Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (11.163-11.220)

Ἕκτορα δ᾽ ἐκ βελέων ὕπαγε Ζεὺς ἔκ τε κονίης
ἔκ τ᾽ ἀνδροκτασίης ἔκ θ᾽ αἵματος ἔκ τε κυδοιμοῦ·
165 Ἀτρεΐδης δ᾽ ἕπετο σφεδανὸν Δαναοῖσι κελεύων.
οἱ δὲ παρ᾽ Ἴλου σῆμα παλαιοῦ Δαρδανίδαο
μέσσον κὰπ πεδίον παρ᾽ ἐρινεὸν ἐσσεύοντο
ἱέμενοι πόλιος· ὁ δὲ κεκληγὼς ἕπετ᾽ αἰεὶ
Ἀτρεΐδης, λύθρῳ δὲ παλάσσετο χεῖρας ἀάπτους.
170 ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Σκαιάς τε πύλας καὶ φηγὸν ἵκοντο,
ἔνθ᾽ ἄρα δὴ ἵσταντο καὶ ἀλλήλους ἀνέμιμνον.
οἱ δ᾽ ἔτι κὰμ μέσσον πεδίον φοβέοντο βόες ὥς,
ἅς τε λέων ἐφόβησε μολὼν ἐν νυκτὸς ἀμολγῷ
πάσας· τῇ δέ τ᾽ ἰῇ ἀναφαίνεται αἰπὺς ὄλεθρος·
175 τῆς δ᾽ ἐξ αὐχέν᾽ ἔαξε λαβὼν κρατεροῖσιν ὀδοῦσι
πρῶτον, ἔπειτα δέ θ᾽ αἷμα καὶ ἔγκατα πάντα λαφύσσει·
ὣς τοὺς Ἀτρεΐδης ἔφεπε κρείων Ἀγαμέμνων,
αἰὲν ἀποκτείνων τὸν ὀπίστατον· οἱ δὲ φέβοντο.
πολλοὶ δὲ πρηνεῖς τε καὶ ὕπτιοι ἔκπεσον ἵππων
180 Ἀτρεΐδεω ὑπὸ χερσί· περιπρὸ γὰρ ἔγχεϊ θῦεν.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τάχ᾽ ἔμελλεν ὑπὸ πτόλιν αἰπύ τε τεῖχος
ἵξεσθαι, τότε δή ῥα πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε
Ἴδης ἐν κορυφῇσι καθέζετο πιδηέσσης,
οὐρανόθεν καταβάς· ἔχε δ᾽ ἀστεροπὴν μετὰ χερσίν.
185 Ἶριν δ᾽ ὄτρυνε χρυσόπτερον ἀγγελέουσαν·
«βάσκ᾽ ἴθι, Ἶρι ταχεῖα, τὸν Ἕκτορι μῦθον ἐνίσπες·
ὄφρ᾽ ἂν μέν κεν ὁρᾷ Ἀγαμέμνονα, ποιμένα λαῶν,
θύνοντ᾽ ἐν προμάχοισιν, ἐναίροντα στίχας ἀνδρῶν,
τόφρ᾽ ἀναχωρείτω, τὸν δ᾽ ἄλλον λαὸν ἀνώχθω
190 μάρνασθαι δηΐοισι κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην.
αὐτὰρ ἐπεί κ᾽ ἢ δουρὶ τυπεὶς ἢ βλήμενος ἰῷ
εἰς ἵππους ἅλεται, τότε οἱ κράτος ἐγγυαλίξω
κτείνειν, εἰς ὅ κε νῆας ἐϋσσέλμους ἀφίκηται
δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθῃ.»
195 Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις,
βῆ δὲ κατ᾽ Ἰδαίων ὀρέων εἰς Ἴλιον ἱρήν.
εὗρ᾽ υἱὸν Πριάμοιο δαΐφρονος, Ἕκτορα δῖον,
ἑσταότ᾽ ἔν θ᾽ ἵπποισι καὶ ἅρμασι κολλητοῖσιν·
ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη προσέφη πόδας ὠκέα Ἶρις·
200 «Ἕκτορ, υἱὲ Πριάμοιο, Διὶ μῆτιν ἀτάλαντε,
Ζεύς με πατὴρ προέηκε τεῒν τάδε μυθήσασθαι.
ὄφρ᾽ ἂν μέν κεν ὁρᾷς Ἀγαμέμνονα, ποιμένα λαῶν,
θύνοντ᾽ ἐν προμάχοισιν, ἐναίροντα στίχας ἀνδρῶν,
τόφρ᾽ ὑπόεικε μάχης, τὸν δ᾽ ἄλλον λαὸν ἄνωχθι
205 μάρνασθαι δηΐοισι κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην.
αὐτὰρ ἐπεί κ᾽ ἢ δουρὶ τυπεὶς ἢ βλήμενος ἰῷ
εἰς ἵππους ἅλεται, τότε τοι κράτος ἐγγυαλίξει
κτείνειν, εἰς ὅ κε νῆας ἐϋσσέλμους ἀφίκηαι
δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθῃ.»
210 Ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσ᾽ ἀπέβη πόδας ὠκέα Ἶρις,
Ἕκτωρ δ᾽ ἐξ ὀχέων σὺν τεύχεσιν ἆλτο χαμᾶζε,
πάλλων δ᾽ ὀξέα δοῦρα κατὰ στρατὸν ᾤχετο πάντῃ,
ὀτρύνων μαχέσασθαι, ἔγειρε δὲ φύλοπιν αἰνήν.
οἱ δ᾽ ἐλελίχθησαν καὶ ἐναντίοι ἔσταν Ἀχαιῶν,
215 Ἀργεῖοι δ᾽ ἑτέρωθεν ἐκαρτύναντο φάλαγγας.
ἀρτύνθη δὲ μάχη, στὰν δ᾽ ἀντίοι· ἐν δ᾽ Ἀγαμέμνων
πρῶτος ὄρουσ᾽, ἔθελεν δὲ πολὺ προμάχεσθαι ἁπάντων.
Ἔσπετε νῦν μοι, Μοῦσαι, Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι,
ὅς τις δὴ πρῶτος Ἀγαμέμνονος ἀντίον ἦλθεν
220 ἢ αὐτῶν Τρώων ἠὲ κλειτῶν ἐπικούρων.

***
Κι έσυρ᾽ ο Ζευς τον Έκτορα μακράν από τα βέλη,
την ταραχήν, τα αίματα και την ανδροφονίαν·
165 και οι Τρώες στην αγριοσυκιά, στον τάφον του αρχαίου
Ίλου έτρεχαν άτακτοι, στην μέσην της πεδιάδος,
πρόθυμοι προς την πόλιν τους· και με κραυγές ο Ατρείδης
πάντοτε με τους Δαναούς σφοδρά τους κυνηγούσε
κι είχε τα χέρι᾽ ανίκητα, σ᾽ αίμα πηκτό βαμμένα.
170 Και αντίκρυ των Σκαιών Πυλών φθασμένοι και στον φράξον
εστάθηκαν και ανέμεναν οι υστερινοί να φθάσουν.
Κι εκείνοι εφεύγαν σκορπιστοί στον κάμπον ως δαμάλες,
οπού λεοντάρι εσκόρπισεν ερχόμενες το δείλι
και απ᾽ όλες μία φανερά τον όλεθρον γνωρίζει·
175 με τα ανδρειωμένα δόντια του συντρίβει τον λαιμόν της,
και όλα τα εντόσθια της ρουφά και πίνει της το αίμα.
Όμοια και αυτούς κατάποδα πατούσεν ο Αγαμέμνων
και πάντοτε τον ύστερον εφόνευε ως εφεύγαν.
Κι επίστομα και ανάσκελα επέσαν απ᾽ τα αμάξια
180 πάμπολλοι από την λόγχην του, καθώς λυσσομανούσε.
Αλλ᾽ όταν επλησίαζαν στην πόλιν και στον πύργον,
τότε ο πατέρας των θεών και των θνητών ανθρώπων
κατέβη από τον ουρανόν και κεραυνόν κρατώντας
στα πλάγια τα πολύβρυσα της Ίδης να καθίσει.
185 Και προς την Ίριν έλεγε, χρυσόπτερην μηνύτραν:
«Πτερόποδ᾽ Ίρι, πήγαινε στον Έκτορα και ειπέ του,
όσο τον Αγαμέμνονα θωρεί, τον πολεμάρχον
μες στους προμάχους λυσσερά τους άνδρες να θερίζει,
ας πάγει αυτός ανάμερα, και τον στρατόν του ας σπρώχνει
190 προς τους εχθρούς, τον φοβερόν αγώνα να κρατήσει.
Και όταν ή βέλος ή λογχιά τον βιάσει να πηδήσει
στ᾽ αμάξι, τότε δύναμιν του Έκτορος θα δώσω
να σφάζει και τους Αχαιούς να διώχνει προς τα πλοία,
ώσπου να πέσ᾽ ο ήλιος και τ᾽ άγιο σκότος φθάσει».
195 Τον Δία δεν παράκουσεν η ανεμόποδ᾽ Ίρις·
και στην αγίαν Ίλιον κατέβη από την Ίδην
κι ήβρε τον θείον Έκτορα, το τέκνον του Πριάμου
να στέκει με τους ίππους του και τα λαμπρά του αμάξια.
Κι η Ίρις η πτερόποδη σιμά του εστάθη κι είπε:
200 «Ω Έκτωρ, που συγκρίνεσαι στην γνώσιν με τον Δία,
ο Ζευς πατέρας μ᾽ έστειλε τα εξής να σου ομιλήσω:
όσο τον Αγαμέμνονα θωρείς τον πολεμάρχον
μες στους προμάχους λυσσερά τους άνδρες να θερίζει,
την μάχην αναμέριζε και σπρώχνε τον στρατόν σου
205 προς τους εχθρούς τον φοβερόν αγώνα να κρατήσεις·
και όταν ή βέλος ή λογχιά τον βιάσει να πηδήσει
στ᾽ αμάξι, τότε δύναμιν σ᾽ εσέ θα δώσει ο Δίας,
να σφάζεις και τους Αχαιούς να διώχνεις ως τα πλοία,
ώσπου να πέσ᾽ ο ήλιος και τ᾽ άγιο σκότος φθάσει».
210 Αυτά του είπε κι έφυγεν η ανεμόποδ᾽ Ίρις.
Και ο Έκτωρ μ᾽ όλα τ᾽ άρματα επήδησε απ᾽ τ᾽ αμάξι,
δυο λόγχες σείει και παντού στο στράτευμα γυρίζει,
στην μάχην σπρώχνει και δεινήν πολέμου ανάφτει φλόγα.
Τινάχθηκαν και αντίκρισαν τους Αχαιούς εκείνοι.
215 Και απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος έσφιξαν τες φάλαγγες οι Αργείοι
την μάχην πάλι εσύστησαν οι αντίθετοι· και πρώτος
όρμησ᾽ ο Ατρείδης πρόθυμος παντού να προμαχήσει.
Μούσες του Ολύμπου εγκάτοικοι, σεις τώρα λέγετέ μου,
ποιος πρώτος τότ᾽ εστήθηκεν εμπρός εις τον Ατρείδην
220 των Τρώων ή των ξακουστών στην μάχην βοηθών των.

Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει

Επιπλέον, έχω παντελή άγνοια σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου. Θαυμάζω την πεποίθηση και εμπιστοσύνη που καθένας έχει στο άτομό του, ενώ δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να ξέρω πως ξέρω, ούτε που να τολμώ να δώσω το λόγο μου ότι μπορώ να κάμω. Δεν έχω τις ικανότητές μου κατά κατηγορία και σε κατάλογο· και δεν μαθαίνω ποιες είναι παρά εκ των υστέρων: αμφιβάλλω τόσο για τον εαυτό μου όσο για οτιδήποτε άλλο. Και έτσι μου συμβαίνει, αν καταφέρω κάτι αξιέπαινο σε μια δουλειά, να το αποδίδω περισσότερο στην καλοτυχία μου παρά στη δύναμή μου, τόσο μάλλον που όλα μου τα σχέδια για κάθε δουλειά γίνονται στα τυφλά και διστακτικά. Ομοίως, μιλώντας γενικώς, να τι ισχύει και για μένα επίσης: από όλες τις γνώμες που, σε γενικές γραμμές, διατύπωσε η Αρχαιότητα περί του ανθρώπου, αυτές που ενστερνίζομαι προθυμότερα και με τις οποίες συμφωνώ πιο πολύ, είναι εκείνες που μας περιφρονούν, μας υποτιμούν και μας εκμηδενίζουν περισσότερο. Η φιλοσοφία ποτέ δεν μου φαίνεται πως έχει τόσο καλά χαρτιά, παρά μόνο όταν καταπολεμάει την αλαζονεία και τη ματαιότητά μας, όταν καλή τη πίστει αναγνωρίζει την αναποφασιστικότητά της, την αδυναμία της και την άγνοιά της. Μου φαίνεται πως η μητέρα τροφός των σφαλερότερων απόψεων, είτε δημόσιων είτε ιδιωτικών, είναι η υπέρμετρα καλή γνώμη που ο άνθρωπος έχει για τον εαυτό του. Αλλά για να έρθω στην προσωπική μου περίπτωση, είναι εξαιρετικά δύσκολο μου φαίνεται για οποιονδήποτε άλλον να έχει λιγότερο σε εκτίμηση τον εαυτό του ή ακόμα για οποιονδήποτε άλλον να με έχει σε λιγότερη εκτίμηση από ό,τι εγώ έχω σε εκτίμηση τον εαυτό μου.

Εκτιμώ πως ανήκω στο συνηθισμένο είδος ανθρώπων, με τη μόνη διαφορά πως θεωρώ ότι εκεί πράγματι ανήκω· ένοχος των πιο παρακατιανών και χυδαίων ελαττωμάτων, που όμως ούτε απαρνιέμαι ούτε δικαιολογώ· και δίνω αξία στον εαυτό μου μόνο από το γεγονός ότι ξέρω την αξία μου.
Γιατί, για να λέω την αλήθεια, όποια μορφή και αν πάρουν, όταν πρόκειται για το προϊόντα του νου μου, ποτέ δεν ξεπήδησε κάτι από μένα που να με γέμιζε. Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει. Τα γούστα μου αντιλαμβάνονται λεπτές διακρίσεις και δύσκολα ικανοποιούνται, ιδιαιτέρως σε ό,τι σχετίζεται με το άτομό μου· απαρνιέμαι αδιάκοπα τον εαυτό μου και τον νιώθω παντού να αμφιρρέπει και να κάμπτεται από αδυναμία. Τίποτα από ό,τι βρίσκεται στην κατοχή μου δεν ικανοποιεί την κρίση μου. Η ματιά μου είναι αρκετά καθάρια και υπό έλεγχο, αλλά θολώνει όταν είναι να βγάλει αποτέλεσμα, όπως διαπίστωσα ξεκάθαρα στην περίπτωση της ποίησης. Την αγαπώ απέραντα· είμαι αρκετά καλός κριτής των έργων των άλλων· η αλήθεια όμως είναι πως όταν βαλθώ να καταπιαστώ με την ποίηση, είμαι σαν παιδί: βρίσκω τον εαυτό μου ανυπόφορο. Μπορείς να αστειεύεσαι οπουδήποτε αλλού, όχι όμως στην ποίηση:

τους μέτριους ποιητές δεν ανέχονται
ούτε οι θεοί ούτε οι άνθρωποι ούτε όσοι προβάλλουν τα έργα τους (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Ας έδινε ο Θεός αυτή η φράση να βρισκόταν στην πρόσοψη των μαγαζιών όλων των τυπογράφων μας, για να απαγορεύει την είσοδο σε τόσους στιχουργούς:

πράγματι
κανείς δεν είναι πιο αμέριμνος απ’ τον κακό ποιητή. (ΜΑΡΤΙΑΛΗΣ)

Γιατί να μην έχουμε ανθρώπους [σαν και αυτούς τους Έλληνες που θα αναφέρω]; Ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος δεν είχε από τον εαυτό του τίποτα σε εκτίμηση όσο την ποίησή του. Στην περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων, εκτός από άρματα που ξεπερνούσαν όλα τα άλλα σε μεγαλοπρέπεια, έστειλε επίσης σκηνές και κιόσκια βασιλικά, χρυσωμένα και σκεπασμένα με χαλιά για τους ποιητές και μουσικούς που είχαν να παρουσιάσουν τους στίχους του. Όταν ήρθε η ώρα να απαγγελθούν οι στίχοι του, η χάρη και η αρτιότητα της απαγγελίας τράβηξαν στην αρχή την προσοχή του πλήθους· όταν όμως λίγο αργότερα ήρθε η ώρα να ζυγίσει τη μωρολογία του έργου, το κοινό έδειξε πρώτα περιφρόνηση και καθώς η κρίση του άρχισε να γίνεται αυστηρότερη, κυριεύτηκε σε λίγο από μανία και έτρεξε να γκρεμίσει και να ξεσκίσει από αγανάκτηση όλα τα κιόσκια. Και όταν τα άρματά του δεν έκαμαν τίποτα της προκοπής στις αρματοδρομίες και το πλοίο που έφερνε πίσω τους ανθρώπους του έχασε τη Σικελία, σπρώχτηκε από την τρικυμία και κομματιάστηκε πέφτοντας στην ακτή του Τάραντα, ο κόσμος θεώρησε βέβαιο πως ήταν κατατρεγμός των θεών, που είχαν οργισθεί, όπως και το κοινό, για εκείνη την κακή ποίηση. Και οι ίδιοι οι ναύτες που είχαν γλυτώσει από το ναυάγιο, έρχονταν συνεπίκουροι σε αυτήν τη γνώμη του κόσμου, με την οποία επίσης φάνηκε να συμφωνεί κάπως ο χρησμός που προείπε το θάνατό του. Ο χρησμός δήλωσε πως ο Διονύσιος θα πλησίαζε στο τέλος του, όταν θα είχε νικήσει εκείνους που άξιζαν περισσότερο από αυτόν, πράγμα που ο Διονύσιος ερμήνευσε ότι αφορούσε τους Καρχηδόνιους, που τον ξεπερνούσαν σε δύναμη. Και πολεμώντας εναντίον τους απέφευγε συχνά τη νίκη και τη μετρίαζε, για να μην υποστεί τη μοίρα που είχε προβλέψει εκείνη η προφητεία, όμως ερμήνευσε στραβά: γιατί ο θεός αναφερόταν στην εποχή που κέρδισε (με μεροληψίες και αδίκως) το βραβείο στην Αθήνα από καλύτερους τραγικούς ποιητές από ό,τι ο ίδιος, έχοντας δώσει να παίξουν στο διαγωνισμό το έργο του “Τα Λήναια”· ύστερα από αυτήν τη νίκη πέθανε ξαφνικά και εξαιτίας εν μέρει της υπερβολικής χαράς που τον κατέλαβε λόγω αυτού του γεγονότος.

Τα έργα μου απέχουν τόσο από το να μου προσφέρουν ικανοποίηση, ώστε όσες φορές και αν τα αναψηλαφώ, τόσες φορές με σκάζουν:

σαν τα ξαναδιαβάζω, ντρέπομαι που τα έγραψα,
γιατί εγώ που τα έγραψα βλέπω πολλά που κρίνω άξια να
σβηστούν. (ΟΒΙΔΙΟΣ)

Εξ αυτού συμπεραίνω πως οι παραγωγές εκείνων των γόνιμων και μεγάλων πνευμάτων των περασμένων καιρών είναι πολύ πιο πέρα από το έσχατο όριο όπου απλώνεται η φαντασία και η επιθυμία μου. Τα γραπτά τους δεν με ικανοποιούν και με γεμίζουν μόνο, αλλά μου φέρνουν απορία και με κάνουν να μαρμαρώνω από θαυμασμό. Κρίνω την ομορφιά τους· τη βλέπω, αν όχι ως την άκρη, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, ώστε μου είναι αδύνατο να προσπαθήσω να τη φτάσω.

ΤΟ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΗ ΑΣΧΟΛΙΑ

Ο παιδικός τρόπος παιχνιδιού, ο ξέγνοιαστος και χαρούμενος. Αυτό είναι το μυστικό όπλο, κι αυτό θα έπρεπε να είναι και το δικό μας.

Να διασκεδάζουμε παίζοντας, όπως όταν ήμασταν παιδιά και δε σταματούσαμε να μαθαίνουμε και να παίζουμε. Είναι κρίμα που, από μία ηλικία και μετά, η διάθεση για παιχνίδι, το playfuluess, τιμωρείται κοινωνικά. Έτσι όμως καταδικάζουμε μία από τις σημαντικότερες πηγές προσωπικής ανάπτυξης που έχουμε.

Ευτυχώς, τα πράγματα αλλάζουν. Υπάρχει ένας νέος ψυχολογικός όρος, ο επονομαζόμενος «έλλειμμα παιχνιδιού». Η στέρηση αυτή εκδηλώνεται σε άτομα που δεν έχουν καιρό ούτε χώρο για να διασκεδάσουν από απλή ευχαρίστηση και μόνο. Να παίξουν χωρίς ανταγωνισμό. Να παίξουν χωρίς άλλο σκοπό από τη διασκέδαση αυτή καθαυτή, δηλαδή με την ίδια διάθεση που παίζουν τα παιδιά και που πολλοί ενήλικες θεωρούν χάσιμο χρόνου.

Τι μεγάλο λάθος! Η παιγνιώδης διάθεση μας βοηθάει να καταπολεμάμε το στρες, ανανεώνει και αναζωογονεί τις σχέσεις μας και μας επιτρέπει να βρούμε την αρμονία με τον εαυτό μας και να απαλλαγούμε από τις μικροεντάσεις της καθημερινότητας.

Παίζω σημαίνει ανα-δημιουργούμαι. Σημαίνει εξελίσσομαι, αναπτύσσομαι και γεμίζω με θετική ενέργεια. Δεν υπάρχει καλύτερο αντίδοτο για τη ρουτίνα του ζευγαριού, παραδείγματος χάριν, ούτε αποτελεσματικότερος τρόπος για να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας ή για να περάσουμε καλά με τους φίλους μας.

Και τα οφέλη από τη διάθεση για παιχνίδι δεν σταματούν εδώ.

Όλο και περισσότερες είναι οι εταιρείες με τζίρο πολλών εκατομμυρίων οι οποίες ανακαλύπτουν ότι οι εργαζόμενοι αποδίδουν καλύτερα και είναι πιο ευτυχισμένοι σε ένα παιγνιώδες περιβάλλον. Ένα περιβάλλον ανα-δημιουργίας, που ενδυναμώνει τη φαντασία του καθενός. Τα γραφεία της Google στην Ελβετία, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, έχουν μια τσουλήθρα. Μια τσουλήθρα!

Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να μοιάζει περισσότερο με παιδική χαρά παρά με την έδρα μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες του εικοστού πρώτου αιώνα, όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η δημιουργικότητα έχει μετατραπεί στο βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του νέου εργασιακού πανοράματος. Και αναπτύσσεται και εξελίσσεται με το playfulness.

Αυτή η διάθεση για παιχνίδι χωρίς ανταγωνισμό, παραδόξως, μας κάνει πιο ανταγωνιστικούς.

Αν θέλεις να προκαλέσεις σεισμούς πανηγυρισμών στην καθημερινότητά σου… πάρε το παιχνίδι πολύ στα σοβαρά και μάθε, όπως ο Ροναλντίνιο, από τα παιδιά που παίζουν στην ακρογιαλιά.

Με τον έρωτα μπορείς μόνο να εξελιχθείς

Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού

Έρωτας είναι η βαθιά συνείδηση, να καταλάβεις δηλαδή ότι με τον έρωτα μπορείς μόνο να εξελιχθείς. Όταν αγαπάς, όταν είσαι ερωτευμένος, όλα γίνονται από μόνα τους. Δεν χρειάζονται θυμοί, φόβοι, αλλά να σέβεσαι την ατομικότητά του. Σημαίνει να μη χάνεται ο κόσμος γύρω σου όταν απομακρύνεσαι, γιατί τότε γίνεται εξάρτηση.

Η ερωτική πράξη είναι μυσταγωγία, είναι ιερή και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Ο έρωτας είναι έρωτας όταν δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Είναι η βάση για όλα. Φυσικά είμαι υπέρ της ελεύθερης επιλογής. Αγαπάς και ερωτεύεσαι τον άνθρωπο και όχι το φύλο. Φιλία σημαίνει προπαντός σιγουριά, κι αυτό είναι που τη διαχωρίζει από τον έρωτα. Σημαίνει επίσης σεβασμός και απόλυτη παραδοχή του άλλου. Μόνο πάνω σ’ ένα θεμέλιο δυστυχίας χτίζεται μια ευτυχία. Νομίζω πως θα μπορέσω να χτίσω. Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές.

Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμός. Το αίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή.

Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι στο βιβλίο του Μοντερλάν που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. Και πώς τη φωνάζεις; τη ρωτούν. Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει. Έτσι είναι οι εραστές και οι φίλοι. Συχνά έρχονται από τύχη.

Πολλή γνώμη, λίγη γνώση

Λέγεται πως υπάρχουν περισσότερες γνώμες απ’ ότι άνθρωποι, κι αυτό είναι αλήθεια. Από αυτό θα επινοήθηκε η ψήφιση κατά πλειοψηφία, γιατί όταν υπάρχουν περισσότερα από τρία άτομα, η συναίνεση είναι σχεδόν αδύνατη: πάντα υπάρχει κάποιος που θα έχει διαφορετική γνώμη και που δε θα είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.

Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να έχουμε γνώμη για όλα.
Για ό,τι γνωρίζουμε με βεβαιότητα, για ό,τι πιστεύουμε με κλειστά μάτια, για ό,τι σκεφτόμαστε χωρίς να το στριφογυρνάμε και πολύ στο μυαλό, ακόμα και για κάτι που δεν του έχουμε αφιερώσει ούτε δύο σκέψεις.
Επειδή προτιμάμε να λέμε κάτι παρά να σωπαίνουμε και να δείχνουμε ότι δεν ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.
Δεν είχαμε την ευκαιρία να μάθουμε να σωπαίνουμε στην Ακαδημία του Πλάτωνα.

Ο μεγάλος εχθρός της αλήθειας πολύ συχνά δεν είναι το ψέμα, αποφασισμένο, κατασκευασμένο και ανέντιμο, αλλά ο μύθος, επίμονος, πειστικός και εξωπραγματικός.
Πολύ συχνά γραπωνόμαστε από τα κλισέ των προγόνων μας. Υποτάσσουμε όλα τα γεγονότα σε ένα σετ προκατασκευασμένων ερμηνειών.

Απολαμβάνουμε το βόλεμα της γνώμης χωρίς το ξεβόλεμα της σκέψης.

Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι εξαρτιόμαστε όλο και περισσότερο από το τι λένε οι άλλοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε τέτοιο σημείο που ένα οποιοδήποτε σχόλιο μπορεί να κάνει κάποιον να περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος ή να πάθει κρίση άγχους.
Κι όλα αυτά γιατί είναι εύκολο να μιλάμε για να μιλάμε, να δίνουμε τη γνώμη μας και να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους.
Αλλά, όπως τόνιζε ο Μπέρτραντ Ράσελ στα Σκεπτικιστικά δοκίμια:

“Οι γνώμες που διατηρούνται με πάθος είναι πάντα αυτές που δεν έχουν μια καλή βάση. Το πάθος είναι το μέτρο εκείνων που δεν έχουν μια λογική πεποίθηση”.

Έτσι, λοιπόν, πρέπει να στεκόμαστε και να σκεφτόμαστε τη γνώμη μας και να έχουμε επίγνωση του ότι τα λόγια μας θα τα ακούσουν ή θα τα διαβάσουν και, προπαντός, θα τα θυμούνται.
Αυτά είναι το σήμα κατατεθέν μας και μας προσδιορίζουν ως ανθρώπους.

Σοπενχάουερ: Η ζωή είναι μια αποστολή πού πρέπει να την εκπληρώσουμε με μόχθο

Μπορούμε να πούμε πώς, αν η ζωή μας δεν έχει για άμεσο σκοπό της την οδύνη, δεν έχει κανένα λόγο να υπάρχει. Γιατί είναι παράλογο να παραδεχτούμε πώς ό ατέλειωτος πόνος πού γεννιέται από την σύμφυτη με τη ζωή δυστυχία και πού γεμίζει τον κόσμο, είναι καθαρά τυχαίο γεγονός και όχι σκοπός αυτός καθ’ αυτός. Ειν’ αλήθεια πώς κάθε Ιδιαίτερη δυστυχία φαίνεται σαν εξαίρεση· αλλά, γενικός κανόνας, είναι η δυστυχία.

Όπως κυλάει το ποτάμι χωρίς στροβιλίσματα όσο δεν συναντάει εμπόδια, έτσι και στην ανθρώπινη φύση, όπως και στη ζωική φύση, η ζωή κυλάει ασυνείδητα και απρόσεκτα σαν δεν αντιτίθεται τίποτα στη βούληση. Κι’ αν ξυπνάει η προσοχή, είναι γιατί κάποιο εμπόδιο βρήκε μπροστά της η βούληση και δημιουργήθηκε κάποιος κλονισμός. Κάθε τι πού ορθώνεται απέναντι στη βούλησή μας, κάθε τι που την διασχίζει ή της αντιστέκεται, δηλαδή κάθε τι το δυσάρεστο και το οδυνηρό, το συναισθανόμαστε αμέσως, και πολύ καθαρά. Δεν παρατηρούμε την γενική υγεία του σώματός μας, άλλα μονάχα το ελαφρό σημείο όπου μας πληγώνει το παπούτσι μας: δεν εκτιμούμε το ανθηρό σύνολο των υποθέσεων μας, και σκεπτόμαστε μόνο ένα ασήμαντο μικροπράγματα που μας θλίβει. — η ευεξία λοιπόν και η ευτυχία είναι εντελώς αρνητικά, και μόνο ο πόνος είναι θετικός.

Δεν ξέρω τίποτα πιο παράλογο από τα περισσότερα μεταφυσικά συστήματα πού εξηγούν το κακό σαν κάτι το αρνητικό· ενώ αντίθετα, μόνο αυτό είναι θετικό, αφού αυτό γίνεται αισθητό...Κάθε αγαθό, κάθε ευτυχία, κάθε Ικανοποίηση είναι αρνητικά, γιατί δεν κάνουν άλλο παρά να καταργούν μιαν επιθυμία και να τελειώνουν μια θλίψη.

Προσθέστε σ’ αυτά, πώς γενικά βρίσκομε τις χαρές μικρότερες απ’ ότι τις περιμέναμε, ενώ οι οδύνες ξεπερνούν κατά πολύ την προσμονή μας.

Αν θέλετε να διαφωτιστείτε στη στιγμή σ’ αυτό το σημείο, και να δείτε αν ξεπερνάει η ευχαρίστηση τη θλίψη, η αν συμψηφίζονται μοναχά, συγκρίνετε την εντύπωση τού ζώου πού καταβροχθίζει ένα άλλο, με την εντύπωση εκείνου πού καταβροχθίζεται.

Σε κάθε δυστυχία, σε κάθε πόνο, η πιο αποτελεσματική παρηγοριά είναι να στρέφουμε τα μάτια μας προς εκείνους πού είναι ακόμα πιο δυστυχισμένοι από μάς : αυτό το φάρμακο είναι προσιτό στον καθένα. Τί προκύπτει όμως για το σύνολο;

Σαν τα πρόβατα πού παίζουνε στο λιβάδι, ενώ, με το βλέμμα του, ο χασάπης κάνει την εκλογή του μέσα στο κοπάδι, έτσι και μείς δεν ξέρουμε, στις ευτυχισμένες μέρες μας, τί καταστροφή μάς ετοιμάζει η μοίρα μας αυτήν ακριβώς την ώρα, — αρρώστια, διωγμό, καταστροφή, ακρωτηριασμό, τύφλωση, τρέλα κλπ.

Κάθε τί πού γυρεύουμε ν’ αρπάξουμε, μάς αντιστέκεται· το κάθε τί έχει την εχθρική του βούληση πού πρέπει να νικήσουμε. Στη ζωή των λαών, η ιστορία δεν μάς δείχνει άλλο από πολέμους και επαναστάσεις· τα ειρηνικά χρόνια δεν μοιάζουν με τίποτε’ άλλο παρά με μικρές παύσεις, με διαλείμματα που γίνονται τυχαία κάπου - κάπου. Και όμοια, η ζωή του ανθρώπου είναι μια διαρκής μάχη, όχι μονάχα εναντίον των αφηρημένων δεινών, της δυστυχίας και της πείνας, αλλά και εναντίον των άλλων ανθρώπων. Παντού βρίσκεις έναν αντίπαλο: η ζωή είναι ένας ασταμάτητος πόλεμος, και πεθαίνουμε με τα όπλα στο χέρι.

Στο μαρτύριο της ζωής προστίθεται ακόμα η ταχύτητα τού χρόνου πού μάς πιέζει, που δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσες και στέκει πίσω απ’ τον καθένα μας σαν δεσμώτης κάτεργου με το μαστίγιο. Λυπάται μόνο όσους έχει παραδώσει στην ανία.

Κι’ όμως, όπως θα έπρεπε να έσκαγε το σώμα μας, αν βρισκόταν κάτω από την ατμοσφαιρική πίεση, έτσι κι’ αν αφαιρούσαν το βάρος της δυστυχίας, της θλίψης, των αντιξοοτήτων και των μάταιων προσπαθειών από τη ζωή τού ανθρώπου, η υπερβολή της αλαζονείας του θα ήταν τόσο άμετρη, πού θα τον έσπαζε σε κομμάτια, η τουλάχιστον θα τον έσπρωχνε στην πιο άτακτη παραφροσύνη, ως τη μανιακή τρέλα.

Πάντα, χρειάζεται στον καθένα μια ορισμένη ποσότητα φροντίδων, πόνων, ή δυστυχίας, όπως χρειάζεται η σαβούρα στο πλοίο για να του δίνει ευστάθεια και να προχωρεί ίσια.

Δουλειά, μαρτύριο, θλίψη και αθλιότητα• αυτός είναι σ’ όλη τη ζωή ο κλήρος όλων σχεδόν των ανθρώπων.

Αλλά αν όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονταν μόλις σχηματίζονταν, με τι θα γέμιζε η ανθρώπινη ζωή; και σε τι θα χρησιμοποιούσαμε τον καιρό μας; Αν βάζαμε αυτή τη ράτσα σε μια γη της επαγγελίας, όπου όλα ν’ αναπτύσσονται μόνα τους, όπου να πετούσαν οι κορυδαλλοί ψημένοι κοντά στα στόματα, κι’ όπου ο καθένας να έβρισκε αμέσως την αγαπημένη του και να την κατακτούσε χωρίς δυσκολία,

Τότε θα βλέπαμε τούς ανθρώπους να πεθαίνουν από ανία, η να απαγχονίζονται, κι’ άλλους να τσακώνονται, να στραγγαλίζουν ο ένας τον άλλο και να προκαλούν στον εαυτό τους περισσότερα βάσανα απ’ όσα τούς επιβάλλει σήμερα η φύση.

Έτσι, σε μια τέτοια ράτσα, δεν είναι δυνατόν να ταιριάζει κανένα άλλο θέατρο, καμιά άλλη ζωή...

Στην πρώτη νεότητα, στεκόμαστε μπροστά στη μοίρα που θ' ανοίξει μπροστά μας, όπως στέκουν τα παιδιά μπροστά σε μιαν αυλαία θεάτρου, με τη χαρούμενη κι’ ανυπόμονη προσμονή για τα πράγματα πού θα συμβούν πάνω στη σκηνή: είναι μια ευτυχία πού δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν εκ των προτέρων. Στα μάτια εκείνου που ξέρει τι θα συμβεί πραγματικά, τα παιδιά είναι αθώοι ένοχοι, καταδικασμένοι όχι στο θάνατο, αλλά στη ζωή, και πού ωστόσο δεν ξέρουν ακόμα το περιεχόμενο της καταδικαστικής τους απόφασης.— Αυτό όμως δεν σημαίνει πώς ο καθένας δεν παύει να επιθυμεί για τον εαυτό του να γεράσει, δηλαδή μια κατάσταση πού θα μπορούσαμε να την εκφράσουμε ως έξης: «Σήμερα είναι άσχημα, και κάθε μέρα θα ναι πιο άσχημα — ώσπου να φτάσει το χειρότερο».

— Ο κόσμος, τόπος τιμωρίας.

Αν φανταστούμε, όσο είναι δυνατόν να το κάνουμε αυτό κατά προσέγγιση, το ποσό της αθλιότητας, τού πόνου, και της κάθε λογής οδύνης, πού φωτίζει ο ήλιος στην πορεία του, θα συμφωνήσουμε πώς θα ήταν πολύ καλλίτερα να μην είχε το αστέρι αυτό περισσότερη δύναμη για να δημιουργήσει το φαινόμενο της ζωής, απ’ όση έχει στο φεγγάρι, και πώς θα ήταν προτιμότερο να ήτανε και η επιφάνεια της γης, όπως και της σελήνης, στην κατάσταση τού παγωμένου κρύσταλλου.

Μπορούμε ακόμα να θεωρήσουμε τη ζωή μας σαν ένα επεισόδιο πού διαταράζει ανώφελα την ευδαιμονία και τη γαλήνη του χάους. Όπως κι’ αν έχει το πράγμα, ακόμα κι’ εκείνος πού είναι σχεδόν υποφερτή η ζωή του, όσο προχωρεί η ηλικία του αποκτά όλο και σαφέστερα τη συνείδηση πώς στο κάθε τί υπάρχει ένα desappointment; nay, a cheat, με άλλα λόγια, πως έχει το χαρακτήρα ενός μεγάλου εμπαιγμού, για να μην πούμε μιας απάτης...

Όποιος έχει επιζήσει σε δύο-τρεις γενεές, βρίσκεται στην ίδια πνευματική διάθεση με τον θεατή πού είναι καθισμένος σε ένα παράπηγμα σαλτιμπάγκων στο πανηγύρι, όταν βλέπει τις ίδιες φάρσες να επαναλαμβάνονται αδιάκοπα δύο-τρεις φορές : επειδή τα πράγματα ήταν υπολογισμένα μόνο για μια παράσταση, δεν κάνουν πια καμιά εντύπωση σαν χαθούν η ψευδαίσθηση και ο νεωτερισμός.

Θάνε να χάσουμε το νου μας, αν παρατηρήσουμε πόσο σπάταλα μέτρα λαμβάνονται, αυτούς τούς απλανείς αστέρες πού λάμπουν αναρίθμητα στο άπειρο διάστημα, και δεν έχουν άλλο· να κάνουν παρά να φωτίζουν τούς κόσμους, θέατρα βόγγων και αθλιότητας, κόσμους πού, στην πιο ευτυχή περίπτωση, δεν φέρνουν παρά την ανία· -— αν κρίνουμε τουλάχιστον από το δείγμα πού μάς είναι γνωστό.

Κανένας δεν είναι πραγματικά αξιοζήλευτος, και πόσοι είναι οι αξιολύπητοι!

Η ζωή είναι μια αποστολή πού πρέπει να την εκπληρώσουμε με μόχθο και απ’ αυτή την έννοια, η λέξη defunctus είναι ωραία έκφραση.

Φαντασθείτε για μια στιγμή αν η πράξη της γέννησης δεν ήταν ούτε ανάγκη ούτε ηδονή, αλλά μια υπόθεση καθαρής σκέψης : θα μπορούσε τότε να εξακολουθεί να υφίσταται το ανθρώπινο είδος ; Δεν νομίζετε πώς θα λυπόταν μάλλον ο καθένας την επερχόμενη γενεά, και θα φρόντιζε να την γλυτώσει από το βάρος της ζωής, η τουλάχιστον πώς θα δίσταζε να της το επιβάλει ψύχραιμα ;

Μα ο κόσμος είναι κόλαση και οι άνθρωποι χωρίζονται σε βασανισμένες ψυχές και σε βασανιστές διαβόλους.

Σίγουρα θα χρειαστεί να ξανακούσω να λένε πώς η φιλοσοφία μου είναι χωρίς παρηγοριά· — κι’ αυτό, μόνο και μόνο γιατί λέω την αλήθεια, ενώ οι άνθρωποι θέλουν ν’ ακούν να λένε : ο Κύριος ο Θεός έκανε καλά δοτή έκανε. Πηγαίνετε στην εκκλησία και αφήστε ήσυχους τούς φιλοσόφους. Η τουλάχιστον μην απαιτείτε να προσαρμόζουν τις θεωρίες τους στην κατήχησή σας: αυτά τα κάνουν οι αλήτες, οι φιλοσοφίσκοι, σ’ αυτούς μπορείτε να παραγγείλετε ότι λογής θεωρίες θέλετε. Το να ταράζεις την υποχρεωτική αισιοδοξία των καθηγητών της φιλοσοφίας, είναι τόσο εύκολο, όσο και ευχάριστο.

Σοπενχάουερ, Οι οδύνες του κόσμου

Αν ο νους σου είναι φρέσκος, είναι φρέσκος και ο κόσμος

Χάνε το παρόν και θα ζεις μια ζωή πληκτική, βαρετή, ανιαρή. Να είσαι στο παρόν και θα εκπλαγείς που τίποτα δεν είναι πληκτικό. Άρχισε κοιτάζοντας γύρω σου λίγο περισσότερο σαν παιδί. Γίνε και πάλι παιδί! Έχεις ξεχάσει την αμεσότητα, την οικειότητα.

Έχεις κόψει τις γέφυρες. Η γνώση λειτουργεί σαν τοίχος. Η αθωότητα λειτουργεί σαν γέφυρα.
Άρχισε να κοιτάζεις πάλι σαν παιδί.
Πήγαινε στην παραλία κι άρχισε να μαζεύεις κοχύλια. Δες ένα παιδί που μαζεύει κοχύλια. Είναι τόσο συγκλονισμένο, λες κι έχει ανακαλύψει ολόκληρο ορυχείο διαμαντιών.
Δες το παιδί που φτιάχνει κάστρα από άμμο, πόσο απορροφημένο είναι, σαν να μην υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο στον κόσμο από το να φτιάχνει κάστρα.
Μη ζεις σαν να γνωρίζεις. Δεν γνωρίζεις τίποτα! Τη στιγμή που γνωρίζεις κάτι, εμφανίζεται η πλήξη. Η διαδικασία της γνώσης είναι τέτοια περιπέτεια, στην οποία δεν μπορεί να υπάρξει η πλήξη. Με τη γνώση, ασφαλώς μπορεί να υπάρξει. Με τη διαδικασία της γνώσης όμως δεν υπάρχει.
Και να σου θυμίσω ότι δεν μιλάω για καμιά θεϊκή γνώση, για καμιά εσωτερική γνώση, απλώς μιλάω γι αυτήν εδώ τη ζωή.

Απλώς κοίταξε γύρω σου με λίγο περισσότερη καθαρότητα, λίγο περισσότερη διαύγεια και θα δεις η ζωή δεν είναι καθόλου πληκτική, αλλά ότι είναι καταπληκτική.
Αν όλα σου φαίνονται παλιά, αυτό σημαίνει ο νους σου είναι παλιός, έχει μουχλιάσει.
Αν ο νους σου είναι φρέσκος, είναι φρέσκος και ο κόσμος. Το ζήτημα δεν είναι ο κόσμος, αλλά ο καθρέφτης.
Αν υπάρχει σκόνη πάνω στον καθρέφτη, τότε ο κόσμος είναι παλιός. Αν δεν υπάρχει σκόνη, τότε πως μπορεί να είναι παλιός;

Αν τα πράγματα παλιώνουν, τότε νιώθεις πλήξη. Όλοι νιώθουν πλήξη μέχρι θανάτου.
Κοίταξε τα πρόσωπα των ανθρώπων.
Κουβαλάνε τη ζωή σαν βάρος, τη βαριούνται, δεν έχει νόημα γι’ αυτούς, μοιάζει με εφιάλτη, με κακό αστείο, με κόλπο που κάνει κάποιος εναντίον τους για να τους βασανίσει. Έτσι, η ζωή δεν είναι γιορτή, δεν μπορεί να είναι. Πώς να είναι γιορτή, όταν ο νους είναι βαρύς, γεμάτος αναμνήσεις; Μα ακόμα κι όταν γελάς, το γέλιο σου κουβαλάει την πλήξη σου. Κάνεις προσπάθεια για να γελάσεις και γελάς μόνο από ευγένεια.

Γεια σου… είμαι ο Χρόνος

Μπορεί να θεωρείς πως είμαι εχθρός σου, αλλά η αλήθεια είναι πως είμαι φίλος σου. Και όμως, μέσα από τα άσπρα μαλλιά, τις ρυτίδες στο δέρμα και τα χέρια τα οποία σε φοβίζουν τόσο πολύ, προσπαθώ να σε βοηθήσω να αντιληφθείς τις ουσιώδεις αξίες της ζωής. Γιατί τότε, όταν αντιλαμβάνεσαι πως είσαι πρόσκαιρος, βελτιώνεις τον ηθικό σου κόσμο και διαπιστώνεις ποιες ενασχολήσεις είναι μάταιες και ποιες όχι.

Μπορεί να με θεωρείς αντίπαλο σε αυτά που θέλεις να κάνεις, να με κατηγορείς πως περνώ γρήγορα και πως δεν μπορείς να με προλάβεις. Όμως, δεν περνάω τόσο γρήγορα, σημασία έχει να με αξιοποιείς σωστά και να μη με σπαταλάς σε ανούσιες ενέργειες. Σημασία έχει να με αξιοποιείς όμορφα, όχι να με ξοδεύεις σε ενέργειες που βλάπτουν εσένα. Αξιοποίησέ με για τα όνειρά σου, για τη γνώση, για την ανακάλυψη του βαθύτερου εαυτού σου. Όχι σε ψεύτικες αξίες, σε καταχρήσεις, σε αρνητικά συναισθήματα, σε άσκοπη κατανάλωση, σε ανούσιες συναναστροφές.

Μπορεί να με φοβάσαι, αλλά είμαι ο μεγαλύτερος δάσκαλός σου. Απαλύνω τις πληγές σου, αναδεικνύω τη σοφία των λαθών, ενισχύω τη νεανική σου απειρία με τη σοφία του βιώματος. Σου αλλοιώνω την εμφάνιση, επειδή θέλω να σου διδάξω την ανυπέρβλητη ανωτερότητα του ψυχικού πλούτου. Σου αφαιρώ σωματική ρώμη επειδή θέλω να σου δείξω πως η θέληση δεν κάμπτεται αν θέλει να επιτύχει πραγματικά κάτι σε μεγαλύτερη ηλικία.

Είμαι φίλος και ευλογία για τον άνθρωπο που με αισθάνεται κοντά του με αγάπη και δεν τον αγχώνει η παρουσία μου. Δε θέλω να σε αγχώνω, διότι σκοπός μου είναι να σε πείσω να ασχοληθείς με τα σημαντικά, τα ουσιαστικά, τα θεμελιώδη. Θέλω να με θεωρείς σύμμαχο, όχι εχθρό σου, δε σε τιμωρώ επειδή περνάω από δίπλα σου και αυξάνω με τον καιρό. Θέλω να με δεις ως σύμμαχο, ο οποίος θα σου δείξει πως υπάρχω για να αξιοποιούμαι σε χρήσιμες ενασχολήσεις, σε ευχαρίστηση της ζωής, σε ουσιαστική επικοινωνία με τον εαυτό σου.

Είμαστε αυτό που επιλέγουμε

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που έρχονται στη ζωή μας για να φύγουν. Και άλλοι για να μείνουν. Πολύ κλισέ αυτό που γράφω αλλά είναι η αλήθεια. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε εμείς και αν το σκεφτείτε είναι αλήθεια, είναι ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε εάν θα τους αφήσουμε να μείνουν ή να φύγουν. Αυτή είναι και η μαγεία της ανθρώπινης φύσης.

Το δικαίωμα της επιλογής

Μετά από πάρα πολύ καιρό ανακάλυψα ότι είμαστε τελικά οι επιλογές μας. Εμείς αποφασίζουμε και εμείς παίρνουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Αν το αντιληφθείτε είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Πόσο σημαντικό είναι να ορίζουμε εμείς τη ζωή, την ψυχή και την καρδιά μας; Πόσο λυτρωτικά νιώθουμε όταν βγάζουμε από πάνω μας ό,τι μας έφθειρε τόσο καιρό. Δεν είπα ότι είναι εύκολο. Είπα απλώς ότι τις περισσότερες φορές αξίζει. Αυτό το καταλαβαίνουμε σε βάθος χρόνου όμως.

Όταν ηρεμούμε και καθόμαστε με τον εαυτό μας. Του μιλάμε, αρχίζουμε να τον σεβόμαστε λίγο περισσότερο, τον αγαπάμε παραπάνω και φροντίζουμε να τον «ποτίζουμε» καθημερινά μόνο με αγάπη και ανθρώπους που μας κάνουν καλό. Είμαστε ο μέσος όρος των 5 ανθρώπων που κάνουμε παρέα. Γι' αυτό ας φροντίσουμε να κάνουμε παρέα με τους καλύτερους!

Να επιλέγουμε ανθρώπους, είτε φίλους είτε συντρόφους οι οποίοι θα μας απελευθερώσουν τον καλύτερο εαυτό μας και θα μας δίνουν καθημερινά δύναμη να επιβιώνουμε σε αυτόν τον κόσμο που έχει καταντήσει με ψεύτικες φιγούρες και ασχολίες πραγμάτων που λίγη σημασία έχουν. Ας επικεντρωθούμε σε στόχους οι οποίοι θα μας εξελίξουν και θα μας κάνουν να πετύχουμε πράγματα που πολλές φορές πιθανόν να είχαμε στο μυαλό μας αλλά πάντα αναβάλαμε για διάφορους λόγους.

Ας επικεντρωθούμε στο να αλλάξουμε τον τρόπο που πιθανόν εργαζόμασταν και ας βάλουμε κάτι διαφορετικό στην καθημερινότητά μας για να δούμε σιγά σιγά μια μικρή διαφορά. Ας επικεντρωθούμε στους ανθρώπους που μας γουστάρουν και μας θέλουν γι αυτό που είμαστε γιατί μας δέχονται έτσι απλά. Ας επικεντρωθούμε στο να μην δίνουμε σημασία σε πράγματα που δεν αξίζουν και μόνο άγχος μας προκαλούν. Τέλος ας επικεντρωθούμε στο να μην πληγώνουμε ανθρώπους οι οποίοι πραγματικά μας ήθελαν στη ζωή τους και τους απορρίψαμε επειδή άλλες καταστάσεις μας έκαναν να μην είμαστε «εμείς».

Ας επικεντρωθούμε στο να είμαστε ΕΜΕΙΣ. Αυτό είναι το πιο μαγικό απ’ όλα…

Η κοινωνία της θετικότητας δεν επιτρέπει αρνητικά συναισθήματα

Η κοινωνία της θετικότητας δεν επιτρέπει αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, ξεμαθαίνεις ν’ αντιμετωπίζεις τις δοκιμασίες και τον πόνο, και να τους δίνεις μορφή. Κατά τον Nietzsche, σ’ αυτήν ακριβώς τη διαβίωση μέσα στο αρνητικό οφείλει η ανθρώπινη ψυχή το βάθος, τη μεγαλοσύνη και τη δύναμή της, ενώ και το ανθρώπινο πνεύμα είναι ένας επώδυνος τοκετός: “Εκείνη η ένταση της ψυχής στην ατυχία, που καλλιεργεί τη δύναμη της,  η επινοητικότητά της και η ανδρεία της στο να υφίσταται, να αντέχει, να ερμηνεύει, να εκμεταλλεύεται την ατυχία και ό,τι άλλο είχε ποτέ από βάθος, μυστήριο, μάσκα, πνεύμα πανουργία και μεγαλείο – δεν της δόθηκαν μέσω του πόνου, μέσω της πειθαρχίας του μεγάλου πόνου;” 

Η κοινωνία της θετικότητας είναι εν τω μέσω ριζικής αναδιοργάνωσης της ανθρώπινης ψυχής. Κατά τη διαδικασία της θετικοποίησης της, ο Έρωτας μετατρέπεται σε μια σύνθεση ευχάριστων συναισθημάτων και συγκινήσεων χωρίς επιπλοκές ή συνέπειες. Ο Alain Badiou, στο Εγκώμιο για τον έρωτα, παραπέμπει στις κοινοτοπίες των διαδικτυακών τόπων για ερωτικές γνωριμίες: “Μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι χωρίς να ερωτευθούμε (sans tomber amoureux)!” ή “Μπορείς κάλλιστα να ερωτεύεσαι χωρίς να βασανίζεσαι!”.

Ο έρωτας εξημερώνεται, θετικοποιείται και γίνεται μια βολική φόρμουλα κατανάλωσης. Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί οποιοδήποτε τραύμα. Ο πόνος και το πάθος είναι μορφές της αρνητικότητας: από τη μια, υποτάσσονται στην απόλαυση χωρίς αρνητικότητα ͘από την άλλη, αντικαθιστώνται από ψυχικές διαταραχές όπως η εξάντληση, η κόπωση και η κατάθλιψη, που μπορεί να οφείλονται στο πλεόνασμα θετικότητας.

Διότι δεν έχω κανέναν λόγο να προσποιούμαι

Νιώθω μια αίσθηση ικανοποίησης όταν έχω τη δυνατότητα να τολμώ να μεταδώσω την αυθεντικότητα που υπάρχει μέσα μου σε κάποιον άλλο. Κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου εύκολο, εν μέρει γιατί αυτό που βιώνω αλλάζει συνεχώς. Συνήθως υπάρχει μια χρονική καθυστέρηση -μερικές φορές στιγμών, μερικές φορές ημερών, εβδομάδων ή μηνών- μεταξύ της εμπειρίας και της επικοινωνίας: βιώνω κάτι, νιώθω κάτι, αλλά δεν τολμώ να το μεταδώσω παρά μόνο αργότερα, όταν θα έχει καταλαγιάσει τόσο, ώστε αντέχω να διακινδυνεύσω να το μοιραστώ με κάποιον άλλο. Όταν, όμως, μπορώ να μεταδώσω αυτό που είναι αληθινό μέσα μου τη στιγμή που συμβαίνει, νιώθω αυθεντικός, αυθόρμητος και ζωντανός.

Είναι εκπληκτική εμπειρία να συναντάς την αυθεντικότητα σε άλλα πρόσωπα. Μερικές φορές στις βασικές ομάδες συνάντησης, που αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέρας της εμπειρίας μου τα τελευταία χρόνια, κάποιος λέει κάτι που φαίνεται ολοκληρωμένο και με ειλικρίνεια. Είναι τόσο προφανείς οι περιπτώσεις που ένα άτομο δεν κρύβεται πίσω από κάποιο προσωπείο, αλλά μιλά βαθιά από μέσα του. Όταν συμβαίνει αυτό, κάνω υπέρβαση για να το συναντήσω. Θέλω να συναντήσω αυτό το αληθινό πρόσωπο. Ορισμένες φορές τα συναισθήματα που εκφράζονται είναι πολύ θετικά, ενώ κάποιες άλλες είναι αναμφισβήτητα αρνητικά. Θυμάμαι έναν άντρα που κατείχε μια πολύ υπεύθυνη θέση, έναν επιστήμονα, επικεφαλής ενός μεγάλου ερευνητικού τμήματος σε μια τεράστια εταιρεία ηλεκτρονικών. Μια μέρα σε μια τέτοια ομάδα συνάντησης βρήκε το θάρρος να μιλήσει για την απομόνωσή του. Μας ανέφερε ότι δεν είχε ποτέ ούτε ένα φίλο. Παρότι γνώριζε πολλούς ανθρώπους, δεν θεωρούσε κανέναν απ’ αυτούς φίλο του. «Για την ακρίβεια», πρόσθεσε, «υπάρχουν μόνο δύο άτομα στον κόσμο με τα οποία έχω μια έστω λογική σχέση επικοινωνίας. Είναι τα παιδιά μου». Πριν προλάβει να τελειώσει, δάκρυζε από λύπη για τον εαυτό του, και είμαι βέβαιος ότι κρατούσε αυτά τα δάκρυά του για χρόνια. Αυτή η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητα της μοναξιάς του οδήγησε κάθε μέλος της ομάδας να τον πλησιάσει από ψυχολογική πλευρά. Το πιο σημαντικό ήταν, επίσης, ότι το κουράγιο του να είναι αληθινός μάς έκανε όλους μας να είμαστε πιο αυθεντικοί στην επικοινωνία μας, να βγάλουμε τα προσωπεία που συνήθως χρησιμοποιούμε.

Απογοητεύομαι όταν συνειδητοποιώ -και φυσικά αυτή η συνειδητοποίηση πάντα έρχεται μετά, με χρονική καθυστέρηση – ότι ένιωσα υπερβολικό φόβο ή απειλή για να αφήσω τον εαυτό μου να προσεγγίσει εκείνο που βιώνει κάποιος, και κατ’ επέκταση δεν ήμουν αυθεντικός ή σύμφωνος. Αμέσως μου έρχεται στο νου μια περίπτωση που μου είναι κάπως οδυνηρό να την αποκαλύψω. Πριν από χρόνια προσκλήθηκα να γίνω εταίρος στο Κέντρο Προηγμένων Ερευνών στις Επιστήμες Συμπεριφοράς (Center for Advanced Study in the Behavioral Sciences) στο Στάνφορντ. Οι εταίροι είναι μια ομάδα λαμπρών επιστημόνων. Υποθέτω ότι είναι αναπόφευκτο αυτοί να εξυψώνουν αρκετά τον εαυτό τους και να επιδεικνύουν τις γνώσεις και τα κατορθώματά τους. Φαίνεται σημαντικό για κάθε εταίρο να εντυπωσιάζει τους άλλους, να είναι λίγο περισσότερο σίγουρος, λίγο περισσότερο γνώστης των πραγμάτων από ό,τι πραγματικά είναι. Διαπίστωσα ότι έκανα ακριβώς το ίδιο — υιοθέτησα το ρόλο ενός ανθρώπου που διαθέτει μεγαλύτερη βεβαιότητα και περισσότερες ικανότητες από ό,τι στην πραγματικότητα διαθέτει Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο αηδιασμένος ένιωσα με τον εαυτό μου όταν συνειδητοποίησα τι έκανα: δεν ήμουν εγώ, έπαιζα ένα ρόλο.

Μετανιώνω όταν καταπιέζω τα συναισθήματά μου για πολύ καιρό κι έπειτα βγαίνουν στην επιφάνεια με τρόπο που τελικά στρεβλώνονται ή γίνονται επιθετικά, ή ακόμη και πληγώνουν. Έχω ένα φίλο που τον συμπαθώ πολύ, αλλά έχει ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς το οποίο με ενοχλεί βαθύτατα. Λόγω της συνήθους τάσης να είμαστε καλοί, ευγενικοί κι ευχάριστοι, δεν εξέφραζα την ενόχλησή μου για πολύ καιρό και, όταν τελικά ξέσπασα, η ενόχλησή μου βγήκε στην επιφάνεια όχι μόνο ως ενόχληση αλλά και ως επίθεση σε αυτόν. Ήταν επίπονο και χρειάστηκε κάποιο διάστημα για να επανέλθει η σχέση μας σε φυσιολογικά επίπεδα.

Είμαι μέσα μου ευχαριστημένος όταν έχω τη δύναμη να επιτρέπω στο άλλο πρόσωπο να έχει τη δική του αυθεντικότητα και να είναι διαφορετικό από μένα. Νομίζω ότι συχνά αυτό αποτελεί αρκετά απειλητική πιθανότητα. Κατά κάποιον τρόπο το θεωρώ την υπέρτατη δοκιμασία για όποιον βρίσκεται στην ηγεσία του προσωπικού μιας ομάδας ή έχει το ρόλο του γονέα. Μπορώ ελεύθερα να επιτρέπω σε αυτό το μέλος του προσωπικού ή στον γιο μου ή στην κόρη μου να γίνει ξεχωριστή προσωπικότητα με ιδέες, σκοπούς και αξίες που μπορεί να μην είναι ίδιες με τις δικές μου; Σκέφτομαι κάποιο μέλος του προσωπικού αυτόν το χρόνο που πέρασε το οποίο επέδειξε πολλές στιγμές ευφυΐας, αλλά σαφώς είχε αξίες διαφορετικές από τις δικές μου και συμπεριφερόταν με τρόπους πολύ διαφορετικούς από τους δικούς μου. Ήταν ένας πραγματικός αγώνας, στον οποίο πέτυχα μόνο εν μέρει να του επιτρέψω να είναι ο εαυτός του, να τον αφήσω να εξελιχθεί ως πρόσωπο τελείως διαφορετικά από μένα, τις ιδέες μου και τις αξίες μου. Όμως, στο βαθμό που το πέτυχα, ήμουν ευχαριστημένος με τον εαυτό μου, γιατί νομίζω ότι το να επιτρέπεται να είναι κανείς ξεχωριστό πρόσωπο συμβάλλει στην αυτόνομη ανάπτυξή του.

Θυμώνω με τον εαυτό μου όταν ανακαλύπτω ότι ελέγχω διακριτικά και προσαρμόζω ένα άλλο πρόσωπο στη δική μου εικόνα. Αυτό αποτελεί οδυνηρό κομμάτι της επαγγελματικής μου εμπειρίας. Απεχθάνομαι να έχω «οπαδούς», δηλαδή μαθητές που έχουν προσαρμόσει επιμελώς τον εαυτό τους στο πρότυπο που πιστεύουν ότι επιθυμώ. Μέρος της ευθύνης έχουν και οι ίδιοι, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω την πιθανότητα -που με κάνει να νιώθω άβολα- ότι με κάποιον άγνωστο τρόπο έχω ελέγξει διακριτικά αυτά τα άτομα και τα έχω μετατρέψει σε ακριβή αντίγραφα του εαυτού μου, αντί για ξεχωριστούς επαγγελματίες, που έχουν κάθε δικαίωμα να γίνουν.

Με βάση όσα έχω αναφέρει, πιστεύω πως είναι σαφές ότι, όταν μπορώ να επιτρέπω στον εαυτό μου να είναι αληθινός ή να αντιλαμβάνομαι την αυθεντικότητα ή να την επιτρέπω στους άλλους, είμαι πολύ ικανοποιημένος. Όταν δεν μπορώ να την επιτρέπω στον εαυτό μου ή αποτυγχάνω να την επιτρέπω στους άλλους, θλίβομαι βαθύτατα. Όταν είμαι σε θέση να αφήνω τον εαυτό μου να είναι σύμφωνος και αυθεντικός, συχνά βοηθώ το άλλο πρόσωπο. Όταν το άλλο πρόσωπο είναι εμφανώς σύμφωνο και αυθεντικό, συχνά βοηθά εμένα. Στις σπάνιες αυτές στιγμές, όπου η βαθιά αυθεντικότητα του ενός συναντά την αυθεντικότητα του άλλου, δημιουργείται μια μοναδική «σχέση Εγώ-Εσύ», όπως την αποκαλεί ο Manin Buber. Τέτοια βαθιά και αμοιβαία προσωπική συνάντηση δεν συμβαίνει συχνά, αλλά είμαι πεισμένος ότι δεν ζούμε ανθρώπινα αν δεν συμβαίνει ούτε καν περιστασιακά.

Ξωτικά, Νεράιδες & Στοιχειακά της Φύσης

Το Στοιχειακό Βασίλειο

Ένα ταξίδι στο βασίλειο των ξωτικών, για να γνωρίσουμε έναν άλλο κόσμο, πέρα από τον ανθρώπινο.

Μέσα στα σιωπηλά φαράγγια και τις σκιές των δασών με τα απόκοσμα σχήματα, στις σπηλιές και τα ποτάμια, στις στέρνες και τις λίμνες, μοιάζει το θρόισμα των φύλλων ή το φύσημα του ανέμου σαν κάποιο αδιόρατο πανάρχαιο κάλεσμα. Ένα κάλεσμα που μας προσκαλεί να ταξιδέψουμε σε μαγικά μονοπάτια και μυστικούς δρόμους, μέσα σε ένα βασίλειο παράξενο και θαυμαστό· το αόρατο Βασίλειο των Ξωτικών και των Νεράιδων, ένας κόσμος κρυμμένων λαμπερών και πολύχρωμων υπάρξεων, σχεδόν άυλων, που μας περιμένει να τον ανακαλύψουμε.

Αυτές οι παράξενες μορφές ύπαρξης, με την παιχνιδιάρικη και ανέμελη φύση τους και με την αρχέγονη σοφία τους, ανέκαθεν αλληλοεπιδρούσαν με τον άνθρωπο, ενώ έχουν αποτελέσει διαχρονικά αντικείμενο λαογραφικών παραδόσεων σε όλο τον κόσμο. Μύθοι και παραδόσεις όλων των λαών μιλούν για μυστικές πύλες και περάσματα, που οδηγούν σε κόσμους όπου υπάρχουν όντα μιας άλλης πραγματικότητας.

Η παρουσία τους μοιάζει να μαγνητίζει τον ανθρώπινο νου, να τον μαγεύει και να τον εισάγει σε νέες διαστάσεις, πέρα από το χώρο και το χρόνο, πέρα από κάθε λογική. Στα βάθη κάθε ανθρώπινης ύπαρξης λέγεται πως υπάρχουν εκείνες οι κρυμμένες δυνατότητες που ανοίγουν τις «πύλες» προς αυτούς τους κόσμους. Πύλες που δημιουργούν μονοπάτια επικοινωνίας των κόσμων, ώστε να ρέει ο ένας μέσα στον άλλο, αμβλύνοντας τα στενά όρια της ύλης. Αποκαλύπτοντας αυτά τα αόρατα μυστικά μονοπάτια οδηγούμαστε σε μια γοητευτική «χώρα», που έχει κάτι από τη φευγαλέα φύση, το απόκοσμο άγγιγμα και τη μαγεία ενός ονείρου. Έναν κόσμο που είναι συνώνυμος με την ομορφιά, τη δημιουργία, τη χαρά για τη ζωή και την αιώνια νεότητα. Έναν ξωτικόκοσμο του οποίου οι κάτοικοι συχνά επισκέπτονται το δικό μας κόσμο, όταν τα «πέπλα» της ύλης λεπταίνουν και επιτρέπουν αυτή την επαφή.

Στην Εσωτερική Παράδοση ο κόσμος των ξωτικών περιγράφεται ως «στοιχειακό βασίλειο». Πρόκειται για οντότητες που υπάρχουν επάνω στη Γη από την αυγή της δημιουργίας της και είναι πιο αρχαίες και από τον άνθρωπο. Ουσιαστικά είναι εγγενείς δυνάμεις της φύσης, που ζουν και εργάζονται επάνω στη Γη. Η ύπαρξή τους αποτελεί μορφή έκφρασης και δράσης εκείνων των θεμελιωδών αρχών της Εκδήλωσης που αναφέρονται ως Τέσσερα Στοιχεία (Αέρας, Φωτιά, Νερό, Γη), παρόλο που δεν ταυτίζονται με τα τελευταία, αλλά αποτελούν μια κατώτερη αντανάκλασή τους. Τα στοιχειακά στο έργο τους, το οποίο αφορά στην ανοικοδόμηση, την υλοποίηση, τη διαμόρφωση και τη συντήρηση ολόκληρου του «φυσικού πεδίου» ύπαρξης, καθοδηγούνται από τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους.

Πρόκειται για μορφές ύπαρξης οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «δημιούργημα του δημιουργήματος», καθώς συνιστούν ενεργειακά εργαλεία, τα οποία δομήθηκαν από το αγγελικό βασίλειο. Ως «τεχνητές» οντότητες, συνεπώς, στερούνται εκείνης της πνευματικής αρχής που ενυπάρχει, για παράδειγμα, στον άνθρωπο και την οποία οι εσωτερικές παραδόσεις αναφέρουν ως «πνευματικό σπινθήρα». Ωστόσο, τους έχει δοθεί η δυνατότητα να αποκτήσουν αυτόν τον πνευματικό σπινθήρα, μοχθώντας και μαθητεύοντας δίπλα στον άνθρωπο, ο οποίος έχει, για αυτόν το λόγο, τεράστια ευθύνη.

Παραδοσιακά, τα στοιχειακά όντα τα οποία έχουν αποκτήσει αυτόν τον πνευματικό σπινθήρα αναφέρονται ως «στοιχειακοί βασιλιάδες» και αποτελούν ένα είδος γέφυρας με τον κόσμο των ανθρώπων, αλλά και καθοδηγητές των υπόλοιπων στοιχειακών. Τα στοιχειακά είναι άφθαρτα και η ζωή τους δεν διέπεται από τους κύκλους γέννησης και θανάτου που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά διαρκεί όσο και η ίδια η Εξέλιξη. Όταν, για παράδειγμα, ένα άνθος, ένα δέντρο ή οτιδήποτε άλλο με το οποίο συσχετίζονται πεθαίνει, εκείνα εξακολουθούν να ζουν, έστω και αν δεν φαίνονται πουθενά, συνεχίζοντας αλλού το έργο της δημιουργίας.

Συνδέονται με κάθε μορφή ύπαρξης επάνω στη Γη, συμπεριλαμβανομένων των βουνών, των ποταμών, των δέντρων, των θάμνων, των λουλουδιών, της χλόης, των γκρεμών και των βραχωδών σχηματισμών. Είναι παρόντα στη δημιουργία των κλιματολογικών φαινόμενων, όπως βροχές, άνεμοι, καταιγίδες, ανεμοστρόβιλοι, αλλά και ουράνια τόξα.

Η δική τους εξελικτική πορεία είναι διαφορετική, αλλά παράλληλη με την ανθρώπινη. Βρίσκονται σε μια άλλη διάσταση, από όπου όμως υπάρχει η δυνατότητα να επικοινωνούν μαζί μας. Οι πύλες που οδηγούν σε αυτούς τους κόσμους είναι αόρατες, χωρίς συγκεκριμένες γεωγραφικές διαστάσεις και ανοίγουν σε διαφορετικές επικράτειες συνείδησης, πέραν αυτής του φυσικού επιπέδου ύπαρξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα στοιχειακά μπορούν να γίνουν ορατά από ψυχικά ευαίσθητους ανθρώπους και υπάρχουν πλήθος τέτοιων αναφορών σε όλο τον κόσμο.

Τα Ξωτικά στις Παραδόσεις του Κόσμου

Παλιές ιστορίες αναφέρουν πως κάποτε ο κόσμος των ξωτικών και ο κόσμος των ανθρώπων ήταν ένας κι αδιαίρετος, αλλά κάτι συνέβη και χωρίστηκαν. Οι μύθοι, οι θρύλοι και οι παραδόσεις όλου του κόσμου μιλούν για πνεύματα της φύσης, στοιχειακά όντα, ξωτικές υπάρξεις, νεράιδες και στοιχειά. Πίσω από το συμπαγή κόσμο της καθημερινότητας διαφαίνεται ένας αόρατος κόσμος, κατοικημένος από αόρατα πλάσματα. Στην Ιρλανδία διηγούνται για την πτώση τους από τον Ουρανό και για το ότι δε χάθηκαν γιατί το «κακό» μέσα τους δεν είχε καμία μοχθηρία.

Ειδικά η Ιρλανδία έχει μια ιδιαίτερα πλούσια παράδοση γύρω από τα ξωτικά. Σύμφωνα με την παράδοσή τους τα πλάσματα αυτά προσβάλλονται και θίγονται εύκολα και είναι προτιμότερο να τους μιλάει κάποιος όσο το δυνατόν λιγότερο και να τα προσφωνεί «άρχοντες». Όμως εξίσου εύκολα ευχαριστιούνται, αρκεί λίγο γάλα στο περβάζι του σπιτιού κατά τη διάρκεια της νύχτας. Εξάλλου, ανέκαθεν υπήρχε στην Ιρλανδία ένας σαφής κώδικας συμπεριφοράς εκ μέρους των ανθρώπων, που τους καθιστούσε αξιόπιστους στα ξωτικά.

Πάντα όμως έπρεπε να διαφυλάσσουν τα μυστικά, ώστε να προστατεύουν την ιδιωτική ζωή των ξωτικών, που αγαπούν τη μοναξιά και την περισυλλογή. Αυτά τα όντα έχουν μια δική τους ηθική και μάλιστα τιμωρούν αυτόν που την παραβιάζει, αφαιρώντας του την ικανότητα αντίληψης της χώρας τους και των εθίμων της, αλλά και με τα τσιμπήματα των μυτερών τους όπλων. Αν η παραβίαση γίνεται σκόπιμα τότε η τιμωρία του παραβάτη ανθρώπου έχει πολλές εκδοχές, από ρευματισμούς έως τύφλωση. Η ξωτικοχώρα της Ιρλανδίας είναι η περίφημη Τιρ Ναν Ογκ, ένας γήινος παράδεισος, η χώρα της αιώνιας νεότητας, που βρίσκεται στη δυτική άκρη του ωκεανού, εκεί όπου ο χρόνος δε μετριέται με ανθρώπινα μέτρα.

Ανάμεσα στις δραστηριότητες των ξωτικών αναφέρονται οι γιορτές, οι μάχες, ο έρωτας, η θεραπεία, ο χορός και η μουσική, που τόσο όμορφα ξέρουν να παίζουν. Στις περισσότερες χώρες η μουσική έχει συνδεθεί με τα ξωτικά και πολλοί άνθρωποι την έχουν διδαχτεί από αυτά τα πλάσματα. Αναφέρεται, μάλιστα, πως η μουσική τους ασκεί μαγική επίδραση στους θνητούς, ρίχνοντάς τους συχνά σε μια κατάσταση έκστασης, μεταφέροντάς τους σε άλλους κόσμους. Πιθανά κάποιο ξόρκι να επαναφέρει τους μαγεμένους πίσω στον κόσμο, παρόλα αυτά θα είναι για πάντα αλλαγμένοι. Όσο για το χορό τους, είναι τόσο απαλός και αέρινος ώστε αφήνει άθικτα, αν και όχι πάντα, τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου κάτω από τα πόδια τους.

Στις αρχές του 18ου αιώνα (1725) ένας συγγραφέας, ονόματι Μπορν (Bourne), έγραφε στο βιβλίο του «Antiquitatis Vulgares» ότι τα ξωτικά κυκλοφορούν στον κόσμο μας τις νύχτες και ξεφαντώνουν με χορό και τραγούδι, μέσα στα σκοτεινά ερημικά δάση και τα δροσερά λιβάδια, κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού, όταν οι άνθρωποι κοιμούνται και δεν μπορούν να τα δουν. Φτάνουν, μάλιστα, στο σημείο να λιώνουν τα παπούτσια τους από τον πολύ χορό, ώστε το επάγγελμα του παπουτσή να είναι το πλέον διαδεδομένο στον κόσμο τους. Με το ξημέρωμα τα σημάδια αυτών των χορών είναι εμφανή, αφού στα σημεία όπου χόρευαν φαίνονται καθαρά κάποιοι κύκλοι ή δαχτυλίδια, οι περίφημοι Κύκλοι ή Δαχτυλίδια των ξωτικών.

Κατά τον 17ο αιώνα, ο σκωτσέζος κληρικός ο Ρόμπερτ Κιρκ (Robert Kirk), έχοντας κέλτικη ανατροφή και μόρφωση, ανέφερε στην εργασία του με τίτλο «The Common Wealth of Elves, Fauns and Fairies» ότι, τα ξωτικά είναι ένα είδος που βρίσκεται μεταξύ ανθρώπων και Αγγέλων· από τη φύση τους είναι άυλα όντα, με σώματα φωτεινά και ρευστά, και μπορούν να εμφανίζονται ή να εξαφανίζονται κατά βούληση· έχουν οργανωμένες κοινωνίες και είναι κάτοχοι μιας γνώσης σύμφωνα με την οποία τίποτα στον κόσμο δεν πεθαίνει, αλλά όλα εξελίσσονται και ανανεώνονται για πάντα.

Ο Τζον Γρ. Κάμπελ (John Gregorson Campbell), στο βιβλίο του «Superstitions of the Highlandsand in the Islands of Scotland», αναφέρει ότι τα ξωτικά ζουν μια παράλληλη ζωή σε σχέση με την ανθρωπότητα. Υπάρχουν παιδιά και γέροι μεταξύ τους, εξασκούν όλα τα είδη του εμπορίου και της χειροτεχνίας, έχουν γελάδια και σκυλιά και χρειάζονται ρούχα, φαγητό και ύπνο. Πολλοί άνθρωποι που μπήκαν στον κόσμο τους τα είδαν να ασχολούνται με εργασίες παράλληλες με αυτές των ανθρώπων: γυναίκες έγνεθαν, άλεθαν, ζύμωναν και μαγείρευαν, οι άντρες χόρευαν, αστειεύονταν ή κάθονταν δίπλα στη φωτιά, όπως κάνουν οι τσιγγάνοι.

Ένα πλήθος από παράξενα οπτικά φαινόμενα συνδέονται συχνά με αυτά τα όντα· φώτα και λάμψεις, φωτιές ή φλόγες μυστηριώδους προέλευσης, που περαστικοί βλέπουν τη νύχτα, κυρίως στην ύπαιθρο. Στη Σιβηρία λέγεται, μάλιστα, πως τα ξωτικά στοιχειώνουν τις κοιλάδες και τα δάση, καθοδηγούμενα από τα Μεγάλα Πνεύματα, όπως το Πνεύμα του Δάσους ή το Πνεύμα του Ποταμού. Στη σκανδιναβική χερσόνησο αναφέρεται πως, παρόλο που έχουν γεροντική εμφάνιση, χορεύουν ασταμάτητα κάτω από το φεγγαρόφωτο, πάνω σε εκτυφλωτικά πράσινα δαχτυλίδια.

Γενικά, στη Βόρεια Ευρώπη θα συναντήσουμε χαρούμενα ξωτικά, που κατοικούν σε μια μαγική χώρα ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, από όπου κατεβαίνουν, πετώντας στον αέρα, για να φροντίσουν δέντρα και λουλούδια, να παίξουν με πουλιά και πεταλούδες, να χορέψουν πάνω στις πρασινάδες υπό το σεληνόφως. Αυτά ονομάζονται γενικότερα Λαός του Αιθέρα (Fair Folk) ή Φωτεινά Ελφ (Light Elves).

Σε πηγές, λίμνες και ποτάμια νεράιδες λούζονται, κάθονται στα κλαδιά των δέντρων και χτενίζουν τα μακριά πράσινα ή χρυσά μαλλιά τους. Λέγεται πως κάποτε ένας άνθρωπος παντρεύτηκε μια ξωτικιά, ενώ και τα ξωτικά κλέβουν όμορφες κοπέλες, ακόμη και παιδιά, τα οποία αντικαθιστούν με δικά τους σκανταλιάρικα. Στα τρίστρατα υπάρχουν αόρατα όντα που πειράζουν τους ανθρώπους, πετούν πέτρες μέσα από τις σκιές, ενώ κάποιες φορές κυνηγούν τη νύχτα τα ζώα των βοσκών ή τρυπώνουν στα κελάρια κλέβοντας ποτά.

Σε όλη την υφήλιο συναντάμε τον «κατεργάρη», ένα πνεύμα ούτε καλό ούτε κακό, συνήθως ιερό, που ποτέ δεν εμφανίζεται με την πραγματική του μορφή, αλλά διαρκώς μεταμορφώνεται, συχνά σε μορφές ζώων. Οι Ινδιάνοι τα αναφέρουν ως Κογιότ, οι Κέλτες ως Ξωτικά (Puck), οι Σκανδιναβοί τον προσομοιάζουν με τον Θεό της απάτης Λόκι (Locki) και οι δυτικο-Αφρικανοί με τον κατεργάρη Θεό Εμπσου (Edshu). Τα κατεργάρικα πνεύματα συνδέονται με τα έθιμα του καρναβαλιού και κάθε γιορτή μεταμφίεσης γενικότερα. Κάποτε, στις αρχές του Γενάρη, κατά την παγανιστική γιορτή Cervulus, οι άνθρωποι γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά μεταμφιεσμένοι σε ζώα ή γριές, χορεύοντας και τραγουδώντας στους δρόμους ανταλλάσσοντας δώρα.

Τα ξωτικά συμμετέχουν σε γιορτές και σε λύπες

Από τις μεγαλύτερες γιορτές τους είναι και η Πρωτομαγιά, που συνδέεται με τη σοδειά, καθώς και η γιορτή του μεσοκαλόκαιρου, κατά τη θερινή ισημερία, τότε που ανάβονται οι φωτιές προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη. Σε επερχόμενο θάνατο μια ξωτική μορφή προειδοποιεί τους ανθρώπους με το μοιρολόι της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στην Ιρλανδία η ξωτικιά Μπιν Νάι (Bean Νighe) ή αλλιώς Πλύστρα είναι προάγγελος θανάτου, που πλένει σε απόμερα σημεία ποταμών τα ρούχα εκείνων που προορίζονται να πεθάνουν.

Όμως τα ξωτικά είναι και κάτοχοι μεγάλων θησαυρών, από πολύτιμα πετράδια και χρυσάφι. Το «τσουκάλι των ξωτικών» είναι το πιο θρυλικό αντικείμενο που έχουν στην κατοχή τους, το γεμίζουν με θησαυρούς και στη συνέχεια το κρύβουν. Πολλοί θησαυροί φυλάσσονται σε μυστικούς τόπους από στοιχειακά πνεύματα. Αυτοί οι τόποι βρίσκονται σε διάφορα σημεία μέσα στη Γη ή στην επιφάνειά της, ενώ σύμφωνα με έναν παλιό μύθο κάποιος μεγάλος «θησαυρός» βρίσκεται στα όρια του ουράνιου τόξου, σε έναν κόσμο παραμυθένιο.

Τα ξωτικά έχουν στην κατοχή τους και κάποια αγαπημένα αντικείμενα ιδιαίτερης σημασίας, όπως η ζώνη, η χτένα, το μαντήλι, το πουκάμισο, αλλά και τα φτερά τους. Στις παραδόσεις των βορείων λαών μια μαγική ολόχρυση ζώνη κατασκευάστηκε για τη βασίλισσα των ξωτικών από τους Νάνους. Στην ελληνική παράδοση αν μια νεράιδα χτυπήσει με τη ζώνη της ανύπαντρο νέο εκείνος χάνει τα λογικά του και τριγυρνά αλλοπαρμένος για να τη βρει και να την ακολουθήσει.

Τα ξωτικά φορούν στο κεφάλι μια χρυσή χτένα για προστασία και εάν κάποιος άνθρωπος την πάρει θα έχει μεγάλη τύχη στη ζωή του. Κάποιος που αρπάζει μαντήλι ή πουκάμισο νεράιδας γίνεται άντρας της και ζουν μαζί μια κανονική ζωή, εάν όμως εκείνη το ξαναβρεί και το πάρει πίσω τότε επιστρέφει για πάντα στον κόσμο της.

Η ελληνική μυθολογία και παράδοση είναι πλούσια σε ιστορίες με πανέμορφες γοργόνες, νεράιδες και ξωτικά, τις νύμφες της αρχαίας ελληνικής φύσης, που εμφανίζονται να χορεύουν και να τραγουδούν όμορφα τραγούδια, κοντά σε ποτάμια, λαγκάδια, σπηλιές και σε πυκνά δάση, που υπάρχουν στο θρόισμα των φύλλων και στον ήχο της βροχής.

Για παράδειγμα οι Ναϊάδες νύμφες βρίσκονται κοντά στα ποτάμια, τις πηγές και τις κρήνες και κατοικούν μέσα σε σπηλιές κοντά σε νερό ή μέσα σ’ αυτό ή κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Ζούν όσο διατηρούνται και οι πηγές κοντά στις οποίες κατοικούν. Όταν στερεύουν, εκείνες σβήνουν. Αλλά και οι Ορεστιάδες κατοικούν στα βουνά εκεί όπου υπάρχουν πλούσιες πηγές ενώ οι Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, είναι νύμφες των δασών, νύμφες των μοναχικών δέντρων και των λιβαδιών, που το όνομά τους σημαίνει «δέντρο και γυναίκα ταυτόχρονα».

Τα πεύκα, τα έλατα και οι δρύες άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που ξεκίναγε η ζωή μιας Νύμφης. Ήταν δέντρα δυνατά που ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ απαγορευόταν οι θνητοί να τα αγγίξουν με τσεκούρι. Και αυτό γιατί θεωρούνταν δέντρα ιερά και τα ιερά άλση που σχημάτιζαν ήταν αφιερωμένα στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη.

Στη λαϊκή παράδοση της Ελλάδας η Μόρα ή Βραχνά είναι μια Λάμια, ένα μαλλιαρό και άσχημο στοιχειακό πνεύμα, που τριγυρίζει τις νύχτες και αν βρει άνθρωπο να κοιμάται ανάσκελα πάει και κάθεται πάνω στο στήθος του και τον πλακώνει δυσκολεύοντας την αναπνοή του. Αν εκείνος ξυπνήσει και της αρπάξει το σκουφάκι της μπορεί να κάνει 3 ευχές, κάτι ανάλογο με τις Νεράιδες, και τότε εκείνη ικανοποιεί τις επιθυμίες του για να το πάρει πίσω.

Στην Ελλάδα, γενικά, συναντάμε ένα μοναδικό πλήθος παραδόσεων σχετικά με τα ξωτικά, όπως για τον Αράπη της Λακωνίας, τα στοιχειά (δένδρων, πηγαδιών, δρόμων, γιοφυριών, λιμνών, ποταμών, ρεματιών, σπηλιών, εκκλησιών κ.α.), τη γριά, τη γουρούνα, το θηρίο της θάλασσας, το φίδι, το δράκο, τις στρίγγλες, τις νεράιδες, τους ανασκελάδες, τα τελώνια, τα χαμοδράκια, τους καλικάντζαρους.

Το παραδοσιακό δωδεκαήμερο μεταξύ των Χριστουγέννων και των Φώτων, χρονική περίοδο που οι πύλες των «Aλλων Κόσμων» μένουν ανοιχτές, οι Καλικάντζαροι εισβάλλουν στον κόσμο μας, βρίσκοντας την ευκαιρία να το γλεντήσουν πάνω στη γη. Είναι υποχθόνια πλάσματα, εύθυμα και σπανίως κακοποιά, που βγαίνουν μέσα από τα πηγάδια και τις υπόγειες στοές τους και σκαρώνουν ένα σωρό φάρσες και αστεία στους ανυπεράσπιστους θνητούς. Αρχηγός τους είναι ο Μαντρακούκος, που τον λένε και Κουτσό ή Χωλό.

Παρόμοιες αναφορές υπάρχουν και σε άλλα μέρη του κόσμου. Σε ορισμένες περιοχές της Ασίας, κατά τις χριστουγεννιάτικες μέρες, εμφανίζονται οι Καρακόντζολοι, ενώ στην παράδοση της Ουαλίας οι Καντζάρ. Στη Γερμανία εκείνες τις μέρες εξορμούν επάνω στη γη τα στοιχειακά που ονομάζονται ‘Aγριοι Κυνηγοί ή Λυσσαλέα Στρατιά και σκορπούν τον τρόμο στους χωρικούς.

Η πίστη σε όλα αυτά τα πλάσματα είναι ίσως η αρχαιότερη στην ανθρώπινη ιστορία και μπορεί να ανιχνευθεί σε όλη την πορεία της, στις λατρείες και τις παραδόσεις, όπου αυτά τα όντα έχαιραν ιδιαίτερου σεβασμού εκ μέρους των ανθρώπων και αποτελούσαν πηγή χαράς, έμπνευσης και βαθιάς σοφίας.

Οι επαφές και τα ταξίδια σε αυτούς τους κόσμους είναι η αρχαιότερη μορφή μιας πνευματικής και ψυχικής εμπειρίας, ανέκαθεν γνωστής στον άνθρωπο. Η αλληλεπίδραση με πλάσματα από μια άλλη πραγματικότητα χρησιμοποιείτο πάντα από τους σαμάνους και τους μάγους όλου του κόσμου. Η διακαής επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια του κόσμου του και να ονειρευτεί και να αγγίξει άλλους κόσμους ύπαρξης, που υπάρχουν μέσα στα υπέροχα όνειρά του, υπήρξε πάντοτε αποτυπωμένη στους μύθους και τις παραδόσεις όλων των λαών.

Ο Αόρατος Λαός

Μια αμέτρητη ποικιλία στοιχειακών οντοτήτων που συνδέονται με την εξέλιξη της φύσης, μας είναι γνωστή από τις παραδόσεις. Τα ονόματά τους είναι πολλά: Πέρι, Τζίνι, Σιλβάνοι, Σάτυροι, Φαύνοι, Ελφ, Νάνοι, Καλικάντζαροι, Νίσσες, Νορν, Κομπόλντ, Μπράουνι, Νεκ, Στρόμκαρλ, Νεράιδες, Νίξι, Σαλαμάνδρες, Διαβολάκια, Πονκ, Μπάνσι, Κέλπι, Πίξι, ‘Aνθρωποι των Βρύων, Καλοί ‘Aνθρωποι, Καλοί Γείτονες, ‘Aγιες Γυναίκες, ‘Aνθρωποι της Ειρήνης, Λευκές Κυρίες και πολλά ακόμη.

Υπάρχουν, κυριολεκτικά, χιλιάδες διαφορετικοί τύποι πνευμάτων της φύσης, αρχίζοντας από τις μικροσκοπικές στοιχειακές οντότητες των αγριολούλουδων και φτάνοντας μέχρι τις γιγάντιες οντότητες των μεγάλων σχηματισμών της φύσης. Το βασίλειό τους είναι αχανές όσο και το Σύμπαν. Η εμφάνισή τους παρουσιάζει ομοιότητες και διαφορές ανάλογα με τις περιοχές και τους διαφορετικούς πολιτισμους. Μοιάζουν με ανθρώπους στην οργάνωση και την όψη, αλλά με πνεύματα στην ταχύτητα της κίνησής τους. Γενικά, μια ταξινόμηση των στοιχειακών οντοτήτων, που όπως προαναφέρθηκε έχει υιοθετηθεί από την Εσωτερική Παράδοση, βασίζεται στην τετραπλή διαίρεσή τους σε στοιχειακά της γης, του νερού, της φωτιάς και του αέρα.

Στοιχειακά Πνεύματα της Γης

Αυτές οι υπάρξεις συνδέονται με τις περιοχές της γήινης επιφάνειας και των βαθύτερων στρωμάτων της, όπως αγροί, βουνά, έρημοι, βραχώδεις σχηματισμοί, υπόγειες στοές, σπήλαια και βυθός. Σχετίζονται με το σχηματισμό και την εξέλιξη των μετάλλων, των λίθων και του φλοιού της Γης γενικότερα. Το μέγεθος και η δύναμή τους εξαρτάται από τη φυσική μορφή με την οποία συνδέονται.

Νάνοι, Καλικάντζαροι, Μπράουνι, Κομπόλντ, Γνώμοι, Τρολ και ένα πλήθος από διάφορα υποχθόνια πλάσματα, συχνά κατάμαυρα και τριχωτά, αποτελούν τα στοιχειακά του ορυκτού βασίλειου της Γης, γνωστά στη Βόρεια Ευρώπη ως Σκοτεινά Ελφ (Dark Elves). Είναι μεγαλόσωμα αλλά και μικροκαμωμένα πλάσματα με γήινα χαρακτηριστικά, που κινούνται ελεύθερα, διαπερνώντας σκληρούς βράχους και σκοτεινές στοές. Μεταφέρονται ταχύτατα, εντελώς αθόρυβα, οπουδήποτε θελήσουν, χρησιμοποιώντας την ικανότητά τους να διαπερνούν την ύλη, ενώ συχνά παραμένουν ακίνητα ή χάνονται στους βράχους.

Οι λαϊκές δοξασίες της Γερμανίας και της Αγγλίας είναι γεμάτες αφηγήσεις για μυστηριώδη πλάσματα, που οι μεταλλωρύχοι συχνά άκουγαν ή έβλεπαν βαθιά μέσα σε απόμακρες στοές να δουλεύουν, χτυπώντας και τρυπώντας τη Γη· κάποια ήταν εχθρικά και μοχθηρά, ενώ κάποια άλλα φιλικά και τους βοηθούσαν.

Ξεχωριστή όμως θέση σε όλες τις παραδόσεις κατέχουν οι Νάνοι· ιδιόρρυθμα, καλόψυχα, μικροκαμωμένα όντα, που ζουν αιώνες, με το ίδιο πάντα παρουσιαστικό, μεγάλης ηλικίας. Οι Νάνοι αποφεύγουν τον Ήλιο και αγαπούν το φως της Σελήνης, των μικρών λυχναριών και των πυγολαμπίδων. Συνήθως κατοικούν κάτω από τη Γη, όπου δουλεύουν όλη τη μέρα, βαθιά μέσα στα ορυχεία τους. Επισκέπτονται την επιφάνεια της Γης τις νύχτες, αν όμως το ξημέρωμα τους βρει εκεί μεταμορφώνονται σε πέτρα.

Διακρίνονται για την εργατικότητά τους και μπορούν να κατασκευάζουν οτιδήποτε ονειρεύεται η φαντασία μας. Είναι δυνατοί, πανούργοι και επιδέξιοι με τα μέταλλα, τις πέτρες, τα αντικείμενα και τις μηχανές, ενώ κατά παράδοση διακρίνονται στην κατασκευή μαγικών αντικειμένων.

Σε παλαιότερες εποχές οι άνθρωποι πίστευαν ότι αυτά τα όντα ήταν οι αόρατοι σύντροφοι και βοηθοί τους. Και πραγματικά, τους συναντάμε να βοηθούν τους ανθρώπους σε τεχνικές, γεωργικές και διάφορες εργασίες, αλλά και στην ανεύρεση χαμένων ζώων ή να προσφέρουν τροφή και θαλπωρή σε φτωχά παιδιά αφηγώντας τους παραμύθια, αφού πάντοτε έτρεφαν ιδιαίτερη αγάπη για τα παιδιά.

Αγαπούν τα παιχνίδια, ιδιαίτερα εκείνα που μοιάζουν με «κρυφτό», τους χορούς, τα τραγούδια, αλλά και όλων των ειδών τις ζαβολιές· κλέβουν καλαμπόκι ή κρασί από το κελάρι, βασανίζουν ή ληστεύουν ζώα, ενώ κάποτε αρπάζουν και μωρά. Κάνουν τους ανθρώπους να χάνουν πράγματα, όπως γυαλιά, βελόνες και κλειδιά, αργότερα όμως λύνουν τα μάγια και οι άνθρωποι βρίσκουν τα χαμένα πράγματα, ακόμα και σε διαφορετικά σημεία από εκεί που τα είχαν βάλει.

Στην Ανατολή τους συναντάμε να δίνουν συμβουλές με ανθρώπινη ομιλία, βοηθώντας ταξιδιώτες στο δρόμο τους, ενώ στην Αρχαία Ελλάδα να έχουν καταφύγια σε σταυροδρόμια και να φροντίζουν παλιά ερημοκλήσια ιδιαίτερα ως στοιχειακά των δασών, που αργότερα ονομάστηκαν Φαύνοι ή Σειληνοί. Κάποτε πίστευαν πως η ηχώ στα βουνά ήταν το αγαπημένο παιχνίδι που έπαιζαν οι Νάνοι στους θνητούς. Για το λόγο αυτό ονόμαζαν την ηχώ «οι φωνές των Νάνων».

Οι ινδιάνοι Ιροκουά πιστεύουν πως οι Νάνοι αποτελούν φυσική αναγκαιότητα για τον πλανήτη και τον άνθρωπο, καθώς είναι υπεύθυνοι για την ομορφιά του γήινου τοπίου· εκείνοι το χαράζουν και το σκαλίζουν, δημιουργώντας γκρεμούς, χαράδρες και βράχους, ενώ ταυτόχρονα προστατεύουν τον άνθρωπο από σκοτεινές υποχθόνιες δυνάμεις.

Οι Γνώμοι είναι στοιχειακά της γης παρόμοια με τους Νάνους και γνωστά περισσότερο στις απόκρυφες επιστήμες παρά στη λαϊκή παράδοση. Είναι όντα που συνδέονται με τις δυνάμεις που κρύβει η γη. Ο γάλλος κληρικός συγγραφέας Aβάς ντε Βιλαρέ (Abbas de Villare) στο βιβλίο του «Τhe Comte be Cabalis» έγραφε πως η Γη είναι γεμάτη από αυτά τα πλάσματα, ακριβώς στο κέντρο της. Είναι πλάσματα έξυπνα, φιλικά προς τον άνθρωπο, φύλακες των θησαυρών, των μετάλλων και των πολύτιμων πετραδιών, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρούν τους Γνώμους πανούργα και μοχθηρά πλάσματα. Ο Παράκελσος (Theophrastus Paracelsus) έγραφε πως οι Γνώμοι «είχαν ύψος περίπου 18 ίντσες, αλλά μπορούσαν να απλωθούν και να επιμηκυνθούν, έτσι ώστε να φαντάζουν σαν γίγαντες».

Τα Τρολ, στην αρχαία σκανδιναβική παράδοση, είναι γιγαντιαία τρομακτικά πλάσματα, εχθρικά προς τον άνθρωπο, που ζουν σε κάστρα και στοιχειώνουν τους γύρω τόπους κάθε βράδυ. Οι γυναίκες Τρολ μεταμορφώνονται σε Μάρας (Maras), δηλαδή εφιάλτες, και εισβάλλουν στα όνειρα των ανθρώπων. Σκοτεινά πνεύματα είναι και τα Hobgoblin και ιδιαίτερα η Pucka, ένα ισχυρό πνεύμα με μορφή άσπρου αλόγου, που τρέχει μέσα στη νύχτα, μεταφέροντας ανθρώπους από τη γη των θνητών στη μαγική χώρα των ξωτικών και των ονείρων. Στις αγγλικές και σκωτσέζικες παραδόσεις συναντάμε και τα Brownies, μικρά εργατικά ξωτικά που κατοικούν σε σπίτια και αποθήκες. Σπάνια εμφανίζονται, αλλά κάποιες φορές οι φωνές τους ακούγονται μέσα στη νύχτα. Βοηθούν στο καθάρισμα των σπιτιών, όταν όμως θυμώνουν κάνουν το σπίτι άνω-κάτω.

Στοιχειακά Πνεύματα του Νερού

Ιδιαίτερα πλούσιες είναι σε όλες τις παραδόσεις οι αναφορές για τις Νεράιδες, τα στοιχειακά όντα του υδάτινου Στοιχείου, που ζουν σε ωκεανούς, θάλασσες, ποτάμια, λίμνες, καταρράκτες, ρέματα, πηγές, στέρνες και βρύσες. Ανέκαθεν υπήρχε η πίστη για έναν ολόκληρο κόσμο από υδάτινες οντότητες στα βάθη της θάλασσας, πότε καλοπροαίρετες και χαριτωμένες και πότε τερατώδεις και δαιμονικές. Τα πλάσματα αυτά συχνά αναφέρεται ότι ζουν σε υγρούς, διάφανους τόπους, γεμάτους πολύτιμα μαργαριτάρια, πετράδια, πανέμορφα όστρακα και φυτά.

Αναρίθμητες είναι οι αναφορές για μια πανέμορφη χώρα κάτω από τα κύματα, έναν μαγεμένο τόπο που βυθίστηκε στα πανάρχαια χρόνια κάτω από τη θάλασσα και κατοικείται από παράξενα όντα. Κάποιοι ήρωες ανακαλύπτουν παράξενους δρόμους προς αυτό τον τόπο, όπου τους περιμένουν πολλές περιπέτειες. Από την αρχαιότητα, στην επιφάνεια της θάλασσας κατοικούν οι Σειρήνες, με κεφάλι γυναίκας και σώμα πτηνού ή ψαριού. Γοητεύουν και αποπλανούν τους ανθρώπους με μουσικές και ήχους αρμονικούς, που θυμίζουν ανθρώπινη φωνή.

Επίσης, στα βάθη της θάλασσας, μέσα σε καταποντισμένες σπηλιές, ζουν οι Νηρηίδες και οι Τρίτωνες, πανάρχαια όντα που συνοδεύουν την Αφροδίτη, τον Ποσειδώνα και τη σύζυγό του Αμφιτρίτη. Ντύνονται με φύκια, μαργαριτάρια, κοχύλια και προαναγγέλλουν με ήχους αιθέριων κοχυλιών το πέρασμα των αρχαίων ιστιοφόρων.

Σε βρύσες και κρήνες, ποτάμια και περιοχές που νερά αναβλύζουν από βράχους, δημιουργώντας καταρράκτες με θορυβώδεις αφρούς, κατοικούν οι Βρυσηίδες ή Ναϊάδες. Κάποιες από αυτές ζουν σε απόμερες θαλασσινές ακτές και παραλίες, μέσα σε τρύπες και σπηλιές. Γοητεύουν τους ταξιδιώτες και τους καλούν στα σπήλαια να πιουν το μαγικό ποτό. Μόνο οι αγνοί και δυνατοί μπορούν να ξεφύγουν από την πλάνη τους και να απελευθερωθούν από τις δυνάμεις τους.

Οι Γοργόνες, ωραίες γυναίκες με ουρά ψαριού, αγαπούν τη μουσική και το τραγούδι και αναζητούν με πάθος να αιχμαλωτίσουν μια ανθρώπινη ψυχή, αλλά συχνά συμβαίνει ο άνθρωπος να τις αιχμαλωτίζει. Αυτά τα πλάσματα είναι μεγαλόψυχα και γενναιόδωρα απέναντι σε εκείνους που σέβονται την ύπαρξη και την ελευθερία τους. Σε αυτούς προσφέρουν προστασία και σωτηρία όταν κινδυνεύουν στη θάλασσα. Στην επιφάνεια της θάλασσας κατοικούν και κάποια μικρά υδάτινα πλάσματα, που γεννιούνται και διαλύονται με τους αφρούς των κυμάτων, ιδιαίτερα τις νύχτες που έχει πανσέληνο. Σύμφωνα με την αρχαία ιατρική, έχουν την ικανότητα να προκαλούν θαυματουργικές θεραπείες σε όσους κολυμπούν στα νερά.

Στοιχειακά πνεύματα της Φωτιάς

Αυτά αναφέρονται ως Σαλαμάνδρες, συνδέονται με την ενέργεια του Ήλιου, των κεραυνών και των αστραπών, με τις φωτεινές πηγές, με τις φωτιές στο εσωτερικό της Γης, αλλά και στα ιερά, καθώς και με κάθε φλόγα ή φωτιά γενικότερα. Παρομοιάζονται σαν πύρινοι ιππότες, η μορφή τους όμως δεν φέρει ανθρώπινα χαρακτηριστικά· διακρίνονται σαν μαύρα φίδια να κινούνται στη φωτιά με μεγάλη ταχύτητα, περιστρεφόμενα γύρω από τον εαυτό τους, με μέγεθος από μικρών σκουληκιών μέχρι πελώριων Σαλαμάνδρων. Πολλές φορές μας γοητεύουν όταν βλέπουμε τις μικρές φλογίτσες να χορεύουν, ιριδίζοντας μέσα στο τζάκι και σκορπίζοντας ζεστασιά και συντροφικότητα.

Στοιχειακά πνεύματα του Αέρα

Πρόκειται για τις επονομαζόμενες Συλφίδες, που λέγεται πως ζουν αποκλειστικά στον αέρα και έχουν τον έλεγχο του καιρού, του ανέμου και του σχηματισμού των νεφών. Απεικονίζονται σαν όντα πολύχρωμα, ανθρώπινου περίπου μεγέθους, με ρευστή, σχεδόν διάφανη, ασταθή φύση και ταχύτατη ευκινησία.

Τα Έλφη που είναι ανθρωπομορφικά και μοιάζουν με αιθέριες πανέμορφες πεταλούδες σε συνεχή κίνηση, έχουν ιδιαίτερα μικρό μέγεθος. Ζουν στους κάλυκες των λουλουδιών, ρουφώντας το νέκταρ τους, ενώ αρέσκονται να πραγματοποιούν κυκλικούς χορούς και ευεργετικά μάγια, καθώς χαρακτηρίζονται από ενεργητικότητα και ιδιαίτερες θεραπευτικές ικανότητες. Μερικά προσκολλούνται στα παιδιά αλλά και σε κάθε άνθρωπο με αθωότητα και καλλιτεχνική ευαισθησία.

Η Αλληλεπίδραση με τους Ανθρώπους

Είναι γεγονός ότι όλες οι δραστηριότητες των ξωτικών επιφέρουν αλλαγές και ανανέωση σε καθετί, φτάνοντας στο σημείο να φέρνουν κυριολεκτικά τα πάνω-κάτω στους ανθρώπους και τη φύση ολόκληρη. Αυτά τα πλάσματα φημίζονται γενικότερα για την επιδεξιότητά τους σε διάφορες εργασίες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εργάζονται για λογαριασμό του ανθρώπου ή διδάσκουν σε αυτόν τις τέχνες τους. Λέγεται ότι η επικοινωνία με αυτές τις λεπτές υπάρξεις προσφέρει στον άνθρωπο σοφία, θεραπευτική δύναμη και γενικότερα τα εφόδια που χρειάζεται για να ζήσει αρμονικά επάνω στη Γη.

Η σύνδεση με αυτές τις δυνάμεις της φύσης είναι δημιουργική και ωφέλιμη, όμως ο άνθρωπος που εισέρχεται αναξέλεγκτα, χωρίς σεβασμό και αγάπη, χωρίς σύνεση στο βασίλειό τους μπορεί να βρεθεί προ εκπλήξεων, μιας που η επιρροή των δυνάμεων τους κόσμου τους ασκεί ιδιαίτερη γοητεία. Αυτά τα όντα αναβλύζουν ζωτικότητα και δύναμη σε αφθονία, επομένως οποιαδήποτε επαφή μαζί τους είναι ιδιαίτερα διεγερτική για τους ανθρώπους. Για αυτό στους μύθους αναφέρεται ότι στον κόσμο των ξωτικών οι θνητοί είναι συχνά μαγεμένοι ή κοιμισμένοι, ιδιαίτερα οι ευαίσθητοι άνθρωποι.

Θα πρέπει να επισημανθεί πως η επαφή με το στοιχειακό βασίλειο αποτελεί μέρος των πρακτικών της Εσωτερικής Παράδοσης, αλλά σε καμία περίπτωση δε συνιστά πράξη άσκοπης περιπλάνησης σε ονειρικούς κόσμους και κυρίως δεν αποσκοπεί στην προσωπική ικανοποίηση. Η επαφή με αυτές τις επικράτειες, σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτει βαθύ σεβασμό, εσωτερική συγκρότηση και ισορροπία, υψηλή πνευματική πόλωση, ενώ οφείλει να διέπεται από βαθιά αίσθηση ευθύνης και μέτρου, αλλιώς μπορεί να αποβεί επιβλαβής για όποιον πειραματίζεται ασύνετα.

Το στοιχειακό βασίλειο θα υπάρχει όσο υφίσταται η υλική δημιουργία

Η εξέλιξή του είναι άμεσα εξαρτημένη από την ανθρώπινη εξέλιξη, αλλά και από την εξέλιξη των άλλων γήινων βασιλείων. Η στάση και η συμπεριφορά της ανθρωπότητας απέναντι στο φυσικό περιβάλλον επηρεάζει και τη στοιχειακή εξέλιξη, πράγμα που αποτελεί μεγάλη ευθύνη από την πλευρά της ανθρωπότητας. Η όποια υποβάθμιση ή καταστροφή προκαλείται στο φυσικό περιβάλλον από τον άνθρωπο, επηρεάζει άμεσα και το στοιχειακό βασίλειο, το οποίο εάν δεν αφανιστεί, θα νοσήσει και ίσως να λειτουργήσει αντιδραστικά, απορυθμιστικά.

Εκείνο που χρειάζονται αυτά τα όντα από τον άνθρωπο είναι αγάπη, σεβασμός και συνεργασία. Ξαναβρίσκοντας τη χαμένη μας επαφή μαζί τους, βοηθάμε τη διαδικασία θεραπείας τόσο των εαυτών μας όσο και της Γης πάνω στην οποία ζούμε. Και μια τέτοια ουσιαστική σύνδεση με αυτά τα βασίλεια αναπτύσσεται όταν προσεγγίζουμε το περιβάλλον μας με λεπτότερο και βαθύτερο τρόπο. Πραγματοποιείται όταν, μέσα σε κλίμα αγάπης και γαλήνης, ανοίξουμε την καρδιά μας και αφήσουμε ελεύθερη και δεκτική την ύπαρξή μας στις ενέργειες της ζωής, πέρα από κάθε λογική και σκέψη. Μέσα σε νοητική σιγή, βιώνουμε τότε την παρουσία των λεπτότερων κόσμων, άμεσα και πέρα από κάθε ερμηνεία.

Για το σκοπό αυτό, πολλοί άνθρωποι ανέκαθεν αναζητούσαν να φέρουν τον εαυτό τους πιο κοντά στη σοφία της φύσης, σε μια βαθύτερη εσωτερική αντίληψη των ενεργειών και των μηνυμάτων της. Αυτή η προσπάθεια ανοίγει τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και των στοιχειακών πνευμάτων της φύσης, με αποτέλεσμα, μέσα στο ταξίδι της ζωής, να νιώθουμε όλοι μας τα αδιόρατα νήματα που μας συνδέουν με αυτούς τους μαγευτικούς και παράξενους λεπτούς κόσμους ύπαρξης. Τελικά, εκείνο που φαινόταν μύθος, λαϊκή παράδοση, όνειρο και φανταστικό διαπιστώνουμε ότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Μίας Ζώης, στην οποία όλοι συμμετέχουμε ως ζωντανά και δημιουργικά κύτταρα.

Ιωάννης ο Βαπτιστής και ευαγγελικοί τραγέλαφοι

 Όπως μαθαίνουμε από τις «ιερές» γραφές, ο άνθρωπος που προετοίμασε το έδαφος για τον ερχομό και την διδασκαλία του Ιησού, ήταν ο γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο Ιωάννης. Ο Ιωάννης (που αξίζει ν’ αναφερθεί ότι γεννήθηκε «θαυματουργικώς» από στείρα γυναίκα, μετά από παρέμβαση «αγγέλου Κυρίου») για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε «Πρόδρομος». Προς τον σκοπό αυτό, ζώντας σαν ασκητής και τρώγοντας ακρίδες, κήρυττε το «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» κι άρχισε να βαπτίζει τον κόσμο και να τον προετοιμάζει για την «βασιλεία των ουρανών». Κατ’ εντολήν του ίδιου του Θεού, ανέλαβε να βαπτίσει τον Ιησού και γι’ αυτό ονομάστηκε και «Βαπτιστής». Πρέπει να τονίσουμε ότι πριν την βάπτιση προηγείται πάντοτε η μύηση (σε τι;) άρα ο Ιωάννης ήταν δάσκαλός του.

Ο Ιωάννης, που ήταν σχεδόν συνομήλικος του Ιησού, δεν γνώριζε προσωπικά τον «Μεσσία». Σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο (1: 33), ο Θεός του είπε ότι θα τον αναγνώριζε από το Άγιο Πνεύμα που θα καθόταν πάνω από το κεφάλι του, όταν θα τον βάπτιζε. Όπως και συνέβη, σύμφωνα με τα «Κατά Ματθαίον» (3: 16-17), «Κατά Μάρκον» (1: 10-11) και «Κατά Λουκάν» (3: 21-22) ευαγγέλια… Το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με την μορφή περιστεριού και κάθησε πάνω από τον Ιησού, ενώ την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Θεού να λέει: «Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός, στον οποίο δείχνω την εύνοιά μου» (το δόγμα του υιοθετισμού). Το «Κατά Ιωάννην» όμως, παρ’ ότι κάνει κι αυτό αναφορά στο «πουλί», δεν λέει λέξη για την «φωνή Κυρίου». Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο ευαγγέλιο, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, δεν φαίνεται να περιμένει καθόλου την εμφάνιση του «πουλιού» για να αναγνωρίσει ποιον πραγματικά βαπτίζει. Χωρίς, όπως έχει προαναφερθεί, να γνωρίζει τον Ιησού, με το που τον βλέπει, λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού!» (1: 29).

Βέβαια, εδώ προκύπτει ένα ουσιώδες ερώτημα: Γιατί θα έπρεπε να βαπτιστεί ο Ιησούς; Ως γνωστόν, η βάπτιση τελείται προς εξαγνισμό των ανθρώπων από το «προπατορικό αμάρτημα», το οποίο -σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική παράδοση- φέρουν όλοι όσοι έρχονται στη ζωή. Όλοι δηλαδή, οι άνθρωποι, γεννιούνται «αμαρτωλοί» (ψαλ. 50.7). Ο Ιησούς όμως, όπως λένε, δεν γεννήθηκε όπως οι κοινοί θνητοί, αλλά μέσω της «αμώμου συλλήψεως» διά του Αγίου Πνεύματος, από «παρθένα» μητέρα. Αφού λοιπόν ο Ιησούς, ως «μονογενής υιός του Θεού» γεννήθηκε αναμάρτητος, προς τι η χρεία της βάπτισης; Για ποιο πράγμα θα έπρεπε να «μετανοήσει»; Μήπως θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σ’ αυτό το σημείο ο «Ύψιστος»; ή μήπως ήταν μύηση; και σε τι;

Ο τραγέλαφος και οι «ιερές» αντιφάσεις όμως, συνεχίζονται λίγο παρακάτω, όπου ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, παρ’ ότι έχει δει αυτά τα θεΐκά σημάδια (ή σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» δεν τα χρειάστηκε καν), λίγο αργότερα κι ενώ βρίσκεται στη φυλακή, στέλνει δύο απ’ τους μαθητές του Ιησού, να τον ρωτήσουν, τι, λέτε; Άκουσον, άκουσον! Εάν «Εσύ είσαι ο Mεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;»!!! («Κατά Ματθαίον» 11: 2-3 και «Κατά Λουκάν» 7: 19). Ο άνθρωπος που κατά θείαν εντολή, προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του «Μεσσία»· ο άνθρωπος που τον βάπτισε· ο άνθρωπος που είδε -κι όχι μόνο αυτός- το «πουλί» να κάθεται πάνω στον Ιησού· ο άνθρωπος που άκουσε -όπως και όλοι οι παρεβρισκόμενοι- την φωνή του Θεού να εκδηλώνει την εύνοιά του στον «γιο» του, εμφανίζεται κλονισμένος και εκφράζει αμφιβολίες! Γιατί άραγε; Τι άλλο ήθελε για να πειστεί;

Οι ευαγγελικοί τραγέλαφοι δεν σταματούν εδώ. Ο Ιησούς αναλαμβάνει να διαλύσει τις αμφιβολίες του Ιωάννη. Η απλή λογική λέει πως, τι καλύτερο επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εκτός από τα ίδια τα θεΐκά σημάδια; Το «πουλί» και την «φωνή Κυρίου» που ακούστηκε; Είναι γνωστόν όμως ότι οι «ιερές» γραφές στερούνται πάσης λογικής, οπότε θα ήταν ευσεβής πόθος και κάτι το ανεδαφικό, να την συναντούσαμε εδώ, ακόμη κι απ’ τον ίδιο τον Ιησού. Έτσι, ο «Μεσσίας» αντί να επικαλεστεί αυτά τα «σημάδια», προτιμά να επικαλεστεί τα…ανύπαρκτα «θαύματά» του… («Κατά Ματθαίον» 11: 4-5 και «Κατά Λουκάν» 7: 22-23). Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το δηλαδή…

Τελικά, αν δεν πάρει κάποιος μερικά χαπάκια ή δεν κτυπήσει ενέσεις, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ειρμό και λογική συνέχεια στις «θεόπνευστες» και «ιερές» γραφές…

ΔΕΣ


Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

3.3.3. Οι πρώτοι κούροι από την Αττική


Μεγάλων διαστάσεων κούρους συναντούμε την ίδια εποχή (δηλαδή στο τέλος του 7ου και στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ.) και στην Αττική. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι εκείνοι που ανακαλύφθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα (συγκεκριμένα το 1906) στο ιερό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, οι περισσότεροι σε μικρά ή μεγαλύτερα θραύσματα. Ο καλύτερα σωζόμενος από τους κούρους του Σουνίου έχει ύψος λίγο μεγαλύτερο από 3 m, χρονολογείται στην πρώτη εικοσαετία του 6ου αιώνα π.Χ. και μαρτυρεί τον πλούτο του παραγγελιοδότη και την ικανότητα του γλύπτη. Αν παρατηρήσουμε το άγαλμα από κοντά, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα πώς δούλευε ο αρχαίος καλλιτέχνης. Πέρα από τις αναλογίες του σώματος, που ακολουθούν, όπως είπαμε, κατά προσέγγιση τον σαϊτικό κανόνα των Αιγυπτίων, βλέπουμε με πόση ακρίβεια και προσοχή στις λεπτομέρειες έχουν αποδοθεί τα ανατομικά στοιχεία του κορμού και του κεφαλιού. Στα σκέλη διακρίνονται καθαρά τα περιγράμματα των μυών και των επιγονατίδων, στον κορμό διαγράφονται οι λαγόνες, οι κοιλιακοί μύες, το στήθος, οι ωμοπλάτες και η σπονδυλική στήλη, ενώ στους βραχίονες ξεχωρίζουν οι αγκώνες και οι καρποί των χεριών. Όλα όμως αυτά τα ανατομικά στοιχεία δηλώνονται σχεδιαστικά, δηλαδή με απλές εγχάρακτες ή ανάγλυφες γραμμές επάνω στις κατά τα άλλα λείες επιφάνειες, και όχι πλαστικά, δηλαδή ως εξογκώματα. Αυτό τον τρόπο απόδοσης τον συναντούμε, όπως και το σύστημα των αναλογιών, στα μεγάλα όρθια ανδρικά αγάλματα από την αρχαία Αίγυπτο.

Η ίδια προσοχή στην απόδοση των λεπτομερειών, αλλά μαζί και η ίδια διάθεση για σχηματοποίηση, διακρίνεται και στην απόδοση των χαρακτηριστικών του κεφαλιού. Εντύπωση προκαλούν πρώτα πρώτα τα μεγάλα μάτια, που θα έδιναν στην Αρχαιότητα μεγάλη ζωντάνια στο πρόσωπο, καθώς η ίριδα και η κόρη αποδίδονταν με έντονα χρώματα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η σχηματική απόδοση του πτερυγίου του αφτιού, το οποίο μοιάζει σαν γραμμικό κόσμημα που απολήγει σε δύο ανόμοιους έλικες. Τα μακριά μαλλιά συγκρατούνται γύρω από το κεφάλι με μια πλατιά ταινία και πέφτουν στους ώμους χτενισμένα σε μακριούς, περίτεχνα κατσαρωμένους βοστρύχους, που και αυτοί αποδίδονται σχηματικά, ενώ πάνω από το μέτωπο τυλίγονται σε διακοσμητικούς ρόδακες. Η εικόνα που φέρνει μπροστά στα μάτια μας ο κούρος είναι εκείνη ενός ρωμαλέου νέου άνδρα με εξαιρετικά φροντισμένη εμφάνιση· ένας αγένειος ακόμη έφηβος από μεγάλη γενιά, καμάρι των δικών του και του τόπου του.

Οι κούροι του Σουνίου, στημένοι στο ιερό του Ποσειδώνα, ήταν αναθήματα, δηλαδή αφιερώματα, φτιαγμένα για να ευχαριστήσουν τον θεό, αλλά και για να προβάλουν τον πλούτο και τη δόξα των αναθετών που τα είχαν στήσει. Παρόμοιοι κούροι, λίγο μικρότεροι σε μέγεθος (γύρω στα 2 m), στήνονταν όμως και επάνω σε τάφους νέων αριστοκρατών. Ένα τέτοιο άγαλμα από την Ανάβυσσο της Αττικής, που σώζεται ακέραιο και βρίσκεται σήμερα στη Νέα Υόρκη, χρονολογείται γύρω στο 600 π.Χ., είναι δηλαδή λίγο παλαιότερο από τον μεγάλο κούρο του Σουνίου. Ο κούρος της Νέας Υόρκης είναι έργο ενός διαφορετικού εργαστηρίου, όπως φαίνεται από το πιο μακρόστενο σχήμα του κεφαλιού και την απόδοση του σώματος και των μαλλιών. Με το εργαστήριο αυτό συνδέονται αντίθετα οι γλύπτες που σμίλεψαν δύο άλλους κούρους της ίδιας εποχής, οι οποίοι ήταν στημένοι στο νεκροταφείο του Κεραμεικού στην Αθήνα, κοντά στο Δίπυλο. Από τον έναν, που είναι λίγο παλαιότερος, σώζεται μόνο το κεφάλι, έργο δεξιοτεχνικό, και το δεξί άκρο χέρι· ο άλλος βρέθηκε σχεδόν ολόκληρος το 2001 λίγο έξω από το κλασικό τείχος της πόλης, κάτω από το πλακόστρωτο της Ιεράς Οδού, που οδηγεί στην Ελευσίνα.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

10.4. Όπου επλεόνασεν ο φθόνος, υπερεπερίσσευσε η επιτυχία


Την επιτυχία δεν του τη συγχώρεσαν. Η αντίδραση των αντιπάλων του Επίκουρου ήταν έντονη και κράτησε αρκετούς αιώνες· τόσο μεγάλη και διαρκής ήταν η επιτυχία του. Ειδικά κατά την Ελληνιστική εποχή στη φιλοσοφία κυριάρχησαν ο Κήπος και η Στοά - όχι το αριστοτελικό Λύκειο και η πλατωνική Ακαδημία.

Με πρώτο κέντρο την Αθήνα η επικούρεια σκέψη διαδόθηκε παντού από ενθουσιώδεις «ιεραποστόλους» οπαδούς της. Καθώς δεν παρουσιαζόταν ως κάτι στενά ακαδημαϊκό αλλά ως τέχνη ζωής, ο επικουρισμός προσηλύτισε χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, ελεύθερους και δούλους, πλούσιους και φτωχούς. Ως τον 3ο αιώνα μ.Χ. δημιουργήθηκαν και άνθισαν πολυάριθμες φιλοσοφικές κοινότητες, διασπαρμένες σ᾽ ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, στην Ασία, στην Αίγυπτο, στην Ιταλία και, βέβαια, στην Ελλάδα. Ήταν καλά οργανωμένες, είχαν κοινό και απαρέγκλιτο σημείο αναφοράς τη διδασκαλία του ιδρυτή της σχολής, του Επίκουρου, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με επιστολές.

Οι αντίπαλοι του Επίκουρου δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να τον βλάψουν. Ως συνήθως, η συκοφαντία ήταν το πιο αποτελεσματικό τους όπλο. Είπαν τόσα πολλά, που κάτι έμεινε μέχρι σήμερα: ότι η οικογένειά του ήταν παρακατιανή, ότι ήταν κοιλιόδουλος, κόλακας και ανήθικος, ότι η διδασκαλία του αντιγράφει άλλες. Το όνομα του Επίκουρου ταυτίστηκε με εκείνου που επιζητεί μόνο την ευχαρίστηση των αισθήσεων, του ηδονιστή.

Αλλά και ο ίδιος αντιδρούσε με πάθος, και απέναντι στους ομοτέχνους του δεν χαριζόταν. Εξάλλου, ας μην υπερβάλλουμε: οι ύβρεις που αντάλλαξαν μεταξύ τους μπορεί να διασώθηκαν ως σήμερα ίσως επειδή η χαμηλού επιπέδου πολεμική πάντοτε τραβάει το ενδιαφέρον των πολλών. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι από την εποχή του Επίκουρου οι Επικούρειοι, οι Στωικοί και οι Σκεπτικοί συζητούσαν έντονα τις φιλοσοφικές διαφορές που είχαν μεταξύ τους και με τους προγενέστερους φιλοσόφους.

Άκουσε πολλά ο Επίκουρος για τις ελλιπέστατες, όπως διέδιδαν ορισμένοι, σπουδές του. Εννοούσαν μάλλον ότι δεν σπούδασε στην Αθήνα και δεν εντάχθηκε στους κύκλους της πρωτεύουσας. Τον κατηγόρησαν άνθρωποι που είχαν την τύχη να σπουδάσουν εκεί, αλλά έμειναν γνωστοί μόνο για τις συκοφαντίες τους εναντίον του Επίκουρου. Γιατί ο Επίκουρος ίσως δεν είχε τα τυπικά προσόντα που ήταν αναγκαία για καριέρα σε κάποια σχολή, κατόρθωσε όμως να ιδρύσει μια νέα σχολή που άλλαξε τα φιλοσοφικά πράγματα για αιώνες.

Αντιδρώντας σε αυτό το κλίμα, ο Επίκουρος αναγνώριζε την οφειλή του στον Δημόκριτο (καταδικασμένο στη σιωπή από τον Πλάτωνα) και διατυμπάνιζε ότι είναι αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος στη φιλοσοφία. Μήπως και ο Σωκράτης το ίδιο δεν έκανε, μόνο που ανέφερε ως οδηγό του τον δελφικό Απόλλωνα; Ο Επίκουρος στη δική του σχολή παραμέρισε την εγκύκλιο παιδεία, την πολυμάθεια και κάθε είδους γνώση που πίστευε ότι δεν συμβάλλει στην επίτευξη της μακαριότητας, τον ύψιστο στόχο της φιλοσοφίας.