Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (17.288-17.365)

Ἤτοι τὸν Λήθοιο Πελασγοῦ φαίδιμος υἱός,
Ἱππόθοος, ποδὸς ἕλκε κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην,
290 δησάμενος τελαμῶνι παρὰ σφυρὸν ἀμφὶ τένοντας,
Ἕκτορι καὶ Τρώεσσι χαριζόμενος· τάχα δ᾽ αὐτῷ
ἦλθε κακόν, τό οἱ οὔ τις ἐρύκακεν ἱεμένων περ.
τὸν δ᾽ υἱὸς Τελαμῶνος ἐπαΐξας δι᾽ ὁμίλου
πλῆξ᾽ αὐτοσχεδίην κυνέης διὰ χαλκοπαρῄου·
295 ἤρικε δ᾽ ἱπποδάσεια κόρυς περὶ δουρὸς ἀκωκῇ,
πληγεῖσ᾽ ἔγχεΐ τε μεγάλῳ καὶ χειρὶ παχείῃ,
ἐγκέφαλος δὲ παρ᾽ αὐλὸν ἀνέδραμεν ἐξ ὠτειλῆς
αἱματόεις· τοῦ δ᾽ αὖθι λύθη μένος, ἐκ δ᾽ ἄρα χειρῶν
Πατρόκλοιο πόδα μεγαλήτορος ἧκε χαμᾶζε
300 κεῖσθαι· ὁ δ᾽ ἄγχ᾽ αὐτοῖο πέσε πρηνὴς ἐπὶ νεκρῷ,
τῆλ᾽ ἀπὸ Λαρίσης ἐριβώλακος, οὐδὲ τοκεῦσι
θρέπτρα φίλοις ἀπέδωκε, μινυνθάδιος δέ οἱ αἰὼν
ἔπλεθ᾽ ὑπ᾽ Αἴαντος μεγαθύμου δουρὶ δαμέντι.
Ἕκτωρ δ᾽ αὖτ᾽ Αἴαντος ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ·
305 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἄντα ἰδὼν ἠλεύατο χάλκεον ἔγχος
τυτθόν· ὁ δὲ Σχεδίον, μεγαθύμου Ἰφίτου υἱόν,
Φωκήων ὄχ᾽ ἄριστον, ὃς ἐν κλειτῷ Πανοπῆϊ
οἰκία ναιετάασκε πολέσσ᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων,
τὸν βάλ᾽ ὑπὸ κληῗδα μέσην· διὰ δ᾽ ἀμπερὲς ἄκρη
310 αἰχμὴ χαλκείη παρὰ νείατον ὦμον ἀνέσχε·
δούπησεν δὲ πεσών, ἀράβησε δὲ τεύχε᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ.
Αἴας δ᾽ αὖ Φόρκυνα, δαΐφρονα Φαίνοπος υἱόν,
Ἱπποθόῳ περιβάντα μέσην κατὰ γαστέρα τύψε·
ῥῆξε δὲ θώρηκος γύαλον, διὰ δ᾽ ἔντερα χαλκὸς
315 ἤφυσ᾽· ὁ δ᾽ ἐν κονίῃσι πεσὼν ἕλε γαῖαν ἀγοστῷ.
χώρησαν δ᾽ ὑπό τε πρόμαχοι καὶ φαίδιμος Ἕκτωρ·
Ἀργεῖοι δὲ μέγα ἴαχον, ἐρύσαντο δὲ νεκρούς,
Φόρκυν θ᾽ Ἱππόθοόν τε, λύοντο δὲ τεύχε᾽ ἀπ᾽ ὤμων.
Ἔνθα κεν αὖτε Τρῶες ἀρηϊφίλων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν
320 Ἴλιον εἰσανέβησαν ἀναλκείῃσι δαμέντες,
Ἀργεῖοι δέ κε κῦδος ἕλον καὶ ὑπὲρ Διὸς αἶσαν
κάρτεϊ καὶ σθένεϊ σφετέρῳ· ἀλλ᾽ αὐτὸς Ἀπόλλων
Αἰνείαν ὄτρυνε, δέμας Περίφαντι ἐοικώς,
κήρυκι Ἠπυτίδῃ, ὅς οἱ παρὰ πατρὶ γέροντι
325 κηρύσσων γήρασκε, φίλα φρεσὶ μήδεα εἰδώς·
τῷ μιν ἐεισάμενος προσέφη Διὸς υἱὸς Ἀπόλλων·
«Αἰνεία, πῶς ἂν καὶ ὑπὲρ θεὸν εἰρύσσαισθε
Ἴλιον αἰπεινήν; ὡς δὴ ἴδον ἀνέρας ἄλλους
κάρτεΐ τε σθένεΐ τε πεποιθότας ἠνορέῃ τε
330 πλήθεΐ τε σφετέρῳ καὶ ὑπερδέα δῆμον ἔχοντας·
ἡμῖν δὲ Ζεὺς μὲν πολὺ βούλεται ἢ Δαναοῖσι
νίκην· ἀλλ᾽ αὐτοὶ τρεῖτ᾽ ἄσπετον οὐδὲ μάχεσθε.»
Ὣς ἔφατ᾽, Αἰνείας δ᾽ ἑκατηβόλον Ἀπόλλωνα
ἔγνω ἐσάντα ἰδών, μέγα δ᾽ Ἕκτορα εἶπε βοήσας·
335 «Ἕκτορ τ᾽ ἠδ᾽ ἄλλοι Τρώων ἀγοὶ ἠδ᾽ ἐπικούρων,
αἰδὼς μὲν νῦν ἥδε γ᾽ ἀρηϊφίλων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν
Ἴλιον εἰσαναβῆναι ἀναλκείῃσι δαμέντας.
ἀλλ᾽ ἔτι γάρ τίς φησι θεῶν ἐμοὶ ἄγχι παραστὰς
Ζῆν᾽ ὕπατον μήστωρα μάχης ἐπιτάρροθον εἶναι·
340 τῶ ῥ᾽ ἰθὺς Δαναῶν ἴομεν, μηδ᾽ οἵ γε ἕκηλοι
Πάτροκλον νηυσὶν πελασαίατο τεθνηῶτα.»
Ὣς φάτο, καί ῥα πολὺ προμάχων ἐξάλμενος ἔστη·
οἱ δ᾽ ἐλελίχθησαν καὶ ἐναντίοι ἔσταν Ἀχαιῶν.
ἔνθ᾽ αὖτ᾽ Αἰνείας Λειώκριτον οὔτασε δουρί,
345 υἱὸν Ἀρίσβαντος, Λυκομήδεος ἐσθλὸν ἑταῖρον.
τὸν δὲ πεσόντ᾽ ἐλέησεν ἀρηΐφιλος Λυκομήδης,
στῆ δὲ μάλ᾽ ἐγγὺς ἰών, καὶ ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ,
καὶ βάλεν Ἱππασίδην Ἀπισάονα, ποιμένα λαῶν,
ἧπαρ ὑπὸ πραπίδων, εἶθαρ δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἔλυσεν,
350 ὅς ῥ᾽ ἐκ Παιονίης ἐριβώλακος εἰληλούθει,
καὶ δὲ μετ᾽ Ἀστεροπαῖον ἀριστεύεσκε μάχεσθαι.
Τὸν δὲ πεσόντ᾽ ἐλέησεν ἀρήϊος Ἀστεροπαῖος,
ἴθυσεν δὲ καὶ ὁ πρόφρων Δαναοῖσι μάχεσθαι·
ἀλλ᾽ οὔ πως ἔτι εἶχε· σάκεσσι γὰρ ἔρχατο πάντῃ
355 ἑσταότες περὶ Πατρόκλῳ, πρὸ δὲ δούρατ᾽ ἔχοντο.
Αἴας γὰρ μάλα πάντας ἐπῴχετο πολλὰ κελεύων·
οὔτε τιν᾽ ἐξοπίσω νεκροῦ χάζεσθαι ἀνώγει
οὔτε τινα προμάχεσθαι Ἀχαιῶν ἔξοχον ἄλλων,
ἀλλὰ μάλ᾽ ἀμφ᾽ αὐτῷ βεβάμεν, σχεδόθεν δὲ μάχεσθαι.
360 ὣς Αἴας ἐπέτελλε πελώριος, αἵματι δὲ χθὼν
δεύετο πορφυρέῳ, τοὶ δ᾽ ἀγχιστῖνοι ἔπιπτον
νεκροὶ ὁμοῦ Τρώων καὶ ὑπερμενέων ἐπικούρων
καὶ Δαναῶν· οὐδ᾽ οἳ γὰρ ἀναιμωτί γε μάχοντο,
παυρότεροι δὲ πολὺ φθίνυθον· μέμνηντο γὰρ αἰεὶ
365 ἀλλήλοις ἀν᾽ ὅμιλον ἀλεξέμεναι φόνον αἰπύν.

***
Κι εκεί του Λήθου Πελασγού το δοξασμένο αγόρι
ο Ιππόθοος τον ποδόσερνε, στον δυνατόν αγώνα,
290 από τα νεύρα με λουρί δεμένον εις την φτέρναν,
των Τρώων και του Έκτορος προς χάριν, αλλ᾽ εκείνος
έπαθεν, ουδέ πρόφθασε κανένας να τον σώσει.
Τούτον ο Τελαμώνιος, ορμώντας μες στο πλήθος,
αντίκρισε κι εκτύπησε στην περικεφαλαία·
295 από την λόγχην έσκασε το φουντωμένο κράνος,
ότι το χέρ᾽ ήταν βαρύ και μέγα το κοντάρι,
και απ᾽ την πληγήν ο εγκέφαλος πετάχθη στο στελιάρι
αιματωμένος· νέκρωσαν τα μέλη του και αφήκε
από τα χέρια του στην γην το πόδι του Πατρόκλου·
300 κι επίστομ᾽ έπεσε νεκρός εις του νεκρού το πλάγι
από την Λάρισαν μακράν, και τους γλυκούς γονείς του
δεν αντιγεροκόμησεν, ότ᾽ η ζωή του εκόπη
απ᾽ του μεγάλου Αίαντος το δυνατό κοντάρι·
Ο Έκτωρ τότε ακόντισε στον Αίαντα με λόγχην.
305 Τον είδε αυτός κι εξέφυγε το χάλκινο κοντάρι·
και τον Σχεδίον, γέννημα του ανδρειωμένου Ιφίτου,
μες στους Φωκείς ασύγκριτον, που στην λαμπράν Πανόπην
εκατοικούσ᾽ εκεί πολλών ανθρώπων βασιλέας,
ο Έκτωρ τον εκτύπησε στην κλείδωσιν και η λόγχη
310 κάτω απ᾽ τον ώμον πέρασε· κι επάνω του εβροντήσαν
τ᾽ άρματα καθώς έπεσε. Και ο Αίας τον ανδρείον
Φόρκυν᾽ υιόν του Φαίνοπος, που εστήθη εμπρός στο σώμα
του Ιπποθόου, κτύπησε στην μέσην της κοιλίας,
του έσπασε τον θώρακα και του ᾽φαγεν η λόγχη
315 τ᾽ άντερα· κι έπεσεν αυτού κι εφούκτωσε το χώμα.
Κι επόδισαν οι πρόμαχοι και ο λαμπροφόρος Έκτωρ·
κραυγήν σηκώσαν οι Αχαιοί και τους νεκρούς εσύραν
Ιππόθοον και Φόρκυνα και τους εξεγυμνώναν.
Και τότε απ· την σφοδρήν ορμήν των Αχαιών οι Τρώες
320 στην Ίλιον θ· ανέβαιναν ανάνδρως συντριμμένοι
κι οι Αργείοι θα εδοξάζονταν χωρίς να θέλει ο Δίας
με μόνην τους την δύναμιν· αλλ᾽ ήλθ᾽ ο ίδιος Φοίβος
προς τον Αινείαν και όμοιαζε τον κήρυκα Ηπυτίδην
Περίφαντα, που εγέραζε στο έργον του πλησίον
325 του γέρου Αγχίση, παλαιός καλοθελήτης φίλος.
Σ᾽ αυτόν ομοιώθη κι έλεγεν ο Φοίβος στον Αινείαν:
«Αινεία, πώς θα εσώζετε τους πύργους της Ιλίου
εσείς κι ενάντια των θεών; Άλλους εγνώρισ᾽ άνδρες
στην δύναμίν τους να θαρρούν, και στην ανδρειά τους μόνον
330 και στον δικόν τους τον λαόν ολίγον και γενναίον.
Τώρα οπού ο Ζευς μάς προτιμά και νίκην μας χαρίζει
εσείς ανάνδρως φεύγετε, δεν θέλετε την μάχην».
Και ο Αινείας καλογνώρισε τον Φοίβον ως τον είδε
στην όψιν και του Έκτορος εφώναξε μεγάλως:
335 «Έκτωρ, κι οι επίλοιποι αρχηγοί των βοηθών και Τρώων,
μεγάλη τούτ᾽ είν᾽ εντροπή στην Ίλιον ν᾽ ανεβούμε
απ᾽ την ορμήν των Αχαιών ανάνδρως συντριμμένοι.
Αλλ᾽ εμέ κάποιος των θεών εσίμωσε και είπε,
ότι βοηθόν μας έχομεν τον ύψιστον Κρονίδην·
340 εμπρός λοιπόν στους Δαναούς, αφρόντιστοι μη φέρουν
εκείνοι προς τα πλοία τους το σώμα του Πατρόκλου».
Και των προμάχων πολύ εμπρός πετάχθηκε κι εστάθη·
κι οι Τρώες ετινάχθηκαν ενάντια στους Αργείους.
Ο Αινείας τον Λειώκριτον του Αρίσβαντος με λόγχην
345 ελάβωσε, τον σύντροφον λαμπρόν του Λυκομήδου.
Ελύπησεν ο φόνος του τον θείον Λυκομήδην
κι εσίμωσε κι εστήθη αυτού και ακόντισε την λόγχην
στο σκώτι του Απισάονος, μεγάλου πολεμάρχου,
του Ιππασίδη, και νεκρόν τον κύλησε στο χώμα.
350 Από την μεγαλόστηλην είχ᾽ έλθει Παιονίαν
μαχητής πρώτος, δεύτερος απ᾽ τον Αστεροπαίον.
Και τούτος για τον θάνατον θλιμμένος του συντρόφου,
όρμησε προς τους Αχαιούς, αλλά δεν είχε τόπον
να σπάσει, εκεί που ολόφρακτοι με λόγχες σηκωμένες
355 και ασπίδες, κύκλον έκαναν στον Πάτροκλον τριγύρω,
όπως ο Αίας πανταχού καθέναν οδηγούσε
μήτ᾽ εξοπίσω του νεκρού κανείς να μη ποδίσει,
μήτε κανείς να προμαχεί εμπρός από τον άλλον,
αλλ᾽ όλοι γύρω εις τον νεκρόν σφικτά να πολεμήσουν.
360 Αυτά ᾽λεγε ο θεόρατος ο Αίας και το χώμα
έβαψεν αίμα, ως έπεφταν άνδρες πολλοί των Τρώων
και των γενναίων βοηθών και ακόμη των Αργείων
ότι αιματώνονταν και αυτοί εις την μάχην και αποθαίναν,
αλλά πολύ ολιγότερον, τ᾽ είχε καθείς στον νουν του
365 απ᾽ την σφαγήν τον σύντροφον στην μάχην να φυλάξει.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 6. Αίνιγμα: Τι θα συμβεί αν γράψουμε ΡΩΜΗ ανάποδα;

6.4. Γράμμα από τη Μαύρη Θάλασσα


Καλή μου,

Εδώ και πέντε μέρες βρίσκομαι απομονωμένος μέσα στο σπίτι μου. Χιονίζει συνεχώς και ο μανιασμένος βοριάς έχει παγώσει τα πάντα. Από το στενό παράθυρο βλέπω αραιά και πού ανθρώπους τυλιγμένους με δέρματα να περνούν σκυφτοί και βιαστικοί και να χάνονται μέσα στην καταχνιά. Ο μόνος άνθρωπος που μιλάω είναι ο Γέτης που με εφοδιάζει κάθε πρωί με τρόφιμα και κούτσουρα για το τζάκι. Μεγαλώνει μέσα μου ο φόβος ότι αυτός θα είναι ο τελευταίος χειμώνας μου· και η απόγνωσή μου γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν προσπαθώ να πιάσω τη γραφίδα αλλά νιώθω τα δάχτυλα του χεριού μου μουδιασμένα, παράλυτα από την παγωνιά.

Πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια από την πικρή εκείνη μέρα που ο κεραυνός του αυτοκράτορα έπεσε απρόσμενος πάνω στη ζωή μου. Δεν κατάλαβα ακόμη, και ίσως να μην καταλάβω ποτέ, τι έκανα για να αξίζω αυτή την εξορία. Αναρωτιέμαι συχνά αν ήταν πράγματι τα ερωτικά μου ποιήματα που εξώθησαν τον Αύγουστο σ᾽ αυτή την απόφαση ή αν είμαι εγώ το εξιλαστήριο θύμα για όλα αυτά που του πήγαν στραβά. Ό,τι από τα δύο κι αν είναι, νιώθω ότι έγινα θύμα μιας τυφλής και άδικης μανίας· νιώθω εγκαταλειμμένος από ανθρώπους και θεούς· νιώθω ότι αόρατες δυνάμεις παίζουν μαζί μου ένα παιχνίδι όπου το τέλος θα είναι η τρέλα ή ο θάνατος.

Και δεν ξέρω αν είναι τρέλα ή θάνατος που εγώ, ο Οβίδιος, πρώην κάτοικος Ρώμης και ο πιο πιστός θαυμαστής της λαμπρότερης πόλης που γνώρισε ως σήμερα ο κόσμος, παραδέρνω τώρα χωρίς την αγάπη σου και χωρίς τα αγαπημένα μου πρόσωπα ανάμεσα σε φυλές και ανθρώπους που γεννήθηκαν και ζουν μακριά από τον πολιτισμό· που ρημάζω και λιώνω σε αφιλόξενα και βάρβαρα λημέρια ανοιχτά στον σκυθικό βοριά και τη μανία των ληστών - εγώ που έζησα και τραγούδησα τη θέρμη και την ηδονή του ρωμαϊκού καλοκαιριού.

Ναι, θα το πω γιατί είναι αλήθεια: σχεδόν ξέχασα τη λατινική γλώσσα· και κάθε φορά που καταπιάνομαι να γράφω κάτι θαρρώ πως δεν την ήξερα ποτέ ή πως την ήξερα σε μιαν άλλη ζωή - και δεν ξέρω αν αυτή την άλλη ζωή την έζησα στην πραγματικότητα ή σε κάποιο μισολησμονημένο όνειρο. Έμαθα όμως να μιλώ τις λιγοστές και σκληρές λέξεις της ντόπιας λαλιάς, για να μην αισθάνομαι βουβός ή θηρίο. Και ίσως για τον Οβίδιο αυτό να είναι η πιο αβάσταχτη από τις αβάσταχτες συμφορές που του έλαχαν.

Παρ᾽ όλα αυτά, μπορώ ακόμη να θυμηθώ αυτά που σου έγραφα την τελευταία φορά. Λησμόνησες να μου απαντήσεις ή κάποια συμφορά βρήκε τον αγγελιοφόρο που περιμένω εδώ και μήνες; Μίλησες με τον Κόιντο και τον Σήστιο; Τους παρακάλεσες να ζητήσουν ακρόαση από τον Αύγουστο; Είναι και οι δυο τους έμπιστοι, αλλά έχει περισσότερη σημασία που τους εμπιστεύεται εκείνος.

Κουράστηκα να αναρωτιέμαι. Ήμουν τάχα ο μόνος που έγραφα ποίηση για τον έρωτα; Γιατί, πριν από μένα, δεν τιμωρήθηκε ο Προπέρτιος; Γιατί τόσοι και τόσοι λογοτέχνες που προτίμησαν να μιλήσουν για τα ίδια πράγματα που τραγούδησα κι εγώ δεν χρειάστηκε ποτέ να απολογηθούν και να πληρώσουν; Για έρωτες δεν μίλησαν ακόμη και οι αγαπημένοι του αυτοκράτορα, ο Βιργίλιος και ο Οράτιος; Γιατί ήμουν μόνο εγώ ο διαφθορέας της ρωμαϊκής νεολαίας, αυτός που υπονόμευε τα σχέδια και την πολιτική του αυτοκράτορα; Δεν βρίσκω απάντηση και κουράστηκα να αναρωτιέμαι.

Σε αγαπώ και ξέρω πως σαν γυναίκα μου μένεις πάντα πιστή στην αγάπη που μας ένωσε. Όμως τώρα πάω να ξεχάσω ακόμα και τη μορφή σου. Ξεθώριασε η όψη των φίλων μου· οι ήχοι και τα χρώματα της Ρώμης σβήνουν κάθε μέρα στο βάθος του βάρβαρου ορίζοντα που κλείνει γύρω γύρω τη μίζερη ζωή μου. Λένε πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Αν αυτό είναι αλήθεια, δεν ισχύει για μένα· γιατί εγώ ζω, όπως ζω, και μετά την τελευταία πεθαμένη ελπίδα μου.

Χαίρε

Αυτή τη φορά ο Αύγουστος δεν δάκρυσε· και ο διάδοχός του έμεινε το ίδιο αδιάφορος. Ο Οβίδιος έσβησε μόνος και ξεχασμένος καθώς από εκείνο το στενό παράθυρο, γερασμένος πριν την ώρα του, έβλεπε τον άδειο ορίζοντα. Φτάσαμε κιόλας στα 17 μ.Χ.

Και ο Αύγουστος είχε πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα χωρίς να καταλάβει ποτέ ότι κάποιοι ποιητές προτιμούσαν απλώς να γράφουν το RΟΜΑ (Ρώμη) ανάποδα: ΑΜΟR (Έρωτας).

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ 1919 ΣΤΗ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΡΩΣΙΑ ''ΚΡΙΜΑΙΑ'' (ΜΕΡΟΣ Α')

 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ 1919 ΣΤΗ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΡΩΣΙΑ ''ΚΡΙΜΑΙΑ'' ΜΕΡΟΣ Α'


Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ (ΚΡΙΜΑΙΑ)

Με την ονομασία Εκστρατεία της Κριμαίας ή Εκστρατεία της Ουκρανίας, ειδικότερα στην Eλληνική ιστορία, χαρακτηρίζεται η Eλληνική συμμετοχή με εκστρατευτικό σώμα στην εκστρατεία που επιχείρησε η Γαλλία (ως κύριο μέλος της Αντάντ) κατά των Μπολσεβίκων στη Κριμαία και γενικότερα στη περιοχή της Ουκρανίας το 1918 - 1919...

Γενικά

Η συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία αυτή αποφασίστηκε από τον ίδιο τον Έλληνα πρωθυπουργό Ε. Βενιζέλο και την κυβέρνησή του, (χωρίς την παρουσία αντιπολίτευσης), όπου και προσφέρθηκε να συμμετάσχει με τρεις μεραρχίες. Η εκστρατεία αυτή όχι μόνο υπήρξε ατυχής, γεγονός που διαφαινότα εξ αρχής, αλλά και πολύ καταστροφική για τον ελληνογενή πληθυσμό όλης της εκεί και γύρω περιοχής, από τα αντίποινα που ακολούθησαν στη συνέχεια σε βάρος του, με δολοφονίες, καταστροφές, διωγμούς, εκτοπίσεις κ.λπ.

Ιδιαίτερα όμως χαρακτηριστικός ήταν ο κίνδυνος που διέτρεξε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα και τα ελληνικά πολεμικά πλοία που συμμετείχαν σ΄ αυτή, από την φαυλότητα των Γάλλων που λίγο έλειψε η «συμμαχική» εκστρατεία να εξελιχθεί σε αναμεταξύ σύρραξη γεγονός που αποσοβήθηκε την τελευταία στιγμή με την παρουσία αγγλικών θωρηκτών που προσκλήθηκαν επί τούτου.

Ανεξάρτητα όμως της έκβασης της εκστρατείας της Κριμαίας η συμμετοχή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος σ΄ αυτήν αποτέλεσε και το κυρίαρχο επιχείρημα του Ε. Βενιζέλου υπέρ της δικαίωσης των ελληνικών αιτημάτων στη διάσκεψη που ακολούθησε, ένα χρόνο μετά, στη Συνθήκη των Σεβρών. Με το πέρας της εκστρατείας αυτής το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα μεταφέρθηκε στη Μικρά Ασία για ενίσχυση του μετώπου της μικρασιατικής εκστρατείας που μόλις είχε ξεκινήσει.

Επικρατούσα κατάσταση

Μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917 η κατάσταση που διαμορφώθηκε έδωσε την ευκαιρία στη Γερμανία ν΄ απελευθερώσει από το Ανατολικό Μέτωπο σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις της τις οποίες και μετέφερε στο Δυτικό Μέτωπο. Αυτό συνέβη διότι μεταξύ των όρων της συνθήκης Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918) που επέβαλε η Γερμανία στη μπολσεβική Ρωσία ήταν η ίδρυση της Ουκρανίας, η παραχώρηση της Αρμενίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και η ανεξαρτησία της Γεωργίας.

Με τη συνθήκη αυτή η Γερμανία πέτυχε να σπάσει κυριολεκτικά τον αποκλεισμό των συμμάχων (της Αντάντ) και να εκμεταλλεύεται πλήρως τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της άλλοτε τσαρικής Ρωσίας μέχρι της γραμμής "Νάρβα – Κουρσκ – κοιλάδα Ντόνετς - Αζοφική" που αποτελούσε και τείχος κατά του Μπολσεβικισμού. Μετά απ΄ αυτό οι δυνάμεις της Αντάντ που βρίσκονταν στη βαλκανική περιήλθαν σε δυσμενή επιχειρησιακά θέση άνευ αντικειμενικού σκοπού.

Παράλληλα όμως τότε ο ρωσικός εμφύλιος πόλεμος είχε ανάψει σ΄ όλες τις περιοχές από την Ουκρανία μέχρι Βαλτική και Σιβηρία. Ειδικότερα όμως οι Πολωνοί, Ουκρανοί και Ρώσοι δεν μάχονταν μόνο τους Μπολσεβίκους αλλά και μεταξύ τους.

                                                 Προπαγανδιστική αφίσσα των "Λευκών" υπέρ της στρατολογίας

Οι Αγγλογάλλοι με την εξέλιξη αυτή επιθυμώντας την διάλυση των Μπολσεβίκων προκειμένου η Ρωσία να επανέλθει στη συμμαχία και ν΄ ανασυσταθεί το Ανατολικό Μέτωπο για να αποκλειστεί η Γερμανία άρχισαν να εφοδιάζουν με όπλα και πυρομαχικά τις μεγαλύτερες αντιμπολσεβικικές δυνάμεις που ήταν η στρατιά του Α. Ντενίκιν, που δρούσε στη νότια Ρωσία και η στρατιά του Κολτσάκ που δρούσε στη Σιβηρία. Τελικά αποφάσισε η Γαλλία να στείλει εκστρατευτικό σώμα με συμμετοχή και ελληνικού προς βοήθεια των δυνάμεων του Ντενίκιν.

Ανάληψη εκστρατείας

Στις 27 Οκτωβρίου του 1918 ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσό, πρώην γιατρός, ενημερώνει τον Γάλλο στρατηγό του Μακεδονικού Μετώπου, Φρανσέ ντ΄ Εσπεραί, ότι πρόθεση της Αντάντ είναι να επέμβει στη Κριμαία με κύριο σκοπό κατά δήλωσή του:

«να συνεχίσωμεν εκεί την πάλην κατά των Κεντρικών Δυνάμεων, αλλά και όπως πραγματοποιήσωμεν τον οικονομικόν αποκλεισμόν του Μπολσεβικισμού και προκαλέσωμεν την πτώσιν του».

Επ´ αυτού ο στρατηγός Nτ΄ Εσπεραί, πιο σώφρων, εξέφρασε αντίθετη άποψη στηριζόμενος αφενός στον περιορισμένο αριθμό στρατού που διέθετε, για μια τέτοια επιχείρηση, και αφετέρου τόσο στη τετραετή μέχρι τότε καταπόνησή του στρατού του, όσο και στην ακαταλληλότητα της εποχής, επισείοντας έτσι τον κίνδυνο οδυνηρών συνεπειών. Δυστυχώς όμως δεν εισακούσθηκε. Τα γεγονότα αυτά μαρτυρούν παράλληλα ότι κανείς μέχρι τότε δεν είχε τη στοιχειώδη διορατικότητα για να προβλέψει ότι το τέλος του πολέμου πλησίαζε από ημέρα σε ημέρα.

Έτσι, ενώ τρεις ημέρες μετά, στις 31 Οκτωβρίου υπογράφεται η Ανακωχή του Μούδρου και στις 11 Νοεμβρίου υπογράφεται η Ανακωχή της Κομπιέν (1918), όπου ουσιαστικά με τη δεύτερη έληξε και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, ένα μήνα μετά, στις 18 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους αποβιβάστηκε στην Οδησσό η 156η γαλλική μεραρχία.

Συμμετέχουσες Δυνάμεις

Τις συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις που συμμετείχαν στην εκστρατεία της Κριμαίας συγκροτούσαν:

α) Δύο γαλλικές μεραρχίες: η 156η, και η 30η που στάλθηκε στην Οδησσό από Ρουμανία.
β) Μία πολωνική μεραρχία (η 4η πολωνική μεραρχία), που βρισκόταν ήδη στην Οδησσό.
γ) Το Ελληνικό Α' Σώμα Στρατού (που συγκροτούνταν από 3 μεραρχίες: την 1η, τη 2η και τη 13η), που αποφάσισε να στείλει η ελληνική κυβέρνηση, που προπαρασκευάστηκε στη Μακεδονία, και
δ) Τμήματα του αντιμπολσεβικικού στρατού του Ντενίκιν, που βρίσκονταν ήδη στις περιοχές της Οδησσού και της Κριμαίας.

Στις 10 Ιανουαρίου του 1919 αποβιβάστηκε στην Οδησσό ο Γάλλος στρατηγός Ντ΄ Ανσέλμ ο οποίος και ορίστηκε γενικός αρχηγός όλων των συμμετασχόντων δυνάμεων.

Αξιοσημείωτο από στρατιωτικής άποψης ήταν ότι οι παραπάνω γαλλικές μεραρχίες ήταν ήδη "σκελετωμένες" επειδή, από 15 ημέρες πριν, είχε αρχίσει η αποστράτευση των Γάλλων στρατιωτών και η παράδοση του οπλισμού των. Περί δε του πυροβολικού των γαλλικών αυτών μεραρχιών δεν υπάρχουν σαφή και πλήρη στοιχεία. Συνεπώς η σημαντικότερη και ουσιαστικά η κύρια δύναμη που διέθετε ο στρατηγός Ντ΄ Ανσέλμ ήταν το ελληνικό Α' Σώμα Στρατού που διατηρούσε την εμπόλεμη διάταξη και δύναμή του.

Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα

Ο Ε. Βενιζέλος μόλις πληροφορήθηκε τις διαθέσεις των Γάλλων για την εκστρατεία της Κριμαίας έσπευσε αμέσως να χαιρετήσει την ιδέα προσφέροντας μάλιστα στη διάθεσή τους ολόκληρη δύναμη Σώματος Στρατού, ελληνικού, εκ τριών μεραρχιών, δηλαδή μεγαλύτερη δύναμη από εκείνη με την οποία εκστράτευαν οι Γάλλοι. Προ αυτής της προσφοράς του Έλληνα πρωθυπουργού, η γαλλική κυβέρνηση του Κλεμανσό αποδέχθηκε ευγνώμονα αυτή, δίνοντάς του «υποσχέσεις» περί της υποστήριξης των ελληνικών διεκδικήσεων, χωρίς όμως τίποτε το καθοριστικό.

Παρατηρήθηκε όμως ότι η αποστολή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος έγινε αφενός μεν βεβιασμένα, αφετέρου δε με πολύ παράδοξο τρόπο. Κατ΄ αρχήν δεν υπήρχε οργάνωση μεταφοράς, αλλά ούτε και προγραμματισμός αποστολής. Έτσι η αποστολή του γίνονταν κατά τμήματα από τον λιμένα Θεσσαλονίκης, κυρίως με γαλλικά μεταγωγικά χωρίς το βαρύ οπλισμό, πυροβόλα κ.ά. τα οποία στέλνονταν στη συνέχεια με μεταγωγικά και φορτηγά πλοία.

Δεν υπήρχε επίσης ελληνική διοίκηση αυτού, αλλά με την άφιξή των τμημάτων του στη Κριμαία περιέρχονταν αυτά υπό τις διαταγές Γάλλων διοικητών και διασκορπίζονταν ανά μικρότερες μονάδες, τάγματα και λόχους χωρίς μεταξύ τους συνοχή. Αλλά και οι Γάλλοι δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο επιχειρήσεων, εκτός από το «βλέποντας και κάνοντας».


Τις πρωινές ώρες της 20ης Ιανουαρίου του 1919 αποβιβάζονται στην Οδησσό τα πρώτα ελληνικά τμήματα της 2ης ελληνικής μεραρχίας, το 34ο σύνταγμα πεζικού και το 7ο σύνταγμα πεζικού. Ενώ το 2ο σύνταγμα της 13ης Μεραρχίας αποβιβάστηκε στις 24 Μαρτίου στη Σεβαστούπολη. Λίγες ημέρες μετά αποβιβάζονται και τα τελευταία υπόλοιπα τμήματα. Τελικά εκ των τριών μεραρχιών που αρχικά προορίζονταν για την εκστρατεία αυτή από ελληνικής πλευράς στάλθηκαν μόνο δύο η 2η και η 13η , η 1η μεραρχία δεν έλαβε μέρος.

Μέτωπα επιχειρήσεων


Σημεία αποβάσεων των συμμαχικών δυνάμεων στην εκστρατεία της Κριμαίας ήταν αρχικά η Οδησσός και στη συνέχεια η Σεβαστούπολη επί της χερσονήσου της Κριμαίας. Μετά την άφιξη της 156ης γαλλικής μεραρχίας στην Οδησσό και των πρώτων ελληνικών τμημάτων που τέθηκαν υπό τις διαταγές του στρατηγού Μποριούς (διοικητού της 156ης μεραρχίας) δημιουργήθηκαν τρία μέτωπα:

α) το μέτωπο Μπερεζόφκα (110 χλμ. Β. της Οδησσού),
β) το μέτωπο Νικολάϊεφ (100 χλμ. ΒΑ. της Οδησσού), και
γ) το μέτωπο της Χερσόνας, (40 χλμ. ανατολικότερα του προηγουμένου), από το οποίο και ξεκίνησαν ο επιχειρήσεις.

Μέτωπο Χερσόνας

Στη Χερσόνα είχαν μεταφερθεί ένα ελληνικό τάγμα πεζικού (εκ του 34ου συντάγματος), που συγκροτούνταν από 23 αξ/κούς και 853 οπλίτες, και ένας γαλλικός λόχος με 2 πυροβόλα των 65 χιλ. συνολικής δύναμης 145 ανδρών, που τελούσαν όλοι υπό τις διαταγές του Γάλλου ταγματάρχη Ζανσόν.

Η ανάπτυξη του μετώπου της Χερσόνας αποτελούσε βασικά γραμμή άμυνας που βασίζονταν σε προκεχωρημένη γραμμή γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό, που κατείχε ένας λόχος του ελληνικού τάγματος, και στη κύρια γραμμή αντίστασης που αποτελούσε το φρούριο της πόλης που κατείχε η υπόλοιπη παραπάνω δύναμη.

Την 1η Μαρτίου ο ελληνικός προκεχωρημένος λόχος έλαβε τελεσίγραφο του Ρώσου Αταμάνου Γρηγόριεφ διοικητού μεραρχίας Μπολσεβίκων που βρισκόταν στη Νιβγιαρόσκα, να καταθέσει τα όπλα και να αναχωρήσει από την περιοχή μέχρι την επομένη στις 17.00 ώρα, καταλήγοντας ότι «δεν εγνώριζε να υπάρχει διαφορά τις, οιασδήποτε φύσεως μεταξύ Ελλάδος και Ρωσίας». Η άμεση όπως απάντηση που δόθηκε ήταν: «είναι ανάξιον των απογόνων του Λεωνίδου να εγκαταλείπωσι τας εαυτών θέσεις».

Έτσι την επομένη στις 2 Μαρτίου και ώρα 14.00 άρχισαν οι Μπολσεβίκοι να προσβάλουν την πόλη βομβαρδίζοντας αυτήν και την παραλία εξαπολύοντας επίθεση πεζοπόρων τμημάτων. Την επίθεση αυτή απέκρουσαν όλες οι δυνάμεις του μετώπου ελληνικές και γαλλικές διατηρώντας την θέση τους, ανταποκρινόμενα πλήρως και τα δύο γαλλικά πυροβόλα με την βοήθεια των πυρών και της παραπλέουσας γαλλικής κανονιοφόρου «Πλούτων». Τις επόμενες όμως τέσσερις ημέρες (3-6 Μαρτίου) οι Μπολσεβίκοι συνέχισαν αμείωτα τον βομβαρδισμό με θωρακισμένα κανονιοφόρα τρένα.

Στις 7 Μαρτίου οι Μπολσεβίκοι με ισχυρές δυνάμεις πεζικού κατάφεραν μετά από πείσμωνα αγώνα να καταλάβουν το ανατολικό τμήμα της πόλης, το τηλεγραφείο και το νεκροταφείο. Την επομένη άρχισε η πίεση και από τη δυτική πλευρά με συνέπεια η θέση των αντιμαχομένων δυνάμεων να γίνεται δυσχερής. Στις 9 Μαρτίου εξαπολύεται ορμητική μπολσεβική επίθεση πεζικού με θωρακισμένα τρένα όπου τελικά καταλαμβάνεται ο σιδηροδρομικός σταθμός με συνέπεια τα ελληνικά τμήματα βαλλόμενα και από πολίτες να καταφύγουν στο φρούριο και η γαλλική δύναμη στη παραλία.

Η κατάσταση πλέον ήταν πολύ κρίσιμη όταν το μεσημέρι έφθασαν συμμαχικές ενισχύσεις με δύο ελληνικά τάγματα εκ του 1ου συντάγματος πεζικού υπό τον συνταγματάρχη Γαργαλίδη όπου κατόρθωσε την νύκτα και απεγκλώβισε το ελληνικό τάγμα από τον ερυθρό κλοιό πλην όμως από τις οδομαχίες που ακολούθησαν, τόσο από τους μπολσεβίκους που είχαν εισχωρήσει στην πόλη, όσο και από ομάδες κατοίκων που πυροβολούσαν από τα παράθυρα, εξανάγκασαν την γενική υποχώρηση των εκεί εκστρατευτικών δυνάμεων.

Τις πρωινές ώρες στις 10 Μαρτίου τα ελληνικά και γαλλικά τμήματα υποχώρησαν εγκαταλείποντας την πόλη όπου και επιβιβαζόμενα σε πλοία μεταφέρθηκαν στην Οδησσό. Η επιβίβαση και ο ασφαλής απόπλους έγινε με την υποστήριξη των πυρών μοίρας του γαλλικού στόλου. Οι ελληνικές απώλειες στο μέτωπο αυτό ήταν 12 αξ/κοί και 245 οπλίτες.

                                                                 Επιχειρήσεις βόρεια της Οδησσού

Μέτωπο Νικολάιεφ

Το μέτωπο Νικολάιεφ υποστήριζε το 7ο σύνταγμα πεζικού, του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος που τελούσε υπό τις διαταγές του Γάλλου συνταγματάρχη Λεγκέ. Ένα τάγμα του συντάγματος αυτού είχε προωθηθεί στο Βουτοτόπ (2 χλμ. Α. του Νικολάιεφ).

Η υποχώρηση και η εγκατάλειψη αφενός της Χερσόνας και αφετέρου οι συνεχώς ογκούμενες δυνάμεις των Μπολσεβίκων εξανάγκασε τον στρατηγό των επιχειρήσεων της εκστρατείας να διατάξει την εγκατάλειψη του μετώπου Νικολάιεφ η οποία και ακολούθησε στις 06.00 ώρα της 14ης Μαρτίου με την μεταφορά των δυνάμεων στην Οδησσό, εγκαταλείποντας το μεγαλύτερο μέρος του υλικού τους.

Τό απόγευμα της ίδιας ημέρας εισήλθαν στη πόλη οι μπολσεβικικές δυνάμεις του Γρηγόριεφ.

Μέτωπο Μπερεζόφκα

Το Μέτωπο Μπερεζόφκα υπήρξε το σημαντικότερο των επιχειρήσεων της εκστρατείας της Κριμαίας μέχρι την αναγκαστική εκκένωση και της Οδησσού από τα συμμαχικά στρατεύματα. Το μέτωπο αυτό, στη πραγματικότητα αμυντική γραμμή, άρχισε να αναπτύσσεται στις 20 Φεβρουαρίου όταν στάλθηκε ένα τάγμα εκ του 34ου συντάγματος πεζικού στο Βασιλίνοβο (120 χλμ Β.ΒΑ. της Οδησσού) μαζί με κάποιες γαλλικές μονάδες Ζουάβων (Αλγερινο-Μαροκινο-Σενεγαλέζων).

Οι πολεμικές συγκρούσεις με τους μπολσεβίκους ξεκίνησαν στις 7 Μαρτίου 1919 όταν πεζοπόρα τμήματα των τελευταίων με πυροβολικό επιτέθηκαν στο αριστερό τμήμα της διάταξης που αποκρούσθηκαν σχετικά εύκολα.

Στις 11 Μαρτίου όλη η συμμαχική δύναμη κατόπιν εντολής του στρατηγείου Οδησσού μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στη περιοχή Μπερεζόφκα όπου το αναφερόμενο ελληνικό τάγμα ανέλαβε τις προφυλακές προς τη διεύθυνση του Βασιλίνοβο, ανατολικά της σιδηροδρομικής γραμμής, τα δε τμήματα των Ζουαβών δυτικά της σιδηροδρομικής γραμμής. Τα τμήματα αυτά άρχισαν σιγά - σιγά να ενισχύονται.

Στις 16 Μαρτίου μια γαλλική αναγνωριστική μονάδα κινούμενη προς τη Κολοσόφκα διαπίστωσε την ύπαρξη εκεί μεγάλης δύναμης μπολσεβικικών μονάδων, η οποία όμως γινόμενη αντιληπτή επέτρεψε ατάκτως συνεχώς βαλλόμενη υπό πυροβολικού.

Στις 17 Μαρτίου η επίθεση των Μπολσεβίκων κατά της Μπερεζόφκας αποκρούσθηκε επιτυχώς από τα ελληνικά τμήματα προφυλακών.

Την επομένη 18 Μαρτίου 1919 και ενώ σχεδιάζεται η υποχώρηση και νέα μεταφορά των δυνάμεων, ακολουθεί η μεγάλη και σφοδρή επίθεση των Μπολσεβίκων με θωρακισμένα άρματα, όπου και διεξάγεται η γνωστή ομώνυμη «μάχη της Μπερεζόφκας» που κράτησε όλη την ημέρα. Μετά την άτακτη υποχώρηση αρχικά των γαλλικών τμημάτων, εγκαταλείποντας ακόμα και τους τραυματίες τους, άρχισε το βράδυ και η εσπευσμένη υποχώρηση των ελληνικών τμημάτων και δύο ιλών Ρώσων εθελοντών, προς την περιοχή της Σέρμπκα, βαλλόμενοι και από τις οικίες της πόλης.

Οι ελληνικές απώλειες στο μέτωπο της Μπερεζόφκα ήταν 9 αξ/κοί και 135 οπλίτες με όλο το υλικό των εκεί ελληνικών μονάδων.

Ανασυγκρότηση Δυνάμεων

Από τις 19 Μαρτίου τουλάχιστον τα ελληνικά τμήματα άρχισαν να διαμορφώνουν άνα νέο αμυντικό μέτωπο προκάλυψης της Οδησσού στο ύψος της Σέρπσκας. Το μέτωπο αυτό άρχισαν να ενισχύουν στη συνέχεια γαλλικά και αντιμπολσεβικικά ρωσικά στρατεύματα. Στις 26 Μαρτίου είχε επεκταθεί στα δεξιά μέχρι την Καπιτάνσκα ενισχυμένο με μία ρωσική ταξιαρχία, ένα ρωσικό ουλαμό βαρύ πυροβολικού των 120 χιλ. προστιθέμενα και με δύο τάγματα του 5/42 συντάγματος Ευζώνων.

Στη δύναμη αυτή προστέθηκαν ένας ουλαμός γαλλικού πυροβολικού των 75 χιλ. και δύο ουλαμοί ιππικού (ένας γαλλικός και ένας ρουμανικός). Τη γενική διεύθυνση του μετώπου αυτού ανέλαβε ο Γάλλος στρατηγός Νερέλ, διοικητής της 30ης γαλλικής μεραρχίας.

Οι Μπολσεβίκοι που δεν έπαψαν να παρακολουθούν όλες τις κινήσεις των εκστρατευτικών δυνάμεων εκμεταλλευόμενοι τα σιδηροδρομικά δίκτυα συνέχισαν τον βομβαρδισμό με σιδηροδρομικά κανόνια να προσβάλουν τις θέσεις του νέου μετώπου εξαναγκάζοντας το αριστερό κέρας να υποχωρήσει και να συμπτυχθεί παρά το Μπολ Μπουγιαλίκ. Προχωρώντας τότε ο διοικητής του 3ου συντάγματος αντ/ρχης Κονδύλης σε αντεπίθεση ανακατέλαβε όλες τις θέσεις που είχαν εγκαταλειφθεί παρά το σιδηροδρομικό σταθμό Σέρπσκας. Οι Μπολσεβίκοι όμως έφεραν νέες δυνάμεις επιχειρώντας υπερκερωτικούς ελιγμούς.

Διάταξη Δυνάμεων

Στις 1 Απριλίου του 1919 η διάταξη των εκστρατευτικών δυνάμεων στη περιοχή είχε ως ακολούθως:

- 2 ελληνικά τάγματα του 5/ 42 συντάγματος Ευζώνων βόρεια του σιδηροδρομικού σταθμού Μπουγιαλίκ.
- 1 ελληνικό τάγμα (το 1ο), του 3ου συντάγματος σε υψώματα ανατολικά του Μπουγιαλίκ.
- 1 ελληνικό τάγμα (το 2ο), του 3ου συντάγματος, εφεδρεία, στο σταθμό του Μπουγιαλίκ.
- 1 ελληνικό τάγμα (το 3ο), του 3ου συντάγματος, εφεδρεία στο σταθμό Ριέντζας
- Μία ελληνική μοίρα ορειβατικού πυροβολικού με ένα ουλαμό γαλλικού πυροβολικού πίσω από τη γραμμή των 2 ταγμάτων των Ευζώνων.
- 1 ελληνικό τάγμα του 34ου συντάγματος, στη Κρεμυδόφκα, στη διάθεση του στρατηγού Νερέλ καλύπτοντας τη διοίκησή του.
- 1 ελληνικό τάγμα (το 3ο), του 5/42 Ευζώνων, στη περιοχή Παυλίκα ως πλαγιοφυλακή και εφεδρεία.
- Μία ρωσική ταξιαρχία με υπόλοιπες γαλλικές δυνάμεις στη γραμμή Καπιτάνκα και Αλεξανδρόφσκα, ανατολικά του Μπουγιανλίκ.

Κατάρρευση Μετώπου

Στις 2 Απριλίου οι Μπολσεβίκοι εξαπολύουν σφοδρή επίθεση στην αμυντική γραμμή Καπιτάνσκα – Αλεξανδρόφσκα υποχρεώνοντας την εκεί ρωσική ταξιαρχία σε υποχώρηση στην Αμίσκοβ, όπου και αυτή μετά από σφοδρή μάχη να εγκαταλείψει και να συνεχίζει να υποχωρεί. Παράλληλα οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να προσβάλλουν με θωρακισμένα οχήματα και τη θέση των ελληνικών τμημάτων. Η επιθετική ορμή τους αρχικά ανακόπηκε.

Προ της πίεσης όμως αυτής και του κινδύνου τα τμήματα αυτά να κυκλωθούν μετά την υποχώρηση των Ρώσων, ο στρατηγός Νερέλ διέταξε τη γενική υποχώρηση και σύμπτυξη στη γραμμή Κουπάνκα -Μαλ Μπουγιαλίκ. Κατά τη σύμπτυξη αυτή το ελληνικό τάγμα που βρισκόταν στη Παυλίνκα απομονώθηκε και δίνοντας μάχη ζωής θανάτου κατόρθωσε τη νύκτα να διαφύγει. Έτσι οι νέες θέσεις άμυνας των Ρώσων ήταν το Κρεμύντοβο και η Γρηγοριεύκα κοντά στα παράλια.

Στις 5 Απριλίου οι Μπολσεβίκοι εξαπολύουν νέα γενική επίθεση την οποία αποκρούει με επιτυχία το υπό τον Κονδύλη 3ο σύνταγμα πεζικού, ενώ αντίθετα οι Ρώσοι συνέχισαν και πάλι να υποχωρούν άτακτα προς Οδησσό εγκαταλείποντας τη συνοχή με τις άλλες δυνάμεις. Συνέπεια αυτού ήταν η υποχώρηση να συμπαρασύρει και τα άλλα τμήματα εξαναγκάζοντας έτσι τον στρατηγό Νερέλ να διατάξει γενική υποχώρηση και νέα σύμπτυξη στο παρά την Οδησσό τελευταίο προγεφύρωμα.

Το οποίο και είχε οργανώσει αμυντικά το ελληνικό 7ο σύνταγμα πεζικού μετά τη μεταφορά του από το μέτωπο Νικολάιεφ.

Εκκένωση Οδησσού

Τελικά η υποχώρηση ήταν τόσο ορμητική που ούτε και στο τελευταίο προγεφύρωμα κρατήθηκε άμυνα με συνέπεια να διαταχθεί η εκκένωση της Οδησσού. Σ΄ αυτό συνέβαλε ιδιαίτερα η εχθρική στάση των κατοίκων απέναντι των εκστρατευτικών δυνάμεων θεωρώντας τις ως δυνάμεις κατοχής βάλλοντας εναντίον τους εκ των νώτων.
 
                                                   Οι μπολσεβίκοι εισέρχονται στην Οδησσό (Φεβρ 1920)

Προ της δημιουργούμενης νέας κατάστασης ο στρατηγός Νερέλ διέταξε τότε όλες οι δυνάμεις να διεκπεραιωθούν στη δεξιά όχθη του Δνείστερου μεταξύ Μπεντέρι και Άκερμαν προκειμένου να κρατηθεί πλέον εκεί η άμυνα της Βεσσαραβίας μαζί με ρουμανικές και πολωνικές δυνάμεις. Τελικά οι Μπολσεβίκοι σταμάτησαν την προέλασή τους στον Δνείστερο.

Άμυνα ισθμού Περεκόπ

Κατά το χρόνο που επερχόταν το τέλος των επιχειρήσεων στην Ουκρανία το 2ο σύνταγμα της 13ης ελληνικής μεραρχίας που είχε αποβιβαστεί από τις 24 Μαρτίου στη Σεβαστούπολη υποστήριζε τις υπό τον Ρώσο στρατηγό ρωσικές δυνάμεις (4η και 5η μεραρχία) κατά των Μπολσεβίκων στην άμυνα της Κριμαίας παρά τον Ισθμό του Περεκόπ. Επίσης μία δύναμη 2.000 Γάλλων ασχολούνταν σε διάφορες πόλεις της Κριμαίας με την τήρηση της τάξης.

Τελικά και η γραμμή άμυνας του ισθμού Περεκόπ υποχώρησε αφενός λόγω των ανεπαρκών δυνάμεων έναντι των Μπολσεβίκων αφετέρου λόγω του πολύ χαμηλού ηθικού των ρωσικών μονάδων. Παρά ταύτα το ελληνικό σύνταγμα σύναψε σφοδρές μάχες κατά μεμονωμένων δυνάμεων ειδικά στο Γιουσούν (25 χλμ. Ν. του Περεκόπ) και στο Εσκήκιοϊ-Ζάμα (50 χλμ. Ν. του Περεκόπ). Τελικά συνεχιζόμενης της υποχώρησης τούτο συμπτύχθηκε με τις υπάρχουσες γαλλικές δυνάμεις περί τη Σεβαστούπολη όπου και οργάνωσε της εγγύς άμυνα της πόλης, ενώ η κύρια ρωσική δύναμη υποχώρησε στη Θεοδοσία.

Στις 15 Απριλίου ξεκίνησε η σφοδρή επίθεση των Μπολσεβίκων που εξακολούθησε και την επόμενη ημέρα. Στην επίθεση αυτή ομόφρονες κάτοικοι έβαλαν από τα νώτα τα συμμαχικά στρατεύματα. Στο λιμένα της πόλης μεταξύ των άλλων πολεμικών πλοίων, γαλλικών και ρωσικών κυρίως θωρηκτών, ήταν και δύο ελληνικά, το θωρηκτό ΚΙΛΚΙΣ και το αντιτορπιλικό ΠΑΝΘΗΡ που με δραστικά πυρά έβαλαν κατά των θέσεων των Μπολσεβίκων. Τελικά η όλη επίθεση εκείνη αποκρούσθηκε με επιτυχία, όπου την επομένη συνάφθηκε ανακωχή.

Ανακωχή

Η ανακωχή της Κριμαίας συνάφθηκε στις 17 Απριλίου με δεκαήμερη διάρκεια που έληγε στις 27 Απριλίου. Κατά το διάστημα αυτό αποφασίστηκε η εκκένωση της Κριμαίας και η μεταφορά όλου του συμμαχικού υλικού στη Κωνσταντινούπολη.

Γαλλο - Eλληνικό Επεισόδιο

Στις 19 Απριλίου πριν αποφασιστεί η εκκένωση της Κριμαίας, Γάλλοι ναύτες των θωρηκτών Φρανς, Ζαν Μπαρτ, Βερντέν, Ζουστίς και Μιραμπώ που ναυλοχούσαν στο λιμένα της Σεβαστούπολης όταν εξήλθαν στη ξηρά ενώθηκαν με κάποιο πλήθος κομουνιστών κατοίκων όπου κρατώντας κόκκινες σημαίες περιέρχονταν στους δρόμους φωνάζοντας «ζήτω οι Μπολσεβίκοι». Φθάνοντας δε και διερχόμενοι μπροστά από τον στρατωνισμό του 10ου λόχου του ελληνικού συντάγματος αποδοκίμαζαν τους Έλληνες στρατιώτες προκαλώντας τους με υβριστικές φράσεις.

Όταν ο διοικητής του λόχου ενημέρωσε σχετικά και ζήτησε από τον Γάλλο φρούραρχο Ντε Βιλεπέν οδηγίες τι να πράξει, αντί ο τελευταίος να καλέσει γαλλικό απόσπασμα για τη σύλληψη των Γάλλων ναυτών, τη διάλυση των διαδηλωτών και να επιβάλει την τάξη, αρμοδιότητα που ασκούσαν οι Γάλλοι, έδωσε εντολή στον ελληνικό λόχο να προβεί αυτός στις αναγκαίες ενέργειες κάνοντας ακόμα και αν χρειαστεί χρήση όπλων.

Τότε ο διοικητής του λόχου διέταξε την έξοδο της μονάδας και βολές στον αέρα για τη διάλυση των διαδηλωτών. Δεχόμενος όμως ο λόχος πυρά από τον όχλο διέταξε πυρ εναντίον αυτού. Από τα πυρά πέντε πολίτες σκοτώθηκαν και τρεις Γάλλοι ναύτες τραυματίσθηκαν, το πλήθος διασκορπίστηκε ενώ πολλοί Γάλλοι ναύτες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα πλοία τους από γαλλικά αποσπάσματα που στάλθηκαν στη συνέχεια να τους παραλάβουν. Ο τραυματισμός όμως των Γάλλων ναυτών εξαγρίωσε τα πληρώματα των γαλλικών θωρηκτών απειλώντας βομβαρδισμό των ελληνικών πλοίων και των ελληνικών θέσεων στη ξηρά.

Αγγλική Αποτροπή

Στις κρίσιμες εκείνες ώρες ο Άγγλος συνταγματάρχης Σμάιτ που είχε καταπλεύσει την προηγουμένη με τρία Aγγλικά αντιτορπιλικά έθεσε αυτά προ των Eλληνικών πλοίων και τηλεγράφησε στη Κωνσταντινούπολη για επείγουσα αποστολή θωρηκτών. Έτσι την επομένη το απόγευμα κατέφθασαν 4 Aγγλικά θωρηκτά «ντρεντνώτ» υπό τον ναύαρχο Κάλθορπ ο οποίος μετά την αποβίβασή του στη ξηρά έσπευσε και συγχάρηκε το Eλληνικό στράτευμα τηλεγραφώντας στην Eλληνική κυβέρνηση:

«Οι Έλληνες στρατιώται και ναύται δύνανται να είναι σήμερον υπερήφανοι ότι είναι Έλληνες».


Τέλος Εκστρατείας


Τελικά μία εβδομάδα μετά το περιστατικό άρχισε η εκκένωση της Κριμαίας όπου στις 28 Απριλίου 1919, μια ημέρα μετά τη λήξη της ανακωχής, επιβιβάστηκε το Eλληνικό σύνταγμα, μαζί με τις υπόλοιπες δυνάμεις, και το βράδυ της ίδιας ημέρας όλα τα πλοία απέπλευσαν για Κωστάντζα Ρουμανίας, όπου και έληξε η εκστρατεία της Κριμαίας.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β'

ΔΕΣ: ΚΡΙΜΑΪΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1853 -1856)

ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

Η Διάταξη των Μυστηρίων στο Έτος. Ηλιοστάσια και Ισημερίες.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Δελφική Κοινότητα ήταν μια Ιερή Κοινότητα, όπως ήταν κάποιοι Ορφικοί Θίασοι, Πυθαγόρειοι Σύλλογοι, Κοινότητες που ήταν συγκεντρωμένες γύρω από κάποια Ιερά, όπως της Ελευσίνας κι άλλα Ιερά στην Ευρύτερη Περιοχή της Ελλάδας. Ακόμα κι η Ακαδημία του Πλάτωνα είχε οργανωθεί με αυτά τα Πρότυπα σαν Μυστική Κοινότητα και δεν ήταν απλά μια εξωτερική Ακαδημία, ένα απλό σχολείο όπου οι άνθρωποι υποτίθεται ότι φιλοσοφούσαν ή ασχολούνταν με εξωτερικές γνώσεις. Τι γνωρίζουμε πραγματικά από όλα όσα συνέβαιναν τότε στην Ελλάδα; Πολλές από τις Εργασίες της Δελφικής Κοινότητας ήταν Μυστικές, γίνονταν αθόρυβα κι ο πολύς κόσμος δεν μάθαινε τίποτα. Το ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες σημαίνει ότι δεν συνέβαιναν; Η μόνη έγκυρη πληροφόρηση είναι αυτή που έρχεται από την Εσωτερική Παράδοση που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Βεβαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως (και πολλά από αυτά που λέμε) δεν συνέβαιναν γιατί τότε θα γνώριζαν από τότε τι πραγματικά εξελισσόταν. Αυτό είναι σωστό. Από την άλλη μεριά όμως είναι γνωστό ότι υπήρχε αυστηρή μυστικότητα στα Μυστήρια. Ακόμα και αν δεν πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει εσωτερική πληροφόρηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αρκεί να χρησιμοποιήσει απλά την λογική, να βάλει σε σωστή θέση τα γεγονότα και να ερμηνεύσει σωστά τις «ενδείξεις».

Οι Όσιοι των Δελφών θεωρούσαν το Έτος Ιερό Χρόνο αφιερωμένο στην πνευματική συνειδητοποίηση. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, η πιο Ιερή Εποχή του Έτους, ήταν το Τέλος της Παλιάς Εποχής κι η Αναγέννηση της Δημιουργίας μέσα στην Σιωπή της «Ανάπαυσης». Η Εαρινή Ισημερία σηματοδοτούσε την Φυσική Ανάπτυξη που θα έπρεπε να προσανατολιστεί ορθά προς την δημιουργία. Το Θέρος (το Καλοκαίρι) ήταν το Απόγειο της Δημιουργίας, η Εποχή της Συλλογής των Καρπών της Δημιουργίας και το Θερινό Ηλιοστάσιο σήμαινε την ολοκλήρωση της εξωτερικής δραστηριότητας και την Μεταστροφή όλων των δημιουργικών δυνάμεων προς τα Έσω (ήταν η Αρχή της Περισυλλογής). Η Φθινοπωρινή Ισημερία ήταν η Εποχή της Μεγάλης Αποκάλυψης του Μυστηρίου της Ύπαρξης και της Εισόδου στον Έσω Κόσμο, στα Ηλύσια Πεδία, μέσα στην ωρίμανση του Χρόνου. Η Εποχή της Μεσολάβησης από την Φθινοπωρινή Ισημερία μέχρι το Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν μια Εποχή Εσωτερικής Εργασίας που Αποκάλυπτε την Ουράνια Φύση της Ύπαρξής μας και Προετοίμαζε για την Χειμερινή Επιστροφή στην Απεραντοσύνη της Αντιληπτικής Απροσδιοριστίας που Αποτελεί το Βάθρο των Πάντων, το Ακατάληπτο Μυστήριο της Ύπαρξης.

Έτσι, στην πραγματικότητα, για τους Μυημένους, ολόκληρη η Δημιουργία, στην Εξέλιξή της (και την Εισέλιξή της) είναι μια Μυσταγωγία. Το ίδιο είναι και η ζωή του ανθρώπου, μια Συνεχής Πορεία προς την Αυτογνωσία και την Αναγνώριση της Εσώτερης Φύσης σαν της Απόλυτης Ύπαρξης. Η Μυσταγωγία του Ιερού Έτους βοηθούσε όσους ανθρώπους κατανοούσαν να πορευθούν στον Ορθό Δρόμο της Επιστροφής στους Ουράνιους Κόσμους και στο Απόλυτο. Η Συμμετοχή στα Μυστήρια, η Μύηση, η Μυσταγωγία, η Περισυλλογή και το Μυστικό Βίωμα δεν είχαν άλλο προορισμό από την Ολοκλήρωση της Ύπαρξης και της ζωής, την Αποθέωση του Ανθρώπου.

Τα Φανερά Μικρά Μυστήρια της Άνοιξης

Τα Μυστήρια της Εαρινής Ισημερίας ήταν τα Μυστήρια της Προετοιμασίας και η Βάση της Αληθινής Αυτογνωσίας, όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιούσε τον εαυτό του σαν Ψυχή που «συνδέεται» με ένα σώμα. Στην Μύηση αποκαλυπτόταν στον μυούμενο, έμπρακτα (και το βίωνε) ότι το σώμα δεν είναι παρά ένας εξωτερικός φορέας εκδήλωσης στον κόσμο της εξωτερικής εμπειρίας και των φαινομένων. Η ουσία της Μύησης ήταν η Εμπειρία αυτού του πραγματικού οντολογικού διαχωρισμού.

Τέτοια Μυστήρια ήταν τα Μυστήρια της Περσεφόνης, που γίνονταν κάθε Άνοιξη στους πρόποδες του Λόφου Αρδηττού που ανήκε στον Δήμο «Άγραι», («Αγροί», «Εξοχή») περιοχή που εκτεινόταν ανατολικά του Ιλισού, δίπλα στο ποτάμι που κυλούσε τότε ήρεμα προς την θάλασσα, σε μια πευκόφυτη ειδυλλιακή τοποθεσία που περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτωνας στην εισαγωγή του «Φαίδρου», (σήμερα η περιοχή είναι κατεστραμμένη από τον «πολιτισμό» των ανθρώπων). Τέτοια Μυστήρια ασφαλώς γινόντουσαν και στους Δελφούς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Απλά τα «Μικρά Εν Άγραις Μυστήρια» ήταν τα πιο γνωστά.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ουσία των Μυστηρίων λίγη σχέση είχε με τις εξωτερικές τελετές και τελετουργίες, τις θυσίες και τους συμβολικούς καθαρμούς. Τα Μυστήρια ήταν (κι είναι) Εσωτερική Διαδικασία Κάθαρσης, Διεύρυνσης της Συνείδησης, Επίγνωσης κι Απελευθέρωσης από τα εξωτερικά δεσμά, κι όχι απλές γιορτές και τελετές. Βέβαια, πολλοί άνθρωποι έβλεπαν μόνο αυτό, την «επιφάνεια».

Οι Μυστικές Τελετές του Θέρους

Οι Ιερές Τελετές του Θερινού Ηλιοστασίου γίνονταν με άκρα μυστικότητα στους Δελφούς και σε άλλες περιοχές όπου ζούσαν μυημένοι και σχετίζονταν με την πρακτική της Απόσυρσης και της Προετοιμασίας για την τελική Αποδέσμευση της Ψυχής από το σώμα. Με άλλα λόγια αυτή η Εποχή ήταν αφιερωμένη στην Εσωτερική Άσκηση μέχρι την Τελική Αποκάλυψη της Αληθινής Φύσης της Ψυχής, της Φωτεινής Ουσίας, που γίνονταν στην Μύηση των Μεγάλων Μυστηρίων με την Αυτοψία, ή την Όραση του Εσωτερικού Φωτός.

Η Διαδικασία της Απόσυρσης είναι μια εγγενής φυσική δυνατότητα της Ψυχής κι είναι θέμα «Βούλησης». Αν όμως δεν εντάσσεται (σαν Πρακτική) σε μια Ολοκληρωμένη Θεολογική Αντίληψη και Μεταφυσική Θεωρία κι αν δεν γίνεται με την Ιερή Καθοδήγηση των Ιεροφαντών μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένους ατραπούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Μύστες των Δελφών (αλλά και των άλλων Ιερών Τόπων) επεδίωκαν την «εξάρτηση» από Αυτούς των μυουμένων αλλά έδειχνε απλά το βαθύ ανθρωπιστικό (και ανιδιοτελές) ενδιαφέρον αυτών που Βίωναν την Μεταφυσική Πραγματικότητα προς αυτούς που δεν είχαν ακόμα απαλλαγεί από τα δεσμά της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού μέσα σε ένα εξωτερικό «αντικειμενικό» κόσμο.

Στην πραγματικότητα, στην Εσωτερική Εργασία, στην Απόσυρση και στην Βίωση των Εσωτερικών Καταστάσεων της Ψυχής, κάποιος είναι μόνος του, μέχρι να αναδυθεί στο Φως της Ολότητας, στην Αντικειμενική Φωτεινή Ουσία, που είναι η Πραγματικότητα, πίσω από τις αυταπάτες και τα φαινόμενα. Όταν κάποιος έβγαινε στο Φως της Παγκόσμιας Συνείδησης οι Μύστες τον καλωσόριζαν σαν Μύστη. Άλλωστε Εδώ δεν υπάρχουν διακρίσεις, «άτομα» και «πρόσωπα». Εδώ η Επίγνωση είναι Ανοιχτή, Παγκόσμια και Κοινή. Αυτή η Εμπειρία γίνεται (από ένα περιορισμένο ον) σαν Συμμετοχή και «Διάλυση» μέσα σε μια Υπερσυνείδηση.

Τα Απόκρυφα Μυστήρια του Φθινοπώρου

Για τα Μεγάλα Μυστήρια της Φθινοπωρινής Ισημερίας έχουν ειπωθεί πολλά, και καλά και κακά και αληθή και αναληθή. Έχουμε αναλύσει ήδη, πολλές φορές, στα Άρθρα μας, ότι η αληθινή ουσία των Μεγάλων Μυστηρίων του Φθινοπώρου είναι η Εμπειρία της Αυτοψίας (η Δεύτερη Βαθμίδα της Μύησης) που καθίσταται δυνατή μόνο όταν η Ψυχή αποδεσμευθεί πραγματικά και πρακτικά, βιωματικά, από το σώμα.

Στην πραγματικότητα η Μύηση στα Μυστήρια του Φθινοπώρου δεν θα ήταν δυνατή αν δεν γινόταν ορθά η Εργασία του Θέρους. Είναι λάθος να νομίζει κάποιος ότι στην Μύηση θα του Αποκαλυπτόταν έτσι άμεσα και χωρίς προετοιμασία το Εσωτερικό Φως. Αυτό γίνεται με την αληθινή προσωπική βουλητική δράση και μόνο όταν κάποιος είναι ήδη προετοιμασμένος κατάλληλα μπορεί να δεχθεί την Μύηση. Αλλιώς αυτό που συλλαμβάνει είναι κάποια καθοδήγηση, κάποιες τελετουργικές πράξεις, ενώ η ουσία (η βιωματική εμπειρία της Αληθινής Εσωτερικής Φύσης) του διαφεύγει τελείως. Σε αυτές της περιπτώσεις αυτός που «απέτυχε» συμπληρώνει με την φαντασία του τα στοιχεία της πραγματικότητας που δεν βίωσε κι είτε προσπαθεί να καπηλευθεί την Εσωτερική Εμπειρία, είτε την συκοφαντεί ή την δυσφημεί. Τέτοια περιστατικά έχουν γίνει (όπως αυτό του «Αλκιβιάδη»).

Τα πιο γνωστά Φθινοπωρινά Μυστήρια, πέρα από τις Εσωτερικές Εργασίες στους Δελφούς, που στήριζαν απόλυτα τις Ιερουργίες της Ελευσίνας, σαν Αδελφό Τόπο, γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ευρύτερης Ελλάδας που κάποια εποχή εκτείνονταν μέχρι την Κάτω Ιταλία και την Σικελία στην Δύση και μέχρι την Μικρά Ασία, σε μεγάλο βάθος, στην Ανατολή.

Όλα ήταν υπό την Ιερή Εποπτεία και Καθοδηγούνταν από το Ανώτερο Μυητικό Κέντρο των Δελφών. Αυτό δεν είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Πέρα από τις όποιες πληροφορίες έχουμε (μέσω της Εσωτερικής Οδού) υπάρχουν και σαφείς και ξεκάθαρες ενδείξεις για αυτό. Όλα αυτά τα Ιερά Έργα, τα Φθινοπωρινά Μυστήρια, τα Ελευσίνια Μυστήρια και τα Μυστήρια στους άλλους Ιερούς Τόπους στην πραγματικότητα ήταν Προετοιμασία για την Τελετουργική Υποδοχή των Μεγάλων Μυστηρίων των Ανώτερων Βαθμίδων και της Υπέρτατης Μύησης του Χειμερινού Ηλιοστασίου που γίνονταν Μόνο στους Δελφούς. Από το Φθινόπωρο και μετά όλοι οι Αληθινά Μυημένοι ήταν στραμμένοι προς τους Δελφούς αναμένοντας το Ιερό Γεγονός της Ολοκλήρωσης της Δημιουργίας, της Τελικής Απελευθέρωσης της Ψυχής και του Ιερού Νέου Έτους (Γεγονότα που ταυτίζονταν Μυστικά, Συμβολικά, Τελετουργικά και Βιωματικά σε μια Ιερή Στιγμή που ο Χρόνος «Διαλύονταν» μέσα στο Άχρονο).

Βεβαίως δεν μπορούσαν όλοι να προσέλθουν στους Δελφούς για να συμμετάσχουν στις Ιερές Τελετουργίες και Γιορτές του Νέου Έτους και των Θεούγεννων (του Διόνυσου Λικνίτη) και τελούσαν τις Ιερές Γιορτές του Νέου Έτους στους Τόπους τους, αλλά τα αληθινά ιερά γεγονότα συνέβαιναν στους Δελφούς.

Η Υπέρτατη Μύηση του Χειμερινού Ηλιοστασίου

Η πιο βαθιά, θεολογική, μεταφυσική, ανθρωπολογική αντίληψη, της Ορφικής Εσωτερικής Παράδοσης (που διατηρήθηκε στους Ορφικούς Θιάσους, στους Πυθαγόρειους Συλλόγους, στους Δελφικούς Οσίους Ιεροφάντες, στους Μύστες της Ελευσίνας και σε όλα τα Μυητικά Κέντρα της Αρχαιότητας, κι ακόμα στους Μυημένους Φιλοσόφους, μέσα στους αιώνες) είναι η βιωματική αντίληψη μιας Ενιαίας Πραγματικότητας (Χωρίς «Διακρίσεις»), που οι Αρχαίοι Μύστες ονόμαζαν «Φύση», «Μεγάλη Ψυχή». Αυτή η Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή, από Μέσα της, Μέσα της, Εκδηλώνει Ό,τι Υπάρχει, κάθε Φαινόμενο. Αυτή η «Εκδήλωση», η «Δημιουργία» δεν είναι μια «Αλλοίωση» της Φύσης, μια «Μεταβολή» της Ουσίας, αλλά μόνο «Δραστηριότητες», «Δυνάμεις», «Πεδία Δράσης», «Μορφές». Με άλλα λόγια όλο αυτό που Συμβαίνει είναι «Αντιληπτικής», Νοητικής» Υφής κι όχι κάποια χειροπιαστή ουσία που αλλοιώνεται, αλλάζει και παράγει νέες καταστάσεις και μορφές (ανεξάρτητες ως ένα σημείο). Αυτό είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε γιατί από εδώ πηγάζει μια δεύτερη πολύ σημαντική αντίληψη των Ορφικών, η Αντίληψη του «Βάθρου» που Παραμένει σαν Ενιαία Πραγματικότητα και Στηρίζει όλες τις Φαινομενικές Αλλαγές, τις Περιέχει και τις Αφομοιώνει Αποκαθιστώντας την Ενότητα. Έτσι κάθε «Εκδήλωση», κάθε «Δημιουργία», κάθε «Εξελικτικό Ξεδίπλωμα Φαινομένων» είναι αναγκαστικά «Κυκλικό» γιατί όλα Επανέρχονται στην Αρχέγονη Ενότητα. Με άλλα λόγια η Ενιαία Πραγματικότητα, η Ενότητα του «Βάθρου», είναι η Μόνη Ύστατη Πραγματικότητα, πέρα από όλες τις Μεταβολές και τα Φαινόμενα (που «καταλήγουν» όλα στην Ενότητα).

Έτσι, το Μόνο Αληθινό είναι η Ενιαία Πραγματικότητα, η Φύση, η Ψυχή. Κι ενώ Αυτή η Φύση, Πηγαία κι Αυθόρμητα, Γεννά, Παράγει, Στηρίζει, Περιέχει και Καθοδηγεί τα πάντα στην εξέλιξή τους, γίνεται φανερό ότι Αυτή η Φύση, στην Αληθινή της Κατάσταση Παραμένει η Μόνη Πραγματικότητα κι όλα τα άλλα δεν είναι παρά περαστικά φαινόμενα. Όλα αυτά που «Δημιουργούνται», Πεδία, Κόσμοι, Μορφές, υπάρξεις, ζωή, εμπειρία, όλα είναι παροδικά. Και η Μόνη Αλήθεια είναι η Πραγματική Φύση στο Βάθος των Φαινομένων.

Από εδώ λοιπόν πηγάζει η βασική ορφική αντίληψη ότι η Κατάσταση της Ενότητας είναι η Αληθινή Φυσιολογική Κατάσταση κι ότι η «Διάσπαση» της Ενότητας είναι μια εκτροπή και μια «αμαρτία». Κατανοώντας όμως την φυσική αναγκαιότητα αυτής της διαδικασίας θεωρούν την «Διάσπαση» της Ενότητας όχι σαν «φόνο» αλλά σαν «Ιερή Τελετουργική Πράξη». Έτσι μέσα στον Θεολογικό Μύθο του Διασπαραγμού του Ζαγρέα από τους Τιτάνες, οι Τιτάνες δεν διαπράττουν μια «εχθρική» πράξη αλλά προωθούν μια φυσική εξελικτική ανάγκη. Για αυτό και στην Τελετουργική Αναπαράσταση του Διασπαραγμού οι ιερείς εκτελούν ένα ιερό καθήκον. Με άλλα λόγια η Διάσπαση της Ενότητας, φωτισμένη με την κατανόηση της πραγματικότητας, από «αμαρτία» γίνεται συνειδητή επιλογή που οδηγεί την δημιουργία στα άκρα της. Είναι ακριβώς μια επιλογή κι όχι ένα αθέλητο λάθος, μια πραγματική μοιραία «αμαρτία».

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι οι Ορφικοί θεωρούν την Κατάσταση της Οντολογικής Ενότητας (που μπορούμε να βιώσουμε στο Βάθος της ύπαρξής μας) σαν την Πραγματική Κατάσταση που μπορεί ο άνθρωπος, μέσα στην Κατανόησή του, να Αναζητήσει και να Βιώσει δείχνοντας «ανοχή» στην άλλη (αντίθετη) επιλογή που ακολουθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Αυτό δείχνει την Ευγένεια της Ορφικής Αντίληψης και την έλλειψη φανατισμού από τους Ορφικούς. Αυτή η θεολογική, φιλοσοφική, ανθρωπολογική, κατανόηση, της Τελικής Πραγματικότητας και του Αληθινού Προορισμού του ανθρώπου οδηγεί την Δράση και την Συμπεριφορά σε ένα ιερό τρόπο ζωής, σε αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν «Ορφικό Βίο».

Εφόσον οι Ορφικοί Αναζητούσαν (να Βιώσουν) την Οντολογική Ενότητα κι εφόσον αναγνώριζαν (αισθάνονταν, ένοιωθαν) ότι (άσχετα αν το βίωναν ή όχι) όλα Είναι Ένα στο Βάθος (της οντολογικής αναζήτησης) κατανοούσαν βαθιά ότι αυτή η Ενότητα δεν μπορεί να «διαχωρίζει», να «μάχεται», να «βλάπτει» οτιδήποτε. Έτσι ακολουθούσαν μια ζωή μη-βίας κι απέφευγαν την συνειδητή βλάβη οποιουδήποτε πλάσματος. Αυτός είναι ο λόγος που αρνούνταν τις αιματηρές θυσίες των ζώων (κι είχαν προσφορές μόνο καρπών, λουλουδιών, αρωμάτων, κλπ.) και απέφευγαν την κατανάλωση κρέατος, αυγών, κλπ. Αλλά η βαθιά κατανόηση της Ενότητας δεν περιόριζε τον Ορφικό Βίο σε κάποιους κανόνες εξωτερικής συμπεριφοράς και «αποχής», ούτε σε απλές τυπικές καθαρτήριες τελετουργίες, τους «καθαρμούς». Η Αναζήτηση της Οντολογικής Ενότητας, στο Βάθος μας, οδηγούσε σε μια πιο θρησκευτική, φιλοσοφική κι οντολογική (βιωματική) στάση ζωής. Εδώ βασίζεται η «Φιλοσοφία» της Απόσυρσης, της Περισυλλογής, της Απελευθέρωσης («Λύσις»). Οι Ορφικοί ήθελαν έμπρακτα να Επιστρέψουν στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Αυτός είναι ο λόγος της «ύπαρξης» (της «Καθιέρωσης») των Ιερών Μυστηρίων, δηλαδή της Μυητικής Διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει τον άνθρωπο πίσω στην Αρχέγονη Ενότητα του Όντος.

Γινόταν κατανοητό, στους Κύκλους των Ορφικών, ότι εφόσον η Μόνη Πραγματικότητα είναι Ενιαία, ότι Μόνο Φύση υπάρχει, ότι Αυτή η Φύση είναι η Ψυχή που Εμψυχώνει τα πάντα, και βρίσκεται στο Βάθος (σαν «Βάθρο» της Ύπαρξης) πέρα από όλες τις παροδικές αντιληπτικές καταστάσεις που βιώνουν τα όντα, ο Δρόμος της επιστροφής στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα είναι Μέσα στον άνθρωπο, Μέσα μας, κι όχι στην εξωτερική αναζήτηση (με εξωτερικά μέσα) κάποιας αντικειμενικής πραγματικότητας, κάποιου αντικειμενικού θεού, γιατί ό,τι συλλαμβάνει η αντίληψη, η σκέψη, οι αισθήσεις, η εμπειρία, είναι «περιεχόμενο» και μικρότερο της ανθρώπινης αντίληψης. Η αναζήτηση ενός τέτοιου θεού είναι ειδωλολατρία κι ο «θεός» αυτής της σύλληψης είναι ένα «είδωλο» (της αντίληψης) κι όχι κάτι πραγματικό. Με άλλα λόγια οι Ορφικοί ήταν τελείως Εσωτερικοί (στην Αντίληψή τους), αναζητούσαν Έσω (στο Εσωτερικό Βίωμα) την Πραγματικότητα, την Αλήθεια και δεν ήταν ειδωλολάτρες όπως οι πιο πολλοί άνθρωποι γύρω τους. Βάζοντας τα Θεμέλια της Εσωτερικής Παράδοσης διατήρησαν και μετέδωσαν το Φως (το Εσωτερικό Βίωμα, το Βίωμα του Εσωτερικού Φωτός, της Φωτεινής Ουσίας μας) μέσα στους αιώνες, μέχρι σήμερα. Σε αυτή την Εσωτερική Παράδοση χρωστάμε πολλές από τις «πληροφορίες» που έχουμε για την Αρχαιότητα.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε στην Αρχαιότητα πρέπει να πάμε πέρα από την εξωτερική επιφανειακή εικόνα της Αρχαίας Ελλάδας που μεταδίδουν αιώνες τώρα οι «χριστιανοί» στην επίσημη αντίληψη, στην εκπαίδευση και στα σχολεία. Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά από ό,τι τα παρουσιάζουν. Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι Μυημένοι που ξεκινώντας από τον Όλυμπο (την Πατρίδα του Ορφέα) εγκαθίδρυσαν Ένα Ιερό Κέντρο στους Δελφούς και μέσω των Μυστικών Ιερών Σχέσεων, που η Ιερή Αμφικτυονία ήταν μόνο η εξωτερική δραστηριότητα (η εξωτερική εικόνα), είχαν δημιουργήσει ένα Ιερό Δίκτυο, με Ανώτερο Μυητικό Κέντρο τους Δελφούς, Εξωτερικό Λατρευτικό Κέντρο την Ελευσίνα, και Ιερά σε όλη την Ευρύτερη Ελλάδα. Όλα αυτά λειτουργούσαν Φυσικά χάρις στην Ύπαρξη Μυημένων κι όχι μέσα από ανθρώπινη εποπτεία, διοικητικό έλεγχο ή εξωτερικές δραστηριότητες. Η Εσωτερική Ζωή Λειτουργούσε στο Βάθος καθοδηγώντας με φωτισμένη δράση και τις εξωτερικές δραστηριότητες. Οι πιο πολλοί άνθρωποι, ακόμα και στην αρχαιότητα, έβλεπαν μόνο την επιφάνεια, τα ασήμαντα εξωτερικά γεγονότα. Με την κατάρρευση του Αρχαίου Κόσμου και την επικράτηση της «χριστιανικής» βαρβαρότητας, η Εσωτερική Παράδοση περιορίστηκε σε Μυστικούς Κύκλους Μυημένων, που μετέφεραν το Αρχαίο Φως μέχρι τις μέρες μας.

Σκοπός όλης αυτής της Μυητικής Δράσης και Δραστηριότητας ήταν ακριβώς να Εκπληρωθεί ο Εγγενής (Φυσικός) Προορισμός του Ανθρώπου, η Επιστροφή πίσω στην Αρχέγονη Οντολογική Ενότητα. Η Υιοθέτηση της Ορφικής Διδασκαλίας, της Ορφικής Αντίληψης της Ζωής απαιτούσε τον «Ορφικό Βίο», την ορφική συμπεριφορά και ζωή. Αυτό Οδηγούσε στα Μυητικά Κέντρα, στα Μυστήρια, στην Μύηση. Κι η Μύηση, η Μυητική Διαδικασία είχε οργανωθεί από τους Ορφικούς Οσίους των Δελφών και τους Άλλους Ιεροφάντες με τέτοιο τρόπο που ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των Βαθμίδων της Μύησης στην Τελική Απελευθέρωση, στην Ύστατη Κατανόηση που Αναγνωρίζει στο Βάθος της Ύπαρξης την Αρχή, την Πραγματικότητα, την Αρχέγονη Φύση, την Ψυχή του Απείρου.

Όταν κάποιος Υιοθετεί (ακόμα και σήμερα) την Ορφική Αντίληψη για την Ύπαρξη, τον Κόσμο, την Ζωή, αρχίζει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μια Ενότητα Εντός της Οποίας Συμβαίνουν όλα κι αρχίζει να Διερευνά την Σχέση του Όλου με την ατομικότητα που βιώνει, την Σχέση της Πραγματικής Ουσίας με το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο. Με άλλα λόγια Συνδέει την Ύπαρξή του με το Βάθος της Ύπαρξης (ακόμα κι αν δεν το βιώνει καθαρά και στην έκτασή του) και Βλέπει όλα όσα συμβαίνουν Μέσα σε Αυτό το Πλαίσιο. Παύει να βλέπει τον εαυτό του σαν μια αποκομμένη ατομικότητα μέσα σε ένα αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο. Αυτή είναι μια πλήρης αντιστροφή της Αντίληψης και της Φιλοσοφίας της Ζωής στα πλαίσια της οποίας αντιλαμβάνεται και δρα πλέον. Αυτή η κοσμοαντίληψη δεν περιορίστηκε στους Ορφικούς και Μυστικούς Κύκλους. Διαπνέει όλους τους αιώνες της Αρχαιότητας (μέχρι τους μεταχριστιανικούς αιώνες), εμπνέει τον Φιλοσοφικό Στοχασμό, στηρίζει την Κοινωνική Αντίληψη της Δημοκρατίας (που θεμελίωσε στην πραγματικότητα, σαν καθοδηγητής, ό «τύραννος» Πεισίστρατος) και αποτυπώνεται στον λόγο του Στωικού Κλεάνθη, τον 3ο π.Χ. αιώνα, «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», που «κακώς» (πολύ «κακώς») αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο (αν και ο ίδιος ομολόγησε στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο, κάποιους αιώνες μετά, ότι δανείστηκε την φράση).

Η πραγματική όμως πνευματική εργασία, πέρα από μια γενική κι αφηρημένη κοσμοαντίληψη, άρχιζε με την Μύηση της Άνοιξης, που άσχετα από τον αντικειμενικό τόπο που θα γίνονταν (στους Δελφούς του Παρνασσού, στο Ιερό της Περσεφόνης στις ειδυλλιακές όχθες του Αττικού Ιλισού, ή σε κάποιο από τα πολλά διάσπαρτα Ιερά, σε όλη την Ελλάδα), ο πραγματικός σκοπός και το «περιεχόμενο» της Μύησης ήταν να αντιληφθεί έμπρακτα ο μύστης, να βιώσει, ότι «Αυτός» (η Αληθινή Ουσία) είναι κάτι ξεχωριστό από την «εμπειρία» του, από τις δυνάμεις, που χρησιμοποιούσε, την σκέψη, τις αισθήσεις, το σώμα, τις πράξεις στον εξωτερικό κόσμο (που έκανε μέσω του σώματος), τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η συνειδητοποίηση (που σήμαινε στην πραγματικότητα την «ενεργοποίηση», την «αφύπνιση» του Βαθύτερου Κέντρου της Ψυχής μέσα στο σώμα, ή την «μετατόπιση» σε αυτό το Κέντρο, την απόσυρση από τα περιφερειακά μέρη όπου λειτουργεί ο συνηθισμένος άνθρωπος) γινόταν όχι με θεωρητική διδασκαλία αλλά με συγκεκριμένες στάσεις και δράσεις κι ανάληψη του ελέγχου των εξωτερικών λειτουργιών (της σκέψης, της αίσθησης, της αίσθησης του σώματος, της σωματικής δράσης). Μόνο όταν ο μύστης βίωνε πραγματικά αυτή την «διάκριση» του αληθινού εαυτού από τις λειτουργίες και το σώμα αποκτούσε νόημα και περιεχόμενο η Μύηση. Επειδή όμως ήταν μια περίοδος μαθητείας, δοκιμασίας, πνευματικής προσπάθειας, κι υπήρχαν πάντα αστοχίες για αυτό τον λόγο είχαν καθιερωθεί οι ιεροί «καθαρμοί» που δεν ήταν συνδεμένοι μόνο με το νερό (υδάτινοι καθαρμοί, βάπτισμα, κλπ.) αλλά και με άλλες δραστηριότητες. Όπως και να έχει αυτή η Πρώτη Μύηση ήταν η Βάση κι από αυτό αντλεί την σημασία της.

Ο αντικειμενικός στόχος της Θερινής Προετοιμασίας ήταν να Εδραιωθεί ο μύστης στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού και να ελέγξει απόλυτα όλες τις περιφερειακές εξωτερικές λειτουργίες, δράσεις κι εμπειρίες. Αυτό γινόταν με την Εποπτεία των Μυστών στα Διάφορα Ιερά Κέντρα, στους Δελφούς, στην Ελευσίνα, (στο Πλουτώνιο), κι αλλού. Η πραγματική εμπειρία του μύστη «ελεγχόταν» με την έμπρακτη απόσυρσή του από όλα τα εξωτερικά, πράγμα που αποδείκνυε τον πλήρη έλεγχο των εξωτερικών λειτουργιών. Αυτό Προετοίμαζε την μύστη για την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου. Αυτό που διαφοροποιούσε την Περίοδο Προετοιμασίας από την Μεγάλη Μύηση του Φθινοπώρου ήταν ότι η δράση είχε σαν περιεχόμενο τον «έλεγχο» των εξωτερικών λειτουργιών, ενώ η Φθινοπωρινή Μύηση σηματοδοτούσε το οριστικό πέρασμα από τον εξωτερικό κόσμο στο Εσωτερικό Διάστημα, μια πλήρη αλλαγή της Συνείδησης και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε.

Οι Μυήσεις στην διάρκεια του Ιερού Έτους δεν συνδέονται αποκλειστικά με ένα μόνο κέντρο αλλά ήταν αντικείμενο ιερών εργασιών σε όλα τα Ιερά Κέντρα. Έτσι, κακώς συνδέεται η Φθινοπωρινή Μύηση μόνο με την Ελευσίνα, με τα Μεγάλα Μυστήρια. Αυτό δεν προβλημάτιζε τους Αρχαίους Μύστες, τους Οσίους των Δελφών ή τους άλλους Ιεροφάντες. Εξάλλου οι Δελφικοί Μύστες είχαν διατηρήσει την πιο ιερή αποκλειστικότητα, αυτή των Χειμωνιάτικων Ιερουργιών του Νέου Έτους και των Γιορτών του Χειμώνα στον Παρνασσό. Η Μυητική Εμπειρία των Μεγάλων Μυστηρίων, η «Αυτοψία», η Όραση της Αληθινής Ουσίας μας, είναι ένα Οριστικό Πέρασμα σε μια Άλλη Πραγματικότητα (έτσι το ερμηνεύει η «εμπειρία» μας, η εμπειρία μιας συνείδησης που μετουσιώνεται αντιληπτικά). Είναι ταυτόχρονα «Έξοδος» από τον κόσμο των Φαινομένων, είναι «Είσοδος» στην Εσωτερική Πραγματικότητα, αλλά κυρίως είναι μια Πλήρης Μεταστροφή της Συνείδησης, της Αντιληπτικής Διαδικασίας και της Εμπειρίας της Ύπαρξης. Πρακτικά (για την εμπειρία του μύστη) σημαίνει μια πλήρη απόσυρση από τα «εξωτερικά», μια ολοκληρωτική απομόνωση από λειτουργίες και «πληροφορίες» από τον εξωτερικό κόσμο. Καθώς η Συνείδηση Αποσύρεται στον Εαυτό της η Αντίληψη έχει εμπειρία μόνο από τον Εσωτερικό Χώρο, νοιώθουμε να «βρισκόμαστε» αλλού, σε ένα άλλο κόσμο. Το Σύθαμπο Καθαρίζει σε Φως, Χωρίς Όρια. Αυτή η Εμπειρία της Αληθινής φωτεινής Ουσίας μας οδηγεί σταδιακά στην Απελευθέρωσή μας από τα δεσμά, στην Επέκταση στην Απεραντοσύνη της Φύσης μας, στην Άχρονη Πραγματικότητά της. Όταν ο μύστης που έχει αυτή την Εσωτερική Εμπειρία «επανέρχεται» στον περιορισμένο εαυτό, στο σώμα και στην αίσθηση του εξωτερικού κόσμου, αντιλαμβάνεται (λόγω της Μεταμόρφωσης της Συνείδησης από την Εσωτερική Εμπειρία) τελείως διαφορετικά. Αντιλαμβανόμαστε ότι (επειδή έχουμε συνδεθεί με το Άπειρο Βάθος μας) όλα είναι Μέσα μας κι όχι ότι είμαστε «εμείς» μέσα σε ένα εξωτερικό κόσμο. Έχει συμβεί μια Πλήρης Αντιστροφή στην Αντιληπτικότητά μας. Έτσι Κατανοούμε Πλήρως, τώρα, την Ορφική Κοσμοθεωρία της Ενιαίας Πραγματικότητας, της Μιας Φύσης που τα Εμπεριέχει όλα (αντιληπτικές καταστάσεις, κόσμους, ζωή, εμπειρίες, όλα). Έχουμε Βιώσει την Ταύτιση με αυτή την Πραγματικότητα, με την Αληθινή Φύση, με την Μεγάλη Ψυχή.

Από εδώ και πέρα η Αντίληψή μας και η Πνευματική Πορεία μας ακολουθούν ένα άλλο δρόμο. Καθώς έχουμε Εδραιωθεί στο Πραγματικό Κέντρο του Εαυτού, στο «Σημείο» που Εμείς σαν Ψυχή (Άχρονη, Άπειρη, Ελεύθερη Πραγματικότητα, Παρουσία) «συνδεόμαστε» με το σώμα κι έχουμε πλέον Εμπειρία και της Εσωτερικής Πραγματικότητας και του «εξωτερικού» κόσμου, βρισκόμαστε στην πραγματικότητα σε μια Πύλη που χωρίζει το έσω από το έξω, μπορούμε να κατευθυνθούμε κι Εδώ (στο Έσω) και εδώ (στο έξω). Γίνεται λοιπόν απόλυτα κατανοητό ότι βρισκόμαστε σε μια Προσωρινή Στάση, μια Κατάσταση Ισορροπίας ανάμεσα στο Άχρονο και τον Παροδικό Κόσμο των Φαινομένων. Λόγω της Κατάστασής μας (και της Προηγούμενης Εμπειρίας μας) κατανοούμε ότι η ζωή μας στον εξωτερικό κόσμο δεν έχει άλλη σημασία κι άλλο προορισμό από το να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι προσωρινή κι ότι ο Τελικός Προορισμός μας είναι οι Ανώτεροι Εσωτερικοί Ουράνιοι Κόσμοι. Ακριβώς εδώ αποκτά τον πολύτιμο χαρακτήρα του το Ιερό Χρονικό Διάστημα ανάμεσα στην Φθινοπωρινή Ισημερία και το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Μέσα από τις Ανώτερες Μυήσεις, Αποσυρόμαστε Οριστικά από τον Εξωτερικό Κόσμο και Εισερχόμαστε στην Ανώτερη Πραγματικότητα όπου Αποκτάμε Εμπειρία της Ενιαίας Πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει πλέον «διάκριση» ανάμεσα στο Έσω και το Έξω. Είναι Όλα Εδώ, Μέσα στην Ανώτερη Επίγνωση, Τώρα. Πρακτικά, (για την εμπειρία του μύστη), αυτό σημαίνει μια Εμβάθυνση της Εσωτερικής Εμπειρίας, μια Βαθύτερη Ενεργοποίηση του Ψυχικού Κέντρου του Εαυτού, μια Βαθύτερη Αφύπνιση της Επίγνωσης της Πραγματικότητας, που Οδηγεί στην Μετάβαση στα Βαθύτερα Στρώματα της Ύπαρξης, μια Αλλαγή στην Αντίληψη του Χώρου που Αναγνωρίζεται όχι σαν Εξωτερικός Χώρος, αλλά σαν Εγγενής Αντίληψη της Ίδιας της Συνείδησης. Έτσι Ενοποιούνται Υποκείμενο Αντικείμενο στην Μοναδική Ουσία της Συνείδησης. Αυτή η Μετάβαση από την Παγκόσμια συνείδηση στον Χώρο, στην Ενοποίηση Υποκειμένου-Αντικειμένου και στην Ανάδειξη της Μόνης Ουσίας, αναγνωρίζεται από τον μύστη σαν Διάφορες Μυητικές Βαθμίδες, σαν Ανώτερες Καταστάσεις της Ψυχής, που στον Θεολογικό Συμβολισμό Εκπροσωπούνται από τον Εξωτερικό Απόλλωνα του Θέρους τον Διόνυσο (της Άνοιξης) - Βάκχο (του Φθινοπώρου) και τον Μυστικό Απόλλωνα του Χειμώνα (τον Φάνη των Ιερατικών Ύμνων). Στην Ελευσίνα ήταν γνωστή στους μύστες και στους λάτρες μόνο η ανώτερη Μύηση της Εποπτείας (της Εμπειρίας της Παγκόσμιας Συνείδησης στον Χώρο). Ασφαλώς ήταν γνωστές στους Ιεροφάντες και οι Ανώτερες Καταστάσεις (και Μυήσεις), αλλά δεν γινόταν λόγος για αυτά. Αυτοί που Ασχολούνταν πραγματικά με τις Μυήσεις του Ιερού Χρόνου πριν το Ιερό Χειμερινό Ηλιοστάσιο ήταν στους Δελφούς, όπου Γνώριζαν ότι χωρίς αυτή την Ιερή Προετοιμασία δεν ήταν δυνατή η Εμπειρία της Υπέρτατης Μύησης.

Οι Καταστάσεις που Βιώνουμε στις Ανώτερες Μυήσεις είναι Καταστάσεις Αντικειμενικές που Συμβαίνουν Ταυτόχρονα και στην Ψυχή (στην Συνείδηση) και στο Κέντρο του Εαυτού στο σώμα. Κι αυτό είναι που τις διαφοροποιεί από το αν τις βιώναμε χωρίς σώμα (όπως όταν αποχωριζόμαστε με τον θάνατο). Σε Αυτές τις Καταστάσεις Είμαστε (σαν Ψυχή, σαν Συνείδηση, σαν Παρουσία) συνδεδεμένοι με το σώμα. Όσο «Προχωράμε» Βαθύτερα (στην Ύπαρξή μας), ή Ψηλότερα (από άποψη «πνευματικής εξέλιξης»), ή Ανώτερα (σαν «επίγνωση»), τόσο η «σύνδεση» εκλεπτύνεται (η «εξασθενεί»), δίνοντάς μας την δυνατότητα και την ευκαιρία να Βιώσουμε (σαν Ψυχή) Μεγαλύτερη Ελευθερία, (πράγμα που διαφοροποιεί την ποιότητα της Εμπειρίας, τον «χαρακτήρα» της, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της).

Όπως δίδασκαν οι Όσιοι στους Δελφούς η Υπέρτατη Κατάσταση όπου ο Μύστης Βιώνει την Αληθινή Θεϊκή Ουσία της Ψυχής είναι όχι μια κατάσταση αλλά η Απόλυτη Εμπειρία της Ζωής που Πηγάζει Αυθόρμητα από την Ίδια την Πραγματικότητα ( Φύση, Ψυχή, Ουσία) και Στηρίζεται στην ίδια την εκδήλωσή της, χωρίς προσδιορισμούς, ιδιότητες, τελείως ακατάληπτη από οποιαδήποτε προσπάθεια αντίληψης. Είναι μια «Κατάσταση» που ελάχιστοι άνθρωποι βιώνουν και μόνο σε στιγμές Βαθιάς Έκστασης κι όχι σε μια διαρκή βάση. Η Εμπειρία Αυτή Προετοιμάζονταν και Συνέβαινε στις πιο Ιερές Στιγμές του Νέου Έτους, σε μια Ιερή Τελετουργία Απόλυτης Μυστικότητας και Σιγής.

Για να Προετοιμαστούν οι Μύστες για την Υπέρτατη Κατάσταση έπρεπε να μπουν σε μια «Κατάσταση Απόλυτης Νύχτας» όπου η «σύνδεση» με το σώμα έφτανε στο «ελάχιστο». Αυτό το βίωναν (όσοι το βίωναν) καθώς ο ηλιακός χρόνος πλησίαζε προς το τέλος του, στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Οι Πραγματικές Τελετές του Νέου Έτους γίνονταν Μυστικά από τους Μύστες ενώ οι Εξωτερικές Τελετές αποτύπωναν συμβολικά τα Ιερά Γεγονότα. Κι ασφαλώς υπήρχαν κι εξωτερικές γιορτές που ελάχιστη σχέση είχαν με όσα συνέβαιναν εσωτερικά.

Βέβαια για τον αμύητο, ακόμα κι αν έχει ασχοληθεί με αυτά τα θέματα και τις πνευματικές πρακτικές, όλα αυτά που λέμε μπορεί να φαίνονται μη αληθινά ή υπερβολικά. Στην πραγματικότητα, για να καταλάβουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όχι μόνο την Ορφική Διδασκαλία αλλά και τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν πριν τόσους αιώνες στην Ελλάδα και ιδιαίτερα σε Ιερούς Χώρους όπως οι Δελφοί, η Ελευσίνα κι Άλλα Ιερά. Όλα αυτά, οι Μυήσεις, οι Καταστάσεις Περισυλλογής οι Μυστικές Εμπειρίες ήταν κάτι γνωστό, τουλάχιστον σαν «πληροφορία» στον Αρχαίο Κόσμο και ιδιαίτερα στους Ιερούς Χώρους όπου προσέρχονταν οι Αρχαίοι Λάτρες. Εξάλλου όλα αυτά είναι γνωστά και σε άλλες Παραδόσεις, σε διάφορες εποχές της Ιστορίας. Έτσι το τι θεωρούμε αληθινό, ψεύτικο, υπερβολικό ή συνηθισμένο, εξαρτάται από το από «που» το «βλέπουμε».