Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Το «Ο» και το «Ω»

Το «Ο» και το  «Ω»
(μια παράλληλη πορεία στην Γλώσσα μας)
Το Ω επινοήθηκε το 700 π.Χ για να δηλώσει το Ο ως μακρό φθόγγο. Το χρησιμοποιούσαν μόνο την Ιωνία και στο εκεί αλφάβητο: το Ιωνικό. Μέχρι το 403 π.Χ. δεν υπήρχε στην γραφή του Ελλαδικού Χώρου. Εισήχθη τότε στην Αθήνα επί άρχοντος Ευκλείδου. ΤΟ ΠΡΟΕΥΚΛΕΙΔΙΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΔΕΝ ΠΕΡΙΕΙΧΕ ΤΟ Ω.

Ο φθόγγος «ο» συμβολιζόμενος με το «Ο» ήταν μακρός. Αποδιδόταν και εναλλασσόταν επίσης και με το «ου» (νόθος φθόγγος). Έτσι διατηρήθηκε, ως ΜΑΚΡΟΣ, σε όλα τα άλλα Ελληνικά αλφάβητα πλην του Ιωνικού και του Ευκλειδείου Αττικού.

Στη Δωρική ( την αρχαιότερη Ελληνική διάλεκτο, που ένας τύπος της είναι η Αιολοδωρική), το «Ω» έγινε δεκτό ως γενική, σχεδόν, γραφή του φθόγγου «ο». Στην Αιολική και Δωρική διάλεκτο, το Ω αντικαθιστά και το «ου» (συχνά, στη Δωρική, τρέπεται σε μακρό «α»).

Η δημώδης «Αττική Κοινή» διάλεκτος επεκράτησε ως πανελλαδική διάλεκτος κατά τον Ε' αιώνα π.Χ. και μέσα σε 100 περίπου χρόνια διαμορφώνεται η Αττικοϊωνική, η οποία ως «Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική Κοινή» κατέστη παγκόσμια από τους Μακεδόνες στην Ανατολή και τους Ρωμαίους στη Δύση. Η εξάπλωση αυτή όμως, έφερε και τη νόθευση της Ελληνιστικής Κοινής με ξενόγλωσσα στοιχεία (σημιτικά, λατινικά).

Η νόθευση εμφανίζεται κυρίως ως απλοποίηση του τυπικού της γλώσσας, ισοπέδωση των αρχαίων γλωσσικών ανομοιομορφιών και διαφορών των διαλέκτων, κατάργηση των εξαιρέσεων, αλλαγή της σύνταξης από συνθετική σε αναλυτική, κυρίως δε έκλειψη της προσωδίας η οποία υποκαθίσταται σταδιακά από την τονικότητα κ.α.

Ήδη από τότε οι διάλεκτοι, ατονούν. Σώζονται μόνον  λείψανα και επιβιώσεις της Ιωνικής: η Ποντιακή και η Κυπριακή και της Δωρικής: η Τσακωνική. Στις διαλέκτους αυτές, ο φθόγγος  «ο» διατηρείται κατά το πλείστον μακρός, είτε με τη μορφή «ω» είτε «ου» στην προφορά και την περιορισμένη πλέον μορφή της.

Μέχρι τον 3ο π.Χ. αιώνα, δεν υπήρχε συστηματοποιημένο τυπικό Ελληνικής Γραμματικής. Σημειώνονται πάντως κάποιες έρευνες, με πρώτη την Πλατωνική στον «Κρατύλο», όπου, πάντως, υπερέχει η έμφαση στο νόημα, τη σημασία των φθόγγων, παρά  το τυπικό. Ακολουθούν εκείνες των Σοφιστών, ιδιαίτερα του Προδίκου, του Αριστοτέλους και των Περιπατητικών γενικώς, και των Στωϊκών.

Η συστηματική γραμματική έρευνα και κανονιστική αρχίζει από τον 3ο π.Χ. αιώνα με τους Αλεξανδρινούς Γραμματικούς (Διονύσιος ο Θράξ, Απολλώνιος ο Δύσκολος - Β' αι. μ.Χ. - και Ηρωδιανός). Αυτοί συντάσσουν οριστικά την Γραμματική της Αναγέννησης και, τέλος, οι σύγχρονοί μας φιλόλογοι.

Από αυτήν προήλθε και η καθαρεύουσα η οποία είναι ένα τυπικό σύστημα, που οφείλεται σε μια εκλεκτικιστική εκτίμηση και στην προτίμηση της «εμπειρίας των παρά ποιηταίς τε και συγγραφεύσιν ως επί το πολύ λεγομένων»: όπως λέγει ο Διονύσιος ο Θραξ ο οποίος εξισώνει την Γραμματική με ό, τι προκύπτει ως εμπειρική γνώση αυτών που κατά το πλείστον λέγονται από τους ποιητές και τους πεζογράφους της εποχής του (Α' αι. π.Χ.) . Από τότε, ως τον Γ' αι. μ.Χ., η γλώσσα, ως κοινή και παγκόσμια, πλέον, υπέστη θεαματικές αλλοιώσεις.

Συνοψίζοντας λοιπόν τα ανωτέρω σημειώνουμε τα εξής:

·         Το «ο» ως φθόγγος ήταν αρχικώς (μέχρι το 700 π.Χ.) στην Ιωνία και το 403 π.Χ. στην Αττική) αποκλειστικά μακρός, και επειδή διετήρησε αυτόν τον χαρακτήρα ως επικρατέστερο, μαζί με το επίσης μακρόν «ου» αποκλειστικό στις άλλες διαλέκτους πλην της Αττικής Κοινής και κατ' ακολουθίαν της Ελληνιστικής Κοινής.

·         Η έκταση του κλιτικού «ο» της Αττικής - Ελληνιστικής Κοινής σε άλλες διαλέκτους ως «ου» είναι δεδομένη. Έτσι το όνομα Ιάσων εκφέρεται ως μονόθεμο (με το ισχυρό θέμα «ου»: ο Ιάσουν(ας), του Ιάσουν(ος) κ.λπ. έως σήμερα.

·         Επίσης, επειδή το «ν» στο όνομα Ιάσων είναι πρόσθετο ημίφωνο και το «σ» ευρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων, και τα δύο μπορούν να αποβάλλονται (αυτό συνέβαινε με το «σ» στη θέση αυτή στους αρχαιότερους χρόνους). Έτσι προκύπτει ο αρχαϊκός τύπος Ιάω-Ιαώ Ιώ (Ιόος-ούς-ώς, περισπώμενα) από όπου: Ιάσων-Ιασώ-Ιασόος=> Ιασούς-Ιασώς ( περισπ.) και (Ιάων-Ιά(ο)νες, Ιάς κ.τ.ο) . ρήμα: Ιαίνω (η αρχή της λέξεως-η ρίζα- άγνωστη) που σημαίνει: θερμαίνω, τήκω, φαιδρύνω, αναζωπυρώ. Στην Παθητική Φωνή: Ιαίνομαι τα ανάλογα προς τα ανωτέρω. Ομόσημο του Ιάομαι: θεραπεύω, σώζω, απαλλάττω (κακών και νόσων).

·         Για τους λόγους αυτούς, η γραφή της γενικής εν. και των άλλων κλίσεων του ονόματος με «ω» δεν φαίνεται λανθασμένη, αλλά αντίθετα, ορθότερη σύμφωνα με την αρχαιότερη και μη παρεφθαρμένη Ελληνική Γλώσσα (πρβλ. και Ίων-ωνος, Ιασίων-ωνος), επειδή αποδίδει την μακρότητα του φθόγγου «ο» που ήταν το πρωταρχικό και μοναδικό μέτρο του φθόγγου.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΩΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ - Η ΜΑΝΤΙΚΗ

(μια κραυγή ενάντια στoν επιχειρούμενο εκχυδαϊσμό της πατρίδας μας)

ΜΕΡΟΣ Γ': Η ΜΑΝΤΙΚΗ (ΜΑΝΤΟΣΥΝΗ) ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΡΧΑΪΚΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟ.

Συνεχίζοντας  αυτό το αφιέρωμα  έκρινα σκόπιμο να ειπωθούν μερικά για την μαντική, την τέχνη/επιστήμη που ήταν κοινό γνώρισμα όλων εκείνων που σε κατάσταση ιερής «μανίας» συνέθεταν έπη ή εκφέρανε μαντείες, πάντοτε σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο) στην πανάρχαια εποχή  όπου έζησαν.

Ο Ποιητικός Λόγος, από τα βάθη της ασύντακτης χρονικώς αρχαιότητας, ήταν τρόπος συνεκφοράς της Σκέψης και της Έκφρασης κάθε δημόσιας- επίσημης ομιλίας. Ήταν, συνεπώς, το μέσο διατύπωσης όλων των γνωστικών, στοχαστικών και αισθαντικών (ενορατικών, διορατικών, αφηρημένων) συλλήψεων των πανάρχαιων σοφών της Ελληνοπελασγικής γης. Αυτοί οι Σοφοί, ονομάζοντο Ποιητές, όχι μόνον για τον τύπο του Λόγου τους, αλλά και διότι ήσαν δημιουργοί (=ποιητές: από το ρήμα ποιέω-ώ). Αργότερα, ονομάστηκαν Θεολόγοι ή/και Φιλόσοφοι. Ό, τι εξέθεταν με τον έμμετρο λόγο οι αρχαϊκοί σοφοί- μηδέ και του Ομήρου και του Ησιόδου εξαιρουμένων, αλλά κυριώτατα των προομηρικών λογιζομένων-, ήταν, όπως αποδεικνύεται από τα σωζόμενα των έργων τους, αυτό που θα ονομάζαμε εμείς κάπως στυγνά και στενεμένα «μια παντοειδής Επιστήμη των πάντων» (στην οποία περιλαμβάνονται και οι Καλές Τέχνες).

Μεταξύ των διαφόρων, διακριτών αλλά στενώτατα συνδεομένων μεταξύ τους «τομέων» αυτής της Επιστήμης, κορυφαία είναι η θέση των χρησμικών λόγων. Ο όρος  «χρησμός», όπως και «μαντεία», έχει, στα πλαίσια του Λόγου αυτού, τη θέση της διάγνωσης και της πρόγνωσης, κατά το ανθρωπίνως δυνατόν, παρελθοντικών, τρεχόντων και μελλοντικών γεγονότων που εκτείνονται από το αψηλάφητο Επέκεινα (Γένεση, Σύσταση και Εξέλιξη των Κόσμων) στη Γένεση, τη Φύση και τις δραστηριότητες των Ελλόγων Δυνάμεων (θεών) που εφορεύουν στα προηγούμενα, στη φύση και τη δυναμική (θετική ή αρνητική) της Ψυχής- ιδίως του ανθρώπου- και στη φύση και την όλη συνάφεια των διαφόρων μελών του Αισθητού αλλά και του Νοερού Κόσμου (των Όντων).

Εν ολίγοις, κάθε τομέας του επίσημου λόγου που δεν έχει αφηγηματικό, περιγραφικό ή λατρειακό (υμνητικό) χαρακτήρα, αλλά ιδίως κριτικό, θεωρητικό, αξιωματικό ή κατηγορικό- αποφαντικό, ανήκει στον χρησμικό τύπο. Ο Χρησμός ο ανθρώπινος, δεν πρέπει να συγχέεται- όπως συνέβη αργότερα στου ιστορικούς λεγόμενους χρόνους- με την προφητεία ή χρησμοδοσία που απαντούσαν σε ατομικές αιτήσεις. Ανήκει σε μια ιδιαίτερη αποφαντική κατηγορία της ανθρώπινης νόησης, που πλησιάζει, στην θεϊκή διάνοια και έκφραση. Γι' αυτό και οι διδασκαλίες των αρχαϊκών σοφών ονομάζονται «θεοπαράδοτες φήμες» [όπως, ενδεικτικώς, στο απ. 94 (150) των Ι. Λόγων- Kern, τ. Α']. Κι αυτές οι φήμες (από ρ. «φάσκω»: λέγω, αποφαίνομαι κ.τ.ό.) είναι η ανθρώπινη αναλογία της θείας όσσας (=θεού φωνή, θείος ήχος)και, συνεκδοχικώς, ανθρώπινη φράση που θεωρείται ως θείας προελεύσεως. Επίσης, οιωνός, προφητική φωνή, θείον μήνυμα.

Ήσαν λόγοι αυστηροί και αφυπνιστικοί, ερμηνείες των μεγάλων αινιγμάτων που σημαίνουν τα άπειρα φαινόμενα, απαντήσεις σε αδιέξοδες απορίες που ταλανίζουν την ανθρώπινη ψυχή και διάνοια. Εδώ, λοιπόν, δεν έχουμε έναν λόγο που πηγάζει από μιαν ακατέργαστη «έμπνευση», αλλά προτάσεις που πηγάζουν από τον νου ανθρώπων βαθύτατα καλλιεργημένων: όλοι οι αρχαϊκοί σοφοί ήσαν ιατροί, αστρονόμοι, μαθηματικοί, ιστορικοί, μουσικοί, λογοτέχνες, νομοθέτες....... Έτσι, και όταν ο «καίριος λόγος» εμφανιζόταν αιφνίδια, σε κάποια στιγμή ιδιαίτερης διαύγειας, ενθουσιασμού και έμπνευσης, ήταν καρπός μιας μακρόχρονης μελέτης και δια βίου παιδείας.

Οι άνθρωποι εκείνοι απέδιδαν την υπέρτατη και πράγματι αλάνθαστη Σοφία, στις υπέρτατες θείες Αρχές. Και, όπως θα δείξουμε παρακάτω, προς τα εκεί εστόχευε ο στοχασμός τους, κατεργασμένος από την αναγκαία στον άνθρωπο, Παιδεία·  εστόχευε στη σύναψη του με την πρότυπη Πηγή κάθε σκέψης και κάθε λόγου, τον Κόσμο τον Νοητό.

Η Πηγή, λοιπόν, της χρησμικής απόφανσης, είναι η πρώτιστη των Νοητών Αρχή, η Νυξ. Η Νυξ, στον ομοούσιο και αμέριστο και σφαιρικό Τριαδικό Κόσμο της Αρρήτου Αρχής και Πηγής των Πάντων διακρίνεται ως δύναμη και λειτουργία με κύρια ιδιότητά της την Νόηση, την κριτική σκέψη, δηλαδή. Τα άλλα δυο στοιχεία της Αρρήτου Αρχής (αλλιώς: Εν) είναι ο Νους και ο Λόγος, διακρινόμενα πάντοτε ως Δυνάμεις και Λειτουργίες. Με τη Γένεση των Οντικών Κόσμων, αλλά και χάριν αυτής της Γενέσεως, η Νυξ, όπως και τα άλλα μέλη του Ενός, προσφέρει την ουσία της- την Ύλη- αλλά και την Ψυχή και το Πνεύμα που συνάπτεται προς την ψυχή. Η ίδια, πάλι, ως «Πρώτη Μητέρα» [Otto Kern απ. ΙΙ : 42(98) τα. Α'], προωθείται και προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες της προόδου του Γίγνεσθαι, όχι μόνον ως Αρχή της Ουσίας, αλλά κυρίως η λειτουργία της Νοήσεως, που εκτιμά κάθε νέο δεδομένο της Κοσμογονίας προβλέποντας το τι και το πώς πρέπει να γίνει αμέσως μετά. Πρόκειται για την ανώτατη, ενορατική και ακαριαία νοητική ενέργεια που διεισδύει και εκμαιεύει την νοηματική και δυναμική τάση των νέων αντικειμένων. Ακολουθεί άμεσα η ερμηνεία των αναγκών τους ώστε να προοδεύσουν θετικά, και η παρέμβαση αυτής της Υπέρτατης Νοήσεως, που γίνεται με τη μορφή της παροχής θεμελιωδών υποδείξεων τόσο προς τους θεούς- Πατέρες, τον Φάνη και τον Κρόνο- Συμπαντικό, αντικειμενικό Χρόνο- όσο και προς τον θεό- Δημιουργό, τον Δία. Η δραστηριότητα αυτή της Νυκτός- που μεταβιβάζεται από το Άδυτον της- προς τους παραλήπτες θεούς σώζει και τον Νοερό Κόσμο των Ιδεών και τον Κόσμο των Αισθητών από καθολική αστοχία και κατάρρευση.

Στα πλαίσια της όλης φροντίδας της να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, και η πρόοδος των πραγμάτων να είναι λογική και εν γένει υγιής, η Νύξ αναπτύσσει τρεις κύριες δυνάμεις της, με τις οποίες συμμετέχει στην εξελικτική των πραγμάτων. Η μια είναι η Σωφροσύνη και ενεργεί από τον τόπο των Νοερών. Η άλλη είναι η Δικαιοσύνη και ενεργεί άμεσα από τον Κόσμο (= Σύμπαντα) των Αισθητών. Και η τρίτη είναι η Επιστήμη. Αυτή, παραμένει στον τόπο της προϋπάρξεως της Νυκτός, στα Νοητά. Το έργο αυτής της Νυκτός,  της πρωτίστης, είναι να «μαντεύει» [Otto Kern, απ. ΙΙ,43 (99) τ. Α']. Το «μαντεύειν», η Μαντοσύνη, χαρακτηρίζεται Αληθής Επιστήμη [Otto Kern, απ. II, 47(103) τ. Α']. Αυτή η όψη της Νυκτός, είναι ο Νους της Νυκτερινής Τριάδος (που βασιλεύει σαν δύναμη πατρική και μητρική σε όλα τα γένη (= σε όλους τους κόσμους και σε κάθε φάση της εξελίξεώς τους).

Ως Νους λοιπόν της Τριάδος αυτής, η Νύξ- Επιστήμη Αληθής- Μαντοσύνη είναι εξ αρχής συνδεδεμένη προς το σύνολο των θεών μέσω της νοήσεως τους [Otto Kern απ. ΙΙ, 47(103)]. Και γι' αυτό, «θεών άρχει  φησί» (Ορφεύς) και «μαντοσύνην δ' οι δώκεν έχειν αψευδέα πάντη· και αύτη λέγεται μαντεύειν τοις θεοίς» δηλαδή: «το δώρο της αλάνθαστης μαντείας έδωσε η Νύκτα, να το 'χουν οι θεοί. Κι αυτή η ίδια δίνει χρησμούς χάριν των ίδιων των θεών» [Otto Kern απ. ΙΙ, 47(103)].

Τα παραπάνω παρατίθενται εδώ ενδεικτικώς. Στα Ιερά Λόγια του Ορφέως [1], υπάρχουν πολλά περισσότερα, που αποκαθιστούν και διαφωτίζουν αυτό το εκπληκτικό φαινόμενο της ανθρώπινης ψυχοπνευματικής έκφρασης και ικανότητας, που είναι ο Ορθός Λόγος (όχι ο θετικισμός των δυτικότροπων), με προφητικό ή ερμηνευτικό χαρακτήρα.

Η ικανότητα αυτή και η απαραίτητη προϋπόθεσή της, η πεπαιδευμένη σκέψη, δεν περιορίζεται μόνον στους περί τον Ορφέα ή τον Όμηρο σοφούς. Αλλά οπωσδήποτε, και οι αρχαιότερες αυτών Σίβυλλες- απόγονοι των θηλέων Ιδαίων Δακτύλων και Τελχινίδων ;- ήσαν γυναίκες με βαθειά  παιδεία και υψηλή ευφυΐα. Βεβαίως, τελούσαν και αυτές στην εκστατική εκείνη κατάσταση που ο Πλάτων χαρακτηρίζει «μανία της μαντικής» (μαζί με τη μανία του έρωτος και τη μανία της ποίησης).

ΟΙ ΠΡΟΟΜΗΡΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ (Συνέχεια)

Ο Πάμφως:

Πρόκειται για πρόσωπο υπαρκτό, που «εγγίζει» τους «ιστορικούς» χρόνους, αν όχι ο ίδιος, το έργο του οπωσδήποτε. Και φαίνεται, από τα λεγόμενα του Παυσανία, ότι και εκείνος, ο νεώτερος περιηγητής, είχε άμεση γνώση του έργου του Πάμφω.

Ήταν γνωστός, ο ποιητής,  σε όλη την Ελλάδα και για μακρά χρονική περίοδο εφ' όσον και η Σαπφώ εμπνεύστηκε στην ποίησή της από την περιεκτική τραγικότητα του θρήνου του Πάμφω και τραγούδησε για τον Οιτόλινο και τον Άδωνη μαζί, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Ο Πάμφως ήταν, όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο (Λίνος- Οιτόλινος) αυτού του αφιερώματος στους προομηρικούς ποιητές, ο δημιουργός του περίφημου θρήνου για τον Λίνο, γιό του Αμφιμάρου (ο οποίος ήταν γιός του Ποσειδώνος) και της Μούσας Ουρανίας. Και επισημαίνεται εδώ πως, χάρις στον Πάμφω, η μεταθανάτια φήμη του Λίνου που εκείνος επωνόμασε «Οιτόλινον», υπήρξε εξαιρετικά πλατειά και εκτός του Ελληνικών και Πελασγικών περιοχών. Όπως μαρτυρεί ο Παυσανίας[2] «όταν απέθανε ο Λίνος, το πένθος γι' αυτόν έφθασε έως και τις χώρες όλες των βαρβάρων. Μάλιστα οι Αιγύπτιοι συνέθεσαν και οι ίδιοι άσμα (σ.τ.σ: πένθιμο) για τον Λίνο, που ονόμαζαν στη γλώσσα τους Μανέρων». Η αναφορά εκ νέου στον Λίνο, στα πλαίσια του λόγου για τον Πάμφω, γίνεται επειδή αποτελεί απόδειξη της διαδόσεως του Ελληνικού (Πελασγικού τότε) Πολιτισμού αλλά και ισχυρή ένδειξη ότι η Πελασγική επικράτεια δεν περιοριζόταν μόνον στις πολιτιστικές επιρροές προς άλλες χώρες, αλλά ότι στη βάση του πολιτιστικού πελασγικού εποικοδομήματος υπήρχε  πολιτική και οικονομική ομοιογένεια σε χώρες που, έστω και αν αργότερα εξέπεσαν στον βαρβαρισμό, είχαν αναγνωρίσει την πολιτιστική και πολιτική πελασγική υπεροχή. Αυτό προκύπτει και από πλήθος πελασγικών ονομάτων σημαντικών προσώπων των περιοχών που απαντώνται σε επιγραφές εντός των ούτως ή άλλως ασαφών γεωγραφικών ορίων των διαφόρων λαών της προϊστορικής περιόδου[3].

Αν και ο Πάμφως είναι, όπως γράφει ο Παυσανίας ο πρώτος ο οποίος «Αθηναίοις τους αρχαιοτάτους των ύμνων εποίησεν» (εποίησε τους αρχαιότερους από όλους τους ύμνους που έψαλλαν οι Αθηναίοι) και επετέλεσε και άλλο μεγάλο και σπουδαίο έργο από το οποίο δεν σώζεται τίποτε, αλλά το πόσο αρχαίο και ένδοξο ήταν φαίνεται από τους τρείς στίχους (αγνώστου;) που παραθέτει ο Παυσανίας «Πάμφως δε, ος Αθηναίοις τους αρχαιοτάτους (των) ύμνων εποίησεν, είναι φησι τον Ποσειδώνα ίππων τε δωτήρα νεών τ' ιθυκρηδέμνων» μετάφραση: «ενώ ο Πάμφως, ο ποιητής των αρχαιοτέρων ύμνων των Αθηναίων, λέγει ότι ο Ποσειδών  δώρησε στους ανθρώπους τα άλογα και τα ορθόπλωρα καράβια»[4].

Η ποίηση του Πάμφω είναι θρησκευτική, και αυτό συνάδει με τη εποχή που έζησε- την πριν τα Τρωϊκά και, ούτως ή άλλως, αρχαιοτάτη. Έτσι, οι ύμνοι του- ή κάποιοι από αυτούς ακριβώς-  ήσαν οι πρώτοι οι οποίοι εισήχθησαν στη λατρειακή πρακτική των Αθηναίων.

Μαρτυρείται, εξ άλλου, ότι έγραψε ύμνο αινώντας τη Δήμητρα[5], μάλιστα δε την εμφάνισή της στην Ελευσίνα, στο Καλλίχορον φρέαρ, μετά την αρπαγή της Περσεφόνης και τα επακολουθήσαντα όπως περιγράφονται στον Ομηρικό Ύμνο «εις Δήμητραν» βάση της συνθέσεως του οποίου δεν αποκλείεται να είναι ο ύμνος του Πάμφω. Έγραψε επίσης ύμνους στην Άρτεμη, τον Ποσειδώνα, τον Έρωτα (θεό)[6] και τον Λίνο . Ο δε Λίνος που μπορεί να μην ταυτίζεται προς τον Οιτόλινο, πιθανότατα ήταν θεότητα, ανάλογη του Αρχεμόρου[7], μιάς πρώιμης θρησκείας, ασφαλώς Προ- ολυμπιακής, και ο (Οιτό)λινος υπήρξε μύστης, συνεπώς και υμνωδός αυτής της θεότητας. Και ο Παυσανίας[8] αναφέρεται κατηγορηματικά σε ένα από τα ποιήματα αυτά: «Ύστερα από τον Ωλήνα, έπλασαν έπη ο Πάμφως και ο Ορφεύς· και έχουν γίνει ποιήματα στον Έρωτα και από τους δύο αυτούς, για να τα τραγουδούν στα ιερά δρώμενα οι Λυκομίδες. Αλλά εγώ επέλεξα (και τα διάβασα) αφού ωμίλησα και με κάποιον που ήταν δαδούχος».

Φαίνεται πολύ πιθανό, ότι ο ποιητής έζησε και δημιούργησε (έγραψε το πιθανότερο) τα ποιήματά του στην Αθήνα και στην ευρύτερη της Αττικής, όπου ελατρεύετο το ζεύγος Δήμητρα και Κόρη. Άλλωστε, η τελετή (τα δρώμενα) που αναφέρει ο Παυσανίας, ήταν της Δήμητρος και της Κόρης. Και όταν λέγει ο περιηγητής για τους Λυκομίδες, εννοεί το σημαντικότατο και αρχαιότατο ορφεοτελεστικό- ιερατικό γένος που κατά την εποχή του Παυσανία πρωτοστατούσε στα Ελευσίνια Μυστήρια. Έτσι ο αρχαιότατος, εν συγκρίσει προς τον Παυσανία, Πάμφως, έπλασε τον ύμνο στον Έρωτα για τους προγόνους αυτών, των Λυκομιδών, που είχαν την ευθύνη για τη μυστηριακή λατρεία της Δήμητρος, της Περσεφόνης,  του Διός και του Κτησία στον δήμο της Φλύας (το Χαλάνδρι σήμερα), διότι το γένος αυτό εμφανίζεται στα Ελευσίνια Μυστήρια μόνον μετά την Ρωμαϊκή κατοχή.

(συνεχίζεται)

[1] Συλλογή Otto Kern. OΡΦIKA KEIMENA- AΠANTA. Μετάφραση ερμηνευτική- Σχόλια Μαρία Σίδερη. Εκδ. Π. Κόσμος.

[2] Παυσ. Βοιωτικά Β' 29,6-7

[3] Βλ. και 12τομο  Εγκ/κό Λεξικό Ελευθερουδάκη τομ. 10, λ. «Πελασγική Αυτοκρατορία»

[4] Παυσ. Βοιωτικά Β' 29, 8-9 και Αχαϊκά Β' 21,9. Μετάφραση Μαρία Σίδερη

[5] Παυσ. Αττικά 39,1

[6] Παυσ. Βοιωτικά 27,2.

[7] Αρχέμορος: επικληση του ήρωος Οφέλτου, γιου του βασιλέως της Νεμέας Λυκούργου προς τιμήν του οποίου ιδρύθησαν τα Νέμεα, υπό των «Επτά επί Θήβας».

[8] Παυσ. Βοιωτικά 27,2

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΩΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ - ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

(μια κραυγή ενάντια στoν επιχειρούμενο εκχυδαϊσμό της πατρίδας μας)

Μέρος Β': ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Στο Α' Μέρος εκθέσαμε κάποιους από τους όρους και κάποιες προϋποθέσεις που επέτρεψαν σε ανθρώπους με εξέχουσα διανοητική ικανότητα και δύναμη, δηλαδή τους αρχαϊκούς ποιητές, άλλοτε μεν να αποκρυσταλλώσουν με τον έμμετρο λόγο τους «τα κλέα θεών και ανθρώπων» , άλλοτε δε να αποκαλύψουν αλήθειες υπερβατικές- που σήμερα ονομάζουμε επιστήμες- υμνώντας τη Φύση- φαινομένη και αφανή- τους Νόμους της και τις άδηλες Αρχές της. Εξετάσαμε τις ρίζες της Ελληνικής Ποιήσεως, που ανάγονται στο Χρυσό Γένος, και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να εκφρασθεί αυτή, που δεν είναι άλλα από τη Γλώσσα, την Ελληνική με τον τεράστιο πλούτο λέξεων, νοημάτων, εκφράσεων, τον Λόγο και το Μέτρο και που επέτρεψαν να ανθίσει στην ανθρώπινη ιστορία μια άνευ προηγουμένου πνευματικότητα συνυφασμένη απόλυτα με την κοινωνική συνειδητότητα και την όλη πολιτισμική κίνηση.

Στο παρόν Β' Μέρος θα εξετάσουμε κάθε ένα προ-ομηρικό ποιητή ξεχωριστά. Τον βίο, τα παθήματα, το ελάχιστο, έστω, διασωθέν ποιητικό έργο του καθενός, όσο αναφέρεται  σε κάποια σπαράγματα στίχων, που παρατίθενται σε αρχαίες σωζόμενες πηγές.

Η μελέτη των παραπάνω στοιχείων, μας δίνει μια εναργή εικόνα των ηθών και εθών των προ-ομηρικών κοινωνιών που χάνονται σε απροσδιόριστο βάθος χρόνου, σε πείσμα όσων επιμένουν να εγκλωβίζουν μια ιστορία 40.000+[1] ετών σε 3-4 χιλιετίες. Ο τρόπος Ζωής και Σκέψης, που αποκαλύπτεται από τις φράσεις των αρχαϊκών σοφών (ποιητών) και οι ανθρώπινες αξίες που κληροδοτούνται μέσω αυτών, τις οποίες αναδέχθηκαν  ως ιερά θέσφατα οι επόμενοι, και τις καλλιέργησαν δίνοντας τον κάλλιστο του κόσμου καρπό, τον διαχρονικό Ελληνικό Πολιτισμό ως έκφραση της  Ελληνικής Στάσης Ζωής, είναι αυτός που άλλαζε κάθε φορά τον «ρουν της ιστορίας» και που επιβίωνε ακόμα και όταν όλα φαίνονταν χαμένα. Ασφαλώς, αρκετά στοιχεία του παραμένουν και σήμερα υποφώσκοντα και εν υπνώσει, σε πλανητική βέβαια κλίμακα,  κάτω από την σκοτεινή- μίζερη αιθάλη του παγκοσμιοποιημένου παρόντος  μας. Μέχρι να δημιουργηθεί το κρίσιμο μέγεθος, η σπίθα που θα σημάνει το τέλος της ύβρεως.


Ο  Ωλήν:

Ο Δελφικός Ύμνος που αποδίδεται στην προομηρική ποιήτρια Βοιώ[2], καταγόμενη από τους Δελφούς, θέλει τον Ωλήνα Υπερβόρειο[3] την καταγωγή  και πρώτο μάντη των Δελφών ο οποίος, ως ποιητής, συνέταξε πρώτος  εξάμετρους χρησμούς. Κατά την παράδοση (εν μέρει ιστορική, εν μέρει θεολογική αλληγορία) και η μητέρα του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος ,η Λητώ, κατοικούσε στην Υπερβόρεια χώρα από την οποία έφυγε για να  εγκατασταθεί στη Δήλο, διωκόμενη από την Ήρα. Oι  Υπερβόρειοι ήσαν αρχαιότατοι άποικοι των Ελλήνων, ελάτρευαν τον Δήλιο Απόλλωνα με λατρευτικό τυπικό ίδιο με αυτό της Δήλου, και ελάμβαναν ονόματα Ελληνικά. Το γένος των Υπερβορείων, το οποίο κατά την Βοιώ ίδρυσε το Δελφικό Μαντείο («Ένθα τοι εύμνηστον χρηστήριον εκτελέσαντο/ Παίδες Υπερβορείων Παγασός και Δίος Αγυεύς» και «Ωλήν θ' ός γένετο πρώτος Φοίβοιο προφάτας,/ πρώτος δ' αρχαίων επέων τεκτήνατ' αοιδάν»), εθεωρείτο «Ιερώτατον»  από τους  Έλληνες, αναφέρεται δε ότι, στον εκεί Ναό του Απόλλωνος, υπήρχαν πανάρχαιες επιγραφές με ελληνικά γράμματα. Σημαντικό επίσης είναι το ότι ο Ιδαίος Ηρακλής έφερε στην Ηλεία την πρώτη ελιά (κότινον) από το τέμενος του Υπερβορείου Απόλλωνος.

Ο Παυσανίας τάσσει τον Ωλήνα πολύ προ του Ορφέως, αναφέρει μάλιστα ότι αυτός  υπήρξε εκ των ιδρυτών του Δελφικού Μαντείου και ο πρώτος και τελευταίος άνδρας προφήτης του Φοίβου και ότι συνέθεσε άσμα παλαιών ποιημάτων. Μετά τον Ωλήνα το προφητικό λειτούργημα ανετέθη στις Πυθίες. (Παυσ. «Φωκικά» Χ-5,8-9).

Λέγει ο Παυσανίας : «Λύκειος[4] ήταν ο Ωλήν, που εποίησεν και τους αρχαιοτάτους ύμνους των Ελλήνων· αυτός, στον ύμνο της Ειλείθυιας, λέγει ότι  μητέρα του Έρωτος είναι η Ειλείθυια[5]. Και, ύστερα από τον Ωλήνα, συνέθεσαν έπη ο Πάμφως και ο Ορφεύς».         (Παυσ. « Φωκικά» Β' 27,2).

Από την ως άνω φράση του Παυσανία φαίνεται ότι είχε διαβάσει ο ίδιος έργα του Ωλήνος.

Ο Ηρόδοτος, εξ άλλου, πριν από τον Παυσανία, λέγει:

«Και συναθροίζονται οι γυναίκες (της Δήλου) για να τιμήσουν εκείνες, και μνημονεύουν τα ονόματά τους, αυτά που έγραψε στον ύμνο που τους αφιέρωσε ο Ωλήν από την Λυκία, και από αυτές, τις γυναίκες της Δήλου, έμαθαν και οι νησιώτες και οι λαοί της Ιωνίας να υμνούν, καλώντας τες με το όνομά τους σε πολυάνθρωπες συνάξεις, την Ώπιν και την Άργην· αλλά αυτός  (ο Ωλήν) εποίησε και τους άλλους αρχαίους ύμνους που άδονται στη Δήλο, αφού ήλθε εκεί από την Λυκία» (Ηροδότου Ιστορία -«Μελπομένη» 4,35).

Η Ώπις και η Άργη ήσαν οι δύο[6] υπερβόρειες παρθένοι θυγατέρες του Βορέως, που επήγαν στη Δήλο, ως  ιέρειες του Απόλλωνος, και, μετά τον θάνατό τους, τιμήθηκαν ως θεές. Αναφέρεται και τρίτη η Αχαΐα.

Ο Θάμυρις ή Θαμύρας (κατά τον Πλάτωνα):

Είναι πρόσωπο στο οποίο συχνά αναφέρονται οι κλασσικοί. Φέρεται ως γιός του τραγουδιστή Φιλάμμονος[7] και της νύμφης Αργιόπης[8]. Αναφέρεται ως έκτος ή όγδοος επικός ποιητής προ του Ομήρου, μαθητής του Λίνου. Είναι αυτός που εφεύρε την Δωρική Αρμονία. Πρέπει να έζησε σε πάρα πολύ παλαιά εποχή αφού ο πατέρας του έλαβε μέρος στην εκπολιτιστική Αργοναυτική Εκστρατεία. Ο Όμηρος προσδιορίζει την καταγωγή του Θάμυρα από την Θράκη αναφέρων: «Θάμυριν τον Θρήϊκα» (Ιλ.Β' 595). Επίσης και ο Παυσανίας[9] περιγράφοντας την ζωγραφική εικόνα του Πολυγνώτου με θέμα την Νέκυια στη Λέσχη των Κνιδίων, στους Δελφούς, λέγει:  «εν δε τοις κάτω της γραφής μετά τον Θράκα εισι  Θάμυριν....» μεταφρ. «Στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς, μετά τον Θράκα Θάμυριν....»

Ο Παυσανίας («Φωκικά») αναφερόμενος στους Πυθικούς Αγώνες γράφει σχετικά : «Διηγούνται, ότι το πρώτο άθλημα που καθιερώθη και για το οποίο θέσπισαν  βραβείο, ήταν να ψάλλουν ύμνον προς τον θεόν· και έψαλε και νίκησε ο Χρυσόθεμις ο Κρητικός εκείνος, βεβαίως , του οποίου ο πατέρας, ο Καρμάνωρ[10], λέγεται ότι εξάγνισε τον Απόλλωνα. Και ύστερα από  τον Χρυσόθεμιν, αναφέρουν ότι ο Φιλάμμων νίκησε στην Ωδή και έπειτα από εκείνον ο Θάμυρις, ο Υιός του Φιλάμμωνος.

Ο Θάμυρις προκάλεσε την οργή των Μουσών γιατί, όπως λέγει ο Όμηρος (Ιλ. Β' 594 και εξ.) τον συνάντησαν στο Δώριον της Κυπαρισσίας όταν εκείνος επέστρεφε από την Οιχαλίαν· εκαυχάτο ότι θα μπορούσε να νικήσει ακόμη και τις Μούσες στο τραγούδι: «ευχόμενος νικησέμεν, είπερ αν αυταί  Μούσαι  αείδοιεν,  κούραι Διός αιγιόχοιο». Αυτές , τότε, χολωθείσες, τον κατέστησαν «πηρόν» (ανάπηρο, τυφλό) και του αφαίρεσαν την ικανότητα να άδη[11], και τον έκαναν να λησμονήσει πως παίζεται η λύρα.  Η τιμωρία επιβλήθηκε πλησίον του ποταμού Βαλύρα ο οποίος ονομάστηκε έτσι διότι εκεί επέταξε τη λύρα του [12].

Την ίδια ιστορία βεβαιώνει και ο Παυσανίας και προσθέτει ότι: « Ο Πρόδικος ο Φωκαεύς (αν βεβαίως αυτός είναι ο ποιητής των επών της Μινυάδος) λέγει ότι ο Θάμυρις εκρίθη στον Άδη για το καύχημά του, που προσέβαλε τις Μούσες».

Στην τιμωρία του Θαμύρα από τις κόρες του Διός και της Μνημοσύνης, αναφέρεται και ο Ευριπίδης στον «Ρήσο»:

«Περώσα γαρ δη ποταμίως δια ροάς

Λέκτροις επλάθην Στρυμόνος φυταλμίοις,

Ότ' ήλθομεν γης χρυσόβολον ες λέπας

Πάγγαιον οργάνοισι εξησκημέναι

Μούσαι μεγίστην ες έριν μελωδίας

Κλεινώ σοφιστή θρηικί, κακτυφλώσαμε

Θάμυριν, ος ημών πολλ' εδέννασεν τέχνην.

(στ. 915-925)

«Καθώς διάβαινα λοιπόν τα ποτάμια ρεύματα,

Στα νυφικά κλινάρια βρέθηκα του Στρυμόνα, τα χλοερά,

Όταν πηγαίναμε εμείς, οι Μούσες, καλά γυμνασμένες,

Στα μουσικά μας όργανα, με τούτα στολισμένες,

Στης γης τ' απόκρημνα, στο χρυσόβωλο Παγγαίον,

Για να αγωνιστούμε σε σκληρή αναμέτρηση

Μελωδίας με τον ξακουστό θρακιώτη μουσικό·

Και τον τυφλώσαμε τον Θάμυρη, που τόσον

Ωνείδησε αυτός την τέχνη τη δική μας». (Μετάφρ. Μαρία Σίδερη)

Αργότερα, στον πρώτο ή δεύτερο μ.Χ. αιώνα, ο Απολλόδωρος γράφει ότι: « η Μούσα Κλειώ γέννησε με τον Πίερο τον πανέμορφο Υάκινθο (εκείνον που ο Απόλλων είχε αγαπήσει). Αυτόν τον αγάπησε και ο Θάμυρις, ο γιός του Φιλάμμωνος και της νύμφης Αργιόπης, ο πρώτος άνθρωπος που έκαμε αρχή των ερώτων μεταξύ αρρένων. Και αφού ο Απόλλων σκότωσε κατά λάθος με τον δίσκο τον Υάκινθο, τον ερωμένο του, ο Θάμυρις, που ήταν ωραιότατος νέος, και άριστος κιθαριστής προκάλεσε τις Μούσες να διαγωνισθούν μαζί του στην μουσική· ο όρος ήταν, εάν νικούσε, να συνευρεθεί με όλες και, αν νικηθεί, να στερηθεί ό, τι εκείνες θελήσουν. Και επειδή ενίκησαν οι Μούσες, τον εστέρησαν της οράσεως και της μουσικής ικανότητος»[13].

Από το έργο του Θάμυρα δεν έχει σωθεί τίποτε. Του αποδίδεται, πάντως, μια «Θεολογία», μια «Τιτανομαχία» και το «Οιχαλίας άλωσις» αν και το τελευταίο το διεκδικεί και ο Κρεόφυλος[14].

Ο Πλάτων φαίνεται ότι γνωρίζει κάτι από το έργο του: «Μηδέ τινα τολμάν, άδειν  αδόκιμον μούσαν μη κρινάντων των νομοφυλάκων, μηδ' αν ηδίων ήι των Θαμύρου τε και Ορφείων ύμνων....» (Πλ. Νόμοι Η, 829, Ε) δηλ. «Ούτε να επιτρέπεται να τραγουδήσει κάποιος πρωτόλειον άσμα που δεν έχουν κρίνει οι νομοφύλακες, ούτε και αν είναι τα τραγούδια του) γλυκύτερα και πιο τερπνά  από εκείνα του Θαμύρου και των ύμνων του Ορφέως.....».(Μετ. Μαρία Σίδερη).

Ο Πλάτων φαίνεται να είναι πολύ περισσότερο από απλός γνώστης των έργων του Θαμύρα και μεγάλος θαυμαστής του ποιητή, διότι τον αναφέρει και στα έργα του «Ίων» και «Πολιτεία» (533, C-I, 620 A') όπου λέγει ότι η ψυχή του Θαμύρα έγινε αηδόνι.

Ο Λίνος:

Το πιο αινιγματικό πρόσωπο από όσα περιβάλλουν τον Ορφέα· οι παραδόσεις γι' αυτόν, ποικίλες και ασύμβατες τόσον, ώστε διαφαίνεται πως δεν υπήρξε ένας Λίνος, αλλά τουλάχιστον τρείς · και τουλάχιστον ένας ήταν ποιητής, ή ποιητής και μουσικός[15] το πιθανότερο, ένας δε άλλος ήταν, οπωσδήποτε μεταγενέστερος και διδάσκαλος του Ηρακλέους,  τον οποίον ο ήρως, έφηβος τότε, εθανάτωσε σε μια κρίση οργής (πρώτο άγος).

Ο θρύλος, όμως, επιμένει και για έναν Λίνον- παιδί, γιό του Απόλλωνος  και της Ψαμάθης, κόρης  του Κρότωπου, βασιλέως (μυθικού) του Άργους . Όμως, αυτός ο Λίνος, που περιλαμβάνεται στην Αργεία παράδοση, αναφέρεται ότι, παιδί ακόμη, κατεσπαράχθη από τα σκυλιά του Κρότωπου, επομένως δεν μπορεί να ήταν ούτε ο φημισμένος εποποιός, ούτε ο διδάσκαλος του Ηρακλέους, ενώ κάποιος Λίνος, ποιητής- εποποιός και μουσικός, αναφέρεται και διδάσκαλος του Ορφέως, άρα παλαιότερος αυτού.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να εντοπίσουμε τον ποιητή Λίνο, παραθέτοντας τα στοιχεία και τις κρίσεις που υπάρχουν σχετικά με τους Λίνους:

Λίνος-παιδί- Αργεία Παράδοση:

Ήταν γιός του Απόλλωνα και της νύμφης Ψαμάθης, κόρης του Κρότωπου, βασιλέως του Άργους. Η Ψαμάθη, φοβούμενη την οργή του πατέρα της για την «αδικαιολόγητη» εγκυμοσύνη, εγκατέλειψε το βρέφος αμέσως μετά την γέννησή του με τα σπάργανα («δείματι τον παίδα εκθείναι» Παυσ.  Αττικά Ι 43,7), τον ηύραν οι ποιμενικοί σκύλοι του Κρότωπου και τον κατεσπάραξαν. Κατ' άλλους  (Σταγειρίτης) τον ανέθρεψε ένας βοσκός προβάτων πριν συμβεί το περιστατικό με τα σκυλιά. Ο Κρότωπος, όταν έμαθε τα γεγονότα, και μη πιστεύων ότι  ο Λίνος ήτο γιός του θεού εφόνευσε[16] την Ψαμάθη. Τότε ο Απόλλων, οργισθείς, έστειλε την Ποινή, ένα τέρας το οποίο άρπαζε τα παιδιά από τις μητέρες τους και τα κατεβρόχθιζε. Την Ποινή εφόνευσε ο Αργείος ήρωας  Κόροιβος, κατά τον Παυσανία, και τότε ο Απόλλων έστειλε λοιμώδη ασθένεια στο Άργος[17]. Ούτε οι θυσίες, ούτε οι θρήνοι εφάνησαν αρκετοί για να καταπραϋνθεί το πνεύμα του θεού αλλά και το πνεύμα των δύο οικτρά χαμένων θυμάτων: της Ψαμάθης και του μικρού Λίνου. Ο λοιμός εξακολουθούσε να μαστίζει το Άργος. Έτσι ο Κόροιβος, ο αυτουργός του φόνου της Ποινής ενεφανίσθη στο μαντείο των Δελφών και ομολόγησε, ενώπιον της Πυθίας, ότι εκείνος ήταν ο υπαίτιος και ζητών να τιμωρηθεί αυτός και όχι η πατρίδα του. Εκείνη τότε εχρησμοδότησε στον Κόροιβο να μην επιστρέψει ποτέ στο Άργος αλλά να πάρει τον Τρίποδά της και όπου του πέσει από τα χέρια να χτίσει Ναό στον Απόλλωνα και να κατοικήσει σε αυτόν[18]. Ο Τρίπους έπεσε στα Γεράνεια όρη, όπου ο Κόροιβος πρώτα έκτισε τον ναό και έπειτα την πόλη (κώμη των Μεγάρων) που ονομάστηκε Τριποδίσκοι. Ο τάφος του ευρίσκετο στην αγορά των Μεγάρων και εκαλύπτετο από ένα μνημείο που απεικόνιζε τον φόνο της Ποινής - τα  αρχαιότερα αγάλματα αυτού του τύπου από όσα εσώζοντο αιώνες αργότερα.[19] Οι Αργείοι τελικά εξιλεώθησαν όταν, σύμφωνα με  χρησμό του Δελφικού Μαντείου, άρχισαν να τιμούν τον Λίνο και την Ψαμάθη ως θεούς. Καθιέρωσαν την Αρνηϊδα ή Κυνοφοντίδα[20] εορτή, κατά τον τοπικό μήνα Αρνείον, όπου θυσίαζαν αρνιά και σκότωναν όσους σκύλους συναντούσαν στον δρόμο. Οι γυναίκες  θρηνούσαν τον Λίνο- παιδί με ένα άσμα που ελέγετο «Αίλινος» και άρχιζε και τελείωνε με την προσφώνηση: «Αί Λίνε»[21]. Μερικοί νομίζουν ότι ο θρήνος, που τον αναφέρει ο Όμηρος , προηγείται του μύθου, ο οποίος επλέχθη γύρω από τον θρήνο. Η αρχαιότητα του μύθου του σχετικού με το παιδί-Λίνο, εκ των ανωτέρω , είναι αυταπόδεικτη. Και δεν θα ήταν δόκιμο να ταυτίσουμε τον πρώτο καταγεγραμμένο Ολυμπιονίκη, το Ηλείο Κόροιβο, (Ολυμπιάς Α', «του Κοροίβου» 887 π.Χ.) με τον φονέα της Ποινής.  Όσον αφορά δε το παιδί- Λίνος ο Παυσανίας κάνει σαφή διάκριση από τον ποιητή Λίνο γράφοντας για το Άργος: «Τάφοι, δε εισίν ο μεν Λίνου του Απόλλωνος και της Ψαμάθης της Κροτώπου, τον δε λέγουσιν είναι Λίνου του ποιήσαντος τα έπη»[22]

Λίνος-ποιητής- Θηβαϊκή παράδοση:

Η καταγωγή του χάνεται σε απροσδιόριστο βάθος χρονικού ορίζοντα, αφού, κατά την Θηβαϊκή περί Λίνου παράδοση,[23] θεωρείται ότι υπήρξε: Υιός του Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης (επομένως, αδελφός του Ορφέως) ή του Απόλλωνος και της Μούσας Ουρανίας, ή του Απόλλωνος και της Αρέθουσας, κόρης του Ποσειδώνος· ή και του Ερμού και της Μούσας Ουρανίας· ή του μουσικού Αμφιμάρου  (γιού του Ποσειδώνος) και της Μούσας Ουρανίας, ή του Μάγνητος και της Μούσας Κλειούς.  Ήταν, κατά τον θρύλο, ο μεγαλύτερος μουσικός και ποιητής που υπήρξε ποτέ (γι' αυτό και  Θηβαϊκή παράδοση, σε όλες τις ως άνω εκδοχές, του αποδίδει  ημιθεϊκή καταγωγή από πατέρα ή μητέρα). Πάντως, η ποικίλη γονική καταγωγή, υποδεικνύει ισχυρά και περισσότερους των τριών επωνύμους Λίνους οι οποίοι είχαν και την κοινή ιδιότητα του μουσικού, ποιητή και θεουργού. Κατά τον θρύλο, ο Απόλλων, θεωρώντας υπερβολή («ύβριν») τόση ικανότητα για ένα θνητό, ή γιατί, κατά τον Παυσανία,   ζήτησε ίση θέση με τον θεό στο άσμα, τον θανάτωσε.

Ο Λίνος είχε συνθέσει ύμνους προς τιμήν του Διονύσου και πολλών αρχαίων ηρώων· μάλιστα έγραψε με «γράμματα» (γραφή) πελασγικά. Έγραψε και Κοσμογονία. Ουσιαστικά εφήυρε τον ρυθμό και την μελωδία και παραδίδεται ότι είχε διδάξει τόσο τον Θάμυρη όσο και τον Ορφέα[24]. Και ο Όμηρος, επειδή γνώριζε καλά ότι στην Ελλάδα υπήρχε τραγούδι για τα πάθη του Λίνου, είπε ότι επάνω στην ασπίδα του Αχιλλέως, εκτός από άλλα πολλά, ο Ήφαιστος εικόνισε και ένα παιδί κιθαρωδό που έψαλλε την ιστορία  του Λίνου:

«τοίσιν δ' εν μέσσοισι πάϊς φόρμιγγι λιγείη

ιμερόεν κιθάριζε, λίνον δ' υπό καλόν άειδε

λεπταλέη φωνή·»[25].....

«κι ανάμεσά τους, στα πόδια του Λίνου, ένα παιδί με φόρμιγγα γλυκόφωνη

με πάθος  κιθάριζε  τραγουδώντας

μ' αβρότατη  φωνή......».

Σημειώνεται εδώ η ομοιότητα της ζωής και της τέχνης του Λίνου προς αυτήν του φερομένου ως  αδελφού του Ορφέως· και θα συμφωνήσω με τον R. Graves σε τούτο: ότι η κοινή αυτή μοίρα, το πως αγαπήθηκαν και προικίστηκαν από τον Απόλλωνα («Πατέρα» τους) και πως από τον ίδιο «τιμωρήθηκαν» για την υπερβάλλουσα , ως προς τα όρια των θνητών, δύναμη της τέχνης τους και βίαια βρήκαν τον θάνατο, είναι η αιτία που ο μύθος τους θέλει (είτε από τον Απόλλωνα, είτε από τον Οίαγρο) αδελφούς. Πάντως ο Λίνος πρέπει να ήταν πρεσβύτερος του Ορφέως.

Ελέγετο ότι ο τάφος του ήταν στις Θήβες και ότι ο Φίλιππος ο Μακεδών, μετέφερε τα οστά του, υπό την επίδραση ενός ονείρου ύστερα από τη μάχη της Χαιρώνειας, στην Μακεδονία. Ένα άλλο όνειρο, όμως, τον έκαμε να τα επιστρέψει στη Θήβα.[26]

Το πένθος για τον θάνατο ενός ποιητή  Λίνου, γιού του Αμφιμάρου  και της Μούσας Ουρανίας, έφθασε και μέχρι την Αίγυπτο όπου το σχετικό με αυτόν μοιρολόγι ονομαζόταν στα Αιγυπτιακά «μανέρων». 

Στην Ελλάδα, το μοιρολόγι του Λίνου, εψάλλετο στην εποχή του θερισμού, οπότε γίνεται η συγκομιδή του λιναριού και ακολουθεί η επίπονη επεξεργασία του. Είναι  τα λεγόμενα από τον λαό, μέχρι και σήμερα, παροιμιώδη: «του λιναριού τα πάθη», για να εκφράσουν ανθρώπινες κακουχίες, μακρινός απόηχος του θρύλου του Λίνου.

Ο Πλίνιος[27] ταυτίζει την γύρω από το λινάρι αγροτική μαγεία των γυναικών με τον Λίνο. Πιστεύω ότι είναι λάθος· ίσως έγινε κάποια φυσιολατρική προσαρμογή του μύθου για το πρόσωπο Λίνον προς τις σκληρές δοκιμασίες που υφίσταται το (έμψυχο για την αρχαία λατρεία, όπως όλα τα όντα) λινάρι και τις εξαγνιστικές τελετές που συνοδεύουν τις εργασίες που συνδέονται με αυτό: η κοπή του φυτού με σιδερένιο πέλεκυ ( όχι δρεπάνι), οι χοροί και τα τραγούδια για το ψήλωμα του λιναριού, τα λινά ενδύματα των ιερέων του Απόλλωνος- Μουσαγέτου........

Το προσωνύμιο «Οιτόλινος»[28] δηλαδή καταδικασμένος, δύσμοιρος Λίνος, μαθαίνουμε από τον Παυσανία[29]ότι το έδωσε στον μοιρολογούμενο Λίνο ο ποιητής Πάμφως, επειδή, όταν έγραψε για τους Αθηναίους τους πανάρχαιους ύμνους του, «ήκμαζε το πένθος γι' αυτόν»: «ος Αθηναίοις  των ύμνων εποίησε τους αρχαιοτάτους, ούτος ακμάζοντος επί Λίνω του πένθους Οιτόλινον εκάλεσεν αυτόν».

Από τα έπη του Πάμφω παρέλαβε και η Σαπφώ την παράδοση για το πρόσωπο αυτό και τραγούδησε μαζί τον Άδωνι και τον Οιτόλινο.

Λίνος του Ισμηνίου:

Ο διδάσκαλος του Ηρακλέους και πρώτο θύμα της μοιραίας μανίας του Ήρωος.

Γράφει ο Παυσανίας [30] «Αλλά λέγονται και άλλα παρόμοια από τους Θηβαίους, ότι μετά τον Λίνον τούτον ( τον Οιτόλινον) έζησε και κάποιος άλλος Λίνος, ο καλούμενος του Ισμηνίου, και ότι ο Ηρακλής, παιδί ακόμη τότε, τον απέκτεινε· ήταν διδάσκαλός του, της μουσικής. Αλλά δεν συνέθεσαν έπη (ποιητικά έργα) ούτε ο Αμφιμάρου Λίνος (Οιτόλινος), ούτε εκείνος ο νεότερος (του Ισμηνίου)· ή και αν συνετάχθησαν έπη από αυτούς, δεν περιήλθαν στους μεταγενέστερους αυτών των Λίνων....».

Για τον ατυχή διδάσκαλο του μικρού Ηρακλέους περιγράφει ο Αθήναιος[31] στους Δειπνοσοφιστές, το ιλαροτραγικό μυθευόμενο περιστατικό του φόνου του: « .....ο Ηρακλής ελάμβανε μαθήματα από τον λίνον, ο οποίος τον διέταξε να πάρει ένα από τα πολλά βιβλία που ευρίσκοντο εκεί και να διαβάσει. Και εκείνος, αφού έλαβε ένα βιβλίο «Οδηγόν Μαγειρικής» το κρατούσε στα χέρια του με ύφος περισπούδαστο. Τότε ο Λίνος τον επέπληξε και ο Ηρακλής, έξω φρενών, τον εκτύπησε με το βιβλίο στο κεφάλι και τον άφησε στον τόπο.».

Βεβαίως, υπάρχει και σοβαρότερη (κάπως) εκδοχή για τον φόνο του Λίνου (του Ισμηνίου) αυτή των: Παυσανία, Θεοκρίτου, Απολλόδωρου και  Διόδωρου του Σικελιώτη[32]: ο Εύμολπος, γράφουν, ήταν διδάσκαλος του Ηρακλέους στη λύρα και το τραγούδι· ο Λίνος γιός του ποτάμιου θεού Ισμηνού, τον εισήγαγε στη μελέτη της λογοτεχνίας. Κάποτε, κατά την απουσία του Ευμόλπου, το μάθημα της λύρας έγινε από τον Λίνο. Ο Ηρακλής, όμως, δεν ήταν διατεθειμένος να αλλάξει τους βασικούς κανόνες που είχε διδαχθεί από τον Εύμολπο και ο Λίνος τον χτύπησε για την ξεροκεφαλιά του. Τότε ο Ηρακλής τον χτύπησε με τη λύρα στο κεφάλι και τον σκότωσε.

Όταν, ως κατηγορούμενος,  απολογήθηκε για τον φόνο επεκαλέσθη κάποιον αρχαίο νόμο του Ραδάμανθυ, ότι επιτρέπεται να υπερασπίσει κάποιος τον εαυτό του από επίθεση έστω και με χρήση βίας· και απαλλάχθηκε από την κατηγορία. Αλλά η ζωή του άλλαξε από άλλην οδό, μετά το άγος αυτό.

Ο Ηρακλής, παιδί ακόμα, επειδή κατήγετο  από διακεκριμένη οικογένεια και  είχε καλή σωματική διάπλαση, εξελέγη ως δαφνηφόρος ενιαύσιος ιερέας  του Ισμηνίου Απόλλωνος, κατά την συνήθεια των Θηβαίων οι οποίοι και  διατηρούσαν  τον τρίποδα που είχε αφιερώσει, τότε, στον θεό ο Αμφιτρύων[33]. Αλλά ο  φόνος του Λίνου του Ισμηνίου,  τον ανάγκασε, βάσει άγραφων νόμων,  να αναχωρήσει  από τις Θήβες- πόλη όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του Αμφιτρύων διωγμένος από το βασίλειό του, τις Μυκήνες και την Τροιζήνα- και να μεταβεί στο όρος Κιθαιρώνα- όπου πάντοτε διέμεναν ήρωες, έως την ενηλικίωσή τους, και από εκεί να ξεκινήσει τον αθλητικό και αχθοφόρο βίο του.

Συμπέρασμα: από τα προαναφερθέντα ( καταγωγή, συντελεσθείσα, έστω και ακουσίως, ύβρις ως προς το μέγεθος της τέχνης του ποιητή Λίνου και τιμωρία από τον Απόλλωνα, συμπεριφορά Φιλίππου του Μακεδόνος κλπ) εικάζεται λοιπόν βάσιμα ότι ο πλησιέστερος στον Ορφέα ποιητής Λίνος ανήκει στη  Θηβαϊκή Παράδοση και, το πιθανότατο, ήταν ο φερόμενος ως αδελφός του (γιός του Οιάγρου και της Καλλιόπης) ή κάποιος από τους άλλους Μουσαγενείς, όπως ο γιός του Μάγνητος και της Κλειούς , (Μούσας της επικής ποιήσεως). Ίσως όμως ήταν ο Αμφιμάρου Λίνος έστω και αν ο Παυσανίας αναφέρει ότι  δεν έγραψε έπη, διατηρώντας πάντως την επιφύλαξη ότι και αν έγραψε έπη δεν περιήλθαν στους μεταγενέστερους. Επίσης, και στην Αργεία Παράδοση, όπως την καταγράφει ο Παυσανίας[34]βεβαιώνεται ότι ο ένας από τους δύο τάφους που ευρίσκοντο στα Μέγαρα ήταν του Λίνου, του Απόλλωνος και της Ψαμάθης (του παιδιού-Λίνου) και ο άλλος του Λίνου «του ποιήσαντος τα έπη».

(συνεχίζεται)

[1] Πρβλ. «Ο Δελφικός Τρίπους»  Μητροπ. Αθηναγόρα Εκδ. Ελευσίς.

[2] Βοιώ: Μυθική ιέρεια των Δελφών και ποιήτρια, σύζυγος του μυθικού βασιλέως της Αθήνας Ακταίου και μητέρα του επικού ποιητή Παλαίφατου. Της αποδίδεται ο ως άνω «Ύμνος στον Απόλλωνα» ο οποίος, όμως, θεωρείται σήμερα προϊόν της Αλεξανδρινής πλαστογραφίας. Αλλά «τούτα είναι επίσης αθετούμενα» κατά την Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς, τομ. 14ος σελ. 462.

[3] Η Υπερβόρεια χώρα δεν είναι καθορισμένη γεωγραφικά. Ωρισμένοι αρχαίοι συγγραφείς την ταυτίζουν με τα βρετανικά νησιά, άλλοι με την Βόρεια Ρωσία. Πιθανότερη κατά τον Α. Σταγειρίτη (Ωγυγία τ. Δ' κεφ. Ε') είναι η εκδοχή του Στράβωνος ότι η χώρα αυτή ευρίσκετο «πέραν του Ίστρου παρά τον Εύξεινο Πόντο».

[4] Λύκειος: εκ του Λύκη: √ΛΥΚ = φως/λευκός. Επίθετο και του Απόλλωνος ο οποίος ετιμάτο και ως Υπερβόρειος. Χαρακτηριστικός  είναι ο προσανατολισμός από Βορρά προς Νότον (αντί του καθιερωμένου από Ανατολών προς Δυσμάς)  του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες για να δείξει ακριβώς την καταγωγή του Θεού. Άλλη γραφή: λύκιος = από την Λυκία. Επειδή κατά την παράδοση οι Υπερβόρειοι, όταν έστελναν δώρα στους Δηλίους, ακολουθούσαν την οδό που περνά από την Σκυθία για να τα παραδώσουν πρώτα στους Δωδωναίους ώστε να προωθηθούν και δια των Τηνίων να φθάσουν στη Δήλο, είναι απίθανο το επίθετο να αναφέρεται στη Λυκία της Μ. Ασίας, και επομένως, η γνώμη του Ηροδότου πρέπει να είναι εσφαλμένη.  

[5] Κόρη του Διός και της Ήρας προστάτις του τοκετού.

[6] Κατ' άλλους ήσαν: η Ώπις ( ή Ούπις) η Λοξώ και η Εκαέργη (ή Άργη),  Καλλίμαχος: Ύμνος εις Δήλον στ. 294.

[7] Κατά τον Παυσανία (Βοιωτικά ΙΧ 36) γιός του Απόλλωνος, ποιητής, μουσικός και μάντης. Επενόησε τον παρθενικό χορό που χόρευαν τα κορίτσια. Κατά τον Ησίοδο ήταν γιος του Ερμού και της Χιόνης κόρης του Βορέα. Αναφέρεται και σε έναν κατάλογο των Αργοναυτών.

[8] Νύμφη του Παρνασσού. Το όνομά της σημαίνει ΑΡΓΗΣ +ΟΨΙΣ (όπωπα Ιων. Πρκ. Β' του οράω-ώ) = φωτεινό-λαμπρό πρόσωπο-βλέμμα).

[9] Φωκικά 31,5

[10] Θρυλικός αρχαιότατος θεουργός από την Κρήτη, πάππος της Βριτομάρτεως- Αφαίας της Αίγινας. Εξάγνισε  τον Απόλλωνα από το μίασμα για το φόνο του Πύθωνα.

[11] Άλλη μια περίπτωση τιμωρίας της ύβρεως (αλαζονείας) κατά τον Ελληνικό ηθικό κώδικα.

[12] Βάλλω-λύραν. Σταγ. Ωγυγία τ. Δ'.

[13] Απολλόδ. Μυθολογία. Ο Απολλόδωρος ήταν Αθηναίος γραμματικός προσκείμενος στα στωικά φιλοσοφικά δόγματα. Στο σύγγραμμά του «Περί Θεών» συγκέντρωσε τις περί θεών απόψεις των ποιητών αποδίδοντας ανθρώπινα πάθη (συχνά αλληγορικά, επηρεασμένος από τη Στωική Φιλοσοφία) στους, ούτως ή άλλως, ανεπηρέαστους από ανθρώπινα  πάθη Θεούς.

[14] Κρεόφυλος ή/και Κρεώφυλος: ένας από τους πρώτους επικούς ποιητές. Κατά την παράδοση οι απόγονοί του κατείχαν και διέσωσαν τα γνωστά ως ομηρικά έπη.

[15] Μια ενδιαφέρουσα εκδοχή περί του ονόματος Λίνος δίνει ο Σταγειρίτης λέγων ότι στην απώτατη αρχαιότητα  κατασκεύαζαν τις χορδές της λύρας από λινές ίνες, αντί των εντέρων, ως καθαρότερες, αφού με αυτές κιθάριζαν τους προς τους θεούς αναπεμπόμενους ύμνους.

[16] Κατά τον Graves την έθαψε ζωντανή.

[17] Ασφαλώς  η Ποινή και ο λοιμός  ταυτίζονται ως θανατηφόρος παιδική ασθένεια. Πρβλ. και σύγχρονη λαϊκή παράδοση όπου πολλές ασθένειες προσωποποιούνται ως τέρατα.

[18] Παυσ. Αττικά Ι 43,8 «Απόλλωνος οικοδομήσαι ναόν και αυτόν οικήσαι»-έμμεση ασφαλώς ανάθεση ιερατικών καθηκόντων στον Κόροιβο.

[19] Παυσ. Α 43,7 και Β 19,7. Κόνων «Διηγήσεις» 19, Αθήναιος Γ 99.

[20] Κύων (σκύλος)+φόνος

[21] Τούτο το θρηνητικό «αι...αι...» δεν είναι άγνωστο και σήμερα στα μοιρολόγια με το όνομα του πεθαμένου να ακολουθεί το επιφώνημα.

[22] Κορινθιακά 19,8

[23] Απολλόδωρος Α 3,2,·  Υγίνος «Μύθος» 161· «Αγών Ομήρου και Ησιόδου» 314· Διογένης Λαέρτιος «Προοίμιον» 3 ·Παυσανίας Θ 29,3· Τζέτζης «Εις Λυκόφρονα» 831.

[24] Διόδωρος Σικελιώτης Γ 67· Διογ. Λαέρτιος «Προοίμιον» 3· Ησίοδος- παρατ. στους «Στρωματείς» του Κλήμεντος Αλεξανδρέως Α σελ. 121

[25] Ιλ. Σ 569-571 μετάφρ. Μ. Σίδερη.

[26] Παυσ. Βοιωτικά 9,29,7

[27] Φυσική Ιστορία ΧΙΧ 2

[28] Οίτος = κλήρος, κακή μοίρα, καταδίκη + Λίνος (στον Ομ. πάντοτε με την κακή σημασία).

[29] Βοιωτικά 29.6,7

[30] Βοιωτικά 29,9

[31] Έλληνας βιολόγος, διαιτολόγος και γαστρονόμος από την Αλεξάνδρεια. Έζησε το 192-228 μ.Χ.

[32] Παυσ. Βοιωτικά 9,29,9. Θεόκριτος «Ειδύλλια» ΚΔ'. Απολλόδωρος Β4,9. Διόδωρος Σικελιώτης Γ 67.

[33] Παυσ. Βοιωτικά 9,10,4

[34] Κορινθιακά 2,19,8.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΩΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

(μια κραυγή ενάντια στη επιχειρούμενη χυδαιοποίηση της πατρίδας μας)

«Η ΜΕΝ ΓΑΡ ΠΟΙΗΣΙΣ ΜΑΛΛΟΝ ΤΑ ΚΑΘΟΛΟΥ, Η ΔΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΑ ΚΑΘ' ΕΚΑΣΤΟΝ ΛΕΓΕΙ» Αριστοτέλης.


Ο λόγος για την ποίηση πληθαίνει όταν στυγνές, άλλες, φωνές, πράξεις και ύφη, διατρανώνουν έναν τρόμο δίχως τέλος που απειλεί τον λαό μας: φτώχια και, το χειρότερο, δουλεία, άλωση της χώρας, ύβρεις και προσβολές, με ένδυμα διάτρητο, βέβαια, κατά το Δίκαιο και τη Νομιμότητα.

Άλαλος ο Λαός μας μπροστά σ' αυτήν την βαρβαρότητα, αλαζονική ως της αρμόζει, δίχως κανένας να αρθρώνει πολιτικό λόγο υπεράσπισής του, στρέφεται αυθόρμητα στην πηγή του γνήσιου, άφθαρτου πνευματικού νάμματος που τον έθρεψε χιλιετίες, και μαζί του όλη την Οικουμένη, όσο αυτή μπορούσε να δεχθεί μια τέτοια τροφή: το νέκταρ του πνεύματος και του καλλίστου λόγου. Του λόγου που είναι διαπλασμένος από την ίδια τη γλωσσική δομή του στη μορφή της Ποιήσεως.

Η Ποίηση είναι η αισθητική έκφραση της Ιδέας, αποτύπωση του Ωραίου, του Μεγάλου και του Αληθινού, με αξία ακατάλυτη. Περιφρουρεί τη σφαιρική ενότητα της ψυχής, έχει δύναμη μορφογενετική, βρίσκεται παντού, είναι ο ρυθμός της ανθρώπινης καρδιάς- και της καρδιάς του Κόσμου σε ανταπόκριση.

Πλήθος αρχαίες πηγές μίλησαν στο παρελθόν, και τα γραπτά και οι μαρτυρίες τους μας μιλούν ακόμη, για κάποιες ισχυρές διάνοιες που αποκρυστάλλωσαν, με τον γραπτό ή τον προφορικό λόγο, όχι μόνον θρύλους, παραδόσεις, αλλά και τις «ιερές τέχνες» της προϊστορικής (καθ' ημάς) Ελλάδας, μιας εποχής που χάνεται σε απροσδιόριστα χρονολογικά βάθη, και ενός τρόπου σκέψης, της Ελληνικής Σκέψης, που ενώ συνεχίστηκε αδιάκοπα, από ένα λαό υπερήφανο μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, υφίσταται ολομέτωπη επίθεση στις μέρες μας, τόσο ο Λαός όσο και η Σκέψη του, με στόχο την αλλοτρίωση και την τελική άλωση.

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

Ποιοι και πόσοι ήσαν αυτοί που με διάφορες μορφές έμμετρου λόγου, αυστηρά καθορισμένες, άλλοτε αινούσαν «τα κλέα θεών και ανθρώπων», άλλοτε απεκάλυπταν αλήθειες υπερβατικές, εγγύτατες αυτών που ονομάζονται και σήμερα επιστήμες, αλλά υφασμένες πάντοτε με πνεύμα αρετής, άλλοτε πάλι εξέφραζαν τα συναισθήματα και τους λογισμούς τους, άλλοτε υμνούσαν τη Φύση- «φαινομένη τ' αφανή», τους νόμους και τις άδηλες Αρχές, και άλλοτε εκθείαζαν ημίθεους, νύμφες, ήρωες; Η παλαιότητα των σωζομένων ονομάτων, η μορφή και το περιεχόμενο των σπαραγμάτων του λόγου τους, μας επιτρέπουν την αναγωγή του αριθμού τους στο σύνολο, κατ' αρχάς, των ανθρώπων που συγκροτούσαν τις κοινότητες του Χρυσού Γένους. Αναφερόμαστε στο σύνολο τους , γιατί η σχετική παράδοση περιγράφει έναν ανθρώπινο πολιτισμό στον οποίο τα κυρίαρχα και απόλυτα στοιχεία ήταν  η ειρήνη και η έλλειψη κάθε συγκρούσεως, διαπροσωπικής ή συλλογικής, τοπικής και μη, καθώς και η κοινότητα παντός αγαθού, επομένως και της κουλτούρας στο σύνολό της.

Είναι φανερό πως όλοι οι μεγάλοι στοχαστές, όλων των εποχών, έχουν ως ιδεώδες πρότυπο τον βίο και την κοινωνική ζωή εκείνου του Γένους. Ας σημειωθεί πως, ασχέτως του πως το χαρακτηρίζουμε εμείς- οι άνθρωποι του εσχάτου σταδίου του Σιδηρού Γένους- το Χρυσό Γένος ήταν για τη συνείδηση των αρχαίων Ελλήνων πραγματικότητα, ιστορικό δεδομένο.

Οπωσδήποτε, πάντως, η αναφορά σ' αυτό δεν είναι επινόηση του Ησιόδου, αλλά συνέβη να διασωθεί ο λόγος εκείνου προς εμάς. Τούτο φαίνεται και από τον ευθύ, κατηγορηματικό τύπο του έπους «Έργα και Ημέραι», αλλά και από τους κανόνες του διδακτικού έπους γενικότερα, που απαγορεύουν συμπλοκή φαντασιακών στοιχείων- όχι κρίσεων- στο ιστορικό ή ηθικό, ή κοινωνικό κ.λπ. περιεχόμενό του.

Αργότερα, ό, τι θα είχε την αξία του κοινού αγαθού και πρωτίστως η έντεχνη χρήση της γλώσσας ως μορφή ήδη διακριτή κατά τα είδη της, περιορίστηκε ως απόρρητο αντικείμενο και προνόμιο ειδικό, στους κόλπους των ιερατικών- βασιλικών γεννών. Γι' αυτό και οι αρχαιότατοι ποιητές που τα ονόματά τους σώζονται ως εμάς, έχουν αυτές ακριβώς τις ιδιότητες: του βασιλέως- ιερέως. Πάντως, όποια μέθοδο και αν ακολουθήσει κάποιος, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ή να παραγνωρισθεί το γεγονός πως πολύ πριν τον Όμηρο[1] η Τέχνη της Ποιήσεως ως μοναδικός τρόπος εκφοράς επίσημου έντεχνου λόγου, ήταν ήδη  συγκερασμένο και διακεκριμένο κατά είδη, σύστημα του κύριου εκφραστικού μέσου του ανθρώπου: της Γλώσσας. Ας μείνει δίχως σχόλια ότι το αντίθετο (δηλαδή ότι η ποίηση στην Ελλάδα εμφανίστηκε με τον Όμηρο)  θα ήταν λογικά και πραγματολογικά αδύνατον· ας μείνει αυτό τούτο το διδόμενο ως μέτρο αξιολογήσεως του προϊστορικού Πολιτισμού της χώρας αυτής, που ονομάστηκε Ελλάδα.

Σημείο αψευδές, πως ό, τι αργότερα ονομάσθηκε Ελληνικό θαύμα- αλλά όχι πολύ στενά θεωρούμενο, όπως συνήθως συμβαίνει, τυπικώς ή ουσιωδώς- δεν γεννήθηκε σε μια μέρα, και δεν έζησε μερικούς αιώνες μόνον, είναι η άρση της Γλώσσας, που όπως λέγει ο Νίτσε «είναι το πρωτόγονο τραγούδι ενός λαού», σε Λόγο, δηλαδή σε εξελιγμένο και πάντοτε δεσπόζον στοιχείο πολιτισμού, σε οργανικό μέλος της ανθρώπινης οντότητας, σε θησαυρό της Μνήμης που συνάπτεται προς την αλήθεια.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ

Ένας πρώτος στόχος επιθέσεως κατά του Έθνους μας, που άρχισε να εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, είναι η Γλώσσα. Γιατί έχει δύναμη. Τη δύναμη του Λόγου ως μέσου εκφοράς της Σκέψης και ως φορέως και εγγυητή της Ιστορικής Μνήμης.

Εδώ η γλώσσα έλαβε τη μορφή έναρθρης φωνής, εφ΄ όσον τα φωνήεντα ετέθησαν ως σύμπλοκα συνεχείας, στάσεως και δυνάμεως μεταξύ των κατ' εξοχήν μιμητικών των φυσικών ήχων- άρα πρωτογόνων- συμφώνων. Οι Έλληνες επινόησαν  ένα σύστημα γραφής, άγνωστο προηγουμένως-το αλφαβητικό- ως εξέλιξη την γραμμικών- συλλαβικών (Κρητομηκυναϊκου, Κυπριακού κ.λπ.) δίνοντας απίστευτη ώθηση στον γραπτό λόγο με τη χρήση μόνον 28 σημείων. Δημιουργώντας και τα φωνήεντα (μακρά και βραχέα) που στην ελληνική γλώσσα έπαιξαν σημαντικό ρόλο, ειδικά στις καταλήξεις, και κατέστησαν δυνατή την ανάλυση μιας λέξεως στα στοιχεία της δίνοντας της και σαφήνεια και ακρίβεια[2].

Εδώ ,λοιπόν, η Γλώσσα, ως Λόγος, ανεδείχθη σε πνευματική μορφή, γέννημα του άνθους της ψυχής και της διανοίας των ανθρώπων αυτής της Γης. Ως συνέμφαση, εξ άλλου, όλης της ψυχοδιανοητικής κλίμακας και της εκφράσεως του τρόπου διατυπώσεως των ψυχικών συμβαινόντων και των διανοητικών συλλήψεων, ο Ελληνικός Λόγος, παρουσιάζει και τον τρόπο και το ποιόν και το πάσχειν και το ποιείν κι αυτή την ιδιαίτερη ουσία- την άδηλη δύναμη ή δέσμη δυνάμεων- που χαρακτήριζαν τους γεννημένους από την Ελληνική Γη και τον Ελληνικό Ουρανό. Κι εκείνο που φανερώνεται, είναι ένα Ποιητικό είδος ανθρώπου, με ανάλογη στάση και κίνηση προς το Είναι και το Εγώ. Στάση και κίνηση που ζητούν την Αλήθεια, την Αρμονία και την Ισορροπία και στον κόσμο των φαινομένων και στον κόσμο των αφανών. Δηλαδή, και στη Φύση, σε σύνθεση με την ανθρώπινη ιστορία, και στις μυστικές, πέραν της Ιστορίας των Ανθρώπων, Πηγές και Αιτίες των Πάντων.

Η Γλώσσα, ως Λόγος Ελληνικός, παρουσιάζει, τέλος, ένα μοναδικό- και μοναχικό, «ανάδελφο»- είδος ανθρώπου, που πέρα από τον κλωβό του «ανθρωποκεντρισμού», ανοιχτός όπως κάθε τι που ζει και εξελίσσεται, στα νέα στοιχεία που γεννά η Αλήθεια, έφθασε ν' αναπτύξει διάνοια ρωμαλέα και λεπταίσθητη συνείδηση πλούσια σε πόρους προς τα αψηλάφητα άδυτα της ψυχής, απ' όπου αντλεί, ερμηνεύει κι αποκαθιστά στο φως σκοτεινές, αναπόφαντες αγωνίες. Το κριτικό Πνεύμα απελευθερώνεται από τα στενά αυτοαναφορικά όρια του ανθρώπινου Είναι, ατομικού ή συλλογικού και γίνεται δίαυλος απ' όπου περνούν στον Καρδιαίο Νου, όντα και νοήματα Ιδανικά.

Η ρωμαλέα και λεπταίσθητη αυτή συνείδηση είναι ικανή να εκφράζεται με το ανθό του αληθούς λόγου: την Ποίηση. Η Ποίηση ως περιεχόμενο ή αξία δεν χωρεί σε ορισμούς , υπερβαίνει την κατατακτήρια λογι(στι)κή, υπερβαίνει τη δυνατότητα κάθε εμπλαισίωσης.

Εν τούτοις, το Ελληνικό Πνεύμα, η πανάρχαιη Ελληνική Ποίηση σε κάθε ειδική κατά τη μορφή και το θέμα έκφανσή της, διαστέλλει την αφηγηματική αναφορά σε απειρόσημο σημαίνον, διευρύνει την κυριολεξία σε πολύπτυχο υπαινιγμών, αναπτύσσει την αφήγηση σε βαθμίδες κλίμακας μυσταγωγικής. Και τούτο μπορεί να γίνεται μόνο με όπλο τον Ελληνικό Λόγο, που κάθε λέξη του είναι μια πλούσια αναβάθμιση της σημασίας, και με πηγή την Ελληνική Σκέψη, αυστηρή και αισθαντική όπως είναι η χώρα μας, σαν πρόσωπο θεού, πολύμορφο, πολυδύναμο.......

Στην Ελλάδα συστήθηκε η μετρική ποιητική τέχνη, που είναι παρέκταμα της εγγενούς στην Ελληνική Γλώσσα προσωδίας.

Η γλώσσα των λαών αυτής της χώρας ανεδείχθη, σε ιστορικά ασύντακτους χρόνους, σε ανεξάντλητο τρόπο συνεκφοράς της διάνοιας και της έκφρασης. Η διάνοια, ως βασικός και δεσπόζων όρος της συνείδησης, ανέρχεται προς της εντέλειά της έχοντας σχέση συνεχούς διάδρασης- ανάδρασης με την  εξωτερίκευσή της, τον λόγο, που την παρουσιάζει ως σύνθετη πνευματική λειτουργία.

Ο λόγος είναι ο ανθός , ο αιθέρας της διανοητικής κλίμακας, που, σε γενικές γραμμές έχει τις εξής βαθμίδες:

·         Αίσθημα- αντίληψη-παράσταση- εποπτεία- γνώση ως εμπειρία.

·         Έννοια- κρίση- συλλογισμός- κατανόηση ως επιστήμη.

·         Λόγος, δηλαδή διαλεκτική διείσδυση και υπέρβαση στο νοητό πεδίο, πέρα του αισθητού, Ιδέα κατά το Είναι, το Γίγνεσθαι, το Δέον, Αξία- Φιλοσοφία.

Ειδικά ο  Ελληνικός Λόγος βρίσκεται σε αναγκαία συνάφεια με την Ελληνική Σκέψη. Όσο αυτή η αναγωγή, σε κάποιους παλαιούς ήδη, για τους καθ' ημάς «αρχαίους Έλληνες,  χρόνους, αυξανόταν σε βάθος και πλάτος, όσο ο Πολιτισμός ανέβαινε και συναντούσε, μέσα και πάνω από τη μορφή, την ουσία κι ακόμη πιο πάνω, την αιτία της ουσίας, τόσο και η γλώσσα πλουτιζόταν, τόσο και πλησίαζε περισσότερο στη συναρμογή της λέξης με την Αλήθεια και το Ωραίο.

Ο Αριστοτέλης ορίζει ως αφετηρία της διανόησης την εκστατική θέα του Κόσμου, την απορία: « Διά το θαυμάζειν οι άνθρωποι  και νυν και το πρώτον ήρξαντο φιλοσοφείν». 'Έτσι, η διάνοια προχωρεί από τον συσχετισμό των παραστάσεων που εκτιμά τις σχέσεις φαινομένων και συμβαινόντων, στο σχηματισμό συνειρμών, λογικών ακολουθιών και αναβαθμών, που φθάνουν, ύστερα από ενδελεχή στοχασμό, στη σύλληψη Ιδεών.

Η μουσική διάρθρωση της  Ελληνικής  Γλώσσας, μαρτυρεί τη δομή του Πνευματικού Κόσμου των λαών αυτής της χώρας, σαν γενικό χαρακτηριστικό όλων των  φύλων που την κατοίκησαν συνεχώς για χιλιετίες. Και το φανερό τούτο κριτήριο, ενδεικνύει την εθνική ομοιογένεια αυτών, καθώς μάλιστα, αντιστοιχεί και κατευθύνει και προς τις άλλες σφαίρες της κοινής συνείδησης, όπως εκδηλώνεται αδιάβλητα από το σύνολο των έργων που συνιστούν τον πολιτισμό τους.

Όπως παρατηρεί ο Ferdinand de Saussure[3]στο έργο του «Cours de linguistique générale » (Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας): «Η γλώσσα δεν είναι σύνολο συμβατικών σημείων, αλλά λειτουργία σύμφυτη με τη συνείδηση και την πνευματικότητα, δεν είναι απλή ομιλία αλλά λόγος, δηλαδή, οργανικό σύστημα, απαρτισμένο δομικό σύστημα». Και συνεχίζει ο Saussure: «η Γλώσσα είναι γιγαντιαίο δόμημα (structure) διαμορφωμένο από γενετικούς νόμους».

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι  δομή γενικά, φυσική ή πεποιημένη, δεν είναι  στερεότυπο, αλλά δέχεται, και ίσως απαιτεί, πλαστική - αναπλαστική διαχείριση, δημιουργία εποικοδομημάτων αναλόγων των αναπλαστικών ακριβώς δυνατοτήτων της . Γι' αυτό και η Ελληνική, χάρις ακριβώς στη δομική  σταθερότητα και συνοχή των ρυθμιστικών της κανόνων έχει τη δυνατότητα να προσλαμβάνει, δίχως να διαταράσσεται το έδαφός της, πλήθος εκφραστικών μορφολογικών προσαρμογών. Γι' αυτό και αποδίδεται πάντοτε ίδια  και πάντοτε άλλη, σε πληθώρα υφών του Λόγου. Και για τον ίδιο λόγο, Γραμματεία συστήθηκε μόνον Ελληνική. Επειδή, εν ολίγοις, έχει εκείνη την αιθερική, θα λέγαμε, ελαστικότητα, να υποδέχεται και να εκλύει τον τρόπο συγκίνησης, σκέψης, έκφρασης, ως προσωπικό πάσχειν και ποιείν. Άλλωστε, και το Πρόσωπο, ως συνέμφαση της ανθρώπινης ελευθερίας, σε τούτο τον τόπο ανεδύθη έναντι της καταστασιακής αγκύλωσης των μαζών, αλλού.

Σημαντικό μέρος, και μάλιστα αποκλειστικό έως τον 6ο-5ο αι. π.Χ, αυτής της Γραμματείας, όσης βέβαια διασώθηκε και περιήλθε σ' εμάς, κατέχει ο έμμετρος ποιητικός λόγος. Μουσικότητα, σαφήνεια, αρτιότητα, λιτότητα και πλούτος ασύγκριτος σε αριθμό στοιχείων του λόγου, που «βλέπει» πάντοτε στην αρμονική (= αληθή) διατύπωση των νοημάτων, των ιδεατών σημαινομένων μακρινών, αφανών, αδήλων στην αίσθηση, όσο και στην έκφραση, την ωραία και αυστηρή, λεπτών και βαθιών διανοημάτων και συγκινήσεων.

Τα ριζικά (γενετικά) αυτά γνωρίσματα της γλώσσας μας, αρκούν, ίσως, για να τεκμηριώσουν το ότι το Έθνος των Ελλήνων ακόμη και στην καθημερινή, επικοινωνιακή ομιλία του, τραγουδούσε, πλαστουργούσε λόγο ποιητικό και ανάλογη συνείδηση. Και η ποιητική και μουσική αυτή δύναμη που ενυπάρχει στο βάθος της ψυχής των Ελλήνων, ενθαρρύνεται από τη γλώσσα αλλά και κινείται και αναθερμαίνεται από υψηλά ή ισχυρά συναισθήματα που τόσο καλά γνωρίζει αυτός ο λαός, όπως η φιλοπατρία, τα πολεμικά κλέη, ο έρωτας...........

Παλμός, Ρυθμός, Μέτρο και Μελωδία, ενδημούσαν εξ αρχής στην γλώσσα. Ήταν, λοιπόν, αισθητικά φυσικό και εύληπτο και αναγκαίο, ο λόγος, που απευθυνόταν στην κοινή συνείδηση, είτε από χείλη «ενθέων ανθρώπων» είτε από κάποιον χορό κοινοτικό, να έχει μορφή οργανικά δυναμική, ικανή να παρακινήσει στην περαιτέρω ανάπτυξη του στοχασμού και του Λόγου. Και ο Λόγος έπρεπε, για όλα τα παραπάνω, αλλά και χάριν της προσωπικότητας αφ' ενός, και του αγώνα για την αληθή σύσταση λόγου και νοημάτων, αφ' ετέρου, να είναι εύπλαστος, κομψός, αλλά και ανάλογος του περιεχομένου του.

Έτσι αναδύθηκε η Τέχνη του Λόγου στη χώρα μας, που, είτε στον ποιητικό, είτε στον πεζό λόγο  κατατάσσονται τα έργα της (όσα σώθηκαν άλλωστε), είναι πάντοτε, κατά την πνοή τους τουλάχιστον, ποιητικά. Βέβαια, προϊόντος του χρόνου, και το Μέτρο και ο Ρυθμός υπεχώρησαν, η προσωδία εξέλιπε κατά το μάλλον, από τον 4ο ήδη, προχριστιανικό αιώνα[4].

Ε ν τούτοις, οι ελλόγιμοι άνθρωποι διετήρησαν, τουλάχιστον στον γραπτό λόγο, αυτές τις αξίες με τα «μουσικά» σημεία της (πολυτονικής λεγόμενης) στίξεως. Αλλά  ο Λαός τις διατηρεί ζωντανές, σε πείσμα και καθ' υπέρβαση των συνθλιπτικών ιστορικών εκπαιδευτικών παραδόξων.

Τα  διάφορα είδη, οι μορφές του ποιητικού αρχαίου λόγου διακρίνονται ως εξής:

Έπος: Ηρωϊκό, διδακτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό.

Λυρική Ποίηση: Ελεγεία, ίαμβος, μελική, χορική.

Ρητορεία: (δικανική, παραινετική, πανηγυρική). Κατά ορισμένες εκτιμήσεις  αντιστοιχεί στο Δράμα που είναι ποιητικό είδος από σύγκραση λυρικού και επικού στοιχείου και διαιρείται σε Τραγωδία, Κωμωδία και Σατυρικό Δράμα[5].

Η αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση ανέπτυξε και άλλα ποικίλα είδη, όπως: ο Νόμος (άσμα λειτουργικό προς τιμήν θεότητας), ο Ύμνος (λατρευτική έξαρση θεού), ο Θρήνος (νεκρικά μοιρολόγια), ο Υμέναιος (άσμα επιγαμήλιο), ο Παιάν (πολεμικό εμβατήριο ή και ευχαριστήρια λιτή-λιτανεία- προς θεό), ο Αίλινος (αγροτικό θρηνώδες άσμα), το Υπόρχημα (άσμα με ζωηρή όρχηση), ο Διθύραμβος (άσμα διονυσιακό ομαδικό με ζωηρές θορυβώδεις κινήσεις), το Προσόδιον (άσμα πομπικό), το Παρθένιον (χορικό άμα των παρθένων), το Εγκώμιον (έπαινος νεκρών ηρώων), ο Επίνικος (έπαινος νικητών Αγώνων), ο Χωλίαμβος (σύνθεση ιαμβικών στροφών που ο τελευταίος στίχος τους είναι σπονδείος), το Σκόλιο (άσμα επιτραπέζιο, συμποτικό, παροίνιο), το Επίγραμμα (σύντομο ποιητικό στιχούργημα ποικίλου περιεχομένου), οι Σίλλοι (σκωπτικοί εξάμετροι), το Κωμειδύλλιον (ελαφρά κωμωδία ειδυλλιακής υπόθεσης), ο Μίμος ή Παντομίμα (ατελές θεατρικό είδος στο οποίο επικρατεί η χειρονομία), το Ειδύλλιο (ποιμενικό, λυρικό είδος).

Αυτός ο τεράστιος πλούτος  έντεχνου λόγου, ό, τι έχει σωθεί από τον Λόγο τον ανόθευτο, τον Ποιητικό, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την άφατη δύναμη της Ελληνικής Γλώσσας, στρεφόμενοι στις πηγές της. Κι έπειτα, να στοχαστούμε  πόση σοβαρότητα χρειάζεται για την κατανόηση αυτής της δύναμης που συνεχίζει να τρέφει όσους τη ζητούν.

Ο Λόγος ήταν, σε κάθε περίπτωση έντεχνος επειδή η Ελληνική Γλώσσα δεν ήθελε να είναι πρόσκαιρη ή ελλειμματική στη διατύπωση των νοημάτων, ή απλώς χρηστική, αλλά απήχηση, αντήχηση και αντιφώνημα στην υπέρτατη Αρμονία των ζωοποιών και τροφών του Κόσμου δυνάμεων, φανερών και αφανών.

Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟ

Λόγος σημαίνει και τέκνο, όσο και λίκνο. Ο Ελληνικός Λόγος, διευθυνόμενος, κρινόμενος και κατειλημμένος από τους κεραυνούς του λεπτότατου, θειότατου και ισχυρότατου ζωοποιού των πάντων - και της ψυχής και του νου και της συνείδησης του ανθρώπου- πνεύματος, αρθρώθηκε αυστηρά κι ευλαβικά, όσο και μοναδικά από τους ανθρώπους τούτης της γης, και ιδανικά, πρότυπα, από τους σοφούς της. Αυτοί οι σοφοί ιχνευτές του απώτατου νοήματος του Είναι, του Εγώ, του Εμείς, ζητητές της ομορφιάς στην Αλήθεια, για τούτο βαθύτατα ευσεβείς ονομάζοντο μέχρι τον 6ο-5ο προχριστιανικό αιώνα Ποιητές. Αργότερα τους είπαν Θεολόγους - γιατί ζητούσαν την αλήθεια σε άφθαρτες Αρχές- ή Φιλοσόφους.

Γράφει ο Ιεροφάντης και Επόπτης του Μαντείου των Δελφών Πλούταρχος στο έργο του «Περί του μη χράν , έμμετρα νύν την Πυθίαν»(1ος μ.Χ. αι): «Πρότερον μεν εν ποιήμασι εξέφερον οι φιλόσοφοι τα δόγματα και τους λόγους, ώσπερ Ορφεύς και Ησίοδος και Παρμενίδης και Ξενοφάνης και Εμπεδοκλής....» και ακόμη λέγει ότι ο Σιμωνίδης [6]αποκαλεί την Κλειώ[7] αγνήν επόπτρια του καθαρτηρίου ύδατος, « ...την Κλειώ  προσειπών αγνάν επίσκοπον χερνίβων». Επίσης λέγει: «......τας δε Μούσας ιδρύσαντο παρέδρους της μαντικής δια την εν μέτροις και μέλεσιν χρησμωδίαν» δηλαδή, τοποθέτησαν τις Μούσες παρέδρους της μαντικής διότι η χρησμοδοσία εδίδετο με μέτρο και μελωδία. Και  συνεχίζει μελαγχολικά: «....περί της αιτίας, η πέπαυκε την Πυθίαν εν έπεσι και μέτροις άλλοις θεσπίζουσαν.....ως δυοίν θάττερον, ή της Πυθίας τω χωρίω μη πελαζούσης, εν ω το θείον εστίν, ή του πνεύματος παντάπασιν απεσβεσμένου και της  δυνάμεως εκλελοιπυϊας» δηλαδή, «......σχετικά με την αιτία λόγω της οποίας  έπαυσε η Πυθία να χρησμοδοτεί σε επικό ή άλλο μέτρο.... είναι ένα από τα δύο: ή η Πυθία δεν  πλησιάζει την θεότητα, ή το πνεύμα σβήστηκε και η δύναμη χάθηκε» περιγράφοντας λακωνικά την παρακμιακή κατάσταση που βίωνε, ( πόσο αλήθεια μοιάζει με την δική μας!),  και η οποία εκδηλωνόταν και με την υποχώρηση του έμμετρου ποιητικού λόγου. Υποχώρηση που σηματοδοτούσε και την αλλοίωση και την συντελούμενη, πριν από την εποχή του Πλουτάρχου (1ος αι. μ.Χ.) ήδη, αποξήρανση της γλώσσας με την απώλεια του έμμετρου λόγου, λόγω και της αλλαγής του τρόπου ζωής που άλλαζε μαζί με τις τύχες και την φύση των ανθρώπων. Λέγει δε χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος περιγράφοντας  την υπάρχουσα κατάσταση: «.....του λόγου συμμεταβαλλόντος άμα και συναπολυομένου κατέβη μεν από των μέτρων ώσπερ οχημάτων η ιστορία και τω πεζώ μάλιστα του μυθώδους απεκρίθη το αληθές, φιλοσοφία δε το σαφές και διδασκαλικόν ασπασαμένη μάλλον ή το εκπλήττον δια λόγων εποιείτο την ζήτησιν....» δηλαδή: καθώς άλλαζε, και ταυτόχρονα χανόταν,  ο τρόπος εκφοράς του λόγου, κατέβηκε η αφήγηση από τον έμμετρο (τρόπο) σαν να κατέβηκε από άρμα, και πεζή (με πεζό λόγο) υποκατέστησε με το πραγματολογικό (ρεαλιστικό) το μυθώδες, ενώ η φιλοσοφία, αφού προτίμησε την κυριολεξία και τον σχολαστικό τρόπο από τον θαυμασμό που προκαλεί ο (ποιητικός) λόγος συνέχισε έτσι την έρευνα της.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Όσο, όμως, κι αν τα ιστορικά παράδοξα εστόμωναν για λίγο το πνεύμα του Έθνους μας και τον Λόγο του, η χρυσή κλωστή της μνήμης και της έξεως χιλιετιών δεν εφθείρετο. Όσο, και όπως, οι Έλληνες δημιουργούσαν πολιτισμό, εξεικονίζοντας την ψυχή τους και το πνευματικό τους όραμα, ο λόγος τους έστεφε κάθε άλλο έργο, πάντα ποιητικός, πάντα αληθινός. Όσο κι αν αλλοιώθηκε η γλώσσα του, το πνεύμα του έμεινε σώο, σώζοντας τις δομικές της ρυθμίσεις, πλαστουργώντας έμμετρο λόγο, ρυθμικό και ποιητικό. Λόγο μαιευτικό της ουσίας και του καθόλου. Σύνθεση πολυεπίπεδη του νοήματος (ατομικό- συλλογικό- θείο- ανθρώπινο- φυσικό- ψυχικό, ιστορικό, κοσμικό) συμβολική, αλληγορική, υπαινικτική αλήθεια, όπως η αλήθεια του θεού[8], καθαρτήρια, ιαματική, απελευθερωτική και  συνεκτική φανερών και αφανών (σαν συμπαντική σήραγγα στον Αιθέρα). Και ήταν οι ποιητές έξαρχοι του ψυχικού θιάσου του Έθνους μας, οδηγητές σε κάθε του άλμα προς το φως, Ηνίοχοι του Πηγάσου που έχει για φάτνη και ορμητήριό του το Ελληνικό Κοινοσυνειδησιακό Είναι.

Ο Πλούταρχος, που ζούσε την άχαρη, την καταθλιπτική, τότε όπως και τώρα, περίοδο της Ιστορίας μας, όταν η Ελευθερία και η Γλώσσα φάνταζαν τελειωμένα, ή μάλλον ισοπεδωμένα στο χάος, των ημερών εκείνων μας το είπε ήδη: «....επεί δε του βίου μεταβολήν .....του λόγου συμμεταβαλλόντος και συναπολυομένου κατέβη μεν από των μέτρων ώσπερ οχημάτων η ιστορία....». Αλλά αυτός εδώ ο Λαός, πετούσε χρόνους πολλούς με το όχημα του Καλού Λόγου. Και σκλάβος ακόμη, και στερημένος των Μουσών του τα δώρα επίσημα και δημόσια, τα εύρισκε μέσα στη Μνήμη και τα Δίκαιά του, τα άγραφα κι άσβηστα: «ουδέν από ποιητικής λόγω χρησιμότερον υπάρχει του δεθέντα μέτροις τα φραζόμενα και συμπλακέντα μάλλον μνημονεύεσθαι και κρατείσθαι»: αυτά ήταν τα ιερά και τα ψηλότερα· Μέτρο και μνήμη. Και τα κράτησε, με τη Λέξη, με το Ρυθμό, τη Μελωδία. Το Δημοτικό μας Τραγούδι- όλη μαζί  η οικουμένη δεν έχει να παρουσιάσει ούτε ένα μέρος από την ποικιλία των δημοτικών μας ρυθμών και δρόμων - ήταν το ακριβώτερο από τα γεννήματα του νέου Ελληνικού Πολιτισμού. Και οι Ποιητές μας, έως προσφάτως, έως την επέλαση του φιλοτομαρικού ωχαδερφισμού και της σημαιοστολισμένης με χαρτιά ειδικοτήτων αμορφωσιάς, ήσαν ταγοί του Λαού μας και της μυσταγωγίας του.

Στη μέση της γερμανικής κατοχής, επί παραδείγματι, κανείς δεν θα μπορούσε να ξεσηκώσει, νεκρός ο ίδιος, σύσσωμο τον λαό της Αθήνας- και τις καρδιές όλης της χώρας, παρά ο Παλαμάς υμνούμενος από τον εκρηκτικά ζωντανό στο πλάϊ του Σικελιανό, τον άγγελο μιας Οικουμένης  Ελληνικής.

Η Ποίηση είναι εξαγνιστική. Και ο Ποιητής έχει ευθύνη και δύναμη. Η ψυχή του χωρεί των όλων την ψυχή. Για τούτο, κι όταν μιλάει για τον εαυτό του, μιλάει για όλους. Είναι ο Αίρων τα Πάθη του Κόσμου, ο Ιερός Βασιλιάς και Αρχιερέας του λαού των ψυχών, ο Κομιστής των Ιδεών πέρα από την Ιστορία, τις συγκρίσεις, τις όποιες αλλοιώσεις. Είναι ο σπέρμειος των νοερών λόγων στα επίγεια .

Το πνεύμα ζωπυρώνεται όταν στη σχέση όλων των μερών της ψυχικής μας τετρακτύος δεσπόζει ο Λόγος ως συνέμφαση της διάνοιας εκείνης που ζητεί την Αλήθεια μέσα και πέρα από τα φαινόμενα, και προπάντων πέρα από στερεότυπες και για τούτο ασταθείς και εύθραυστες κατασκευές χρηστικής κατευθύνσεως, αφ' ενός, και, αφ' ετέρου, μιας αισθητικής έκφρασης τόσον ωραίας, ώστε η ανθρώπινη λαλιά ν' αντιφωνεί άξια τον βαθύτατο Ρυθμό και την μυστική Αρμονία, όλη την ατέρμονη Μελωδία του Κόσμου. Του Κόσμου που είναι θεμελιωμένος στις δυνάμεις της Αρετής και της Τελειότητας[9].

(Σε συνέχεια και συνάφεια του κειμένου αυτού θα ακολουθήσουν αναφορές στους προομηρικούς Ποιητές).


[1] Κάθε απόπειρα προσδιορισμού αυτού του «πριν» σε χρονολογικά σημεία ενέχει εκ των πραγμάτων τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας και του λάθους, γι' αυτό και είναι προτιμώτερη η χρήση ακαδημαϊκών εκφράσεων όπως: «χρονικά ασύντακτες εποχές» ή απλώς «αρχαιότατα» (πρόσωπα ή γεγονότα).

[2] Αντίθετα οι σημιτικές γραφές (Αραβική, Εβραϊκή) αγνοώντας τα φωνήεντα, άφηναν τον αναγνώστη να καταλάβει από τα συμφραζόμενα ποια φωνήεντα έπρεπε να προσθέσει. Τα φωνήεντα για τους Σημίτες είχαν ρόλο συμπληρωματικό ενώ τα σύμφωνα καθοριστικό, κάτι που «ταίριαζε και με το πνεύμα της γλώσσας τους». (βλ. Εφη Πολυγιαννάκη: «Ο Δίσκος της Φαιστού μιλάει Ελληνικά- Η Γένεσις του Αλφαβήτου από τις Γραμμικές Γραφές» εκδ. Γεωργιάδη και Unesco «Ιστορια της Ανθρωπότητος» κεφ. Γλώσσες και Συστήματα Γραφής).

[3] Ελβετός γλωσσολόγος (1857-1913) . Στο τελευταίο του έργο με τίτλο «anagrammes» αναπτύσσει την θέση ότι η  ποιητική γλώσσα είναι αυτόνομος κώδικας επικοινωνίας.

[4] Τότε υποχώρησε ο μουσικός τόνος εκφοράς και υπερίσχυσε ο δυναμικός- τονικός. Ο πρώτος διατηρήθηκε σε μερικά νότια ιδιώματα (Κρήτης, Κύπρου).

[5] Είναι, ως γνωστόν, το 4ο μέρος μιας (τραγικής) τριλογίας, με χορό Σατύρων και θέμα σκωπτικό θεών και ηρώων, για να απαλύνει τους θεατές από το ψυχολογικό βάρος των «παθημάτων» της Τραγωδίας.

[6] Ο περίφημος λυρικός ποιητής.

[7] Την Μούσα της επικής ποιήσεως

[8] «Ο Άναξ ου το μαντείον εστί το εν Δελφοίς, ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει» μας λέγει ο Ηράκλειτος.

[9] Ιεροί λόγοι,Συλλογή Otto Kern.