Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Θάνατος, Ανάσταση στις Αρχαίες Ελληνικές Εορτές και Μυστηριακές τελετές

Tο εορτολόγιο στην Αρχαία Ελλάδα ήταν πάμπλουτο. Αρκετές εορτές συνοδεύονταν και από μυστήρια.
 
Την Άνοιξη, διάφορες περιοχές στην Αρχαία Ελλάδα, εόρταζαν τον θάνατο και την Ανάσταση. Στην ουσία των πραγμάτων όλα τα Αρχαιοελληνικά Μυστήρια έχουν ως κύριο θέμα τον θάνατο και την Ανάσταση. Διδάσκουν τους ανθρώπους, πώς να μην φοβούνται τον θάνατο. Εκείνος ο οποίος έχει μυηθεί στα μυστήρια της ζωής και της φύσης, γνωρίζει πολύ καλά ότι θάνατος δεν υφίσταται.

Στην ουσία των πραγμάτων οι σημαντικότερες εορτές των Αρχαίων Ελλήνων λάμβαναν χώρα στις ισημερίες και στα ηλιοστάσια (τροπή του ήλιου).
 
Ας πάρουμε όμως με την σειρά να δούμε πως εόρταζαν σε διάφορες πόλεις στην Αρχαία Ελλάδα τον θάνατο και την Ανάσταση. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε την ιστορία μας, κατά την άποψή μου. Να γνωρίζουμε τις δικές μας ρίζες. Διότι η άγνοια, η λήθη, και το γύρισμα της πλάτης στις ρίζες μας ισοδυναμεί με την αφαίρεση της δύναμής μας. Η ενθύμηση είναι το πρώτο βήμα για να ανακτήσουμε την χαμένη μας δύναμη, πράγμα που σήμερα μας είναι απαραίτητο.
 
Θα ξεκινήσω με τα μεταγενέστερα έθιμα και θα φτάσω μέχρι τον εορτασμό των Αργοναυτών.
 
Οι πρώτοι αυτόχθονες Έλληνες παρατήρησαν ότι τον χειμώνα η γη δεν καρποφορεί. Ενώ όταν ερχόταν η Άνοιξη η φύση άλλαζε. Η γη άνθιζε και καρποφορούσε.
 
Έτσι θεσπίστηκαν οι πρώτες εορτές αφιερωμένες στην Μητέρα Γη. Εόρταζαν τόσο τον θάνατό της τον χειμώνα και την ανάστασή της την Άνοιξη. Αργότερα την Μητέρα Γη εκπροσώπησαν αρκετοί θεοί. 
 
Στην Αθήνα λοιπόν εόρταζαν τον θάνατο και την ανάσταση του Άδωνη. Ο συμβολισμός των μυστηρίων είχε σχέση με την βλάστηση και την καρποφορία της Γης. Το έθιμο αυτό ήταν αρκετά μεταγενέστερο και «εισήχθη» στην Ελλάδα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
 
Για να κατανοήσουμε όμως τα μυστήρια αυτά ας ρίξουμε μία ματιά στον μύθο του Άδωνη. Κάποτε η Αμαζόνα Σμύρνα καυχήθηκε ότι είναι ομορφότερη από την Αφροδίτη. Τότε η θεά την έκανε να ερωτευθεί τον πατέρα της. Ένα βράδυ η Σμύρνα μεθυσμένη ενώθηκε μαζί του. Την άλλη μέρα όταν ανακάλυψε τι είχε κάνει πήγε σε ένα δάσος να κρυφτεί. Η θεά την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε ένα δέντρο που ονομάστηκε «Μυρσίνη». Αργότερα από τον φλοιό αυτού του δέντρου γεννήθηκε ο Άδωνης.
 
Η Αφροδίτη έδωσε το βρέφος στην Περσεφόνη να το μεγαλώσει στο βασίλειο του Άδη. Ο Άδωνης έγινε ένας πανέμορφος άντρας. Τόσο η Περσεφόνη όσο και η Αφροδίτη τον ερωτεύτηκαν. Την διαμάχη αυτή ανέλαβε να λύσει ο Δίας. Αποφάσισε ότι ο Άδωνης το ένα τρίτο του χρόνου μπορεί να τον περνάει με την Περσεφόνη, το άλλο τρίτο του χρόνου με την Αφροδίτη, και το υπόλοιπο χρόνο όπου εκείνος ήθελε.
 
Η Αφροδίτη όμως χρησιμοποιώντας την μαγική της ζώνη επηρεάζει τον Άδωνη, ο οποίος τελικά αποφασίζει να περνά το ένα τρίτο (τέσσερις μήνες) στον κάτω κόσμο με την Περσεφόνη και τα υπόλοιπα δύο τρίτα (οκτώ μήνες) στον επάνω κόσμο με την Αφροδίτη.
 
Έτσι λοιπόν κάθε φορά που ο Άδωνης κατέβαινε στον κάτω κόσμο η φύση πάγωνε και τα λουλούδια μαραίνονταν, ενώ η Αφροδίτη έμενε στο παλάτι της αναμένοντας την άφιξή του. Η κάθοδος του Άδωνη συμβόλιζε τον χειμώνα.

Όταν ο Άδωνης ανέβαινε στον επάνω κόσμο τότε η φύση τον πρώτο καιρό άνθιζε και το επόμενο διάστημα καρποφορούσε. Τα χωράφια λουλούδιαζαν και τα δέντρα άνθιζαν. Η Αφροδίτη έφευγε από το θεϊκό της παλάτι στον Όλυμπο και απολάμβανε τον έρωτά της με τον Άδωνη στην φύση, στα βουνά και στα δάση.

Ο Άδωνης συνόδευε πάντα την Αφροδίτη. Όμως ο Άρης καραδοκούσε. Αιώνια ερωτευμένος με την Αφροδίτη θέλησε να βγάλει τον Άδωνη από την μέση, στέλνοντάς τον για πάντα στο σκοτεινό βασίλειο του κάτω κόσμο. Έτσι μία ημέρα που ο Άδωνης πήγε για κυνήγι, ο Άρης μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και τον σκότωσε.
 
Ο θρήνος της Αφροδίτης ακούστηκε παντού. Τα δάκρυά της αναμίχθηκαν με το αίμα του νεκρού Άδωνη και όπου έπεφταν φύτρωναν παπαρούνες ενώ όπου υπήρχαν άσπρα τριαντάφυλλα βάφτηκαν κατακόκκινα από το αίμα του.

Η Αφροδίτη κλαίει απαρηγόρητη επάνω από τον νεκρό Άδωνη και ο αρχαίος λυρικός ποιητής Βίωνας περιγράφει την τραγική αυτή ιστορία σαν τον «επιτάφιο του Άδωνη».
 
Η Αφροδίτη τριγυρνά με λυτά μαλλιά και ξυπόλητη ανάμεσα στα λαγκάδια και στα δάση και μαζί της στέναζαν η Ηχώ και οι Άνεμοι. Απαρηγόρητη η Αφροδίτη ζητά πάλι από την Περσεφόνη πίσω τον Άδωνη. Η Περσεφόνη συγκινημένη, αυτή την φορά, από τα δάκρυα της Αφροδίτης συμφωνεί να περνά έξι μήνες τον χρόνο ο Άδωνης μαζί της στον κάτω κόσμο και άλλους έξι μήνες να τους περνά με την Αφροδίτη. Έτσι επέρχεται η Ανάσταση του Άδωνη.
 
Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο εόρταζαν στην Αθήνα, αλλά και σε μερικές άλλες πόλεις της Ελλάδας τα «Αδώνεια μυστήρια», δηλαδή τον θάνατο (επιτάφιο) και την ανάσταση του Άδωνη.
 
Η πρώτη ημέρα των μυστηρίων λεγόταν «αφανισμός» και ήταν ημέρα πένθους για τον θάνατο του θεού.
 
Στην Αθήνα οι γυναίκες θρηνούσαν μπροστά σε δύο νεκροκρέβατα που ήταν τοποθετημένα στις εισόδους των σπιτιών. Πάνω στα νεκροκρέβατα έβαζαν ξύλινα ομοιώματα του Άδωνη και της Αφροδίτης. Γύρω τοποθετούσαν γλάστρες με φυτά και όταν αυτά αναπτύσσονταν τα τοποθετούσαν πάνω στις στέγες των σπιτιών.
 
Το ομοίωμα του Άδωνη το άλειφαν με μύρο, το έντυναν με λευκά ρούχα. Τέλος το τύλιγαν σε λευκό σεντόνι, το στεφάνωναν και το στόλιζαν με λουλούδια. Μετά ακολουθούσε ο θρήνος και τέλος το περιέφεραν ως επιτάφιο.

Οι γυναίκες με λυμένα τα μαλλιά τους, όπως η Αφροδίτη, και ξυπόλητες με θρήνους και οδυρμούς και με την συνοδεία αυλού, έκανα περιφορά (επιτάφιο) στους δρόμους της πόλης του ομοιώματος του Άδωνη. Η περιφορά γινόταν μόνο από γυναίκες.
 
Κατόπιν πήγαιναν σε πηγές ή ποτάμια και έριχναν το ομοίωμα του Άδωνη στα νερά παρακαλώντας να επιστρέψει ο θεός από τον κάτω κόσμο.
 
Η δεύτερη ημέρα ήταν ημέρα χαράς και εόρταζαν την ανάσταση του θεού και την άφιξή του στον επάνω κόσμο. Παρέθεταν πλούσια γεύματα συνοδευόμενα από χορούς και τραγούδια.
 
Για να συμβολίσουν την γιορτή της φύσης έσπερναν και καλλιεργούσαν σε γλάστρες και παρτέρια στάρι, κριθάρι, μαρούλι, μάραθο και διάφορα λουλούδια, τα οποία περιποιούντο επί οκτώ ημέρες αποκλειστικά γυναίκες. Ήταν οι λεγόμενοι Αδώνιοι κήποι. Κατόπιν έκαιγαν τους κήπους αυτούς ή τους πέταγαν στην θάλασσα σε κάποιες πόλεις, ενώ στην Αθήνα όπως προαναφέρθηκε τους τοποθετούσαν στις στέγες των σπιτιών.
 
Στα Αδώνεια έκαιγαν μύρα ως θυμίαμα και έψαλλαν άσματα, ενώ μερικές φορές γίνονταν και μυήσεις σχετικά με τον θάνατο και την ανάσταση. Οι μυήσεις αυτές βέβαια δεν είχαν την ίδια ισχύ που έχουν στα Ορφικά ή στα Ελευσίνια μυστήρια.

Στην Αρχαία Ελλάδα όμως εορταζόταν ο θάνατος και η Ανάσταση του Διονύσου με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος δεν είναι ευρέως γνωστός αλλά υπήρχε.
 
Ο Διόνυσος σχετίζεται και αυτός με την φύση, την γονιμοποίηση και την καρποφορία της. Χάρισε στους ανθρώπους την καλλιέργεια του αμπελιού. Σύμφωνα με τον μύθο ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω στην ζωή την μητέρα του Σεμέλη.
 
Η κάθοδό τους έγινε από μία λίμνη στην Αργολίδα που λεγόταν «Αλκυονία». Ο Αριστοφάνης στους βατράχους τον τοποθετεί να κατεβαίνει στον κάτω κόσμο από μία λίμνη των Αθηνών, που ονομαζόταν «Λίμναι».
 
Τότε οι άνθρωποι θρηνούσαν τον αναχώρηση του Διονύσου. Δηλαδή τον θάνατο του Διονύσου. Και ενώ η φύση ήταν ήδη ανθισμένη, τα άνθη μαραίνονταν. Αυτό συνέβαινε περίπου την εαρινή ισημερία, όπου ναι μεν η φύση ανθίζει αλλά σε λίγο τα άνθη μαραίνονται για να μετατραπούν σε καρπούς.
 
Τον θρήνο αυτόν συνόδευαν διάφορες επικλήσεις προς τον θεό, με συνοδεία σάλπιγγας, με τις οποίες τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στον επάνω κόσμο.

Η «επιφάνεια», η επάνοδος, η Ανάσταση του Διονύσου εορταζόταν την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο), όπου και τοποθετείται η γενέθλιος ημερομηνία του θεού.
 
Ένα χαρακτηριστικό του εορτασμού αυτού ήταν ότι ο Διόνυσος επέστρεφε στον επάνω κόσμο με ένα πλοίο. Τότε οι Αρχαίοι Έλληνες εόρταζαν την επάνοδο του θεού και συγχρόνως την καρποφορία της γης.
 
Ο δεύτερος εορτασμός του Διονύσου είναι εκείνος όπου κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Συγκεκριμένα στα Ορφικά μυστήρια κατά την εαρινή ισημερία ο Διόνυσος ο Ζαγρέας (τιτανική φύση) πεθαίνει με οδυνηρό θάνατο αφού κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Η θεά Αθηνά όμως σώζει την καρδιά του, την πηγαίνει στον Δία και εκείνος μεταμορφώνει τον Διόνυσο τον Άνθιο – Ελευθερέα – Λυσία, ο οποίος επιστρέφει στην γη για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να απελευθερώσουν την ψυχή τους από τα δεσμά της ύλης.
 
Ο Διόνυσος σε διάφορες απεικονίσεις απεικονίζεται από τα αρχαία χρόνια με ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι. 
 
Τόσο στα Ορφικά όσο και στα Κορυβαντικά μυστήρια συμπλήρωναν τον εορτασμό με την ωμοφαγία και την οινοποσία, όπου έτσι μεταλάμβαναν το «σώμα και το αίμα» του θεού Διονύσου. Ο συμβολισμός του συγκεκριμένου εορτασμού ήταν η αναγέννηση του πνευματικού ανθρώπου.

Κατόπιν οι Ορφικοί την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) εόρταζαν την Ανάσταση του Διονύσου ως Διόνυσος ο Ελευθερέας.
 
Όμως τον θάνατο και την Ανάσταση στην Αρχαία Ελλάδα συμβόλιζαν και τα Ελευσίνια μυστήρια με την επάνοδο της Περσεφόνης από τον Άδη, την Άνοιξη.

Αλλά και οι Μύστες των Δελφών στο διάστημα από την εαρινή ισημερία έως το θερινό ηλιοστάσιο τελούσαν μυστήρια σχετικά με την επάνοδο του Απόλλωνα Φοίβου.
 
Στην Φωκίδα κατά την εποχή του Δευκαλίωνα μετά τον κατακλυσμό υπήρχε η πόλη Πανοπεύς. Οι Πανοπείς κατάγονται από τους Μινύες την φυλή των Αργοναυτών και ήταν μέτοικοι από τον Ορχομενό.
 
Η αρχαία πόλη Πανοπεύς έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην αρχαία Ελλάδα και στο γένος των Ελλήνων αλλά αυτό θα το αναφέρω σε μία άλλη ανάρτηση.
 
Όταν λοιπόν ήταν βασιλιάς ο Πανοπέας, τον οποίο ο Όμηρος τον αποκαλεί «καλλίχορον», τότε κάθε δύο χρόνια, την Άνοιξη, τελούσαν εορτές προς τιμή του Διονύσου. Από την Αττική και την Βοιωτία ερχόντουσαν οι Θυιάδες και μαζί με τους Βοιωτείς και τους Πανοπείς ανέβαιναν στο Κωρύκειο Άντρο του Παρνασσού. 
 
Εκεί τελούσαν την περιφορά του Λικνίτη, του νεκρού Διονύσου, και μετά εόρταζαν με μεγαλοπρέπεια την Ανάσταση του θεού.

Τα σύνορα της ψυχής


Τον ανοιχτό νου δεν τον προσεγγίζουμε επενδύοντας στην ίδιες εξασφαλισμένες δικαιολογίες και στην πολύτιμη ζωούλα μας, πόσο μάλλον εν μέσω θύελλας.

Αυτοί οι εγκεφαλικοί αντικρουστήρες είναι που χαϊδεύουν την νωθρότητά μας. Είμαστε λοιπόν διατεθιμένοι να σπάσουμε τα γνωστά καλούπια για να βγούμε απ τον κύκλο του αίματος ή σαν αλλά ερπετά θα φάμε πάλι την ουρά μας; Καλώς ήρθατε στον κόσμο των ψευδαισθήσεων!

«Τα σύνορα της ψυχής δε θα τα βρείς, όποιον 
δρόμο κι αν ακολουθήσεις, 
τόσο βάθος έχει η ουσία της.»
Ηράκλειτος

Συμπεράσματα για τα Ευαγγέλια, την προσωπικότητα και την διδασκαλία του Ιησού.

     Α)  Γενικά συμπεράσματα για τα Ευαγγέλια
Είναι δύσκολο να γράψει κανείς μία βιογραφία του Ιησού που να βασίζεται μεν στα Ευαγγέλια αλλά και να συμφωνεί με τις σύγχρονες αντιλήψεις της ιστο­ρίας. Ελάχιστα είναι τα στοιχεία που μπορούν να επιβεβαιωθούν με κάποια ακρίβεια, αφού οι πρώτοι συγγραφείς, κατ” ευφημισμόν οι Ευαγγελιστές, δεν προσπάθησαν να περιγράψουν τον Ιησού με ιστορικά δεδομένα, αλλά ασχο­λήθηκαν με τις πράξεις και τη συμπεριφορά του. Συγκέντρωσαν, δηλαδή, τα λόγια και τα επεισόδια της ζωής του, για να στηρίξουν, κυρίως, τη μαρτυρία που αυτοί δίνουν για τη φύση και το σκοπό της αποστολής του.
Το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από την παράθεση των Ευαγγελίων, είναι ότι ακόμα και μέσα σ” αυτά, αμφισβητείται η ιστορική ύπαρξη του Ιησού, αλλά και η θεϊκή του προέλευση. Τον 19ο αιώνα ακόμη και θεολόγοι, όπως ο Bruno Bauer, άρχισαν να αμφισβητούν την ύπαρξη του Ιησού. Ο θεολόγος Romano Guardini, αδυνατώντας να βρει και το ελάχιστο στοιχείο από τους ιστορικούς του 1ου αιώνα, γράφει ότι η μοναδική πηγή για την ύπαρξη του Ιη­σού είναι η Καινή Διαθήκη- στη συνέχεια λέει ότι και αυτή είναι μυθολογική και δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί αξιόπιστη, γιατί τα περισσότερα κείμενά της είναι «εφευρήματα».
Ο σημαντικός γερμανός συγγραφέας Albert Schweitzer γράφει ότι ο Ιη­σούς δεν υπήρξε ποτέ. Όλοι οι παραπάνω κατέληξαν σ΄ αυτό το συμπέρασμα, θεωρώντας ότι η Καινή Διαθήκη δεν είναι καθόλου αξιόπιστη ιστορική πηγή, αφού από τους ιστορικούς που έζησαν εκείνα τα χρόνια, Έλληνες, Ρωμαίους, Εβραίους κ.ά., κανείς δεν αναφέρει την παρουσία του Ιησού. Αξίζει να σημει­ωθεί ότι ο ιστορικός Justus από την Τιβεριάδα της Παλαιστίνης, σύγχρονος του Ιησού και συμπατριώτης του, όπως και ο Φίλων ο Αλεξανδρινός, δεν τον αναφέρουν καθόλου.

Πολλοί θεολόγοι του 20ού αιώνα θεωρούν τα τέσσερα Ευαγγέλια «Συλ­λογή ανεκδότων», επειδή, κατά την άποψή τους, είναι αντιγραφές ιερών βι­βλίων άλλων θρησκειών. Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι τα Ευαγγέλια δεν έχουν καμία ιστορική τεκμηρίωση, αλλά είναι μυθικές αφηγήσεις με κυρίαρχα στοιχεία την υπερβολή, τη φαντασία, την τερατολογία και την προκατάληψη. Βρίθουν ιστορικών ανακριβειών και λαθών, και το μόνο που πετυχαίνουν εί­ναι, να αποδεικνύουν περίτρανα ότι η θρησκευτική πίστη είναι παντελώς ξε­κομμένη από την επιστημονική γνώση και την ιστορική αλήθεια.
Από τη μελέτη των ευαγγελικών κειμένων είναι οφθαλμοφανέστατη η δια­πίστωση ότι το σύνολο των «τελετουργιών» και των «θαυμάτων» προέρχονται, κατά κύριο λόγο, από την εβραϊκή και την αρχαιοελληνική θρησκευτική και κοινωνική παράδοση, καθώς και τις θρησκευτικές δοξασίες των λαών της Μεσογείου. Από τις τελευταίες, ο χριστιανισμός υιοθέτησε, χωρίς κανέναν εν­δοιασμό πάρα πολλά στοιχεία, όπως τη θεία μετάληψη, την έννοια του Γιου του θεού, την παρθενογένεση, την ανάσταση, τον παράδεισο, την κόλαση, τα ταξίδια στον ουρανό, και άλλα. Ακόμα και το δόγμα της Αγίας Τριάδας προέρ­χεται από το συνδυασμό εβραϊκών παγανιστικών δοξασιών με τις πλατωνικές αντιλήψεις περί Λόγου. Τα λόγια και οι διδασκαλίες του Ιησού δεν είναι τίποτα άλλο παρά μυθοπλασίες των «Ευαγγελιστών» συγγραφέων και αντιγραφέων. Αυτά, σε γενικές γραμμές, για τον τρόπο γραφής, τις πηγές και τους προσα­νατολισμούς.
Β) Συμπεράσματα για τις διδασκαλίες και την προσωπικότητα του Ιησού
 
Πολλοί ορισμοί δόθηκαν στην προσπάθεια να ερμηνευτεί το ιδιαίτερο περιε­χόμενο της διδασκαλίας του Ιησού. Σύμφωνα με κάποιους από αυτούς, την ουσία της διδασκαλίας του αποτελεί η διακήρυξή του ότι είναι Γιος του θεού και ότι ο θεός λατρεύεται μόνο πνευματικά, ανεξάρτητα από εκκλησιαστικούς θεσμούς. Άλλος πάλι λέει ότι η διδασκαλία του αφορά μόνο τη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής (σωτηρολογία), ενώ κατά κάποιον άλλον, ο Ιησούς ήταν ο ιεροκήρυκας που βάσισε τη διδασκαλία του στο γεγονός, ότι το τέλος του κό­σμου είναι πολύ κοντά- όταν όμως τίποτα δε συνέβη, οι οπαδοί του δημιούρ­γησαν τον εκκλησιαστικό θεσμό ως υποκατάστατο, για να καλύψουν τα ψευδή του οράματα. Υπάρχει, επίσης, ορισμός, σύμφωνα με τον οποίο, το κήρυγμα του Ιησού είχε ως βάση τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της εποχής του, ξεκίνησε, δηλαδή, σαν μια προσπάθεια ξεσηκώματος των κα­τώτερων τάξεων, αλλά πολύ γρήγορα διαστρεβλώθηκε σε κάτι άλλο, τελείως διαφορετικό. Τέλος, υπάρχει και ένας ορισμός που αρνείται κάθε πρωτοτυπία και περιορίζει το περιεχόμενο του έργου του Ιησού σε ιδέες, πεποιθήσεις και ιεροτελεστίες που ήταν κοινές την εποχή εκείνη.
Αν προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τις διδασκαλίες του Ιησού μέσα από τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων, θα βρεθούμε μπροστά σ” έναν κυκεώνα αντιφάσεων, αντιθέσεων και ανακολουθιών. Το πιο σημαντικό είναι, ότι αυτές δεν προκύπτουν μόνο από τη σύγκριση των τεσσάρων Ευαγγελίων μεταξύ τους, αλλά τις συναντάμε και μέσα σε κάθε Ευαγγέλιο, από περικοπή σε περι­κοπή. Ένα πρώτο παράδειγμα είναι οι χαρακτηρισμοί Γιος του Θεού και Γιος του Ανθρώπου, τους οποίους έδινε ο ίδιος ο Ιησούς για τον εαυτό του, σύμφωνα με τα γραφόμενα των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Οι θεολόγοι επιμέ­νουν ότι και με τους δύο εννοεί το ίδιο πράγμα, και αυτό είναι μια ερμηνεία που βολεύει σήμερα- όταν όμως γράφτηκαν τα Ευαγγέλια, ίσως να εννοούσε κάτι διαφορετικό. Ο Ιησούς, δηλαδή, ειδικά με τον δεύτερο χαρακτηρισμό, μπορεί να ήθελε κάτι άλλο να παρουσιάσει ή να κρύψει. Αυτό το τελευταίο εί­ναι ένδειξη εξαπάτησης ή και δειλίας ακόμη. Άλλωστε, για τη δειλία του έχουμε κι άλλες ενδείξεις, όπως το ότι κρυβόταν ή εξαφανιζόταν μέσα στο πλήθος μόλις αισθανόταν ότι κάποιοι τον απειλούσαν.
Παρόμοιο πρόβλημα, το οποίο όμως συναντάμε μόνο στο Ευαγγέλιο του Ιω­άννη, δημιουργεί η σχέση των όρων Άγιο Πνεύμα και Παράκλητος. Κάποια σχόλια κάναμε στις περικοπές που εμφανίστηκε το όνομα αυτό. Όπως παρα­πάνω, έτσι και για τους όρους αυτούς, οι θεολόγοι και άλλοι ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης ισχυρίζονται ότι είναι έννοιες ταυτόσημες, δηλαδή ότι ο Πα­ράκλητος είναι το Άγιο Πνεύμα. Το πρώτο ερώτημα είναι, γιατί δεν αναφέρουν καθόλου αυτόν τον όρο οι άλλοι τρεις Ευαγγελιστές, αλλά ούτε και ο Ιωάννης σε όλο το υπόλοιπο Ευαγγέλιο. Ένα δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι, γιατί να αναφέρει ο Ιησούς αυτόν τον όρο, αφού υπήρχε κίνδυνος να παρανοη­θεί, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Μοντανό, ο οποίος τον 2ο αιώνα δί­δασκε ότι ήταν ο Παράκλητος που είχε προαναγγείλει ο Ιησούς (μοντανισμός). Μήπως πραγματικά εννοούσε ότι θα στείλει κάποιον αντικαταστάτη ή διάδοχο;
Ερωτηματικά, επίσης, δημιουργούν όσα πρόκειται να συμβούν κατά την ημέρα της κρίσης (Δευτέρα Παρουσία). Ο Ιησούς, σύμφωνα με τον ίδιο, την ημέρα εκείνη θα κρίνει όλους τους ανθρώπους, και οι μεν καλοί θα πάνε στα δεξιά του και θα είναι στον αιώνιο παράδεισο, οι δε κακοί θα πάνε αριστερά του και θα ριχτούν στο άσβεστο πυρ της αιώνιας κόλασης. Όμως ο Ιησούς, στην παραβολή Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος (Λουκ. 16.19-31, σελ.167), λέει ότι όλοι οι κακοί που πεθαίνουν, πηγαίνουν στην κόλαση, ενώ οι καλοί στον παράδεισο- ήδη, δηλαδή, κρίνονται πριν την ήμερα της κρίσης. Τι περισσότερο, λοιπόν, θα προσφέρει, αφού ο αναμφισβήτητα δίκαιος θεός θα έχει ήδη κρίνει τους ανθρώπους;
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιφάσεων του Ιησού μέσα στα ευαγγελικά κείμενα, αποτελεί η επί του Όρους Ομιλία. Σ” αυτήν υπάρχει η πε­ρικοπή Ο παλαιός νόμος και ο νόμος του Ιησού, στην οποία ο Ιησούς ανα­φέρει: «Μη νομίσετε ότι ήρθα για να καταργήσω τον νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα να τα καταργήσω, αλλά να τα κάνω πράξη. Διότι αληθινά σας λέω ότι όσο υπάρχει ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ή ένα κόμμα δε θα αλλάξει από τον νόμο, μέχρι να εκπληρωθούν όλα…» (Ματθ. 5.17-20, σελ. 59). Λίγες σελίδες παρακάτω συναντάμε την περικοπή Ο διχασμός των ανθρώπων, όπου ο ίδιος ο Ιησούς λέει τα εξής: «Μη νομίσετε ότι ήρθα να επιβάλλω την ει­ρήνη στη γη- δεν ήρθα για να επιβάλλω την ειρήνη, αλλά το μαχαίρι. Ήρθα για να χωρίσω τον άνθρωπο από τον πατέρα του, την κόρη από τη μητέρα της, τη νύφη από την πεθερά της. Και έτσι οι εχθροί του ανθρώπου, είναι οι δικοί του». (Ματθ. 10.34-36, σελ. 97. Επίσης παρόμοια αναφέρονται στον Λουκά, 12.49-53, σελ. 97).
Ο Ιησούς σε κάποιες περικοπές παρουσιάζεται να αγαπά και να συγχωρεί κάθε πλανημένο, αμαρτωλό, άσωτο, κλέφτη και εγκληματία, ενώ σε κάποιες άλλες φαίνεται άκρως εκδικητικός, μνησίκακος, άσπλαχνος και άδικος. Ας θυ­μηθούμε, για παράδειγμα, τις περικοπές Η παραβολή των βασιλικών γάμων και η Παραβολή του μεγάλου δείπνου (Ματθ. 22.1-14, Λουκάς 14.15-24, σσ. 188-9), με κορύφωση την περικοπή Ο Ιησούς προλέγει την καταστροφή του ναού και τα δεινά από το τέλος του κόσμου (Ματθαίος, 24.1-44, Λουκάς, 21.20-38 & 17.20-38, Μάρκος, 13.1-37, σσ. 201-3). Οι περικοπές αυτές, βέβαια, είναι ενδεικτικές και όχι οι μοναδικές.
Από τις περιγραφές των Ευαγγελικών κειμένων, ο αντικειμενικός μελετη­τής θα αποκομίσει την εικόνα ενός Ιησού απόλυτα αυταρχικού, ιδιαίτερα ει­ρωνικού ή και κακού, πολλές φορές, απέναντι στους μαθητές του, στους οποί­ους απευθύνεται συχνά, με υποτιμητικό τρόπο, ενώ αυτοί από την πλευρά τους τον φοβούνται. Σε αρκετές περικοπές συναντήσαμε τη φράση «αλλά φο­βόντουσαν να τον ρωτήσουν ποια σημασία είχαν αυτά λόγια του». (Λουκ. 9.43-45, σελ. 161).
Μια άλλη διαπίστωση είναι ότι ο Ιησούς σε αρκετές περιπτώσεις, έλεγε ψέ­ματα. Για παράδειγμα, στις περικοπές για τη Γιορτή της Σκηνοπηγίας (Ιω. 7.1-13 & 7.14-36, σελ. 112 και 115), λέει στα αδέλφια του ότι δε θα πάει στη γιορτή αλλά τελικά πηγαίνει. Επίσης, σε κάποιες άλλες περικοπές, ανα­φέρει ότι η Δευτέρα Παρουσία θα συμβεί πριν πεθάνει «αυτή η γενιά». Συγκε­κριμένα, ο Ματθαίος στην περικοπή Ο Ιησούς προλέγει την καταστροφή του ναού και τα δεινά από το τέλος του κόσμου (24.1-44, σελ. 201), αναφέρει πολύ συγκεκριμένα: «Έτσι και εσείς, όταν θα δείτε όλα αυτά, να ξέρετε πως το τέλος βρίσκεται πολύ κοντά σας. Ειλικρινά σας λέω, ότι όλα αυτά θα γίνουν όσο ακόμη ζούνε οι άνθρωποι αυτής της γενιάς». 0 Λουκάς στην ίδια περι­κοπή (21.29-38, σελ. 202), αναφέρει κι αυτός τα εξής: «Έτσι κι εσείς, όταν θα δείτε να γίνονται όλα αυτά, πρέπει να καταλάβετε ότι πλησιάζει η βασιλεία του θεού. Ειλικρινά σας λέω, ότι όλα αυτά θα γίνουν όσο οι άνθρωποι αυτής της γενιάς θα ζουν». Και ο Μάρκος στην ίδια περικοπή (13.1-37, σελ. 204), γράφει: «Έτσι και εσείς, όταν θα τα δείτε όλα αυτά, να ξέρετε πως πλησιάζει το τέλος, ότι βρίσκεται πολύ κοντά. Ειλικρινά σας λέω, όλα αυτά θα γίνουν όσο ακόμη ζούν οι άνθρωποι αυτής της γενιάς». Από τότε, όμως, πέρασαν 2000 χρόνια. Είναι δυνατόν ένας θεός να λέει ψέματα;
Στα Ευαγγέλια δε βρήκαμε καμία φράση ή ακόμη και υπονοούμενο του Ιη­σού κατά της δουλείας, σε αντίθεση με έλληνες φιλοσόφους που είχαν άμεσα αμφισβητήσει το θεσμό αυτόν, για παράδειγμα ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.), τουλάχιστον 250 χρόνια νωρίτερα. Αυτό όσον αφορά την ισότητα που οι χρι­στιανοί υποστηρίζουν ότι έφερε για πρώτη φορά στον κόσμο. Αντίθετα, σε αρ­κετές περικοπές θεωρεί την ύπαρξή της δεδομένη και αποδεκτή από τον θεό. Προχωράει, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, και δέχεται ως δεδομένο το βασανισμό και τη δολοφονία των δούλων από τους αφέντες τους και γενικά τους πλούσιους. Η υποστήριξή του στην ταξική διάκριση, ανάμεσα σε αφέντες και δούλους, είναι προφανής, θα αναφέρω παραδειγματικά την Παραβολή των κακών γεωργών (Ματθ. 21.33-46, Λουκ. 20.9-18 και Μάρκ. 12.1-12, σσ. 186-7), την Παραβολή των ταλάντων (Ματθ. 25.14-30, σελ. 209) και την Παραβολή των δέκα δούλων (Κουκ. 19.11-27, σελ. 210). Όσον αφορά την παραίνεσή του στους Μακαρισμούς, για τους φτωχούς στο πνεύμα ή γΓ αυτούς που πεινούν και διψούν, είναι λογικό να θέλει να τους καλοπιάσει, αφού αυτοί είναι, ως επί το πλείστον, το ακροατήριο του- βέβαια, θα ευλογη­θούν στη βασιλεία των ουρανών, όχι εδώ στη γη, και καλά θα κάνουν να υπο­μένουν για να ανταμειφθούν εκεί. Απόλυτη, δηλαδή, υποταγή στην καθεστη­κυία τάξη. Είναι καταπληκτική η παραβολή του Πλούσιου και του φτωχού Λά­ζαρου, που αναφέρει ο Λουκάς (16.19-31, σελ. 167).
0 μισογυνισμός του Ιησού αλλά και των Ευαγγελιστών, είναι επίσης δεδομέ­νος. Η γυναίκα, σε όποιες περικοπές αναφέρεται, είτε υπηρετεί τον Ιησού και τους μαθητές του, είτε είναι πόρνη ή μοιχαλίδα ή ειδωλολάτρισσα αμαρτωλή, αλλά ποτέ ισότιμη, όπως ο Νικόδημος, ο Ζακχαίος, ο Λάζαρος, οι Φαρισαίοι, οι Τελώνες και άλλοι άντρες. Σε ένα μόνο σημείο, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, η γυναίκα παρουσιάζεται στοιχειωδώς ισότιμη με τον άντρα· είναι η περίπτωση της Σαμαρείτισσας, αλλά και εκεί, άλλα έλεγε ο Ιησούς και άλλα καταλάβαινε εκείνη. Επίσης, οι μαθητές του δεν πίστεψαν τις γυναίκες, όταν εκείνες τους ανακοίνωσαν ότι ο Ιησούς αναστήθηκε, ενώ ακόμα και τη μητέρα του, δεν την αποκαλούσε μητέρα ή μάνα, αλλά «γυναίκα». Ένας ακόμη μύθος ότι ευαγγε­λίστηκε την ισότητα των φύλων. Άλλωστε και η μετέπειτα δομή και οργάνωση του χριστιανισμού δικαίωσε απόλυτα τον μισογυνισμό του Ιησού.
Βέβαια, ο Ιησούς τρέφει μίσος για τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα γι” αυ­τούς που δεν συμφωνούν μαζί του. «0 Ιησούς του είπε: «Να μην τον εμποδί­ζετε, γιατί εκείνος που δεν είναι εναντίον μας είναι μαζί μας»» λέει χαρακτη­ριστικά στην περικοπή Ποιος είναι ανώτερος (Λουκ. 9.46-50, σελ. 163) και ο Μάρκος στην ίδια περικοπή (9.33-50, σελ. 163), γράφει: «Ο Ιησούς του απάντησε: «Να μην τον εμποδίζετε, γιατί κάποιος που θα χρησιμοποιήσει το όνομά μου για να κάνει ένα θαύμα, δεν μπορεί να μιλά αμέσως μετά εναντίον μου. Όποιος, λοιπόν, δεν είναι εναντίον μας, είναι με το μέρος μας»». Επίσης, στην περικοπή Η εξουσία του Ιησού πάνω στα δαιμόνια, αναφέρει τα εξής: «Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου, κι όποιος δεν συμπορεύεται με μένα, χάνεται». (Ματθ. 12.15-30, και Λουκ. 11.4-23, σελ. 114).
Υπενθυμίζω και πάλι μερικές από τις πλέον χαρακτηριστικές περικοπές όπου είναι ολοφάνερο το μίσος του. Η παραβολή των κακών γεωργών (Ματθ. 21.33-46, Λουκ. 20.9-18, Μάρκ. 20.9-18, σσ. 186-8), Η παραβολή των βασιλικών γάμων (Ματθ. 22.1-14, σελ. 188), Η παραβολή του μεγάλου δείπνου (Λουκ. 14.15-24, σσ. 188-9), και Ο Ιησούς προλέγει την κατα­στροφή του ναού και τα δεινά από το τέλος του κόσμου (Ματθ. 24.1-44, Λουκ. 21.20-38 & 17.20-38, Μάρκ. 13.1-37, σσ. 201-6). Το ότι ανασταίνει τους ανθρώπους ή τους θεραπεύει, το κάνει με αντίτιμο πάντα την πίστη και την υποταγή σ” αυτόν. Επίσης, είναι εχθρικός ακόμη και με τη φύση. Για πα­ράδειγμα ξεραίνει τη συκιά για έναν εντελώς ανόητο λόγο (Η άκαρπη συκιά, Ματθ. 21.18-22 και Μάρκ. 11.12-14 & 11.21-26, σελ. 183), πνίγει τα γου­ρούνια για να εξοντώσει τα δαιμόνια, (Η θεραπεία των δαιμονισμένων στα Γά- δαρα, Ματθ. 8.28-34, Η θεραπεία του δαιμονισμένου στα Γάδαρα, Λουκ. 8.26-39 και Η θεραπεία του δαιμονισμένου Γαδαρηνού, Μάρκ. 5.1-20, στις σσ. 79-80), και «μαλώνει» τους ανέμους και τις λίμνες σαν να ήταν άν­θρωποι (Το γαλήνεμα της τρικυμίας, Ματθ. 8.23-27, Λουκ. 8.22-25 και Μάρκ. 4.35-41, σελ. 78).
Ένα άλλο εύλογο συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει από τις περικοπές, του Ματθαίου και του Λουκά, είναι ότι τον Ιησού τον ενδιέφερε μόνο η σωτηρία του «εκλεκτού λαού του Ισραήλ». Όλες οι διδασκαλίες του είχαν αυτό ως βάση. Αρκεί να θυμηθούμε την περικοπή της Χαναναίας (Ματθ. 15.21-28, Μάρκ. 7.24-30, σσ. 144-5), όπου ο Ιησούς αρνιόταν να γιατρέψει την κόρη της, γιατί, όπως έλεγε, «ήρθε για να σώσει τον πλανημένο λαό του Ισραήλ». Επίσης, άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περικοπή με τις οδηγίες προς τους Αποστό­λους (Ματθ. 10.5-15, σελ. 93), τους οποίους συμβουλεύει να μην πάνε στις πόλεις των ειδωλολατρών και των Σαμαρειτών, αλλά μόνο στα χαμένα πρόβατα του λαού του Ισραήλ. Τα Ευαγγέλια, ειδικά του Ματθαίου και του Λουκά, είναι κείμενα που γράφτηκαν για τους πρώτους οπαδούς του Ιησού και των Αποστό­λων, που, στην πλειοψηφία τους, ήταν Εβραίοι. Δεν είχαν, δηλαδή, σκοπό να δη­μιουργήσουν μια καινούργια θρησκεία, αλλά βασικός στόχος τους ήταν η ανα­νέωση αυτής της ίδιας, της εβραϊκής. Βέβαια, πρέπει να ομολογήσουμε στο ση­μείο αυτό, ότι οι Ευαγγελιστές Μάρκος και Ιωάννης λένε ακριβώς τα αντίθετα (π.χ. ο Μάρκος στην περικοπή Ο Ιησούς προλέγει τα δεινά πριν από το τέλος του κόσμου, 13.9-13, σελ. 96, γράφει: «Αλλά πρέπει πρώτα να διαδοθεί το μή­νυμα της βασιλείας [το Ευαγγέλιο] σε όλα τα έθνη». Και ο Ιωάννης για παρά­δειγμα στην περικοπή Ο Ιησούς και η Σαμαρείτισσα, αλλά και αλλού, αφήνει να εννοηθεί ότι ο Ιησούς ήθελε η διδασκαλία του να απλωθεί σε όλα τα έθνη. Κι αυτό είναι που περιπλέκει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα. Τελικά, ήθελε ο Ιη­σούς να σώσει τους ειδωλολάτρες και τους άλλους λαούς ή όχι;
Βέβαια, τα Ευαγγέλια του Ιωάννη και του Μάρκου έχουν διαφορετικό προ­σανατολισμό, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιιουδαϊκός. Το Ευαγγέλιο, όμως, του Ιωάννη είναι το τελευταίο, κι αυτό δείχνει ότι γράφτηκε, όταν άρχισαν να εντάσσονται στο κίνημα και μέλη που δεν ήταν Εβραίοι, άρα έπρεπε να δοθεί μια άλλη αντίληψη, πιο οικουμενική. Το Ευαγγέλιο του Μάρκου, από την άλλη, παρόλο που είναι το παλαιότερο, οφείλει τον αντιιουδαϊκό προσανατολισμό του στο γεγονός, ότι ο Μάρκος ανήκε σε εκείνη την ομάδα του κινήματος, που υπο­στήριζε την εξάπλωσή του και σε αλλόθρησκους, δηλαδή μη Εβραίους.

Γ) Συμπεράσματα για το φιλοσοφικό  και ηθικό περιεχόμενο των διδασκαλιών του Ιησού

Ένα σημαντικό πρόβλημα των τεσσάρων Ευαγγελίων αποτελούν τα όσα ανα­φέρει ο Ιησούς στην περικοπή Η παραβολή του σπορέα: «Γιατί σ” εσάς δό­θηκε η χάρη να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, σ” εκεί­νους όμως όχι. Όποιος έχει [πίστη], σ” αυτόν, θα δοθεί και με το παραπάνω.
Όποιος όμως δεν έχει, κι αυτό που έχει θα του το πάρουν. Γι αυτό τους λέω τις παραβολές, για να μη βλέπουν, ενώ βλέπουν και να μην ακούν, ενώ ακούν και ούτε να καταλαβαίνουν, για να μη μετανοήσουν». (Ματθ. 13.1-23, σσ. 122-3). «Σ” εσάς, έδωσε ο θεός τη χάρη να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασι­λείας του, ενώ στους υπόλοιπους αυτά δίνονται με παραβολές, ώστε να βλέ­πουν χωρίς να βλέπουν και να ακούν χωρίς να καταλαβαίνουν». (Λουκ. 8.4- 15, σελ. 123). «Σ” εσάς έχει δοθεί [προφανώς εννοεί η χάρη] να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του θεού, στους έξω, όμως, όλα λέγονται με παρα­βολές, ώστε να κοιτάζουν καλά, αλλά να μη βλέπουν, και να ακούν καλά, αλλά να μην καταλαβαίνουν, μη τυχόν μετανοήσουν και συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους». (Μάρκ. 4.1-20, σελ. 124).
Τα παραπάνω σημαίνουν, σε απλά ελληνικά, ότι ο θεός, τυφλώνοντας και κουφαίνοντας όλο τον κόσμο, εκτός από μερικούς εκλεκτούς του, τον εμπό­δισε να αντιληφθεί και να καταλάβει το θείο μήνυμα. Όμως, αν είναι έτσι, οι άνθρωποι είναι εκ προϊμίου αθώοι, διότι κάποια ανώτερη δύναμη, ο θεός, τους εμπόδιζε, χωρίς να το επιθυμούν οι ίδιοι. Αυτό κι αν είναι απάτη! Να κα­τηγορείς κάποιους ότι δεν σε καταλαβαίνουν, όταν εσύ ο ίδιος τους αφαιρείς τη δυνατότητα αυτή. Στην ουσία, αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς, οι Ευαγγελιστές και οι υπόλοιποι Πατέρες του χριστιανισμού, αποδέχονται ότι ο άνθρωπος δεν έχει ελευθερία βούλησης. Αν, όμως, δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης, δεν υπάρχει αμαρτία, διότι μόνο αυτός που είναι ελεύθερος να αποφασίσει για το καλό ή το κακό του μπορεί να αμαρτάνει. Αυτός όμως που δεν αμαρτάνει δε χρήζει σωτηρίας. Ή, μάλλον, αυτός που χρήζει σωτηρίας είναι αυτός που εσκεμμένα οδηγεί τα άβουλα πλάσματά του στην αμαρτία, δηλαδή ο θεός. Ας το ξανασκεφτούν αυτό οι χριστιανοί!!!
Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για τον Ιούδα. Σε πολλές περικοπές συναντήσαμε τη φράση «κάποιος θα με προδώσει, γιατί έτσι αποφάσισε ο θεός για τη σωτη­ρία του κόσμου». Αυτό σημαίνει ότι ο Ιούδας επιλέχτηκε από τον θεό να παίξει αυτό το ρόλο, είτε το ήθελε είτε όχι. Δεν είχε άλλη επιλογή, διότι αυτός που τον επέλεξε ήταν ο δημιουργός του σύμπαντος- τι θα μπορούσε να κάνει ένα μηδα­μινό ανθρωπάριο κάτω από αυτές τις συνθήκες; Σε τελική ανάλυση, εκτελούσε διαταγές του θεού, όπως και ο Ιησούς. Άρα όσο εγκληματικό είναι το ότι οι Εβραίοι σκότωσαν τον Ιησού, άλλο τόσο είναι και από την πλευρά του θεού, να βάλει τον Ιούδα να αυτοκτονήσει. Δεν είναι δυνατόν να τιμωρείται κάποιος που εκτελεί το καθήκον του θεού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του παραλογι­σμού αποτελούν οι εννιά περικοπές όπου ο Ιησούς προλέγει το θάνατο του, τρεις σε κάθε Ευαγγελιστή, πλην του Ιωάννη. Κορυφαία, όμως, είναι η περι­κοπή του Ματθαίου Το τελευταίο δείπνο, όπου ο Ιησούς λέει: «Εκείνος που βούτηξε μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με παραδώσει. Και ο Γιος του Ανθρώπου φεύγει, σύμφωνα με αυτά που είναι γραμμένα γΓ αυτόν. Αλίμονο όμως στον άνθρωπο που γίνεται η αιτία να παραδοθεί ο Γιος του Ανθρώπου- θα ήταν καλύτερα να μην είχε γεννηθεί». (Ματθ. 26.17-30, σελ. 217). Παρόμοια είναι και μία φράση από την περικοπή του Μάρκου Η προσευχή του Ιησού στη Γεθσημανή, η οποία λέει: «Αββά, Πατέρα, όλα είναι δυνατά για σένα- απομά­κρυνε, λοιπόν, από μένα το ποτήρι αυτό- αλλά, όμως, ας γίνει αυτό που θέλεις εσύ και όχι αυτό που θέλω εγώ». (Μάρκ. 14.32-42, σελ. 223).
Κλείνοντας τα συμπεράσματά μας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στα ευ­αγγελικά κείμενα υπάρχουν φρικαλέες θεϊκές εντολές, πράξεις και προοπτι­κές, όπως, για παράδειγμα, αυτές που αναφέρονται στην Παραβολή των κα­κών γεωργών (Ματθ. 21.33-46, Λουκ. 20.9-18, Μάρκ. 20.9-18, σσ. 186-8), στην Παραβολή των βασιλικών γάμων (Ματθ. 22.1-14, σελ. 188) στην Πα­ραβολή του μεγάλου δείπνου (Λουκ. 14.15-24, σελ. 188), καθώς και στην περικοπή Ο Ιησούς προλέγει την καταστροφή του ναού και τα δεινά από το τέλος του κόσμου (Ματθ. 24.1-44, Λουκ. 21.20-38 & 17.20-38, Μάρκ. 13.1-37, σσ. 201-6). Κοντά σ” αυτές υπάρχουν, επίσης, ανούσιες και απλοϊ­κές ηθικοπλαστικές παραβολές, ιστορίες και παραινέσεις, από τις οποίες δεν προκύπτει κανένα νέο μήνυμα και καμιά νέα ηθική αξία. Στην καλύτερη περί­πτωση, αναμασούν αξίες και έννοιες που είχαν επεξεργαστεί πολλά χρόνια πριν παλαιότερες θρησκείες ή φιλοσοφικά δόγματα, ενώ στη χειρότερη, επα­ναφέρουν στο προσκήνιο μία από τις αθλιότερες αντιλήψεις και δοξασίες για τον θεό. Κάποια ηθικά διδάγματα που οι χριστιανοί επαίρονται ότι πρωτοεμ­φανίστηκαν στα Ευαγγέλια, είχαν ειπωθεί αρκετούς αιώνες νωρίτερα, από έλ­ληνες φιλοσόφους, ποιητές, τραγωδούς και συγγραφείς, με πολύ καλύτερο και πιο περιεκτικό τρόπο, σε μεστά από νοήματα κείμενα, τα οποία συνεχί­ζουν μέχρι σήμερα να συγκλονίζουν την ανθρωπότητα, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας και πίστης.
Ο χριστιανισμός, λοιπόν, με την επικράτησή του στον αρχαίο κόσμο, το μόνο που κατόρθωσε ήταν να εδραιώσει μια χυδαία μορφή δεισιδαιμονίας, σε βάρος του ορθού λόγου και της ανθρωποκεντρικής σκέψης που ανέπτυξε, κατά κύριο λόγο, η ελληνική φιλοσοφία. Χρειάστηκαν 1000 περίπου χρόνια, για να μπορέσει να ορθοποδήσει και να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε ο ελλη­νικός ανθρωποκεντρικός πολιτισμός. Αυτό σημαίνει, ότι όλη η μετέπειτα πνευ­ματική, φιλοσοφική και ηθική υποδομή και υπόσταση του χριστιανισμού οφεί­λονται αποκλειστικά και μόνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, διαστρεβλωμέ­νες δυστυχώς, από τον εβραϊκό μισανθρωπισμό και θεοκρατισμό.