Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (1214-1254)

ΘΗ. εἶἑν· σὲ τὸν θάσσοντα δυστήνους ἕδρας
1215 αὐδῶ φίλοισιν ὄμμα δεικνύναι τὸ σόν.
οὐδεὶς σκότος γὰρ ὧδ᾽ ἔχει μέλαν νέφος
ὅστις κακῶν σῶν συμφορὰν κρύψειεν ἄν.
τί μοι προσείων χεῖρα σημαίνεις φόβον;
ὡς μὴ μύσος με σῶν βάληι προσφθεγμάτων;
1220 οὐδὲν μέλει μοι σύν γε σοὶ πράσσειν κακῶς·
καὶ γάρ ποτ᾽ εὐτύχησ᾽. ἐκεῖσ᾽ ἀνοιστέον
ὅτ᾽ ἐξέσωσάς μ᾽ ἐς φάος νεκρῶν πάρα.
χάριν δὲ γηράσκουσαν ἐχθαίρω φίλων
καὶ τῶν καλῶν μὲν ὅστις ἀπολαύειν θέλει,
1225 συμπλεῖν δὲ τοῖς φίλοισι δυστυχοῦσιν οὔ.
ἀνίστασ᾽, ἐκκάλυψον ἄθλιον κάρα,
βλέψον πρὸς ἡμᾶς. ὅστις εὐγενὴς βροτῶν
φέρει †τὰ τῶν θεῶν γε† πτώματ᾽ οὐδ᾽ ἀναίνεται.
ΗΡ. Θησεῦ, δέδορκας τόνδ᾽ ἀγῶν᾽ ἐμῶν τέκνων;
1230 ΘΗ. ἤκουσα καὶ βλέποντι σημαίνεις κακά.
ΗΡ. τί δῆτά μου κρᾶτ᾽ ἀνεκάλυψας ἡλίωι;
ΘΗ. τί δ᾽; οὐ μιαίνεις θνητὸς ὢν τὰ τῶν θεῶν.
ΗΡ. φεῦγ᾽, ὦ ταλαίπωρ᾽, ἀνόσιον μίασμ᾽ ἐμόν.
ΘΗ. οὐδεὶς ἀλάστωρ τοῖς φίλοις ἐκ τῶν φίλων.
1235 ΗΡ. ἐπήινεσ᾽· εὖ δράσας δέ σ᾽ οὐκ ἀναίνομαι.
ΘΗ. ἐγὼ δὲ πάσχων εὖ τότ᾽ οἰκτίρω σε νῦν.
ΗΡ. οἰκτρὸς γάρ εἰμι τἄμ᾽ ἀποκτείνας τέκνα;
ΘΗ. κλαίω χάριν σὴν ἐφ᾽ ἑτέραισι συμφοραῖς.
ΗΡ. ηὗρες δέ γ᾽ ἄλλους ἐν κακοῖσι μείζοσιν;
1240 ΘΗ. ἅπτηι κάτωθεν οὐρανοῦ δυσπραξίαι.
ΗΡ. τοιγὰρ παρεσκευάσμεθ᾽ ὥστε κατθανεῖν.
ΘΗ. δοκεῖς ἀπειλῶν σῶν μέλειν τι δαίμοσιν;
ΗΡ. αὔθαδες ὁ θεός, πρὸς δὲ τοὺς θεοὺς ἐγώ.
ΘΗ. ἴσχε στόμ᾽, ὡς μὴ μέγα λέγων μεῖζον πάθηις.
1245 ΗΡ. γέμω κακῶν δὴ κοὐκέτ᾽ ἔσθ᾽ ὅπηι τεθῆι.
ΘΗ. δράσεις δὲ δὴ τί; ποῖ φέρηι θυμούμενος;
ΗΡ. θανών, ὅθενπερ ἦλθον, εἶμι γῆς ὕπο.
ΘΗ. εἴρηκας ἐπιτυχόντος ἀνθρώπου λόγους.
ΗΡ. σὺ δ᾽ ἐκτὸς ὤν γε συμφορᾶς με νουθετεῖς.
1250 ΘΗ. ὁ πολλὰ δὴ τλὰς Ἡρακλῆς λέγει τάδε;
ΗΡ. οὔκουν τοσαῦτά γ᾽· ἐν μέτρωι μοχθητέον.
ΘΗ. εὐεργέτης βροτοῖσι καὶ μέγας φίλος;
ΗΡ. οἱ δ᾽ οὐδὲν ὠφελοῦσί μ᾽, ἀλλ᾽ Ἥρα κρατεῖ.
ΘΗ. οὐκ ἄν ‹σ᾽› ἀνάσχοιθ᾽ Ἑλλὰς ἀμαθίαι θανεῖν.

***
ΘΗΣ. Σένα μιλώ, που κάθεσαι δυστυχισμένος,
και λέω την όψη σου στους φίλους σου να δείξεις,
γιατί κανένα σκότος δεν έχει έτσι μαύρο
σύννεφο, που τις συμφορές σου να τις κρύψει.
Τί δείχνεις μου τους φόνους σου σειώντας το χέρι;
δεν θες των λόγων σου να με προσβάλ᾽ η φρίκη;
1220 Μαζί σου δεν με νοιάζει εμέ να κακοπάθω
γιατί ᾽βρα κάποτε καλό από σε· θυμούμαι
όταν συ μ᾽ έφερες στο φως από τον Άδη.
Και μισώ την ευγνωμοσύνη που γηράζει,
και τόν που θέλει τα καλά ν᾽ απολαβαίνει
μα με τους φίλους να μην πλέει στη δυστυχιά τους.
Σήκω, ξεσκέπασε την άθλια κεφαλή σου,
δες μας! Ευγενικός άνθρωπος όποιος είναι
δέχεται τους νεκρούς των θεών και δεν αρνιέται.
ΗΡΑ. Κοιτάς το πάθημα, ω Θησέα, εδώ των παιδιών μου;
1230 ΘΗΣ. Το ᾽μαθα· και κακά μού λέγεις που τα βλέπω.
ΗΡΑ. Τί με ξεσκέπασες λοιπόν στο φως του ηλίου;
ΘΗΣ. Γιατί; τους θεούς εσύ άνθρωπος δεν τους μιαίνεις.
ΗΡΑ. Φεύγε, ω ταλαίπωρε, το ανόσιο μίασμά μου.
ΘΗΣ. Κανείς με την αγάπη τους φίλους δεν βλάπτει.
ΗΡΑ. Σωστά· πως σου έκαμα καλό εγώ δεν τ᾽ αρνιέμαι.
ΘΗΣ. Τότε ευεργετημένος, τώρα σε λυπάμαι.
ΗΡΑ. Να με κλαιν είμαι, τι σκότωσα τα παιδιά μου.
ΘΗΣ. Κλαίω για την τύχη σου, που σου έφερε άλλες λύπες.
ΗΡΑ. Άλλους σε μεγαλύτερες δυστυχιές βρήκες;
1240 ΘΗΣ. Γγίζεις τον ουρανό με την κακοτυχιά σου.
ΗΡΑ. Ώστε δεν μου μένει πια παρά ν᾽ αποθάνω.
ΘΗΣ. Θαρρείς για τις φοβέρες σου τους θεούς τους μέλει;
ΗΡΑ. Αυθάδεις είναι οι θεοί κι εγώ ειμαι προς εκείνους.
ΘΗΣ. Κράτα το στόμα σου, μην πιο μεγάλα πάθεις.
ΗΡΑ. Είμαι κακά γεμάτος· δεν μου χωρούν άλλα.
ΘΗΣ. Ε! τί θα κάμεις; πού πηγαίνεις θυμωμένος;
ΗΡΑ. Θα πάω νεκρός κάτου στη γην, απ᾽ όπου και ήρθα.
ΘΗΣ. Τώρα μας είπες λόγον επιτυχημένον!
ΗΡΑ. Έξω όντας συ από συμφορές με συμβουλεύεις.
1250 ΘΗΣ. Αυτά ο Ηρακλής, που τόσα υπόφερε, τα λέγει;
ΗΡΑ. Όχι τόσο μεγάλ᾽, αν μ᾽ αυτά τα μετρήσεις.
ΘΗΣ. Εσύ, ο ευεργέτης των θνητών και μέγας φίλος;
ΗΡΑ. Δεν με ωφελούν αυτοί, μα είναι νικήτρα η Ήρα.
ΘΗΣ. Δεν θ᾽ ανεχθεί η Ελλάδ᾽ ανόητα ν᾽ αποθάνεις.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της ώριμης κλασικής εποχής

5.2. Η κορυφαία στιγμή της αρχαίας ελληνικής τέχνης: Η μνημειακή διαμόρφωση της Ακρόπολης της Αθήνας, τα χρυσελεφάντινα αγάλματα του Φειδία και ο Κανών του Πολυκλείτου

5.2.1. Το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή


Μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων η Αθήνα, αν και κατεστραμμένη, βρέθηκε να είναι η πιο ισχυρή από όλες τις ελληνικές πόλεις. Αυτό το χρωστούσε κυρίως στο ναυτικό της, που είχε παίξει καθοριστικό ρόλο για τη νίκη των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας τον Σεπτέμβριο του 480 π.Χ., η οποία ανάγκασε τον Ξέρξη να επιστρέψει ντροπιασμένος στην Περσία. Τον επόμενο χρόνο στη μάχη των Πλαταιών ηττήθηκε οριστικά ο περσικός στρατός που είχε μείνει στην Ελλάδα με αρχηγό τον Μαρδόνιο. Δύο χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι τέθηκαν επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας ελληνικών πόλεων, κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου και τη Μικρά Ασία· η συμμαχία συνέχισε τον πόλεμο εναντίον των Περσών, μεταφέροντάς τον στα μικρασιατικά παράλια και στην ανατολική Μεσόγειο, έχοντας ως διακηρυγμένο στόχο να εξαλείψει οριστικά την περσική απειλή. Κέντρο της συμμαχίας ήταν η Δήλος, το μικρό νησί των Κυκλάδων στο κέντρο του Αιγαίου, όπου βρισκόταν το σημαντικότερο ιερό των Ιώνων. Εκεί βρισκόταν το κοινό ταμείο της συμμαχίας, δηλαδή τα χρήματα που συνεισέφεραν κάθε χρόνο οι σύμμαχοι για την κοινή πολεμική προσπάθεια. Η ηγεσία της συμμαχίας ανήκε όμως αναμφισβήτητα στους Αθηναίους, οι οποίοι αποφάσιζαν και διεξήγαν τις πολεμικές επιχειρήσεις όλο και περισσότερο μόνοι τους, χωρίς τη συμβολή των υπόλοιπων συμμάχων. Το 454 π.Χ. οι Αθηναίοι πήραν την απόφαση να μεταφέρουν το ταμείο της συμμαχίας στην πόλη τους, κάτι που τους έδινε τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τα χρήματα χωρίς να χρειάζεται να δίνουν λογαριασμό στους συμμάχους. Έτσι η συμμαχία μετατράπηκε σε ηγεμονία, καθώς η χρηματική συμβολή που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι στο κοινό ταμείο μετατράπηκε σε φόρο που ήταν πλέον υποχρεωμένοι να πληρώνουν στην Αθήνα.
 
Καθοριστική για τη μεταφορά του συμμαχικού ταμείου στην Αθήνα ήταν η παρέμβαση του Περικλή, ο οποίος έπεισε τους Αθηναίους να χρησιμοποιήσουν το κεφάλαιο που είχε συγκεντρωθεί, και μπορούσαν πλέον να το διαχειρίζονται ελεύθερα, για να υλοποιήσουν ένα εξαιρετικά φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα. Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση ήταν να αναδιαμορφώσουν το σημαντικότερο ιερό της πόλης, την Ακρόπολη, που την είχαν πυρπολήσει οι Πέρσες το 480 π.Χ., και να κατασκευάσουν νέους ναούς στη θέση των κατεστραμμένων, με πρώτο τον μεγάλο εκατόμπεδο ναό της Αθηνάς, ο οποίος χτιζόταν ακόμη όταν ο στρατός του Ξέρξη κατέλαβε την Αθήνα και έκαψε την Ακρόπολη. Τους ταλαιπωρημένους από τη φωτιά σφονδύλους των κιόνων του ναού αυτού τους εντοίχισαν οι Αθηναίοι στο βόρειο τείχος της Ακρόπολης, ώστε βλέποντάς τους να θυμούνται τη βεβήλωση που είχε υποστεί το ιερό της Αθηνάς. Με τα χρήματα που είχαν πλέον στη διάθεσή τους θέλησαν να ανεγείρουν στην ίδια θέση έναν μεγαλύτερο και λαμπρότερο ναό για τη θεά, αυτόν που ονομάζουμε σήμερα Παρθενώνα. Πόση σημασία απέδιδαν οι Αθηναίοι στις νίκες τους εναντίον των Περσών, ιδιαίτερα μάλιστα στον Μαραθώνα, όπου πολέμησαν μόνοι, χωρίς βοήθεια από τους άλλους Έλληνες, φαίνεται από το γεγονός ότι αφιέρωσαν στην Ακρόπολη σχεδόν 40 χρόνια μετά τη μάχη, γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα, ένα τεράστιο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς (είχε ύψος 9 m μαζί με τη βάση), έργο του Φειδία. Το άγαλμα αυτό, σύμφωνα με την επιγραφή που το συνόδευε, είχε γίνει με το δέκατο από τα λάφυρα της μάχης του Μαραθώνα. Η θεά εικονιζόταν όρθια με κράνος, ασπίδα και δόρυ. Το λοφίο του κράνους και η αιχμή του δόρατος του αγάλματος φαίνονταν από το Σούνιο, όταν η ατμόσφαιρα ήταν διαυγής.
 
Εκτός από την ανοικοδόμηση και τη νέα διαμόρφωση της Ακρόπολης, το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή περιελάμβανε την κατασκευή και άλλων ναών σε ιερά της Αττικής, ενός νέου τελεστηρίου για την τέλεση των Μυστηρίων της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελευσίνα, ένα στεγασμένο ὠδεῖον δίπλα στο Διονυσιακό θέατρο, στους νότιους πρόποδες της Ακρόπολης, για τις μουσικές εκδηλώσεις, καθώς και άλλα δημόσια κτήρια. Προβλεπόταν επίσης η κατασκευή μεγάλων και πολυδάπανων αγαλμάτων των θεών, την πρώτη θέση ανάμεσα στα οποία είχε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, έργο του Φειδία, που στήθηκε μέσα στον Παρθενώνα. Σκοπός του σχεδίου αυτού δεν ήταν μόνο να στολίσει την Αθήνα και να προβάλει τη δύναμή της κάνοντάς την τη λαμπρότερη πόλη της Ελλάδας, αλλά και να δώσει δουλειά στους τεχνίτες, τους επαγγελματίες και τους εργάτες της πόλης και να την καταστήσει κέντρο των τεχνών. Έτσι. η Αθήνα απέκτησε τα μνημεία για τα οποία είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο ακόμη και σήμερα.
 
Στην πρόταση του Περικλή για την κατασκευή μεγάλων και πολυτελών δημόσιων κτηρίων αντιτάχθηκαν με μένος οι πολιτικοί του αντίπαλοι, που ανήκαν στην αριστοκρατική παράταξη. Υποστήριζαν ότι ήταν δείγμα αλαζονείας και προσβολή απέναντι στις συμμαχικές πόλεις, που πλήρωναν για τη συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών, να δαπανούν οι Αθηναίοι τα χρήματά τους για να λαμπρύνουν την πόλη τους με πολυτελείς κατασκευές, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο τη δύναμη και τον πλούτο που είχαν αποκτήσει με τη συνδρομή των συμμάχων τους. Ο Πλούταρχος (Περικλής 12-13) στη βιογραφία του Περικλή μάς παραδίδει τη συζήτηση που έγινε στις συνελεύσεις και τα επιχειρήματα που ακούστηκαν από τις δύο πλευρές και μας δίνει ταυτόχρονα πληροφορίες για την κατασκευή των πιο σημαντικών από τα οικοδομήματα του προγράμματος:
 
«Όμως εκείνο που ευχαρίστησε περισσότερο τους Αθηναίους και στόλισε την πόλη τους κάνοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους να εντυπωσιαστούν πάρα πολύ —και που παραμένει η μόνη χειροπιαστή μαρτυρία ότι δεν είναι ψέμα η δύναμη εκείνη που λέγεται πως είχε κάποτε η Ελλάδα ούτε η παλαιά της ευδαιμονία— ήταν η κατασκευή των μνημείων που ήταν αφιερωμένα στους θεούς. Από όλα τα έργα της πολιτικής του Περικλή αυτό ήταν που φθονούσαν περισσότερο οι εχθροί του· φώναζαν λοιπόν στις συνελεύσεις κατηγορώντας ότι ντροπιάζεται και κακολογείται ο λαός, επειδή μετέφερε στη δική του πόλη από τη Δήλο τα χρήματα των Ελλήνων, τη στιγμή που το καλύτερο επιχείρημα που θα μπορούσαν να αντιτάξουν, ότι δηλαδή πήραν τα κοινά χρήματα για να τα φυλάξουν σε ασφαλές μέρος επειδή φοβούνταν τους βαρβάρους, τους το στέρησε ο Περικλής, έτσι ώστε η Ελλάδα να δίνει την εντύπωση ότι υφίσταται μια βάναυση προσβολή και μιαν απροκάλυπτη τυραννία, καθώς βλέπει πως με τα χρήματα που είναι υποχρεωμένη να συνεισφέρει για τον πόλεμο εμείς στολίζουμε με χρυσάφι και λαμπρύνουμε την πόλη μας, σαν μια φιλάρεσκη γυναίκα, καλλωπίζοντάς την με πολύτιμες πέτρες και με αγάλματα και με πολυδάπανους ναούς.
 
Ο Περικλής όμως ανέπτυσσε στον λαό την άποψη ότι δεν υπάρχει λόγος να δίνουν λογαριασμό στους συμμάχους για τα χρήματα, όταν αυτοί πολεμούν για να τους υπερασπίζονται και κρατούν μακριά τους βαρβάρους, τη στιγμή που εκείνοι δεν συνεισφέρουν ούτε άλογο, ούτε πλοίο, ούτε στρατιώτη, παρά μόνο χρήματα. Τα χρήματα αυτά δεν ανήκουν σε αυτούς που τα δίνουν, αλλά σε αυτούς που τα παίρνουν, εφόσον παρέχουν τις υπηρεσίες για τις οποίες τα έλαβαν. Αφού λοιπόν η πόλη είναι πλέον εφοδιασμένη με όλα όσα χρειάζεται για τον πόλεμο, πρέπει να δαπανά τα έσοδα της για τα έργα αυτά, που θα της φέρουν δόξα αθάνατη όταν τελειώσουν, ενώ όσο κατασκευάζονται θα διατηρούν την ευημερία, καθώς θα φέρουν πολλές και διάφορες δουλειές και θα δημιουργήσουν ποικίλες ανάγκες, οι οποίες θα αναζωογονήσουν όλα τα επαγγέλματα και θα κινητοποιήσουν όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, παρέχοντας αμειβόμενη εργασία σε ολόκληρη την πόλη, η οποία θα καταφέρει έτσι από μόνη της να στολίζεται και ταυτόχρονα να τρέφεται.
 
Σε όσους είχαν την κατάλληλη ηλικία και σωματική δύναμη οι εκστρατείες έδιναν την ευκαιρία να ωφεληθούν οικονομικά από το δημόσιο ταμείο. Επειδή όμως ο Περικλής δεν ήθελε το πλήθος των μεροκαματιάρηδων που δεν υπηρετούσε στο στρατό να μένει χωρίς εισόδημα, ούτε όμως και να πληρώνεται χωρίς να εργάζεται, πρότεινε με αποφασιστικότητα στον λαό την ανάληψη μεγάλων κατασκευών και τον σχεδιασμό πολύπλοκων και μακροπρόθεσμων έργων, ώστε να μπορούν όσοι έμεναν στην πόλη να ωφελούνται και να έχουν μερίδιο από τη δημόσια περιουσία. Πρώτες ύλες των έργων αυτών ήταν η πέτρα, ο χαλκός, το ελεφαντόδοντο, ο χρυσός, ο έβενος, το κυπαρίσσι· υπήρχαν επίσης οι επαγγελματίες που ήξεραν να τις κατεργάζονται (χτίστες, πηλοπλάστες, χαλκουργοί, λιθοξόοι, βαφείς, χρυσοχόοι, τεχνίτες ελεφαντοστού, ζωγράφοι, διακοσμητές, γλύπτες) και εκείνοι που μπορούσαν να τις στείλουν και να τις μεταφέρουν στη θάλασσα (έμποροι, ναύτες και κυβερνήτες) και στη στεριά (αμαξοποιοί και ζευγίτες και αμαξάδες και σχοινοποιοί και λιναράδες και δερματάδες και οδοποιοί και μεταλλουργοί). Όπως λοιπόν ο στρατηγός έχει το στράτευμά του, έτσι κάθε επάγγελμα διέθετε ένα οργανωμένο πλήθος τεχνιτών και εργατών, το οποίο γινόταν η συγκροτημένη ομάδα και το σώμα που το υπηρετούσε. Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι οι ανάγκες μοίραζαν και διέχεαν την ευημερία σε όλες τις ηλικίες και τις τάξεις.
 
Τα μνημεία λοιπόν υψώνονταν και είχαν επιβλητικό μέγεθος και απαράμιλλη ομορφιά και χάρη, καθώς οι τεχνίτες συναγωνίζονταν μεταξύ τους να κάνουν όσο μπορούσαν ωραιότερα τα δημιουργήματά τους. Αλλά το πιο εκπληκτικό από όλα ήταν η ταχύτητα της εκτέλεσης. Γιατί αυτά τα έργα, που το καθένα τους φαινόταν ότι θα χρειαζόταν πολλές γενιές για να ολοκληρωθεί, τελείωσαν όλα στη διάρκεια της πολιτικής σταδιοδρομίας ενός ανθρώπου. Λένε ότι όταν κάποτε ο Αγάθαρχος περηφανευόταν επειδή έφτιαχνε τις ζωγραφιστές μορφές του γρήγορα και χωρίς κόπο άκουσε τον Ζεύξη να του λέει: «Εγώ όμως χρειάζομαι πολύν χρόνο.» Πραγματικά η ευχέρεια και η ταχύτητα στην εκτέλεση δεν προσδίδει σε ένα έργο επιβλητικότητα μόνιμη ούτε τέλεια ομορφιά· ο χρόνος που επενδύει ο καλλιτέχνης για την κατασκευή του μαζί με την προσπάθεια είναι το στοιχείο που χαρίζει στο δημιούργημα διάρκεια και δύναμη. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που κάνει τα έργα του Περικλή τόσο θαυμαστά, ότι κατασκευάστηκαν σε σύντομο διάστημα για να διαρκέσουν στον χρόνο. Πραγματικά το καθένα τους ήδη από τότε ήταν σαν αρχαίο, όμως η λαμπρή του όψη το κάνει να μοιάζει ακόμη και σήμερα καινούργιο και φρεσκοτελειωμένο. Έτσι τα έργα αποπνέουν μια νεότητα που διατηρεί την όψη τους ανέπαφη από τον χρόνο, σαν να έχουν κρατήσει μέσα τους μιαν αειθαλή φρεσκάδα και μιαν αγέραστη ψυχή.
 
Όλα τα διηύθυνε και όλα τα παρακολουθούσε για λογαριασμό του ο Φειδίας, παρόλο που τα έργα είχαν δοθεί σε μεγάλους αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες. Έτσι τον εκατόμπεδο Παρθενώνα τον κατασκεύασαν ο Καλλικράτης και ο Ικτίνος. Το τελεστήριο της Ελευσίνας άρχισε να το χτίζει ο Κόροιβος, που έστησε τους κίονες στο δάπεδο και τους ένωσε με τα επιστύλια. Όταν εκείνος πέθανε, ο Μεταγένης από την Ξυπετή τοποθέτησε το διάζωμα και τους επάνω κίονες, ενώ το οπαίο επάνω από το ανάκτορο το ολοκλήρωσε ο Ξενοκλής από τον Χολαργό. Όσο για το Μακρό Τείχος, που ο Σωκράτης λέει ότι άκουσε ο ίδιος τον Περικλή να εισηγείται την κατασκευή του, αυτό ανέλαβε να το χτίσει ο Καλλικράτης.
 
Το Ωδείο, που η εσωτερική του διάταξη περιλαμβάνει πολλά έδρανα και πολλούς στύλους, ενώ η στέγη του είναι επικλινής και κατωφερική και καταλήγει σε ένα κορυφαίο σημείο, λέγεται ότι μοιάζει με τη σκηνή του βασιλιά [Ξέρξη] και ότι έγινε κατά το πρότυπό της.
 
Τα Προπύλαια της Ακρόπολης οικοδομήθηκαν σε μια πενταετία με αρχιτέκτονα τον Μνησικλή, ενώ ένα παράδοξο τυχαίο περιστατικό, που συνέβη όσο χτίζονταν, απέδειξε ότι η θεά [Αθηνά] όχι μόνο δεν αδιαφορούσε, αλλά συνεργαζόταν και βοηθούσε να τελειώσει το έργο. Ο πιο εργατικός και πρόθυμος τεχνίτης γλίστρησε και έπεσε από ψηλά και βρισκόταν σε κακή κατάσταση, τόσο που οι γιατροί προεξοφλούσαν το τέλος του. Καθώς λοιπόν ο Περικλής ήταν στενοχωρημένος, η θεά εμφανίστηκε στο όνειρό του και διέταξε μια θεραπεία, που εφαρμόζοντάς την ο Περικλής γιάτρεψε γρήγορα και εύκολα τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό και έστησε χάλκινο άγαλμα της Υγείας Αθηνάς στην Ακρόπολη κοντά στο βωμό που υπήρχε, όπως λένε, από παλιότερα.»
 
Τα έργα του προγράμματος του Περικλή αποτελούν σταθμό για την αρχαία ελληνική τέχνη όχι μόνο επειδή άνοιξαν νέους δρόμους και αποτέλεσαν πρότυπα για τη μετέπειτα καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και επειδή σε αυτά συνεργάστηκαν ή μαθήτευσαν καλλιτέχνες από όλη την Ελλάδα, οι οποίοι διέδωσαν στη συνέχεια παντού τις εμπειρίες που απέκτησαν. Τα μεγάλα έργα της Αθήνας (που κατασκευάστηκαν από το 450 ως το 405 π.Χ.) είναι η κύρια αιτία για την οποία οι τέχνες γνώρισαν εξαιρετική άνθηση στην Ελλάδα το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Στα χρόνια αυτά διαμορφώθηκε μια νέα αισθητική και αναπτύχθηκαν δυναμικές τεχνοτροπικές τάσεις, οι οποίες γρήγορα εξαπλώθηκαν δίνοντας νέα πνοή στις τέχνες. Είναι επομένως σκόπιμο να αναφέρουμε τα πιο σημαντικά από τα έργα αυτά.
 
Στην Ακρόπολη, εκτός από τον Παρθενώνα, τον οποίο θα εξετάσουμε διεξοδικότερα, κατασκευάστηκε μια νέα μνημειακή είσοδος στη δυτική πλευρά, τα Προπύλαια, με σχέδιο του αρχιτέκτονα Μνησικλή στα χρόνια 437-432 π.Χ.. Το κτήριο έχει δύο προσόψεις δωρικού ρυθμού στην ανατολική και τη δυτική πλευρά με πλάτος λίγο μεγαλύτερο από 18 m. Κοντά στην ανατολική πρόσοψη και σε απόσταση 15,25 m από τη δυτική υπάρχει εγκάρσιος τοίχος με πέντε πύλες, από τις οποίες η κεντρική έχει πλάτος 4 m· από εκεί περνούσαν τα αμάξια, οι ιππείς καθώς και τα ζώα που οδηγούνταν στην Ακρόπολη για να θυσιαστούν. Οι στενότερες πλαϊνές είσοδοι βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο και προορίζονταν για όσους ανέβαιναν πεζοί στην Ακρόπολη. Εξαιτίας της κλίσης του εδάφους η δυτική πρόσοψη βρίσκεται χαμηλότερα από την ανατολική. Ο στεγασμένος χώρος ανάμεσα στις προσόψεις έχει μνημειακή διαμόρφωση με δύο σειρές από τρεις ψηλούς ιωνικούς κίονες, που στηρίζουν την οροφή από μαρμάρινες πλάκες με φατνώματα. Στη βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων (αριστερά ανεβαίνοντας) υπάρχει μια μεγάλη αίθουσα με προστώο και δύο παράθυρα δεξιά και αριστερά από την είσοδο. Εκεί ήταν εκτεθειμένοι σημαντικοί πίνακες ζωγραφικής και γι᾽ αυτό η αίθουσα είναι γνωστή ως Πινακοθήκη. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, που ξέσπασε το 431 π.Χ., είναι πιθανότατα η αιτία για την οποία οι εργασίες στα Προπύλαια δεν ολοκληρώθηκαν, με αποτέλεσμα η νότια πτέρυγα να παραμείνει αδιαμόρφωτη. Μια σαφής ένδειξη ότι το έργο διακόπηκε πριν τελειώσει είναι ότι οι λίθοι στους τοίχους διατηρούν ακόμη τους αγκώνες ανύψωσης.
 
Το οικοδομικό πρόγραμμα της Ακρόπολης περιελάμβανε ακόμη δύο ναούς, τον ναό της Αθηνάς Νίκης και το Ερεχθείο, των οποίων όμως η κατασκευή αναβλήθηκε λόγω του πολέμου. Οι εργασίες επαναλήφθηκαν μετά την ειρήνη του Νικία το 421 π.Χ. και τα δύο αυτά κτίσματα θα τα εξετάσουμε σε επόμενο άρθρο.

Εμπειρία και ερμηνείες

Η Πραγματικότητα, σαν Εμπειρία, βρίσκεται πέρα από την σκέψη (κι όσα δημιουργεί η σκέψη), στην Άμεση Επαφή με αυτό που πραγματικά συμβαίνει, σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Η Εμπειρία της Πραγματικότητας, καθώς ανήκει σε ένα υπερδιανοητικό χώρο, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο διανοητικό επίπεδο, παρά, ίσως, μόνο με φτωχές αναλογίες. Το λάθος που κάνουν οι άνθρωποι είναι να νομίζουν ότι γνωρίζοντας ένα πράγμα διανοητικά (με «πληροφορίες») το γνωρίζουν. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Άμεση Εμπειρία.

Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει την Πραγματικότητα, αυτό που ονομάζουν, εσωτερική θεώρηση, μυστικό βίωμα, κλπ., εφόσον είναι Άμεση Επαφή με το πραγματικό, βρίσκεται πέρα από την θεωρητική διανοητική εξήγηση, πέρα από θεωρητικές διδασκαλίες, ορολογίες των εννοιών, πέρα από εξωτερικές δραστηριότητες των ανθρώπων. Το Βίωμα, αυτό που ζούμε, είναι η Ουσία της ζωής κι όχι οι θεωρίες, κοσμοθεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές και δραστηριότητες.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να προσεγγίσουν πραγματικά το Αληθινό και μένουν στο διανοητικό επίπεδο φτιάχνουν όλες αυτές τις θεωρίες, νομίζοντας ότι αυτό είναι Γνώση, Αλήθεια, ο Δρόμος της ζωής κλπ. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα διανοητικά σκουπίδια. Δεν βοηθούν καθόλου, κανέναν, να γίνει καλύτερος άνθρωπος, πόσο μάλλον να γίνει Ολοκληρωμένος Άνθρωπος.

Όταν οι άνθρωποι έχουν μια διανοητική εικόνα για τα εξωτερικά πράγματα μπορούν, κατά προσέγγιση να εφαρμόσουν την θεώρηση αυτή στην πράξη, στον εξωτερικό κόσμο. Αλλά εδώ πρόκειται για πράγματα της κοινής εμπειρίας. Όταν όμως οι άνθρωποι, χωρίς να έχουν οι ίδιοι Εμπειρία του Αγνώστου, ακούνε για Αυτό, πληροφορούνται για Αυτό, νομίζουν ότι με μόνο εφόδιο αυτή την διανοητική γνώση και με διαφόρους μεθόδους (διαλογισμό, προσευχή, κλπ.) θα φτάσουν σε Αυτό το Άγνωστο. Ψάχνουν να πραγματοποιήσουν την διανοητική εικόνα που έχουν. Και το μόνο που μπορούν να βρουν είναι ακριβώς η φαντασία τους. Όλη αυτή η διαδικασία δεν υπερβαίνει το διανοητικό επίπεδο, τους κρατά δεμένους στον χώρο της σκέψης.

Προφανώς δεν είναι αυτός ο τρόπος για να φτάσουμε στο Άγνωστο. Κι ούτε ποτέ, κάποιος Σοφός δίδαξε αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα Όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα κλπ., δίδαξαν Πρακτικούς Τρόπους για να Φτάσουμε στην Καρδιά της Πραγματικότητας, όχι μέσω κάποιας δήθεν γνώσης ή με δραστηριότητες, αλλά ξεπερνώντας όλες τις περιοριστικές δραστηριότητες, διαλύοντας τις αυταπάτες, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις.

Ποτέ δεν ξεκινάμε με μια θεωρητική εικόνα, με μια ιδέα περί της Πραγματικότητας, για να την Αναζητήσουμε. Δεν γνωρίζουμε τι θα βρούμε. Αυτό μένει να το βιώσουμε, να το ανακαλύψουμε, να το κατανοήσουμε. Αντίθετα, αντί για μια θετική αναζήτηση (που είναι στην πραγματικότητα ψευδής), πολύ απλά απαλλασσόμαστε από τις αυταπάτες μας, από τις ψευδαισθήσεις και τις αδιέξοδες δραστηριότητες, Μόνο τότε μπορούμε να Φτάσουμε στην Αλήθεια που Αποκαλύπτεται Ασαφής και Θολή στην αρχή, Ολόλαμπρη και στην Πληρότητά της όσο Εμβαθύνουμε στην Πραγματικότητα.

Αν θέλουμε λοιπόν να πάμε στην ουσία των πραγμάτων πρέπει να εγκαταλείψουμε το διανοητικό επίπεδο των θεωρητικών ερμηνειών και των διανοητικών προσπαθειών να πραγματοποιήσουμε το Αληθινό, να εγκαταλείψουμε όλα αυτά τα δημιουργήματα του ανθρώπου που ονομάζουμε θρησκείες και μυστικές διδασκαλίες και να Αναδυθούμε στην Μόνη Αληθινή εμπειρία του Βιώματος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική προσέγγιση της Αλήθειας είναι ο Μόνος Δρόμος για να περάσουμε από το όνειρο στην Αληθινή Ζωή, όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει η Αλήθεια, η Ζωή, η Αιωνιότητα, έξω από τον χρόνο.

Χωρίς το Γιν δε θα υπήρχε το Γιανγκ (και αντίστροφα)

Το σύμβολο του Γιν-Γιανγκ είναι γνώριμο σχεδόν σε όλους μας, καθώς είτε το έχουμε κάπου συναντήσει είτε το διαθέτουμε σε μπρελόκ, σε στάμπες ή και σε τατουάζ. Πριν από κάποια χρόνια ήταν στη μόδα και θα έλεγε κανείς πως είχαμε πάθει ψύχωση μαζί του! Αν ρωτήσει κάποιος μια μερίδα ανθρώπων ποια είναι η σημασία του, η συνηθέστερη απάντηση που θα λάβει είναι «το καλό και το κακό», που είναι πολύ αόριστη μπροστά στην πραγματική του σημασία.

Το Γιν-Γιανγκ αντιπροσωπεύει, κυρίως, τις διαζεύξεις του καλού και του κακού, του φωτός και του σκότους, της ζωής και του θανάτου, αλλά και κάθε άλλο αντιθετικό ζεύγος που σχετίζεται με οποιαδήποτε κατάσταση. Πρεσβεύει πως για να υφίσταται η θετική όψη ενός πράγματος, πρέπει να υφίσταται και αντίστοιχη αρνητική και πως στον καθένα υπάρχουν στοιχεία και του αντιθέτου του. Ανήκει στην κινεζική φιλοσοφία και πιο συγκεκριμένα στη θρησκεία του ταοϊσμού. Πολλοί ταοϊστές φιλόσοφοι υποστήριξαν, επίσης, ότι η θέση του λευκού και του μαύρου εναλλάσσονται∙ δηλαδή, πως το θετικό μπορεί να γίνει αρνητικό και αντίστροφα. Για να γίνει λίγο πιο κατανοητό, θα μπορούσαμε να πούμε πως η θεωρία του Γιν-Γιανγκ ταυτίζεται σ’ έναν βαθμό με την αρχαία ρήση «ουδέν κακόν αμιγές καλού», που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, σε συνδυασμό με τον τελεολογικό χαρακτήρα στην ύπαρξη κάθε όντος, που αποδίδει ο δικός μας αρχαίος φιλόσοφος, ο Αριστοτέλης.

Για να καταστεί, όμως, ακόμη πιο σαφές, ας το συσχετίσουμε με τις ερωτικές μας σχέσεις, δίνοντας κάποια παραδείγματα. Ο ενθουσιασμός που νιώθουμε για κάποιον άνθρωπο είναι το Γιν, δηλαδή το θετικό κομμάτι, ενώ το ξενέρωμα που τυγχάνει να επέλθει το Γιανγκ, ήτοι το αρνητικό κομμάτι. Η ερωτική μας επιτυχία είναι το Γιν, ενώ η απογοήτευση το Γιανγκ. Το ξεκίνημα της σχέσης μας είναι το Γιν και το φινάλε της είναι το Γιανγκ. Η αμέριστη προσοχή του συντρόφου μας είναι το Γιν και η αδιαφορία το Γιανγκ. Η αφοσίωση είναι το Γιν, η προδοσία είναι το Γιανγκ. Όλα αυτά υπάρχουν και γνωρίζουμε ότι ενδέχεται να έρθουμε αντιμέτωποι μ’ αυτά, είτε πρόκειται για κάποιο απ’ τα όμορφα, είτε για κάποιο απ’ τα άσχημα.

Όπως φαίνεται λογικό, αν δεν υπήρχε η μία όψη, δε θα γινόταν να υπάρχει η άλλη, και ακόμη και να γινόταν, δε θα είχε την ίδια σημασία ούτε η μεν ούτε η δε. Βέβαια, κάποια φάση απ’ τις παραπάνω, αν και φαινομενικά είναι καλή, μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά για εμάς και κάποια αντίστοιχα κακή, μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Γι’ αυτό λέγεται πως το Γιν-Γιανγκ κάνει στροφή 180 μοιρών, κι εδώ φαίνεται κι η σχετικότητα των πραγμάτων∙ τα πάντα καθορίζονται απ’ τις περιστάσεις. Οτιδήποτε χαρακτηρίζει μια κατάσταση ή εμάς, δε θα μπορούσε να υφίσταται χωρίς το αντίστοιχο αντίθετό του. Ο λόγος ύπαρξης του ενός εξαρτάται απ’ τον λόγο ύπαρξης του άλλου.

Ακόμα, μια πολύ σημαντική αρχή του ταοϊσμού που συνδέεται άμεσα με το Γιν-Γιανγκ, είναι το Γου-Γουέι και συμβολίζει το πότε καλούμαστε να ενεργούμε και πότε όχι, πότε πρέπει να κάνουμε κάτι, επειδή είναι σημαντικό ή θα λειτουργήσει θετικά, και πότε δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτα, διότι δε θα έχει κάποια σημασία ή θα λειτουργήσει αρνητικά.

Συσχετίζοντας κι αυτό με τις ερωτικές μας σχέσεις, θα μπορούσαμε να φέρουμε ως παράδειγμα κάποιες καταστάσεις ή συμπεριφορές, ώστε να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία του. Το να διατηρούμε μια σχέση που δεν είναι υγιής, επειδή κάποτε ήταν ή έχει γίνει συνήθεια, είναι άσκοπο, καθώς παρά την επιμονή μας δεν πρόκειται να επιστρέψει στην αρχική της κατάσταση. Το να δείχνουμε υπερβολικό ενδιαφέρον, σε σημείο που μπορεί να μεταφραστεί ως εξάρτηση, είναι κάτι που θα τρομάξει και πιθανότατα θα διώξει το ταίρι μας. Αντιθέτως, το να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη σχέση μας και να μην το συζητάμε, είναι κάτι που δεν κάνουμε κι έχει κι αυτό αρνητικό πρόσημο. Το να μη δίνουμε τόση σημασία στις επιθυμίες του ανθρώπου μας ή να μην έχουμε τη διάθεση να τον κατανοήσουμε, επίσης θα επιδράσει αρνητικά στη σχέση μας.

Το Γιν-Γιανγκ έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία, αλλά και άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η ψυχολογία και η φυσική. Θα συμπεραίναμε πως είναι μια πολύ σύνθετη θεωρία, η οποία όμως θέλει να μας διδάξει με απλά λόγια πως οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες για καθετί που ζούμε και αποτελούμε. Όλα τα αντώνυμα δημιουργούν, συμπληρώνουν, υποστηρίζουν, σχετίζονται και μεταμορφώνουν το ένα τ’ άλλο. Κι όσο για το συγγενές του, το Γου-Γουέι, θέλει να μας δείξει πως δε χρειάζεται να καταβάλλουμε για όλα υπερπροσπάθεια, αλλά να αφήνουμε τη ροή των πραγμάτων να φέρει αυτό που προορίζεται, όταν δε βρίσκεται κάτι υπό τον έλεγχό μας. Ας μην κάνουμε συνέχεια τα απλά, σύνθετα!

Jumlin: Η Βαμπιρική Ιστορία των Ινδιάνων Cherokee

Οι Ινδιάνοι Cherokee ήταν μια από τις πέντε μεγαλύτερες φυλές των ιθαγενών Αμερικανών οι οποίοι ζούσαν σε καλύβες φτιαγμένες από κούτσουρα και όχι στα παραδοσιακά tee pee, κοντά σε λίμνες στην νοτιοανατολική περιφέρεια, γύρω από τα όρη Allegheny. Oι πολεμιστές ξύριζαν το κεφάλι τους και άφηναν μια αλογοουρά, φορούσαν Mohawk διαδήματα με φτερά και είχαν τατουάζ που σχετίζονταν με τον πόλεμο. Μιλούσαν τρεις διαφορετικούς διαλέκτους, Elatĭ,- Kituhwa – A´tăli, χωρίζονταν σε εφτά φατρίες, τα μέλη της θεωρούνταν μεταξύ τους αδέρφια η καθεμία είχε το δικό της χρώμα και το Ιερό της Δέντρο.

Οι αριθμοί 4 και 7 ήταν Ιεροί. Το 4 συμβολίζει τα τέσσερα σημεία του Ορίζοντα, Βορρά, Νότο, Ανατολή και Δύση τα οποία είναι περάσματα και στο κέντρο βρίσκεται η Ιερή Φωτιά. Το 7 είναι κατευθύνσεις, βόρεια, νότια, ανατολικά, δυτικά, πάνω από, κάτω από , στο κέντρο. Η χρήση του κάθε χρώματος εναρμονίζεται με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα όπου ο Βορράς-Μπλε αντιπροσωπεύει την θλίψη και την συντριβή, ο Νότος-Άσπρο την ειρήνη και την αρμονία, η Ανατολή-Κόκκινο την νίκη και την δύναμη, η Δύση-Μαύρο τον θάνατο.

Οι εφτά φατρίες ήταν:

Wolf (a-ni-wa-ya), η μεγαλύτερη και περίφημη φατρία γνωστοί ως Προστάτες. Ο αρχηγός του Πολέμου the War Chief ήταν από τους Λύκους. Χρώμα Κόκκινο, Ιερό Δέντρο Καρυδιά.

Paint (a-ni-wo-di) Οι Σαμάνοι ή Μάγοι-Γιατροί βαμμένοι με κόκκινη μπογιά. Προετοίμαζαν μείγματα με θεραπευτικά βότανα και φυτά για τις τελετές και τσάι για τις ασθένειες. Χρώμα Άσπρο, Ιερό Δέντρο Χαρουπιά.

Deer (a-ni-a-ha-wi) οι Δρομείς, οι Αγγελιοφόροι και οι Κυνηγοί. Χρώμα Καφέ, Ιερό Δέντρο Βελανιδιά

Bird (a-ni-tsi-s-qua) αυτοί που φρόντιζαν τα πουλιά, τα οποία ήταν μαντατοφόροι ανάμεσα στη γη και στον ουρανό. Χρώμα Μοβ, Ιερό Δέντρο Σφένδαμος.

Longhair (a-ni-gi-lo-hi) ή Twister, Hair Hanging Down, Wind Clan. Οι Ειρηνοποιοί, είχαν περίτεχνα χτενίσματα, διάλεγαν τον αρχηγό της Ειρήνης. Αιχμάλωτοι πολέμου και ορφανά ενσωματώνονταν σε αυτή τη φατρία. Χρώμα Κίτρινο, Ιερό Δέντρο Οξιά.

Bear ή Wild Potato (a-ni-go-da-ge-wi), οι Φύλακες της γης που μάζευαν τις πατάτες. Χρώμα Πράσινο, Ιερό Δέντρο Σημύδα.

Blue (a-ni-sa-ho-ni) ή Panther or Wild Cat Clan. Αυτοί που έφτιαχναν φάρμακα από ένα μπλε φυτό για να προστατεύουν τα παιδιά από τις αρρώστιες. Χρώμα Μπλε, Ιερό Δέντρο Μελιά.

Έδιναν μεγάλη βάση στην πνευματικότητα και στην σοφία της φύσης, στο κέντρο κάθε οικισμού υπήρχε ένας βωμός, χτισμένος πάνω σε ένα ύψωμα, είχαν ύμνους, τραγούδια τελετουργικούς χορούς και επτά ιερές τελετές. Ο Χορός της Βροχής ήταν μια καθιερωμένη ιεροτελεστία για τις Ινδιάνικες Φυλές της Αμερικής. Συνήθως γινόταν τον μήνα με την μεγαλύτερη ξηρασία και στην τελετή έπαιρναν μέρος και άντρες και γυναίκες. Φορούσαν ειδικές στολές και μάσκες, τα φτερά συμβόλιζαν τον αέρα, το τουρκουάζ την βροχή και έβαφαν τα σώματα τους ανάλογα με τα χρώματα κάθε φυλής. Οι Cherokee εκτελούν τον Χορό της Βροχής για να εξαγνίσουν την γη, για να έχουν πλούσια συγκομιδή και για να προκαλέσουν βροχόπτωση. Πίστευαν ότι η βροχή που προκαλείται από τον χορό τους, περιέχει τα πνεύματα των παλαιών αρχηγών της φυλής, οι οποίοι πολεμούν το Κακό κατά την μετάβαση μεταξύ του πραγματικού κόσμου και του κόσμου των πνευμάτων.

Κάθε χρόνο διεξάγονταν έξι τελετές, ανάλογα με τις φάσεις της Σελήνης η έβδομη the Uku Dance, τελετή ευχαριστιών γιορτάζονταν κάθε επτά χρόνια: The New Moon of Spring Ceremony, τον Μάρτιο σηματοδοτούσε το φύτεμα της σοδειάς, το άναμμα της ιερής φωτιάς στην οποία έκαιγαν την γλώσσα ενός ελαφιού και όλα τα σπίτια άναβαν φωτιές από αυτές τις φλόγες, August the Green Corn Ceremony, The Ripe Corn Ceremony, τελετές για το καλαμπόκι the Great New Moon Ceremony τον Οκτώβριο τελετή εξαγνισμού με το να βυθίζεται κάποιος εφτά φορές στο νερό. Δέκα μέρες μετά η “Atohuna” ή the “Friends Made Ceremony” τελετή συμφιλίωσης και σύσφιξη σχέσεων ή ανταλλαγής όρκων αιώνιας φιλίας, the Bounding Bush Ceremony, τελετή χορών και γευμάτων.

Μυθολογικές φιγούρες πρωταγωνιστούν σε κάθε ιστορία των Ινδιάνων Cherokee. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Μεγάλο Πνεύμα- ο Δημιουργός Unetlanvhi, το Unktena, ο δράκος-φίδι πάνω στο μέτωπο του υπήρχε ένα κρύσταλλο «The Ulunsuti Stone» το οποίο ήταν καθρέφτης που έδειχνε το παρελθόν και το μέλλον, το Jistu, the trickster rabbit, τα Πνεύματα των Κεραυνών Aniyvdaqualosgi ή Ani–Yuntikwalaski τα οποία παίρνουν ανθρώπινη μορφή, τα Τεράστια Πουλιά Tlanuwa με τα μεταλλικά φτερά. Επιπλέον, τα Λιλιπούτεια όντα της φύσης Yunwi Tsunsdi‘ που συνήθως είναι αόρατα, βοηθάνε τους ανθρώπους, έχουν μαγικές δυνάμεις και τιμωρούν αυτούς που δεν σέβονται, οι Αόρατοι Πολεμιστές Nunnehi, οι Γίγαντες από πέτρα Stoneclads και ο Πατέρας των Βαμπίρ Jumlin.

Συγκεκριμένα, ο μύθος του Jumlin που μεταφερόταν προφορικά από γενιά σε γενιά αναφέρει ότι:

Ήταν κάποτε ένας Σοφός Θεραπευτής ο Medicine Man, ο οποίος ζούσε αρμονικά με την γυναίκα την Laughing Sky. Ο αδερφός του ήταν ο Αρχηγός των Δέκα Φυλών, Chief of the Ten Tribes. Ο Medicine Man αγαπούσε πολύ την γυναίκα του όμως η Laughing Sky δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Πολλές φορές προσευχήθηκε στο Μεγάλο Πνεύμα Great Spirit χωρίς αποτέλεσμα. Λόγω της θλίψης και της απογοήτευσης του, στράφηκε στις Σκοτεινές Τέχνες ενώ ήταν απαγορευμένο και επικαλέστηκε ένα κακό πνεύμα τον Jumlin που του υποσχέθηκε πολλούς απογόνους. Το πνεύμα ξεπήδησε από το Βασίλειο των Σκιών και κυρίευσε τον Medicine Man. Ο Jumlin ήταν ένα αιμοδιψές τέρας που αναζητούσε ανθρώπινη σάρκα και τρεφόταν με το αίμα των ζωντανών, ακόμα και των παιδιών.

Ο Laughing Bear ήταν το τελευταίο παιδί που γέννησε η Laughing Sky. Μετά την γέννηση του ο Jumlin ήπιε όλο το αίμα της και άφησε το πτώμα της να σαπίσει. Συγκέντρωσε όλους τους μοχθηρούς απογόνους του και πηγαίναν από χωριό σε χωριό, βίαζαν γυναίκες, λεηλατούσαν και σκότωναν. Σε κάθε χωριό άφηνε και ένα νεογέννητο σε μια ανυποψίαστη γυναίκα που το μεγάλωνε σαν να ήταν δικό της και έτσι η γενιά του συνεχιζόταν.

Μια μέρα ο Jumlin επιτέθηκε στην κόρη ενός αρχηγού σε ένα κοντινό οικισμό. Ο πατέρας της άκουσε τις κραυγές της και μαζί με άλλους πολεμιστές νικήσαν τον Jumlin με μαγικά όπλα και σκότωσαν αρκετούς από τους απογόνους του. Ο μοχθηρός Laughing Bear και μερικοί άλλοι κατάφεραν να διαφύγουν. Λέγεται ότι μέχρι και σήμερα τα κακόβουλα παιδιά του Jumlin περιπλανώνται στη γη. Έχουν υπερφυσικές ικανότητες, ζουν για πάντα, ζευγαρώνουν με ανθρώπους, όμως στην ουσία είναι αρνητικές δυνάμεις, τα πρώτα Βαμπίρ και Πλάσματα του Σκότους.

Παράλληλα, ένας ακόμη μύθος εξιστορεί ότι πολύ παλιά ζούσε στα βουνά μια απαίσια δράκαινα, η Spear–finger– U`tlûñ’tä γνωστή ως Nûñ’yunu’ï- “Stone-dress” η οποία έτρωγε το ήπαρ των θυμάτων της. Μπορούσε να αλλάζει μορφές, στην πραγματικότητα έμοιαζε με γριά γυναίκα, το δέρμα της ήταν σκληρό σαν πέτρα και στο δεξί της χέρι είχε ένα μακρύ αιχμηρό κοκάλινο δείχτη, σαν βελόνι για να μαχαιρώνει με αυτό τους περαστικούς.

Περιφερόταν στα σκοτεινά μονοπάτια του δάσους Nantahala, στη βόρεια Καρολίνα, πάντα πεινασμένη και κρύβοντας το κοκάλινο δάχτυλο της κάτω από την κάπα της. Όταν συναντούσε παιδιά, στο μονοπάτι του βουνού Chilhowee, προσπαθούσε να τα καλοπιάσει και τους έλεγε:“Come, my grandchildren, come to your granny and let granny dress your hair.” Αφού τα αποκοίμιζε, τα τρυπούσε στην καρδιά, τους έπαιρνε το συκώτι και το καταβρόχθιζε.

Κανείς δεν ήταν ασφαλής, ούτε καν οι κυνηγοί, οι οποίοι κάποιες φορές την άκουγαν να τραγούδα Uwe’la na’tsïkû’. Su’ sä’ sai’. Liver, I eat it. Su’ sa’ sai’ και απομακρυνόντουσαν πριν τους εντοπίσει. Το Μεγάλο Συμβούλιο της Φυλής έψαχνε τρόπους για να την εξοντώσουν και αποφάσισε να σκάψουν ένα λάκκο, που κάλυψαν με φύλλα και χορτάρι. Τελικά, η U`tlûñ’tä έπεσε στην παγίδα, οι πολεμιστές την περικύκλωσαν, όμως τα βέλη τους δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το πέτρινο δέρμα της.

Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένα μικρό πουλί το Utsu’`gï, λέγοντας “un, un, un.” Νόμιζαν ότι έλεγε u’nahü’, δηλαδή καρδιά έτσι ώστε να στοχεύσουν στην καρδιά της γριάς γυναίκας. Η προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα, έπιασαν το πουλί και του έκοψαν την γλώσσα διότι ο αιγίθαλος τους είπε ψέματα. Ένα δεύτερο πουλί εμφανίστηκε Tsï’kïlilï’, το chickadee, και έκατσε πάνω στο δεξί χέρι της μάγισσας, σημάδι ότι έπρεπε να σημαδέψουν προς τα κει. Μετά από πολλές απόπειρες, τα βέλη την πέτυχαν στην άρθρωση του καρπού και έπεσε αμέσως νεκρή. Από τότε όταν εμφανίζεται ένα tsï’kïlilï’ που λέει την αλήθεια, οι άντρες ξέρουν ότι το ταξίδι της επιστροφής θα είναι ασφαλές.

Φαινόμενο Michelangelo: Πώς μία σχέση μας βοηθά να φτάσουμε τον ιδανικό μας εαυτό

Υπάρχει ένας ιδανικός εαυτός που θέλετε να προσεγγίσετε; Ίσως να θέλετε να γίνετε λιγότερο νευρωτικοί και συναισθηματικά πιο σταθεροί; Ή πιθανότατα λιγότερο ευερέθιστοι και πιο ανεκτικοί; Και πώς σχετίζεται αυτός ο ιδανικός εαυτός με τον πραγματικό σας; Για παράδειγμα, είναι πιθανό να θέλετε να είστε λιγότερο ευερέθιστοι επειδή αντιλαμβάνεστε ότι ο εαυτός σας είναι ευερέθιστος.

Το ερώτημα περί ιδανικού εαυτού μας έχει τραβήξει την προσοχή. Σε μια πρόσφατη έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Basel στην Ελβετία, οι επιστήμονες ρώτησαν για τον ιδανικό τους εαυτό.

Συγκεκριμένα, στο τέλος μιας 4χρονης έρευνας, οι συμμετέχοντες περιέγραψαν τον ιδανικό τους εαυτό – ρωτήθηκαν πώς θα ήθελαν ιδανικά να είναι και να ονομάσουν 4 χαρακτηριστικά που θα έχει ο ιδανικός τους εαυτός. Συνολικά, έλαβαν αυτο-περιγραφές, που στη συνέχεια κωδικοποιήθηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν σύμφωνα με 5 κεντρικές διαστάσεις της προσωπικότητας: νευρωτισμό, ανοιχτή αντίληψη, εξωστρέφεια, ευσυνειδησία και συγκαταβατικότητα.

Επιπλέον, οι συμμετέχοντες παρείχαν αυτοαναφορές σχετικά με τα ήδη υπάρχοντα χαρακτηριστικά τους πάλι με βάση τις 5 διαστάσεις της προσωπικότητας. Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι οι συμμετέχοντες θα ήθελαν να βελτιωθούν σε εκείνες τις πλευρές που θεωρούσαν προβληματικές.

Συμπεράσματα: Οι περισσότερες γυναίκες και άνδρες ήθελαν να είναι πιο συγκαταβατικοί, ειδικά αν ήταν ήδη. Αυτό μπέρδεψε τους ερευνητές. Γιατί κάποιος που είναι ήδη συγκαταβατικός να θέλει να γίνει περισσότερο; Ο λόγος τελικά ήταν απλός. Οι συγκαταβατικοί άνθρωποι γενικά θεωρούνται ευγενικοί και καλοπροαίρετοι, δηλαδή ό,τι θεωρείται ως ώριμος άνθρωπος.

Επιπλέον, η συγκαταβατικότητα θεωρείται ατού στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, επομένως οι άνθρωποι νιώθουμε ότι όσο περισσότερη, τόσο το καλύτερο. Εκτός όμως από αυτή την περίπτωση, παρατηρήθηκε αυτή η συμπληρωματικότητα, την οποία οι ερευνητές είχαν υποθέσει. Για παράδειγμα, οι άνδρες που ανέφεραν συναισθηματική αστάθεια ήταν πιθανότερο να εύχονται να γίνουν πιο συναισθηματικά σταθεροί.

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με δύο τρόπους: Πρώτον, η αύξηση της συναισθηματικής σταθερότητας, μαζί με αυξήσεις της συγκαταβατικότητας και της ευσυνειδησίας, διαμορφώνουν αυτό που περιγράφεται ως γενική αλλαγή προς μεγαλύτερη ωριμότητα. Κατά δεύτερον, η συναισθηματική αστάθεια αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τις ερωτικές σχέσεις, και έτσι είναι ιδιαίτερα επιθυμητή για όσους εκεί θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν πρόβλημα.

Αλλά μπορούν οι άνθρωποι τελικά να γίνουν αυτό που ιδανικά θέλουν; Ναι, κάποιοι μπορούν – και η ερωτική/συντροφική τους σχέση μπορεί να τους βοηθήσει. Στην σχετική βιβλιογραφία, ένα κεντρικό πλαίσιο εργασίας που περιγράφει την κίνηση προς τον ιδανικό εαυτό στις στενές σχέσεις, όπως στις ερωτικές/ συντροφικές είναι το φαινόμενο Michelangelo.

Τι είναι το φαινόμενο Michelangelo; Όπως και με τη γλυπτική διαδικασία του καλλιτέχνη Michelangelo Buonarroti – ο οποίος έλεγε ότι ανακάλυπτε τις ιδανικές φιγούρες ήδη μέσα στο μάρμαρο, αντί να τις δημιουργεί από μόνος του – οι ερωτικοί σύντροφοι λειτουργούν ως οι γλύπτες του εαυτού του άλλου. Συγκεκριμένα, αν και οι άνθρωποι θέλουμε να φτάσουμε τον ιδανικό μας εαυτό από προσωπικό μας κίνητρο, είναι συχνά η αλληλεπίδραση με τον/τη σύντροφό μας και εξαιτίας της στήριξής τους που καταφέρνουμε να τον προσεγγίσουμε περισσότερο.

Έτσι, σύμφωνα με το φαινόμενο Michelangelo, οι άνθρωποι κατέχουν ήδη έναν ιδανικό εαυτό, που μπορούν να εκφράσουν μέσω της έμμεσης βοήθειας από το άλλο τους μισό, ο οποίος λειτουργεί συμβολικά ως γλύπτης. Για παράδειγμα, ένα υποστηρικτικός σύντροφος επιβεβαιώνει τον στόχο μας (π.χ. να είμαστε πιο αισιόδοξοι) μέσω της συναισθηματικής στήριξης ή λειτουργώντας ως πρότυπο. Επομένως, η προσπάθεια επίτευξης του ιδανικού εαυτού είναι μια συνεργατική διαδικασία και πιθανότερο να γίνει όταν υπάρχει ένας/μία υποστηρικτική σύντροφος.

Αναδείσου από το σκοτάδι προς το Ερεβοκτόνο φως και βρες τον αληθινό εαυτό σου

Πάλεψα με δαίμονες και ανθρώπους.

Κοίταξα το τέρας κατάματα και από τότε με στοίχειωσε. Με πλημμύρισε απροκάλυπτα η άβυσσος του. Βρήκε τον τρόπο να κατοικήσει μέσα μου, αφού διάβασε τα μυστικά μου και τράφηκε από τις πιο βαθιές πληγές μου.

Το τέρας, το συνάντησα.. στις σκοτεινές μου σκέψεις, όταν έψαχνα κάτι για να πιαστώ ώστε να μην νιώθω μόνη.

Το τέρας, το συνάντησα.. σε λόγια άσχημα που σκόρπισα για άλλους σε κουβέντες, ίσως από ανάγκη κάπου να ταιριάξω.

Το τέρας το συνάντησα.. σε σκιερά παιδικά βιώματα, από τα οποία δεν κατάφερα εύκολα να απελευθερωθώ.

Το τέρας το συνάντησα.. σε αρνητικά συνήθεια, που η κοινωνία ασφυκτικά επιβάλλει και γίνονται ρουτίνα.

Το τέρας, το συνάντησα.. σε πρόσωπα που αγάπησα, ανθρώπους στους οποίους ανοίχτηκα και έγινα ένα με αυτούς, παίρνοντας κομμάτια τους ενώ έδινα δικά μου.

Το τέρας το συνάντησα.. στην κάθε μου μέρα, σε ποικίλες μορφές γύρω μου, σ´ εσένα, σ´ εμένα, στον καθέναν…

Στον φθόνο, στην αλαζονεία, στην λαγνεία, στην απληστία, στην λαιμαργία και σε τόσα άλλα στοιχεία και όψεις των ανθρώπων.

Το κοίταξα κατάματα και όσο πιο πολύ καιρό πέρασα αντίκρυ του, τόσο περισσότερο άρχισα να του μοιάζω.

Και σαν δέρμα που αρνείται το σώμα να αποβάλλει, κατέληξε να υπάρχει πάνω μου όλο αυτό το σκοτάδι που μάζεψα στο διάβα μου. Αγνοώντας την ζοφερή μορφή του. Αγνοώντας την φθορά που θα μου έκανε.

Έντρομη από τότε κρύβομαι σε κάθε γωνιά του εαυτού μου και άλλοτε ανάμεσα στα πλήθη. Με την ελπίδα να γίνω διάφανη ανάμεσα στην μαύρη θάλασσα των ανθρώπων, στο απέραντο αυτό χάος. Ευελπιστώντας να μην με αναγνωρίσει το σκότος, που κάποτε άθελα μου του άνοιξα διάπλατα την πόρτα της ψυχής μου.

Και τώρα τρέχω να ξεφύγω από το σκοτάδι που αναπαύθηκε μέσα μου. Αυτό που αδίσταχτα έχτισε την οικία του στις πιο φωτεινές πεδιάδες του είναι μου, γεμίζοντας τις με σκιές. Επιβάλλοντας σταδιακά την παρουσία του. Κάνοντας με να το νιώθω πλέον οικείο, σαν κομμάτι του εαυτού μου, πλημμυρισμένη από την πλάνη πως δεν μπορώ δίχως του.

Μα δεν είναι μέσα μου το σπιτικό του.

Δεν είμαι εγώ το τέρας.

Δεν πρέπει να τρέφεται από τον πόνο μου, ωθώντας με εμμονικά να τον προκαλώ.

Θέλω να ζω στο φως της κάθε μέρας. Μακριά από ότι λυγίζει την ψυχή μου.

Πώς όμως θα καταφέρω να λυτρωθώ εαυτέ μου; Πώς θα απελευθερωθώ από κομμάτια που αισθάνομαι τμήμα μου, αλλά με σπρώχνουν στην φθορά, στην διαστρέβλωση της ουσίας της ύπαρξης μου;

Ω εαυτέ μου! Κοιτά το φως ξάστερα και μην φοβηθείς λεπτό με όσα το σκότος σε απειλεί.

Οι απειλές είναι οι αδύναμες σκέψεις σου…

«Δεν μπορείς».

«Δεν ξέρεις».

«Δεν θα τα καταφέρεις».

«Τον χρειάζεσαι αυτόν».

«Θα είσαι μόνος».

«Δεν μπορείς την μοναξιά»

«Δεν πειράζει, για μια... δυο... τρεις φορές...» Μέχρι που χάνεσαι στον κάθε εθισμό…

Και ίσως να βρεθείς στιγμές μόνος στο ταξίδι αυτογνωσίας και κάθαρσης.

Ίσως η μοναξιά σε κλονίσει μέχρι να επιλέξεις την μοναχικότητα, όταν εσύ όμως το έχεις ανάγκη, ώστε να βρίσκεις το κέντρο σου, για να θυμάσε ποιος είσαι και τον σκοπό σου.

Αλλά να μην ξεχνάς πως για να ξεφύγεις από το τέρας, το σκοτάδι, πρέπει οι επιλογές σου να είναι σωστές!

Μην αλλοιώνεσαι σε φθηνές στιγμές, με φθηνούς ανθρώπους που μονάχα παίρνουν κομμάτια σου, δίχως τίποτα να δίνουν. Όπως ο αετός έτρωγε από τον Προμηθέα μέλη του και αυτά αναγεννιόντουσαν, μην επιτρέπεις σε κανέναν να κατασπαράζει την υπόσταση σου, όσο και να μπορεί να αναγεννηθεί μέσα σε μια νύχτα.

Όπως το παγώνι με τα πανέμορφα φτερά προσελκύει τον θαυμασμό και τρέφεται από αυτόν, ποτέ μην το κάνεις. Να εκτιμάς τα προτερήματα σου, αλλά να τα χρησιμοποιείς σαν όπλα σου, όχι για να τρέφεις το εγώ σου και να σε καταπατάνε οι επιτήδειοι.

Ό,τι αγγίζει την ψυχή σου μπορεί να δώσει νόημα στην ζωή σου. Όλα τα υπόλοιπα έρχονται και γλιστράνε, όπως το νερό του ποταμού, χάνεται στην απεραντοσύνη της θάλασσας .

Να θυμάσαι πως είμαστε παροδικοί, αλλά το φως μας, αν ζήσουμε με αγάπη, αξιοπρέπεια και αλήθεια, θα ζήσει για πάντα. Όπως η επίδραση κυματισμού σοφά μας διδάσκει. Όταν ρίχνουμε μια πέτρα σε ήρεμα νερά, η επιρροή που ασκεί η κίνηση αυτή, φαίνεται στους επαναλαμβανόμενους κύκλους που σκορπάνε γύρω της και εξαπλώνονται όλο και πιο πολύ, όλο και πιο μακριά.

Γίνε σαν την πέτρα, στιβαρή σε κάθε κίνηση σου, σκορπώντας την ενέργεια σου.

Γίνε σαν το παγώνι, χρησιμοποιώντας τα προτερήματα σου ως όπλα στο διάβα σου, για την ανάπτυξη σου, δίχως να επιτρέψεις να χρησιμοποιηθούν εναντίον σου.

Γίνε σαν το νερό, ικανός να προσαρμόζεσαι σε κάθε συνθήκη, αλλά να επιλέγεις που θα χαρίσεις την παρουσία σου.

Γίνε Ερεβοκτόνο φως στο σκοτάδι…

Γίνε πηγή αστείρευτη για ό,τι έχει αξία!

Θα πρέπει όχι μόνο να ανέχεσθε την ύπαρξη ηλιθίων που επιτίθενται, αλλά και να ξεπερνάτε τα συναισθήματα που σας προκαλούν

Μεταξύ των ηλιθίων συγκαταλέγονται εκείνοι που εκτονώνουν τις συσσωρευμένες απογοητεύσεις τους επάνω στους άλλους, που κατηγορούν ολόκληρο το Σύμπαν, που σας κατακλύζουν με κουτσομπολιά, που γοητεύονται από καθετί κακό, από τις ατελείωτες κακίες τις οποίες καταφέρνουν να λένε για τους άλλους, και που μόνο και μόνο επειδή δεν είπατε ούτε μία κουβέντα καταλήγουν να σας χαρακτηρίσουν απολύτως αξιολάτρευτους. Αργότερα, όταν θα είναι έτοιμοι να χύσουν πάλι τη χολή τους, θα αναζητήσουν έναν άλλο συνομιλητή στον οποίο θα φορτώσουν όλα τα κακά πράγματα, τα ατελείωτα κακά πράγματα που σκέφτονται για τους άλλους και στον οποίο θα μπορούν να διηγηθούν γιατί και σε ποιον βαθμό εσείς τους απογοητεύσατε.

Η αντίστασή σας είναι δικαιολογημένη. Το παραδέχομαι ότι σαφέστατα ο ηλίθιος είναι ηθικά υπεύθυνος για την ηλιθιότητα που τον διακρίνει. Εξάλλου, ναι. Στους ηλίθιους οφείλονται πάντοτε οι διαμάχες.

Πρώτα απ’ όλα, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι, παρόλο που τα συναισθήματα που ονομάζονται γενικώς αρνητικά, ο φόβος, η θλίψη, ο θυμός, το μίσος, δεν μπορούν να κάνουν ποτέ λάθος, δε συνιστούν με τη σειρά τους λάθος, με άλλα λόγια, δεν είναι ξεκάθαρα λογικά συμπεράσματα. Προσδιορίζονται από έντονα φορτισμένα στάδια που είναι συχνά ευδιάκριτα και μετρήσιμα (αύξηση των παλμών, εφίδρωση, κοκκίνισμα, δάκρυα κ.λπ). Κατά συνέπεια, τα συναισθήματα πρέπει να γίνουν αποδεκτά με τη σειρά τους σαν συμβάντα, δηλαδή σαν προκλήσεις δεύτερου βαθμού. Όπως ακριβώς η ύπαρξη των ηλιθίων, η ύπαρξη του μίσους, του θυμού κ.λπ. πρέπει να θεωρηθεί όχι σφάλμα αλλά γεγονός. Άρα, θα πρέπει όχι μόνο να ανεχτείτε την ύπαρξη του ηλίθιου που αρνείται να αναγνωρίσει τις προσπάθειες σας με μια χειρονομία που δε θα του στοίχιζε τίποτε, αλλά και να ξεπεράσετε τα συναισθήματα που σας προκαλεί. Προκειμένου να εργαστείτε σωστά, πρέπει ν’ αντιστρέψετε τα πράγματα: πρώτα να μετριάσετε την επίδραση του ηλίθιου στα συναισθήματά σας• και στη συνέχεια, να ασχοληθείτε με τον ίδιο τον ηλίθιο.

Αφού παραδεχτούμε την κυρίαρχη ύπαρξη των συναισθημάτων σε κάθε συμβάν, μπορούμε να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε ότι αυτά είναι σχεδόν πάντα υπερβολικά, συνεπώς τοποθετούνται σαφέστατα στην πλευρά της αταξίας. Αν το σκεφτούμε πιο προσεκτικά όμως, η άποψη αυτή δεν ισχύει. Διότι τα συναισθήματα καθίστανται υπερβολικά (εξ ορισμού) εφόσον περάσουν ένα όριο• όμως, για να υπάρχει ένα όριο, είναι απαραίτητο κάποιος ή κάτι να το έχει θέσει εκ των προτέρων, χωρίς να λάβει υπόψη το συναίσθημα• άρα, το ίδιο το όριο προϋποθέτει μια εξωτερική παρουσία. Αυτό μας δείχνει ότι τα συναισθήματα γίνονται υπερβολικά κάθε φορά που (και εάν και μόνο εάν) μια παρουσία ελέγχου ερεθίσει και μεγεθύνει την κυρίαρχη ισχύ τους. Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα. Γνωρίζετε ότι είναι καλό για εσάς τους ίδιους να μην προσβάλλετε κανέναν – ούτε καν τους ηλίθιους. Έτσι, το συναίσθημα που νιώθετε τη στιγμή που έχετε απέναντί σας έναν κακοήθη προσκρούει όπως είναι φυσικό στην πνευματική ιδέα της υποχρέωσής σας να επιδείξετε εγκράτεια, την οποία επιθυμείτε να τηρήσετε. Όσο πιο μεγάλη αντίσταση από εσάς βρίσκει η δύναμη αυτή, τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε βία . Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει ν’ αφήσετε τον εαυτό σας ελεύθερο και να προσβάλετε όλους τους ηλίθιους που συναντάτε, αλλά πως πρέπει να βρείτε ένα μέσο έκφρασης κατάλληλο για τη δύναμη που σας διαπερνά, κάθε φορά που αυτή σας διαπερνά.

Το σημαντικό εδώ είναι να κατανοήσουμε ότι ο άμεσος συσχετισμός μεταξύ του συναισθήματος και της αταξίας, του συναισθήματος και της απερισκεψίας, του συναισθήματος και της υπερβολής, δε βασίζεται στη φύση του συναισθήματος, αλλά σε μια εξωτερική παρέμβαση σε αυτή, έτσι ώστε τίποτε από όλα αυτά (αταξία, απερισκεψία, υπερβολή) δεν προκύπτει άμεσα. Για να δώσουμε μια εικόνα, όσο περισσότερο εκθέτετε τον φράχτη σας στον άνεμο, τόσο περισσότερο αυξάνετε τις πιθανότητες να καταστραφεί ο φράχτης από αυτόν• αυτό δε θα συμβεί λόγω της καταστροφικής ισχύος του ανέμου, αλλά λόγω της καταστροφικής ισχύος του βλάκα που τοποθέτησε τον φράχτη.

Αντί να ενοχοποιείτε τα συναισθήματά σας, καλύτερα ν’ αντιμετωπίσετε την αληθινή δυσκολία, δηλαδή, το να βρείτε τον σωστό τρόπο έκφρασής τους. Με τη λέξη «σωστό» εννοώ ότι οι χειρονομίες και τα λόγια σας πρέπει να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της εξάντλησης της δύναμης των συναισθημάτων εκφράζοντάς τη συνολικά, μέχρι τέλους. Θα πρέπει, επίσης, η έκφραση αυτή να προσαρμοστεί στο περιβάλλον ώστε να πάρει μια μορφή που να μην επιτρέπει ούτε την απόρριψη ούτε την άρνηση των συναισθημάτων σας εξωτερικά, αλλά την αποδοχή και την κατανόησή τους και, εάν αυτό είναι δυνατό να βελτιώνει τις αλληλεπιδράσεις σας στο μέλλον.

Ο Δράκοντας και Σεξουαλική Δύναμη

Αναρίθμητα παραμύθια μιλούν για έναν δράκοντα που αιχμαλωτίζει μία όμορφη πριγκίπισσα, αθώα και αγνή, και την κρατά φυλακισμένη μέσα σε έναν πύργο.

Η καημένη η πριγκίπισσα κλαίει, μαραζώνει και ικετεύει τον Ουρανό να τής στείλει έναν σωτήρα. Αλλά, ο ένας μετά τον άλλον, οι ιππότες που έρχονται να την σώσουν καταβροχθίζονται από τον δράκοντα που τούς παίρνει τα πλούτη τους και τα βάζει στα υπόγεια τού πύργου του.

Επιτέλους, μία μέρα έρχεται ένας ιππότης, ένας πρίγκιπας πιο ευγενής, πιο όμορφος και πιο αγνός από τούς άλλους, στον οποίο μία μάγισσα έχει αποκαλύψει το μυστικό για να τον νικήσει: ποια είναι η αδυναμία του, σε ποια στιγμή και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τον δέσει ή να τον πληγώσει....

Και να που αυτός ο τυχερός πρίγκιπας, καλά οπλισμένος και καλά πληροφορημένος κατορθώνει να νικήσει και ελευθερώνει την πριγκίπισσα.

Όλοι οι θησαυροί που είναι μαζεμένοι από αιώνες μέσα στον πύργο, ανήκουν πια σε αυτόν τον ιππότη, σε αυτόν τον όμορφο πρίγκιπα που βγήκε νικητής από την μάχη που είχε δώσει με τον δράκοντα, χάρη στις γνώσεις του και στην αγνότητα του.

Μετά και οι δύο μαζί, καβάλα πάνω στον δράκοντα που οδηγεί ο πρίγκιπας, πετούν στον ουρανό και γυρίζουν τον κόσμο.

Αυτοί οι μύθοι, που νομίζει κανείς ότι είναι για τα παιδιά, στην πραγματικότητα είναι διηγήματα τής επιστήμης των Μυστών, αλλά για να μπορέσει κανείς να τα εξηγήσει πρέπει να γνωρίζει την επιστήμη των συμβόλων.

Ο δράκοντας δεν είναι τίποτε άλλο από την σεξουαλική δύναμη.

Ο πύργος είναι το σώμα τού ανθρώπου. Σε αυτόν τον πύργο αναστενάζει η πριγκίπισσα, δηλαδή η ψυχή, που η σεξουαλική δύναμη, άσχημα κυριαρχημένη, την κρατά αιχμάλωτη.

Ο ιππότης είναι το πνεύμα τού ανθρώπου και τα όπλα που χρησιμοποιεί για να νικήσει τον δράκοντα, αντιπροσωπεύουν τα μέσα που διαθέτει το πνεύμα: την θέληση, την επιστήμη για να κυριαρχήσει σε αυτήν την δύναμη και να την χρησιμοποιήσει.

Λοιπόν, όταν ο δράκοντας εξουσιαστεί, γίνεται ο υπηρέτης τού ανθρώπου και τού χρησιμεύει σαν υποζύγιο για να ταξιδεύει στο διάστημα. Γιατί ο δράκοντας έχει φτερά, αν και παριστάνεται με μία ουρά φιδιού - σύμβολο των υπόγειων δυνάμεων.

Όποιος θέλει βρίσκει πάντα χρόνο

Όταν ένας άνθρωπος είναι εργασιομανής ή πολυάσχολος δεν του φτάνει το εικοσιτετράωρο της μέρας. Προγραμματίζει τόσο καλά τις δουλειές του για να τα προλάβει όλα. Γιατί πρέπει να τα προλάβει όλα.

Έχει να δει τους φίλους του, να κάνει ψώνια, να τακτοποιήσει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, να πάει για κούρεμα, ό, τι δηλαδή κάνουμε όλοι μας, πολυάσχολοι και μη.

Όταν αυτός ο άνθρωπος τυγχάνει να ‘ναι κι ερωτευμένος τότε μέσα σε όλα έχει ν’ ασχοληθεί και με το αντικείμενο του πόθου του. Βασικά αυτό είναι που του δίνει ενέργεια για όλα τα υπόλοιπα.

Η σκέψη του «αντικειμένου» τον ακολουθεί στη δουλειά, στα ψώνια, στο μπάνιο, στο φαγητό, στα οικογενειακά τραπέζια. Μπροστά αυτός και το συννεφάκι με την εικόνα του «αντικειμένου» να τον ακολουθεί πιστά.

Όταν λοιπόν, κάποιος είναι ερωτευμένος, δε θα πει ποτέ: «Είχα τόση δουλειά που δεν πρόλαβα να σε σκεφτώ» ή «χθες δε σε πήρα γιατί όλη μέρα κάτι έκανα» ή «όλο πήγαινα να σου γράψω μήνυμα κι όλο κάτι γινόταν και δεν το ‘στειλα ποτέ».

Δεν υπάρχουν χειρότερες δικαιολογίες. Σκέτη απάτη.

Όταν το μυαλό έχει κυριευθεί από έρωτα τότε όλα τα υπόλοιπα κινούνται με βασικό γνώμονα αυτόν.

Δουλεύεις κι αναρωτιέσαι πώς να περνάει κι ο άλλος στη δουλειά του, τρως και σκέφτεσαι αν αρέσει αυτό το φαγητό σ’ αυτόν, κοιτάζεις βιτρίνες και σκέφτεσαι τι θα του ταίριαζε ή τι δώρο να του πάρεις, κλείνεις τα μάτια κι η πρώτη εικόνα είναι αυτός ο άνθρωπος, όσο δεν είσαι μαζί του υποφέρεις κι όσο είσαι κοντά του δεν τον χορταίνεις.

Και στην περίπτωση που, άνθρωπος είσαι, για λίγη ώρα δεν πέρασε η σκέψη του από το μυαλό σου, θα επανορθώσεις αργότερα. Ίσως το «επανορθώσεις» είναι λιγάκι άστοχο διότι δε χρειάζεται να διορθώσεις κάτι. Θα ψάξεις το «αντικείμενο» από μια πηγαία ανάγκη. Επειδή σου ‘λειψε η φωνή του, ρε παιδί μου.

Το σίγουρο είναι το εξής ένα: «τριάντα δευτερόλεπτα για τη σύνταξη ενός μηνύματος όλοι έχουν». Χώρια που αν όντως σε νοιάζει ο άλλος θέλεις να ξέρεις πως πέρασε τη μέρα του, η φωνή του σε ηρεμεί και σε ξεκουράζει, σου δίνει δύναμη. Είναι το λιγότερο χάσιμο χρόνου ν’ ακούς και να επαναπαύεσαι σε τέτοιες δικαιολογίες. Δηλαδή τι; Δεν αξίζεις ούτε τα τριάντα δευτερόλεπτα από το χρόνο του άλλου;

Αυτό το «δεν έχω χρόνο να σε σκεφτώ» τοποθετείται στη ίδια κατηγορία με το «δεν είναι αυτό που νομίζεις», «είσαι πολύ καλό παιδί για ‘μενα», «να περνάς καλά όπου και να ’σαι». Τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει.

Η αλήθεια είναι απλή και μπροστά στα μάτια μας.
«Δεν είσαι τόσος σημαντικός για να σε σκέφτομαι όλη μέρα», «είναι ακριβώς αυτό που νομίζεις, μπορεί και χειρότερο», «δεν είσαι αυτό το κάτι σπουδαίο για ‘μενα, δε μου ταιριάζεις δηλαδή», «να περνάς καλά, αλλά όχι και τόσο όσο περνούσες μαζί μου».

Τα πράγματα είναι απλά κι ο χρόνος πολύτιμος. Διαλέγουμε και παίρνουμε.

Συνείδηση, πνευματικότητα και κβαντική φυσική

Το πρόβλημα με τους επιστήμονες της κβαντικής φυσικής είναι η μέτρηση. Για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα χρειάζονται μετρήσιμα αποτελέσματα. Όμως για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα χρειάζεται η συνεργασία ενός πνεύματος και μιας συνείδησης. Επειδή όμως το πνεύμα δεν είναι μετρήσιμο το αποκλείουν και αυτό είναι τεράστιο έλλειμα.

Δεν μπορούμε να αποκλείουμε τις σκέψεις από την στιγμή που μέσω της σκέψης θα καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα. Ο Νεύτων όρισε τον νόμο της αιτίας και του αποτελέσματος, αλλά ο νόμος αυτός δεν ισχύει στην κβαντική φυσική στην οποία δεν υπάρχει αιτιότητα και αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου νου.

Ο νόμος του Νεύτωνα μας λέει ότι όταν γνωρίζω την διαδικασία της εξέλιξης μπορώ να μαντέψω το αποτέλεσμα και αυτό στην κβαντική φυσική δεν ισχύει.

Στην κβαντική φυσική υπάρχουν όλες οι πιθανότητες και μέσω της συνείδησής μας παίρνουμε μια, την δεσμεύουμε και την υλοποιούμε. Τότε δημιουργείται ένα κβαντικό σωματίδιο και μεταφέρονται δυνάμεις οι οποίες ανήκουν στον χώρο της κλασικής φυσικής και μπορούν να αναλυθούν.

Αυτή είναι η συμμετοχή του πνεύματος στην δημιουργία. Πρέπει η επιστήμη να δεχθεί ότι η πνευματικότητα είναι μέρος της δημιουργίας. Αυτή είναι η διαδικασία της δημιουργίας που επινόησε η φύση. Γι’ αυτό μας δημιούργησε με συνείδηση και πνευματικότητα.

Αν θέλουμε λοιπόν να ερευνήσουμε με ειλικρίνεια τις φυσικές επιστήμες, πρέπει να δώσουμε την θέση που της ανήκει στην πνευματικότητα. Τα φυσικά αποτελέσματα δεν μπορούν να είναι μετρήσιμα επειδή δεν είναι τα πάντα μεταφορά φυσικών δυνάμεων. Υπάρχει και η μεταφορά πληροφοριών.

Εάν για παράδειγμα βλέπετε στην τηλεόραση μια εικόνα που αφορά ένα σεισμό, μπορείτε να μετρήσετε όλα τα πίξελ της οθόνης, αλλά δεν μπορείτε να διαβάσετε την πληροφορία σεισμός. Το πνεύμα είναι αυτό που θα καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα.

Δεν μπορεί λοιπόν η επιστήμη να αγνοήσει την πραγματικότητα αυτή. Είναι επιτακτικό η επιστήμη να αναγνωρίσει ότι η πνευματικότητα είναι μέρος της επιστήμης

Το πιο παγωμένο αντικείμενο στο σύμπαν: Το νεφέλωμα Boomerang

Το σύμπαν είναι ένα απέραντο παγοκιβώτιο μέσα στο οποίο υπάρχουν μακρινά “νησιά” αφόρητης θερμότητας. Μέρη που θα μπορούσαν να θεωρηθούν άνετα – ούτε ζεστά ούτε κρύα – είναι τόσο σπάνια που ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Φυσικά, ζούμε ευτυχώς σε έναν τέτοιο πλανήτη, το μόνο παράδειγμα πραγματικής μέτριας θερμοκρασίας σε ολόκληρο το γνωστό σύμπαν.

Ο πιο ψυχρός χώρος του σύμπαντος: Το Νεφέλωμα Boomerang  έχει θερμοκρασία 1 Kelvin ή –272ο βαθμούς. Είναι 5.000 έτη φωτός μακριά μας και το κεντρικό αστέρι του Νεφελώματος Μπούμερανγκ (το λευκό κεντρικό τμήμα στην εικόνα) εκπέμπει αέριο και σκόνη που μεταφέρει τη θερμότητα μακριά, μειώνοντας έτσι σημαντικά τη θερμοκρασία γύρω από αυτό.

Πριν από λίγο καιρό, ο ίδιος ο χώρος πιστεύαμε ότι βρισκόταν στο απόλυτο μηδέν, τη θερμοκρασία στην οποία τερματίζονται όλες οι ατομικέ ταλαντώσεις, εκτός από ορισμένα κβαντικά φαινόμενα. Επειδή η θερμότητα είναι απλώς η κίνηση των ατόμων, το πιο ψυχρό σημείο μπορεί να είναι εκεί που σταματά όλη αυτή η κίνηση. Αυτό συμβαίνει εξ ορισμού στους –273,15 ° Κελσίου ή 0 kelvin.
 
Από τη δεκαετία του 1960, γνωρίζουμε ότι μια θερμοκρασία 2,73 Κ (-270.42 Κελσίου) λούζει όλο το σύμπαν, η εναπομένουσα θερμότητα από τη Μεγάλη Έκρηξη. Αυτό σημαίνει ότι μία “ζεστασιά” παραμένει απολύτως παντού. Για να επιτύχετε το απόλυτο μηδέν, δεν θα πρέπει απλώς να απομονώσετε τον εαυτό σας από αυτήν τη διάχυτη κοσμική ακτινοβολία φόντου μικροκυμάτων (CMB), αλλά επίσης να βρείτε έναν τρόπο να απορροφήσετε κάθε κομμάτι της υπόλοιπης ατομικής κίνησης. Τα επίγεια εργαστήρια που χρησιμοποιούν ορισμένες έξυπνες διεργασίες, έχουν επιτύχει τέτοιο τέλειο κρύο (σε ένα δισεκατομμυριοστό του βαθμού Κελβιν). Το πιο κρύο τεχνητό μέρος στο γνωστό σύμπαν βρίσκεται στο εργαστήριο του Wolfgang Ketterle στο MIT.
 
Όσο για το ψυχρότερο φυσικό μέρος του σύμπαντος, οι επιστήμονες το βρήκαν επίσης. Είναι μια τοποθεσία που, καταπληκτικά, καταφέρνει να είναι πιο ψυχρό από το υπόλοιπο διάστημα. Ένα θερμόμετρο θα διαβάσει λιγότερο από τη θερμοκρασία 2,73 Κ της κοσμική ακτινοβολία CMB. Είναι το Νεφέλωμα Μπούμερανγκ.
 
Όταν παρατηρούμε το Μπούμερανγκ, βλέπουμε πραγματικά τα πρώτα στάδια ενός πλανητικού νεφελώματος. Κατά ειρωνικό τρόπο, τέτοια αντικείμενα είναι συνήθως εξαιρετικά καυτά επειδή το κεντρικό τους αστέρι είναι συνήθως έντονα μπλε (ο πιο καυτός τύπος αστεριού). Η επιφανειακή θερμοκρασία αυτού του ήλιου είναι 10 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του Ήλιου και στέλνει ηλιακή υπεριώδη ακτινοβολία που εκπέμπει προς τα έξω ικανής για να διεγείρει τα γύρω αέρια.
 
Αλλά το Νεφέλωμα Μπούμερανγκ είναι τόσο νεαρό που εκτοξεύει το αέριο με έντονο ρυθμό. Αυτή η έξαρση όχι μόνο μπλοκάρει τα κοσμικά μικροκύματα που διαφορετικά θα το ζεστάνουν, αλλά επίσης απομακρύνει τη γύρω θερμότητα. Ακόμα και στην κανονική επίγεια ζωή, βλέπουμε παραδείγματα για το πώς το διογκούμενο αέριο έχει σαν αποτέλεσμα την ψυχρότητα – η εκκένωση ενός δοχείου με σαντιγί ή αέριο κάνει αυτό το δοχείο να παγώνει το χέρι σας. 
 
Στον αστερισμό του Κενταύρου, κάπου 5.000 έτη φωτός μακριά, το νεοσυσταθέν πλανητικό νεφέλωμα επεκτείνεται τόσο γρήγορα που το Boomerang έχει θερμοκρασία μόνο –272 ° C, μόλις 1 ° πάνω από το απόλυτο μηδέν. Αυτό είναι το μόνο γνωστό αντικείμενο του οποίου η θερμοκρασία είναι με φυσικό τρόπο χαμηλότερη από την ακτινοβολία υποβάθρου του σύμπαντος.
 
Οι αστρονόμοι που χρησιμοποιούν το ραδιοτηλεσκόπιο των 15 μέτρων στο Ευρωπαϊκό Νότιο Παρατηρητήριο της Χιλής έκαναν αυτήν την ανακάλυψη το 1995. Θα ήθελαν να του δώσουν ένα καλύτερο όνομα, καθώς το “Boomerang” δεν φαινόταν να σχετίζεται ούτε με την έννοια του ψυχρού ούτε με την εμφάνιση του αντικειμένου. Η ατυχής αλλά ελκυστική ονομασία του δημιουργήθηκε όταν οι αστρονόμοι Keith Taylor και Mike Scarrott παρατήρησαν το νεφέλωμα 15 χρόνια νωρίτερα χρησιμοποιώντας ένα μικρό τηλεσκόπιο στην Αυστραλία. Το ζευγάρι είδε μόνο τα πιο λαμπερά τμήματα των καμπυλωμένων αερίων του και, ως Αυστραλοί, το ονόμασαν σαν το αυτόχθονο όπλο των Αυστραλών.
 
Η καλύτερη εικασία για το μέλλον του είναι ότι το Boomerang τελικά θα εξελιχθεί και θα αναπτύξει δομές που θα μοιάζουν με φυσαλίδες. Ταυτόχρονα, το κεντρικό του αστέρι θα υποστεί μια δραματική μεταμόρφωση. Επί του παρόντος, αυτός ο αρχαίος ήλιος εκπέμπει τουλάχιστον 10 φορές περισσότερο υλικό ετησίως από το κανονικό για τα πρώτα στάδια ενός νεογέννητου πλανητικού νεφελώματος. Αυτός ο «άνεμος» φυσάει με ταχύτητα πάνω από 480.000 χλμ / ώρα, μεταφέροντας το αέριο  από το αστέρι που πεθαίνει στο μέσον. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό το αστέρι θα πρέπει να μεγαλώσει πολύ πριν τελικά καταρρεύσει και γίνει ένας λευκός νάνος, που είναι το πεπρωμένο όλων των προγονικών πλανητικών νεφελωμάτων. Στη συνέχεια, το τρέχον ακραίο κρύο θα αντικατασταθεί από το ακριβώς αντίθετο. 

John Locke: Πώς κουβεντιάζεται η φιλοσοφία της εμπειρίας;

John Locke: 1632–1704

Φιλοσοφία, νους και εμπειρία

§1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Οι φιλόσοφοι που έχουν κάτι σπουδαίο να πουν είναι πάντοτε τέκνα της εποχής τους και ακριβώς γι’ αυτό προορίζονται να εκφράζουν το πνεύμα αυτής της εποχής. Το να εκφράζουν ένα τέτοιο πνεύμα δεν σημαίνει ότι διηγούνται απλώς γεγονότα ή επί μέρους καταστάσεις της εποχής, που έχουν βιώσει λιγότερο ή περισσότερο ως ατομικές συνειδήσεις, ή ότι γίνονται απολογητές της μιας ή της άλλης συνήθως κοινωνικο-πολιτικής συνθήκης· ούτε ακόμη ότι προσπαθούν να ιδεολογικο-ποιήσουν το δικό τους παρόν με προκαθορισμένες, έστω και καθολικές, αρχές. Απεναντίας εκκινούν από το ίδιο το Πράγμα και προχωρούν όπως απαιτεί η εσωτερική λογική του. Έτσι βρίσκονται αίφνης σε μια οδό μετα-στοχασμού, η οποία ακολουθεί κατά πόδας την εκάστοτε παρούσα λογική των πραγμάτων με ένα Πλέον·· το Πλέον μιας ανανεωμένης και γι’ αυτό μετασχηματιστικής σκέψης, που δεν αρκείται να παραφράζει την εν λόγω λογική ούτε να την αποδίδει ως μια τελική έκβαση, αλλά υπαγορεύει στάση ζωής, κοιτάζοντας προς ένα πολύ συγκεκριμένο μέλλον. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι φιλόσοφοι που λένε κάτι σπουδαίο υπερβαίνουν την εποχή τους, χωρίς να την αρνούνται αεροβατώντας· έτσι γίνονται νοητές της ανθρώπινης ιστορικότητας και μένουν στην ιστορία ως ανυπέρβλητοι νοητές Ως τέτοιοι νοητές μας ενδιαφέρουν· και ένας απ’ αυτούς είναι ο Λοκ.

§2 Η εμπειρία ως πηγή γνώσης

Είναι κοινός τόπος πως η γνώση εν γένει, ακόμη και εκείνη της τάξης της θεολογικής μεταφυσικής, δεν μπορεί να προϋπάρξει χωρίς την εμπειρία. Οποιαδήποτε μορφή γνώσης, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αρνείται τη σχέση της με την εμπειρία, είναι απλώς φαντασιοκόπημα ή αυθαίρετη ιδεοκρατία. Μια τέτοια φαντασιοκοπία ή ιδεοκρατική αυθαιρεσία είναι, ας πούμε, όλη σχεδόν η πολιτική και όχι λιγότερο ιδεολογική-«επιστημονική» «κουλτούρα» του δικού μας ελλαδικού παρόντος. Γιατί η τελευταία είναι άχρηστη; Επειδή παράγει ή αναπαράγει, ανάλογα με την περίπτωση, τους πιο ηχηρούς θορύβους της μαζικής κουλτούρας. Αλλά τι είναι εμπειρία, κατά τον Λοκ, και συναφώς, επομένως, γνώση; Πρωτίστως, εμπειρία είναι οι ιδέες εκείνες που δια-μορφώνονται συνήθως ως σκέψη/εις, ως θεωρήσεις, με βάση υπαρκτά εμπειρικά δεδομένα, προφανή και πρόδηλα στοιχεία της ζωής και ενός ανάλογου ερευνητικού παρατηρείν. Κατά το ξετύλιγμα ενός τέτοιου παρατηρείν πρωτεύοντα ρόλο παίζει η εμπειρία των αισθήσεων και ό,τι απαντά στην άμεση συνείδησή μας. Αυτό το άμεσα αποκρυσταλλωμένο μέσα μας απασχολεί και οφείλει να απασχολεί τον ανθρώπινο νου, τη νόησή μας, όταν πραγματοποιεί τη διεργασία του σκέπτεσθαι. Ετούτη η διεργασία, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνεται ασαφώς, κυριολεκτικά με κλειστά μάτια, να θεμελιώνεται σε γενικές, δογματικές, άνευ συγκεκριμένου-κατ’ αίσθηση περιεχομένου, νοητικές αρχές, οι οποίες υποτίθεται πως έχουν απεριόριστη δύναμη· αντιθέτως ευδοκιμεί, όταν αρχίζει να ανακαλύπτει τις δυνατότητες του ίδιου του νου να προχωρεί στην καθορισμένη εξέταση των πραγμάτων, με βάση τις ιδέες που ο ίδιος έχει σχηματίσει γι’ αυτά.

§3

Η φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ταυτίζεται με οποιαδήποτε μορφή συμπαντικής ή οικουμενικής –παγκοσμιοποιημένης θα λέγαμε σήμερα– γνώσης, που προβάλλει ίσως ως απεριόριστη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπινου νου, αλλά οριοθετείται μέσα στην ιστορικότητά της ως ιστορικότητα της δι-ερευνητικής μας δυνατότητας και του τρόπου, με τον οποίο ξεδιπλώνουμε τούτη τη δυνατότητα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ιστορικότητας, οι ιδέες που περιέχει ο νους μας και με βάση τις οποίες αξίζει εκάστοτε να ενεργοποιεί το προαναφερθέν σκέπτεσθαι φέρουν τα εξής γνωρίσματα: α) δεν είναι απλές αντανακλάσεις των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά νοητικές εσωτερικεύσεις –των εκάστοτε εμπειρικών δεδομένων– που ιδιάζουν στην ίδια τη νόηση: αποτελούν δικό της δημιούργημα και έχουν ζωή και ύπαρξη μέσα στη δική της «αποθήκη». β) δεν μπορούν να είναι έμφυτες, να ενυπάρχουν στο νου ευθύς με την πρωταρχική του ύπαρξη, ανεξάρτητες από κάθε δεδηλωμένη, σαφή, προσανατολισμένη ορισμένως νοητική διεργασία. Θα μπορούσαν να είναι έμφυτες, εγγενείς, εάν κάτι τέτοιο μας μαρτυρούσαν οι αισθήσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει μέσα στο νου. Τι συμβαίνει; Όλο το περιεχομενικό του υλικό –ιδέες, συναρμογές ιδεών κ.λπ.– προέρχεται, κατά ένα τρόπο, από συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτή εδώ, ως πνεύμα, ενεργοποιείται και δίνει στη νόηση τις ιδέες, που έχουν την απαρχή τους στις αισθήσεις. Ο ρόλος του νου, καθώς και της αντίστοιχης γνώσης, περι-ορίζεται από την αναγκαιότητα του ανθρώπου να σκέπτεται με βάση τις ανάγκες της ζωής και πάνω σ’ αυτές: να αναζητεί την οδό προς μια καλύτερη ζωή. Ένας τέτοιος περι-ορισμός θα πρέπει, κατά τον Λοκ, να είναι και η αξιωματική αρχή μιας σκεπτόμενης πολιτικής εξουσίας.

ΠΛΑΤΩΝ: Μενέξενος (240a-241e)

Αἰτιασάμενος δὲ Δαρεῖος ἡμᾶς τε καὶ Ἐρετριᾶς, Σάρδεσιν ἐπιβουλεῦσαι προφασιζόμενος, πέμψας μυριάδας μὲν πεντήκοντα ἔν τε πλοίοις καὶ ναυσίν, ναῦς δὲ τριακοσίας, Δᾶτιν δὲ ἄρχοντα, εἶπεν ἥκειν ἄγοντα Ἐρετριᾶς καὶ Ἀθηναίους, εἰ βούλοιτο τὴν [240b] ἑαυτοῦ κεφαλὴν ἔχειν· ὁ δὲ πλεύσας εἰς Ἐρέτριαν ἐπ᾽ ἄνδρας οἳ τῶν τότε Ἑλλήνων ἐν τοῖς εὐδοκιμώτατοι ἦσαν τὰ πρὸς τὸν πόλεμον καὶ οὐκ ὀλίγοι, τούτους ἐχειρώσατο μὲν ἐν τρισὶν ἡμέραις, διηρευνήσατο δὲ αὐτῶν πᾶσαν τὴν χώραν, ἵνα μηδεὶς ἀποφύγοι, τοιούτῳ τρόπῳ· ἐπὶ τὰ ὅρια ἐλθόντες τῆς Ἐρετρικῆς οἱ στρατιῶται αὐτοῦ, ἐκ θαλάττης εἰς θάλατταν διαστάντες, συνάψαντες τὰς χεῖρας διῆλθον ἅπασαν τὴν [240c] χώραν, ἵν᾽ ἔχοιεν τῷ βασιλεῖ εἰπεῖν ὅτι οὐδεὶς σφᾶς ἀποπεφευγὼς εἴη. τῇ δ᾽ αὐτῇ διανοίᾳ κατηγάγοντο ἐξ Ἐρετρίας εἰς Μαραθῶνα, ὡς ἕτοιμόν σφισιν ὂν καὶ Ἀθηναίους ἐν τῇ αὐτῇ ταύτῃ ἀνάγκῃ ζεύξαντας Ἐρετριεῦσιν ἄγειν. τούτων δὲ τῶν μὲν πραχθέντων, τῶν δ᾽ ἐπιχειρουμένων οὔτ᾽ Ἐρετριεῦσιν ἐβοήθησεν Ἑλλήνων οὐδεὶς οὔτε Ἀθηναίοις πλὴν Λακεδαιμονίων —οὗτοι δὲ τῇ ὑστεραίᾳ τῆς μάχης ἀφίκοντο— οἱ δ᾽ ἄλλοι πάντες ἐκπεπληγμένοι, ἀγαπῶντες τὴν [240d] ἐν τῷ παρόντι σωτηρίαν, ἡσυχίαν ἦγον. ἐν τούτῳ δὴ ἄν τις γενόμενος γνοίη οἷοι ἄρα ἐτύγχανον ὄντες τὴν ἀρετὴν οἱ Μαραθῶνι δεξάμενοι τὴν τῶν βαρβάρων δύναμιν καὶ κολασάμενοι τὴν ὑπερηφανίαν ὅλης τῆς Ἀσίας καὶ πρῶτοι στήσαντες τρόπαια τῶν βαρβάρων, ἡγεμόνες καὶ διδάσκαλοι τοῖς ἄλλοις γενόμενοι ὅτι οὐκ ἄμαχος εἴη ἡ Περσῶν δύναμις, ἀλλὰ πᾶν πλῆθος καὶ πᾶς πλοῦτος ἀρετῇ ὑπείκει. ἐγὼ μὲν οὖν ἐκείνους [240e] τοὺς ἄνδρας φημὶ οὐ μόνον τῶν σωμάτων τῶν ἡμετέρων πατέρας εἶναι, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς τε ἡμετέρας καὶ συμπάντων τῶν ἐν τῇδε τῇ ἠπείρῳ· εἰς ἐκεῖνο γὰρ τὸ ἔργον ἀποβλέψαντες καὶ τὰς ὑστέρας μάχας ἐτόλμησαν διακινδυνεύειν οἱ Ἕλληνες ὑπὲρ τῆς σωτηρίας, μαθηταὶ τῶν Μαραθῶνι γενόμενοι.
Τὰ μὲν οὖν ἀριστεῖα τῷ λόγῳ ἐκείνοις [241a] ἀναθετέον, τὰ δὲ δευτερεῖα τοῖς περὶ Σαλαμῖνα καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ναυμαχήσασι καὶ νικήσασι. καὶ γὰρ τούτων τῶν ἀνδρῶν πολλὰ μὲν ἄν τις ἔχοι διελθεῖν, καὶ οἷα ἐπιόντα ὑπέμειναν κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλατταν, καὶ ὡς ἠμύναντο ταῦτα· ὃ δέ μοι δοκεῖ καὶ ἐκείνων κάλλιστον εἶναι, τούτου μνησθήσομαι, ὅτι τὸ ἑξῆς ἔργον τοῖς Μαραθῶνι διεπράξαντο. οἱ μὲν γὰρ Μαραθῶνι τοσοῦτον μόνον ἐπέδειξαν τοῖς Ἕλλησιν, ὅτι [241b] κατὰ γῆν οἷόν τε ἀμύνασθαι τοὺς βαρβάρους ὀλίγοις πολλούς, ναυσὶ δὲ ἔτι ἦν ἄδηλον καὶ δόξαν εἶχον Πέρσαι ἄμαχοι εἶναι κατὰ θάλατταν καὶ πλήθει καὶ πλούτῳ καὶ τέχνῃ καὶ ῥώμῃ· τοῦτο δὴ ἄξιον ἐπαινεῖν τῶν ἀνδρῶν τῶν τότε ναυμαχησάντων, ὅτι τὸν ἐχόμενον φόβον διέλυσαν τῶν Ἑλλήνων καὶ ἔπαυσαν φοβουμένους πλῆθος νεῶν τε καὶ ἀνδρῶν. ὑπ᾽ ἀμφοτέρων δὴ συμβαίνει, τῶν τε Μαραθῶνι μαχεσαμένων καὶ τῶν ἐν [241c] Σαλαμῖνι ναυμαχησάντων, παιδευθῆναι τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, ὑπὸ μὲν τῶν κατὰ γῆν, ὑπὸ δὲ τῶν κατὰ θάλατταν μαθόντας καὶ ἐθισθέντας μὴ φοβεῖσθαι τοὺς βαρβάρους.
Τρίτον δὲ λέγω τὸ ἐν Πλαταιαῖς ἔργον καὶ ἀριθμῷ καὶ ἀρετῇ γενέσθαι τῆς Ἑλληνικῆς σωτηρίας, κοινὸν ἤδη τοῦτο Λακεδαιμονίων τε καὶ Ἀθηναίων. τὸ μὲν οὖν μέγιστον καὶ χαλεπώτατον οὗτοι πάντες ἠμύναντο, καὶ διὰ ταύτην τὴν ἀρετὴν νῦν τε ὑφ᾽ ἡμῶν ἐγκωμιάζονται καὶ εἰς τὸν ἔπειτα [241d] χρόνον ὑπὸ τῶν ὕστερον· μετὰ δὲ τοῦτο πολλαὶ μὲν πόλεις τῶν Ἑλλήνων ἔτι ἦσαν μετὰ τοῦ βαρβάρου, αὐτὸς δὲ ἠγγέλλετο βασιλεὺς διανοεῖσθαι ὡς ἐπιχειρήσων πάλιν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας. δίκαιον δὴ καὶ τούτων ἡμᾶς ἐπιμνησθῆναι, οἳ τοῖς τῶν προτέρων ἔργοις τέλος τῆς σωτηρίας ἐπέθεσαν ἀνακαθηράμενοι καὶ ἐξελάσαντες πᾶν τὸ βάρβαρον ἐκ τῆς θαλάττης. ἦσαν δὲ οὗτοι οἵ τε ἐπ᾽ Εὐρυμέδοντι [241e] ναυμαχήσαντες καὶ οἱ εἰς Κύπρον στρατεύσαντες καὶ οἱ εἰς Αἴγυπτον πλεύσαντες καὶ ἄλλοσε πολλαχόσε, ὧν χρὴ μεμνῆσθαι καὶ χάριν αὐτοῖς εἰδέναι, ὅτι βασιλέα ἐποίησαν δείσαντα τῇ ἑαυτοῦ σωτηρίᾳ τὸν νοῦν προσέχειν, ἀλλὰ μὴ τῇ τῶν Ἑλλήνων ἐπιβουλεύειν φθορᾷ.

***
Την εποχή εκείνη ο Δαρείος, έχοντας στο νου του να υποτάξει και την Ελλάδα, κατηγόρησε κι εμάς και τους Ερετριείς, πως τάχα επιβουλευτήκαμε τις Σάρδεις, και με πρόφαση την κατηγόρια αυτή έστειλε ενάντιά μας πεντακόσιες χιλιάδες στρατό μέσα σε μεταγωγικά και πολεμικά πλοία και συνάμα πολεμικό στόλο από τριακόσια πολεμικά καράβια, με διαταγές στον αρχηγό του στρατού και του στόλου, τον Δάτι, στο γυρισμό του στην Περσία να του πάει δεμένους ως αντράποδα τους Ερετριείς και τους Αθηναίους, αν ήθελε [240b] να γλιτώσει το κεφάλι του. Ο Δάτις έπλευσε μ᾽ όλο το στόλο του κι όλο το στρατό του πρώτα εναντίον των Ερετριέων, αντρών πολεμικότατων και ξακουσμένων σ᾽ όλη την Ελλάδα για την παλικαριά τους και την πολεμική τέχνη τους κι όχι και λίγων στον αριθμό, και κατόρθωσε να τους υποτάξει μέσα σε τρεις ημέρες. Έπειτα για να μην κατορθώσει να ξεφύγει κανένας από τους Ερετριείς και τους πιάσει όλους στα χέρια, ερεύνησε όλη τη χώρα της Ερέτριας με το ακόλουθο σχέδιο: Οι στρατιώτες του έπιασαν όλες τις άκρες της χώρας της Ερέτριας από στεριά και θάλασσα κι έπειτα κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου επέρασαν κι έψαξαν όλη [240c] τη γη των Ερετριέων, απ᾽ τη μια θάλασσα ως την άλλη θάλασσα, για να ᾽χουνε να λένε στο βασιλιά της Περσίας, πως κανείς τους δεν κατάφερε να ξεφύγει απ᾽ τα χέρια τους. Με τον ίδιο σκοπό να υποτάξουνε και τους Αθηναίους έπλευσαν κατόπι οι Πέρσες από την Ερέτρια στο Μαραθώνα κι αποβιβαστήκανε στην Αττική γη, πιστεύοντας πως θα τους ήταν εύκολο να εξαντραποδίσουνε και τους Αθηναίους όπως τους Ερετριείς, και δεμένους όλους στον ίδιο ζυγό να τους πάνε σαν αντράποδα στο βασιλιά της Περσίας. Κι ενώ όλ᾽ αυτά επιχειρούσαν οι Πέρσες στην Ελλάδα κι είχε ήδη τελειώσει η εκστρατεία τους εναντίον των Ερετριέων κι άρχιζαν την επίθεσή τους εναντίον των Αθηναίων, κανένας από τους άλλους Έλληνες δεν εβοήθησε ούτε τους Ερετριείς ούτε τους Αθηναίους έκτος από τους Λακεδαιμόνιους — αλλά κι αυτοί εφτάσανε την άλλη μέρα ύστερ᾽ απ᾽ τη μάχη. Όλοι οι άλλοι Έλληνες τρομαγμένοι έμειναν ήσυχοι στους τόπους τους ευχαριστημένοι, [240d] γιατί προς το παρόν εξασφάλιζαν τη σωτηρία τους. Όποιος τώρα ανατρέξει με τη φαντασία του στους καιρούς εκείνους μπορεί να συλλάβει στο νου του, σαν τί άντρες ήσαν στο πολεμικό φρόνημα και στην πολεμική αντρεία οι Μαραθωνομάχοι, που εδέχτηκαν απάνου τους και αντιμετώπισαν όλη τη δύναμη κι όλη την ορμή των βαρβάρων κι εταπείνωσαν την περηφάνια όλης της Ασίας και πρώτοι έστησαν τρόπαια εναντίον του κόσμου των βαρβάρων. Οι Μαραθωνομάχοι είναι αυτοί που έγιναν με τους ηρωικούς άθλους τους οι πρωτοπόροι και οι διδάσκαλοι όλων των άλλων Ελλήνων στους αγώνες τους εναντίον των Περσών κι αυτοί που εδίδαξαν κι αποκάλυψαν σ᾽ όλο τον κόσμο ότι οι πολεμικές δυνάμεις των Περσών δεν ήσαν ακαταμάχητες, αλλ᾽ ότι όλα τα πλήθη όλων των στρατών κι όλων των στόλων κι όλα τα πλούτη όλης της γης λυγίζουν κάτω από την αρετή. Εγώ λοιπόν διακηρύσσω και τονίζω, πως οι ήρωες εκείνοι [240e] της μάχης και της νίκης του Μαραθώνα είναι οι πατέρες όχι μόνο των δικών μας σωμάτων, αλλά και της δικής μας λευτεριάς και της λευτεριάς όλων των ανθρώπων όλης αυτής της ηπείρου· γιατί το θρίαμβο του Μαραθώνα έχοντας μπρος στα μάτια τους όλοι οι άλλοι Έλληνες ετόλμησαν να ξεσηκωθούν εναντίον των βαρβάρων και να ριψοκινδυνέψουν τις μάχες που έδωσαν ενάντιά τους στα κατοπινά χρόνια για την εθνική σωτηρία τους κι έτσι έγιναν μαθητές των Μαραθωνομάχων.
Το πρώτο λοιπόν βραβείο πρέπει ο πανηγυρικός μου [241a] να δώσει στους Μαραθωνομάχους· το δεύτερο βραβείο πρέπει στους ναυμάχους και νικητές της Σαλαμίνας και του Αρτεμισίου. Γιατί και για τους άντρες αυτούς πράγματι πολλά θα ᾽χε κανείς να διηγηθεί πολεμικά κατορθώματα, και για τις πολεμικές δυνάμεις που ρίχτηκαν κατ᾽ απάνου τους και αντιμετώπισαν και στη στεριά και στη θάλασσα και για τους αγώνες τους για να νικήσουν και να συντρίψουν τους βαρβάρους. Θα μνημονεύσω μονάχα πως εκείνο που εγώ θεωρώ ως τον ωραιότατο άθλο τους είναι ότι αποτέλειωσαν το έργο των Μαραθωνομάχων. Γιατί οι Μαραθωνομάχοι ανοίξανε τα μάτια των Ελλήνων και τους έδειξαν μονάχα τούτο, πως [241b] με μια χούφτα ανθρώπων μπορούσαν στη στεριά να τα βάλουν μ᾽ όλα τα πλήθη των βαρβάρων και να νικήσουν, ήταν όμως άγνωστο αν θα μπορούσαν να νικήσουν τους βαρβάρους και στη θάλασσα, γιατί οι Πέρσες ήσαν κοσμοξακουσμένοι ως περίφημοι και τρομεροί θαλασσινοί και πολεμιστές ακαταμάχητοι κι ανίκητοι στον πόλεμο της θάλασσας και με το πλήθος τους και τα πλούτη τους και με τη ναυτική τέχνη τους και τη ρωμαλεότητά τους. Κι αυτό που αξίζει να εγκωμιαστεί ως άθλος των ναυμάχων των χρόνων εκείνων είναι ακριβώς το ότι με τ᾽ αντραγαθήματά τους και τις νίκες τους κατόρθωσαν να διαλύσουν το φόβο που κατείχε τους Έλληνες πρωτύτερα όσον αφορά τον πόλεμο απάνω στη θάλασσα και τους έκαμανε να μη φοβούνται πια στο μέλλον τους στόλους των βαρβάρων κι όλα τα πλήθη των καραβιών τους και των πολεμιστών τους. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως και οι Μαραθωνομάχοι και οι Σαλαμινομάχοι [241c] υπήρξαν οι διδάσκαλοι όλων των Ελλήνων στα πολεμικά έργα. Οι πρώτοι τούς εμάθανε και τους εσυνηθίσανε να μη φοβούνται πια τους βαρβάρους στους πολέμους απάνω στη στεριά, οι δεύτεροι το ίδιο να μην τρέμουνε τους βαρβάρους στους πολέμους της θάλασσας.
Ως τρίτο, και για τον αριθμό και για την πολεμική αντρεία των νικητών, απ᾽ όλους τους πολεμικούς άθλους των Ελλήνων για τη σωτηρία της Ελλάδας στους καιρούς εκείνους διακηρύσσω κι εγκωμιάζω το τρόπαιο των Πλαταιών, κοινό ετούτη τη φορά έργο των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων. Ενωμένοι εδώ όλοι αντιμετώπισαν και απόκρουσαν το σοβαρότατο και τρομερότατο απ᾽ όλους τους κινδύνους που απείλησαν στα χρόνια εκείνα όλο τον Ελληνισμό, και για τον ηρωισμό τους αυτό και από εμάς τώρα εγκωμιάζονται και θα εγκωμιάζονται και σ᾽ όλους τους αιώνες [241d] απ᾽ όλες τις γενεές όλου του κόσμου που θα ᾽ρθουν στο μέλλον. Αλλά και ύστερ᾽ απ᾽ τις μάχες και νίκες αυτές πολλές ελληνικές πόλεις εξακολουθούσαν να είναι σύμμαχοι των βαρβάρων και να πολεμούνε στο πλευρό τους και μάλιστα στον καιρό εκείνο μήνυμα έφτασε στην Ελλάδα πως ο βασιλιάς της Περσίας εσκόπευε να επιχειρήσει μια νέα εκστρατεία εναντίον των Ελλήνων. Είναι δίκαιο λοιπόν να μνημονεύσουμε και να εγκωμιάσουμε και τους άντρες εκείνους, που συνέχισαν τα πολεμικά κατορθώματα των προδρόμων τους και αποτελειώσανε το έργο της εθνικής σωτηρίας του Ελληνισμού ξεπαστρεύοντας κι ελευθερώνοντας όλες τις θάλασσες απ᾽ όλους τους βαρβάρους. Οι άντρες αυτοί είναι οι ναυμάχοι της ναυμαχίας στη θάλασσα των εκβολών του Ευρυμέδοντα ποταμού [241e] κι εκείνοι που επήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Κύπρου κι όσοι έπλευσαν εναντίον της Αιγύπτου και άλλων πολλών χωρών. Όλους τους ήρωες των πολέμων αυτών χρέος μας είναι να τους μνημονεύσουμε και να τους χρωστάμε παντοτινή ευγνωμοσύνη, γιατί με τις πολεμικές νίκες τους εκάμανε το βασιλιά της Περσίας να τρέμει στο μέλλον την Ελλάδα και να μη σκέφτεται τίποτ᾽ άλλο στο νου του παρά πώς θα σώσει τον ίδιο τον εαυτό του και τον ανάγκασαν να μην επιβουλεύεται πια την Ελλάδα και να μη μηχανεύεται σχέδια πώς να εξολοθρεύσει όλους τους Έλληνες.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (1163-1213)

ΘΗΣΕΥΣ
ἥκω σὺν ἄλλοις, οἳ παρ᾽ Ἀσωποῦ ῥοὰς
μένουσιν, ἔνοπλοι γῆς Ἀθηναίων κόροι,
1165 σῶι παιδί, πρέσβυ, σύμμαχον φέρων δόρυ.
κληδὼν γὰρ ἦλθεν εἰς Ἐρεχθειδῶν πόλιν
ὡς σκῆπτρα χώρας τῆσδ᾽ ἀναρπάσας Λύκος
ἐς πόλεμον ὑμῖν καὶ μάχην καθίσταται.
τίνων δ᾽ ἀμοιβὰς ὧν ὑπῆρξεν Ἡρακλῆς
1170 σώσας με νέρθεν ἦλθον, εἴ τι δεῖ, γέρον,
ἢ χειρὸς ὑμᾶς τῆς ἐμῆς ἢ συμμάχων.
ἔα· τί νεκρῶν τῶνδε πληθύει πέδον;
οὔ που λέλειμμαι καὶ νεωτέρων κακῶν
ὕστερος ἀφῖγμαι; τίς τάδ᾽ ἔκτεινεν τέκνα;
1175 τίνος γεγῶσαν τήνδ᾽ ὁρῶ ξυνάορον;
οὐ γὰρ δορός γε παῖδες ἵστανται πέλας,
ἀλλ᾽ ἄλλο πού τι καινὸν εὑρίσκω κακόν.
ΑΜ. ὦ τὸν ἐλαιοφόρον ὄχθον ἔχων ‹ἄναξ›
ΘΗ. τί χρῆμά μ᾽ οἰκτροῖς ἐκάλεσας προοιμίοις;
1180 ΑΜ. ἐπάθομεν πάθεα μέλεα πρὸς θεῶν.
ΘΗ. οἱ παῖδες οἵδε τίνος ἐφ᾽ οἷς δακρυρροεῖς;
ΑΜ. ἔτεκε μέν ‹νιν› οὑμὸς ἶνις τάλας,
τεκόμενος δ᾽ ἔκανε φόνιον αἷμα τλάς.
ΘΗ. τί φήις; τί δράσας; ΑΜ. μαινομένωι πιτύλωι πλαγχθεὶς
ἑκατογκεφάλου βαφαῖς ὕδρας.
ΘΗ. ὦ δεινὰ λέξας. ΑΜ. οἰχόμεθ᾽ οἰχόμεθα πτανοί.
1185 ΘΗ. εὔφημα φώνει. ΑΜ. βουλομένοισιν ἐπαγγέλληι.
ΘΗ. Ἥρας ὅδ᾽ ἁγών· τίς δ᾽ ὅδ᾽ οὑν νεκροῖς, γέρον;
1190 ΑΜ. ἐμὸς ἐμὸς ὅδε γόνος ὁ πολύπονος, ‹ὃς› ἐπὶ
δόρυ γιγαντοφόνον ἦλθεν σὺν θεοῖ-
σι Φλεγραῖον ἐς πεδίον ἀσπιστάς.
1195 ΘΗ. φεῦ φεῦ· τίς ἀνδρῶν ὧδε δυσδαίμων ἔφυ;
ΑΜ. οὐκ ἂν εἰδείης ἕτερον
πολυμοχθότερον πολυπλαγκτότερόν τε θνατῶν.
ΘΗ. τί γὰρ πέπλοισιν ἄθλιον κρύπτει κάρα;
ΑΜ. αἰδόμενος τὸ σὸν ὄμμα
1200 καὶ φιλίαν ὁμόφυλον
αἷμά τε παιδοφόνον.
ΘΗ. ἀλλ᾽ εἰ συναλγῶν γ᾽ ἦλθον; ἐκκάλυπτέ νιν.
ΑΜ. ὦ τέκνον, πάρες ἀπ᾽ ὀμμάτων
πέπλον, ἀπόδικε, ῥέθος ἀελίωι δεῖξον.
1205 βάρος ἀντίπαλον δακρύοις συναμιλλᾶται·
ἱκετεύομεν ἀμφὶ γενειάδα καὶ
γόνυ καὶ χέρα σὰν προπίτνων πολιὸν
1210 δάκρυον ἐκβαλών· ἰὼ παῖ, κατά-
σχεθε λέοντος ἀγρίου θυμόν, ὧι
δρόμον ἐπὶ φόνιον ἀνόσιον ἐξάγηι
κακὰ θέλων κακοῖς συνάψαι, τέκνον.

***
ΘΗΣΕΥΣ
Έφθασα με άλλους οπού στου Ασωπού το ρέμα
περιμένουν οπλισμέν᾽, οι νιοι της Αθήνας,
στον γιο σου, ω γέρο, φέρνοντας σύμμαχο δόρυ.
Γιατ᾽ ήρθε στων Ερεχθειδών τη γη μαντάτο
ότι της χώρας σας τα σκήπτρ᾽ άρπαξε ο Λύκος
κι ενάντια σας σήκωσε πόλεμο κι αμάχη.
Κι εγώ, πληρώνοντας το χρέος που ᾽χεν αρχίσει
1170 από τον Άδη σώζοντάς με ο Ηρακλής, ήρθα
αν του χεριού μου έχετε ανάγκ᾽ ή των συμμάχων.
Ω! τί είναι έτσι το πάτωμα νεκρούς γεμάτο;
Μην άργησα κι από νεότερα κακά έχω
φτάσει υστερότερα; ποιός σκότωσε τα τέκνα
αυτά και ποιού γυναίκα αυτή ᾽ναι που βογγάει;
Γιατί δεν είναι τα παιδιά σ᾽ ελικιά μάχης
κι άλλο παράξενο κακό, υποθέτω, εγίνη.
ΑΜΦ. Ω βασιλιά, πὄχεις τη γη την ελιοφόρα.
ΘΗΣ. Τί με καλείς με τέτοιο θλιβερό προοίμιο;
1180 ΑΜΦ. Επάθαμεν απ᾽ τους θεούς δύστυχα πάθη.
ΘΗΣ. Και τί παιδιά ειναι αυτά, που γι᾽ αυτά δάκρυα χύνεις;
ΑΜΦ. Τα γέννησε ο δικός μου γιος·
κι οπού τα γέννησε τα σκότωσε,
φονικόν αίμα χύνοντας.
ΘΗΣ. Μίλα καλά!
ΑΜΦ. Διατάζεις τούς οπού το θέλουν.
ΘΗΣ. Ω, τί φοβερό λόγον είπες!
ΑΜΦ. Πάμε χαμένοι σύντομα.
ΘΗΣ. Τί λέγεις; και πώς το ᾽καμε;
ΑΜΦ. Σε τρέλαν επλανήθηκε με χτύπημα
φαρμακεμένο απ᾽ το αίμα
της ύδρας της εκατοκέφαλης.
ΘΗΣ. Νίκη της Ήρας! κι αυτός ποιός μες στους νεκρούς;
1190 ΑΜΦ. Ο γιος μου είναι, ο πολύπαθός μου,
οπού ᾽ρθε στη γιγαντοφόνα
μάχη με τους θεούς αντάμα
πολεμιστής στον Φλεγραίο κάμπο.
ΘΗΣ. Ωιμένα, ωιμέ· ποιός τόσο δύστυχος γεννήθη;
ΑΜΦ. Δεν μπορείς άλλονε να βρεις
πιο πολυβασάνιστον και πιο
πολύπαθον απ᾽ τους θνητούς.
ΘΗΣ. Τί κρύβει μες στους πέπλους το κεφάλι;
ΑΜΦ. Ντρεπόμενος την όψη σου
1200 και την ταιριαστή φιλία
και των παιδιών του το αίμα.
ΘΗΣ. Μα ήρθα μαζί του να πονέσω· ξάνοιξέ τον.
ΑΜΦ. Ω τέκνο μου,
διώξε απ᾽ τα μάτια σου τον πέπλο
κι απόρριξέ τον και στον ήλιο
δείξε το μάγουλό σου· είναι βαρύ
στα δάκρυα ν᾽ αντιστέκεσαι.
Ω! σε ικετεύω απλώνοντας
στα γένια και στο γόνα και στα χέρια σου
και λευκό δάκρυ χύνοντας.
1210 Ω τέκνο μου, συγκράτησε
τον θυμόν άγριου λιονταριού,
οπού σ᾽ ανόσιο δρόμο βγάζει
θέλοντας τα κακά να σμίξεις
με άλλα κακά, ω παιδί μου!

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της ώριμης κλασικής εποχής

5.1.2. Η κύλικα με τον φόνο της Πενθεσίλειας

Μια από τις μεγαλύτερες αττικές κύλικες που μας έχουν σωθεί από την Αρχαιότητα είναι διακοσμημένη στο εσωτερικό της με μια θαυμάσια ερυθρόμορφη παράσταση, που απεικονίζει ένα επεισόδιο από τον Τρωικό Πόλεμο, τον φόνο της βασίλισσας των Αμαζόνων Πενθεσίλειας από τον Αχιλλέα. Οι Αμαζόνες, μια φυλή από πολεμοχαρείς γυναίκες που κατοικούσαν, σύμφωνα με τον μύθο, στη νοτιοανατολική πλευρά του Ευξείνου Πόντου ή στην περιοχή του Καυκάσου, ήρθαν να βοηθήσουν τους Τρώες στον πόλεμο με τους Αχαιούς μετά τον θάνατο του Έκτορα, με επικεφαλής τη βασίλισσά τους, την όμορφη Πενθεσίλεια, κόρη του θεού Άρη. Στην αρχή η Πενθεσίλεια πολέμησε με επιτυχία, σκότωσε μάλιστα και τον Μαχάονα, τον γιο του Ασκληπιού· στο τέλος όμως τη νίκησε ο Αχιλλέας, που τη σκότωσε σε μονομαχία με το σπαθί του. Τη στιγμή όμως που η Πενθεσίλεια ξεψυχούσε, ο Αχιλλέας, θαμπωμένος από την ομορφιά της, την ερωτεύτηκε. Τον απρόσμενο αυτό έρωτα τον περιγέλασε ο θρασύς Θερσίτης, που μάλιστα έβγαλε ένα από τα μάτια της νεκρής Αμαζόνας για να την ασχημύνει και να προσβάλει έτσι τον Αχιλλέα. Την ξεδιαντροπιά του ο Θερσίτης την πλήρωσε με τη ζωή του.
 
Στο κυκλικό πλαίσιο του εσωτερικού της κύλικας ο αγγειογράφος έχει τοποθετήσει τέσσερις μορφές. Στο κέντρο ο Αχιλλέας βυθίζει το σπαθί του στο στήθος της Πενθεσίλειας που τον κοιτάζει ικετευτικά και υψώνει τα χέρια της παρακαλώντας τον να τη λυπηθεί. Ο πολεμιστής που διακρίνεται πίσω της με δόρυ στο ένα χέρι και ξίφος στο άλλο είναι ίσως ο Θερσίτης. Πίσω από τον Αχιλλέα εικονίζεται μια νεκρή Αμαζόνα με σκυθική ενδυμασία (στοιχείο που δηλώνει την προέλευσή της από την περιοχή του Ευξείνου Πόντου), θύμα της σκληρής μάχης που προηγήθηκε. Αξιοσημείωτο είναι το πολύπλοκο μοτίβο της μορφής, που κείτεται στο έδαφος σε μια σύνθετη στάση με τολμηρές προοπτικές βραχύνσεις. Και εδώ είναι φανερή η επίδραση της σύγχρονης μεγάλης ζωγραφικής και επιπλέον η επιδεξιότητα του αγγειογράφου να προσαρμόσει τις ανθρώπινες μορφές και τη δράση που απαιτεί το θέμα του στο κυκλικό πεδίο που είχε να διακοσμήσει.

Ο φόβος και ο Συνειδητός Εαυτός

Ο φόβος είναι ένδειξη του πού χρειάζεται να κοιτάξεις. Δε φεύγει, αν δεν τολμήσεις να κοιτάξεις... Γιατί είναι ένδειξη, είναι σύμπτωμα. Δεν είναι εχθρός που πρέπει να πολεμήσεις.

Τα απομονωμένα και επιβλητικά εγώ, εμφανίζονται απειλητικά όταν παραμένουν ακυβέρνητα. Δεν μπορείς να κυβερνήσεις κάτι που φοβάσαι, χωρίς να του επιβληθείς. Μα τότε, ταυτόχρονα γίνεσαι και θύμα του. Σε εξουσιάζει ο ίδιος ο φόβος σου, που δεν κατάλαβες τη σημασία του. Πίστεψες πως είναι εναντίον σου, πως μπορεί να σε συνθλίψει.

Προχωρώντας στη ζωή σου, πιστεύεις σε κάποια στιγμή πως έχεις βρει τη "μαγική συνταγή", αυτό που σε βάζει "στην πορεία σου", που επιτέλους "απελευθερώνει το πνεύμα σου". Συνεχίζεις για ένα διάστημα να αισθάνεσαι σίγουρος και ευτυχής, έχοντας σταματήσει την αυτο-έρευνα, έχοντας αποκτήσει αυτοπεποίθηση, έχοντας προσωρινά γαληνέψει τον εσωτερικό μονόλογο.

Μέχρι που μια μέρα το αναπάντεχο σού ξαναχτυπά την πόρτα, πιο απειλητικό παρά ποτέ, γιατί πιστεύεις ότι "αυτό δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί". Και αναπόφευκτα χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, βρίσκεσαι ξανά στην απελπισία και στο πουθενά. Σαν να έχουν ξεχαστεί όλα, να μην υπάρχει κάποιο εσωτερικό σύστημα πλοήγησης. Σαν να σε πρόδωσε ο ίδιος σου ο Εαυτός, η ζωή, όλα όσα έκανες, γνώρισες, εμπιστεύθηκες.

Μα δεν υπήρχε εσωτερικό σύστημα πλοήγησης καιρό τώρα. Μόνο που δεν ήσουν παρών για να το δεις. Ο εγωισμός εκδηλώνεται με πολλά πρόσωπα, κι αυτό δεν το είχες προβλέψει. Η γραμμική σκέψη δεν σε άφησε να το δεις.

Και τώρα είναι πιο δύσκολα. Πώς να επιστρέψεις σε μια "Α' τάξη" την οποία ήσουν/είσαι σίγουρος/η πως έχεις προ πολλού περάσει; Πώς να βρεις τη διαύγεια και την ταπεινότητα να ξανα-μαθητεύσεις;

Έχεις ακούσει πως πρέπει να υπάρχεις στο "εδώ και τώρα", αλλά εσύ υπάρχεις στο φόβο και στο θυμό...έστω κι αν τον κρύβεις. Για ένα διάστημα πίστευες πως τα είχες καταφέρει....όσο τα πράγματα προσχωρούσαν κάπως ομαλά.  Μα τώρα ήρθε το αναπάντεχο και φαίνεται όλος ο κόσμος να βρίσκεται σε αναταραχή. Τι γίνεται;

Οι φοβίες ζουν στο σκοτάδι γιατί μαθαίνουμε να κρύβουμε το φόβο μας, να "ξεπερνάμε" το φόβο μας με τεχνάσματα, να εκλογικεύουμε το φόβο μας, να "μετατρέπουμε τις αρνητικές σκέψεις σε θετικές". Μαθαίνουμε πως ο φόβος είναι "ψέμα", πως είναι "ψευδαίσθηση", κι όμως... να μου είναι αληθινός. Το αισθάνεσαι, σε κυριεύει, ακόμα κι όταν προσπαθείς να ξεχάσεις.

Φοβόμαστε να φοβόμαστε, αν και "δεν είμαστε" πια παιδιά.

Το σκοτάδι χρειάζεται ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ φως (δηλαδή φανέρωση), μέχρι να συγχωνευτούν οι σκιές. Και είναι αδιάκοπη εργασία, είναι συνεχής παρουσία.

Μόνο ο συνειδητός ενήλικας που έπεται να γεννηθεί (γιατί δεν είναι "κληρονομικό δικαίωμα" ούτε αποτέλεσμα φυσικής γέννησης και ηλικιακής "ωρίμανσης"), μπορεί να υπάρξει στο εδώ και τώρα. Συνειδητοποιημένος και συγκεκριμένος, ισορροπώντας στο Κέντρο του, έχοντας πρόσβαση στη σοφία και αξιοποιώντας τη γνώση αντίστοιχα και ταυτόχρονα, στο παρόν του.

Είναι δηλαδή μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα/θέση από αυτήν που πλασάρεται μέσα από "έξι/δέκα/όσα εύκολα βήματα απελευθέρωσης/ανύψωσης". Απέχει δε πολύ από το να είναι κλειστή "μέθοδος", "διδασκαλία", "μύηση" ή ό,τι σχετικό, γιατί έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε, να αποκαλύψουμε, να δημιουργήσουμε.

Η Αλήθεια και η φύση της σκέψης

Η Πραγματικότητα μπορεί να Βιωθεί μόνο με την Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει, στο Απόλυτο Παρόν, Εδώ, Τώρα, κι όχι μέσα από άλλες γνωστικές διαδικασίες, όπως η σκέψη ή η έμμεση πληροφόρηση. Η σκέψη δεν αποτελεί άμεση γνωστική διαδικασία, δεν είναι άμεση επαφή με το πραγματικό που είναι και το αληθινό. Η σκέψη είναι μια έμμεση διαδικασία που συλλαμβάνει κι εκφράζει ένα «νόημα» για την πραγματικότητα και τα πράγματα. Το «νόημα» που εκφράζεται αποκτά περιεχόμενο κι αξία όχι από αυτό το ίδιο που «λέγεται» αλλά από την συσχέτισή του με αυτό στο οποίο αναφέρεται, με το «αντικείμενο». Ολόκληρη η σκέψη, κάθε σκέψη, κάθε νοητική σύλληψη-έκφραση, έχει αυτόν τον έμμεσο χαρακτήρα αφού μιλά για ένα αντικείμενο που είναι «μακριά», απέναντι.

Η σκέψη, από την φύση της, σαν αναπαραστατική διαδικασία, δεν ενώνει με το αντικείμενο αλλά απλά αναφέρεται σε αυτό, «μιλά» για αυτό, και δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει αυτό το χάσμα, δεν μπορεί ποτέ να γίνει άμεση γνώση, επαφή με το πραγματικό, που είναι βιωματική εμπειρία του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν σκεφτόμαστε βρισκόμαστε στην αναπαραστατική τεχνητή πραγματικότητα της σκέψης κι όχι στην ζωντανή πραγματικότητα. Ό,τι κι αν συλλάβουμε με την σκέψη, την Αλήθεια, την Πραγματικότητα, θα μένει πάντα διαχωρισμένο από εμάς, δεν μπορούμε να το βιώσουμε με αυτόν τον τρόπο (όχι με την σκέψη), γιατί αυτό που συλλαμβάνουμε είναι η εικόνα, το «νόημα», όχι το πραγματικό.

Η λειτουργία της διανόησης, της σκέψης, μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητική εξέταση που θα καθοδηγήσει την πρακτική εφαρμογή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι τελείως άχρηστη όταν στρεφόμαστε εσωτερικά και θέλουμε να την εφαρμόσουμε στο Εσωτερικό Άγνωστο που Υπάρχει πέρα από την σκέψη, γιατί το Άγνωστο είναι Κάτι τελείως Αφηρημένο, Χωρίς Ιδιότητες. Είναι Κατάσταση Ύπαρξης κι όχι συγκεκριμένο αντικείμενο. Εισχωρώντας στον Χώρο του Αγνώστου πρέπει να μάθουμε να Είμαστε Διαφορετικοί, εμείς οι ίδιοι κι όχι (όπως στον κόσμο της δυαδικότητας) να προσεγγίσουμε ένα αντικείμενο. Με άλλα λόγια πρέπει να το Βιώσουμε Αυτό, να έχουμε βιωματική επαφή μαζί Του.

Για αυτό κι η Οδός που Οδηγεί στο Πραγματικό, στο Αληθινό, πηγαίνει πέρα από την σκέψη, πέρα από την λειτουργία της σκέψης, δηλαδή της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας που μιλά για το αντικείμενο, στην άμεση επαφή με το αντικείμενο, με αυτό που συμβαίνει πραγματικά, μέσα στην οποία (επαφή) διαλύεται κάθε «απόσταση», κάθε διαχωρισμός. Η Άμεση Επαφή με το Πραγματικό προϋποθέτει ακριβώς το ξεπέρασμα της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας και της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού (και της δυαδικότητας που συνεπάγεται αυτός ο «διαχωρισμός») και του εικονικού κόσμου που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες.

Η Αλήθεια Είναι Έξω από την σκέψη. Η σκέψη μπορεί να μιλά όσο θέλει για την Αλήθειας αλλά ποτέ δεν μπορεί να την προσεγγίσει, γιατί ποτέ το φανταστικό, το τεχνητό, το ψεύτικο, δεν μπορεί να γίνει Αληθινό.