Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (266.1-267.1)

266. ΑΛΕΚΤΟΡΕΣ ΔΥΟ ΚΑΙ ΑΕΤΟΣ [266.1] ἀλεκτόρων δύο μαχομένων περὶ θηλειῶν ὀρνίθων ὁ εἷς τὸν ἕτερον κατετροπώσατο. καὶ ὁ μὲν ἡττηθεὶς εἰς τόπον κατάσκιον ἀπιὼν ἐκρύβη· ὁ δὲ νικήσας εἰς ὕψος ἀρθεὶς καὶ ἐφ᾽ ὑψηλοῦ τοίχου στὰς μεγαλοφώνως ἐβόησε. καὶ παρευθὺς ἀετὸς καταπτὰς ἥρπασεν αὐτόν. ὁ δ᾽ ἐν σκότῳ κεκρυμμένος ἀδεῶς ἔκτοτε ταῖς θηλείαις ἐπέβαινε.
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.

267. ΚΩΝΩΨ ΚΑΙ ΛΕΩΝ
[267.1] κώνωψ πρὸς λέοντα ἐλθὼν εἶπεν· «οὔτε φοβοῦμαί σε οὔτε δυνατώτερός μου εἶ· εἰ δὲ μή, τίς σοί ἐστιν ἡ δύναμις; ὅτι ξύεις τοῖς ὄνυξι καὶ δάκνεις τοῖς ὀδοῦσι; τοῦτο καὶ γυνὴ τῷ ἀνδρὶ μαχομένη ποιεῖ. ἐγὼ δὲ λίαν ὑπάρχω σου ἰσχυρότερος. εἰ δὲ θέλεις, ἔλθωμεν καὶ εἰς πόλεμον». καὶ σαλπίσας ὁ κώνωψ ἐνεπήγετο δάκνων τὰ περὶ τὰς ῥῖνας αὐτοῦ ἄτριχα πρόσωπα. ὁ δὲ λέων τοῖς ἰδίοις ὄνυξι κατέλυεν ἑαυτὸν, ἕως οὗ ἠγανάκτησεν. ὁ δὲ κώνωψ νικήσας τὸν λέοντα καὶ σαλπίσας καὶ ἐπινίκιον ᾄσας ἔπτατο. ἀράχνης δὲ δεσμῷ ἐμπλακείς, ἐσθιόμενος ἀπωδύρετο, ὅτι μεγίστοις πολεμῶν ὑπ᾽ εὐτελοῦς ζῴου, τῆς ἀράχνης, ἀπώλετο.
ὁ μῦθος πρὸς τοὺς καταβάλλοντας μεγάλους καὶ ὑπὸ μικρῶν καταβαλλομένους.

***
266. Τα δύο κοκόρια και ο αετός.
[266.1] Μια φορά τσακώνονταν δύο κόκορες σχετικά με τις θηλυκές κότες, ώσπου τελικά ο ένας τους κατατρόπωσε τον άλλον. Τότε ο ηττημένος πήρε δρόμο και κρύφτηκε σε κάποια σκοτεινή γωνιά. Ο άλλος όμως, ο νικητής, πετάρισε προς τα πάνω, κούρνιασε στην κορυφή σε ένα ψηλό ντουβάρι και από εκεί βάλθηκε να κακαρίζει με όλη τη δύναμη της φωνής του. Το αποτέλεσμα: αμέσως πέταξε καταπάνω του ο αετός, τον άρπαξε και μην τον είδατε. Έτσι ο πρώτος, που είχε κρυφτεί στα σκοτεινά, μπορούσε στο εξής να βατεύει τις θηλυκές άφοβα.
Το δίδαγμα του μύθου: Ο θεός καταπολεμάει τους αλαζόνες, ενώ χαρίζει την εύνοιά του στους ταπεινόφρονες.

267. Το κουνούπι και το λιοντάρι.
[267.1] Κάποτε το κουνούπι πλησίασε το λιοντάρι και το προκάλεσε: «Άκου εδώ, εγώ δεν σε φοβάμαι, ούτε και με ξεπερνάς στη δύναμη. Αλήθεια, γιά πες μου, πού έγκειται η δύναμή σου; Στο ότι γδέρνεις με τις νυχάρες σου και δαγκώνεις με τα δόντια σου; Σιγά το πράγμα — αυτό μπορεί να το κάνει και μια κυράτσα που τσακώνεται με τον άντρα της. Σου λέω, εγώ είμαι πολύ πολύ πιο ισχυρός από σένα. Και άμα σου βαστάει, έλα να μετρηθούμε σε μονομαχία». Έτσι, που λέτε, το κουνούπι σάλπισε επίθεση και βάλθηκε να μπήγεται και να τσιμπάει το λιοντάρι στο πρόσωπο, εκεί γύρω από τη μύτη, όπου το ζώο δεν έχει τρίχωμα. Το λιοντάρι, βέβαια, πάσχιζε να το τσακώσει, πλην μάταια· αντίθετα, κατάφερνε μόνο να πληγώνει τον εαυτό του με τα ίδια του τα νύχια, ώσπου στο τέλος αγανάκτησε. Με αυτόν τον τρόπο το κουνούπι νίκησε το θεριό και άρχισε να πετάει τριγύρω, βουίζοντας σαν καραμούζα και ψέλνοντας την ωδή του θριάμβου. Έλα όμως που μετά από λίγο μπλέχτηκε στον ιστό της αράχνης. Καθώς λοιπόν αυτή το κατασπάραζε, το ζουζούνι έκλαιγε τη μοίρα του: ακούς εκεί, να τα έχει βάλει με τόσο πελώρια θηρία και τελικά να βρει τον θάνατο από ένα τιποτένιο σίχαμα σαν την αράχνη!
Ο μύθος αυτός απευθύνεται προς όσους βάζουν κάτω τους σπουδαίους αλλά κατατροπώνονται από ασήμαντους.

 

Κάθε όμορφος άνθρωπος στη ζωή μας αφαιρεί κάποιον άλλο που μας γέμισε πληγές

Έδωσες, πήρες και έκανες μεγάλο αλισβερίσι μέχρι τώρα.
Κοιτάς τη διαδρομή, έφτασες στα μισά, αλήθεια πόσο γρήγορα περνά ο καιρός.
Κλείνεις τα μάτια για λίγο, ξεκινάς το μέτρημα. Αχ αλήθεια τι έκανες λάθος;
Γιατί το άθροισμα δε σου βγαίνει;
Ψάχνεις να δεις τι δεν υπολόγισες σωστά. Δεν μπορεί εσύ να κάνεις λάθος.
Πάντα ήσουν περήφανος για τις επιδόσεις σου στα μαθηματικά. Ξεκινάς με τα κεράκια που έσβησες στα γενέθλιά σου.
Ναι βλέπεις πως έφτασες στα μισά.

Πάμε τώρα το μέτρημα:
Πόσα έδωσες;
Αρκετά.
Πόσα πήρες;
Ελάχιστα.


Άρα κάτι δε βγαίνει, ξεκίνησες με πολλά, έμεινες με λίγα και η διαδρομή μισή.
Ψάχνεις τη λύση στο πρόβλημα, θες να βρεις το αποτέλεσμα.
Κρατάς αυτά που έχεις, αφαιρείς αυτούς που περνούν χωρίς να δίνουν. Πολλαπλασιάζεις αυτούς που σου δίνουν χωρίς καν να τους το ζητήσεις.
Ξέρεις γιατί; Μόνο έτσι το αποτέλεσμα θα σου βγει σωστό.
Θα φτάσεις στο τέλος και το αλισβερίσι σου θα είναι όπως το ήθελες.
Παίρνεις αγάπη. Δίνεις ευτυχία, όνειρα και φροντίδα.
Σε γεμίζουν χαρά και όμορφες στιγμές.
Δίνεις την ψυχή σου, το λίγο το κάνεις πολύ.

Κάπως έτσι είναι η ζωή.
Απλά μαθηματικά πρόσθεση όμως όχι αφαίρεση. Δε θες άλλη αφαίρεση, θες μόνο να προσθέτεις ανθρώπους που θα σε γεμίζουν, θα σε φροντίζουν και θα σε δέχονται όπως είσαι. Θα είσαστε μαζί να προσθέτετε άλλο ένα κεράκι κάθε χρόνο στην τούρτα.
Κάθε όμορφος άνθρωπος στη ζωή μας αφαιρεί κάποιον άλλο που μας γέμισε πληγές.
Σταμάτα την αφαίρεση, γιατί κάπως έτσι κλείνουν οι πληγές.

Υπάρχουν δύο τρόποι να γίνεις πλούσιος

Το περίπλοκο με την ευτυχία είναι ότι τη συναντούμε μερικές φορές μεταμφιεσμένη παραπλανητικά σαν δυστυχία, όπως ακριβώς και η δυστυχία εμφανίζεται πότε-πότε με την απατηλή μάσκα της ευτυχίας. Τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντα τόσο γοργά όπως συνέβη με τον τριανταεπτάχρονο μάγειρα από το Ιλινόις που λίγες μόνο μέρες αφότου κέρδισε 3,6 εκατομμύρια δολάρια στο Λόττο υπέστη καρδιακό επεισόδιο, επειδή δεν κατάφερε να αντέξει το στρες. Ούτε όπως στην ανάλογη περίπτωση του «Λόττο-Λόταρ» που μονοπώλησε τα πρωτοσέλιδα στη Γερμανία. Ο άνεργος είχε κερδίσει γύρω στα 3,9 εκατομμύρια μάρκα, πέρασε από τη φτηνή ανώνυμη μπύρα σε κουτάκι, στις επώνυμες πιλς, αγόρασε μια Lamborghini, και αγαπούσε από τότε κυρίως το αλκοόλ, τα πάρτι και τις όμορφες γυναίκες. Πέντε χρόνια μετά ο Λόττο-Λόταρ ήταν νεκρός. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως ευτυχία αποδεικνύεται πολύ συχνά ακριβώς το αντίθετο. Ο Όσκαρ Ουάιλντ το απέδωσε εύστοχα με μια φράση: “Όταν ο Θεός θέλει να τιμωρήσει τους ανθρώπους, εισακούει τις προσευχές τους”.

Μπορούμε μάλιστα να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω και να αναγνωρίσουμε στην αποτυχία, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, το μυστικό της επιτυχίας. Αν ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ δεν κατέληγε πάμπτωχος στην εξορία, θα πέθαινε πλούσιος συλλέκτης πεταλούδων και δευτεροκλασάτος ποιητής. Ευτυχώς για μας, αλλά μάλλον και για εκείνον, έχασε τα πάντα. Δεν είναι μόνο που τα όρια ανάμεσα σε τεράστιες επιτυχίες και αδιαμαρτύρητες αποτυχίες είναι συχνά δυσδιάκριτα, αλλά μερικές φορές η απώλεια, η αποτυχία, η λεγόμενη δυστυχία αποτελούν τη βασική προϋπόθεση για τον μετέπειτα πρωτοποριακό θρίαμβο. Όποιος κυνηγάει τις απατηλές τυποποιημένες παραστάσεις περί ευτυχίας προδικάζει αμετάκλητα τη δυστυχία του. Η γνήσια φτώχεια ωριμάζει τον άνθρωπο όχι λόγω της έλλειψης οποιωνδήποτε υλικών αγαθών, αλλά λόγω της επιθυμίας για τελειότητα, όπου και αν την αναζητά- στην υγεία, την ομορφιά, τον πλούτο. Όποιος μάθει να εκτιμά τη ζωή με τις αντιξοότητες της και κατορθώνει ειδικά σε κρίσιμες καταστάσεις να στέκεται όρθιος, ίσως κερδίζει τελικά αυτό που αποκαλούμε ευτυχισμένη ζωή.

Σε γενικές γραμμές, υπάρχουν δύο τρόποι να γίνεις πλούσιος.
1ος τρόπος: Εργάζεσαι με στόχο να εκπληρώσεις όλες τις επιθυμίες που κουβαλάς μέσα σου· στο μεταξύ σκοτώνεσαι στη δουλειά και ονειρεύεσαι πράγματα που δεν μπορείς να αποκτήσεις, κι όταν τελικά τα αποκτάς, διαπιστώνεις ότι δεν φέρνουν την ευτυχία.
2ος τρόπος: Επαναπροσδιορίζεις τις επιθυμίες σου.

Θα απογοητεύσω τους αναγνώστες που περιμένουν στα επόμενα κεφάλαια ακριβείς οδηγίες τις οποίες μπορεί κάποιος να ακολουθήσει βήμα προς βήμα για να γίνει στο τέλος ευτυχισμένος, πλούσιος και πετυχημένος. Για εμένα, το ζητούμενο είναι πολύ περισσότερο να προκαλέσω την αναθεώρηση όλων των αναγκών που μας υποβάλλει ως επιθυμίες η βιομηχανία της κατανάλωσης,
ενώ στην πραγματικότητα είναι ενοχλητικές και κακόγουστες. Όποιος παραμένει πιστός σε τέτοιες επιθυμίες, αυτό μπορώ να αποκαλύψω σ’ αυτό το σημείο, δεν θα αισθανθεί ποτέ του πλούσιος. Αντίθετα θα γίνει πλούσιος εκείνος που θα κατορθώσει να τις αποχωριστεί.

Ο πρώτος κανόνας για να φτωχύνεις με στυλ απαιτεί συνεπώς: Να θέτεις προτεραιότητες! Να καταβροχθίζεις κακοψημένες μπριζόλες δύο βδομάδες το χρόνο σε κάποιο άχρωμο ξενοδοχείο του Αλικάντε ή μήπως είναι καλύτερες οι διακοπές στην πόλη που γεννήθηκες, με περιπάτους στο πάρκο της και εκδρομές στις κοντινές λίμνες; Συνδρομές σε εφημερίδες και μηνιαίες πληρωμές για παροχές πανάκριβων, αποβλακωτικών τηλεοπτικών προγραμμάτων -ή μήπως καλύτερα ένα καλό βιβλίο;

Η πραγματική πολυτέλεια δεν αγοράζεται. Βρίσκεται πολύ περισσότερο στην αυτοκυριαρχία απέναντι στον πειρασμό των περιττών πραγμάτων τα οποία στην πραγματικότητα δεν ομορφαίνουν τη ζωή μας, αλλά απλώς και μόνο την φορτώνουν με σκουπίδια. Όποιος θέλει να είναι πραγματικά πλούσιος πρέπει να βρει το κουράγιο να επανακτήσει τουλάχιστον ένα τμήμα της αυτονομίας του και να αποκτά, για παράδειγμα, μόνο ό,τι του προσφέρει πραγματική ικανοποίηση, αντί να παραδίνεται στην παραπλανητική καταναλωτική υστερία.

Μπορείς πράγματι να είσαι πλούσιος και χωρίς λεφτά ή, τουλάχιστον, με πολύ λίγα. Στην ουσία, το ζητούμενο είναι το πραγματικό «λάιφσταϊλ», το σωστό στυλ να ζεις. Για πολύ καιρό η λέξη ήταν η πολεμική κραυγή της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών -στο μέλλον, το μυστικό για μια καλύτερη ζωή θα είναι ο κυρίαρχος τρόπος, το κυρίαρχο στυλ ζωής.

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΓΚΑΙΤΕ

Με μακάριζαν πάντα ως άνθρωπο ευνοημένο από την τύχη· σύμφωνοι, κι εγώ δεν έχω παράπονο απ’ τη ζωή μου. Μόνο που στη βάση δεν υπάρχει παρά μόχθος και σκληρή δουλειά, και μπορώ με κάθε ειλικρίνεια να πω ότι στα εβδομήντα πέντε χρόνια μου δεν έχω περάσει ούτε τέσσερις εβδομάδες πραγματικά ευτυχισμένες. Το αιώνιο σπρώξιμο στον ανήφορο του βράχου, που πρέπει ξανά και ξανά να ανεβαίνει. Στα χρονικά μου θα φανεί καθαρά τι εννοώ. Γιατί απαιτήσεις από τη δραστηριότητα μου υπήρχαν ουκ ολίγες, τόσο εξωτερικές όσο και εσωτερικές.
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 1824

Η πραγματική μου ευτυχία είχε τις ρίζες της στην ποιητική σκέψη και δημιουργία μου. Πόσο διαταράσσονταν, περιορίζονταν και παρεμποδίζονταν όμως αυτές από τις εξωτερικές συνθήκες! Αν είχα καταφέρει να κρατήσω μεγαλύτερη απόσταση από τις δημόσιες και επιχειρηματικές ενασχολήσεις και να ζήσω περισσότερο μοναχικά, θα είχα γευτεί περισσότερη ευτυχία και θα είχα πετύχει πολύ περισσότερα ως δημιουργός. Στο πρόσωπό μου όμως φάνηκαν να επαληθεύονται, αμέσως μετά τα έργα μου Γκετς και Βέρθερος, τα λόγια ενός σοφού, που είχε πει: κάθε φορά που έχει κάνει κάποιος κάτι για την ανθρωπότητα, αυτή φροντίζει ευσυνείδητα να τον αποτρέψει από το να το επαναλάβει.
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 1824

Αν μπορούσε κανείς να κάνει την ανθρωπότητα τέλεια, τότε θα μπορούσαμε να διανοηθούμε και μια ιδανική κατάσταση· έτσι όπως έχουν όμως τα πράγματα, θα υπάρχει αιώνια αυτή η ταλάντευση, το ένα μέρος θα υποφέρει, τη στιγμή που το άλλο θα ευημερεί, ο εγωισμός και ο φθόνος θα κάνουν ως μοχθηροί δαίμονες πάντα κουμάντο και η διαμάχη των παρατάξεων δεν θα έχει ποτέ τέλος.
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 1824

Ως παιδιά είμαστε ηδονιστές· ιδεαλιστές, όταν αργότερα ερωτευτούμε και διακρίνουμε στο αντικείμενο του έρωτά μας ιδιότητες που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν· ο έρωτας κλονίζεται, αμφιβάλλουμε για την πίστη και την αφοσίωση, οπότε γινόμαστε σκεπτικιστές εκεί που δεν το περιμέναμε. Το υπόλοιπο της ζωής μας είναι αδιάφορο, το αφήνουμε να τρέχει όπως του καπνίσει, και τελειώνουμε μέσα στον ησυχασμό, όπως οι Ινδοί φιλόσοφοι.
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 1829

Τα πολυτελή κτίρια και δωμάτια είναι για άρχοντες και πλούσιους. Όταν ζει κανείς μέσα τους, νιώθει καθησυχασμένος, είναι ικανοποιημένος και δεν επιθυμεί τίποτε άλλο.
Αυτό αντίκειται τελείως στη φύση μου. Σε ένα μεγαλοπρεπές περιβάλλον, σαν αυτό που είχα στο Κάρλσμπαντ, μετατρέπομαι αμέσως σε τεμπέλη και άπραγο. Αντίθετα, ένα ταπεινό περιβάλλον, όπως αυτό εδώ το λιτό δωμάτιο, κατά κάποιον τρόπο τακτικό στην ακαταστασία του, λίγο σαν τσιγγάνικο κατάλυμα, είναι ακριβώς το σωστό για μένα· μου αφήνει απόλυτη ελευθερία να δουλεύω και να δημιουργώ.
Δευτέρα 23 Μαρτίου 1829

Η κάθε είδους άνεση αντίκειται εντελώς στη φύση μου. Βλέπετε, στο δωμάτιό μου δεν υπάρχει καναπές· κάθομαι πάντα στην παλιά ξύλινη καρέκλα μου και μόλις πριν από μερικές εβδομάδες έβαλα να μου προσθέσουν ένα είδος στηρίγματος για το κεφάλι. Ένα περιβάλλον άνετων, καλόγουστων επίπλων εξουδετερώνει το πνεύμα μου, με ρίχνει σε μια κατάσταση παθητικής μακαριότητας. Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση να είναι κανείς από μικρό παιδί μαθημένος στην πολυτέλεια, οι πλούσιοι χώροι και ο πολυτελής οικιακός εξοπλισμός είναι για τους ανθρώπους που ούτε μυαλό έχουν ούτε καμία διάθεση ν’ αποκτήσουν.
Παρασκευή 25 Μαρτιου 1831

Γιατί έχουμε αυτή την κακή συνήθεια να θέλουμε αυτό που δεν μπορούμε να έχουμε;

Γιατί παθαίνουμε εμμονή με τους ανθρώπους που δεν μας θέλουν;

Ορισμένοι άνθρωποι, όταν δεν μπορούν να έχουν ερωτικά τον άνθρωπο που θέλουν, τείνουν να τον εξιδανικεύουν και να του δίνουν μεγαλύτερη αξία.

Πολλοί από εμάς είναι εξοικειωμένοι με αυτό το σενάριο: Από τη μία υπάρχει το «Καλό Παιδί»: χαριτωμένο, γλυκό, ενδιαφέρον, έξυπνο και διαθέσιμο. Ακόμα καλύτερα, ενδιαφέρεται για μια σχέση μαζί σας. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι απλά δεν σας αρέσει και τόσο. Το «Κακό Παιδί», από την άλλη πλευρά, είναι στο μυαλό σας 24 ώρες το 24ωρο.

Όπως και το Καλό Παιδί, έτσι και το Κακό Παιδί έχει πολύ καλά ποιοτικά χαρακτηριστικά, αλλά είτε δεν είναι διαθέσιμος να κάνει γενικά σχέση ή δεν είναι διαθέσιμος να κάνει σχέση μαζί σας, γιατί απλά δεν του αρέσετε και τόσο. Παρά τη συνεχή απόρριψη, ωστόσο, δεν φαίνεται να μπορείτε να τον βγάλετε από το μυαλό σας. Όσο περισσότερο σας απορρίπτει και δηλώνει πιο δυναμικά ότι δεν θέλει να είναι μαζί σας, τόσο περισσότερο σας ενδιαφέρει.

Γιατί έχουμε αναπτύξει αυτή την κακή συνήθεια να θέλουμε αυτό που δεν μπορούμε να έχουμε; Γιατί δεν θέλουμε πάντα αυτό που μπορούμε να έχουμε; Σε άλλους τομείς της ζωής, φαίνεται ότι μπορούμε να ρυθμίσουμε τις προτιμήσεις μας. Μπορεί κάποια στιγμή να είχατε θελήσει να γίνετε σταρ του Χόλιγουντ. Αλλά όταν ανακάλυψατε ότι δεν μπορούσατε να φτάσετε ως εκεί, εγκαταλείψατε το όνειρό σας.

Γιατί λοιπόν να μην μπορούμε να εγκαταλείψουμε τους ανθρώπους που μας απορρίπτουν συνεχώς;

Σύμφωνα με την Helen Fisher και τους συνεργάτες της, ο λόγος που η ρομαντική απόρριψη μας εθίζει, είναι ότι αυτό το είδος της απόρριψης διεγείρει τμήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με τα κίνητρα, την επιβράβευση, τον εθισμό και τον πόθο.

Χρησιμοποιώντας μαγνητική τομογραφία, η ομάδα της εξέτασε τους εγκεφάλους 15 ανδρών και γυναικών, φοιτητές, που είχαν πρόσφατα απορριφθεί από τους συντρόφους τους, αλλά ισχυρίζονταν ότι εξακολουθούν να είναι έντονα «ερωτευμένοι» μαζί τους.

Κατά τη διάρκεια της σάρωσης, οι συμμετέχοντες κοίταξαν μια φωτογραφία του προσώπου που τους είχε απορρίψει. Στη συνέχεια ολοκλήρωσαν μια άσκηση μαθηματικών, για παράδειγμα να μετρήσουν αντίστροφα από τον αριθμό 4529 και ανά 7 αριθμούς.

Η άσκηση ήταν μια προσπάθεια να αποσπάσει την προσοχή των συμμετεχόντων από τις ρομαντικές σκέψεις τους. Τέλος, τους έδειξαν μια φωτογραφία από ένα γνωστό τους πρόσωπο, για το οποίο δεν είχαν κανένα ερωτικό ενδιαφέρον.

Η ομάδα διαπίστωσε ότι ο εγκέφαλος των συμμετεχόντων ήταν πιο δραστήριος σε τομείς που σχετίζονται με τα κίνητρα, την επιβράβευση, τον πόθο, τον εθισμό, τον σωματικό πόνο και την αγωνία όταν κοίταξαν τη φωτογραφία του προσώπου που τους είχε απορρίψει από ό, τι όταν κοίταξαν τη φωτογραφία του ουδέτερου πρόσωπου.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Neurophysiology, δείχνει ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση, πραγματικά πάσχουν από εθισμό όπως συμβαίνει και στη χρήση ναρκωτικών ουσιών και το ναρκωτικό είναι το πρόσωπο που τους απορρίπτει, αφήνοντας την αγάπη τους χωρίς ανταπόκριση.

Όμως τα αποτελέσματα δεν μας εξηγούν το γιατί ανταποκρινόμαστε στην ερωτική απόρριψη με αυτόν τον τρόπο και δεν απαντά στο ερώτημα του πώς έχουμε αναπτύξει αυτή την ανησυχητική τάση να θέλουμε τους ανθρώπους που δεν μπορούμε να έχουμε.

Μπορεί να σκεφτείτε ότι έχει να κάνει με τη ραγισμένη καρδιά και τη θλίψη που βιώνουμε. Αλλά αυτή δεν μπορεί να είναι η απάντηση που ψάχνουμε επειδή σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν έχουμε χάσει τίποτα για να θρηνήσουμε την απώλεια του. Μπορούμε να είμαστε τρελά ερωτευμένοι με κάποιον που δεν μας θέλει, και ποτέ δεν μας ήθελε, αλλά η κατάσταση μπορεί μερικές φορές να είναι τόσο επώδυνη, όπως όταν κάποιος μας χωρίζει.

Μέρος του πόνου της απόρριψης που βιώνουμε όταν η αγάπη που νιώθουμε είναι χωρίς ανταπόκριση, μπορεί να προκληθεί από μια εξελικτική απώθηση στη κοινωνική απόρριψη σε συνδυασμό με ένα κοινωνικό στίγμα που συνδέεται με τους χωρισμούς και το διαζύγιο. Αλλά αυτό, επίσης, δεν εξηγεί γιατί συχνά θέλουμε μόνο τα άτομα που δεν μπορούμε να έχουμε.

Μια άλλη πτυχή αυτής της αγωνίας μπορεί να αφορά στην αντιληπτή αξία του άλλου προσώπου. Εάν το άλλο άτομο δεν μας θέλει ή δεν είναι διαθέσιμο για μια σχέση, η αντιληπτή αξία του ανεβαίνει. Έχουν γίνει τόσο «ακριβοί» που δεν μπορούμε να τους «αγοράσουμε».

Εξελικτικά μιλώντας, νιώθουμε ότι θα ήταν πολύ καλό για την αυτοαξία μας αν σχετιζόμασταν με τον πιο «πολύτιμο» σύντροφο. Αυτή η θέση, έχει μία λογική ότι ενδιαφερόμαστε περισσότερο όταν η αντιληπτή αξία ενός ατόμου αυξάνεται.

Μια άλλη απάντηση μπορεί να έχει να κάνει με τις σχετικά εθιστικές προσωπικότητες μας. Η μελέτη της Fisher έδειξε ότι η αγωνία και ο πόνος, μετά τη ρομαντική απόρριψη είναι ένα είδος εθισμού.

Το ερώτημα, ωστόσο παραμένει: πάνω σε τι είμαστε εθισμένοι σε αυτό το σενάριο;

Στην περίπτωση μιας σχέσης που έχει λήξει, μπορεί να είμαστε εξαρτημένοι από το χρόνο που περάσαμε με το άλλο πρόσωπο, τα μηνύματά τους, την συντροφιά τους ή το σεξ.

Αλλά αν το μυαλό μας λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο όταν δεν υπήρξε ποτέ σχέση, ποια είναι τότε η πηγή των εθιστικών συναισθημάτων;

Προφανώς, είμαστε εθισμένοι σε σκέψεις για το τι θα μπορούσε να γίνει, αλλά δεν θα γίνει ποτέ. Μόλις κολλήσουμε σε αυτές τις σκέψεις, η απόρριψη από το άλλο άτομο μπορεί να τις ενισχύσει, αφήνοντας μας αντιμέτωπους με την εμμονή, το οποίο είναι ένα είδος εθισμού ή ένας εθισμός σε σκέψεις ενός συγκεκριμένου είδους. Οι τυποποιημένες μέθοδοι για την αντιμετώπιση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής μπορεί επίσης να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της ερωτικής εμμονής.

Το στυλ προσκόλλησής μπορεί επίσης να επηρεάσει το πόσο έχετε κολλήσει με ανθρώπους που δεν σας θέλουν. Οι άνθρωποι με ένα εξαρτημένο στυλ προσκόλλησης (επίσης γνωστοί ως «συν-εξαρτώμενοι» ή «αγχώδη προσκόλληση») μεγαλώνουν και αναζητούν τους ανθρώπους που θα τους προκαλέσουν πόνο. Σε ένα κλασικό σενάριο, μεγάλωσαν σε μια οικογένεια με τη μητέρα ή τον πατέρα να τους απορρίπτει συναισθηματικά. Για αυτά τα άτομα, η συναισθηματική απόρριψη είναι μια οικεία αίσθηση.

Δεδομένου ότι είναι πάντα πιο πιθανό να ενεργήσουμε με τρόπους που είναι οικείοι σε μας, αν έχουμε ένα ιστορικό απορρίψεων, είναι πιθανό να αναζητήσουμε καταστάσεις όπου θα περιμένουμε περισσότερη απόρριψη. Οι εγκέφαλοί μας ερμηνεύουν αυτά τα σενάρια ως συνηθισμένα, ακόμα κι αν ξέρουμε ότι δεν είναι φυσιολογικό να αναζητούμε τα σενάρια που οδηγούν σε πόνο και αγωνία.

Τέλος, υπάρχει η εξήγηση του «διαφορετικού τέλους»: Αν έχουμε ένα ιστορικό απορρίψεων από ένα γονέα, για παράδειγμα, μερικές φορές υποσυνείδητα αναζητούμε παρόμοια σενάρια, ελπίζοντας ότι η ιστορία θα έχει διαφορετικό τέλος την επόμενη φορά. Μόνο που αυτό το διαφορετικό τέλος δεν έρχεται ποτέ.

Αξίζει να θυμηθούμε τον ορισμό του Αϊνστάιν για την παραφροσύνη: «Να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά περιμένοντας ένα διαφορετικό αποτέλεσμα».

Η χήρα της Εφέσου

Η ιστορία που θα διαβάσετε γράφτηκε το 100 π.Χ. απ’ τον Αριστείδη τον Μιλήσιο. Ο Αριστείδης είναι -απ’ όσο γνωρίζουμε- ο πρώτος άνθρωπος που έγραψε διηγήματα. Ως διήγημα εννοούμε μικρά κείμενα μυθοπλασίας, όχι μύθους, χωρίς ημίθεους, χωρίς Ατρείδες.

Εκείνη την εποχή, καθώς οι Ρωμαίοι κατακτούν ολόκληρο τον γνωστό κόσμο, αυτού του είδους οι ιστορίες αποκαλούνταν «μιλήσια». Κι όπως θα διαπιστώσετε η θεματολογία τους και ο τρόπος ανάπτυξης των χαρακτήρων θυμίζει σύγχρονα διηγήματα.

Το συγκεκριμένο, Η Χήρα της Εφέσου, μεταγράφτηκε από πολλούς. Τον Πετρώνιο στη Ρώμη, τον Salisbury τον 12ο αιώνα, τον La Fontaine τον 17ο αιώνα, τον Βολταίρο τον 18ο αιώνα, τον Fry στον 20ο αιώνα. Κι έτσι έφτασε μέχρι την εποχή μας.

Ο Νίκος Γκάτσος γνώριζε την ιστορία, όπως φαίνεται απ’ τον στίχο «Μια χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές δεν είχα στρατιώτες για εραστές».

Την ξαναγράφω, 2118 χρόνια μετά -και πιθανότατα για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

Η Μαριάνθη ήταν κορίτσι από καλή οικογένεια της Εφέσου, με τα λατινικά της και τη λύρα της. Ήταν δεκαεφτά χρονών όταν γνώρισε τον Φειδία.

Εκείνος ήταν πλούσιος απ’ τα γεννοφάσκια του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος μαρμάρου. Έφερνε στην Έφεσο τα καλύτερα μάρμαρα απ’ τις Κυκλάδες, για να χτίζουν τους ναούς και τα μέγαρα.

Όμορφος και νέος ο Φειδίας, πεντάμορφη η Μαριάνθη, ερωτευτήκανε σφόδρα. Ο γάμος τους ήταν σπουδαίο κοινωνικό γεγονός της πόλης, και παρευρέθηκαν στρατηγοί, φιλόσοφοι και ποιητές, απ’ όλη την Ιωνία, την Ελλάδα και τη Ρώμη.

Όμως η ευτυχία τους κράτησε πολύ λίγο. Πριν καλά καλά τελειώσει ο μήνας του μέλιτος ο Φειδίας αρρώστησε. Όσο και να προσπάθησαν με αφαιμάξεις και βεντούζες, με ομοιοπαθητικά του Ιπποκράτη και θυσίες στους θεούς, ο νέος ξεψύχησε μια μέρα του Απρίλη, που όπως λέει ο ποιητής είναι ο πιο σκληρός μήνας.

Τον σαβάνωσαν, τον έκλαψαν και τον έβαλαν σ’ έναν υπέργειο τάφο, λίγο έξω απ’ τα προάστια της Εφέσου.

Σαν τέλειωσε η τελετή όλοι ξεκίνησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, θλιμμένοι σίγουρα, μα χαρούμενοι απ’ την άλλη που ήταν ακόμα ζωντανοί.

Μα η Μαριάνθη δεν μπορούσε να φύγει. Έμεινε μέσα στο τάφο, δίπλα στο πτώμα του νεαρού της συζύγου μοιρολογώντας. Οι γονείς της προσπάθησαν να την πάρουν, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Αφού κουράστηκαν να την τραβολογούν άφησαν μια υπηρέτρια να την προσέχει κι έφυγαν κι εκείνοι.

Πέρασε η πρώτη μέρα κι η Μαριάνθη δεν σταμάτησε τις οιμωγές. Φαΐ δεν ήθελε να βάλει στο στόμα της, ούτε νερό ούτε να πλαγιάσει να ξεκουραστεί.

«Θα πεθάνω εδώ μαζί σου», φώναζε στο πτώμα.

Τη δεύτερη μέρα οι γονείς της προσπάθησαν να την πάρουν με τη βία. Αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μαινάδα, που επιτέθηκε ακόμα και στην ίδια της τη μάνα. Και αφού την άφησαν συνέχισε να κλαίει.

Στην Έφεσο όλοι έμαθαν για την αφοσίωση και το δράμα της χήρας. Οι πεθερές έλεγαν στους γιους της πώς θα ‘θελαν να μοιαζε η νύφη τους με τη Μαριάνθη. Κι οι ανύπαντροι ονειρεύονταν να έβρισκαν κι εκείνοι μια τέτοια γυναίκα, πιστή μέχρι θανάτου.

Την τρίτη μέρα σταύρωσαν σ’ ένα χωράφι παρακείμενο στον τάφο του Φειδία τρεις αντάρτες. Ο Ρωμαίος τοποτηρητής έβαλε και εικοσιτετράωρη σκοπιά, για να μην πάνε οι συγγενείς των ληστών να κλέψουν τα πτώματα, και πουν μετά ότι αναστήθηκαν.

Το πρώτο βράδυ είχε βάρδια στους σταυρούς ένας νέος λεγεωνάριος, με καταγωγή απ’ τη Σικελία, ο Φάμπιους. Εκείνος ήταν φτωχικής καταγωγής, με άλλα δώδεκα αδέλφια στην οικογένεια. Είχε καταταγεί για να γλιτώσει απ’ το φάσμα της φτώχειας, αλλά και για να γνωρίσει τον κόσμο, που τότε οι Ρωμαίοι τον είχαν κατακτήσει ολόκληρο.

Όπως στεκόταν κάτω απ’ τους σταυρούς ο Φάμπιους άκουσε κλάματα και θρήνους. Πήγε προς το μέρος όπου ακούγονταν κι είδε φως να τρεμοπαίζει σ’ έναν μισάνοιχτο τάφο. Μπήκε μέσα και βρήκε τη Μαριάνθη να οδύρεται, ενώ η υπηρέτρια προσπαθούσε να την ηρεμήσει -μπας και καταφέρει να φύγει από κει.

Σαν είδε την Μαριάνθη ο Φάμπιους τυφλώθηκε. Η χήρα είχε σκίσει λίγο το ένδυμα της και το αριστερό της βυζί ξεπρόβαλε όλο ζωή και σφρίγγος. Και το πρόσωπο της, παρά τη θλίψη και το κλάμα, ήταν όμορφο σαν της Αφροδίτης. Άλλωστε η θλίψη των γυναικών πάντα κάνει τους άντρες να συγκινούνται, ειδικά αν συνδυάζεται μ’ ένα γυμνό στήθος.

Ο Φάμπιους έμαθε την ιστορία της χήρας απ’ την υπηρέτρια. Καθώς κι ότι είχαν τρεις μέρες να φάνε και να πιουν. Έφυγε τρέχοντας στη σκοπιά κι έφερε το φαγητό του κι ένα ασκί με κρασί μπρούσκο.

Το πρότεινε στη χήρα, μιλώντας όσο καλύτερα μπορούσε τα ελληνικά (που ήταν παγκόσμια γλώσσα εκείνα τα χρόνια).

«Σταμάτα, κυρά μου, να θρηνείς», της είπε.

«Θα θρηνώ μέχρι να πεθάνω», απάντησε η Μαριάνθη.

«Μα ο άντρας σου δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. Θα ήθελε να ζήσεις όσα εκείνος έχασε.»

«Ο άντρας μου!» έκανε η Μαριάνθη. «Ο Φειδίας μου!»

Κι άρχισε να κλαίει ξανά και να σχίζει τα ιμάτια της.

Ο Φάμπιους έμεινε μήπως κι έβγαινε και τίποτα άλλο στη φόρα. Έπιασε την κουβέντα με την υπηρέτρια, της πρότεινε κι εκείνης να φάει και να πιει. Η υπηρέτρια, που καημό άλλο δεν είχε απ’ το να γυρίσει σπίτι και να φάει, ξεκίνησε να κατεβάζει το μπρούσκο με το παστό, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Σαν την είδε να τρώει και να πίνει, η Μαριάνθη πείνασε κι εκείνη. Πήρε δειλά και κλαίγοντας μια μπουκιά πίτα στην αρχή, μετά λίγο κρέας. Τρώγοντας ανοίγει η όρεξη. Ξεκίνησε να τρώει και να πίνει -κι ήταν σαν να έτρωγε πρώτη φορά στη ζωή της.

Σαν τη ζάλισε λιγάκι το κρασί, που ήταν νεμεώτικο κοκκινέλι, πρόσεξε καλύτερα τον Φάμπιους. Τον είδε που ήταν όμορφος και νέος, της θύμισε τον μακαρίτη τον άντρα της. Είχε και καλούς τρόπους, ευγενικός, Ρωμαίος, στρατιώτης. Είχε μαύρα μάτια κάρβουνα, σισελιάνικα, κι ωραίες μπούκλες. Κι όπως είχε βγάλει τον θώρακα για να φάει έβλεπε να διαγράφονται οι μυς.

Ήπιε λίγο ακόμα η Μαριάνθη, κι όπως ήταν άμαθη με το ποτό, μέθυσε. Πήγε λίγο πιο κοντά στον Φάμπιους, ακούμπησε στο στήθος του για να την παρηγορήσει. Ένιωσε τον χτύπο της καρδιάς της και το δυνατό του χέρι στην πλάτη της. Κι όταν εκείνος της είπε ένα ρητό του Επίκουρου για της ζωή (κάτι που έμοιαζε με You only live once, yolo), δεν βαστήθηκε και ξεκίνησε να τον φιλάει.

Ξάπλωσαν οι δυο τους δίπλα στο πτώμα του μακαρίτη κι έκαναν όσα κάνουν οι άνθρωποι και τα ζώα. (Για την υπηρέτρια ο Αριστείδης δεν αναφέρει τι έκανε, αν πήρε μέρος στην ερωτική συνεύρεση ή αν μόνο κρατούσε -κυριολεκτικά- το φανάρι.)

Σαν χόρτασαν έρωτα σηκώθηκε ο Φάμπιους και πήγε στη σκοπιά του να φέρει κι άλλο φαΐ. Κι εκεί αντιλήφθηκε έντρομος ότι κατά την απουσία του κάποιοι είχαν πάει κι είχαν κλέψει έναν σταυρωμένο.

Γύρισε στον τάφο του Φειδία συντετριμένος. Αυτή η κλοπή σήμαινε την καθαίρεση του απ’ τη λεγεώνα, την ατίμωση του. Είπε στη Μαριάνθη ότι την αγαπάει κι έβγαλε το ξίφος. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος απ’ την αυτοκτονία.

Η Μαριάνθη του έπιασε το χέρι και του είπε λάγνα: «Απ’ το να πεθάνει ένας ζωντανός προτιμώ να σταυρωθεί ένας πεθαμένος.»

Δεν χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Κι οι τρεις τους έπιασαν να ξεντύνουν τον σαβανωμένο. Πήραν το πτώμα του Φειδία και το σταύρωσαν στη θέση του κλεμμένου ληστή. Σφράγισαν τον τάφο για να μπει κανείς ποτέ ξανά.

Έτσι η ζωή κι ο έρωτας θριάμβευσαν. Έκαναν έρωτα μερικές φορές ακόμα, αλλά μετά χώρισαν οι δρόμοι τους. Η Μαριάνθη είχε πολλούς εραστές και πέθανε χαμογελώντας, σε βαθιά γεράματα. Ο Φάμπιους κατάφερε να γίνει εκατόνταρχος.

Όσο για την υπηρέτρια… Εκείνη διηγήθηκε αυτή την ιστορία σε μένα, στον Αριστείδη τον Μιλήσιο.

H Kοινωνία Tιμωρός

Στο ποινικό καθεστώς της κλασικής περιόδου μπορούμε να ξαναβρούμε, αναμεμειγμένες μεταξύ τους, τέσσερις βασικές τακτικές επιβολής ποινών -τέσσερις κατηγορίες που καθεμιά τους έχει διαφορετική ιστορική προέλευση και που ο ρόλος τους, σε συνάρτηση πάντα με την κοινωνία και την εποχή, υπήρξε αν όχι ξεχωριστός τουλάχιστον προνομιούχος.

*Εξορία, διωγμός, εκτοπισμός, απέλαση εκτός των συνόρων, απαγόρευση εισόδου σε ορισμένα μέρη, καταστροφή οικιακής εστίας, διαγραφή από τον τόπο γέννησης, δήμευση περιουσίας -κινητής και ακίνητης.

*Επιβολή αποζημίωσης, εξαγορά, μετατροπή της προκληθείσης ζημιάς σε εξοφλητέο χρέος, μετατροπή της παράνομης πράξης σε οικονομική υποχρέωση.

*Διαπόμπευση, σημάδεμα, τραυματισμός, ακρωτηριασμός, εγχάραξη ουλής, αποτύπωση σημαδιού στο πρόσωπο ή τον ώμο, πρόκληση σωματικού μειονεκτήματος σε διακριτό σημείο, βασανισμός, εν ολίγοις σφετερισμός του σώματος και εγγραφή των αποτυπωμάτων της εξουσίας πάνω σ’ αυτό.

*Εγκλεισμός, Μπορούμε υποθετικά να διακρίνουμε τις κοινωνίες, ανάλογα με τον τύπο τιμωρίας που υιοθέτησαν σε κοινωνίες εξορίας (ελληνική κοινωνία), κοινωνίες εξαγοράς (γερμανικές), κοινωνίες εγχάραξης (δυτικές κοινωνίες κατά το τέλος του Μεσαίωνα) καθώς και κοινωνίες εγκλεισμού, όπως ίσως και η δική μας. Η δική μας πάντως, μόνο από τα τέλη του XVIIIου αιώνα και μετά.

Γιατί ένα μόνο είναι σίγουρο: η κράτηση, η φυλάκιση δεν αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού ποινικού συστήματος πριν τουλάχιστον από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις των δεκαετιών 1780-1820. Οι νομικοί του XVIII αιώνα συμφωνούν ομόφωνα στο εξής σημείο: «η φυλάκιση σύμφωνα με το αστικό μας δίκαιο δεν θεωρείται ποινή… παρόλο που οι Ηγεμόνες για πολιτικές σκοπιμότητες οδηγούνται καμιά φορά στο να την επιβάλλουν• αυτά είναι μέτρα εξουσίας και η τακτική δικαιοσύνη δεν χρησιμοποιεί τέτοιου είδους καταδίκες» (Serpillon, Ποινικός Κώδικας, 1767).

Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι ήδη μια τέτοια εμμονή για άρνηση του ποινικού χαρακτήρα της φυλάκισης δείχνει μια αυξανόμενη αβεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι εγκλεισμοί που χρησιμοποιούνται κατά το XVM° και XVMI° αιώνα παραμένουν στο περιθώριο του ποινικού συστήματος, έστω κι αν μοιάζουν μεταξύ τους, και τείνουν όλο και περισσότερο να συγκλίνουν:

*Εγκλεισμός-ενέχυρο (enferment-gage) είναι εκείνος που εφαρμόζει η δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια της προανάκρισης μιας ποινικής υπόθεσης, ο πιστωτής έως της εξόφλησης του χρέους του ή η βασιλική εξουσία υπό την απειλή ενός εχθρού. Αναφέρεται λιγότερο στην τιμωρία ενός παραπτώματος και περισσότερο στον έλεγχο του ατόμου.

*Εγκλεισμός-υποκατάστατο (enferment-substitut) είναι εκείνος που επιβάλλεται σε κάποιον που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων (είτε εξ αιτίας της φύσης των παραπτωμάτων του, τα οποία εμπίπτουν μόνο στην τάξη του κώδικα ηθικής ή συμπεριφοράς• είτε από προνόμια που του παρέχει ο νόμος: τα εκκλησιαστικά δικαστήρια που, από το 1629 δεν έχουν πλέον την αρμοδιότητα να εκδίδουν ποινές φυλάκισης υπό τη στενή έννοια, μπορούν να διατάξουν τον ένοχο να αποσυρθεί σε μοναστήρι• η βασιλική διαταγή για φυλάκιση είναι συχνά ένα μέσο στα χέρια ενός προνομιούχου που τον βοηθάει να διαφύγει από την ποινική δικαιοσύνη• οι γυναίκες αποστέλλονται σε σωφρονιστήρια για παραπτώματα για τα οποία οι άνδρες κλείνονται σε κάτεργα).

Πρέπει να σημειωθεί ότι (εκτός από την τελευταία περίπτωση) αυτός ο εγκλεισμός-υποκατάστατο χαρακτηρίζεται γενικά από το γεγονός ότι δεν αποφασίζεται από τη δικαστική εξουσία• ότι η διάρκειά του δεν ορίζεται άπαξ δια παντός και ότι εξαρτάται από έναν υποθετικό σκοπό: το σωφρονισμό. Πρόκειται για τιμωρία μάλλον, παρά για ποινή.

Κι όμως, πενήντα χρόνια μετά από τα μεγαλειώδη μνημεία του κλασικού ποινικού δικαίου (Serpillon, Jousse, Mumpart de Vouglans) η φυλακή κατέστη γενική μορφή ποινής.

Το 1831 ο Remusat σε μια ομιλία του στη Βουλή έλεγε: «Τι είναι ακριβώς το ποινικό σύστημα που ορίζεται από το νέο νόμο; Είναι η κάθειρξη σε όλες της τις μορφές. Πράγματι, συγκρίνατε τις τέσσερις βασικές ποινές που παραμένουν στον ποινικό κώδικα. Τα καταναγκαστικά έργα είναι μια μορφή κάθειρξης. Τα κάτεργα είναι μια υπαίθρια φυλακή. Η κράτηση, ο εγκλεισμός, η φυλάκιση με σκοπό το σωφρονισμό δεν είναι, τρόπον τινά, παρά τα διαφορετικά ονόματα της ίδιας τιμωρίας».

Και ο Van Meenen εγκαινιάζοντας το δεύτερο σωφρονιστικό συνέδριο στις Βρυξέλλες, υπενθύμισε τα χρόνια της νιότης του όταν η γη καλυπτόταν ακόμα «από τροχούς, αγχόνες, κρεμάλες και πασσάλους» με «σκελετούς ειδεχθώς κατακρεουργημένους». Όλα συνέβαιναν ως εάν η φυλακή, τιμωρία παραποινική όπου κατά τα τέλη του XVIIIου αιώνα είχε εισέλθει στο ποινικό πεδίο, να έχει καταλάβει πολύ γρήγορα ολόκληρο το χώρο. Της άμεσης αυτής θριαμβευτικής εισβολής ο αυστριακός ποινικός κώδικας, όπως συντάχθηκε επί Ιωσήφ Β, δίνει την πιο έκδηλη μαρτυρία.

Η οργάνωση της ποινής του εγκλεισμού δεν είναι απλώς και μόνον πρόσφατη• είναι αινιγματική.

Από τη στιγμή που τέθηκε σε εφαρμογή, έγινε αντικείμενο των πιο βίαιων κριτικών. Κριτικές που βασίσθηκαν σε θεμελιώδεις αρχές και κριτικές που ασκήθηκαν αναφορικά με τις δυσλειτουργίες που θα μπορούσε η φυλακή να εισάγει στο ποινικό σύστημα και στην κοινωνία εν γένει.

Η φυλακή εμποδίζει τη δικαστική εξουσία να ελέγξει και να εξακριβώσει την εφαρμογή των ποινών. Ο νόμος δεν διεισδύει μέσα στις φυλακές, έλεγε ο Decazes το 1818. Η φυλακή αναμειγνύοντας κατάδικους τόσο διαφορετικούς και απομονωμένους μεταξύ τους, τους καθιστά μια ομοιογενή κοινότητα εγκληματιών, η οποία καθίσταται μέσω του εγκλεισμού και παραμένει εκτός αυτού, αλληλέγγυα. Η φυλακή κατασκευάζει έναν πραγματικό στρατό εσωτερικών εχθρών.

Δίνοντας στους κατάδικους ένα καταφύγιο, τροφή, ρούχα και συχνά ακόμα και δουλειά, η φυλακή επιφυλάσσει γι’ αυτούς πεπρωμένο μερικές φορές καλύτερο ακόμα και από εκείνο των εργατών. Όχι μόνον δεν μπορεί να τους αποτρέψει από την εγκληματικότητα, αλλά αντίθετα τους προτρέπει προς αυτήν. Από τη φυλακή βγαίνουν άνθρωποι των οποίων οι έξεις και η ατίμωση που τους χαρακτηρίζουν καταλήγουν τελικά στην εγκληματικότητα. Αμέσως λοιπόν, η φυλακή καταδικάζεται ως εργαλείο το οποίο, στο περιθώριο της δικαιοσύνης, κατασκευάζει εκείνους που η ίδια η δικαιοσύνη θα στείλει ή θα ξαναστείλει στη φυλακή. Αυτός ο σωφρονιστικός κύκλος καταδικάζεται ρητά ήδη από το 1815-1830. Σ’ αυτές τις κριτικές, τρεις ήταν οι απαντήσεις που δόθηκαν:

*Επινόηση μιας εναλλακτικής λύσης που θα διατηρεί τα θετικά αποτελέσματα της φυλακής (το διαχωρισμό των εγκληματιών, την τοποθέτησή τους εκτός κοινωνικού συνόλου) και θα καταργεί τις επικίνδυνες επενέργειες (την επανένταξή τους στην κοινωνία). Με τον τρόπο αυτό, επανερχόμαστε στο παλαιό σύστημα μεταφοράς που είχαν αναστείλει οι Άγγλοι κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας και είχαν εκ νέου αποκαταστήσει μετά το 1790 με προορισμό την Αυστραλία.

Οι μεγάλες συζητήσεις γύρω από το Botany Bay έλαβαν τόπο στην Γαλλία γύρω στα 1824-1830. Στην πραγματικότητα η εξορία-αποικισμός δεν θα αντικαταστήσει ποτέ τη φυλάκιση• την εποχή των μεγάλων αποικιακών κατακτήσεων θα παίξει έναν πολύπλοκο ρόλο στα ελεγχόμενα κυκλώματα της εγκληματικότητας. Ένα σύνολο αποτελούμενο από ομάδες αποίκων, κατά το μάλλον ή ήττον, εθελοντικές όπως τα αποικιακά στρατιωτικά σώματα, τα τάγματα της Αφρικής, η λεγεώνα των Ξένων, η Cayenne θα λειτουργήσουν, κατά τη διάρκεια του XIXου αιώνα, σε συνάρτηση με ένα σύστημα επιβολής ποινών και θα βασισθούν κατά βάση στη φυλάκιση.

*Μεταρρύθμιση της εσωτερικής λειτουργίας της φυλακής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πάψει να δημιουργεί στρατιές εσωτερικών κινδύνων. Αυτός είναι και ο στόχος που ορίστηκε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ως η «σωφρονιστική μεταρρύθμιση». Ως χρονικά σημεία αναφοράς μπορούμε να θεωρήσουμε αφενός τα Μαθήματα περί των φυλακών του Julius (1830) και αφετέρου το Συνέδριο των Βρυξελλών το 1847. Η μεταρρύθμιση αυτή περιλαμβάνει τρία κύρια σημεία: πλήρης ή μερική απομόνωση των κρατουμένων στο εσωτερικό της φυλακής (συζητήσεις γύρω από τα συστήματα του Aubuzn και της Πενσυλβάνιας), ηθικοποίηση των κατάδικων μέσω της εργασίας, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, των ανταμοιβών, της μείωσης των ποινών• ανάπτυξη παραποινικών θεσμών πρόληψης ή επανένταξης ή ελέγχου. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες τερματίστηκαν με τις επαναστάσεις του 48, δεν άλλαξαν καθόλου τις δυσλειτουργίες της φυλακής που ήδη καταδικάζονταν κατά την προηγούμενη περίοδο.

*Τέλος, απόδοση ανθρωπολογικής υπόστασης στο σωφρονιστικό κύκλο• αντικατάσταση του παλαιού σχεδίου των Julius και Charles Lucas (που πρέσβευαν τη δημιουργία μιας «επιστήμης των φυλακών» ικανής να καθορίσει τις αρχιτεκτονικές, διοικητικές και παιδαγωγικές αρχές ενός θεσμού που «σωφρονίζει») με μία «επιστήμη των εγκληματιών» που θα μπορούσε να προσδιορίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και να ορίσει τους τρόπους κοινωνικής αντίδρασης που αντιστοιχούν σε κάθε περίπτωση. Η τάξη των εγκληματιών, στην οποία ο σωφρονιστικός κύκλος παραχωρούσε τουλάχιστον ένα μέρος αυτονομίας και στην οποία εξασφάλιζε συγχρόνως την απομόνωση και τον αποκλεισμό της, εμφανίζονταν πλέον ως ψυχοκοινωνική παρέκκλιση.

Παρέκκλιση πιστοποιημένη από έναν «επιστημονικό» λόγο (στον οποίο θα σπεύσουν να προστεθούν ψυχοπαθολογικές, ψυχιατρικές, ψυχαναλυτικές, κοινωνιολογικές αναλύσεις)• παρέκκλιση που θα θέσει το ερώτημα σχετικά με το αν η φυλακή αποτελεί όντως την πλέον κατάλληλη λύση ή την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Με άλλα λόγια, εκείνο που προσάπτονταν στις αρχές του XIXου αιώνα στην φυλακή (ότι δημιουργεί έναν «περιθωριακό» πληθυσμό «εγκληματικότητας») εκλαμβάνεται σήμερα ως ένα τελεσίδικο γεγονός. Όχι μόνο γίνεται αποδεκτό ως πραγματικότητα, αλλά και θεωρείται πρωταρχικό δεδομένο. Το φαινόμενο της «εγκληματικότητας» που γεννάται από την φυλακή καθίσταται πρόβλημα της ίδιας της εγκληματικότητας στο οποίο η φυλακή καλείται να δώσει την αρμόζουσα λύση.

Ποιος είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης της φυλακής;

Εγκληματολογική αναστροφή του σωφρονιστικού κύκλου.

Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε πώς ήταν δυνατή μία τέτοια αναστροφή• πώς μπόρεσαν, τελικά, καταδικασμένες και επικριμένες ενέργειες να θεωρηθούν θεμελιώδη δεδομένα για μία επιστημονική ανάλυση της εγκληματικότητας• πώς μπόρεσε η φυλακή, θεσμός πρόσφατος, εύθραυστος, κατακριτέος και σπιλωμένος, να εξαπλωθεί σε τέτοιο βάθος ως θεσμός, ώστε ο μηχανισμός των παρενεργειών του να θεωρηθεί ανθρωπολογική σταθερά.

Ποιος είναι τελικά ο λόγος ύπαρξης της φυλακής; Σε ποια λειτουργική απαίτηση απαντά;

Είναι, εξάλλου, αναγκαίο να θέσουμε το ερώτημα αν και όμως πιο δύσκολο να απαντήσουμε σχετικά με το αν διακρίνεται η «ιδεολογική» γένεση του θεσμού. Θα μπορούσαμε, τωόντι, να θεωρήσουμε πως η φυλακή σωστά καταγγέλθηκε, και μάλιστα από νωρίς, ως προς τις πρακτικές της συνέπειες• αλλά πως ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με τη νέα ποινική θεωρία (εκείνη που κυριαρχούσε κατά την κατάρτιση του κώδικα του XIXου αιώνα) που έπρεπε να την αποδεχθούμε σε συνάρτηση μ’ αυτήν• ή ακόμα πως θα ήταν δυνατό να αναθεωρηθεί εκ βάθρων αυτή η θεωρία, αν επιθυμούσαμε να ασκήσουμε μια ριζοσπαστική κριτική στη φυλακή.

Κι όμως, από αυτή την άποψη τα αποτελέσματα της εξέτασης των ποινικών θεωριών του δεύτερου μισού του XVIII™ αιώνα είναι αιφνιδιαστικά. Κανείς εκ των μεγάλων μεταρρυθμιστών, είτε πρόκειται για θεωρητικούς όπως ο Beccaria, νομικούς όπως ο Servan, νομοθέτες όπως ο Le Pelletier de Saint-Fargeau, ή και τα δυο όπως o Brissot, δεν προτείνουν τη φυλακή ως οικουμενική ή έστω ως μείζονα ποινή. Γενικότερα, σε όλες αυτές τις μελέτες ο εγκληματίας ορίζεται ως εχθρός της κοινωνίας.

Επ’ αυτού οι μεταρρυθμιστές συνεχίζουν και μετασχηματίζουν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής και θεσμικής εξέλιξης που ξεκινά από την εποχή του Μεσαίωνα: την αντικατάσταση της ρύθμισης των διαφορών με την δημόσια δίωξη. Ο επίτροπος του Βασιλιά, επεμβαίνοντας, ορίζει την παράβαση όχι μόνο ως προσβολή προσώπου ή ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά και ως προσβολή της ίδιας της κυριαρχίας του Βασιλιά.

Ο Blackstone σχολιάζοντας την αγγλική νομοθεσία έλεγε πως ο εισαγγελέας υπερασπίζεται συγχρόνως την κυριαρχία του βασιλιά και τα συμφέροντα της κοινωνίας. Συνελώντι ειπείν, η πλειοψηφία των μεταρρυθμιστών, ξεκινώντας από τον Beccaria και μετά, επιδίωξαν να ορίσουν την έννοια του εγκλήματος, το ρόλο του δημόσιου κατηγόρου και την αναγκαιότητα της τιμωρίας με αφετηρία αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον της κοινωνίας ή την ανάγκη προάσπισής της.
Ο εγκληματίας πλήττει πάνω από όλα την κοινωνία• καταλύοντας την κοινωνική συνοχή, αποτελεί εσωτερικό της εχθρό. Απ’ αυτή την γενική αρχή απορρέει ένας συγκεκριμένος αριθμός συνεπειών: Κάθε κοινωνία, ανάλογα με τις βασικές ανάγκες της, πρέπει να διαμορφώσει μια κλίμακα ποινών. Από τη στιγμή που η τιμωρία δεν απορρέει από το παράπτωμα, αλλά από τη ζημιά που προκαλεί στην κοινωνία ή από τον κίνδυνο στον οποίο την εκθέτει, όσο πιο αδύναμη είναι [η κοινωνία] τόσο περισσότερο θα πρέπει να προφυλαχθεί και να φανεί αυστηρή. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ένα οικουμενικό μοντέλο ποινής, αλλά βασική σχετικότητα των ποινών.

Αν η ποινή ήταν εξιλέωση δε θα έβλαπτε αν ήταν πολύ αυστηρή• πάντως, θα ήταν δύσκολο να καθοριστεί μια ακριβής αναλογία μεταξύ αυτής και του εγκλήματος. Αν όμως πρόκειται για την προστασία της κοινωνίας, μπορούμε να την υπολογίσουμε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται επακριβώς αυτή της η λειτουργία. Πέραν τούτου, κάθε επιπρόσθετη αυστηρότητα αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Η δικαιοσύνη της ποινής έγκειται στην οικονομία της.

Ο ρόλος της ποινής στρέφεται εξολοκλήρου ενάντια στο περιθώριο και ενάντια στο μέλλον: στόχος της να εμποδίσει την επανάληψη του εγκλήματος. Σε τελική ανάλυση, αν ήμασταν εντελώς σίγουροι πως ένα έγκλημα δεν πρόκειται να επαναληφθεί δεν θα ήταν απαραίτητο και να τιμωρηθεί. Επομένως, ο ένοχος δεν είναι πια σε θέση να βλάψει και οι αθώοι αποτρέπονται από το να εκτελέσουν παρόμοια παράβαση. Πέρα από κάθε αυστηρότητα η βεβαιότητα της ποινής, ο αναπόφευκτος χαρακτήρας της συνίσταται από την αποτελεσματικότητά της.

Με αφετηρία αυτές τις αρχές, δεν είναι δυνατόν να συνάγουμε εκείνο που πραγματικά θα λάβει τόπο στην ποινική πρακτική, ήτοι την οικουμενική θεώρηση της φυλακής ως γενικής μορφής κολασμού. Διαπιστώνουμε αντιθέτως, πως πολύ διαφορετικά ποινικά μοντέλα κάνουν την εμφάνισή τους.

*Το ένα προστάζει ατίμωση, υπόκειται δηλαδή στην κοινή γνώμη. Η ατίμωση αποτελεί την τέλεια ποινή, αφού είναι η άμεση και αυθόρμητη αντίδραση της ίδιας της κοινωνίας: ποικίλει ανάλογα με την κοινωνία• έχει διαβαθμίσεις αντίστοιχες με τη νοσηρότητα του εγκλήματος• μπορεί να ανακληθεί με δημόσια αποκατάσταση• τέλος, προσβάλλει μόνο τον ένοχο. Πρόκειται για μια ποινή που προσαρμόζεται στο έγκλημα, χωρίς να χρειάζεται τη συγκατάθεση κάποιου κώδικα ή δικαστηρίου, χωρίς να κινδυνεύει να ανατραπεί από κάποια πολιτική εξουσία. Είναι επακριβώς προσκολλημένη στις αρχές της επιβολής των ποινών. «Ο θρίαμβος μιας καλής νομοθεσίας έγκειται στο κατά πόσο η κοινή γνώμη είναι αρκετά ισχυρή ώστε να τιμωρεί η ίδια τα αδικήματα… Μακάριος ο λαός εκείνος όπου ο μοναδικός του νόμος μπορεί να είναι το φρόνημα της τιμής του. Δεν έχει σχεδόν καθόλου ανάγκη τη νομοθεσία. Η ατίμωση, ιδού ο ποινικός του κώδικας».

*Ένα άλλο μοντέλο που εφαρμόστηκε από τα προγράμματα των μεταρρυθμίσεων αφορά το νόμο της ανταπόδοσης, το «οφθαλμών αντί οφθαλμού». Επιβάλλοντας στον ένοχο τιμωρία ίδιας μορφής και ίδιας βαρύτητας με το έγκλημα εξασφαλίζουμε τόσο μια ποινή με διαβαθμίσεις όσο και τη σωστή αναλογία προς το εκάστοτε έγκλημα. Η ποινή παίρνει τη μορφή μιας αντεπίθεσης και, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα είναι άμεση και ακαριαία, αναιρεί σχεδόν αυτομάτως τα προσδοκώμενα οφέλη που θα ανέμενε ο παραβάτης, καθιστώντας το έγκλημα άχρηστο.

Το όφελος του παραπτώματος αιφνιδίως γίνεται μηδενικό. Εντούτοις, το μοντέλο της ανταπόδοσης δεν προτάθηκε ποτέ λεπτομερειακώς• αλλά επέτρεψε συχνά τον καθορισμό διάφορων μορφών τιμωρίας. Ο Beccaria για παράδειγμα, σημείωνε: «οι προσβολές κατά προσώπων πρέπει να τιμωρούνται με σωματικές ποινές»• «η σπίλωση της υπόληψης πρέπει να τιμωρείται με επιβολή χρηματικής ποινής».

Την βρίσκουμε επίσης υπό μορφή «ηθικής ανταπόδοσης»: τιμωρία του εγκλήματος όχι ανταποδίδοντας τις επενέργειές του, αλλά στρεφόμενη προς τις αφορμές και τα ηθικά ελαττώματα που υπήρξαν αιτία του. Στην Εθνοσυνέλευση της 21ης Μαΐου του 1791 ο Pelletier de Saint-Fargeau πρότεινε: «ο σωματικός πόνος ενδείκνυται για να τιμωρηθούν τα εγκλήματα που χαρακτηρίζονται πρωτίστως από φρικαλεότητα• η επίπονη εργασία για να τιμωρηθούν εγκλήματα που οφείλονται σε οκνηρία• η ατίμωση για να τιμωρηθούν εγκλήματα που διαπράχθηκαν από μια «εκμαυλισμένη και διεφθαρμένη» ψυχή».

*Τέλος, το τρίτο μοντέλο, η μετατροπή της δουλείας προς όφελος της κοινωνίας. Μια τέτοια ποινή επιδέχεται διαβαθμίσεων, ως προς την ένταση και τη διάρκειά της, ανάλογα με τη ζημιά που προκάλεσε στο σύνολο. Συνδέεται με το παράπτωμα μέσω του συμφέροντος που έχει πληγεί. Ο Beccaria σημείωνε σχετικά με τους κλέφτες: «η προσωρινή δουλεία θέτει την εργασία του ενόχου και τον ίδιο τον ένοχο στην υπηρεσία της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή η κατάσταση πλήρους εξάρτησης να την αποζημιώσει για τις πράξεις άδικου δεσποτισμού που διέπραξε παραβιάζοντας την κοινωνική συνοχή». Κατά τον Brissot: «με τι μπορεί να αντικατασταθεί η θανατική ποινή; Με τη δουλεία που εμποδίζει τον ένοχο να βλάψει την κοινωνία. Με την εργασία που τον καθιστά χρήσιμο• με το μακροχρόνιο και διαρκή πόνο που προκαλεί φόβο σε όσους δελεαστούν να τον μιμηθούν».

Βεβαίως, σε όλα αυτά τα σχέδια η φυλακή συχνά εμφανίζεται ως μία από τις πιθανές ποινές: είτε ως προϋπόθεση των καταναγκαστικών έργων είτε ως ποινή ανταπόδοσης για όσους προσέβαλαν την ελευθερία των άλλων. Όμως δεν εμφανίζεται ως γενική μορφή των ποινών, ούτε ως προϋπόθεση ψυχολογικής και ηθικής αναμόρφωσης του εγκληματία.

Κατά τα πρώτα έτη του XIXου αιώνα μόνο, θα συναντήσουμε θεωρητικούς που θα προσδώσουν στη φυλακή αυτό το ρόλο. «Ο εγκλεισμός αποτελεί την κατεξοχήν ποινή των πολιτισμένων κοινωνιών. Η πρόθεσή της είναι ηθική όταν συνοδεύεται από την υποχρέωση εργασίας» (P. Rossi, 1829). Όμως από την εποχή εκείνη, η φυλακή αποτελούσε ήδη το μείζον όργανο επιβολής ποινών. Η φυλακή, χώρος σωφρονισμού, αποτελεί επανερμηνεία της πρακτικής φυλάκισης που, εκ των πραγμάτων, είχε διαδοθεί τα προηγούμενα έτη.

Η πρακτική της φυλάκισης λοιπόν, δεν εμπεριέχονταν στην ποινική θεωρία. Γεννήθηκε εξάλλου και έλαβε την τελική της μορφή για άλλους λόγους. Επιβλήθηκε, τρόπον τινά, από εξωτερικούς παράγοντες στην ποινική θεωρία, η οποία εν συνεχεία αναγκάστηκε να την δικαιολογήσει. Προς την κατεύθυνση αυτή θα κινηθεί, για παράδειγμα, ο Livingston το 1820, λέγοντας πως η ποινή της φυλάκισης έχει το τετραπλό προτέρημα να διαιρεί τα εγκλήματα σε διαβαθμίσεις ανάλογα με τη σοβαρότητά τους• να εμποδίζει την υποτροπή• να επιτρέπει το συνετισμό• να έχει αρκετά ήπιο χαρακτήρα ώστε οι ένορκοι να μην διστάζουν να επιβάλλουν ποινές• όσο για το λαό εκείνος να μην εξεγείρεται ενάντια στο νόμο.

Για να γίνει κατανοητή η πραγματική λειτουργία της φυλακής, με τις έκδηλες δυσλειτουργίες της, τις επιφανειακές αποτυχίες της καθώς όμως και τη βαθύτερη επιτυχία της χρειάζεται, χωρίς αμφιβολία, να ανατρέξουμε στους παραποινικούς θεσμούς ελέγχου της, όπως άλλωστε εξετάσθηκε κατά τον XVII° και κυρίως τον XVIN° αιώνα.

Στους θεσμούς αυτούς, ο εγκλεισμός παίζει ένα ρόλο που περιλαμβάνει τρία διακριτά σημεία:

*Παρεμβαίνει στη χωροταξική κατανομή των ατόμων, φυλακίζοντας προσωρινά ζητιάνους και περιπλανώμενους άστεγους. Χωρίς αμφιβολία, βρίσκουμε διατάγματα (στα τέλη XVII™ και τον XVIM αιώνα) που τους καταδικάζουν στα κάτεργα, τουλάχιστον σε περίπτωση υποτροπής.

Όμως ο εγκλεισμός παραμένει, εκ των πραγμάτων, η πιο συνήθης ποινή. Ωστόσο, αν φυλακίζονται δεν είναι τόσο για να καθηλωθούν ή να ακινητοποιηθούν σε ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά για να μετατοπιστούν: για να τους απαγορευθεί η είσοδος στις πόλεις, για να ξανασταλούν στην επαρχία ή, ακόμη, για να εμποδιστούν από το να τριγυρνάνε από εδώ και από εκεί και να εξαναγκαστούν να πηγαίνουν μόνον προς τα εκεί όπου θα τους προσφερθεί εργασία. Αυτός είναι ο λιγότερο αρνητικός τρόπος για να ελεγχθεί η κατανομή τους σε σχέση με το μηχανισμό αγροτικής και βιοτεχνικής παραγωγής• είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της αθρόας εισροής πληθυσμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο της παραγωγής όσο και της αγοράς εργασίας.

*Ο εγκλεισμός παρεμβαίνει ακόμη στο επίπεδο διαμόρφωσης των ατόμων. Τιμωρεί σε επίπεδο παραποινικό τρόπους ζωής, τρόπους ομιλίας, πολιτικά σχέδια ή προθέσεις, σεξουαλικές συμπεριφορές, αρνήσεις εξουσίας, παλληκαρισμούς, βιαιότητες, κλπ. Εν πάση περιπτώσει, παρεμβαίνει λιγότερο εν ονόματι του νόμου και περισσότερο εν ονόματι της ομαλοποίησης. Το αντικανονικό, η ταραχή, το επικίνδυνο και η ατίμωση αποτελούν το αντικείμενο του εγκλεισμού. Ενώ η ποινή τιμωρεί την παράβαση, ο εγκλεισμός τιμωρεί την αταξία.

*Όργανο τοπικού ελέγχου. Τέλος, αν αληθεύει ότι βρίσκεται στα χέρια της πολιτικής εξουσίας, ότι ολικώς ή μερικώς δεν υπόκειται στον έλεγχο της δικαιοσύνης (στη Γαλλία, ο εγκλεισμός αποφασίζεται σχεδόν πάντα κατόπιν απόφασης του Βασιλιά, των υπουργών, των διαφόρων εκπροσώπων, των πληρεξούσιων), παρόλα αυτά δε συνιστά σε καμία περίπτωση όργανο αυθαιρεσίας και απολυταρχίας.

Η μελέτη των βασιλικών διαταγμάτων για τη φυλάκιση (τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και προς τα κίνητρά τους) φανερώνει ότι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αναφέρονταν σε αξιώσεις που εγείρονταν από αρχηγούς οικογενείας, από τα μη σημαίνοντα πρόσωπα μιας πόλης, από τις τοπικές, θρησκευτικές, επαγγελματικές κοινότητες ή κατά ατόμων που, κατ’ αυτούς, προξενούσαν προβλήματα και αταξία. Το βασιλικό διάταγμα για φυλάκιση ανεβαίνει από τα κάτω προς τα άνω (υπό τη μορφή αίτησης) προτού ξανακατέβει, μέσω του οργάνου εξουσίας, υπό τη μορφή διαταγής που φέρει τη βασιλική σφραγίδα. Αποτελεί όργανο τοπικού ελέγχου που μπορούμε να ονομάσουμε και ως τριχοειδές (capillaire).

Θα μπορούσαμε να προβούμε σε παρόμοια ανάλυση σχετικά με τις εταιρείες που συναντάμε στην Αγγλία, κατά τη διάρκεια του τέλους του XVIIου αιώνα. Οι εταιρείες αυτές υποκινούμενες συχνά από «αποστάτες» προτίθενται να καταγγείλουν, να αποκλείσουν και να επιβάλλουν ποινές σε άτομα εξαιτίας παρέκκλισης από τους κανόνες συμπεριφοράς, άρνησης εργασίας, καθημερινής διατάραξης της τάξης. Οι διαφορές μεταξύ αυτού του είδους ελέγχου και του ελέγχου που ασκεί η βασιλική διαταγή είναι προφανώς τεράστιες.

Δεν θα αρκούσε εξάλλου παρά μόνο μια: οι αγγλικές εταιρείες (τουλάχιστον έως τις αρχές του XVIN™ αιώνα) είναι ανεξάρτητες από κάθε όργανο του Κράτους: είναι κυρίως λαϊκές ως προς τη σύστασή τους, αντιτίθενται, σε γενικές γραμμές, στην ανηθικότητα των ισχυρών και των πλουσίων• τέλος, η αυστηρότητα που τις διακρίνει έναντι των ίδιων των μελών τους αποτελεί ίσως έναν τρόπο που θα τις διαφυλάξει από μια υπερβολικά αυστηρή ποινική δικαιοσύνη (η αγγλική ποινική νομοθεσία, «αιματηρό χάος», προέβλεπε περισσότερες περιπτώσεις θανατικής ποινής από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κώδικα).

Στη Γαλλία αντίθετα, οι μορφές ελέγχου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τον κρατικό μηχανισμό ο οποίος δημιούργησε το πρώτο μεγάλο αστυνομικό σώμα της Ευρώπης, το οποίο η Αυστρία του Ιωσήφ Β’ και αργότερα η Αγγλία επιχείρησαν να μιμηθούν. Σχετικά με την Αγγλία, πρέπει να επισημάνουμε ότι στα τέλη του XVIIIου αιώνα (κυρίως μετά τα Gordon Riots και κατά τη διάρκεια των μεγάλων λαϊκών κινημάτων, σχεδόν σύγχρονων με τη Γαλλική Επανάσταση) νέες ηθικοπλαστικές εταιρείες εμφανίστηκαν, με πιο αριστοκρατικές αντιλήψεις (ορισμένες, δε, από αυτές με πολεμικό εξοπλισμό) που ζητούσαν την επέμβαση της βασιλικής εξουσίας, την θέσπιση μιας νέας νομοθεσίας και την οργάνωση ενός αστυνομικού σώματος. Το έργο και η προσωπικότητα του Colquhoun βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας.

Εκείνο που σήμανε τη μεταβολή του συστήματος επιβολής των ποινών το νέο αιώνα είναι η προσαρμογή του δικαστικού συστήματος σε ένα μηχανισμό επιτήρησης και ελέγχου• η κοινή ενσωμάτωσή τους σε ένα συγκεντρωτικό μηχανισμό του Κράτους• αλλά και επίσης, η τοποθέτηση και η ανάπτυξη μιας σειράς θεσμών (παραποινικών και μερικές φορές μη ποινικών) που χρησίμευαν στον πρωταρχικό μηχανισμό ως έρεισμα, ως προκεχωρημένες θέσεις ή ως μορφές προσαρμοσμένες σ’ αυτόν.

Ένα γενικό σύστημα επιτήρησης-εγκλεισμού διεισδύει σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας υπό διάφορες μορφές, από μεγάλες φυλακές κατασκευασμένες σύμφωνα με το πρότυπο του Πανοπτικού έως και φιλανθρωπικούς συλλόγους που αφορούν όχι μόνο εγκληματίες, αλλά και εγκαταλελειμμένα παιδιά, ορφανά, μαθητευόμενους τεχνίτες, μαθητές λυκείου, εργάτες κλπ.

Ο Julius σε κάποιο χωρίο στο έργο του Μαθήματα περί Φυλακών (Lecons sur les Prisons) αντιπαρέβαλε τους πολιτισμούς του θεάματος (πολιτισμοί της θυσίας και της τελετουργίας, όπου παρουσιάζεται σε όλους το θέαμα ενός μοναδικού γεγονότος και όπου η κύρια αρχιτεκτονική μορφή είναι το θέατρο) με τους πολιτισμούς της επιτήρησης (όπου δίνεται σε ορισμένους μόνον η δυνατότητα άσκησης αδιάκοπου ελέγχου στο ευρύτερο σύνολο και όπου εξέχουσα αρχιτεκτονική μορφή είναι η φυλακή). Και πρόσθετε πως η ευρωπαϊκή κοινωνία που αντικατέστησε τη Θρησκεία με το Κράτος προσέφερε το πρώτο παράδειγμα πολιτισμού επιτήρησης.

Ο θεμέλιος λίθος για την εποχή του πανοπτισμού.

Ποιες ανάγκες εκπλήρωσε ο μετασχηματισμός αυτός;

Πολύ πιθανόν νέες μορφές ανομίας και ένα νέο παιχνίδι άσκησής της. Κυρίως νέες απειλές.

Το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης (αλλά και αυτό πολλών άλλων κινημάτων τις δύο τελευταίες δεκαετίες του XVIIIου αιώνα) φανερώνουν ότι ο πολιτικός μηχανισμός ενός έθνους είναι δυνατό να πληγεί από τις λαϊκές εξεγέρσεις. Η επισιτιστική εξέγερση, η εξέγερση κατά των φόρων ή των τελών, η άρνηση απογραφής δεν αποτελούν πια τα περιορισμένα εκείνα κινήματα που μπορούν να βλάψουν (και φυσικά) τον εκπρόσωπο της πολιτικής εξουσίας, αλλά θίγουν τις ίδιες τις δομές της πολιτικής εξουσίας και τον επιμέρους καταμερισμό της.

Μπορούν να αμφισβητήσουν την κατοχή της πολιτικής εξουσίας και την εξάσκησή της. Από την άλλη πλευρά όμως, και κυρίως, η ανάπτυξη της βιομηχανίας φέρνει μαζικά και άμεσα τη διαδικασία παραγωγής σε επαφή με εκείνους που θα τη θέσουν σε λειτουργία. Οι μικρές βιοτεχνικές μονάδες, οι μανιφακτούρες περιορισμένου και σχετικά λιτού εξοπλισμού, τα καταστήματα με περιορισμένη χωρητικότητα που εξασφαλίζουν τη λειτουργία της τοπικής αγοράς δεν έδιναν αφορμή για υπεξαιρέσεις ή γενικευμένες καταστροφές.

Εξαιτίας όμως της εκμηχάνισης, της οργάνωσης των μεγάλων εργοστασίων με σημαντικά αποθέματα πρώτων υλών, της παγκοσμιοποίησης της αγοράς και της εμφάνισης μεγάλων κέντρων διανομής εμπορευμάτων, τα αγαθά άρχισαν να πλήττονται συνεχώς. Και δεν πρόκειται για μια προσβολή που προέρχεται εκ των έξω, από τους απόκληρους ή τους περιθωριοποιημένους που ρακένδυτοι σα ζητιάνοι ή περιπλανώμενοι σαν αλήτες προκαλούσαν το φόβο τον XVMI° αιώνα, αλλά εκ των έσω από εκείνους που γνωρίζουν πως να χειριστούν τις καταστάσεις και να τις καταστήσουν παραγωγικές.

Από την καθημερινή υπεξαίρεση των αποθηκευμένων προϊόντων έως και τις συλλογικές καταστροφές μηχανών ένας διαρκής κίνδυνος απειλεί τον πλούτο που έχει επενδυθεί στη διαδικασία παραγωγής. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ολόκληρη η διαδοχή από μέτρα, στα τέλη του XVIM™ και στις αρχές του XIXου αιώνα, που ελήφθησαν για την προστασία των λιμένων, των αποβάθρων και των ναυστάθμων του Λονδίνου για την εξάρθρωση σπειρών μεταπωλητών και κλεπταποδόχων.

Στην ύπαιθρο είναι η, φαινομενικά, αντίστροφη κατάσταση που παράγει ανάλογα αποτελέσματα. Ο κατακερματισμός της αγροτικής ιδιοκτησίας, η, κατά το μάλλον ή ήττον, σχεδόν ολική εξαφάνιση των κοινοτικών περιουσιών και η εκμετάλλευση των χέρσων εδαφών εδραιώνουν την ιδιοποίηση και καθιστούν την αγροτική κοινωνία μη ανεκτική απέναντι σε κάθε είδους ασήμαντη ανομία που -θέλοντας και μη- θα αποδέχονταν κατά το καθεστώς της μεγάλης υπό εκμετάλλευση ιδιοκτησίας.

Εξαφανίζεται το περιθώριο στο οποίο επιβίωναν οι πιο φτωχοί και οι περιπλανώμενοι, εκμεταλλευόμενοι την ανοχή, την ανεκτικότητα, τους ξεχασμένους κανονισμούς και τα κεκτημένα [δικαιώματα]. Το πύκνωμα των δεσμών ιδιοκτησίας ή μάλλον το νέο καταστατικό ιδιοκτησίας γαιών και η νέα μορφή εκμετάλλευσής τους μετατρέπουν πολλές εδραιωμένες παρανομίες σε αδίκημα. Τα αγροτικά αδικήματα του Διευθυντηρίου και του Προξενείου στη Γαλλία (αδικήματα που συνδέονται είτε με αγώνες υπό τη μορφή εμφύλιων πολέμων είτε με την αντίσταση κατά της απογραφής) έχουν περισσότερο πολιτική παρά οικονομική σημασία. Σημαντική ήταν επίσης στην Ευρώπη και η αντίσταση κατά των διάφορων δασικών κωδίκων στις αρχές του XIXου αιώνα.

Η πιο σημαντική όμως μορφή της νέας ανομίας βρίσκεται αλλού. Δεν αφορά τόσο το σώμα της διαδικασίας παραγωγής ή της ιδιοκτησίας γαιών όσο το ίδιο το σώμα του εργάτη και τον τρόπο προσαρμογής του στη διαδικασία παραγωγής. Ανεπαρκείς μισθοί, υποβιβασμός της ανθρώπινης εργασίας εξαιτίας της εκμηχάνισης, εξαντλητικά ωράρια εργασίας, πολλαπλές κρίσεις περιφερειακού ή τοπικού χαρακτήρα, απαγόρευση σύστασης σωματείων, μηχανισμοί επιβολής χρεών, όλα αυτά ωθούν τους εργάτες στην υιοθέτηση διαφόρων ειδών συμπεριφοράς, όπως παρατεταμένη αποχή από την εργασία, σπάσιμο του «συμβολαίου πρόσληψης», μετανάστευση, «άστατος» τρόπος ζωής.

Το πρόβλημα είναι λοιπόν να προσηλωθούν οι εργάτες στη διαδικασία παραγωγής, να υποταχθούν στο ρυθμό της, να εγκατασταθούν σε συγκεκριμένη έδρα ή να μετακινηθούν εκεί όπου είναι αναγκαίοι, να τους επιβληθεί η καρτερικότητα και η συνέπεια που απαιτείται, κοντολογίς να μετατραπούν σε εργατικό δυναμικό. Από αυτή τη θεώρηση απορρέει μια νομοθεσία που δημιουργεί νέα παραπτώματα (υποχρέωση κατοχής βιβλιαρίου, νόμος περί των οινοπωλείων, απαγόρευση της λαχειοφόρου)• μία σειρά από μέτρα που, χωρίς να είναι απόλυτα αναγκαστικά, διαχωρίζουν τον καλό από τον κακό εργάτη και εξασφαλίζουν μια εκγύμναση της συμπεριφοράς (ταμιευτήριο, ενθάρρυνση για γάμο, αργότερα οι εργατικές συνοικίες), την εμφάνιση οργανισμών ελέγχου ή πίεσης (φιλανθρωπικοί σύλλογοι, επιτήρηση)• και τέλος μία τεράστια εκστρατεία ηθικοποίησης των εργατών.

Η εκστρατεία αυτή ορίζει τι θα διώκεται ως «αταξία» και τι θα θεσπίζεται ως «τάξη», ούτως ειπείν ένα συγκεντρωτικό σώμα εργατών προσαρμοσμένο στο χρόνο παραγωγής που θα προσφέρει επακριβώς την απαιτούμενη ρώμη του. Το γεγονός αυτό φανερώνει την αναπόφευκτη συνέχιση της παρανομίας στην εγκληματικότητα, δίνοντας στο φαινόμενο της περιθωριοποίησης, που οφείλεται τρόπον τινά σε μηχανισμούς ελέγχου, ψυχολογική και ηθική υπόσταση.

Για ποιο λόγο υφίσταται αυτός ο παράξενος θεσμός της φυλακής

Με βάση τα παραπάνω είναι δυνατό να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα: Οι μορφές ποινών που εμφανίζονται το 1760-1840 δε συνδέονται με μια νέα αντίληψη περί ηθικής. Η φύση των παραβάσεων που ορίζονται από τον κώδικα κατ’ ουσία ουδόλως άλλαξε (μπορούμε όμως να σημειώσουμε την εξαφάνιση, προοδευτική ή ξαφνική, των θρησκευτικών αδικημάτων και την εμφάνιση ορισμένων αδικημάτων οικονομικής ή επαγγελματικής φύσεως)• αν και το καθεστώς των ποινών είναι πολύ πιο επιεικές, οι ίδιες οι παραβάσεις δεν άλλαξαν σημαντικά.

Αυτό που έθεσε σε κίνδυνο τη μεγάλη ανανέωση της εποχής αφορούσε το πρόβλημα των σωμάτων και της υλικότητας -πρόκειται για ένα ζήτημα φυσικής: νέα μορφή υλικότητας που λαμβάνει η διαδικασία παραγωγής, νέος τύπος επικοινωνίας μεταξύ της μηχανής και εκείνου που τη θέτει σε λειτουργία• νέες απαιτήσεις που επιβλήθηκαν στα άτομα ως παραγωγικές δυνάμεις. Η ιστορία των ποινών στις αρχές του XIXου αιώνα δεν αποτελεί κατά βάση ιστορία ιδεών ηθικής• είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας του σώματος. Μπορούμε να πούμε ότι εξετάζοντας τις ιδέες ηθικής μέσω της πρακτικής και των ποινικών θεσμών, ανακαλύπτουμε ότι η εξέλιξη της ηθικής είναι πάνω από όλα η ιστορία του σώματος, η ιστορία των σωμάτων.

Μπορούμε να καταλάβουμε ακόμη πως: Η φυλακή αποτέλεσε τη γενική μορφή τιμωρίας και αντικατέστησε τα βασανιστήρια. Το σώμα δεν χρειάζεται πια να σημαδεύεται• αντίθετα, η ακεραιότητά του πρέπει να προστατεύεται• ο χρόνος του πρέπει να καταμετράτε και να αξιοποιείται πλήρως• οι δυνάμεις του πρέπει διαρκώς να προσδένονται στην εργασία. Η μορφή-φυλακή της ποινής ανταποκρίνεται στη μορφή-μισθός της εργασίας

•Η ιατρική, ως επιστήμη κανονικοποίησης των σωμάτων, κατέλαβε μια θέση στην καρδιά της ποινικής πρακτικής (στόχος της ποινής πρέπει να είναι η θεραπεία). Ο μετασχηματισμός των ποινών δε σκιαγραφεί μόνο μια ιστορία των σωμάτων είναι, πιο συγκεκριμένα, μια ιστορία των σχέσεων μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των σωμάτων. Ο καταναγκασμός επί των σωμάτων, ο έλεγχος τους, η υποδούλωσή τους, ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία αυτή ασκείται άμεσα ή έμμεσα πάνω τους, ο τρόπος με τον οποίο τα συμμορφώνει, τα συγκροτεί, τα χρησιμοποιεί είναι σύμφωνη με την αρχή της μεταβολής που εξετάσθηκε.

Πρέπει να γραφτεί μια «Φυσική» της εξουσίας και να καταδειχτεί πόσο άλλαξε σε σχέση με τις προηγούμενες μορφές της, στις αρχές του XIXου αιώνα, κατά την ανάπτυξη των κρατικών δομών.

Πρώτα από όλα, θεμελιώνεται μία νέα οπτική: γενικό και διαρκές όργανο επιτήρησης• όλα πρέπει να είναι επιτηρήσιμα, παρατηρήσιμα και διαβιβάσιμα: με την οργάνωση της αστυνομίας• την θέσπιση ενός συστήματος αρχειοθέτησης (με προσωπικούς φακέλους), την θέσπιση ενός πανοπτισμού.

Τέθηκε σε εφαρμογή μια καινούργια μηχανική: απομόνωση και επανένωση των ατόμων• εντοπισμός των σωμάτων• μέγιστη χρησιμοποίηση των δυνάμεών τους• έλεγχος και βελτίωση της απόδοσης τους• συνελώντι ειπείν, εφαρμογή μίας πειθαρχίας της ζωής, του χρόνου, των ενεργειών.

Δημιουργία μίας νέας φυσιολογίας: προσδιορισμός των προτύπων, αποκλεισμός και απόρριψη όσων δε συμμορφώνονται προς αυτά, μηχανισμός επανένταξής τους μέσω σωφρονιστικών επεμβάσεων που είναι, κατά διφορούμενο τρόπο, θεραπευτικές και πειθαρχικές.

Ο πανοπτισμός, η πειθαρχία και η ομαλοποίηση χαρακτηρίζουν συστηματικά αυτή τη νέα ανάληψη εξουσίας πάνω στα σώματα, που έλαβε χώρα κατά τον XIX° αιώνα. Και το υποκείμενο της ψυχολογίας όπως το βλέπουμε να εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή (σχετικά με μια γνώση καταληπτή, επιδεκτική μάθησης, μορφοποίησης και εκγύμνασης, τόπος, ενδεχομένως, παθολογικών αποκλίσεων και ομαλοποιητικών επεμβάσεων) δεν είναι παρά η αντίστροφη όψη αυτού του μηχανισμού υποδούλωσης. Το υποκείμενο της ψυχολογίας γεννήθηκε στο σημείο συνάντησης της εξουσίας με το σώμα: πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας «πολιτικής φυσικής».

Σε αυτή τη «φυσική», η εγκληματικότητα παίζει σημαντικό ρόλο. Πρέπει όμως να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της εγκληματικότητας. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε εγκληματίες, σε είδη ψυχολογικών και κοινωνικών μεταλλάξεων που θα αποτελέσουν αντικείμενο της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Με τον όρο εγκληματικότητα πρέπει μάλλον να εννοήσουμε το διπλό σύστημα ποινής-εγκληματία. Ο ποινικός θεσμός με τη φυλακή στο κέντρο του παράγει μία κατηγορία ατόμων που αποτελούν με αυτήν ένα κύκλωμα: η φυλακή δε σωφρονίζει• υπενθυμίζει ακατάπαυστα τα ίδια πράγματα• δημιουργεί σιγά-σιγά ένα περιθωριοποιημένο πληθυσμό που χρησιμεύει ούτως ώστε να ασκηθεί πίεση στις μη ανεκτές «αρρυθμίες» ή «ανομίες».

Και μέσω της εγκληματικότητας ασκεί πίεση στις ανομίες με τρεις τρόπους: οδηγώντας σιγά-σιγά την αρρυθμία ή την ανομία στην παράβαση, χάρη σε ένα παιχνίδι αποκλεισμών και παραποινικών κυρώσεων (μηχανισμός που μπορούμε να ονομάσουμε: «η έλλειψη πειθαρχίας οδηγεί στη λαιμητόμο»)• ενσωματώνοντας τους εγκληματίες στα ίδια τα όργανα επιτήρησης της ανομίας (πρόσληψη προβοκατόρων, καταδοτών, αστυνομικών, μηχανισμός που μπορούμε να αποκαλέσουμε: «κάθε κλέφτης μπορεί να γίνει Vidocq») • διοχετεύοντας τις παραβάσεις των εγκληματιών ενάντια στους πληθυσμούς εκείνους που πρέπει περισσότερο να επιτηρούνται (αρχή: «πιο εύκολα κλέβει ένας φτωχός παρά ένας πλούσιος»).

Αν λοιπόν, για να επανέλθουμε στο ερώτημα που θέσαμε αρχικά: για ποιο λόγο υφίσταται αυτός ο παράξενος θεσμός της φυλακής, γιατί επιλέγεται αυτή η ποινή, η δυσλειτουργία της οποίας εξαρχής καταγγέλλεται; Πρέπει ενδεχομένως να απαντήσουμε ως εξής: η φυλακή έχει το πλεονέκτημα να παράγει εγκληματικότητα, όργανο ελέγχου και καταπίεσης της παρανομίας, μη αμελητέο κατά την άσκηση εξουσίας πάνω στα σώματα, αλλά και βασικό στοιχείο αυτής της φυσικής της εξουσίας που προκάλεσε και την εμφάνιση της ψυχολογίας του υποκειμένου.

Michel Foucault

Πώς οι γιγάντιοι πλανήτες επηρεάζουν τις συνθήκες κατοίκησης των γειτονικών τους πλανητών

Ερευνητές υπό την καθοδήγηση του Νικολάου Γεωργακαράκου του τμήματος φυσικής στο  παράρτημα του Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Αμπού Ντάμπι και του Εργαστηρίου Αεροπροώθησης της NASA (JPL), δημοσίευσαν ευρήματα σχετικά με το πώς η παρουσία γιγάντιων πλανητών (μεταξύ 10 και 1.000 φορές το μέγεθος της Γης) επηρεάζει δυνητικά τους κατοικήσιμους γείτονες τους, που θα ανακαλυφθούν με την επόμενη γενιά επίγειων και διαστημικών τηλεσκοπίων. Τα ευρήματα τους βοηθούν στον εντοπισμό πιθανών στόχων για την αναζήτηση ‘Earth 2.0’.
 
Η κατοικήσιμη ζώνη είναι η περιοχή γύρω από ένα αστέρι όπου ένας πλανήτης με μια γήινη ατμόσφαιρα σε μια κυκλική τροχιά μπορεί να υποστηρίξει την παρουσία υγρού νερού στην επιφάνεια του.

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι ακόμα και όταν οι πλανήτες έχουν σχηματιστεί με αρκετό νερό στην επιφάνεια τους για να υποστηρίξουν τη ζωή, οι «γιγαντιαίοι» πλανήτες μπορούν να συνεχίσουν να αλλάζουν τις τροχιές τους και να επηρεάσουν τη συνεχιζόμενη κατοίκησή τους με θετικούς ή αρνητικούς τρόπους.
 
Μελετώντας 147 εξωηλιακά πλανητικά συστήματα με γιγαντιαίους πλανήτες (που λήφθηκαν από το εξωπλανητικό αρχείο της NASA), ο Γεωργακάκος και οι συνάδελφοί του διαπίστωσαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η παρουσία «γιγαντιαίων γειτόνων» θα μείωνε τις πιθανότητες των γήινων πλανητών να παραμείνουν κατοικήσιμες όταν ο γήινος πλανήτης βρίσκεται σε σταθερή τροχιά. Μια σταθερή τροχιά σημαίνει ότι ο γήινος πλανήτης δεν θα εκτοξεύεται έξω από το σύστημα ή δεν θα ωθείται στα περίχωρα του. Είναι σημαντικό οι σύνθετες βαρυτικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του αστέρα, του γήινου πλανήτη και του γιγάντιου γείτονα του να οδηγούν σε μια σταθερή τροχιά για τον πλανήτη που μοιάζει με τη Γη, καθώς η ανάπτυξη και η εξέλιξη της ζωής σε έναν πλανήτη απαιτεί μεγάλα χρονοδιαγράμματα.
 
«Ενώ στην πλειονότητα των ερευνηθέντων συστημάτων η παρουσία των αέριων γίγαντων  πλανητών μείωνε και συρρικνούσε την κατοικήσιμη ζώνη, όμως παρέμεναν αρκετά περιθώρια για την παρουσία εκεί κατοικήσιμων πλανητών, που μοιάζουν με τη Γη», «Δεν είναι λογικό να ψάξουμε για τη Γη 2.0 σε ένα σύστημα όπου ένας γιγαντιαίος πλανήτης αναδεύει την τροχιά οποιουδήποτε γειτονικού γήινου πλανήτη στην κατοικήσιμη ζώνη τόσο πολύ που το κλίμα του καταρρέει».
 
Και προσθέτει ο Siegfried Eggl, συνεργαζόμενος ερευνητής με το JPL: «Ίσως το πιο απροσδόκητο είναι  τα ευρήματά μας να υποδηλώνουν ότι υπό ορισμένες συνθήκες η παρουσία ενός γιγαντιαίου πλανήτη μπορεί να αυξήσει το μέγεθος της κατοικήσιμης ζώνης, η οποία είναι ο χώρος στον οποίο ο γήινος πλανήτης λαμβάνει τη σωστή ποσότητα φωτός για να στηρίξει την παρουσία υγρού νερού στην επιφάνεια του. Αυτό είναι αξιοσημείωτο, καθώς η συνεχής βαρυτική έλξη των γιγάντιων πλανητών πάνω στους γήινους γείτονές τους προκαλεί συνήθως προβλήματα για την κατοίκηση».
 
Παρέχοντας συγκεκριμένους περιορισμούς σχετικά με το πότε οι γιγαντιαίοι πλανήτες γίνονται «κακοί γείτονες», ο Γεωργακαράκος, ο Eggl και ο Ian Dobbs-Dixon, επίκουρος καθηγητής φυσικής στο Abu Dhabi, κατάφεραν να εντοπίσουν πρωταρχικούς στόχους στην συνεχιζόμενη αναζήτηση μιας «δεύτερης γης».
 
Η γενική ιδέα είναι ότι όσο πιο μακριά είναι ο γιγαντιαίος πλανήτης από την κατοικήσιμη ζώνη, τόσο το καλύτερο.Για τους πλανήτες που είναι όμοιοι με τη Γη μας, αυτό είναι πραγματικά αληθινό.Αυτό που δείξαμε όμως είναι ότι αυτό μπορεί να μην συμβαίνει απαραίτητα για πλανήτες σαν τη Γη, με ένα κλίμα λιγότερο ευαίσθητο στις μεταβολές της εισερχόμενης ακτινοβολίας.

Ο Αριστοτέλης και η εκτελεστική εξουσία

Καμία εξουσία δε θα μπορούσε να ασκηθεί, αν δε διαχωριζόταν σε επιμέρους αρχές που θα αναλάμβαναν την εποπτεία των ξεχωριστών κλάδων που την απαρτίζουν. Με άλλα λόγια, η εξουσία είναι αδύνατο να νοηθεί ως κάτι άκαμπτα ενιαίο που λειτουργεί μονοκόμματα σαν αξεδιάλυτο κουβάρι που είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς από τι αποτελείται. Ακόμη και η πιο συγκεντρωτική μορφή εξουσίας, ακόμη και η χειρότερη τυραννία έχει ανάγκη από στενούς συνεργάτες που ελέγχουν, μεριμνούν, ενημερώνουν και συμβουλεύουν τον τύραννο. Η διανομή της εξουσίας σε τομείς δεν αφορά μόνο την ορθότερη διαχείρισή της (θα ήταν αδύνατο κάποιος να είναι πανταχού παρών ελέγχοντας ταυτοχρόνως τα πάντα), αλλά και την ίδια την έννοια της πολιτειακής οργάνωσης, δηλαδή της καθημερινής λειτουργίας της πόλης (που εξ’ ορισμού απαρτίζεται από πολλούς ανθρώπους) οφείλοντας να διευθετήσει όλες τις δραστηριότητες. Κι εδώ ακριβώς ξεκινούν τα ερωτήματα: «Πόσες είναι οι αρχές, ποια η ισχύς τους, ποια η διάρκεια κάθε αρχής; Επιπλέον πρέπει να είναι ισόβιες ή μακροχρόνιες ή τίποτε από αυτά, αλλά να επανέρχονται στις αρχές κατά περιόδους οι ίδιοι, ή να μην καταλαμβάνει αξίωμα ο ίδιος δύο φορές αλλά μόνο μία φορά; Επιπλέον σχετικά με την ανάληψη των αξιωμάτων ποιοι είναι οι κατάλληλοι, ποιοι θα τους διαλέξουν και με ποιον τρόπο;» (1299a 5-6, 1299a 8-12).
 
Κι αν φτάσουμε στον πυρήνα της λειτουργίας των επιμέρους αρχών που προκύπτουν αναγκαστικά θα έρθουμε αντιμέτωποι με καινούργιους προβληματισμούς: «Ταιριάζει ακόμη να μη μας διαφύγει και το εξής, δηλαδή ποια πρέπει να είναι τα αντικείμενα των αρμοδιοτήτων πολλών τοπικών αρχών και ποιες αρμοδιότητες πρέπει να έχει μία μόνο κεντρική αρχή με απόλυτο κύρος, π.χ. για την ευκοσμία στην αγορά πρέπει να φροντίζει ο αγορανόμος, άλλος για την ευκοσμία άλλου μέρους, ή παντού ο ίδιος; Και με ποιο κριτήριο οφείλουμε να διαιρέσουμε την αρχή, με κριτήριο το αντικείμενο ή τους ανθρώπους στους οποίους ασκείται; Εννοώ για παράδειγμα, αν ένας πρέπει να έχει την ευθύνη της ευκοσμίας γενικά ή άλλος να φροντίζει για τα παιδιά και άλλος για τις γυναίκες». (1299b 14-20).
 
Οι προβληματισμοί αυτού του είδους δεν καταδεικνύουν μόνο την επιστημονική μεθοδολογία του Αριστοτέλη που ως ερευνητής οφείλει να εξετάσει όλα τα πιθανά ενδεχόμενα, αλλά και την ίδια την πολυπλοκότητα της διαχείρισης της εξουσίας που καλείται να λεπτολογήσει προκειμένου να εκπληρώσει με επάρκεια τα καθήκοντά της. Η αναγνώριση της διαρκούς εξελιξιμότητας των κοινωνικών αναγκών είναι η συνείδηση των αέναων προκλήσεων για την εξουσία που πρέπει επίσης να εξελιχθεί. Γι’ αυτό η οργάνωση των επιμέρους αρχών έχει τεράστια σημασία. Γιατί είναι τα κομμάτια που συνθέτουν το όλο. Όταν οι αρχές λειτουργούν στρεβλά τότε – μοιραία – και η εξουσία κρίνεται ανεπαρκής στο σύνολό της.
 
Η παραδοχή του αλληλένδετου ανάμεσα στη λειτουργία των αρχών και της απονομής της εξουσίας ως ολότητα είναι η κατάδειξη της στενότητας ανάμεσα στην εκδήλωση των αρχών και στο χαρακτήρα του πολιτεύματος. Με δυο λόγια αλλιώς λειτουργούν οι αρχές σ’ ένα ολιγαρχικό κι αλλιώς σ’ ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Ο Αριστοτέλης αναρωτιέται: «Επίσης αναφορικά με τα πολιτεύματα, η φύση των αρχών διαφοροποιείται ανάλογα με το πολιτειακό είδος ή δε διαφοροποιείται καθόλου; Για παράδειγμα το ερώτημα τίθεται ως εξής: στη δημοκρατία, στην ολιγαρχία, στην αριστοκρατία και στη μοναρχία οι ίδιες αρχές έχουν το ίδιο κύρος και διαφέρουν μόνο στο ότι οι φορείς τους δεν ανήκουν στους ίσους και στους όμοιους, αλλά είναι διαφορετικής προέλευσης σε διαφορετικά πολιτεύματα, π.χ. στην αριστοκρατία προέρχονται από τους μορφωμένους, στις ολιγαρχίες από τους πλούσιους και στις δημοκρατίες από τους ελεύθερους; Ή συμβαίνει ορισμένα πολιτεύματα να αντιστοιχούν στις πραγματικές διαφορές των αρχών και ακόμη οι ίδιες αρχές αλλού να μοιάζουν και αλλού να διαφέρουν (διότι οι ίδιες αρχές ταιριάζει να είναι πολυμελείς σε ένα πολίτευμα κι ολιγομελείς σε άλλο;)» (1299b 20-30).
 
Και πέρα από τη διοικητική φιλοσοφία που εκφράζουν οι αρχές, η οποία δεν μπορεί παρά να εναρμονίζεται με τη γενικότερη φιλοσοφία του πολιτεύματος (μια δικτατορία δεν μπορεί να έχει φιλελεύθερες εκπαιδευτικές αρχές), είναι απολύτως προφανές ότι το κάθε πολίτευμα στελεχώνει αναλόγως και τους επιμέρους διοικητικούς κλάδους που το αποτελούν. Κι εδώ δε γίνεται λόγος μόνο για την επιλογή των προσώπων που θα ταυτίζονται ιδεολογικά με το καθεστώς σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και για θεσμοθετημένες θέσεις που εξυπηρετούν συγκεκριμένους στόχους. Το παράδειγμα των προβούλων που εξυπηρετούν θεσμικά την ολιγαρχία είναι απολύτως ενδεικτικό. Αντίθετα οι παιδονόμοι και οι γυναικονόμοι ταιριάζουν στην αριστοκρατία: «Ο θεσμός του παιδονόμου και του γυναικονόμου και κάθε άλλου φορέα εξουσίας με συναφή αρμοδιότητα είναι θεσμός αριστοκρατικός, όχι δημοκρατικός (γιατί πως είναι δυνατόν να εμποδίζουν τις γυναίκες των απόρων να βγαίνουν από τα σπίτια τους;), ούτε ολιγαρχικός (γιατί οι γυναίκες των ολιγαρχικών ζουν μέσα στη χλιδή)». (1300a 4-8).
 
Ο θεσμός του παιδονόμου και του γυναικονόμου ταιριάζει στην αριστοκρατία, αφού υπάρχει για να προασπίζει την ευπρέπεια, «στα κατώτερα οικονομικά στρώματα η γυναίκα και τα παιδιά υποχρεώνονται για λόγους βιοπορισμού και ανάγκης να εργάζονται έξω από το σπίτι. Σε αυτή την περίπτωση οι προηγούμενες αξίες της ευκοσμίας και της ευπρέπειας δεν ισχύουν, ή τουλάχιστον με το ίδιο περιεχόμενο, εξαιτίας της οικονομικοκοινωνικής θέσης της γυναίκας και των παιδιών. Από την άλλη δεν ισχύουν ούτε για τις γυναίκες των πολύ πλούσιων στρωμάτων και των ολιγαρχικών, γιατί ζώντας με χλιδή ρέπουν στην ασυδοσία και την υπερβολή». (σελ. 473 – 474).
 
Το μέτρο κρίνεται και πάλι ως βασικότερος παράγοντας για την ευταξία. Η υπερβολή και η έλλειψη δεν μπορούν παρά να δράσουν αρνητικά. Οι οικονομικές συνθήκες διαμορφώνουν καθοριστικά την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τα πολιτεύματα έχουν ξεκάθαρο ταξικό περιεχόμενο. Μοιραία, θεσμοθετούν αρχές σύμφωνα με τον ταξικό προσανατολισμό τους.
 
Και βέβαια, όταν γίνεται λόγος για αρχές, δεν εννοούνται οι υπηρεσίες: «Από το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών άλλες είναι πολιτικές και οι αρμοδιότητές τους αφορούν όλους τους πολίτες ως προς μία συγκεκριμένη υποχρέωση. Άλλες υπηρεσίες είναι οικονομικές. Άλλες υπηρεσίες είναι βοηθητικές και, αν οι πόλεις είναι εύπορες, τις στελεχώνουν με δούλους». (1299a 20-21, 1299a 23, 1299a 24). Το ζήτημα είναι ότι οι αρχές, που στο σύνολό τους αποτελούν την εκτελεστική εξουσία, δεν περιορίζονται στην παροχή υπηρεσιών, αλλά διαμορφώνουν τον πολιτικό προσανατολισμό της πόλης με το να σχεδιάζουν, να αποφασίζουν και να επιβάλουν τις πολιτικές αποφάσεις: «Ο τίτλος όμως της αρχής πρέπει να αποδίδεται κυρίως σε εκείνες τις υπηρεσίες οι οποίες έχουν το δικαίωμα να σκέφτονται για συγκεκριμένα ζητήματα, να αποφασίζουν κατά την κρίση τους και να επιβάλουν τις αποφάσεις τους και μάλιστα γι’ αυτό το τελευταίο, γιατί η επιβολή είναι το βασικότερο γνώρισμα της εξουσίας». (1299a 25-28).
 
Κι αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά που διαχωρίζει τις αρχές απ’ τις υπηρεσίες. Οι αρχές είναι αλληλένδετες με τη δομή της εξουσίας. Γι’ αυτό και καθρεφτίζουν τις προθέσεις του πολιτεύματος. Η εξουσία εξ’ ορισμού οφείλει να επιβάλλεται. Η εξουσία που δεν επιβάλλεται δεν είναι εξουσία. Οι αρχές είναι οι επιτηρητές και ταυτόχρονα τα όργανα της επιβολής της κεντρικής εξουσίας. Ο πολίτης οφείλει να πειθαρχεί στις αρχές, αφού οφείλει να πειθαρχεί στο πολίτευμα. Οι αρχές οφείλουν να σέβονται και να προασπίζουν τα δικαιώματα του πολίτη, όπως και το πολίτευμα. Οι απολυταρχικές εξουσίες λειτουργούν καταπιεστικά καταπατώντας τις ατομικές ελευθερίες. Οι δημοκρατίες εστιάζουν στην προστασία των δικαιωμάτων χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι αρχές τους είναι ελαστικές. Δημοκρατικές αρχές δε σημαίνει απαξιωμένες αρχές, όπως ελευθερία δε σημαίνει ασυδοσία. Η ταύτιση αυτών δεν αφορά τις δημοκρατίες αλλά την πολιτική στρέβλωση του λαϊκισμού που δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να οδηγήσει στο ανελεύθερο.
 
Υπό αυτή την έννοια οι αρχές είναι η εγγύηση της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος. Κάθε ενέργεια που τις ακυρώνει στρέφεται ενάντια στην πολιτεία, αφού υπονομεύει τη λειτουργία της. Η αυστηρότητα που γεννά φόβο δεν ταιριάζει στις δημοκρατίες. Στις δημοκρατίες ταιριάζει η συνείδηση και ο σεβασμός στις αρχές, που οφείλουν να είναι δίκαιες. (Αν οι αρχές δε διέπονται από δικαιοσύνη δε μιλάμε για δημοκρατία). Ο λαός που δεν το αντιλαμβάνεται αυτό είναι ανάξιος της δημοκρατίας. Είναι ο λαός που πρέπει να τον διατάζεις. Που του αξίζει η δεσποτική εξουσία. Και η δεσποτική εξουσία, κατά τον Αριστοτέλη πάντα, αρμόζει στους δούλους.  Γι’ αυτό οι αρχές οφείλουν να έχουν δύναμη. Γιατί οφείλουν να διασφαλίζουν την ευρυθμία σε όλο το εύρος των αρμοδιοτήτων τους. Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «”Με τη δύναμη της αρχής” εννοώ την αρμοδιότητά της. Για παράδειγμα την αρχή που είναι αρμόδια για τα οικονομικά και την αρχή την αρμόδια για την προστασία των πολιτών, γιατί διαφορετικό είδος αρμοδιότητας έχει για παράδειγμα η αρχή του στρατηγού από την αρχή που ελέγχει τις εμπορικές συναλλαγές». (1300b 9-12).
 
Ο τρόπος που η διαμόρφωση των αρχών εναρμονίζεται με τις αξίες του κάθε πολιτεύματος για τον Αριστοτέλη είναι ζήτημα σχεδόν μαθηματικό: «Οι διαφορές στην ύπαρξη των αρχών εξαρτώνται από τρεις όρους, οι συνδυασμοί των οποίων μας δίνουν υποχρεωτικά όλους τους τρόπους: ο πρώτος από τους τρεις όρους απαντά στην ερώτηση ποιοι καθορίζουν τις αρχές, ο δεύτερος από ποιους στελεχώνονται και ο τελευταίος με ποιον τρόπο». (1300a 10-14). Ο καθορισμός αυτών των τριών όρων δεν είναι παρά η αποκρυστάλλωση του πολιτεύματος, αφού τα πράγματα τίθενται απολύτως ξεκάθαρα σε σχέση με τις προτεραιότητες που προάγει κάθε πολίτευμα. Τις αρχές τις καθορίζουν οι λίγοι ή οι πολλοί; Οι πλούσιοι ή οι φτωχοί; Και έχουν το δικαίωμα να τις στελεχώσουν όλοι οι πολίτες ή μόνο μερικοί; Κι αν κάποιοι αποκλείονται ποια είναι τα κριτήρια; Και με ποιο τρόπο διεκπεραιώνεται η στελέχωση των αρχών; Με ψηφοφορία; Με κλήρωση; Βάση κληρονομικότητας; Ή μήπως με τη βούληση του ενός που καθορίζει τα πάντα;
 
Αυτού του είδους τα ερωτήματα δεν μπορούν παρά να είναι πολιτικά, για το λόγο ότι αφορούν την ουσία των πολιτευμάτων. Αν η ουσία της δημοκρατίας έγκειται στη συμμετοχικότητα και η ουσία της ολιγαρχίας στον αποκλεισμό, ο τρόπος στελέχωσης και η προσβασιμότητα στις αρχές και στα αξιώματα δεν είναι απλώς το θεμέλιο της πολιτικής λειτουργίας, αλλά η ίδια η υπόσταση των πολιτευμάτων. Για την ακρίβεια θα λέγαμε ότι μάχονται για τον καθορισμό αυτών των παραμέτρων. Όποιος καταφέρει να επιβάλει τους δικούς του όρους στη διαμόρφωση των αρχών, αυτός έχει επιβάλλει και το πολίτευμα. Με άλλα λόγια η σχέση αρχών και πολιτεύματος είναι πολύ στενή και κινείται στα όρια του αμφίδρομου.
 
Ο Αριστοτέλης δεν έχει παρά να προχωρήσει σε αναλυτικούς υπολογισμούς όλων των περιπτώσεων, ώστε να μην παραλειφθεί κανένα ενδεχόμενο: «Για κάθε όρο από αυτούς τους τρεις υπάρχουν τρεις εκδοχές. Δηλαδή: ή όλοι οι πολίτες καθορίζουν τις αρχές ή μερικοί. Ή από όλους στελεχώνονται ή από ορισμένο σύνολο….. και αυτά με εκλογές ή με κλήρο». (1300a 14-16, 1300a 19). Κι αν αυτού του είδους ο διαχωρισμός δε γίνεται κατανοητός, ο Αριστοτέλης γίνεται επεξηγηματικότερος: «Θέλω να πω ότι άλλες αρχές τις καθορίζουν μερικοί πολίτες και άλλες όλοι, άλλες αρχές στελεχώνονται από όλους τους πολίτες και άλλες από ορισμένους και άλλες με εκλογές και άλλες με κλήρο». (1300a 20, 1300a 21, 1300a 21-22).
 
Από κει και πέρα έχουμε σχέσεις πρακτικής αριθμητικής: «Για κάθε συνδυασμό από αυτούς θα προκύψουν έξι τρόποι. Δηλαδή: ή όλοι από όλους με εκλογές ή όλοι από όλους με κλήρο <ή όλοι από μερικούς με εκλογές ή όλοι από μερικούς με κλήρο> (και, εάν από όλους γενικά, ή κατά μέρος, όπως κατά φυλές και δήμους και φατρίες, έως ότου εξαντληθεί όλο το σύνολο των πολιτών, ή πάντοτε από όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες ως ενιαίο σύνολο)». (1300a 22-27). Και οι πιθανότητες συνεχίζονται: «Πάλι, αν μερικοί καθορίζουν τις αρχές ή από όλους τους πολίτες με εκλογές ή από όλους με κλήρο, ή από ορισμένους με εκλογές ή από ορισμένους με κλήρο, ή εν μέρει με τον ένα τρόπο κι εν μέρει με τον άλλο, εννοώ εν μέρει από όλους με εκλογές, εν μέρει με κλήρο <και εν μέρει από μερικούς με εκλογές και εν μέρει με κλήρο>. Επομένως σε δώδεκα ανέρχονται οι τρόποι χωριστά για τον καθένα από τους δύο συνδυασμούς». (1300a 28-31).
 
Ο διεξοδικός, στα όρια του στρυφνού, υπολογισμός των πιθανοτήτων είναι η καθιέρωση της επιστημονικής μεθοδολογίας που δεν αρκείται ούτε σε θεωρητικές κατασκευές ούτε σε αστήριχτες υποθέσεις, αλλά σε χειροπιαστά και μετρήσιμα ενδεχόμενα. Από τη στιγμή που οι έννοιες ξεκαθαρίζονται πλήρως και τα χαρακτηριστικά του κάθε πολιτεύματος γίνονται απολύτως κατανοητά  το μόνο που μένει είναι η τελική καταμέτρηση: «Από αυτούς οι τρεις τρόποι καθορισμού των αρχών είναι δημοκρατικοί, δηλαδή καθορίζουν τις αρχές όλοι, από όλους, με εκλογές ή με κλήρο ή και με τους δύο τρόπους, άλλες αρχές με κλήρο και άλλες με εκλογές. Όμως είναι θεσμός που χαρακτηρίζει την πολιτεία, όταν δεν καθορίζουν όλοι συγχρόνως τις αρχές, αλλά τις στελεχώνουν από όλους γενικά ή από ορισμένους ή με κλήρο ή με εκλογές ή και με τους δύο τρόπους, ή τέλος άλλες αρχές από όλους, άλλες από ορισμένους <ή με κλήρο ή με εκλογές ή> με τους δύο τρόπους. Ο τρόπος στελέχωσης άλλων αρχών από όλους και άλλων από μερικούς ανήκει στην πολιτεία με αριστοκρατική επιρροή….. Όμως, όταν κάποιες αρχές στελεχώνονται από ορισμένους μόνο <με εκλογές>, αυτός ο τρόπος είναι ολιγαρχικός, όπως και όταν κάποιες αρχές από ορισμένους μόνο με κλήρο και όπως, όταν στελεχώνονται κάποιες αρχές από ορισμένους και με τους δύο τρόπους». (1300a 31-36a, 1300a 41-1300b 1, 1300b 1-2, 1300b 3).
 
Ακριβώς η ίδια μέθοδος ακολουθείται και στη διερεύνηση της δικαστικής εξουσίας: «Τα δικαστήρια διαφέρουν μεταξύ τους σε τρία σημεία: στη σύνθεσή τους, στο αντικείμενό τους και στον τρόπο συγκρότησής τους. Με τη σύνθεση εννοώ αν έχουν όλοι οι πολίτες ή μερικοί μόνο, το δικαίωμα του δικαστή. Με το αντικείμενο εννοώ πόσα είδη δικαστηρίων υπάρχουν. Και με τον τρόπο συγκρότησής τους θέλω να πω αν το αξίωμα του δικαστή δίνεται με κλήρο ή εκλογές». (1300b 15-19).
 
Αφού επισημανθεί ότι τα δικαστήρια που υπάρχουν είναι οχτώ (για λογοδοσία των αρχόντων, για αδικήματα κατά του δημοσίου, για αδικήματα σε βάρος του πολιτεύματος, εφετείο, για εκδίκαση ιδιωτικών οικονομικών διαφορών, για ανθρωποκτονίες, για αλλοδαπούς και για υποθέσεις χρηματικών μικροποσών) εξετάζεται το κατά πόσο έχουν πρόσβαση στη δικαστική εξουσία όλοι ή μόνο μερικοί, αν τα δικαστικά αξιώματα είναι αιρετά ή κληρωτά και πάει λέγοντας. Τα συμπεράσματα προκύπτουν με την ίδια συλλογιστική: «Τα πρώτα από αυτά είναι δημοκρατικά δικαστήρια, σε όσα δηλαδή οι δικαστές προέρχονται από όλους τους πολίτες [ή] εκδικάζουν όλα τα ζητήματα. Τα δεύτερα είναι ολιγαρχικά δικαστήρια, εφόσον οι δικαστές προέρχονται από μερικούς μόνο πολίτες για όλα τα ζητήματα. Τα τρίτα τέλος είναι δικαστήρια που ανήκουν στα πολιτεύματα της αριστοκρατίας και της πολιτείας, αφού συγκροτούνται από δικαστές εν μέρει προερχόμενους από όλους τους πολίτες και εν μέρει από ορισμένη κατηγορία πολιτών». (1301a 11-15).
 
Τώρα πια όλα έχουν ξεκαθαριστεί. Η εκτελεστική εξουσία είναι ο καθρέφτης των επικρατουσών πολιτικών αντιλήψεων. Ο ερευνητής δεν έχει παρά να μελετήσει τον τρόπο σύστασης των αρχών για να καταλάβει τον προσανατολισμό του πολιτεύματος. Οτιδήποτε πέραν αυτού δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει παραπλανητικά. Ο Αριστοτέλης καταθέτει το τελικό συμπέρασμα: «Οι τρόποι, λοιπόν, για τις αρχές τόσοι είναι στον αριθμό και έτσι διαιρούνται ανάλογα με τα πολιτεύματα». (1300b 5-7).
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά