Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Τα μυστικά της γλώσσας, του προφορικού και του γραπτού λόγου

Ο άνθρωπος μιλάει, ενώ τα ζώα όχι

Όπως όλοι μας ξέρουμε, τα ζώα δεν μιλούν. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την επικοινωνία στο ζωικό βασίλειο είναι χαρακτηριστικές: τα πρόβατα βελάζουν, τα σκυλιά γαβγίζουν, τα άλογα χλιμιντρίζουν κλπ. Ο άνθρωπος όμως μιλάει. Πού βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν τα ζώα και στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι;
Το σκυλί γαβγίζει για να εκφράσει την απειλή που νιώθει, γιατί κάποιος ξένος (άνθρωπος ή ζώο) βρίσκεται μπροστά του, ή για να εκφράσει τη χαρά του που βλέπει το αφεντικό του. Από τη σχέση μας με τα ζώα όλοι έχουμε προσέξει ότι αυτές οι συμπεριφορές ή αντιδράσεις τους γεννιούνται πάντα όταν κάτι στο περιβάλλον τους τις προκαλεί· δηλαδή, το σκυλί δεν θα γαβγίσει αν δεν αισθανθεί άμεσα την απειλή του ξένου που μπαίνει στον δικό του χώρο ή αν δεν αισθανθεί την παρουσία του αφεντικού του (αν δεν το μυρίσει, αν δεν το ακούσει, αν δεν το δει).

Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούμε και στους ανθρώπους. Όταν λ.χ. πονάμε πολύ, βογκάμε ή μουγκρίζουμε από τον πόνο. Όταν τρομάζουμε, βγάζουμε μια κραυγή, π.χ. αχ! Όπως το σκυλί δεν γαβγίζει, αν δεν υπάρχει φανερή απειλή, έτσι κι εμείς δεν βογκάμε, δεν μουγκρίζουμε, δεν κραυγάζουμε, αν δεν πονάμε ή αν δεν φοβόμαστε κάτι που μας απειλεί άμεσα. Κάτι δηλαδή στο περιβάλλον τους που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, ένα ερέθισμα, κάνει και τον άνθρωπο και τα ζώα να βγάζουν αυτούς τους ήχους. Οι ήχοι αυτοί που βγάζουν και οι άνθρωποι και τα ζώα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι άμεσες αντιδράσεις τους σε αυτά τα ερεθίσματα. Με άλλα λόγια, με το γάβγισμά του ο σκύλος, με το βέλασμά του το πρόβατο, με το χλιμίντρισμά του το άλογο, με το βογκητό και το μούγκρισμά του ο άνθρωπος, αντιδρούν άμεσα σε ερεθίσματα που προέρχονται από τον κόσμο στον οποίο ζουν.
 
Το γάβγισμα εκφράζει άμεσα το συναίσθημα του φόβου ή της χαράς που νιώθει το σκυλί. Το βογκητό στους ανθρώπους εκφράζει, και αυτό, άμεσα τον πόνο που νιώθουμε. Και εδώ ακριβώς μπορούμε να δούμε τη διαφορά με τη γλώσσα. Η λέξη πόνος διαφέρει από το μουγκρητό ή το βογκητό του πόνου, γιατί μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε και όταν δεν πονάμε. Π.χ. όταν λέμε Πονούσε η κοιλιά μου χτες όλη τη νύχτα, μιλάμε για ένα αίσθημα πόνου που δεν το έχουμε τη στιγμή που μιλάμε. Η λέξη πόνος, δηλαδή, σε αντίθεση με το βογκητό, δεν χρειάζεται το συναίσθημα του πόνου, για να χρησιμοποιηθεί.
 
Οι ήχοι της γλώσσας

Η γλώσσα: ένα καινούργιο εργαλείο φτιαγμένο από παλιά ανταλλακτικά

Λέγαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι οι λέξεις της γλώσσας είναι φτιαγμένες από ήχο. Όπως από ήχο είναι φτιαγμένες οι κραυγές, τα βογκητά, το γάβγισμα και οι άλλοι ήχοι των ζώων. Το υλικό λοιπόν από το οποίο είναι φτιαγμένη η λέξη είναι το ίδιο με το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι οι ήχοι που δεν είναι λέξεις, δεν είναι γλώσσα.
 
Αλλά τί είναι ήχος; Είναι μια διατάραξη του αέρα, μια μικρή αλλά γρήγορη αλλαγή στη ατμοσφαιρική πίεση που «ταξιδεύει» στον αέρα - ένα ηχητικό κύμα  . Στην περίπτωση της γλώσσας, όταν ο ήχος φτάνει στο αφτί του ακροατή, δημιουργεί μικρές κινήσεις στο τύμπανο του αφτιού του. Οι κινήσεις αυτές προσλαμβάνονται   από τον εγκέφαλο του, ο οποίος τις αναγνωρίζει ως συγκεκριμένους γλωσσικούς ήχους.
 
Το μεγάλο μυστικό της γλώσσας είναι, όπως είδαμε, ότι ενώ οι μη γλωσσικοί ήχοι (οι κραυγές, το γάβγισμα κλπ.) δεν μπορούν να χωριστούν σε μικρότερα κομμάτια, ο ήχος από τον οποίο είναι φτιαγμένη η λέξη χωρίζεται σε μικρότερα κομμάτια (σε φθόγγους), τα οποία μπορούν να συνδυαστούν σε διαφορετικούς συνδυασμούς για να σχηματιστούν διαφορετικές λέξεις. Οι ήχοι της γλώσσας, λοιπόν, δεν διαφέρουν ως προς τη φύση τους από τους μη γλωσσικούς ήχους αλλά διαφέρουν ως προς τη λειτουργία τους.
 
Μπορούμε να πούμε ότι η γλώσσα είναι ένα καινούργιο εργαλείο φτιαγμένο από παλιά υλικά - από παλιά ανταλλακτικά. Και αυτό το καταλαβαίνουμε αν σκεφτούμε τα όργανα που συμμετέχουν στην παραγωγή του γλωσσικού ήχου  . Τα όργανα αυτά είναι οι πνεύμονες, η στοματική κοιλότητα (χείλη, δόντια, ουρανίσκος), η ρινική κοιλότητα, δηλαδή η κοιλότητα της μύτης (βλ. εικ. 1, 2). Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι κανένα από αυτά τα όργανα δεν είναι φτιαγμένο ειδικά για τη γλώσσα. Οι πνεύμονες και η ρινική κοιλότητα εξυπηρετούν την αναπνοή, τα δόντια και τα χείλη το φαΐ και τη μάσηση. Παλιά ανταλλακτικά, λοιπόν, που χρησιμοποιούνται για να φτιαχτεί ένα καινούργιο εργαλείο.

 
 
 

Εικ. 1. Τα όργανα της ομιλίας.
Α Ρινική κοιλότηταΘ Σταφυλή
Β ΦατνίαI Φάρυγγας
Γ ΟυρανίσκοςΚ Επιγλωσσίδα (καλύπτει την τραχεία κατά την κατάποση)
Δ Υπερώα (μαλακός ουρανίσκος) σε χαμηλωμένη θέσηΛ Οισοφάγος
E Άκρη της γλώσσαςΜ Φωνητικές χορδές (γλωσσίδα)
Ζ Μέσο της γλώσσας Ν Τραχεία
Η Ράχη της γλώσσαςΞ Λάρυγγας, με το «μήλο του Αδάμ»
 





Εικ. 2. Τα αναπνευστικά όργανα.
 
H προτεραιότητα του προφορικού λόγου

Παρά τη βαριά σκιά που ο γραπτός λόγος για αιώνες είχε ρίξει στη μελέτη της γλώσσας, μετά τον Saussure δεν αμφισβητήθηκε πλέον σοβαρά η προτεραιότητα του προφορικού λόγου και η θεμελιακή του σημασία για την περιγραφή του φαινομένου "γλώσσα". Ανάλογα με το επίπεδο εφαρμογής του προφορικού λόγου, η προτεραιότητά του δηλώνει (Lyons 1992, 30-4 ):

α) την ιστορική προτεραιότητα

Ο γραπτός λόγος είναι κατά πολύ μεταγενέστερος του προφορικού, γιατί δεν ήταν απαραίτητος στην έκφραση και ικανοποίηση βασικών αναγκών του πρωτόγονου (και όχι μόνο) ανθρώπου. Μάλιστα, η γραφή για αιώνες ήταν υπόθεση μόνο λίγων πολιτισμών (ελληνικού, αιγυπτιακού, βαβυλωνιακού, κινεζικού). Αντίθετα, ο προφορικός λόγος υπήρξε για πολλές χιλιετίες -και για ορισμένες κοινωνίες εξακολουθεί ακόμη να είναι- ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.

β) τη βιολογική προτεραιότητα

Αν εξαιρέσουμε τις γενετικές ανωμαλίες που μπορούν να επηρεάσουν δραματικά τις εγκεφαλικές γλωσσικές λειτουργίες, όλοι οι άνθρωποι από την πρώτη στιγμή της ζωής τους -μήπως και νωρίτερα;- έχουν τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται και να μαθαίνουν χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία τη γλώσσα (ή τις γλώσσες) του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνουν. Ο γραπτός λόγος κατακτάται αργότερα και μετά από μακρόχρονη θητεία στο σχολείο και στη συνέχεια σε άλλους κοινωνικούς (π.χ. εργασιακούς) χώρους, όπου η αξία του γραπτού λόγου θεωρείται δεδομένη.

γ) τη λειτουργική προτεραιότητα

Παρά την ευρύτατη διάδοση της γραφής στις σύγχρονες "εγγραμματισμένες" κοινωνίες, ο γραπτός λόγος εξακολουθεί να καλύπτει μικρό μόνο μέρος των επικοινωνιακών αναγκών μιας μικρής ή μεγάλης κοινότητας. Οι ανάγκες αυτές είναι κυρίως θεσμικού χαρακτήρα (κείμενα νομικά, διοικητικά, εμπορικά, θρησκευτικά). Η αίτηση και η παροχή γλωσσικών και μη γλωσσικών αγαθών (πληροφοριών/ υπηρεσιών) -για να το πούμε σχηματικά- είναι η καθημερινή πραγματικότητα εκατομμυρίων ανθρώπων και επιτελείται, ως γνωστόν, μέσω του προφορικού λόγου.

δ) τη δομική προτεραιότητα

"Στις περισσότερες μορφές γραφής, τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται βασίζονται σε στοιχεία του προφορικού λόγου. Π.χ. το αλφαβητικό σύστημα αποτελείται από στοιχεία που το καθένα τους αντιστοιχεί με ένα ήχο (φθόγγο). Η ψυχολογική πραγματικότητα του φθόγγου προϋποτίθεται για την αιτιολόγηση του γράμματος ενός αλφαβητικού συστήματος. Η έλλειψη απόλυτης αντιστοιχίας, σε όλες τις λέξεις, ανάμεσα στα γράμματα και τους φθόγγους οφείλεται σε ιστορικούς παράγοντες και γι' αυτό δεν μειώνει την ισχύ της παραπάνω παρατήρησης". (Ε. Φιλιππάκη-Warburton, 1992. Εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία, σελ. 25. Αθήνα: Νεφέλη).

Η επικράτεια των ειδών του προφορικού και του γραπτού λόγου.

1. Προφορικός διάλογος

Η περιοχή αυτή του λόγου χαρακτηρίζεται από τη φυσική παρουσία συγκεκριμένων ακροατών, τη μικρή (συνήθως) χωρική απόσταση μεταξύ τους, άρα και την οπτική (ή ακουστική) επαφή. Εδώ ανήκουν τέσσερις ομάδες ειδών λόγου:
  • α) όταν η σχέση των συνομιλητών είναι συμμετρική και η κοινωνική απόσταση αμελητέα, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως η καθημερινή άτυπη συνομιλία μεταξύ φίλων ή οικείων ή η τηλεφωνική συνομιλία. Η μη προβλέψιμη εναλλαγή συνεισφορών των συνομιλητών εξαιτίας της υψηλής αμοιβαιότητας, οι αλλεπάλληλες αυτοδιακοπές και ετεροδιακοπές, οι διορθώσεις, οι παύσεις, η ελλειπτικότητα του λόγου εξαιτίας των συμφραστικών προϋποθέσεων που μοιράζονται οι συνομιλητές, το οικείο και άτυπο ύφος λόγω της σχεδόν ανύπαρκτης συμβατικότητας, η δυσκολία να απειληθεί γλωσσικά η δημόσια εικόνα των συνομιλητών και η εκτεταμένη χρήση του γέλιου και πολλών εξωγλωσσικών στοιχείων, που αποδεσμεύουν παράπλευρες συναισθηματικές σημασίες, δίνουν το στίγμα του πιο "χαλαρού" προφορικού διαλόγου. Είναι ανάγκη να σημειωθεί ότι ο προφορικός διάλογος κατέχει τη μερίδα του λέοντος στην ανθρώπινη επικοινωνία.
  • β) όταν η σχέση των συνομιλητών είναι συμμετρική και η κοινωνική απόσταση σημαντική, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως τα "στρογγυλά τραπέζια". Τώρα η εναλλαγή συνεισφορών είναι κανονική, δηλαδή προβλέψιμη, (ή ρυθμιζόμενη από συντονιστή), αφού η αμοιβαιότητα μεταξύ συνομιλητών είναι μέτρια, λιγότερες οι διακοπές και οι διορθώσεις, λιγότερο ελλειπτικά τα εκφωνήματα, περισσότερο συμβατικό το ύφος, ευκολότερη η (έστω και μετριασμένη) απειλή της δημόσιας εικόνας των συνομιλητών, ελεγχόμενη η χρήση εξωγλωσσικών στοιχείων. Πρόκειται για προφορικό διάλογο με κάποιες κανονικότητες που επιβάλλει η ανοικειότητα μεταξύ των συνομιλητών.
  • γ) όταν η σχέση των συνομιλητών είναι ασύμμετρη και η κοινωνική απόσταση αμελητέα, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως το μάθημα στη σχολική τάξη ή μια συνομιλία γιατρού-ασθενούς. Ο αριθμός επιμήκων συνεισφορών του ισχυρού συνομιλητή είναι μεγάλος, οι διακοπές και οι διορθώσεις ελέγχονται επίσης από τον ισχυρό, άρα, διακυβεύεται πολύ εύκολα το δικαίωμα λόγου του κοινωνικά ανίσχυρου συνομιλητή, το ύφος δεν είναι απαραίτητα τυπικό, αλλά οι κανόνες της γλωσσικής ευγένειας τηρούνται γενικά. Ευχερή χρήση εξωγλωσσικών στοιχείων έχει μόνον ο ισχυρός ομιλητής. Πρόκειται για προφορικό διάλογο με κάποιες κανονικότητες που επιβάλλει περισσότερο η διαφορά κοινωνικής ισχύος μεταξύ συνομιλητών και λιγότερο η μεταξύ τους οικειότητα.
  • δ) όταν η σχέση των συνομιλητών είναι ασύμμετρη και η κοινωνική απόσταση σημαντική, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως η συνέντευξη ισχυρού πολιτικού προσώπου σε δημοσιογράφο. Οι μεγάλοι μονόλογοι του ισχυρού, η προβλέψιμη εναλλαγή συνεισφορών, το τυπικό/επίσημο ύφος και ο απόλυτος σεβασμός της γλωσσικής ευγένειας είναι τα γνωρίσματα της πλησιέστερης προς τον μονόλογο μορφής προφορικού διαλόγου, ενός προσχηματικού, στ' αλήθεια, διαλόγου.

2. Προφορικός μονόλογος

Η περιοχή αυτή του λόγου χαρακτηρίζεται από τα πολυπληθή ή αστάθμητης πληθυσμιακής σύνθεσης ακροατήρια, τη μέση/μεγάλη απόσταση μεταξύ ομιλητή και ακροατών, την μακρόθεν οπτική επαφή τους ή την έλλειψη κάθε επαφής και, πάνω απ' όλα, από την παρουσία ενός (κανονικά ισχυρού) ομιλητή, που είναι απίθανο να χάσει το δικαίωμα του λόγου.
Αν εξαιρέσουμε την οριακή περίπτωση μιας εκμυστήρευσης ή ομολογίας, η μήτρα αυτή δεν περιλαμβάνει συμβάντα λόγου παρά με "συνομιλητές" σε μεγάλη κοινωνική (και φυσική) απόσταση μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, ο προφορικός μονόλογος είναι ασυμβίβαστος με την οικειότητα. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις:
  • α) όταν η σχέση ομιλητή-ακροατών είναι συμμετρική, αλλά η απόσταση σημαντική, εκτυλίσσονται συμβάντα όπως η αγόρευση ενός βουλευτή στη Βουλή ή η ανακοίνωση ενός ερευνητή σε συνέδριο. Η συμβατικότητα τέτοιων περιστάσεων προδιαγράφει τη δομή του μονολόγου και το ύφος του, υποχρεώνει όμως τον ομιλητή να αναφέρεται διαρκώς στο ακροατήριό του με ρητό (π.χ. χρήση β΄ προσώπου) ή υπόρρητο τρόπο (π.χ. πρόβλεψη αντιρρήσεων). Εξάλλου, η πιθανότητα αντιδράσεων του κοινού αναγκάζει τον ομιλητή να βρίσκεται διαρκώς σε στάση αναμονής και να ελέγχει την πρόσληψη του λόγου του ή να είναι έτοιμος να εγκαταλείψει το χειρόγραφό του, για να τον οργανώσει πιο αποτελεσματικά.
  • β) όταν η σχέση ομιλητή-ακροατών είναι ασύμμετρη και η απόσταση σημαντική έως πολύ μεγάλη, εκτυλίσσονται δύο ειδών συμβάντα: πρώτον, συμβάντα όπως η πολιτική ομιλία ενός πολιτικού μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο ή το εκκλησιαστικό κήρυγμα ή η διάλεξη ενός ειδικού. Σε τέτοιες περιστάσεις είναι υπολογίσιμη η ανατροφοδότηση του προφορικού μονολόγου από το κοινό, αδυνατεί όμως να ανακόψει τη ροή του λόγου. Ο ομιλητής είναι αποφασισμένος για το "κείμενο" του λόγου του και σχεδόν βέβαιος για την πρόσληψή του από το κοινό του. Δεύτερον, συμβάντα όπως το τηλεοπτικό διάγγελμα του Πρωθυπουργού ή το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Η διαφορά μιας τέτοιας περίστασης από την προηγούμενη είναι ότι τώρα δεν έχουμε ανατροφοδότηση από το ακροατήριο, γιατί είναι δυνητικό και, συνεπώς, δεν υπάρχει οπτική επαφή πομπού-δέκτη. Αυτό επιτρέπει στον ομιλητή να προσχεδιάσει τον λόγο του και να τον εκφωνήσει ανενόχλητος, δεν του επιτρέπει όμως να ξεχάσει τη φασματική παρουσία των ακροατών του και γι' αυτό ο λόγος του είναι διάσπαρτος από σχετικές νύξεις.

3. Γραπτός διάλογος

Η περιοχή αυτή της επικράτειας του λόγου συγγενεύει με την προηγούμενη. Μόνο που τώρα στη θέση της "μειωμένης προφορικότητας" έχουμε "αυξημένη-για δεδομένα γραπτού λόγου- διαλογικότητα". Ο τίτλος γραπτός διάλογος στεγάζει είδη λόγου που προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός πραγματικού αποδέκτη-αναγνώστη και χαρακτηρίζονται από υψηλή κοινωνική και γλωσσική συμβατικοποίηση. Όπως και στην περίπτωση του προφορικού διαλόγου, διακρίνονται τέσσερις ομάδες ειδών λόγου, αλλά με πολύ λιγότερους "εκπροσώπους":
  • α) όταν η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη είναι συμμετρική και η μεταξύ τους κοινωνική απόσταση αμελητέα, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως μια επιστολή σε φιλικό πρόσωπο. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι οι φιλικές επιστολές γράφονται, διαβάζονται και απαντώνται στη βάση των κανόνων που ρυθμίζουν την καθημερινή άτυπη συνομιλία.
  • β) όταν η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη είναι συμμετρική και η μεταξύ τους απόσταση σημαντική, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως η συστατική επιστολή. Η μέτρια γλωσσική συμβατικότητα και ο φανερός "διαλογικός" χαρακτήρας μιας τέτοιας επιστολής οφείλεται στην ισοτιμία της σχέσης πομπού-δέκτη.
  • γ) όταν η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη είναι ασύμμετρη και η μεταξύ τους απόσταση αμελητέα, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως η "διόρθωση" μιας μαθητικής έκθεσης. Η μικρή απόσταση των "συνομιλητών" επιβάλλει τη διαλογικότητα στο γραπτό κείμενο και τη χαμηλή συμβατικοποίηση, αλλά η διαφορά κοινωνικής ισχύος επιτρέπει στον ισχυρό πομπό να αποφασίσει αυτός την οργάνωση και το περιεχόμενο του κειμένου.
  • δ) όταν η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη είναι ασύμμετρη και η μεταξύ τους απόσταση σημαντική, εκτυλίσσονται συμβάντα λόγου όπως η αίτηση ή το βιογραφικό σημείωμα. Εδώ η κοινωνική συμβατικοποίηση (θεσμοποιημένη έκφραση μιας ανάγκης) αντανακλά στη γλωσσική μορφοποίηση. Πρόκειται για τη λιγότερο "διαλογική" μορφή γραπτού διαλόγου.

4. Γραπτός μονόλογος

Είναι ο "αντίποδας" του προφορικού διαλόγου μέσα στο πεδίο του λόγου. Χαρακτηρίζεται από την απουσία συγκεκριμένου αναγνωστικού κοινού και την υψηλή συμβατικοποίηση. Ένα πλήθος από είδη λόγου περιλαμβάνει η μήτρα αυτή, που όλα τους προϋποθέτουν έναν ισχυρό συγγραφέα κι ένα απομακρυσμένο, σχεδόν άγνωστο στον συγγραφέα, κοινό. Μπορούμε να διακρίνουμε: α) ανώνυμα, υπηρεσιακά κείμενα (ντοκουμέντα, συμβόλαια, νόμοι, κανονισμοί κ.ά.) και β) επώνυμα, προσωπικά κείμενα (λογοτεχνία, δοκίμιο, κριτική, δημοσιογραφικά είδη κ.ά..). Τα πρώτα είναι κείμενα εξουσίας, μηδενικής διαλογικότητας και υψηλού γλωσσικού φορμαλισμού, ενώ τα δεύτερα είναι ελάχιστα "διαλογικά". Είναι και πάλι ανάγκη να σημειωθεί ότι ο γραπτός μονόλογος είναι το κυρίαρχο είδος γραπτού λόγου.

Ο Αριστοτέλης, η Καρχηδόνα και η έννοια του άριστου

 
Αναπαράσταση της αρχαίας Καρχηδόνας.Ancient Carthage
<Αναπαράσταση της αρχαίας Καρχηδόνας.Ancient Carthage
    
Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο βιβλίο των «Πολιτικών», παρουσιάζει και το πολίτευμα της Καρχηδόνας, αντιπαραβάλλοντάς το με κείνα της Σπάρτης και της Κρήτης, σαν ένα τρίπτυχο, που δημιουργείται από τις ομοιότητες που υπάρχουν: «Φαίνεται ότι και οι Καρχηδόνιοι έχουν ένα καλό και συγκριτικά με τους άλλους από πολλές απόψεις ανώτερο πολίτευμα, το οποίο έχει πολύ μεγάλες ομοιότητες με εκείνο των Σπαρτιατών. Διότι τα τρία αυτά πολιτεύματα, ήτοι της Κρήτης, της Σπάρτης και της Καρχηδόνας μοιάζουν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους και διαφέρουν πολύ από τα άλλα». (σελ. 445 – 447).           
 
Οι ομοιότητες με το πολίτευμα της Σπάρτης είναι προφανείς: «Το πολίτευμα των Καρχηδονίων μοιάζει με εκείνο των Σπαρτιατών: τα συσσίτια των διαφόρων συνδέσμων αντιστοιχούν στα λεγόμενα φιδίτια, η αρχή των εκατόν τεσσάρων αντιστοιχεί στην αρχή των εφόρων (αλλά η αρχή των εκατόν τεσσάρων είναι καλύτερη, διότι, ενώ για το αξίωμα του εφόρου μπορεί να εκλεγεί οποιοσδήποτε, για το αξίωμα των εκατόν τεσσάρων εκλέγονται οι άριστοι) και οι βασιλιάδες και οι γερουσιαστές αντιστοιχούν στους βασιλιάδες και τους γερουσιαστές της Σπάρτης». (σελ. 447). Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πολίτευμα που συνδυάζει στοιχεία αριστοκρατικά και ολιγαρχικά: «Το γεγονός ότι οι πέντε άρχοντες, οι οποίοι αποφασίζουν για πολλά και σημαντικά θέματα, εκλέγονται από τα μέλη της τάξης τους και εκλέγουν τα μέλη του συμβουλίου των εκατό (και τεσσάρων) που αποτελεί τον πιο σημαντικό πολιτικό φορέα και η εξουσία τους διαρκεί περισσότερο απ’ όσο εκείνη των άλλων αρχών (διότι ασκούν εξουσία και μετά τη λήξη της θητείας τους και πριν αναλάβουν το αξίωμα) σημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να θεωρηθούν ολιγαρχικά, ενώ αντίθετα το γεγονός ότι δεν αμείβονται για τις υπηρεσίες που προσφέρουν και δεν εκλέγονται δια κλήρου πρέπει να θεωρηθούν αριστοκρατικά στοιχεία». (σελ. 449).
 
Όμως όταν λέμε ότι οι βασιλείς «εκλέγονται από τα μέλη της τάξης τους», εννοούμε τα καθαρά οικονομικά κριτήρια που καθορίζουν τις τάξεις. Με άλλα λόγια μόνο η οικονομική ελίτ μπορεί να διεκδικήσει αυτό το αξίωμα. Συνυπολογίζοντας ότι είναι αυτοί που «εκλέγουν τα μέλη του συμβουλίου των εκατό» αντιλαμβανόμαστε ότι η ανώτερη οικονομικά τάξη ελέγχει εξολοκλήρου τη στελέχωση των αξιωμάτων, που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό: «Το πολιτικό σύστημα των Καρχηδονίων ξεφεύγει από το πλαίσιο της αριστοκρατίας και κλίνει κυρίως προς την ολιγαρχία σύμφωνα μ’ ένα σκεπτικό που αρέσει στο λαό. Νομίζουν δηλαδή ότι τους άρχοντες πρέπει να τους εκλέγουν όχι μόνο με κριτήριο την αρετή αλλά και τον πλούτο. Διότι δεν είναι δυνατόν ένας που είναι φτωχός να ασκεί με επιτυχία το έργο του άρχοντα και να έχει και ελεύθερο χρόνο». (σελ. 449 – 451).
 
Map of the western Mediterranean at the time of the First Punic War in 264 BCE.
Map of the western Mediterranean at the time of the First Punic War in 264 BCE.
               
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης δείχνει φανερά την προτίμησή του προς τους άριστους, φαίνεται αντιφατικός ο τρόπος που συνδέει την οικονομική επιφάνεια (ως πολιτικό κριτήριο για τη διεκδίκηση των αξιωμάτων) με την ολιγαρχία, από τη στιγμή που και η έννοια της αριστοκρατίας δεν απαλλάσσεται από τα διαπιστευτήρια του ατομικού πλούτου. Στο δεύτερο τόμο από την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρεται: «Στα κράτη που πήραν τη μορφή “πόλεως” κατά τον Η΄ αιώνα π. Χ. αλλά και σε άλλα, σημειώθηκε την ίδια εποχή άνοδος των ευγενών. Σε μερικά μάλιστα εγκαταστάθηκαν από τότε αβασίλευτα αριστοκρατικά καθεστώτα. Οι δύο εξελίξεις όχι μόνο συγχρονίζονται, αλλά και συνδέονται. Οι θεσμικές μεταβολές που κατέστησαν ”πόλεις” τα ελληνικά κράτη έχουν αριστοκρατικό χαρακτήρα. Επεβλήθησαν λοιπόν από τους ευγενείς κατά την εποχή της ανόδου τους και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν από τους ίδιους για τη διεύρυνση των κατακτήσεών τους». (σελ. 49). Η τάξη των αρίστων, των εκπροσώπων δηλαδή μιας νέας οικονομικής δύναμης, θα λέγαμε των ευγενών, αρχίζει και διεκδικεί το δικό της μερίδιο στην άσκηση της εξουσίας, εκμεταλλευόμενη τη φθορά της βασιλικής εξουσίας, που σταδιακά έχανε το κύρος της: «Ο βασιλικός θεσμός δε διέθετε μέσα αμύνης. Οι ελληνικές κοινωνίες δεν είχαν θεοποιήσει τους βασιλείς. Αντίθετα, τους έβλεπαν ως εντολοδόχους τους. Επί πλέον, ως πατριαρχικοί άρχοντες μικρών και όχι πλουσίων κοινοτήτων δεν είχαν αποκτήσει μια οικονομική βάση υλικής και ηθικής επιβολής. Δεν είχαν αποτραβηχτεί σε δυσπρόσιτα πολυτελή ανάκτορα, δεν είχαν δημιουργήσει αυλές και πρωτόκολλα, αλλά κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους υπηκόους τους. Αυτό το γεγονός όχι μόνον είχε στερήσει το θεσμό από αίγλη, αλλά και εξέθετε στη δημόσια παρατήρηση προσωπικές αδυναμίες των φορέων του βασιλικού αξιώματος». (σελ. 49).
 
Η αριστοκρατία είναι η δυναμική διοικητική παρουσία μιας ανερχόμενης τάξης: «Από τη δική της πλευρά, η αριστοκρατία ανερχόταν ως οικονομική δύναμη και έδειχνε όχι μόνο την πρόθεση να μετάσχει ευρύτερα στη διοίκηση των κοινών αλλά και τις απαιτούμενες ικανότητες. Εξάλλου είναι πιθανόν ότι μαζί της συμμάχησε η νέα κοινωνική ομάδα των πλουσίων χωρίς τίτλους ευγενείας που σχηματιζόταν τότε. Έχοντας την πρωτοβουλία και τη δύναμη να επιβάλουν τις θελήσεις τους, οι ευγενείς κατόρθωναν να εισάγουν τις θεσμικές εκείνες μεταβολές που χρειάζονταν, για να αυξήσουν το βάρος και την έκταση της πολιτικής επιρροής τους». (σελ. 49). Από τη στιγμή που η τάξη των αριστοκρατών διεκδίκησε μέρος στη διαχείριση της εξουσίας, δεν είχε άλλη επιλογή από το να διεκδικήσει και την εικόνα της ηθικής ακεραιότητας ως απαραίτητο συνακόλουθο. Γιατί εξουσία χωρίς την εκ των προτέρων κατοχύρωση της ανωτερότητας είναι δύσκολο να νομιμοποιηθεί: «Στις κοινωνίες που είχε υπόψη του ο Όμηρος, οι ευγενείς λέγονταν ”άριστοι”. Ο λαός δηλωνόταν με τους όρους ”λαός”, ”δήμος”, ”πληθύς”, ”πολλοί”, από τους οποίους όρους οι δύο πρώτοι είχαν και άλλες σημασίες (η λέξη δήμος μάλιστα, έξω από άλλες σημασίες που είχε, κάλυπτε καμιά φορά ευγενείς και λαό μαζί). Διαφορές ανάμεσα σε ευγενείς και μη ευγενείς, πάντα κατά τον Όμηρο, διαπιστώνονται σε πολλούς τομείς. Οι ευγενείς ήταν οι κατεξοχήν πολεμιστές Οι μη ευγενείς μάχονταν ως συρφετός, χωρίς τεχνική, εξάλλου υστερούσαν και σε σωματική αλκή και σε οπλισμό. Από πολιτική άποψη μόνον ευγενείς αναδεικνύονταν αρχηγοί φατριών και φυλών και έπαιρναν άλλα αξιώματα. Οι αρχηγοί των φατριών και φυλών ή άλλοι από τους γεροντότερους και εμπειρότερους γίνονταν μέλη των συμβουλευτικών σωμάτων. Από την προέχουσα θέση των ευγενών ως πολεμιστών και παραγόντων της πολιτείας απέρρευσε η οικονομική υπεροχή τους. Έναντι των υπηρεσιών που πρόσφεραν σε τομείς τόσο ζωτικούς για την επιβίωση της κοινότητας ελάμβαναν μεγαλύτερα μερίδια κατά τη διανομή γαιών και λαφύρων. Με την πάροδο του χρόνου δημιούργησαν νέες πηγές πλουτισμού. Τα πλεονεκτήματα και τα προνόμια που αναφέραμε πιο πάνω τροφοδοτούσαν το γόητρο των ευγενών. Αλλά στο ίδιο αποτέλεσμα συνέτειναν και άλλοι παράγοντες, όπως η φήμη των προγόνων τους, πραγματικών και μυθικών. Πράγματι, μεταξύ των ευγενών υπήρχε η τάση είτε να ανάγουν την καταγωγή τους σε ήρωες ή σε θεούς είτε να ηρωοποιούν μερικούς από τους ιστορικούς προγόνους τους και να τους αποδίδουν υπεράνθρωπες πράξεις». (σελ. 42).
 
Αρχαία Καρχηδόνα, απεικόνιση. Artist Rendering of Ancient Carthage.
Αρχαία Καρχηδόνα, απεικόνιση. Artist Rendering of Ancient Carthage
 
Αυτό ακριβώς το δίπολο του πλούτου και της αρετής παρουσιάζεται ως βασική προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στην τάξη των αρίστων. Ο Αριστοτέλης όμως, ξεκαθαρίζοντας τις έννοιες, όπως τουλάχιστον ο ίδιος τις αντιλαμβάνεται, αναφερόμενος στο πολίτευμα της Καρχηδόνας γράφει: «Αν λοιπόν η εκλογή με κριτήριο τον πλούτο σημαίνει ολιγαρχία και η εκλογή με κριτήριο την αρετή σημαίνει αριστοκρατία, τότε αυτή η πολιτική οργάνωση των Καρχηδονίων θα πρέπει να θεωρηθεί μια τρίτη περίπτωση πολιτικού συστήματος. Διότι εκλέγουν τους άρχοντές τους, και μάλιστα τους κορυφαίους, όπως είναι οι βασιλιάδες και οι στρατηγοί, με βάση τα δύο αυτά κριτήρια. Πρέπει λοιπόν να θεωρεί κανείς αυτή την παρέκκλιση από την αρχή της αριστοκρατίας ως σφάλμα του νομοθέτη». (σελ. 451). Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της – κατά Αριστοτέλη – έννοιας του άριστου, που στηρίζεται στην αρετή και μόνο  στην αρετή αποκλείοντας όλα τα συνακόλουθα που αφορούσαν τον πλούτο ή την καταγωγή. Με δυο λόγια ο Αριστοτέλης αναφέρεται πρωτίστως στον άξιο, τον ικανό, τον έντιμο, τον άνθρωπο που ξεχωρίζει για την προσωπικότητά του κι όχι στον πλούσιο ή στον απόγονο ενός τιμημένου γένους. Συνακόλουθα, η αριστοτελική αριστοκρατία πρέπει να αποδοθεί περισσότερο ως αξιοκρατία κι όχι ως συμπάθεια προς την τάξη των ευγενών. Εξάλλου, στον τελικό ορισμό της αρετής, όπως προκύπτει από τα «Ηθικά Νικομάχεια», αναφέρονται ως βασικοί παράγοντες της διαμόρφωσής της, ο εθισμός (συνήθεια), η υποκειμενική μεσότητα (που προϋποθέτει την αυτογνωσία), η ελεύθερη βούληση και η λογική χωρίς ποτέ να γίνει λόγος στο χρήμα. Όσο για την καταγωγή, ο Αριστοτέλης καθιστά σαφές ότι ουδεμία σχέση έχει με την αρετή, αφού η αρετή δε δίνεται από τη φύση, αλλά από τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες που διαμορφώνουν την προσωπικότητα μέσω του εθισμού, που γίνονται δηλαδή μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα.
 
Διατυπώνοντας ότι κάθε παρέκκλιση από την αρχή της αριστοκρατίας – με την αριστοτελική έννοια – αποτελεί σφάλμα του νομοθέτη ξεκαθαρίζει ότι ο νομοθέτης πρέπει να έχει ένα και μόνο σκοπό, την ανάδειξη των άξιων (αρίστων) σε βασικούς διαχειριστές της εξουσίας. Όμως, από τη στιγμή που ο πλούτος αποτελεί προϋπόθεση για να αναδειχθεί κανείς στην εξουσία, είναι σα να υποστηρίζουμε ότι τα αξιώματα είναι είδος προς αγορά: «είναι ανεπίτρεπτο να εξαγοράζονται τα ανώτατα αξιώματα, όπως είναι του βασιλιά ή του στρατηγού. Αυτός δηλαδή ο νόμος βάζει τον πλούτο πάνω από την αρετή και εξωθεί τους πολίτες προς τη φιλαργυρία. Ό,τι δηλαδή θεωρούν σπουδαίο οι άρχοντες, αυτό αναγκαστικά θα συμμεριστούν και οι άλλοι πολίτες». (σελ. 451). Και ο Αριστοτέλης δε σταματά εδώ, αφού θεωρεί αυτονόητο ότι η προϋπόθεση των χρημάτων για την ανάληψη των δημόσιων αξιωμάτων δεν είναι τίποτε άλλο από τον παραγκωνισμό της αρετής: «Όπου η αρετή δε θεωρείται πολύ μεγάλο αγαθό, εκεί ο αριστοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος είναι επισφαλής. Είναι επίσης εύλογο να συνηθίζουν να εκμεταλλεύονται οικονομικά το αξίωμά τους όσοι το αγοράζουν, αφού για να αναδειχθούν άρχοντες ξόδεψαν πολλά χρήματα. Διότι θα ήταν παράλογο, αν ένας φτωχός αλλά έντιμος θελήσει να εκμεταλλευτεί το αξίωμά του βγάζοντας χρήματα, ενώ ένας λιγότερο έντιμος δε θελήσει να κάνει κάτι τέτοιο, αν και δαπάνησε χρήματα (ενν. για να πετύχει την εκλογή του)». (σελ. 451 – 453). Και βέβαια, είναι αρνητικό το να αποδίδονται πολλά αξιώματα σε ένα μόνο πρόσωπο, αφού αυτό δεν είναι παρά ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας. Ο πλουραλισμός της συμμετοχής των πολλών είναι η διασφάλιση της ισορροπίας στα διοικητικά θέματα, πράγμα που οι Καρχηδόνιοι φαίνεται να γνώριζαν πολύ καλά: «Κακό επίσης φαίνεται ότι θα ήταν, το ίδιο πρόσωπο να κατέχει περισσότερα από ένα αξιώματα. Αυτό εκτιμάται ιδιαίτερα από τους Καρχηδόνιους. Διότι ένας άνθρωπος επιτελεί άριστα ένα και μόνο έργο. Και ο νομοθέτης οφείλει να μεριμνά, ώστε να εφαρμόζεται αυτή η αρχή, και να μην επιτρέπεται στο ίδιο πρόσωπο να είναι συγχρόνως και αυλητής και βυρσοδέψης». (σελ. 453).
 
(left to right): 1) Museum of Bardo. Apollo Citharede found at the theatre; 2) 3) 4) Museum of Carthage. Three statues portraying Victory. 2) and 4) were part of a IInd century monument built on the acropolis, probably to celebrate Emperor Marcus Aurelius
(left to right): 1) Museum of Bardo. Apollo Citharede found at the theatre; 2) 3) 4) Museum of Carthage. Three statues portraying Victory. 2) and 4) were part of a IInd century monument built on the acropolis, probably to celebrate Emperor Marcus Aurelius
 
Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι ο άριστος είναι ο άξιος, δε μένει παρά να καθοριστεί το σύστημα που θα μπορέσει να τον αναδείξει. Αναφορικά με τη δημοκρατία ο Αριστοτέλης διατηρεί επιφυλάξεις, προφανώς επηρεασμένος από τον εκφυλισμό της αθηναϊκής δημοκρατίας που παρακολουθεί. Γι’ αυτό και θεωρεί προτιμότερο το σύστημα της Καρχηδόνας, που ορίζει ότι η εκλογή των πέντε αρχόντων είναι υπόθεση της τάξης τους (δηλαδή των πολύ πλουσίων) και η περαιτέρω εκλογή των εκατό (και τεσσάρων) μελών του συμβουλίου γίνεται από τους πέντε άρχοντες, συγκριτικά μ’ εκείνο της Σπάρτης, όπου η εκλογή των εφόρων αφορά όλο το λαό. Γιατί ο λαός μπορεί να παραπλανηθεί και να φέρει στο προσκήνιο ανάξιους ανθρώπους, πράγμα που στην Καρχηδόνα είναι πιο δύσκολο, αφού ο λαός δε συμμετέχει. Το ότι η εξουσία γίνεται αντικείμενο συγκεκριμένων ατόμων με συγκεκριμένη κοινωνική τάξη και κατ’ επέκταση συγκεκριμένα συμφέροντα δε φαίνεται να τον απασχολεί, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι όταν τα αξιώματα προσφέρονται με βάση τον πλούτο είναι σα να εξαγοράζονται, πράγμα που αντίκειται σε κάθε έννοια αρετής. Το πράγμα γίνεται ακόμη πιο μπερδεμένο από τη στιγμή που ο Αριστοτέλης γράφει: «Όπου λοιπόν η πολιτεία δεν είναι μικρή, είναι πιο δημοκρατικό και πολιτικά πιο πρόσφορο να συμμετέχουν στην εξουσία όσο το δυνατό περισσότεροι. Διότι, όπως είπαμε, αυτό ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα της κοινότητας και εξάλλου έτσι κάθε έργο γίνεται πιο σωστά και πιο γρήγορα θα μπορούσαμε να πούμε, είναι όλοι ανεξαιρέτως συγχρόνως και άρχοντες και αρχόμενοι». (σελ. 453). Παρακολουθούμε ότι από τη μια υποτιμά το δημοκρατικό θεσμό των εφόρων στη Σπάρτη, επειδή η συμμετοχή του λαού δεν αποτελεί εγγύηση για την αρετή, κι από την άλλη προτείνει το δημοκρατικό άνοιγμα προς την εξουσία όπου όλοι ταυτόχρονα «είναι και άρχοντες και αρχόμενοι».
 
Παρά τις αντιφάσεις ο Αριστοτέλης φαίνεται σίγουρος στον ορισμό του καλού πολιτεύματος: «Απόδειξη ενός καλού πολιτεύματος είναι το γεγονός ότι ο λαός αποδέχεται τη συνταγματική τάξη της πολιτείας και δεν έχει σημειωθεί καμία άξια λόγου επανάσταση, ούτε έχει ξεφυτρώσει κανένας τύραννος». (σελ. 447). Όμως για να συμβούν όλα αυτά, όπως ο ίδιος αναγνωρίζει, πρέπει ο λαός να νιώθει ότι συμμετέχει στο πολίτευμα: «αυτός ο θεσμός εξουσίας (δημοκρατικός) διασφαλίζει τη συνοχή του πολιτεύματος, διότι ο λαός παραμένει ήσυχος, επειδή συμμετέχει στον πιο σημαντικό φορέα εξουσίας. Διότι το πολίτευμα που πρόκειται να διατηρηθεί αλώβητο πρέπει να θέλει τη συνέχεια της ύπαρξης και τη διατήρηση της ταυτότητας όλων των μερών της πολιτείας». (σελ. 429). Από τη μια δεν εμπιστεύεται την κρίση του λαού κι από την άλλη αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι δε νοείται σωστό πολίτευμα χωρίς την ενεργή συμμετοχή του. Το σίγουρο είναι ότι δεν αποδέχεται την ολιγαρχία κι ότι την κατατάσσει στα στρεβλά πολιτεύματα. Σίγουρο είναι επίσης ότι δεν μπορεί να διανοηθεί την έννοια της πόλης χωρίς πρώτα να ξεκαθαρίσει την έννοια του πολίτη, αφού η πόλη είναι το σύνολο των πολιτών. Και ο ορισμός του πολίτη δεν κρίνεται παρά από τη δυνατότητα της συμμετοχής σε όλες τις μορφές της εξουσίας. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρεται: «Τα κράτη πήραν τη μορφή “πόλεως”, όταν έγιναν σ’ αυτά ορισμένες θεσμικές αλλαγές, λίγες και όχι θεαματικές, αλλά αποφασιστικές, που κατέστησαν δυνατή τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο, έστω κι ενός μικρού μέρους πολιτών. Αυτό το γνώρισμα γενικεύεται βέβαια αργότερα στις πόλεις που απέκτησαν δημοκρατικά καθεστώτα και είναι εκείνο, όπως φαίνεται, που θέλει να τονίσει ο Αριστοτέλης, όταν ορίζει τις ”πόλεις” ως ”κοινωνίες”, και μάλιστα ως ”κοινωνίες πολιτών” και τις ταυτίζει με τους πολίτες τους, σε αντίθεση με τις σύγχρονες μοναρχίες και άλλες απολυταρχίες». (Β΄ τόμος σελ. 48).
 
Όσο για το πολίτευμα της Καρχηδόνας, επέτρεπε τη συμμετοχή του λαού μονάχα στην περίπτωση της διαφωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους – βασιλείς και βουλευτές – που ασκούσαν την εξουσία. Από τη στιγμή που θέτονταν τα θέματα στη δημόσια κρίση, ο λαός είχε το δικαίωμα όχι μόνο «να ακούσει τις αποφάσεις των αρχόντων επ’ αυτών, αλλά και την εξουσία να αποφασίσει». (σελ. 449). Όμως, όσο συχνά κι αν συνέβαινε αυτό, είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η συμμετοχή του λαού ήταν απολύτως ελεγχόμενη, γεγονός που πιστοποιεί τον ουσιαστικό αποκλεισμό του. Κι αυτός είναι ο ορισμός της ολιγαρχίας, που κατά τον Αριστοτέλη, δεν μπορεί παρά να φέρει την αντίδραση των ανθρώπων που παραγκωνίζονται από την εξουσία. Η Καρχηδόνα κατάφερνε να ξεφεύγει από τέτοιου είδους κινδύνους λόγω των αποικιών, όπου συχνά στέλνονταν εκεί κόσμος με την ελπίδα μιας καλύτερης τύχης. Η δυνατότητα της ειρηνικής απομάκρυνσης των ανθρώπων που προφανώς δεν ήταν ευχαριστημένοι από τη ζωή τους στην πόλη ήταν η βαλβίδα ασφαλείας του πολιτεύματος. Ο Αριστοτέλης γράφει: «Αν και το πολίτευμα (ενν. των Καρχηδονίων) είναι ολιγαρχικό, κατορθώνουν άριστα να αποφεύγουν τις εξεγέρσεις (ενν. των φτωχών) στέλνοντας πάντοτε ένα μέρος του λαού με σκοπό τον πλουτισμό στις αποικίες τους. Με τον τρόπο αυτό θεραπεύουν τις αδυναμίες του πολιτεύματος και το σταθεροποιούν. Αυτό όμως είναι έργο της τύχης, ενώ τις εξεγέρσεις εναντίον του πολιτεύματος πρέπει να τις προλαμβάνει ο νομοθέτης». (σελ. 453 – 455).
 
(left) Museum of Bardo: Diana and Apollo hunting a crane (late IVth century); (right) Museum of Carthage: woman pouring roses into a basket (from private baths at Sidi-Ghrib, 25 miles from Carthage) (Vth century)
(left) Museum of Bardo: Diana and Apollo hunting a crane (late IVth century); (right) Museum of Carthage: woman pouring roses into a basket (from private baths at Sidi-Ghrib, 25 miles from Carthage) (Vth century)
 
Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 1ος

Φοβίες για το διαφορετικό; Σκέψου το πάλι.

Υπάρχει λίγο μίσος σε κάθε αγάπη και λίγη αγάπη σε κάθε μίσος

Ζούμε σε μια εποχή όπου η πρόσβαση από ένα γεωγραφικό σημείο του πλανήτη σε ένα άλλο, η μεταφορά αγαθών και η επικοινωνία δεν υπήρξαν ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία πιο άμεσα και δυνατά.

Ζούμε, επίσης, την εποχή όπου οι μετακινήσεις ανθρώπων μεταξύ πολλών διαφορετικών χωρών δεν υπήρξαν σε τέτοιο βαθμό εφικτές – με κάποιες εξαιρέσεις (π.χ. τη Β. Κορέα, τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, τις χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση).

Ζούμε και σε μια εποχή που η ποικιλία των σχέσεων των ανθρώπων δεν υπήρξε σε τόσο ευρεία κλίμακα τόσο πολυποίκιλη και ανοιχτά πιο αποδεχτή από πριν, κυριότατα στη Δύση.

Για παράδειγμα σήμερα, εκτός από την παραδοσιακή ή την πυρηνική οικογένεια, μιλάμε για τη μονογονεϊκή οικογένεια, για τις μικτές σχέσεις ή γάμο, για τις σχέσεις ίδιου φύλου ή και γάμο, για τη νόμιμη υιοθεσία παιδιών από ανθρώπους που έχουν ήδη βιολογικά δικά τους παιδιά, για ανθρώπους που παίρνουν διαζύγιο χωρίς να στιγματίζονται όσο παλιά, για σχέσεις συμβίωσης, για αυτοδιάθεση του σώματος, για σχέσεις ανθρώπων όπου το θρήσκευμα ή η εθνική ή η κοινωνική καταγωγή δεν έχει πρωταγωνιστικό και διχαστικό ρόλο.

Για όλη αυτή την ποικιλία σχέσεων χρειάστηκαν χρόνια ψυχοκοινωνικής εξέλιξης, προσπαθειών, κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Κι ένα κοινό χαρακτηριστικό και ζητούμενο όλων αυτών των προσπαθειών ήταν η έμπρακτη αποδοχή του Άλλου/Άλλης πέρα από φυλή, χρώμα, καταγωγή, φύλο, σεξουαλικούς προσανατολισμούς, θρησκεία.

Αυτό δεν μπορεί να είναι, κατά τη γνώμη μου, παρά μια μεγάλη και σημαντική κατάκτηση του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού. Οι αγώνες για την κατάκτηση και τη συστηματική νομιμοποίηση αυτών των αγαθών δεν απέχουν χρονικά και πολύ. Έλαβαν μέρος μόλις τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και γεωγραφικά κυρίως στη Δύση (π.χ. Γαλλία, Η.Π.Α) – και συνεχίζονται.

Όμως, σημερα, όχι και πολλά χρόνια μετά, μιλάμε για αύξηση του ρατσισμού, της ομοφοβίας, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας και άλλων περιοριστικών, φοβικών και πολεμοχαρών, κατά τη γνώμη μου αντιλήψεων, που διχάζουν κι εχθρεύουν τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς. Προκλήσεις και φαινόμενα περίπλοκα και πολυμέτωπα. Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθώ συνοπτικά κυρίως στην ψυχολογική διάσταση.

Από ψυχολογικής πλευράς τέτοιου είδους πεποιθήσεις συνήθως έχουν να κάνουν με το βαθμό ψυχοσυναισθηματικής ωριμότητας του ατόμου. Είναι γνωστό μέσα από έρευνες, ότι οι ηλικίες όπου ο άνθρωπος ανέχεται λιγότερο το διαφορετικό και του αρέσει να υιοθετεί απόλυτες και φανατικές αντιλήψεις είναι γύρω στα 5 κι έπειτα γύρω στα 7 με 8 έτη. Αυτές οι ηλικίες είναι σημαντικές για ένα παιδί, καθώς, οι απόλυτες ξεκάθαρες θέσεις το βοηθούν να βάλει βάσεις και να χτίσει το εγώ του και τα όριά του. Βρίσκεται κυρίως σε εγωκεντρικό στάδιο ανάπτυξης. Αργότερα, όμως, όταν ολοκληρώσει ικανοποιητικά αυτό το εξελικτικό στάδιο, ως υγιής έφηβος και μετά ενήλικας, θα καλείται να τα εξελίσσει και να τα ανασυνθέτει σε όλη την πορεία της ζωής του/της.

Ωστόσο, τι γίνεται όταν ένας ενήλικας έχει μείνει στην ηλικία π.χ. των 8 ψυχοσυναισθηματικά; Μια εκδοχή, για παράδειγμα, είναι ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι ένας κατά τα άλλα καλός/ή επαγγελματίας, σύντροφος, οικογενειάρχης, ανοιχτόμυαλος/η σε διάφορα άλλα δικά του/της θέματα, αλλά όταν έρχονται ζητήματα που αφορούν το διαφορετικό, τότε αυτά μπορεί να αντιμετωπίζονται όσο ανεπεξέργαστα και απλοϊκά το κάνει κι ένα παιδί γύρω στα 7 με 8 του/της χρόνια. Με ό,τι κινδύνους μπορεί αυτό να εμπεριέχει, καθώς είναι φανερό πως είναι διαφορετικό να επιδεικνύει τέτοιες συμπεριφορές ένα παιδί κι αλλιώς ένας ενήλικας. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο/η ενήλικας έχει και θέση άμεσης επιρροής σε μια κοινωνία (π.χ. είναι πολιτικός, εκπαιδευτικός, απονέμει δικαιοσύνη, εργάζεται στην πρόνοια κτλ).

Μια ακραία έκφραση αυτής της ψυχοσυναισθηματικής καθήλωσης μπορούμε να τη δούμε σήμερα, μεταξύ άλλων, π.χ. στο ρεύμα των Τζιχαντιστών (χωρίς ν’ αφήνω απέξω το ιστορικό, πολιτισμικό ή άλλο κοινωνικό υπόβαθρο του ζητήματος). Από μια άποψη, αν φανταστούμε αυτούς τους άνθρωπους ως οχτάχρονα παιδιά – κυρίως αγόρια – να μαζεύονται για παιχνίδι στη γειτονιά θα λέγαμε απλά κι ίσως με μια φυσικότητα ότι «παίζουν πόλεμο». Τι γίνεται, όμως, όταν αυτά τα ίδια παιδιά σε σώμα ενηλίκων έχουν πάρει τον πόλεμο τόσο στα σοβαρά; Και θεωρούν ότι μόνο αυτοί είναι σωστοί; Και αναφέρομαι σε όλες τις παρόμοιες και σε λιγότερο ακραίες ή φανερές εκδηλώσεις του ίδιου φαινομένου ανά τον κόσμο και σήμερα και στην πρόσφατη ιστορία.

Είναι, λοιπόν, νομίζω πολύτιμο να δούμε με τι τρόπους μπορούν έμπρακτα να αντιμετωπιστούν τέτοια φαινόμενα.

Όπως οι περισσότερες φοβίες, έτσι και οι φοβίες για το διαφορετικό φαίνεται ότι συχνά μπορούν να περιοριστούν με την ανάλογη παροχή βιωματικής παιδείας. Όταν η παιδεία και η εκπαίδευση που παρέχεται στα παιδιά είναι μη-φοβική, βασίζεται περισσότερο στην καλλιέργεια της εμπιστοσύνης, είναι σφαιρική παρά αποσπασματική, τότε δίνεται τα παιδιά η δυνατότητα να αφουγκραστούν και τα ανάλογα μηνύματα.

Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει και μη-φοβικούς εκπαιδευτικούς, οι οποίοι/ες έχουν δουλέψει αρχικά με τον εαυτό τους πάνω σε αυτά τα ζήτήματα π.χ. μέσω ψυχοθεραπείας. Η κοινωνική παιδεία πέρα από το σχολείο μπορεί, επίσης, να έχει σημαντικό ρόλο στον περιορισμό τέτοιων φαινομένων, π.χ. μέσω επιμόρφωσης.

Επίσης, έχει βρεθεί ότι όταν οι άνθρωποι γνωρίσουν οι ίδιοι και έρθουν σε θετική προσωπική επαφή και επικοινωνία με κάποιον/α που αλλιώς θα απέρριπταν για ρατσιστικούς λόγους συχνά αναθεωρούν τις ρατσιστικές τους τάσεις και μπορούν να γίνουν πιο δεκτικοί.

Κάποιες φόρες μια βαθιά ντροπή για το διαφορετικό το εμποδίζει να αποκτήσει φωνή. Η ψυχανάλυση μας λέει ότι τη φωνή που πνίγει κανείς μέσα του ή που την μισεί ή που δεν του αρέσει και τη θεωρεί μόνο «ξένη», μπορεί να θελήσει να την καταπνίξει και έξω του, οπουδήποτε αλλού την βλέπει να εκδηλώνεται. Ακόμη κι αν είναι φωνή θετική.

Μια άλλη πλευρά, λοιπόν, είναι ότι οι φοβίες για το διαφορετικό κάποιες φορές φωλιάζουν μέσα μας. Έχουν να κάνουν με την πεποίθηση και με τις προσδοκίες από τον εαυτό μας να είμαστε ένα πράγμα και μόνο. Π.χ. «μόνο καλοί», «μόνο αγνοί», «μόνο σωστοί», «μόνο αποδεχτοί», «μόνο ανατρεπτικοί», «μόνο αυτό ή μόνο εκείνο», κοκ. Δηλαδή να μην αναγνωρίζουμε τις διαφορετικές μας πτυχές.

Ωστόσο, ένα παράδοξο που έχει να μας διδάξει η διαλεκτική συλλογιστική είναι ότι οποιαδήποτε αξία κι αν έχουμε, αν την υποστηρίζουμε μονόπλευρα τότε αυτή μετατρέπεται στο αντίθετό της.

Μήπως, λοιπόν, αξίζει να το ξανασκεφτείς;
Μήπως αξίζει να το ξανασκεφτούμε;

Αιγέας ο Μυθικός Βασιλιάς της αρχαίας Αθήνας

Ο Αιγέας ήταν ο ένατος στη σειρά μυθικός βασιλιάς της αρχαίας Αθήνας, όπου βασίλεψε γύρω στον 13ο αιώνα. Καταγόταν απ' ευθείας από τη γενιά του Ερεχθέα. Ήταν γιος του Πανδίων και της Πυλίας, θυγατέρας του βασιλιά των Μεγάρων Πύλαντα, και αδερφός του Νίσου, του Πάλλαντα και του Λύκου. Ο πατέρας του ήταν βασιλιάς της Αθήνας, αλλά τον είχαν εκθρονίσει οι Μητιονίδες κι αυτός είχε καταφύγει στα Μέγαρα.Μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Αιγέας κατόρθωσε να γυρίσει στην Αθήνα και να ανακτήσει την εξουσία.Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Αιγέας είχε την ατυχία να μη μπορεί να αποκτήσει παιδί ή ότι αποκτούσε παιδιά αλλά μόνο κορίτσια και γι' αυτό ήθελε να αποκτήσει ένα αγόρι. Νομίζοντας πως η αιτία ήταν κάποιος θυμός της θεάς Αφροδίτης, ίδρυσε στην Αθήνα το πρώτο ιερό καθιερώνοντας έτσι τη λατρεία της Ουράνιας Αφροδίτης. Ωστόσο ο πόθος του δεν εκπληρώθηκε. Απελπισμένος πήγε στο Μαντείο των Δελφών να ζητήσει συμβουλή. Εκεί η Πυθία τού έδωσε το χρησμό που πήρε από τη Θέμιδα.

Ο χρησμός έλεγε: Ασκού τον προύχοντα πόδα, μέγα φέρτατε λαών, μη λύσης, πριν εις άκρον Αθηναίων αφίκειας δηλαδή "Μη λύσεις το προεξέχον πόδι του ασκού, μεγάλε αρχηγέ των λαών, πριν φτάσεις στο δήμο των Αθηναίων". Ο ασκός που ανέφερε ο χρησμός ήταν το ασκί, όπου έβαζαν κρασί οι αρχαίοι, και το πόδι που προεξείχε ήταν το μέρος απ' όπου το γέμιζαν. Και ήθελε να πει πως δεν έπρεπε να πιει πολύ κρασί και να μεθύσει πριν φτάσει στην πατρίδα του. Αλλά ο Αιγέας, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, δεν κατάλαβε τη σημασία του χρησμού γι' αυτό πήγε στον Πιτθέα, το βασιλιά της Τροιζήνας, που ήταν σοφός και ζήτησε τη γνώμη του. Πρωτύτερα όμως συνάντησε στην Κόρινθο τη Μήδεια, η οποία κατάλαβε το νόημα του χρησμού αλλά δεν του φανέρωσε την αλήθεια. Ο Πιτθέας μάντεψε το χρησμό αλλά δεν έδωσε την πραγματική εξήγηση στον Αιγέα. Το ίδιο βράδυ οργάνωσε στο παλάτι του λαμπρό βασιλικό γλέντι για να διασκεδάσει την κακοκεφιά του Αθηναίου βασιλιά. Στο τραπέζι ανοίχτηκαν ασκιά με διαλεχτά κρασιά και η κόρη του Πιτθέα, η πεντάμορφη βασιλοπούλα Αίθρα, κερνούσε συνέχεια τον Αιγέα ώσπου τον μέθυσε. Έτσι μεθυσμένο τον πάντρεψε ο Πιτθέας με την Αίθρα, θέλοντας έτσι ν' αποκτήσει εγγονό και διάδοχο ισχυρού πατέρα.

Όταν ξεμέθυσε ο Αιγέας και κατάλαβε την πονηριά του Πιτθέα, άφησε την Αίθρα κι έφυγε μόνος του για την Αθήνα. Πριν φύγει είπε στην Αίθρα ότι αν από το γάμο τους γεννηθεί γιος, να τον αναθρέψει αντάξια του πατέρα του χωρίς να φανερώσει την ταυτότητά του, και όταν μεγαλώσει και γίνει έφηβος να έρθει στην Αθήνα να τον συναντήσει. Λέγοντας αυτά στην Αίθρα, ο Αιγέας την οδήγησε στο δρόμο προς την Ερμιόνη, όπου υπήρχε μία μεγάλη πέτρα, ο "βωμός του Σθενίου Διός", δηλαδή βωμός του δυνατού Δία, όπως την ονόμαζαν. Κάτω από την πέτρα αυτή, ο Αιγέας τοποθέτησε το ξίφος και τα σανδάλια του λέγοντας στην Αίθρα ότι όταν ο γιος τους σηκώσει αυτή την πέτρα, να φορέσει τα σανδάλια και να ζωστεί το ξίφος ώστε όταν έρθει στην Αθήνα να μπορέσει να τον αναγνωρίσει.

Φτάνοντας στην Αθήνα, ο Αιγέας σε λίγο καιρό έμπλεξε σε πόλεμο με τον πανίσχυρο βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα, ο οποίος έφτασε με τα καράβια και το στρατό του, κατέλαβε τα Μέγαρα και πολιόρκησε την Αθήνα. Ο πόλεμος αυτός είχε ως αιτία τη δολοφονία του Ανδρόγεω, γιου του Μίνωα, από τους Αθηναίους, επειδή τους είχε νικήσει στα αγωνίσματα μιας αθλητικής γιορτής ανάμεσα σε Κρήτες και Αθηναίους, όπως γίνονταν συχνά. Οι αρχηγοί των Αθηναίων κατέφυγαν τότε στο Μαντείο των Δελφών, ζητώντας τη συμβουλή των θεών για να σωθούν. Μα η Πυθία τούς απάντησε πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να δεχτούν τους όρους του Μίνωα. Μπροστά στον κίνδυνο μιας φοβερής καταστροφής, ο Αιγέας συνθηκολόγησε με τον Μίνωα, ο οποίος επέβαλε βαρύτατο φόρο για τους Αθηναίους: εφτά κοπέλες και εφτά νέοι από τις καλύτερες οικογένειες, έπρεπε να στέλνονται κάθε χρόνο στην Κρήτη για να παραδίδονται ως τροφή σ' ένα φοβερό θηρίο, τον Μινώταυρο.

Λίγο καιρό μετά, έφτασε στο παλάτι του Αιγέα η Μήδεια ζητώντας φιλοξενία. Απελπισμένος ο Αιγέας που δεν είχε γιο και από τον πόλεμο με τους εχθρούς του, εξομολογήθηκε τον πόνο του στη Μήδεια. Η Μήδεια τού είπε ότι αν την παντρευόταν θα του έκανε γιο. Και πραγματικά, λίγο καιρό αργότερα, ο Αιγέας από το γάμο του με τη Μήδεια απόκτησε ένα γιο, που τον ονόμασε Μήδο.Στο μεταξύ η Αίθρα απόκτησε κι εκείνη ένα γιο, που δεν ήταν άλλος από τον ήρωα Θησέα. Όταν ο Θησέας έγινε 16 χρονών, ξεκίνησε από την Τροιζήνα για την Αθήνα για να ανταμώσει τον Αιγέα, χωρίς να γνωρίζει πως ήταν ο πατέρας του. Αφού στη διαδρομή έκανε πολλά και διάφορα κατορθώματα, έφτασε στο παλάτι φορώντας τα σανδάλια και το σπαθί του πατέρα του, τα οποία βρήκε σηκώνοντας τη βαριά πέτρα. Η Μήδεια είχε αποφασίσει να δηλητηριάσει τον Θησέα αλλά όταν ο Αιγέας αναγνώρισε το γιο του, τον αγκάλιασε και έδιωξε από το παλάτι τη Μήδεια και τον Μήδο.

Ο Αιγέας ενημέρωσε το γιο του για τον βαρύ φόρο αίματος που πλήρωνε στον Μίνωα, και ο Θησέας αποφάσισε τότε να απαλλάξει τους Αθηναίους από τον φρικτό αυτό φόρο. Έτσι ξεκίνησε για την Κρήτη με σκοπό να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Καθώς τα πανιά στο καράβι ήταν μαύρα, λόγω του φόρου αίματος, ο Αιγέας ζήτησε ότι αν ο γιος του πετύχει στην αποστολή του και επιστρέψει ζωντανός, να σηκώσουν στην επιστροφή άσπρα πανιά. Όμως ενώ ο Θησέας πέτυχε στην αποστολή του, πάνω στη χαρά τους ούτε ο ίδιος ούτε ο πλοίαρχος θυμήθηκαν να αλλάξουν τα πανιά. Όταν ο Αιγέας είδε από το Σούνιο να φτάνει το καράβι με μαύρα πανιά, νόμισε ότι ο Θησέας ήταν νεκρός και πάνω στην απελπισία του ρίχτηκε στη θάλασσα και σκοτώθηκε. Από τότε η θάλασσα ονομάστηκε Αιγαίο Πέλαγος.

Πως χάθηκαν οι 6 διαστάσεις που διέθετε κάποτε ο σημερινός τρισδιάστατος κόσμος μας

Ένα μακροχρόνιο αίνιγμα της θεωρίας των υπερχορδών, μια αμφιλεγόμενη αλλά δημοφιλής θεωρία, γιατί το σύμπαν έχει μόνο τρεις διαστάσεις κι όχι εννέα, λύθηκε με τη βοήθεια προσομοίωσης σε ένα υπερ-υπολογιστή.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί πραγματικά να φανταστεί έναν χώρο με περισσότερες από τρεις διαστάσεις. Όμως, οι θεωρητικοί λένε ότι δεν υπάρχει μαθηματικός λόγος που δεν μπορούν να υπάρξουν περισσότερες τέτοιες κατευθύνσεις.

Πράγματι, η θεωρία των υπερχορδών επιμένει ότι υπάρχουν. Αυτό που τους κάνει να το υποστηρίζουν είναι ότι αυτό το μοντέλο καταφέρνει να προσφέρει μια ενιαία εξήγηση για διαφορετικά ανόμοια δομικά στοιχεία της φύσης και φυσικές δυνάμεις.
Η θεωρία των υπερχορδών θεωρεί ότι τα στοιχειώδη σωματίδια της φύσης, είναι μικροσκοπικές χορδές και ο τρόπος που πάλλονται δημιουργούν τα σωματίδια που βλέπουμε.

Η θεωρία των υπερχορδών – η οποία στην πραγματικότητα είναι μία από τις πολλές εκδοχές της θεωρίας χορδών – υποστηρίζει ότι τα σωματίδια της φύσης μπορούν όλα να εκπροσωπούνται από τους διαφορετικούς τρόπους που πάλλονται μικροσκοπικές χορδές σε πολλές διαστάσεις.
Μια συχνή αντίρρηση στη θεωρία των χορδών είναι ότι είναι μη-ελέγξιμη, μια κριτική που οι υποστηρικτές της θεωρίας συχνά αμφισβητούν, αν και δεν έχει περάσει καμία πραγματική δοκιμασία (έλεγχο) με ευρεία συμφωνία των φυσικών.

Ένα πράγμα που οι περισσότεροι φυσικοί συμφωνούν είναι ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε με μία έκρηξη σε ένα απειροελάχιστο σημείο. Αρκετές παρατηρήσεις, που περιλαμβάνουν και ότι το σύμπαν συνεχώς επεκτείνεται σαν συνέχεια αυτής της αρχέγονης έκρηξης, υποστηρίζουν αυτή την ιδέα – το λεγόμενο Bin Bang. Ωστόσο, οι επιστήμονες δεν ήταν σε θέση έως τώρα να διευκρινίσουν λεπτομερώς τον τρόπο που συνέβη αυτό το «Big Bang».

Στη θεωρία των υπερχορδών, μία από τις επιτρεπόμενες δονήσεις των χορδών αντιστοιχεί σε ένα σωματίδιο που μεταφέρει τη δύναμη της βαρύτητας. Οι συνήγοροι των υπερχορδών λένε πως αυτό το χαρακτηριστικό οδηγεί σε ένα άλλο πλεονέκτημα: φέρνει τα στοιχειώδη σωματίδια ως μία ομάδα κάτω από την ομπρέλα της γενικής θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν – ένα εξαιρετικά ισχυρό μοντέλο του σύμπαντος, αλλά δυστυχώς αυτό περιγράφει κυρίως τη βαρύτητα και δυσκολεύεται να φωτίσει τον κόσμο των υποατομικών σωματιδίων. Επεκτείνοντας την εμβέλεια της γενικής σχετικότητας σε αυτό το μικροσκοπικό επίπεδο, οι ερευνητές πιστεύουν ότι μπορούν να εισχωρήσουν πιο βαθιά στη φύση του Big Bang.

Ένα υπόλοιπο ανεπίλυτο ζήτημα ήταν ότι οι υπολογισμοί δεν ήταν σε θέση να εξηγήσουν τις επιπλοκές που προκύπτουν από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χορδών.

Στη νέα μελέτη, τρεις φυσικοί που δουλεύουν στον μεγάλο επιταχυντή των πανεπιστημίων Shizuoka και Osaka, δήλωσαν ότι ανέπτυξαν μια μαθηματική μέθοδο για να ξεπεραστεί το τελευταίο αυτό πρόβλημα. Έτσι, με αυτή τη μέθοδο κατάφεραν να προσομοιώσουν τη γέννηση του σύμπαντος, σαν να είχε αρχίσει με εννέα χωρικές διαστάσεις, όπως ισχυρίζεται η θεωρία των υπερχορδών.
Καθώς η προσομοίωση συνεχίστηκε, τρεις από αυτές τις διαστάσεις αποδείχθηκε ότι υποβάλλονται σε μια διαστολή γεγονός που τους επέτρεψε να γίνουν ορατές σήμερα, αναφέρουν οι επιστήμονες. Οι υπόλοιπες διαστάσεις παραμένουν κρυμμένες. Οι θεωρητικοί των χορδών θεωρούν ότι οι αόρατες πρόσθετες χωρικές διαστάσεις είναι διπλωμένες, έτσι ώστε να γίνονται σημαντικές μόνο σε μικροσκοπικές κλίμακες.

Το περιεχόμενο της έρευνας
Σε αυτή τη μελέτη, η ομάδα δημιούργησε μία μέθοδο για τον υπολογισμό μεγάλων πινάκων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τις αλληλεπιδράσεις των χορδών, και υπολόγισαν πως ο χώρος με τις 9 διαστάσεις αλλάζει με τον χρόνο.

Αν κάποιος πάει αρκετά πίσω στο χρόνο, ο χώρος πράγματι εκτεινόταν σε 9 διευθύνσεις, αλλά στη συνέχεια κάποια στιγμή μόνο 3 από αυτές τις κατευθύνσεις άρχισαν να αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς. Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει, για πρώτη φορά, ότι ο 3-διάστατος χώρος που ζούμε στην πραγματικότητα αναδύεται από ένα 9-διάστατο χώρο που προβλέπει η θεωρία των υπερχορδών. Έτσι, τα νέα ευρήματα υποστηρίζουν τη θεωρία των υπερχορδών.

Οι τρεις ερευνητές έκαναν προσομοιώσεις με τον υπερυπολογιστή Hitachi SR16000 (θεωρητική ισχύς 90 Terra Flops) στο Πανεπιστήμιο του Κιότο. Τέλος, η έρευνα θα μπορούσε, να επεκταθεί και να βοηθήσει ώστε να εξηγήσει επιπλέον μυστήρια της φύσης, όπως γιατί το σύμπαν διαστέλλεται με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, πιστεύουν οι ερευνητές.

Η σημασία της έρευνας είναι μεγάλη γιατί καθιερώνει τη χρήση των υπερυπολογιστών για την ανάλυση της θεωρίας των υπερχορδών. Επίσης, θα πρέπει πλέον να είναι δυνατόν να μας προσφέρουν μια θεωρητική κατανόηση του πληθωρισμού, που πιστεύεται ότι έλαβε χώρα στις απαρχές του σύμπαντος και αναπτύχθηκε σαν θεωρία από τους Katsuhiko Sato και Alan Guth ανεξάρτητα στις αρχές του 1980, αλλά και την επιτάχυνση της διαστολής του σύμπαντος, που η ανακάλυψη της έδωσε το βραβείο Νόμπελ Φυσικής στον Saul Perlmutter.

Αναμένεται ότι θα αναπτυχθεί κι άλλο η θεωρία των υπερχορδών και να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επίλυση τέτοιων γρίφων της σωματιδιακής φυσικής, όπως η ύπαρξη της σκοτεινής ύλης που προτείνεται από αστρονομικές παρατηρήσεις και το σωματίδιο Higgs, το οποίο αναμένεται να ανακαλυφθεί από τα πειράματα στον LHC.

Τα αποτελέσματα της έρευνας πρόκειται να δημοσιευθούν στο περιοδικό Physical Review Letters.

Εκπληκτικά σχέδια χαραγμένα σε φύλλα δέντρων!

Ο εξηντάχρονος σήμερα Huang Taisheng, είναι ο εμπνευστής μιας νέας μορφής τέχνης, που λέγεται εγχάραξη σε φύλλα δέντρων. Είχε την ιδέα περίπου 25 χρόνια πριν, όταν είδε ένα φύλλο φαγωμένο από σκουλήκια που έμοιαζε με χάρτη. Κάθε χρόνο πλέον, όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες ασχολούνται με την περίεργη και δύσκολη αυτή τέχνη.
Το να χαράξει κανείς ένα φύλλο δεν είναι εύκολο. Τα φρέσκα φύλλα είναι μαλακά και εύθραυστα. Έτσι, οι πρώτες προσπάθειες του Huang Taisheng κατέληξαν σε αποτυχία. Όμως, με τον καιρό και με τη βοήθεια αρκετών ειδικών, κατέληξε σε ένα διάλυμα το οποίο σε συνδυασμό με μια σειρά πολλών άλλων διαδικασιών, προσδίδει ικανοποιητική αντοχή στα φύλλα.
Ο Huang Taisheng έχει βραβευτεί από τα ρεκόρ Guinness για τα πρωτότυπα δημιουργήματά, ενώ πολλά από τα έργα του (όπως και άλλων πλέον καλλιτεχνών) κοσμούν διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο.
Απολαύστε κάποια από αυτά στις φωτογραφίες που ακολουθούν.









Στα πανεπιστήμια του Τέξας επιτρέπονται τα όπλα, όχι όμως οι δονητές!

Παρά τα συχνά τραγικά περιστατικά με πυροβολισμούς σε αμερικανικά σχολεία και πανεπιστήμια, στο Τέξας από την 1η Αυγούστου 2016 όσοι έχουν άδεια οπλοφορίας, θα μπορούν να κουβαλούν μαζί τους το όπλο τους στα πανεπιστημιακά κάμπους. Αντιδρώντας σε αυτό, ομάδα φοιτητών του Τέξας προχωρά σε μια πρωτότυπη διαμαρτυρία, που οργανώνει η 24χρονη Τζέσικα Τζιν από το Πανεπιστήμιο του Τέξας: στις 24 Αυγούστου 2016 φοιτητές και όσοι άλλοι θέλουν να συμμετάσχουν στην κίνηση, θα μπουν στο πανεπιστήμιο έχοντας δέσει στην τσάντα τους έναν δονητή.

Η κίνηση έχει στόχο να καταδείξει τον εξής παραλογισμό: από την 1η Αυγούστου είναι νόμιμη η οπλοφορία μέσα στο πανεπιστημιακό κάμπους, αλλά δεν είναι νόμιμο το να έχει κανείς μαζί του έναν δονητή η οποιοδήποτε άλλο σεξουαλικό παιχνίδι, καθώς τα αντικείμενα αυτά θεωρείται ότι προσβάλλουν τη δημόσια αιδώ, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα του Τέξας. Για τον λόγο αυτό η Τζέσικα Τζιν προειδοποιεί όσους λάβουν μέρος στη διαμαρτυρία ότι μπορεί να τιμωρηθούν με πρόστιμο 500 δολαρίων για πλημμέλημα. Πάντως, εάν η διαμαρτυρία συγκεντρώσει πολλές συμμετοχές, θα γίνει προσπάθεια να βρεθεί χορηγία από κατασκευαστή δονητών, λέει η Τζιν. Μέχρι στιγμής έχουν δηλώσει συμμετοχή 4.600 άτομα.

Οι δονητές βγάζουν στην επιφάνεια βαθύτερα θέματα που σχετίζονται με τα όπλα, λέει η Τζιν και εξηγεί: Οι δονητές θα καταδείξουν την αυνανιστική φύση της εξουσίας που αντλούν οι άνθρωποι από την κατοχή όπλων.

Είναι οι άνθρωποι που έχουν μπλε μάτια... μεταλλαγμένοι;

Είναι αλήθεια πως τα πράσινα και τα γαλανά μάτια είναι πολύ πιο ελκυστικά. Εκτός κι αν τραγουδάς το "μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρα κατσαρά μαλλιά". Πώς όμως έχει αποκτήσει ο γαλανομάτης αυτού του κόσμου τόσο "μυστικισμό" γύρω από τη δύναμή τους (βλ, βασκανία), αλλά και το μυστήριο της γέννησης ενός παιδιού με γαλανά μάτια, όταν και οι δύο γονείς τους έχουν χρώμα ματιών καστανό.

Στην ανθρώπινη ιστορία, φαίνεται πως τα ανοιχτόχρωμα μάτια είναι πολύ πρόσφατη υπόθεση. Αρχικά, οι επιστήμονες υποθέτουν πως όλοι οι πρόγονοί μας είχαν σκουρόχρωμες κόρες οφθαλμών και δεν ήταν παρά πριν από 10.000 χρόνια που γαλανομάτηδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στην επιφάνεια της γης. Σήμερα το 20% με 40% των Ευρωπαίων έχουν γαλάζια μάτια. Τι συνέβη όμως;

Η γενετική μετάλλαξη

Η εξήγηση που δίνουν ορισμένοι επιστήμονες, είναι πως τα γαλανά μάτια προέκυψαν από μια γενετική μετάλλαξη. Το χρώμα καθορίζεται από τον αριθμών χρωστικών ουσιών που έχει κανείς στην ίριδα του ματιού. Όσο περισσότερες οι χρωστικές, το χρώμα γίνεται πιο σκούρο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση προκύπτει πράσινη και γαλάζια απόχρωση. Τι είναι όμως εκείνο που καθορίζει αυτή τη συγκέντρωση χρωστικών στην ίριδα; Η γενετική. Τα δύο βασικά γονίδια για το συγκεκριμένο σκοπό είναι το HERC2 και το OCA2.

Το HERC2 λειτουργεί σαν διακόπτης ώστε να ενεργοποιηθεί το γονίδιο OCA2, με το τελευταίο να ενεργοποιεί με τη σειρά του πρωτεΐνες, οι οποίες και δίνουν τις συγκεκριμένες χρωστικές. Αν ένα από τα παραπάνω γονίδια είναι μεταλλαγμένο, όλη η διαδικασία διαταράσσεται και έτσι δεν παράγονται χρωστικές. Όπως σε κάθε ζήτημα γενετικής, όλοι έχουν ένα ζεύγος από κάθε γονίδιο στο σώμα τους. Αν λοιπόν ένα από αυτά τα ζευγάρια είναι μεταλλαγμένο, τότε μπορεί ενώ ένας άνθρωπος έχει καστανά μάτια να μεταδώσει μέσω του μεταλλαγμένου γονιδίου την πιθανότητα στον απόγονό του να έχει γαλάζια ή ανοιχτόχρωμα μάτια. Αυτό φυσικά στην περίπτωση που και οι δύο γονείς έχουν το συγκεκριμένο μεταλλαγμένο γονίδιο, το οποίο μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, ακόμη και αν παραμένει... κρυμμένο.

Μάλιστα, έρευνα του πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης σε άτομα με γαλανά μάτια, έδειξε πως το 99.9% αυτών είχαν μια συγκεκριμένη μετάλλαξη στο OCA2 γονίδιο, γεγονός πως οδηγεί στο συμπέρασμα πως πιθανότατα όλοι τους έχουν ένα κοινό πρόγονο, από τον οποίο προέκυψε το "δώρο" των γαλανών ματιών.

Πως να αλλάξεις την αρνητική εικόνα που έχεις για το σώμα σου (και να απολαύσεις το sex!)

Οι περισσότερες γυναίκες δεν είναι ευχαριστημένες με το σώμα τους. Άλλες θα ήθελαν πιο επίπεδη κοιλιά, άλλες μεγαλύτερο στήθος, άλλες πιο λεπτά πόδια, άλλες νιώθουν ντροπή για τις ραγάδες που έχουν, και ο κατάλογος μπορεί να γίνει πραγματικά πολύ μακρύς. Είναι όλα αυτά δείγματα γυναικών με  αρνητική εικόνα σώματος. Γίνεται άραγε αυτό το γεγονός να μετατραπεί σε εμπόδιο για το σεξ; Ναι, δυστυχώς γίνεται! Εντυπωσιακό είναι πως η αρνητική εικόνα σώματος έχει πιο έντονα αρνητική επίδραση στο σεξ από όση έχει η σωματική αλλαγή που δέχεται μία γυναίκα στην κλιμακτήριο, αλλά και στην εμμηνόπαυση.
 
Μεγάλος αριθμός ερευνών έχει αποδείξει ότι το "πως βλέπω το σώμα μου" και η σεξουαλική ευχαρίστηση είναι παράγοντες άμεσα συνδεδεμένοι Πιο συγκεκριμένα, πάνω από το 50% των γυναικών περιορίζουν, καθυστερούν ή αποφεύγουν το σεξ εξαιτίας των αρνητικών σκέψεων που κάνουν για το σώμα τους.
 
Έχει γίνει το σώμα μου πρόβλημα για τη σεξουαλική μου ζωή;
 
Κοίταξε τις παρακάτω ερωτήσεις και σκέψου:
 
●     Προτιμάς να κάνεις σεξ με ελάχιστο ή καθόλου φως;
 
●     Αποφεύγεις να είσαι εντελώς γυμνή κατά τη διάρκεια του σεξ;
 
●     Έχετε συγκεκριμένες στάσεις και αποφεύγεις όσες νιώθεις πως θα σε κολακεύουν στα μάτια του συντρόφου σου;
 
●     Έχεις μόνιμη σκέψη πως ο σύντροφός σου θα δει ή θα αγγίξει συγκεκριμένα σημεία του σώματός σου όσο κάνετε σεξ;
 
●     Σκέφτεσαι πως θα έκανες καλύτερο σεξ αν έχανες κάποια κιλά;
 
●     Τσακώνεστε σχετικά με το πόσο συχνά κάνετε σεξ;
 
●     Όσο κάνεις σεξ παρατηρείς ότι έχεις φουσκωμένη κοιλιά ή πεσμένο στήθος;
 
●     Συχνά αποφεύγεις το σεξ για να μην ζήσεις μία ακόμη συνεύρεση γεμάτη άγχος;
 
●     Το μυαλό σου επιμένει στις ιδέες αρνητικές σκέψεις γύρω από το σώμα σου τόσο που να μην σε αφήνει να απολαμβάνεις το σεξ;
 
Αν απαντάς θετικά στις περισσότερες από αυτές τις ερωτήσεις, τότε ναι, η εικόνα που έχεις για το σώμα σου ξεκινά ή έχει ήδη γίνει εμπόδιο στη σεξουαλική σου ζωή.
 
Μπορώ να το ξεπεράσω;
 
Μπορείς! Αρχικά, θα παρατηρήσω πως πρόκειται για τη δική σου αίσθηση και τις δικές σου σκέψεις που σε κάνουν να κλείνεσαι και να αποφεύγεις το σεξ. Συνεπώς, προτού σκεφτείς πως πρέπει να αλλάξεις το σώμα σου με εξαντλητικές δίαιτες και ασκήσεις στο γυμναστήριο, επικεντρώσου στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι εσύ το σώμα σου. Είναι όντως το σώμα σου στην τραγική κατάσταση που έχεις πιστέψεις ή έχεις φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα μετά από λεπτομερή μελέτη και σύγκριση του σώματός σου με όσα προβάλλονται σαν ‘ιδανικές αναλογίες’ και ΄πρότυπα ομορφιάς’;
 
Επιπλέον, η διαρκής ανησυχία σου σχετικά με το σώμα σου, μοιραία θα συνεχιστεί και στο σεξ. Οι αρνητικές σκέψεις που κάνεις κατά τη διάρκεια του σεξ, δεν εμφανίζονται μόνο τότε. Πρόκειται για ένα μοτίβο αρνητικών σκέψεων που υπάρχει στο μυαλό σου σχεδόν όλη την ημέρα και δεν διακόπτεται, αλλά γίνεται πιο έντονο και γρήγορο όταν είσαι γυμνή και τόσο κοντά με τον σύντροφό σου. Για αυτό, σου προτείνω να παρατηρήσεις πότε σε επισκέπτονται αυτού του είδους οι σκέψεις (εκτός σεξ) και με ψυχραιμία να τις ακούσεις και να αμφισβητήσεις όσες και όσο μπορείς με λογικά επιχειρήματα όπως “Πόση πραγματικά σημασία έχουν αυτά τα 5 κιλά που έχω πάρει;”, “Με επηρεάζει στα αλήθεια το ότι τα μάγουλά μου είναι πιο φουσκωμένα από ότι ήταν πριν από 8 μήνες;”.
 
Δες σαν κίνητρο πως, αποδεδειγμένα, οι γυναίκες που νιώθουν λιγότερη ανασφάλεια για το σώμα τους απολαμβάνουν το σεξ σε υψηλότερα επίπεδα, έχουν μεγαλύτερη συχνότητα επαφών και αγγίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά οργασμού. Αυτό συμβαίνει καθώς την ώρα του σεξ έχουν τη δυνατότητα να αφεθούν και να απολαύσουν με όλες τις αισθήσεις τους τις στιγμές που περνάνε με τους συντρόφους τους αντί να σκέφτονται ξανά και ξανά “Λες να είδε πως έχω κυτταρίτιδα;” ή “Μήπως παρατήρησε πως οι γλουτοί μου είναι πλαδαροί;”.
 
Δώσε στον εαυτό σου την ευκαιρία να απολαύσει πλήρως τις επόμενες σεξουαλικές σου επαφές, πετώντας το περιττό άγχος.

Το αίνιγμα του πρωτονίου: ένα πρόβλημα στην καρδιά του ατόμου

protonΝομίζαμε ότι είχαμε κατανοήσει τα πρωτόνια, τούτα όμως τα θεμέλια των πυρήνων μπορεί να αναστατώσουν τις θεωρίες της σωματιδιακής φυσικής.
 
Στα 1029 χρόνια ζωής ενός πρωτονίου, τα 10 χρόνια είναι απλώς μια απειροελάχιστη στιγμή. Αυτά τα απίστευτα σταθερά σωματίδια, τα θεμέλια του πυρήνα, δεν είναι επιρρεπείς στην παρακμή και την διάσπαση όπως κάποια άλλα υποατομικά σωματίδια τους. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις μας, ένα πρωτόνιο θα επιβιώσει για περισσότερο από 1029 χρόνια – πάνω από ένα δισεκατομμύριο του δισεκατομμυρίου φορές την ηλικία του σύμπαντος.
Δέκα χρόνια όμως πέρασαν για να αποδείξει ο Randolph Pohl και οι συνεργάτες του ότι το πρωτόνιο δεν είναι ό,τι φαίνεται. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων τους στο Ινστιτούτο Paul Scherrer (PSI) της Ελβετίας, δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2010. Το πρωτόνιο δεν έγινε ξαφνικά λιγότερο σταθερό. Αλλά ήταν αρκετά μικρότερο από αυτό που θεωρητικά έδειξαν τα προηγούμενα πειράματα.
Στον υπερακριβή κόσμο της υποατομικής φυσικής, αυτό ήταν δυναμίτης. Ακολούθησε λοιπόν μια καταιγίδα αγωγών και αντεκλήσεων μεταξύ των φυσικών. Αλλά ενώ τώρα τελειώνουν οι απλούστερες εξηγήσεις, φαίνεται ότι η μυστηριώδης συρρίκνωση του πρωτονίου έχει ανοίξει μια ‘τρύπα’ στην κατανόηση μας για την λειτουργία των ατόμων.
Τα κατορθώματα των πρωτονίων, όπως και όλων των φορτισμένων σωματιδίων, εξηγούνται από την κβαντική ηλεκτροδυναμική, ή QED. Μία πτυχή που περιγράφει αυτή η θεωρία είναι πώς μεταδίδεται η ηλεκτρομαγνητική δύναμη, με τη βοήθεια των φωτονίων (διαδότες της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης), με αποτέλεσμα να αναγκάζει τα αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια σε τροχιά γύρω από τα θετικά φορτισμένα πρωτόνια. Με αυτό τον τρόπο καθιστά δυνατή την ύπαρξη των ατόμων. Βαθύτερα μέσα στον πυρήνα βρίσκεται το βασίλειο της κβαντικής χρωμοδυναμικής ή QCD, που περιγράφει πώς τα πρωτόνια και τα παρόμοια σωματίδια αποτελούνται από μικρότερα σωματίδια – τα κουάρκ – καθώς και γκλουόνια, που συνδέουν αυτά τα κουάρκ μαζί. Μαζί, οι δύο θεωρίες QED και QCD είναι οι δύο πυλώνες του Καθιερωμένου Μοντέλου της Σωματιδιακής Φυσικής.
Η εσωτερική ζωή των πρωτονίων είναι γνωστό ότι είναι σκοτεινή και αδιαπέραστη. Προς τα έξω, όμως, όλοι φαίνεται όμορφα και φωτεινά. Πάρτε για παράδειγμα την ακτίνα του πρωτονίου, της οποίας η αποδεκτή τιμή έχει κανονιστεί χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικά είδη μετρήσεων. Με το πρώτο, η άμεση προσέγγιση είναι να πυροβολούν ηλεκτρόνια στη κατεύθυνση των πρωτονίων. Μετρώντας σε ποιο σημείο αυτά τα ηλεκτρόνια ξεκινούν την προς τα πίσω αναπήδηση τους, μπορούμε έτσι να πάρουμε μια ιδέα που τα ηλεκτρόνια συναντούν την ασαφή μπάλα του φορτίου των πρωτονίων.
 
Σκανταλιές των μιονίων
Η δεύτερη προσέγγιση περιλαμβάνει τη μέτρηση των ενεργειακών επιπέδων της τροχιάς των ηλεκτρονίων που περιβάλλουν το κεντρικό πρωτόνιο στο άτομο του υδρογόνου. Τα επίπεδα ενέργειας μπορούν να ενταχθούν στους υπολογισμούς της QED για να καθορίσουμε το μέγεθος της σφαίρας του φορτίου του πρωτονίου ώστε να συγκρατεί το ηλεκτρόνιο σε αυτές τις τροχιές.
Τα αποτελέσματα αυτών των δύο προσεγγίσεων βρίσκεται σε καλή συμφωνία. Κατά μέσο όρο δίνουν στο πρωτόνιο μια ακτίνα 0,877 femtometres (1 femtometre=10−15 m), ή κάτω από to ένα τρισεκατομμυριοστό του χιλιοστού.
Έτσι όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που ο Randolph Pohl και οι συνάδελφοί ανέλαβαν να υπολογίσουν ξανά την ακτίνα του πρωτονίου με μια τρίτη, δήθεν ακριβέστερη μέθοδο,  στα τέλη του ΄90. Δημιούργησαν λοιπόν άτομα παρόμοια με του υδρογόνου, αλλά, στα οποία τα ηλεκτρόνια αντικαταστάθηκαν από μιόνια. Τα σωματίδια αυτά έχουν το ίδιο αρνητικό φορτίο με τα ηλεκτρόνια, αλλά είναι περίπου 200 φορές πιο βαριά. Αυτό σημαίνει ότι στρέφονται 200 φορές πιο κοντά στον πυρήνα από τα ηλεκτρόνια (σύμφωνα με τον τύπο της κεντρομόλου δύναμης), δίνοντάς τους μια πιο ‘προσωπική’ αίσθηση για το πόσο μεγάλο είναι το πρωτόνιο.
Η μέτρηση της τροχιακής  ενέργειας του μιονίου σήμαινε να μαντέψουν πρώτα το χάσμα μεταξύ των δύο ενεργειακών επιπέδων που τους ενδιέφερε, έτσι ώστε ένα λέιζερ να μπορούσε να συντονιστεί κατάλληλα στη σωστή συχνότητα, για να διώξει ένα μιόνιο από το ένα επίπεδο στο άλλο. Η ομάδα το κατάφερε αντιστρέφοντας τις εξισώσεις της QED και τις σύνδεσε με την αποδεκτή τιμή για την ακτίνα του πρωτονίου, έτσι ώστε να δοθεί ένα σημείο εκκίνησης κατ’ εκτίμηση.
Στις πρώτες δύο προσπάθειες εκτέλεσης του πειράματος, το 2003 και το 2007, η προσέγγιση αυτή δεν λειτούργησε: τα μιόνια δεν αποκρίθηκαν. Και φτάσαμε το 2009, όταν η ομάδα είχε ένα νέο λέιζερ που θα μπορούσε να φθάσει σε υψηλότερες συχνότητες, κι έτσι βρήκαν την ιδανική θέση για να ακροαστούν πως χορεύουν τα μιόνια. Η τροφοδότηση με τα προσδιορισμένα πειραματικά επίπεδα ενέργειας στις εξισώσεις της QED, τους σόκαρε. Το σφάλμα στην ακτίνα του πρωτονίου είχε συρρικνωθεί κατά ένα συντελεστή 10, όπως ήταν αναμενόμενο – αλλά η ακτίνα είχε συρρικνωθεί αρκετά. Αυτή βρέθηκε 0,8418 femtometres, ή περίπου 4%  χαμηλότερη από τον προηγούμενο μέσο όρο.
Τέσσερα τοις εκατό μπορεί να μην μας φαίνεται και  πολύ, αλλά στην QED, όπου η θεωρία και το πείραμα συμφωνούν το πολύ κατά 1 ή 2 μέρη προς 1 δισεκατομμύριο, έφερε μια τεράστια αμηχανία. Και δεν υπήρχε μια εμφανής ρωγμή στη μέτρηση. «Έπρεπε να πάρουμε την διαφορά σοβαρά», λέει ο Michael Distler του Πανεπιστημίου του Mainz στη Γερμανία.
Έτσι, μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Distler και οι συνεργάτες του χόντρυναν το παιχνίδι ακόμα περισσότερο. Δημοσίευσαν μια μέτρηση για την ακτίνα του πρωτονίου με τη δοκιμασμένη μέθοδο της σκέδασης του ηλεκτρονίου, η οποία δεν διπλασίασε μόνο την ακρίβειά της, αλλά έφερε την τιμή της μεθόδου αυτής ίση σχεδόν με αυτήν που παίρναμε με τη μέτρηση της μετατόπισης των επιπέδων ενέργειας στο κανονικό υδρογόνο. Το πείραμα με τα μιόνια, το οποίο θα έπρεπε να είχε την πιο ακριβή τιμή, περιέργως έμεινε απέξω. Αλλά γιατί;
Μία πρώτη προσέγγιση έλεγε ότι το πρωτόνιο περιβάλλεται από ένα μεγάλο και διάχυτο φωτοστέφανο θετικού φορτίου, που σημαίνει ότι το ηλεκτρόνιο που στρέφεται μακριά του και το μιόνιο πιο κοντά του, «βλέπουν» πρωτόνια διαφόρων μεγεθών. Αυτό το μοντέλο φαίνεται να έχει αποκλεισθεί, καίτοι, έκανε και άλλες προβλέψεις. Τώρα η προσοχή όλων έχει στραφεί σε πιο θεμελιώδεις πιθανές ατέλειες: ότι μπορεί να έχουμε αγνοήσει κάποιες λεπτές έννοιες στη λειτουργία της QED, ή ότι από την ίδια την QED  λείπει κάτι.
Η πρώτη δυνατότητα απορρέει από το γεγονός ότι, σύμφωνα με την QED, δύο φορτισμένα σωματίδια σε τροχιά το ένα γύρω από το άλλο θα ανταλλάσσουν φωτόνια. Όσο ισχυρότερος είναι ο δεσμός μεταξύ των σωματιδίων, τόση περισσότερη ενέργεια θα έχουν αυτά τα φωτόνια. Αν η ενέργεια παραβιάζει ένα ορισμένο όρια, τότε μπορεί να παραχθεί ένα φωτόνιο και σύντομα αυτό να μορφοποιηθεί σε ένα σωματίδιο και στο αντισωματίδιό του – ένα ηλεκτρόνιο και ένα ποζιτρόνιο, για παράδειγμα (δεξιά κάτω εικόνα) – προτού να ξαναγίνει και πάλι φωτόνιο.
Επειδή είναι απαραίτητος ένας ισχυρότερος δεσμός σε ένα πρωτόνιο ώστε να ‘χαλιναγωγηθεί’ το πιο μεγάλο μιόνιο, υπάρχουν μεγαλύτερα περιθώρια για κάτι τέτοιο στο μιονικό υδρογόνο. Η άποψη των φυσικών είναι ότι ένα παχύ νέφος από εφήμερα σωματίδια και αντισωματίδια προστατεύουν το μιόνιο που βρίσκεται σε τροχιά, από κάποιες ελκτικές επιδράσεις του πρωτονίου, μειώνοντας έτσι την πραγματική ακτίνα του πρωτονίου (κάτω εικόνα).
proton_size 
Η ηλεκτρομαγνητική δύναμη διαδίδεται από τα φωτόνια επιτρέποντας στο αρνητικό μιόνιο να βρίσκεται σε τροχιά γύρω από το θετικό πρωτόνιο. Τα φωτόνια αυτά (δεξιά) σχηματίζουν ένα  ζεύγος σωματιδίων – πχ ηλεκτρονίου-ποζιτρονίου – προκαλώντας μια ασάφεια στην έλξη μιονίου-πρωτονίου. Που σημαίνει πως το πρωτόνιο φαίνεται να δρα πιο ελκτικά από ότι είναι στην πράξη. 
 
Αυτό φαίνεται εύλογο, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα: η εξεύρεση ενός κατάλληλου ζεύγους σωματιδίου-αντισωματιδίου, που να παράγει ακριβώς το σωστό ποσό της θωράκισης. Και αυτός ο περιορισμός απαιτεί το ζεύγος να έχει συνολική μάζα περίπου 46 MeV – πολύ περισσότερη από ένα ζεύγος ηλεκτρονίου-ποζιτρονίου, που ζυγίζει μόλις πάνω από 1 MeV, αλλά πολύ λιγότερο από τα 200 MeV που απαιτούνται για ένα ζεύγος μιονίου-αντιμιονίου.
 
Μια κάποια λύση
Ο Ulrich Jentschura, ένας φυσικός στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι, που κάνει πράγματα δύσκολα, λέει: “Η θεωρία έχει ένα πρόβλημα ακόμη και να εφεύρει ένα σωματίδιο που θα μπορούσε να εξηγήσει τη διαφορά χωρίς μπέρδεμα". Αυτός και άλλοι φυσικοί λοιπόν έχουν αναλύσει την πιθανότητα ώστε η εκτροπή να οφείλεται σε ένα νέο σωματίδιο από ένα “κρυφό πεδίο" του καθιερωμένου μοντέλου. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχουν βρει τίποτα που να μην διαταράξει τα σωστά πειραματικά αποτελέσματα στο κανονικό υδρογόνο.
Η πρόταση που έρχεται από την ομάδα του Mainz είναι ότι ο ένοχος είναι ένα ζεύγος κουάρκ-αντικουάρκ. Αυτό όμως είναι αμφιλεγόμενο. Τόσο τα κουάρκ όσο και τα αντισωματίδια τους είναι γνωστά ότι είναι περιορισμένα μέσα σε σωματίδια όπως το πρωτόνιο, όπου περιστοιχίζονται από πολλά γκλουόνια. Το ελαφρύτερο γνωστό σωματίδιο που περιέχει ένα ζεύγος κουάρκ-αντικουάρκ, το πιόνιο, έχει μάζα 140 MeV. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι δεσμευμένα ζεύγη κουάρκ-αντικουάρκ μπορεί να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται τόσο γρήγορα που ποτέ δεν αποκτήσουν όλα αυτά γκλουόνια. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσαν να είναι ελαφρύτερα.
Βεβαίως, δεν έχουν πειστεί όλοι γι αυτή την εξήγηση. Ο Krzysztof Pachucki του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας συμφωνεί ότι η QED μπορεί να συνδεθούν με την QCD των κουάρκ και γκλουονίων ώστε να παράγουν απρόβλεπτες ή υποτιμημένες αλληλεπιδράσεις – αλλά επισημαίνει ότι, και πάλι, θα περιμέναμε να δούμε τα αποτελέσματά τους και σε άλλα πειράματα.
Αυτό αφήνει το ενδεχόμενο να υπάρχει μια κηλίδα στην ίδια την QED. Λίγοι όμως φυσικοί πιστεύουν ότι είναι τούτο πιθανό, δεδομένης της υπερθετικής ακρίβειας της θεωρίας σε όλες σχεδόν τις προβλέψεις της. Ακόμα κι έτσι, οι θεωρητικοί κτενίζουν τις σχετικές εξισώσεις για ένα σημάδι ότι κάτι λείπει. "Μέχρι τώρα, δεν έχει βρεθεί τίποτα μεγάλο για να εξηγήσει την διαφορά του 4%” , λέει ο Γάλλος θεωρητικός Paul Indelicato.
 
Μια χαραμάδα
Ο Alexander Kholmetskii του Πανεπιστημίου της Λευκορωσίας και οι συνεργάτες του, πιστεύουν ότι έχουν κάτι. Το πρόβλημα έγκειται, ισχυρίζονται, με την εξίσωση – την εξίσωση Dirac – που ήταν ο θεμέλιος λίθος για την QED και χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ενεργειακές καταστάσεις των σωματιδίων, όπως ένα ηλεκτρόνιο ή ένα μιόνιο σε ένα άτομο. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι με την κατάλληλη διόρθωση στο άτομο του υδρογόνου έχουμε τέλεια σύμπτωση στα αποτελέσματα, ενώ στο άτομο με το μιόνιο έχουμε μια μικρή διόρθωση.
Η εξίσωση όμως του Dirac τυγχάνει μιας ευρύτατης αποδοχής ως μία από τις πιο όμορφες και συνοπτικές εξισώσεις, οπότε η τυχόν διόρθωση της δεν βρίσκει σύμφωνους τους φυσικούς.
Τα αποτελέσματα αυτά όπως και άλλα ακόμα, είναι σε αδιέξοδο. "Βασικά περιμένουμε ένα λαμπρό νεαρό άτομο ώστε να καταλήξει σε κάποια φαεινή ιδέα”, λένε οι φυσικοί.
Γιατί όμως μας νοιάζει τόσο πολύ για την ακτίνα του πρωτονίου; Πρώτον, διότι όλοι  αποτελούμαστε από πρωτόνια και νετρόνια και θα θέλαμε να γνωρίζουμε πώς λειτουργούμε. Για τους φυσικούς, όμως, υπάρχει ακόμα κάτι περισσότερο σε κίνδυνο. Αν υπάρχει μια Θεωρία των Πάντων, αναμένουμε ότι θα μοιάζει αρκετά με την QCD. Αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στο εσωτερικό του ταπεινού πρωτονίου, δεν ελπίζουμε ότι θα είναι εύκολο να τα βγάλουμε πέρα ​​με τη μεγαλύτερη θεωρία.

Σχολεία: H Κατασκευή Υπηκόων

Όταν οι πρώτοι άνθρωποι πλούτισαν αρκετά, ώστε μια συμμορία για την καταπίεση και την εκμετάλλευση των άλλων, γεννήθηκε αυτό που ονομάζουμε σήμερα κράτος. Το κράτος είναι η μετεξέλιξη μιας συμμορίας από μπράβους. Οι νόμοι είναι η μετεξέλιξη ενός καταλόγου με τις επιθυμίες των πλούσιων δουλοκτητών. Το κράτος διευκολύνεται στη διακυβέρνηση αυτού του νέου είδους υπηκόων χάρη σε δύο εξελίξεις: η πρώτη είναι ότι ο μηχανισμός της ποδηγέτησης γίνεται όλο και πιο πολύπλοκος και αδιαφανής για τους ποδηγετούμενους· η δεύτερη είναι η εξέλιξη των δημόσιων πηγών πληροφοριών στις τελευταίες δεκαετίες. Μ’ αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό [Πανοπτικόν] των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανήλικων μελών του πληθυσμού, μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους, σε βαθμό που να πανηγυρίζουν για την ίδια τη θανατική καταδίκη τους.

Στο σχολείο κατασκευάζονται Υπήκοοι
Η διαδικασία της κατασκευής Υπηκόων λέγεται εκπαίδευση.
Η οικογένεια, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, το θέατρο, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες, τα βιβλία και τα πλακάτ, είναι σχολεία με την ευρύτερη έννοια. Όλα τα κέντρα που μεταδίδουν πληροφορίες είναι σχολεία. Για την κατασκευή πραγμάτων χρησιμοποιούνται εργαλεία. Το εργαλείο με το οποίο κατασκευάζονται άνθρωποι είναι η πληροφορία. Όταν οι άνθρωποι [ζώα] δεν υπακούουν σε φυσικές ανάγκες, στη συνήθεια ή στη βία, οι πράξεις τους εξαρτώνται από τα όσα ξέρουν. Ακόμα και οι συνήθειες δημιουργούνται ως έναν βαθμό από πληροφορίες. Αφού οι πράξεις ενός ανθρώπου καθορίζουν την πορεία της ζωής του, οι πληροφορίες που παίρνει αυτός ο άνθρωπος καθορίζουν πώς θα ζήσει. Τα σχολεία δεν φτιάχνουν μόνον ανθρώπους, τα σχολεία φτιάχνουν και βιογραφίες.
Τη φύση της πληροφορίας μπορεί να την καταλάβει κανείς μόνον αν εξετάσει την επίδρασή της στη ζωή των ανθρώπων. Αν θέλει κανείς να καταλάβει καλύτερα τη φύση των εργαλείων, πρέπει να ξέρει για ποιον σκοπό προορίζονται. Ο σκοπός διαμορφώνει το εργαλείο. Δεν υπάρχει εργαλείο χωρίς σκοπό. Δεν υπάρχει πληροφορία χωρίς σκοπό. Οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ανθρώπων, είναι ανάλογες με το είδος ανθρώπου που θέλει να κατασκευάσει κανείς. Αν θέλει κανείς να φτιάξει έναν άνθρωπο κατάλληλο για να επισκευάζει χαλασμένα αυτοκίνητα, δεν θα το κατορθώσει αυτό χρησιμοποιώντας πληροφορίες με τις οποίες δημιουργείται ένας κτηνίατρος. [ή ένας κτηνάνθρωπος]
Αν θέλει κανείς να φτιάξει έναν άνθρωπο που να περνάει εθελοντικά όλη του τη ζωή στον στρατό, πρέπει να τον επεξεργασθεί με πληροφορίες διαφορετικές από εκείνες που κάνουν κάποιον να λατρεύει αγελάδες. Οι πληροφορίες που δεχόμαστε, συναρθρώνονται στο κεφάλι μας και σχηματίζουν κρίσεις και πεποιθήσεις. Οι κρίσεις και οι πεποιθήσεις είναι μέρη του μηχανισμού που κατευθύνει τις πράξεις μας.
Ένα από τα σημαντικότερα γρανάζια σ’ αυτόν τον μηχανισμό είναι η πεποίθηση ότι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, είμαστε κύριοι των πράξεών μας. [Ελεύθερη Βούληση] Η συμφωνία μας με τις πράξεις μας και τα αποτελέσματά τους μπορεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη. Όσο πιο πολύ πιστεύουμε ότι η θέλησή μας είναι το θεμέλιο των πράξεών μας, τόσο μεγαλύτερη είναι η συμφωνία μας. Όσο πιο πολύ πιστεύουμε ότι οι πράξεις μας υποκινούνται από μια ξένη θέληση, τόσο μικρότερη είναι η συμφωνία μας.
Η φράση ότι κάποιος «ξέρει τι κάνει», σημαίνει πως αυτός ο κάποιος καταλαβαίνει τους λόγους των πράξεών του και προβλέπει τα αποτελέσματά τους. Αν εξετάσουμε τις πράξεις μας από αυτή τι σκοπιά, θα διαπιστώσουμε ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ξέρουμε τι κάνουμε. Τις περισσότερες πράξεις μας τις εκτελούμε χωρίς να καταλαβαίνουμε τους λόγους ή τα αποτελέσματά τους, συχνά μάλιστα χωρίς να καταλαβαίνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Όσα παραδείγματα και αν επιστρατεύσουμε για ν’ αποδείξουμε το αντίθετο, θα διαπιστώσουμε ότι πολύ λίγα παραδείγματα ταιριάζουν για ν’ αποδείξουν ότι ξέρουμε τι κάνουμε. Δεν παίζει κανέναν ρόλο από ποιον τομέα της ζωής μας παίρνουμε τα παραδείγματα αυτά, ή αν κατέχουν σημαντική ή ασήμαντη θέση στη ζωή μας.
Αυτό θα το δούμε καθαρά, αν πάρουμε μια συχνή και καθημερινή αλληλουχία πράξεων, όπως η οδήγηση ενός αυτοκινήτου. Ελάχιστοι οδηγοί ξέρουν ποιες διεργασίες προκαλούν στον κινητήρα του αυτοκινήτου τους με τα χέρια και τα πόδια τους. Ελάχιστοι οδηγοί ξέρουν τι είναι ένας κινητήρας. Ξέρουν μόνο το τελικό αποτέλεσμα μιας μακριάς αλυσίδας από αποτελέσματα: Το αυτοκίνητο τρέχει πιο γρήγορα, ή πιο αργά, ή σταματάει. Ελάχιστοι ξέρουν τι γίνεται στο εσωτερικό της μηχανής, σε ποιες πιέσεις είναι εκτεθειμένα τα διάφορα ντεπόζιτα, τα έμβολα, οι κύλινδροι ή οι μπιέλες. Αυτό το παράδειγμα μας κάνει να εξετάσουμε το ζήτημα της μεγαλύτερης ή μικρότερης χρησιμότητας των πληροφοριών. Άραγε δεν είναι αρκετό να ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε για να σταματήσουμε ή να επιταχύνουμε το αυτοκίνητό μας; Άραγε δεν είναι περιττό να μάθουμε λεπτομέρειες για τη διαδικασία της καύσης που γίνεται στον κινητήρα;
Μπορεί να είναι σωστό ότι κάποιος που ξέρει ποιες ακριβώς μηχανικές και χημικές διεργασίες προκαλεί η πίεση του ποδιού στο πεντάλ, πλεονεκτεί κάπως απέναντι στους οδηγούς που δεν ξέρουν τίποτα για τις διαδικασίες που μεσολαβούν ανάμεσα στην κίνηση του ποδιού τους και την επιτάχυνση, αλλά είναι αμφίβολο αν θα ωφεληθεί ο συνολικός πληθυσμός όταν όλοι οι οδηγοί αυτοκινήτων αποκτήσουν τις θεωρητικές γνώσεις που έχουν οι μηχανικοί αυτοκινήτων.
Μπορούμε να φανταστούμε ένα αυτοκίνητο να «μένει» καταμεσής στη Σαχάρα και τους επιβάτες του να πεθαίνουν από τη δίψα, επειδή κανένας τους δεν ήξερε ότι ο ιμάντας του ανεμιστήρα μπορεί ν’ αντικατασταθεί με μια νάιλον κάλτσα. Ωστόσο, πολύ λίγοι θα βρεθούν να υποστηρίξουν την υποχρεωτική επέκταση του μαθήματος οδήγησης. Ο αριθμός των ανθρώπων που πεθαίνουν στην έρημο κάθε δέκα χρόνια, επειδή τους λείπουν μερικές τεχνικές πληροφορίες, είναι ελάχιστος.
Το παράδειγμα με το αυτοκίνητο δείχνει ότι υπάρχουν καταστάσεις, στις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να παραιτηθεί από την κατανόηση των πράξεών του χωρίς να πάθει ζημιά. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι το εξής: Οι φυσικοχημικές πληροφορίες που σχετίζονται με τη μηχανή εσωτερικής καύσης δεν θ’ άλλαζαν τη ζωή των αυτοκινητιστών, οι αυτοκινητιστές δεν θα έπαυαν να οδηγούν αυτοκίνητο, δεν θα οδηγούσαν ούτε πιο αργά ούτε πιο γρήγορα ούτε πιο σίγουρα.
Είπαμε ότι η συμφωνία μας με τις πράξεις μας μπορεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη, ανάλογα με το αν πιστεύουμε ότι ενεργούμε αυτόβουλα ή αν πιστεύουμε ότι εξυπηρετούμε ξένες προθέσεις. Η ακριβέστερη γνώση των όρων υπό τους οποίους κινείται το αυτοκίνητό μας, δεν θ” άλλαζε σε τίποτα τη συμφωνία μας με την πράξη μας να οδηγούμε αυτοκίνητο. Δεν είναι και τόσο σημαντικό το ότι δεν ξέρουμε τι κάνουμε την ώρα που οδηγούμε. Αρκεί να εκτελούμε τις σωστές κινήσεις. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν είμαστε εντελώς κύριοι των πράξεών μας, το να συμπιέζει ένα έμβολο μια ορισμένη ποσότητα μίγματος βενζίνης-αέρα στο ένα έκτο του όγκου της, δεν ήταν δική μας θέληση αλλά θέληση του κατασκευαστή. Ωστόσο είμαστε σύμφωνοι με τις πράξεις μας. Σ’ αυτή την περίπτωση εξακολουθούμε να συμφωνούμε, ακόμα και όταν ανακαλύπτουμε ότι κάποιος άλλος κατευθύνει τις πράξεις μας.
Αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι οι παραπάνω πληροφορίες έχουν μικρότερη σημασία απ’ ότι άλλες πληροφορίες. Οφείλεται στο ότι ελέγχουμε άμεσα τους παραγωγούς, τουλάχιστον σ” ό,τι αφορά την εξωτερική κίνηση του αυτοκινήτου μας. Οι παραγωγοί δεν έχουν καμιά πιθανότητα να πουλήσουν αυτοκίνητα που δεν κινούνται. Υπάρχουν διαδικασίες στις οποίες οι παραγωγοί αυτοκινήτων δεν υπόκεινται σ’ αυτόν τον άμεσο έλεγχο από εμάς, όπως, λόγου χάρη, στην περίπτωση της φθοράς του υλικού και των εξαρτημάτων της μηχανής. Εδώ διαπιστώνουμε ότι η συμφωνία μας με τις πράξεις μας (δηλαδή την αγορά του αυτοκινήτου και την οδήγηση) συρρικνώνεται από τη στιγμή που διαθέτουμε ακριβέστερες πληροφορίες.
Θα προτιμούσαμε να οδηγούμε ένα άλλο αυτοκίνητο, αλλά η αγανάκτησή μας εναντίον ενός ορισμένου συγκροτήματος αυτοκινήτων δεν έχει συνέπειες, γιατί δεν μπορούμε ν” αποκτήσουμε τις απαραίτητες πληροφορίες για την παραγωγή των άλλων συγκροτημάτων. Ποιος, άραγε, θα συμφωνούσε να μικραίνουν συστηματικά οι εταιρείες τη διάρκεια ζωής του υλικού και των εξαρτημάτων, με τη βοήθεια εργαστηριακών πειραμάτων, όπως μαθεύτηκε ότι κάνουν ορισμένες αμερικανικές εταιρείες;
Όσο συχνότερα κάνουμε πράξεις χωρίς να ξέρουμε τους λόγους, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά τους, τόσο συχνότερα γινόμαστε οι ίδιοι λόγος, προϋπόθεση και αποτέλεσμα των πράξεων άλλων. Όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι είμαστε κύριοι πράξεων, των οποίων οι πραγματικοί κύριοι είναι άλλοι, τόσο περισσότερο θα είναι άλλοι οι κύριοί μας.
Η εξυπνάδα δεν προστατεύει από τη βλακεία
Μερικοί θα πουν: Αν έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα, δεν θα πραγματοποιήσω ποτέ τις προθέσεις άλλων. Μόνον οι βλάκες ζουν για τους άλλους. Το πόσα ξέρουμε για τις συνθήκες υπό τις οποίες ενεργούμε, δεν το αποφασίζουμε οι ίδιοι. Τα όσα ξέρουμε γι’ αυτές τις συνθήκες εξαρτώνται από τις πληροφορίες που δεχόμαστε. Η επιρροή μας στο ζήτημα «ποιες πληροφορίες δεχόμαστε» είναι περιορισμένη. Δεν μπορούμε να βρούμε πληροφορίες που δεν ξέρουμε ότι μας λείπουν. Ορισμένες πληροφορίες είναι ιδιοκτησία.
Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν το γεγονός ότι ζουν ως το μεγαλύτερο αγαθό τους. Ωστόσο είναι πρόθυμοι να διακινδυνέψουν αυτό το αγαθό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς γι” αυτές τις προϋποθέσεις είναι ότι πρέπει να είναι ελπίδες για την απόκτηση άλλων αγαθών. Είναι αρκετό να είναι ελπίδες, δεν χρειάζεται να είναι εγγυήσεις. Τα αγαθά προς τα οποία στρέφεται η ελπίδα, πρέπει να έχουν ένα ορισμένο μέγεθος. Ποια αγαθά είναι σε θέση να υπερνικήσουν την αγάπη του ανθρώπου για τη ζωή; Αν σκεφθούμε την ακατανίκητη δύναμη του φόβου μπροστά στον θάνατο, θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι για τους περισσότερους ανθρώπους, κανένα αγαθό δεν είναι αρκετά μεγάλο ώστε να το ανταλλάξουν με τη ζωή. Είναι προτιμότερο να ζει κανείς άσχημα παρά να πεθαίνει.
Υπάρχει η ιστορία του ανθρώπου που είχε χάσει τη δουλειά του και δεν ήξερε πώς να ζήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Πήγε, λοιπόν, σ’ ένα τσίρκο και πρότεινε στον διευθυντή να πηδήξει, αντί μιας ορισμένης αμοιβής, από το ψηλότερο σημείο της σκηνής στην πίστα, χωρίς δίχτυ. Ο διευθυντής δέχτηκε. Δεν φανταζόταν ότι ο άνθρωπος εκείνος θα σκοτωνόταν. Ο άνθρωπος πέθανε, και τα λεφτά που κέρδισε έτσι, έθρεψαν τη γυναίκα και τα παιδιά του.
Η αυτοθυσία αυτού του είδους είναι κάτι το σπάνιο. Αν έκανε κανείς μια σφυγμομέτρηση και πρότεινε σ’ όλους τους υγιείς άνδρες από είκοσι ως σαράντα χρόνων να εξαγοράσει τη ζωή τους με μισό εκατομμύριο μάρκα το κεφάλι, το πιθανότερο είναι ότι δε θα μαζεύονταν μ’ αυτό τον τρόπο ούτε όσοι άνδρες χρειάζονται για να συγκροτήσουν ένα λόχο της «Μπούντεσβερ». Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι: Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το ζήτημα του θανάτου τους με σύνεση και περίσκεψη. Είναι αλήθεια όμως ότι πολλοί άνθρωποι απαρνούνται τη ζωή τους χωρίς να έχουν κανένα αντάλλαγμα.

Ένας πονηρός τρόπος να κρύβει κανείς την αλήθεια είναι να μιλάει πολύ κι ακατανόητα.
Όποιος είναι πολύ δειλός ή πολύ αδέξιος για να πει ψέματα, εκφράζεται με ασάφεια. [την γνωστή Δημιουργική Ασάφεια] Συχνά καταφέρνει έτσι τον σκοπό του, γιατί πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι η υποβολή ερωτήσεων αποτελεί παραβίαση κάποιου κανόνα ευπρέπειας. Δεν υπάρχουν μόνον άτομα που εκφράζονται με ασάφεια για να μας αποκρύψουν την αλήθεια, ακόμα και οι θεσμοί εκφράζονται σ’ ορισμένες περιπτώσεις συγκεχυμένα, και μάλιστα επί ολόκληρες δεκαετίες. Αν κάτι το ασαφές επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά, οι περισσότεροι άνθρωποι το συνηθίζουν, σαν να ήταν κάτι το σαφές. Όσο ασαφέστερα γράφει ή μιλάει κανείς, τόσο περισσότερο καιρό μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στα λόγια του.
Μια ενδιαφέρουσα ασάφεια είναι, λόγου χάρη, η εξής φράση από το πρώτο άρθρο του (πρώην) δυτικογερμανικού συντάγματος: «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι απαραβίαστη». Είναι αδύνατο να εξακριβώσουμε η ήθελαν να πουν οι εμπνευστές αυτής της φράσης, εκτός αν τους ρωτήσουμε προσωπικά. Είτε ξέρει κανείς είτε όχι τι είναι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η φράση σημαίνει: «Δεν μπορεί κανείς να παραβιάσει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αυτό δεν γίνεται».
Και όμως γίνεται. Τίποτα δεν είναι πιο εύκολο απ’ το να παραβιάσει κανείς την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Οι εμπνευστές αυτού του ισχυρισμού εννοούσαν πιθανότατα: «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν επιτρέπεται να παραβιάζεται». Αν αυτό ήθελαν να το κάνουν νόμο, θα ήταν αναγκασμένοι να εξηγήσουν τι είναι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Θα έπρεπε ν’ αναφέρουν συγκεκριμένα με ποιες πράξεις θίγεται, θα έπρεπε να ορίσουν ποινές για την παραβίασή της.
Τα θέματα που διδάσκονται στα σχολεία μας, γίνονται τόσο ακριβέστερα και σαφέστερα όσο περισσότερο απομακρύνονται από τον άνθρωπο. Όσο μεγαλύτερη ωφέλεια έχουν για μας ορισμένα θέματα, τόσο πιο συγκεχυμένα γίνονται. Οι παιδαγωγοί μας και τα επίσημα κέντρα μετάδοσης πληροφοριών εκφράζονται με ξεχωριστή ασάφεια όταν μιλάνε για τις έννοιες που αποκαλούν κοινωνική οργάνωση και κράτος, με δυο λόγια: Τις δυνάμεις που κυβερνούν ολόκληρη την εσωτερική και εξωτερική ζωή μας.
Αυτά που μας μαθαίνουν τα σχολεία για τη φύση του κράτους είναι για μας άχρηστα, πληκτικά (επειδή είναι άχρηστα) και βάρος για την εκδίπλωση της σκέψης μας -βάρος που δύσκολα το ξεφορτωνόμαστε. Η πλήξη προέρχεται από το γεγονός ότι καλούμαστε ν’ ασχοληθούμε με ξένα συμφέροντα, χωρίς ν’ αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ξένα συμφέροντα.
Το μάθημα δεν μας οδηγεί στη βαθύτερη κατανόησή τους, γιατί είναι αδύνατο να το κάνει αυτό χωρίς να διαπιστώσουμε ότι είναι ξένα συμφέροντα -αν ο δάσκαλος μάς μάθαινε τα δικά μας συμφέροντα, θα ερχόταν σε όλο και πιο έντονη αντίφαση με τα όσα είχε υποστηρίξει πιο πριν, που το μάθημα ήταν ανιαρό και συγκεχυμένο. Είναι ασήμαντο αν η Βουλή έχει πεντακόσιους είκοσι ή πεντακόσιους οκτώ βουλευτές και πόσες έδρες έχει το κάθε κόμμα.
Οι λεπτομέρειες αυτές δεν μας βοηθούν να εμβαθύνουμε στα πράγματα, αντίθετα, μάλλον μας εμποδίζουν να εμβαθύνουμε. Για μας θα ήταν πιο ενδιαφέρον να μάθουμε ποια κίνητρα επηρεάζουν τις αποφάσεις των βουλευτών και, πρώτα απ’ όλα, αν οι βουλευτές αποφασίζουν καθόλου. Διάφοροι βουλευτές έχουν ήδη παραπονεθεί ότι χρησιμοποιούνται απλώς για να σηκώνουν το χέρι τους σε ψηφοφορίες που το αποτέλεσμά τους το έχουν προκαθορίσει άλλοι.

Δεν φταίνε οι δάσκαλοι μας για την κατάσταση που επικρατεί στα σχολεία μας.
Οι περισσότεροι από αυτούς ξέρουν κι οι ίδιοι ελάχιστα πράγματα για τη φύση του κράτους. Η ακατανοησία αναπαράγεται από όλους τους θεσμούς και μεταδίδεται από πάνω προς τα κάτω. Η ολοκληρωτική άγνοια που έχουν πολλοί παιδαγωγοί στον τομέα του κράτους και του δικαίου είναι μια ένδειξη ότι το όφελος που κρύβεται για μας σ’ αυτά τα θέματα πρέπει να είναι πολύ μεγάλο. Η θέση που ενδιαφέρει πιο πολύ από κάθε άλλη τους εμπνευστές του μαθήματός μας, είναι ότι το κράτος στέκει πάνω από τα κόμματα, πάνω από φτωχούς και πλούσιους. Η απόδειξη ότι θεωρούν πολύ σημαντική αυτή τη θέση, είναι το γεγονός ότι όλοι μας την έχουμε σφηνώσει για τα καλά στο μυαλό μας. Καθένας μας ξέρει την πρόταση: «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον Νόμο». Ένα από τα σημαντικότερα όργανα της κρατικής μηχανής είναι το αξίωμα του δικαστή.
Οι δάσκαλοί μας επιφορτίζονται να υποστηρίζουν ότι οι δικαστές είναι αδέκαστοι. Η κλασική περιγραφή της λειτουργίας του δικαστή κατά τη δικαστική διαδικασία είναι η εξής: Στη δεξιά (δηλαδή τη σωστή) πλευρά βρίσκεται ο εισαγγελέας, ο άνθρωπος που φροντίζει να υπολογίζονται το συμφέροντα του κράτους στην άλλη πλευρά ο κατηγορούμενος με τον συνήγορό του. Στη μέση κάθεται ο δικαστής, πάνω από τους διαδίκους. Δεν εξαρτάται από κανέναν, λένε οι δάσκαλοί μας και κρίνει σύμφωνα με τον Νόμο.
Το κακό είναι ότι πραγματικά κρίνει σύμφωνα με τον Νόμο. Οι νόμοι φτιάχνονται από ανθρώπους. Κανείς δεν φτιάχνει έναν νόμο που να στρέφεται εναντίον του. Αν κάποιος δεν είναι πλουσιότερος από τους άλλους, δεν του περνάει από το μυαλό η σκέψη να πει «Ου κλέψεις». Ο πλούσιος δημιουργεί πρώτα, με την ιδιοκτησία του, τον κλέφτη και μετά φτιάχνει έναν νόμο εναντίον των κλεφτών. Μόνον όποιος έχει κλέψει τους άλλους φοβάται την κλεψιά. Όποιος έχει την εξουσία να καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού, φτιάχνει κανόνες που να του επιτρέπουν να κερδίζει. Δεν πρέπει να περιμένουμε από αυτόν να φτιάξει κανόνες που να τον κάνουν να χάνει.
Για να έχουν οι νόμοι κάποιο νόημα, πρέπει να είναι εφαρμόσιμοι. Για να γίνουν οι επιθυμίες μιας μικρής ομάδας ανθρώπων νόμος, η ομάδα αυτή πρέπει να μπορεί ν’ αναγκάσει την πλειοψηφία να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες της. Ένας νόμος είναι νόμος μόνον όταν έχει για εγγύησή του τη βία. Η βία μιας μικρής ομάδας πάνω στην πλειοψηφία είναι εφικτή μόνο αν γίνουν μεγάλες υλικές δαπάνες.

Τα πλούτη είναι προϋπόθεση της καταπίεσης.
Χωρίς πλούτη δεν μπορεί κανείς ν’ αγοράσει ανθρώπους που να είναι πρόθυμοι ν’ ασκήσουν βία και να διακινδυνέψουν τη ζωή τους, χωρίς πλούτη δεν μπορεί κανείς να παράγει όπλα. Τα πλούτη μπορούν να προέλθουν από ληστεία, πόλεμο, εργασία δούλων [δουλειά] ή εργασία. Στην αρχαιότητα υπήρχαν εργοστάσια, στα οποία παρήγαν αποκλειστικά οι δούλοι. Για αιώνες η εργασία ήταν και είναι εξομοιωμένη με τη δουλεία.

Η εξουσία είναι το σύνολο των αποτελεσμάτων της εργασίας.
Όταν είναι εξασφαλισμένη, γίνεται η ίδια πηγή πλούτου. Η πολιτική γεννιέται εκεί που υπάρχουν πλούτη για να κατανεμηθούν. Όλη η πολιτική είναι κατανομή πραγμάτων. Οι πλούσιοι διατηρούν για λογαριασμό τους άτομα ειδικευμένα στην κατανομή και την προστασία. Το σύνολο αυτών των ειδημόνων λέγεται κυβέρνηση και δημόσια διοίκηση. Με την πάροδο του χρόνου, οι ειδήμονες αυτοί αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία. Η συνάφεια ανάμεσα στους πλούσιους και τους ειδήμονες της κατανομής αδυνατίζει.

Οι υποτακτικοί είναι κατάλληλοι για να καταπιέζουν.
Οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν ως αστυνομικούς μόνο δούλους. Όποιος ασκεί την καταπίεση ως επάγγελμα, δεν μπορεί παρά να είναι ο ίδιος ένας υποδειγματικός καταπιεσμένος. Αυτή είναι η βαθύτερη αιτία που στον στρατό και στην αστυνομία η τυφλή υπακοή και η παράλογη εκπαίδευση παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο. Όποιος έχει συνηθίσει να κάνει ερωτήσεις, είναι κακός, καταπιεσμένος και επομένως δεν κάνει για επιστάτης. Πώς μπορεί κάποιος που στοχάζεται γύρω από τη νομιμότητα των κατεστημένων κανόνων, να χτυπάει, να μαχαιρώνει ή να πυροβολεί εργάτες, όπως απαιτούν οι νόμοι έκτακτης ανάγκης σ’ ορισμένες περιπτώσεις; Η σημερινή εκπαίδευση που γίνεται στην αστυνομία και στον στρατό είναι μια επανάληψη της διαδικασίας μετατροπής των δούλων, σε φύλακες που προδίδουν τους συντρόφους τους.
Στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, μερικοί από τους πιο έμπιστους επόπτες ήταν κρατούμενοι. Ο εκδημοκρατισμός του στρατού δεν ελαττώνει τη δύναμη κρούσης του προς τα έξω σε περίπτωση αμυντικού πολέμου, αλλά την ελαττώνει σε περίπτωση επιθετικού πολέμου, ο εκδημοκρατισμός ελαττώνει, πάνω απ’ όλα, τη δύναμη κρούσης προς τα μέσα. Δεν υπάρχει ούτε μια γνωστή ανθρώπινη κοινωνία του παρελθόντος, στην οποία το κράτος να μην ήταν ένας μηχανισμός καταπίεσης της πλειοψηφίας από μια μειοψηφία. Έτσι ήταν στη δουλοκτητική κοινωνία της Αθήνας και της Ρώμης, έτσι ήταν σ’ όλες τις φεουδαλικές κοινωνίες.
Όταν οι δουλοπάροικοι χωρικοί επαναστάτησαν, ο ιδεολόγος των τότε αφεντάδων, Μαρτίνος Λούθηρος, έγραψε: «Όποιος μπορεί, πρέπει να τους συντρίψει, να τους στραγγαλίσει και να τους μαχαιρώσει, κρυφά και φανερά, όπως σκοτώνει κανείς ένα λυσσασμένο σκυλί!». Κι αυτό ακριβώς έκαναν οι ευσεβείς πρίγκιπες με τη βοήθεια του νόμου και της τάξης, των δικαστών, των δημίων, της αστυνομίας και των στρατιωτών. Ακόμα και σήμερα οι Εκκλησίες λένε ότι κάθε εξουσία πηγάζει από τον Θεό. Σωστότερο θα ήταν να πούμε ότι κάθε Θεός πηγάζει από την εξουσία.
Οι παιδαγωγοί μας δεν αμφισβητούν ότι στο παρελθόν το κράτος ήταν όργανο μιας μειοψηφίας για την καταπίεση της πλειοψηφίας. Αν τους στριμώξει κανείς, θ’ αναγκαστούν ν’ απορρίψουν και την αθηναϊκή δημοκρατία. Θα παραδεχτούν, μάλιστα, ότι οι κοινωνίες των ευρωπαϊκών εθνών πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν εκμεταλλευτικές κοινωνίες, ότι οι αγγλικοί νόμοι του περασμένου αιώνα επέτρεπαν τη δολοφονία παιδιών, αφήνοντάς τα να εργάζονται στα ορυχεία, το κράτος δεν άλλαξε αυτούς τους νόμους, παρά μόνον όταν μερικοί πιο διορατικοί επιχειρηματίες κατάλαβαν ότι η τόσο γρήγορη φθορά των εργατικών δυνάμεων είναι αντιοικονομική.
Σύμφωνα με τα όσα μας μαθαίνουν σήμερα το σχολείο, η τηλεόραση και οι εφημερίδες, ζούμε σ’ ένα δημοκρατικό κράτος. Σε ποια ακριβώς στιγμή της Ιστορίας η εξουσία πέρασε στα χέρια της πλειοψηφίας; Σ’ όλες τις εποχές οι πλούσιοι και ισχυροί έλεγαν στους άκληρους και εκμεταλλευόμενους ότι το κράτος τους ήταν δίκαιο κράτος. Σ’ ολόκληρη την ιστορία του κράτους, οι καταπιεσμένοι μπορούσαν να μιλάνε ελεύθερα για τους καταπιεστές της περασμέvης κοινωνίας, ενώ η κριτική κατά της σημερινής κοινωνίας τιμωρούνταν πάντα, συχνά μάλιστα με θάνατο. Η κριτική κατά της κοινωνίας είναι, αναγκαία, κριτική κατά των κυρίαρχων. Οι κυρίαρχοι δεν θα ήταν κυρίαρχοι αν δεν κυριαρχούσαν και στα μυαλά.
Την Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 1970, στις 18.40 μ.μ., το Δεύτερο Πρόγραμμα της γερμανικής τηλεόρασης μετέδωσε μια εκπομπή με τίτλο «Εστεμμένες κεφαλές: Βασίλισσα Ελισάβετ Β’ της Μεγάλης Βρετανίας — Μια ζωή κοντά στην παράδοση». Ενώ η οθόνη έδειχνε τους στρατιώτες της ανακτορικής φρουράς να κάνουν τα δουλικά καραγκιοζιλίκια τους μπροστά στη βασίλισσα, ο εκφωνητής έλεγε: «Η βασίλισσα Ελισάβετ είναι μια από τις πλουσιότερες γυναίκες του κόσμου, αν όχι η πλουσιότερη … Έχει έναν στάβλο με πενήντα άλογα ιπποδρόμου. Όμορφα ζώα, όλα στο ίδιο μέγεθος και στο ίδιο χρώμα. Κάθε χρόνο ξοδεύει πενήντα πέντε εκατομμύρια μάρκα για την εκγύμναση των αλόγων». Αναφερόμενος στους ανθρώπους που δεν έχουν δικό τους στάβλο, ο εκφωνητής μίλησε χωρίς ειρωνεία για «κοινούς θνητούς».
Επακολούθησε μια σύντομη περιγραφή του Χάιντ Παρκ. Να τι ακούσαμε: «Στο Χάιντ Παρκ ο καθένας μπορεί να κάνει και να πει ό,τι θέλει, αρκεί να μη θίγει το βασιλικό οίκο». Και στο τέλος της παρέλασης: «Η βασίλισσα χαιρετά κάθε μονάδα χωριστά -επιβλητικό θέαμα. Δεν μπορεί να μη θαυμάσει κανείς τη σιδερένια πειθαρχία της». Ο συντάκτης αυτού του κειμένου θαυμάζει τη «σιδερένια πειθαρχία» της βασίλισσας, λες κι αυτή ήταν που έπρεπε να υποστεί τις άσκοπες και γελοίες κινήσεις των στρατιωτών της φρουράς. Ή λες και ήταν μια εργάτρια που έφευγε εκείνη τη στιγμή από τη θέση της πλάι στην κυλιόμενη κορδέλα του εργοστασίου της φίρμας Γκούντιχ. Είναι ο ίδιος θαυμασμός που θάμπωνε το βλέμμα μερικών γονιών μας, όταν διαπίστωναν ότι ο Χίτλερ δεν κάπνιζε, ούτε έπινε.

Δεν είναι τέχνη να παραιτείται κανείς από απολαύσεις, όταν ολόκληρη η ζωή του είναι μια απόλαυση.
Ο συντάκτης του κειμένου της εκπομπής δεν ενοχλείται που η βασίλισσα είναι η πλουσιότερη γυναίκα του κόσμου. Δεν τον πειράζει που κάθε χρόνο ξοδεύει για μία και μοναδική από τις πολλές διασκεδάσεις της, όσα διαθέτουν στο ίδιο διάστημα 6.000 αυλικές οικογένειες για να ζήσουν. Δεν αναρωτήθηκε ποτέ γιατί η βασίλισσα δεν ξοδεύει πενήντα πέντε εκατομμύρια μάρκα το χρόνο για την εκπαίδευση ανθρώπων, αντί αλόγων. Γι’ αυτόν, το αυτονόητο είναι αδιανόητο. Είναι ευτυχισμένος για τα πλούτη της, κι ας μην έχει κανένα όφελος από αυτά. Ο εγκέφαλός του είναι ο εγκέφαλος ενός υποτακτικού.
Δεν ωφελεί να μαλώσει κανείς το συντάκτη ενός τέτοιου κειμένου. Περιγράφει παρανοϊκές καταστάσεις, αλλά αδυνατεί ν’ αντιληφθεί το παρανοϊκό. Του λείπει η βαθύτερη κατανόηση του κοινωνικού μηχανισμού. Ο ίδιος λέει ότι στο Χάιντ Παρκ, παρά τη διατυμπανιζόμενη ελευθερία έκφρασης, δεν επιτρέπεται να θίξει κανείς τον βασιλικό οίκο, αλλά δεν βλέπει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτή την απαγόρευση και τα βασιλικά πλούτη.
Δεν καταλαβαίνει ότι αυτός ο περιορισμός της ελευθερίας της γνώμης, έχει σκοπό ν’ αποτρέψει κάθε συζήτηση για τα πλούτη του βασιλικού οίκου. Η συζήτηση θα έκανε τους πολίτες να ψάξουν να βρουν μια δικαιολογία γι’ αυτά τα πλούτη. Επειδή όμως η βασίλισσα ξέρει πως δεν μπορεί να βρεθεί καμιά δικαιολογία για το πλούτη της, γιατί δεν υπάρχει καμιά, γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να μιλάει κανείς για την προέλευση και το νόημα του βασιλικού πλούτου.

Με τις συζητήσεις οι άνθρωποι διαπιστώνουν ότι κι άλλοι σκέφτονται όπως οι ίδιοι.
Αυτό ενισχύει την αυτοπεποίθησή τους. Η εμπειρία της αλληλεγγύης οδηγεί σε πράξεις. Οι πράξεις προκαλούν συζητήσεις. Επειδή ο καθένας πιστεύει ότι είναι εξοργιστικό να τρώνε οι σκύλοι της βασίλισσας σε ασημένια πιάτο, γι’ αυτό κανένας, αν είναι δυνατόν, δεν πρέπει να μάθει δημόσια ότι όλοι το πιστεύουν αυτό. Δεν έχει νόημα να το βάλει κανείς με τον δημοσιογράφο, γιατί δεν έφτιαξε ο ίδιος τον εγκέφαλό του. Δεν γνωρίζει τα συμφέροντά του, ίσως να πιστεύει ότι βρίσκεται πιο κοντά στη βασίλισσα παρά στους στρατιώτες. Αυτή η εκπομπή, καθώς και άλλες εκπομπές που μεταδίδονται κάθε μέρα, αποδείχνουν ότι στο μάθημα που γίνεται στα σχολεία μας διατηρήθηκαν αναλλοίωτα πολλά και βασικά στοιχεία από τον καιρό που πήγαινε σχολείο ο Άντολφ Άιχμαν.
Τέτοιες εκπομπές τις βλέπουν και τις ακούνε εκατομμύρια άνθρωποι, εκπομπές αυτού του είδους βγαίνουν στον αέρα τις ώρες της μεγαλύτερης ακροαματικότητας. Χάρη στο κύρος της τηλεόρασης, οι άνθρωποι αυτοί συνηθίζουν να βλέπουν τα εγκλήματα κατά της κοινωνίας σαν ζωγραφικούς πίνακες. Εκείνο που τους ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι πώς κρατάει τους ώμους της η βασίλισσα, την ώρα που είναι καβάλα στο άλογο. Πόσα πληρώνει η βασίλισσα στους στρατιώτες της φρουράς της; Πόσες ώρες αναγκάζονται να κάνουν καραγκιοζιλίκια και να στέκονται προσοχή; Πώς ζουν; Τι φρουρούν και γιατί; Τι ποσό παίρνουν οι ιπποκόμοι από τα πενήντα πέντε εκατομμύρια; Σε ποια σχολεία πηγαίνουν τα παιδιά των ιπποκόμων; Γιατί δεν τα ρωτάει αυτά ο δημοσιογράφος;
Ένα σχολείο που μας μαθαίνει να ψάχνουμε να βρούμε το συμφέρον μας πρέπει να μας δείχνει πώς ν’ αντιμετωπίζουμε τις τηλεοπτικές εκπομπές. Αν οι δάσκαλοί μας δεν έχουν ακόμα την πείρα και τις γνώσεις που χρειάζονται για ένα τέτοιο μάθημα, τότε ας καλέσουν στο μάθημα πρόσωπα που έχουν αυτή την πείρα και τις γνώσεις. Πρέπει να ζητήσουμε από το σχολείο να εισαγάγει αυτό το μάθημα, όσο ακόμα πηγαίνουμε στο σχολείο.

Όταν βγούμε από το σχολείο, ένα μέρος από τον εγκέφαλό μας θα είναι ήδη χαλασμένο. Όσο αργότερα θα μάθουμε πώς γεννήθηκε μια γνώμη στο κεφάλι μας, τόσο αργότερα θα διώξουμε από το κεφάλι μας τις γνώμες που μας κάνουν να πραγματοποιούμε τις προθέσεις των επιχειρηματιών. Πρέπει ν’ αλλάξουμε το πρόγραμμα διδασκαλίας έτσι ώστε στα σχολεία να μην κατασκευάζονται πια υποτακτικοί. Όποιος γυρεύει απάντηση στο ερώτημα «Γιατί ένα αντικείμενο διδάσκεται κι ένα άλλο δεν διδάσκεται;», πρέπει να βρει απάντηση στο ερώτημα:

Ποιος ορίζει τι θα διδαχθεί;
Η ύλη που διδασκόμαστε εξαρτάται από αυτόν που τη διάλεξε. Ο Αζτέκος που σφάχτηκε από Ισπανούς χριστιανούς, πολύ θα ήθελε να καθορίζει το πρόγραμμα διδασκαλίας των ισπανικών σχολείων. Την απάντηση στο ερώτημα «Ποιος καθορίζει τι μαθαίνουμε;» μπορούμε να τη βρούμε συμπερασματικά. Δεν είναι ανάγκη να ρωτήσουμε τους παιδαγωγούς. Οι παιδαγωγοί μας κατασκευάσθηκαν με τον ίδιο τρόπο και με τις ίδιες πληροφορίες με τις οποίες κατασκευαζόμαστε κι εμείς. Οι γνώσεις της ανθρωπότητας διπλασιάζονται στην εποχή μας κάθε δέκα χρόνια, έτσι τουλάχιστο λένε μερικοί επιστήμονες.
Όταν καταρτίζει κανείς ένα πρόγραμμα διδασκαλίας, οι δυνατότητες επιλογής είναι άπειρες. Όποιος διαμορφώνει ένα πρόγραμμα διδασκαλίας πρέπει να διαλέξει. Η επιλογή του περιορίζεται από τον αριθμό των ωρών που διατίθενται για το μάθημα και από τα συμφέροντά του ή από αυτό που νομίζει ότι είναι συμφέροντά του. Υπάρχει καμιά μορφή εκπαίδευσης που να μην καθορίζεται από συμφέροντα; Όταν κάποιος επιδιώκει ένα συμφέρον, θέλει κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπάρχει εκπαίδευση που να μη θέλει κάτι συγκεκριμένο.
Εκπαιδευόμαστε να κάνουμε ορισμένα πράγματα και να μην κάνουμε ορισμένα άλλα. Για το σκοπό αυτόν μαθαίνουμε ορισμένες πληροφορίες και δεν μαθαίνουμε ορισμένες άλλες. Από τα πράγματα που καλούμαστε να κάνουμε ή ν’ αποφεύγουμε μπορούμε να διαπιστώσουμε ποιος προγραμμάτισε την εκπαίδευσή μας. Δεν χρειάζεται παρά να εξετάσουμε ποιον ωφελούν περισσότερο οι πράξεις και οι παραλείψεις μας.
Όταν ένας γάιδαρος γυρίζει ένα νερόμυλο και ποτίζει ένα κομμάτι γης, όταν με τη δουλειά του και τη δουλειά του γαϊδουριάρη παράγονται μεγαλύτερες αξίες, κανένας δεν θα κάνει τη σκέψη ότι ο γάιδαρος έχει δικαίωμα πάνω σ’ αυτές τις αξίες. Μόνον όσοι ζουν στα σύννεφα και οι θεότρελες Αμερικανίδες, που αγοράζουν γούνινα παλτά για τα σκυλιά τους, θα ήθελαν να στρώσουν πουπουλένια στρώματα, αντί για άχυρα, για να ξαπλώσει αυτός ο γάιδαρος.
Ακόμα και ο φανατικότερος ηθικολόγος, το θεωρεί σωστό να κρατάει ο γαϊδουριάρης για τον εαυτό του τις αξίες που παράγει ο γάιδαρος. Ακόμα και ο Ιησούς κάθησε πάνω στον γάιδαρο αντί να τον κουβαλήσει. Θα βρεθούν πολλοί άνθρωποι που θα πουν ότι ο γάιδαρος πρέπει να έχει ένα μεγαλύτερο παράθυρο στο στάβλο του, μια δυο λιχουδιές και καλύτερη μεταχείριση. Αλλά κανένας άνθρωπος δεν θα κάνει τη σκέψη ότι ο γάιδαρος πρέπει ν’ αποζημιωθεί για τις αξίες που παρήγαγε με τη δουλεία του.
Επί χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι δεν είχαν αντιληφθεί ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο.
Την πραγματικότητα αυτή τους την έκρυβε η οφθαλμαπάτη, οι ευσεβείς τους πόθοι και οι πληροφορίες της Εκκλησίας. Σ’ ό,τι αφορά τους ευσεβείς πόθους, ακόμα και οι πόθοι μπορούν ν’ αλλάξουν χάρη στις πληροφορίες. Τα λουστραρισμένα σιδερικά, με τα οποία οι εργαζόμενοι μετακινούνται και πλένουν τα ρούχα τους, τους κρύβουν το γεγονός ότι η κοινωνία μας είναι κοινωνία των γαϊδουριάρηδων. Οι παραγωγοί δεν καθορίζουν τι παράγουν, πόσο παράγουν και τι θα συμβεί με τα προϊόντα τους. Από αυτή την άποψη βρίσκονται απέναντι στους επιχειρηματίες, στην ίδια θέση που βρίσκεται ο γάιδαρος απέναντι στο γαϊδουριάρη.

Όταν σβήνει το φως της σκέψης, γεννιέται μια συνήθεια. Αν ορίζουμε οι ίδιοι το πώς ζούμε, τότε γιατί άραγε να είμαστε ικανοποιημένοι με την παιδεία μας, που μας κάνει να υποφέρουμε από αίσθημα κατωτερότητας ακόμα και σε μια συζήτηση μ’ ένα μέτριο φοιτητή; Γιατί να υπάρχουν κατηγορίες ανθρώπων που έχουν χειρότερη μόρφωση από άλλες κατηγορίες; Γιατί να υπάρχει ένα είδος ανθρώπων που να αισθάνεται δέος μπροστά στο άλλο είδος, επειδή αυτό το τελευταίο ξέρει περισσότερα; Αν ορίζουμε οι ίδιοι το πώς ζούμε, θα πάρουμε τα λεφτά που ξοδεύει μέχρι τώρα το κράτος για την καταστροφή τροφίμων και για να κάνει φορολογικούς μπουναμάδες στους πλούσιους -τα λεφτά αυτά είναι αρκετά για να φτιάξουμε περισσότερα και καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα για όλους μας.
Γιατί, τέλος, να δουλεύουμε οχτώ ώρες κάθε μέρα, μ’ ένα μικρό μεσημεριανό διάλειμμα, ώσπου η κούραση να μας αποχαυνώσει -όταν από αυτές τις οχτώ ώρες οι τέσσερις είναι περιττή εργασία; Και γιατί να κάνουν πάντα οι ίδιοι τις χαμαλοδουλειές, γιατί να μην αδειάζουν κι οι καθηγητές σκουπιδοντενεκέδες, αφού έτσι κι αλλιώς πεθαίνουν πρόωρα επειδή τους λείπει η κίνηση; Ένας επιχειρηματίας είπε σ’ έναν εργάτη: «Εγώ θέλω το καλό σου». Κι ο εργάτης απάντησε: «Αυτό ακριβώς δεν θέλω να σου δώσω».
Δύσκολα μπορούμε να πούμε σε ποιον βαθμό το μάθημα, ιδιαίτερα αυτό που γίνεται στο δημοτικό σχολείο, ισοδυναμεί με βιομηχανική παραγωγή παραφροσύνης. Οι γονείς μας, τρομοκρατημένοι από τα σχολεία των καταπιεστών τους, φέρονται σήμερα σαν τους δασκάλους που ανέχτηκαν όταν ήταν μαθητές. Αν θέλουμε να εμποδίσουμε -τουλάχιστον ν’ αρχίσουμε να εμποδίζουμε- την εξουσία να μας κάνει να ζήσουμε κι εμείς μ’ αυτό το μουχλιασμένο, διεστραμμένο και ηλίθιο τρόπο, πρέπει ν’ αρχίσουμε από εκεί όπου διαμορφώνεται η σκέψη μας, εκεί όπου οι πλούσιοι διοχετεύουν πληροφορίες: Από το σχολείο. Αν δεν αντισταθούμε στο πνεύμα των σχολείων, των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, τότε οι σκέψεις μας θα εξακολουθήσουν να είναι εχθροί μας.
Απόσπασμα από το πολύτιμο βιβλίο «Η κατασκευή υπηκόων – Πως κατασκευάζεται μια γνώμη σ’ ένα κεφάλι» του Αυστριακού συγγραφέα Ερνστ Αλεξάντερ Ράουτερ. Εκδόσεις «Αιγόκερως»
Βρες το και διάβασε το πριν χαθεί, θα σε συναρπάσει και σκέψου γιατί άραγε είσαι ΥΠΗΚΟΟΣ κι όχι Πολίτης.

Απειλούν να της πάρουν το παιδί γιατί αρνείται να το γράψει στο σχολείο!
Με ακραία κατασταλτικά μέτρα βάλθηκε η πολιτεία να «συνετίσει» τη μητέρα ενός 8χρονου κοριτσιού που αρνείται να το γράψει στο σχολείο! Κινδυνεύει με βίαιη αφαίρεση επιμέλειας και προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου! Η 8χρονη κόρη της ΧΣ. είναι ένα παιδί που δεν έχει πάει ποτέ σχολείο. Η μητέρα της την εκπαιδεύει στο σπίτι και το επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων της κρίνεται αρκετά υψηλό για την ηλικία της. Η ΧΣ. είναι εκπαιδευτικός και μητέρα δύο ακόμη παιδιών που σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο.
Πλέον, το παιδί κινδυνεύει να χωριστεί από τη μητέρα του με αστυνομική παρέμβαση, κατόπιν Εισαγελικής Διάταξης που ανακοινώθηκε χθες στη μητέρα και τη δικηγόρο της ότι θα εκδοθεί αμέσως! Για το παιδάκι, μάλιστα, έχει ανοίξει μέχρι και «φάκελος»(!!!) στην ελληνική αστυνομία μετά από καταγγελία «τρίτου» που ανέφερε πως: «Το παιδί δεν πηγαίνει σχολείο». Στην υπόθεση υπάρχουν πολλά «μελανά» σημεία, όπως καταγγέλλει η μητέρα με επείγουσα αίτησή της προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (Δευτέρα 12/10/2015). Της αίτησης είχε προηγηθεί προφορική ενημέρωση από τη γραμματέα της Εισαγγελέας Ανηλίκων προς τη δικηγόρο της ΧΣ. Ηλέκτρα Κούτρα.
Η δικηγόρος ενημερώθηκε την Παρασκευή (09/10/2015) από τη γραμματέα της Εισαγγελέως Ανηλίκων πως: «Αν μέχρι τη Δευτέρα δε μας φέρει η πελάτισσά σας βεβαίωση εγγραφής του παιδιού της στο δημοτικό, θα αφαιρέσουμε την επιμέλεια». Ρωτά η δικηγόρος: «Έτσι, χωρίς Δίκη;» Για να πάρει την απάντηση: «Θα στείλουμε την αστυνομία να της το αφαιρέσει. Τη Δευτέρα»! Ρωτά η δικηγόρος: «Θα μας το γράψετε, τουλάχιστον αυτό; Δεν έχουμε ούτε ένα έγγραφο από το φάκελο που σχηματίσατε». Η απάντηση ήταν: «Όχι»! Και το τηλέφωνο έκλεισε.
Όπως λέει η μητέρα του 8χρονου παιδιού, όσο και η δικηγόρος της Ηλέκτρα Κούτρα, από καμία φάση της διαδικασίας δεν τους δόθηκε κάποιο έγγραφο! «Με υποκριτικό έμβλημα «το συμφέρον» ενός παιδιού 8 ετών που, εκπαιδευόμενο εκτός σχολικού πλαισίου, γράφει, διαβάζει, υπολογίζει, σε ξεναγεί άνετα στο μουσείο μιλώντας με αγάπη για τη μυθολογία που γνωρίζει εντυπωσιακά καλά και που έχει σειρά δραστηριοτήτων που το κοινωνικοποιούν φυσιολογικά, η Εισαγγελία αποφασίζει –χωρίς να θεωρήσει αναγκαίο να κοινοποιήσει έστω και ένα έγγραφο στα θιγόμενα μέρη- να χωρίσει βίαια μάνα και παιδί, όχι εισάγοντας την υπόθεση σε δικαστήριο, αλλά με αστυνομική επιχείρηση!
Ένα χαρούμενο και ψυχικά υγιές παιδί, σχεδιάζεται να υποβληθεί σε μία αστυνομική επιχείρηση βίαιου αποχωρισμού από τη μητέρα της, κάτι που είναι απολύτως βέβαιο πως θα την τραυματίσει ανεπανόρθωτα και θα τη στιγματίσει διά βίου «για το καλό της» όπως το εννοεί η «Πολιτεία», αναφέρει μεταξύ άλλων η δικηγόρος Ηλέκτρα Κούτρα η οποία διαμαρτύρεται: «… έχοντας διαπιστώσει εκ του σύνεγγυς την αδράνεια της εισαγγελίας ανηλίκων ως προς την εν τοις πράγμασι εποπτεία των ασυνόδευτων ανηλίκων των οποίων διά νόμου είναι υπεύθυνη, όσο βρίσκονται στη χώρα, παιδιά τα οποία ζουν στα πάρκα και βιάζονται κάθε τρεις και λίγο «υπό την επιμέλεια της Εισαγγελίας» παιδιά που εξαφανίζονται, ενδεχομένως πωλούμενα για όργανα, παιδιά που όχι μόνον δεν πάνε σχολείο, αλλά αφήνονται να περιφέρονται μόνα και νηστικά στους δρόμους, εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης, πραγματικά σοκάρομαι από την «αισθητική» της Εισαγγελίας στη συγκεκριμένη υπόθεση»!
Όπως δηλώνει η Ηλέκτρα Κούτρα: «Η απόφαση να αφαιρεθεί η επιμέλεια επειδή το παιδί εκπαιδεύεται εκτός σχολείου, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της μητέρας του, ελλείψει κατάλληλης δομής εντός της ελληνικής έννομης τάξης, προτού η μητέρα λάβει έστω κι ένα έγγραφο από τον οικείο φάκελο που σχηματίσθηκε εναντίον της, προτού η υπόθεση κριθεί από δικαστήριο όπου η μητέρα θα αναπτύξει τα επιχειρήματά της, προτού διερευνηθούν ηπιότερες για την προσωπική τους κατάσταση εναλλακτικές λύσεις και να αποχωριστεί η μητέρα το παιδί της και το παιδί τη μάνα του με αστυνομική επιχείρηση, αποτελεί καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και σοβαρή παραμόρφωση της έννοιας του «συμφέροντος του παιδιού». Το παιδί είναι βέβαιο ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα τραυματιστεί δια βίου. Όχι από τη μητέρα του, αλλά από τον ακραιφνή τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία επιβάλλει αυτό που αντιλαμβάνεται ως «το συμφέρον του».
Από το 128 σελίδων υπόμνημα που έχει ήδη καταθέσει η μητέρα στην Εισαγγελία, υπερασπιζόμενη το δικαίωμα του παιδιού της για εκπαίδευση εκτός σχολικού πλαισίου και αφού μνημονεύει πληθώρα διατάξεων διεθνών συμβάσεων με υπερνομοθετική ισχύ (μπροστά στις οποίες οι εθνικές διατάξεις, αναγκαστικά υποχωρούν), υποστηρίζοντας ότι η πράξη της αποτελεί ενάσκηση νομίμου δικαιώματος και συνεπώς δεν είναι άδικη, ούτε μπορεί να επισύρει ηθική και κοινωνική μομφή, εκφραζόμενη με την άσκηση ποινικής δίωξης από την πολιτεία, αναφέρει μεταξύ άλλων:
«Η ίδια πολιτεία που αμφιβάλλει για την «υγιή κοινωνικοποίηση και ορθή μόρφωση» του παιδιού μου, η ίδια το αποκλείει με διακρίσεις οικονομικές, εκπαιδευτικές αντιλήψεις μιας άλλης εποχής, πολιτικές σκοπιμότητες, συνειδησιακό εγκλεισμό, ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο στην εκπαίδευση. Στο όνομα του συλλογικά «φυσιολογικού» και του υποτιθέμενου «σωστού» που αποδεδειγμένα δεν έχει προσφέρει την πολυπόθητη ευτυχία και ευημερία που αρκετά κυνικά διακηρύσσει, δεν αποδέχομαι να υποβάλω το παιδί μου στην υποχρεωτική συμμόρφωση της συνείδησής του σε πλαίσια πιο περιορισμένα των πραγματικών του δυνατοτήτων και την καταστροφική δέσμευση της δημιουργικότητάς του, που μέχρι στιγμής εξελίσσεται αδέσμευτα και παράγει ήδη σημαντικούς καρπούς. Η άρνησή μου να προσφέρω στην κόρη μου πολύ λιγότερα από αυτά που μπορώ να της προσφέρω, και να υποταχθώ σε συνθήκες που εν τοις πράγμασι παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και των δυο μας, είναι ένα ultimum refugium, μια συνειδητή πράξη πολιτικής ανυπακοής».
Αμ τι νόμισες, θα σου επιτρέψουν να δημιουργήσεις παιδί με μυαλό και λογική σκέψη κι όχι δουλικό υπήκοο; Τι θα γίνει αν αυτό το παράδειγμα το ακολουθήσουν -Κθούλου φυλάξει- κι άλλες μητέρες; Γνωρίζω πολλές μητέρες που δεν πάνε τα παιδιά τους στα ΠΑΝΟΠΤΙΚΑ κολαστήρια που κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται «σχολεία» μάλιστα κάποιες απ’ αυτές πήγαν σε άλλες χώρες που επιτρέπεται η κατ’ οίκον εκπαίδευση. Τα παιδιά τους δε, είναι αυτό που αποκαλούμε «διαμάντια» ούτε να τα περιγράψω δεν μπορώ, εύχομαι να ‘χεις την τύχη να γνωρίσεις ένα τέτοιο παιδί. Αυτά τα άριστα ανθρώπινα πλάσματα, αποτελούν την ελπίδα του ανθρώπου, μέσα στην πλάνη αυτού του πλανή-τη φυλακή που εγλωβιστήκαμε!