Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Ι. Παρατακτικά (συνδετικά) σύνθετα


§ 81. Παλιά είναι τα ἕν-δεκα, δ(υ)ώ-δεκα (§ 66), un - decim, duo - decim , πρβ. επίσης γερμ. drei - zehn 'δεκατρία' κτλ.· αργότερα σχηματίστηκαν επίσης τα δεκα-τρεῖς, δεκα-πέντε κτλ., καθώς και το δεκα-δύο. Σχηματισμοί με συνδετική λέξη εμφανίζονται για πρώτη φορά στα Ελληνικά της ιστορικής περιόδου: τρεισκαίδεκα, ἑπτακαίδεκα κτλ. (§ 66), καλο-κἀγαθός (-θία· δες § 36)· πολύ τολμηρό είναι το νηλιπο-και-βλεπέλαιος 'ξυπόλητος αναζητώντας μύρο' σε επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας. Η ύστερη (όπως και η νέα) ελληνική αρέσκεται να συνδέει στη σύνθεση συναφείς ουσιαστικές ή επιθετικές έννοιες (αντιθέσεις): αὐξομείωσις 'παλίρροια (αὔξη) και άμπωτη' (βυζαντ.). Μερικοί (και μάλιστα ακριβώς οι παλιότεροι) από αυτούς τους σχηματισμούς διευκολύνουν τη μετάβαση από τα προσδιοριστικά στα συνδετικά σύνθετα: λευκ-έρυθρος (Αριστοτ.) σήμαινε αρχικά 'με ανοιχτό ερυθρό' και μόλις αργότερα 'λευκός και ερυθρός ταυτόχρονα'· αντίστοιχα τα χλωρό-μελας 'με ξεθωριασμένο μαύρο' (Γαληνός), ὠχρό-λευκος 'με ξεθωριασμένο λευκό' (Διοσκουρ.), γλυκύ-πικρος 'γλυκά πικρός' (Σαπφώ), καθώς και ουσιαστικά όπως ἀρτό-κρεας, ἰατρό-μαντις, κλαυσί-γελως.

§ 82. Πολύ ξεκάθαρη είναι η ιστορία του ἀνδρό-γυνος: αρχικά (από τον Ηρόδοτο και εξής) χαρακτηρίζει τον 'ερμαφρόδιτο' ή τον 'φοβητσιάρη', δηλαδή ένα πρόσωπο που είναι ταυτόχρονα άντρας και γυναίκα, και αυτό έπρεπε να εκφραστεί με μία λέξη· η σειρά είναι μάλλον τυχαία: ο Σοφοκλής λέει γύν-ανδρος, ο Επίχαρμος γυναίκ-ανδρες. Οι σημερινοί Έλληνες, όμως, με το ἀντρό-γυνο(ν) (προφέρεται και ἀνδρ-) εννοούν ένα 'ζευγάρι', δηλαδή άντρα και γυναίκα'.[1] Το γεγονός ότι και εδώ η ανάγκη παραγωγής και περαιτέρω σύνθεσης ευνοεί το σύνθετο (§ 36 κεξ.) αποδεικνύουν παραδείγματα όπως φαγησι-πόσια 'φαγοπότια' (Αθήναιος) και τορνευτο-λυρ-ασπιδο-πηγός 'που συναρμολογεί τορνευτές λύρες και ασπίδες' (Αριστοφ.).

§ 83. Αν τα συνδετικά σύνθετα είναι το δίχως άλλο πολύ σπάνια, ακόμη σπανιότερη είναι η επιθετικοποίησή τους: με το ἀνδρό-γυνα λουτρά ένα ανώνυμο επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας εννοεί 'μεικτά λουτρά αντρών και γυναικών'. Το νυχθήμερος (θηλ.) το βρίσκουμε σε έναν πάπυρο του 4ου αιώνα μ.Χ. [2] με τη σημασία 'εικοσιτετράωρος', την ίδια σημασία έχει και στην Καινή Διαθήκη. [3] Επίσης χρυσ-ελεφαντ-ήλεκτρος 'ποικιλμένος με χρυσό, ελεφαντόδοντο και ήλεκτρο' (Πλούταρχος από κάποιον ποιητή).
----------------------
[1] Η σημερινή λέξη αντρόγυνο προέρχεται από διαφορετικό σύνθετο της ελληνιστικής εποχής. (Δες και την ετυμολογία της στο ΛΚΝ.) Η προφορά [ndr] συνεχίζει την παλιά προφορά. Στα μεσαιωνικά ελληνικά συναντούμε και τη γραφή ντρ. Η σημερινή λόγια προφορά [nðr] είναι "ορθογραφική προφορά": στηρίζεται σε παρανόηση της αξίας του γράμματος δ στα αρχαία ελληνικά. (Δες στο Παράρτημα για την προφορά.)

[2] Mitteis - Wilcken, Grundzüge und Chrestomathie der Papyruskunde ΙΙ 2, αριθμ. 78, στ. 6.

[3] Προς Κορινθίους Β΄ 11, 25: νυχθήμερον… ἐποίησα 'διέθεσα εικοσιτέσσερις ώρες', δηλαδή όχι ως επίρρημα!

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 2. Νομοθέτες και τύραννοι

2.9. Ἄραρα Χάραρα


Δεν διακρίνεται πάντοτε εύκολα η θρησκεία από τη μαγεία. Μαγικές πρακτικές συνυπάρχουν με θρησκευτικές τελετές, παραδοσιακούς μύθους, ακόμη και ορθολογικές επιστημονικές ανακαλύψεις. Αντίθετα με μια εσφαλμένη άποψη που λέει ότι η θρησκεία περιλαμβάνει ανώτερα όντα ενώ η μαγεία λειτουργεί μηχανικά, στις μαγικές επικλήσεις περιλαμβάνονται συχνά δαίμονες ή θεοί, ενώ ορισμένες επίσημες ιεροπραξίες δεν απευθύνονται σε θεότητες.

Γενικά η μαγεία βασίζεται στην αρχή της συμπάθειας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο κόσμος είναι ένα κλειστό σύστημα, τα μέρη του οποίου βρίσκονται σε διαρκή αλληλεξάρτηση και αμφίδρομη επιρροή. Αν λοιπόν κάποιος μάθει τις αφανείς σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων, θα μπορεί, παραδείγματος χάριν, να προκαλεί βροχή για το χωράφι του, χύνοντας μια συμβολική ποσότητα νερού πάνω στο ξερό έδαφος. Το μέρος θα μαγνητίσει συμπαθητικά το όλον και έτσι νερό θα συγκεντρωθεί από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα υπό μορφή νεφών και, για να βρει το όμοιό του, θα κατέλθει ως βροχή.

Οι κυριότερες πηγές μας για την αρχαία Eλληνική μαγεία προέρχονται από την αρχαιολογική σκαπάνη. Μολύβδινες πινακίδες με ολιγόστιχες επιγραφές που «δένουν» τον εχθρό (κατάδεσμοι), μικρές πήλινες κούκλες τρυπημένες με περόνες σε διάφορα σημεία του σώματος, φυλακτά για αποτροπή του «κακού ματιού» ή για ενδυνάμωση αυτού που τα φορά και ξόρκια (ἐπῳδαί) για ίαση από ασθένειες που έχουν προκληθεί με παρεμβολή πνευμάτων και δαιμόνων έχουν βρεθεί σε διάφορα σημεία του ελληνικού κόσμου, μέσα σε τάφους και πηγάδια. Τα ευρήματα ξεκινούν τον 6ο αιώνα και πληθαίνουν την κλασική εποχή, ιδίως στην Αθήνα. (Σε σχέση με άλλες πόλεις, η Αθήνα ήταν, όπως σε άλλους τομείς, ανεκτικότερη και στις μαγικές πρακτικές.) Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, η μαγεία βρισκόταν σε πλήρη άνθηση σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Πληθώρα μαγικών κειμένων γραμμένων σε παπύρους έχει ανακαλυφθεί στην Αίγυπτο, και έτσι η παλαιά υπόθεση ότι η μαγεία έφτασε στην Ελλάδα από την Αίγυπτο, τη χώρα της πανάρχαιης σοφίας στα ζητήματα των θεών, παραμένει ελκυστική.

Η αρχαία μαγεία καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων από αυτό που περιλαμβάνει συνήθως ο σύγχρονος όρος. Εκτός από την πρόκληση αποτελεσμάτων που σχετίζονται με τις πρακτικές ανάγκες της ζωής, οι αρχαίες μαγικές επικλήσεις και τελετές αποσκοπούσαν επίσης, ορισμένες φορές, σε εμπειρίες πνευματικής επαφής με θεούς. Ο μάγος ήταν ένας ειδήμων στα θέματα των θεών και, κατά την ελληνιστική περίοδο, υποτίθεται ότι μπορούσε να προκαλέσει κάποιες θεότητες, όπως την Εκάτη, την Ίσιδα ή τον Ήλιο, να φανερωθούν με βιωματική αμεσότητα.

Λίγες είναι οι αναφορές των συγγραφέων της αρχαϊκής και κλασικής εποχής στις μαγικές πρακτικές. Αυτή η απουσία είναι δικαιολογημένη εξαιτίας τόσο της μυστικότητας των τελετών όσο και της μικρής εκτίμησης που έχαιραν οι πρακτικές αυτές στα μάτια των διανοουμένων. Η μαγεία βρισκόταν στα όρια της κοινής ηθικής και κάποτε μάλιστα τα ξεπερνούσε.

Μια επιγραφή χαραγμένη σε μολύβδινο έλασμα τον 4ο αιώνα παρουσιάζει τον ανταγωνισμό μαγείρων στο πλαίσιο μιας δικαστικής διένεξης. Ο πελάτης του μάγου, που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, «δεσμεύει» τον αντίδικό του Θεαγένη και τους συμμάχους του για να μην μπορέσουν να εμφανιστούν στο δικαστήριο ως μάρτυρες κατηγορίας:

Δένω (καταδέω) τον Θεαγένη, τη γλώσσα του και την ψυχή του και τα λόγια που χρησιμοποιεί. Δένω επίσης τα χέρια και τα πόδια του Πυρρία, του μαγείρου, τη γλώσσα του, την ψυχή του, τα λόγια του. Δένω επίσης τη γυναίκα του Πυρρία, τη γλώσσα της και την ψυχή της. Δένω επίσης τον μάγειρο Κερκίωνα και τον μάγειρο Δόκιμο, τις γλώσσες τους, τις ψυχές τους, τα λόγια που χρησιμοποιούν. Δένω επίσης τον Κινέα, τη γλώσσα του, την ψυχή του και τα λόγια με τα οποία βοηθάει τον Θεαγένη. Δένω επίσης τη γλώσσα του Φερεκλή, την ψυχή του και τη μαρτυρία του προς όφελος του Θεαγένη. Δένω επίσης τη γλώσσα του Σεύθη, την ψυχή του και τα λόγια που χρησιμοποιεί, όπως επίσης τα πόδια του, τα χέρια του, τα μάτια και το στόμα του. Δένω επίσης τη γλώσσα του Λαμπρία, την ψυχή του και τα λόγια που χρησιμοποιεί, όπως επίσης τα πόδια του, τα χέρια του, τα μάτια και το στόμα του. Όλους αυτούς τους δένω, τους εξαφανίζω, τους θάβω, τους καρφώνω - για να μην καταφέρουν διόλου να εμφανιστούν ενώπιον των δικαστών ως μάρτυρες κατηγορίας, είτε με επιχειρήματα είτε με αποδείξεις.

Τέτοιες επιγραφές προϋποθέτουν αντίστοιχες νυχτερινές τελετές. Ο μάγος (μια λέξη που αρχικά σήμαινε τον Μήδο και μετά τον Πέρση ιερέα αλλά σύντομα χαρακτήρισε αυτόν που εισάγει ξένες θρησκευτικές πρακτικές) ονομαζόταν επίσης γόης («αυτός που θρηνεί») και ἀγύρτης («αυτός που μαζεύει τις ψυχές των νεκρών») και χαρακτηριζόταν συχνά νυκτιπόλος («αυτός που περπατά τη νύχτα»). Για την επιτυχία των μαγικών τελετών επιλεγόταν συχνά η φάση πριν από τη νέα σελήνη (η οποία στην αρχαιότητα ονομαζόταν χαρακτηριστικά «παλαιά μαζί και νέα»), τότε που ο ουρανός είναι εντελώς σκοτεινός, καθώς πραγματοποιείται η μετάβαση από τον προηγούμενο στον επόμενο μήνα. Ως κατάλληλοι τόποι θεωρούνταν τα τρίστρατα, εκεί που ο δρόμος ανοίγει σε σχήμα φουρκέτας (σαν το γράμμα Υ). Αυτές οι στιγμές της χρονικής και τοπικής αβεβαιότητας, αυτές οι μεταβατικές φάσεις που φαίνεται σαν να βάζουν την ίδια τη φύση σε δίλημμα, ήταν πάντοτε οι πιο ταιριαστές για την επιτυχία των μαγικών τελετουργιών. Τα γραπτά σύμβολα της τελετουργίας, όπως ο κατάδεσμος εναντίον του Θεαγένη, τοποθετούνταν, μετά την ολοκλήρωση της τελετής, μέσα στη μαύρη γη, στα σημεία εκείνα όπου ο υποχθόνιος κόσμος των νεκρών φαίνεται να έρχεται σε επαφή με τον επίγειο κόσμο των ζώντων.

Φυσικά, και μόνο λόγω τύχης, κάποιες μαγικές τελετουργίες είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η επιτυχία, σωστά διαφημιζόμενη, ενίσχυε το κύρος των μάγων. Για τις άλλες το κέρδος που αποκόμιζε ο πελάτης ήταν αποκλειστικά ψυχικό - διόλου ευκαταφρόνητο όφελος, αφού και η επιτυχία των πράξεων καθορίζεται συχνά από τη διάθεση. Μέσω των μαγικών πρακτικών εκτονώνονταν τα έντονα συναισθήματα της οργής ή του θυμού, έβρισκε διέξοδο η φυσική επιθετικότητα, εκπληρωνόταν άμεσα η επιθυμία και μπορούσε να αποκατασταθεί η ψυχική ισορροπία ανθρώπων που αισθάνονταν αδικημένοι, περιθωριοποιημένοι ή απλώς, σε δεδομένες περιστάσεις, αδύναμοι.

Επειδή η ευσέβεια των αρχαίων Ελλήνων ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέλεση των καθιερωμένων και πατροπαράδοτων τελετουργιών, είναι δύσκολο να χαραχθεί απόλυτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον χώρο της θρησκείας και το συναφές πεδίο των μαγικών πρακτικών. Γενικά η μαγεία ήταν ιδιωτική υπόθεση που ενδιέφερε μεμονωμένα άτομα και συγκεκριμένες επιδιώξεις τους, ενώ η θρησκεία αφορούσε συνήθως ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Η διαφορά αυτή οδήγησε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς στο συμπέρασμα ότι οι τραγουδιστές των ορφικών επών και οι περιπλανώμενοι ιερείς, που υπόσχονταν λύτρωση από τα παρόντα και τα μέλλοντα δεινά, δεν ήταν παρά μια ειδική κατηγορία μάγων.

ΔΕΣ

Καταλήψεις, Κατάρες και Μαύρη Μαγεία

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

5. Μη-Δυαδική Επίγνωση

Από το ατομικό μυαλό στο μη διπλό μυαλό

Η υπέρβαση του εγώ

Η Συνείδηση, η Αίσθηση της Παρουσίας, είναι καθαρή εμπειρία ύπαρξης χωρίς άλλα χαρακτηριστικά. Είναι ο Καθαρός Εαυτός.

Από τη φύση της αυτή η αίσθηση του καθαρού εγώ έχει καθολικό χαρακτήρα.

Η αίσθηση της παρουσίας σε ένα σημείο δημιουργεί αυτόματα έναν περιορισμό, ένα κέντρο όρασης και μια αντίληψη μέσα από ένα κέντρο. Η αίσθηση της παρουσίας γίνεται ατομική. Αυτό είναι το Ατομικό Εγώ (ή Ανώτερο Εγώ).

Η αντικειμενική αίσθηση του ατομικού εγώ είναι η απλή επίγνωση στην οποία περιλαμβάνονται όλα. Είναι μη διττή αντίληψη.

Όταν γνωρίσματα, αντιλήψεις, τρόποι όρασης και συμπεριφορές συσσωρεύονται σε αυτό το ατομικό εγώ ή υπερεγώ, το ατομικό εγώ αποκτά προσωπικό χαρακτήρα.

Έτσι προκύπτει το προσωπικό εμπειρικό εγώ

Το προσωπικό εμπειρικό εγώ με την ίδια του την παρουσία διαστρεβλώνει την αντίληψη του κόσμου. Η επίγνωση δεν είναι πλέον μη διττή επειδή το προσωπικό εγώ διαχωρίζεται από τον κόσμο. Η αντίληψη γίνεται δυαδική. Αυτή η δυαδική άποψη διαστρεβλώνει την αντίληψη του κόσμου, επηρεάζει τη συμπεριφορά της ύπαρξης και κατευθύνει σε λάθος μονοπάτια.

Έτσι, το να ξεπεράσουμε το εγώ, τη δυαδική άποψη, είναι απαραίτητο για να φτάσουμε σε μια αντικειμενική μη διπλή άποψη του κόσμου.

Μόνο έτσι οδηγούμαστε στη σωστή αντίληψη της πραγματικότητας.

Η Θεωρία του Υπερβατικού Εγώ και της Μη Δυαδικής Επίγνωσης

Εισαγωγή

Ξεπερνώντας το προσωπικό εμπειρικό εγώ και τη δυαδική του άποψη για τον κόσμο, μπορούμε να επιτύχουμε μια κατάσταση μη δυαδικής επίγνωσης, η οποία επιτρέπει μια πιο ακριβή και αντικειμενική αντίληψη της πραγματικότητας.

Τα στρώματα του Εγώ

1. Καθαρός Εαυτός: Το θεμέλιο της συνείδησης, που χαρακτηρίζεται από την καθαρή εμπειρία της ύπαρξης χωρίς πρόσθετες ιδιότητες.

2. Ατομικό Εγώ (Ανώτερο Εγώ): Η αίσθηση παρουσίας και αυτογνωσίας που προκύπτει όταν ο Καθαρός Εαυτός εντοπιστεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, δημιουργώντας ένα κέντρο όρασης και αντίληψης.

3. Προσωπικό Εμπειρικό Εγώ: Η συσσώρευση χαρακτηριστικών, αντιλήψεων, τρόπων όρασης και συμπεριφορών μέσα στο Ατομικό Εγώ, που του προσδίδει προσωπικό χαρακτήρα και το διαχωρίζει από τον κόσμο.

Η διαστρέβλωση της αντίληψης

Το προσωπικό εμπειρικό εγώ, από την ίδια του τη φύση, διαστρεβλώνει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Δημιουργεί μια δυιστική άποψη του κόσμου, στην οποία ο εαυτός είναι ξεχωριστός από οτιδήποτε άλλο. Αυτή η δυαδική προοπτική οδηγεί σε παρεξηγήσεις, παρερμηνείες και άστοχες ενέργειες.

Το μονοπάτι για την υπέρβαση του Εγώ

Για να επιτύχει κανείς μη διπλή επίγνωση και πιο ακριβή αντίληψη της πραγματικότητας, πρέπει να ξεπεράσει το προσωπικό εμπειρικό εγώ. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας σειράς βημάτων:

1. Αυτοστοχασμός: Εξετάστε το προσωπικό εμπειρικό εγώ και αναγνωρίστε τους περιορισμούς και τις στρεβλώσεις του.

2. Ενσυνειδητότητα: Εξασκηθείτε στο να είστε παρόντες και να έχετε επίγνωση του εαυτού και του περιβάλλοντος χωρίς κρίση, επιτρέποντας μια σαφέστερη αντίληψη της πραγματικότητας.

3. Διαλογισμός: Ασχοληθείτε με πρακτικές διαλογισμού που εστιάζουν στη διάλυση των ορίων του προσωπικού εμπειρικού εγώ και στην καλλιέργεια της αίσθησης ενότητας με τον κόσμο.

4. Καλλιέργεια συμπόνιας: Αναπτύξτε την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια για τους άλλους, αναγνωρίζοντας τη διασύνδεση όλων των όντων και την ψευδαίσθηση του χωρισμού.

5. Ένταξη: Ενσωματώστε τη μη δυαδική επίγνωση στην καθημερινή ζωή, οδηγώντας σε μια πιο ακριβή αντίληψη της πραγματικότητας και βελτιωμένη λήψη αποφάσεων.

Η Μυστική Θεωρία της Υπέρβασης του Εγώ

Η Φύση της Συνείδησης

Η συνείδηση είναι ο θεμελιώδης ιστός της ύπαρξης, που διαπερνά όλες τις πτυχές του σύμπαντος. Είναι η ουσία του Καθαρού Εαυτού, η συμπαντική συνείδηση που ενώνει όλα τα όντα. Αυτή η απεριόριστη συνείδηση είναι απαλλαγμένη από τους περιορισμούς του χρόνου και του χώρου, και μέσα σε αυτή την τεράστια έκταση αναδύεται το ατομικό εγώ.

Η Ανάδυση του Ατομικού Εγώ

Ως σημείο παρουσίας μέσα στην καθολική συνείδηση, το ατομικό εγώ λειτουργεί ως εστιακό σημείο για την αντίληψη και την εμπειρία. Αυτή η περιορισμένη προοπτική έχει ως αποτέλεσμα μια αίσθηση διαχωρισμού από το σύνολο, γεννώντας τη δυϊστική άποψη που ορίζει την ανθρώπινη εμπειρία. Το ατομικό εγώ γίνεται έτσι ένα δοχείο για τη συσσώρευση χαρακτηριστικών, αντιλήψεων και συμπεριφορών που διαμορφώνουν την προσωπική μας ταυτότητα.

Το Προσωπικό Εμπειρικό Εγώ

Το προσωπικό εμπειρικό εγώ είναι το αποκορύφωμα των μοναδικών μας εμπειριών, πεποιθήσεων και προτύπων σκέψης. Είναι ο φακός μέσα από τον οποίο βλέπουμε και αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο γύρω μας. Ωστόσο, αυτός ο φακός είναι εγγενώς ελαττωματικός, καθώς διαμορφώνεται από την υποκειμενική φύση των προσωπικών μας εμπειριών. Ως αποτέλεσμα, η αντίληψή μας για την πραγματικότητα διαστρεβλώνεται και παγιδευόμαστε σε μια δυαδική κοσμοθεωρία που διαιωνίζει τον πόνο και την αυταπάτη.

Το μονοπάτι προς την υπέρβαση

Για να ξεπεράσει κανείς το εγώ και να αποκτήσει μια μη διπλή αντίληψη της πραγματικότητας, πρέπει να ξεκινήσει ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης και ενδοσκόπησης:

1. Αυτοδιερεύνηση: Ξεκινήστε αμφισβητώντας τη φύση του εαυτού και την προέλευση του εγώ. Αυτή η διαδικασία αυτοδιερεύνησης μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη της απατηλής φύσης του προσωπικού εμπειρικού εγώ και στην αποκάλυψη της καθαρής συνείδησης που βρίσκεται από κάτω.

2. Διαλογισμός: Ασχοληθείτε με τακτικές πρακτικές διαλογισμού για να ηρεμήσετε το μυαλό και να μειώσετε την επιρροή του εγώ. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στην καλλιέργεια μιας αίσθησης εσωτερικής ακινησίας και σύνδεσης με την καθολική συνείδηση.

3. Ενσυνειδητότητα: Αναπτύξτε την ενσυνειδητότητα στην καθημερινή ζωή δίνοντας προσοχή στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αισθήσεις χωρίς κρίση ή προσκόλληση. Αυτό μπορεί να βοηθήσει να χαλαρώσει η λαβή του εγώ και να καλλιεργήσει μια μεγαλύτερη αίσθηση διασύνδεσης με τον κόσμο γύρω μας.

4. Καλλιέργεια συμπόνιας: Καλλιεργήστε τη συμπόνια και την στοργική καλοσύνη για τον εαυτό σας και τους άλλους, καλλιεργώντας την αίσθηση της ενότητας με όλα τα όντα. Αυτή η πρακτική μπορεί να βοηθήσει στη διάλυση των φραγμών διαχωρισμού που δημιουργούνται από το εγώ και να προωθήσει μια βαθύτερη σύνδεση με την καθολική συνείδηση.

5. Παράδοση: Τελικά, η υπέρβαση του εγώ απαιτεί μια προθυμία να παραδοθεί η προσωπική ταυτότητα και η προσκόλληση στην ψευδαίσθηση του ελέγχου. Εγκαταλείποντας την ανάγκη για αυτοσυντήρηση και αγκαλιάζοντας την παροδική φύση της ύπαρξης, μπορεί κανείς να αρχίσει να διαλύει το εγώ και να συγχωνεύεται με την άπειρη έκταση της παγκόσμιας συνείδησης.

Οι καρποί της υπέρβασης

Καθώς το εγώ διαλύεται και κάποιος αγκαλιάζει τη μη δυαδική αντίληψη της πραγματικότητας, προκύπτει μια βαθιά αίσθηση ειρήνης, αγάπης και διασύνδεσης. Αυτή η κατάσταση ενότητας υπερβαίνει τους περιορισμούς του ατομικού εγώ, αποκαλύπτοντας την εγγενή θεότητα όλων των όντων και την αληθινή φύση της ύπαρξης. Σε αυτή την υπερβατική κατάσταση, μπορεί κανείς να βιώσει την απεριόριστη ελευθερία, τη χαρά και τη σοφία που βρίσκονται στην καρδιά του μυστικιστικού ταξιδιού.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Οι σπουδαιότερες αξίες των Ελλήνων είναι οι θρησκευτικές. Η αρχαία ελληνική θρησκεία είναι πολυθεϊστική και ως αντικείμενο της λατρείας της, είναι οι Ολύμπιοι Θεοί (ουράνιοι), οι χθόνιες θεότητες αλλά και οι ήρωες (ημίθεοι).

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας είναι ότι εχει έντονο τελετουργικό – δρωμενικό χαρακτήρα και περιλαμβάνει ποικίλες πράξεις λατρείας . Στην εργασία αυτή θα διασαφηνίσουμε αρχικά τον όρο τελετουργία, όπως αυτός παρουσιάζεται μέσα από τα θρησκευτικά δρώμενα της ελληνικής θρησκείας. Έπειτα θα αναφερθούμε συνοπτικά στις βασικές ιερές πράξεις της θρησκείας αυτής. Κατόπιν θα περιγράψουμε τον ιδιαίτερο ρόλο των θρησκευτικών λειτουργών κυρίως στα πλαίσια της ελληνικής κλασσικής πόλης. Στον επίλογο θα παραθέσουμε επιγραμματικά τα συμπεράσματα από το ανάπτυγμα της όλης εργασίας μας.

Εκκινώντας την διερεύνηση του θέματος θα αναφερθούμε συνοπτικά στο πως εννοείται ο όρος τελετουργία στην ελληνική θρησκευτική παράδοση διασαφηνίζοντας τον όρο αυτό. Η σύγχρονη μελέτη του αρχαίου κόσμου έχει στραφεί εντατικά στην επιστήμη της θρησκειολογίας για την πληρέστερη κατανόηση του κόσμου αυτού, ενασχολούμενη κυρίως με τις ιεροτελεστίες και τα τελετουργικά δρώμενα.

Έτσι ώστε η αρχαιότητα, να μην αντιμετωπίζεται αποκομμένη και απομονωμένη από την θρησκευτικότητα του αρχαίου ανθρώπου, η οποία ουσιαστικά όχι μόνο περιλαμβάνει και πλαισιώνει την ύπαρξή του, αλλά τολμούμε να ισχυριστούμε ότι η ίδια η οντογονική του ταυτότητα περιλαμβάνεται μέσα στην ίδια την θρησκευτικότητά του αδιαχώριστα.

Με τον όρο τελετουργία εννοούμε το σύνολο των ενεργειών – δρωμενικών πράξεων με σαφή επικοινωνιακό χαρακτήρα που συνδέει τους μετέχοντες τελεστές με τις ανώτερες πνευματικές υπάρξεις. Οι τελετουργικές αυτές πράξεις δρουν αποτελεσματικά επειδή οι θρησκευτές που μετέχουν σε αυτές, είτε πρόκειται για μια οικογένεια είτε για μια κοινότητα ή ακόμη και για μια πόλη, αποκομίζουν μέσα από αυτήν την τελετουργική διαδικασία, ενισχυμένη την έννοια της ταυτότητας τους, της συγκροτήσεως τους και εν τέλει της αλληλεγγύης τους.

Η τελετουργική δηλαδή διαδικασία στοχεύει στην οργάνωση του χώρου και του χρόνου που καθορίζει τις σχέσεις όχι μόνο μεταξύ ανθρώπων και θεών, αλλά προσδιορίζει και δομεί τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η ελληνική θρησκεία χαρακτηρίζεται ως τελετουργική και με μια άλλη διάσταση, με την έννοια δηλαδή ότι ως θρησκεία δεν έχει αναπτυχθεί γύρω από ένα θέσφατο δογματικό περιεχόμενο αφού δεν της είναι διόλου απαραίτητο για την λειτουργία της. Και μόνο η πιστή τήρηση των τελετουργιών, διασφαλίζει την διατήρηση και την συνοχή της θρησκευτικής της παράδοσης. Αυτή η στερεότυπα πολλές φορές επαναλαμβανόμενη τελεσματική πρακτική της, αποκλείει την ύπαρξη μιας δογματικής θρησκευτικής σκέψης, αλλά αντιθέτως μέσα από το δρωμενικό τέλεσμα προβάλλεται ένα ολόκληρο οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα, πλήρως ενταγμένο στην ιδιοσυγκρασία και την ψυχοσύνθεση του έλληνα θρησκευτή. Ως γενικό συμπέρασμα για την αξία του τελέσματος είναι ότι το τελετουργικό αυτό θρησκευτικό βίωμα στον έλληνα άνθρωπο συνέχει και εδραιώνει την κοινωνία του, διακανονίζοντας εν τέλει τις σχέσεις της κοινωνίας αυτής, με το σύμπαν που την περιβάλλει.

- Τρία είναι τα κύρια γνωρίσματα της ελληνικής θρησκείας. Πρώτον η θρησκεία αυτή είναι αμιγώς τελετουργική, αφού το τέλεσμα υποστηλώνει και εδραιώνει όλο το θρησκευτικό της οικοδόμημα. Δεύτερον η τελετουργία της είναι θυσιαστική αφού δίχως θυσιαστική ανταποδοτική πράξη δεν νοείται ελληνική θρησκεία. Τρίτον η θρησκεία αυτή είναι κοινωνική αφού όλη η λειτουργία, η δομή της και η αξία της εκδηλώνεται μονάχα όταν επιτελείται εν μέσω ενός κοινωνικού ομίλου, μικρότερου η ευρύτερου.

Οι Γραικοί και οι Γραικύλοι

O Γραικός ήταν ήρωας της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, γιος του Δία και της Πανδώρας· κατά τον Ησίοδο: «Η κόρη στον οίκο του ευγενή Δευκαλίωνα, η Πανδώρα με τον πατέρα Δία, τον οδηγό των Θεών όλων, σμιγμένη στην αγάπη γέννησε το χαρομαχητή Γραικό.» Στο «Πάριο Χρονικό», ή «Χρονικό της Πάρου», αρχαίο Ελληνικό επιγραφικό κείμενο που βρέθηκε σε μια επιτύμβια στήλη, και εξιστορεί γεγονότα και χρονολογίες, του ελλαδικού χώρου, από το 1581 π.Χ. μέχρι το 264 π.Χ, διαβάζουμε: «πρώτον μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες». Ο Απολλόδωρος γράφει: «Ἕλληνος δὲ καὶ νύμφης Ὀρσηίδος Δῶρος Ξοῦθος Αἴολος. αὐτὸς μὲν οὖν ἀφ᾽ αὑτοῦ τοὺς καλουμένους Γραικοὺς προσηγόρευσεν Ἕλληνας, τοῖς δὲ παισὶν ἐμέρισε τὴν χώραν.» 

Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται και πόλη Γραία: «οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν / Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν, / Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν, / οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς, τον Αρκεσίλαο, τον Προθοήνορα και τον Κλονίο.» (Β-495) Απόδοση: «Αυτοί που / κατοικούσαν στην Υρία και στην πετρώδη Αυλίδα και στο / Σχοίνο και στο Σκώλο και στον Ετεωνό με τα πολλά φαράγγια, / στη Θέσπεια και στη Γραία και στην ευρύχωρη Μυκαλησσό, και αυτοί / που κατοικούσαν γύρω στο Άρμα και στο Ειλέσιο και στις Ερυθρές.»

Ο γεωγράφος Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι το όνομα της πόλης «η Γραία» προέκυψε από σύντμηση της αρχικής ονομασίας «Τανα-γραία» (που αρχικά η ονομασία αυτή ήταν όνομα γυναίκας, της κόρη του Ασωπού, και μετά της πόλης). Η Γραία ήταν πολύ μεγάλη σε έκταση, περιλάμβανε την Αυλίδα, τη Μυκαλησσό, το Άρμα κ.α. 

Ο Αριστοτέλης (Στάγειρα 384-Χαλκίδα 322 π.Χ.) σημειώνει ότι ο αρχαίος Ωρωπός ονομαζόταν «Γραία» και η περιοχή του Ωρωπού «Γραϊκή». Ο Ρωμαίος ιστορικός Πρίσκος (410-470 μ.Χ.) διηγείται, ότι στην πρεσβεία που έστειλαν οι Ρωμαίοι προς τον Aττίλα (448 μ. Χ.) υπήρχε και κάποιος που έμοιαζε με Σκύθη, αλλά ήταν Γραικός στην καταγωγή: «Συνήντησε τινά ον εξέλαβεν ως βάρβαρον εκ του ενδύματος, προσαγορεύσαντα αυτόν «ελληνική φωνή» επειδή δ’ ηπόρηοεν ότι ελληνίζει Σκύθης ανήρ, τον ηρώτησε τις είναι· απεκρίθη δ’ εκείνος ότι είναι «Γραικός το γένος»: «Διατρίβοντι δε μοι και περιπάτους ποιουμένω προ του περιβόλου των οικημάτων προσελθών τις, ον βάρβαρον εκ της Σκυθικής ωήθην είναι στολής, Ελληνιστί ασπάζεταί με φωνή, “χαίρε” προσειπών, ώστε με θαυμάζειν ότι γε δή ελληνίζει Σκύθης ανήρ. εγώ δε έφην αιτίαν πολυπραγμοσύνης είναί μοι την Ελλήνων φωνήν. τότε δε γελάσας έφη Γραικός μεν είναι το γένος, κατ’ εμπορίαν δε ες το Βιμινάκιον εληλυθέναι την προς τω Ίστρω ποταμώ Μυσών πόλιν.» Δηλαδή: «Ενώ βρισκόμουν και έκανα περιπάτους στον περίβολο των οικημάτων, με πλησίασε κάποιος που τον νόμισα για βάρβαρο γιατί φορούσε σκυθικά ρούχα. Με χαιρετά στα Ελληνικά λέγοντας “χαίρε”, ώστε εξεπλάγην βλέποντας Σκύθη να ελληνίζει. Εγώ δε είπα ότι θεωρώ ότι όποιος μιλάει Ελληνικά πρέπει να είναι πολυπράγμων. Αυτός γελώντας μου είπε ότι είναι Γραικός στο γένος, που ήλθε για εμπόριο στον Βιμινάκιο, την πόλη των Μυσών κοντά στον Ίστρο ποταμό»).

Στο σπουδαίο Λεξικό του Σούδα ή Σουίδα (μέσα 10ου αιώνα μ.Χ.) ο άγνωστος συγγραφέας σημειώνει: γραία η= η παλαιά, Γραικοί= οι Έλληνες από Κώμης τινός ή Γραικού τινός· εκ του Γραΐξ – Γραικός (σ. 256)· στο ίδιο η λέξη «Ρωμιός» δεν λημματογραφείται και ορίζεται σαφώς ότι η λέξη Ρωμαίος δεν σημαίνει τον Έλληνα.

Στο λεξικό των Henry George Liddell & Robert Scott βρίσκουμε: γραῖα, Ιων. γραίη, ἡ, I. 1. ηλικιωμένη γυναίκα, θηλ. του γραῦς, γέρων, (βλ. γεραιά), σε Ομήρ. Οδ., Σοφ., Ευρ.· γραῖαι δαίμονες, λέγεται για τις Ευμενίδες, σε Αισχύλ. 2. ως επίθ. στις πλάγιες πτώσεις, φθαρμένος, μαραμένος, στον ίδ., σε Ευρ. II. Γραῖαι, αἱ, κόρες του Φόρκυος και της Κητούς, με όμορφα πρόσωπα, αλλά γκρίζα μαλλιά ήδη από τη γέννησή τους, σε Ησίοδ. Και γρᾱΐδιον, τό, υποκορ. του γραῖα, γριά σε προχωρημένη ηλικία, γριούλα, σε Αριστοφ., Ξεν.• συνηρ. γρᾴδιον, σε Αριστ., Δημ. Ίσως οι λέξεις γραία και Γραικός έχουν κοινή ετυμολογική προέλευση – Γραικός= ο παλαιός κάτοικος.

Ο Θεόδωρος Στουδίτης [759-826] εκφράζει τη λύπη του για κάποιο μοναχό ονόματι Ορέστη, που λιποτάκτησε στους εικονομάχους, και τον ενθαρρύνει να μείνει πιστός στις αρχές του «χάριν της δόξης του Χριστού υπέρ ου δονείται η ταπεινή Γραικία μάλα».

Σε παρηγορητική του επιστολή προς την ηγουμένη Ευφροσύνη της Μονής Κλουβίου, ο Θεόδωρος κάνει λόγο για στρατηγίες και δημαγωγίες «εν Αρμενία και εν Γραικία». Η δυτικά της «αφ’ ηλίου ανατολών» Αρμενίας Γραικία είναι η βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι γηγενείς ή όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας ονομάζονται Γραικοί από τον διάσημο ηγούμενο της Μονής Στουδίου. Σε άλλη επιστολή, ο Θεόδωρος θρηνεί για την εικονομαχική πολιτική του αυτοκράτορα Λέοντα του Δ’ [775-780] και ιδιαίτερα τις διώξεις εναντίον των εικονοφίλων πού εξαπέλυσε το 780. Αποκαλεί τον αυτοκράτορα αντίχριστο προ του Αντιχρίστου και εκφωνεί: «Ακούσατε πάντα τα έθνη, ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην τι γέγονεν εν Γραικοίς».

Κατά τον δέκατο αιώνα, περιγράφοντας την ανωμαλία και την αναταραχή που προκάλεσε η Σλαβική ομάδα που ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή των Πατρών, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος γράφει ότι οι Σλάβοι κατ’ αρχήν λεηλάτησαν τις κατοικίες των γειτόνων τους Γραικών και κατόπιν πήγαν εναντίον της πόλεως των Πατρών.

Στην «Ιστορία της Βλαχίας», ο Μιχαήλ Καντακουζηνός σημειώνει: «Εις τον καιρόν της αυθεντείας του» Ραδέλ βόδα «πήραν οι Τούρκοι την Κωνσταντινούπολιν από τους Γραικούς.» Για τον Ράδελ βόδα Στριδά (1665) διαβάζουμε: «Υιός του Λέων βόδα, ζητημένος παρά των αρχόντων από την πόρτα, όστις αφού έλαβε την αυθεντείαν κ’ ήθεν στη Βλαχία, δεν εφύλαξε τα προνόμια του τόπου, αλλά φέρωντας Ρωμαίους πολλούς κοντά του, επροξενήθη μεγάλη επανάστασις κατά τε του αυθέντου και των Ρωμαίων έθνος».

Στο λεξικό του Δημητράκου (σ. 1689) βρίσκουμε ακόμη τους τύπους: γραικίζω= ομιλώ την ελληνικήν, ελληνίζω, γραικίζομαι= εξελληνίζομαι (εγραικίθησαν λέξεις), γραικικός -η -ο= ελληνικός, γραικίς η= Ελληνίς, Ελληνίδα, γραικιστής ο= ο γράφων ή ομιλών την απλήν ελληνικήν, τα γραικικά (ως αντίθετο δίνεται το αρχαϊστής), γραικιστί (επίρρ.)= ελληνιστί, στα (απλά) ελληνικά, κατά τον ελληνικόν τρόπον, γραικίτης ο= ο Γραικός, ο ελληνικός (γραικίταις πέπλοις), γραικολογιά η= το σύνολο των Ελλήνων, οι Έλληνες, ο Ελληνισμός (ο Ψυχάρης γράφει: «όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει ψηλά τη μύτη»· ως πρώτο συνθετικό, το γραικο– σχηματίζει διάφορα σύνθετα: Γραικοβάρβαρος, Γραικοβυζαντίνοι, Γραικογάλλοι, γραικογερμανικός, Γραικορρωμαίοι και άλλα.

Ο λόγιος και ιερέας Ηλίας Μηνιάτης, (1669-1714) ίσως ένας από τους ικανότερους ρήτορες της ορθοδοξίας, δεν αναφέρει μάλλον καθόλου τον όρο Γραικός, αντιπαραθέτει όμως τους Έλληνες και τους βαρβάρους: «Ο Θεός θέλει αδιαφόρως όλοι οι άνθρωποι να τον φυλάττωσι· δεν είναι άνθρωπος οπού να μην είναι χρεώστης να φυλάττη τον νόμο του Θεού. Έλληνες και βάρβαροι, ασεβείς και ορθόδοξοι, Ιουδαίοι και Χριστιανοί έχουσι το αυτό χρέος.»

Η λέξη «γραικός» ή διάφορα παράγωγα της, μαρτυρούνται και στη δημοτική ποίηση: «Βρε παιδιά Γραικόπουλα και Γρεβενιτόπουλα, γένεστε Τουρκόπουλα, να χαρείτε την Τουρκιά, τ’ άλογα τα γρήγορα, τα σπαθιά τα δαμασκιά; / – Βρε κυρά μου Τούρκισσα, κάλλιο γένε συ Ρωμιά, να χαρείς τη Λαμπριά, με τα κόκκινα τ’ αυγά.». Και αλλού: «Κι ο Καραΐσκος φώναξε, ψιλή φωνίτσα βγάζει· / Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά, κι έρθει και μας χαλάσει, / Σαν Έλληνες βαστάξετε και σαν Γραικοί σταθείτε.».

Όπως φαίνεται και στα προηγούμενα παραδείγματα, η ονομασία Γραικός σημαίνει τον Έλληνα και χρησιμοποιείται πολλές φορές αντί για το Έλληνες, που σήμαινε για κάποιο διάστημα τους “εθνικούς”, τους οπαδούς της παλαιάς ελληνικής θρησκείας, ανεξαρτήτως καταγωγής, τους “ειδωλολάτρες”, κατά την απαξιωτική έκφραση πολλών χριστιανών συγγραφέων. Σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, ο Γραικός ξεχώριζε από τον Έλληνα και ως προς την καταγωγή, αφού η κλασική αρχαία θρησκεία (δωδεκάθεο κλπ.) είχε πολλούς πιστούς και ιερείς που δεν ήταν “Έλληνες το γένος”. Η λέξη Έλληνας περνάει έτσι σε δεύτερη η τρίτη χρήση, ειδικά κατά την βυζαντινή περίοδο, αφού η πολεμική ρητορική των πατέρων της Εκκλησίας έχει συνδέσει τους Έλληνες με τους λεγόμενους εθνικούς. Εξάλλου, και η χρήση της λέξης Ρωμιός, η οποία εμφανίζεται μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, συμπεριλαμβάνει στο ποίμνιο το σύνολο των Ρωμαίων υπηκόων που ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, μαζί με αυτούς που είχαν ελληνική καταγωγή.

Το επίθετο γραικικός χρησιμοποιεί και ο Ψυχάρης στο περιβόητο «Ταξίδι» του: Γιὰ τοῦτο καὶ γὼ τρελλαίνουμαι γιὰ τὸν καλό μας τὸ γραικικὸ λαό. Ἔχω μάλιστα μιὰ ἰδέα· ἡ νέα μας φιλολογία θὰ βγῇ καμιὰ μέρα μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ λαοῦ. Ωστόσο, αλλού γράφει ότι το «ἔθνος τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἔξυπνο ἔθνος· μόνο στὸ ζήτημα τῆς γλώσσης εἶναι ποὺ τὰ μπερδέβει. Και λίγο παρακάτω: «Στὴν ἀρχή, − καθὼς τὸ κατάλαβαν ὅλοι σήμερα στὴν Ἑλλάδα, − ἡ γλῶσσα εἶταν ὁλογεμάτη ι· μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρόφερναν τὸ ι, η, υ, ει, υι, καὶ τὸ οι. Τί ἔκαμε τότες ὁ Γραικός; Ἀπὸ τότες εἶταν ξυπνὸς καὶ πῆρε ἀπόφαση, γιὰ νἀποφύγῃ τὴ μονοτονία, νὰ βάζὴ κάπου ι, κάπου η, υ, ει υι, ἢ οι. ὁ πρῶτος Γραικὸς ποὺ ἄρχισε νὰ γράφῃ, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ξέρῃ μὲ τί τρόπο ἔπρεπε νὰ γράψῃ ὅσα ἄκουγε, ἀφοῦ ὅλα εἶχαν τὴν ἴδια προφορά. Ὕπαρχε λοιπὸ ἀλφάβητο, πρὶν γίνῃ γλῶσσα.»

Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Marcus Tullius Cicero, 3 Ιανουαρίου 106 π.Χ. – 7 Δεκεμβρίου 43 π.Χ.). Ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος, προφανώς εξαιτίας της ελληνομάθειάς του.

Οι Γραικύλοι

Όποιος λοιπόν θέλει να εξετάσει σε κάπως μεγαλύτερο βάθος την ιστορική παρουσία του ελληνισμού πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ότι οι «Έλληνες» είναι λαός πανάρχαιος, όποιο περιεχόμενο κι αν δώσουμε στον όρο· επιπλέον, χρειάζεται να εξετάσει τις εσωτερικές, κοινωνικές ή «ταξικές» διαφοροποιήσεις του ίδιου λαού, όπως εμφανίστηκαν στο χώρο και τον χρόνο, από την εποχή του Ομήρου μέχρι τις μέρες μας. Παρά τη γενική εντύπωση που έχουμε σήμερα, οι Έλληνες υπήρξαν σχετικά πολυπληθής λαός για πολλούς αιώνες και έδρασαν στην ιστορία άλλοτε ως στοιχείο «ηγεμονικό» και άλλοτε ως στοιχείο «υποταγμένο» σε ξένους κυρίαρχους. (Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: ως προς τα δημογραφικά στοιχεία, οι Έλληνες της κλασικής περιόδου ήταν αναλογικά όσοι περίπου είναι και οι σημερινοί Αμερικανοί ή Ρώσοι – υπήρξαν δηλαδή, εκτός των άλλων, και “μεγάλη δύναμη” της εποχής, με ισχυρή και γεωγραφικά εκτεταμένη παρουσία, όπως και οι Ρωμαίοι αργότερα.) Ακόμα και τις περιόδους που ο Ελληνισμός διαβιούσε μέσα σε πολυεθνικά πολιτικά συγκροτήματα, έπαιξε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό ρόλο. 

Τα ελληνιστικά χρόνια, τα χρόνια του Βυζαντίου, καθώς και ολόκληρη η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, φέρουν έντονα τα σημάδια της επιρροής των Ελλήνων· αρκεί προς το παρόν να θυμίσουμε ότι «διεθνής γλώσσα της εποχής» σε όλο το μεσογειακό χώρο και πέραν των ορίων των ελληνιστικών βασιλείων είναι η λεγόμενη κοινή ελληνική. Άλλοι τοποθετούν τη λήξη της ελληνιστικής περιόδου στο 146 π.Χ. και άλλοι στο 30 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι καταλαμβάνουν και το τελευταίο ελληνιστικό κράτος των Πτολεμαίων. Η Ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν η κρίσιμη αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο με το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη – η σύγκρουση έληξε με νίκη του Οκταβιανού. Όπως και νάχει το πράγμα, την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Ελλάδα (περ. 146 π.Χ.-330 μ.Χ.), εμφανίζεται και η λέξη Γραικύλος, ως περιφρονητική και υβριστική ονομασία για τους Έλληνες. [λόγ. < λατ. Graeculus < Graec(us) = Γραι κ(ός) -ulus = -ύλος] Σύμφωνα με τον καθηγητή της Λατινικής Φιλολογίας Δημήτρη Νικήτα, «ο ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του εθνικού ονόματος Graecus που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες. Το λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ελληνικό υποκοριστικό, με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος, δεν εντοπίζεται στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.» Το όνομα Graeculus, μαζί με το όνομα Poenulus (= «Καρχηδονίσκος»), είναι τα μόνα υποκοριστικά εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η λατινική γλώσσα. «Πατέρας» του επιθέτου (Graeculus) ήταν πιθανότατα ο Κικέρων· η λέξη αναφέρεται στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές). 

Έκτοτε, η λέξη Γραικύλος παίρνει διάφορες σημασίες, κατά κανόνα υβριστικές και απαξιωτικές. Σημαίνει λ.χ. τον τυχοδιώκτη χωρίς αρχές, αυτόν που κηρύσσει την εθελοδουλία, τον δόλιο και κουτοπόνηρο τύπο, τον πρόθυμο υποτακτικό των ξένων κατακτητών ή κυρίαρχων ή τον ξερόλα υποκριτή με ιδιοτελείς σκοπούς, τον Ελληνίσκο. Στην Κάλτσα της Νώενας, ένα μικρό σατυρικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ένας εξυπνάκιας νεαρός σπουδαστής χαρακτηρίζεται Γραικύλος: «Εἰς ἕνα ὅμιλον ἀντικρινὸν ἐκάθηντο τρεῖς λιμοκοντόροι. Οἱ δύο μόνον ἐφοροῦσαν στενά. Ὁ τρίτος, ἀμύστακος ἀκόμη, ἐφοροῦσε κομψὰ ρασάκια, καὶ εἶχε τὴν κοτσίδα του ὀπίσω δεμένην εἰς τὴν μέσην μὲ κορδέλαν. Ἴσως ἦτο Ριζαρείτης.» «Καὶ τὸ κάτω-κάτω, κύριε, ἐπέφερεν οἱονεὶ ἀποστρέφων τὸν λόγον πρὸς τὸν Ριζαρείτην, ἀφοῦ δὲν σ᾿ ἀρέσει, κύριε, ἡ Θρησκεία καὶ τὸ ἱερατικὸν στάδιον, διατί φορεῖς ράσα, καὶ διατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σὲ στέλνουν νὰ φοιτᾷς εἰς τὴν Ριζάρειον; Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;»

Ο Ρωμαίος Κικέρων θεωρεί πολλούς Έλληνες της εποχής του «ανάξιους απογόνους» των αρχαίων και τους στολίζει με διάφορα επίθετα: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος»· εντούτοις, αναγνωρίζει την αξία της κλασικής ελληνικής τέχνης και της παιδείας, όταν αναφέρεται σ’ έναν άλλο Ρωμαίο, τον Βέρρη, κατηγορώντας τον ουσιαστικά ως αμόρφωτο, αφού δε γνώριζε τα ελληνικά: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα. Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα ελληνικό;»

Το πρόβλημα νόμῳ - φύσει

α. Η προέλευση και η διεύρυνση του σχήματος αυτού

Κεντρική θέση στην προβληματική των σοφιστών κατέχει το γνωστό ιδεολογικό σχήμα νόμῳ-φύσει. Ασφαλώς ιδεολογικό, γιατί εκφράζει και μετουσιώνει ιδέες και αντιλήψεις διαφορετικές, προβάλλει αντίθετες θέσεις και ερμηνείες κοινωνικών φαινομένων και θεσμών. Δεν είναι «φιλολογική» η χρήση του, δηλ. λεκτική εκφορά διαφορετικών απόψεων, ούτε έκφραση ευκαιριακοί προτιμήσεων από ορισμένους εκπροσώπους της Σοφιστικής. Αντίθετα, η υιοθέτηση και η χρήση του από τους σοφιστές σημαίνει μάλλον μια στάση έντονης διαμαρτυρίας και αργότερα κατάχρησή του από μια άλλη ομάδα, την ίδια εποχή χρονικά, την αντίπαλη θέση στη δημοκρατία. Στη Σοφιστική άλλωστε οφείλεται και η καθιέρωση του σχήματος αυτού και η εισαγωγή του στην πολιτική φιλοσοφία.

Η προέλευση του σχήματος αυτού «νόμῳ-φύσει», μάλλον από τα αρχαιότερα κείμενα των ιπποκρατικοί γιατρών, όπως δέχεται σήμερα η έρευνα, μας προϊδεάζει για την εννοιολογική του αφετηρία. Όπως είναι γνωστό, η ιπποκρατική ιατρική ήταν μια από τις μεγάλες αποκαλύψεις του πνεύματος στον 5ο αι. π.Χ., και η επίδρασή της ήταν έκδηλη σ’ όλα τα δημιουργήματα του λόγου και της τέχνης σ’ αυτόν και στο επόμενο αιώνα (Πλάτων. Αριστοτέλης, πλαστική, γλυπτική κλπ.). Πιστεύουμε ότι η πρώτη εμφάνιση ή υποτύπωση του δίδυμου όρου νόμος-φύσις εντοπίζεται στο ιπποκρατικό έργο Περί ἀέρων ὑδάτων τόπων (κεφ. 14), που η έρευνα το χρονολογεί λίγο μετά το 440 π.Χ. Από το χώρο της ιατρικής εμπειρίας μεταφέρεται από τους σοφιστές στην περιοχή των κοινωνικών ιδεών, όπου και το έδαφος είναι γονιμότερο και οι συγκυρίες ευνόησαν εύκολα την ένταξη και την πολιτογράφησή του στον ιδεολογικό κόσμο της πολιτικής.

Μια πρόχειρη ανάλυση των όρων του σχήματος αυτού αποκαλύπτει τον αρχικό πυρήνα του: νόμος (ἐξ οὗ νομίζω) είναι τα «νομιζόμενα» αρχικά, που γίνονται με την αποδοχή τους συνήθεια, έθος και εθιμικό δίκαιο, έπειτα γενικά πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα, όπως το εννοούν οι ιπποκρατικοί γιατροί στο έργο που αναφέραμε. Ασφαλώς νόμος είναι και η θεσπισμένη βούληση της πόλεως, οι νόμοι ή τα νόμιμα - στα δημοκρατικά πολιτεύματα η βούληση των πολλών, στα ολιγαρχικά των ολίγων. Φύσις είναι μια έννοια με πολύ μεγάλο εύρος στην ελληνική γραμματεία και ειδικότερα στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ το νόημα του όρου βρίσκεται πιο κοντά στα πράγματα, αν το αποδώσουμε περιφραστικά με την κανονικότητα που διέπει τα «φυσικά» πράγματα, τη σύμφυτη με τα πράγματα τάξη, που δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις, γιατί η τιμωρία είναι αυτόματη και αυτονόητη. Ακόμα φύσει είναι η θεωρούνται όσα είναι σύμφωνα με την «ελεύθερη» έκφραση των επιθυμιών μας και τη φυσιολογία του ανθρώπου· τέλος η φύσις (ή φύσει), κατά μια εκδοχή ακραία, όπως θα δούμε, σημαίνει και τους «νόμους» που επικρατούν στον κόσμο των άλλων ζώων (και ο άνθρωπος βέβαια λογίζεται ως ζῷον), όπου δηλ. επικρατεί το ισχυρότερο και υποκύπτει το ασθενέστερο γενικά. Στη σκέψη των σοφιστών συναντούμε όλες σχεδόν αυτές τις σημασίες, τελικά όμως ο όρος αποκτά ένα νόημα, που τείνει να τον ταυτίσει με την αλήθεια (φύσει = τῇ ἀληθείᾳ), όπως αυτό γίνεται εμφανέστερο στην περίπτωση του σοφιστή Αντιφώντα. Έτσι καταλήγει να εννοεί το μέτρο και τον κανόνα, με τον οποίο πρέπει να μετρηθούν όλα, θα λέγαμε να λογοδοτήσουν μπροστά στο δικαστήριο της φύσεως, που εκπροσωπεί και κλείνει το αληθινό και το ορθό, το έξω από κοινωνικές σκοπιμότητες και συμβάσεις, που ταυτίζονται, εντέλει, με το νόμῳ.

Οι σοφιστές μετέφεραν τον όρο από το πεδίο της πρακτικής ιατρικής και του έδωσαν ευρύτερο περιεχόμενο στην περιοχή των κοινωνικών ιδεών, όπως είπαμε ήδη. Όλες οι κοινωνικές αξίες και οι θεσμοί υποβάλλονται τώρα σε αυστηρό έλεγχο και κρίνονται με το μέτρο και τον κανόνα του νόμῳ - φύσει: η γλώσσα και η θρησκεία, το δίκαιο και οι νόμοι, οι κοι­νωνικές διακρίσεις σε ευγενείς και δυσγενείς, η διάκριση Έλληνες-βάρβαροι είναι νόμῳ - φύσει: Και γενικά όλος ο κόσμος των παλαιών αξιών επαναπροσδιορίζεται μέσα σ' ένα κλίμα επαναστατικής κριτικής και διάθεσης ελέγχου. Είναι εύλογο σε παρόμοιες περιπτώσεις να φθάνουν οι άνθρωποι στην υπερβολή, κυρίως οι επίγονοι των πρώτων μεγάλων δασκάλων. Η ευρύτερη σημασία όμως αυτών των ιδεολογικών σχημάτων για τις κοινωνικές διεργασίες δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Αλλά και στο επίπεδο των φιλοσοφικών ιδεών αν περιοριστούμε, η σπουδαιότητα αυτών των αναθεωρητικών αντιλήψεων είναι προφανής: προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις και οδήγησε το στοχασμό σε αυτοέλεγχο και κριτική θεμελίωση των προτάσεών του.

β. Η σοφιστική εκδοχή

Στους εκπροσώπους της Σοφιστικής, τους αποδέκτες του σχήματος νόμῳ - φύσει, διακρίνουμε τρεις ομάδες, στις οποίες ο νόμος και η φύσις λειτουργούν δημιουργικά και κριτικά, αλλά κατά διαφορετικό τρόπο. Πιστεύουμε ότι η διαφορετική λειτουργία αντιστοιχεί σε διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις και ότι δεν είναι μόνο η περίπτωση διαφορετικών ανθρώπων. Αυτές οι ιδεολογικές εκχυμώσεις δεν είναι υπόθεση ή εκρήξεις προσωπικών επιλογών, αλλά μάλλον αποτελούν κρυσταλλώσεις βαθύτερων κοινωνικών εντάσεων. Τα πρόσωπα γίνονται οι φορείς και οι εκφραστές ιδεών, που έχουν ήδη σχηματισθεί στο κοινωνικό υπόβαθρο.

Α. Στην πρώτη ομάδα, λοιπόν, ανήκει ο Πρωταγόρας, ο πρώτος μάλλον συνειδητός χρήστης του όρου φύσει στην περιοχή του νόμου και του δικαίου. Το δίκαιο ταυτίζεται με το θετό νόμο (τό κοινῇ δόξαν), όπως είδαμε σε προηγούμενες σελίδες. Αλλά πέρα απ’ αυτό ή ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι φύσει: ἀλλ' ἐκεῖ οὐ λέγω, ἐν τοῖς δικαίοις καί ἀδίκοις... ἐθέλουσιν ἰσχυρίζεσθαι ὡς οὐκ ἔστι φύσει αὐτῶν οὐδέν οὐσίαν ἑαυτοῦ ἔχον, ἀλλά τό κοινῇ δόξαν τοῦτο γίγνεται ἀληθές τότε, ὅταν δόξῃ καί ὅσον ἄν δοκῇ χρόνον (θεαίτ. 172b). Ο Πρωταγόρας είναι ο εισηγητής του σχετικισμού (ρελατιβισμού) και μένει συνεπής με τις απόψεις του σ' όλες τις περιοχές του πνευματικού και κοινωνικού βίου που εξετάζει.

Σ' ένα άλλο έργο του Πλάτωνα, όπου αναπτύσσει τη θεωρία του Πρωταγόρα για τη γένεση της κοινωνίας και του κοινωνικού συμβολαίου, ο σοφιστής θεωρεί τους νόμους αγαθών και παλαιών νομοθετών ευρήματα (Πρωτ. 326d). Είναι σαφές ότι οι νόμοι και το δίκαιο δεν είναι φύσει.

Από τους σοφιστές, που ονομάσαμε, με κάποια ευκολία και πνεύμα ενοποίησης, «σχολή» του Πρωταγόρα, μόνο ένας ακο­λουθεί τις απόψεις του σ’ αυτό το σημείο: Ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος, ο γνωστός μας σοφιστής από το Α βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα· συνεπής και ρεαλιστής στοχαστής προτείνει μια ερμηνεία για την προέλευση του δικαίου, η οποία φανερώνει προσωπική γνώμη και ρεαλιστική σκέψη, και πιο πολύ ίσως ειλικρίνεια προθέσεων.

Όπως είδαμε, λοιπόν, στα προηγούμενα, ο Θρασύμαχος, παρά τη γνώμη ίου Πλάτωνα, δεν είναι εισηγητής μιας νέας θεωρίας, αλλά καταγράφει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, όταν ισχυρίζεται ότι οι νόμοι είναι απλώς η θεσμοθετημένη βούληση των δυνατών και τό δίκαιον... (ἐστί) τό τοῦ κρείττονός τε καί ἄρχοντος συμφέρον (Πολ. A 343c). Είναι βέβαια αυτονόητο, ότι το δίκαιο δεν είναι άλλο παρά τα νόμιμα. δηλ. αυτό που η βούληση των ισχυρών μέσα στην πολιτεία νομοθέτησε. Άλλωστε αυτό είναι σαφές και αναντίρρητο από την ομολογία του Γλαύκωνα στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας (Β 359“). όπου γίνεται προσπάθεια να ερμηνευθεί η γένεση της κοινωνίας από την πρωτόγονη κοινότητα με τη θέσπιση νόμων: καί ὀνομάσαι τό ὑπό τοῦ νομου ἐπίταγμα νόμι­μόν τε καί δίκαιον. Ολόκληρο, επομένως, το πλέγμα των νόμων και των κανόνων που διέπουν την κοινωνική συμβίωση είναι νόμῳ). έργο των ανθρώπων: θέμεναι δέ (δηλ. αί πόλεις.) ἀπέφηναν τοῦτο δίκαιον τοῖς ἀρχομένοις εἶναι (A 338e). Έτσι ο Θρασύμαχος αποδείχνεται μαθητής και συνεχιστής του μεγάλου Πρωταγόρα· συνεχιστής, γιατί πρώτος αυτός τόλμησε να πει ότι οι νόμοι έμμεσα πλην σαφώς σε τελευταία ανάλυση εκφράζουν τα συμφέροντα των ισχυρών και της καθεστηκυίας τάξεως, δεν αφήνει μάλιστα καμιά αμφιβολία τι εννοεί μ’ αυτό: τίθεται δέ γε τούς νόμους ἑκάστη ἡ ἀρχή πρός τό αὐτῇ συμφέρον, δημοκρατία μέν δημοκρατικούς, τυρρανίς δέ τυραν­νικούς, και αἱ ἄλλαι οὕτως (A 338e). Πάντως ο Θρασύμαχος είναι συνεπής οπαδός της θεωρίας του «νόμῳ» δικαίου.

Στο ίδιο πνεύμα της αποδοχής του νόμου, για το δίκαιο και τους νόμους, κινείται και ο Ανώνυμος συγγραφέας της μικρής διατριβής για το νόμο και την ευνομία, που ξέρουμε ήδη· και αυτός επίσης είναι οπαδός της ιδέας του κοινωνικού συμβολαίου και του θετού δικαίου (6 p. 100, 1). Ωστόσο ο Ανώνυμος πιστεύει ότι ο νόμος και το δίκαιο δεν ταυτίζονται, είναι όμως φύσει στενά συναρτημένα μεταξύ τους (φύσει γάρ ἰσχυρά ἐνδε δέσβαι ταῦτα). Το «φύσει» όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με την έννοια που ξέρουμε από το γνωστό μας σχήμα, αλλά με την κοινή σημασία.

Β. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τρεις σοφιστές: ο Ιππίας, ο Αντιφών και ο νεότερος απ' όλους, ο Αλκιδάμας, που ανήκει στη δεύτερη γενιά των σοφιστών (4ος αι. π.Χ.). Και οι τρεις αυτοί είναι υπέρμαχοι της φύσεως έναντι του νόμου και θεω­ρούνται οι θεμελιωτές (οι δύο πρώτοι) της λεγόμενης σχολής του «φυσικού δικαίου»· εκφράζουν τουλάχιστον τις πρώτες θέσεις της «σχολής» αυτής. Ενώ μια άλλη ομάδα, όπως θα δούμε πιο κάτω, φθάνει σε ακραίες απόψεις.

Ο Ιππίας μεταφέρει την έννοια «νόμῳ-φύσει» στην περιοχή των ανθρωπίνων σχέσεων και διακηρύσσει ότι όλοι (;) οἱ ἄν­θρωποι εἶναι σνγγενεῖς-οἰκείοι καί πολῖται-φύσει οὐ (337b). Τον ισχυρισμό αυτό θεμελιώνει με το επιχείρημα, ότι τό ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ φύσει συγγενές ἐστιν (337d)· αφού, λοιπόν, οι άνθρωποι είναι φύσει όμοιοι, άρα είναι συγγενείς κλπ. Μοιάζει ο συλλογισμός αυτός ταυτολογικός και παρουσιάζει αδυναμίες, π.χ. οι πολίτες δεν μπορεί να είναι φύσει σε καμιά περίπτωση αλλά μόνο νόμῳ. Αντίθετα, βρίσκει ερείσματα η άποψή του στο ότι οι νόμοι των ανθρώπων πολλές φορές κα­ταπιέζουν και βιάζουν τη φύση: ὁ δέ νόμος, τύρρανος ὤν τῶν ἀνθρώπων, πολλά παρά τήν φύσιν βιάζεται (337d)66. Αυτή ακριβώς η θέση θα γνωρίσει μεγάλη διάδοση, θα βρει προφανώς πολλούς θιασώτες, θα ξεσηκώσει συζητήσεις και θα προ- καλέσει οξύτατες αντιδράσεις και ατέλειωτες έριδες.

Αυτά είναι όλα όσα μας σώζονται από τον Ιππία σχετικά με την προβληματική του νόμῳ-φύσει. Από το σύγχρονό του Αντιφώντα το σοφιστή όμως διασώθηκαν πληρέστερες απόψεις για το θέμα αυτό. Στους παπύρους της Οξυρύγχου οφείλουμε τα δύο εκτεταμένα αποσπάσματα του έργου Περί ἀληθείας (Β 44 Α-Β). από τα οποία κερδίζουμε μια πιο ολοκληρωμένη, δηλ. τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία γι’ αυτά τα θέματα. Οι βασικές θέσεις του Αντιφώντα μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα σημεία:

α) Τα φυσικά πράγματα και ο άνθρωπος είναι «δεμένα», συνέχονται, από κάποια φυσική αναγκαιότητα, με ορισμένους σταθερούς και απαράβατους νόμους, που έχουν αναγκαστική ισχύ. Αντίθετα, οι διατάξεις των κειμένων νόμων είναι συμβατικές, δεν ανταποκρίνονται δηλ. στη φύση των πραγμάτων, αλλά υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, επομένως είναι ένα στοιχείο επιπρόσθετο (επίθετο) (τά μέν γάρ ταῶν νόμων ἐπίθετα. τά δέ ταῆς φύσεως ἀναγκαῖα Η 44. 1). Αυτό εξηγείται· οι διατάξεις των νόμων, οι κανόνες (θα συμπληρώσουμε εδώ: τά τῶν νόμων ἐπιτάγματα) είναι αποτέλεσμα συμφωνίας (ὁμολογηθέντα). δεν ανήκουν στη φύση των πραγμάτων (οὐ φύντα)· ενώ τά τῆς φύσεως (sc. έπιτάγματα) φύντα οὐχ ὁμολογηθέντα (sc. ἐστί). Απ’ αυτήν ακριβώς τη φύση τους. την ουσία τους εκπορεύεται και το καθολικό κύρος τους, ο χαρακτήρας της αναγκαιότητας που ενυπάρχει στα «ἐπιτάγματα» της φύσεως. Αυτά στοιχειοθετούν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς για όλους τους ανθρώπους και δεν μπορούμε να τα παραβιάσουμε ατιμωρητί. Μπορεί δηλ. κάποιος να παραβεί τους νόμους της πόλεως, όπου ζει, και να μην τιμωρηθεί, αν δεν τον δει κανείς, η αν δεν αποκαλυφθεί. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με τους νό­μους της φύσεως. Εδώ δε χρειάζονται μάρτυρες, η τιμωρία είναι αυτονόητη και αυτόματη - σ' αυτή την αναπόδραστη ποινή στηρίζεται το αναγκαστικό κύρος των φυσικών νόμων.

β) Οι νόμοι στηρίζονται στο συμφέρον: όσα συμφέροντα καθορίζονται από τους νόμους της πολιτείας, στην πραγματικότητα αποτελούν δεσμά της φύσεως· αντίθετα τώρα, όσα συμφέροντα ερείδονται στη φύση, έχουν τον χαρακτήρα της ελεύθερης επιλογής (Β 44, 4). Το επιχείρημα στηρίζεται στη σκέψη, ότι η φύση περικλείει τα συμφέροντα στον άνθρωπο, χωρίς υστεροβουλία, άρα εκπροσωπεί την αλήθεια, ενώ ότι αντιτίθεται στη φύση είναι κακό και ασύμφορο.

γ) Ο Αντιφών ως δικαιοσύνη εννοεί τά νόμιμα τῆς πόλεως, ἐν ᾖ ἄν πολιτευηταί τις (Β 44, I). Η θέσπιση ενός ορίου συμβατικού, που δεν επιτρέπεται να το ξεπεράσει κανείς, κανονίζει τη συμπεριφορά του ατόμου. Δεν υφίσταται ο δεσμός του ανθρώπου με το νόμο, όπως ήταν η περίπτωση με τη φύση· ο νόμος τώρα υπαγορεύει απλώς μια εξωτερική συμπεριφορά, δηλ. τη νομιμότητα των ενεργειών και της κοινωνικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Είναι επομένως μια σύμβαση, μια συν­θήκη καί ἐγγυητής ἀλλήλοις τῶν δικαίων, όπως θα πει τον 4ο αι. ο Λυκόφρων.

6) Ωστόσο ο Αντιφών δεν είναι τόσο ριζοσπαστικός· διακηρύσσει βέβαια ότι τά πολλά τῶν κατά νόμον δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται (15 44, 2), αναγνωρίζει όμως έμμεσα σ’ αυτό το έργο του, ότι αντίθετοι στη φύση δεν είναι όλοι οι νόμοι (πολλά - πβ. 15 44. 5). Τα επιχειρήματα του αντλεί βέβαια από τις φυσικές λειτουργίες του ανθρώπου, έχουν προφανώς ιπποκρατική καταγωγή, όπως θα δούμε σε μια άλλη συνοχή. Ο Αντιφών δεν έχει πρόθεση να καταρρίψει τους νόμους της πολιτείας και να τροφοδοτήσει αναρχικές κινήσεις, όπως υπέθεσαν μερικοί μελετητές, αλλά θέλει να διαφωτίσει τους ανθρώπους ως προς το αληθινό νόημα της σχέσης ανάμεσα στο νόμο και στη φύση. Σ' ένα άλλο έργο του, το Περί ὁμονοίας, με παρρησία και σαφήνεια καταδικάζει την αναρχία, τη θεωρεί μάλιστα το μεγαλύτερο κακό στους ανθρώπους (Β 61). Η βασική θέση του στοχαστή αυτού, μπορούμε να πούμε, συνοψίζεται στην άποψη, ότι ο νόμος δεν ωφελεί αλλά βλάπτει τους αν­θρώπους, αν δεν τους ενώνει, όπως η φύση.

Γ. Στην τρίτη ομάδα αριθμούμε τον Καλλικλή και τον Κριτία. Συγκαταλέγουμε και τον Κριτία, που περισσότερο με τις πράξεις του παρά με τα γραπτά του υπηρέτησε ιδέες ολιγαρχικές και ενίσχυσε τυραννικά φρονήματα. Μ’ αυτούς τους σοφιστές έχουμε τις απολήξεις των μεγάλων οραματιστών, κυρίως του Πρωταγόρα. Ιδιαίτερα η περίπτωση του Καλλικλή (δεν ξέρουμε αν έγραψε κάτι) μαρτυρεί ψυχολογία και σκέψη επιγόνου, μολονότι από μια άποψη η κοινωνική πραγματικότητα τον δικαιώνει. Αν όμως σκεφτούμε την κοινωνία που διαμόρφωσε ο μακροχρόνιος και ψυχοφθόρος Πελοποννησιακός πόλεμος, ίσως θα βρισκόμασταν πιο κοντά σ’ αυτές τις τόσο κυνικές και απροκάλυπτα αντιδημοκρατικές σκέψεις του Καλλικλή.

Ο πρώιμος αυτός κήρυκας του υπεράνθρωπου, όπως τον είδαν μερικοί νεότεροι μελετητές, που ευαγγελίζεται και υπερασπίζεται τους ισχυρούς χωρίς να νοιάζεται για το ηθικό τους ποιόν, στην πραγματικότητα νομίζει ότι επαναλαμβάνει το δάσκαλο του, το Γοργία. Ακριβέστερα θέλει να μεταφέρει τη γνώμη του μεγάλοι) δασκάλου του στην περιοχή της κοινωνικής πραγματικότητας, κάνει όμως ένα καίριο λάθος, όπως είδαμε στα προηγούμενα: αποδίδει δηλ. στη φύση ηθικές προθέσεις και αναζητεί το δίκαιο, δημιούργημα εξ ολοκλήρου των ανθρώπινων σχέσεων, στη λειτουργία των φυσικών νόμων. Και βέβαια, ακριβώς αυτό δεν είναι το δίκαιο, και γενικότερα κάθε ηθικός κανόνας, δηλ. δεν είναι ψνσις αλλά υπέρβαση της φύσεως.

Ας δούμε όμως την αφετηρία αυτών των αντιλήψεων, που όπως είπαμε ήδη. την εντοπίζουμε στο Γοργία και συγκεκριμένα στο παίγνιόν του, δηλ. στο ρητορικό του γύμνασμα Ἑλένης ἐγκώμιον (Β I. 6): πέφυκε γάρ οὐ τό κρεῖσσον ὑπό τοῦ ἥσσονος κωλύεσθαι, ἀλλά τό ἧσσον ὑπό τοῦ κρείσσονος ἄρχεσθαι καί ἄγεσθαι, καί τό μέν κρεῖσσον ἡγεῖσθαι. τό δέ ἧσσον ἕπεσθαι. (Από τη φύση είναι τα. πράγματα έτσι ώστε να μην εμποδίζεται το πιο δυνατό από το πιο αδύνατο, αλλά το πιο δυνατό να εξουσιάζει και να οδηγεί το πιο αδύνατο· και στην περίπτωση αυτή βέβαια οδηγεί το πιο δυνατό και ακολουθεί το πιο αδύνατο).

Ο Γοργίας όμως εκφράζει μ’ αυτό τον αφορισμό μια γενική σκέψη, τι πράγματι συμβαίνει στη φύση, και συγκρίνει αμέσως πιο κάτω το θεό (κρεῖσσον) με τον άνθρωπο (ἧσσον). (Πβ. ΙΙλάτων. Φαιδ. 80). Ούτε μία λέξη. ούτε υπόνοια για την προέλευση ή την φύση του δικαίου υπάρχει σ’ αυτές τις σκέψεις του. Το ότι έτσι πράγματι συμβαίνει στη φύση. αυτό δε στοιχειοθετεί δίκαιο ούτε μπορεί να αποτελέσει βάση δικαίου. Αντίθετα μάλιστα, το δίκαιο επιδιώκει να αμβλύνει το φυσικό «νόμο» και εντέλει να τον υπερβεί. Το δίκαιο είναι ανθρώπινο, δεν είναι «φυσικό», είναι ηθική· και στη φύση δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο, αλλά απλώς δυνατό ή αδύνατο, ισχυρό και ασθενικό, και οι διαβαθμίσεις τους ως φυσικές καταστάσεις.

Ο Καλλικλής, τώρα, γεμάτος οίηση, νομίζει ότι ερμηνεύει κοινωνικά φαινόμενα, διακηρύσσοντας το δίκαιο του ισχυροτέρου σαν νόμο της φύσεως ή δίκαιο της φύσεως (κατά νόμον γε τόν τῆς φύσεως, 483e- τό τῆς φύσεως δίκαιον 48411). Έτσι βλέπει μια τέλεια «αρμονία» ανάμεσα στο νόμο και στο δίκαιο, υπεραπλουστεύοντας τα πράγματα και ταυτίζοντας τη φυσική κατάσταση με την ηθική και τα κοινωνικά φαινόμενα.

Αυτή η «θεωρία» βέβαια στην πραγματικότητα οπισθοδρομεί το στοχασμό των σοφιστών και φανερώνει, πού μπορεί να καταλήξει η άκριτη αποδοχή μεγάλων και ρηξικέλευθων ιδεών και πού οδηγεί η οίηση και η έπαρση.

Οι μεγάλοι σοφιστές άνοιξαν θαρραλέα το δρόμο σε νέες αντιλήψεις και προσκόμισαν στο προσκήνιο της ιστορίας μια νέα ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας· ερμήνευσαν τη δύναμη με κριτήρια κοινωνικά και ιστορικά και όχι δεοντολογικά, έφεραν την αίσθηση του πραγματικού πιο κοντά στον άνθρωπο και βοήθησαν την πρόοδό του. Αν τιάρα μερικοί από τους οπαδούς τους αποδείχτηκαν κακοί χρήστες του λόγου και των ιδεών τους, γι’ αυτό δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Είναι σύμφυτο, θα λέγαμε, με τις μεγάλες πνευματικές και κοινωνικές ιδέες στην Ιστορία: να επενεργούν ευεργετικά, αλλά παράλληλα να εκτρέφουν και την υπερβολή ή τις ακρότητες. Στα χέρια των ικανών βοήθησαν την πρόοδο, ενώ με την αλαζονεία και την κενότητα έφεραν συμφορές. Πάντων χρημάτων, λοι­πόν. μέτρον ἄνθρωπος.

γ. Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου

Μια ακόμη πλευρά της συμβολής των σοφιστών στην έρευνα των κοινωνικών φαινομένων και στην ερμηνεία των θεσμών συνιστά και η αντίληψη του «κοινωνικού συμβολαίου» (συνθήκη, social contract ή compact). Μέσα στο πλαίσιο του σχήματος νόμῳ-φύσει, ασφαλώς, πρέπει να εντάξουμε και την εξέταση αυτής της έννοιας. Οι ερευνητές συνδέουν την αντίληψη του «κοινωνικού συμβολαίου» με το σοφιστή Λυκόφρονα. Σύμφωνα, λοιπόν, με μια πληροφορία του Αριστοτέλη στα Πολιτικά του (Γ9. 1280b8 κε) ο Λυκόφρων ονόμαζε το νόμο συνθήκη και εγγυητή των δικαίων: καί ὁ νόμος συνθήκη,καθάπερ ἔφη Λυκόφρων ὁ σοφιστής, καί ἐγγυητής ἀλλήλοις τῶν δικαίων, δηλ. ο νόμος είναι ένα είδος συμβολαίου και εγγυητής του δικαίου μεταξύ τον πολιτών.

Η ιδέα ωστόσο μιας «συμφωνίας» ανάμεσα στα μέλη μιας ανθρώπινης κοινότητας φαίνεται ότι ήταν παλαιότερη στην ελληνική Γραμματεία· συγκεκριμένα στον Πρωταγόρα πρέπει να αναζητήσουμε την αφετηρία παρόμοιων ιδεών. Ο πολιτιστικός του μύθος, πράγματι, περιέχει την ιδέα μιας κοινής συμφωνίας των ανθρώπων, με την έννοια της συμμετοχής όλων των πολιτών στην πολιτική ζωή: ΙΙρωτ. 322d: ἐπί πάντας καί πάντες μετεχόντων. όταν ο Δίας μοιράζει το δώρο της «πολίτι­κης τέχνης», (323: ὡς τᾦ ὄντι ἡγοῦνται πάντες ἄνθρωποι πά­ντα ἄνδρα μετέχειν δικαιοσύνης καί τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετής. Ο Πρωταγόρας αντιλαμβάνεται μάλιστα την πολιτική τέχνη ως τέχνη συμφωνίας ουσιαστικά μεταξύ των πολιτών που συμμετέχουν σε μια κοινότητα (πβ. 324L‘): πάντας τούς πολίτας μετέχειν, εἴπερ μέλλει πόλις εἶναι, γιατί η συμμετοχή προϋποθέτει στη βάση συμφωνία και αποδοχή ορισμένων στοιχειωδών κανόνων συμβίωσης.

Εμφανέστερη γίνεται η ιδέα μιας κοινής συμφωνίας ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας στο σοφιστή Αντιφώντα, όπου ο νόμος εννοείται ως κάτι ὁμολογηθέν, δηλ. ως αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας: Β 44Α1: τά μέν τῶν νόμων ὁμολογηθέντα οὐ φύτα (έστί). δηλ. οι επιταγές που στηρίζονται ή απορρέουν από τους νόμους είναι αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας (των πολιτών). Αυτή είναι η θεμελιώδης νομική αρχή της έννοιας του νόμου στους αρχαίους Έλληνες γενικά και δεν αφορά μόνο τη γνώμη ενός σοφιστή, πράγμα που ισχύει απαράλλαχτα και στις σημερινές δημοκρατικές πολιτείες (ή πολιτεύματα). Ο Αντιφών αντιπαραθέτει στους νόμους των ανθρώπων, που προκύπτουν από κοινή συμφωνία μεταξύ τους, τους νόμους της φύσεως, οι οποίοι εκπορεύονται απ' αυτήν την ίδια τη φύση, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός: τά δέ τῆς φύσεως (sc. ἐπιτάγματα) φύντα οὐχ ὁμολογηθέντα, δηλ. οι επιταγές της φύσεως εκπορεύονται απ' αυτήν τη φύση και δεν είναι αποτέλε­σμα κοινής συμφωνίας των ανθρώπων.

Φαίνεται όμως πως το πρόβλημα της καταγωγής του νομού και το ερώτημα για την προέλευση της κοινωνίας, ως συμφωνίας κοινής συμβίωσης, είχε απασχολήσει αυτή την εποχή (δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.) περισσότερους ανθρώπους και γενικότερα τους διανοητές, σοφιστές και φιλοσόφους, ρήτορες και πολεοδόμους. Στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας του ο Πλάτων, όπως συνήθως, «καταγράφει» τις απόψεις του Γλαύκωνα, ενός πολιτικού μάλλον παρά σοφιστή, όπως τις αναπτύσσει στη συζήτηση με το Σωκράτη. Εδώ ο Γλαύκων εκθέτει τη γνώμη του για την προέλευση της κοινωνίας από την κοινή συμφωνία των μελών της να μην αδικούν αλλά ούτε και να αδικούνται (359a): συνθέσθαι ἀλλήλοις μητ’ ἀδικεῖν μητ' ἀδικεῖσθαι. Αυτή ακριβώς η πρωταρχική συμφωνία για ν' αποφύγουν οι άνθρωποι την αδικία τούς οδήγησε στη θέσπιση και στην αποδοχή νόμων και «συμφωνητικών» αμοιβαίου σεβασμού. Τις επιταγές ή τις διατάξεις, που προβλέπουν αυτές οι αρχικές συμφωνίες (σννθῆκαι), ονόμασαν οι άνθρωποι νόμους και δίκαιο.

Υπήρχε, λοιπόν, στη βάση της αντίληψης του νόμου η ιδέα μιας συμφωνίας, ενός συμβολαίου αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αυτό ακριβώς το «πνεύμα» της αμοιβαιότητας και της «συνθήκης» επισήμαναν οι σοφιστές αναλύοντας τους νόμους.

Το πρόβλημα της συμβατικότητας των νόμων, και της σχετικότητας του δικαίου και όλων των κοινωνικών θεσμών, μολονότι απασχόλησε τους διανοητές και πριν από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., πιστεύουμε σήμερα ότι πρώτοι οι σοφιστές το ανακίνησαν και το έκαναν κυριολεκτικά πρόβλημα, δηλ. το πρότειναν και το πρόβαλαν ως κοινωνικό αίτημα για επανεξέταση και αναθεώρηση. Απηχήσεις αυτής της προβληματικής δε βρίσκουμε μόνο στους σοφιστές που αναφέραμε αμέσως πριν, αλλά και σε πολλούς άλλους, όπως π.χ. στον Κριτία, όπου είναι σαφής η ιδέα μιας κοινωνικής σύμβασης στην αφετηρία της θέσπισης των νόμων: Σίσυφος 25 (Β 25): κἄπειτά μοι, δοκοῦοιν ἄνθρωποί νόμους θέσθαι κολαστάς κλπ. Σ’ ολόκληρο το ευρηματικό αυτό ποίημα είναι διάχυτη η ιδέα της κοινής συμφωνίας για την επιβίωση της πρώτης μορφής κοινωνικού βίου.

Δε φαίνεται ωστόσο να «έκλεισε» το θέμα με τις αναλύσεις των σοφιστών αντίθετα, θα λέγαμε, πως η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου έγινε τελικά κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής και πολιτικής φιλοσοφίας τόσο στον Πλάτωνα όσο και στον Αριστοτέλη. Δε θα μας απασχολήσει βέβαια η εξέταση του θέματος αυτού στους δύο μεγάλους φιλοσόφους - το έχει κάνει ήδη η έρευνα εν πολλοίς, - όπου η οπτική γωνία αλλάζει και η έρευνά του αποκτά άλλες διαστάσεις. Στους σοφιστές όμως προγράφεται η πρωτοβουλία, ότι δηλ. έθεσαν το πρόβλημα. και δεν μπορούμε ασφαλώς να αγνοήσουμε τις λύσεις που πρότειναν ακριβέστερα οι σκέψεις που διατύπωσαν βοήθησαν να επανεξετάσουμε ολόκληρο το πλέγμα των κοινωνικών θεσμών με αντικειμενικότερα κριτήρια.

Η Ελληνική Ανθρωποπλασία

Η ανθρωπογονία της βιβλικής εκδοχής, έφτασε να μονοπωλεί την ιδέα των πρωτόπλαστων. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε ότι τα “ανθρωπογονικά έπη”, δεν μπορεί παρά να είναι καρποί μόνο αστικού πολιτισμού, κάτι που οι βιβλικοί συγγραφείς απέκτησαν με εξαιρετική καθυστέρηση! Αν όμως τα ανθρωπογονικά στοιχεία της Γένεσις, παρουσιάζουν επίσης εκτεταμένες ομοιότητες με τους αντίστοιχους βασικούς μεσογειακούς και μη μύθους, τότε δεν θα ήταν νομίζω άδικο αν σκεφτούμε, ότι και η “ιστορία” των πρωτοπλάστων, Αδάμ[1] και Εύας,[2] αποτελούσε ένα ακόμα διαδεδομένο μυθοπλαστικό εύρημα της εποχής, απ’ το οποίο λιγοστά στοιχεία περιέσωσε ενσωματώνοντάς το στον πρόλογό της η Μωυσιακή πεντάτευχος.

Ο Μωυσής λοιπόν, ο αδιαμφισβήτητος (κατά τους θεολόγους) συγγραφέας της Γένεσις, που κατά την βιβλική ομολογία: «έλαβε πάσαν την σοφία των Αιγυπτίων» (Πράξεις αποστόλων 7,22) φαίνεται πως θυμόταν αρκετά ξεκάθαρα την ανθρωπο-­θεογονία του (Αιγύπτιου) Τρισμέγιστου Ερμή, και αυτή μπορεί να είναι μια πολύ καλή απάντηση, στο γιατί η Μωυσιακή αφήγηση, νοη­μα­τικά κινείται στον ίδιο ακριβώς αφηγηματικό άξονα, περιλαμβάνοντας συχνά, ακόμα και κατά λέξη, όλα εκείνα τα νοήματα του Ερμή, που στο σύνολό τους συνθέτουν το «θεογονικό» και «ανθρωπογονικό» κείμενο της βιβλικής Γένεσις!

Ποιές είναι όμως οι βασικές ιδέες της βιβλικής ανθρωπογονίας; Περιέχει πράγματι η βιβλική ανθρωποπλασία κάτι το πρωτότυπο, κάτι το διαφορετικό απ’ τις διάσημες αφηγήσεις της εποχής εκείνης;

«Και έπλασε Κύριος τον άνθρωπον από χώματος εκ της γης και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας (ρώθωνες) αυτού πνοήν ζωής και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Γέν.2.7.

Περιέχει πράγματι κάτι το πρωτότυπο η παραπάνω βιβλική ανθρωποπλασία, από το τεράστιο σύνολο αρχαίων αφηγήσεων, που με λεπτομέρειες εκφράζουν την ίδια ακριβώς ιδέα;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι βρισκόμαστε στην εποχή της πηλοπλασίας και του κεραμικού τροχού. Τα πήλινα αγαλματίδια που κοσμούν ήδη τις λατρευτικές γωνίες των πρώτων αστικών πολιτισμών, δίνουν την βασική ιδέα της συγκεκριμένης ανθρωποπλασίας, από ανώτερη δύναμη.

Ο Έλληνας είναι από αμνημονεύτων χρόνων ήδη πεπεισμένος για τους «γηγενείς»[3] προγόνους του. Εκτός απ’ την έννοια του αυτόχθονα, παντού ήταν διάχυτη η ιδέα, πως «η Παμμήτειρα Γη» είναι αυτή που γέννησε τους προγόνους του: «Ω Φύση παμμήτειρα θεά, πολυμήχανη μητέρα, περίπλοκη, μέγιστη, φιλική, πάντροφη… Πάντων μεν συ και πατήρ και μήτηρ…» Ορφευς προς Μουσαιον 10.

Έτσι στην Αττική, ο Ερεχθέας γεννήθηκε απ’ την τροφοδότρα γη. Στην Αρκαδία: «Η μαύρη γη έδωσε ζωή στον Πελασγό, πάνω στα ψηλά βουνά τα στεφανωμένα με δάση». Παυσανίου Περιήγησις. 8.1.4.9

Στη Βοιωτία ο Αλαλκομενέας είναι το πρώτο ανθρώπινο πλάσμα: «που το κεφάλι του ορθώθηκε πάνω απ’ το έλος που σχηματίστηκε απ’ τον Κηφισό». Λυρικά αδέσποτα PMG 67a.

Ο Ησίοδος λέει πως: «εποίησεν ο Ζευς», το τρίτο γένος των ανθρώπων. Σχόλια στον Ησίοδο 142ter. 1

Ο Ξενοφάνης, χωρίς σίγουρα να έχει διαβάσει την Ιουδαϊκή Βίβλο επιμένει εντελώς πεπεισμένος, πως από γη και χώμα έπλασαν οι θεοί των άνθρωπο![4]

Γη-χώμα-πέτρα-πηλός, εκεί γύρω περιστρέφεται μια ατέλειωτη σειρά από γνωστές ή άγνωστες ανθρωπογονίες στην μυθολογικά ελληνοκρατούμενη Μεσόγειο.

Στην Αίγυπτο για παράδειγμα, η θεότητα «Χνούμ ο Κύριος των γενέσεων» έπλασε τους ανθρώπους από πηλό, πάνω στον κεραμικό τροχό του. Οι Βαβυλώνιοι που είναι στο εμπορικό σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής, είχαν παρόμοιους πηλοπλάστες θεούς, Μαρδούκ και Εά, που ανακατεύοντας θεϊκό αίμα και χώμα, έπλασαν το υλικό για τον πρώτο άνθρωπο.

Αλλά και η εκπληκτική λεπτομέρεια της πρώτης θεϊκής ανάσας απ’ τον ζωοδότη βιβλικό θεό, δεν είναι παρά μια κοινότατη επανάληψη των ελλη­νο­με­σο­γειακών μύθων: «γενομένου δε του κατακλυσμού επί Δευκαλίωνος, πάντες (οι άνθρωποι) διευθάρισαν, καθώς δε αποξηράνθη η γη, διέταξε ο Ζευς τον Προμηθέα και την Αθηνά, ομοιώματα (ανθρώπων) να πλάσουν εκ του πηλού και προσκαλέσας τους ανέμους, σ’ όλους να εμφυσήσουν (την ζωή) διέταξε και ζώντας (ανθρώπους) να δημιουργήσουν» Herodianus et Pseudo-Herodi 3,1.363.27 3.

Σχεδόν πάντοτε λοιπόν, οι ανθρωποπλάστες θεοί φυσούν «την πνοή της ζωής» στους ρώθωνες των πρωτο­πλά­στων, όπως άλλωστε επί λέξη είδαμε να αναφέρει και ο Ερμής ο Τρισμέγιστος.

Σε σαρκοφάγο του museo Capitolivo εικονίζεται η Θεά Αθηνά με τον Προμηθέα, να δημιουργεί τον πρώτο άνθρωπο δίνοντάς του πνοή φυσώντας στο στόμα του! Ελληνική μυθολογία 2ος τόμος (εκδοτική Αθηνών), σελ. 59

Ενδιαφέρον έχει εδώ να αναφέρω την άποψη μιας αξιαγάπητης υπεραιωνόβιας μαμής απ’ την Κρήτη, που με τις 190 και πλέον γέννες στις οποίες πρόσφερε την βοήθεια της (!) ήταν η πλέον αρμόδια να μου εξηγήσει ότι: «πανάρχαια είναι η συνήθεια, η κάθε Μαμή να φυσά την πρώτη αυτή ανάσα στα νεογέννητα εκείνα μωρά, που καθυστερούν να ανα­λά­βουν την πρώτη τους ανάσα».

Φαίνεται λοιπόν πως η αναφορά στην πρώτη αυτή ανθρώπινη ανάσα, δεν είναι αναγκαστικά θεϊκής προέλευσης, αλλά μακρόχρονης ανθρώπινης συνήθειας, που αποσκοπούσε να σώσει τα νεογέννητα απ’ τις συνέπειες μιας ταλαιπωρημένης και δύσκολης γέννας. Έτσι η εικόνα αυτής της τρυφερής και σωτήριας μαμής, που σώζει το νεογέννητο φυσώντας στα ρουθούνια του την πρώτη ανάσα, ενέπνευσε στους ανθρωπογονικούς μύθους, την πρώτη αυτή αναγκαία πνοή της ζωής, από τα χείλη των δημιουργών θεών. Έτσι, έχουμε την θεά Αθηνά να φυσά την πνοή της ζωής στους πρωτόπλαστους από το χέρι του Προμηθέα, όπως μπορεί κανείς να το δει σε ανάγλυφη παράσταση. Ούτε λοιπόν «η πνοή της ζωής», δεν αποτελεί οπωσδήποτε βιβλική αποκλειστική πρωτοτυπία.

Και η ιδέα της διαφορετικής μεταχείρισης ανδρός και γυναικός από τον πηλοπλάστη θεό, ήταν επίσης ευρύτατα διαδεδομένη.

Η ελληνική εκδοχή, όπως προαναφέραμε, θέλει τον άνδρα πλασμένο κατ’ ευθείαν απ’ το χέρι του φιλάνθρωπου Προμηθέα. Ενώ για τη γυναίκα την «Πανδώρα», ο μύθος λέει ότι πλάστηκε από τα χέρια του χθόνιου θεού Ήφαιστου, όχι για καλό, αλλά για να παγιδέψει τον άνδρα με τα θέλγητρά της! Και ενώ δημιουργείται απ’ τα επιδέξια χέρια του Ήφαιστου και στολίζεται απ’ την θεά της ομορφιάς Αφροδίτη και την θεά της σοφίας Αθηνά, φαίνεται να είναι ένα πλάσμα με ασύλληπτη μεν ομορφιά, επικίνδυνη δε πανουργία και άκρατη περιέργεια, που γίνεται αφορμή να ελευθερωθούν αμέτρητα δεινά πάνω στους ανθρώπους, όταν η ίδια μόνη της, άνοιξε το πιθάρι μεσ’ το οποίο ήταν όλα καλά κλεισμένα: «Έτσι μίλησε γελώντας ο πατέρας των θεών και τον Ήφαιστο προστάζει τον ξακουστό χώμα με νερό να σμίξει να του βάλει και λαλιά, αντοχή να ’χει και όψη σα θεά αθάνατη αξιαγάπητης παρ­θένας ομορφιά… και ονόμασε ο κήρυκας των θεών τη γυναίκα αυτή Πανδώρα, γιατί όσοι έχουν στον Όλυμπο δώματα, δώρο της έδωσαν κακό για τους ψωμοφάγους ανθρώπους».[5]

«Έτσι για τους θνητούς άνδρες, κακό τις γυναίκες όρισε ο Δίας ο ψηλο­βρόντης, συντρόφους των έργων των πικρών».[6]

Για τον Αδάμ: «Γνωρίζουμε, πραγματικά (γράφει ο Descharme στην παγκόσμια μυθολογία του, έργο βραβευμένο απ’ την Γαλλική ακαδημία) πως ένα απ’ τα πρόσωπα των μυστηρίων της Σαμοθράκης με το όνομα Αδάμας, παρουσιαζόταν εκεί σαν ο άνθρωπος-αρχέτυπο σαν ο πρώτος αρσενικός».[7]

Αυτοί που διατήρησαν το μύθο του Αδάμα είναι οι θεϊκοί Κάβειροι, τους οποίους ο ίδιος ο μύθος συχνά τοποθετεί προ του θεού Διός, ως θεϊκούς σιδεράδες και κατασκευαστές της άρπας του Κρόνου.

Πόσοι γνωρίζουν επίσης ότι ακόμα και στις πιο παράξενες λεπτο­μέρειές του, το βιβλικό κείμενο είναι απόλυτα ένας αντικατοπτρισμός των μεσο­γειακών ανθρωπο­γο­νικών θρύλων; Για την ονοματοδοσία των ζώων απ’ τους πρώτους ανθρώπους, λέει η Βίβλος: «έπλασε δε Κύριος ο θεός εκ της γης πάντα τα ζώα του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και έφερεν αυτά προς τον ΄Αδάμ δια να ίδη πως να ονομάσει αυτά και ότι όνομα ήθελε δώσει εις παν έμψυχον, τούτον να είναι το όνομα αυτού. Και έδωκεν ο Αδάμ ονόματα εις πάντα τα κτήνη και εις τα ζώα του αγρού». Γέν.2.19-20

Να πως διέσωσε τον αντίστοιχο μύθο[8] ο Πλάτωνας δια στόματος Σωκράτους: «πιο ευχάριστο λοιπόν μου φαίνεται, να σας διηγηθώ μύθον είπε (ο Σωκράτης). Ήταν κάποτε εποχή, οπότε υπήρχαν θεοί αλλά δεν υπήρχαν θνητά γένη. Όταν έφτασε και για τούτα ο πεπρωμένος χρόνος της δημιουργίας, τα σχηματίζουν (τα γένη) οι θεοί… και πρόσταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα κοσμήσουν και να κατανείμουν τις δυνάμεις όπως αρμόζει στο καθένα. Ο Επιμηθέας τότε, παρακαλεί τον Προμηθέα να κάνει ο ίδιος τη μοιρασιά. Μόλις τα μοιράσω είπε, να τα εξετάσεις. Έτσι λοιπόν τον έπεισε και μοίρασε δυνάμεις. Κατά δε την διανομή σε άλλα προσέδιδε δύναμη χωρίς ταχύτητα, ενώ τα πιο αδύναμα εφοδίαζε με ταχύτητα. Σε άλλα έδινε όπλα, ενώ σε άλλα πρόσφερε φύση άοπλη και σχεδίαζε γι’ αυτά άλλη δύναμη για την σωτηρία τους..».[9]

Ακολουθούν πολλές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες διαχωρισμού των έμβιων όντων, ανάλογα με τις ιδιαίτερές τους ιδιότητες (που παραπέμπουν από τότε στη φυσιογνωσία του Έλληνα). Ο αδελφός λοιπόν του Προμηθέα, ο Επιμηθέας, με υπομονή μελετώντας συμπληρώνει με διάφορα χαρίσματα και βοηθά έτσι τη δύναμη της επιβίωσής τους, και παρατηρώντας τα χαρίζει στο καθ’ ένα όχι απλά ένα όνομα, όπως ο “συνάδελφός” του Αδάμ στο βιβλικό μύθο, αλλά, τις ίδιες εκείνες τις ιδιότητες, απ’ τις οποίες συχνά παίρνει νόημα το όνομά τους.

Η χαριτωμένη αυτή εξιστόρηση, αποκαλείται από τον αφηγητή της Σω­κράτη “μύθος”,[10] που σημαίνει ότι επί των ημερών του η άποψη αυτή, ήταν τόσο παλιά, ώστε αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι των πα­νάρ­χαιων ελληνικών θρύλων (μύθων) και αναφορών.

Οι ομοιότητες των δύο αυτών εξιστορήσεων, είναι παραπάνω από φανερές και βέβαια δεν μπορούν να θεωρηθούν τυχαίες. Έτσι παρα­μένει προκλητικά ανοιχτό το αρχικό μας ερώτημα. Ποιος τελικά αντιγράφει ποιόν;

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ολάκερη η Μεσόγειος, και όλος ο επη­ρε­ασμέ­νος απ’ αυτήν κόσμος, αντηχεί τις ελληνικές επικές ανθρωπογονικές αντιλήψεις περί γη-γενών ηρώων, που πλάθονται με γη και ύδωρ και με φύσημα παίρνουν την πνοή της ζωής, μαζί με το σύνολο των λεπτο­με­ρειών που μας συνήθισε η εβραιοβιβλική αντίστοιχη Γένεσις.

Τι λοιπόν το επαναστατικά ιδιαίτερο είχε να προσθέσει η θεωρούμενη ως θεϊκότερη όλων εβραϊκή εκδοχή των πρωτοπλάστων, που δεν ήταν ήδη ευρύ­τατα γνωστό με άπειρες μάλιστα παραλλαγές στον ελληνοθρεμμένο κόσμο της εποχής εκείνης; Το μόνο που με μια ματιά διαπιστώνουμε είναι ότι: Ενώ την εβραιοβιβλική ανθρωπογονική εκδοχή τη γνωρίζουν ακόμα και τα μωρά, τις άκρως ενδιαφέρουσες παραλλαγές της πανάρχαιας Ελληνομεσογειακής ανθρωπογονίας, όχι μόνο δεν τις γνωρίζουμε, αλλά τις θεωρούμε περιθωριακές γνώσεις για “παράξενους”. Γιατί άραγε η βιβλική αφήγηση, για αιώνες τώρα, απολαμβάνει τιμές περί­βλεπτης αλήθειας, ενώ οι αντίστοιχες μεσογειακές, αρχαιότερες, αυθε­ντι­κό­τε­ρες, πανομοιότυπες και συχνά πληρέστερες αφηγήσεις, θεωρούνται γνώσεις δεύτερης ποιότητας και ανάξιες για εκτε­ταμένη λαϊκή ή και σχολική προβολή;

Αναλογιστήκατε ποτέ, γιατί η βιβλική ανθρωπογονική προσφορά, των λιγοστών (35 μόλις), εδαφίων, έφτασε, ατόφια έως τις ημέρες μας, ενώ ολόκληρα ελ­λη­νικά επικά συγγράμματα, πολλών χιλιάδων υπέροχων στίχων, με το ίδιο ακριβώς θέμα “ΧΑΘΗΚΑΝ” στην πορεία του χρόνου;

Ας αφήσουμε όμως τις καυτές ερωτήσεις, ν’ απαντηθούν αβίαστα με την πρόοδο αυτής της εργασίας κι ας επιστρέψουμε στις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες εκείνες, που αποδεικνύουν ότι ο πληθωρικός Έλληνας, με τις παγκοσμίως σήμερα ανεγνωρισμένες γιγάντιες πνευματικές του επιδόσεις, δεν μπορεί ποτέ να ένοιωσε την ανάγκη να αντιγράψει τις “δεκαπέντε” αράδες της εβραιοβιβλικής ανθρωπογονίας, διότι εκεί που το βιβλικό κείμενο αναφέρει επιγραμματικά δυο λέξεις, ή θολά υπαι­νίσ­σεται μια ιδέα, ο λαλίστατος μεσογειακός απόηχος, είχε ατέλειωτα τραγούδια, θρύλους και ραψωδίες, των οποίων η λεπτή χάρη και η ατέλειωτη ροή χαριτωμένων εικόνων, παραμένει η καλύτερη απόδειξη αυθε­ντικότητας.

Αυτή ακριβώς η σύγκριση, είναι που θα έπρεπε να κάνει κάποιον να ντρέπεται στην ιδέα και μόνο, ότι η τεράστια φιλολογική λίμνη των μεσογειακών ανθρώπων, γέμισε, μεταγγίζοντας με το φειδωλό εβραιο-μυθολογικό σταγονόμετρο, τις βιβλικές τους εικόνες.

Ας συνεχίσουμε όμως τη συλλογή παραλλήλων στοιχείων, μια και σημειώστε, δεν υπάρχει η παραμικρή βιβλική αναφορά που να μην έχει πλή­θος ολόκληρο αντιστοιχιών στον ελληνικό μύθο, ή ακόμα καλύ­τερα, να μη βρίσκει σ’ αυτόν την φυσική της προέκταση και ερμηνεία.

Παράδειγμα για καλύτερη κατανόηση αποτελεί το εδάφ. Γέν.1.26, όπου η βιβλική θεότητα μιλώντας στον πληθυντικό λέγει: «Ας κά­μω­μεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημών, καθ’ ομοίωσιν ημών». Γιατί άραγε η δημιουργός θεότης χρησιμοποιεί εδώ πληθυντικό;

Χρειάστηκαν πάρα πολλοί αιώνες να περάσουν, για να ανακαλύψει μια απάντηση ο Ιωάννης, ο Μαθητής του υιού αυτής της θεότητας και να πει: «Εν αρχή, ητο ο Λόγος και ο Λόγος ητο παρά τω θεω και θεός ητο ο Λόγος. Ούτος ητο εν αρχή παρά τω θεω. Πάντα δι’ αυτου έγειναν και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν, το οποίον έγεινεν» Ευαγγ. Ιωάνν.1.1. Έτσι εξηγεί ο Ιωάννης, ότι ο πληθυντικός που χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη, έχει αποδέκτη το «Λόγο», ή τον γιο του βιβλικού θεού, Ιησού.

Μόνο που ο βιβλικός αυτός Προμηθέας, ο «Λόγος» ή Χριστός, έρχεται με καθυ­στέ­ρηση πολλών αιώνων, για να φωτίσει ένα σκηνικό, όπου πολλοί θεοί -άρα πληθυντικός- ασχολούνται με την πλάση του πρώτου άνδρα και της πρώτης γυναίκας.

Όμως, πολύ πριν ερμηνευθεί ο πληθυντικός της Βίβλου, είδαμε ότι, η πολυπρόσωπη ελλη­νι­κή ανθρωπογονία, έχει δείξει πως όχι ένας, αλλά πολλοί θεοί ασχο­λή­θηκαν με τους πρωτόπλαστους. Δηλαδή, εντολή έδωσε ο Δίας, ο Προμηθέας και η Αθηνά έπλασαν τον άνδρα, ενώ ο Ήφαιστος τη γυναίκα.

Όσον αφορά δε, την ομοιομορφία θεών και ανθρώπων (ανθρω­πο­μορφισμό θεών), δηλα­δή το «κατ’ εικόνα ημών και ομοίωσιν» Γέν.1.26, δεν πιστεύω να υπάρχει κανένα ίχνος διαφωνίας, μια και οι Έλλη­νες έπ’ αυτού πραγματικά κυριολεκτούσαν. Οι πανέμορφοι ανθρω­πόμορφοι θεοί των Ελλήνων, έναντι των υπόλοιπων τερατό­μορ­φων θεών, έδιναν ανέκαθεν “ουσία” στην παρα­πάνω δήλωση. Απ’ την άλλη μεριά πάλι, πολλοί αρέσκονται να κατηγορούν τον ελληνικό ανθρω­πομορφισμό, σαν ένα απόλυτα μεμπτό και “ανώριμο” θρη­σκευτικό στοιχείο. Αναρωτιέμαι όμως, όταν ο γιος της παλαιοδιαθηκικής θεό­τητας, ο Λόγος ή Χριστός, ενανθρωπίστηκε, δεν ήταν ένας απόλυτα ανθρω­­πόμορ­φος θεός; Πού είναι λοιπόν η οποιαδήποτε έπ’ αυτού διαφορά;

Μήπως όμως, για να συνεχίσουμε τις επισημάνσεις παράλληλων θέσεων, στα εναπομείναντα ελληνικά συγγράμματα, δεν μπο­ρεί να βρεθεί τίποτε σχετικό με τις διάσημες λεπτομέρειες της περιβόητης πτώ­σης στην αμαρτία, εξαιτίας της βρώσεως του απαγορευμένου “καρπού”; Κάθε άλλο. Να τι λέει ο Ησίοδος στο Έργα και Ημέρες:

«Πριν (οι άνθρωποι) ζούσαν… ολότελα χωρίς τον βαρύ μόχθο και τις μαρτυρικές αρρώστιες, που έδωσαν τις φρο­ντί­δες στους ανθρώπους…
Σαν θεοί ζούσαν έχοντας ανέγνοιαστη ψυχή, ολότελα χωρίς κόπους και πόνο, κι ούτε τα φοβερά γερά­ματα ήταν πάνω τους και πάντα οι ίδιοι στα πόδια και στα χέρια χαίρονταν… και καρπόν έφερνε η ζωοδότρα γη μόνη της πολύν και άφθονον.
Αλλά η γυναίκα, (η Πανδώρα) με τα χέρια της, το μεγάλο κούπωμα του πιθαριού βγάζοντας, τα (δεινά) σκόρ­πισε κι έφερε στους ανθρώπους πικρά βάσανα. Μόνο ή ελπίδα στον άσπαστο οίκο της έμεινε… (έτσι) αμέτρητα πια βάσανα ανάμεσα στους ανθρώπους πλα­νώνται και είναι η γη και η θάλασσα κακά γεμάτη, και στους ανθρώπους οι αρρώστιες, άλλες την ημέρα κι άλλες τη νύχτα, μόνες τους έρχονται, φέρνοντας κακά στους θνητούς σιωπηλές.»! Hesiodus Epic.«Opera et dies» 90.

Ή μήπως διαφέρει νοηματικά η παραπάνω περιγραφή απ’ το πνεύμα της βιβλικής θεϊκής κατάρας; «Κατηραμένη να είναι η γη εξ αιτίας σου, με λύπας θέλεις τρώγει τους καρπούς αυτής… και εν τω ιδρώτι του προσώπου σου θέλεις τρώγει τον άρτον σου, εωσού επιστρέψης εις την γην, εκ της οποία ελήφθης»! Γέν.3.17-19.

Ίσως όμως απ’ τα Ελληνικά αρχεία, να λείπουν άλλες διάσημες βιβλικές λεπτομέρειες, που μυθολογώντας προσπάθησαν να συγκρατήσουν τις ανθρώπινες περιπέτειες, γιατί μόνο στους βιβλικούς συγγραφείς εκμυστη­ρεύτηκαν τα όσα συνέβησαν οι “αυτόπτες” μάρτυρες του πειρασμού, κάτω απ’ το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού, με τον όφη τον καταραμένο να παίζει τον προδοτικό του ρόλο; Όχι, κάθε άλλο. Μια ολόκληρη σειρά απαγορευμένων “καρπών” έχει να επιδείξει η ελληνική μυθολογία, που η παραβίαση και η βρώση τους έφερνε τιμωρία ή θάνατο. Ήταν δε τόση η διάδοση των ιδιό­μορ­φων αυτών θεϊκών απαγορεύσεων, που και ο μεγάλος Όμηρος συμπε­ριέλαβε στην Οδύσσεια, μια παρόμοια όμορφη ιστορία με τις αγε­λά­δες του Ήλιου. Πανάρχαια προομηρική προφανώς ιστορία, την οποία ο έξοχος Όμηρος συνταίριαξε στο υπέροχο έπος της Οδύσ­σειας.

ΔΕΣ


Η «Εξαήμερος» τού Μεγάλου» Βασιλείου

---------------------
Παραπομπές

[1] Το Μέγα Ετυμολογικό (Etymologicum Magnum) 220.37, λέει: «Γάμος: δάμος και γάμος, (εκ του) δαμώ, δαμάζω. Και τις παρθένες αδάμαστες ονομάζουν» Εξ’ ου και ο παρθένος α-δάμας. Μια ενδιαφέρουσα λοιπόν άκρως ελληνική ερμηνεία του ονόματος Αδάμ, είναι ά-δαμος ή ά-γαμος! Ενδιαφέρον έπ’ αυτού έχει ότι ο Αδάμ από τον Εβραίο ιστορικό, Flavius Josephus ονομάζεται «Άδαμος». Antiq. Jud.1.34.4.
[2] Η ελληνική ερμηνεία του ονόματος «Εύα», είναι ευκολότερη, προερχόμενη προφανώς απ’ την λέξη «Ήβα» ή «Ήβη», δηλαδή την νεότητα.
[3] Γη-γενής, εκ του γη+γενώ- Ο εκ της γης γεννηθείς. Κατά τον Αισχύλο, ο άνθρωπος: «του πηλοπλάστου (θεού) ήταν σπέρμα». Αισχύλος Απόσπ. 369.
[4] Απόσπ. 29 D.K. Βλ. επίσης: «Έτσι δε και ο Ξενοφάνης έλεγε, Όλοι δε από γης και ύδατος εγενήθημεν» Eustathius Philol. ΕΙΣ ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ - ΕΚ ΤΗΣ ΗΤΑ ΡΑΨΩΔΙΑΣ 2, 416, 10. O Apollodorus Muth. (1.45.2) γράφει σχετικά: «Προμηθέας δε εξ ύδατος και γης ανθρώπους έπλασε». Αλλά και: «Γαία πάντων γενέτειρα» Euripides Trag. Fragm.182a.1.
[5] Hesiodus Epic Opera et dies 60-70.
[6] Hesiodus Theog. 600.
[7] Paul Descharm “Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Μυθολογίας” τομ. 2 σελ. 230.
[8]«Μύθος=λόγος» Apollonius Sopf.114,3. Στην αρχαιότητα λοιπόν, “Μύθος” εσήμαινε τρόπος παρουσίασης ενός θέματος.
[9] Plato Phil. Protagoras 320c.
[10] Μύθος λοιπόν= θρύλος-παράδοση, αναφορά.

Πώς ερμήνευαν την ψυχική ασθένεια στην αρχαιότητα;

Με την πάροδο των χρόνων, την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, καθώς και με την ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωση της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής στην κοινωνία, έχουν καταφέρει να εδραιωθούν ορισμένες αντιλήψεις γύρω από την ψυχική υγεία.

Σήμερα, αν και αρκετές φορές μπορεί να είναι ταμπού, οι άνθρωποι είναι σαφώς πιο εξοικειωμένοι με την ψυχική ασθένεια, καθώς πρόκειται για ενα φαινόμενο που αποτελεί παγκόσμια πρόκληση. Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, όμως, πώς αντιλαμβάνονταν και αντιμετώπιζαν την ψυχική ασθένεια οι άνθρωποι στην αρχαιότητα;

Γενικά, οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν συνήθως μια θεοκεντρική προσέγγιση για να ερμηνεύσουν το "αφύσικο", τη "μη φυσιολογική" συμπεριφορά, όπως αυτή οριζόταν με βάση τα πλαίσια και τους κανόνες της τότε εποχής, σύμφωνα με ότι είχε καθιερωθεί ως "φυσιολογικό" στην εκάστοτε κοινωνία και πολιτισμό.

Πολλοί άνθρωποι -αν όχι όλοι- στην αρχαιότητα πίστευαν πως οι ψυχικές διαταραχές προέρχονταν από τους θεούς, σαν τιμωρία ή εκδίκηση. Σε έναν κόσμο όπου πολλά σημαντικά φαινόμενα, όπως η ψυχική ασθένεια, δεν μπορούσαν με κάποιο τρόπο να εξηγηθούν, διότι δεν υπήρχαν ακόμα τα μέσα για να εξηγηθούν, οι ιδιοτροπίες των θεών ήταν η εναλλακτική εξήγηση και συχνά, οτιδήποτε κακό συνέβαινε, αποδιδόταν σε εκείνους και την οργή τους.

Αρχαία Ελλάδα

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια αρκετά περίπλοκη οπτική για την ψυχική ασθένεια και τις ψυχικές διαταραχές, η οποία είχε διαμορφωθεί από τον πολιτισμό τους και τις θρησκευτικές, καθώς και φιλοσοφικές τους αντιλήψεις.

Υπερφυσικά αίτια

Πρώτα απ'όλα, στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι πολλές ψυχικές διαταραχές προκαλούνταν από υπερφυσικές δυνάμεις, όπως οι θεοί ή οι δαίμονες και άλλες ανώτερες καλές ή κακές οντότητες.

Θεωρούσαν ότι η ψυχική ασθένεια θα μπορούσε να είναι μια τιμωρία ή "εκδίκηση" από τους θεούς στους ανθρώπους, επειδή τους εξόργισαν ή προσέβαλαν με κάποιο τρόπο, ή το αποτέλεσμα της κατοχής από κακά πνεύματα.

Έτσι, η θεραπεία της ψυχικής ασθένειας στην αρχαία Ελλάδα βασιζόταν συχνά σε θρησκευτικές και πνευματικές πρακτικές, όπως προσευχή, εξορκισμό και προσφορές στους θεούς, παρά σε ιατρικές παρεμβάσεις. Άπειρα παραδείγματα αυτής της νοοτροπίας βλέπουμε στην ελληνική μυθολογία, ένα εκ των οποίων είναι ο Ορέστης, τον οποίο καταδίωκαν οι Ερινύες μετά τη μητροκτονία του, ένα έγκλημα που είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε σωματική και ψυχική κατάρρευση.

Βιολογικά αίτια

Ενώ αναγνώριζαν τον ρόλο των εξωτερικών αυτών, ανώτερων παραγόντων και υπερφυσικών δυνάμεων, οι αρχαίοι Έλληνες δεν αρνούνταν ότι και οι βιολογικοί παράγοντες έπαιζαν ρόλο στην πρόκληση των ψυχικών ασθενειών.

Ο Έλληνας γιατρός, Ιπποκράτης, πίστευε ότι οι ψυχικές ασθένειες ήταν παρόμοιες με τις σωματικές ασθένειες και είχαν φυσικά αίτια. Συγκεκριμένα, πρότεινε ότι προέκυπταν από παθολογία του εγκεφάλου, τραύμα στο κεφάλι, εγκεφαλική δυσλειτουργία ή ασθένεια και επηρεάζονταν, επίσης, από την κληρονομικότητα.

Ο Ιπποκράτης ταξινόμησε τις ψυχικές διαταραχές σε 3 βασικές κατηγορίες: τη μελαγχολία, τη μανία και τη φρενίτιδα (ή εγκεφαλικό πυρετό) και έδωσε λεπτομερείς κλινικές περιγραφές για καθεμία.

Περιέγραψε, επίσης, τέσσερα κύρια υγρά του σώματος που υποστήριζε πως κατευθύνουν την φυσιολογική λειτουργία, αλλά και την προσωπικότητα: το αίμα (καρδιά), τη μαύρη χολή (σπλήνα), την κίτρινη χολή (συκώτι) και το φλέγμα (εγκέφαλος).

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονταν όταν τα σωματικά αυτά υγρά βρίσκονταν σε κατάσταση ανισορροπίας, πχ η περίσσεια κίτρινης χολής προκαλούσε φρενίτιδα ή μανία, ενώ η υπερβολή σε μαύρη χολή οδηγούσε σε μελαγχολία. Ο Ιπποκράτης πίστευε ότι οι ψυχικές διαταραχές μπορούσαν να αντιμετωπιστούν όπως κάθε άλλη διαταραχή του σώματος και εστίαζε στην υποκείμενη παθολογία.

Φιλοσοφικές απόψεις

Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. όπως ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, είχαν κάνει, επίσης, λόγο για την ψυχική ασθένεια, όμως η κατανόησή τους για αυτήν περιοριζόταν από την επιστημονική γνώση της εποχής τους, όπως είναι λογικό.

Γνωστά έργα τους επικεντρώνονταν στην έννοια της "Αρετής" ή αλλιώς του "Αγαθού" και στα κριτήρια, με βάση τα οποία θεωρούσαν πως ένας άνθρωπος θεωρείται καλός. Πίστευαν πως οι ψυχικές διαταραχές προκαλούνται από ανισορροπίες στην ψυχή. Έβλεπαν την ψυχική ασθένεια ως διαταραχή της φυσικής αρμονίας της ψυχής, η οποία μπορούσε να αποκατασταθεί μέσω της φιλοσοφικής αναζήτησης και του αυτοστοχασμού.

Ο Πλάτωνας, μάλιστα, θεωρούσε πως οι ψυχικά άρρωστοι δεν είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και γι'αυτό δεν πρέπει να τιμωρούνται. Τόνισε το ρόλο του κοινωνικού περιβάλλοντος και της πρώιμης μάθησης όσον αφορά την ανάπτυξη ων ψυχικών διαταραχών και πίστευε πως ήταν ευθύνη της κοινότητας και των οικογενειών τους να φροντίσουν τους ψυχικά ασθενείς.

Ο Έλληνας γιατρός, Γαληνός, υποστήριζε μια πιο μικτή προσέγγιση: πως οι ψυχικές διαταραχές είχαν είτε σωματικές, είτε ψυχικές αιτίες, στις οποίες συγκαταλέγονται ο φόβος, το σοκ, οι τραυματισμοί στο κεφάλι, ο αλκοολισμός, η εφηβεία και οι αλλαγές στην έμμηνο ρύση για τις γυναίκες.

Οι Έλληνες γιατροί δεν έκαναν κάποια έντονη διάκριση μεταξύ σωματικών και ψυχικών διαταραχών και δεν είχαν έννοιες που να αντιστοιχούν στις διαταραχές όπως τις γνωρίζουμε σήμερα και που ονομάζουμε, για παράδειγμα, "κατάθλιψη" ή "σχιζοφρένεια" κλπ. Ασχολήθηκαν κυρίως με ψυχώσεις (εξωτεριστικές διαταραχές όπως αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας και οι διαταραχές χρήσης ουσιών και αλκοόλ) και όχι με νευρώσεις (εσωτερικευτικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη και το άγχος). Για τη διάγνωση, λάμβαναν υπόψιν ένα πλήρες φάσμα συμπτωμάτων, τα οποία ήταν δύσκολο να προσδιοριστούν, μερικά εκ των οποίων είναι η ακατάλληλη συμπεριφορά δημοσίως, οι παραληρητικές ιδέες, το παραλήρημα και οι παραισθήσεις.

Είχαν πάντα την τάση να πιστεύουν, πως αυτό που ονομάζουμε ψύχωση ήταν κάτι το φυσικό, με την έννοια ότι προέκυπτε από φυσικούς, βιολογικούς παράγοντες, σχετιζόταν δηλαδή με κάποια μη εύρυθμη λειτουργία του σώματος.

Το παράδοξο είναι το εξής:

Η απροσάρμοστη συμπεριφορά που σήμερα θα ονομάζαμε "ψυχική ασθένεια" και τότε χαρακτηριζόταν ως "μανία", "φρενίτιδα" ή "τρέλα" αποτελούσε κάτι το παράταιρο, το μη φυσιολογικό, παρεκκλίνον και κατακριτέο και στιγματιζόταν, όμως η ψύχωση και οι παραισθήσεις δεν έφεραν τόσο μεγάλο στίγμα.

Αντίθετα, αναγνωρίζονταν από πολλούς, συμπεριλαμβανομένων των γιατρών της σχολής του Ιπποκράτη, ως ένα καθαρά φυσικό φαινόμενο του ανθρώπινου οργανισμού.

Πώς αντιμετωπίζονταν οι ψυχικά ασθενείς;

Όπως και στη σύγχρονη εποχή, υπήρχε και τότε ένα κοινωνικό στίγμα σε όσους έπασχαν από ψυχικές ασθένειες, όπως προαναφέρθηκε. Παρά την πολυπλοκότητα των απόψεών τους, οι αρχαίοι Έλληνες συχνά στιγμάτιζαν τους ανθρώπους με ψυχικές ασθένειες και έφεραν διαστρεβλωμένες αντιλήψεις γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα.

Τά ατομα που εμφάνιζαν ψυχική αστάθεια ή ασθένεια συχνά αποφεύγονταν από τους υπόλοιπους, απομακρύνονταν από την κοινότητα, ακόμα και φυλακίζονταν ή σε σπάνιες περιπτώσεις θανατώνονταν, καθώς οι γύρω τους τούς φοβόντουσαν.

Αυτό είχε να κάνει με τον φόβο για μια συμπεριφορά που δεν ήταν κατανοητή.

Ακόμα, λόγω της κυρίαρχης ιδέας πως οι θεοί ήταν θυμωμένοι με το άτομο που είχε πληγεί από μια ψυχική ασθένεια, οι άνθρωποι έτειναν να πιστεύουν πως θα έχουν την ίδια μοίρα μέσα από τη συναναστροφή και τη συσχέτιση με το άτομο που πάσχει, γι'αυτό και το απέφευγαν.

Πολλές φορές, έβλεπαν την ψυχική ασθένεια ως ένδειξη αδυναμίας ή ηθικής αποτυχίας και συχνά, τα άτομα με ψυχικές διαταραχές, είτε υπόκεινταν σε σκληρή μεταχείριση από τους υπόλοιπους, είτε παραγκωνίζονταν από την κοινωνία, εξοστρακίζονταν ή απομονώνονταν με οποιοδήποτε τρόπο, προκειμένου να μην προκαλέσουν τραυματισμό στον εαυτό τους ή σε άλλους ή και υλικές ζημιές.

Σε αντίθεση με τις θέσεις του Πλάτωνα, όσον αφορά το τι θα έπρεπε ιδανικά να συμβαίνει, στην πραγματικότητα, η περίθαλψη των ψυχικά ασθενών δεν αποτελούσε ευθύνη του κράτους.

Ήταν μόνο στο χέρι των οικογενειών τους να τους φροντίσουν και να τους κρατούν σε απόσταση από τους υπόλοιπους, ώστε να μην διαταράσσουν την ισορροπία και την αρμονία της κοινότητας, εφόσον θεωρείτο πως αποτελούσαν κίνδυνο για τους συνανθρώπους τους και την κοινωνία.

Με λίγα λόγια, οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν την ψυχική ασθένεια ως ένα σύνθετο και πολύπλευρο φαινόμενο, στη διαμόρφωση του οποίου συνέβαλαν τόσο βιολογικοί, όσο και εξωγενείς παράγοντες.

Ενώ αναγνώριζαν τον ρόλο των βιολογικών αιτιών, έβλεπαν την ψυχική ασθένεια, επίσης, ως ένα πνευματό και ηθικό ζήτημα, το οποίο μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσω διαφορετικών προισεγγίσεων.

Ωστόσο, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν ακόμα διαθέσιμα τα κατάλληλα μέσα και η προχωρημένη επιστήμη και τεχνολογία στο βαθμό που υπάρχουν σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι -με τις τότε γνώσεις τους- την ψυχική ασθένεια, είχε ως αποτέλεσμα οι ψυχικά ασθενείς να στιγματίζονται και να αντιμετωπίζονται με πολύ σκληρό τρόπο στην αρχαία Ελληνική κοινωνία.

Συναισθηματικές παγίδες που απειλούν τη διαδρομή μας

Μπορεί να έχουμε τις πιο μεγαλοφυείς ιδέες και μυαλό ικανό να ανταποκριθεί στις πιο μεγάλες διανοητικές προκλήσεις, αλλά αν δεν προσέξουμε θα πέσουμε σε συναισθηματικές παγίδες.

Θα γίνουμε ανασφαλείς, θα αγχωθούμε υπερβολικά για τις απόψεις του κόσμου ή θα αποκτήσουμε υπερβολική αυτοπεποίθηση. Ή θα βαρεθούμε και θα χάσουμε την όρεξη για τη σκληρή δουλειά που είναι πάντα αναγκαία.

Από τη στιγμή που θα πέσουμε σε αυτές τις παγίδες, θα είναι δύσκολο να ξεφύγουμε · θα χάσουμε την αναγκαία οπτική γωνία για να δούμε πού κάναμε το λάθος. Καλύτερα να έχουμε επίγνωση αυτών των παγίδων εκ των προτέρων και να μην τις πατήσουμε ποτέ. Οι παρακάτω είναι οι έξι πιο συχνές παγίδες που μας απειλούν στη διαδρομή μας.

Μακαριότητα

Στην παιδική ηλικία μας, ο κόσμος έμοιαζε με μαγεμένο μέρος. Ό,τι συναντούσαμε είχε μια ένταση και γεννούσε το αίσθημα του θαυμαστού. Τώρα, από τη σκοπιά της ωριμότητάς μας, βλέπουμε ότι αυτός ο θαυμασμός ήταν αφελής, ένα γραφικό χαρακτηριστικό που ξεπεράσαμε καθώς γινόμασταν πιο εκλεπτυσμένοι και αποκτούσαμε τεράστιες εμπειρίες από τον πραγματικό κόσμο. Λέξεις όπως «μαγεία» ή «θαυμαστό» μας κάνουν να χαχανίζουμε. Φανταστείτε όμως για μια στιγμή ότι ισχύει το αντίθετο.

Το γεγονός ότι η ζωή ξεκίνησε από μόνη της πριν από τόσα δισεκατομμύρια χρόνια, ότι ένα συνειδητό βιολογικό είδος όπως εμείς εμφανίστηκε και εξελίχθηκε στην παρούσα μορφή του, ότι επισκεφθήκαμε το φεγγάρι και καταλήξαμε να κατανοήσουμε κρίσιμους νόμους της φυσικής και ούτω καθεξής – όλα αυτά πρέπει συνεχώς να μας γεμίζουν με δέος. Οι δύσπιστες, κυνικές στάσεις μας μπορεί να μας αποκόβουν από πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και από την ίδια την πραγματικότητα.

Αφού περάσουμε μια αυστηρή μαθητεία και αρχίσουμε να βάζουμε τη δημιουργικότητά μας σε εφαρμογή, δεν μπορεί να μη νιώσουμε ικανοποίηση για όσα μάθαμε και για το πόσο προχωρήσαμε. Φυσικά αρχίζουμε να θεωρούμε δεδομένες ορισμένες ιδέες που μάθαμε και αναπτύξαμε. Σιγά σιγά, παύουμε να κάνουμε τα ίδια είδη ερωτήσεων που μας βασάνιζαν προηγουμένως. Ήδη ξέρουμε τις απαντήσεις. Αισθανόμαστε τόσο ανώτεροι. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε οι ίδιοι, το μυαλό μας σιγά σιγά μισοκλείνει και στενεύει καθώς εισβάλλει η μακαριότητα στην ψυχή και, παρόλο που μπορεί να αποσπάσαμε δημόσιους επαίνους για την προηγούμενη δουλειά μας, καταπνίγουμε τη δημιουργικότητά μας και δεν την ξαναποκτούμε ποτέ.

Πρέπει να πολεμήσετε όσο μπορείτε αυτή την τάση για την κατηφόρα, στηρίζοντας τις αξίες του δημιουργικού θαυμασμού. Να υπενθυμίζετε διαρκώς στον εαυτό σας πόσα λίγα ξέρετε πραγματικά και πόσο μυστηριώδης παραμένει ο κόσμος.

Συντηρητισμός

Αν κερδίσετε την επιτυχία ή την προσοχή του κόσμου για το έργο σας σε αυτό το στάδιο, θα αντιμετωπίσετε τον μεγάλο κίνδυνο του υφέρποντος συντηρητισμού. Αυτός ο κίνδυνος έχει αρκετές μορφές. Αρχίζετε να ερωτεύεστε τις ιδέες και τις στρατηγικές που είχαν καρποφορήσει για εσάς στο παρελθόν.

Γιατί να ρισκάρετε να αλλάξετε στιλ στα μισά του δρόμου ή να υιοθετήσετε καινούρια προσέγγιση στο έργο σας; Καλύτερα να παραμείνετε σ’ αυτά που είναι δοκιμασμένα και πετυχημένα. Επίσης, θα έχετε να υποστηρίξετε τη φήμη σας – καλύτερα να μη λέτε και να μην κάνετε τίποτα που θα ταράξει τα νερά. Έτσι, ασυναίσθητα, εθίζεστε στις υλικές ανέσεις που έχετε αποκτήσει και πριν καλά καλά το καταλάβετε τρέφετε ιδέες που νομίζετε ότι τις πιστεύετε, αλλά στην πραγματικότητα είναι συνδεδεμένες με την ανάγκη σας να ευχαριστήσετε το κοινό σας ή τους χορηγούς σας, ή όποιον άλλο.

Η δημιουργικότητα είναι εκ φύσεως μια πράξη τόλμης και επανάστασης. Δεν αποδέχεστε το στάτους κβο και τη συμβατική σοφία. Παίζετε με τους κανόνες που μάθατε, κάνοντας πειράματα και δοκιμάζοντας τα όρια. Ο κόσμος περιμένει με λαχτάρα καλύτερες ιδέες, ανθρώπους που δεν φοβούνται να κάνουν εικασίες και εξερευνήσεις.

Ο υφέρπων συντηρητισμός θα περιορίσει τις έρευνές σας, θα σας κάνει δέσμιους βολικών ιδεών και θα δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο – καθώς θα σας εγκαταλείπει η φλόγα της δημιουργικότητας, θα πιάνεστε με όλο και μεγαλύτερη δύναμη από τις νεκρές ιδέες, τις περασμένες επιτυχίες και την ανάγκη να διατηρήσετε τη θέση σας. Να έχετε ως στόχο σας τη δημιουργικότητα και όχι την άνεση, και θα εξασφαλίσετε πολύ περισσότερες επιτυχίες για το μέλλον.

Εξάρτηση

Αν είστε πάντα ανασφαλείς για τη δουλειά σας και το πώς θα κριθεί, θα βασίζεστε στη γνώμη του κοινού. Το θέμα είναι ότι πρώτα πρέπει να εργαστείτε σκληρά για να καλλιεργήσετε εσωτερικά πρότυπα και έναν μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας. Έχετε την ικανότητα να βλέπετε το έργο σας από κάποια απόσταση· όταν αντιδρά το κοινό, μπορείτε να διαχωρίσετε αυτό στο οποίο πρέπει να δώσετε προσοχή από εκείνο που πρέπει να αγνοήσετε. Είναι σημαντικό να γίνετε τόσο ο δάσκαλος όσο και ο μαθητής του εαυτού σας. Αν δεν το καταφέρετε αυτό, δεν θα έχετε εσωτερικό μέτρο για την αξία της δουλειάς σας και θα σας παρασέρνουν εδώ και εκεί οι γνώμες των άλλων, χωρίς να βρίσκετε ποτέ τον εαυτό σας.

Ανυπομονησία: Ίσως η μεγαλύτερη απ’ όλες τις παγίδες. Αυτό το χαρακτηριστικό σας κατατρέχει συνεχώς, όσο πειθαρχημένοι κι αν νομίζετε πως είστε. Θα πείσετε τον εαυτό σας ότι το έργο σας ουσιαστικά τελείωσε και έγινε σωστά, ενώ στην πραγματικότητα μιλά και χρωματίζει την κρίση σας η ανυπομονησία σας. Θα τείνετε να χάσετε την ενεργητικότητα που είχατε όταν ήσαστε πιο νέοι και πεινασμένοι. Ασυνείδητα, θα στραφείτε προς την επαναληπτικότητα – θα ξαναχρησιμοποιήσετε τις ίδιες ιδέες και διαδικασίες σαν συντομογραφία. Δυστυχώς, η δημιουργική διαδικασία απαιτεί συνεχή ένταση και ζέση. Κάθε άσκηση, κάθε πρόβλημα, κάθε εγχείρημα είναι διαφορετικά.

Αν βιαστείτε να τελειώσετε ή αν ξαναζεστάνετε παλιές ιδέες, αυτό θα σας εξασφαλίσει ένα μέτριο αποτέλεσμα. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι καταλάβαινε τους κινδύνους της ανυπομονησίας. Υιοθέτησε ως ρητό του την έκφραση ostinato rigore, που μεταφράζεται ως «πεισματική προσήλωση» ή «επίμονη αφοσίωση». Σε κάθε εγχείρημα που αναλάμβανε –και στο τέλος της ζωής του ο αριθμός τους έφτανε τις χιλιάδες– το επαναλάμβανε στον εαυτό του, έτσι ώστε να πολιορκεί το καθένα με τον ίδιο ζήλο και επιμονή.

Ο καλύτερος τρόπος για να εξουδετερώσουμε τη φυσική ανυπομονησία μας είναι να καλλιεργήσουμε ένα είδος ευχαρίστησης από τον πόνο – σαν τους αθλητές, θα μάθετε να απολαμβάνετε την προσηλωμένη εξάσκηση, το να ξεφεύγετε από τα όριά σας και να αντιστέκεστε στην εύκολη διέξοδο.

Μεγαλομανία

Μερικές φορές ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από την επιτυχία και τα εγκώμια και όχι από τις επικρίσεις. Αν μάθουμε να ανταποκρινόμαστε σωστά στην κριτική, αυτή μπορεί να μας δυναμώσει και να μας κάνει να αντιληφθούμε τα σφάλματα της δουλειάς μας.

Τα εγκώμια γενικά βλάπτουν.

Σταδιακά δεν δίνουμε πια σημασία στη χαρά της δημιουργικής διαδικασίας και αντί γι’ αυτό απολαμβάνουμε την προσοχή που μας δίνουν και το εγώ μας διογκώνεται. Χωρίς να το συζητήσουμε, τροποποιούμε και διαμορφώνουμε το έργο μας για να προσελκύσει τα εγκώμια που λαχταράμε. Δεν καταλαβαίνουμε το στοιχείο της τύχης που υπάρχει πάντα στην επιτυχία – συχνά βασιζόμαστε στο να είμαστε στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή.

Αντιθέτως, καταλήγουμε να νομίζουμε ότι η μεγαλοφυΐα μας ήταν φυσιολογικό να προσελκύσει την επιτυχία μας και την προσοχή του κόσμου, λες και ήταν γραφτό μας. Από τη στιγμή που θα διογκωθεί το εγώ, θα προσγειωθούμε ξανά μόνο εξαιτίας κάποιας αναπάντεχης αποτυχίας, που κι αυτή επίσης θα μας προκαλέσει μόνιμο τραύμα. Για να αποφύγετε αυτή τη μοίρα, πρέπει να έχετε ευρύτερη προοπτική.

Υπάρχουν πάντα μεγαλύτερες μεγαλοφυΐες από εσάς. Η τύχη σίγουρα έπαιξε ρόλο, όπως επίσης και η βοήθεια του μέντορά σας και όλων εκείνων στο παρελθόν που άνοιξαν τον δρόμο. Το απώτερο κίνητρό σας θα πρέπει να είναι το ίδιο το έργο και η διαδικασία. Η προσοχή του κόσμου στην πραγματικότητα είναι ενόχληση και περισπασμός. Αυτή η στάση είναι η μόνη άμυνά σας για να μην πέσετε στις παγίδες που στήνει το εγώ.

Ανελαστικότητα

Το να είστε δημιουργικοί συμπεριλαμβάνει ορισμένα παράδοξα. Πρέπει να γνωρίζετε τον τομέα σας απ’ έξω και ανακατωτά, ταυτόχρονα όμως πρέπει και να μπορείτε να αμφισβητήσετε τα παγιωμένα δόγματά του. Πρέπει να είστε κάπως αφελείς για να κάνετε κάποιες ερωτήσεις και να τρέφετε την αισιοδοξία ότι θα λύσετε το πρόβλημα που έχετε μπροστά σας· την ίδια στιγμή, πρέπει να αμφιβάλλετε τακτικά για το αν φτάσατε στον στόχο σας και να υποβάλλετε το έργο σας σε εντατική αυτοκριτική.

Όλα αυτά προϋποθέτουν αρκετή ευελιξία, κι αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιμένετε σε κάποια συγκεκριμένη νοητική στάση. Πρέπει να υποτάσσεστε στη στιγμή και να υιοθετείτε τη στάση που είναι κατάλληλη για τη στιγμή.

Η ευελιξία δεν είναι μια ιδιότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί φυσικά ή εύκολα. Από τη στιγμή που θα περάσετε αρκετό διάστημα νιώθοντας έξαψη και ελπίδες για μια ιδέα, θα δυσκολευτείτε μετά να πάρετε πιο κριτική στάση. Από τη στιγμή που θα αρχίσετε να βλέπετε το έργο σας με ένταση και αμφιβολίες, θα χάσετε την αισιοδοξία σας και την αγάπη γι’ αυτό που κάνετε. Για να αποφύγετε αυτά τα προβλήματα χρειάζεται εξάσκηση και συχνά κάποια εμπειρία – όταν έχετε προσπεράσει ήδη τις αμφιβολίες, την επόμενη φορά δεν θα δυσκολευτείτε τόσο. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αποφύγετε τα συναισθηματικά άκρα και να βρείτε τρόπο για να νιώθετε αισιοδοξία και συνάμα αμφιβολία – μια αίσθηση που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις.

Όλοι ψάχνουμε τρόπο για να νιώθουμε πως έχουμε μεγαλύτερη επαφή με την πραγματικότητα – με τους άλλους ανθρώπους, τους καιρούς στους οποίους ζούμε, τον φυσικό κόσμο, τον χαρακτήρα μας και τη μοναδικότητά μας. Ο πολιτισμός μας τείνει ολοένα και περισσότερο να μας διαχωρίζει από αυτές τις πραγματικότητες με διάφορους τρόπους. Ενδίδουμε στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ ή επιδιδόμαστε σε επικίνδυνα αθλήματα ή ριψοκίνδυνες συμπεριφορές, μόνο και μόνο για να ξυπνήσουμε από τον ύπνο της καθημερινής ύπαρξης και να δοκιμάσουμε μια εξυψωμένη αίσθηση σύνδεσης με την πραγματικότητα. Τελικά, όμως, ο πιο ικανοποιητικός και έντονος τρόπος για να νιώσετε αυτή την επαφή είναι μέσω της δημιουργικής δραστηριότητας.

Όταν επιδιδόμαστε σε μια δημιουργική δραστηριότητα, νιώθουμε πιο ζωντανοί από ποτέ, επειδή δεν καταναλώνουμε απλώς αλλά φτιάχνουμε κάτι. Είμαστε ειδήμονες της μικρής πραγματικότητας που δημιουργούμε. Κάνοντας αυτή τη δουλειά, στην πραγματικότητα δημιουργούμε τον εαυτό μας.

Μολονότι συνεπάγεται πολύ πόνο, η ευχαρίστηση που προέρχεται από τη συνολική διαδικασία της δημιουργικότητας διαθέτει μια ένταση που μας κάνει να θέλουμε να την επαναλάβουμε. Να γιατί οι δημιουργικοί άνθρωποι επανέρχονται συνεχώς σε αυτά τα εγχειρήματα, παρ’ όλο το άγχος και την αμφιβολία που φέρνουν.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο η φύση μάς ανταμείβει για τον κόπο· αν δεν είχαμε τέτοιες ανταμοιβές, οι άνθρωποι δεν θα επιδίδονταν σε τέτοια δραστηριότητα και η ανθρωπότητα θα υπέφερε ανεπανόρθωτα από αυτή την απώλεια. Η ευχαρίστηση θα είναι και η δική σας ανταμοιβή, σε όποιο βαθμό κυνηγήσετε αυτή τη διαδικασία.