λατρείες κάτω από έναν αρνητικό χαρακτηρισμό. («λατρεία ψεύτικων θεών», «ειδωλολατρία»)

Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται τόσο στην ακαδημαϊκή γραμματεία όσο και από ορισμένους σύγχρονους πιστούς ως αυτοπροσδιορισμός. Αυτό δεν αναιρεί την ιστορία του, ούτε ότι οφείλουν να τον υιοθετούν. Η επιλογή του πρέπει να είναι συνειδητή και όχι αποτέλεσμα της άκριτης αποδοχής μιας ιστορικά διαμορφωμένης εξωτερικής μομφής-ύβρεως.

Γιατί είναι ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΝΑΚΡΙΒΗΣ;

Τεχνητή ομογενοποίηση και γενική ομαδοποίηση διαφορετικών πολιτισμών: Χρησιμοποιώντας τη λέξη «παγανισμός», βάζουμε στο ίδιο καλάθι την εξαιρετικά φιλοσοφημένη και θεσμοθετημένη λατρεία της Κλασικής Αθήνας, την κρατική και πολιτική λατρεία της Ρώμης, τον Σαμανισμό της Σιβηρίας, τον Ανιμισμό των φυλών της Αφρικής και τις τελετουργίες των Βίκινγκς.

Αυτά τα συστήματα δεν είχαν ούτε κοινές αντιλήψεις, ούτε κοινή δομή. Το μόνο που τα «ένωνε» ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός ή Ισλάμ (δεν ήταν δηλαδή Αβρααμικές θρησκείες).

6. Η αρχαία ελληνική λατρεία δεν ήταν απλώς ένα σύστημα λατρευτικών πράξεων

Η προβληματική της ορολογίας γίνεται ακόμη σαφέστερη όταν εξετάσουμε το εύρος του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Η λατρεία των θεών δεν ήταν μια απομονωμένη δραστηριότητα, ανεξάρτητη από την υπόλοιπη κοινωνική και πνευματική ζωή. Συνδεόταν με τις εορτές των πόλεων, τους αθλητικούς αγώνες, τις θεατρικές παραστάσεις, την ποίηση, τη μυθολογία, τη φιλοσοφία, τις πολιτικές κοινότητες και τις αντιλήψεις περί ανθρώπου, φύσης και κόσμου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες πίστευαν τα ίδια πράγματα ή ότι υπήρχε πλήρης συμφωνία μεταξύ των φιλοσόφων, των ποιητών και των λατρευτικών παραδόσεων. Η ελληνική θρησκευτικότητα χαρακτηριζόταν από ποικιλία, τοπικές διαφοροποιήσεις και διαφωνίες ως προς τη φύση των θεών και τη σχέση τους με τον κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο είχε θέση ακόμη και η αθεΐα (π.χ. Ευήμερος) ή ο αγνωστικισμός (π.χ. Πρωταγόρας).

Η γενικευτική χρήση όρων όπως «ειδωλολατρία» και «παγανισμός» μπορεί να αποκρύψει αυτή την πολυμορφία, επειδή εντάσσει διαφορετικές παραδόσεις σε μία ευρεία κατηγορία που ορίστηκε σε αντιδιαστολή προς τον χριστιανισμό.

Επιπλέον, η ιστορική ελληνική ταυτότητα δεν περιοριζόταν στη θρησκεία. Η ελληνική γλώσσα, η παιδεία, η φιλοσοφία, η τέχνη και η πολιτική παράδοση μπορούσαν να διατηρούνται ή να μετασχηματίζονται ακόμη και όταν μεταβαλλόταν το θρησκευτικό περιβάλλον. Η σχέση μεταξύ ελληνικότητας και θρησκείας υπήρξε ιστορικά σύνθετη και δεν μπορεί να αναχθεί σε έναν μοναδικό χαρακτηρισμό.

7. Η πολιτική και θρησκευτική μεταβολή της ύστερης αρχαιότητας

Η ενίσχυση του χριστιανισμού και η σταδιακή μεταβολή της θρησκευτικής πολιτικής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των νέων διακρίσεων.

Καθώς η αυτοκρατορική εξουσία άρχισε να υποστηρίζει όλο και περισσότερο τον χριστιανισμό και, σταδιακά, να περιορίζει συγκεκριμένες παραδοσιακές λατρευτικές πρακτικές, οι παλαιότερες θρησκευτικές παραδόσεις αντιμετωπίστηκαν με διαφορετικό τρόπο από ό,τι κατά τους προηγούμενους αιώνες.

Η μεταβολή αυτή δεν υπήρξε στιγμιαία ούτε εξελίχθηκε ομοιόμορφα σε όλες τις περιοχές. Περιλάμβανε νομοθετικές απαγορεύσεις, μεταβολές στη δημόσια λατρεία, συγκρούσεις, τοπικές αντιστάσεις και διαφορετικές μορφές προσαρμογής. Οι σχετικές διαδικασίες διήρκεσαν αιώνες. Ο χριστιανισμός δυσκολεύτηκε αλλά τελικά επικράτησε μετά από αλλεπάλληλες σκληρές απαγορευτικές νομοθεσίες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η θρησκευτική κατηγοριοποίηση αποκτούσε αυξανόμενη σημασία. Ο χαρακτηρισμός κάποιου ως «Έλληνα» μπορούσε πλέον να υποδηλώνει όχι μόνο την πολιτισμική του ταυτότητα αλλά και τη διατήρηση της παραδοσιακής λατρείας. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για το τι σήμαινε να είναι κάποιος χριστιανός και τι σήμαινε να παραμένει σταθερός στις παλαιότερες θρησκευτικές παραδόσεις.

Είναι, συνεπώς, ιστορικά βάσιμο να υποστηρίζεται ότι η χριστιανική γραμματεία και η μεταβαλλόμενη αυτοκρατορική πολιτική συνέβαλαν στην καθιέρωση κατηγοριών που αντιπαρέθεταν τον χριστιανό προς τον «Έλληνα», τον «εθνικό» ή τον «παγανιστή».

8. Είναι ο όρος «δωδεκαθεϊστής» αρχαίος;

Ο όρος «δωδεκαθεϊστής» χρειάζεται επίσης προσοχή. Η λατρεία των Δώδεκα Ολυμπίων αποτελεί αρχαία ελληνική πραγματικότητα και το σχήμα των Δώδεκα Θεών μαρτυρείται ήδη στην αρχαιότητα σε διαφορετικές εκδοχές.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον σύγχρονο όρο «δωδεκαθεϊστής» ως ενιαία ονομασία της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Η ύπαρξη ενός αρχαίου θρησκευτικού σχήματος δεν αποδεικνύει αυτομάτως την ύπαρξη ενός αντίστοιχου σύγχρονου ονοματικού προσδιορισμού.

Ομοίως, ο όρος «πολυθεϊσμός» είναι χρήσιμος για τη συγκριτική μελέτη των θρησκειών, αλλά αποτελεί αναλυτική κατηγορία που δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως η μοναδική ή επίσημη αυτοονομασία όλων των αρχαίων λατρειών.

Δεν είναι αναγκαίο να αποδώσουμε με βεβαιότητα τη δημιουργία του όρου «δωδεκαθεϊστής» σε συγκεκριμένους δυτικούς φιλολόγους του 16ου ή του 17ου αιώνα χωρίς ειδική τεκμηρίωση. Το ουσιώδες είναι ότι η σύγχρονη χρήση του όρου δεν πρέπει να συγχέεται με τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν και οργάνωναν τη θρησκευτική τους ζωή.

9. Πώς μπορούμε να ονομάζουμε σήμερα την αρχαία ελληνική θρησκευτική παράδοση;

Εάν επιδιώκουμε έναν σαφή και ιστορικά προσδιορισμένο όρο, μπορούμε να χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις «ελληνική πατρώα παράδοση» ή «λατρεία των ελληνικών θεών».

Για όσους επιθυμούν να δηλώσουν τη σύγχρονη θρησκευτική τους ταυτότητα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους, οι όροι «ελληνική πολυθεϊστική λατρεία», «ελληνική ολυμπιακή λατρεία». Η καταλληλότητα κάθε όρου εξαρτάται από το τι ακριβώς θέλει να δηλώσει ο ομιλητής.

Η έκφραση «Ολύμπια ή Ολυμπιακή λατρεία» μπορεί να είναι χρήσιμη όταν το επίκεντρο είναι η λατρεία των Ολυμπίων θεών. Δεν καλύπτει, όμως, αυτομάτως το σύνολο των αρχαίων ελληνικών λατρειών, οι οποίες περιλάμβαναν και θεότητες, ήρωες, τοπικές λατρευτικές παραδόσεις και τελετουργίες που δεν περιορίζονταν στο ολυμπιακό σχήμα.

Το όνομα «Έλληνας» παραμένει αρκετό και ικανό για να περιγράψει τα παραπάνω. Από την άλλη πλευρά, είναι το ιστορικό όνομα μιας ευρύτερης πολιτισμικής και εθνικής ταυτότητας. Δεν απαιτεί πρόσθετο θρησκευτικό προσδιορισμό για να είναι πλήρες. Όταν, όμως, θέλουμε να περιγράψουμε ειδικά μια θρησκευτική πεποίθηση, η χρήση ενός πρόσθετου όρου δεν είναι κατ' ανάγκην πλεονασμός· μπορεί να εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη περιγραφική ανάγκη. Βέβαια ο Έλληνας σήμερα στο νεοελληνικό κράτος ταυτίζεται κατά κύριο λόγο με τον «ορθόδοξο» χριστιανισμό και αυτό αποτελεί παράδοξο διότι στην χριστιανική παράδοση και ορολογία ο όρος «Έλληνας» διατηρεί την έννοια του «ειδωλολάτρη» χωρίς να έχει γίνει κάποια σχετική τροποποίηση ή ανασκευή. Οπότε υπάρχει τεράστια αντίφαση που προκαλεί σύγχυση με ευθύνη του ίδιου του χριστιανικού δόγματος.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να απαγορεύσουμε κάθε σύγχρονο θρησκευτικό όρο, αλλά να επιλέγουμε εκείνον που περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που πράγματι εννοούμε, χωρίς να υιοθετούμε άκριτα αξιολογικές κατηγορίες που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικό ιστορικό και θρησκευτικό πλαίσιο.

Συμπερασματικά, η ιστορία των όρων «εθνικός», «ειδωλολάτρης» και «παγανιστής» αποκαλύπτει ότι οι θρησκευτικές ονομασίες δεν είναι πάντοτε ουδέτερες. Μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα ταξινόμησης, διαφοροποίησης και, σε συγκεκριμένα ιστορικά περιβάλλοντα, απαξίωσης των θρησκευτικών παραδόσεων που βρίσκονται έξω από το κυρίαρχο σύστημα πίστης.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοπροσδιορίζονταν με αυτές τις ονομασίες. Οι όροι απέκτησαν τη σημασία που γνωρίζουμε μέσα από μεταγενέστερες ιστορικές διαδικασίες, με ιδιαίτερα σημαντική τη συμβολή της χριστιανικής γραμματείας κατά την ύστερη αρχαιότητα με την επιβολή της ορολογίας του νικητή.

Αυτό σημαίνει, ότι κανείς δεν οφείλει να αποδέχεται ως αυτονόητη την ονομασία που του αποδίδει μια άλλη θρησκευτική ή ιδεολογική παράδοση.

Εάν κάποιος επιθυμεί να δηλώσει ότι ακολουθεί την ελληνική θρησκευτική παράδοση, έχει κάθε λόγο να επιλέξει έναν όρο που εκφράζει τις δικές του πεποιθήσεις και όχι απλώς τη θέση που του αποδίδει ένα εξωτερικό σύστημα κατηγοριοποίησης.

Η ελληνική πολιτισμική και θρησκευτική κληρονομιά δεν χρειάζεται να ορίζεται αποκλειστικά μέσα από τις αντιθέσεις που διαμόρφωσαν άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Μπορεί να μελετάται και να περιγράφεται με βάση τις δικές της ιστορικές πηγές, τη γλώσσα της, τις λατρευτικές πρακτικές της και τις φιλοσοφικές της παραδόσεις.

Το ουσιαστικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιον όρο χρησιμοποιούμε, αλλά εάν γνωρίζουμε την ιστορία του, εάν αντιλαμβανόμαστε τις σημασίες που μεταφέρει και εάν τον επιλέγουμε ελεύθερα, ως συνειδητή έκφραση της δικής μας ταυτότητας.

Η αναβίωση ως συνειδητή επανελλήνιση

Εάν επιδιώκουμε την αναβίωση της ελληνικής πνευματικής παράδοσης (βλέπε σχετικό άρθρο εδώ), οφείλουμε να αρχίσουμε από τα θεμέλια: από τη σαφή διάκριση των εννοιών, την ιστορική γνώση και τον συνειδητό αυτοπροσδιορισμό. Δεν είναι δυνατόν να επιχειρούμε να επανασυνδεθούμε με μια παράδοση αιώνων, υιοθετώντας άκριτα ονομασίες που διαμορφώθηκαν μέσα σε διαφορετικά θρησκευτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα, συχνά σε αντιπαράθεση προς αυτήν. Η επιλογή των όρων με τους οποίους ορίζουμε τον εαυτό μας δεν είναι μια ασήμαντη φιλολογική λεπτομέρεια· αποτελεί μέρος της ίδιας της πνευματικής θεμελίωσης του εγχειρήματος.

Όταν κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ως «εθνικός» ή «παγανιστής», χωρίς να έχει εξετάσει κριτικά την ιστορική προέλευση και τη σημασιολογική διαδρομή αυτών των όρων, κινδυνεύει να αναπαράγει άκριτα τις κατηγορίες μέσα από τις οποίες άλλοι περιέγραψαν και αξιολόγησαν την παράδοση που επιθυμεί να μιλώντας έτσι για «επαναδιεκδίκηση» και «επανερμηνεία» δίνοντας στον όρο μια νέα, θετική έννοια παραβλέποντας την πραγματικότητα. Δεν αρκεί να απορρίπτουμε την εξωτερική επιβολή θρησκευτικών χαρακτηρισμών· χρειάζεται να γνωρίζουμε τι σημαίνουν οι λέξεις που επιλέγουμε και γιατί τις επιλέγουμε. Η συνειδητή αναβίωση προϋποθέτει συνειδητό αυτοπροσδιορισμό.

Διότι πώς είναι δυνατόν να θεμελιωθεί κάτι ορθό, εάν η ίδια η αφετηρία του παραμένει εννοιολογικά συγκεχυμένη; Πώς μπορούμε να μιλάμε για επανασύνδεση με την αρχαία ελληνική κληρονομιά, εάν δεν έχουμε προηγουμένως διακρίνει τον δικό μας αυτοπροσδιορισμό από τις ονομασίες που μας αποδόθηκαν από άλλους; Και πώς θα οικοδομήσουμε με συνέπεια μια νέα πορεία, εάν δεν έχουμε εξετάσει κριτικά ούτε τα στοιχειωδέστερα θεμέλιά της;

Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι να κατανοήσουμε τι σημαίνει σήμερα αναβίωση της ελληνικής παράδοσης. Δεν πρόκειται για επιστροφή σε έναν εξιδανικευμένο αρχαίο κόσμο, ούτε για άκριτη αναπαραγωγή κάθε αρχαίας αντίληψης, συνήθειας ή δοξασίας. Η αρχαιότητα δεν αποτελεί ένα αδιαφοροποίητο σύνολο αληθειών που οφείλουμε να αποδεχθούμε στο σύνολό τους, ούτε η παρέλευση των αιώνων καθιστά αυτομάτως κάθε παλαιά πρακτική άξια επαναφοράς. Οι αρχαίοι Έλληνες, άλλωστε, δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο σώμα σκέψης· αμφισβητούσαν, αναθεωρούσαν, φιλοσοφούσαν και διαφωνούσαν μεταξύ τους.

Η ουσιαστική επανελλήνιση δεν επιδιώκει να αναστήσει αυτούσια την αρχαιότητα, σαν να μπορούσαμε να καταργήσουμε την ιστορική εξέλιξη και να επιστρέψουμε σε έναν κόσμο που έχει παρέλθει. Επιδιώκει να ανακτήσει τη δημιουργική σχέση με την ελληνική κληρονομιά, να μελετήσει τις πηγές της με κριτικό πνεύμα, να διακρίνει όσα διατηρούν διαχρονική αξία από όσα ανήκουν αποκλειστικά στις συνθήκες της εποχής τους και να διαμορφώσει μια ζωντανή, σύγχρονη και μελλοντοστραφή ελληνική αντίληψη. Δεν πρόκειται για αρχαιοστροφία, αλλά για δημιουργική συνέχεια· όχι για υποταγή στο παρελθόν, αλλά για αξιοποίησή του ως πηγής γνώσης και έμπνευσης.

Αυτό σημαίνει ότι η αρχαία ελληνική παράδοση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως μουσειακό κατάλοιπο ούτε ως αδιαμφισβήτητο δόγμα. Η φιλοσοφική κληρονομιά, η ελευθερία της σκέψης, η αναζήτηση της γνώσης, η κριτική εξέταση των πεποιθήσεων και η δυνατότητα αναθεώρησης αποτελούν στοιχεία που μπορούν να εμπνεύσουν μια σύγχρονη πορεία χωρίς να απαιτούν την άκριτη αποδοχή αρχαίων δεισιδαιμονιών ή την αναπαραγωγή πρακτικών ασύμβατων με τη σημερινή γνώση. Η τιμή προς τους προγόνους δεν συνίσταται στο να επαναλαμβάνουμε μηχανικά όσα εκείνοι έπραξαν, αλλά στο να προσεγγίζουμε την κληρονομιά τους με την ίδια πνευματική ελευθερία που μας επιτρέπει να εξετάζουμε, να κρίνουμε και να προχωρούμε πέρα από τα όρια κάθε εποχής.

Υπό αυτή την έννοια, η ορθή ορολογία και η μελλοντοστραφής αναβίωση δεν είναι δύο ανεξάρτητα ζητήματα. Και τα δύο απαιτούν να απαλλαγούμε από την άκριτη αποδοχή έτοιμων σχημάτων: είτε αυτά προέρχονται από τη θρησκευτική ορολογία των αντιπάλων της αρχαίας παράδοσης είτε από μια εξιδανικευμένη εικόνα της ίδιας της αρχαιότητας. Δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε μια ελεύθερη και δημιουργική ελληνική ταυτότητα, εάν ξεκινάμε αποδεχόμενοι χωρίς εξέταση τους όρους με τους οποίους άλλοι μας προσδιόρισαν· ούτε μπορούμε να την οικοδομήσουμε εάν θεωρούμε ότι η λύση βρίσκεται στην άκριτη επιστροφή σε κάθε αρχαία δοξασία. Κάτι τέτοιο δεν τιμά πραγματικά τους προγόνους που θα ήθελαν να προοδεύουμε και όχι να οπισθοδρομούμε.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να αλλάξουμε ονομασίες, να αναπαράγουμε τελετουργίες ή να ανασυνθέσουμε ένα παρελθόν. Είναι να αποκτήσουμε σαφή συνείδηση του τι επιλέγουμε να διατηρήσουμε, του τι οφείλουμε να επανεξετάσουμε και του τι επιθυμούμε να δημιουργήσουμε. Η ελληνική κληρονομιά μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας νέας πνευματικής πορείας, όχι επειδή όλα όσα προέρχονται από την αρχαιότητα είναι υπεράνω κριτικής, αλλά επειδή η ουσιαστική σχέση μαζί της απαιτεί γνώση, ελευθερία σκέψης και δημιουργική αξιοποίηση.

Διότι η επανελλήνιση δεν σημαίνει να γίνουμε «αρχαίοι», αλλά να αντλήσουμε από την αρχαία ελληνική κληρονομιά ό,τι μπορεί να τροφοδοτήσει τη σκέψη και τη ζωή μας σήμερα και να συμβάλει στη διαμόρφωση του αύριο. Δεν σημαίνει να υποταχθούμε στο παρελθόν, αλλά να το γνωρίσουμε, να το κρίνουμε και να προχωρήσουμε πέρα από αυτό, με γνώμονα τη γνώση και την ελευθερία. Και αυτή η πορεία οφείλει να αρχίσει από τα θεμέλια: από την αποσαφήνιση των εννοιών, την ορθή γνώση της ιστορίας και τον συνειδητό αυτοπροσδιορισμό. Γιατί δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα ελεύθερο και δημιουργικό μέλλον, εάν δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια από ποια παράδοση αντλούμε έμπνευση, τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να πορευθούμε.

Τῶν μὲν προγόνων τὴν σοφίαν ζηλοῦμεν, πρὸς δὲ τὸ μέλλον ἀφορῶμεν.

ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ

Πολλές φορές με έχει απασχολήσει στο παρελθόν η σύνδεση και η σύνθεση των πολιτισμών της Μεσογείου. Απελευθερωμένος πλέον από κάθε τυφλή και κοντόφθαλμη άποψη και τάση, να ονομάζουμε κάθε τι άγνωστο και να το βαφτίζουμε ΕΛΛΗΝΙΚΟ στην άγνοιά μας, θα επιχειρήσω μερικές σκέψεις. Διόλου δεν θα φιλοδοξήσουν, ιστορική και επιστημονική μελέτη.

Η σημερινη Αιγυπτος κατοικειτο και κατειχετο απο τους προ’ι’στορικους Ελληνες αποικους προ της εμφανισεως των παλαιων Αιγυπτιων, δηλαδη πριν το 6.000 ή 4.000 π.Χ. Οι παλαιοι Αιγυπτιοι ηταν επιδρομεις απο τη Νουβια και μεσω μακρων αγωνων, κατορθωσαν να εκδιωξουν ή να υποταξουν τους παλαιους εκεινους Ελληνες, οι οποιοι κατειχαν την περιοχη που σημερα ονομαζεται Αιγυπτος. Η «Αιγυπτιακη σοφια» ηταν στην ουσια καταλοιπα των γνωσεων που οι εισβολεις αντεγραψαν απο τους εκδιωκομενους Ελληνες.

Στα Αιγυπτιακα ιερα υπηρχαν παναρχαια αρχεια ενος καταγεγραμμενου προκατακλυσμιαιου πολιτισμου στηνΑιγυπτο. Το πιο εκπληκτικο γεγονος ομως ειναι, οτι σ΄αυτους τους καταλογους της προκατακλυσμιαιας δυναστειας στην Αιγυπτο τα μισα ονοματα ανηκουν σε πασιγνωστα προσωπα της Ελληνικης Προϊστοριας.Ειναι λοιπον δικαιολογημενη η αποψη οτι απο την Ελλαδα μεταφερθηκε στη Αιγυπτο και ακμασε ο Ελληνικος προκατακλυσμιαιος πολιτισμος.

Οι ιδιοι οι Αιγυπτιοι ιερεις (στην αρχαια Αιγυπτο) θεωρουν το γενος των Ελληνων οχι μονο ανωτερο και παλαιοτερο ολων, αλλα και προερχομενο απο τους θεους. Συμφωνα με τα γραπτα αρχεια των Αιγυπτιακων ιερατειων, επιβεβαιωνεται η ταυτιση της Ισιδας με τη θεα Αθηνα, καθως και η ελληνικοτητα των ριζων του Αιγυπτιακου πολιτισμου. Οι Αιγυπτιοι οφειλουν και την ονομασια τους αλλα και την αποκαλυψη των μυστηριων σε δυναστεια Ελληνων βασιλιαδων, η οποια διεθετε ριζες θε’ι’κες και διδαξε στους λαους, τους θεους να σεβονται και θυσιες να προσφερουν. Να σημειωθει οτι η πνευματικη ηγεσια της Αιγυπτου ετρεφε ευγνωμοσυνη προς τους Ελληνες ιδρυτες του κρατους τους.

Οι Ιερεις της Αιγυπτου διδασκαν βασιζομενοι στα εδαφια που προερχοταν απο την ‘Βιβλο των Νεκρων’. Οσον αφορα την προέλευσή της οι Αιγυπτιοι πιστευαν οτι γραφτηκε μεσω του δακτυλου του Θεου Θωθ, του οποιου το προσωπο ταυτιζεται με τον Ερμη, 9.000 ετη προ Χριστου, για τον οποίο ΕΡΜΗ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟ θα πούμε ολίγα πλην σαφή.

Η κυριότερη πηγή μελέτης της Αιγυπτιακής πίστης και σκέψης, για το σύγχρονο ερευνητή είναι χωρίς αμφιβολία «Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος». Λέγεται ότι τα γραπτά αυτά τα είχε υπαγορεύσει ο ίδιος ο Θώθ. Μία ερμηνεία της προσωνυμίας «Ερμής ο Τρισμέγιστος» είναι η σπουδαιότητα του αριθμού τρία, στην αριθμολογία. Ολες οι μελέτες που έγιναν με τον Ερμή τον Τρισμέγιστο καταλήγουν στο ότι ο Ερμής είναι ο Θωθ που η Ελληνική μυθολογία τον αναφέρει σαν «Κύριο της Σοφίας και Δάσκαλο του ανθρωπίνου γένους». Ο Τρισμέγιστος ή Θωθ μας διδάσκει το μέτρο, τον αριθμό και την τάξη του Σύμπαντος. Η σύζυγός του ήταν η NEHEMAUT που στους Αιγυπτίους ήταν γνωστή με το όνομα MEAT .Σαν σύμβολο ο Θωθ είχε ένα φτερό. Σύμφωνα με τον Ερμή τον Τρισμέγιστο υπήρχαν στα αιγυπτιακά μυστήρια, τρεις βαθμίδες.

α) Οι θνητοί. Εκείνοι που είχαν ήδη διδαχθεί αλλά δεν είχαν αποκτήσει ακόμη την εσωτερική ενόραση.
β) Οι ευφυείς. Εκείνοι που η ενόραση τους βοήθησε να εναρμονιστούν με μορφές άλλης ζωής μέσα στο σύμπαν.
γ) Τα πλάσματα του φωτός. Αυτοί που είχαν γίνει ένα με το φως

Η φημισμένη ibis του Θωθ βρίσκεται συχνά κάτω από εξονυχιστική αστρολογική έρευνα όσον αφορά το ζώδιο το οποίο αντιπροσωπεύει. Καθώς ήταν γνωστός σαν «κύκλος των ζώων» κανείς δε θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι τα ανθρώπινα σύμβολα που βλέπομε σήμερα, π.χ. οι Δίδυμοι, η Παρθένος, ο Υδροχόος απεικονίζονταν πάντα με αυτόν τον τρόπο. Ο Θωθ, σαν θεϊκός δάσκαλος έχει εκ φύσεως πολλά κοινά σημεία με την Παρθένο. Και ο Υδροχόος όμως, ταιριάζει στη φύση του αν υπολογίσει κάποιος τα «νερά της γνώσης» που ρίχνει στους ανθρώπους. Ένα ακόμη ζώδιο που θα μπορούσε να τον αντιπροσωπεύει, είναι το ζώδιο του Ζυγού που υποδηλώνει την αμερόληπτη κρίση.

Στη γνωστική φιλολογία ο Θωθ είναι ο καθοδηγητής της Ίσιδος και του Όσιρη.Συγκαταλέγεται, ανάμεσα στους ιερούς «οκτώ», τέσσερα ζευγάρια θεοτήτων που το καθένα από αυτά είναι συζυγία δύο δυνάμεων, αρσενικών-θηλυκών, θετικών-αρνητικών, ενεργητικών-παθητικών.Στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ, ο Θωθ αναφέρεται σαν «κύριος της αναπνοής του φυσικού σώματος». Έτσι με αυτόν τον τρόπο γίνεται φανερή η σύνδεσή του με τη μάτρα γιόγκα. Ο Θωθ, στις απεικονίσεις ακολουθείται από τον Ανούμπις ο οποίος του ανοίγει ασφαλή δρόμο διαμέσου του κάτω κόσμου. Η ιερή φύση του Θωθ\ Ερμή επιβεβαιώνεται σε πολλές προσευχές στον Τρισμέγιστο. » Εμφανίσου σε μένα, ω Κύριε, εσύ που έχεις εξουσία και δύναμη στη Φωτιά που ο θρόνος σου βρίσκεται στους επτά πόλους. Έλα εσύ που φοράς χρυσή κορώνα και στο χέρι σου βαστάς ραβδί που καθοδηγεί τους Θεούς».Το ραβδί της δύναμης που καθοδηγεί τους Θεούς, σημαίνει επίσης και τις επτά ακτίνες του Ήλιου. Η ελληνική επίδραση εδώ είναι φανερή, αλλά δε θα έπρεπε να επηρεάζει την αποτελεσματικότητα του αιγυπτιακού μαγικού συστήματος που διδάσκεται σε αυτά τα έργα. Η καθαρή σκέψη της ελληνικής λογικής βοήθησε να απομακρυνθούν τα ξένα σώματα που μετά από χρόνια είχαν συσσωρευτεί στο αιγυπτιακό σύστημα.

Η καταγραφη των γενεων των θεων και ημιθεων, που εδρασαν στην Αιγυπτο, μας δειχνει οτι τα περισσοτερα ονοματα -αν οχι ολα- ειναι ελληνικα (π.χ. Οσιρις, Τυφων, Ισις κλπ.)

Ο Οσιρις εχει το όνομά του συνθετο απο τις λεξεις οσιος και ιερος (ΟΣ-ΙΡΙΣ), δηλαδα ασπιλος, αμολυντος και καθαρος απο καθε επιδεχομενη καταστροφη και θανατο. Λεγεται οτι ο Οσιρις ειναι ο θεος Διονυσος.

Ο ‘Ωρος ειναι ο θεος Απολλων.

Υπαρχει μια αναφορα στους Σολυμιτες (κανεις μεχρι σημερα δεν αμφισβητησε την Ελληνικότητά τους), απο τους οποιους οι Αμμώς (άμωμος=ημετερος,ομογενης) ζητησαν βοηθεια ως ομογενεις, οταν η αρχουσα ταξη των Αιγυπτιων, φοβουμενη καποια στιγμη μηπως χασει την εξουσια, στραφηκε εναντιον τους. Πρεπει να θυμηθουμε οτι ο αρχαιοτερος θεος των Αιγυπτιων ονομαζεται Αμμων. Το ιερο του ‘Αμμωνος Διός, βρισκοταν στην ερημο, στα συνορα με τη Λιβυη, ηταν δηλαδη το ιερο ενος ‘ημετερου’ Διός, οπως ακριβως και σημερα οι Ελληνες παιρνουν μαζι τους τις τοπικες λατρειες τους, π.χ. Παναγια Σουμελα κλπ.

Κατα τη μυθοολογια-ιστορια ο Άπις, βασιλιας του Αργους, οταν αναγκασθηκε να το αγκαταλειψει, κατεφυγε στην Αιγυπτο, οπου εγκατεστησε και αποικια. Μετα το θάνατό του ο Απις θεοποιηθηκε απο τους Αιγυπτιους και κατεταγει μεταξυ των μεγαλυτερων θεων του Αιγυπτιακου πανθεου.

Η Ιώ στην Αιγυπτο ονομαστηκε Ισις και θεοποιηθηκε και αυτη. Για αλλους η Ισις ταυτιζεται με την Αθηνα (ο οφις της Αθηνας μετατρεπεται στο γνωστο συμβολο των Φαραω, την κομπρα). Η διαφορα αυτη για την προελευση της Ισιδας, δεν μειωνει ουτε κατ΄ελαχιστο την ουσια, η οποια ειναι οτι η θεα Ισιδα εχει Ελληνικη προελευση.

Βλεπουμε λοιπον οτι ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ, ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Θεοι της ελληνικης μυθολογιας-ιστοριας κυβερνησαν την Αιγυπτο πριν τους Φαραω. Επισης οι περισσοτερες αρχαιες -εαν οχι ολες- πολεις της Αιγυπτου καθως και το ονομα αυτων ειναι ελληνικες και κυριως θεων.

Το δωδεκαθεο αναγεται στους πρωτους κατοικους της Ελληνικης γης.

Η Μεγαλη Βρεττανικη Εγκυκλοπαιδεια των Εθνων, η οποια παλαιοτερα εφερε και εμφανιζε τους Ασσυροβαβυλωνιους και τους Αιγυπτιους ως αρχαιοτερους απο τους Ελληνες, ηδη απο τη νεα έκδοσή της το 1974 στο αρθρο (Ευρωπη) αναφερει ως αρχαιοτερο λαο στο χωρο της Μεσογειου, τους κατοικους της Ηπειρωτικης Ελλαδας και του Αιγαιου.!!!…Αξίζει να αναφέρω μερικά ακόμα στοιχεία για την Αίγυπτο και τη σχέση που μπορεί να έχει με την Ελλάδα. Εννοιολογικά η λέξη Αίγυπτος είναι σύνθετη και αναλύεται ως εξής: Αιγηίς + ύπτιος, που όπως αναφέρει ο Γ. Α. Ράπτης «εκφράζει νοηματικά την γεωλογική της υπόσταση, αφού μοιάζει να είναι ύπτιο Αιγαίο ως προέκταση της βυθισμένης Αιγηίδας στην Αφρικανική Ήπειρο, απομεινάρια της οποίας είναι η τεράστια έρημος με την άμμο και τα κοχύλια της, που βρίσκονται ακόμη και σε ορεινά μέρη, όπως καταγράφει ο Πλούταρχος στο έργο «Ίσις και Όσιρις»». Επίσης, αναφέρει παρακάτω ονόματα πόλεων της ευρύτερης περιοχής της Αιγύπτου που είναι ελληνικά, όπως Εκατόμπυλη Θήβα, η Ηλιούπολη, Απολλωνόπολη, Ερμούπολη, Ηρακλεόπολη, Πανόπολη κλπ.

Στα χώματα αυτά έζησαν οι Πατέρες των Πατέρων μας, οι ΔΡΑΒΙΔΕΣ που με την πάροδο των χιλιετιών ονομάστηκαν ΠΕΛΑΣΓΟΙ και κατόπιν παρουσιάστκαν με το σημερινό όνομα ΕΛΛΗΝΕΣ. Στην αρχαία Αίγυπτο πριν την εμφάνιση των Φαραώ, ζούσαν οι ΔΡΑΒΙΔΕΣ για χιλιετίες, με ανεπτυγμένο πολιτισμό και Νου. Γνώστες του τοπικού κατακλυσμού (9.000- 10000 π.Χ), παρέδωσαν όλες τις γνώσεις τους συνοπτικά στις ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ που διεσώθησαν της δυνάμεως των Υδάτων κατά το κέλευσμα του κώδικα Δ της ελληνικής λέξης ΥΔΩΡ.

Το Δ, σχηματική αναπαράσταση σύγχρονου φράγματος και Πυραμίδος ( πεπλατυσμένη βάση, αιχμηρή κορυφή), διεφύλαξε ανέγκιχτα ΟΛΑ τα ΜΥΣΤΙΚΑ και τις ΑΝΩΤΕΡΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ των ΔΡΑΒΙΔΩΝ. Τα μυστικά αυτά από την αρχαιότερη Πυραμίδα της Ζακάρα,έμαθε ο ΜΩΥΣΗΣ, ο ΟΡΦΕΑΣ, ο ΣΟΛΩΝ, ο ΠΛΑΤΩΝ, ο ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ, ακόμη και ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ, σύμφωνα με τους υπαινιγμούς του ΘΩΤ, του Μέγιστου Αρχιερέα…

ΕΛΛΗΝΕΣ, ΕΤΕΟΚΡΗΤΕΣ,ΠΕΛΑΣΓΟΙ, ΔΡΑΒΙΔΟΠΕΛΑΣΓΟΙ,ΔΡΑΒΙΔΕΣ η πορεία προς τα πίσω. Πόσο πίσω; περί το 16.000 π.Χ όταν η μάχη των ΔΡΑΒΙΔΩΝ καταπόντησε τους ΑΤΛΑΝΤΕΣ κι αυτοί καταπόντισαν τη ΜΕΣΟ ΓΑΙΑ, κάνοντας νησιά της ψηλότερες κορυφές της…

Χιλιάδες χρόνια πέρασαν και περνούν. Τα μαύρα μας μαλλιά, τα φωτισμένα καστανά μας μάτια, η ωραιότατη κατατομή του προσώπου μας, είναι Πελασγική.Ότι νέο και λευκό στοιχείο αφομοιώθηκε περίτεχνα και προβλέψιμα.Οι μυστικιστικές τάσεις της Φυλής μας που παρουσιάζονται σε κάθε ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ σήμερα,οι εσωτερικές Δονήσεις, οι φιλότιμοι, οι βαθειά θρησκευόμενοι, οι μεταφυσικοί,οι φιλάνθρωποι, οι Φιλόπατροι,οι ενθουσιώδεις και άκακοι ΕΛΛΗΝΕΣ, είναι ΓΝΗΣΙΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ, του Δραβιδοπελασικού ΑΙΜΑΤΟΣ και γονιδίου που μεταβιβάζεται και αεί κληρονομείται δια μέσω των ΑΙΩΝΩΝ, άσχετα με την αλλαγή των ανθρωποονομάτων.

Η έντεχνα και τεχνολογικά καλυμμένη μαγνητική ΚΑΛΥΠΤΡΑ της Ενδοχώρας των Δραβίδων Ελλήνων ηχεί και παλμοδονεί μέχρι και ΣΗΜΕΡΑ τους εξελιγμένους νόες. Είναι τα πλέον αγαθά ΟΝΤΑ και τέκνα που γέννησε η ΓΑΙΑ.

Χέιστινγκς: Η μάχη που άλλαξε για πάντα την Αγγλία

Το πρωί της 14ης Οκτωβρίου 1066, δύο στρατοί παρατάχθηκαν απέναντι σε έναν λόφο της νότιας Αγγλίας. Στη μία πλευρά βρισκόταν ο Χάρολντ Β΄, βασιλιάς ενός κράτους που είχε ήδη αντιμετωπίσει εισβολή από τον βορρά. Στην άλλη, ο Γουλιέλμος, δούκας της Νορμανδίας, αποφασισμένος να διεκδικήσει το αγγλικό στέμμα.

Μέχρι το βράδυ, ο πρώτος θα ήταν νεκρός και ο δεύτερος θα είχε κερδίσει τη σημαντικότερη μάχη της ζωής του. Το Χέιστινγκς έγινε η αφετηρία μιας κατάκτησης που μεταμόρφωσε την εξουσία, την κοινωνία και τον πολιτισμό της Αγγλίας.

Η κρίση είχε αρχίσει εννέα μήνες νωρίτερα. Στις 5 Ιανουαρίου 1066 πέθανε ο Εδουάρδος ο Ομολογητής, χωρίς άμεσο διάδοχο. Η απουσία αδιαμφισβήτητου κληρονόμου άφησε χώρο για ανταγωνιστικές διεκδικήσεις, σε μια εποχή όπου η συγγένεια, οι υποσχέσεις και η στρατιωτική ισχύς μπορούσαν να στηρίξουν διαφορετικές αξιώσεις.



Ο Χάρολντ Γκόντγουινσον, ισχυρός κόμης του Ουέσσεξ και γαμπρός του εκλιπόντος, εξασφάλισε την υποστήριξη των σημαντικότερων παραγόντων του βασιλείου. Στέφθηκε την επόμενη ημέρα στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, όμως η διαδοχή δεν έγινε αποδεκτή από όλους.

Ο Γουλιέλμος υποστήριζε ότι ο Εδουάρδος τού είχε υποσχεθεί τον θρόνο. Η νορμανδική αφήγηση πρόσθετε ότι ο ίδιος ο Χάρολντ είχε ορκιστεί να υποστηρίξει τη διαδοχή του, κατά την παραμονή του στη Νορμανδία. Το περιεχόμενο και οι συνθήκες αυτού του όρκου παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.

Για τον δούκα, πάντως, η στέψη του αντιπάλου του παρουσιαζόταν ως παραβίαση μιας δεσμευτικής συμφωνίας. Έτσι, η διαμάχη για τη νομιμότητα μετατράπηκε σε προετοιμασία πολέμου, με τη συγκέντρωση στρατού και πλοίων για τη διάβαση της Μάγχης.

Ο Χάρολντ, ωστόσο, δεν αντιμετώπιζε μόνο τη νορμανδική απειλή. Τον Σεπτέμβριο, ο βασιλιάς της Νορβηγίας Χάραλντ Χαρντράντα εισέβαλε στη βόρεια Αγγλία, έχοντας σύμμαχο τον Τόστιγκ, εξόριστο αδελφό του Άγγλου βασιλιά. Ο Χάρολντ κινήθηκε βόρεια και στις 25 Σεπτεμβρίου νίκησε τους εισβολείς στη μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ.

Η επιτυχία ήταν αποφασιστική, αλλά δεν του επέτρεψε να ανασυνταχθεί για μεγάλο διάστημα. Λίγες ημέρες αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο Γουλιέλμος είχε αποβιβαστεί στο Σάσεξ, ανοίγοντας ένα δεύτερο μέτωπο στο άλλο άκρο του βασιλείου.

Ο αγγλικός στρατός επέστρεψε νότια, με ενδιάμεση στάση στο Λονδίνο για τη συγκέντρωση πρόσθετων δυνάμεων. Η ταχύτητα της αντίδρασης φανέρωνε την αποφασιστικότητα του Χάρολντ, αλλά περιόριζε τον χρόνο προετοιμασίας του.



Στις 13 Οκτωβρίου οι αντίπαλοι βρίσκονταν πλέον κοντά, στην περιοχή της σημερινής πόλης Μπατλ, βορειοδυτικά του Χέιστινγκς. Οι ακριβείς αριθμοί των πολεμιστών δεν είναι γνωστοί, ενώ οι σύγχρονες εκτιμήσεις διαφέρουν. Επρόκειτο πάντως για δύο σημαντικούς στρατούς της εποχής, αποτελούμενους από αρκετές χιλιάδες άνδρες, που ετοιμάζονταν για μια αναμέτρηση χωρίς βέβαιο αποτέλεσμα.

Ο Χάρολντ επέλεξε αμυντική θέση σε ύψωμα. Οι άνδρες του πολεμούσαν πεζοί και σχημάτισαν ένα πυκνό τείχος από ασπίδες, που δυσκόλευε την πρόσβαση των επιτιθέμενων. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι χούσκαρλς, έμπειροι πολεμιστές της βασιλικής ακολουθίας, γνωστοί για τη χρήση μεγάλων πολεμικών πελέκεων.

Η συνοχή της παράταξης ήταν καθοριστική: όσο οι ασπίδες παρέμεναν ενωμένες, οι Νορμανδοί έπρεπε να επιτίθενται ανηφορικά απέναντι σε οργανωμένη άμυνα. Η θέση προσέφερε σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά απαιτούσε πειθαρχία και αντοχή σε διαδοχικές επιθέσεις.

Ο Γουλιέλμος διέθετε έναν στρατό με διαφορετικές δυνατότητες. Τοξότες, πεζικό και έφιπποι πολεμιστές μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαδοχικά ή συνδυαστικά, πιέζοντας την αγγλική γραμμή με διαφορετικούς τρόπους. Οι πρώτες επιθέσεις δεν έφεραν την κατάρρευση που επιδίωκε ο δούκας.

Το τείχος των ασπίδων άντεξε, ενώ η κλίση του εδάφους περιόριζε την αποτελεσματικότητα του ιππικού. Η μάχη εξελίχθηκε σε παρατεταμένη δοκιμασία αντοχής, με επανειλημμένες προσπάθειες των Νορμανδών να δημιουργήσουν ανοίγματα και των Άγγλων να διατηρήσουν τη διάταξή τους.

Σε μια κρίσιμη φάση, τμήμα της νορμανδικής δύναμης υποχώρησε και ορισμένοι Άγγλοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους για να το καταδιώξουν. Μακριά από την προστασία της παράταξης, έγιναν ευάλωτοι στην αντεπίθεση των έφιππων αντιπάλων τους.



Οι αφηγήσεις περιγράφουν επίσης προσποιητές υποχωρήσεις, με τις οποίες οι Νορμανδοί επιδίωξαν να επαναλάβουν αυτό το αποτέλεσμα. Δεν μπορούν να ανασυντεθούν όλες οι κινήσεις με απόλυτη βεβαιότητα, καθώς οι περιγραφές γράφτηκαν από ανθρώπους με διαφορετικές σκοπιμότητες. Ωστόσο, η διάσπαση της αγγλικής συνοχής θεωρείται σημαντικός παράγοντας για την τελική έκβαση.

Η σύγκρουση συνεχίστηκε για μεγάλο μέρος της ημέρας. Οι απώλειες και η εξάντληση αποδυνάμωναν σταδιακά την άμυνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η νορμανδική νίκη ήταν εξαρχής εξασφαλισμένη. Ο Χάρολντ σκοτώθηκε προς το τέλος της μάχης, στερώντας από τους άνδρες του τον βασιλιά και κεντρικό ηγέτη τους.

Η γνωστή εικόνα ενός βέλους στο μάτι συνδέεται με την Ταπισερί της Μπαγιέ, αλλά δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη του τρόπου θανάτου του. Η ερμηνεία της σκηνής παραμένει συζητήσιμη, ενώ άλλες παραδόσεις τον συνδέουν με επίθεση έφιππων πολεμιστών.

Η ήττα στο Χέιστινγκς δεν ισοδυναμούσε με άμεση υποταγή ολόκληρης της χώρας. Ο Γουλιέλμος έπρεπε να μετατρέψει τη στρατιωτική επιτυχία σε πολιτικό έλεγχο, αντιμετωπίζοντας αντιστάσεις και εξασφαλίζοντας την αναγνώρισή του. Στις 25 Δεκεμβρίου 1066 στέφθηκε βασιλιάς στο Ουέστμινστερ.

Ακολούθησαν χρόνια συγκρούσεων, ανακατανομής γης και οικοδόμησης κάστρων, τα οποία λειτουργούσαν ως στρατιωτικά στηρίγματα της νέας εξουσίας. Η παλαιά αγγλοσαξονική αριστοκρατία παραμερίστηκε σε μεγάλο βαθμό και οι υποστηρικτές του κατακτητή απέκτησαν εκτεταμένες ιδιοκτησίες, αλλάζοντας τον χάρτη της κοινωνικής και πολιτικής ισχύος.



Οι συνέπειες ξεπέρασαν τις αλλαγές προσώπων στην κορυφή. Η νορμανδική γαλλική καθιερώθηκε ως γλώσσα της αυλής και της άρχουσας τάξης, επηρεάζοντας σταδιακά το αγγλικό λεξιλόγιο. Παράλληλα, η κατάκτηση ενίσχυσε τους δεσμούς της Αγγλίας με την ηπειρωτική Ευρώπη και άφησε ορατό αποτύπωμα στην αρχιτεκτονική.

Το Domesday Book, η μεγάλη καταγραφή του 1086, αποτύπωσε ιδιοκτησίες και πόρους, καταγράφοντας και τις μεταβολές που είχαν συντελεστεί. Η νέα διοίκηση χρησιμοποίησε υπάρχοντες θεσμούς, αλλά τους ενέταξε στις ανάγκες ενός καθεστώτος που στηριζόταν στην κατάκτηση και στη βασιλική εξουσία.

Σχεδόν μία χιλιετία αργότερα, το Χέιστινγκς παραμένει σημείο αναφοράς επειδή οι συνέπειές του υπήρξαν τόσο βαθιές.

Η Ταπισερί της Μπαγιέ διασώζει μια εντυπωσιακή αφήγηση των γεγονότων, ενώ το Αβαείο του Μπατλ συνδέει τον τόπο με τη μνήμη των νεκρών και την εξουσία του νικητή.

Η μάχη υπενθυμίζει επίσης τα όρια της ιστορικής βεβαιότητας: γνωρίζουμε το αποτέλεσμα, αλλά αρκετές λεπτομέρειες εξακολουθούν να εξετάζονται.

Εκείνη η ημέρα δεν άλλαξε τα πάντα αμέσως. Δημιούργησε, όμως, τις προϋποθέσεις για μια νέα Αγγλία, της οποίας η εξέλιξη φέρει ακόμη το αποτύπωμα του 1066.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Οι Μινωίτες ανακάλυψαν πρώτοι το ηλιακό ημερολόγιο

Δεκαεννέα αιώνες πριν από τους Βαβυλώνιους είχαν ανακαλύψει το ηλιακό ημερολόγιο οι Μινωίτες!

Την αποκάλυψη αυτή κάνει ο καθηγητής Μηνάς Τσικριτζής, ύστερα από πολύχρονη μελέτη και διασταύρωση στοιχείων.

Ο κ Τσικριτζής εκφράζει τη βεβαιότητα ότι «διάβασε» ένα μέρος των ιερογλυφικών των Μινωιτών και φέρνει στο φως νέα δεδομένα για το πρώτο μινωικό ηλιακό ημερολόγιο της 3ης χιλιετίας π.Χ. Παράλληλα καταρρίπτει την πρώτη μέχρι σήμερα προσέγγιση που είχε γίνει το 538 π.Χ. από τον Βαβυλώνιο αστρονόμο Ναμπού Ριμανού, ότι οι Βαβυλώνιοι ήταν εκείνοι που είχαν ανακαλύψει το ηλιακό ημερολόγιο.

Η «πυξίδα» που οδήγησε στην αποκαλυπτική έρευνα του κ. Τσικριτζή ήταν ένα σπάνιο μινωικό σφραγιστικό εύρημα του 2200 π.Χ., το οποίο και αποτέλεσε, όπως λέει ο ίδιος, το κλειδί της ανακάλυψης για το πρώτο μινωικό ηλιακό ημερολόγιο.

Το μινωικό σφραγιστικό εύρημα είναι, όπως αναφέρεται, κυλινδρικό και κατασκευασμένο από δόντι ιπποπόταμου. Ο αρχαιολόγος Σακελαράκης κατά την εύρεσή του πριν από 40 χρόνια στις Αρχάνες, στην ευρύτερη περιοχή της Κνωσού, το είχε περιγράψει «ως ένα ασυνήθιστο σφραγιστικό θέμα κοιλοτήτων».

Ομως από τη σύγχρονη έρευνα-μελέτη του ευρήματος ο Μηνάς Τσικριτζής υποστηρίζει ότι «οι 12 κοιλότητες που φέρει το σφράγισμα είναι συμβολισμοί σελήνης, είναι ο χρόνος, οι 12 μήνες». Οπως ο ίδιος εξηγεί, στο σφράγισμα καταγράφονται οι ημέρες με χαραγμένες κάθετες γραμμές, ενώ στο κέντρο υπάρχει μια απεικόνιση που το σχήμα της θυμίζει με μια απλή ματιά αυτό της Κρήτης.

Αριθμητικές πράξεις

«Το σφράγισμα αποτυπώνει το νησί των Μινωιτών στο κέντρο και το πλήθος των ημερών που περνά γύρω γύρω τους. Πιστεύουμε ότι οι αριθμητικές πράξεις επαληθεύουν το αποτέλεσμα των 365,3 ημερών και αποδεικνύει ότι οι Μινωίτες είχαν από την παλαιοανακτορική περίοδο ένα σύγχρονο ηλιακό ημερολόγιο το οποίο προηγήθηκε των Βαβυλωνίων 19 αιώνες» αναφέρει ο κ. Τσικριτζής.

Μάλιστα παραθέτει μαθηματική πράξη με βάση τα σύμβολα της Σελήνης, του μήνες και τις παρεμβαλλόμενες ημέρες, επισημαίνοντας ότι «οι Μινωίτες παρατηρώντας το χειμερινό ηλιοστάσιο τη φάση της σελήνης και καταγράφοντας κάθε ημέρα που περνούσε, θα διαπίστωναν μετά από 365,3 ημέρες ότι ο ήλιος είχε την ίδια ακριβή θέση στην ανατολή του σταματώντας την πορεία μετατόπισής του στον ουρανό». Ο κ. Μ. Τσικριτζής, ένθερμος οπαδός του Πυθαγόρα και του Ευκλείδη, ερευνά συστηματικά τα τελευταία 20 χρόνια τον μινωικό πολιτισμό και η νέα ανακάλυψη του καταγράφεται σε υπό έκδοση ερευνητικό βιβλίο, που αναφέρεται στην αστρονομία του κρητομυκηναϊκού πολιτισμού. Στο ίδιο βιβλίο πέρα από το ηλιακό ημερολόγιο γίνεται αναφορά στο σεληνιακό και το σεληνοηλιακό ημερολόγιο και στις ιδιαιτερότητές τους, όπως επίσης και στο μηνολόγιο-εορτολόγιο.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Η Μόσχα στις φλόγες: Η νίκη του Ναπολέοντα που έγινε η αρχή της καταστροφής του

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1812, ο Ναπολέων Βοναπάρτης στεκόταν στον λόφο Ποκλόναγια, στα δυτικά της Μόσχας, περιμένοντας μια αντιπροσωπεία που δεν θα ερχόταν ποτέ. Ύστερα από μήνες εξαντλητικής εκστρατείας και αιματηρών συγκρούσεων, ο Γάλλος αυτοκράτορας είχε φτάσει μπροστά στην πόλη που πίστευε ότι θα του παρέδιδε ολόκληρη τη Ρωσία.

Περίμενε τους αξιωματούχους της Μόσχας να του προσφέρουν τα κλειδιά της πόλης και να ζητήσουν έλεος. Αντί γι’ αυτό, αντίκρισε μια πρωτεύουσα σιωπηλή, σχεδόν εγκαταλελειμμένη και τρομακτικά αφιλόξενη. Η μεγάλη νίκη του δεν έμοιαζε με θρίαμβο. Έμοιαζε περισσότερο με την αρχή μιας παγίδας.



Η εκστρατεία είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο του 1812, όταν η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα πέρασε τον ποταμό Νέμαν και εισέβαλε στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Επρόκειτο για μια τεράστια πολυεθνική δύναμη, αποτελούμενη από Γάλλους, Πολωνούς, Ιταλούς, Γερμανούς και στρατιώτες άλλων ευρωπαϊκών λαών. Ο Ναπολέων υπολόγιζε ότι θα συνέτριβε γρήγορα τον ρωσικό στρατό και θα ανάγκαζε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ να διαπραγματευτεί.

Οι Ρώσοι, όμως, απέφευγαν συστηματικά την αποφασιστική σύγκρουση. Υποχωρούσαν βαθύτερα στο εσωτερικό της χώρας, καταστρέφοντας αποθήκες τροφίμων, καλλιέργειες και εφόδια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι εισβολείς.

Η τακτική της «καμένης γης» ανάγκαζε τους Γάλλους να προχωρούν όλο και πιο μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους, σε μια αχανή περιοχή όπου οι αποστάσεις αποδεικνύονταν εξίσου επικίνδυνες με τον αντίπαλο στρατό.

Στις 7 Σεπτεμβρίου, στη μάχη του Μποροντίνο, οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν σε μία από τις πιο αιματηρές μάχες των Ναπολεόντειων Πολέμων. Ο Ναπολέων κατέλαβε το πεδίο, αλλά δεν κατάφερε να καταστρέψει τον ρωσικό στρατό. Οι δυνάμεις του στρατάρχη Μιχαήλ Κουτούζοφ υποχώρησαν συντεταγμένα και παρέμειναν ικανές να συνεχίσουν τον πόλεμο.

Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας καταστροφικής αναμέτρησης, ο Κουτούζοφ πήρε μια απόφαση που συγκλόνισε τη ρωσική κοινωνία: εγκατέλειψε τη Μόσχα χωρίς μάχη. Για τον ίδιο, η διάσωση του στρατού είχε μεγαλύτερη σημασία από την προσωρινή απώλεια της πόλης. Εφόσον ο ρωσικός στρατός παρέμενε ζωντανός, ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει.



Όταν οι πρώτες γαλλικές μονάδες μπήκαν στη Μόσχα το απόγευμα της 14ης Σεπτεμβρίου, βρήκαν άδειους δρόμους, κλειστά σπίτια και ελάχιστους κατοίκους. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είχε αποχωρήσει μαζί με τον στρατό.

Δεν υπήρχαν πανηγυρισμοί, επίσημη παράδοση ή εκπρόσωποι του τσάρου. Ο Ναπολέων εγκαταστάθηκε στο Κρεμλίνο, εξακολουθώντας να πιστεύει ότι η κατάληψη της πόλης θα οδηγούσε σύντομα σε πρόταση ειρήνης.

Το ίδιο βράδυ άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες εστίες πυρκαγιάς. Αρχικά έμοιαζαν με μεμονωμένα περιστατικά, όμως μέσα σε λίγες ώρες οι φλόγες εξαπλώθηκαν στις συνοικίες της Μόσχας.


Στις 15 Σεπτεμβρίου ο άνεμος δυνάμωσε και η φωτιά μετατράπηκε σε πύρινη καταιγίδα. Χιλιάδες ξύλινα κτίρια τυλίχθηκαν στις φλόγες, αποθήκες ανατινάχθηκαν και ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα εξαφανίστηκαν.

Ο ουρανός βάφτηκε κόκκινος, ενώ σύννεφα καπνού σκέπασαν την πόλη. Στρατιώτες έσπαγαν πόρτες αναζητώντας τρόφιμα και καταλύματα, την ώρα που άλλοι προσπαθούσαν μάταια να περιορίσουν τις φλόγες.

Το χάος επιδεινώθηκε από τις λεηλασίες, την έλλειψη οργάνωσης και την απουσία λειτουργικού πυροσβεστικού μηχανισμού. Η πυρκαγιά συνεχίστηκε για ημέρες και κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Μόσχας. Σύμφωνα με ιστορικές εκτιμήσεις, περίπου τα δύο τρίτα της πόλης παραδόθηκαν στις φλόγες.

Το ποιος έβαλε τη φωτιά παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο ιστορικής διαμάχης. Οι Γάλλοι κατηγόρησαν τις ρωσικές αρχές ότι είχαν οργανώσει έναν μαζικό εμπρησμό ώστε να στερήσουν από τους εισβολείς τα μέσα επιβίωσης. Ιδιαίτερες υποψίες στράφηκαν εναντίον του κυβερνήτη της Μόσχας, κόμη Φιοντόρ Ροστόπτσιν, ο οποίος φέρεται να είχε διατάξει την απομάκρυνση ή την καταστροφή πυροσβεστικού εξοπλισμού.

Άλλοι ιστορικοί θεωρούν ότι η καταστροφή προκλήθηκε από έναν συνδυασμό παραγόντων. Η Μόσχα ήταν σε μεγάλο βαθμό χτισμένη από ξύλο, οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τις περιουσίες τους και δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν ή να ζεσταθούν.

Οι λεηλασίες και η διάλυση κάθε οργανωμένης υπηρεσίας μπορούσαν να μετατρέψουν ακόμη και μια μικρή εστία σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Αυτόπτες μάρτυρες της γαλλικής πλευράς περιέγραψαν μια πόλη όπου οι φλόγες ξεπηδούσαν σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικά σημεία.



Ο Ναπολέων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν είχε προβλέψει. Είχε καταλάβει τη Μόσχα, αλλά δεν είχε νικήσει τη Ρωσία. Ο τσάρος δεν απαντούσε στις προτάσεις του και δεν έδειχνε καμία διάθεση να διαπραγματευτεί.

Παράλληλα, η κατεστραμμένη πόλη δεν μπορούσε να προσφέρει επαρκή τρόφιμα, ζωοτροφές και ασφαλή καταλύματα για τον εξαντλημένο γαλλικό στρατό.

Ο αυτοκράτορας παρέμεινε στη Μόσχα για περισσότερο από έναν μήνα, ελπίζοντας ότι ο Αλέξανδρος Α΄ θα λύγιζε. Κάθε ημέρα που περνούσε, όμως, λειτουργούσε υπέρ των Ρώσων. Τα αποθέματα μειώνονταν, η πειθαρχία υποχωρούσε και ο χειμώνας πλησίαζε. Στις 19 Οκτωβρίου, ο Ναπολέων διέταξε τελικά την αποχώρηση.

Η υποχώρηση εξελίχθηκε σε καταστροφή. Η πείνα, το κρύο, οι ασθένειες, οι ρωσικές επιθέσεις και η πλήρης κατάρρευση του ανεφοδιασμού αποδεκάτισαν τη Μεγάλη Στρατιά.

Χιλιάδες άνδρες πέθαναν στους παγωμένους δρόμους ή εγκαταλείφθηκαν επειδή δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Η δύναμη που είχε εισβάλει στη Ρωσία ως ο ισχυρότερος στρατός της Ευρώπης επέστρεψε ως σκιά του εαυτού της.



Η πυρκαγιά της Μόσχας δεν κατέστρεψε αμέσως τον Ναπολέοντα, αλλά αποκάλυψε τα όρια της ισχύος του. Η κατοχή μιας πρωτεύουσας αποδείχθηκε άχρηστη όταν ο αντίπαλος αρνήθηκε να θεωρήσει τον πόλεμο χαμένο.

Ο Κουτούζοφ θυσίασε την πόλη για να διατηρήσει τον στρατό του, ενώ ο τσάρος αρνήθηκε να προσφέρει στον Γάλλο αυτοκράτορα την πολιτική νίκη που αναζητούσε.


Στις 14 Σεπτεμβρίου 1812, ο Ναπολέων μπήκε στη Μόσχα πιστεύοντας ότι είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του θριάμβου του.

Στις 15 Σεπτεμβρίου, καθώς έβλεπε τις φλόγες να πλησιάζουν το Κρεμλίνο, άρχισε να γίνεται φανερό ότι η κατάκτηση της πόλης δεν ήταν το τέλος της εκστρατείας αλλά η αρχή της συντριβής του.

Η Μόσχα είχε πέσει, όμως η Ρωσία παρέμενε όρθια. Και μέσα στα αποκαΐδια της πόλης άρχισε να καίγεται μαζί της και ο μύθος του αήττητου Ναπολέοντα.
ΔΕΣ: 


Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΑΤΕΡΛΩ (1815) ΤΟ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟ ΠΕΖΙΚΟ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ