Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὑπὲρ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας (17-21)

[17] Ὁρᾶτε δὲ κἀκεῖν᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι πολλοὺς ὑμεῖς πολέμους πεπολεμήκατε καὶ πρὸς δημοκρατίας καὶ πρὸς ὀλιγαρχίας. καὶ τοῦτο μὲν ἴστε καὶ αὐτοί· ἀλλ᾽ ὑπὲρ ὧν πρὸς ἑκατέρους ἔσθ᾽ ὑμῖν ὁ πόλεμος, τοῦτ᾽ ἴσως ὑμῶν οὐδεὶς λογίζεται. ὑπὲρ τίνων οὖν ἐστίν; πρὸς μὲν τοὺς δήμους ἢ περὶ τῶν ἰδίων ἐγκλημάτων, οὐ δυνηθέντων δημοσίᾳ διαλύσασθαι ταῦτα, ἢ περὶ γῆς μέρους ἢ ὅρων ἢ φιλονικίας ἢ τῆς ἡγεμονίας· πρὸς δὲ τὰς ὀλιγαρχίας ὑπὲρ μὲν τούτων οὐδενός, ὑπὲρ δὲ τῆς πολιτείας καὶ τῆς ἐλευθερίας·

[18] ὥστ᾽ ἔγωγ᾽ οὐκ ἂν ὀκνήσαιμ᾽ εἰπεῖν μᾶλλον ἡγεῖσθαι συμφέρειν δημοκρατουμένους τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας πολεμεῖν ὑμῖν ἢ ὀλιγαρχουμένους φίλους εἶναι. πρὸς μὲν γὰρ ἐλευθέρους ὄντας οὐ χαλεπῶς ἂν εἰρήνην ὑμᾶς ποιήσασθαι νομίζω, ὁπότε βουληθείητε, πρὸς δ᾽ ὀλιγαρχουμένους οὐδὲ τὴν φιλίαν ἀσφαλῆ νομίζω· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως ὀλίγοι πολλοῖς καὶ ζητοῦντες ἄρχειν τοῖς μετ᾽ ἰσηγορίας ζῆν ᾑρημένοις εὖνοι γένοιντ᾽ ἄν.

[19] Θαυμάζω δ᾽ εἰ μηδεὶς ὑμῶν ἡγεῖται Χίων ὀλιγαρχουμένων καὶ Μυτιληναίων, καὶ νυνὶ Ῥοδίων καὶ πάντων ἀνθρώπων ὀλίγου δέω λέγειν εἰς ταύτην τὴν δουλείαν ὑπαγομένων, συγκινδυνεύειν τι τὴν παρ᾽ ἡμῖν πολιτείαν, μηδὲ λογίζεται τοῦθ᾽ ὅτι οὐκ ἔστιν ὅπως, εἰ δι᾽ ὀλιγαρχίας ἅπαντα συστήσεται, τὸν παρ᾽ ὑμῖν δῆμον ἐάσουσιν. ἴσασι γὰρ οὐδένας ἄλλους πάλιν εἰς ἐλευθερίαν ‹ἂν› τὰ πράγματ᾽ ἐξάγοντας· ὅθεν δὴ κακὸν αὑτοῖς ἄν τι γενέσθαι προσδοκῶσι, τοῦτ᾽ ἀνελεῖν βουλήσονται.

[20] τοὺς μὲν οὖν ἄλλους τοὺς ἀδικοῦντάς τινας αὐτῶν τῶν κακῶς πεπονθότων ἐχθροὺς ἡγεῖσθαι χρή· τοὺς δὲ τὰς πολιτείας καταλύοντας καὶ μεθιστάντας εἰς ὀλιγαρχίαν κοινοὺς ἐχθροὺς παραινῶ νομίζειν ἁπάντων τῶν ἐλευθερίας ἐπιθυμούντων.

[21] ἔπειτα καὶ δίκαιον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δημοκρατουμένους αὐτοὺς τοιαῦτα φρονοῦντας φαίνεσθαι περὶ τῶν ἀτυχούντων δήμων, οἷάπερ ἂν τοὺς ἄλλους ἀξιώσαιτε φρονεῖν περὶ ὑμῶν, εἴ ποθ᾽, ὃ μὴ γένοιτο, τοιοῦτό τι συμβαίη. καὶ γὰρ εἰ δίκαιά τις φήσει Ῥοδίους πεπονθέναι, οὐκ ἐπιτήδειος ὁ καιρὸς ἐφησθῆναι· δεῖ γὰρ τοὺς εὐτυχοῦντας περὶ τῶν ἀτυχούντων ἀεὶ φαίνεσθαι τὰ βέλτιστα βουλευομένους, ἐπειδήπερ ἄδηλον τὸ μέλλον ἅπασιν ἀνθρώποις.

***
[17] Βλέπετε επίσης, πολίτες Αθηναίοι, ότι εσείς έχετε διεξαγάγει πολλούς πολέμους και εναντίον δημοκρατικών και εναντίον ολιγαρχικών καθεστώτων· και αυτό βέβαια το ξέρετε καλά και οι ίδιοι· αλλά για ποιους λόγους πολεμήσατε προς το καθένα χωριστά από αυτά τα καθεστώτα, αυτό ίσως κανένας από σας δεν το σκέφτεται. Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι λόγοι; Με τα δημοκρατικά κράτη πολεμήσατε ή για διενέξεις ιδιωτικής φύσης, που δεν μπόρεσαν να διευθετηθούν με διακρατικό συμβιβασμό, ή για πρόβλημα εδαφικής έκτασης ή συνόρων ή ανταγωνισμού ή για διεκδίκηση ηγεμονίας· με τις ολιγαρχίες όμως δεν πολεμήσατε για κανένα από αυτά, αλλά για το πολίτευμα και για την ελευθερία σας.

[18] Συνεπώς, εγώ τουλάχιστον προσωπικά δεν θα δίσταζα να πω ότι κατά τη γνώμη μου σας συμφέρει περισσότερο να πολεμούν όλοι οι Έλληνες εναντίον σας υπό το δημοκρατικό καθεστώς παρά να είναι φίλοι σας κάτω από ολιγαρχικό. Γιατί πιστεύω πως με ανθρώπους που είναι ελεύθεροι δεν θα έχετε καμία δυσκολία να κάνετε ειρήνη, όποτε το επιθυμήσετε, ενώ με ολιγαρχικούς ούτε και τη φιλία τους ακόμη θεωρώ σίγουρη. Γιατί με κανέναν τρόπο δεν είναι δυνατόν τα μεγάλα τζάκια να διάκεινται ευνοϊκά προς τον πολύ λαό, ούτε όσοι επιδιώκουν την απόλυτη εξουσία μπορεί να έχουν αγαθές προθέσεις απέναντι σε εκείνους που έχουν επιλέξει μια ζωή με ισότητα.

[19] Παρόλο που οι Χίοι και Μυτιληναίοι κυβερνώνται από ολιγαρχικά καθεστώτα και αυτήν τη στιγμή οι Ρόδιοι και σχεδόν μπορώ να πω όλος ο κόσμος παρασύρεται σε σκλαβιά αυτής της μορφής, εκπλήσσομαι που κανένας από σας δεν αντιλαμβάνεται ότι μαζί με αυτούς διατρέχει κάποιον κίνδυνο και το δικό μας πολίτευμα, ούτε ακόμη αναλογίζεται ότι, αν όλες οι άλλες πόλεις οργανωθούν με ολιγαρχικό σύστημα, με κανέναν τρόπο δεν πρόκειται να αφήσουν τη δική σας δημοκρατία να υπάρχει. Γιατί ξέρουν καλά ότι κανένας άλλος εκτός από σας δεν θα μπορέσει να επαναφέρει τη δημοκρατία και φυσικά από όποια πόλη περιμένουν ότι θα τους συμβεί κάποιο κακό, αυτήν θα θελήσουν να την καταστρέψουν. [20] Όλους λοιπόν τους άλλους γενικά που αδικούν κάποιους ανθρώπους, πρέπει να τους θεωρείτε εχθρούς εκείνων μόνον τους οποίους έχουν αδικήσει· εκείνους όμως που καταλύουν τα δημοκρατικά καθεστώτα και τα μεταβάλλουν σε ολιγαρχικά, σας προτρέπω να τους θεωρείτε κοινούς εχθρούς όλων ανεξαιρέτως εκείνων που επιθυμούν την ελευθερία.

[21] Εξάλλου, πολίτες Αθηναίοι, σεις που κυβερνιέστε με δημοκρατικό πολίτευμα, είναι δίκαιο να δείχνετε ότι διακατέχεστε απέναντι σε δημοκρατίες που κινδυνεύουν από τέτοιες διαθέσεις, όποιες ακριβώς θα αξιώσετε να δείξουν οι άλλοι σε σας, αν κάποτε, ὃ μὴ γένοιτο, σας συμβεί κάτι τέτοιο. Γιατί, κι αν ακόμη θα ισχυριστεί κάποιος ότι δίκαια έχουν κακοπάθει οι Ρόδιοι, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να επιχαίρετε· γιατί όσοι ευημερούν πρέπει πάντοτε να αποδείχνουν ότι παίρνουν τις καλύτερες αποφάσεις γι᾽ αυτούς που δυστυχούν, γιατί ακριβώς το μέλλον είναι άδηλο σε όλους τους ανθρώπους.

Το κοινωνικό υπόβαθρο της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης

Η ιδέα ότι ο Θαλής επινόησε ή ανακάλυψε ένα καινούριο ερευνητικό πεδίο, τη «φιλοσοφία», ξεκινά από τον Αριστοτέλη, όπως άλλωστε και η έννοια μιας σχετικά συνεχούς εξέλιξης ορισμένων κλάδων της θεωρητικής σκέψης που θα μπορούσε να αναπλαστεί από τον Θαλή και ύστερα. Ο Αριστοτέλης είναι η κύρια πηγή μας για την πρώιμη ελληνική φιλοσοφία, όταν όμως σχολιάζει τους προδρόμους του -όπως, για παράδειγμα, κάνει αναλυτικά στο Μετά τα φυσικά Α και αλλού- δεν αποβλέπει στο να γράψει μια ιστορία της ελληνικής σκέψης αλλά στο να δει με τι τρόπο είχαν συμβάλει εκείνοι στα φιλοσοφικά και επιστημονικά προβλήματα (όπως στο πρόβλημα της αιτιότητας) που απασχολούν τον ίδιο. Στο πλαίσιο αυτό είναι φυσικό να υπογραμμίζει τη συνέχεια και την ομοιογένεια της προσωκρατικής σκέψης. Μιλά για πολλούς από τους πρώτους φιλοσόφους, ιδιαίτερα για την ομάδα που ονομάζει «φυσικούς» (φυσικοί ή φυσιολόγοι), σαν να είχαν οι έρευνες τους τους ίδιους στόχους και το ίδιο σαφώς προσδιορισμένο αντικείμενο που έχουν οι δικές του φυσικές πραγματείες. Ωστόσο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι πρόδρομοι του Αριστοτέλη διεξήγαν τις έρευνές τους και μάλιστα οι αντιλήψεις τους για τη φύση αυτών των ερευνών ήταν πολύ διαφορετικές από όσα μαθαίνουμε από τον ίδιο ή και από άλλους φιλοσόφους του τετάρτου αιώνα.
 
Η γενική ιστορία των πρώιμων ελληνικών κοσμολογικών, φυσικών και ηθικών θεωριών μπορεί να ανασυγκροτηθεί με αρκετή βεβαιότητα από πληροφορίες που μας δίνουν ο Αριστοτέλης και άλλες πηγές· από τις ύστερες πηγές μας οι πιο πολύτιμες είναι, στην περίπτωση αυτή, όσες παραθέτουν αποσπάσματα των πρωτότυπων έργων των ίδιων των φιλοσόφων. Το κοινωνικό υπόβαθρο που πλαισιώνει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη δημιουργεί μια σειρά από πολύ πιο δύσκολα ερωτήματα, καθώς οι πρώτες και πιο αξιόπιστες πηγές μας αποσιωπούν σε μεγάλο βαθμό αυτή την πλευρά του προβλήματος. Πρώτον, ποια ήταν η αντίληψη των στοχαστών για τη δραστηριότητά τους; Μπορεί εμείς να θέλουμε να τους θεωρούμε «φιλοσόφους» ή «επιστήμονες», αλλά πώς έβλεπαν οι ίδιοι τις έρευνες τους; Δεύτερον, ποιοι ήταν οι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες που σχετίζονται με την άνοδο της φιλοσοφίας και της επιστήμης στην Ελλάδα και, πιο συγκεκριμένα, ποιος ήταν ο κοινωνικός ρόλος των ανθρώπων που ασχολούνταν με τέτοιες έρευνες; Πότε, παραδείγματος χάριν, η φιλοσοφία γίνεται επάγγελμα με την έννοια ότι μπορεί να προσφέρει τα προς το ζην; Και, τρίτον, πώς δημοσιεύονταν ή δημοσιοποιούνταν οι ιδέες αυτών των ανθρώπων; Είμαστε άραγε σε θέση να προσδιορίσουμε την ταυτότητα των ακροατηρίων στα οποία απευθύνονταν οι φιλοσοφικές ή επιστημονικές εκθέσεις και, ακόμη, μπορεί αυτή η φύση των ακροατηρίων να μας πει κάτι σημαντικό για τη φύση των εκθέσεων;
 
Ας αρχίσουμε από εκεί που οι μαρτυρίες μας είναι πιο συμπαγείς – από τον Αριστοτέλη, δηλαδή, στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε. Η πρώτη ερώτηση εδώ μπορεί να απαντηθεί με αρκετή βεβαιότητα. Ο Αριστοτέλης συζητά συχνά τις σχέσεις μεταξύ «φυσικής», «μαθηματικών», «πρώτης φιλοσοφίας» (της μελέτης του όντος), «πολιτικής» και ούτω καθεξής, και οι διακρίσεις που κάνει μεταξύ αυτών των βασικών ερευνητικών περιοχών είναι συνήθως σαφείς, παρόλο που η δική του ταξινόμηση δεν ταυτίζεται τελείως με τη δική μας. Η αντίληψή του για την αξία της φιλοσοφίας εκφράζεται με ζωηρά χρώματα στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων, όπου υποστηρίζει πως ο βίος της θεωρητικής αναζήτησης είναι ανώτερος από τον πρακτικό βίο του πολιτικού και είναι εξαιρετικά ευτυχισμένος. Αρκετές πληροφορίες έχουμε και σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάστηκε ο Αριστοτέλης, πράγμα που μας βοηθά να απαντήσουμε στα άλλα δύο ερωτήματά μας, σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο του φιλοσόφου και τη διάδοση των ιδεών του. Τα κύρια γεγονότα της ζωής του Αριστοτέλη είναι γνωστά, αν και πολλές από τις λεπτομέρειές τους παραμένουν σκοτεινές, και γνωρίζουμε ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσωπική του τύχη (ο πατέρας του ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά Αμύντα της Μακεδονίας) δεν του έλειπαν και οι ισχυρές διασυνδέσεις. Όταν, με το θάνατο του Πλάτωνα, αφήνει την Αθήνα (347 π.Χ.), πηγαίνει στην Άσσο, προσκεκλημένος του Ερμεία, τύραννου του Αταρνέα, και αργότερα καλείται από τον Φίλιππο της Μακεδονίας να διδάξει τον νεαρό Αλέξανδρο. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα το 335 και αρχίζει να διδάσκει στο Λύκειο φαίνεται πως έχει την έγκριση και την υποστήριξη του Αντίπατρου, αντιβασιλέα του Αλέξανδρου στην Αθήνα. Όταν φθάνει στην Αθήνα η είδηση για το θάνατο του Αλέξανδρου (323), η θέση του Αριστοτέλη είναι τόσο δύσκολη ώστε αναγκάζεται να φύγει για τη Χαλκίδα, στη δυτική ακτή της Εύβοιας.
 
Η σημασία του Λυκείου είναι προφανής. Στην αρχή η σχέση δασκάλου και μαθητών θα πρέπει να ήταν κάπως άτυπη: μόνο με το διάδοχο του Αριστοτέλη, τον Θεόφραστο, αποκτά το Λύκειο σημαντική περιουσία καθώς και (όπως η Ακαδημία του Πλάτωνα) το νομικό κύρος θιάσου ή θρησκευτικής ένωσης. Όσο άτυπη όμως και αν ήταν η σχολή επί Αριστοτέλη φαίνεται πως του επέτρεπε να συντονίζει το έργο μιας πληθώρας φιλοσόφων και επιστημόνων, καθώς και να ξεκινήσει ένα πρωτοφανώς φιλόδοξο πρόγραμμα έρευνας σε πολλά διαφορετικά αντικείμενα, κυρίως στη βιολογία και τις κοινωνικές επιστήμες. Η Σχολή είχε σημασία και για πιο πεζούς και υλικούς λόγους. Αν και δεν έχουμε άμεσες αποδείξεις, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η παρακολούθηση των διαλέξεων προϋπέθετε την καταβολή διδάκτρων, πράγμα που συνέβαινε και σε άλλες σχολές, και ότι, τουλάχιστον κατά τον τρίτο αιώνα, η οικονομική συνεισφορά των μαθητών για τη γενική συντήρηση της Σχολής θα ήταν οπωσδήποτε αναμενόμενη. Ακόμη, οι περισσότερες από τις πραγματείες του Αριστοτέλη που μας σώζονται θα πρέπει να είχαν ετοιμαστεί για τις διαλέξεις του στο Λύκειο ή και αλλού, πράγμα που βέβαια αντανακλάται στο ύφος και το περιεχόμενό τους. Η έλλειψη επιμέλειας είναι προφανής: συχνά είναι συμπυκνωμένες, σκοτεινές και πλήρεις επαναλήψεων. Θα πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι αρκετοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας δεν είχαν εμπιστοσύνη στον γραπτό λόγο και περιόριζαν τα σπουδαιότερα δόγ­ματά τους στην προφορική διδασκαλία. Στην περίπτωση του Αριστοτέλη οι πραγματείες περιέχουν πολλές πειραματικές ιδέες που αποτελούσαν τη βάση συζητήσεων στο Λύκειο, και είναι πολύ πιθανόν ο ίδιος να μην ήθελε να τις εμφανίσει σε ένα ευρύτερο κοινό στη μορφή που μας σώζονται. Πάνω από όλα, οι πραγματείες μάς επιτρέπουν να παρατηρήσουμε το φιλόσοφο επί τω έργω. Η σκέψη του συχνά περιγράφεται σαν ένα σύστημα άκαμπτο και δογματικό, αλλά αυτή είναι μια χονδροειδής διαστρέβλωση. Είναι απολύτως σαφές ότι για τον Αριστοτέλη η υπόθεση της φιλοσοφίας αφορά τόσο την πρόταση λύσεων όσο και τον ορισμό των προβλημάτων, το διάλογο για τις εναλλακτικές απόψεις και την εξέταση των δυσκολιών. Οι πραγματείες του Αριστοτέλη δεν είναι γραμμένες με τη μορφή διαλόγου, υπάρχουν όμως φορές που φαίνονται να διατηρούν κάτι από τον τόνο πραγματικών φιλοσοφικών συζητήσεων.
 
Μπορούμε να δώσουμε μια σχετικά λεπτομερή εικόνα της οργάνωσης του Λυκείου κατά τον τέταρτο αιώνα και της θέσης που καταλάμβανε στην ελληνική κοινωνία, η εικόνα όμως αυτή δεν θα ισχύει και για τους προγενέστερους Προσωκρατικούς. Η φιλοσοφία και η επιστήμη ως δραστηριότητες εδραιωμένων και οργανωμένων ιδρυμάτων είναι τα τελικά προϊόντα μακρών, σύνθετων κοινωνικών και πνευματικών εξελίξεων. Κατά πόσο άραγε είμαστε σε θέση να αναπλάσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάστηκαν τελικά οι άνθρωποι που θεωρούνται θεμελιωτές της φιλοσοφίας και της επιστήμης;
 
Ένα σχόλιο για τον Θαλή μάς βοηθά να καταλάβουμε τις διαστάσεις του προβλήματος. Γνωρίζουμε καλά ότι πριν από τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει σχεδόν κανένα στοιχείο που να δείχνει πως ο Θαλής ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία ή με κάποιου είδους θεωρητική έρευνα. Η λαϊκή γνώμη τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους Επτά Σοφούς, μαζί με τον Σόλωνα, τον Πιττακό και ούτω καθεξής. Ο ακριβής κατάλογος δεν είναι σταθερός, αλλά οι Επτά ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις άνθρωποι που έπαιζαν ρόλο στην κοινωνία ως πολιτικοί, νομοθέτες και αναθεωρητές πολιτευμάτων. Υποτίθεται ότι, σε γενικές γραμμές, εξέφεραν τη διδασκαλία τους με τη μορφή μεστών, προφητικών προτάσεων. Ο Πλάτων (Πρωταγόρας 343Α-Β) μας λέει ότι από αυτούς προέρχονται τα ρητά «γνώθι σαυτόν» και «μηδέν άγαν», που βρίσκονταν χαραγμένα στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Μεταγενέστεροι συγγραφείς αποδίδουν στον Θαλή πολλές τέτοιες φράσεις, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε αρκετές πρώιμες μαρτυρίες για την πολιτική του δράση. Ο Ηρόδοτος (1.170) τον υμνεί για τη συμβουλή που λέει ότι έδωσε στους Ίωνες συμπατριώτες του να ιδρύσουν ομοσπονδία και να δημιουργήσουν κοινή βουλή. Άλλες ιστορίες διηγούνται τις επιτυχίες του σε πρακτικά ζητήματα. Ο Ηρόδοτος (1.75) καταγράφει το πώς άλλαξε τον ρου του Άλυος ποταμού· ο Πλάτων (Πολιτεία 600Α) τον θεωρεί υπεύθυνο για πολλές ευφυείς επινοήσεις (αν και επίσης γελά εις βάρος του στον Θεαίτητο (174Α) όταν διηγείται την ιστορία του Θαλή να πέφτει σε ένα πηγάδι ενώ κοιτά τα άστρα)· και ο Αριστοτέλης (Πολίτικά 1259a6 κ.ε.) μας λέει πώς ο Θαλής έκανε ολόκληρη περιουσία μονοπωλώντας το εμπόριο των ελαιοτριβείων. Και βέβαια ο Ηρόδοτος (1.74) και πάλι μας λέει για την πρόβλεψη από τον Θαλή της ολικής έκλειψης του ηλίου κατά προσέγγιση ενός χρόνου (θα πρέπει να ήταν η έκλειψη του 585 π.Χ.). Όποια όμως και αν είναι η αλήθεια πίσω από αυτή την ιστορία, δεν μπορούμε να αποδώσουμε στον Θαλή κανένα συγκεκριμένο αστρονομικό μοντέλο· ακόμη και η γνώση των εκλείψεων δεν αποτελεί καθαρά θεωρητικό επίτευγμα, αλλά είχε σημαντικές (αν και σπάνιες) πρακτικές εφαρμογές. Τίποτε από όλα αυτά δεν αποδεικνύει ούτε και υποδεικνύει ότι η άποψη του Αριστοτέλη ότι ο Θαλής ήταν ο πρώτος φυσικός φιλόσοφος είναι εσφαλμένη. Θα πρέπει όμως να καταλάβουμε πως αν ο Θαλής εντυπωσίαζε τους συγχρόνους του και τους άμεσους διαδόχους του, το έκανε όχι στη βάση των απόψεών του σχετικά με το ότι το νερό ήταν η αρχική ουσία (όποιες και αν ήταν αυτές οι απόψεις, δεν αναφέρονται στις πηγές που σώζονται πριν από τον Αριστοτέλη), αλλά για την εξέχουσα ικανότητά του σε ένα ευρύ φάσμα περιοχών όπου η ικανότητα αυτή μπορούσε να εφαρμοστεί πρακτικά.
 
Αν και οι μαρτυρίες μας συγκρούονται στο θέμα αυτό, το πιο πιθανό φαίνεται ότι ο Θαλής δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο, και ότι η διδασκαλία του ήταν αποκλειστικά προφορική. Πολύ πιο σαφή είναι τα στοιχεία που έχουμε για τα κείμενα του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη. Ο Σιμπλίκιος (Εις φνσικήν ακρόασιν 24.20 κ.ε.) μιλά για την ποιητική έκφραση ενός από τα σωζόμενα παραθέματα του Αναξίμανδρου, και ο Διογένης Λαέρτιος (II 3) μας λέει πως ο Αναξιμένης χρησιμοποίησε ένα λιτό ιωνικό ύφος. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Είναι σίγουρο πως και οι δύο αυτοί στοχαστές ασχολήθηκαν με ορισμένα κοσμολογικά ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται πως ο Αναξίμανδρος περιέγραψε την εξέλιξη του κόσμου και την απαρχή των ζωντανών πλασμάτων. Όμως το πόσο εκτενείς ήταν αυτές οι εκθέσεις δεν είναι καθόλου σαφές· και ούτε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι ο πρωταρχικός τους σκοπός ήταν αυτό που εμείς θα ονομάζαμε κοσμολογικός. Οι αναφορές στο ύφος και τα ίδια τα σωζόμενα αποσπάσματα δείχνουν πως και οι δυο τους έγραφαν σε πεζό λόγο, πράγμα από μόνο του αρκετά εντυπωσιακό, μια που δείχνει πως ο Αναξίμανδρος, εκτός από πρώτος φιλοσοφικός συγγραφέας, ήταν και από τους πρώτους συγγραφείς της ελληνικής γραμματείας που χρησιμοποίησαν τον πεζό λόγο. Πέρα από αυτό όμως, για ερωτήματα όπως η σημασία της προφορικής διδασκαλίας σε σχέση με το γραπτό κείμενο κατά τη διάδοση των ιδεών τους δεν μπορούμε να έχουμε καμία βεβαιότητα.
 
Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που συνδέει την άνοδο της θεωρητικής έρευνας με τον ελεύθερο χρόνο που εξασφαλίζει η οικονομική ευχέρεια (Μετά τα φυσικά Α, κεφ. 1 κ.ε.), και οπωσδήποτε η Μίλητος -πατρίδα του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη- υπήρξε η σημαντικότερη και πλουσιότερη ελληνική πόλη στη Μικρά Ασία, ως την καταστροφή της από τους Πέρσες το 494 π.Χ. Η Μίλητος φημιζόταν για το εμπόριό της, την παραγωγή της και ιδιαίτερα για τις αποικίες της (λέγεται πως είχε ιδρύσει ενενήντα). Ακόμη, χάρη στις συμμαχίες πρώτα με τον Κροίσο και στη συνέχεια με τον Κύρο, κατά το μεγαλύτερο μέρος του έκτου αιώνα διατήρησε περισσότερη πολιτική ανεξαρτησία από ό, τι οι περισσότερες γειτονικές της πόλεις στην Ελλάδα. Στο εσωτερικό της δεν έλειπαν τα προβλήματα πολιτικής σταθερότητας. Ο Ηρόδοτος (5.28) αναφέρεται στις κομματικές της προστριβές, ενώ από την ιστορία της δεν έλειψαν και οι τύραννοι. Αυτές όμως οι αναταραχές όχι μόνο δεν εμπόδισαν, αλλά μπορεί και να βοήθησαν σημαντικά την ανάπτυξη των πολιτικών θεσμών και της πολιτικής συνείδησης. Η άνοδος ενός νέου κριτικού πνεύματος στη φιλοσοφία κατά τον έκτο και τον πέμπτο αιώνα παρακολουθεί ίσως, και προκύπτει από, την ταυτόχρονη ανάπτυξη της συνήθειας του ελεύθερου διαλόγου και της συζήτησης πολιτικών και νομικών ζητημάτων σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.
 
Δεν μπορούμε να καθορίσουμε τι ρόλο έπαιξαν ο Αναξίμανδρος ή ο Αναξιμένης στην κοινωνική και την πολιτική ζωή της Μιλήτου. Όσο σημαντικοί και αν είναι για την ιστορία της πρώιμης φιλοσοφίας, δεν αναφέρονται καθόλου σε καμία σωζόμενη πηγή πριν από τον Αριστοτέλη. Για τον Αναξίμανδρο μαθαίνουμε ότι ήταν υπεύθυνος για τον πρώτο ελληνικό χάρτη, για τον οποίο κάποιοι μιλήσιοι εποικιστές θα αισθάνονταν ευγνωμοσύνη, και είναι λογικό να υποθέτουμε πως (όπως ο Θαλής) πήρε ενεργό μέρος στα πράγματα της πόλης. Μπορούμε πάλι να υποθέσουμε πως κάποια σχέση θα πρέπει να συνέδεε τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο και τον Αναξιμένη, αν και δεν γνωρίζουμε τίποτε για τη μορφή της. Ύστερες πηγές κάνουν λόγο για σχέσεις δασκάλου-μαθητή, στην καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις, καθώς όμως οι οδογράφοι χαρακτηρίζονταν από ένα πάθος για στερεότυπες φιλοσοφικές γενεαλογίες, δεν μπορούμε βέβαια να τους έχουμε καμία εμπιστοσύνη σε ένα τέτοιο θέμα, και δεν θα είχαμε κανένα λόγο να χρησιμοποιήσουμε τη μαρτυρία τους για να μιλήσουμε για την ύπαρξη μιας κανονικής σχολής, ενός υποδείγματος Ακαδημίας ή Λυκείου. Το πιο πιθανό είναι ότι σε αυτό το στάδιο η θεωρητική έρευνα θα αποτελούσε το πολύ ερασιτεχνική ασχολία ενός μικρού αριθμού ιδιωτών.
 
Από ό, τι μπορούμε να καταλάβουμε, τα επόμενα πρόσωπα που μνημονεύονται στις ιστορίες της φιλοσοφίας – ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης – διαφέρουν αρκετά από τους τρεις Μιλήσιους, και μάλιστα και μεταξύ τους, και οι αντιθέσεις αυτές μοιάζουν διδακτικές. Παρά την ασάφεια των μαρτυριών που σχετίζονται με τους πρώιμους Πυθαγορείους, μπορούμε να είμαστε αρκετά βέβαιοι για ορισμένα πολύ σημαντικά σημεία. 1) Ο Πυθαγόρας ήταν εν μέρει ή ίσως κυρίως ένας θρησκευτικός και ηθικός καθοδηγητής. Ένα από τα λίγα δόγματα που πάνε πίσω στον ίδιο τον Πυθαγόρα είναι η μετενσάρκωση των ψυχών μάλιστα κατά τον Πλάτωνα (Πολιτεία 600Β) ο Πυθαγόρας δίδασκε τους οπαδούς του έναν τρόπο ζωής. 2) Οι Πυθαγόρειοι ήδη από νωρίς σχημάτισαν μια χωριστή ομάδα ή αίρεση που φημίστηκε για την απομόνωση και τη μυστικότητά της. 3) Οι πυθαγόρειες ενώσεις αποτελούσαν πολιτική δύναμη σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας κατά τα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ. Το Κυλώνειο Άγος στο τέλος αυτού του αιώνα ήταν μια αντι-πυθαγόρεια «αντεπανάσταση» και σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου, κατά την οποία φαίνεται πως οι Πυθαγόρειοι είχαν ασκήσει σημαντική πολιτική επίδραση στη δυτική Ελλάδα. Είναι γεγονός ότι ο όρος «πυθαγόρειος» φτάνει να χρησιμοποιείται για στοχαστές του πέμπτου αιώνα που διατηρούσαν αρκετά χαλαρές σχέσεις με την αίρεση. Παρ’ όλα αυτά έχει σημασία το ότι η διαπρεπέστερη και πολυπληθέστερη ομάδα φιλοσόφων και επιστημόνων της προ-πλατωνικής περιόδου δημιουργήθηκε αρχικά -και σε ορισμένα μέρη και διατηρήθηκε- όχι μόνο με σκοπό την προώθηση αυτού που εμείς θα ονομάζαμε φιλοσοφικές και επιστημονικές έρευνες αλλά, τουλάχιστον εξίσου, και από κίνητρα θρησκευτικά, ηθικά, ή ακόμη και πολιτικά. Η θρησκευτική φύση της ομάδας θα επηρέασε μάλιστα βαθιά το έρ­γο των μελών της. Μια από τις δυσκολίες μας στον προσδιορισμό της επιμέρους πατρότητας των πρώιμων πυθαγόρειων δογμάτων έγκειται στο δέος με το οποίο αντιμετωπίζουν τον ίδιο τον Πυθαγόρα. Από τη στιγμή που η αυθεντία του ιδρυτή σήμαινε τόσο πολλά, ήταν επόμενο η κριτική και ο σχολιασμός των απόψεών του να αναπτύσσονται αργά. Τα μαθηματικά θεωρούνταν κλειδί στα μυστικά του σύμπαντος, ωστόσο οι μαθηματικές ανακαλύψεις, τουλάχιστον κατ’ αρχάς, φυλάσσονταν από τους έξω με τον ίδιο ζήλο που θα φυλάσσονταν οι λεπτομέρειες των μυστηριακών τελετών από τους αμύητους.
 
Ο επόμενος φιλόσοφός μας, ο Ξενοφάνης, ανήκει τόσο στην κοσμολογία όσο και στην ιστορία της λυρικής ποίησης. Πράγματι, πολλοί από τους στίχους του έχουν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης· ιδιαίτερη σημασία έχουν όσοι από αυτούς εκφράζουν ιδέες για το θεό αντίθετες με τον ανθρωπομορφισμό του Ομήρου και του Ησιόδου. Τα αποσπάσματα όμως αυτά γράφονταν από έναν ποιητή που ήταν τόσο «ψυχαγωγός» όσο και φιλόσοφος, όπως φαίνεται από τα δύο πλήρη ποιήματα που μας έχουν σωθεί. Το ένα από αυτά (απ. 1) περιγράφει ένα συμπόσιο· στο άλλο (απ. 2) ο Ξενοφάνης ισχυρίζεται πως η «σοφία» του είναι πιο πολύτιμη για την πόλη από ό, τι η ικανότητα οποιουδήποτε αθλητή, και το ποίημα αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μια που ο Ξενοφάνης δεν κάνει αυτή τη δήλωση ως κοστολόγος ή ως φυσικός φιλόσοφος αλλά ως ποιητής και ηθικός καθοδηγητής.
 
Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης είναι θεωρητικοί στοχαστές τελείως διαφορετικής εμβέλειας. Ο Ηράκλειτος είναι ο πρώτος φιλόσοφος από τον οποίο μας σώζονται περισσότερα από ένα-δυο πεζά αποσπάσματα. Οι προτάσεις του που μας παραδίνονται χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από ένα ύφος ελλειπτικό, που ναι μεν τον καθιστά αντάξιο της φήμης του ως σκοτεινού, αλλά ταυτόχρονα διευκολύνει και την απομνημόνευσή τους· πολλά από αυτά οφείλουν την επιβίωσή τους στην ίδια τους τη σκοτεινότητα. Αν ο Ξενοφάνης μπορεί από ορισμένες απόψεις να συγκριθεί με έναν Ανακρέοντα ή έναν Θέογνι, ο Ηράκλειτος, όπως οι Επτά Σοφοί πριν από αυτόν, μας ωθεί στη σύγκριση με ένα μαντείο. Μάλιστα σε ένα απόσπασμα (απ. 93) αναφέρεται επαινετικά στο μαντείο των Δελφών, λέγοντας πως ο Απόλλων «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει». Ο Ηράκλειτος ξεχωρίζει ανάμεσα στους πρώιμους έλληνες στοχαστές και από άλλες απόψεις. Αν και κάποια από τα αποσπάσματά του αποπνέουν ένα πολιτικό μήνυμα, ο ίδιος θα πρέπει να είχε αρνηθεί να λάβει ενεργό μέρος στην πολιτική και σε πολλά ρητά του εκφράζει την περιφρόνησή του για πολλούς από τους κοινούς συμπολίτες του.
 
Ο Ηράκλειτος παρέδωσε μια σειρά από προφητικά αποφθέγματα και περιέγραψε απερίφραστα τη μέθοδό του στην προσέγγιση της αλήθειας λέγοντας (απ. 101) «ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν», ρητό που απηχεί ίσως το δελφικό «γνῶθι σαυτόν». Η αντίθεση που διαπιστώνουμε μόλις στραφούμε στον Παρμενίδη δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, είτε πρόκειται για το περιεχόμενο της σκέψης του είτε για το ύφος και τη μέθοδό του. Πρώτον, ο Παρμενίδης χρησιμοποιεί ως μέσο του τον ποιητικό λόγο. Δεύτερον, ο «Δρόμος της Αλήθειας» του εισάγεται με ένα προοίμιο στο οποίο περιγράφει το πώς έρχεται προς το φως, πώς περνά από τις πύλες των οδών της νύκτας και της μέρας και πώς τον χαιρετά μια ανώνυμη θεά που του λέει ότι ο δρόμος που ταξίδεψε είναι «μακριά από τα πατήματα των ανθρώπων». Τρίτον, όλο το υπόλοιπο ποίημα, τόσο η «Αλήθεια» όσο και η «Δόξα» είναι ο λόγος αυτής της θεάς. Και όλα αυτά τα κάνει ο Παρμενίδης όχι για να ακολουθήσει απλώς κάποια λογοτεχνική σύμβαση, αλλά για να διεκδικήσει για τη φιλοσοφία του το κύρος μιας αποκάλυψης. Μας προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι το πρώτο προσεκτικά διατυπωμένο επιχείρημα πάνω στο κεντρικό φιλοσοφικό πρόβλημα του όντος είναι γραμμένο σε στίχο, από έναν άνθρωπο που θεωρούσε πως είχε δεχθεί κάποια θεία έμπνευση.
 
Ας σταματήσουμε τώρα και ας δούμε πού μας οδήγησαν οι πρώιμοι Προσωκρατικοί. Συχνά θεωρείται πως αυτοί οι στοχαστές που ανέφερα σχηματίζουν μια ενιαία και αρκετά συνεχή «ι­στορία της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας». Από την άποψη των φυσικών και των κοσμολογικών τους θεωριών αυτή η ερμηνεία είναι κατά πολύ δικαιολογημένη. Την ίδια στιγμή θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πόσο διαφέρουν μεταξύ τους αυτοί οι στοχαστές: στα ενδιαφέροντά τους, στο ύφος και το μέσο που χρησιμοποιούν για να δημοσιοποιούν τις ιδέες τους, στη στάση τους απέναντι αλλά και στο ρόλο τους στην κοινωνία. Η έκφραση περί φύσεως ιστορία δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια ούτε άλλωστε και ο όρος φιλοσοφία. Οι μεταγενέστερες πηγές μας χρησιμοποιούν το περί φύσεως ιστορία ως τίτλο πρώιμων φιλοσοφικών έργων, αλλά το στοιχείο αυτό είναι αναξιόπιστο. Μερικές φορές λέγεται πως ο όρος «φιλοσοφία» επινοήθηκε από τον Πυθαγόρα και ότι ίσως η σημασία του να ήταν ιδιαίτερη όταν αναφερόταν στους Πυθαγορείους, αλλά θα πρέπει να θεωρήσουμε σχεδόν δεδομένη κάποια προγενέστερη, μη τεχνική του χρήση στην ιωνική διάλεκτο. Τα πρώτα αξιόπιστα κείμενα στα οποία ο όρος χρησιμοποιείται ειδικά για τη «φυσική φιλοσοφία» σώζονται από το τέλος του πέμπτου αιώνα. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι πολλά από τα κείμενα αυτά δεν προέρχονται, όπως θα περίμενε κανείς, από τους ίδιους τους φιλοσόφους, αλλά από τους ιατρικούς συγγραφείς, οι οποίοι συχνά αντιμετώπιζαν τους κοσμολόγους με πολύ κριτικό τρόπο και αντιστέκονταν σε αυτό που εκείνοι εκπροσωπούσαν, θεωρώντας το ως εισβολή των μεθόδων της φυσικής φιλοσοφίας στην ιατρική. Σε ό, τι αφορά τους πρώιμους Προσωκρατικούς ως τον Παρμενίδη, είναι αρκετά σαφές ότι κανένας τους δεν είδε τον εαυτό του ως μέλος μιας κατηγορίας «φιλοσόφου» ή «περί φύσεως ερευνητή», στην οποία θα ανήκαν και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν είναι καν σίγουρο ότι έβλεπαν τους εαυτούς τους ως μέρη ενός και μοναδικού σώματος εξελισσόμενης έρευνας – και ας ήταν συχνά ενημερωμένοι για τις ιδέες των υπολοίπων. Έτσι, λοιπόν, ο Ξενοφάνης σε ένα ποί­ημά του (απ. 7) αναφέρεται σκωπτικά στον Πυθαγόρα και ο Ηράκλειτος (απ. 40) επικρίνει και τον Πυθαγόρα και τον Ξενοφάνη. Έχει όμως σημασία το ότι στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο Ηράκλειτος συγκαταλέγει τους δύο φιλοσόφους με τον ποιητή Ησίοδο και το γεωγράφο Εκαταίο: «η πολυμάθεια δεν διδάσκει το νου· γιατί τότε θα δίδασκε τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο…». Οι πρώιμοι Προσωκρατικοί συναγωνίζονταν μεταξύ τους αλλά και με άλλους, ιδιαίτερα τους ποιητές, για την προσοχή των συμπατριωτών τους Ελλήνων, ο ρόλος όμως της «φιλοσοφίας» παρέμενε ακαθόριστος. Πέρα από το ενδιαφέρον τους για την κοσμολογία, όσοι μας είναι γνωστοί ως πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι υιοθετούσαν και κάποιον τουλάχιστον ακόμη ρόλο, όπως του σοφού, του θρησκευτικού δασκάλου, του πολιτικού, του ηθικολόγου και του «ψυχαγωγού».
 
Οι μαρτυρίες μας για έργα φυσικής φιλοσοφίας – όπως άλλωστε και για έργα διαφορετικού περιεχομένου – σε πεζό λόγο πριν από τον Παρμενίδη είναι ισχνές. Κατά τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα συντελούνται ορισμένες σημαντικές αλλαγές. Πρώτον, παρατηρείται μια εντυπωσιακή αύξηση του ίδιου του όγκου που παράγεται σχετικά με φιλοσοφικά, επιστημονικά και τεχνολογικά ζητήματα. Δεύτερον, ο πεζός λόγος ανατρέπει τον ποιητικό και αναδεικνύεται σε κυρίαρχο μέσο. Και, τρίτον, πλάι στους διαδόχους των φιλοσόφων-σοφών του έκτου αιώνα δύο νέα είδη συγγραφέων κάνουν την εμφάνισή τους: επαγγελματίες παιδαγωγοί που γράφουν για ό,τι ζήτημα τους πληρώνουν να διδάξουν και (χωρίς να ξεχωρίζουν πάντοτε εύκολα από την πρώτη ομάδα) επαγγελματίες που ασκούν το έργο τους και γράφουν για τεχνικά ζητήματα που ενδιαφέρουν, κατά κύριο λόγο, άλλους επαγγελματίες.
 
Αυτές οι γενικεύσεις χρειάζονται επεξήγηση. Για παράδειγμα, ο Εμπεδοκλής γράφει σε στίχους και συνδυάζει τους ρόλους του θρησκευτικού αρχηγού, του μυστικιστή και του προφήτη με εκείνους του φυσικού και του κοσμολόγου. Όπως ο Παρμενίδης στην αρχή του «Δρόμου της Αλήθειας» είχε απευθυνθεί στη θεά, έτσι και ο Εμπεδοκλής, προφανώς θέλοντας να τον μιμηθεί άμεσα, επικαλείται τη Μούσα στο ποίημά του Περί φύσεως (απ. 3). Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το άλλο του έργο, οι Καθαρμοί, είναι (όπως φαίνεται και από τον τίτλο) ένα θρησκευτικό ποίημα στο οποίο περιγράφει την πτώση, τις μετεμψυχώσεις και την απελευθέρωση του δαίμονος. Και το ποίημα αυτό αρχίζει (απ. 112) με ένα χωρίο στο οποίο ο Εμπεδοκλής με ψυχραιμία περιγράφει τον εαυτό του ως «αθάνατο θεό, όχι πια θνητό», και λέει πως οι άνθρωποι μαζεύονται γύρω του «για να ρωτήσουν από ποιο δρόμο θα αποκτήσουν τους χρησμούς που θέλουν, ενώ άλλοι ζητούν να ακούσουν το λόγο της θεραπείας για κάθε είδους ασθένεια». Πλάι στον φυσικό επιστήμονα που θα μπορούσε να δώσει τόσο λεπτομερείς εξηγήσεις των φυσιολογικών διαδικασιών της αναπνοής και της όρασης, ο Εμπεδοκλής έχει κάτι από μάγο.
 
Αλλά ο Εμπεδοκλής είναι ο τελευταίος σημαντικός προσωκρατικός κοστολόγος που γράφει έμμετρα. Ύστερα από τον Παρμενίδη το συνηθισμένο μέσο των φιλοσοφικών συγγραφέων είναι ο πεζός λόγος: αυτό ισχύει για τους μεταγενέστερους Ελεάτες, τον Ζήνωνα και τον Μέλισσο, για τους φυσικούς φιλοσόφους Αναξαγόρα, Διογένη Απολλωνιάτη, Λεύκιππο και Δημόκριτο, για τους μεταγενέστερους Πυθαγορείους Φιλόλαο και Αρχύτα, καθώς και για πολλούς μικρότερης σημασίας κοστολόγους. Άλλωστε ο πεζός λόγος είναι το μέσο που χρησιμοποιούν συνήθως τόσο οι Σοφιστές όσο και οι συγγραφείς τεχνικών πραγματειών σε θέματα όπως η ιατρική και η μουσική.
 
Αν και δεν σώζεται σχεδόν κανένα έργο τους, έχουμε αρκετές πληροφορίες για την άνοδο των Σοφιστών, για ένα κίνημα με σημαντικές συνέπειες σε ολόκληρη την περιοχή της ελληνικής εκπαίδευσης αλλά και, ειδικότερα, στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας. Ο Πλάτων (Πρωταγόρας 349Α) μας λέει πως ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης ήταν ο πρώτος που ζήτησε μισθό για τη διδασκαλία της αρετής. Σύντομα όμως τον ακολούθησαν και άλλοι, με πιο σημαντικούς τον Γοργία, τον Ιππία, τον ΙΙρόδικο, τον Θρασύμαχο, τον Αντιφώντα και τον Κριτία. Μερικοί από αυτούς ειδικεύονταν σε κάποιο συγκεκριμένο κλάδο ή κλάδους γνώσης: για παράδειγμα, ο Θρασύμαχος δίδασκε κυρίως ρητορική, και ο Πρόδικος ήταν κυρίως γνωστός ως φιλόλογος. Άλλοι, όπως ο Ιππίας, ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να διδάξουν οποιοδήποτε σχεδόν ζήτημα, από τα μαθηματικά και την αστρονομία ώς τη μυθολογία. Αλλά αυτό που όλοι τους είχαν κοινό και αυτό που τους ξεχώρισε από προηγούμενες γενιές φιλοσόφων, ήταν το ότι δίδασκαν αντί μισθού, και για το σκοπό αυτό ήταν διατεθειμένοι να ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.
 
Τη φήμη τους την απέκτησαν και την καλλιέργησαν, από ό, τι φαίνεται, κυρίως κάνοντας δημόσια επίδειξη στις πανελλήνιες γιορτές. Για τον Ιππία μαθαίνουμε ότι πήγαινε τακτικά στη γιορτή της Ολυμπίας. όπου έβγαζε επιδεικτικούς λόγους και απαντούσε σε ερωτήσεις του πλήθους που μαζευόταν. Σε ορισμένες περιπτώσεις γνωρίζουμε την αμοιβή που όριζαν οι Σοφιστές για τα μαθήματά τους. Φαίνεται πως ο Πρόδικος παρέδιδε δύο φιλολογικά μαθήματα: των αρχαρίων, που κόστιζε 1 δραχμή (όσο δηλαδή και η πραγματεία του Αναξαγόρα Περί φύσεως), και των προχωρημένων, που κόστιζε 50 δραχμές. Λέγεται πως ο Ιππίας είχε κερδίσει 20 μνας από επίσκεψη σε μια μικρή πόλη της Σικελίας, ποσό περίπου 2.000 φορές μεγαλύτερο από το τρέχον μεροκάματο ενός ειδικευμένου εργάτη. Ακόμη και αν θεωρήσουμε πως οι πηγές μας υπερβάλλουν, είναι σαφές ότι αρκετοί Σοφιστές του πέμπτου αιώνα έγιναν πλούσιοι από το επάγγελμά τους, που εξακολούθησε να ακριβοπληρώνεται και κατά τον τέταρτο αιώνα. Για παράδειγμα, ο Ισοκράτης (Περί αντιδόσεως 158 κ.ε.) μας λέει πως έκανε μεγάλη περιουσία ως δάσκαλος, αν και επίσης μας επιτρέπει να συμπεράνουμε (Κατά των σοφιστών 3 κ.ε.) ότι υπήρχαν κατά την εποχή του στην Αθήνα και πολλοί ελάσσονες Σοφιστές, οι οποίοι με δυσκολία κατόρθωναν να ζουν από τις διαλέξεις τους.
 
Στα τέλη του πέμπτου αιώνα ένα νέο είδος μάθησης άρχιζε να αμφισβητεί την παλαιά παιδεία, την οποία αποτελούσαν κυρίως η γραμματική, η μουσική, η ποίηση και η γυμναστική. Ξεκινώντας με τους γιους των πλουσιότερων πολιτών που είχαν στη διάθεσή τους το χρόνο και το χρήμα, οι Σοφιστές μπόρεσαν να γίνουν πόλος έλξεως για μια μεγάλη πελατεία. Εκτός από τη γενική διεύρυνση της παιδείας την οποία επέφεραν, βοήθησαν και στην εισαγωγή δύο ακόμη σημαντικών επιτευγμάτων. Πρώτον, ένα από τα κύρια μαθήματα που δίδασκαν ήταν η ρητορική· η επιδεξιότητα στους δημόσιους λόγους άρχιζε να γίνεται ολοένα και πιο σημαντική, σε πολλά διαφορετικά συμφραζόμενα: στα δικαστήρια, στις πολιτικές συνελεύσεις και τις διπλωματικές αποστολές από τη μια πόλη-κράτος στην άλλη. Διδάσκοντας τη ρητορική ως τέχνη, οι Σοφιστές οπωσδήποτε θα συνέβαλαν στη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των συγχρόνων τους όχι μόνο για το λογοτεχνικό ύφος αλλά και για ολόκληρο το ζήτημα των τεχνικών της πειθούς και των μεθόδων του επιχειρήματος, συμβάλλοντας έτσι άμεσα αλλά και έμμεσα στην ανάπτυξη της λογικής.
 
Δεύτερον, η αμφισβήτηση της παλαιάς παιδείας αντιμετωπίστηκε ως αμφισβήτηση της παραδοσιακής ηθικής. Το νέο ενδιαφέρον για την ηθική κατά τα τέλη του πέμπτου αιώνα συνδέεται ιδιαίτερα με τον Σωκράτη. Αλλά ο Σωκράτης δεν είναι ο μόνος υπεύθυνος γι’ αυτό τον σημαντικό νέο προσανατολισμό. Είναι φανερό ότι οι Σοφιστές συνέβαλαν πολύ στην τροφοδότηση του διαλόγου για τα ηθικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα για το ζήτημα της διαμάχης «φύσης» και «νόμον». Πράγματι, αν η διδασκαλία του Πρωταγόρα, του Γοργία και των υπολοίπων δεν είχε μια τόσο καταφανή ηθική σημασία, ο Πλάτων δεν θα είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά να επιτεθεί στα λεγόμενό τους.
 
Ορισμένοι Σοφιστές ήταν σε θέση να δίνουν διαλέξεις για ένα ευρύ θεματικό φάσμα, το οποίο συμπεριλάμβανε περιοχές όπου η πρακτική τους γνώση ήταν μικρή ή ανύπαρκτη. Ωστόσο τέτοια θέματα (ιδιαίτερα η μουσική και η ιατρική) διδάσκονταν και πιο επαγγελματικά, από αυτούς που όντως ασκούσαν το επάγγελμα σε εκείνους που ενδιαφέρονταν να το ασκήσουν. Οι Έλληνες είχαν μια ευαισθησία ως προς τη διάκριση της εκμάθησης μιας τέχνης στο πλαίσιο της γενικής εκπαίδευσής τους και της εκμάθησής της προκειμένου να την ασκούν ως επαγγελματίες. Στη μουσική, για παράδειγμα, υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ του να μαθαίνει κανείς να παίζει τη λύρα στο πλαίσιο της εκπαίδευσής του ως γόνου καλής οικογενείας και να τη μαθαίνει με σκοπό να γίνει επαγγελματίας εκτελεστής της: το πρώτο ήταν κάτι που όλοι το επέτρεπαν και το συνιστούσαν, ενώ το δεύτερο αποτελούσε στόχο περιφρόνησης από τα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας.
 
Το πιο σημαντικό «τεχνικό» θέμα στην ανάπτυξη της επιστήμης ήταν οπωσδήποτε η ιατρική, και οι πραγματείες του Ιπποκρατικού Corpus μάς δίνουν έξοχα παραδείγματα των διαφόρων τρόπων με τους οποίους αντιμετωπιζόταν. Φαίνεται πως ορισμένα έργα γράφονταν για ρητορικές επιδείξεις από ανθρώπους που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ήταν επαγγελματίες γιατροί. Ένα τέτοιο κείμενο είναι το Περί φυσών. Μια άλλη πραγματεία, το Περί φύσεως ανθρώπου, αναφέρεται άμεσα στις διαμάχες για την ιατρική και για άλλα θέματα. Ο συγγραφέας λέει (κεφ. 1) πως ο καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψουν οι αντί­παλοί του την άγνοιά τους είναι να παρακολουθούν τις ίδιες τους τις συζητήσεις. «Αν πάρουμε τους ίδιους αντιπάλους, ενώπιων του ίδιου κοινού, ο ίδιος ομιλητής ποτέ δεν κερδίζει τρεις συνεχείς φορές, αλλά πότε ο ένας, πότε ο άλλος, πότε όποιος τύχει να μιλά καλύτερα μπροστά στο πλήθος». Αυτά και άλλα κείμενα αποδεικνύουν πως η ιατρική ήταν ανάμεσα στα θέματα για τα οποία γίνονταν δημόσιες διαμάχες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου ο διαγωνισμός κρινόταν είτε από κάποιον μη ειδικό κριτή είτε από το ίδιο το κοινό, αν κάτι μετρούσε ήταν η ρητορική δεξιότητα, και όχι οι τεχνικές γνώσεις του ομιλητή- πράγμα που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τον επιφανειακό χαρακτήρα ορισμένων από τις σωζόμενες ιατρικές πραγματείες. Από την άλλη, το Ιπποκρατικό Corpus περιλαμβάνει και έργα που ανήκουν σε ένα πολύ διαφορετικό είδος. Οι χειρουργικές πραγματείες και οι συλλογές ιστορικών που μας είναι γνωστές ως Επιδημίες γράφηκαν από επαγγελματίες γιατρούς για τους συναδέλφους τους. Τα έργα αυτά δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το ύφος. Στόχος τους ήταν απλώς να μεταδίδουν χρήσιμες ιατρικές γνώσεις, πράγμα που το έκαναν με ιδιαίτερη επιτυχία.
 
Οι συγγραφείς του πέμπτου αιώνα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους στην καλλιέργεια του λογοτεχνικού ύφους. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα έργα τους διαβάζονταν δυνατά, συνήθως μπροστά σε κοινό. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τους επιδεικτικούς λόγους των Σοφιστών, αλλά και για τα κοσμολογικά έργα, είτε είναι έμμετρα είτε πεζά, και ακόμη και για μια εκλεπτυσμένη πραγματεία, όπως τα επιχειρήματα του Ζήνωνα εναντίον των οπαδών της πολλαπλότητας. Η αρχή του Παρμενίδη του Πλάτωνα (127Α κ.ε.) είναι μια χρήσιμη μαρτυρία στο σημείο αυτό, καθώς μας πληροφορεί ότι ο Σωκράτης, ακούγοντας πως ο Παρμενίδης και ο Ζήνων βρίσκονταν στην Αθήνα για τα Μεγάλα Παναθήναια, καλεί τον Ζήνωνα στο κατάλυμά του για να τον ακούσει να διαβάζει από τις πραγματείες που μόλις είχε φέρει, για πρώτη φορά, στην Αθήνα. Πρόκειται οπωσδήποτε για γραπτές εκθέσεις (ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον όρο γράμματα) και είναι ενδιαφέρον ότι ο Ζήνων σχολιάζει κάποιο κείμενο που πριν ακόμη το γράψει κλάπηκε από κάποιον άλλο και κυκλοφόρησε (όπως θα λέγαμε εμείς) σε μια πειρατική έκδοση. Ο Σωκράτης, ωστόσο, δεν ζητά να δανειστεί το βιβλίο του Ζήνωνα ή να το διαβάσει για τον εαυτό του: λέει στον Ζήνωνα να το διαβάσει δυνατά και στη συνέχεια ακολουθεί συζήτηση του περιεχομένου του. Ακόμη και περίπλοκα φιλοσοφικά έργα συνηθίζονταν περισσότερο να διαβάζονται δυνατά και να γίνονται αντικείμενο κάποιας συζήτησης παρά να μελετιόνται σιωπηλά και κατά μόνας.
 
Οι μαρτυρίες μας σχετικά με την παραγωγή και την έκδοση των βιβλίων κατά τον πέμπτο αιώνα είναι ελάχιστες. Από το τέλος, ωστόσο, αυτού του αιώνα είναι σαφές ότι στην Αθήνα μπορούσε κανείς να βρει όχι μόνο εκδόσεις του Ομήρου και των ποιητών, αλλά και κάποια ιδιαίτερα εξειδικευμένα έργα. Ένα πολύ γνωστό χωρίο της Απολογίας (26D κ.ε.) δείχνει πως η κοσμολογική πραγματεία του Αναξαγόρα μπορούσε να αγοραστεί με μία δραχμή από πάγκους της Ορχήστρας. Τα κείμενα γίνονταν όλο και πιο εύκολα διαθέσιμα, και φαίνεται πως αυτό συνέβαλε σημαντικά τόσο στην επιβίωση όσο και στη διάδοση των φιλοσοφικών και επιστημονικών ιδεών. Αν και οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες εξακολουθούσαν μάλλον να σπανίζουν, ορισμένοι είχαν δημιουργήσει σημαντικές συλλογές βιβλίων. Έτσι, κατά τον Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα 4.2.8 κ.ε.) ο Ευθύδημος είχε στην κατοχή του σημαντικό αριθμό ιατρικών πραγματειών και έργων αρχιτεκτονικής, μαθηματικών, αστρονομίας και άλλων θεμάτων, καθώς και εκδόσεις των πιο γνωστών ποιητών. Μια τέτοια συλλογή θα αποτελούσε εξαίρεση ως προς το μέγεθος της, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ιατρικές σχολές και οι Πυθαγόρειοι θα είχαν τις δικές τους βιβλιοθήκες. Μάλιστα είναι πιθανόν ότι οι σωζόμενες ιπποκρατικές πραγματείες προέρχονται, κυρίως, από τη βιβλιοθήκη μιας ιατρικής σχολής του τετάρτου αιώνα.
 
Η άνθηση των Σοφιστών, η ανάπτυξη των επαγγελματικών ομάδων, όπως ήταν οι ιατρικές σχολές, και η αύξηση του αριθ­μού των διαθέσιμων βιβλίων συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυ­ξη της φιλοσοφίας και της επιστήμης κατά τον πέμπτο και τον τέταρτο αιώνα π.Χ. Δεν μπορούμε όμως να πούμε πως οι αλλα­γές αυτές ήταν παντού και πάντοτε ευπρόσδεκτες. Είναι γνωστή η δυσπιστία που δείχνει ο Πλάτων απέναντι στον γραπτό λόγο, και όσο κι αν στο σύνολό τους (με την εξαίρεση κάποιων επι­στολών αμφιβόλου πατρότητος) τα εκπληκτικά του κείμενα μοιάζουν να τον διαψεύδουν, εξακολουθούν να παραμένουν διά­λογοι που υποτίθεται ότι παραπέμπουν σε πραγματικές συζητή­σεις. Ακόμη και η λέξη που προτιμά να χρησιμοποιεί ο ΓΙλάτων όταν αναφέρεται στη δραστηριότητα του φιλοσόφου, η διαλεκτι­κή, προέρχεται ουσιαστικά από τη ρίζα που συνδέεται με την τέ­χνη του διαλόγου. Και πάλι, παρόλο που πολλοί ιπποκρατικοί συγγραφείς τονίζουν την αξία και τη σημασία της ιατρικής τέ­χνης και τη διαφορά ανάμεσα στον επαγγελματία γιατρό και τον κοινό άνθρωπο, οι γιατροί δεν παύουν να είναι απλοί τεχνίτες, αν και η θέση τους στην ιεραρχία των τεχνιτών είναι από τις υψηλότερες. Σε τελευταία ανάλυση, είναι λάθος να πιστεύουμε πως ο Αριστοφάνης και ο Πλάτων ήταν οι μόνοι Αθηναίοι της γενιάς τους που απέρριπταν τόσο έντονα το επάγγελμα του επί πληρωμή Σοφιστή.
 
Παρά τον εχθρικό τρόπο με τον οποίο ορισμένοι υποδέχονταν τους Σοφιστές, ένα μεγάλο μέρος από την καινούρια τους διδασκαλία υιοθετήθηκε από την «ελευθέρια» εκπαίδευση κατά τον τέταρτο αιώνα. Την εποχή των σπουδαίων «πολυμαθών» Σοφιστών, του Πρωταγόρα και του Ιππία, οι οποίοι μάζευαν τους μαθητές τους ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη, διαδέχθηκε μια περίοδος κατά την οποία κυριαρχούν πιο σταθερές και αποδεκτές σχολές. Πιο γνωστές είναι η σχολή της ρητορικής του Ισοκράτη και η Ακαδημία του Πλάτωνα. Η σχολή του Ισοκράτη, που τόνιζε τη σημασία της χρήσιμης γνώσης, ιδιαίτερα της τεχνικής στις δημόσιες ομιλίες, μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσος διάδοχος των Σοφιστών του πέμπτου αιώνα. Η Ακαδημία του Πλάτωνα οφείλει πολλά στο μοντέλο των πυθαγορείων αδελφοτήτων και, με τη σειρά της, αποτελεί το βασικό μοντέλο του Λυκείου του Αριστοτέλη και μιας πληθώρας άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που απαιτεί ο Πλάτων από τους πολιτικούς-φιλοσόφους του στην Πολιτεία είναι μακροσκελές και πολυσύνθετο. Ο μαθητής αρχίζει από παιδί με τη μουσική και τη γυμναστική και προχωρεί, στα τριάντα του, στη διαλεκτική, έχοντας περάσει από εντατικά μαθήματα μαθηματικών μετά από είκοσι ακόμη χρόνια οι ευφυέστεροι αποφοιτούν και συνεχίζουν προς την ανώτατη μελέτη, την ενατένιση του Αγαθού. Το πόσο κοντά βρισκόταν το πραγματικό πρόγραμμα της Ακαδημίας σε αυτό το σχήμα είναι άγνωστο. Αλλά για δύο τουλάχιστον πράγματα μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: πρώτον, ότι, αντίθετα με τον Ισοκράτη, ο Πλάτων τόνισε ιδιαίτερα τη σημασία των μαθηματικών επιστημών στην ανώτερη εκπαίδευση· και, δεύτερον, σκοπός του δεν ήταν να δημιουργήσει «καθαρούς» διανοουμένους, αλλά πολιτικούς-φιλοσόφους, άνδρες που μπορούσαν να επηρεάσουν και θα επηρέαζαν την πορεία των γεγονότων στις πόλεις τους και στον ελληνικό κόσμο συνολικά.
 
Όσο και αν θέλει κανείς να παρουσιάζει αυτό που εμείς ονομάζουμε φιλοσοφία και επιστήμη ως προϊόν μιας ενιαίας, συνεχούς εξέλιξης στην αρχαία Ελλάδα, οι μαρτυρίες που διαθέτουμε δείχνουν μια πολύ διαφορετική και εξαιρετικά πιο σύνθετη ιστορία. Έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε την ποικιλία των πολιτικών θεσμών που δημιουργήθηκαν από τους Έλληνες – ποικιλία που βρίσκεται σε μεγάλη αντίθεση προς τα μονολιθικά αυταρχικά καθεστώτα των υπερδυνάμεων της Εγγύς Ανατολής, της Αιγύπτου δηλαδή και της Περσίας, και έγινε δυνατή ακριβώς χάρη στην απουσία τους. Ωστόσο δεν είναι άσχετο ότι οι αρχαίοι Έλληνες ανέπτυξαν επίσης μια ποικιλία διαφορετικών αντιλήψεων για την εκπαίδευση. Κατά τον έκτο και τον πέμπτο αιώνα π.Χ. φιλόσοφοι και επιστήμονες με πολύ διαφορετικές ιδέες, ενδιαφέροντα και φιλοδοξίες συναγωνίζονται, ως παιδαγωγοί, μεταξύ τους, με τους ποιητές και με τους θρησκευτικούς καθοδηγητές. Ακόμη και κατά τον τέταρτο αιώνα, και παρά την κοινή σε όλες τις ανταγωνιστικές σχολές διακήρυξη ότι δίδασκαν φιλοσοφία, η κάθε σχολή εννοούσε κάτι διαφορετικό: εκτός από τον Πλάτωνα υπήρχε βέβαια και ο Ισοκράτης, που έλεγε πως έκανε και δίδασκε «φιλοσοφία». Αυτή άλλωστε ακριβώς η ποικιλία των διαφορετικών ανταγωνιστικών μοντέλων εκπαίδευσης και φιλοσοφίας συντελεί σημαντικά στη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των Ελλήνων ως προς τις διακρίσεις μεταξύ διαφόρων πνευματικών περιοχών αλλά και στην ανάπτυξη ενός διαλόγου για θεμελιώδη ηθικά προβλήματα. Όπως είχε καταλάβει ο Πλάτων, το ζήτημα της σωστής εκπαίδευσης δεν μπορούσε να αποφασιστεί ανεξάρτητα από το ζήτημα του σωστού βίου συνολικά.
 
Η άποψη του Αριστοτέλη για τη φιλοσοφία ως προϊόν φυσικής περιέργειας σε μια κοινωνία της σχόλης είναι χρήσιμη ως ένα σημείο. Είναι φανερό πως ο έλληνας πολίτης μπορούσε να αφιερώσει χρόνο και ενέργεια στις δραστηριότητες που τόσο απολάμβανε -τα πολιτικά και τα κοινωνικά πράγματα της πόλης-κράτους, μαζί με τις γιορτές και την ψυχαγωγία- επειδή ακριβώς ήταν σχετικά ξένοιαστος για τα προς το ζην. Οι οικονομικές συνθήκες επέτρεπαν στα άτομα να ασχολούνται με θεωρητικές σπουδές χωρίς να ενδιαφέρονται αν θα τους απέδιδαν κάποιο χρηστικό αποτέλεσμα. Οι πολιτικές συνθήκες της Ελλάδας, άλλωστε, επηρέαζαν θετικά την ανάπτυξη του ελεύθερου διαλόγου, που υπήρξε τόσο σημαντικός για την εξέλιξη της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως τόσο η λογική όσο και η ηθική προέρχονται κατά βάθος από τις διαμάχες της αγοράς, των δικαστηρίων και των συνελεύσεων στις πόλεις-κράτη. Η ανάπτυξη, ωστόσο, της φυσικής επιστήμης και των μαθηματικών χρειαζόταν και άλλες προϋποθέσεις, ιδιαίτερα την έννοια της συνεργασίας στην έρευνα. Στο σημείο αυτό συνέβαλαν σημαντικά και οι Πυθαγόρειοι και οι ιατρικές σχολές (με τους πολύ διαφορετικούς τους τρόπους). Αλλά και στις δύο περιπτώσεις το βασικό κίνητρο αυτών των ενώσεων δεν ήταν κάποιο ιδέα για την αξία της επιστημονικής έρευνας ως αυτοσκοπού. Δεσμοί θρησκευτικοί και πολιτικοί συνέβαλαν στη διατήρηση της ενότητας στις ομάδες των Πυθαγορείων, ενώ οι ιατρικές σχολές ήταν ενώσεις που είχαν δημιουργηθεί με κίνητρα αποκλειστικά επαγγελματικά, όπως οι συντεχνίες του Μεσαίωνα ή τα νεότερα εργατικά σωματεία. Άλλωστε, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γιατροί, όπως και οι Πυθαγόρειοι, κρατούσαν τις ανακαλύψεις τους μυστικές.
 
Είπαμε στην αρχή ότι οι πρώτες διεξοδικές φιλοσοφικές και επιστημονικές έρευνες διεξάγονται στο Λύκειο. Μπορούμε τώρα να υποθέσουμε πως η επιτυχία του Λυκείου είναι εν μέρει αποτέλεσμα ενός συνδυασμού της παράδοσης του ελεύθερου διαλόγου με την ιδέα της συλλογικής έρευνας που πάει πίσω στους Πυθαγορείους και τις πρώιμες ιατρικές σχολές. Αν και το Μουσείο της Αλεξάνδρειας θα ξεπεράσει αργότερα ακόμη και το Λύκειο στο φάσμα της έρευνας, τα ιδρύματα που προάγουν διεξοδικά την επιστημονική έρευνα σπανίζουν σε ολόκληρη την αρχαιότητα. Η ιδέα που κυριαρχεί στη δική μας κοινωνία, πως η επιστημονική έρευνα είναι το κλειδί για την υλική πρόοδο, είναι ξένη για τους αρχαίους. Πραγματικά, αν και πολλοί αναγνώριζαν πως ο πολιτισμός είχε σημειώσει πρόοδο κατά το παρελθόν, πολύ λίγοι θα πίστευαν πως θα μπορούσε στο μέλλον να γνωρίσει μεγαλύτερη ανάπτυξη. Ο λόγος ύπαρξης του Λυκείου και του Μουσείου, όπως και όλων των άλλων σχολών, μικρότερου ενδιαφέροντος, που είχαν δημιουργηθεί κατά το δικό τους πρότυπο, δεν ήταν η ιδέα της χρηστικότητας της επιστημονικής έρευνας αλλά το ιδεώδες μιας «ελευθέριας», ανώτερης παιδείας. Οι φυσικές ή οι βιολογικές επιστήμες αποτελούν μέρος της φιλοσοφίας με την ευρύτερη έννοια του όρου, και, με δύο βασικές εξαιρέσεις, το ενδιαφέρον για τα ενδεχόμενα πρακτικά πλεονεκτήματα που θα προέρχονταν από τις επιστημονικές ανακαλύψεις ήταν σχεδόν άγνωστο. Η πρώτη κύρια εξαίρεση είναι η εφαρμογή της τεχνολογίας στη βελτίωση των πολεμικών όπλων – πολιορκητικές μηχανές, καταπέλτες και άλλα. Η δεύτερη είναι η ιατρική. Πολλοί από τους γνωστότερους βιολόγους ήταν γιατροί, και κίνητρο της έρευνάς τους ήταν, ως ένα βαθμό, η επιθυμία τους να βελτιώσουν τη θεραπεία των ασθενών, πάνω στους οποίους προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο φημισμένοι και επιτυχημένοι γιατροί της αρχαιότητας δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν τελείως την περιφρόνηση που συνήθως υπήρχε για τους τεχνίτες. Στην αρχαία ελληνική κλίμακα αξιών ο θεωρητικός ήταν πάντα ανώτερος από τον τεχνολόγο, και παρόλο που η ιδεολογία αυτή δεν απαγόρευε τελείως την εφαρμογή των επιστημονικών ανακαλύψεων, σίγουρα την εμπόδιζε αναστέλλοντας σημαντικά τη γόνιμη διασταύρωση διαφορετικών πνευματικών κλάδων.

Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη και σε ξεγελάει

Πρόσεχέ την.
Ξέρει να σε ξεγελάει.
Καμιά φορά αντί να κλαίει, χορεύει.
Και αντί να δείχνει τον πόνο που κουβαλάει, σου προσφέρει το πιο ωραίο της χαμόγελο.
Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη.

Μπορεί να σε καταπιεί.
Η θλίψη.
Και είναι και ερωτεύσιμη.
Βολικά καταστροφική.

Θέλεις να της ξεφύγεις ε;
Πολύ κουπί θα χρειαστεί…
Και μόλις απομακρυνθείς;
Σε ξαναβρίσκει.

Νομίζεις πως έχεις δραπετεύσει από αυτήν, αλλά εκείνη χτυπάει εντελώς ξαφνικά εκεί που δε την περιμένεις και σε αφήνει ανήμπορο.
Ανίκανο για οτιδήποτε.
Να σε κάνει έρμαιό της επιθυμεί και το απολαμβάνει αυτό της το παιχνίδι.

Είσαι απλά η μαριονέτα της.
Εκείνη κρατάει τα νήματα σου.
Ζεις και εσύ όπως και η μαριονέτα σε ένα μεταίχμιο.
Αν τραβήξει τα νήματα σου λίγο πιο δυνατά απ' ότι αναλογεί στο βάρος σου, θα πετάξεις.
Και αν σε αφήσει χαλαρό, θα σωριαστείς στο έδαφος.
Όπως μια μαριονέτα.

Και παίζει και παιχνίδια με το μυαλό σου.
Έχει υψηλή νοημοσύνη.
Μην νομίζεις ότι μπορείς να της κρύψεις τι νιώθεις.
Αφήνει τα δίχτυα της στο μυαλό σου και μετατρέπει κάθε σου θετικό συναίσθημα σε αρνητικό.
Τα μπουρδουκλώνει όλα.

Την ευτυχία σε μελαγχολία.
Την αγάπη σε μίσος.
Τον έρωτα σε φόβο.
Την προσπάθεια σε αδιέξοδο.
Τη δύναμη σε τρώση.

Την κουβαλάς μαζί σου την θλίψη χωρίς καν να το καταλάβεις.
Φυτρώνει όπως στα σπίτια η σκόνη.

Και ξέρεις, στη χώρα της κυρά Θλίψης και του κύριου Πόνου ο καθένας μας είναι μόνος.
Μην περιμένεις βοήθεια.
Κανείς δε μπορεί να σε βοηθήσει, όσο και να το θέλεις.
Μπορεί βέβαια να σε βοηθήσει να την ξεχάσεις.
Να προχωρήσεις λίγα μέτρα μακριά της όσο εκείνη δεν ασχολείται μαζί σου.
Μπορεί να σου χαρίσει μια κατάσταση προσωρινής ευτυχίας.

Και μετά;
Μετά εκείνη ακονίζει τα κόκκινά της νύχια και έρχεται σαν σίφουνας στη ζωή σου και στα γκρεμίζει όλα!
Όλα όσα σε βοήθησαν να χτίσεις, να συμμαζέψεις.
Και γεμίζει πάλι τρύπες τη ψυχή σου.
Όπως κάνει στα ρούχα ο σκόρος.

Η θλίψη τελικά είναι απέραντη και μας πνίγει από παντού.

Ποιος να τα βάλει με τη θλίψη; Όσο αντιστέκεσαι, νικάει.
Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη σου λέω!

Ο Σκοπός της Zωής είναι η Eξέλιξη του Eαυτού μας

«Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Γκρέι. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη, ανήθικη από επιστημονική άποψη».
 
– «Γιατί»;
 
– «Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή.
      
Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη.
 
Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές.
 
Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν.
 
Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας –γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη.
 
Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.
 
Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους.
Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές.
 
Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε.
 
Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο θείο, που είναι το μυστικό της θρησκείας –αυτά μας κυβερνούν.
 
Αλλά.... Πιστεύω ότι αν ένας άνθρωπος ζούσε τη ζωή του με πληρότητα, αν την εξαντλούσε ως την τελευταία της σταγόνα, αν έδινε μορφή σε κάθε του συναίσθημα κι έκφραση σε κάθε του σκέψη, αν υλοποιούσε κάθε του όνειρο- πιστεύω ότι ο κόσμος θα κέρδιζε μια τόσο καινούρια και ορμητική χαρά, που θα ξεχνούσε όλες τις αρρώστιες του μεσαιωνισμού και θα επιστρέφαμε στο ελληνικό ιδεώδες –ίσως και σε κάτι λεπτότερο, πλουσιότερο κι από το ελληνικό ιδεώδες.
 
Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.
 
Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.
 
Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.
 
Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.
 
Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.
 
Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.
 
Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.
Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου».
 
Όσκαρ Ουάιλντ, Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ

Σήμερα βρίσκεστε εκεί που οι σκέψεις σας, σας έχουν φέρει

«Σήμερα βρίσκεστε εκεί που οι σκέψεις σας, σας έχουν φέρει· αύριο θα βρίσκεστε εκεί που οι σκέψεις σας θα σας πάνε».

Παρόλο που αυτό, θα έλεγε κανείς, ότι είναι μια σοφή και απλή σκέψη, αποδεικνύεται αρκετά τρομακτική για τα άτομα που ταλαιπωρούνται από κρίσεις πανικού. Οι κρίσεις πανικού μπορεί να προκαλούνται από κατάθλιψη, άγχος, προβλήματα ύπνου ή από πολλά άλλα ζητήματα υγείας και πολύ συχνά χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή, ώστε να μπορεί κάποιος να τις καταπολεμήσει επαρκώς. Για να καταφέρετε να αποφύγετε ή να ξεπεράσετε τις κρίσεις πανικού, δώστε βάση στις ακόλουθες πληροφορίες και συμβουλές, που θα σας βοηθήσουν.

1. Εξασκήστε την ηθελημένη θετικότητα

Αν και είναι πολύ ευκολότερο να αφήσετε τον εαυτό σας να νιώθει άσχημα από το να προσπαθήσετε να νιώσετε καλά, αξίζει η έξτρα προσπάθεια και ο χρόνος για να δημιουργήσετε και να διατηρήσετε σε γενικά επίπεδα μια θετική ματιά στη ζωή. Όταν νιώθετε τον πανικό να πλησιάζει, το πιο δελεαστικό είναι να παραδοθείτε σε αυτόν και στην κατάθλιψη. Εντούτοις, είναι πολύ σημαντικό να επιτρέψετε στον εαυτό σας να συνειδητοποιήσει- ή να πιέσετε την επιθυμία σας- ότι κάνοντας αυτό, εμποδίζετε τον εαυτό σας από το να αποδεχτεί την πραγματικότητα και να προχωρήσει μπροστά με ένα βαθμό θετικότητας.

2. Μην έχετε τύψεις που νιώθετε άσχημα

Αντί να νιώθετε ενοχές που σκέφτεστε αρνητικά, που νιώθετε δυστυχισμένοι ή που οι κρίσεις μπορεί να έρθουν οποιαδήποτε στιγμή, απλά αναγνωρίστε και αποδεχτείτε τα συναισθήματά σας, και αναλογιστείτε τα βήματα ή τα μέτρα που πρέπει να λάβετε, για να βελτιώσετε τη ζωή σας. Αυτό ίσως δεν απομακρύνει εντελώς τις κρίσεις πανικού, αλλά αποτελεί έναν δυναμικό τρόπο αποδοχής και απελευθέρωσης, για να μπορέσετε να μειώσετε την επίδρασή τους και να κάνετε κάποια πρόοδο μακροπρόθεσμα.

3. Εστιάστε στο παρόν

Είναι σοφό να θυμάστε το παρελθόν, ώστε να μπορείτε να μαθαίνετε από αυτό και να οραματίζεστε το μέλλον, ώστε να είστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό, αλλά οι σκέψεις, οι λέξεις και οι πράξεις του παρόντος είναι αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στην ευτυχία και στην εσωτερική σας γαλήνη. Επιπλέον, δεν είναι τελικά τόσο παραγωγικό να συγκρίνετε την παρούσα διάθεσή σας με παρελθοντικές καταστάσεις σας· αν εστιάσετε στο να μένετε θετικοί στο παρόν, τότε θα έχετε λιγότερες πιθανότητες να βιώσετε κρίσεις πανικού στο παρόν.

4. Σκεφτείτε παραγωγικά

Σκέψεις όπως «πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτό;» ή «γιατί σε εμένα;» ή «τι έχω κάνει για να το αξίζω αυτό;» δεν είναι ούτε θετικές, ούτε όμως και παραγωγικές. Κατά πρώτον, ερωτήσεις τέτοιου είδους δεν έχουν ξεκάθαρες απαντήσεις. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν γνωρίζατε τις απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, δεν θα σας βοηθούσαν να επιλύσετε τις δυσκολίες.

5. Μην περιμένετε να συμβεί το χειρότερο πιθανό σενάριο

Είναι σωστή κίνηση το να προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο πιθανό σενάριο- αλλά το να περιμένουμε ότι σίγουρα αυτό θα είναι τελικά που θα συμβεί είναι τελείως διαφορετικό και προφανώς θα δημιουργήσει πανικό και φόβο. Εξάλλου, τελικά το χειρότερο πιθανό σενάριο σπάνια πραγματοποιείται, οπότε δεν είναι και πολύ σοφό να εστιάζετε μόνο σε αυτό. Με αυτό τον τρόπο μένετε απροετοίμαστοι για όλες τις άλλες καταστάσεις, οι οποίες είναι πολύ πιθανότερο να συμβούν.

6. Μην εξαρτάστε από εξωτερικές πηγές ευτυχίας

Τόσο η λύτρωση, όσο και η ευτυχία βρίσκονται μέσα μας· για την ακρίβεια, όταν εξαρτιόμαστε από εξωτερικές πηγές ευτυχίας, καταλήγουμε να είμαστε πιο ευερέθιστοι, αγχωμένοι, να νιώθουμε πως είμαστε αδύναμοι, να υιοθετούμε κακές συνήθειες και ανευθυνότητα. Επιπροσθέτως, τα εσωτερικά μας ζητήματα δεν μπορούν να επιλυθούν ποτέ πλήρως από εξωτερικές από εμάς πηγές- απλά θάβονται βαθιά μέσα μας και όταν αναδύονται, προκαλούν έντονους πανικούς.

Υπενθύμιση: Μη βασίζεστε στην κοινή λογική

Όταν οι άνθρωποι σκεφτόμαστε και δρούμε όπως μας καλούν τα ένστικτά μας να κάνουμε, τότε συχνά ακολουθεί πανικός. Δυστυχώς, οι πιο πολλοί άνθρωποι εξισώνουν τις πρώτες σκέψεις τους με την κοινή λογική- όταν όμως στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι αλήθεια. Τα συναισθήματα και τα ένστικτα επηρεάζονται και μεταβάλλονται κατά πολύ από την κατάθλιψη και τον πανικό, οπότε δεν αποτελούν και πολύ καλούς συμβούλους. Αντιθέτως, είναι αποτελεσματικότερο να αποδεχτείτε τους φόβους σας και να προσπαθήσετε να απελευθερωθείτε από αυτούς με υπομονή και επιμονή.

Δεν είναι η ζωή κάτι άλλο παρά μια ανάβαση

Μάθε να αντέχεις στον καιρό τον κρύο και στον ζεστό.

Αγκάλιασε την ταλαιπωρία και δες την σαν τον μέσον που στην κορυφή θα σε οδηγήσει.
Δεν είναι η ζωή κάτι άλλο παρά μια γλυκιά ανάβαση.

Ανθρώπους πολλούς θα γνωρίσεις. Με πολλούς μαζί θα πορευτείς περπατώντας στα ανηφορικά μονοπάτια της ζωής βλέποντας όμως όμορφα ηλιοβασιλέματα κατά καιρούς.

Αυτούς τους ανθρώπους μη τους αφήσεις για να φτάσεις πιο γρήγορα στην κορυφή, γιατί θα δεις πως τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από το να στέκεσαι εκεί πάνω με τον άνθρωπο σου και πως καμία κορυφή δεν αξίζει εάν δεν έχεις να την μοιραστείς.

Και αν καμιά φορά δεν μπορεί να κουβαλήσει τα πράγματα του ο συνοδοιπόρος σου πρέπει να τον ελαφρύνεις.

Δεν είναι η ζωή κάτι άλλο παρά μια ανάβαση με πολλά μονοπάτια.

Πολλές φορές θα μπερδευτείς ποιο θα ακολουθήσεις, και άλλοτε θα βρεθείς μέσα σε κάποια που δε θα καταλάβεις πότε ο χρόνος σε έβαλε εκεί. Και στο τέλος θα καταλάβεις πως λάθος μονοπάτι δεν υπάρχει.

Μάθε να προσαρμόζεσαι και με χαμόγελο να αντιμετωπίζεις την «λάθος» διαδρομή που πήρες. Κάτι άλλο θα δεις που αλλιώς δε θα το έβλεπες.

Δεν είναι η ζωή κάτι άλλο παρά μια ανάβαση στον ίδιο μας τον εαυτό.

Όταν αμφιβάλλεις, αποτραβήξου

Όταν θα έχεις μάθει πώς να επικεντρώνεσαι και να χρησιμοποιείς τη δύναμη της προσήλωσης για να κατακτάς τους στόχους σου, θα διαπιστώσεις ότι η δύναμη αυτή ή η ικανότητά σου έχει διακυμάνσεις. Θα υπάρξουν ημέρες, εβδομάδες ή και μήνες ακόμα που η ικανότητά σου να εστιάζεσαι θα είναι ισχυρή.

Ξαφνικά, για λόγους που δεν κατανοείς, θα νιώσεις τις δυνάμεις σου να διασκορπίζονται και την ικανότητα να επικεντρώνεσαι να χάνεται. Όταν συμβεί αυτό, όταν χάσεις τη συγκέντρωσή σου και δεν νιώθεις «καλά» ή «δυνατός», όταν νομίσεις ότι ξαφνικά έχασες τον προορισμό σου, το καλύτερο είναι να σταματήσεις και να αποτραβηχτείς για λίγο. Αν μπορείς, απλά σταμάτα και περίμενε.

Με άλλα λόγια, μην κάνεις τίποτα. Αν ξαφνικά η προσήλωσή σου καμφθεί, είναι πολύ καλύτερα να περιμένεις. Μέσα στην ανυπαρξία, μέσα στη σιωπή, μέσα στη μάλλον απαραίτητη στιγμή μηδαμινότητας, οι δυνάμεις σου ανακάμπτουν.

Αυτό συμβαίνει επειδή όλοι μας κατευθυνόμαστε από – εξωτερικούς – παράγοντες. Όταν είμαστε απασχολημένοι, έχουμε την τάση να ξεχνάμε πώς λειτουργεί το σύμπαν. Νομίζουμε ότι είναι οι εξωτερικοί παράγοντες που μας επηρεάζουν, ενώ στην πραγματικότητα όσα βρίσκονται «μέσα» μας είναι η πηγή όλων όσων εκδηλώνονται στη ζωή μας.

Να το θυμάσαι αυτό και να αποσύρεσαι, να σταματάς, να στρέφεσαι προς τα μέσα όταν τα πράγματα φαίνονται διασκορπισμένα ή δύσκολα.

Στην ουσία, αυτό ακριβώς σου λέει η αδυναμία εστίασης. Κραυγάζει: Κάνε ένα βήμα πίσω, σταμάτα, κάνε στην άκρη! Φύγε από το κέντρο της προσοχής, άφησε το παιχνίδι για λίγο, κάνε ένα κρύο ντους, αποτραβήξου και κοίτα μέσα σου.

Δες τι συμβαίνει στον περίγυρό σου και βρες τι έχει αποσυντονιστεί στο νου και στο σώμα σου. Παρατήρησε τα λόγια, τις σκέψεις, ποιες πράξεις σου δεν συμβαδίζουν με το σκοπό ή το στόχο σου. Βρες πού αντιστέκεσαι. Ευθυγραμμίσου.

Αν μπορείς, μην ξεκινήσεις, μέχρι η δύναμη προσήλωσής σου να ανακάμψει. Όταν είσαι έτοιμος και μπορείς να επικεντρώνεσαι ξανά, οι αμφιβολίες θα σκορπίσουν.

Το «Πρόβλημα ΠΕΡΙΜΕΝΩ»

Υπήρχε κάποτε ένας άνθρωπος που περίμενε όλη του τη ζωή να γίνει ευτυχισμένος. Την τελευταία φορά που είχαμε νέα του, ακόμα περίμενε…

Πιάνεις ποτέ τον εαυτό σου να κάθεται στην Αίθουσα Αναμονής της ζωής, σκοτώνοντας το χρόνο σου, περιμένοντας την ευτυχία, περιμένοντας το μεγάλο έρωτα, περιμένοντας το πράσινο φανάρι, περιμένοντας καλύτερες εποχές, περιμένοντας τη γέφυρά σου να εμφανιστεί; Τι πραγματικά περιμένεις, θάρρος – άδεια – τη σειρά σου – μηδενικό κίνδυνο –την κατάλληλη στιγμή – ένα σημάδι – μια εγγύηση;

Περιμένεις ή χρονοτριβείς; Είναι πραγματικά απαραίτητο αυτό το παιχνίδι της αναμονής ή μήπως μυστικά φοβάσαι να αυτοδεσμευτείς, να συμμετέχεις και να ρισκάρεις, να δώσεις τον εαυτό σου; Μερικές φορές με την αναμονή καλύπτεις το φόβο, την αμφιβολία για τον εαυτό σου, την αίσθηση αναξιότητας και την αποφυγή ανάληψης της ευθύνης της ζωής σου;

Το «Πρόβλημα ΠΕΡΙΜΕΝΩ» είναι ένα κοινό εμπόδιο για την ευτυχία, την αγάπη και την επιτυχία. Στην πραγματικότητα, δε χρειάζεται να περιμένεις. Η ευτυχία σε περιμένει. Η αγάπη σε περιμένει. Η επιτυχία σε περιμένει. Περιμένουν την επιλογή σου, την αποδοχή σου, ένα νεύμα από σένα, ένα «ναι» από σένα. Γιατί, όσο περιμένεις, δεν μπορείς να δεις τι είναι ήδη δυνατόν, τι είναι ήδη εδώ και τι σε περιμένει ήδη.

Το «Πρόβλημα ΠΕΡΙΜΕΝΩ» είναι στην πραγματικότητα μια αποσύνδεση αυτού που αφήνεις τον εαυτό σου να δεχτεί από αυτό που είναι αληθινά δυνατόν. Τα συμπτώματά του περιλαμβάνουν μετέωρη αίσθηση, έλλειψη, «κόλλημα», απουσία ροής, απουσία συγχρονικότητας, περισσότερη χρονοτριβή, υπερβολική ανάλυση, έλλειψη έμπνευσης, έλλειψη ενέργειας και νέκρα. Η ζωή σου είναι σε αναμονή, επειδή εσύ είσαι σε αναμονή. Ο κόσμος περιμένει, επειδή εσύ περιμένεις.

Η ειρωνεία είναι ότι ζούμε σε μια κοινωνία που σιχαίνεται να περιμένει, να στέκεται στην ουρά ή να μπαίνει σε αναμονή για οτιδήποτε. Κάθε ταμπελίτσα που γράφει «Χωρίς αναμονή» είναι σίγουρο ότι θα εξασφαλίσει ένα σωρό πωλήσεις – κι όμως, το «Πρόβλημα ΠΕΡΙΜΕΝΩ» είναι απόλυτα κυρίαρχο. Να μερικά παραδείγματα:

Οι σχέσεις πάσχουν, επειδή οι άνθρωποι περιμένουν να γίνουν καλά τα πράγματα πριν δεσμευτούν απόλυτα, περιμένουν για ένα σημάδι, πριν βάλουν το σημάδι τους στη ζωή.

Οι άνθρωποι νιώθουν μοναξιά επειδή περιμένουν την αγάπη αντί ν΄ αγαπούν, περιμένουν τη φιλία αντί να είναι φίλοι.

Στη δουλειά, μια από τις μεγαλύτερες αιτίες του κακού ομαδικού πνεύματος, είναι ότι όλοι περιμένουν να γίνει καλύτερο το ομαδικό πνεύμα.

Οι άνθρωποι γερνούν πρόωρα, επειδή περιμένουν να διασκεδάσουν μετά τη δουλειά, μετά τις δουλειές του σπιτιού, μετά τους λογαριασμούς, μετά από τούτη τη χρονιά, μετά τη σύνταξη, μετά την τακτοποίηση των εγγονιών.

Η θεραπεία παίρνει περισσότερο χρόνο, επειδή οι άνθρωποι περιμένουν να ξαναγίνουν καλά πριν διαλέξουν την ευτυχία, την ευεξία και την αγάπη. Διάλεξε τώρα!

Οι ανόητες συγκρούσεις κρατούν για πάντα, επειδή δυο άνθρωποι περιμένουν να πάρουν αυτό που δε θέλουν να δώσουν. Ο καθένας περιμένει τον άλλο να κάνει την πρώτη κίνηση.

Η εξάντληση, η αρρώστια και η αποτυχία συμβαίνουν επειδή οι άνθρωποι περιμένουν να κατακτήσουν πρώτα την επιτυχία, πριν διαλογιστούν, αναπαυθούν και ισορροπήσουν τη ζωή τους.

Οι άνθρωποι αγωνίζονται επειδή περιμένουν να καλυτερέψει η ζωή τους πριν παραιτηθούν από το μόχθο, περιμένουν τη γαλήνη, αντί να διαλέξουν τη γαλήνη.

Το καλύτερο αντίδοτο στην αναμονή είναι η προθυμία. Η προθυμία είναι η μεγάλη επίκληση, η φιλοσοφική λίθος. Είναι καθαρή αλχημεία. Τιθασεύει τη δύναμη της πρόθεσης, της εμπιστοσύνης, της πίστης και της αυτοδέσμευσης. Η προθυμία σε οδηγεί στις νέες πιθανότητες.

Η προθυμία εμπνέει ετοιμότητα. Με την ετοιμότητα, τα πάντα είναι δυνατά. Η ρήση: όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, ο δάσκαλος εμφανίζεται, μπορεί να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει πολλά: όταν ο εραστής είναι έτοιμος, ο σύντροφος εμφανίζεται, όταν ο καλλιτέχνης είναι έτοιμος, η έμπνευση εμφανίζεται, όταν εσύ είσαι έτοιμος, η ευκαιρία εμφανίζεται και, «όταν ο αποδέκτης είναι έτοιμος, το δώρο εμφανίζεται».

Νιώσε έτοιμος κι άφησε τον εαυτό σου να δεχτεί.

Νιώσε έτοιμος κι άφησε τον εαυτό σου να καθοδηγηθεί, να βοηθηθεί, να εμπνευσθεί, να ευλογηθεί και να αγαπηθεί.

Νιώσε έτοιμος και πρόθυμος, γιατί, αληθινά, τίποτε δεν κινείται σε τούτο τον κόσμο χωρίς τη θέλησή σου.

Ξεπέρασε την τάση σου να ζεις με ευκολία!

H αίσθηση που έχουμε περί ατυχίας είναι περιορισμένη. Μας λείπουν και κάποιες ακόμα και είναι  συνήθως αυτές που προηγούνται μίας μεγαλύτερης!

Η ουσιαστική ατυχία είναι, να ζεις με ευκολία ,να σκέφτεσαι με ευκολία, να επιλέγεις με ευκολία ενώ υπάρχεις σε μία δύσκολη πραγματικότητα! Άραγε ζεις;

Είναι σαν να επιλέγεις να περπατάς μόνο σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Όμως εκεί έχουν φτάσει ήδη άλλοι και δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο να ανακαλύψεις. Όλα  είναι γνώριμα και σύντομα θα γίνουν βαρετά.

Λόγος αυτής της επιλογής τις περισσότερες φορές  είναι η πεποίθηση ότι όταν ζεις προφυλαγμένος είσαι και ασφαλής, όταν δεν παίρνεις μία νέα θέση στα πράγματα δεν κινδυνεύεις να κατηγορηθείς ή να κριθείς. Άλλες φορές έχει να κάνει με την αντίληψη ότι αξίζεις κάτι παραπάνω, άρα τα πράγματα οφείλουν να έρθουν σε εσένα αντί να πας εσύ σε αυτά!

Όποιος και να είναι ο δικός σου προσωπικός λόγος ,το αποτέλεσμα παραμένει παθητικό και όπως κάθε τι που δεν κινείται, αρχίζει να εκπέμπει προς τα έξω κρυφή επιθετικότητα! Με πίεση  προς τους άλλους να δράσουν για σένα, να σκεφτούν για σένα, να θυσιαστούν για σένα… όμως έως πότε;

H ατυχία έγκειται στον αφελή τρόπο σκέψης, ότι μία τέτοια συμπεριφορά μπορεί να συντηρηθεί για πάντα, γιατί όπως κάθε άκαμπτη κατάσταση, θα αλλάξει έπειτα από μία ή περισσότερες μετασχηματιστικές εμπειρίες.

Θα το αγνοήσεις;
Στην προσπάθεια τους οι άνθρωποι  να αντιμετωπίσουν  την δυσκολία να αποφασίζουν, γίνονται υπερβολικά ψυχροί και σκληροί. Το ενδιαφέρον που δείχνουν προς τα έξω είναι υποκριτικό. Βαθιά μέσα τους γνωρίζουν ότι ενδιαφέρονται  μάλλον  για τον εαυτό τους.

Στην πραγματικότητα αυτό που επιθυμούν ,είναι να αποφύγουν την εσωτερική τους μελαγχολία αλλά πολλές φορές πηγαίνουν στο άλλο άκρο και γίνονται επιπόλαιοι και επιφανειακοί. Στην ουσία ξέρουν ότι η καλοπέραση δεν τους δίνει γερά θεμέλια.

Αν πραγματικά θέλετε να φροντίσετε για την ασφάλεια σας, τότε πρέπει να ανακαλύψετε το πραγματικό νόημα των πραγμάτων. Η ευτυχία βρίσκεται στο βάθος, εκεί που η ελπίδα έχει στέρεα βάση! Η αληθινή επιτυχία είναι η ανακάλυψη του αληθινού νοήματος της ζωής και όχι οι υλικές απολαύσεις.

Για να αντιμετωπίσετε την εσωτερική σας ατολμία, κάντε πράγματα που απαιτούν δυναμική δραστηριότητα. Αυτό που χρειάζεστε είναι, την χρυσή τομή μεταξύ καλοπέρασης και αξιοπρέπειας!
  • Αξιοποιήστε αποδοτικά όλο τον δυναμισμό σας.
  • Απολαμβάνετε με μέτρο.
  • Φανερώστε τα καταπιεσμένα σας συναισθήματα, μπορούν να σας οδηγήσουν σε νέους χρήσιμους δρόμους.
  • Αποφύγετε υπεροπτικές και ματαιόδοξες συνήθειες.
  • Φανείτε αποφασιστικοί απέναντι στα εμπόδια, όχι απαθείς!
  • Μάθετε να μην επιλέγετε πάντα την ευκολία, αλλά την ουσία.
  • Αποκτήστε μία φιλοσοφική ματιά για τα πράγματα.
  • Δώστε γενναιόδωρα τη συμπάθεια και την κατανόηση σας στους φίλους σας.
  • Φροντίστε να διατηρείτε πάντα τον αυτοσεβασμό σας.
Η ζωή σου ζητάει να την  ζήσεις θετικά… Όχι εξιδανικευμένα

Αληθινή αποστολή για τον καθένα είναι να βρει το δρόμο του

Έτσι, ξαφνικά, άστραψε μέσα μου σα ζωηρή φλόγα η γνώση: για τον καθένα υπήρχε μια “αποστολή”. Αλλά για κανέναν άνθρωπο δεν υπάρχει αποστολή που τη διαλέγει ο ίδιος, την περιγράφει και την κατευθύνει. Ήταν σφάλμα που ήθελε νέους θεούς και σφάλμα που φιλοδοξούσε να δώσει στον κόσμο κάτι νέο! Για τον αφυπνισμένο άνθρωπο δεν υπάρχει απολύτως κανένα άλλο καθήκον, παρά μόνο ένα: να ερευνήσει τον εαυτό του, να στεριώσει καλά σ’ αυτόν και να βαδίσει τον δικό του δρόμο, όπου κι αν οδηγεί. Αυτή η ανακάλυψη με συγκλόνιζε βαθιά και ήταν καρπός αυτού του βιώματος.

Πολλές φορές φαντάστηκα το μέλλον με διάφορα σχήματα, ονειρεύτηκα και διάφορους ρόλους που είχα να παίξω, είτε ως ποιητής είτε ως προφήτης ή ζωγράφος, ή κάτι άλλο τέλος πάντων. Όλα αυτά όμως ήταν ένα τίποτα. Δεν ήμουν στον κόσμο για να κάνω κηρύγματα ή να ζωγραφίζω ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος έχει τέτοιους σκοπούς στον κόσμο. Όλα αυτά είναι πάρεργα. Αληθινή αποστολή για τον καθένα είναι να βρει το δρόμο του, είτε με την ποίηση ή την τρέλα, την προφητεία. Δεν έχουν όλα αυτά καμιά σημασία. Εκείνο που προέχει είναι να βρίσκει κανείς τη μοίρα του, όχι την οποιαδήποτε μοίρα, και να ζει αδιατάραχτα σύμφωνα με τις επιταγές της.

Όλα τα άλλα είναι ατελή, προσπάθειες άχρηστες, καταφύγια σε ιδεώδη των μαζών, προσαρμογή και αγωνία του εσωτερικού κόσμου. Ο νέος σκοπός της ζωής μου στεκόταν μπροστά μου φοβερός και άγιος- χιλιάδες φορές τον είχα προαισθανθεί, πολλές φορές τον είχα εκφράσει, αλλά τώρα πρώτη φορά τον έζησα. Ήμουν ένα παιχνίδι της φύσης, της αβεβαιότητας, ίσως για να μια νέα πραγματικότητα!

Είχα ήδη δοκιμάσει πολλή μοναξιά, κι όμως τώρα ήξερα πως υπήρχε και άλλη, ακόμα βαθύτερη, που δεν μπορεί κανείς να την αποχωριστεί.

Όποιος πραγματικά δε θέλει τίποτ’ άλλο παρά τη μοίρα του, αυτός δεν έχει ανάγκη από ομοίους του. Στέκει μόνος και έχει μέσα του τον παγερό χώρο του κόσμου. Όποιος όμως θέλει μόνο τη μοίρα του, δεν έχει ανάγκη ούτε από πρότυπα ούτε από ιδεώδη- δεν επιδιώκει τίποτα το αγαπητό και το παρήγορο! Αυτόν το δρόμο πρέπει να παίρνει κανείς!

Ναι, αυτό είναι το απλησίαστο κατόρθωμα. Αλλά μπορεί κανείς να το ονειρευτεί, να το προγευτεί και να το προαισθανθεί. Πολλές φορές, μόνος, καταλάβαινα αυτή την αλήθεια.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

Σώφρων αυτός που νικάει τον εαυτό του

"Εκείνος που ενώ πάει να βλάψει τον διπλανό του, διστάζει —από φόβο μήπως, αποτυγχάνοντας να κάνει αυτό πού θέλει, εισπράξει αυτό πού δεν θέλει— είναι πιο συνετός.

Γιατί όσο φοβάται, διστάζει· κι όσο διστάζει, ο χρόνος πού παρεμβάλλεται τον κάνει να αλλάξει σχέδια. Τούτο όμως δεν θα είναι πια δυνατό, όταν το σχέδιο του θα έχει πραγματοποιηθεί, ενώ, απεναντίας, όσο διστάζει, είναι ακόμη δυνατό.

Κι όποιος, πάλι, νομίζει ότι μπορεί να κάνει κακό στους γύρω του χωρίς να πάθει κι ο ίδιος κάτι κακό, δεν σκέπτεται σωστά: οι ελπίδες δεν βγαίνουν πάντοτε σε καλό.

Κι είναι πολλοί εκείνοι πού έπεσαν σε ολέθριες συμφορές εξαιτίας τέτοιων ελπίδων και που, όπως αποδείχτηκε, έπαθαν οι ίδιοι όσα φαντάζονταν πως θα έκαναν στους άλλους.

Κανένας δεν μπορεί να εκτιμήσει πιο σωστά τη σωφροσύνη ενός ανθρώπου παρά μόνο όποιος αντιστέκεται στην επιθυμία για πρόσκαιρες ηδονές κι έχει τη δύναμη να αυτοκυριαρχείται και να νικάει τον εαυτό του.

Αντίθετα, όποιος προτιμά να ικανοποιήσει στη στιγμή τις επιθυμίες του, προτιμά το χειρότερο αντί για το καλύτερο".

Νέος Περιοδικός Πίνακας εξωπλανητών

Ένας νέος Περιοδικός Πίνακας Εξωπλανήτων ξεναγεί τους επιστήμονες και τους φανατικούς της επιστήμης σε πάνω από 3.700 γνωστούς εξωπλανήτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μπορούν να φιλοξενήσουν ζωή.

Για να οργανώσει τους χιλιάδες κόσμους που εντοπίστηκαν, αρχής γενομένης από τον πρώτο εξωπλανήτη που ανακαλύφθηκε το 1992, ο αστρονόμος Abel Méndez του Εργαστηρίου Πλανητικής Ικανότητας στο Πανεπιστήμιο του Πουέρτο Ρίκο δημιούργησε έναν χάρτη που ταξινομεί τους εξωπλανήτες σε 18 ξεχωριστές κατηγορίες.

«Γνωρίζουμε πάνω από 3.700 πλανήτες», δήλωσε ο Méndez σε συνέντευξή του στο Gizmodo. «Μπορούμε να τους ταξινομήσουμε κατά προσέγγιση ανάλογα με το μέγεθος και τη θερμοκρασία τους». Στο γενικότερο επίπεδο, οι εξωπλανήτες ή οι πλανήτες πέρα ​​από το ηλιακό μας σύστημα ταξινομούνται με βάση την απόσταση από το αστέρι γύρω από το οποίο περιστρέφονται και τη θερμοκρασία τους.

Αυτό τους τοποθετεί σε μία από τις τρεις ζώνες: Καυτή Ζώνη, Ζεστή Ζώνη ή Ψυχρή Ζώνη. Οι εξωπλανήτες διακρίνονται επίσης από το μέγεθος και τη σύνθεση (βραχώδεις πλανήτες ή γίγαντες αερίων όπως ο Ποσειδώνας και ο Δίας). Όπως και στον πραγματικό περιοδικό πίνακα, κάθε κατηγορία εξωπλανήτων έχει έναν αριθμό που έχει εκχωρηθεί σε αυτήν, το οποίο δείχνει πόσοι από ένα συγκεκριμένο είδος πλανήτη έχουν ανακαλυφθεί.

Η ιστορία της επιστήμης στην αρχαία Ελλάδα

Η ιστορία της επιστήμης στην αρχαία Ελλάδα, ξεκινάει με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Την εποχή εκείνη η επιστήμη και η φιλοσοφία δεν αποτελούσαν ξεχωριστά αντικείμενα όπως σήμερα. Η δίψα για γνώση ξεκινούσε από φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και του κόσμου. Οι απαντήσεις δίνονταν μέσα από έναν φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και όχι με μεθόδους που θεωρούμε σήμερα “επιστημονικές". Έτσι η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία γέννησε την Επιστήμη κι όχι αντίθετα. Η φιλοσοφία αγκάλιαζε και δικαιολογούσε την επιστημονική έρευνα, με την έννοια που εμείς δίνουμε σήμερα στην επιστήμη.

Η Φυσική Φιλοσοφία των Προσωκρατικών αποτέλεσε τη γέφυρα που συνέδεσε τον αρχαίο μυστικισμό και τη φιλοσοφία, με την επιστήμη και τη φιλοσοφία της κλασσικής Ελλάδας η οποία αποτέλεσε το λίκνο αυτού που σήμερα ονομάζουμε “Δυτικό πολιτισμό". Σ’ αυτήν μπορούμε να διακρίνουμε δύο τάσεις. Η μία πιο μυστικιστική που ακολουθεί την παράδοση και το θρησκευτικό μυστικισμό των Ορφικών αντιπροσωπεύεται απ’ τον Πυθαγόρα. Η άλλη προσπαθεί να αποσπασθεί από την παράδοση και να εκφράσει τη δομή και την οργάνωση της Φύσης με διαφορετική μέθοδο και ορολογία και αντιπροσωπεύεται από τους Ίωνες φιλοσόφους (Ηράκλειτος, Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης) καθώς και από τους Ελεάτες (Ζήνωνας, Παρμενίδης).

Οι προσωκρατικοί ονομάστηκαν “Φυσικοί Φιλόσοφοι” επειδή προσπαθούσαν μέσα απ’ τη μελέτη της φύσης να πλησιάσουν και να γνωρίσουν την “Πρώτη Αρχή” που κινεί τα πάντα. Επιχείρησαν να ερευνήσουν τους Νόμους της Φύσης, ανάγοντας την όλη δομή του Σύμπαντος σε κάποιο “υλικό στοιχείο Έτσι προκύπτουν διαφορετικές θεωρήσεις: ο Θαλής ο Μιλήσιος θεωρεί αρχή των πάντων το “Υδωρ” και βλέπει έναν θεό μέσα σε καθετί [1], ο Αναξίμανδρος το “Άπειρο”, ο Αναξιμένης τον “Αέρα”, ο Ηράκλειτος το “Πυρ” και ο Παρμενίδης το “Ον". Αυτές οι θεωρήσεις οδήγησαν στο να χαρακτηριστούν “Υλοζωιστές” (δηλ. “αυτοί που πιστεύουν ότι η ύλη είναι ζωντανή”) επειδή έδιναν έμβια χαρακτηριστικά σε άψυχα στοιχεία (νερό, αέρας, φωτιά). Αλλά όλες αυτές οι διαφορετικές θεωρήσεις αποτελούν όψεις μιας Πρώτης Αιτίας που για τους προσωκρατικούς ήταν ο στόχος της μελέτης τους.

Η δράση των Προσωκρατικών προχωράει και σε άλλους τομείς της επιστήμης. Όσον αφορά π.χ. την γένεση της ζωής στη Γη, ο Αναξίμανδρος θεωρεί ότι η ζωή δημιουργούνταν αυτόματα απ’ τη λάσπη και ότι τα πρώτα ζώα ήταν ψάρια με αγκαθωτό δέρμα. Τα υπόλοιπα ζώα αποτελούν χερσαίους απόγονους των ψαριών. Την ίδια άποψη για την προέλευση της ζωής (απ’ τη λάσπη) διατύπωσε κι ο Αναξιμένης με τη διαφορά ότι θεωρούσε καταλυτική την παρουσία του αέρα και της θερμότητας του Ήλιου. Στην κλασσική Ελλάδα δεν παρουσιάζεται ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον για τις επιστήμες, (τουλάχιστον όχι για ό,τι θεωρούμε σήμερα επιστημονικό). Η έρευνα στρέφεται απ’ το εξωτερικό περιβάλλον προς το εσωτερικό του ανθρώπου. Η Φιλοσοφία και η Ηθική κυριαρχούν. Το ενδιαφέρον για τη γνώση δεν έχει χαθεί, απλά αυτή αλλάζει αντικείμενο και στόχο.

Στα έργα του Πλάτωνα - στα οποία διακρίνονται έντονες πυθαγόρειες επιδράσεις - η Γεωμετρία και τα Μαθηματικά έχουν μια ξεχωριστή θέση. Αποτελούν εργαλεία για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τους κρυμμένους νόμους της φύσης, να πλησιάσει το Ον. Η φράση “Ουδείς αγεωμέτρητος εισί” (= ας μην εισέλθει κάποιος αγεωμέτρητος) που δέσποζε στην είσοδο της Ακαδημίας, έκφραζε την πλατωνική θεώρηση που ήθελε τη φύση οργανωμένη με μαθηματικούς νόμους και αναλογίες, αποτυπωμένους σ’ ένα “γεωμετρικό” μοντέλο του κόσμου. Στον έργο του “Τίμαιος” ο Πλάτωνας σχεδιάζει μια κοσμογονία σύμφωνα με μια πυθαγόρεια γραμμή και παρουσιάζει τη μουσική να στηρίζεται σε μαθηματικούς λόγους.

Μετά τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης δίνει μια νέα ώθηση στην επιστημονική μεθοδολογία. Δίχως να παραγνωρίζει τη μεταφυσική όψη της, ο Αριστοτέλης κατευθύνει την έρευνά του σε πιο πρακτικούς στόχους. Μελετά τον άνθρωπο και τη φύση συστηματοποιώντας την έρευνα σε τομείς παρόμοιους με αυτούς της σημερινής επιστήμης. Ουσιαστικά η νοοτροπία του σημερινού πολιτισμού βασίζεται στο αριστοτέλειο ορθολογιστικό μοντέλο σκέψης, το οποίο επικράτησε στα χρόνια της Αναγέννησης έναντι του πλατωνικού μεταφυσικού μοντέλου. Η ταξινόμηση, η παρατήρηση, το πείραμα, η ανάλυση, αν και δεν χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά απ’ τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, αποτέλεσαν τον άξονα της θεώρησής του για τον κόσμο. Αργότερα η αριστοτέλεια μεθοδολογία θα υιοθετηθεί απ’ τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό απ’ τον οποίο ξεπήδησε η επιστήμη των ημερών μας. Σημαντικό ρόλο στην ιστορία της σκέψης και της επιστήμης έπαιξαν επίσης οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην πολιτισμική αυτοκρατορία που δημιούργησε ο μακεδόνας Βασιλιάς, βασίστηκε η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην Ανατολή. Στα ελληνιστικά χρόνια, (323-30 π.Χ.) αν και δεν έχουμε μια “επιστημονική επανάσταση”, αναπτύσσεται έντονη ερευνητική δραστηριότητα σε επιστήμες όπως τα Μαθηματικά, η Μηχανική και η Αστρονομία. Παρουσιάζονται σπουδαίοι μαθηματικοί (Ευκλείδης, Αρχιμήδης, Απολλώνιος) και αστρονόμοι (Ίππαρχος). Την ίδια εποχή οι Αιγύπτιοι αλχημιστές προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις χημικές αντιδράσεις με την αριστοτέλεια λογική κάνοντας βήματα προς τη μεταγενέστερη “επιστημονική χημεία".

Αστρονομία
Τις πρώτες Αστρονομικές θεωρήσεις μπορούμε να τις αποδώσουμε στους Πυθαγόρειους αστρονόμους - μαθηματικούς, που προσπαθούσαν μέσα απ’ τα Ιερά Μαθηματικά τους να ανακαλύψουν τις αρμονίες του Σύμπαντος. Το μοντέλο του ηλιακού μας συστήματος που προτείνουν, περιλαμβάνει μια Κεντρική Εστία γύρω απ’ την οποία περιστρέφονται όλα τα ουράνια σώματα που βρίσκονται κοντά στη Γη. Παρουσιάζουν δηλ. ένα ηλιοκεντρικό σύστημα 2.000 χρόνια πριν απ’ τη διατύπωσή του απ’ τον Κοπέρνικο. Επίσης πρώτος ο Πυθαγόρας (585 ή 565 - 500; π.Χ.) αναφέρεται στη σφαιρικότητα της Γης. Αργότερα την ίδια άποψη υποστήριξαν ο Ικέτας και ο Έκφαντος οι οποίοι δίδαξαν και την περιστροφή της Γης γύρω απ’ τον άξονά της. Στον αντίποδα των πυθαγορείων υπολογισμών - και στην ίδια εποχή - ο Αναξίμανδρος δεχόταν τη Γη μετέωρη στο διάστημα, αλλά και σαν κέντρο του κόσμου.

Αργότερα ο Πλάτωνας (428-348 π.Χ.) προσπάθησε να παρουσιάσει ένα ηλιοκεντρικό μοντέλο με την αντίληψη της ομαλής κυκλικής κίνησης των ουρανίων σωμάτων γύρω απ’ την κεντρική εστία, θέλοντας ίσως να δώσει μια νομοτελειακή και μαθηματικά αρμονική όψη του Σύμπαντος. Επηρεασμένος απ’ τις πλατωνικές ιδέες ο Εύδοξος παρουσιάζει την υφήλιο σαν ένα σύστημα ομόκεντρων σφαιρών. Σε κάθε πλανήτη αποδίδει τέσσερις ομόκεντρες σφαίρες, ενώ στον Ήλιο και τη Σελήνη τρεις.

Ο Αριστοτέλης (384-323/2 π.Χ.) υιοθέτησε το μοντέλο του Εύδοξου, άλλαξε όμως το κέντρο του. Παρουσιάζει τον κόσμο σαν “κρεμμύδι” που αποτελείται από 55 ομόκεντρες σφαίρες, στο κέντρο των οποίων βρίσκεται η Γη. Το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη έμελλε να επικρατήσει σ’ όλο τον δυτικό κόσμο μέχρι τον 16ο αι. μ.Χ., αφού υιοθετήθηκε απ’ την χριστιανική κοσμοθεωρία που επικράτησε τους πρώτους αιώνες μ.Χ.

Κάποια σκοτεινά σημεία που άφηνε η αριστοτέλεια άποψη για τον κόσμο, προσπάθησε να διορθώσει ο Ηρακλείδης ο Πόντιος (4ος αι. π.Χ.), φτάνοντας στην υπόθεση ότι ο Ερμής και η Αφροδίτη κινούνται γύρω απ’ τον Ήλιο κι όχι γύρω απ’ τη Γη. Πάντως και γι’ αυτόν ο Ήλιος και οι υπόλοιποι πλανήτες περιστρέφονται γύρω απ’ τη Γη. Για να εξηγήσει δε τις ημερήσιες κινήσεις των ουρανίων σωμάτων δέχτηκε ότι η Γη περιστρέφεται και η ίδια γύρω απ’ τον άξονά της. Παρόλα αυτά η ιδέα ενός ηλιοκεντρικού συστήματος και της σφαιρικής Γης δεν είχε ακόμα εγκαταλειφθεί. Την διατυπώνει ξανά ο Αρίσταρχος ο Σάμιος τον 3ο αι. μ.Χ.

Γύρω στο 235 π.Χ. ο Ερατοσθένης, υπεύθυνος της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, υπολογίζει τη περίμετρο της Γης μετρώντας τη σκιά ενός ραβδιού και την βρίσκει ίση με 40.000 χλμ., σχεδόν όσο την υπολογίζουν και οι σημερινοί επιστήμονες με τα σύγχρονα μέσα. Το “σφάλμα” του Ερατοσθένη θεωρείται μηδαμινό. Ο ίδιος μάλιστα θεμελίωσε την επιστημονική Γεωγραφία και σχεδίασε έναν χάρτη του τότε γνωστού κόσμου που περιλάμβανε ένα τμήμα της Ευρώπης, ένα της Ασίας και ένα της Β. Αφρικής.Μια ακόμα μεγάλη μορφή της Αστρονομίας εμφανίζεται γύρω στο 130 π.Χ.: ο Ίππαρχος. Υποστηρικτής κι αυτός του γεωκεντρικού συστήματος, δεν τοποθετεί τη Γη στο γεωμετρικό κέντρο μιας κυκλικής τροχιάς, αλλά σ’ έναν έκκεντρο κύκλο στον οποίο ο πλανήτης μας κατείχε τη θέση έκκεντρου. Έτσι έλυσε κάποιες ανισότητες και μη κανονικότητες που παρατηρούνταν στις κινήσεις του Ήλιου και της Σελήνης και δικαιολόγησε την ανισότητα στη διάρκεια των εποχών. Παρατήρησε επίσης το φαινόμενο της μετάπτωσης των ισημεριών και έδωσε τις μαθηματικές μεθόδους που επέτρεπαν τον υπολογισμό του γεωγραφικού μήκους.

Την εικόνα που έχει σχηματιστεί για την Αστρονομία στην αρχαία Ελλάδα ήρθε να συμπληρώσει κάποιο ένα αρχαιολογικό εύρημα: ο “αστρολάβος των Αντικυθήρων” του 1ου αι. π.Χ. Πρόκειται για ένα σύστημα από 20 αλληλοεξαρτώμενους οδοντωτούς τροχούς που κινούσε κάποιους δείκτες μπροστά σε τρεις πλάκες με διαβαθμίσεις. Η κίνηση αυτή των τροχών έδειχνε την πορεία του Ήλιου, την πορεία και τις φάσεις της Σελήνης και τις κινήσεις ορισμένων πλανητών.

Φυσική
Η μελέτη των φυσικών φαινομένων ξεκινάει όπως προαναφέρθηκε απ’ τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Οι θεωρίες που αναπτύσσονται για την σύσταση και την ουσία του σύμπαντος, φαίνονται ακατανόητες απ’ τον σημερινό πολιτισμό (τουλάχιστον αν παρθούν κατά γράμμα και δεν γίνει μια συγκριτική μελέτη πάνω σ’ αυτές). Υπάρχουν όμως και θεωρίες που προκαλούν τουλάχιστον θαυμασμό για την πρωτοπορία τους. Οι ατομικοί φιλόσοφοι (Λεύκιππος, Δημόκριτος, Επίκουρος) υποστηρίζουν ότι καθετί στο Σύμπαν (έμψυχο ή άψυχο) απαρτίζεται από μικροσκοπικά αδιαίρετα κομμάτια ύλης, τα άτομα. Οι διάφοροι συνδυασμοί των ατόμων (μόρια) παράγουν όλους στους σχηματισμούς της φύσης.

Τι κρύβονταν όμως πίσω απ’ όλα αυτά; Τι κινούσε τους κόσμους; Ποια η φύση και οι ιδιότητες της Πρώτης Αιτίας; Τέτοιου είδους ερωτήσεις - που η σημερινή επιστήμη κατατάσσει στο χώρο της “μεταφυσικής” - έθεσαν οι φυσικοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας. Μέσα από ένα πλήθος θεωριών ξεχωρίζουν δύο: η άποψη του Ελεάτη φιλόσοφου Παρμενίδη που περιγράφει την “βασική αιτία” των πραγμάτων να είναι σταθερή, αμετάβλητη και αδιάφθορη (το αμετάβλητο “Ον” του Παρμενίδη) και η αντίθετη άποψη του Ηράκλειτου ο οποίος διακήρυσσε ότι “Τα Πάντα Ρει” δηλ. ότι τα πάντα υπόκεινται σ’ ένα συνεχές γίγνεσθαι. Ίσως όμως τελικά να μην πρόκειται για δύο αντίθετες θεωρίες, αλλά αυτές να αλληλοσυμπληρώνονται με μια πιο “φιλοσοφική” ματιά - με παρόμοιο τρόπο που τα διαφορετικά “θεμέλια στοιχεία” των προσωκρατικών (ύδωρ, αήρ, πυρ, άπειρο) αποτελούν όψεις της ίδιας Αρχής. Συγκεκριμένες όμως προόδους έχουμε από τους Πυθαγόρειους στον τομέα της Ακουστικής. Αυτοί είχαν ανακαλύψει ότι ο ήχος ήταν αποτέλεσμα δονήσεων που μεταδίδονταν μέσω του αέρα. Ο ίδιος ο Πυθαγόρας είχε διαγνώσει τους αριθμητικούς λόγους των συγχορδιών και είχε εφεύρει τον “κανόνα".

Σημαντική στην Φυσική είναι και η συνεισφορά του Αριστοτέλη. Ο μαθητής του Πλάτωνα ανάμεσα στα άλλα θέματα με τα οποία πραγματεύεται, θέτει τις βάσεις μιας Μηχανικής της κίνησης των σωμάτων παρόμοιας με αυτήν του Νεύτωνα (17ος αι. μ.Χ.). Υποστηρίζει ότι η ύπαρξη συνεχούς κίνησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας συνεχούς αιτίας: μιας δύναμης που δρα πάνω στο κινούμενο σώμα. Μάλιστα η ποιότητας της κίνησης των σωμάτων κάνει τον Αριστοτέλη να χωρίσει το σύμπαν σε δύο περιοχές: α) στη γήινη περιοχή, την οποία χαρακτηρίζει η ευθύγραμμη κίνηση και β) στη ουράνια περιοχή που χαρακτηρίζει από την κυκλική κίνηση. Οι περιοχές αυτές διέπονται απ’ τους δικούς τους νόμους η καθεμιά και ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τους νόμους της δεύτερης για να εξηγήσει τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων του γεωκεντρικού του συστήματος. Στα χρόνια που ακολουθούν, η έρευνα (με τη σημερινή της έννοια δεν προχωράει ιδιαίτερα). Ξεχωρίζουν όμως κάποιοι ερευνητές που βασισμένοι σε μαθηματικά μοντέλα σκέψης εξηγούν φυσικά φαινόμενα που έχουν να κάνουν με καθημερινές, πρακτικές ανάγκες. Αυτός είναι ο λόγος που γνωρίζουν άνθηση οι τομείς της Μηχανικής, της Οπτικής και της Υδροστατικής.

Ο Αρχιμήδης μαθηματικός, φυσικός και μηχανικός του 3ου αι. π.Χ. δεν ασχολείται μόνο με τη θεωρητική μελέτη των φυσικών φαινομένων, αλλά τα περιγράφει με μαθηματικά μοντέλα και προχωράει σε τεχνολογικές εφαρμογές και εφευρέσεις. Μελετάει τη μηχανική των μοχλών και ασχολείται με μηχανικές κατασκευές: πολύσπαστο, ατέρμων κοχλίας, ελικοειδής αντλία κ.ά. Άλλες χαρακτηριστικές εφευρέσεις του Αρχιμήδη ήταν η επινόηση μιας μηχανής που μπορούσε να χειριστεί μόνο ένας άνθρωπος για να καθελκύσει ένα πλοίο, καθώς και οι περίφημες πολεμικές μηχανές του (καταπέλτες, άρπαγες κ.λ π.). Ασχολείται επίσης με την Αστρονομία και κατασκευάζει αστρονομικά όργανα. Όπως όμως αναφέρει ο Πλούταρχος, ο Αρχιμήδης ντρεπόταν για τις τεχνικές εφευρέσεις του· έβρισκε την κατασκευή οργάνων για πρακτικούς σκοπούς, κατώτερη και "αγενή".

Με το έργο του “Περί επιπέδων ισορροπιών” καθιερώνεται ως θεμελιωτής της Στατικής. Διατύπωσε επίσης και νόμους της Υδροστατικής (π.χ. άνωση) γράφοντας δύο βιβλία με τον τίτλο “Περί των εν υδάτι εφισταμένων ή περί οχουμένων. Στον τομέα της Μηχανικής πρέπει ακόμα να σημειώσουμε τις γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων για τη δύναμη του ατμού, την οποία όμως δεν εκμεταλλεύτηκαν με τον τρόπο που έγινε τον 18ο και 19ο αι. στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά υπάρχουν περιγραφές για μηχανισμούς που χρησιμοποιούσαν τη δύναμη του ατμού, όπως το “αυτόματο μηχάνημα θυσιών” (σχήμα 3) που περιγράφει ο 'Ηρων ο Αλεξανδρινός (1ος αι. π.Χ. ή κατά άλλους 1ος αι. μ.Χ.) και η “ατμομηχανή” του ίδιου. Έντονη δραστηριότητα σημειώνεται και στον τομέα της Οπτικής. Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι το φως είναι “πυρ” ή “κάτι σαν πυρ”· αντίθετα ο Δημόκριτος υποστηρίζει ότι είναι “ακτινοβολία από μικρότατα σωματίδια”. Αργότερα ο Εμπεδοκλής (490-430 π.Χ.) θεωρεί ότι το φως είναι “κίνηση” και έτσι θα πρέπει να διαδίδεται με κάποια συγκεκριμένη ταχύτητα (μια θεώρηση που εξετάζεται ξανά μόνο στην σύγχρονη εποχή με την μέτρηση της ταχύτητας του φωτός).

Ιατρική
Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής στην αρχαία Ελλάδα. Τα ιερά του, που είναι διασκορπισμένα σ’ όλο τον ελληνικό χώρο, ήταν παράλληλα και θεραπευτικά κέντρα. Οι ασθενείς που κατέφευγαν στα “Ασκληπιεία” υποβάλλονταν στη διαδικασία της “εγκοίμησης” (αφού προηγούνταν καθαρμοί), κατά την οποία στον κοιμισμένο ασθενή παρουσιαζόταν ο ίδιος ο Ασκληπιός είτε για να τον θεραπεύσει είτε για να του δώσει συμβουλές. Εξέχουσα μορφή στο χώρο της ιατρικής αποτελεί ο Ιπποκράτης (Κω 460 π.Χ.-Λάρισα 380 π.Χ.). Ξεχωρίζει τη θρησκεία απ’ την Ιατρική και βάζει τις βάσεις για τη σημερινή “επιστημονική ιατρική Το έργο του “Αφορισμοί” αποτελεί βασικό ιατρικό σύγγραμμα μέχρι και τον 18ο αι. Η θεωρία του για τους χυμούς του ανθρώπινου σώματος (αίμα, φλέγμα, κίτρινη χολή και μαύρη χολή), επηρέασε για πολλούς αιώνες την Ιατρική. Τα υγρά αυτά έπρεπε να βρίσκονται στις σωστές αναλογίες στο ανθρώπινο σώμα για να είναι αυτό υγιές και η ανθρώπινη προσωπικότητα ισορροπημένη. Στην ιστορία επίσης έχει μείνει ο ηθικός του κώδικας στον οποίο καθορίζει την αποστολή και τα καθήκοντα του γιατρού. Ακόμα και σήμερα οι γιατροί παίρνουν τον “Ορκο του Ιπποκράτη” για να ασκήσουν το ιατρικό επάγγελμα. Ο μαθητής του Πυθαγόρα Αλκμαίων μπορεί να θεωρηθεί ιδρυτής της Εμβρυολογίας, αφού μελέτησε την ανάπτυξη του εμβρύου, περιέγραψε τη διαφορά μεταξύ αρτηριών και φλεβών ενώ ανακάλυψε και τη σύνδεση εγκεφάλου και ματιού μέσω του οπτικού νεύρου. Ο Αριστοτέλης επίσης πρόσφερε πολλά στην Ιατρική με τις βιολογικές του έρευνες.

Αργότερα ιδρύονται οι πρώτες ιατρικές σχολές, όπως η περίφημη σχολή της Αλεξάνδρειας που αποτέλεσε κέντρο της ιατρικής επιστήμης και κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εξέχουσες μορφές της θεωρούνται ο Ηρόφιλος (πατέρας της Ανατομίας) και ο Ερασίστρατος (πατέρας της Φυσιολογίας).Ο Ηρόφιλος απ’ την Χαλκηδόνα της Βιθυνίας άκμασε στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Στο έργο του “Ανατομία”, δίνει για πρώτη φορά ανατομικές περιγραφές ανθρωπίνων οργάνων. Στις έρευνές του βοήθησε η στάση των Πτολεμαίων ηγεμόνων της Αλεξάνδρειας, οι οποίοι του επέτρεψαν να κάνει ανατομές σε νεκρούς (ή και ζωντανούς κατά μια εκδοχή) εγκληματίες, ενώ παλιότερα η ανατομή ανθρώπων ήταν απαγορευμένη. Έτσι ο Ηρόφιλος αναγνώρισε την αληθινή φύση του νευρικού συστήματος και θεώρησε κέντρο του τον εγκέφαλο. Χώρισε τα νεύρα σε “αισθητικά” (σχετικά με τη λειτουργία των αισθήσεων) και “προαιρετικά” (αργότερα ο Ερασίστρατος τα αποκάλεσε “κινητικά”). Ανέπτυξε επίσης τη “θεωρία των σφυγμών” και μετρούσε τους σφυγμούς των ασθενών για να κάνει διαγνώσεις. Για τη θεραπεία των ασθενειών βασίζονταν πολύ στα φάρμακα τα οποία αποκαλούσε “χέρια των θεών”, ενώ έδινε μεγάλη σημασία και στη δίαιτα.

Ο δεύτερος μεγάλος γιατρός της αλεξανδρινής εποχής, ο Ερασίστρατος, γεννήθηκε στην Κέα. Απέρριπτε (όπως και ο Ηρόφιλος) την θεωρία των χυμών του Ιπποκράτη. Η συμβολή του εντοπίζεται στους τομείς της Φυσιολογίας και της Παθολογίας. Η μελέτη του για την κυκλοφορία του αίματος τον οδήγησε σε χρήσιμα συμπεράσματα που χρησιμοποιούσε για την θεραπεία ασθενειών. Θεωρούσε π.χ. ότι η σωστή κυκλοφορία του αίματος συντελούσε στην υγεία, ενώ η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας του εξαιτίας της πλήρωσης των αγγείων με αίμα και του πλεονάσματος τροφής, οδηγούσε σε αρρώστιες. Συνέχεια στο έργο των δυο μεγάλων αλεξανδρινών γιατρών δίνει η Εμπειρική Σχολή που ξεκινάει από μαθητές τους. Οι “εμπειρικοί γιατροί” δίνουν σημασία στην καταπολέμηση των ασθενειών αδιαφορώντας για την Ανατομία και τη Φυσιολογία. Σημασία γι’ αυτούς έχει το αποτέλεσμα και η εμπειρία που αποκτάται απ’ τη θεραπευτική μέθοδο, την οποία βασίζουν σχεδόν πάντα σε φαρμακευτικές αγωγές. Αρχηγός της Εμπειρικής Σχολής θεωρείται ο Φίλινος απ’ την Κω (περ. 250 π.Χ.) ή κατά άλλους ο Σεραπίων απ’ την Αλεξάνδρεια (περ. 200 π.Χ.). Σημαντικοί συνεχιστές της Σχολής ήταν ο Ηρακλείδης ο Πόντιος (περ. 75 π.Χ.) και ο Απολλώνιος ο Κιτιεύς (περ. 50 π.Χ.).

Αντίθετος στην άποψη του Αριστοτέλη περί χυμών, ο Ασκληπιάδης (γεν. το 124 π.Χ. στη Βιθυνία), επηρεασμένος απ’ την άποψη του Δημόκριτου για το άτομο υποστηρίζει ότι οι ασθένειες προέρχονται από σύσφιγξη ή χαλάρωση των δομικών στοιχείων του οργανισμού (των ατόμων). Ο ίδιος δίδει ιδιαίτερη σημασία στις ψυχικές παθήσεις και προσπαθεί να εφαρμόσει θεραπείες που περιελάμβαναν τη δημιουργική απασχόληση του ασθενή (απασχολησιοθεραπεία), το άκουσμα κατευναστικής μουσικής, καθώς και σωματικές ασκήσεις. Η μετάβαση του στη Ρώμη γύρω στο 91 π.Χ. συντελεί σε μεγάλο βαθμό στην μετάδοση ιατρικών γνώσεων της Ελλάδας στη Ρώμη.

Βιολογία
Πέρα απ’ τις θεωρίες των προσωκρατικών Αναξίμανδρου και Αναξιμένη για την προέλευση της ζωής, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο έργο του Αριστοτέλη για την συστηματική κατάταξη των ζώων· τα χώρισε σε «άναιμα» (δίχως αίμα: κεφαλόποδα, ανώτερα καρκινοειδή, έντομα και οστρακόδερμα) και «έναιμα» (με αίμα: θηλαστικά εκτός απ’ τα κητώδη). Η έρευνά του επεκτάθηκε στην κληρονομικότητα. Παραδέχτηκε ότι τα είδη μεταβάλλονται, αρνούνταν όμως κάθε φυσική επιλογή (μοντέλο δαρβινισμού). Το έργο του συνέχισε ο μαθητής του Θεόφραστος συνενώνοντας πολλά είδη σε ένα “γένος". Στα ελληνιστικά χρόνια ξεχωρίζει το έργο του Ηρόφιλου ο οποίος - όπως είδαμε και παραπάνω - έκανε ανατομές ανθρωπίνων πτωμάτων και τα σύγκρινε με ζώων για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος είναι το κέντρο του νευρικού συστήματος και έδρα της σκέψης. Επίσης ο σύγχρονός και αντίζηλός του Ερασίστρατος μελέτησε την κυκλοφορία του αίματος και υποψιάστηκε την παρουσία τριχοειδών αγγείων.