Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (644-673)

ΑΠ. ὦ παντομισῆ κνώδαλα, στύγη θεῶν,
645 πέδας μὲν ἂν λύσειεν, ἔστι τοῦδ᾽ ἄκος,
καὶ κάρτα πολλὴ μηχανὴ λυτήριος·
ἀνδρὸς δ᾽ ἐπειδὰν αἷμ᾽ ἀνασπάσῃ κόνις
ἅπαξ θανόντος, οὔτις ἔστ᾽ ἀνάστασις.
τούτων ἐπῳδὰς οὐκ ἐποίησεν πατὴρ
650 οὑμός, τὰ δ᾽ ἄλλα πάντ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω
στρέφων τίθησιν οὐδὲν ἀσθμαίνων μένει.
ΧΟ. πῶς γὰρ τὸ φεύγειν τοῦδ᾽ ὑπερδικεῖς ὅρα·
τὸ μητρὸς αἷμ᾽ ὅμαιμον ἐκχέας πέδοι
ἔπειτ᾽ ἐν Ἄργει δώματ᾽ οἰκήσει πατρός;
655 ποίοισι βωμοῖς χρώμενος τοῖς δημίοις;
ποία δὲ χέρνιψ φρατέρων προσδέξεται;
ΑΠ. καὶ τοῦτο λέξω, καὶ μάθ᾽ ὡς ὀρθῶς ἐρῶ.
οὐκ ἔστι μήτηρ ἡ κεκλημένη τέκνου
τοκεύς, τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου·
660 τίκτει δ᾽ ὁ θρῴσκων, ἡ δ᾽ ἅπερ ξένῳ ξένη
ἔσωσεν ἔρνος, οἷσι μὴ βλάψῃ θεός.
τεκμήριον δὲ τοῦδέ σοι δείξω λόγου·
πατὴρ μὲν ἂν γείναιτ᾽ ἄνευ μητρός· πέλας
μάρτυς πάρεστι παῖς Ὀλυμπίου Διός,
665 οὐκ ἐν σκότοισι νηδύος τεθραμμένη,
ἀλλ᾽ οἷον ἔρνος οὔτις ἂν τέκοι θεά.
ἐγὼ δέ, Παλλάς, τἄλλα θ᾽ ὡς ἐπίσταμαι,
τὸ σὸν πόλισμα καὶ στρατὸν τεύξω μέγαν,
καὶ τόνδ᾽ ἔπεμψα σῶν δόμων ἐφέστιον,
670 ὅπως γένοιτο πίστις ἐς τὸ πᾶν χρόνου
καὶ τόνδ᾽ ἐπικτήσαιο σύμμαχον, θεά,
καὶ τοὺς ἔπειτα, καὶ τάδ᾽ αἰανῶς μένοι
στέργειν τὰ πιστὰ τῶνδε τοὺς ἐπισπόρους.

***
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κνώδαλα σ᾽ όλους μισητά, θεούς κι ανθρώπους,
τα σίδερα μπορούν να λύσουν και το πράμα
έχει γιατρειά κι άπειρ᾽ οι τρόποι να γλιτώσεις·
μα όταν το χώμα πιει το αίμα ενός ανθρώπου,
μια και πεθάνει, ανάσταση πια δεν υπάρχει,
μα ουδ᾽ ο πατέρας μου σ᾽ αυτό γητειές και ξόρκια
650 δε βρήκε, που όλα τ᾽ άλλα άνω και κάτω στρέφει
και φέρνει δίχως να του κόβεται η πνοή του.
ΧΟΡΟΣ
Κοιτά πώς πολεμάς αθώο να μας τον βγάλεις!
αφού το αίμα της μάνας του, αίμα δικό του,
έχυσε κατά γης, πώς θα καθίσει στο Άργος
στο πατρικό το σπίτι του; ποιούς κοινούς θα ᾽χει
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣΚνώδαλα σ᾽ όλους μισητά, θεούς κι ανθρώπους,τα σίδερα μπορούν να λύσουν και το πράμαέχει γιατρειά κι άπειρ᾽ οι τρόποι να γλιτώσεις·μα όταν το χώμα πιει το αίμα ενός ανθρώπου,μια και πεθάνει, ανάσταση πια δεν υπάρχει,μα ουδ᾽ ο πατέρας μου σ᾽ αυτό γητειές και ξόρκια650δε βρήκε, που όλα τ᾽ άλλα άνω και κάτω στρέφεικαι φέρνει δίχως να του κόβεται η πνοή του.ΧΟΡΟΣΚοιτά πώς πολεμάς αθώο να μας τον βγάλεις!αφού το αίμα της μάνας του, αίμα δικό του,έχυσε κατά γης, πώς θα καθίσει στο Άργοςστο πατρικό το σπίτι του; ποιούς κοινούς θα ᾽χειβωμούς να κάνει τις θυσίες του; ποιά φατρίαστους αγιασμούς της θα δεχτεί να παίρνει μέρος;ΑΠΟΛΛΩΝΑΣΚι αυτό θ᾽ αποκριθώ και πόσο ορθά στοχάσου·δεν είναι η μάνα που γεννάει αυτό που λένεπαιδί της· θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα·660ο άντρας που σπέρνει, αυτός γεννά· κείνη σαν ξένητο φύτρο σώζει, αν ο θεός γερό τ᾽ αφήσει.και θα σου φέρω απόδειξη σ᾽ αυτό που λέω.πατέρας γίνεται να υπάρξει δίχως μάνα,νά, μάρτυρας εμπρός του Ολύμπιου Δία η κόρη,που μέσα σε κοιλιάς δε θρέφτηκε σκοτάδια,κι όμοιό της ποιά θεά βλαστάρι θα γεννούσε;Μα εγώ, από τ᾽ άλλο, θενα κάμω όπως γνωρίζω,την πόλη σου, Αθηνά, και το λαό μεγάλουςκι αυτόν ικέτη σου έστειλα να σου προσπέσει670για να ᾽ναι πάντα σ᾽ όλο τον καιρό πιστός σουκαι να τον έχεις σύμμαχο, Θεά, και τούτονκαι τη γενιά του κι έτσι μένει στον αιώνανα σου φυλάουν την πίστη αυτοί κι οι απόγονοί τους.του; ποιά φατρία
στους αγιασμούς της θα δεχτεί να παίρνει μέρος;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κι αυτό θ᾽ αποκριθώ και πόσο ορθά στοχάσου·
δεν είναι η μάνα που γεννάει αυτό που λένε
παιδί της· θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα·
660 ο άντρας που σπέρνει, αυτός γεννά· κείνη σαν ξένη
το φύτρο σώζει, αν ο θεός γερό τ᾽ αφήσει.
και θα σου φέρω απόδειξη σ᾽ αυτό που λέω.
πατέρας γίνεται να υπάρξει δίχως μάνα,
νά, μάρτυρας εμπρός του Ολύμπιου Δία η κόρη,
που μέσα σε κοιλιάς δε θρέφτηκε σκοτάδια,
κι όμοιό της ποιά θεά βλαστάρι θα γεννούσε;
Μα εγώ, από τ᾽ άλλο, θενα κάμω όπως γνωρίζω,
την πόλη σου, Αθηνά, και το λαό μεγάλους
κι αυτόν ικέτη σου έστειλα να σου προσπέσει
670 για να ᾽ναι πάντα σ᾽ όλο τον καιρό πιστός σου
και να τον έχεις σύμμαχο, Θεά, και τούτον
και τη γενιά του κι έτσι μένει στον αιώνα
να σου φυλάουν την πίστη αυτοί κι οι απόγονοί τους.

Ο Μαρξ, η εμπορευματοποίηση του χρήματος και ο Αριστοτέλης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χρήμα είναι η κινητήριος δύναμη όλων των συνδιαλλαγών. Λειτουργεί όχι μόνο ως διαμεσολαβητικός κρίκος ανταλλαγής προϊόντων αλλά και ως κριτήριο της αξίας κάθε προϊόντος, αφού η τελική του τιμή δεν είναι μόνο η έκφραση μιας εμπορικής επικοινωνίας ανάμεσα στον παραγωγό ή τον έμπορο και τον καταναλωτή, αλλά και το εμπορικό ανάστημα του ίδιου του προϊόντος μέσα στις αγορές. Κι εδώ βέβαια δεν μιλάμε για το μέγεθος της χρηστικής αξίας, γιατί άλλο η χρηστική αξία κι άλλο η εμπορική αξία. Εδώ μιλάμε για τη συνολική δαπάνη της εργασιακής δύναμης που απαιτείται για την παραγωγή ή τη μεταφορά των προϊόντων, δηλαδή για την ποσότητα των εργατοωρών και των πρώτων υλών που δαπανώνται. Νομοτελειακά το χρήμα είναι ο εκφραστής της αξίας, ο μετατροπέας της διαμορφωμένης παραγωγικής διαδικασίας σε χειροπιαστή, μετρήσιμη κι ως εκ τούτου ανταλλάξιμη ύλη. Φυσικά, δεν είναι ο δημιουργός της αξίας, είναι η μονάδα μέτρησής της αξίας, κι ως μονάδα μέτρησης, είναι προφανές ότι από μόνο του δεν έχει καμία αξία. Πράγματι, αν το χρήμα χάσει την ανταλλακτική του χρήση, χάσει δηλαδή την ανταπόκρισή του στα προϊόντα, δεν είναι παρά ένα κομμάτι χαρτί, γιατί η δύναμη του χρήματος δεν κρύβεται στην δική του αυτοτελή αξία, αλλά στο εύρος της πρόσβασης που εξασφαλίζει στα προϊόντα. Έτσι, δεν είναι παρά ο διευκολυντής της ανταλλαξιμότητας, η επινοημένη παρέμβαση εξυπηρέτησης των συναλλαγών, με δυο λόγια το όργανο της άμεσης μετατροπής των προϊόντων σε άλλα προϊόντα. Θα λέγαμε ότι είναι το λάδι που κινεί την εμπορευματική μηχανή. Το κάθε προϊόν, ως φορέας συσσωρευμένης αξίας, με την πώλησή του μετατρέπεται σε χρήμα, το οποίο επαναμετατρέπεται σε προϊόν με την επόμενη αγορά. Έτσι, ο καθένας εμφανίζεται διαρκώς στο αγοραστικό στερέωμα άλλοτε ως πουλητής κι άλλοτε ως αγοραστής προϊόντων και η όλη διαδικασία δεν είναι παρά η τελική ανταλλαγή προϊόντων που διασφαλίζουν την κοινωνική αυτάρκεια. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στην εξίσωση Ε – Χ – Ε (εμπόρευμα – χρήμα – εμπόρευμα) που καθορίζει όλες τις συναλλαγές: «Σύμφωνα με το υλικό της περιεχόμενο η κίνηση καταλήγει σε Ε – Ε, σε ανταλλαγή εμπορεύματος με εμπόρευμα, σε ανταλλαγή της ύλης της κοινωνικής εργασίας».
 
Η εμπορευματοποίηση αφορά τα προϊόντα που ανταλλάσσονται κι όχι το ίδιο το χρήμα που δεν λειτουργεί ως προϊόν αλλά ως διαμεσολαβητής προϊόντων. Με την εξέλιξη του κεφαλαιοκρατικού συστήματος όμως, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι το ίδιο το χρήμα άρχισε να αποτελεί εμπόρευμα. Η ίδια η λειτουργία των τραπεζών, που δανείζουν χρήμα απαιτώντας περισσότερο χρήμα, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Το θέμα των τραπεζών είναι τόσο ξεκάθαρο που Μαρξ ούτε που το αναφέρει. Ο Μαρξ προχωρά στην ίδια την κεφαλαιοκρατική παραγωγή που στηρίζεται αποκλειστικά στην ποσότητα του συσσωρευμένου χρήματος, που μετατρέπει δηλαδή το χρήμα από ανταλλακτικό μέσο σε εργαλείο παραγωγής. Το χρήμα, μετατρεπόμενο άμεσα σε οτιδήποτε, ρίχνεται στην παραγωγή ως κτιριακή υποδομή, μηχανήματα, εργατική δύναμη κτλ, και παράγει προϊόντα μαζικά, δημιουργώντας νέες αξίες, δημιουργώντας δηλαδή νέες μεγαλύτερες χρηματικές ποσότητες. Το χρήμα γεννά χρήμα και στην ουσία το ίδιο το προϊόν περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού η παραγωγή του μετατρέπεται σε διαμεσολαβητικός κρίκος για την αναπαραγωγή του χρήματος. Ο κεφαλαιοκράτης αδιαφορεί παντελώς τόσο για την ουσία, όσο και για τη φύση  ή τη χρηστική αξία του προϊόντος. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η γρήγορη πώλησή του, δηλαδή η αμεσότητα της επαναμετατροπής του σε χρήμα. Μοιραία η εξίσωση Ε – Χ – Ε μετατρέπεται σε Χ – Ε – Χ: «Ο κύκλος Ε – Χ – Ε ξεκινάει από το εμπόρευμα και κλείνει μ’ ένα άλλο εμπόρευμα που βγαίνει από την κυκλοφορία και περιέρχεται στην κατανάλωση. Ο τελικός σκοπός είναι λοιπόν η κατανάλωση, η ικανοποίηση αναγκών, με δυο λόγια η αξία χρήσης. Αντίθετα, ο κύκλος Χ – Ε – Χ ξεκινάει από το χρήμα και ξαναγυρνάει τελικά στο ίδιο το χρήμα. Γι’ αυτό, το κίνητρό του και ο καθοριστικός σκοπός του είναι η ίδια η ανταλλακτική αξία».
 
Η μετατροπή του χρήματος από διαμεσολαβητής εμπορευμάτων σε εργαλείο παραγωγής, δηλαδή σε κεφάλαιο, είναι η ολοκληρωτική εμπορευματοποίησή του, αφού κάθε εργαλείο είναι εμπορευματικό προϊόν, και η μετατροπή της εξίσωσης Ε –Χ –Ε σε Χ – Ε – Χ είναι η μετατροπή του χρήματος σε αυτοσκοπό με δυο λόγια η οριστική θεοποίηση του χρήματος. Κι αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη ουσία του καπιταλισμού και η μέγιστη αλλοτρίωση του σύγχρονου καπιταλιστικού ανθρώπου, η θεοποίηση του χρήματος, που αναπαράγεται και γιγαντώνεται μόνο με την ωφέλιμη χρήση άλλου χρήματος. Όταν όμως εμπορευματοποιείται το χρήμα, όταν δηλαδή γίνεται μέσο και στόχος παραγωγής τότε εμπορευματοποιούνται τα πάντα, με την προϋπόθεση ότι μπορούν να γεννήσουν χρήμα, και αυτού του είδους η  εμπορευματική νοοτροπία σηματοδοτεί την οριστική ισοπέδωση κάθε αξίας. Η φύση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πολιτική και τελικά ο ίδιος ο άνθρωπος μετατρέπονται σε αντικείμενα συναλλαγής, δηλαδή σε είδη εμπορίου. Ο άνθρωπος – καταναλωτής είναι ο διεκπεραιωτής της όλης διαδικασίας κι αυτό είναι η μέγιστη αποξένωση. Υπό αυτούς τους όρους η απληστία μετατρέπεται σε επιχειρηματικό προσόν, αφού ο αμοραλισμός είναι η βασικότερη προϋπόθεση της ανεξέλεγκτης κερδοφορίας κι ο σύγχρονος αδυσώπητος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός είναι η ιδεολογική του υπόσταση. Κάπως έτσι  όλα οφείλουν να προσαρμοστούν στα κεφαλαιοκρατικά καλούπια και κάπως έτσι  εξαθλιώνονται οι λαοί, αφανίζεται η φύση και πάει λέγοντας. Και φυσικά, όλοι οφείλουν να μετατραπούν σε υπάλληλοι των πολυεθνικών, δηλαδή να εξαρτώνται απόλυτα από αυτές. Κάθε αυτόνομος παραγωγός αξίας που βιοπορίζεται από την ατομική – οικογενειακή του επιχείρηση αποτελεί παραφωνία του κεφαλαίου και αργά ή γρήγορα οφείλει να εξαφανιστεί. Ο ιδιώτης γιατρός που μετατρέπεται σε υπάλληλος πολυεθνικής που επενδύει σε πολυιατρεία είναι ίσως το κλασικότερο παράδειγμα και η ταυτόχρονη δραματική υποβάθμιση των δημόσιων νοσοκομείων  δεν είναι συμπτωματική. Είναι η άλωση των πάντων από το κεφάλαιο.
 
Ο Μαρξ προκειμένου να τεκμηριώσει την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τη μετατροπή του χρήματος σε αυτοσκοπό καταφεύγει στον Αριστοτέλη και συγκεκριμένα σ’ ένα χωρίο του από τα «Πολιτικά». «Ο Αριστοτέλης αντιπαρατάσσει τη χρηματιστική στην οικονομική. Ξεκινάει από την οικονομική. Εφόσον πρόκειται για τέχνη προς πορισμόν περιορίζεται στην προμήθεια των αγαθών που είναι απαραίτητα για τη ζωή και ωφέλιμα για το σπίτι ή το κράτος. Υπάρχει όμως ένα δεύτερο είδος πορισμού, που κατά προτίμηση και δικαιολογημένα ονομάζεται χρηματιστική, για την οποία φαίνεται να μην υπάρχει κανένα όριο για τον πλούτο και την απόκτηση. Το εμπόριο (εννοεί λιανικό εμπόριο) από τη φύση του δεν ανήκει στη χρηματιστική, γιατί εδώ η ανταλλαγή περιορίζεται μόνο σ’ αυτό που είναι απαραίτητο γι’ αυτούς (τον αγοραστή και τον πουλητή). Γι’ αυτό – εξηγεί παραπέρα ο Αριστοτέλης – η αρχική μορφή του εμπορίου ήταν το ανταλλακτικό εμπόριο, με την επέκτασή του όμως γεννήθηκε με αναγκαιότητα το χρήμα. Με την εφεύρεση του χρήματος το ανταλλακτικό εμπόριο εξελίχθηκε με αναγκαιότητα σε καπηλική, στο εμπόριο των εμπορευμάτων και το εμπόριο αυτό, αντιφάσκοντας στην αρχική του τάση, εξελίχθηκε στη χρηματιστική, στην τέχνη να δημιουργεί χρήμα. Και φαίνεται σαν να περιστρέφεται γύρω από το χρήμα, γιατί το χρήμα είναι η αρχή και το τέλος αυτού του τρόπου ανταλλαγής. Επομένως είναι απεριόριστος ο πλούτος, που επιδιώκει η χρηματιστική. Όριο έχει η οικονομική κι όχι η χρηματιστική η πρώτη επιδιώκει κάτι διαφορετικό από το ίδιο το χρήμα, η δεύτερη την αύξηση του χρήματος. Η σύγχυση των δύο μορφών που η μια περνάει στην άλλη κάνει μερικούς να θεωρούν σαν τελικό σκοπό της οικονομικής τη διατήρηση και τον πολλαπλασιασμό του χρήματος στο άπειρο».
 
Καρλ Μαρξ. Το Κεφάλαιο

Ξεπερνώντας την ανάγκη για συνεχή αποδοχή από τους αλλους

Ίσως σας είναι δύσκολο να εκφράσετε τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και τα συναισθήματά σας στους άλλους, επειδή νιώθετε ότι:

α) γίνεστε βάρος ή ενοχλητικοί, επειδή τους απασχολείτε με τα δικά σας,

β) φαίνεστε αδύναμοι και «λιγότεροι» απέναντί τους, αλλά και απέναντι στον εαυτό σας,

γ) το ενδιαφέρον είναι ειλικρινές, μόνο όταν εκφράζεται χωρίς να το ζητήσετε,

δ) είναι πιο ευχάριστο να δίνετε απ’ το να παίρνετε,

ε) δεν σας αξίζει να σας προσέξουν και να πάρετε κι εσείς κάτι απ’ τους γύρω σας,

στ) είναι προτιμότερο να αποφύγετε τη ντροπή που θα βιώνατε αν δείχνατε την ευάλωτη πλευρά σας ή απλώς, δεν σας είναι σαφές τι χρειάζεστε ή πώς νιώθετε μια δεδομένη στιγμή.

Οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να πουν Όχι

Συνήθως, οι άνθρωποι που αισθάνονται βαθιά μέσα τους λιγότερο σημαντικοί ή επαρκείς από τους άλλους δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί έτσι όπως πραγματικά είναι. Αν βιώνετε τέτοιου είδους συναισθήματα, ενδεχομένως να ανήκετε στη μερίδα εκείνη των ανθρώπων, οι οποίοι, προκειμένου να γίνουν αρεστοί και να μην απογοητεύσουν κανέναν, στέργουν συνεχώς στην κάλυψη των αναγκών των άλλων, δυσκολεύονται να πούνε «όχι», ζητάνε λιγότερα απ’ όσα πραγματικά επιθυμούν, διατηρούν μονίμως μια υποχωρητική στάση, κοκ.

Για οποιονδήποτε λόγο κι αν έχετε μάθει να γίνεστε πιο υποχωρητικοί σε ορισμένες περιστάσεις, το μόνο σίγουρο είναι ότι με την πάροδο του χρόνου θα σας έγινε όλο και πιο δύσκολο να αναγνωρίζετε τα συναισθήματα, τις ανάγκες και όσα θα σας έκαναν να αισθανθείτε καλά.

Σίγουρα, ο ρόλος του «φροντιστή» θα σας είναι πολύ οικείος και μάλλον και οι γύρω σας σάς έχουν ταυτίσει μ' αυτόν. Το αποτέλεσμα; Και εσείς νιώθετε ενοχές κάθε φορά που δεν βρίσκεστε στο πλευρό των αγαπημένων σας ανθρώπων, αλλά ίσως και οι άλλοι θυμώνουν κάθε φορά που δεν το πράττετε.

Ωστόσο, όταν οι βασικές σας ανάγκες (βλ. τον πίνακα παρακάτω) δεν εκπληρώνονται και θεωρείτε πως την κρίσιμη ώρα οι κοντινοί σας άνθρωποι δεν βρίσκονται και δεν προστρέχουν στο πλευρό σας ―όπως εσείς έχετε πράξει τόσες και τόσες φορές― ίσως αισθανθείτε το θυμό και την αγανάκτηση να φουντώνουν ή ίσως γίνετε απαιτητικοί αρχίζοντας μάλιστα να αποδίδετε αρνητικά κίνητρα, προθέσεις και προεκτάσεις σε γεγονότα και πράξεις. Προφανώς, θα έχετε απογοητευτεί πολλές φορές από τον εαυτό σας επειδή δώσατε τόσα πολλά για να πάρετε τόσα λίγα ή επειδή δεν μπορέσατε σε κρίσιμες στιγμές να κατανοήσετε τις ανάγκες σας λίγο καλύτερα και να «ορθώσετε το ανάστημά σας», ζητώντας αυτό που πραγματικά θέλατε απ’ τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συντρόφους ή την οικογένειά σας.

Όμως, η αποδοχή των ανθρώπων που σας ενδιαφέρουν, δεν εξαρτάται από την αέναη υποχωρητικότητά σας.

Μην ξεχνάτε ότι σχέση σημαίνει αλληλεπίδραση: Αν πιάνετε τον εαυτό σας να επικεντρώνεται διαρκώς στις ανάγκες των άλλων, ίσως να συμβαίνει επειδή και οι άλλοι γύρω σας είναι αρκετά επικεντρωμένοι στις δικές τους ανάγκες, προβλήματα ή περιορισμούς.

Ορισμένες προτάσεις για πιο ισότιμες σχέσεις:

1) Κατανοήστε τι σημαίνει διεκδικητική συμπεριφορά: Η υγιής διεκδίκηση για την κάλυψη των αναγκών σας δεν εξαντλείται στην απόκτηση μιας σειράς δεξιοτήτων και τεχνικών, παρά αποτελεί γενικότερη στάση ζωής. Ποιο από τα ακόλουθα τέσσερα είδη επικοινωνίας σάς είναι πιο γνώριμο;

Α) Επιθετική επικοινωνία: Με αυτόν τον τρόπο μοιράζεστε τη γνώμη, τα συναισθήματά και τις ανάγκες σας ευθέως, βάζοντας όμως πάνω απ’ όλα τον εαυτό σας και αγνοώντας τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων.

Β) Παθητική επικοινωνία: Η γνώμη, οι ανάγκες και τα συναισθήματά σας δεν εκφράζονται ή εκφράζονται ανεπαρκώς. Με αυτόν τον τρόπο μειώνετε το ρίσκο της ανάληψης ευθύνης και αισθάνεστε ότι ελαχιστοποιείτε τον κίνδυνο οι άλλοι να σας ασκήσουν κριτική και να θυμώσουν μαζί σας.

Γ) Παθητικό-επιθετική επικοινωνία: Ενώ διατηρείτε (συχνά χωρίς να το πολυθέλετε και οι ίδιοι) τις ανάγκες και τα συναισθήματά σας κρυφά από τους άλλους, όταν αυτά δεν καλύπτονται, γίνεστε έμμεσα εχθρικοί και αντιπαραθετικοί μαζί τους (π.χ. σιωπάτε ή αλλάζετε επιδεικτικά θέμα ή ακόμη εκφέρετε φαινομενικά αθώα σχόλια που γνωρίζετε όμως ότι θα ενοχλήσουν, κλπ.).

Δ) Διεκδικητική επικοινωνία: Με αυτόν τον τρόπο, δηλώνετε με σαφήνεια, ειλικρίνεια και ευθύτητα (προσοχή! ΌΧΙ κυνικότητα) την άποψη και τα συναισθήματά σας χωρίς να υποτιμάτε ή να αγνοείτε τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων. Η υποβόσκουσα στάση είναι ότι παρά τις διαφορές έχετε ίδια δικαιώματα για αμοιβαία επικοινωνία και έκφραση. Θεωρείτε λοιπόν θεμιτό να γίνεστε άλλοτε εσείς και άλλοτε οι άλλοι πιο διαλλακτικοί.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι πολλοί άνθρωποι που υιοθετούν ένα επιθετικό στυλ επικοινωνίας και βάζουν τις ανάγκες τους πάνω απ' όλα αδιαφορώντας για τους άλλους, το πράττουν συχνά ορμώμενοι από ένα τελείως υποκειμενικό και καθόλου ρεαλιστικό αίσθημα αδικίας και υποχωρητικής στάσης. Ως εκ τούτου, μπορείτε να θωρακίσετε τις σχέσεις σας και να διεκδικήσετε αποτελεσματικά την κάλυψη των αναγκών σας, μ'οόταν διατηρείτε ταυτόχρονα και μια ευρύτερη εικόνα στο μυαλό σας για τις ανάγκες και τους περιορισμούς των γύρω σας.

2) Αναγνωρίστε τα συναισθήματά σας: Κατά βάθος, ίσως να φοβάστε ότι οι άλλοι θα θυμώσουν, θα σας «τιμωρήσουν», θα σας απορρίψουν ή θα σας επικρίνουν επειδή βιώνετε κάποιο «απαγορευμένο» συναίσθημα ή έχετε κάποια «παράλογη» ανάγκη. Ίσως αυτός ο φόβος σας να ενισχύετε από σχέσεις που διατηρείτε με ανθρώπους που όντως είναι αυστηροί, τιμωρητικοί ή απορριπτικοί (όμως αυτό δεν σχετίζεται καθόλου με εσάς). Στο σήμερα, είτε αποφεύγετε τελείως τις αντιπαραθέσεις, είτε θυμώνετε και συγκρούεστε συνέχεια με τα οικεία σας πρόσωπα επειδή πάντα κάτι δεν σας δίνουν. Είναι σημαντικό να έχετε κατά νου ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που δυσκολεύονται να διεκδικήσουν, δυσκολεύονται και να αναγνωρίσουν το πραγματικό συναίσθημα και την πραγματική ακάλυπτη ανάγκη που ποδηγετούν τη συμπεριφορά τους.

Ως εκ τούτου:
  • Επιδιώξτε όσο καλύτερα και ειλικρινά μπορείτε να αναγνωρίσετε και να κατονομάσετε το πραγματικό συναίσθημα που σας προκαλεί τη δυσφορία.
  • Αποδεχθείτε ότι είναι απολύτως φυσιολογικό και ανθρώπινο να βιώνει κανείς και αυτού του είδους τα συναισθήματα.
  • Μην έχετε ενοχές γι’ αυτό που παροδικά νιώθετε και θυμηθείτε ότι όλοι οι άνθρωποι τρέφουν παρόμοια συναισθήματα συχνά στη ζωή τους.
  • Συνδέστε το συναίσθημα με την υποκείμενη ανάγκη σας που παραμένει ακάλυπτη και ανικανοποίητη.
  • Έχετε πάντα κατά νου ότι ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό και πολύ κοινό συναίσθημα αρκεί να μην μας κατακυριεύει και να μην ορίζει απόλυτα την εμπειρία της ύπαρξής μας. Το μόνο δύσκολο, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι να τον εκφράσουμε με τον ορθό τρόπο και να τον μετουσιώσουμε εποικοδομητικά για μας και τους άλλους.
3) Κατανοήστε ποιες είναι οι πραγματικές σας ανάγκες: Όλα μας τα συναισθήματα προέρχονται από τις ανεκπλήρωτες ή εκπληρωμένες ανάγκες μας. Γι’ αυτό κάθε φορά που νιώθετε δυσάρεστα, αναγνωρίστε ότι αυτό συμβαίνει επειδή μια υποκείμενη ανάγκη δεν καλύπτεται. Ένα βρέφος, για παράδειγμα, που χρειάζεται τη μητέρα του, θα νιώσει ανακούφιση όταν εκείνη θα το κρατήσει στην αγκαλιά της και δυσαρέσκεια όταν θα το αγνοήσει ή το παραμελήσει.

Μην ξεχνάτε ούτε στιγμή πόσο οικείο μπορεί να είναι για εσάς να παραμερίζετε τις δικές σας ανάγκες προς όφελος των άλλων και να μπαίνετε στον «αυτόματο πιλότο» της υποχωρητικότητας. Πριν, λοιπόν, αρχίσετε να πνέετε τα μένεα εναντίον των άλλων, κάντε ένα διάλειμμα και αναρωτηθείτε: «Τί είναι αυτό που πραγματικά χρειάζομαι τώρα;». Αποφύγετε να επικεντρωθείτε στο τι περιμένετε να κάνουν οι άλλοι για εσάς και εστιαστείτε στον εαυτό και τις ανάγκες σας.

Οι βασικές συναισθηματικές μας ανάγκες σε σχέση με τον εαυτό και με τους άλλους είναι πέντε και βρίσκονται στον παρακάτω πίνακα. Κάθε φορά που νιώθετε δυσάρεστα ανατρέξτε στις στήλες του πίνακα προκειμένου να εντοπίσετε ποια/ες ακάλυπτη/ες ανάγκη/ες τροφοδοτεί/ούν ενδεχομένως τη δυσαρέσκειά σας. Με τον καιρό, τα επιμέρους ενδεχόμενα θα σας γίνουν πιο οικεία και θα μπορείτε αποτελεσματικότερα να κατονομάσετε τις πραγματικές ανάγκες. Έχετε ασφαλώς υπόψη σας ότι τα δυσάρεστα συναισθήματα μπορεί να προκύπτουν από τη μη εκπλήρωση όχι μόνο μίας αλλά και πολλαπλών αναγκών, συνεπώς μην εκπλαγείτε αν ταυτίσετε αυτό που νιώθετε με όρους που αντιστοιχούν σε διαφορετικές στήλες του πίνακα.

pinakaki animus
4) Παρατηρήστε την καθημερινή σας συμπεριφορά
Στην καθημερινή σας ζωή, στις επαγγελματικές, φιλικές και οικογενειακές σας σχέσεις, αναγνωρίστε και καταγράψτε τις καταστάσεις εκείνες στις οποίες θα επιθυμούσατε να γίνετε πιο διεκδικητικοί. Κάντε έναν κατάλογο τον οποίο θα έχετε κατά νου καθώς εξασκείστε σε νέες συμπεριφορές και δεξιότητες επικοινωνίας.

Για παράδειγμα:
  • Να παραμείνω σταθερός στην απόφασή μου να μη δουν τα παιδιά τηλεόραση μετά τις δέκα το βράδυ όσο κι αν γκρινιάζουν.
  • Να μη διστάσω να πω «όχι» αν μερικοί στην παρέα θέλουν να δουν μια ταινία που δεν μου αρέσει.
  • Να εξηγήσω στη φίλη μου ότι σήμερα είναι αδύνατον να βγω για καφέ.
5) Εκφράστε τις ανάγκες σας με κατάλληλο τρόπο
Η αλήθεια είναι ότι μόνο εμείς γνωρίζουμε τι θέλουμε και τι θα μας έκανε να αισθανθούμε καλύτερα. Μιλήστε, χρησιμοποιώντας το α’ ενικό πρόσωπο και με όση περισσότερη σαφήνεια γίνεται για τα συναισθήματα και τις ανάγκες σας, αλλά και γι’ αυτά που θα θέλατε να κάνει ο συνομιλητής σας.

Μιλήστε πάνω απ’ όλα για τον εαυτό σας. Η διαφορά, για παράδειγμα, του «είμαι πληγωμένος» από το «εσύ με πλήγωσες» είναι τεράστια, καθώς μόνο και μόνο η χρήση του β’ ενικού αναγκάζει συνήθως τους ανθρώπους να υιοθετήσουν αμυντική στάση προκειμένου να προστατευτούν από την κριτική.

Να θυμάστε ότι ο περίγυρος σας δεν είναι πάντα σε θέση να γνωρίζει αυτό που έχετε ανάγκη κατά βάθος επομένως εκτιμήστε τις θετικές προθέσεις.

Για παράδειγμα:
Όταν θέλετε απλώς να μοιραστείτε ή να μιλήσετε για αυτό που σας απασχολεί χωρίς να επιζητάτε από τον άλλον να σπεύσει πρώιμα να προτείνει μια πρακτική (ενίοτε βεβιασμένη) λύση μπορείτε να πείτε: «Εκτιμώ πολύ πόσο προσπαθείς να με βοηθήσεις προτείνοντάς μου μια λύση σε όλη αυτή την κατάσταση και είναι πολύ πιθανό η συμβουλή σου να φανεί τελικά χρήσιμη. Όμως, για να είμαι ειλικρινής, αυτό που έχω ανάγκη τώρα είναι να με ακούσεις. Θέλω να σ’ τα πω και να ξεσκάσω. Σου ζητώ μόνο να καταλάβεις γιατί έχω εκνευριστεί με τον διευθυντή μου.»

Ή στην αντίθετη περίπτωση όταν χρειάζεστε πράξεις και όχι λόγια:

«Σημαίνει πολλά για μένα αυτό που μόλις είπες και πάντα έχεις υπάρξει στο πλάι μου όταν σε χρειάστηκα. Τώρα που βρίσκομαι σ’ αυτή τη δύσκολη φάση, αυτό που με στεναχωρεί περισσότερο είναι ότι αισθάνομαι μόνος μου μέσα σ’ αυτό το χάος. Μήπως θα μπορούσα να σου ζητήσω μια χάρη; Θα ήθελες να έρθεις μαζί μου αύριο στο ραντεβού με τον γιατρό γιατί φοβάμαι;».

6. Διαχειριστείτε την απογοήτευση
Καλώς ή κακώς, είναι αδύνατο να ζήσετε μια ζωή χωρίς απογοητεύσεις. Ακόμη κι αν ανταποκρίνεστε με διεκδικητικότητα, είναι φυσικό να νιώσετε απογοήτευση όταν τα πράγματα δεν εκτυλίσσονται όπως θα περιμένατε. Δεν είναι όμως καθόλου φυσικό να κατηγορείτε τον εαυτό σας για όλα. Ιδού λοιπόν ορισμένες συμβουλές για να διαχειριστείτε καλύτερα την απογοήτευση:

α) Αναλάβετε το δικό σας μερίδιο ευθύνης και σκεφτείτε πρακτικούς τρόπους για το πώς θα κινηθείτε από δω και στο εξής.
β) Μάθατε κάτι για εσάς απ’ αυτήν την κατάσταση; Αν ναι, χρησιμοποιείστε το προς όφελός σας στο μέλλον.
γ) Αποδεχθείτε το γεγονός ότι ίσως δεν θα μπορούσατε να έχετε κάνει κάτι διαφορετικό ή καλύτερο όπως και αν είχαν τα πράγματα.
δ) Μήπως η ανάγκη σας δεν καλύφθηκε, επειδή και οι άλλοι έχουν ανάγκες και δικά τους προβλήματα και άγχη;

Το τέλος στην υπέρμετρη υποχωρητικότητα έρχεται μέσα από μια σταδιακή διαδικασία στην οποία οι αλλαγές δεν συμβαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι απόλυτα φυσικό, στην αρχή, να σας είναι δύσκολο να εκφράσετε τις ανάγκες, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προτιμήσεις σας. Να θυμάστε ότι είναι η φυσική σας τάση να υποχωρείτε απέναντι στις ανάγκες των άλλων.

Σιγά σιγά, όμως, θα αναγνωρίζετε όλο και καλύτερα, αλλά και πιο αποτελεσματικά τις ανάγκες και τις προτιμήσεις σας και θα σας είναι πολύ πιο εύκολο να διεκδικήσετε με επιτυχία την κάλυψή τους. Ίσως να μην αρέσει ο καινούριος σας εαυτός σε εκείνους που έχετε προστρέξει στο πλευρό τους και ίσως να τους είναι ξένο να σας βλέπουν να επικεντρώνεστε πλέον και στον εαυτό σας. Όμως, έχετε πάντα κατά νου ότι οι υγιείς σχέσεις επιτυγχάνονται μόνο όταν αυτά που δίνετε και αυτά που παίρνετε βρίσκονται σε μια ισορροπία.

Albert Camus: Οι γιοι του Κάιν

Η μεταφυσική εξέγερση, στην κυριολεξία της, φανερώνεται συγκεκριμένα στην ιστορία των ιδεών μόνο στο τέλος του 18ου αιώνα. Οι σύγχρονοι καιροί ξεπρόβαλαν τότε μέσα σ’ ένα μεγάλο θόρυβο από τείχη που γκρεμίζονταν. Αλλά από εκείνη τη στιγμή οι συνέπειές της ξετυλίγονται ασταμάτητα και δεν είναι υπερβολικό να σκεφτούμε ότι μορφοποίησαν την Ιστορία της εποχής μας.

Αυτό σημαίνει ότι η μεταφυσική εξέγερση δεν είχε νόημα πριν από εκείνη τη χρονολογία; Κι όμως τα πρότυπά της είναι αρκετά παλιά αφού μας αρέσει να αποκαλούμε την εποχή μας προμηθεϊκή.

Είναι όμως έτσι πραγματικά;

Οι πρώτες θεογονίες μας δείχνουν τον Προμηθέα αλυσοδεμένο σ’ ένα βράχο στα άκρα του κόσμου, αιώνιο μάρτυρα, εξορισμένο για πάντα από έναν αφέντη που αρνιέται να υπηρετήσει. Ο Αισχύλος μεγαλώνει πιο πολύ το ανάστημα του ήρωα, παρουσιάζει το ξάστερο πνεύμα του («καμιά δυστυχία δε θα με χτυπήσει που να μην την έχω από τα πριν μαντέψει»), τον βάζει να φωνάζει το μίσος του ενάντια σ’ όλους τους θεούς και βυθίζοντάς τον σε «μιά φουρτουνιασμένη θάλασσα μοιραίας απελπισίας» τον προσφέρει στις αστραπές και τους κεραυνούς να τον αποτελειώσουν: «Αχ! βλέπετε τί αδικία υπομένω!»

Δεν μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε πώς οι αρχαίοι αγνοούσαν τη μεταφυσική επανάσταση. Ζωγράφισαν πολύ πριν απ’ το Σατανά μιά πονεμένη κι ευγενική εικόνα του Στασιαστή και μας έδωσαν το μεγαλύτερο μύθο της επαναστατημένης διανόησης. Η ανεξάντλητη ελληνική μεγαλοφυΐα που αφιέρωσε τόσο πολλούς μύθους στήν υπακοή και την ταπεινοφροσύνη μπόρεσε όμως να φτιάξει κι ένα πρότυπο εξέγερσης. Αναντίρρητα μερικά από τα χαρακτηριστικά του Προμηθέα ξαναζούν πάλι την ιστορία επανάστασης που ζούμε: η πάλη ενάντια στο θάνατο («Ελευθέρωσα τους ανθρώπους από την ψύχωση του θανάτου»),ο μεσσιανισμός («Στήριξα μέσα τους τυφλές ελπίδες»), η φιλανθρωπία («Εχθρός τού Δία... γιατί πολύ αγάπησα τους ανθρώπους»).

Δεν μπορούμε όμως να ξεχάσουμε ότι στον «Προμηθέα πυρφόρο», τελευταίο μέρος της τριλογίας του Αισχύλου, αγγέλλεται η βασιλεία του συγχωρημένου επαναστάτη. Οι Έλληνες δε νοθεύουν τίποτα. Στα πιο ακραία τολμήματά τους έμεναν πιστοί στο μέτρο που είχαν θεοποιήσει. Η εξέγερσή τους δε στρέφεται ενάντια σ’ όλη τη δημιουργία αλλά ενάντια στο Δία που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους άλλους θεούς και που οι μέρες του είναι μετρημένες. Κι ο Προμηθέας ο ίδιος είναι ένας ημίθεος. Πρόκειται γιά μια ιδιωτική υπόθεση, μια αμφισβήτηση για το καλό κι όχι για μια πάλη του καλού και του κακού στον κόσμο.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχαίοι πιστεύοντας στο πεπρωμένο, πίστευαν πρώτα απ’ όλα στη φύση όπου ένοιωθαν να μετέχουν. Η εξέγερση ενάντια στη φύση γίνεται στο τέλος εξέγερση ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου. Είναι σα να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο οπότε η μόνη συνεπής εξέγερση είναι η αυτοκτονία. Η ίδια η ελληνική μοίρα είναι μιά τυφλή δύναμη που την ανέχονται όπως και τις δυνάμεις της φύσης. Το κορύφωμα του παράδοξου για έναν Έλληνα είναι να χτυπά κάποιος με βέργες τη θάλασσα. Το θεωρεί βαρβαρική τρέλα. Ο Έλληνας περιγράφει βέβαια την παράβαση του μέτρου, αφού υπάρχει, αλλά της δίνει τη θέση και τα όρια της. Η πρόκληση του Αχιλλέα μετά το θάνατο του Πατρόκλου, οι κατάρες των τραγικών ηρώων ενάντια στο πεπρωμένο τους δεν προκαλούν την ολοκληρωτική καταδίκη.

Ο Οιδίπους ξέρει πώς δεν είναι αθώος. Είναι ένοχος χωρίς να το θέλει, ανήκει κι αυτός στη μοίρα. Παραπονιέται αλλά δεν προφέρει Ανεπανόρθωτες φράσεις. Κι η Αντιγόνη η ίδια επαναστατεί αλλά στ’ όνομα της παράδοσης, για να βρουν τ’ αδέρφια της την ανάπαυση στον τάφο και να τηρηθούν οι τελετουργικοί κανόνες. Από μια άποψη πρόκειται για μιά αντιδραστική εξέγερση. Η ελληνική σκέψη που έχει πάντα δύο πρόσωπα αφήνει πάντα ν’ ακούγεται σαν αντίστροφη υπόκρουση κάτω απ’ τις πιο απελπισμένες της μελωδίες ο αιώνιος λόγος του Οιδίποδα, που, τυφλός κι εξαθλιωμένος, αναγνωρίζει πως όλα πάνε καλά. Το ναι ισορροπεί με το όχι. Ακόμα κι όταν ο Πλάτωνας προσχεδιάζει στον Καλλικλή τον κοινό τύπο του νιτσεϊκού, ακόμα κι όταν εκείνος φωνάζει: «Ας φανερωθεί λοιπόν ένας άνθρωπος με το φυσικό που πρέπει, ξεφεύγει απ’ τον εαυτό του, καταπατάει τους κανόνες μας, τις μαγείες μας, τα ξόρκια μας κι αυτούς τους νόμους που όλοι, χωρίς εξαίρεση, είναι αντίθετοι στη φύση. Ο δούλος μας ξεσηκώθηκε κι ανακάλυψε πώς είναι αφέντης», Ακόμα και τότε προφέρει τη λέξη φύση όταν αρνιέται το νόμο.

Είναι γιατί η μεταφυσική επανάσταση προϋποθέτει μιά απλοποιημένη δράση της δημιουργίας που οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να έχουν. Δεν υπήρχαν γι’ αυτούς οι θεοί από τη μιά και οι άνθρωποι από την άλλη, αλλά βαθμίδες που οδηγούσαν απ’ τους τελευταίους στους πρώτους. Η ιδέα της αθωότητας σε αντίθεση με την ενοχή, τ’ όραμα μιας ολόκληρης ιστορίας πού συνοψίζεται στην πάλη του καλού και του κακού τους ήταν άγνωστα. Μέσα στο σύμπαν τους υπάρχουν περισσότερο σφάλματα παρά εγκλήματα, με μοναδικό οριστικό έγκλημα το ξεπέρασμα του μέτρου. Στον ολοκληρωτικά ιστορικό κόσμο, πού πλησιάζει να γίνει ο δικός μας, δεν υπάρχουν πια σφάλματα αντίθετα υπάρχουν μόνο εγκλήματα και το φοβερότερο απ’ αυτά είναι το μέτρο. Έτσι καταλαβαίνουμε το περίεργο μίγμα αγριότητας κι επιείκειας πού αποπνέει ο ελληνικός μύθος.

Οι Έλληνες δε θεώρησαν ποτέ τη σκέψη — κι αυτό μας υποβιβάζει σε σχέση μ’ αυτούς - έναν αποκομμένο απ’ τον κόσμο χώρο. Άλλωστε η εξέγερση είναι ακατανόητη αν δε στρέφετε ενάντια σε κάποιον. Μόνο η έννοια ενός θεού με πρόσωπο, δημιουργού κι υπεύθυνου των πραγμάτων, δίνει σημασία και περιεχόμενο στην ανθρώπινη διαμαρτυρία. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε — χωρίς να είναι παραδοξολογία — ότι η ιστορία της εξέγερσης στο δυτικό κόσμο είναι αξεχώριστη Απ’ τήν ιστορία του χριστιανισμού. Πρέπει πραγματικά να περιμένουμε τις τελευταίες στιγμές της αρχαίας σκέψης για να δούμε πώς η εξέγερση αρχίζει να εκφράζεται τούς στοχαστές της μεταβατικής περιόδου και περισσότερο στον Επίκουρο και το Λουκρήτιο.

Η φοβερή θλίψη του Επίκουρου βγάζει κιόλας ένα νέο ήχο. Γεννιέται αναμφίβολα από το άγχος του θανάτου, που δεν είναι ξένο στο ελληνικό πνεύμα. Αλλά ο παθητικός τόνος πού παίρνει τούτο το άγχος είναι αποκαλυπτικός.

«Μπορούμε να εξασφαλιστούμε ενάντια σ’ όλων των λογιών τα πράγματα αλλά όσο για το θάνατο μένουμε όλοι σαν τους κατοίκους μιας κυριευμένης ακρόπολης.»

Ο Λουκρήτιος διευκρινίζει: «Η ουσία τούτου του ευρύχωρου κόσμου είναι μόνο ο θάνατος, η καταστροφή.» Γιατί λοιπόν ν’ αναβάλει κανείς την απόλαυση γι’ αργότερα; «Από προσμονή σε προσμονή, λέει ο Επίκουρος, ξοδεύουμε τη ζωή μας και πεθαίνουμε όλοι μέ πόνο.» Πρέπει λοιπόν ν’ απολαμβάνουμε. Αλλά τι παράξενη απόλαυση! Έρχεται με το να εθελοτυφλούμε μπροστά στα τείχη της ακρόπολης, με το να εξασφαλίζουμε νερό και ψωμί μέσα στη σιωπηλή σκιά. Αφού ο θάνατος μας απειλεί πρέπει ν’ αποδείξουμε πώς ο θάνατος δεν είναι τίποτα. ‘Όπως ο Επίκτητος κι ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Επίκουρος εξορίζει το θάνατο από την ύπαρξη. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα σε σχέση με μας γιατί αυτό που είναι διαλυμένο είναι ανίκανο να αισθανθεί κι ό,τι δέν αισθάνεται καθόλου δεν είναι τίποτα για μας.»

Είναι μήπως το μηδέν; Όχι, γιατί όλα είναι ύλη σ’ αυτό τόν κόσμο και ο θάνατος σημαίνει επιστροφή στο στοιχείο. Η ύπαρξη είναι η πέτρα.

Η παράξενη ηδονή που γι' αυτή μιλάει ο Επίκουρος υπάρχει κυρίως στην απουσία του πόνου: είναι η ευτυχία της πέτρας. Για να ξεφύγει από το πεπρωμένο, μ’ ένα θαυμαστό ελιγμό που ξαναβρίσκουμε στους μεγάλους κλασικούς μας, ο Επίκουρος σκοτώνει την ευαισθησία. Και πρώτα απ’ όλα την πρώτη φωνή της ευαισθησίας που είναι η ελπίδα. Αυτό που λέει ο 'Έλληνας φιλόσοφος για τους θεούς δεν εξηγείται διαφορετικά. Όλη η δυστυχία των ανθρώπων έρχεται από την ελπίδα που τους βγάζει από τη σιωπή της ακρόπολης και τους στήνει στις επάλξεις να προσμένουν τη σωτηρία. Αυτές οι παράλογες χειρονομίες δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα από το να ξανανοίγουν πληγές με φροντίδα σκεπασμένες. Γι' αυτό ο Επίκουρος δεν αρνιέται τους θεούς, τους απομακρύνει μόνο, αλλά τόσο έντονα κι δραστικά που η ψυχή δεν έχει άλλη διέξοδο παρά να κλειστεί πάλι στα τείχη. «Η ευτυχισμένη και αθάνατη ύπαρξη δεν έχει καθόλου έννοιες ούτε και προκαλεί τέτοιες σε κανένα.» Κι ο Λουκρήτιος προσθέτει: «Είναι αναμφισβήτητο πώς οι θεοί, από την ίδια τους τη φύση, απολαμβάνουν την αθανασία μέσα στην πιο βαθιά γαλήνη ξένοι κι απόμακροι από τις έννοιές μας και τις υποθέσεις μας.» Ας ξεχάσουμε λοιπόν τους θεούς, ας μην τους σκεφτούμε ποτέ πια και «ούτε οι σκέψεις μας της μέρας ούτε τα όνειρά μας της νύχτας θα φέρουν πια στενοχώρια.»

Θα συναντήσουμε πάλι αργότερα, αλλά με πιο σημαντικές αποχρώσεις, το αιώνιο θέμα της εξέγερσης. Ένας θεός χωρίς ανταμοιβές καί τιμωρίες, ένας κουφός θεός είναι το μόνο θρησκευτικό όραμα των επαναστατημένων. Αλλά ενώ ο Βινύ θα καταταραστεί τη σιωπή της θεότητας, ο Επίκουρος κρίνει ότι, αφού πρέπει να πεθάνουμε, η σιωπή του ανθρώπου προετοιμάζει καλύτερα γι’ αυτή τη μοίρα από τα θεϊκά λόγια. Ή επίμονη προσπάθεια τούτου του περίεργου πνεύματος εξαντλείται γιά νά υψώσει τείχη γύρω από τον άνθρωπο, να ξανακλείσει την πύλη της ακρόπολης και να πνίξει ανελέητα την ακαταμάχητη κραυγή της ανθρώπινης ελπίδας. "Όταν αυτή η στρατηγική αναδίπλωση συμπληρωθεί, τότε μόνο ο Επίκουρος σαν ένας θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, θα τραγουδήσει τη νίκη σε έναν ύμνο που δείχνει φανερά τον αμυντικό χαρακτήρα της επανάστασής του. «Ξεγέλασα τις παγίδες σου, ω μοίρα, έκλεισα όλους τους δρόμους από όπου μπορούσες να με φτάσεις. Δε θα αφεθούμε να νικηθούμε, ούτε από σένα ούτε από καμιά κακιά δύναμη. Κι όταν η ώρα της αναπόφευκτης αναχώρησης θα σημάνει, η περιφρόνησή μας για κείνους που αγκιστρώνονται μάταια στην ύπαρξη θα ξεσπάσει στ' ωραίο τραγούδι: "Ώ! πόσο άξια ζήσαμε!»

Μόνο ο Λουκρήτιος στην εποχή του οδηγεί πολύ μακρύτερα αυτή τη λογική και την πλησιάζει στη σύγχρονη διεκδίκηση. Στην ουσία δεν προσθέτει τίποτα στον Επίκουρο. Αρνιέται κι αυτός κάθε αρχή εξήγησης που δεν υπόκειται στις αισθήσεις. Το άτομο δεν είναι παρά το τελευταίο καταφύγιο όπου η ύπαρξη, αφού έχει αποδοθεί στα πρωτογενή της στοιχεία, θα συνεχίσει ένα είδος κουφής και τυφλής αθανασίας, ενός αθάνατου θανάτου, που για το Λουκρήτιο, όπως και για τον Επίκουρο, μοιάζει σαν η μοναδική δυνατή ευτυχία. Είναι αναγκασμένος όμως να παραδεχτεί ότι τα άτομα δεν ενώνονται μόνα τους σε ομάδες και, αντί να παραδεχτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου νόμου στο πεπρωμένο που θέλει να αρνιέται, δέχεται μια τυχαία κίνηση, που σύμφωνα με αυτή τα άτομα συναντώνται καί χωρίζουν. Καιρός είναι νά παρατηρήσουμε ότι έχουμε εδώ το τόσο σύγχρονο πρόβλημα όπου η διανόηση ανακαλύπτει ότι αν αποσπάσει τον άνθρωπο από το πεπρωμένο την αφήνει στην τύχη. Γι αυτό προσπαθεί να του ξαναδώσει ένα ιστορικό τούτη τη φορά πεπρωμένο. Ό Ολονύκτιος δε φτάνει ως εκεί. Το μίσος του για το πεπρωμένο και για το θάνατο ικανοποιείται με μια μεθυσμένη γη, όπου τα μόρια ενώνονται, γιά νά δώσουν τήν ύπαρξη από σύμπτωση και όπου η ύπαρξη από σύμπτωση διαλύεται σε άτομα. Το λεξιλόγιό του όμως μαρτυρά μια καινούργια ευαισθησία. Ή τυφλή ακρόπολη γίνεται ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο. Moenia mundi, τα τείχη του κόσμου, είναι μια από τις εκφράσεις - κλειδιά της ρητορικής του Λουκρήτιου. Ή μεγάλη υπόθεση βέβαια σε αυτή το στρατόπεδο είναι η αποσιώπηση της ελπίδας.

Αλλά η μεθοδική άρνηση του Επίκουρου μεταμορφώνεται σε έναν ασκητισμό που δονείται και κορυφώνεται συχνά με κατάρες. Το έλεος για το Λουκρήτιο σημαίνει «νά μπορεί κανείς να κοιτάζει τα πάντα με ένα πνεύμα που δεν ταράζεται από τίποτα». Αλλά αυτό το πνεύμα τρέμει από την αδικία που γίνεται στον άνθρωπο. Κάτω από την πίεση της αγανάχτησης νέες αντιλήψεις του εγκλήματος, της αθωότητας, της ενοχής και της τιμωρίας περνάνε μέσα στο μεγάλο ποίημα «για τή φύση των πραγμάτων». ’Αναφέρεται «τό πρώτο έγκλημα της θρησκείας», η ’Ιφιγένεια και η δολοφονία της αθωότητάς της. Αυτό τό θείο στοιχείο που «συχνά περνά δίπλα από τους ενόχους και πάει, με μιά ανάξια τιμωρία, να στερήσει τη ζωή των αθώων». Αν ο Λουκρήτιος δεν ειρωνεύεται το φόβο της τιμωρίας στον άλλο κόσμο, δεν το κάνει, όπως ο Επίκουρος, με τη μορφή μιας αμυντικής επανάστασης, αλλά με ένα μαχητικό συλλογισμό: γιατί το κακό θα πρέπει να τιμωρείται, αφού από τώρα βλέπουμε ότι το καλό δεν αμείβεται;

Στο έπος του Λουκρήτιου ο Επίκουρος γίνεται εκπληκτικός επαναστάτης πού δεν ήταν στην πραγματικότητα. «Ενώ στα μάτια όλων, η ανθρωπότητα έκανε μιά τιποτένια ζωή πάνω στη γη, συνθλιμμένη από το βάρος μιας θρησκείας πού το πρόσωπό της παρουσιαζόταν ψηλά από τις ουράνιες περιοχές, απειλώντας τούς θνητούς με τη φοβερή της όψη, πρώτος ένας Έλληνας, ένας άνθρωπος, τόλμησε να σηκώσει τα θνητά μάτια του ενάντια της και να την πολεμήσει. Κι από τότε η θρησκεία ανατράπηκε και καταπατήθηκε, ενώ εμάς η νίκη μας ύψωσε στους ουρανούς.» Νοιώθουμε εδώ τη διαφορά που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε τούτη τη νέα βλασφημία και την αρχαία κατάρα. Οι Έλληνες ήρωες μπορούσαν να επιθυμούν να γίνουν ήρωες αλλά δίπλα στους θεούς που υπήρχαν κιόλας. Τότε ήταν σα μιά προαγωγή. Ό άνθρωπος του Λουκρήτιου, αντίθετα, κάνει μιά επανάσταση. Αρνιέται τους ανάξιους κι εγκληματίες θεούς γιά να πάρει ο ίδιος τη θέση τους. Βγαίνει από το οχυρωμένο στρατόπεδο και αρχίζει τις πρώτες επιθέσεις ενάντια στη θεότητα στο όνομα τού ανθρώπινου πόνου. Μέσα στον αρχαίο κόσμο ο φόνος είναι το ανεξήγητο και το χωρίς εξιλασμό. Στο Λουκρήτιο το έγκλημα του ανθρώπου είναι απάντηση στο θείο έγκλημα. Καί δεν είναι τυχαίο που το ποίημα του Λουκρήτιου τελειώνει με μιά θαυμαστή εικόνα βωμών των θεών γεμάτων από πτώματα που κατηγορούν τους θεούς για το λοιμό.

Αυτή η νέα γλώσσα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την έννοια ενός όχι απρόσωπου θεού που αρχίζει αργά να σχηματοποιείται στην ευαισθησία των συγχρόνων του Επίκουρου και του Λουκρήτιου. Από το θεό - πρόσωπο ή επανάσταση μπορεί να ζητήσει λογαριασμό. "Από τη στιγμή που εκείνος βασιλεύει, αυτή υψώνεται, αγριεμένη κι αποφασισμένη, και προφέρει τ’ οριστικό όχι. Με τον Κάιν ή πρώτη επανάσταση συμπίπτει με το πρώτο έγκλημα. Η ιστορία της εξέγερσης, όπως τη ζούμε σήμερα, ταιριάζει πιο πολύ στα παιδιά του Κάιν παρά στους μαθητές του Προμηθέα.
 
Αντίθετα πρέπει κανείς να υποταχτεί στο Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ καί του Ιακώβ αφού διατρέξει, όπως ο Πασκάλ, όλη τη σταδιοδρομία της επαναστατημένης διανόηση ψυχή που αμφιβάλλει πιο πολύ τείνει εντονότερα στο γιανσενισμό.
 
Ο γνωστικισμός, που είναι καρπός μιας ελληνοχριστιανικής συνεργασίας, προσπάθησε επί δυο αιώνες, από αντίδραση στον ιουδαϊσμό, να τονώσει το ρεύμα. Ξέρουμε τους πολλαπλούς μεσολαβητές που φαντάστηκε ο Βαλεντίνος λόγου χάρη. Αλλά τα πνεύματα αυτού του μεταφυσικού πανηγυριού παίζουν τον ίδιο ρόλο με τις ενδιάμεσες άξιες στον ελληνισμό. Σκοπεύουν να μειώσουν τον παραλογισμό ενός τετ - ά -τετ ανάμεσα στον αξιοθρήνητο άνθρωπο και τον ασυγκίνητο θεό, που είναι Ιδιαίτερα ο ρόλος του δεύτερου σκληρού και  μαχητικού θεού του Μαρκίωνα. Αυτός ο δημιουργός έφτιαξε τον τελειωμένο κόσμο και το θάνατο. Πρέπει να τον μισούμε και ταυτόχρονα ν’ αρνιόμαστε τη δημιουργία του με τον ασκητισμό μέχρι που να την καταστρέφουμε με τη σεξουαλική αποχή. Πρόκειται λοιπόν γιά έναν ασκητισμό αλαζονικό κι επαναστατημένο.

Με λίγα λόγια ο Μαρκίωνας κατευθύνει την εξέγερση ενάντια σ’ έναν κατώτερο θεό για να υμνήσει καλύτερα τον ανώτερο. Η θεωρία του γνωστικισμού με τις ελληνικές καταβολές της παίρνει θέση συμφιλιωτική και τείνει να καταστρέφει την ιουδαϊκή κληρονομιά μέσα στο χριστιανισμό. Θέλησε ακόμα ν’ αποφύγει από τα πριν τον αύγουστινισμό, όσο δηλαδή εκείνος θα πρόσφερε επιχειρήματα σε οποιαδήποτε εξέγερση. Για το Βασιλίδη λόγου χάρη οι μάρτυρες αμάρτησαν καθώς καί ο ίδιος ο Χριστός αφού υποφέρουν. Παράξενη ιδέα που σκοπεύει ν’ αφαιρέσει την αδικία από τη δυστυχία. Στη θέση της αυθαίρετης και παντοδύναμης θείας χάρης οι γνωστικιστές θέλησαν μόνο να βάλουν την ελληνική ιδέα της μύησης πού δίνει στον άνθρωπο όλες τις δυνατότητες. Τό πλήθος των αιρέσεων στους γνωστικιστές της δεύτερης γενιάς εκφράζει την πολλαπλή και λυσσαλέα προσπάθεια της ελληνικής σκέψης να κάνει πιο προσιτό το χριστιανικό κόσμο και ν’ αφαιρέσει τις αιτίες που μπορούσε να δώσει αυτός σε μια εξέγερση, θεωρούμενη από τον ελληνισμό σαν το χειρότερο κακό. ’Αλλά η Εκκλησία καταδίκασε αυτή την προσπάθεια κι έτσι πολλαπλασίασε τους στασιαστές.

Μια και η φυλή του Κάιν γνώρισε όλο καί περισσότερους θριάμβους στο πέρασμα των αιώνων, μπορούμε να πούμε πως ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είχε μιά ανέλπιστη τύχη. Οι βλάσφημοι, κατά παράδοξο τρόπο, ζωντανεύουν το ζηλιάρη θεό πού ο χριστιανισμός ήθελε να διώξει από τη σκηνή της ιστορίας. Μιά από τις σπουδαιότερες τολμηρές πράξεις τους ήταν ή προσάρτηση τού Χριστού στο στρατόπεδό τους μέ τό νά τερματίσουν τήν ιστορία του στήν κορυφή τού σταυρού καί στήν τρομερή κραυγή του πριν απ’ τήν αγωνία. Έτσι διατηρήθηκε ή ανελέητη μορφή ενός θεού τού μίσους, πού ταίριαζε καλύτερα στήν αντίληψη πού είχαν οι επαναστατημένοι γιά τη δημιουργία. Μέχρι το  Ντοστογιέφσκι και το Νίτσε η ανταρσία γίνεται ενάντια σε μιά σκληρή και γεμάτη ελαττώματα θεότητα που προτιμά, χωρίς πειστική δικαιολογία, τη θυσία του Αβελ αντί του Κάιν προκαλώντας έτσι το πρώτο έγκλημα. Ο Ντοστογιέφσκι στη φαντασία κι ο Νίτσε στην πράξη θ’ απλώσουν υπέρμετρα το πεδίο της επαναστατημένης σκέψης και θα ζητήσουν λογαριασμό από τον ίδιο το θεό της αγάπης. Ο Νίτσε θα θεωρήσει το Θεό νεκρό στις καρδιές των συγχρόνων του. Θα επιτεθεί τότε, πως ο πρόδρομός του Στιρνερ, στη χίμαιρα του Θεού που παραμένει κάτω από τη μορφή της ηθικής μέσα στο πνεύμα του αιώνα του. ’Αλλά μέχρι την εποχή τους η φιλελεύθερη σκέψη π.χ. αρκέστηκε ν’ αρνηθεί την Ιστορία του Χριστού («αυτό το ανιαρό μυθιστόρημα» σύμφωνα με το Σαντ) και  να διατηρήσει, με την άρνησή της, την παράδοση του τρομερού θεού.

Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα

Στις Ευμενίδες του Αισχύλου (στ. 151), ο Χορός αποκαλεί τον Ορέστη «άθεον άνδρα», επειδή σκότωσε τη μητέρα του, μολονότι είναι φανερό πως εκείνος δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των θεών, συνομιλεί μάλιστα με τον Απόλλωνα. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση, όπου άθεος χαρακτηρίζεται από τους αρχαίους κι εκείνος που παραβαίνει τους νόμους των θεών ή ασεβεί με κάποιον άλλον τρόπο.
   
Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα.

Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους.

Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.

Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.

Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή.

Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά. 

 Το 415 π.Χ κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.

Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει.  

Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του. 

Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».
 
Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.Χ περ.), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.Χ) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.

Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.

Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα, έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.»  Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.Χ.

Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής.

Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσω μάλλον για προκλήσεις. 
------------------------------
*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και δεν σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές. 

Όταν η ευτυχία δεν αρκεί: Το φαινόμενο της ηδονικής προσαρμογής

Άραγε κοκκινίζουμε από την τόση ευτυχία μας; Χαιρόμαστε πραγματικά και βαθιά όταν όλα πάνε καλά; Όταν η γνωστή επωδός των παραμυθιών «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» πραγματοποιείται;
 
Όχι, η ζωή δεν είναι μόνο κλάμα, δράματα, πληγές και κακουχίες. Το νόμισμα συχνά πεισματικά αρνείται να μας δείξει την άσχημη όψη του και βιώνουμε ημέρες όμορφες, ήρεμες που όντως δε μας λείπει τίποτα. Αλλά ακόμα και τότε, εμείς οι άνθρωποι, ως μεμψίμοιρα όντα, δε νιώθουμε ευχαριστημένοι.
 
Γιατί συμβαίνει όμως αυτό;
Όλα κυλούν ομαλά, είμαστε ευτυχισμένοι με μια όμορφη ζωή, δουλειά, ανθρώπους που μας αγαπούν, έχουμε όλα όσα θα θέλαμε. Αυτό σταδιακά γίνεται ρουτίνα, η ευτυχία γίνεται απλά μια επανάληψη και συνήθεια. Όπως αναφέρει και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, «οι ακίνητοι παράδεισοι δεν μας υπόσχονται παρά μια αιώνια πλήξη».
 
«Δύο είναι οι εχθροί της ανθρώπινης ευτυχίας: πόνος και ανία», λέει ο Άρθουρ Σοπενχάουερ.
 
Η ανία λοιπόν... Ίσως ακουστεί παράξενο, αλλά μπορεί να προκύψει από την ευτυχία. Ο άνθρωπος βαριέται εύκολα και είναι ικανός να βαρεθεί ακόμα και σε μια κατάσταση ευτυχίας. Μιλώντας πιο επιστημονικά, με όρους θετικής ψυχολογίας, ουσιαστικά αναφερόμαστε στην ηδονική προσαρμογή (hedonic adaptation).
 
Σύμφωνα με την ψυχολόγο Σόνια Λιουμπομίρσκι, «οι άνθρωποι έχουν μια τεράστια ικανότητα να προσαρμόζονται σε νέες σχέσεις, θέσεις εργασίας και επίπεδα πλούτου, με αποτέλεσμα ακόμη και τέτοιες θετικές αλλαγές ζωής να αποφέρουν όλο και μικρότερες ανταμοιβές με την πάροδο του χρόνου. Η τάση μας να συνηθίζουμε σε σχεδόν οτιδήποτε θετικό μας συμβαίνει είναι ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο για την ευτυχία μας. Πραγματικά, αν τελικά αρχίζουμε να παίρνουμε ως δεδομένη τη νέα καλύτερη δουλειά μας, το νέο μας έρωτα, το νέο μας σπίτι, τις νέες επιτυχίες μας, πώς είναι δυνατόν να διαρκέσει η χαρά και η ικανοποίησή μας από αυτά τα πράγματα;»
 
Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά σημαίνει ευτυχία για μας. Να θέσουμε τους δικούς μας στόχους και να σταματήσουμε να υφαρπάζουμε τους κοινωνικά κατασκευασμένους. Η ευτυχία είναι προσωπική υπόθεση και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κατάσταση με οικουμενικά χαρακτηριστικά. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε τις ζωές μας με των άλλων, ούτε το επίπεδο διαβίωσής μας με το κοινωνικά αποδεκτό και προβεβλημένο. Τα ιδανικά και τα όνειρά μας οφείλουμε να τα προστατεύουμε και να τα ανακαλύπτουμε όπως προκύπτουν μέσα από τη συνειδητοποίηση του εαυτού μας.
 
Είναι σημαντικό όσα έχουμε να μην τα θεωρούμε δεδομένα. Να αφουγκραστούμε την ευμεταβλητότητα, τη ρευστότητα που μας περιβάλλει. Να μην φτάνουμε στο σημείο να αναγνωρίζουμε την αξία των πραγμάτων όταν τα χάνουμε, πλημμυρισμένοι από μια αίσθηση ανικανοποίητου, ματαιοδοξία και απουσία πραγματικής γνώσης του εαυτού μας.
 
«Το βασικό σφάλμα είναι ότι υπερτιμάμε τη διάρκεια και την ένταση της απελπισίας που θα μας προκαλέσει ένα συγκεκριμένο αρνητικό γεγονός αλλά και τη διάρκεια και την ένταση της αγαλλίασης που θα μας προκαλέσει ένα συγκεκριμένο θετικό γεγονός. Ο κύριος λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό συνοψίζεται εξαιρετικά στο απόφθεγμα: “Τίποτα στη ζωή δεν είναι τόσο σημαντικό όσο νομίζεις όταν το σκέφτεσαι”. Με άλλα λόγια δίνουμε υπερβολική σημασία στην επίδραση που θα ασκήσει στην ευτυχία μας μια αλλαγή στη ζωή μας, επειδή δεν μπορούμε να προβλέψουμε ότι δε θα την σκεφτόμαστε πάντα», όπως αναφέρει η ίδια ψυχολόγος.
 
Περιμένουμε με τόσο ενθουσιασμό και ανυπομονησία να έρθουν κάποια πράγματα στη ζωή μας, αλλά μόλις αυτά γίνουν πραγματικότητα δε μας αποδίδουν την ικανοποίηση που περιμέναμε και αυτό ίσως γιατί δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικές μας ανάγκες και επιθυμίες. Έτσι, ο αρχικός ενθουσιασμός για ένα σπουδαίο γεγονός και απωθημένο φθίνει και μετατρέπεται σε κεκτημένο λάβαρο, σε νίκη, που πλέον έχει πάψει να επιτελεί το ρόλο της. Ακόμα, οι προσδοκίες μας πρέπει να τίθενται σε ρεαλιστικές βάσεις. Μεγαλοποιούμε τόσο τα θέλω και τις επικείμενες «νίκες» μας που όταν τις γευτούμε απογοητευόμαστε από τη θνητότητα που τις προσδιορίζει.
 
Αρκεί να καταλάβουμε πως «ευτυχισμένος δεν είναι αυτός που βιώνει μια σειρά συγκεκριμένων καταστάσεων, αλλά εκείνος που έχει συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης των καταστάσεων της ζωής.
 
«Αυτός που δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που έχει, δεν θα ήταν ευχαριστημένος και με αυτό που θα ήθελε να έχει» -Σωκράτης

Αγάπη ή Φόβο; Εσύ τι επιλέγεις;

Μια ερώτηση, η οποία θα έλεγα είναι η αρχή του παντός εάν και εφόσον θες να ζεις τη ζωή στα μέτρα σου. Μια ερώτηση, που παροτρύνω αυτούς που έχω την τύχη να συν-εργάζομαι μαζί τους επίσης να υποβάλλουν στον εαυτό τους και ίσως από σήμερα ξεκινήσετε και εσείς.

Κάθε μέρα, όλη μέρα βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες, συμβάντα κτλ. Βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε και εκεί φυσικά παίζουν για εμάς κάποια κριτήρια σημαντικό ρόλο. Υποβάλλοντας την ερώτηση στον εαυτό σας, “Από πού προέρχομαι, Αγάπη ή Φόβο;”, θα σας βοηθήσει στο να αποφασίσετε και να πράξετε για το ανώτερο καλό σας και το ανώτερο καλό όλων.

Από τις σκέψεις μας, πηγάζουν οι λέξεις μας, οι πράξεις μας και τέλος αυτά που βιώνουμε σαν αποτέλεσμα. Γνωρίζατε ότι καθημερινά περνούν από το μυαλό μας 60.000 – 80.000 σκέψεις; Πώς μπορούμε να τις ελέγξουμε; Οι σκέψεις μας πηγάζουν πάντα από τα συναισθήματά μας. Βλέπετε, υπάρχουν μόνο δύο κύρια συναισθήματα, από τα οποία πηγάζουν όλα τα άλλα: η Αγάπη και ο Φόβος. Όλα τα θετικά συναισθήματα προέρχονται από την Αγάπη, όλα τα αρνητικά συναισθήματα από το Φόβο.

Από την αγάπη ρέει η ευτυχία, η ευχαρίστηση, η ειρήνη, η χαρά και ό,τι άλλο όμορφο. Από το φόβο έρχεται ο θυμός, το μίσος, το άγχος, η ενοχή, η ανάγκη για έλεγχο και ό,τι άλλο άσχημο. Τα δύο δεν μπορούν να συνυπάρξουν την ίδια ακριβώς στιγμή, το ένα αντικρούει το άλλο και πάντα είτε ενεργούμε από το ένα, είτε από το άλλο, εξού και τα αποτελέσματα που βιώνουμε. Εάν λοιπόν σας βρίσκω να πιστεύετε ότι φταίει κάποιος ή κάτι άλλο για το πού βρίσκεστε και το πώς έχει η ζωή σας τώρα, σας παρακαλώ σταματήστε και δείτε εσείς από πού προέρχεστε. Αγάπη ή Φόβο;

Τώρα επιτρέψτε μου να σας ενημερώσω ότι στην πραγματικότητα έχετε όλες τις απαντήσεις που χρειάζεστε. Σωστά διαβάσατε. Ο κάθε ένας από εμάς έχει το δικό του σύστημα πλοήγησης, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο πόσο ανεπτυγμένο είναι. Αυτό το σύστημα πλοήγησης είναι η διαίσθησή μας και ένας τρόπος να την αναπτύξουμε είναι μέσω αυτής της ερώτησης. Ναι, φυσικά να ακούσουμε και να ενημερωθούμε. Όταν όμως έρθει η ώρα να επιλέξουμε, τότε, “Από πού προέρχομαι; Αγάπη ή Φόβο;” Στην αρχή, θέλει λίγη δουλειά. Όσο περισσότερο όμως το εξασκείτε αυτό, τόσο περισσότερο, όσο περνάει ο καιρός, θα αναπτύσσεται και η διαίσθησή σας.

Την ίδια ερώτηση σας παροτρύνω να υποβάλετε στον εαυτό σας και όσον αφορά τους στόχους σας. Ναι, καμιά φορά μπορεί να φαίνεται σάμπως και το σύμπαν έχει συνωμοτήσει εναντίον μας, παρά υπέρ μας. Εδώ, να έχετε υπόψη σας ότι καμιά φορά κάτι πρέπει να κλείσει, να φύγει, ούτως ώστε να δημιουργηθεί χώρος για το καλύτερο που υπάρχει για εσάς διαθέσιμο. Ότι καμιά φορά αυτό που φαίνεται σαν τραγωδία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ευλογία μεταμφιεσμένη.

Κάντε την ερώτηση στον εαυτό σας, αποβάλλετε οτιδήποτε προέρχεται από Φόβο και μετά προερχόμενοι πάντα από Αγάπη, ξεκινήστε, λάβετε δράση και προχωρήστε. Προχωρήστε μέχρι εκεί που βλέπετε και όταν φτάσετε εκεί, θα μπορείτε να δείτε παρακάτω. Τα αποτελέσματά σας, η υγεία σας, οι σχέσεις σας, η καριέρα σας, η ζωή σας όλη μπορεί να μεταμορφωθεί, ξεκινώντας από εδώ.
Εσύ για σένα τι θα επιλέξεις;

Σας ευχαριστώ που είστε εδώ. Είμαι στην διάθεσή σας και ανυπομονώ!

ΔΕΙΛΙΝΟ

Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νερών
στο χορτάρι όπου η μέρα ξεψυχάει
η αρλεκίνα γυμνή βγαίνει και κοιτάει
το κορμί της στον καθρέφτη των νερών.

Παρεκεί ένας τσαρλατάνος βραδυνός
τα παιγνίδια που θα κάνουν διαφημίζει.
Ο άχρωμος απ’ άκρη σ’ άκρη ουρανός
άστρα σαν το γάλα ωχρά γεμίζει.

Ο χλομός ο αρλεκίνος μ’ ευθυμία
πρώτα πρώτα χαιρετάει τους θεατές
Μάγους που ’χουν έρθει απ’ τη Βοημία
μερικές νεράιδες και τους γητευτές.

Και κατόπιν ξεκρεμώντας έν’ αστέρι
με το τεντωμένο του το παίζει χέρι
ενώ κάποιος κρεμασμένος ρυθμικά
με τα πόδια του τα κύμβαλα χτυπά.

Τ΄όμορφο παιδί η τυφλή κουνάει,
η ελαφίνα με τα ελάφια της περνάει.
Βλέπει ο νάνος με το βλέμμα του θολό
τον τρισμέγιστο αρλεκίνο πιο ψηλό.

Γκιγιώμ Απιλλιναίρ

Αυτογνωσία και ψυχής επιμέλεια

Εγώ, Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό και όχι σε σας· και όσο θα αναπνέω και θα έχω τη δύναμη, δε θα σταματήσω να φιλοσοφώ και να σας παρακινώ και να κάνω υποδείξεις σε οποίον από σας τύχει να συναντήσω, λέγοντας αυτά που συνηθίζω:

Άνθρωπε σπουδαίε, ενώ είσαι Αθηναίος, πολίτης της μεγαλύτερης και της πιο φημισμένης πόλης για τη σοφία και την ισχύ της, δεν ντρέπεσαι από τη μια να πασχίζεις να αποκτήσεις όσο γίνεται περισσότερα χρήματα, φήμη και τιμές, ενώ από την άλλη για τη φρόνηση και την αλήθεια και το πώς η ψυχή σου θα γίνει όσο το δυνατόν καλύτερη ούτε φροντίζεις ούτε μεριμνάς:

Γιατί, να το ξέρετε καλά, αυτά διατάζει ο θεός και εγώ νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερο καλό για την πόλη από τη δική μου δραστηριότητα στην υπηρεσία του θεού. Γιατί εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να τριγυρίζω και να προσπαθώ να σας πείσω όλους, νέους και γέρους, να μη φροντίζετε πρώτα από όλα και με τόσο ζήλο για το σώμα σας και τα χρήματα, αλλά για το πώς θα κάνετε την ψυχή σας όσο το δυνατόν καλύτερη. Σας λέω ότι «δε δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή, αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή».

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ο Πλούταρχος, από τους κύριους εκπροσώπους της πεζογραφίας των αυτοκρατορικών χρόνων, γεννήθηκε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας περί το 50 μ.Χ. Ως γόνος σπουδαίας οικογένειας έλαβε επιμελημένη παιδεία, και στη φοίτησή του κοντά στον Αιγυπτιακής καταγωγής φιλόσοφο Αμμώνιο, αρχηγό, την περίοδο εκείνη, της Ακαδημίας στην Αθήνα, οφείλει τη μύησή του στη φιλοσοφία. Τα πολλά ταξίδια του, στην Ασία, την Αίγυπτο και κυρίως την Ιταλία, διεύρυναν τον γνωστικό του ορίζοντα και τον έφεραν σε επαφή με εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, κυρίως επιφανείς Ρωμαίους, με τη μεσολάβηση των οποίων απέκτησε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Ανάμεσα στους φιλικούς δεσμούς που δημιούργησε, κορυφαία θέση κατέχουν αυτοί προς τον φιλόσοφο Φαβωρίνο και τον δύο φορές ύπατο επί Τραϊανού Σόσσιο Σενεκίωνα, τον οποίο προσφωνεί σε πολλά έργα του. Οι πληροφορίες της Σούδας ότι παραχωρήθηκε στον Πλούταρχο το υπατικό αξίωμα, και του Ευσέβιου ότι έγινε έπαρχος της Ελλάδας, ακόμα κι αν δεν ευσταθούν, φανερώνουν το αυξημένο κύρος του στους Ρωμαϊκούς κύκλους, που δημιουργήθηκε στα σύντομα διαστήματα (αρχικά περί το 80 και αργότερα λίγο μετά το 90 μ.Χ.) της παραμονής του στην πρωτεύουσα.

Ο Πλούταρχος προτίμησε τον παραδοσιακό οικογενειακό βίο (παντρεύτηκε την Τιμοξένα και απέκτησε τέσσερις γιους και μία κόρη) και τις φιλικές συναναστροφές στην πόλη του- των οποίων συνεκτικός δεσμός υπήρξαν τα κοινά φιλοσοφικά ενδιαφέροντα-, μαζί με τη δραστηριότητα του πολυμαθούς μελετητή και ακαταπόνητου συγγραφέα, άτυπου αρχηγού κύκλου διανοουμένων, οι οποίοι διαρκώς επιζητούσαν τη συναναστροφή του. Καθώς η ιδιοσυγκρασία του δεν ήταν αυτή του σοφού που αποσύρεται στην ασκητική μόνωση των μελετών, επιδίωξε τη συμμετοχή στα κοινά, όπου υπηρέτησε την πόλη του καταλαμβάνοντας δημόσια αξιώματα, ανάμεσα στα οποία του πρεσβευτή και του επώνυμου άρχοντα. Καθοριστική για τη ζωή του και με εμφανείς τις αποτυπώσεις στο έργο του— ήταν ιδίως η σχέση του με το Δελφικό ιερό. Στο κοντινό της γενέτειράς του θρησκευτικό και εθνικό κέντρο, με τους κύκλους του οποίου συνδέθηκε στενά, κατέλαβε και άσκησε επί σειρά ετών ανώτατα αξιώματα. Όπως πληροφορούν Δελφικές επιγραφές, περί το έτος 95 του απονεμήθηκε ισόβια το ιερατικό αξίωμα, ενώ, μετά από τον θάνατό του (περίπου το 120 μ.Χ.) του αφιερώθηκε μνημείο με το επίγραμμα:

Δελφοί Χαιρωνεύσιν ομού Πλούταρχον έθηκαν
τοις Αμφικτιόνων δόγμασι πειθόμενοι.


Ως φιλόσοφος ο Πλούταρχος ανήκει στον Μέσο Πλατωνισμό, το πνευματικό κίνημα που δημιουργήθηκε κατά τα τελευταία προ Χριστού έτη από πλειάδα σπουδαίων στοχαστών, των οποίων το έργο αποτελεί ενδιάμεσο της Ακαδημίας και του Νεοπλατωνισμού.

O Μέσος Πλατωνισμός, τουλάχιστον στις απαρχές του, διατηρούσε στοιχεία εκλεκτικισμού, προσπαθώντας να συνδυάσει την Πλατωνική θεωρία με τα διδάγματα άλλων Ελληνικών σχολών. Ο ίδιος ο Αμμώνιος, διδάσκαλος του Πλουτάρχου στη φιλοσοφία, ήταν Περιπατητικός, αλλά είχε δεχτεί την ισχυρή επίδραση των Ακαδημαϊκών δογμάτων. Ο Πλούταρχος δεν κατέχει, βέβαια, στον χώρο της φιλοσοφίας τη θέση του ιδρυτή σχολής ή του εισηγητή νέας θεωρίας, αλλά μάλλον του εκλαϊκευτή της φιλοσοφικής γνώσης. Στον τομέα αυτό, όμως, αναδείχτηκε από τους διαπρεπέστερους, ενώ ως προς τη θεωρητική διαμόρφωση συγκεκριμένων φιλοσοφικών εννοιών (λ.χ. η πεποίθησή του για τη δυνατότητα απόκτησης εποπτείας της νοητής αρχής δια της ενόρασης) υπήρξε προπομπός ανάλογων ιδεών του Νεοπλατωνισμού.

Το σωζόμενο συγγραφικό έργο του Πλουτάρχου διακρίνεται στο ιστορικό-βιογραφικό μέρος και στα ονομαζόμενα Ηθικά συγγράμματα.

Στους Παραλλήλους βίους, στους οποίους ο συγγραφέας οφείλει μεγάλο μέρος της φήμης του, περιλαμβάνονται είκοσι δύο ζεύγη Ελλήνων και Ρωμαίων επιφανών ανδρών και τέσσερις μεμονωμένες βιογραφίες, όπου πραγματοποιείται άμεση παραβολή των προσωπικοτήτων και μέσω αυτής έμμεση σύγκριση του Ελληνικού και Ρωμαϊκού παρελθόντος. Οι Βίοι βρίσκονται, τόσο από πλευράς μορφής όσο και από πλευράς περιεχομένου, μεταξύ ιστοριογραφίας και ηθολογίας. Παρ’ ότι ενταγμένος στη βιογραφική παράδοση που ξεκινά με τον Ξενοφώντα και φτάνει ως τους συγχρόνους του Ρωμαίους Τερέντιο Ουάρωνα και Κορνήλιο Νέπωτα, ο Πλούταρχος είναι αυτός που προσέδωσε στην ιστορική βιογραφία τη γραμματολογική της αυτοτέλεια. Φιλοδοξία του δεν ήταν να συγγράψει καθαυτό ιστορικό έργο, αλλά να περιγράψει το ήθος των προσώπων, όπως αυτό αναδεικνύεται μέσω προπαντός των πράξεων, ακόμα και των λιγότερο σπουδαίων, και με τη συγγραφή του να διδάξει, κατά κύριο λόγο, και να παιδαγωγήσει. Από την καταγραφή της ατομικής δράσης προκύπτει το ηθικό δέον που προτείνει ο συγγραφέας, ο οποίος, και ως βιογράφος, παραμένει κυρίως ηθικός στοχαστής.

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Πλουτάρχου εξωτερικεύονται με τον ζήλο του ανθρώπου που, πάνω από οτιδήποτε άλλο, διακηρύσσει την αταλάντευτη πίστη του στη θεία δικαιοσύνη και στην αθανασία της ψυχής.

Η ανάγνωση των έργων του Πλουτάρχου τέρπει με την πολυμάθεια του συγγραφέα, που εκδηλώνεται με την ποικιλία των αναπτυσσόμενων θεμάτων και το πλήθος των πληροφοριών, όπως υποστηρίζονται μορφολογικά από το μετριοπαθές γλωσσικό ιδίωμα, που αποφεύγει τις υπερβολές του Αττικισμού- παρ’ ότι αναφερόμαστε σε εποχή ακμής του κινήματος αυτού. Οι μακρές περίοδοι του λόγου και η συμπύκνωση μέσα σ’ αυτές πολλών νοημάτων ή σκέψεων είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά στοιχεία του ύφους του. Ο θαυμασμός αρχαίων και μεταγενέστερων για τον συγγραφέα της Χαιρώνειας θεμελιώθηκε τόσο στο ότι ευλαβείται τη ζωή και αντιμετωπίζει με μετριοπάθεια τα ανθρώπινα όσο και στον δεξιοτεχνικό και εύχαρι τρόπο με τον οποίο εκδήλωσε τις ιδέες αυτές στο συγγραφικό έργο του. Ακόμα περισσότερο ο θαυμασμός αυτός ενισχύθηκε από το γεγονός ότι το έργο του Πλουτάρχου σύμφωνα, άλλωστε, και με το γενικό πνεύμα της εποχής -διαπνέεται από τη διάθεση για επάνοδο στις ιστορικές, φιλοσοφικές και ηθικές παραδόσεις των λαμπρών χρόνων του παρελθόντος.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Σε μερικά άλλα είπε: “Εσύ δεν είσαι πρόβατο, είσαι λιοντάρι”…

Ο Γκουρτζίεφ έλεγε μια ιστορία:

Ένας μάγος πάνω στα βουνά είχε πολλά πρόβατα και για να μην ψάχνει να τα βρει κάθε μέρα, όταν χανόταν μέσα στο δάσος, αλλά και για να αποφύγει τους υπηρέτες, τα υπνώτισε και είπε στο καθένα διαφορετικές ιστορίες.
Έδωσε σε κάθε πρόβατο διαφορετικό νου.
Σε μερικά είπε: “Εσύ δεν είσαι πρόβατο, είσαι άνθρωπος, οπότε δεν χρειάζεται να φοβάσαι πως μια μέρα θα σκοτωθείς, ότι θα θυσιαστείς, σαν τα άλλα πρόβατα. Αυτά είναι απλώς πρόβατα. Γι’ αυτό, εσύ να μην ανησυχείς”.
Σε μερικά άλλα είπε: “Εσύ δεν είσαι πρόβατο, είσαι λιοντάρι”.
Και σε μερικά άλλα είπε: “Εσύ είσαι τίγρης”.
Και από εκείνη τη μέρα, ο μάγος ήταν χαλαρός. Τα πρόβατα άρχισαν να συμπεριφέρονται σύμφωνα με το νου, που τους είχε δώσει.
Κάθε μέρα σκότωνε ένα πρόβατο και τα πρόβατα που πίστευαν πως είναι λιοντάρια ή άνθρωποι ή τίγρεις, απλώς κοίταζαν και χαχάνιζαν:
“Αυτά συμβαίνουν στα πρόβατα!”
Τώρα όμως δεν φοβόταν, όπως τον παλιό καιρό.
Παλιά, όταν σκότωνε ένα πρόβατο, όλα τα άλλα πρόβατα έτρεμαν και φοβόταν: “Αύριο θα έρθει η δική μου σειρά. Πόσο μπορώ να ζήσω;”
Και γι’ αυτό το έσκαγαν στο δάσος, για να μη σκοτωθούν. Τώρα όμως δεν το έσκαγε κανένα. Αυτά ήταν τίγρεις, ήταν λιοντάρια…

Τους είχε βάλει όλα τα είδη του νου.
Ο νους σου δεν είναι δικός σου νους.
Αυτό είναι κάτι βασικό για να θυμάσαι.

Ο νους σου είναι μια εμφύτευση της κοινωνίας στην οποία έτυχε να γεννηθείς.
Αν είχες γεννηθεί σε χριστιανικό σπίτι, αλλά σε έπαιρνε αμέσως μια ετερόδοξη οικογένεια και σε μεγάλωνε, δεν θα είχες τον ίδιο νου.

Θα είχες έναν εντελώς διαφορετικό νου, που δεν μπορείς ούτε καν να φανταστείς.

Το ζήτημα είναι αν ο νους είναι δικός σου ή έχει εμφυτευτεί από άλλους, επειδή οι άλλοι βάζουν μέσα σου ένα νου, ο οποίος δεν εξυπηρετεί εσένα, αλλά τους δικούς τους σκοπούς.

Προετοιμάζεσαι από τους γονείς, από τους δασκάλους στο σχολείο, από τους ιερείς, από το εκπαιδευτικό σου σύστημα, ώστε να έχεις ένα συγκεκριμένο είδος νου και ολόκληρη τη ζωή σου συνεχίζεις να ζεις με αυτό το συγκεκριμένο είδος νου.

Αυτή είναι μια ζωή δανεισμένη. Και γι’ αυτό υπάρχει τόσο πολλή δυστυχία στον κόσμο, επειδή κανένας δεν ζει αυθεντικά, κανένας δεν ζει το δικό του εαυτό, απλώς ακολουθεί εντολές που έχουν εμφυτευτεί μέσα του.

Ρητορεία και ρητορική: ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Τα είδη των λόγων
(genera causarum, genera rhetorices)
 
Ο Αριστοτέλης διέκρινε πρώτος τρία γένη λόγων, το συμβουλευτικόν (genus deliberativum), το δικανικόν (genus iudiciale) και το ἐπιδεικτικόν (genus demonstrativum), με βάση τις ακόλουθες διαπιστώσεις (Ῥητορική 1.3.1358a36-b8): κάθε λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη τριών στοιχείων - του ομιλητή (του λέγοντος, ον. ὁ λέγων), του θέματος της ομιλίας (περὶ οὗ λέγει) και του ακροατή (πρὸς ὃν λέγει)· ο ομιλητής επιδιώκει κάθε φορά να πετύχει έναν συγκεκριμένο στόχο, που εν τέλει καθορίζει τη σχέση μεταξύ αντικειμένου του λόγου και ακροατηρίου. Έτσι μπορεί να ζητά από τον ακροατή να κρίνει και να αποφασίσει, άρα να δράσει με συγκεκριμένο τρόπο, μπορεί όμως και να μην επιδιώκει την ανάληψη συγκεκριμένης δράσης, αλλά απλά την παθητική απόλαυση του λόγου από το κοινό. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, όπου ο ακροατής είναι απλώς «θεατής» (θεωρός) και κριτής της ρητορικής δεινότητας του ομιλητή (κρίνων περὶ τῆς δυνάμεως), έχουμε λόγο επιδεικτικό. Ο ομιλητής αναφέρεται εν προκειμένω καταρχήν σε σύγχρονα γεγονότα, χρησιμοποιεί όμως χρόνο παρελθοντικό, όταν θυμίζει όσα έχουν συμβεί, ή και χρόνο μέλλοντα, όταν προβλέπει όσα πρόκειται να συμβούν (Ῥητορική 1.3.1358b13-20). Ο λόγος είναι δικανικός, αν ο ακροατής καλείται να κρίνει γεγονότα του παρελθόντος -να γίνει κριτὴς τῶν γεγενημένων- και να αποφασίσει ως δικαστής (οἷον ὁ δικαστής). Τέλος, ο λόγος είναι συμβουλευτικός, αν ο ακροατής πρέπει να αποφασίσει για ό,τι αφορά το μέλλον -να γίνει κριτὴς τῶν μελλόντων- ως μέλος μιας λαϊκής συνέλευσης που λαμβάνει αποφάσεις (οἷον ἐκκλησιαστής).
 
Πιο συγκεκριμένα:
 
1. Στο συμβουλευτικό γένος ανήκουν οι λόγοι που εκφωνούνταν στην Εκκλησία του Δήμου ή σε άλλες συγκεντρώσεις, οι οποίες δεν είχαν πάντα πολιτικό χαρακτήρα. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ονομάζονται σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και δημηγορίαι. Tο βασικό ερώτημα είναι αν μια επικείμενη ενέργεια είναι ωφέλιμη ή επιζήμια για την κοινότητα - στο συγκεκριμένο είδος το τέλος, o τελικός στόχος του λόγου, το κύριο θέμα του είναι τὸ συμφέρον ή τὸ βλαβερόν (Ῥητορική 1.3.1358b22). Στην περίπτωση που ο λόγος προβάλλει κυρίως το συμφέροντου κοινού, αποτελεί προτροπή, ενώ στην περίπτωση που υπογραμμίζει τις επικείμενες βλαβερές συνέπειες μιας ενέργειας, αποτελεί αποτροπή. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ρήτορες δημοσίευαν τους συμβουλευτικούς τους λόγους, για να προβάλουν τις απόψεις τους αλλά και τη ρητορική τους δεινότητα.
 
2. Στο δικανικό γένος ανήκουν οι λόγοι που εκφωνούνταν από τους διαδίκους στα δικαστήρια (πρόκειται για την κατηγορίαν και την ἀπολογίαν· η πρώτη επιδιώκει να καταδείξει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης για την οποία κάποιος κατηγορείται· η δεύτερη, αντίθετα, να πείσει ότι η στάση ή η πράξη του κατηγορούμενου είναι δίκαιη) - σε αυτό το είδος λοιπόν το τέλος είναι το δίκαιον ή το ἄδικον(Αριστοτέλης, Ῥητορική 1.3.1358b25). Στην αρχαία Αθήνα, σε περίπτωση που οι πολίτες που συμμετείχαν στη δίκη δεν ήταν σε θέση να συντάξουν οι ίδιοι τους λόγους τους, ανέθεταν το συγκεκριμένο καθήκον επ' αμοιβή σε επαγγελματίες συγγραφείς δικανικών λόγων, τους λογογράφους, και στη συνέχεια αποστήθιζαν τον λόγο που εκείνοι είχαν γράψει και τον εκφωνούσαν στο δικαστήριο. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις ο λογογράφος εκφωνούσε ο ίδιος τον λόγο, ως συνήγορος πια, στη θέση του διαδίκου.
 
Η ακροαματική διαδικασία ξεκινούσε με την ανάγνωση του κατηγορητηρίου και την πρόταση της υπεράσπισης. Ο κατήγορος είχε στη συνέχεια τον λόγο και ακολουθούσε η υπεράσπιση. Η κάθε αγόρευση διαρκούσε μισή περίπου ώρα - ο χρόνος ρυθμιζόταν με την κλεψύδρα. Οι δικανικοί λόγοι είναι λοιπόν συντομότεροι από τους επιδεικτικούς και τους συμβουλευτικούς.
 
3. Στο επιδεικτικό γένος ανήκαν λόγοι πανηγυρικού χαρακτήρα. Εκφωνούνταν στο πλαίσιο διαφόρων κοινωνικών εκδηλώσεων: σε γιορτές, επιμνημόσυνες τελετές κ.λπ. Οι επιδεικτικοί λόγοι που προβάλλουν το αξιέπαινο και αξιότιμο (το καλόν κατά τον Αριστοτέλη, Ῥητορική1.3.1358b25) ονομάζονται ἔπαινοι (ἐγκώμια). Στο είδος όμως του επιδεικτικού λόγου ανήκουν και εκείνοι που πραγματεύονται με έμφαση το αξιόμεμπτο (το αἰσχρόν) και ονομάζονται ψόγοι. Οι λόγοι του συγκεκριμένου είδους διακρίνονται από υψηλή τεχνική και συχνά κυκλοφορούσαν σε γραπτή μορφή, για να προβάλουν την τέχνη του συγγραφέα τους και να διαδώσουν τις ιδέες του. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελούσαν, ως υποδείγματα, υλικό διδασκαλίας.
 
Στο πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, τον φυσικό ιστορικό χώρο ανάπτυξης της αρχαίας ελληνικής ρητορείας και ρητορικής, δίνεται η δυνατότητα για τη σύνταξη και εκφώνηση λόγου πολιτικού-συμβουλευτικού, λόγων δικανικών όπως και λόγων πανηγυρικών. Τα αττικά λαϊκά δικαστήρια επανδρώνονταν κυρίως με απαίδευτους πολίτες που κληρώνονταν, για να εκτελέσουν καθήκοντα ενόρκων δικαστών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ρητορική ευχέρεια μπορούσε να αποδειχθεί ισχυρότατη δύναμη. Εξάλλου οι τελετές προς τιμή των πεσόντων στη μάχη (ταφαί) έδιναν την αφορμή για τη σύνθεση λαμπρών επικηδείων (των ἐπιταφίων [λόγων]), που εκφωνούνταν από επιφανείς και προικισμένους πνευματικά πολίτες ύστερα από ανάθεση αυτού του τιμητικού καθήκοντος από την πόλη.