Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Πώς να είσαι δυνατός όταν η ζωή σου φέρνει εμπόδια

Η άμεση αντίδραση των περισσότερων ανθρώπων είναι να στρεσαριστούν, να αγχωθούν, να στεναχωρηθούν, να εκνευριστούν, να φοβηθούν, να αμφισβητήσουν την ικανότητά τους ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν στη δύσκολη αυτή κατάσταση.
 
Συνήθως βλέπουμε το πρόβλημα μπροστά μας ως ένα εμπόδιο στο μονοπάτι της ευτυχίας μας, οπότε θέλουμε να το κλωτσήσουμε και να το παραμερίσουμε το δυνατόν συντομότερο.  Με αυτό τον τρόπο, όμως, εμπλεκόμαστε ακόμα περισσότερο με το πρόβλημα, γινόμαστε ένα με αυτό και, τελικά, καταλήγουμε να παλεύουμε περισσότερο με την ιδέα ότι υπάρχει ένα πρόβλημα παρά με το ίδιο το πρόβλημα.
 
Τι θα συνέβαινε αν, αντί να παλεύουμε εναντίον του προβλήματος το αποδεχόμασταν, το αγκαλιάζαμε και αρχίζαμε να το επεξεργαζόμαστε και να δουλεύουμε με αυτό;
 
Σε καμία περίπτωση δεν εννοώ ότι θα έπρεπε να είμαστε ευχαριστημένοι ή χαρούμενοι που έχουμε πρόβλημα!  (αν και, πολλές φορές, αφού έχει λυθεί ένα πρόβλημα που είχαμε, θεωρούμε ότι καλά που προέκυψε, γιατί μας έδειξε έναν δρόμο ή μια εξέλιξη που ούτε καν τη φανταζόμασταν!).
 
Η ιδέα είναι απλή: καθόμαστε ήρεμα, δεχόμαστε ότι υπάρχει το συγκεκριμένο πρόβλημα, αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε δυνατότητα να το αντιμετωπίσουμε με κάποιον τρόπο (μπορεί να μην είναι εμφανής άμεσα), αρχίζουμε να εξετάζουμε τρόπους διαχείρισης του προβλήματος, και ΔΕΝ πελαγοδρομούμε θρηνώντας την ύπαρξη του προβλήματος.
 
Βέβαια, οι περισσότεροι από εμάς τελικά φτάνουν στην επίλυση του προβλήματος, οπότε αυτό που προτείνω είναι να προσπεράσουμε το στάδιο της γκρίνιας και της μιζέριας πριν φτάσουμε στη λύση και να προχωρήσουμε κατευθείαν στο στάδιο της σκέψης για τη διαχείριση του προβλήματος.  Έπειτα, καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι κάποια προβλήματα, ενώ μπορεί να μην έχουν άμεση ή οριστική λύση, μπορούν όμως να φτάσουν σε ένα καλό σημείο διαχείρισης-εξισορρόπησης.
 
Πόση στεναχώρια, άγχος, και προβλήματα υγείας γλιτώνουμε όταν απλώς δεχτούμε την ύπαρξη του προβλήματος και διαβεβαιώσουμε τον εαυτό μας ότι, όσο και αν φοβόμαστε ή ανησυχούμε αυτή τη στιγμή μπορούμε να διαχειριστούμε το πρόβλημα, ό,τι και να είναι, ακόμα και αν δεν είμαστε προς στιγμήν σίγουροι.
 
Η αλήθεια είναι ότι όσο περισσότερο εμπλεκόμαστε με την ιδέα του «πω, πω, τι φοβερό είναι αυτό το πρόβλημα» τόσο πιο πιθανό είναι να υποστούμε τις συνέπειες της πίεσης αυτής στην ψυχική και σωματική μας υγεία.  Όταν όμως πούμε στον εαυτό μας «Δεν το θέλω αυτό το πρόβλημα.  Δεν το δέχομαι» ήδη μπαίνουμε στη διαδικασία να το σμικρύνουμε και αποποιούμαστε τη διαδικασία αντιπαράθεσης απέναντι στο πρόβλημα.  Με άλλα λόγια, όταν παύουμε να το αναμασάμε και να κλαιγόμαστε, ανοίγει ο δρόμος για να βρούμε απαντήσεις και λύσεις.
 
Και ας μη ξεχνάμε, βέβαια, ότι το να εθελοτυφλούμε ή να αναβάλουμε την αντιμετώπιση ενός προβλήματος που μας απασχολεί, δεν ωφελεί σε τίποτα, αλλά, αντίθετα, συμβάλλει στην επιδείνωση ή μεγέθυνση του προβλήματος.
 
Τι ακριβώς να κάνετε….
 
Φανταστείτε το πρόβλημά σας.  Υπενθυμίστε στον εαυτό σας ότι είστε δυνατό και ικανό άτομο και ότι έχετε την υποστήριξη συγγενών, φίλων και μιας ανώτερης δύναμης στην προσπάθειά σας να αντιμετωπίσετε το πρόβλημα.
 
Τι είναι προτιμότερο; Να πείτε «αδύνατο, είναι πολύ άσχημα τα πράγματα, ακατόρθωτο» ή «όντως, τα πράγματα είναι δύσκολα, αλλά μπορώ να τα αντιμετωπίσω και σιγά-σιγά θα βρω τη λύση»;.
 
• Αλλάξτε τον τρόπο σκέψης σας. Διαβάστε βιβλία και άρθρα αυτοβοήθειας, αναζητήστε τις συμβουλές ειδικών κοκ.  Αυτές οι πηγές θα σας βοηθήσουν να αλλάξετε τον τρόπο σκέψης σας, διδάσκοντάς σας να εντοπίζετε τις αιτίες και τα αποτελέσματα του τρόπου σκέψης σας και δείχνοντάς σας πώς να αλλάξετε τον τρόπο σκέψης σας. 
 
• Εστιάστε σε λύσεις και όχι σε προβλήματα.  Αντί να αναλώνεστε σε περιγραφή του προβλήματος, εντοπίστε πιθανές λύσεις ή τρόπους διαχείρισής του, καθώς και τα οφέλη που θα έχετε όταν το ξεπεράσετε.  
 
• Εμπιστευθείτε τις ικανότητες και τις δυνάμεις σας να ξεπεράσετε τις δυσκολίες, την αρνητική κριτική ή τα αρνητικά σχόλια των άλλων.  Μάθετε να λέτε θετικά πράγματα στον εαυτό σας και εντρυφείστε στη δύναμη των θετικών επιβεβαιώσεων.
 
• Δείξτε επιμονή και υπομονή στην υπερπήδηση εμποδίων και μην εγκαταλείπετε την προσπάθεια.
 
• Επιδείξτε αυτοπειθαρχία και συγκέντρωση.  Αυτές είναι δύο ιδιαίτερα σημαντικές αρετές για την πραγμάτωση της επιτυχίας.  Όλοι θέλουν να τα επιτύχουν, αλλά λίγοι τα καταφέρνουν, διότι λίγοι καλλιεργούν την αυτοπειθαρχία και τη συγκέντρωση που απαιτούνται για την επιτυχία.  Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά άνθρωποι έξυπνοι, ταλαντούχοι, ικανοί δεν τα καταφέρνουν, αν δεν έχουν αυτοπειθαρχία και συγκέντρωση

Εισαγωγή στην Αυτογνωσία

Τι είναι Γνώση
Γνώση είναι το αποτέλεσμα της Θεϊκής ικανότητας του ανθρώπου να μαθαίνει και να κατανοεί τον κόσμο. Είναι μία έμφυτη λειτουργία, με δυνατότητες καλλιέργειας και εξέλιξης. Η απίστευτη ανάπτυξη του πολιτισμού και των επιστημών, στις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις, είναι προϊόν της ικανότητας μάθησης.

  Από φιλοσοφική άποψη η Γνώση δεν αφορά την απόκτηση ταχείας και ευρείας πληροφόρησης για τα πράγματα που μας περιβάλλουν, αλλά την σοφία και την ευφυΐα που πρέπει να αναπτύξει ο άνθρωπος στην προσπάθεια της εσωτερικής του ανακάλυψης.

  Από τα αρχαία χρόνια η Γνώση έχει δοθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους-κλειδιά, για να βγάζει τον άνθρωπο από τα αδιέξοδα του και να τον βοηθάει να διαπιστώνει προσωπικά ο ίδιος την ανάπτυξή του.

  Μεγάλοι φιλόσοφοι και μυημένοι έχουν εμφανιστεί στην ανθρωπότητα με τον σκοπό αυτό. Όλοι οι μεγάλοι Δάσκαλοι ήταν και είναι οι φάροι του ανθρώπινου πνεύματος, κάτοχοι μιας σοφίας σπάνια κατανοητής από τον κοινό άνθρωπο. Η Γνώση εμφανίζεται κάθε φορά που η ανθρωπότητα έχει χάσει κάθε προσανατολισμό στον δρόμο της ζωής.

  Αλλάζει μορφή, όνομα και εκδήλωση και προσαρμόζεται στα δεδομένα της κάθε εποχής. Π.χ. Ο Σουφισμός στην Αραβία, η Γιόγκα στην Ινδία, η Φιλοκαλία για τους Χριστιανούς Μοναχούς κλπ.
Όλοι οι μεγάλοι πολιτισμοί και τα φιλοσοφικά ρεύματα την έχουν σαν αρχή τους. Ο πυρήνας όλων των θρησκειών αναφέρεται στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει την ψυχή του μέσω της Γνώσης.

  Την βρίσκουμε παντού. Στους διαλόγους του Πλάτωνα, στα αρχαία μυητικά κέντρα, στα κατορθώματα των ηρώων, στις μυθολογίες των λαών, στους ιερούς χορούς, στις πυραμίδες της Αιγύπτου και της Αμερικής, στα μνημεία των πολιτισμών, ακόμη και στα παραμύθια.

  Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι δεν είμαι οπαδός κανενός, γιατί έχω μελετήσει παράλληλα πολλούς συγγραφείς που έχουν αναφερθεί σε αυτό το θέμα. Ως εκ τούτου προσπαθώ να προσθέτω πάντα το προσωπικό μου λιθαράκι, ούτως ώστε να βιώνω και να αντιλαμβάνομαι την δική μου Αλήθεια πάνω σε όλο αυτό το ζήτημα.

  Οπότε το δικό μου ενδιαφέρον εστιάζεται ΜΟΝΟ σε ότι μπορώ εγώ, με τις δικές μου αντικειμενικές δυνατότητες να πειραματιστώ και αυτό ακριβώς κάνω.

  Άλλωστε θεωρώ ότι η αμφιβολία και η υγιής αμφισβήτηση προς όλες τις κατευθύνσεις, αποτελεί την βάση πάνω στην οποίαν μπορεί να οικοδομηθεί μία καθαρά προσωπική και μοναδική πορεία.

Η ζωή
Η γη μας, αυτός ο ζωντανός οργανισμός, αιμορραγεί. Το περιβάλλον καταστρέφεται με απίστευτα γρήγορους ρυθμούς. Τα προβλήματα του θερμοκηπίου, της έλλειψης νερού, των ενεργειακών κρίσεων, της μεταβολής του κλίματος του πλανήτη, της πείνας, των πολέμων και της τρομοκρατίας, ταλανίζουν τους φτωχούς αλλά και τους ισχυρούς της γης.

  Τα επιτεύγματα της τεχνολογίας αντί να μας ελευθερώσουν μας έχουν φυλακίσει, παγιδεύοντάς μας στο κυνήγι της απόκτησής τους. Είμαστε θύματα των ίδιων των ανέσεων μας. Ο πολιτισμός μας με όλη την θεαματική του ανάπτυξη δεν κατάφερε να επιτύχει τον στόχο του να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο.

  Τα ανθρώπινα προβλήματα σκίζουν μυαλά. Χρέη, άγχη, βία, εγκληματικότητα, αδιαφορία, καχυποψία, αδικία, κλοπή, διαφθορά, θυσία των πάντων στο βωμό του κέρδους…

  Η ποιότητα ζωής μας συνεχώς υποβαθμίζεται. Η παρακολούθηση ενός δελτίου ειδήσεων με ανοικτό μυαλό, αποτελεί αρκετή απόδειξη.

  Η κοινωνία είναι η προέκταση του ατόμου. Για να αλλάξει η μάζα πρέπει να αλλάξει το άτομο. Η αλλαγή του ατόμου αντανακλάται πάντοτε στον εξωτερικό κόσμο.

  Αποτελεί ακρωτηριασμό της ανθρώπινης φύσης η ζωή που ζούμε. Ολοκληρώνουμε μόνο τον βιολογικό μας κύκλο της γέννησης, αναπαραγωγής, γηρατειών και θανάτου. Παράλληλα κατά την διάρκεια της ζωής μας φροντίζουμε για την εκπαίδευση, το επάγγελμα και την διασκέδαση μας.
Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του ανθρώπου στην γη; Αυτό είναι όλο;

  Τι υπήρχε πριν την γέννηση και τι θα υπάρξει μετά τον θάνατο; Ο χρόνος είναι πρόοδος; Τι γνωρίζουμε για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου; Για τις μεγάλες αλήθειες του πνεύματος;

  Ο άνθρωπος
Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο μηχάνημα της φύσης, με τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης που ξεφεύγουν από την ικανότητα έρευνας της επιστήμης.

  Το νόημα και ο σκοπός της ζωής του δεν θα πρέπει να είναι μόνο η αναπαραγωγή, η μόρφωση, η διασκέδαση και η καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής, γιατί τότε καταλήγει να ζει σε ένα μικρό μέρος του εαυτού του που σχετίζεται με την προσωπικότητα, αγνοώντας το σύνολο της ύπαρξης του.
Οι κοντόφθαλμοι σκοποί του (απόκτηση αγαθών, κύρους και πλούτου) και ο ανταγωνισμός που υπάρχει στην κοινωνία μας, απορροφούν όλη την ενέργειά του, καθιστώντας τον έρμαιο της ανθρώπινης διαστροφής.

  Δεν είναι ο κύριος του εαυτού του και αδυνατεί να ελέγξει τις αντιδράσεις του. Φαίνεται πως όλα του συμβαίνουν χωρίς να μπορεί να οδηγεί ο ίδιος την ζωή του, καταλήγοντας πάντα θύμα των περιστάσεων.

  Η καθημερινότητα επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια δημιουργώντας του καταστάσεις κούρασης, έλλειψη ικανοποίησης και ανία.

  Η ζωή του έχει καταλήξει να είναι μία τεράστια χιονοστιβάδα κανόνων που του αφαιρεί το δικαίωμα να ζει ουσιαστικά και με νόημα.

  Ψάχνει το εφήμερο και το επιφανειακό για να γεμίσει το κενό που νοιώθει, αγνοώντας ότι υπάρχει επίσης το ουσιαστικό και θαυμαστό το οποίο βρίσκεται μέσα του.

  Πως μαθαίνει ο άνθρωπος;
Ο άνθρωπος είναι όλα όσα έχει διδαχθεί από τους γονείς, το σχολείο και την κοινωνία και μαθαίνει μέσα από την μίμηση, την επανάληψη και την προσωπική εμπειρία.

  Η μίμηση και η επανάληψη είναι κάτι εντελώς μηχανιστικό και ανήκει στο πεδίο του νου και της υποκειμενικότητας. Μπορούμε να ονομάσουμε την γνώση που αποκτάει έτσι, υποκειμενική.

  Αντίθετα η προσωπική εμπειρία μας οδηγεί στην αντικειμενική γνώση, επειδή δεν έχει σχέση με νοητικές διεργασίες, αφού προκύπτει από την άμεση βίωση των συμβάντων της πρακτικής ζωής. Για παράδειγμα η εμπειρία του καψίματος από την φωτιά και του κοψίματος από το μαχαίρι.
Ομοίως και στον εσωτερικό μας κόσμο, η βιωμένη εμπειρία έχει απίστευτη δύναμη σε σχέση με τις θεωρίες του νου.

  Ο σύγχρονος τρόπος ζωής μας όμως, μας έχει υπνωτίσει ολοκληρωτικά και μας έχει οδηγήσει σε παθητική αποδοχή και υποταγή σε διάφορες λειτουργίες, δίνοντάς μας την αίσθηση της ασφάλειας.
Σαν αποτέλεσμα ο άνθρωπος έχει χάσει το ενδιαφέρον για την έρευνα του εαυτού του και ενώ κατέχει το εργαλείο της αντικειμενικής αντίληψης και γνώσης, δεν το χρησιμοποιεί.

  Ειρήνη, Ελευθερία, Ευτυχία
Ο άνθρωπος θέλει να ζει χωρίς περιορισμούς. Δεν έχει καταλάβει όμως ότι η ελευθερία είναι κάτι που πρέπει να κατακτήσει προσωπικά.

  Είναι λάθος να την ψάχνει έξω από τον εαυτό του στα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συστήματα, γιατί όλα αυτά αφορούν τον υλικό κόσμο.

  Αυτού του είδους το εξωτερικό ψάξιμο έχει σαν αποτέλεσμα την ανίερη και άθλια ζωή του.
Την ειρήνη την γευόμαστε δικαιωματικά όταν έχουμε κατακτήσει την ψυχή μας. Το ίδιο και την ευτυχία.

  Ελεύθεροι θα είμαστε όταν θα έχουμε σπάσει τα σίδερα της ψυχολογικής μας φυλακής, όταν θα έχουμε κονιορτοποιήσει τα δεσμά μας, όταν θα έχουμε διαλύσει τις προκαταλήψεις, τις πεποιθήσεις, τα ποικίλα πιστεύω μας, τους φόβους μας, τις παράλογες επιθυμίες μας και τις σκουριασμένες ιδέες μας. Τότε θα έχουμε οδηγηθεί νικηφόρα στον κόσμο του πνεύματος. Εκεί όπου οι αντιδράσεις, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις μας δεν έχουν κανένα νόημα. Εκεί όπου όλα είναι δυνατά και υπαρκτά υπό το φως του Ήλιου. Εκεί όπου μπορούμε να δούμε, να αγγίξουμε, να γευτούμε τις μεγάλες πραγματικότητες της ζωής στον εαυτόν της, τα θαύματα της φύσης, την δημιουργία του κόσμου και τις άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος.

  Αυτογνωσία
Στον Ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς είναι γραμμένο το «Γνώθι σαυτόν» «Άνθρωπε γνώρισε τον εαυτό σου και θα γνωρίσεις το Σύμπαν και τους Θεούς». Ο φιλόσοφος Σωκράτης κατάφερε να αναγνωρίσει την άγνοια του, λέγοντας «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα».

  Αυτογνωσία είναι το αποτέλεσμα μιας μεθοδικής και συγκεκριμένης προσπάθειας για να δει κανείς άμεσα και να γνωρίσει τον περίπλοκο εσωτερικό του κόσμο. Όχι σαν θέμα μιας θεωρητικής άποψης αλλά σαν ένα βίωμα, μια εμπειρία τόσο ζωντανή, όπως όταν κάποιος βάζει το δάχτυλο στη φωτιά και καίγεται ή πίνει νερό και πνίγεται.

  Ο άνθρωπος είναι ένα σύμπαν σε μικρογραφία. Γνωρίζοντας τον εαυτόν του (τον Μικρόκοσμο), αργά και σταθερά οδηγείται στην γνώση του σύμπαντος (του Μακρόκοσμου), επαληθεύοντας έτσι την ρήση των Δελφών.

  Η Γνώση του εαυτού μας σε κάθε διάσταση αξιώνει την βίωση μίας ειδικής διαδρομής στο Άγνωστο, το άπιαστο, αεριώδες, ομιχλώδες και για κάποιους ανύπαρκτο, όπως είναι για παράδειγμα ο αέρας που δεν τον βλέπουμε και δεν τον πιάνουμε.

  Η εξερεύνηση αυτής της διαδρομής απαιτεί οξυδερκή όραση με αυτοσυνείδηση του εαυτού της και του σκοπού της για να μην μπερδεύεται με τους λαβύρινθους των διαφόρων απόψεων, δογμάτων και θεωριών.

  Η όραση αυτή είναι ο φωτεινός ταξιδευτής προς το Άγνωστο. Είναι η Ουσία μας που ρίχνεται στα πεδία του υποσυνείδητου για να απελευθερωθεί ολοκληρωτικά από τα δεσμά του Εγώ. Είναι το πρωταρχικό υλικό για την αυτοπραγμάτωση του Είναι.

  Η Ουσία και το Είναι
Η Ουσία είναι ένα όργανο, ένα σημείο αντικειμενικής αντίληψης, πολύ πιο πέρα από τον νου και τις αισθήσεις. Από αυτήν εκπορεύονται οι σιωπηλές ανησυχίες του πνεύματός μας.

  Είναι ότι πιο Ουσιαστικό έχουμε μέσα μας. Είναι το αθάνατο μέρος μας που δυστυχώς βρίσκεται κατά 97% εγκλωβισμένο μέσα στο Εγώ-Ελάττωμα.

  Επιβάλλεται το ξύπνημα του μικρού ελεύθερου ποσοστού της και η ανάπτυξή του εάν θέλουμε να γινόμαστε κύριοι του εαυτού μας και να βλέπουμε τα πράγματα μέσα και έξω από εμάς όπως είναι και όχι όπως πιστεύουμε ότι είναι.

  Αυτή αποτελεί την πηγή της Γνώσης μας και με αυτήν θα ανακαλύψουμε τις αιτίες και το μέγεθος της άγνοιας μας.

  Με αυτήν θα μπορέσουμε να διεισδύσουμε στα βάθη του υποσυνείδητου μας για να διαλύσουμε την ασκήμια που κουβαλάμε μέσα μας (το Πολλαπλό Εγώ) και να ανακαλύψουμε τις άγνωστες δυνάμεις της ψυχής μας.

  Στον βαθμό που διαλύεται το Εγώ, η Ουσία θα αφυπνίζεται, θα μετατρέπεται σε Συνείδηση και έτσι θα επαναπροσδιορίζουμε την αιώνια Ψυχή μας. Και με αυτόν τον τρόπο θα αποκτάμε βαθμιαία το αποκλειστικό δικαίωμα ενσωμάτωσης στο Είναι μας.

  Το Είναι είναι ο αληθινός Άνθρωπος. Με Άλφα κεφαλαίο. Όχι ο απλός άνθρωπος, το προγραμματισμένο ρομπότ, η μηχανή. Το Είναι δεν είναι ο χρόνος. Είναι πέρα από το σώμα, τα συναισθήματα και τον νου.

  Σε αυτό ζούμε και υπάρχουμε και αναπνέουμε. Σε αυτό μπορούμε να στηριζόμαστε για να μην μας παρασύρουν τα κύματα της ζωής.

Ο Αρχιμήδης είπε: «Δος μοι πα στω και ταν γαν κινήσω» «Δώσε μου τόπο να σταθώ και θα κινήσω την γη».

Τι πρέπει να κάνουμε
Να δραστηριοποιήσουμε την Ουσία μας, την θαμμένη και παραμελημένη μέσα μας, με σκοπό την διάλυση του Πολλαπλού Εγώ, εφαρμόζοντας τα παρακάτω βήματα:
1. Να παραδεχθούμε την άγνοια μας
2. Να επιθυμήσουμε να μάθουμε
3. Να μελετήσουμε τους τρόπους μάθησης
4. Να εφαρμόσουμε όσα μάθαμε, με σκοπό την άμεση εμπειρία.
5. «Να μην τρώμε παραμύθια από κανέναν».  Γιατί το θέμα δεν είναι να δεχθείς ή να απορρίψεις κάτι, αλλά να το ερευνήσεις.

Εάν λειτουργήσουμε με αυτόν τον τρόπο τότε θα παρατηρήσουμε ότι:
1. Η εργασία αυτή τελειοποιείται βαθμιαία και το Κέντρο Ύπαρξης μεταβιβάζεται σταδιακά από το Εγώ στο Είναι, στον βαθμό που η Ουσία αρχίσει να ανακαλύπτει και να βιώνει την ύπαρξή της μέσα μας.
2. Αρχίζουμε σιγά σιγά να μεταμορφωνόμαστε σε αληθινούς Ανθρώπους και να αντιλαμβανόμαστε πολυδιάστατα, σε αντίθεση με την τριδιαστατική λειτουργία την οποία είχαμε μέχρι τώρα.

Και μία ιστορία…
Κάποιος ερημίτης περιπλανιόταν για χρόνια στην έρημο ψάχνοντας για τον Παράδεισο. Κάποτε τον βρήκε και πλησιάζοντας χτύπησε την Πόρτα.
-Ποιος είναι; ρώτησε μία φωνή.
-Εγώ Κύριε, απάντησε ο ερημίτης. Από μέσα επικράτησε σιωπή και η Πόρτα δεν άνοιξε.
Ο ερημίτης έφυγε πάλι στην έρημο, όπου πέρασε αρκετά χρόνια περιπλανώμενος. Έπειτα ξαναγύρισε στην Πόρτα του Παραδείσου. Χτύπησε και πάλι.
-Ποιος είναι; ακούστηκε η Φωνή.
-Εσύ Κύριε, απάντησε ο ερημίτης. Και τότε η Πόρτα άνοιξε…

Η ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

«Αγάπα, αγάπα τον Έρωτα, που οι μεν θνητοί, Έρωτα τον καλούνε πτερωτόν, οι δε θεοί Πτέρωτα, διότι πτερά μπορεί να βγάζει».
Ορφέως «Λόγοι Ιεροί»

 «…Νύκτα, χρησμολόγο πουλί, μίλα μου δια τον φιλόσοφον Έρωτα, τον πόθον της Αθανασίας και δια το Κάλλος το Απόλυτον. Του Έρωτος τα μυστήρια φανέρωσε!».
Πλάτωνος «Συμπόσιον»

Μυστήριο και Έρωτας! Δύο λέξεις και δυο έννοιες λοιπόν, άμεσα συνταυτισμένες. «Έρως, η ύψιστη μυστηριακή μανία που δίδεται από τους θεούς προς μεγίστην ευτυχίαν…» λέει το Δαιμόνιον του Σωκράτη στο Συμπόσιον του Πλάτωνα. Αυτός είναι ο Πτερωτός θεός που δεν άφησε ποτέ κανέναν να δει τη παράξενη φαρέτρα με τα βέλη του. Κανείς θνητός δεν έχει ανιχνεύσει με τι είναι ποτισμένα τα ερωτικά βέλη, που παράγουν αυτή τη μανία σε κείνον ο οποίος θα χτυπηθεί από αυτά. Ο Έρωτας παρέμενε και θα παραμείνει πάντα ένας μυστηριακός θεός που παίζει με τις καρδιές των ανθρώπων. Αυτό το παιγνίδι του σκανταλιάρη θεού, ο οποίος παραμένει πάντα μικρό παιδί, οδηγεί σ’ έναν μεγάλο και πολύπλοκο δρόμο που αρχίζει με έντονο πάθος, για να οδηγήσει μετά σε μονοπάτια μανιακής τρέλας. Και στο τέλος αυτού του πολύπλοκου δρόμου αν κάποιος ευνοηθεί από την θεά Τύχη μπορεί ίσως να βρεθεί μπροστά στην Αγάπη και την Ευδαιμονία!

Κρύοι και δύσκολοι καιροί για τον έρωτα. Όσο πιο πολύ εκσυγχρονιζόμαστε, τόσο πιο πολύ παρανοούμε μερικές έννοιες, όπως αυτή του έρωτα, και τόσο πιο πολύ δυσκολεύουμε τη ζωή μας. Μιλάμε στις μέρες μας συνεχώς για μοναξιά, για έλλειψη επικοινωνίας και για διαταραγμένα συναισθήματα. Σπάνια μιλάμε για κείνη την πανάρχαια κατάσταση του έρωτα με τα επακόλουθά της, τον πόθο, την λαχτάρα της προσμονής, την αγωνία για την συνεύρεση, την έκσταση της ερωτικής ολοκλήρωσης, τα δάκρυα της εγκατάλειψης και τον πόνο που σε κάνει να θέλεις να πεθάνεις. Δεν έχουμε πια χρόνο και αντοχές για τέτοιες..“αρρώστιες”. Έχουμε κάνει μάλλον το εμβόλιο του..“εγώ” και αποκτήσαμε ανοσία στο σαράκι του έρωτα. Και όταν αυτός ο μικρούλης φτερωτός θεός έρχεται απρόσκλητος και μας ρίχνει κάτω με ένα του βέλος, παίρνουμε μια γερή δόση της αντιβίωσης με τ’ όνομα : .. “δεν είμαι γω για τέτοια τώρα, πάμε για άλλα”. Όσο δε πιο ορθολογιστές γινόμαστε, τόσο εγκαταλείπουμε την αξία της ζωής, που η ζωή είναι ο ίδιος ο έρωτας! Ενώ από την άλλη, όλο και πιο πολύ πιστεύουμε στην μαγεία, στα ωροσκόπια και την μαντική τέχνη, γιατί εμείς δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε εάν τύχει και ερωτευτούμε….

Έτσι, αφού ξεχάστηκε η Αφροδίτη η θεά του Έρωτα, ήρθε και μας βρήκε ο Άγιος Βαλεντίνος, που από ό,τι διάβασα, ήταν ένας ιερέας στην Ρώμη, ο οποίος συνελήφθηκε γιατί συνευρισκότανε, με μια γυναίκα που ερωτεύτηκε, βασανίστηκε και αποκεφαλίστηκε το 270 μΧ και γιορτάζεται στις 14 Φεβρουαρίου. Αφήσαμε λοιπόν πίσω την Θεά Αφροδίτη, εκπρόσωπο του Έρωτα, του Κάλλους, και της Βλάστησης, για να γιορτάζουμε την μνήμη ενός ιερέα που μαρτύρησε για αυτόν τον ίδιο τον έρωτα… Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω το ακατανόητο. Ξέρω όμως, πως τίποτα δεν μπορεί να πληγώσει περισσότερο τους ανθρώπους από ότι ένας αποκεφαλισμός, και δυστυχώς αυτό τιμάμε, το αποκεφαλισμένο κουφάρι του εαυτού μας, γιατί σώμα χωρίς μνήμη, είναι ένα ακέφαλο ανδρείκελο μέσα σε μια υποτυπώδη μορφή ζωής χωρίς καμμία οργιαστική Άνοιξη, όπου όλη η φύση ξεφαντώνει μέσα σε ένα πανηγύρι χρωμάτων και ευωδιών. Αποκοπήκαμε από τα Ανθεστήρια της ανθρώπινής μας φύσης.

Παρ’ όλο που στις μέρες μας φαίνεται πως αυτά τα μυστήρια του Έρωτα, με τα χίλια και πάνω χρώματά του, πάνε να ξεθωριάσουν σιγά-σιγά, και παρ’ όλο που αρεσκόμαστε να λοιδορούμε τον Άγιο Βαλεντίνο, δεν ξέρω κανέναν που να μην προσεύχεται στον θεό Έρωτα, εκλιπαρώντας τον για ένα λάβωμα στην καρδιά από τα βέλη του! Τι και αν όσοι έπαθαν, προειδοποιούν; Τι και αν άλλοι αντιστέκονται; Όλοι θέλουμε κατά βάθος νάρθει μια μέρα που θα υποκύψουμε στα βέλη αυτού του τρελούτσικου θεού. Και όταν φτάσει αυτή η ημέρα, τότε ξεκινάει ένα περιπετειώδες ταξίδι μέσα στο μεθυστικό ωκεανό της ζάλης, του πάθους και της αγωνίας, όπου δεν υπάρχουν πια λογικές. Ο χρόνος και ο χώρος αλλάζουν. Τίποτε δεν μένει το ίδιο. Οι αισθήσεις λειτουργούν αλλιώτικα. Το αίμα κοχλάζει και η καρδιά χτυπάει δυνατά! Κάθε σκέψη στρέφεται γύρω από ένα και μοναδικό πρόσωπο, που φυσικά είναι το πιο όμορφο και ελκυστικό άτομο σ’ όλο τον πλανήτη!

Αυτό το πάθος, είναι η πιο αναπτυγμένη μορφή ζωικής έλξης και εμφανίστηκε για να ωθήσει τον καθένα μας να επιλέξει ανάμεσα από τις αναρίθμητες επιδείξεις ερωτοτροπίας, να δείξει προτίμηση για ένα συγκεκριμένο άτομο και να ξεκινήσει τον αρχέγονο χορό του ζευγαρώματος μαζί του. Στον Έρωτα δεν δίνεις. Δίνεσαι!!! Η αυτοπροσφορά είναι μέρος της ταυτότητας κάθε ερωτευμένου. Μόνο έτσι αρχίζει ο χορός των ερωτευμένων, όπου ο κάθε ένας από τους δυο χορεύει στον ρυθμό του άλλου ώσπου να βρεθεί ένας κοινός ρυθμός για να λικνιστούν οι καρδιές και τα σώματα μέσα στο διάστημα. Γιατί, τα πάντα στην ερωτική εμπειρία διαδραματίζονται σ’ ένα ενδιάμεσο πεδίο στο οποίο ψυχή και σάρκα αναμειγνύονται και ενεργοποιούν το ένα το άλλο. Έτσι, τα πάντα εξιδανικεύονται στους μουσικούς φθόγγους του έρωτα του ενός για τον άλλο. Τότε ο Έρωτας ντύνεται το Κάλλος και λατρεύεται.

Κουβαλάμε, ενσωματωμένη στον εγκέφαλό μας, όλη την ιστορία του είδους μας, που ανέπτυξαν οι πρόγονοί μας καθώς τραγουδούσαν, χόρευαν και μοιράζονταν την σοφία τους και την τροφή τους για να εντυπωσιάσουν όταν ερωτεύονταν παθιασμένα εκείνον ή εκείνη. Και…«Τίποτα δεν μπορεί να ελέγξει τη ρότα του έρωτα, ή να σταματήσει την απερίσκεπτη μανία της σπουδής του», γράφει ο Σαίξπηρ που πίστευε ότι το ρομαντικό πάθος ήταν ανεξέλεγκτο, γιατί ο έρωτας είναι η ορμή προς ένωση του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του, που είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση του. Γιατί, η βασική λειτουργία του έρωτα είναι η κυοφορία και η γέννηση της αγάπης. Ο πόθος για την γέννηση είναι τελικά ο πόθος της αθανασίας. Όλοι οι άνθρωποι κυοφορούμε ψυχικά και σωματικά και κάποια στιγμή αισθανόμαστε την ανάγκη του τοκετού, που άλλες φορές γεννιέται η αγάπη και άλλες αποβάλλεται, μιας και πίσω από κάθε εξιδανίκευση του έρωτα προβάλλει και η προδοσία. Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι ο Έρωτας ήταν γιος της Πενίας και του Πόρου, δηλαδή δεν είναι κατοχή, αλλά έλλειψη και στέρηση. Με άλλα λόγια, ποθούμε καθόσον είμαστε εντελώς διαφορετικοί από τους άλλους, και ερωτευόμαστε για να μπορέσει αυτή η έλξη των αντιθέτων να αποθανατίζει εσαεί την ανθρώπινή μας υπόσταση.

Ο Έρωτας ντύνεται το Κάλλος και λατρεύεται! Τότε αλλάζουν όλες οι ψυχικές μας συντεταγμένες. Τα πάντα ανατρέπονται. Έτσι, ο Έρωτας γίνεται ο ανατροπέας του συνηθισμένου και του γνώριμου. Είναι αυτός που μας ταρακουνάει και μας βγάζει από το βόλεμα και τον έλεγχο στα πράγματα. Και σ’ αυτόν τον μαγευτικό κόσμο του Έρωτα ο κάθ’ ένας μας γίνεται βασιλιάς και σκλάβος από την μια στιγμή στην άλλη. Ερωτευμένοι, ζούμε στην συν-ουσία και γινόμαστε αθώοι και αδίστακτοι σαν παιδιά. Γινόμαστε έν-θεοι μέσα στον ενθουσιασμό μας. Υπακούοντας μόνο στις σειρήνες του Έρωτα, βιώνουμε την απόλυτη ικανοποίηση της ζωής! Και το Δαιμόνιον του Σωκράτη στο Συμπόσιο του Πλάτωνα συνεχίζει λέγοντας: «Άχ Έρωτα, ηγεμών και στρατηγέ μου! Εναντίον του ουδείς αντιδρά. Όστις δεν τιμά τον Έρωτα, επισύρει των θεών το μίσος. Οι δε τιμώντες αυτόν, ειρηνεύουν και επικοινωνούν όχι μόνον με τους ερωμένους των, αλλά και με τον κόσμον όλον. Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον το γένος μας θα τύχη ευδαιμονίας». Ας ερωτευτούμε λοιπόν, για να μην πολεμάμε πια τους εαυτούς μας και τους γύρω μας!

Ο ερωτευμένος δεν ζητάει τίποτε άλλο από το να βρίσκεται κοντά σ’ αυτό το ξεχωριστό πλάσμα συνεχώς και όσο πιο πολύ γίνεται, γιατί η κάθε ώρα μαζί του είναι μια καινούργια-ολοκαίνουργια στιγμή. Έτσι, ο Έρωτας, παραμένει πάντα πρωτόγνωρος και νέος. Γι’ αυτό και στις απεικονίσεις του παραμένει πάντα παιδί, γιατί γεννιέται από μια ματιά, αγκυστρώνεται στο μυαλό, χτυπάει με το βέλος του τις καρδιές των ανθρώπων και έπειτα αποσύρεται για να κάνει χώρο είτε στην αγάπη είτε στη λύπη. Είναι κάθε φορά μια έκπληξη! Καραδοκεί για να φέρει αυτή την ψυχική αναταραχή που θα μας απομακρύνει από το Εγώ και θα μας φέρει δίπλα στον άλλο. Εμφανίζεται δε ακριβώς την στιγμή εκείνη που είμαστε διψασμένοι για ζωή, να μας συνοδεύσει στον χορό των αισθήσεων.

Για να μπορέσουμε όμως να ξεδιψάσουμε θα πρέπει να “γίνουμε έρωτας”! Και όπως λέει ο Χρήστος Γιανναράς στο βιβλίο του Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων: «Διψάμε τη ζωή, και το ενδεχόμενο της ζωής περνάει μέσα από τη σχέση με τον Άλλον. Στο πρόσωπο του Άλλου αναζητάμε τη δυνατότητα της ζωής-την αμοιβαιότητα στη σχέση. Ο Άλλος γίνεται το “σημαίνον” της ζωής, η αισθητή ανταπόκριση στην πιο βαθειά και κυρίαρχη της φύσης μας επιθυμία. Ίσως αυτό που ερωτευόμαστε να μην είναι το πρόσωπο του Άλλου, αλλά η δίψα μας ένσαρκη στο πρόσωπο του. Ο Άλλος να είναι το πρόσχημα κι η αυτοπροσφορά μας αυταπάτη. Γνωρίζουμε τον έρωτα μόνο στην απόσταση της αποτυχίας. Πριν την αποτυχία δεν υπάρχει γνώση· η γνώση έρχεται πάντα μετά τη βρώση του καρπού. Σε κάθε έρωτα ξαναζεί η εμπειρία της γεύσης του παραδείσου και της απώλειας του παραδείσου. Σπουδάζουμε τον έρωτα μόνον εξόριστοι παό την πληρότητα της ζωής που αυτός χαρίζει».

Το άγνωστο του Έρωτα απαιτεί την παραίτηση από το γνωστό και το κυρίαρχο, μιας και έλκεται από ένα νέο μαγνητικό πεδίο. Το μόνο που επιζητούμε, είναι να παραδοθούμε στο όνειρο και την μαγεία του. Σ’ αυτόν τον μαγευτικό κόσμο του Έρωτα ο κάθ’ ένας μας γίνεται βασιλιάς και σκλάβος από την μια στιγμή στην άλλη! Ερωτευμένοι, ζούμε στην συν-ουσία και γινόμαστε αθώοι και αδίστακτοι σαν παιδιά. Γινόμαστε έν-θεοι μέσα στον ενθουσιασμό μας και υπακούοντας μόνο στις σειρήνες του Έρωτα, βιώνουμε την απόλυτη ικανοποίηση.

Σήμερα όμως, υπάρχει μια μεγάλη σύγχυση μεταξύ της σεξουαλικότητας, του έρωτα και της αγάπης, όπου η κάθε μια έννοια, θεωρείται αποκομμένη από την άλλη. Τα δύο φύλα, κατά πράξη, αντιμετωπίζουν τον έρωτα ψυχρά και κυνικά πλέον. Δεν θέλουν να βρουν χρόνο και διάθεση για να ασχοληθούν με κάτι τόσο “μη παραγωγικό” όπως οι συναισθηματικές σχέσεις, στον καιρό της ταχύτητας και του κέρδους. Το μόνο που κάνουν, είναι ένα σεξ στα πεταχτά. Μα όταν έρχεται η ώρα της μοναξιάς και των στοχασμών, προσπαθούν να αναγάγουν, μέσα σε ωκεανούς λύπης, αυτή την ίδια την ερωτική πράξη, σε κάτι αόριστο που πρέπει να μετουσιωθεί, αλλά δεν τα καταφέρνουν τελικά γιατί δεν υπήρξε ποτέ ουσία….. Όλοι αναζητούν κάτι διαφορετικό από αυτό που τελικά επιλέγουν και κάνουν. Κυκλοφορούν έξω τα βράδια, στοιβάζονται στα μπαρ και παρακολουθούν ο ένας τον άλλο σα νάναι από διαφορετικούς πλανήτες. Ανακατεύονται με το πλήθος και μοιάζουν να αισθάνονται ανασφάλεια, σαν άρρωστοι που θεραπεύτηκαν και βγαίνουν έξω για πρώτη φορά.. Φλερτάρουν για να σκοτώσουν την ώρα και σεξουαλίζονται για να εκτονώσουν τις ορμές τους.

Αν, όμως, επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ερωτευτεί χωρίς το φόβο της απόρριψης και του πόνου, χωρίς ενοχές και προκαταλήψεις, αυτός θα μας ανταμείψει. Θα μας δώσει αμέριστη αγάπη για το αντικείμενο του πόθου μας και αυτό με τη σειρά του θα μεταμορφωθεί σε μοναδική προσωπικότητα για τις αισθήσεις και το Είναι μας. Και ας μην ξεχνάμε ότι, ο Έρωτας ήταν γιος της Πενίας και του Πόρου, δηλαδή δεν είναι κατοχή, αλλά έλλειψη και στέρηση. Με άλλα λόγια, ποθούμε καθόσον είμαστε εντελώς διαφορετικοί από τους άλλους, και ερωτευόμαστε για να μπορέσει αυτή η έλξη των αντιθέτων ν’ αποθανατίζει εσαεί την ανθρώπινή μας υπόσταση και την ένωση όλων μας.

Παρ’ ότι, λοιπόν, έρωτας σήμερα γίνεται μια φωτογραφία στο facebook, που βακχιάζεται με αυνανισμούς, και ουίσκι σε “in” μαγαζιά, ο Έρωτας παραμένει ωραίος και μάχιμος στις επάλξεις των ονείρων μας. Και όταν επιτρέψουμε τέτοιες αλήθειες να μπουν στο μυαλό μας, τότε θα μπορέσει και ο Έρωτας με όλο του το Μυστήριο να έχει κάποια επίδραση πάνω μας και μέσα στην καρδιά μας. Ας γεμίσουμε, λοιπόν, από Έρωτα! Ας αδράξουμε την ευκαιρία μέσα στο καταχείμωνο, όπου τα κορμιά αποζητούν απεγνωσμένα την ζεστασιά μιας καρδιάς για να τα ζεστάνει! Ας χορέψουμε για τον Έρωτα μπας και τον θυμηθούμε, έστω επ’ ευκαιρία της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου! Η Αφροδίτη πάντως, η θεά του ερωτικού πόθου θα συνεχίσει να υπάρχει, έστω και μόνο μέσα από τους εραστές της ποίησης και της τέχνης! Έτσι και αλλιώς κάποια μέρα, όλοι σ’ αυτήν θα επιστρέψουμε, έστω και αν την αντικρίσουμε με διαφορετική μορφή!

«Φαίνεται να σ’ έχω αγαπήσει υπό αμέτρητες μορφές
κι αμέτρητες φορές ζωή με τη ζωή, γενιά με τη γενιά, παντοτινά…
Σήμερα, στα πόδια σου μπροστά, βρήκε το θάνατο
σε σένα, ο έρωτας όλων των ανθρώπινων εποχών,
έρωτας του κάποτε και του αεί».
Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΆΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑ

Ο άνθρωπος έχει μυαλό και σκέφτεται. Το ζώο δεν έχει και δεν σκέφτεται.

Ο άνθρωπος ζει και γνωρίζει ότι ζεί, το ζώο ζει αλλά δεν το γνωρίζει.

Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι υποφέρει, το ζώο υποφέρει αλλά δεν το γνωρίζει.

Τα ζώα υποφέρουν αλλά δεν μισούν.

Ο άνθρωπος αν σκοτώσει είναι ένοχος, το ζώο κι αν ακόμη σκοτώσει άλλο ζώο, όχι.

Υπάρχουν ζώα, που έχοντας δεχθεί ένα δυνατό βόλι από έναν ασυνείδητο κυνηγό, χωρίς αυτό να είναι καθοριστικό, πληγωμένα καμιά φορά θέλουν να εκδικηθούν στρέφονται προς τον άνθρωπο με επιθετική συμπεριφορά από φόβο ή και γιατί έχουν μνήμη.

Ξέρουν ότι ο άνθρωπος είναι η αιτία που προκάλεσε τον πόνο τους;

Σίγουρα έχουν νοημοσύνη.

Μάλιστα, όταν κάποιος προσπαθήσει να τα βοηθήσει στην αρχή δεν δέχονται την αγάπη του, μπορεί να δαγκώσουν το χέρι του ευεργέτη τους, ύστερα όμως τη δέχονται.

Αυτό έχει συμβεί με το άλογο, με τη γάτα, με το σκύλο.

Ο άνθρωπος όμως σπάνια δέχεται την αγάπη, μισεί τους άλλους όταν ο ίδιος πονά (όχι σωματικά αλλά ψυχικά).

Τους μισεί και τους επιτίθεται.

Η έκφραση κακίας από τον άνθρωπο προς τον άνθρωπο δεν έχει ανάλογο στα ζώα.

Μήπως ο άνθρωπος μισεί πιο πολύ τον ίδιο τον εαυτό του;

Αν και εκφράζει μίσος προς τα έξω, δεν είναι που τον άλλον μισεί αλλά κάτι μέσα του;

Μήπως το μίσος είναι ένδειξη μιας βαριάς αρρώστιας;

Δεν μπορεί να καταλάβει ότι είναι φυλακισμένος και η φυλακή που έχτισε με τις δικές του υποσυνείδητες δυνάμεις και με τις σκέψεις του τις ίδιες, αυτή η φυλακή είναι χειρότερη και από την άλλη του ενστίκτου του ζώου του στερημένου μυαλού και λογικής;

Πιο πέρα απ’ το εγώ

Η συμβίωση με βάση τους συμβατικούς κανόνες διαιωνίζει μια κατάσταση μέσα στην οποίαν ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί υπαρξιακά και να βιώσει την αυθεντικότητά του. Αυτό είναι επικίνδυνο και καθοριστικό για την ίδια την εξελικτική του πορεία, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι ο άνθρωπος είναι ον με θείο προορισμό. Από τη θέση της ανασφάλειας και από την αδυναμία του να ξεχωρίσει και να βιώσει τον εαυτό του και τη μοναδικότητά του μέσα στους πολλούς, καταφεύγει σε σχέσεις που δεν τον εκφράζουν και δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης.

Η μοναξιά που ενδημεί σ’ αυτές, οι απογοητεύσεις, οι διαψεύσεις είναι στοιχεία που προσδιορίζουν την πορεία του, αν δεχθούμε ότι από τη δράση δημιουργείται η αντίδραση. Έτσι καθώς η ίδια η ύπαρξη μένει έγκλειστη περιοριστικά, αισθάνεται τον κίνδυνο και αναζητά μια διαφυγή. Η προστασία που αναζήτησε μέσα στην οικογένεια και γενικότερα στους θεσμοθετημένους κανόνες δικαίου, αποδείχθηκε απατηλή. Αυτό όμως, δεν θα πρέπει να το θεωρήσει σαν μια δική του αποτυχία. Όταν συνειδητοποιήσει ότι οι συμβατικές σχέσεις καταλύουν την ίδια την ελευθερία του, τότε αναζητά έναν τρόπο διαφυγής εφόσον δεν έχει υποστεί την αλλοτρίωσή του και βρίσκεται σε εγρήγορση ως προς το χρέος που έχει στον εαυτό του.

Η ισορροπία που είναι απόκτημα προσωπικό, συντελείται όταν ανακαλύψει ο άνθρωπος ότι είναι μέρος του όλου και λειτουργεί θετικά προς το σύνολο.

Από τη στιγμή μόνον που αρχίζει ν’ αποκτά τη γνώση του Εαυτού, ανακαλύπτει τις άγνωστες δυνατότητές του με τις οποίες συνδέεται ουσιαστικά με την καθόλου ζωή. Τότε, αναζητά τον άλλον ως Πρόσωπο, τότε αναζητά τη Σχέση, δηλαδή, την επικοινωνιακή λειτουργικότητα της ζωής.

Άλλο συμβίωση κι άλλο Σχέση. Η συμβίωση μας αναγκάζει ν’ αναζητήσουμε τη Σχέση, μας ωριμάζει σ’ αυτήν την κατεύθυνση, εκεί που μας οδηγεί ο Εαυτός μας και η Ζωή.

Η προσωπική Σχέση προσανατολίζει προς το ατέρμονο βάθος της ύπαρξης, εκεί όπου ανταμώνουν το εγώ, το εσύ. Είναι τότε που οι άνθρωποι, όχι απλώς θα μιλούν, αλλά θα συνομιλούν, είναι τότε που όχι απλώς θα αισθάνονται, αλλά θα συναισθάνονται. Τότε, μέσα σ’ αυτήν την επικοινωνιακή διαδικασία, συντελείται το γίγνεσθαι. Δια μέσω του άλλου, ανακαλύπτονται κόσμοι ομορφιάς κι ευαισθησίας. Η Αλήθεια, που μεσολαβεί, απελευθερώνει τη συνείδηση και ενεργοποιεί τη σκέψη θετικά, φέρνοντας στην επίγνωση τις δημιουργικές δυνατότητες κι όχι μόνον αυτές, αλλά, και τις λεπτομέρειες που μας συνδέουν με τη ζωή, μέσα από τους άγραφους νόμους.

Η ανταλλαγή της θετικής ενέργειας είναι επακόλουθο της ουσιαστικής επικοινωνίας και ενδυναμώνει τους συντελεστές της, όταν λειτουργεί απρόσκοπτα και χωρίς να διακόπτεται.

Η εξάρτηση είναι δεσμευτική ενώ η Σχέση είναι πορεία ελευθερίας.

Άλλο εξάρτηση κι άλλο Σχέση. Έχοντας, ο καθένας τον Εαυτό του, δεν εξαρτάται από τον άλλον, θέλει τον άλλον, γιατί συνειδητοποιεί πως είναι απαραίτητο στοιχείο που τον συμπληρώνει. Έτσι, προχωρεί στην πραγματική ενότητα.

Η Σχέση λειτουργεί μέσα από την αναγεννητική διαδικασία του Εμείς. Εδώ δεν μεσολαβεί το υποσυνείδητο, που οδηγεί και καθοδηγείται από τα βήματα του άλλου, σύμφωνα με το ανομολόγητο και τις ανάγκες του. Δεν μεσολαβούν τα χάσματα, που διακόπτουν την επικοινωνιακή λειτουργικότητα της Αγάπης.

Η Αγάπη είναι το Ερεβοκτόνο Φως, που καταυγάζει αυτή τη Σχέση. Είναι η ευλογία της ζωής και δεν υπάρχει το άγνωστο, το απρόσμενο, που μπορεί ξαφνικά να ορθώσει έναν άλλο Εαυτό στη θέση του αγαπημένου προσώπου. Είναι η κατάθεση της Αλήθειας, που έχει συνεχή ροή και κυκλοφορεί ως ενέργεια, φορτίζοντας θετικά τους συντελεστές της. Κι ο έρωτας στην περίπτωση αυτή, δεν έχει ημερομηνία λήξεως, καθώς τροφοδοτείται και ανανεώνεται από την ψυχή. Εδώ, εξαφανίζεται η δυσαρμονία και τα φυσικά μάτια ανοίγουν στα άλλα μάτια, που ασκούνται να δουν τα μη βλεπόμενα.

Η κατάσταση που ζούμε ακόμη έχει παγίδες και εμείς ακόμα δεν έχουμε τις αντίστοιχες αντιστάσεις, πολλές φορές, και το συναίσθημα μας παγιδεύει, αλλά εδώ στη Σχέση δεν μιλούμε για συναίσθημα που είναι ταυτόσημο με την αδυναμία, μιλούμε για Αγάπη που είναι δυνατότητα.

Η Σχέση, που αφορά το καθολικό φάσμα της ζωής, έρχεται στην επίγνωση του ανθρώπου, διαμέσου της συνείδησης.

Εδώ, αίρεται η χωριστικότητα, που αφορά την ατομικότητα ως έγκλειστη κατάσταση απομόνωσης. Το πρόβλημα του άλλου δεν είναι μικρότερο, το ενδιαφέρον προς τον άλλον είναι συνεχές και δημιουργεί μια άλλη λειτουργία, η οποία εμπλουτίζει τον άνθρωπο με τις ευαισθησίες, που αφορούν την ποιότητα της Ψυχής.

Εάν, ο άνθρωπος δεν φθάσει στην επίγνωση της Σχέσης, δηλαδή, της συνείδησης του συνυπάρχειν, τότε αποκομμένος απ’ αυτήν δεν τροφοδοτεί την ύπαρξή του, απλώς ζει, αλλά δεν υπάρχει.

Η κατανόηση του άλλου, προϋποθέτει ένα βήμα πιο πέρα απ’ το εγώ.

Αν επιθυμούμε να γεφυρώσουμε τις αποστάσεις, αυτό θα συμβεί, όταν ο πόνος του άλλου, η αδικία που υφίσταται γίνουν δικά μας.

Δάσκαλε, πότε θα σταματήσω να κάνω λάθη;


 -Δάσκαλε, πότε θα σταματήσω να κάνω λάθη;

-Όταν σταματήσεις να βλέπεις λάθη σε αυτά που κάνεις.

Είσαι δημιουργός εμπειριών. Έχεις την απόλυτη ελευθερία να αποφασίσεις αν κάποια δημιουργία σου δεν εξυπηρετεί τον απώτερο σκοπό σου. Έχεις το περιθώριο να μην αισθανθείς καλά με κάποια δημιουργία σου και την υποχρέωση θα έλεγα όταν το αισθανθείς αυτό, να του δώσεις την ανάλογη σημασία.

Την κάθε στιγμή, αν θες, παρατηρείς αν σε βολεύει αυτό που φτιάχνεις στη ζωή σου, αν είσαι εσύ αυτό, αν σε οδηγεί εκεί που επιθυμείς, και πάνω από όλα, αν αισθάνεσαι καλά με αυτό!

Και πάντα μπορείς να επιλέξεις πως αυτό που έχεις δημιουργήσει δεν σου ταιριάζει και δεν σε προάγει και χρειάζεται να στραφείς αλλιώτικα για τη συνέχεια.

Έτσι, αποκλείεται να ξαναδείς σε κάτι λάθος, άρα δεν θα έχεις ούτε τύψεις, ούτε ενοχές για κάτι το παρελθοντικό, και θα έχεις πολύ πιο ελεύθερο μυαλό για τις επόμενες επιλογές σου.

Ιστορίες Ζωής

Όλες οι έρευνες το πιστοποιούν. Η συντριπτική πλειοψηφία των τηλεθεατών δε θεωρεί πραγματικές τις ιστορίες ζωής που παρουσιάζονται στην τηλεόραση. Ένα ελάχιστο 5% μόνο μοιάζει να διαθέτει την αθωότητα του βρέφους και να υποκύπτει άνευ όρων στην αληθοφάνεια μιας κατασκευασμένης εικόνας. Όλοι οι άλλοι, εμείς οι άπιστοι, υποψιασμένοι ενήλικες, σαν μαγεμένοι ξανά και ξανά, παρακάμπτοντας επιμελώς τη δυσπιστία μας, μένουμε καθηλωμένοι στις ιστορίες ζωής, στην πολύτιμη πραμάτεια όλων των καναλιών.

Μας εξοργίζουν όλες αυτές οι δραματικές αφηγήσεις, μας θλίβουν, ενίοτε θυμώνουμε με τον τρόπο παρουσίασης, καταγγέλουμε τον άθλιο χειρισμό του θέματος. Κι όμως εκεί, σαν υπνωτισμένοι, ακούμε και βλέπουμε.

Για να διασκεδάσουμε ίσως. Να ψυχαγωγηθούμε μέσα από την απατηλή σκηνοθεσία ενός δράματος που έτσι κι αλλιώς δεν μας πείθει. Όμως εκείνη την ώρα κάποιο τηλεπαιχνίδι με πλούσια δώρα, κάποια σαπουνόπερα, θα αναλάμβανε ίσως πιο δραστικούς τρόπους απόδρασης. Κι όμως δεν αλλάζουμε κανάλι. Προτιμώμενες παραμένουν οι ιστορίες ζωής. Γιατί;

Εύκολο είναι να επικαλεσθεί κανείς την κρυφή ηδονοβλεπτική διάσταση που ωθεί σε μια τέτοια προτίμηση. Εύκολο είναι να αναφερθείς στο άχρωμο και άτονο της καθημερινής ζωής των πολλών.
«Η ζωή μου είναι τόσο ήσυχη. Η ησυχία αυτή με τρομάζει. Το βάρος του μη συμβάντος με βαραίνει. Αποζητώ το αλλότριο συμβάν για να το οικειοποιηθώ. Να το κάνω δικό μου. Να ανυψωθώ κι εγώ στη σφαίρα των τραγικών ηρώων της ιστορίας. Όσο γελοίος κι αν είναι κατά βάθος ο πρωταγωνιστής, όσο απωθητικός κι αν είναι στην αθλιότητά του, έχει μία τραγική διάσταση. Κι αυτή είναι που αποζητώ».

Άλλοτε πάλι, ο άλλος κινητοποιεί μόνο αμιγείς εμπαθείς απορρίψεις. Τον βδελίσσομαι. Η παθολογία του με κάνει να ριγώ. Κι όμως τον θέλω. Θέλω κι αυτόν να τον δω, να τον ακούσω, στα δελτία των ειδήσεων, στις ειδικές εκπομπές, να τον απολαύσω, έτσι καθώς διηγείται πώς εκτέλεσε τη γυναίκα, την πεθερά, τα παιδιά του, τα ανίψια του, τα εγγόνια του. Ή ακόμα, πώς μες στην απόλυτη ανέχεια και φτώχεια τρώει ποντικούς, γάτες ή ευτραφείς γειτόνους!

Τον θέλω τον αποκρουστικό παρεκκλίνοντα. Με βοηθάει να ορίσω τον εαυτό μου ως διαφορετικό. Η διήγησή του μου κάνει. Σαν νερό με βοηθάει να κυλήσει η αλλότρια δυστυχία από πάνω μου. Να μη σκαλώσει πουθενά. Και να βγω αλώβητος από την ταύτιση. Αμέτοχος. Δεν είμαι εγώ! Είναι εκείνος! Η δυστυχία έχει βρει τα περιχαρακωμένα όριά της έξω από τον ιδιωτικό μου ορίζοντα. Το κακό ξορκίζεται. Διαθέτει όνομα. Δεν είναι το δικό μου. Διαθέτει ιστορία. Δεν είναι η δική μου. Κατοικεί αλλού.

Κυρίως διαθέτει εικόνα. Κι έτσι το κακό συγκεκριμενοποιείται. Δεν είναι διάχυτο. Εντοπίζεται. Τα τέρατα που κυκλοφορούν μέσα μου ναρκώνονται. Εκεί. Στο γυαλί. Μόνο εκεί.

Αρκούν λοιπόν αυτοί οι φανταστικοί συλλογισμοί για να εξηγήσουν το πάθος, το μένος, την επίμονη ηδονή που προσφέρουν τα τηλεσόου της δυστυχίας; Κάτι, όπως πάντα, μοιάζει να λείπει. Κι αυτό το κάτι αναδεικνύεται μέσα από το διεισδυτικό και ανατρεπτικό λόγο του Nietzsche:
Εμείς οι άνθρωποι της γνώσης δε γνωρίζουμε τον εαυτό μας- και δικαιολογημένα. Ποτέ δεν αναζητήσαμε τον εαυτό μας – πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να τον βρούμε κάποτε; Σωστά έχει ειπωθεί ότι «εκεί που βρίσκεται ο θησαυρός σου βρίσκεται και η καρδιά σου», ο θησαυρός μας είναι εκεί που είναι και οι κυψέλες της γνώσης μας. Πάντα κατευθυνόμαστε προς αυτές, σαν να είμαστε από γεννησιμιού μας φτερωτά πλάσματα που μαζεύουν το μέλι του πνεύματος και η μοναδική μας έγνοια είναι «να φέρνουμε κάτι στο σπίτι». Άλλωστε ποιος από μας ασχολείται στα σοβαρά με ό,τι αφορά στη ζωή, με τα επονομαζόμενα «βιώματα»; Ή αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο γι’ αυτά; Φοβάμαι πως αυτή η υπόθεση δεν ήταν ποτέ δική μας υπόθεση: δεν μπορούμε να δώσουμε την καρδιά μας σε αυτήν, ούτε και τ’ αυτιά μας. Αλλά, όπως ένας εντελώς αφηρημένος και βυθισμένος στον εαυτό του άνθρωπος, που η καμπάνα του μεσημεριού χτύπησε στ’ αυτιά του μ’ όλη της τη δύναμη τους δώδεκα χτύπους της, ξαφνικά πετάγεται πάνω και αναρωτιέται: «τι ήταν άραγε αυτό που χτύπησε;» έτσι κι εμείς καμιά φορά τρίβουμε εκ των υστέρων τ’ αυτιά μας κι αναρωτιόμαστε, γεμάτοι έκπληξη κι ανησυχία, «τι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που μόλις ζήσαμε;» και ακόμα «ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια;» και ξαναμετρούμε εκ των υστέρων, όπως είπαμε, τους δώδεκα παλλόμενους χτύπους της καμπάνας της εμπειρίας μας, της ζωής μας, της ύπαρξής μας – και αλίμονο! Κάνουμε λάθος στο μέτρημα. Και παραμένουμε αναγκαστικά ξένοι στον εαυτό μας, δεν τον καταλαβαίνουμε, αναγκαζόμαστε να παρερμηνεύουμε τον εαυτό μας, για να ισχύει ένας νόμος, για όλη την αιωνιότητα: «ο καθένας είναι ο πιο ξένος απέναντι στον εαυτό του». Δεν είμαστε άνθρωποι της γνώσης όσον αφορά στον εαυτό μας.

Ίσως όλη αυτή η ηδονή που έγκειται στο να ακούσεις από την τηλεόραση την ιστορία του άλλου, έχει να κάνει με μια τρομακτική μετάθεση. Να ακούς από τον άλλον αυτό που δεν μπορείς να ακούσεις από σένα. Να αφουγκραστείς μία ξένη ιστορία στη θέση της δικής σου ιστορίας. Εκείνη που δεν θα γνωρίσεις ποτέ, εκείνη που δεν θα σε γνωρίσει ποτέ.

Ένα χρυσό άλλοθι οι ιστορίες στη μικρή οθόνη. Επιτρέπουν τον μόνο επιθυμητό στόχο: «να παραμείνει ο καθένας πιο ξένος απέναντι στον εαυτό του».

Δεν είναι να απορείς λοιπόν. Όχι, δεν είναι να απορείς. Ίσως μόνο να θλίβεσαι. Αλλά γι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε χώρος, ούτε χρόνος και, κυρίως, ούτε τηλεοπτική κάλυψη.

Ο τραυματισμένος θεραπευτής εσύ, εγώ, όλοι μας

Ένα από τα αρχέτυπα με τις βαθύτερες ρίζες, ένα αρχέτυπο-αστερισμός εντός της ανθρώπινης ψυχής που τείνει να αναπαρίσταται συλλογικά στη θεατρική σκηνή του κόσμου αυτού, είναι το αρχέτυπο του «τραυματισμένου θεραπευτή». Για να παραθέσουμε μια φράση του Kerenyi, ενός συναδέλφου του Jung, ο οποίος αποσαφήνισε τα χαρακτηριστικά του αρχετύπου, σε ψυχολογικό επίπεδο ο τραυματισμένος θεραπευτής αναφέρεται στην ικανότητα ενός ανθρώπου «να νιώθει οικεία κάθε φορά που βυθίζεται στη σκοτεινιά που προκαλείται από τα διαφορετικά δεινά και παραμένοντας στην κατάσταση αυτή, ν’ ανακαλύπτει σπόρους φωτός κι ανάκαμψης, από τους οποίους – κατά ένα μαγικό τρόπο – γεννιέται ο Ασκληπιός, ο θεραπευτής που προσομοιάζει του ηλίου». Το αρχέτυπο του τραυματισμένου θεραπευτή μας αποκαλύπτει ότι μόνο όταν επιθυμεί κανείς να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο αυτό που τον έχει πληγώσει, να βιώσει συνειδητά το ανάλογο γεγονός και να προχωρήσει μέσα από αυτό, τότε μπορεί να δεχτεί την ευλογία που εμπεριέχεται σε αυτό.

Το να προχωρήσουμε μέσα από το βίωμα του τραύματος, σημαίνει να το εναγκαλιστούμε, να το αποδεχτούμε και να απαντήσουμε καταφατικά στην ύπαρξη αυτού του μυστηριώδους νέου τόπου εντός του εαυτού μας, όπου μας οδηγεί το ίδιο το τραύμα. Υπομένοντάς το, μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να ανασυσταθούν μέσω αυτού. Το τραύμα μας δεν αποτελεί μια στατική κατάσταση, αλλά αντίθετα μία δυναμική διαδικασία, πτυχές της οποίας ξεδιπλώνονται διαρκώς, ώστε μέσω ημών να εκδηλωθεί, να αποκαλυφθεί και να ενσαρκωθεί ως έχει. Έτσι το τραύμα μας διδάσκει κάτι για τους εαυτούς μας. Το να υπομένουμε το τραύμα σημαίνει ότι σαν διασχίσουμε τη διαδικασία μύησης μέχρι την άλλη της πλευρά, δεν θα είμαστε πότε πλέον οι ίδιοι. Διαβαίνοντας τον τόπο του τραύματος βιώνουμε μία αυθεντική εμπειρία θανάτου, καθώς κατά τη διαδικασία αυτή ο παλιός εαυτός μας «πεθαίνει», ενώ ενδέχεται να γεννηθούν νέες, πιο διευρυμένες και ενδυναμωμένες πλευρές του εαυτού μας.

Το να υπομένουμε και να εναγκαλιζόμαστε το τραύμα μας ως [αναπόσπαστο] τμήμα του εαυτού μας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ελισσόμαστε γύρω του ή να το αποφεύγουμε ή να παραμένουμε κολλημένοι σε αυτό για μια αιωνιότητα, αναπαράγοντας εμμονικά το τραύμα (όντας κυριαρχημένοι από αυτό). Το γεγονός που προκάλεσε το τραύμα αποτελεί ταυτοχρόνως μια καταλυτική, (δυνάμει) θεραπευτική διεργασία, η οποία προαπαιτεί την ενεργή δέσμευσή μας, «παντρεύοντάς μας» έτσι με ένα βαθύτερο επίπεδο της ύπαρξής μας. Η πλησιέστερη συνάδελφος του Jung, η Marie Louise Von Franz, έγραψε πως«ο τραυματισμένος θεραπευτής ΕΙΝΑΙ το αρχέτυπο του Εαυτού [η ολότητά μας, ο Θεός εντός μας] κι αποτελεί το υπόβαθρο κάθε γνήσιας θεραπευτικής διαδικασίας».

Μία συνάντηση με κάθε τι μεγαλύτερο του περιορισμένου εγώ μας, το οποίο ο Jung αποκαλεί Εαυτό, αποτελεί πάντοτε ένα τραυματικό βίωμα για το εγώ. Σε ένα συμβολικό επίπεδο, η κατάσταση αυτή απεικονίζεται από το μυθικό Ιακώβ, ο οποίος επιβιώνει αφού πρώτα χρειαστεί να παλέψει μέχρι το ξημέρωμα με τον άγγελο του Θεού (ο οποίος είναι ξεκάθαρα ο δυνατότερος των δύο) και έχοντας τραυματιστεί στο γοφό από το άγγιγμα του αγγέλου. Το γεγονός του τραυματισμού μας συνιστά μια διαδικασία μύησης, καθώς είναι η αιτία και δυνάμει το αποτέλεσμα «κάτι μεγαλύτερου του εαυτού μας». Την ίδια στιγμή που αυτό το κάτι μεγαλύτερο από εμάς μας τραυματίζει, υπάρχει και κάτι μεγαλύτερο από εμάς που εισέρχεται εντός μας, θέτοντας σε κίνηση μία βαθύτερη δυναμική ψυχικής αναδιοργάνωσης και πιθανού μετασχηματισμού. Στο μύθο, ο άγγελος μετονομάζει τον Ιακώβ σε «Ισραέλ», δηλαδή «αυτός που έχει παλέψει με το Θεό», γεγονός που συμβολίζει την αλλαγή της ταυτότητας του Ιακώβ κατά τη διαδικασία της συνάντησής του με το μέγα ακατανόητο (numinosum). Ο τραυματισμός μας αποτελεί ένα μεταφυσικό γεγονός, καθώς η πηγή του φέρει υπερβατική, αρχετυπικό χαρακτήρα, το οποίο σημαίνει ότι το τραύμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με το θείο. Η γενεσιουργός αρχή του τραύματος, αλλά ΚΑΙ της ίασης που επισπεύδεται ως αποτέλεσμα του πρώτου, ξεκινά κάπου πέρα από τους εαυτούς μας, καθώς εναπόκειται σε κάτι πέρα από τις προσωπικές μας δυνατότητες. Ο τραυματισμός μας ενεργοποιεί μία βαθύτερη, υπερβατική διαδικασία πιθανής ίασης και φώτισης, την οποία δεν θα μπορούσαμε να έχουμε θέση σε κίνηση από μόνοι μας.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιακώβ καταρχήν χρειάστηκε να παλέψει με τον άγγελο, διότι αλλιώς θα πέθαινε. Οι αρχετυπικές δυνάμεις, όντας δυνατότερες από εμάς, μας τραυματίζουν και ενεργοποιούνται εντός μας προκαλώντας στην κυριολεξία τον πυρήνα της ύπαρξής μας, αναγκάζοντάς μας να εισέρθουμε σε πιο ενδυναμωμένες πλευρές των εαυτών μας, να συνδεθούμε και εξοικειωθούμε με αυτές, ειδάλλως… Αναφερόμενος σε προσωπικές του εμπειρίες γύρω από το βίωμα αυτού του βαθέως αρχετυπικού μοτίβου, ο Jung έγραψε: «πάλευα με το σκοτεινό άγγελο μέχρι που εξάρθρωσα το γοφό μου. Γιατί αυτός είναι τόσο το φως, όσο κι ο γαλανός ουρανός που έκρυβε από μένα».

Μέσω του τραύματός μας συνειδητοποιούμε ότι συμμετέχουμε σε μία διαδικασία διαδραματίζοντας συγκεκριμένο ρόλο, την οποία ο Jung αποκαλεί «το θεϊκό δράμα της ενσάρκωσης», όπου σταματάμε να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως κάτι ξεχωριστό από τους άλλους και εισερχόμαστε – με τον τρόπο που ενδύεται κανείς νέα ρούχα που έχουν προετοιμαστεί ειδικά γι’ αυτόν – σε ένα «καινούργιο» ρόλο, ο οποίος απαιτεί μία περιεκτική και ευρεία αίσθηση ταυτότητας. Συνειδητοποιούμε ότι όλοι μας μοιραζόμαστε και διαδραματίζουμε ρόλους – ο ένας για τον άλλο – στο πλαίσιο μίας βαθύτερης, μυθικής, αρχετυπικής διεργασίας, η οποία μας αποκαλύπτεται καθώς εκδηλώνεται εντός μας.

Ο τραυματισμένος θεραπευτής έχει την ικανότητα να θεραπεύσει και να βοηθήσεις τους άλλους (το οποίο παράλληλα του δίνει τη δυνατότητα να θεραπεύσει και να βοηθήσει τον εαυτό του, ξανά και ξανά, με δικαιολογία αυτούς τους φαινομενικούς «άλλους»), μόνο όταν παύει να αγανακτεί, να πικραίνεται ή να νιώθει θύμα του τραυματισμού του, αναγνωρίζοντας ότι το τραύμα αποτελεί ένα ιερό γεγονός, μία αρχετυπική στιγμή, η οποία επιζητά να τους καταστήσει όλους συμμέτοχους ενός θεϊκού, αιώνιου συμβάντος.

Το τραύμα μας είναι ΤΟ τραύμα
Όπως και στα όνειρα, οι καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου καθρεφτίζουν όσα συμβαίνουν βαθιά μέσα μας. Ανάμεσα στη βία που παρατηρούμε να αναπαράγεται στον εξωτερικό κόσμο και την αίσθηση του τραύματος που βιώνουμε εντός μας υφίσταται μία αντιστοιχία η οποία υπερβαίνει το χώρο. Πρόκειται για ένα ολογραφικό σύμπαν, υπό την έννοια ενός ολογράμματος, όπου κάθε μικροσκοπικό τμήμα αυτού του σύμπαντος – όπως για παράδειγμα ο εαυτός μας – εμπεριέχει, ανακλά και εκφράζει το όλον. Ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος αποτελούν ανακλάσεις που καθρεφτίζουν η μία την άλλη, σα να επρόκειτο για διαφορετικές διαστατικές (dimensional), σχεδόν μορφοκλασματικές (fractal) προσεγγίσεις της ίδιας θεμελιώδους δυναμικής. Όλα όσα μας κάνουν να υποφέρουμε σε εσωτερικό επίπεδο, αποτελούν την είσοδο για να σχετιστούμε βαθύτερα με όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, εμπλέκοντάς μας με έναν τρόπο που θα μας βοηθήσει να μετριάσουμε τον πόνο τόσο στον εξωτερικό κόσμο, όσο κι εντός μας.

Το να αναγνωρίζουμε με ποιό τρόπο οι προσωπικές μας δοκιμασίες αποτελούν μια προσωποιημένη ανάκλαση ή ενσάρκωση του συλλογικού πόνου που διαπερνά ολόκληρο το πεδίο της συνειδητότητας, επιδρά μεταμορφωτικά και θεραπευτικά. Το προσωπικό μας τραύμα αποτελεί – σε μία συμπυκνωμένη και αποκρυσταλλωμένη μορφή – το αποτύπωμα και την υπογραφή του συλλογικού τραύματος, στο οποίο εμπλεκόμαστε και συμμετέχουμε όλοι. Όταν σταματήσουμε να παθολογικοποιούμε τους εαυτούς μας, επαναπλαισιώνοντας τις προσωπικές μας συγκρούσεις, τα προβλήματα και τα τραύματά μας ως τμήμα ενός ευρύτερου διαπροσωπικού μοτίβου, το οποίο εμπεριέχει το παγκόσμιο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας, θα νιώσουμε απελευθερωμένοι και θεραπευμένοι. Οι εξωτερικές, προσωποποιημένες επιφάσεις του τραύματός μας αποτελούν την καθορισμένη μορφή δια της οποίας τα υποβόσκοντα, αέναα μυθολογικά μοτίβα ενσαρκώνονται εντός του γραμμικού χρόνου και καθίστανται αισθητά στην προσωπική μας ζωή. Μοιάζουμε με ψυχικά όργανα, όπου το κάθε ένα ξεχωριστά «διεργάζεται» κάθε άλυτη, ασυνείδητη σκιά και τραύμα του συλλογικού πεδίου. Κάθε ένας και κάθε μία από εμάς καθρεφτίζει, δημιουργεί και διαμορφώνεται ταυτοχρόνως από όλα όσα συμβαίνουν σε αυτό ακριβώς το σύμπαν όπου βρισκόμαστε ενσωματωμένοι και του οποίου αποτελούμε έκφραση.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται για μία γραμμική, μονόδρομη διαδικασία, αλλά κάτι το συναπορρέον, το οποίο χαρακτηρίζεται από κυκλικότητα κι αμοιβαιότητα. Το ασυνείδητο της διευρυμένης πολιτικής του σώματος ενός φαινομενικά εξωτερικού κόσμου μας επηρεάζει έντονα, κινητοποιώντας μία ηχηρή, ασυνείδητη ενέργεια εντός μας, ενώ την ίδια στιγμή, το ασυνείδητό μας συνεπιδρά με γεγονότα αυτού του φαινομενικά εξωτερικού κόσμου, εκφραζόμενο α-τοπικά, υπό τη μορφή ενός αμοιβαία επικουρικού βρόχου ανάδρασης (feedback loop). Γεγονός είναι ότι αρχίζουμε να διακρίνουμε την αληθινή φύση της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, όταν αναγνωρίσουμε ότι, όπως και στα όνειρα, υφίσταται μία συγχρονιστική ερωταπόκριση και θεμελιώδης αχωριστότητα ανάμεσα σε όσα συμβαίνουν στην ψυχή μας και τον φαινομενικά εξωτερικά κόσμο, σαν να επρόκειτο για καθρεφτιζόμενες ανακλάσεις του ενός προς τον άλλο. Η αναγνώριση αυτού που αποτελούσε πάντοτε γεγονός, αποτελούσε εξαρχής μία κατάσταση διεύρυνσης της συνείδησης, η οποία είναι απαραίτητη – ή μάλλον αποτελεί αναγκαιότητα – προκειμένου να αποτελέσουμε ενεργά μποντισατβικούς (bodhisattvic) εκπροσώπους των θετικών αλλαγών στον κόσμο μας, μεταμορφώνοντάς τον.

Για να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε ένας και κάθε μία από εμάς αποτελεί μία αλλόκοτη ενσάρκωση και πραγματοποίηση της προσωπικής μας διεργασίας (με όλα μας τα προβλήματα, τα συμπτώματα, τις συγκρούσεις στις σχέσεις, τα τραύματα κ.ο.κ.), η οποία την ίδια στιγμή εκφράζεται και στον εξωτερικό κόσμο, σημαίνει ότι παίρνουμε την απόφαση να πάψουμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας ως όντα απομονωμένα και διακριτά, διαχωρισμένα από το σύμπαν. Αντί να είμαστε «ξένοι» στον κόσμο αυτό, ανακαλύπτουμε ότι αποτελούμε μία οικεία έκφρασή του. Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο, ότι ο δρόμος προς αυτή τη συνειδητοποίηση δεν εναπόκειται στην αποφυγή της προσωπικής διάστασης των βιωμάτων μας, καταλήγοντας να ταυτιζόμαστε τεχνητά με τη μυθική/ αρχετυπική του εκδοχή με ένα φτιαχτό, κατασκευασμένο τρόπο, αλλά εισερχόμενοι στη μυθική/ αρχετυπική του διάσταση ενσαρκώνοντας πλήρως, με ολόκληρο τον εαυτό μας, την προσωπική μας διεργασία ζωής. Η βαθύτερη, μυθική/ αρχετυπική διάσταση «ενδύεται» την προσωπική μας διεργασία, το οποίο σημαίνει ότι την καθιστά το κατώφλι που θα μας οδηγήσει στη βαθύτερη αρχετυπική διάσταση της ύπαρξής μας.

Κατά αυτή τη διαδικασία διεύρυνσης της συνείδησής μας, παύουμε να ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας με προσωπικό και απλουστευτικό τρόπο, βασισμένοι αποκλειστικά σε παρελθοντικές προσεγγίσεις ή προσεγγίσεις αιτίου-αιτιατού, και εισερχόμαστε σε βιώματα που αποτελούν μυθικές, άχρονες διαστάσεις της κατάστασής μας. Η ερμηνεία των βιωμάτων μας μέσω ενός προσωπικού, υπεραπλουστευτικού φίλτρου αποτελεί έκφραση μίας αφελούς, αμύητης και εγωκεντρικής συνείδησης, η οποία δε αναγνωρίζει κανένα άλλο ψυχικό κέντρο πέραν του δικού της. Όντας γραμμική και περιορισμένη εντός του χρόνου, αποτελεί μία περιορισμένη οπτική γωνία, η οποία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην κατάθλιψη, την απελπισία, την παραίτηση, την απογοήτευση και σε άλλα άνευ νοήματος ή ελπίδας δεινά, καθώς η ψυχή μας φαινομενικά νιώθει να διαλύεται κατά τη διαδικασία αυτή.

Ωστόσο, καθώς διευρύνουμε τη συνείδησή μας, ερμηνεύοντας τις εμπειρίες μας με υπερβατικό τρόπο, εξερχόμαστε του γραμμικού χρόνου και εισερχόμαστε στο χρόνο των συγχρονικοτήτων, μία διάσταση της ύπαρξής μας όπου το παρελθόν, το τραύμα και ο εαυτός μας σε ένα κυριολεκτικό, χειροπιαστό, αντικειμενικό επίπεδο παύει να υπάρχει με τον τρόπο που φανταζόμασταν μέχρι τώρα. Συνειδητοποιώντας την προσωρινότητα και τη ρευστότητα της κατάστασής μας, δεν απαιτείται πλέον να καταστήσουμε το τραύμα μας «αληθινό», αποδίδοντάς του μία αυθαίρετη ισχύ ή μία κατά τα φαινόμενα σημαντική, ανεξάρτητη υπόσταση. Έχουμε μία δυνατότητα αφύπνισης ως προς μία κατάσταση εύπλαστη, η οποία χαρακτηρίζεται από μία εν δυνάμει ουσιαστική ανοιχτότητα, παραμένοντας αενάως και αβίαστα δημιουργική, εάν απλώς της επιτρέψουμε να υπάρξει.

Το να μιλάμε για τη στιγμή που αναγνωρίζουμε ότι το τραύμα που έχουμε υποστεί αφορά ΤΟ (αρχετυπικό) τραύμα, σημαίνει ότι αντιλαμβανόμαστε πως «τα δεινά μας έχουν αρχετυπικό και συλλογικό χαρακτήρα και μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη ότι δεν υποφέρουμε πλέον [εξαιτίας του εαυτού μας], αλλά λόγω του πνεύματος των καιρών». Ο Jung συνεχίζει λέγοντας ότι τα δεινά μας οφείλονται σε«μία απρόσωπη αιτία, πηγάζοντας από ένα συλλογικό ασυνείδητο, το οποίο μοιραζόμαστε με ολόκληρη την ανθρωπότητα». […] Ωστόσο, αν είμαστε σε θέση να διοχετεύσουμε και να εκφράσουμε δημιουργικά και με συνειδητότητα το πνεύμα των καιρών, εξαιτίας του οποίου υποφέρουμε, μετατρεπόμαστε σε «διαμεσολαβητές» μέσω των οποίων το πνεύμα των καιρών μας αυτο-αποκαλύπτεται, έτσι ώστε να μπορέσει δυνάμει να μετασχηματιστεί, μετασχηματίζοντας τον κόσμο γύρω μας κι εμάς επίσης.

Ως τραυματισμένοι θεραπευτές μετασχηματιζόμαστε κάθε φορά που αναγνωρίζουμε ότι το τραύμα μας είναι κάτι το εντελώς προσωπικό και μοναδικά δικό μας, ενώ ταυτοχρόνως αποτελεί μία παγκόσμια, απρόσωπη διεργασία όπου συμμετέχουν όλοι. Είναι αυτή η κοινή αίσθηση που μας συνδέει βαθιά τον ένα με τον άλλο. Και αυτό είναι το παράδοξο: η εμπειρία της ολότητάς μας, την οποία ο Jung ονομάζει Εαυτό, παραμένει την ίδια στιγμή προσωπική και αρχετυπική/ υπερβατική (πέραν του προσωπικού). Το συνειδητό βίωμα αυτής της αντίφασης ΑΠΟΤΕΛΕΙ αυτή καθ’ αυτή μια διεύρυνση της συνειδητότητάς μας, η οποία μας μυεί στο μετασχηματισμό του εαυτού μας και κατ’ επέκταση του κόσμου γύρω μας. Κατά ένα παράδοξο τρόπο, αυτό σημαίνει ότι μεταβαλλόμαστε σε ένα γνήσια αυτόνομο, ανεξάρτητο πλάσμα, ενώ την ίδια στιγμή υλοποιούμε τη διασυνδεσιμότητά μας, την αλληλεξάρτησή μας, την ενότητα και εν τέλει την α-χωριστότητά μας με τον κόσμο, αλλά και του ενός με τον άλλο. Η συμπόνια αποτελεί μία ενεργητική έκφραση της υλοποίησης αυτής.

Το γεγονός ότι όσα διαδραματίζονται στο θέατρο του κόσμου δεν αποτελούν μια αποκομμένη διαδικασία, αλλά μία διαδικασία στενά συνδεδεμένη με όσα συμβαίνουν εντός μας, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα έκφρασης, είναι κάτι σημαντικό, διότι μας αποκαλύπτει ότι προκειμένου να μπορέσουμε να προχωρήσουμε αντιμετωπίζοντας με αποτελεσματικότητα τη διάχυτη καταστροφικότητα στον εξωτερικό κόσμο, χρειάζεται να γνωριστούμε από κοντά με όσα συσσωρεύονται μέσα μας. Οι ενέργειες αυτές που στον εξωτερικό κόσμο συνδέονται με την ασυνειδησία, την τρέλα, τη βία, την καταστροφικότητα, την κακία, ότι νιώθει τραυματισμένο και όλα όσα μας τραυματίζουν, καθρεφτίζουν, ενεργοποιούν, πυροδοτούν και εκφράζουν σε ένα α-χωρικό επίπεδο παρόμοιες, ηχηρές διεργασίες εντός μας. Το δυναμικό ξεδίπλωμα του εξωτερικού κόσμου «μεταφράζεται» σε ψυχικό όργανο, παρέχοντας έτσι σχήμα και μορφή στην υποκειμενική εμπειρία του τραύματος, του κόσμου και του εαυτού μας.

Το τραύμα μας εισάγει και μας συνδέει με τη υπερβατική διάσταση της ύπαρξής μας, όπου μέσω της υλοποίησής του ξεκινούν – κατά ένα θαυμαστό τρόπο – ο μετασχηματισμός και η πιθανή ίασή του. Το τραύμα μας, εμπεριέχοντας ταυτόχρονα την παθολογία αλλά και το φάρμακο που της αντιστοιχεί, καθίσταται σε ένα γεγονός υψηλότερης διάστασης, το οποίο εκδηλώνεται στην άνυδρη γη της τρισδιάστατης ζωής μας. Κωδικοποιημένο κατά συμβολικό τρόπο στο τραύμα, κομμένο και ραμμένο μοναδικά ώστε να ταιριάζει στις ευαισθησίες και την αισθητική μας, αποτελεί τόσο το φαινομενικό «πρόβλημα», όσο και την ίδια την επίλυση, συνοδευόμενο από μία κατάσταση ανοιχτότητας και απεραντοσύνης, ενοικούμενης [πολλαπλών] δυνατοτήτων.

Το τραύμα μας αποτελεί ένα γνήσιο κβαντικό φαινόμενο: θα μας καταστρέψει ή θα μας αφυπνίσει; Πρόκειται για κυματισμό ή σωματίδιο; Απάντηση: εξαρτάται από τον τρόπο που το ονειρευόμαστε. Το τραύμα μας δεν είναι ξέχωρο της ψυχής που το βιώνει. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που ερμηνεύουμε το τραύμα, το νόημα που του αποδίδουμε και η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας ως προς αυτό, άρα εμείς οι ίδιοι, επιδρούμε με άμεσο τρόπο στο πως εκδηλώνεται ανά πάσα στιγμή το τραύμα και κατά προέκταση ο εαυτός μας και ο κόσμος γύρω μας.

Το τραύμα λειτουργεί ως μύηση
Μέσω του τραύματός μας, συστηνόμαστε στην πλευρά του εαυτού μας που δεν έχει υποστεί τραύματα με τον ίδιο τρόπο που μέσω των ανακλάσεων μαθαίνουμε να παρατηρούμε τον καθρέφτη. Οι ανακλάσεις δεν είναι ξέχωρες του καθρέφτη, ενώ ταυτοχρόνως «δεν» αποτελούν τον καθρέφτη. Παραδόξως, οι ανακλάσεις του καθρέφτη αποκαλύπτουν αυτό που δεν αποτελεί ανάκλαση. Παρομοίως, το τραύμα μας αποκαλύπτει την ατραυμάτιστη πλευρά του εαυτού μας. Οι ανακλάσεις στον καθρέφτη μας βοηθούν να αναγνωρίσουμε τον υποκείμενο καθρέφτη που εναγκαλίζεται, εμπεριέχει όλα όσα ανακλά, παραμένοντας κατά βάση άθικτος. Το τραύμα μας δεν επηρεάζει την όμοια με καθρέφτη φύση μας, όπως και ο αντικατοπτρισμός του νερού στην έρημο δεν μπορεί να υγράνει τους κόκκους της άμμου. Δεν θα προσέξουμε τον υποκείμενο καθρέφτη, ωστόσο, αν εκστασιαστούμε, αν αποκτήσουμε εμμονές ή αν απορροφηθούμε και ταυτιστούμε με τις ανακλάσεις.

Οι ανακλάσεις στον καθρέφτη αποτελούν μία αχώριστη, αδιαίρετη, αδιαμεσολάβητη έκφραση του καθρέφτη, καθώς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε ανακλάσεις δίχως καθρέφτη ή καθρέφτη δίχως ανακλάσεις. Παρομοίως, το τραύμα – στη μεταμφιεσμένη μορφή του – αποτελεί εκδήλωση της πλευράς εντός μας που δεν έχει τραυματιστεί.

Μέχρι να τραυματιστούμε ωστόσο, δεν είχαμε συνείδηση της πλευράς του εαυτού μας που παρέμενε αλώβητη, κι ας ταυτιζόμασταν ασυνείδητα με αυτήν, κάτι που σημαίνει ότι δε σχετιζόμασταν μαζί της ως να ‘ταν οικεία. Από ονειρικής απόψεως – όπου η εσωτερική διεργασία εκείνου ή εκείνης που ονειρεύεται αυτοδιαδραματίζεται σε μία φαινομενικά εξωτερική θεατρική σκηνή, προκειμένου να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της – είναι η βαθύτερη πλευρά του εαυτού μας που εφευρίσκει δια του ονείρου το τραύμα ώστε να μας καταστήσει συνειδητούς ή συνειδητές της πλευράς του εαυτού μας που μπορεί και υπερβαίνει αυτό καθ’ αυτό το τραύμα, που είναι δηλαδή «θεραπευμένη». Το ίδιο το τραύμα αποτελεί εκείνο ακριβώς το όργανο μέσω του οποίου η εγγενής ολότητά μας, που προϋπήρχε του τραυματισμού καθίσταται αντιληπτή με συνειδητό τρόπο εντός του χρόνου – στην παρούσα στιγμή – κάτι που αποτελεί και το μοναδικό «τόπο» υλοποίησης της ολότητάς μας.

Το να αντιληφθούμε αυτή τη διαδικασία σημαίνει διεύρυνση της συνείδησης, όπου οι αντίθετες πλευρές (η τραυματισμένη και μη τραυματισμένη) παύουν να ανακαλούν τη μέχρι τώρα αίσθηση δύο ξεχωριστών αν και συσχετιζόμενων νοημάτων. Φυσικά, στο σχετικό επίπεδο της πραγματικότητας, το να έχεις τραυματιστεί διαφέρει από το να μην έχεις τραυματιστεί. Προκειμένου, ωστόσο, να διευρύνουμε τη συνείδησή μας, θα πρέπει να εισέλθουμε σε ένα απόλυτο επίπεδο αντίληψης της πραγματικότητας, μία κατάσταση η οποία συμπεριλαμβάνει το σχετικό, ενώ ταυτοχρόνως το εμπερικλείει και το υπερβαίνει [καθώς μετεξελίσσεται] σε μία υψηλότερη σύνθεση. Είναι μόνο ο νους, ο οποίος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα εννοιολογικά, που «θεωρεί» ότι τα αντίθετα είναι διαχωρισμένα. Για να μπορέσει να κατανοήσει τη σχετικότητα και άρα την ταυτότητα των αντιθέτων, σημαίνει ότι θα πρέπει να υλοποιήσει αυτό που ο Jung αποκαλεί «Εαυτό» (τον οποίο περίγραψε ως μία ένωση μεταξύ αντιθέτων). Ένα από τα βαθύτερα νοήματα της βουδιστικής λέξης «nirvana» σημαίνει ότι κανείς είναι ελεύθερος των αντιθέσεων. Στον αλχημισμό, αναζητούμε τη φιλοσοφική λίθο, ενώ ο «χρυσός» (ο οποίος δε συμβολίζει τίποτε παραπάνω από τη διεύρυνση της συνείδησης) δημιουργείται εκεί που επιτυγχάνεται η «μεγάλη σύνοδος» (greater conjunctio), όταν δηλαδή ενώνονται τα αντίθετα.

Η αναγνώριση της ένωσης των αντιθέτων προϋποθέτει τη σύνδεση με την εγγενή μας ολότητα, αλλά και την ανάμνηση αυτής της διαδικασίας, μία κατάσταση που αποτελεί αποκορύφωμα της θεραπείας, καθώς γινόμαστε «ένα» με τον εαυτό μας (και άρα είμαστε σε θέση να θέσουμε σε εφαρμογή μία «ενωτική κατάσταση ειρήνης» του ενός με τον άλλο). Αυτό σημαίνει, ότι «με ένα μαγικό σχεδόν τρόπο επιτρέπουμε στον Ασκληπιό, το φωτεινό σαν ήλιο θεραπευτή, να αναδυθεί», ο οποίος συμβολίζει τη θεραπευτική δύναμη και την κρυφή, λανθάνουσα δεξιότητα θεοφάνειας που κρύβεται εντός του τραύματος, καθώς την καλεί να υπάρξει στο φως της συνείδησης. Όταν αρκετοί από εμάς είναι σε θέση ν’ αναγνωρίσουν το είδος της ίασης που αποκαλύπτεται δια του τραύματός τους, τότε η θεραπευτική διάστασή του αποκτά συλλογικό χαρακτήρα κι ως τέτοια αναπαράγεται και στη σκηνή του κόσμου.

Ως τραυματισμένοι θεραπευτές, εμβαθύνουμε διαρκώς στην ίαση της αποσύνδεσής μας από τον κόσμο. Θεραπεύοντας την εσωτερική κατάσταση αποσύνδεσης του εαυτού μας σε ένα α-τοπικό επίπεδο, αυτή επιδρά και ακολούθως ανακλάται στον φαινομενικά εξωτερικό κόσμο, καθώς επανασυνδεόμαστε ο ένας με τον άλλο (κατάσταση που αποτελεί το χειρότερο εφιάλτη κάθε μορφής εξουσίας), ενθυμούμενοι ποιοί πραγματικά είμαστε, σε ό,τι αφορά τόσο εμάς προσωπικά, όσο και την αναμεταξύ μας σχέση. Μπορούμε να συνεργαστούμε ώστε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο να εξέλθει αυτού του ιεραρχικού σύμπαντος που βασίζεται στο φόβο, την εξουσία και την αποξένωση, εισερχόμενοι σε βαθύτερες, από κοινού δημιουργημένες ταυτότητες, ως τραυματισμένοι θεραπευτές και φίλοι σε ένα πνευματικό επίπεδο, οι οποίοι εν τέλει εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο, υπολογίζουν ο ένας στον άλλο και νοιάζονται ο ένας για τον άλλο. Είμαστε τα αλληλένδετα μέρη ενός ευρύτερου, καθολικού όλου, χαρακτηρισμένου από ιερότητα.

Δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο: μόνο μέσω της διεύρυνσης της συνείδησής μας θα είμαστε σε θέση να μετασχηματίσουμε την κρίση που μαστίζει τον κόσμο μας. Ίσως το μόνο που χρειάζεται αυτή τη στιγμή, είναι να ξυπνήσουμε, καθώς όλοι οι πεφωτισμένοι δάσκαλοι διαμέσου των αιώνων έχουν πει, ότι όταν ένας οποιοδήποτε άνθρωπος αφυπνίζεται συνειδητοποιώντας την ένωση των αντιθέτων εντός του, τότε ολόκληρο το σύμπαν αφυπνίζεται μαζί του.

Μέσω αυτής της βαθύτερης, εκτενέστερης οπτικής ματιάς, το τραύμα μας αντί να αποτελεί εμπόδιο στην εκπλήρωση της ολότητάς μας, αποτελεί στην πραγματικότητα έκφρασή της, καθώς δίχως το τραύμα δεν θα είχαμε γνωρίσει την πλευρά μας που παραμένει ελεύθερη, θεραπευμένη, ολόκληρη, απελευθερωμένη κι αφυπνισμένη. Η αληθινή μας φύση δεν θα μπορούσε ποτέ να επισκιαστεί, όπως τα σύννεφα στον ουρανό μόνο φαινομενικά μπορούν να κρύψουν τον ήλιο. Από την οπτική γωνία του ηλίου όμως, το φως του παραμένει φωτεινό ακόμα και κατά τις πιο συννεφιασμένες μέρες.

Η τέχνη της αγάπης

Η τέχνη της αγάπηςΗ αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πως ν’ αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μια οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.
Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιασδήποτε τέχνης;
Η διαδικασία της εκμάθησης μιας τέχνης μπορεί απλά να διαιρεθεί σε δυο μέρη: Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής. Ένας τρίτος παράγοντας είναι η υπέρτατη σημασία που δίνουμε στην τέχνη αυτή. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Γιατί οι άνθρωποι του πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν την τέχνη της αγάπης στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους; Παρόλο που η λαχτάρα γι’ αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη σχεδόν όλα τ’ άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη;
Η αγάπη είναι ενεργητική δύναμη μέσα στον άνθρωπο. Είναι μια δύναμη που γκρεμίζει τους τοίχους που χωρίζουν τον άνθρωπο από το συνάνθρωπο και τον ενώνει με τους άλλους. Η αγάπη του δίνει τη δύναμη να ξεπεράσει το συναίσθημα της απομόνωσης και του χωρισμού, κι ωστόσο του επιτρέπει να είναι ο εαυτός του, να διατηρεί την ακεραιότητά του.
Αν πούμε πως η αγάπη είναι μια δραστηριότητα, θα αντιμετωπίσουμε μια δυσκολία που πηγάζει από τη διφορούμενη σημασία του όρου «δραστηριότητα». Με τον όρο αυτό, στη σύγχρονη σημασία του, εννοούμε μια δράση που φέρνει κάποια μετατροπή σε μια υπάρχουσα κατάσταση με μέσο την κατανάλωση ενέργειας. Ώστε ένας άνθρωπος θεωρείται δραστήριος, αν κάνει επιχειρήσεις, αν σπουδάζει ιατρική, αν δουλεύει στο αυτόματο εργοστάσιο, αν φτιάχνει τραπέζια ή ασχολείται με τον αθλητισμό. Κοινό χαρακτηριστικό σ’ όλες αυτές τις δραστηριότητες είναι ότι κατευθύνονται προς την επίτευξη ενός εξωτερικού στόχου.
Εκείνο που δε λαμβάνεται υπόψη είναι το εσωτερικό κίνητρο της δραστηριότητας. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον άνθρωπο που αγκιστρώνεται στην αδιάκοπη εργασία από ένα συναίσθημα βαθιάς ανασφάλειας, αβεβαιότητας και μοναξιάς. Ή κάποιον άλλο που σπρώχνεται από τη φιλοδοξία ή την απληστία για χρήματα. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο είναι σκλάβος ενός πάθους και η ενεργητικότητά του είναι στην πραγματικότητα “παθητικότητα” γιατί σύρεται σ’ αυτήν. Δεν είναι ο ενεργών, αλλά ο πάσχων.
Η αγάπη είναι δράση, είναι άσκηση της ανθρώπινης δύναμης που μπορεί να εκδηλωθεί μόνο ελεύθερα και ποτέ σαν αποτέλεσμα καταναγκασμού.
Η αγάπη είναι δράση και όχι παθητικό αίσθημα.
Με τον πιο ευγενικό τρόπο, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης μπορεί να καθοριστεί αν πούμε ότι αγάπη πρωταρχικά σημαίνει δόσιμο και όχι απολαβή.
Τι σημαίνει όμως δόσιμο; Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.
Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι. Το άτομο που ο χαρακτήρας του δεν εξελίχθηκε πέρα από το στάδιο του προσανατολισμού προς την απολαβή, την εκμετάλλευση, την αποθησαύριση, νιώθει το δόσιμο μόνο μ’ αυτό τον τρόπο.
Ο εμπορικός αυτός χαρακτήρας είναι πρόθυμος να δώσει αλλά μόνο σαν αντάλλαγμα γι’ αυτό που θα λάβει. Το να δώσει χωρίς να λάβει, σημαίνει γι’ αυτόν ότι απατήθηκε.
Άλλοι δίνουν το νόημα της θυσίας στο δόσιμο και το ονομάζουν αρετή. Νιώθουν ότι ακριβώς επειδή είναι οδυνηρό να δίνεις, οφείλεις να δίνεις. Η αρετή του να δίνεις βρίσκεται γι’ αυτούς ακριβώς στο γεγονός της αποδοχής της θυσίας. Γι’ αυτούς, η αρχή ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις, σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις τη στέρηση παρά να νιώθεις χαρά.
Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού. Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου.
Τι δίνει αλήθειας ένας άνθρωπος στο συνάνθρωπό του;
Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του. Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά. Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.
Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορείς παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται.
Δε χρειάζεται ίσως να τονίσουμε ιδιαίτερα το ότι η ικανότητα να αγαπάς σαν μια πράξη προσφοράς εξαρτιέται από την ανάπτυξη του χαρακτήρα ενός ατόμου.
Προϋποθέτει να έχει φτάσει κανείς σ’ ένα προσανατολισμό, σε μια αντίληψη ζωής ξεκάθαρα δημιουργική. Σ’ αυτή την αντίληψη, το άτομο έχει ξεπεράσει την εξάρτηση, τη ναρκισιστική παντοδυναμία, την επιθυμία να εκμεταλλεύεται άλλους ή να αποθησαυρίζει, κι έχει αποκτήσει σταθερή πίστη στις δικές του ανθρώπινες δυνάμεις, και το θάρρος να στηρίζεται σ’ αυτές τις δυνάμεις για την πραγμάτωση των σκοπών του. Στο βαθμό που αυτές οι ιδιότητες λείπουν, φοβάται να δώσει τον εαυτό του και επομένως ν’ αγαπήσει.
Αλλά πέρα από το στοιχείο της προσφοράς, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης γίνεται φανερός στο ότι πάντα περιέχει ορισμένα βασικά στοιχεία που είναι κοινά σε όλες τις μορφές της αγάπης. Αυτά τα στοιχεία είναι: φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση.
Ότι η αγάπη περιέχει τη φροντίδα, είναι ολοφάνερο στην αγάπη μιας μητέρας για το παιδί της. Καμία διαβεβαίωση για την αγάπη της δε θα μας φαινόταν ειλικρινής, αν τη βλέπαμε να μη δείχνει φροντίδα για το μωρό, αν παραμελούσε την τροφή του, την καθαριότητά του, τη σωματική του άνεση.
Αγάπη είναι το ενεργητικό ενδιαφέρον για τη ζωή και την ανάπτυξη αυτού που αγαπάμε. Όπου αυτό το ενεργητικό ενδιαφέρον λείπει, δεν υπάρχει αγάπη. Αυτό το στοιχείο της αγάπης περιγράφεται πολύ όμορφα στο βιβλίο του Ιωνά. Ο θεός είπε στον Ιωνά να πάει στη Νινευή για να προειδοποιήσει τους κατοίκους της ότι θα τιμωρηθούν, αν δε διορθώσουν τις κακές τους συνήθειες. Ο Ιωνάς εγκαταλείπει την αποστολή του γιατί φοβήθηκε ότι οι κάτοικοι της Νινευή μπορεί να μετανοήσουν και ο θεός να τους συγχωρήσει.
Αλλά η φροντίδα και το ενδιαφέρον συνοδεύονται και από μία άλλη ιδιότητα της αγάπης: την ευθύνη. Σήμερα η ευθύνη συχνά υποδηλώνει ένα καθήκον, κάτι που επιβάλλεται σ’ ένα άτομο απ’ έξω. Αλλά η ευθύνη στην αληθινή της έννοια, είναι μια ολοκληρωτικά θεληματική, αυτόβουλη πράξη. Είναι η ανταπόκρισή μου στις ανάγκες, φανερές ή κρυφές, ενός άλλου ανθρώπου. Να είσαι υπεύθυνος, σημαίνει να είσαι έτοιμος και ικανός να ανταποκριθείς στην αγάπη ανάμεσα σε ενήλικους αναφέρεται κυρίως στις ψυχικές ανάγκες του άλλου ατόμου.
Η ευθύνη θα μπορούσε εύκολα να ξεπέσει στην κυριαρχία και την κατοχή, αν δεν υπήρχε ένα τρίτο συστατικό της αγάπης, ο σεβασμός. Ο σεβασμός δεν είναι φόβος, ή δέος, αλλά σημαίνει την ικανότητα να βλέπεις ένα άτομο όπως είναι και να έχεις επίγνωση της μοναδικής ατομικότητας. Σεβασμός σημαίνει φροντίδα για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί το άλλο άτομο όπως είναι. Ο σεβασμός λοιπόν προϋποθέτει την απουσία εκμετάλλευσης. Θέλω το πρόσωπο που αγαπώ να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί για το δικό του καλό και με το δικό του τρόπο κι όχι με το σκοπό να με υπηρετήσει.
Δεν είναι όμως δυνατό να σέβεσαι ένα άνθρωπο, αν δεν τον γνωρίζεις. Η φροντίδα και η ευθύνη θα ήταν τυφλές, αν δεν τις οδηγούσε το ενδιαφέρον. Υπάρχουν πολλά επίπεδα, πολλά στρώματα γνώσης.
Είναι δυνατή μόνο αν μπορώ να ξεπεράσω το ενδιαφέρον για τον εαυτό μου και να δω το άλλο άτομο με τα δικά του κριτήρια. Μπορώ να καταλάβω π.χ. ότι κάποιος είναι θυμωμένος, ακόμα κι αν δεν το δείχνει φανερά.
Η γνώση έχει ακόμα μια, την πιο θεμελιώδη σχέση με το πρόβλημα της αγάπης. Η βασική ανάγκη για συνένωση μ’ ένα άλλο πρόσωπο, με το σκοπό να ξεφύγει από τη φυλακή της απομόνωσής μας, συνδέεται στενά με μια άλλη ειδικά ανθρώπινη επιθυμία, την επιθυμία να γνωρίσουμε το «μυστικό του ανθρώπου».
Υπάρχει ένας τρόπος απεγνωσμένος και αρρωστημένος για να πιάσουμε το μυστήριο: είναι η πλήρης εξουσία πάνω σ’ ένα άλλο άτομο. Η εξουσία που το αναγκάζει να κάνει ό,τι εμείς θέλουμε, να νιώθει ό,τι εμείς θέλουμε, να σκέφτεται ό,τι εμείς θέλουμε.
Ο άλλος δρόμος για τη γνώση του «μυστηρίου» είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι μια ενεργητική διείσδυση στο άλλο πρόσωπο, στην οποία ο πόθος μου για γνώση κατασιγάζει με τη συνένωση. Στην πράξη της συνένωσης σε γνωρίζω, γνωρίζω τον εαυτό μου, γνωρίζω τον καθένα.
Φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση, είναι αλληλένδετα. Είναι η συνισταμένη των ιδιοτήτων που μπορεί να βρεθεί στο ώριμο άτομο. Στο άτομο δηλαδή που αναπτύσσει τις προσωπικές του δυνάμεις δημιουργικά, που θέλει να έχει μόνο εκείνο για το οποίο μόχθησε, που έχει εγκαταλείψει τα ναρκισσιστικά όνειρα για παντογνωσία και παντοδυναμία, που έχει φτάσει στην ταπεινοσύνη τη βασισμένη στην εσωτερική δύναμη, που μόνο η πηγαία δημιουργική δραστηριότητα μπορεί να δώσει.
Η Ζωή ως ηθική τέχνη είναι Αγάπη.

Έρως ανίκατε μάχαν

Έρως ανίκατε μάχανΆλλοι ιστορικοί αναφέρουν ότι είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, γι’ αυτό και αναζητά το καλό και το ωραίο. Άλλοι πάλι ότι γεννήθηκε από το χάος και τη γαία ή ακόμα και από τον Έρεβο. Τι είναι λοιπόν ο έρωτας;
O έρωτας θα τολμούσα να πω ότι είναι εκείνη η εσωτερική πηγή που δημιουργεί πάθη, έντονες αντιδράσεις, υπερβολή και εκτός ορίων συμπεριφορές. Η λογική παύει να υπάρχει και το μυαλό δεν έχει καμία επήρεια πάνω στο σώμα. Τη στιγμή όπου ο θεός Έρωτας σε χτυπά με τα βέλη του, παραλύεις. Λειτουργεί μονάχα η καρδιά και κυρίως η σάρκα.

Άλλο αγάπη, άλλο έρωτας.
Κατ’ εμένα υπάρχει χαοτική διαφορά μεταξύ αγάπης και έρωτα. Μiα από τις αναρίθμητες διαφορές μεταξύ αγάπης και έρωτα είναι η επιπολαιότητα και η επιδερμικότητα, δύο βασικά συστατικά του έρωτα. Εκείνος που ερωτεύεται, ερωτεύεται συνήθως την εξωτερική εμφάνιση. Με την πρώτη ματιά. Είναι εκείνο το «κλικ» που κάνει τους παλμούς της καρδιάς του να αυξηθούν και τις κόρες των ματιών του να διασταλούν.
Αυτό ωστόσο, έχει ως τραγική συνέπεια, το άτομο που έχει ερωτευθεί κεραυνοβόλα, να μην τρέφει κανένα ενδιαφέρον και να μην γνωρίζει το έτερον ήμισυ. Πρόκειται δηλαδή για ένα επιδερμικό συναίσθημα και είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις στις οποίες κάποιος ερωτεύεται ένα άτομο με πολύ άσχημα χαρακτηριστικά και με ορατές ανωμαλίες στην εμφάνιση, παρά μόνο για την καλή του την ψυχή, την υψηλοφροσύνη του και για το μυαλό που διαθέτει. Αυτά έρχονται τις πλείστες περιπτώσεις με τον καιρό και τη συνήθεια, δηλαδή με την αγάπη.
Όσο κι αν κάποιους ενοχλεί, όσο κι αν δεν θέλουν να το ακούνε, η αγάπη βασίζεται στη συνήθεια. Η δύναμη της συνήθειας είναι τερατώδης. Συνηθίζεις να ξυπνάς με έναν άνθρωπο πλάι σου, συνηθίζεις να πηγαίνεις τα παιδιά σου στο πάρκο, το χαμόγελο του αγαπημένου σου, το κλάμα του. Ακόμα και τη ζωή του συνηθίζεις, και θέλεις να είναι καλά, για να είσαι κι εσύ καλά. Η αγάπη δεν έχει θεμέλια στην εξωτερική εμφάνιση ούτε στη σάρκα και στο θεαθήναι.
Η αγάπη έχει τον κρατήρα της στην καρδιά, μα έπειτα περνά από τη σκέψη. Κάτι που ο έρωτας καταρρίπτει! Φυσικά να αναφέρουμε ότι στον έρωτα η διάρκεια είναι σαφώς μικρότερη. Μάλιστα, είναι εντονότερη σε συναίσθημα και ένα καυτό μάγμα πάθους, ενώ η αγάπη ίσως να υστερεί σε τέτοιες ακρότητες (σεξουαλικές κυρίως). Υπερτερεί όμως στη διάρκεια.
Ενώ ο έρωτας χτυπά με το βέλος του και φεύγει, σημάδια αρχίζουν να αχνοφαίνονται ανάμεσα στα ζευγάρια. Όταν ο εσωτερικός κόσμος αποκαλύπτεται τότε ξεκινούν οι διαμάχες και οι φιλονικίες, και ο «θάνατος» της σχέσης είναι σχεδόν βέβαιος.

Ημερομηνία λήξης ή μετάλλαξης;
Περισσότερη οξύτητα και ισχύς σε πολλά βατ, αλλά με ημερομηνία μετάλλαξης ή λήξης. Και λέω μετάλλαξης, διότι από τον έρωτα μπορεί να γεννηθεί και μια παντοτινή αγάπη. Με κράματα το πάθος, την επιθυμία και τον πόθο. Εάν διαρκέσει, σίγουρα θα καθίσει στο θρόνο η αγάπη. Όπου εκεί ίσως αρχίσει να ξεθυμαίνει το ερωτικό, το σαρκικό, το τόσο παθιασμένο και το υπέρμετρο, μα τη θέση του θα πάρει το κρεσέντο της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ζενίθ.
Το μεσουράνημα της ψυχής, όπου ακούει στο όνομα αγάπη και έχει προέλθει είτε από απευθείας αγάπη είτε από έρωτος μετάλλαξη. Ο έρωτας ή θα χαθεί από μόνος του ή κανείς δεν θα μπορέσει να τον νικήσει. Γίνεται καταστροφικός και επιβιώνει σε κάθε μάχη, σε κάθε υπερβολή και σε κάθε ακραίο συναίσθημα.
Έρως ανίκατε μάχαν, Έρως, ός εν κτήμασι πίπτεις…