Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (19.203-19.260)

Ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·
τῆς δ᾽ ἄρ᾽ ἀκουούσης ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς.
205 ὡς δὲ χιὼν κατατήκετ᾽ ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν,
ἥν τ᾽ Εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν Ζέφυρος καταχεύῃ·
τηκομένης δ᾽ ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες·
ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης,
κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
210 θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα,
ὀφθαλμοὶ δ᾽ ὡς εἰ κέρα ἕστασαν ἠὲ σίδηρος
ἀτρέμας ἐν βλεφάροισι· δόλῳ δ᾽ ὅ γε δάκρυα κεῦθεν.
ἡ δ᾽ ἐπεὶ οὖν τάρφθη πολυδακρύτοιο γόοιο,
ἐξαῦτίς μιν ἔπεσσιν ἀμειβομένη προσέειπε·
215 «νῦν μὲν δή σευ, ξεῖνε, ὀΐω πειρήσεσθαι,
εἰ ἐτεὸν δὴ κεῖθι σὺν ἀντιθέοις ἑτάροισι
ξείνισας ἐν μεγάροισιν ἐμὸν πόσιν, ὡς ἀγορεύεις
εἰπέ μοι ὁπποῖ᾽ ἄσσα περὶ χροῒ εἵματα ἕστο,
αὐτός θ᾽ οἷος ἔην, καὶ ἑταίρους, οἵ οἱ ἕποντο.»
220 Τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«ὦ γύναι, ἀργαλέον τόσσον χρόνον ἀμφὶς ἐόντα
εἰπέμεν· ἤδη γὰρ οἱ ἐεικοστὸν ἔτος ἐστὶν
ἐξ οὗ κεῖθεν ἔβη καὶ ἐμῆς ἀπελήλυθε πάτρης·
αὐτάρ τοι ἐρέω ὥς μοι ἰνδάλλεται ἦτορ.
225 χλαῖναν πορφυρέην οὔλην ἔχε δῖος Ὀδυσσεύς,
διπλῆν· αὐτάρ οἱ περόνη χρυσοῖο τέτυκτο
αὐλοῖσιν διδύμοισι· πάροιθε δὲ δαίδαλον ἦεν·
ἐν προτέροισι πόδεσσι κύων ἔχε ποικίλον ἐλλόν,
ἀσπαίροντα λάων· τὸ δὲ θαυμάζεσκον ἅπαντες,
230 ὡς οἱ χρύσεοι ἐόντες ὁ μὲν λάε νεβρὸν ἀπάγχων,
αὐτὰρ ὁ ἐκφυγέειν μεμαὼς ἤσπαιρε πόδεσσι.
τὸν δὲ χιτῶν᾽ ἐνόησα περὶ χροῒ σιγαλόεντα,
οἷόν τε κρομύοιο λοπὸν κάτα ἰσχαλέοιο·
τὼς μὲν ἔην μαλακός, λαμπρὸς δ᾽ ἦν ἠέλιος ὥς·
235 ἦ μὲν πολλαί γ᾽ αὐτὸν ἐθηήσαντο γυναῖκες.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
οὐκ οἶδ᾽ ἢ τάδε ἕστο περὶ χροῒ οἴκοθ᾽ Ὀδυσσεύς,
ἦ τις ἑταίρων δῶκε θοῆς ἐπὶ νηὸς ἰόντι,
ἤ τίς που καὶ ξεῖνος, ἐπεὶ πολλοῖσιν Ὀδυσσεὺς
240 ἔσκε φίλος· παῦροι γὰρ Ἀχαιῶν ἦσαν ὁμοῖοι.
καί οἱ ἐγὼ χάλκειον ἄορ καὶ δίπλακα δῶκα
καλὴν πορφυρέην καὶ τερμιόεντα χιτῶνα,
αἰδοίως δ᾽ ἀπόπεμπον ἐϋσσέλμου ἐπὶ νηός.
καὶ μέν οἱ κῆρυξ ὀλίγον προγενέστερος αὐτοῦ
245 εἵπετο· καὶ τόν τοι μυθήσομαι, οἷος ἔην περ.
γυρὸς ἐν ὤμοισιν, μελανόχροος, οὐλοκάρηνος,
Εὐρυβάτης δ᾽ ὄνομ᾽ ἔσκε· τίεν δέ μιν ἔξοχον ἄλλων
ὧν ἑτάρων Ὀδυσεύς, ὅτι οἱ φρεσὶν ἄρτια ᾔδη.»
Ὣς φάτο, τῇ δ᾽ ἔτι μᾶλλον ὑφ᾽ ἵμερον ὦρσε γόοιο,
250 σήματ᾽ ἀναγνούσῃ τά οἱ ἔμπεδα πέφραδ᾽ Ὀδυσσεύς.
ἡ δ᾽ ἐπεὶ οὖν τάρφθη πολυδακρύτοιο γόοιο,
καὶ τότε μιν μύθοισιν ἀμειβομένη προσέειπε·
«νῦν μὲν δή μοι, ξεῖνε, πάρος περ ἐὼν ἐλεεινός,
ἐν μεγάροισιν ἐμοῖσι φίλος τ᾽ ἔσῃ αἰδοῖός τε·
255 αὐτὴ γὰρ τάδε εἵματ᾽ ἐγὼ πόρον, οἷ᾽ ἀγορεύεις,
πτύξασ᾽ ἐκ θαλάμου, περόνην τ᾽ ἐπέθηκα φαεινὴν
κείνῳ ἄγαλμ᾽ ἔμεναι· τὸν δ᾽ οὐχ ὑποδέξομαι αὖτις
οἴκαδε νοστήσαντα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν.
τῷ ῥα κακῇ αἴσῃ κοίλης ἐπὶ νηὸς Ὀδυσσεὺς
260 οἴχετ᾽ ἐποψόμενος Κακοΐλιον οὐκ ὀνομαστήν.»

***
Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.
Κι η Πηνελόπη ακούγοντας, της έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι,
μαραίνοντας το πρόσωπο.
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά —
το στοίβαξε ο πουνέντες, μετά το λιώνει φυσώντας ο σιρόκος
και στα ποτάμια τα νερά φουσκώνουν·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δάκρυα, τον άντρα της θρηνώντας — ήταν ωστόσο εκεί,
μπροστά στα μάτια της.
210 Ο Οδυσσέας όμως, κι ας ελεούσε τη γυναίκα του
για το σπαραχτικό της κλάμα, αδάκρυτα τα μάτια του δεν σάλευαν,
καν δεν τρεμόπαιξαν τα βλέφαρά του, λες κι ήταν κέρατο ή ατσάλι —
ο δόλος του μυαλού τον έκανε να κρύβει τη συγκίνησή του.
Όταν εκείνη χόρτασε τον πολυδάκρυτό της γόο,
συνήλθε και ξαναμιλώντας είπε:
«Ξένε, τώρα φαντάζομαι πως ήλθε η ώρα να σε δοκιμάσω,
αν λες αλήθεια πως τον φιλοξένησες τον άντρα μου
μαζί με τους συντρόφους στο παλάτι, όπως το λεν τα λόγια σου.
Πες μου λοιπόν πώς έμοιαζε στην όψη και τι λογής ρούχα
φορούσε το κορμί του, ποιοι σύντροφοι τον είχαν συντροφέψει;»
220 Ανταποκρίθηκε από μέρους του ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ω δέσποινα, με τόσα χρόνια που μεσολαβούν, δύσκολο αλήθεια να μιλήσω·
πέρασαν κιόλας είκοσι, αφότου εκείνος φεύγοντας άφησε
πίσω την πατρίδα μου.
Κι όμως θα σου τον περιγράψω, όπως τον φέρνει η φαντασία μου.
Χλαίνη φορούσε πορφυρή, σγουρή, διπλόφαρδη ο θείος Οδυσσέας,
διπλά θηλυκωμένη με χρυσή περόνη, και πάνω της στολίδι σκαλισμένο:
σκύλος στα μπροστινά του πόδια κράταγε κατάστικτο ελαφάκι,
το δάγκωνε, κι αυτό να σπαρταρά· όλοι κοιτούσαν κι αποθαύμαζαν
230 το χρυσαφένιο σύμπλεγμα· έβλεπες το σκυλί το νεογνό να πνίγει
κι αυτό να θέλει να ξεφύγει σπαρταρώντας απ᾽ τη δαγκάνη των ποδιών.
Όσο για τον χιτώνα που κατάσαρκα φορούσε, τον είδα φωτεινό,
λεπτό σαν φλούδα κρεμμυδιού γυαλίζοντας, τόσο που ήταν
μαλακός, λάμποντας σαν τον ήλιο —
πολλές γυναίκες βλέποντας δεν έκρυψαν τον θαυμασμό τους.
Και κάτι ακόμη θα σου πω, για να μου το θυμάσαι·
δεν ξέρω αν τα ρούχα αυτά ο Οδυσσέας τα φόραγε στο σπίτι
ή μήπως του τα χάρισε κάποιος του σύντροφος, ενώ ταξίδευε
πάνω στο γρήγορο πλεούμενο, μπορεί και φίλος που τον φιλοξένησε,
γιατί πολλοί τον Οδυσσέα αγάπησαν — λίγοι Αχαιοί
240 του έμοιαξαν σ᾽ αυτό.
Κι εγώ του χάρισα χάλκινο ξίφος, πανωφόρι ωραίο,
διπλόφαρδο και πορφυρό, χιτώνα με δέρμα ξακρισμένο.
Τέλος τον ξεπροβόδισα με σέβας και τιμή ως το γεροδεμένο του καράβι.
Και κάτι ακόμη· είχε, στα χρόνια κάπως μεγαλύτερο, τον κήρυκά του συνοδό —
γι᾽ αυτόν μπορώ να πω πώς έδειχνε στην όψη:
ώμοι λιγάκι στρογγυλοί, το δέρμα μελαψό, σγουρά μαλλιά,
τον λέγαν Ευρυβάτη· αυτόν από όλους τους συντρόφους
ο Οδυσσέας τιμούσε πιο πολύ, γιατί είχε γνώμη
ταιριαστή με τη δική του.»
Έτσι μιλώντας, κι άλλο της άναψε τον πόθο για θρήνο γοερό,
250 αναγνωρίζοντας σημάδια απαραγνώριστα στα λόγια του Οδυσσέα.
Όταν συνήλθε, πήρε ξανά τον λόγο λέγοντας:
«Ξένε μου, σε συμπάθησα απ᾽ την αρχή, μα τώρα θα μου γίνεις
φίλος πολύτιμος σε τούτο το παλάτι.
Να ξέρεις, τα ρούχα αυτά που λες εγώ του τα ᾽δωσα, αφού τα δίπλωσα
στην κάμαρή μου κι έβαλα πάνω τους περόνη λαμπερή,
να καμαρώνει όταν τα φορεί.
Κι όμως εγώ δεν θα τον ξαναδώ στο σπίτι να γυρίζει,
να δει κι αυτός μια μέρα την πατρίδα του.
Μοίρα κακή τον στρίμωξε να φύγει, σε βαθουλό ανεβαίνοντας καράβι,
260 το Κακοΐλιο να πάει να δει, το ακατονόμαστο.»

Όσο δυνατοί ή αδύναμοι κι αν είμαστε, όλοι έχουμε ανάγκη ένα χέρι βοήθειας

Αν μπορούσαμε να ζητήσουμε κάτι για να γίνει η επικοινωνία των ανθρώπων πιο εύκολη θα ήταν να έχουμε την ικανότητα να μπορούμε χωρίς πολλά-πολλά να δείξουμε ποιοι πραγματικά είμαστε στους άλλους και να είμαστε σε θέση να λάβουμε ξεκάθαρα, επίσης, μηνύματα για το ποιοι είναι οι άλλοι απέναντι σε μάς για να μη χρειάζεται να μπαίνουμε στη διαδικασία να καταλάβουμε με κίνδυνο να μην καταλήγουν και οι άλλοι και εμείς στα λάθος συμπεράσματα.

Αν σκεφτεί κανείς πόσος χρόνος χάνεται στο να διαπιστώσουμε τελικά ποιοι είμαστε και ποιοι μάς κάνουν θα δούμε ότι αναλωνόμαστε σε φαύλους κύκλους που τα ονομάζουμε μαθήματα ζωής αλλά πολλές φορές μόνο μαθήματα δεν είναι.

Καθόλου εύκολο δεν είναι το να κατασταλάξουμε στο ποιοι, τελικά είμαστε εμείς αλλά και στο να αποκωδικοποιήσουμε τους ανθρώπους και τις προσωπικότητές τους, αφού όλοι είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας κι όλοι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε διαφορετικές προκλήσεις στην καθημερινότητά μας οι οποίες μάς σμιλεύουν -ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουμε αυτοστιγμεί- και μάς αλλάζουν.

Κι ενώ όλοι δίνουμε τις ίδιες ή παρόμοιες μάχες κι εν τέλει διαπιστώνουμε ότι όλοι κουβαλάμε έναν σταυρό, διακρίνουμε σε κάποιους ανθρώπους μια δυναμική που τους κάνει να φαντάζουν βράχοι στα μάτια μας, τους ονομάζουμε δυνατούς και δε φοβόμαστε καθόλου γι’ αυτούς αφού με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο θα βρουν την άκρη.

Δε φοβόμαστε για την περίπτωση αποτυχίας τους αφού ακόμη κι αν αποτύχουν είμαστε πεπεισμένοι ότι θα βγουν ακόμη πιο δυνατοί από αυτό. Και το «δε σε φοβάμαι εσένα» μέχρι το «θα τη βρεις την άκρη εσύ» δίνουν και παίρνουν σαν φιλοφρονήσεις.

Έχουμε σκεφτεί άραγε ποτέ σε ποια ψυχολογική θύελλα είναι παγιδευμένοι; Αναρωτηθήκαμε, έστω μια φορά, πώς τους επηρεάζουν όλα αυτά που μπορούν ή δεν μπορούν να λύσουν; Γιατί σαν κλείσει η πόρτα του σπιτιού τους και μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους γίνονται αντικοινωνικοί, δε σηκώνουν τηλέφωνα και σχεδόν πάντα θα ακυρώσουν μια έξοδο και θα προτιμήσουν την ησυχία τους;

Κανείς δεν έχει τόσο μεγάλο απόθεμα αντοχών για να στέκεται πάντα αγέρωχος. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να μη χρειάζεται τη βοήθεια κάποιου σε οποιοδήποτε θέμα τον απασχολεί. Και με βεβαιότητα δεν έχουμε όλοι τις ίδιες κάβες υπομονής, λογικής και συναισθηματικής ισορροπίας. Και όχι, δεν είναι καθόλου κατακριτέο αυτό.

Το γεγονός πως κάποιος δεν κλαίγεται ή δεν παραπονιέται δεν τον κάνει ευτυχισμένο απαραίτητα. Είναι ο τρόπος που διάλεξε να αντιμετωπίσει τη ζωή. Αυτό δεν τον κάνει άτρωτο, αναίσθητο ή σκληραγωγημένο. Όπως, αντίστοιχα, εκείνος που επιλέγει να δείχνει την ευαισθησία του και την εαυλωτότητά του σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αδύναμος.

Οι στάσεις ζωής, που ο καθένας μας επιλέγει καθημερινά, είναι επιλογή τις περισσότερες φορές. Και όλοι μας, λίγο ή πολύ, είμαστε στον αυτόματο για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε. Το να πιστεύουμε σε δυνατούς και αδύναμους ανθρώπους δε βοηθάει κανέναν.

Γιατί ο «δυνατός» τα έχει πάρει στο κρανίο που όλοι νομίζουν ότι έχει το μαγικό ραβδάκι της επίλυσης όλων των προβλημάτων του και ο «αδύναμος» θα κάνει κανέναν μπαμ καμιά μέρα και θα ακουστεί μέχρι τον Ισημερινό.

Όλοι είμαστε διαφορετικοί αλλά όλοι αγαπάμε το αληθινό ενδιαφέρον. Ας μην αυτοτσουβαλιαζόμαστε λοιπόν κι ας δούμε πίσω από τα προφανή όταν κάποιος άνθρωπος είναι σημαντικός για εμάς.

Μέσ’ από μια απαγορευμένη επιθυμία

Πέρα από τον χρόνο, πέρα από τον χώρο, πέρα ακόμα κι από την ίδια τη λογική, υπάρχει ένα μέρος που λέγεται απαγορευμένη επιθυμία. Εκεί τα όρια των σωμάτων είναι αδιόρατα κι η μίξη τους προκαλεί εκρήξεις χρωμάτων, ήχων, αισθήσεων κάθε λογής. Εκεί γίνονται καθημερινά, σε μυστικά σημεία σ’ όλη την πόλη, καταθέσεις ψυχής κι αγάπης, δωρεές αγγιγμάτων και φιλιών, μοίρασμα μοναξιάς και καταβυθίσματα στα απροσμέτρητα σοκάκια του συνειδητού και του ασυνείδητου.

Οι επιθυμούντες ακμάζουν στο σκοτάδι της ερωτικής δημιουργικότητας, με την ελπίδα να μείνουν αναλλοίωτοι στη μνήμη, ελεύθεροι από κοινωνικά δεσμά κι ανούσιες συνδιαλλαγές. Το σώμα τους σημαδεμένο από τις εκρήξεις επιθυμίας, η κλίνη τους υπερεαλιστικό έργο τέχνης κι απόδειξη ότι έζησαν για λίγο ελεύθεροι. Απαίσια η μοναξιά τους έξω, πληγωμένο το σώμα μέσα, βαρύ το τίμημα της συνενοχής. Ανίκανοι να διεκδικήσουν την πραγματική ελευθερία τους, ξεχειλίζει ο θυμός, η αγανάκτηση, η αδυναμία, η εξουσία στο σώμα του άλλου που δεν έχουν, που δεν τους δίνεται ή δεν τους επιτρέπεται, η οργή απέναντι σ’ ένα μέλλον που όλο κι απομακρύνεται. Φοβούνται κι οικτίρουν αυτόν τον φόβο τους, στερούνται και στερούν. Πότε το αδύναμο σαρκίο τους μπορεί να ονομάζεται άνθρωπος και πότε επιθυμία, αναρωτιούνται.

Σήμερα είναι εδώ μαζί, αύριο θ’ αμφιβάλλουν αν αυτή ανάμνηση είναι αληθινή ή ένα γεγονός που γεννήθηκε μέσα στην αχαλίνωτη φαντασία τους. Υπνοβατούν στη φθαρτή ζωή τους, ονειροβατούν σ’ ένα νόημα μιας άλλης ζωής. Διαπραγματεύονται με το φύλο τους και συνθηκολογούν, προσπαθώντας να βάλουν σε τάξη τα σκιρτήματα της καρδιάς. Αγνοούν την αρχή της πραγματικότητας και δηλώνουν πάντα στο εδώ και τώρα, παραμένουν όμως πάντα στο εκεί και τότε, στο μαγικό χθες ή στο άπιαστο αύριο, στο όνειρο, στο σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού τους, που παίρνει σάρκα μέσα από τη σάρκα τους και μορφή μέσα από τη μορφή τους.

Ετεροκαθορίζονται, αυτοαναιρούνται και ζουν στα όρια της προσωπικής μυθοπλασίας τους. Ναρκισσιστικά διεκδικούν, καθηλωμένοι στην παιδικόμορφη επιθυμία τους που τα θέλει όλα εδώ και τώρα, άμεσα, επιτακτικά, μόνο για εκείνους. Ακινητοποιούνται σ’ ένα αέναο γαϊτανάκι φαντασιώσεων ευτυχίας. Σε στιγμές αδυναμίας αναρωτιούνται τι συμβαίνει όταν ο σημαντικός άλλος δεν είναι απέναντι, ποιος άραγε να καθρεφτίζει την ύπαρξή τους; Απορρυθμίζεται το σώμα, υπνωτίζεται το μυαλό, κι ο χρόνος μοιάζει μετέωρος. Σαν αυτές τις παλιές μεταλλικές καρέκλες που βρίσκονται ξαφνικά μπροστά σου στον Εθνικό Κήπο. Μοιάζουν σαν να βρίσκονται εκεί, σ’ αυτή την ίδια θέση, από την αρχή του χρόνου του άχρονου, σαν η ύπαρξή τους να έχει ένα νόημα βαθύτερο από ό,τι μπορεί να συλλάβει η νόησή σου.

Κι εκείνες κάθονται μόνες τους, συμμετέχοντας απλά, λιτά στη διαμόρφωση τους περιβάλλοντος γύρω τους. Δεν επηρεάζουν και δεν επηρεάζονται από τις εναλλαγές του κόσμου και της φύσης που τις περιβάλλει, δε γνωρίζεις από πού προήλθαν αρχικά και τι τους συμβαίνει όταν δεν είναι κανείς εκεί τριγύρω. Στέκονται σαν μια απροσδιόριστη προσδοκία που δεν έχει τολμήσει να εκφραστεί ακόμα, χαράσσοντας μια μοναχική πορεία στην ιστορία του χρόνου, που αργά αλλά σταθερά γίνονται βορά του.

Όπως το νεαρό ζευγάρι από την Αρμενία, ο Tigran κι ο Arsen, που η κοινωνική συνθήκη δεν κατάφερε να συνθηκολογήσει μαζί τους κι απελπισμένοι από τη μη ανοχή, παρέδωσαν την κοινωνικά απαγορευμένη επιθυμία του ενός για τον άλλο στον θάνατο. Όπως η απαγορευμένη επιθυμία του Στάθη προς τη Χρυσαυγή, στο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, όπου η νεαρή κοπέλα γίνεται εν αγνοία της πόθος κρυφός κι ανομολόγητος ενός παντρεμένου άνδρα, στην πατριαρχική κοινωνία της Κέρκυρας του 1906. Όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, πριν και μετά, που δίψασαν, λαχτάρησαν να πλησιάσουν την ευτυχία μέσα από μια απαγορευμένη επιθυμία.

«Η επιθυμία δεν είναι ούτε όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα γι’ αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει αν αφαιρέσουμε την πρώτη από το δεύτερο», θ’ αναφέρει ο Lacan. Παραφράζοντας -ίσως κι αυθαίρετα προσθέτοντας σ’ ένα τέτοιο ορισμό της επιθυμίας- η απαγορευμένη επιθυμία είναι κι ένστικτο κι ανάγκη κι όρεξη γι’ αγάπη, μια ενόρμηση ζωής μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της ψυχής και του έξω κόσμου. Μετουσιώνει τα εσωτερικά πάθη επιτρέποντας να ξεπροβάλλουν στην καθημερινή πραγματικότητα, σπάει τις κοινωνικές συμβάσεις και τον καθωσπρεπισμό, μετατρέποντας τον κενό χώρο μεταξύ δύο ατόμων σ’ ένα φυτώριο συναισθημάτων κι εκπραξιών.

Προσκαλεί τα σκοτάδια μας ν’ αναδυθούν κι ίσως μ’ αυτό τον τρόπο να οδηγηθούμε και πάλι στο φως. Πόσο ασύμβατες μοιάζουν οι λέξεις «λογική» κι «επιθυμία» μέσα στην ίδια πρόταση, άλλωστε.

Στις Σκιές του Έρωτα

Αν αυτό που κάνεις, δεν σου δίνει νόημα και δεν φέρνει χαρά, τότε δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί του!

Στη ζωή, συχνά ταρακουνιόμαστε εκ θεμελίων. Και είναι φορές που, πέφτοντας, «γέρνουμε». Μοιάζουμε με μολύβια που παλεύουν να σταθούν όρθια, διαγράφοντας άγαρμπους κύκλους με στήριγμα τη μύτη τους, σαν μεθυσμένα – και πέφτουν. Μοιάζουμε με ακροβάτες που αναζητούν ισορροπία μετά από μια κακιά στιγμή – και δεν τη βρίσκουν.

Και τότε είναι που χρειαζόμαστε όσο ποτέ κάποια παρηγοριά, μια ασφαλή πτώση, κάποιον να μας «πιάσει» στην αγκαλιά του καθώς πέφτουμε. Κι έτσι, επιλέγουμε κάποιον από τους ανθρώπους που συναντούμε στη ζωή ή στη φαντασία μας και επινοούμε, μέσω διαφόρων μηχανισμών, κάποιον ικανό να μας υποδεχτεί στα χέρια του.

Είναι όπως κάποιος που πέφτει από έναν πανύψηλο γκρεμό και, βλέποντας το αμείλικτο έδαφος να πλησιάζει ταχύτατα, φαντάζεται ότι πετά ή βλέπει μιαν ανοιχτή αγκαλιά να τον περιμένει ή νιώθει κάτι μαγικό που έρχεται και τον σηκώνει απαλά.

Στην περίπτωση της δικής μας πτώσης, το μαγικό στοιχείο που επινοούμε είναι ο έρωτας για κάποιον συγκεκριμένο Άλλον, ο οποίος, ακριβώς επειδή τον χρειαζόμαστε τόσο απεγνωσμένα, νιώθουμε ότι μας έχει ληστέψει, ότι έχει αποσπάσει και κατέχει το κέντρο μας.

Γι’ αυτό και από τους έρωτές μας θέλουμε πολλά, πολύ πέρα από το να «διορθώνουμε» την εικόνα της μάνας μας.

Για παράδειγμα:

Να ξεπεράσουμε μια κι έξω τα όρια της ατομικής και μοναδικής μας ύπαρξης, ούτως ώστε να βιώσουμε την απόλυτη ένωση με τον Άλλον, να σβήσουμε την ανομολόγητη και συχνά βασανιστική γεύση μοναξιάς, που λανθάνει αδιόρατα σε κάθε στιγμή της όποιας ψυχικής και σωματικής σχέσης μας με τον κόσμο.

Να αγνοήσουμε τους απόηχους του αρχετυπικού και πανανθρώπινου φόβου που νιώθουμε μπροστά στον θάνατο και την απώλεια, μπροστά στην γκριζάδα της ματαιότητας και το εφιαλτικό παράδοξο της ευθύνης των επιλογών μας σε έναν κόσμο που διαρκώς μας αιφνιδιάζει.

Να «νικήσουμε» μια ανομολόγητα γνωστή και πάντα παράδοξη, γλυκόπικρη νοσταλγία που μας πλημμυρίζει σχεδόν αθόρυβα, όταν σε κάποιες ήσυχες στιγμές συλλογιζόμαστε τους ανθρώπους που πέρασαν, περνούν ή ευελπιστούμε να περάσουν από τη γραμμή των ερώτων μας.

Σε τέτοιες στιγμές, αντιλαμβανόμαστε ότι όλοι αυτοί οι απτοί άνθρωποι δάνεισαν ή πρόκειται να δανείσουν τα πρόσωπά τους στη χωρίς περίγραμμα Σκιά του «Άλλου» μέσα μας.

Σε τέτοιες στιγμές, αναβλύζει θαρρείς η νοσταλγία για κάτι που δεν ζήσαμε ακόμα, αλλά είναι λες και το έχουμε ήδη ζήσει· για κάτι το οποίο αόριστα διαισθανόμαστε ως επερχόμενο και προορισμένο να βιωθεί στο μέλλον, ενώ εμείς, ανεξήγητα, ήδη πενθούμε την απώλειά του από το παρόν μας, προτού καν το ζήσουμε.

Πρόκειται για τη νοσταλγία ενός μέλλοντος που δεν ήρθε ακόμα, αλλά είναι σαν να έγινε κιόλας παρελθόν, σε μια παράξενη αγκύλη του χρόνου μας.

Λες και το «τότε» της γέννησής μας στον πλανήτη γίνεται ένας αόρατος καμβάς, επάνω στον οποίο η αρχή και το τέλος όλων των ερώτων μας ενώνουν τα άκρα τους, σε έναν συνεχή βρόχο λήθης και νοσταλγίας.

ΔΙΩΝ: Αν κανείς είναι εκ φύσεως πραγματικά συνετός, δεν θα δίνει καμία σημασία στον έπαινο των πολλών

ΔΙΩΝ – Πες μου, στο όνομα του Δία, έχεις ακούσει για το έργο ενός χαρισματικού ζωγράφου, ο οποίος παρουσίασε στο πλήθος μια θαυμαστή εικόνα ενός αλόγου, η οποία ήταν ακριβής;

Λένε ότι αυτός διέταξε τον υπηρέτη του να παραφυλάει όσους την έβλεπαν, αν την κατηγορούσαν ή την επαινούσαν, και να θυμάται τι έλεγαν και να του τα μεταφέρει.

Καθένας από εκείνους έλεγε κάτι διαφορετικό για την εικόνα και κατηγορούσε άλλος, πιστεύω, το κεφάλι, άλλος τα ισχία, άλλος τα πόδια, ότι, αν είχαν γίνει αλλιώς, θα ήταν πολύ ωραιότερα.

Μόλις ο ζωγράφος άκουσε τον υπηρέτη, έφτιαξε άλλη εικόνα σύμφωνα με την αντίληψη και την αίσθηση των πολλών και πρόσταξε να τη βάλουν δίπλα στην προηγούμενη.

Η διαφορά, λοιπόν, ήταν μεγάλη γιατί η μία ήταν πάρα πολύ ακριβής, ενώ η άλλη ήταν πάρα πολύ άσχημη και γελοία και έμοιαζε περισσότερο με όλα παρά με άλογο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι, αν κανείς έχει μεγάλη ανάγκη τον έπαινο των πολλών, έτσι θα κάνει το καθετί και θα προθυμοποιηθεί να εμφανίσει τον εαυτό του τέτοιο όπως αξιώνουν οι πολλοί. Και είναι προφανές ότι πολύ γρήγορα θα μοιάζει όχι με εκείνο το πρώτο άλογο, που φτιάχτηκε απλά και σύμφωνα με την τέχνη ενός, αλλά με το θαυμαστό και πολυσύνθετο δημιούργημα, το οποίο δεν αρέσει ούτε σε εκείνους τους ίδιους, τους δημιουργούς του, αλλά έχει συντεθεί από την αίσθηση και τη δημιουργία όλων.

Όπως ακριβώς λέει ο μύθος ότι η Πανδώρα, η οποία δεν είχε πλαστεί από έναν θεό αλλά από όλους μαζί, καθώς καθένας δώριζε και προσέθετε κάτι διαφορετικό, πλάσμα γεννημένο χωρίς καμία σοφία ούτε για καλό, αλλά πολύμορφο και πολυποίκιλο, απέβη κακό για όσους το έλαβαν. Αφού όμως ο όχλος και ο λαός των θεών, όταν δημιουργούσε και εργαζόταν από κοινού, δεν κατέστη ικανός να εργαστεί όμορφα και άμεμπτα, τι θα μπορούσε να πει κανείς για τη ζωή και τον άνθρωπο που πλάθονται και δημιουργούνται από την ανθρώπινη αντίληψη;

Είναι, λοιπόν, φανερό ότι, αν κανείς είναι εκ φύσεως πραγματικά συνετός, δεν θα δίνει καμία σημασία στον λόγο των πολλών ούτε θα υπηρετεί με κάθε τρόπο τον έπαινό τους, ώστε ποτέ δεν θα θεωρήσει τον έπαινο αυτό σπουδαίο, πολύτιμο και, για να το πούμε έτσι, αγαθό.

Και αν δεν τον θεωρεί αγαθό, θα είναι ανίκανος να φθονεί γι’ αυτό όσους τον έχουν.

Για εμάς, λοιπόν, ο αξιόλογος, συνετός και σωφρονισμένος άνθρωπος δεν είναι τέτοιος που κυνηγά πλούτους, επαίνους, ολυμπιακά και πυθικά στεφάνια, επιγραφές σε στήλες και έγγραφες μαρτυρίες λαών και βασιλιάδων, προκειμένου να είναι περίβλεπτος και επιφανής, αλλά πορεύεται στη ζωή ευπρεπής και μετρημένος, όσο είναι δυνατόν, ταπεινός και σωφρονισμένος ο ίδιος από τον εαυτό του και τη σκέψη του, χωρίς να χρειάζεται κανένα στολισμό απέξω και καμία επιπρόσθετη τιμή.

ΔΙΩΝ ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ 

Η μοναχικότητα μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα της ευτυχίας

Η μοναχικότητα μπορεί να ωφελήσει την ψυχική σας υγεία και να ενισχύσει το αίσθημα της ευτυχίας.

Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα κι επιζητούν τη σύναψη σχέσεων και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Ωστόσο, η μοναχικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως ‘απαραίτητο αντίβαρο’ στους γρήγορους και πυρετώδεις ρυθμούς που διέπουν τον κοινωνικό μας κόσμο.

Αρκετοί άνθρωποι βιώνουν τη μοναχικότητα ως μια δυσάρεστη κατάσταση. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι εξωστρεφείς, επιζητούν συχνά την κοινωνικοποίηση και απολαμβάνουν να βρίσκονται με κόσμο, γεγονός που τους κινητοποιεί και καθιστά τη ζωή τους πιο ενδιαφέρουσα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η μοναχικότητα μοιάζει συχνά ανιαρή, ανούσια και κουραστική.

Εγώ, όντας πιο εσωστρεφής, αντιλαμβάνομαι την αξία που μπορεί να προσφέρει η μοναχικότητα. Τη βιώνω ως ένα διάλειμμα από το να βρίσκομαι συνεχώς ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους (τους οποίους αγαπώ, ενίοτε όμως αισθάνομαι ότι ‘ρουφούν’ όλη μου την ενέργεια). Η μοναχικότητα μου δίνει επίσης την ευκαιρία να ασχοληθώ με τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα όπως το διάβασμα, το γράψιμο ή τη σύνθεση μουσικής ή απλά να χαλαρώσω περνώντας χρόνο με το σκύλο μου.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Adolescence, η μοναχικότητα δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Υπάρχει σίγουρα ένα στίγμα γύρω απ’ αυτήν, ωστόσο η μοναχικότητα που κάποιος επιλέγει συνειδητά μπορεί να συμβάλλει στην προσωπική ανάπτυξη και αυτοαποδοχή, οδηγώντας σε δραστηριότητες που προάγουν την εποικοδομητική αυτοκριτική, τη δημιουργική έκφραση ή την ‘πνευματική ανανέωση’.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι τα κίνητρα πίσω από αυτήν είναι εκείνα που καθιστούν τη μοναχικότητα υγιή ή μη υγιή. Σε περίπτωση που περνάτε πολύ χρόνο μόνοι επειδή δεν έχετε φίλους, ή δεν απολαμβάνετε τη συντροφιά των ανθρώπων, ή έχετε κοινωνική φοβία τότε η μοναχικότητα δεν αποτελεί επιλογή και μπορεί να έχει επιζήμιες συνέπειες οδηγώντας σε έντονη μοναξιά και κατάθλιψη.

Αντιθέτως, επωφελούνται περισσότερο από τη μοναχικότητα όσοι την επιζητούν έχοντας θετικούς σκοπούς όπως η εποικοδομητική αυτοκριτική, η επιθυμία για ησυχία και ηρεμία ή η ανάγκη εστίασης στα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, όπως τα δημιουργικά χόμπι.

Από τη μοναχικότητα ωφελούνται τόσο οι εξωστρεφείς όσο και οι εσωστρεφείς. Οι τελευταίοι, ωστόσο, την έχουν περισσότερη ανάγκη.

Το βασικό δίδαγμα που προκύπτει από τα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η μοναχικότητα έχει σε πολλές περιπτώσεις σημαντική αξία. Αν απολαμβάνετε να περνάτε πολύ χρόνο μόνοι, αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι σάς συμβαίνει κάτι κακό.

Ένα άλλο δίδαγμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι αν ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν απολαμβάνουν καθόλου τη μοναχικότητα ίσως αξίζει να προσπαθήσετε να επιδιώξετε να μένετε συχνότερα μόνοι σας.

Κάποιοι άνθρωποι αποφεύγουν με κάθε κόστος να «μένουν μόνοι με τις σκέψεις τους». Σε μελέτη αρκετοί συμμετέχοντες δήλωσαν ότι θα επέλεγαν να υποστούν ένα μικρό ηλεκτροσόκ από το να περάσουν έστω και 5 λεπτά μόνοι τους σ’ ένα δωμάτιο χωρίς κινητό, τηλεόραση ή οποιαδήποτε άλλη συσκευή που θα προκαλούσε οποιουδήποτε άλλου είδους περισπασμού.

Αυτή η ανάγκη μας να περισπάται συνεχώς η προσοχή μας μπορεί να αποδειχθεί μη υγιής.

Ίσως οι άνθρωποι αποφεύγουν να μείνουν μόνοι γιατί φοβούνται τις ίδιες τους τις σκέψεις αλλά και όλα όσα ενδεχομένως θα ανακαλύψουν. Ωστόσο, θα ήταν ωφέλιμο κυρίως για την ψυχική μας υγεία να επιδιώκουμε να ασχολούμαστε με τις σκέψεις μας χωρίς να νιώθουμε την ανάγκη να ξεφύγουμε από αυτές ή την ανάγκη να περισπάται η προσοχή μας.

Η μοναχικότητα δεν είναι απαραίτητο να είναι βαρετή ούτε δυσάρεστη.

Υπάρχουν πολλές καθημερινές δραστηριότητες που μπορείτε να υιοθετήσετε οι οποίες θα θα προκαλέσουν το στοχασμό σας, όπως το να κάνετε μια βόλτα στη φύση, να δείτε ένα ηλιοβασίλεμα, να κάνετε μία βόλτα με το αυτοκίνητο, να κάνετε δουλειές στο σπίτι ή απλά να χαλαρώσετε ακούγοντας μουσική.

Για να βιώσετε τα οφέλη της μοναχικότητας δε χρειάζεται να ταξιδέψετε μέχρι το μακρινό Θιβέτ και να διαλογιστείτε για 30 ημέρες μέσα σε μια σπηλιά. Υπάρχουν πολλές ευκαιρίες που δημιουργούνται γύρω μας αρκεί να αφιερώσουμε λίγο χρόνο.

Καταλήγοντας, η μοναχικότητα μπορεί να είναι υγιής και ωφέλιμη. Είναι σημαντικό να νιώθουμε άνετα με το να μένουμε μόνοι μας κάποιες φορές, καθώς η μοναχικότητα αποτελεί δρόμο για αυτοανακάλυψη και προσωπική εξέλιξη.

Εσείς πόσο άνετα νιώθετε όταν μένετε μόνοι σας;

Τα πρωτόνια ξανατρέχουν στο CERN

Καταστρώνοντας φιλόδοξα σχέδια και αισιοδοξώντας για το μέλλον, οι επιστήμονες έθεσαν τον Απρίλιο εκ νέου σε λειτουργία τον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πυρηνικών Ερευνών, του πασίγνωστου CERN, στα περίχωρα της Γενεύης.

Την τελευταία τριετία ο επιταχυντής ήταν ανενεργός, προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές και αναβαθμίσεις. Τώρα, τα πρωτόνια ξανάρχισαν τον τρελό αγώνα δρόμου στην υπόγεια σήραγγα. Στις αρχές του επόμενου μήνα αναμένεται να γίνουν και οι συγκρούσεις των σωματιδίων, ώστε να παραχθούν σπινθήρες αρχέγονης ενέργειας. Οι ελπίδες των φυσικών αναπτερώθηκαν μετά την ολοκλήρωση των επισκευών και είναι πλέον έτοιμοι να ξεκινήσουν και πάλι το θαυμαστό κυνήγι στο δάσος των μυστικών του σύμπαντος.

Μυστικό

Πριν αναβαθμιστεί, ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων «έδειχνε» ότι η φύση πιθανώς να κρύβει κάποιο εντυπωσιακό μυστικό. Ο Μιτές Πατέλ, ειδικός στη σωματιδιακή φυσική, ερευνητής του Kολεγίου Imperial του Λονδίνου, πραγματοποιεί ένα πείραμα στο CERN. Η αισιοδοξία του έχει φτάσει στο μέγιστο δυνατό σημείο, διότι τα αποτελέσματα των προηγούμενων σταδίων της εργασίας του ήταν τα πλέον συναρπαστικά σε όλο τον επαγγελματικό του βίο. Πριν από μια δεκαετία, το CERN και οι επιστήμονες που εργάζονται εκεί βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημοσιότητας, χάρη στην ανακάλυψη του μποζόνιου Χιγκς, το οποίο προσδίδει μάζα σε όλα τα υπόλοιπα σωματίδια στο σύμπαν. Ομως, τι άλλο μένει να ανακαλυφθεί; «Τα πάντα», απαντούν αποστομωτικά οι φυσικοί.

Όταν το 2010 τέθηκε σε λειτουργία ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων, οι επιστήμονες ετοιμάστηκαν να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά του σύμπαντος. Η συσκευή, η μεγαλύτερη και ισχυρότερη που κατασκευάστηκε ποτέ, ήταν σχεδιασμένη για τον εντοπισμό του «σωματιδίου του Θεού», του μποζονίου Χιγκς. Αυτό, άλλωστε, θεωρείται ο ακρογωνιαίος λίθος του καθιερωμένου προτύπου, της σημαντικότερης θεωρίας που επινόησε ο ανθρώπινος νους για να περιγράψει τη λειτουργία του σύμπαντος στη μικρότερη δυνατή κλίμακα. Αυτό, επίσης, εξηγεί όλα όσα έχουν καταφέρει να μετρήσουν οι επιστήμονες στον κόσμο των υποατομικών σωματιδίων.

Όμως, σε αρκετά κομβικά ερωτήματα το καθιερωμένο πρότυπο αδυνατεί να απαντήσει. Από πού δημιουργήθηκε το σύμπαν; Τι είναι η σκοτεινή ύλη από την οποία κατακλύζεται; Πώς αποκτάει μάζα το μποζόνιο Χιγκς; Οι ειδικοί ήλπιζαν ότι με την έναρξη λειτουργίας του, το 2010, ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων θα έδινε όλες τις απαντήσεις. Αυτό, όμως, δεν συνέβη. Κατάφεραν να «δουν» το μποζόνιο Χιγκς, αλλά κανένα άλλο σωματίδιο που θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ερμηνεία για τη φύση της σκοτεινής ύλης.

Οι επιστήμονες είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν το θαυμαστό κυνήγι στο δάσος των μυστικών του σύμπαντος.

Σύμφωνα με το υπάρχον χρονοδιάγραμμα, ο επιταχυντής θα λειτουργήσει έως το 2025 και στη συνέχεια θα τεθεί εκ νέου εκτός λειτουργίας, για άλλη μία διετία, ώστε να αναβαθμιστεί περαιτέρω. Ανάμεσα στις πρόσφατες αλλαγές ήταν η επιδιόρθωση των πελώριων ανιχνευτών που βρίσκονται στα τέσσερα σημεία διασταύρωσης, όπου συγκρούονται οι δέσμες πρωτονίων. Εργο τους είναι η ανάλυση των «υπολειμμάτων» που εντοπίζονται έπειτα από αυτές τις συγκρούσεις. Τον Ιούλιο, οι αναβαθμισμένοι ανιχνευτές θα πρέπει να αποδείξουν την αξία τους. Οι δεσμίδες πρωτονίων έχουν περιοριστεί σε εύρος αλλά έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ. Αυτό αυξάνει σημαντικά το ενδεχόμενο συγκρούσεων στα τέσσερα σημεία διασταύρωσης. Οι νέες συνθήκες αναμένεται να προκαλέσουν σύγχυση τόσο στους ανιχνευτές όσο και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που θα πρέπει να διαχωρίσουν σωματίδια από πολλαπλές ομάδες.

Συγκρούσεις

«Θα λαμβάνουμε δεδομένα με πολύ ταχύτερο ρυθμό απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα», εξηγεί ο Μιτές Πατέλ. «Από εκεί που είχαμε δύο συγκρούσεις σε καθένα από τα σημεία διασταύρωσης, τώρα θα έχουμε πέντε. Αυτό μας δυσκολεύει διότι πρέπει να εντοπίσουμε αυτό που αναζητάμε σε πολύ περισσότερες αλληλεπιδράσεις. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνονται οι πιθανότητες να το βρούμε».

Ήδη, ορισμένα πειράματα έχουν υποδείξει την ύπαρξη «κενών» στο καθιερωμένο πρότυπο, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερη και ουσιαστικότερη θεώρηση του σύμπαντος, στη «μεγάλη ενοποιημένη θεωρία». Τα πειράματα αυτά αφορούν τις συμπεριφορές κάποιων υποατομικών σωματιδίων, με παράξενα ονόματα για τους μη εξοικειωμένους με τη σωματιδιακή φυσική. Ενα από αυτά είναι το μιόνιο. Τα μιόνια είναι γνωστά και ως «βαριά ηλεκτρόνια», διότι, παρότι έχουν το ίδιο αρνητικό φορτίο με αυτά, έχουν κατά 207 φορές μεγαλύτερη μάζα. Κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει ποια επακριβώς είναι η θέση τους στη «μεγάλη τάξη των πραγμάτων». Δημιουργήθηκαν από συγκρούσεις κοσμικών ακτίνων και σε παρόμοια συμβάντα στις σήραγγες των επιταχυντών. Η ραδιενεργός διάσπασή τους ολοκληρώνεται σε microseconds, δημιουργώντας ηλεκτρόνια και νετρίνο, την πιο παράξενη οντότητα που υπάρχει στη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων.

Περιδίνηση

Πέρυσι, 200 φυσικοί από το Εθνικό Εργαστήριο του Επιταχυντή Fermi (FermiLab) κατέγραψαν ότι η περιδίνηση μιονίων σε ένα μαγνητικό πεδίο είχε πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτήν που προβλέπεται από το καθιερωμένο πρότυπο. Οι επιστήμονες αποδίδουν αυτή την αξιοσημείωτη απόκλιση στον κβαντικό ψίθυρο άγνωστων, προς το παρόν, σωματιδίων, τα οποία γεννιούνται γύρω από τα μιόνια, επηρεάζοντας τις ιδιότητές τους. Εάν επαληθευτεί η ύπαρξη αυτών των σωματιδίων, το καθιερωμένο πρότυπο θα καταρρεύσει. Ο Μιτές Πατέλ και οι συνεργάτες του ευελπιστούν ότι με τα στοιχεία που θα συγκεντρώσουν από τα πειράματά τους στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων θα φέρουν επανάσταση στην επιστήμη της Φυσικής. Αν έχουν δίκιο, θα το μάθουμε σύντομα.

Νόμιζαν ότι ήταν ελεύθεροι

Έχουν περάσει περισσότερα από εβδομήντα πέντε χρόνια από τότε που ηττήθηκαν οι Ναζί και απελευθερώθηκε το Άουσβιτς.

Εβδομήντα πέντε χρόνια είναι πολύς χρόνος— τόσο μεγάλο, στην πραγματικότητα, που ενώ πολλοί εξακολουθούν να μαθαίνουν για την φρίκη του Ολοκαυτώματος, πολύ λιγότεροι κατανοούν πώς συνέβη η δολοφονία των Γερμανών, Τσιγγάνων, Εβραίων.

Πώς εξοντώθηκαν συστηματικά εκατομμύρια άνθρωποι σε ένα προηγμένο δυτικό έθνος—μια συνταγματική δημοκρατία;

Πώς τόσο αξιοσέβαστοι και ευφυείς πολίτες έγιναν συνένοχοι στη δολοφονία των συμπατριωτών τους; Αυτά είναι τα ερωτήματα που προσπάθησε να απαντήσει ο Milton Mayer στο βιβλίο του They Thought They Were Free (Νόμιζαν ότι ήταν ελεύθεροι)…

Το 1952, ο Mayer μετακόμισε με την οικογένειά του σε μια μικρή Γερμανική πόλη για να ζήσει ανάμεσα σε δέκα απλούς ανθρώπους, ελπίζοντας να κατανοήσει όχι μόνο πώς οι Ναζί ήρθαν στην εξουσία αλλά και πώς οι απλοί Γερμανοί -συνήθεις άνθρωποι- έγιναν άθελά τους συμμέτοχοι σε μια από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες της ιστορίας. Οι άνδρες ανάμεσα στους οποίους έζησε ο Mayer προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα: ένας ράφτης, ένας επιπλοποιός, ένας εισπράκτορας λογαριασμών, ένας πωλητής, ένας φοιτητής, ένας δάσκαλος, ένας τραπεζικός υπάλληλος, ένας φούρναρης, ένας στρατιώτης και ένας αστυνομικός.

Είναι σημαντικό ότι ο Mayer δεν έκανε απλώς επίσημες συνεντεύξεις για να «μελετήσει» αυτούς τους άνδρες. Αντίθετα, ο Mayer δείπνησε σε αυτά τα σπίτια των ανδρών, έγινε φίλος με τις οικογένειές τους και έζησε ως ένας από αυτούς για σχεδόν έναν χρόνο. Τα δικά του παιδιά πήγαιναν στο ίδιο σχολείο με τα παιδιά τους. Και στο τέλος του χρόνου στην Γερμανία, ο Mayer θα μπορούσε να τους αποκαλεί πραγματικά φίλους. Το βιβλίο “Νόμιζαν ότι ήταν ελεύθεροι” είναι η αφήγηση του Mayer για τις ιστορίες τους και ο τίτλος του βιβλίου είναι η επεξήγηση του.

«Μόνο ένας από τους δέκα φίλους μου Ναζί είδε τον ναζισμό όπως εμείς—εσείς και εγώ. Αυτός ήταν ο Χίλντεμπραντ, ο δάσκαλος. Και ακόμη και αυτός τότε πίστευε και εξακολουθεί να πιστεύει, σε ένα μέρος του προγράμματος και της πρακτικής του, «το δημοκρατικό κομμάτι». Οι άλλοι εννέα, αξιοπρεπείς, εργατικοί, συνήθως έξυπνοι και έντιμοι άνδρες, δεν γνώριζαν πριν από το 1933 ότι ο ναζισμός ήταν κακός. Δεν ήξεραν μεταξύ 1933 και 1945 ότι ήταν κακός. Και δεν το ξέρουν ούτε τώρα. Κανείς από αυτούς δεν γνώρισε ποτέ, ούτε γνωρίζει τώρα, τον ναζισμό όπως τον ξέρουμε και έζησαν κάτω από αυτό, το υπηρέτησαν, το στήριξαν».

Μέχρι να διαβάσω αυτό το βιβλίο, σκεφτόμουν τι συνέβη στην Γερμανία με λίγη αλαζονεία.

Πώς μπορούσαν να μην ήξεραν ότι ο ναζισμός ήταν κακός;

Και πώς μπορούσαν να βλέπουν τι συνέβαινε και να μην μιλάνε; Δειλοί. Όλοι τους.

Αλλά καθώς διάβαζα το βιβλίο του Mayer, ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι μου, έναν αυξανόμενο φόβο ότι αυτό που συνέβη στην Γερμανία δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου ελαττώματος του Γερμανικού λαού εκείνης της εποχής.

Οι άνδρες και οι γυναίκες της Γερμανίας στις δεκαετίες του 1930 και του 1940 δεν έμοιαζαν με τους Αμερικανούς των δεκαετιών του 2010 και του 20-ή με τους ανθρώπους οποιουδήποτε έθνους ανά πάσα στιγμή σε όλη την ιστορία;

Ήταν άνθρωποι, όπως ακριβώς είμαστε κι εμείς. Και ως άνθρωποι, έχουμε μια μεγάλη τάση να κρίνουμε αυστηρά τα κακώς κείμενα άλλων κοινωνιών, αλλά να μην αναγνωρίζουμε τις δικές μας ηθικές αποτυχίες – αποτυχίες που φάνηκαν πλήρως τα τελευταία δύο χρόνια κατά την διάρκεια του πανικού του Covid.

Τρομακτικά Προφητικό

Το βιβλίο του Mayer είναι τρομακτικά προφητικό, διαβάζοντας τα λόγια του είναι σαν να κοιτάμε μέσα στην ίδια μας την ψυχή. Οι ακόλουθες παράγραφοι θα δείξουν πόσο παρόμοια ήταν η απάντηση του κόσμου στον Covid με την Γερμανική απάντηση στην «απειλή» των Εβραίων. Εάν μπορούμε πραγματικά να κατανοήσουμε τους παραλληλισμούς μεταξύ της ανταπόκρισής μας στον Covid και της κατάστασης στην Γερμανία του Χίτλερ, εάν μπορούμε να δούμε τι βρίσκεται στο τέλος της φράσης «μένουμε σπίτι για δύο εβδομάδες», ίσως μπορέσουμε να αποτρέψουμε τις μεγαλύτερες φρικαλεότητες από το να πραγματοποιηθούν πλήρως στις μέρες μας.

Αλλά για να σταματήσουμε την κλίση μας προς την τυραννία, πρέπει πρώτα να είμαστε πρόθυμοι να αναμετρηθούμε με τα πιο σκοτεινά κομμάτια της φύσης μας, συμπεριλαμβανομένης της τάσης μας να αποκαθηλώνουμε τους άλλους και να αντιμετωπίζουμε τους γείτονές μας ως εχθρούς.

Άλλοι έχουν εξηγήσει την σχέση μεταξύ ολοκληρωτικών παρορμήσεων και “θεσμοθετημένης απανθρωποποίησης” και έχουν συζητήσει την “αλλοτρίωση” των ανεμβολίαστων ατόμων σε έθνη σε όλο τον κόσμο. Ο Mayer δείχνει ότι μια τέτοια απανθρωποποίηση δεν ξεκινά απαραίτητα από την προκατάληψη:

“Ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν αντισημιτισμός. Εκτός από τον αντισημιτισμό, ο χαρακτήρας του ήταν αυτός των χιλίων τυραννιών πριν από αυτόν, με σύγχρονες ανέσεις. Ο παραδοσιακός αντισημιτισμός. . . έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να μαλακώσει τους Γερμανούς στο σύνολό τους στο ναζιστικό δόγμα, αλλά ήταν ο διαχωρισμός, όχι η προκατάληψη αυτή καθαυτή, που κατέστησε δυνατό τον ναζισμό. Ο απλός διαχωρισμός Εβραίων και μη Εβραίων.

Ακόμα κι αν πολλοί Γερμανοί δεν είχαν αντισημιτικές προκαταλήψεις (τουλάχιστον όχι αρχικά), ο αναγκαστικός διαχωρισμός Εβραίων και μη Εβραίων δημιούργησε ένα καταστροφικό ρήγμα στην Γερμανική κοινωνία, διαλύοντας τον κοινωνικό ιστό και ανοίγοντας τον δρόμο για την τυραννία.

Στην εποχή μας, ο διαχωρισμός του μασκοφόρου και του ακάλυπτου, του εμβολιασμένου και του μη εμβολιασμένου, έχει διχάσει τους πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο όσο τίποτα άλλο δεν έχουμε ζήσει στην ζωή μας. Και η παγκόσμια κλίμακα αυτού του διαχωρισμού δεν έχει ίσως υπάρξει ποτέ στην καταγεγραμμένη ιστορία.

Πώς έγινε εφικτός αυτός ο χωρισμός;

Η τεράστια δύναμη της προπαγάνδας και ιδιαίτερα της προπαγάνδας στην ψηφιακή εποχή. Νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε πώς μας επηρεάζει η προπαγάνδα, αλλά συχνά δεν συνειδητοποιούμε τις πραγματικά ύπουλες επιπτώσεις στο πώς βλέπουμε τους άλλους μέχρι να είναι πλέον πολύ αργά. Οι φίλοι του Mayer το εξήγησαν αυτό σε μεγάλο βάθος. Σε μια περίπτωση, ο Mayer ρώτησε τον πρώην τραπεζικό υπάλληλο για έναν από τους Εβραίους φίλους του. «Η ανάμνηση του μικροπωλητή σε έκανε αντισημίτη;» «Όχι—όχι μέχρι που άκουσα αντισημιτική προπαγάνδα. Οι Εβραίοι υποτίθεται ότι έκαναν τρομερά πράγματα που ποτέ δεν είχε κάνει ο μικροπωλητής. . . Η προπαγάνδα δεν με έκανε να τον σκέφτομαι όπως τον ήξερα, αλλά ως Εβραίο”.

Υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε για να μετριάσουμε τις απάνθρωπες συνέπειες της προπαγάνδας; Ο Mayer περιγράφει την δύναμη της ναζιστικής προπαγάνδας ως τόσο έντονη που όλοι οι φίλοι του επηρεάστηκαν από αυτήν— άλλαξαν από αυτήν – συμπεριλαμβανομένου και του δασκάλου παρόλο που ήταν πιο ευαισθητοποιημένος σε τέτοιες τακτικές.

Σχεδόν επτά χρόνια μετά τον πόλεμο, οι φίλοι του εξακολουθούσαν να μην μπορούν να πειστούν ότι είχαν εξαπατηθεί.

«Κανείς δεν απέδειξε στους φίλους μου ότι οι Ναζί έκαναν λάθος με τους Εβραίους. Κανείς δεν μπορεί. Η αλήθεια ή το ψέμα αυτών που έλεγαν οι Ναζί, και αυτού που πίστευαν οι εξτρεμιστές φίλοι μου, ήταν ασήμαντο, θαυμάσια. Δεν υπήρχε κανένας τρόπος, τουλάχιστον, που να χρησιμοποιήσει τις διαδικασίες της λογικής και των αποδείξεων».

Το συμπέρασμα του Mayer είναι απογοητευτικό. Αν δεν μπορούμε να πείσουμε τους άλλους με λογική και στοιχεία, πώς μπορούμε να τους πείσουμε;

Πόσοι από εμάς έχουμε μοιραστεί αδιαμφισβήτητα δεδομένα ότι τα εμβόλια εγκυμονούν κινδύνους;

Πόσοι από εμάς έχουμε δείξει βίντεο όπου οι υπεύθυνοι δημόσιας υγείας παραδέχονται ανοιχτά ότι τα εμβόλια δεν σταματούν την μετάδοση και ότι οι υφασμάτινες μάσκες δεν λειτουργούν (και στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι περισσότερο από «διακοσμητικές»); Ωστόσο, τα στοιχεία δεν πείθουν αυτούς που έχουν αιχμαλωτιστεί από την προπαγάνδα. πράγματι, δεν μπορεί να τους πείσει. Αυτό συμβαίνει επειδή η ίδια η φύση της προπαγάνδας δεν απευθύνεται στην λογική. δεν προσφεύγει σε αποδεικτικά στοιχεία. Η προπαγάνδα απευθύνεται στα συναισθήματά μας και σε έναν κόσμο όπου πολλοί άνθρωποι οδηγούνται από συναισθήματα, η προπαγάνδα ριζώνει βαθιά στις καρδιές εκείνων που την καταναλώνουν.

Τι να κάνουμε λοιπόν;

Ο Mayer μεταδίδει μια απογοητευτική πραγματικότητα. Αλλά η κατανόηση του πώς λειτούργησε η προπαγάνδα στην ναζιστική Γερμανία και πώς λειτουργεί σήμερα ουσιαστικά εάν θέλουμε να έχουμε την δυνατότητα να πείσουμε αυτούς που έχουν διαμορφωθεί από αυτήν. Επιπλέον, η κατανόηση του γιατί πολλοί άνθρωποι τείνουν να καθοδηγούνται από τα συναισθήματα και να αναθέτουν ή να αναστέλλουν την κριτική τους σκέψη είναι ίσως ακόμη πιο απαραίτητη για την αποτροπή μεγαλύτερων τραγωδιών.

Δεν μπορούμε να περιμένουμε από τους άλλους να ξεφύγουν από την τυραννία της προπαγάνδας εάν δεν έχουν χρόνο να σκεφτούν ή αν έχουν κίνητρο να μην σκεφτούν καθόλου.

Οι Δικές μας Ζωές

Ακόμη και χωρίς την απανθρωποποίηση εκείνων που αποτελούσαν «απειλή» για την κοινότητα, οι περισσότεροι Γερμανοί ήταν πολύ επικεντρωμένοι στην ζωή τους για να εξετάσουν τα δεινά των γειτόνων τους.

«Οι άνθρωποι σκέφτονται πρώτα την ζωή που κάνουν και τα πράγματα που βλέπουν κι όχι αυτά που υπάρχουν ανάμεσα. Οι ζωές των εννέα φίλων μου —και ακόμη και του δέκατου, του δασκάλου— φωτίστηκαν από τον εθνικοσοσιαλισμό όπως τον ήξεραν. Και το βλέπουν τώρα –εννέα από αυτούς, σίγουρα– ως την καλύτερη περίοδο της ζωής τους. γιατί τι είναι οι ζωές των ανδρών; Υπήρχαν δουλειές και ασφάλεια εργασίας, καλοκαιρινές κατασκηνώσεις για τα παιδιά και τον Χίτλερ Τζούγκεντ για να τα κρατήσουν μακριά από τους δρόμους.

Τι θέλει να μάθει μια μητέρα; Θέλει να μάθει πού είναι τα παιδιά της, με ποιους είναι και τι κάνουν. Εκείνες τις μέρες ήξερε ή νόμιζε ότι το ήξερε, τι διαφορά έχει; Έτσι τα πράγματα πήγαν καλύτερα στο σπίτι και όταν τα πράγματα πάνε καλύτερα στο σπίτι και στην δουλειά, τι άλλο θέλει να μάθει ένας σύζυγος κι ένας πατέρας;»

Η καλύτερη στιγμή της ζωής τους. Από εδώ που βρισκόμαστε στο 2022, αυτό φαίνεται σαν μια απίστευτη δήλωση. Πώς θα μπορούσαν να μην δουν μια κοινωνία που εξοστρακίζει και τελικά δολοφονεί τους συμπολίτες τους ως μια καλή κοινωνία;

Πώς μπόρεσαν να κάνουν τα στραβά μάτια όταν οι Εβραίοι και άλλοι υπέφεραν;

Είναι εύκολο να κάνουμε αυτές τις ερωτήσεις, αλλά στον σύγχρονο κόσμο μας, δεν μας απασχολούν και εμάς στενά οι ανέσεις της δικής μας ζωής και των αγαπημένων μας; Σίγουρα ναι. Αν οι ζωές των άλλων τίθενται σε κίνδυνο, ώστε οι οικογένειές μας να συνεχίσουν να “μένουν στο σπίτι και να σώζουν ζωές” – ώστε να νιώθουμε ασφαλείς από έναν θανατηφόρο ιό και “δίκαιοι” εξαιτίας των αποφάσεών μας – δεν θα επιλέγαμε να το κάνουμε; Πολλοί από εμάς το έκαναν.

Τα lockdown κατέστρεψαν τις ζωές εκατομμυρίων φτωχών παιδιών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αλλά η κατηγορία φορητών υπολογιστών παρέμεινε απομονωμένη από αυτή την ταλαιπωρία, ικανοποιημένη με τα παράδοση κατ’ οίκον από τα παντοπωλεία, τις κλήσεις ζουμ και τα νέα επεισόδια του Tiger King. Και ενώ πολλοί σε όλο τον κόσμο λιμοκτονούσαν ή πάλευαν για περιορισμένες προμήθειες φαγητού και νερού, εμείς παλεύαμε για τα νεότερα iPhone, πιστεύοντας ότι αυτές οι συσκευές ήταν απαραίτητες για να «διώξουμε την πανδημία» από τα πολυώροφα κάστρα και τα προαστιακά φρούριά μας. Πράγματι, για πολλούς από εμάς, η μεγαλύτερη ανησυχία μας ήταν αν θα μπορούσαμε να παραλάβουμε γρήγορα μια νέα τηλεόραση 42 ιντσών εάν η προηγούμενη σταματούσε να λειτουργεί.


Αφίσα επάνω: Αφίσες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναδημιουργήθηκαν από την κινηματογραφίστρια και συγγραφέα Κλάρα Αράνοβιτς, η οποία άλλαξε τις αφίσες της Αμερικανικής προπαγάνδας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να συμπεριλάβουν εκκλήσεις στους ανθρώπους να φορούν μάσκες κατά της πανδημίας Covid-19. (Επιτροπή Εθνικής Πολεμικής Επιτροπής των Ηνωμένων Πολιτειών, 1918· Ζ. Π. Νικολάκη, Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, 1918· Κλάρα Αράνοβιτς)

Δεν γνωρίζαμε τίποτα για τα βάσανα των άλλων και μετά βίας σκεφτήκαμε ότι η πραγματικότητά τους θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Έτσι και στην Γερμανία:

«Υπήρχαν υπέροχα ταξίδια των δέκα δολαρίων για την οικογένεια στο πρόγραμμα «Δύναμη μέσω της Χαράς», στην Νορβηγία το καλοκαίρι και στην Ισπανία το χειμώνα, άτομα που δεν είχαν ονειρευτεί ποτέ ένα πραγματικό ταξίδι στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό. Και στο Kronenberg «κανείς» (κανείς από τους φίλους μου δεν γνώριζε) δεν κρύωνε, κανείς δεν πεινούσε, κανείς δεν αρρώσταινε και δεν έμενε χωρίς φροντίδα. Για ποιον γνωρίζουν οι άνθρωποι; Γνωρίζουν ανθρώπους της γειτονιάς τους, της θέσης και του επαγγέλματός τους, των πολιτικών (ή μη πολιτικών) τους απόψεων, της θρησκείας και της φυλής τους; Όλες οι ευλογίες της Νέας Τάξης, που διαφημίστηκαν παντού και έφτασαν σε “όλους”.

Ξεχνάμε γρήγορα αυτούς που είναι απομακρυσμένοι από εμάς.

Και σε έναν απρόσωπο κόσμο «κοινωνικής αποστασιοποίησης», είναι πολύ πιο εύκολο να ξεχάσουμε τα μυριάδες ανθρώπινα όντα που υποφέρουν πέρα ​​από αυτό που μπορούμε να αντέξουμε.

Τα παιδιά που δεν γνώρισαν ποτέ τα πρόσωπα των δασκάλων τους; Δεν μας απασχολεί.

Οι ηλικιωμένοι και οι ανάπηροι που έχουν αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο, στερούνται κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ανθρώπινης επαφής; Είναι για την υγεία και την ασφάλειά τους.

Και τα παιδιά και οι ενήλικες με αναπηρίες και ειδικές ανάγκες, αυτοί που δεν μπορούν να μιλήσουν και δεν μπορούν να ακούσουν; Πρέπει όλοι να κάνουμε θυσίες για να επιβραδύνουμε την εξάπλωση.

Οι δικοί μας φόβοι

Προσθέστε στην ζωή μας τους δικούς μας φόβους (πραγματικούς ή φανταστικούς) και θα έχουμε ακόμη λιγότερα κίνητρα να αναλογιστούμε τις δυσκολίες των άλλων:

«Ο κόσμος τους ήταν ο κόσμος του εθνικοσοσιαλισμού. μέσα σε αυτό, μέσα στην ναζιστική κοινότητα, γνώριζαν μόνο την καλή συντροφιά και τις συνηθισμένες ανησυχίες της συνηθισμένης ζωής. Φοβόντουσαν τους «μπολσεβίκους» αλλά όχι ο ένας τον άλλον και ο φόβος τους ήταν ο αποδεκτός φόβος ολόκληρης της κατά τα άλλα ευτυχισμένης ναζιστικής κοινότητας που ήταν η Γερμανία».

Ο «αποδεκτός φόβος» της κοινότητας.

Οι δέκα άνδρες ανάμεσα στους οποίους ζούσε ο Μάγιερ περιέγραψαν τους κοινωνικά αποδεκτούς φόβους που τους επέτρεπαν να εκφράσουν – και τους φόβους με βάση τους οποίους πρέπει να διατάσσουν την ζωή τους. Αλλά για να εκφράσουνε φόβο ή ανησυχία για τον αυξανόμενο ολοκληρωτισμό του ναζιστικού καθεστώτος; Τέτοιες ανησυχίες ήταν απαγορευμένες. Και έτσι είναι σήμερα.

Μας υπαγορεύεται (μας ενθαρρύνουν!) να φοβόμαστε τον κορωνοϊό. Να φοβόμαστε για την κατάρρευση του συστήματος υγείας. Να φοβόμαστε τους «ανεμβολίαστους» ακόμη και τους ανθρώπους χωρίς μάσκα. Αλλά να τολμήσουμε να εκφράσουμε φόβο για τον αυξανόμενο ολοκληρωτισμό μεταξύ μας;

Να τολμήσουμε να αμφισβητήσουμε την «επιστημονική κοινότητα» ή να αμφισβητήσουμε τα διατάγματα των υπαλλήλων δημόσιας υγείας; Δεν τολμάμε, για να μη μας βάλουν στο ίδιο τσουβάλι με τους αντιεμβολιαστές που “αρνούνται την επιστήμη”. Δεν τολμάμε, για να μην χαρακτηριστούν οι αναρτήσεις μας ως παραπληροφόρηση ή για να μην ανασταλούν οριστικά οι λογαριασμοί μας.

Τα δικά μας προβλήματα

«Αυτό ήταν, νομίζω – είχαν τα δικά τους προβλήματα – που στο τέλος εξήγησε την αποτυχία των φίλων μου να «κάνουν κάτι» ή ακόμα και να μάθουν κάτι. Ένας άντρας μπορεί να φέρει από μόνος του τόσες πολλές ευθύνες. Αν προσπαθήσεις να του φορτώσεις περισσότερα, καταρρέει. Έτσι, για να σωθεί από την κατάρρευση, απορρίπτει την ευθύνη που υπερβαίνει τις δυνατότητές του. . . Οι υπεύθυνοι άντρες δεν αποφεύγουν ποτέ την ευθύνη και έτσι, όταν πρέπει να την απορρίψουν, την αρνούνται. Τραβούν την αυλαία. Απομακρύνονται εντελώς από την σκέψη του κακού που οφείλουν, αλλά δεν μπορούν, να αντιμετωπίσουν».

Όλοι έχουμε την δική μας ζωή – τις καθημερινές ανησυχίες των οικογενειών μας και των φίλων μας. έχουμε επίσης τους δικούς μας φόβους—φόβους φανταστικών απειλών ή πραγματικών κινδύνων. Προσθέστε στην ζωή και το βάρος των δικών μας ευθυνών και μπορούμε γίνουμε ανίσχυροι να σκεφτούμε τα προβλήματα των γύρω μας.

Αυτό ίσχυε όχι μόνο για τους Γερμανούς εκείνης της εποχής αλλά και για τους Αμερικανούς. Ο Μάγιερ περιγράφει μια αλληλοεπίδραση με τον φίλο του Σάιμον, τον εισπράκτορα λογαριασμών, σχετικά με τον Αμερικανικό εγκλεισμό των Ιαπώνων. Ο Σάιμον εξιστόρησε την αναγκαστική μετεγκατάσταση περισσότερων από 100.000 Αμερικανών – συμπεριλαμβανομένων και παιδιών – λόγω της ιαπωνικής καταγωγής τους (που υποτίθεται ήταν απειλή για την ασφάλεια του έθνους).

Ο Σάιμον ρώτησε τι είχε κάνει ο Μάγιερ για να υπερασπιστεί τους συμπολίτες του που απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους χωρίς καμία μορφή δίκαιης διαδικασίας. «Τίποτα», απάντησε ο Μάγιερ. Η απάντηση του Simon είναι αποκαρδιωτική:

“Ορίστε. Μάθατε για όλα αυτά τα πράγματα ανοιχτά, μέσω της κυβέρνησής σας και του τύπου. Εμείς δεν τα μάθαμε μέσω της δικής μας. Όπως και στην δική σας περίπτωση, δεν απαιτήθηκε τίποτα από εμάς , ούτε καν γνώση. Εσείς γνωρίζατε για πράγματα που θεωρούσατε ότι ήταν λάθος – τα θεωρούσατε όντως λάθος, έτσι δεν είναι, κύριε καθηγητά;” “Ναι.” “Λοιπόν, δεν κάνατε τίποτα. Ακούσαμε ή μαντέψαμε και δεν κάναμε τίποτα. Έτσι είναι παντού». Όταν διαμαρτυρήθηκα ότι οι Αμερικανοί με καταγωγή από την Ιαπωνία δεν είχαν αντιμετωπιστεί όπως οι Εβραίοι, είπε, «Και αν είχαν – τι θα άλλαζε τότε; Δεν βλέπετε ότι η ιδέα του να κάνεις κάτι ή να μην κάνεις τίποτα, είναι σε κάθε περίπτωση η ίδια;

Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα αντιδρούσαμε διαφορετικά. Όλοι έχουμε τις καλύτερες προθέσεις και πιστεύουμε ότι θα είχαμε το θάρρος να υπερασπιστούμε τους άλλους. Θα είμασταν οι ήρωες όταν όλοι οι άλλοι φοβούνται πολύ να δράσουν. Αλλά όταν έρθει η ώρα, τι θα κάνουμε στην πραγματικότητα;

Αξίζει να αναφερθεί εκτενώς η αλληλεπίδραση του Mayer με τον φίλο του δάσκαλο:

«Ποτέ δεν ξεπέρασα να θαυμάζω το γεγονός ότι επέζησα», είπε ο Χερ Χίλντεμπραντ. «Δεν μπορούσα να μην χαίρομαι, όταν κάτι συνέβαινε σε κάποιον άλλο, που δεν μου είχε συμβεί εμένα. Ήταν σαν μια βόμβα να έπληττε μια άλλη πόλη ή ένα άλλο σπίτι εκτός από το δικό σας. Σίγουρα θα ήσουν ευγνώμων». «Πιο πολύ θα ήσουν ευγνώμων για τον εαυτό σου παρά λυπημένος για τους άλλους;» ‘Ναι. Η αλήθεια είναι, Ναι. Μπορεί να είναι διαφορετικά στην περίπτωσή σας, κύριε καθηγητά, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θα μάθετε μέχρι να το αντιμετωπίσετε…

Λυπηθήκατε για τους Εβραίους, που έπρεπε να ταυτίζονται, κάθε αρσενικό με το «Ισραήλ» στο όνομά του, κάθε γυναίκα με «Σάρα», σε κάθε επίσημη περίσταση; Λυπηθήκατε, αργότερα, που έχασαν τις δουλειές τους και τα σπίτια τους και έπρεπε να καταγγέλλουν τους εαυτούς τους στην αστυνομία- ακόμα περισσότερο λυπηθήκατε που έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, που έπρεπε να οδηγηθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης να υποδουλωθούν και να σκοτωθούν. Αλλά – δεν ήσουν ευτυχής που δεν ήσουν Εβραίος; Λυπηθήκατε, και περισσότερο τρομοκρατηθήκατε, όταν συνέβη, αυτό που συνέβη, σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους. Αλλά — δεν χάρηκες που δεν σου είχε συμβεί σε σένα, έναν μη Εβραίο; Μπορεί να μην ήταν ο πιο υψηλός τύπος χαράς, αλλά το αγκάλιασες, μέσα σου πρόσεχες το βήμα σου, πιο προσεκτικά από ποτέ».

Νιώθω άσχημα για αυτούς, αλλά δεν είμαι πρόθυμος να μιλήσω. Μισώ το γεγονός ότι τα παιδιά δεν έχουν πρόσβαση στην λογοθεραπεία, στο σχολείο ή σε κοινωνική συναναστροφή. Αλλά αν μιλήσω, μπορεί να χάσω το κύρος και την επιρροή μου. Μισώ που οι ανεμβολίαστοι χάνουν την δουλειά τους και περιορίζονται στα σπίτια τους. Αλλά αν μιλήσω, θα μπορούσα να χάσω και κι εγώ την δουλειά μου.

Μισώ που οι συμπολίτες μου οδηγούνται σε «κέντρα καραντίνας» παρά την θέλησή τους. Αλλά αν μιλήσω, θα μπορούσα να αντιμετωπίσω ποινικές κυρώσεις. Και μισώ ότι οι ανεμβολίαστοι αποκλείονται από την κοινωνία και αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση από τους εθνικούς ηγέτες. Αλλά αν μιλήσω, θα μπορεί να αποκλειστώ και εγώ. Ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος.

Οι τακτικές των τυράννων

«Οι σύγχρονοι τύραννοι βρίσκονται όλοι πάνω από την πολιτική και, κάνοντας αυτό, αποδεικνύουν ότι είναι όλοι τους κυρίαρχοι».

Πόσο συχνά οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν καταγγείλει όσους αμφισβητούν την αφήγηση ως «πολιτικολογούντες κοβιντζήδες ή ψεκασμένοι»;

«Σταματήστε να πολιτικοποιείτε τις μάσκες!»

«Σταματήστε να πολιτικοποιείτε τα εμβόλια!»

Επίσημο site του Λος Άντζελες΄- coronavirus.lacity.org – Studio Number One

Και όσοι διαφωνούν υποτιμούνται ως «υποστηρικτές του Τραμπ που αρνούνται την επιστήμη» ή «θεωρητικοί συνωμοσίας». Δεν είναι περίεργο που τόσο λίγοι αμφισβήτησαν τις επίσημες αφηγήσεις για τις μάσκες, τα lockdown και τα εμβόλια – να το κάνεις αυτό σημαίνει να βάλεις τον εαυτό σου στο στόχαστρο, να κατηγορηθείς ότι ενδιαφέρεσαι περισσότερο για την πολιτική και την οικονομία παρά για τις ζωές και την υγεία των ανθρώπων. Αυτό το φαινόμενο του “gaslighting” δεν είναι σε καμία περίπτωση η μόνη τακτική εκείνων που επιδιώκουν μεγαλύτερο αυταρχικό έλεγχο.

Εκτός από το ότι μας βοηθά να κατανοήσουμε τι μας κάνει επιρρεπείς στον ολοκληρωτισμό -γιατί τόσοι πολλοί από εμάς θα «τραβήξουμε την αυλαία» μπροστά στο κακό- το έργο του Mayer εκθέτει επίσης τις τακτικές των τυράννων, επιτρέποντας στους αναγνώστες του να δουν και να αντισταθούν.

«Αυτός ο διαχωρισμός της κυβέρνησης από τους ανθρώπους, αυτή η διεύρυνση του χάσματος, έλαβε χώρα τόσο σταδιακά και τόσο αδιανόητα, κάθε βήμα μεταμφιεσμένο (ίσως ούτε καν σκόπιμα) ως προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης ή συνδεόμενο με αληθινή πατριωτική πίστη ή με πραγματικούς κοινωνικούς σκοπούς. Και όλες οι κρίσεις και οι μεταρρυθμίσεις (και οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις) απασχόλησαν τόσο τον κόσμο που δεν έβλεπαν την ύπουλη κίνηση από κάτω, της κυβέρνησης».

Πολλοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου τα τελευταία δύο χρόνια σχετικά με την απειλή ατελείωτων έκτακτων περιστατικών και όλοι έχουμε δει τα γκολπόστ να μετακινούνται ξανά και ξανά. «Είναι μόνο δύο εβδομάδες». «Είναι απλώς μια μάσκα». «Είναι απλώς ένα εμβόλιο». Και αυτό συνεχίζεται και συνεχίζεται.

Όμως, ενώ οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι δεν ήταν μόνο δύο εβδομάδες (πάνε πλέον 2 χρόνια και συνεχίζεται), πολύ λίγοι κατανοούν την ύπουλη απειλή της συνεχιζόμενης «κατάστασης έκτακτης ανάγκης». Αλλά οι φίλοι του Mayer κατάλαβαν και βίωσαν τα καταστροφικά αποτελέσματα.

Πριν ο Χίτλερ γίνει καγκελάριος, η Γερμανία εξακολουθούσε να είναι μια δημοκρατία που διέπετε από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Αλλά το άρθρο 48 αυτού του συντάγματος επέτρεπε την αναστολή των πολιτικών ελευθεριών «εάν η δημόσια ασφάλεια και τάξη διαταραχθούν σοβαρά ή τεθούν σε κίνδυνο». Αυτές οι εξουσίες έκτακτης ανάγκης καταχράστηκαν συνεχώς και μετά την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ το 1933, ο νόμος εξουσιοδότησης μετέφερε όλη την νομοθετική εξουσία από το Γερμανικό κοινοβούλιο στην εκτελεστική εξουσία, επιτρέποντας στον Χίτλερ να “κυβερνά με διατάγματα” μέχρι το τέλος του πολέμου το 1945.

Ενώ οι νομοθετικοί κλάδοι των Ηνωμένων Πολιτειών και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες (και σε άλλα έθνη σε όλο τον κόσμο) συνεδριάζουν τα τελευταία δύο χρόνια, η πραγματικότητα είναι ότι τα νομοθετικά σώματα σπάνια προσπάθησαν να περιορίσουν τις εξουσίες της εκτελεστικής αρχής. Υπό την αιγίδα του CDC, του ΠΟΥ και άλλων οργανισμών υγείας, τα στελέχη έχουν ουσιαστικά αποφανθεί.

Κλείσιμο επιχειρήσεων, επιβολή μασκών και εμβολίων, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να μένουν σπίτι. Τα περισσότερα από αυτά τα μέτρα εφαρμόστηκαν από στελέχη χωρίς καν να συμβουλευτούν τα νομοθετικά σώματα.

Και ποια ήταν η δικαιολογία; Η «έκτακτη ανάγκη» του covid.

Αν μπορούσαμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω στο 2019 και να ρωτήσουμε εάν θα έπρεπε να επιτρέπεται στα στελέχη να επιβάλλουν μονομερώς τέτοιες πολιτικές που αλλάζουν την ζωή στους ανθρώπους τους ακόμη και με νομοθετική συναίνεση, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων πιθανότατα θα έλεγε «Όχι!» Πώς φτάσαμε λοιπόν εδώ το 2022; Οι φίλοι του Mayer προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες.

Το Κοινό Καλό

«Η κοινότητα είναι ξαφνικά ένας οργανισμός, ένα ενιαίο σώμα και μια ψυχή, που καταναλώνει τα μέλη της για τους δικούς της σκοπούς. Για την διάρκεια της έκτακτης ανάγκης η πόλη δεν υπάρχει για τον πολίτη αλλά ο πολίτης για την πόλη. Όσο πιο σκληρά πιέζεται η πόλη, τόσο πιο σκληρά εργάζονται οι πολίτες της για αυτήν και τόσο πιο παραγωγικοί και αποτελεσματικοί γίνονται προς το συμφέρον της. Η υπερηφάνεια του πολίτη γίνεται το υψηλότερο καμάρι, γιατί ο τελικός σκοπός όλων των τεράστιων προσπαθειών κάποιου είναι η διατήρηση της πόλης. Η ευσυνειδησία είναι η ύψιστη αρετή, το κοινό καλό το ύψιστο αγαθό».

Ποιος ήταν ο λόγος για πολλά από τα μέτρα που εφαρμόστηκαν τα τελευταία δύο χρόνια; Το κοινό καλό.

Πρέπει να φοράμε τις μάσκες μας για να προστατεύσουμε τους άλλους. Εμβολιαστείτε γιατί αγαπάτε γονείς σας και τους γείτονές σας. Μένετε σπίτι για να σώσετε ζωές. Και δεν είναι μόνο για τους γείτονές σας ως άτομα αλλά για την κοινότητα ως σύνολο. Πρέπει να κλείσουμε τα σχολεία για να διατηρήσουμε τις “αντοχές” των νοσοκομείων ώστε να μην καταρρεύσουν.

Για να είμαι σαφής, δεν είμαι αντίθετος στην συνεργασία για το κοινό καλό.

Δεν εκτιμώ τις ελευθερίες μου περισσότερο από τις ζωές των άλλων (αλλά αυτή ήταν μια κοινή τακτική που χρησιμοποιήθηκε εναντίον εκείνων που αντιτάχθηκαν στην υπερβολή των κυβερνήσεων).

Αντιθέτως, καταλαβαίνω απλώς πώς οι κυβερνήσεις διαχρονικά έχουν χρησιμοποιήσει το «κοινό καλό» ως δικαιολογία για να εδραιώσουν την εξουσία και να εφαρμόσουν αυταρχικά μέτρα που υπό κανονικές συνθήκες θα απορρίπτονταν.

Αυτό ακριβώς συνέβη στους φίλους του Mayer:

«Πάρτε την Γερμανία ως μια πόλη αποκομμένη από τον έξω κόσμο από πλημμύρες ή πυρκαγιές που προχωρούν από κάθε κατεύθυνση. Ο δήμαρχος κηρύσσει στρατιωτικό νόμο, αναστέλλοντας την συζήτηση στο συμβούλιο. Κινητοποιεί τον πληθυσμό, αναθέτοντας σε κάθε τμήμα τα καθήκοντά του. Οι μισοί πολίτες ασχολούνται άμεσα με την δημόσια επιχείρηση.

Κάθε ιδιωτική πράξη —ένα τηλεφώνημα, η χρήση ηλεκτρικού φωτισμού, η εξυπηρέτηση ενός γιατρού — γίνεται δημόσια πράξη. Κάθε ιδιωτικό δικαίωμα —να περπατάς, να παρακολουθείς μια συνάντηση, να λειτουργήσει ένα τυπογραφείο — γίνεται δημόσιο δικαίωμα. Κάθε ιδιωτικό ίδρυμα —το νοσοκομείο, η εκκλησία, ο σύλλογος— γίνεται δημόσιος φορέας.

Εδώ, αν και δεν σκεφτόμαστε ποτέ να το αποκαλέσουμε με οποιοδήποτε όνομα παρά μόνο με πίεση ανάγκης, έχουμε όλη την φόρμουλα του ολοκληρωτισμού.

Το άτομο παραδίδει την ατομικότητά του χωρίς θόρυβο, χωρίς, πράγματι, δεύτερη σκέψη -και όχι μόνο τα ατομικά του χόμπι και γούστα, αλλά και το επάγγελμά του, τις ατομικές του οικογενειακές ανησυχίες, τις ατομικές του ανάγκες. Οι τύραννοι ξέρουν καλά πώς να εκμεταλλευτούν την αρχή του “νοιάζεστε και την “ατομική ευθύνη”. Πρέπει να κατανοήσουμε την τάση τους να εκμεταλλεύονται την καλή μας θέληση. Πράγματι, η κατανόηση αυτής της τακτικής και η αντίσταση στις καταπατήσεις της ελευθερίας είναι ο τρόπος να διαφυλαχθεί το πραγματικό κοινό καλό. Τραγικά, πολλοί άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι τους εκμεταλλεύτηκαν — ότι η επιθυμία τους να εργαστούν για το κοινό καλό έχει γίνει υπακοή χωρίς αμφιβολία.»

Η περιγραφή του Mayer είναι εκπληκτική:

«Για τους υπόλοιπους πολίτες – το 95% περίπου του πληθυσμού – το καθήκον είναι πλέον το κεντρικό γεγονός της ζωής. Υπακούουν, στην αρχή με δυσκολία αλλά, εκπληκτικά σύντομα, το κάνουν αυθόρμητα».

Αυτός ο τύπος συμμόρφωσης φαίνεται ότι συνέβη πιο ξεκάθαρα με την χρήση μασκών.

Υπακούμε αυθόρμητα και υπακούμε χωρίς να σκεφτόμαστε τον ορθολογισμό αυτού που έχουμε. Θα φοράμε μάσκα για να πάμε να κάτσουμε σε ένα τραπέζι σε ένα γεμάτο εστιατόριο, θα την βγάζουμε για δύο ώρες για να φάμε και θα την φορέσουμε ξανά για να βγούμε έξω. Πρέπει να φοράμε τις μάσκες στο αεροπλάνο για να «σταματήσουμε την εξάπλωση», αλλά μπορούμε να τις βγάλουμε κατά την διάρκεια του γεύματος στον ίδιο χώρο. Μερικοί φορούν ακόμη και μάσκες ενώ οδηγούν μόνοι τους στα αυτοκίνητά τους!

Για να είμαι σαφής, δεν επικρίνω αυτούς που φορούν μάσκες σε αυτές τις καταστάσεις. Λυπάμαι για το πώς μας επηρεάζει τόσο η προπαγάνδα που συμμορφωνόμαστε χωρίς να υπολογίζουμε τις πράξεις μας. Ή, ίσως χειρότερα, τα έχουμε σκεφτεί, αλλά ούτως ή άλλως συμμορφωνόμαστε γιατί αυτό κάνουν οι άλλοι και αυτό πρέπει(;) να κάνουμε και εμείς.

Βλέπετε τους επικίνδυνους παραλληλισμούς μεταξύ αυτού που συμβαίνει σήμερα και αυτού που συνέβη στην Γερμανία; Δεν πρόκειται απλώς για προστασία (και ποτέ δεν ήταν). Πρόκειται για την προθυμία συμμόρφωσης με τις κυβερνητικές απαιτήσεις, όσο παράλογη ή ύπουλη κι αν είναι.

Μπορείτε να δείτε πώς αυτές οι τάσεις συμβάλλουν στην δαιμονοποίηση ορισμένων προσώπων, ιδιαίτερα των μη εμβολιασμένων; Όσοι δεν ενεργούν για να «προστατέψουν τους γείτονές τους» φορώντας μάσκα ή που επιλέγουν να μην εμβολιαστούν «για χάρη των ευάλωτων», αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία και απειλή για όλους μας.

Μπορείτε να δείτε πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η δαιμονοποίηση; Γνωρίζουμε πού οδήγησε στην Γερμανία.

Ατελείωτες αποσπάσεις της προσοχής

«Ξαφνικά, βυθίστηκα σε όλη την νέα δραστηριότητα, καθώς το πανεπιστήμιο παρασύρθηκε στην νέα κατάσταση, συναντήσεις, συνέδρια, συνεντεύξεις, τελετές και, κυρίως, εργασίες προς συμπλήρωση, εκθέσεις, βιβλιογραφίες, λίστες, ερωτηματολόγια. Και πάνω από αυτό ήταν οι απαιτήσεις στην κοινότητα, τα πράγματα στα οποία έπρεπε να συμμετάσχει που δεν υπήρχαν ή δεν ήταν σημαντικά πριν.

Φυσικά, ήταν όλο ριψοκίνδυνο, αλλά κατανάλωνε όλες τις δυνάμεις του ατόμου, έρχεται πάνω από την δουλειά που ήθελε πραγματικά να κάνει. Μπορείτε να δείτε πόσο εύκολο ήταν, λοιπόν, να μην σκεφτόμαστε θεμελιώδη πράγματα. Δεν είχε κανείς χρόνο».

Συνδυάστε την τυραννική χρήση του κοινού καλού με μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης και θα έχετε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Προσθέστε σε αυτές τις τακτικές ατελείωτους αντιπερισπασμούς για να απασχολήσουν τους πολίτες και κανείς δεν έχει χρόνο να αμφισβητήσει.

Ακούστε έναν από τους συναδέλφους του Mayer:

«Η δικτατορία και η όλη διαδικασία της ύπαρξής της, ήταν πάνω από όλα εκτροπή. Παρείχε μια δικαιολογία για να μην σκέφτονται άτομα που δεν ήθελαν να σκεφτούν ούτως ή άλλως. Δεν μιλάω για τα «ανθρωπάκια» σας όπως τον φούρναρη σας και ούτω καθεξής. Μιλάω για τους συναδέλφους μου και τον εαυτό μου, λόγιοι, προσέξτε. Οι περισσότεροι από εμάς δεν θέλαμε να σκεφτούμε θεμελιώδη πράγματα και δεν το θέλαμε αυτό ποτέ. Δεν χρειαζόταν.

Ο ναζισμός μας έδωσε μερικά τρομερά, θεμελιώδη πράγματα για να σκεφτούμε —ήμασταν αξιοπρεπείς άνθρωποι— και μας κράτησε τόσο απασχολημένους με συνεχείς αλλαγές και «κρίσεις» και τόσο γοητευμένους, ναι, γοητευμένους, από τις μηχανορραφίες των «εθνικών εχθρών» και δεν είχαμε χρόνο να σκεφτούμε αυτά τα τρομερά πράγματα που μεγάλωναν, σιγά σιγά, παντού γύρω μας. Ασυνείδητα, υποθέτω, ήμασταν ευγνώμονες. Ποιος θέλει άλλωστε να σκεφτεί;».

Τα τελευταία δύο χρόνια βιώσαμε μια συνεχή ανατροπή της ζωής μας με lockdown, διαδικτυακή «μάθηση», εντολές μάσκας, «κοινωνική» αποστασιοποίηση και πολλά άλλα. Μας είπανε ότι πρέπει να συμμορφωθούμε με τις εντολές εμβολίων ή να χάσουμε την δουλειά μας, αφήνοντας μερικούς από εμάς πολύ κουρασμένους για να αντισταθούμε και άλλους περισσότερο κουρασμένους στην προσπάθεια.

Και για όσους από εμάς επιλέξαμε να παραιτηθούν από τα διαθέσιμα εμβόλια, πρέπει να αφιερώσουμε χρόνο —πολύ πάρα πολύ χρόνο— συντάσσοντας αιτήματα εξαίρεσης για τις διάφορες εντολές, εξηγώντας σε βάθος τους λόγους για τους οποίους αντιτάσσουμε τα εμβόλια ή κάνοντας προσφυγή στα δικαστήρια.

Και τότε, όταν φαίνεται ότι η τρέλα του Covid φτάνει στο τέλος της (τουλάχιστον προς το παρόν), κηρύσσεται μια «έκτακτη κατάσταση» στον Καναδά που καταπατά τα δικαιώματα των Καναδών πολιτών και ακόμη και τώρα ο κόσμος έχει βυθιστεί σε κρίση λόγω της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Συμβαίνουν τόσα πολλά, τόσες πολλές εύλογες ανησυχίες που απαιτούν την προσοχή μας, που πολλοί αγνοούν την ολοκληρωτική θηλιά που σφίγγει γύρω μας.

Επιπλέον, είμαστε πολύ εξαντλημένοι για να εξετάσουμε τι συμβαίνει, πολύ κουρασμένοι για να νοιαζόμαστε.

Αλλά πρέπει να προσέχουμε! Ή θα είναι πολύ αργά και δεν θα υπάρχει γυρισμός.

Επιστήμη και Εκπαίδευση

«Οι φοιτητές του πανεπιστημίου θα πίστευαν οτιδήποτε περίπλοκο. Οι καθηγητές επίσης. Έχετε δει το γράφημα «αγνότητα φυλής»;» «Ναι», είπα. «Λοιπόν, ξέρεις. Ένα ολόκληρο σύστημα. Σε εμάς τους Γερμανούς αρέσουν τα συστήματα, ξέρετε. Αν ταίριαζαν όλα μαζί, τότε ήταν επιστήμη, σύστημα και επιστήμη, μόνο να κοιτούσες τους κύκλους, μαύρους, άσπρους και γκρι, και όχι τους πραγματικούς ανθρώπους. Τέτοια Dummheit δεν μπορούσαν να μάθουν σε εμάς τα ανθρωπάκια. Ούτε καν προσπάθησαν».

«Εμπιστευτείτε την επιστήμη».

Μια άλλη τακτική που χρησιμοποιούν οι αυταρχικοί διαχρονικά είναι η έκκληση στην επιστήμη και την τεχνογνωσία.

Οι φίλοι του Mayer περιέγραψαν πώς οι Ναζί χρησιμοποιούσαν την «επιστήμη» για να πείσουν τους μαθητές και άλλους ότι οι Εβραίοι ήταν κατώτεροι, ακόμη και άρρωστοι.


Αφίσα προπαγάνδας: «Οι Εβραίοι είναι ψείρες: προκαλούν τύφο» δημιουργήθηκε το 1941 για δημόσια προβολή στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Πολωνία.

Αλλά αυτό δεν ήταν επιστήμη. ήταν ο επιστημονισμός. Και έτσι είναι και σήμερα.

Η επιστήμη δεν είναι δόγμα, δεν είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων.

Η πραγματική επιστήμη είναι η διαδικασία με την οποία ανακαλύπτουμε την αλήθεια για τον φυσικό κόσμο.

Ξεκινάμε με μια υπόθεση που πρέπει να ελεγχθεί αυστηρά μέσω παρατήρησης και πειραματισμού.

Όμως, τα τελευταία δύο χρόνια, η «επιστήμη» σήμαινε πως ό,τι ισχυρίζονται οι αρχές δημόσιας υγείας είναι αλήθεια, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν στοιχεία για το αντίθετο. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος αυτής της λεγόμενης επιστήμης έχει αποδειχθεί ότι είναι αποδεδειγμένα ψευδές.

Εκτός από την χρήση της «επιστήμης» για την υποστήριξη των στόχων της, η κυβέρνηση του Ράιχ προσπάθησε επίσης να ελέγξει την εκπαίδευση.

Στην πολιτική και ιδεολογική προπαγάνδα των Ναζί, η νεολαία εθεωρείτο ως η κινητήρια δύναμη πίσω από το κίνημα των Ναζί.

Στο προπαγανδιστικό περιεχόμενο, επίσης, οι Ναζί έδωσαν προτεραιότητα στην νεολαία και κατευθύνοντας το πάθος και την δύναμη της νέας γενιάς προς ένα σχεδιασμένο μέλλον και έναν ιδεολογικό στόχο. Πίσω στην δεκαετία του 1920, ο Χίτλερ είχε γράψει περιβόητα στο Mein Kampf: «Όποιος έχει την νεολαία έχει και το μέλλον». Το περιεχόμενο της ναζιστικής προπαγάνδας, ταυτόχρονα με την αναμόρφωση του εθνικού προγράμματος σπουδών, επικεντρώθηκε στο μέλλον της Γερμανικής κοινωνίας και στην έμφαση στον ρόλο που θα έπαιζε το «σωστό» είδος των νέων στην διαμόρφωσή του.

«Ο εθνικοσοσιαλισμός απαιτούσε την καταστροφή της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, αντικαθιστώντας την αλήθεια και την αναζήτηση της αλήθειας με την πίστη στο ναζιστικό δόγμα. Σημειωτέον, οι Ναζί κατέλαβαν όχι μόνο τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και τα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ξαναγράφοντας ακόμη και ορισμένα θέματα για να ταιριάξουν με την ναζιστική προπαγάνδα: «Στην ιστορία, στην βιολογία και στα οικονομικά το πρόγραμμα διδασκαλίας ήταν πολύ πιο περίπλοκο από ό,τι στην λογοτεχνία. και πολύ πιο αυστηρό. Αυτά τα θέματα πραγματικά ξαναγράφτηκαν».

Ο φίλος του Μάγιερ, ο δάσκαλος, εξήγησε πώς το Ράιχ θα έθετε επίσης «αδαείς «αξιόπιστους», από την πολιτική ή τις επιχειρήσεις, πάνω από τους εκπαιδευτικούς», αυτό ήταν «μέρος του ναζιστικού τρόπου να ταπεινώνει την εκπαίδευση και να την περιφρονεί». Στον σημερινό κόσμο, είναι μια τάξη, καθώς τόσα σχολεία έχουν κλείσει διαρκώς «για να επιβραδυνθεί η εξάπλωση».

Καταστολή του λόγου και ενθάρρυνση της αυτολογοκρισίας

Οι επιλογές αφέθηκαν στην διακριτική ευχέρεια του δασκάλου, στο πλαίσιο του «Γερμανικού πνεύματος». Αυτό ήταν το μόνο που ήταν απαραίτητο. ο δάσκαλος έπρεπε μόνο να είναι διακριτικός. Αν ο ίδιος είχε αντίρρηση για ένα συγκεκριμένο βιβλίο, θα ήταν φρόνιμο να μην το χρησιμοποιήσει. Αυτή ήταν μια πολύ πιο ισχυρή μορφή εκφοβισμού, βλέπετε, από οποιαδήποτε σταθερή λίστα αποδεκτών ή απαράδεκτων γραπτών. Ο τρόπος που έγινε ήταν, από την πλευρά του καθεστώτος, εξαιρετικά έξυπνος και αποτελεσματικός. Ο δάσκαλος έπρεπε να κάνει τις επιλογές και να ρισκάρει τις συνέπειες κι αυτό τον έκανε ακόμη πιο προσεκτικό».

Η μέθοδος του Ράιχ για τον έλεγχο της εκπαίδευσης (και της ομιλίας ευρύτερα) δεν βασιζόταν σε υπερβολικά συγκεκριμένους κανονισμούς. Στον σύγχρονο κόσμο μας, αυτή η τακτική υπερβαίνει κατά πολύ την επιβολή των πρωτοκόλλων του Covid, αλλά σίγουρα τα περιλαμβάνει.

Σπάνια ήταν τα ιδρύματα που επέτρεψαν την επιλογή σχετικά με τις μάσκες. Τα περισσότερα σχολεία απαίτησαν από τους μαθητές τους να τα φορούν ανεξάρτητα από προσωπικές πεποιθήσεις. Το αποτέλεσμα; Μαθητές που έμαθαν γρήγορα ότι πρέπει να καλύπτουν τα πρόσωπά τους για να συμμετέχουν στην κοινωνία και μερικοί που πίστευαν ότι θα βλάψουν σοβαρά τον εαυτό τους ή τους συμμαθητές τους αν τις έβγαζαν.

Και ακόμη και με τις περισσότερες δικαιοδοσίες των ΗΠΑ να αφαιρούν τις απαιτήσεις μάσκας στα περισσότερα σχολεία, πολλοί μαθητές έχουν συνειδητοποιήσει τόσο πολύ να κρύβουν τα πρόσωπά τους που θα συνεχίσουν οικειοθελώς να τα φορούν.

Ποιο είναι το κόστος όχι μόνο για την ψυχική υγεία αυτών των μαθητών αλλά και για την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης; Μπορεί να μην μάθουμε ποτέ πλήρως.

Και δεν ήταν μόνο τα σχολεία. Τα πρωτόκολλα Covid και οι αφηγήσεις για τον Covid επιβλήθηκαν και εκτός σχολείων. Στις αρχές του 2021, μόνο μια μικρή μειοψηφία επιχειρήσεων επέτρεψε στους πελάτες τους να εισέλθουν χωρίς μάσκα, ακόμα λιγότεροι επέτρεψαν στους υπαλλήλους τους αυτή την επιλογή.

Αν και σπάνια αναγνωρίζονται από τους περισσότερους αξιωματούχους της δημόσιας υγείας, οι μάσκες παρεμποδίζουν την ανθρώπινη επικοινωνία (αν δεν το έκαναν, οι παγκόσμιοι ηγέτες δεν θα τις έβγαζαν για να μιλήσουν). Και αν παρεμποδίζεται η ικανότητα επικοινωνίας, υποφέρει και η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών.

Όσον αφορά την ομιλία ευρύτερα, η τακτική που περιγράφει ο Mayer ενθαρρύνει την αυτολογοκρισία, την οποία κάθε δίκαιος άνθρωπος παραδέχεται ότι συμβαίνει επίσης σήμερα. Πηγαίνοντας δεκαετίες πίσω σε ομιλία που θεωρήθηκε «πολιτικά εσφαλμένη», καταλαβαίνουμε όλοι ότι υπάρχουν ορισμένες αποδεκτές θέσεις για μια ποικιλία θεμάτων, που κυμαίνονται από την φυλή και το φύλο μέχρι τα εμβόλια και τις θεραπείες για τον Covid.

Μην τολμήσετε να μοιραστείτε οτιδήποτε αντιτίθεται στην αφήγηση, για τον Covid. Το να μοιραστείτε κάτι που πλησιάζει στο να αμφισβητήσει την αφήγηση θα μπορούσε να έχει μυριάδες συνέπειες, τόσο προσωπικές όσο και επαγγελματικές.

Δεν θέλετε να κατηγορηθείτε για διασπορά παραπληροφόρησης, σωστά; Ή να κακολογηθείτε για θεωρίες συνωμοσίας; Επομένως, αποφεύγουμε να μοιραζόμαστε αντιθέσεις και αποδεικτικά στοιχεία, ακόμη κι αν αυτά τα στοιχεία είναι απολύτως θεμιτά και απολύτως βάσιμα.

Αβεβαιότητα

«Βλέπετε», συνέχισε ο συνάδελφός μου, «δεν βλέπει κανείς ακριβώς πού ή πώς να κινηθεί. Πιστέψτε με, αυτό είναι αλήθεια. Κάθε πράξη, κάθε περίσταση, είναι χειρότερη από την προηγούμενη, αλλά μόνο λίγο χειρότερη. Περιμένεις το επόμενο και το επόμενο. Περιμένεις μια μεγάλη συγκλονιστική περίσταση, νομίζοντας ότι και άλλοι, όταν έρθει ένα τέτοιο σοκ, θα ενωθούν μαζί σου για να αντισταθούν με κάποιο τρόπο. Δεν θέλετε να ενεργήσετε, ούτε καν να μιλήσετε, μόνοι σας, δεν θέλετε να «ξεφύγετε από το δρόμο σας και να δημιουργήσετε προβλήματα». Γιατί όχι;—Λοιπόν, δεν συνηθίζεις να το κάνεις. Και δεν είναι μόνο ο φόβος, ο φόβος να μείνεις μόνος, που σε περιορίζει, είναι επίσης και η αβεβαιότητα.

«Η αβεβαιότητα είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας και, αντί να μειώνεται όσο περνά ο καιρός, μεγαλώνει. Έξω, στους δρόμους, στην γενική κοινότητα, «όλοι» είναι χαρούμενοι. Κανείς δεν ακούει καμία διαμαρτυρία και σίγουρα δεν βλέπει τίποτα παράξενο . . . . μόνο ίσως ιδιωτικά με τους συναδέλφους σας, ορισμένοι από τους οποίους σίγουρα αισθάνονται όπως εσείς, αλλά τι λένε; Λένε, “Δεν είναι τόσο κακό” ή “Τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό” ή “Είσαι συνομοσιολόγος”;

«Και είσαι συνομοσιολόγος. Αυτό που βλέπεις να οδηγεί όλο αυτό δεν μπορείς να το αποδείξεις. Αυτές είναι οι αρχές, ναι, αλλά πώς ξέρεις με βεβαιότητα όταν δεν ξέρεις το τέλος, και πώς ξέρεις, ή ακόμα πως υποθέτεις, το τέλος; Από την μια οι εχθροί σου, ο νόμος, το καθεστώς, το Κόμμα, σε τρομοκρατούν. Από την άλλη, οι συνάδελφοί θα σου πουν πως είσαι απαισιόδοξος ή και νευρωτικός. Έμεινες να συζητάς μόνο με τους στενούς σου φίλους, που είναι, συνήθως, άνθρωποι που σκέφτονταν όπως εσύ».

Και έτσι δεν κάνουμε τίποτα.

Ο Mayer έχει δίκιο. Ο συνάδελφός του είχε δίκιο.

Τι μπορούμε να πούμε;

Ένα πράγμα που μπορούμε να πούμε είναι ότι όσοι έχουν ζητήσει μάσκες, είτε τυχαία είτε σχεδιαστικά, έχουν κάνει το αίσθημα της αβεβαιότητας ακόμη μεγαλύτερο. Αγωνιζόμαστε να μάθουμε τι σκέφτονται ή αισθάνονται οι άλλοι, επειδή τα πρόσωπά μας είναι κρυμμένα.

Εκτός από το χαμηλό άγχος και τον φόβο που προκαλούν οι μάσκες σε όλους (τουλάχιστον και μόνο που μας κάνουν να βλέπουμε τους άλλους ως απειλές για την ασφάλειά μας και όχι ως άτομα), δεν είμαστε σίγουροι γιατί οι γύρω μας φορούν μάσκες.

Είναι απλώς επειδή τους λένε να το κάνουν; Είναι από σεβασμό προς τους άλλους; Ή επειδή θέλουν πραγματικά να τις φορέσουν;

Ας πούμε ότι είναι αλήθεια ότι η ισχυρή πλειοψηφία των εργαζομένων θα επέλεγε να μην φορούν μάσκες εάν οι εργοδότες τους δεν τις απαιτούσαν.

Πώς μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα τι προτιμούν, εάν η επιλογή τους αφαιρεθεί;

Ομοίως, αν κάποιος έπρεπε να κάνει διάφορα πράγματα για να δείξει πίστη στο Κόμμα, πώς θα μπορούσε να μάθει εάν άλλοι ήταν πραγματικά πιστοί στο Κόμμα ή απλώς πήγαιναν μαζί για να ενωθούν (και να μην οδηγηθούν στα στρατόπεδα);

Σταδιακά, Μετά Ξαφνικά

«Το να ζεις σε αυτή την διαδικασία είναι απολύτως να μην μπορείς να το προσέξεις -προσπάθησε να με πιστέψεις- εκτός αν κάποιος έχει πολύ μεγαλύτερο βαθμό πολιτικής συνείδησης, οξύνοιας, από ό,τι οι περισσότεροι από εμάς είχαμε ποτέ την ευκαιρία να αναπτύξουμε. Από όλες τις τακτικές που χρησιμοποιούν οι τύραννοι για να επιτύχουν τους στόχους τους, η ψευδαίσθηση ότι έχουμε άφθονο χρόνο για να ξεφύγουμε είναι αναμφισβήτητα η πιο σημαντική.

Αν μπορούσαμε όλοι να επιστρέψουμε στον Φεβρουάριο του 2020, πόσοι από εμάς θα είχαμε προβλέψει ότι θα ήμασταν εδώ; Πώς έγιναν όλα; Σιγά-σιγά δεν καταλάβαμε πως.

Ο Mayer αντιλαμβάνεται το δίλημμά μας:

«Πώς μπορεί να αποφευχθεί αυτό, μεταξύ των απλών ανδρών, ακόμη και των απλών ανδρών υψηλής μόρφωσης; Ειλικρινά, δεν ξέρω. Δεν βλέπω, ούτε τώρα. Πολλές, φορές από τότε που συνέβησαν όλα, έχω αναλογιστεί αυτό το ζευγάρι σπουδαίων αρχών, Principiis obsta και Finem respice — «Αντισταθείτε στις αρχές» και «Σκεφτείτε το τέλος».

Πρέπει όμως κανείς να προβλέψει το τέλος για να αντισταθεί, ή ακόμα και να δει, τις απαρχές. Κάποιος πρέπει να προβλέψει το τέλος ξεκάθαρα και σίγουρα και πώς θα γίνει αυτό; Από απλούς ανθρώπους ή ακόμα και από υψηλά ιστάμενους ανθρώπους; Τα πράγματα μπορεί να είχαν αλλάξει πριν φτάσουν τόσο μακριά. δεν το έκαναν, αλλά μπορεί να το κάνουν αύριο. Και όλοι υπολογίζουν σε αυτή την δύναμη».

Σκεφτείτε τον Μάρτιο του 2020. Τότε έπρεπε να είχαμε αντισταθεί. Δεν θα έπρεπε να είχαμε ανεχτεί εντολές παραμονής στο σπίτι ή διάφορους (και ακόμη και μη λογικούς) περιορισμούς στις τοπικές επιχειρήσεις και την ιδιωτική ζωή. Οι κυβερνήσεις είχαν ήδη πάει πολύ μακριά. Και μετά ήρθαν οι μάσκες, και κάποιοι είπαν ότι οι μάσκες ήταν το αποκορύφωμα. Τα άτομα που συμμερίζονταν αυτές τις ανησυχίες χλευάζονταν ως φανατικοί και θεωρητικοί συνωμοσίας, αλλά είχαν δίκιο.

Πολλοί δεν το είδαν και ακόμη λιγότεροι αντιστάθηκαν.

Το είδα σχετικά νωρίς, αλλά δεν αντιστάθηκα όσο σκληρά θα έπρεπε και η αποτυχία μου με στοιχειώνει μέχρι σήμερα.

Αν είχαμε αντισταθεί πιο σοβαρά στις μάσκες, η προοπτική των εντολών εμβολίων θα είχε σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει. Πράγματι, δεν θα υπήρχε πολιτική, ηθική ή πρακτική υποστήριξη για τις εντολές εμβολίων και τα πιο ύπουλα διαβατήρια εμβολίων. Αλλά εμείς —αλλά εγώ— δεν αντισταθήκαμε όσο σκληρά θα έπρεπε.

Γιατί όχι; Είπα στον εαυτό μου ότι άξιζε να διατηρήσω την θέση μου στην δουλειά μου. Ήταν μια «υπολογισμένη απόφαση» να συνεχίσω να βοηθάω τους γύρω μου. Και χρειαζόμουν επίσης να παράσχω τροφή και στέγη στις κόρες μου, για να μπορέσουν να ζήσουν μια «κανονική» παιδική ηλικία.

Αλλά στους καλούς και ευγενείς συμβιβασμούς μου – στην πραγματικότητα είναι συμβιβασμοί – έχω θέσει τις βάσεις για περαιτέρω παραβιάσεις της ζωής και των ελευθεριών της οικογένειάς μου; Έχω σπείρει τους σπόρους μιας αιώνιας δυστοπίας που θα τρομοκρατεί για πάντα τις κόρες μου και τα παιδιά τους; Έχω κάνει συμφωνία με τον διάβολο; Το πιο σημαντικό, αν έχω, υπάρχει κάποια διέξοδος από αυτό το συμβόλαιο;

Η δύναμη της μη βίαιης αντίστασης

«Είναι η πραγματική αντίσταση που ανησυχεί τους τυράννους, όχι η έλλειψη των λίγων χεριών που απαιτούνται για να κάνουν το σκοτεινό έργο της τυραννίας. Αυτό που έπρεπε να μετρήσουν οι Ναζί ήταν το σημείο στο οποίο η θηριωδία θα αφυπνίσει στην κοινότητα την συνείδηση ​​των ηθικών της αξιών. Αλλιώς από την ιδιοσυγκρασία του λαού, θα αντιμετωπίσει την λαϊκή επανάσταση».

Υποτιμούμε πόση δύναμη έχουν οι άνθρωποι όταν επιλέγουν να αντισταθούν.

Οι γονείς σε όλο το έθνος απωθήθηκαν κατά των εντολών για μάσκες και πολλά σχολικά συμβούλια υποχώρησαν και έκαναν τις μάσκες προαιρετικές. Πολλοί εργαζόμενοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις εντολές εμβολίων και πολλοί εργοδότες υποχώρησαν (ή τουλάχιστον έδωσαν ευρείες εξαιρέσεις). Οι γονείς και οι υπάλληλοι δεν κέρδισαν σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά έχουν κερδίσει τις περισσότερες μάχες από ό,τι πολλοί συνειδητοποιούν και ο πόλεμος απέχει πολύ από το να τελειώσει.

Η ισχυρή και ενωμένη αντιπολίτευση οδήγησε επίσης σε ανατροπές των πολιτικών της κυβέρνησης για τον κορωνοϊό και περισσότερες εντολές αίρονται καθώς ασκείται μεγαλύτερη πίεση. Πρέπει να συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε και να βοηθάμε τους άλλους να κάνουν το ίδιο, αναγνωρίζοντας ότι το κόστος που θα επιβαρυνθούμε θα αξίζει τον κόπο στο τέλος.

Το κόστος της διαφωνίας

Έχεις σεβασμό στην κοινότητα. Γιατί; Γιατί οι στάσεις σου είναι ίδιες με τις στάσεις της κοινότητας. Είναι όμως σεβαστή η στάση της κοινότητας; Εμείς—εσείς και εγώ—θέλουμε την έγκριση της κοινότητας στην βάση της κοινότητας. Δεν θέλουμε την έγκριση των εγκληματιών, αλλά η κοινότητα αποφασίζει τι είναι εγκληματικό και τι όχι.

Αυτό είναι η παγίδα.

Εσύ και εγώ -και οι δέκα φίλοι μου Ναζί- είμαστε μέσα στην παγίδα.

Δεν έχει να κάνει άμεσα με τον φόβο για την ασφάλεια του ατόμου ή της οικογένειάς του, την δουλειά του ή την περιουσία του. Μπορεί να τα έχω όλα αυτά, να μην τα χάσω ποτέ και να είμαι ακόμα στην εξορία. . . Θέλω την ασφάλειά μου, εκτός κι αν έχω συνηθίσει να είμαι, αντιφρονούντας, ερημίτης ή σνομπ, απλά μαθηματικά.

Στην Γερμανία του Χίτλερ, το να απομακρυνθεί κανείς από τις αποδεκτές ανησυχίες, να παρεκκλίνει από την αποδεκτή αφήγηση, ήταν σαν να θέλει να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο.

Και έτσι είναι σήμερα. Οι διαφωνούντες αντιμετωπίζονται ως αυτοί που προκαλούν προβλήματα. Η αμφισβήτηση των αποδεκτών αφηγήσεων ή η αμφισβήτηση της «συναίνεσης» προκαλεί την οργή τόσο των καθημερινών πολιτών όσο και των πολιτιστικών ελίτ.

Η διαφωνία είναι επικίνδυνη, όχι επειδή κάποιος είναι πραγματικά λανθασμένος στις εκτιμήσεις του, αλλά επειδή οι εκτιμήσεις του αμφισβητούν αποδεκτά δόγματα.

Το κόστος συμμόρφωσης

Το να διαφωνείς έχει κόστος.

Οι φίλοι του Mayer κινδύνευαν διαρκώς να χάσουν τις δουλειές και τις ελευθερίες τους – και πιθανώς την ζωή τους. Αλλά υπάρχει επίσης ένα κόστος για την συμμόρφωση και αυτό το κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο από οτιδήποτε μπορούμε να φανταστούμε αυτήν την στιγμή.

Ακούστε προσεκτικά τον Mayer:

«Είναι όλο και πιο ξεκάθαρο ότι, αν πρόκειται να κάνεις κάτι αντίθετο από το αποδεκτό αφήγημα τότε προφανώς είσαι ταραχοποιός. Περιμένεις λοιπόν και περιμένεις. Αλλά η μία μεγάλη συγκλονιστική στιγμή, που δεκάδες ή εκατοντάδες ή χιλιάδες άλλοι άνθρωποι θα συμφωνούν μαζί σου και θα ενωθούν με εσένα, η στιγμή αυτή δεν έρχεται ποτέ. Αυτή είναι η δυσκολία.

Αν η τελευταία και χειρότερη πράξη όλου του καθεστώτος είχε γίνει αμέσως μετά την πρώτη και την μικρότερη εντολή, χιλιάδες, ναι, εκατομμύρια άτομα θα είχαν σοκαριστεί αρκετά — αν, ας πούμε, η εκτόξευση με αέρια κατά των Εβραίων το ’43 είχε γίνει αμέσως μετά τα “Αυτοκόλλητα” τα οποία τοποθετήθηκαν σε βιτρίνες μη εβραϊκών καταστημάτων το ’33. Αλλά φυσικά δεν συμβαίνει αυτό. Ενδιάμεσα έρχονται τα εκατοντάδες μικρά βήματα, μερικά από αυτά ανεπαίσθητα, που το καθένα σε προετοιμάζει να μην σοκαριστείς από το επόμενο.

Και μια μέρα, πολύ αργά, οι αρχές σου, αν τις αντιμετώπισες ποτέ, ορμούν πάνω σου. Το βάρος της αυταπάτης έχει βαρύνει πάρα πολύ και κάποιο μικρό περιστατικό, στην περίπτωσή μου το πολύ μικρό αγοράκι μου, αρχίζει να δείχνει με το δάχτυλο και να λέει «Εβραϊκό γουρούνι» και εκείνη την στιγμή βλέπεις ότι όλα, τα πάντα, έχουν αλλάξει εντελώς κάτω από την μύτη σου. Ο κόσμος στον οποίο ζεις -το έθνος σου, ο λαός σου- δεν είναι καθόλου ο κόσμος στον οποίο γεννήθηκες.

Οι φόρμες είναι όλες εκεί, όλες ανέγγιχτες, όλες καθησυχαστικές, τα σπίτια, τα μαγαζιά, οι δουλειές, τα γεύματα, οι επισκέψεις, οι συναυλίες, ο κινηματογράφος, οι διακοπές. Αλλά το πνεύμα, που ποτέ δεν προσέξατε επειδή κάνατε το ισόβιο λάθος να το ταυτίσετε με τις φόρμες, αλλάζει.

Τώρα ζείτε σε έναν κόσμο μίσους και φόβου και οι άνθρωποι που μισούν και φοβούνται δεν το ξέρουν ούτε οι ίδιοι.

«Έχετε κάνει σχεδόν όλη την διαδρομή μόνοι σας. Η ζωή είναι μια συνεχής διαδικασία, μια ροή, όχι μια διαδοχή πράξεων και γεγονότων. Έχει κυλήσει σε ένα νέο επίπεδο, κουβαλώντας σας μαζί του, χωρίς καμία προσπάθεια αντίστασης από μέρους σας. Σε αυτό το νέο επίπεδο που ζεις, ζεις κάθε μέρα πιο άνετα, με νέα ήθη, νέες αρχές.

Έχετε αποδεχτεί πράγματα που δεν θα δεχόσασταν πριν από πέντε χρόνια, πριν από ένα χρόνο, πράγματα που ο πατέρας σας, ακόμη και στην Γερμανία, δεν μπορούσε να φανταστεί. Και ξαφνικά πέφτουν όλα, μονομιάς. Βλέπεις τι είσαι, τι έχεις κάνει ή, ακριβέστερα, τι δεν έχεις κάνει (γιατί αυτό ήταν το μόνο που απαιτούνταν από τους περισσότερους από εμάς: να μην κάνουμε τίποτα).

“Τότε τι; Τότε πρέπει να αυτοπυροβοληθούμες; Προσαρμόζουμε τις αρχές σας; Ή μαθαίνουμε να ζούμε το υπόλοιπο της ζωής μας με την ντροπή μας. Αυτό το τελευταίο είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει, υπό τις περιστάσεις, στον ηρωισμό: ντροπή. Πολλοί Γερμανοί έγιναν αυτό το φτωχό είδος ήρωα, πολλοί περισσότεροι, νομίζω, από ό,τι ξέρει ή ενδιαφέρεται να μάθει ο κόσμος».

Έχω διαβάσει αυτήν την ενότητα περισσότερες φορές από όσες μπορώ να μετρήσω, και καθώς την διαβάζω πάλι και τώρα, κλαίω για τις δικές μου αποτυχίες. Οι δικοί μου φόβοι. Η δική μου συνενοχή στην αργή ανάπτυξη του ολοκληρωτισμού του Covid. Να επιτρέπεται στις κυβερνήσεις και τα μέσα ενημέρωσης να ορίζουν αφηγήσεις. Δεν είναι όμως αργά! Αυτό που έρχεται με τις ψηφιακές ταυτότητες και τα ψηφιακά διαβατήρια είναι πιο ύπουλο και πιο έξυπνο, αλλά υπάρχει ακόμη χρόνος για να αντισταθούμε. Αλλά πρέπει να αποφασίσουμε να αντισταθούμε τώρα. Πρέπει να αποφασίσουμε να είμαστε ενωμένοι. Και πρέπει να το κάνουμε ανεξαρτήτως κόστους.

«Ξέρεις», συνέχισε, “όταν οι άνθρωποι που καταλαβαίνουν τι ακριβώς συμβαίνει – την κίνηση, δηλαδή, της ιστορίας, όχι τις αναφορές μεμονωμένων γεγονότων ή εξελίξεων – όταν αυτοί οι άνθρωποι δεν αντιδρούν ή διαμαρτύρονται, δεν μπορεί να περιμένει κανείς τίποτα από αυτούς που δεν καταλαβαίνουν. Πόσοι άνδρες θα λέγατε ότι καταλαβαίνουν -με αυτή την έννοια- στην Αμερική; Και όταν, καθώς η κίνηση της ιστορίας επιταχύνεται και αυτοί που δεν καταλαβαίνουν αν τρελαθούν από φόβο, όπως ο λαός μας, και γίνουν ένας μεγάλος “πατριωτικός” όχλος, Τι θα γίνει; θα καταλάβουν τότε;».

Το καθήκον είναι εμείς που βλέπουμε τι συμβαίνει να σηκωθούμε και να αντισταθούμε. Όλοι θα επωμιστούμε κάποιο κόστος, είτε τώρα είτε στο μέλλον.

Μερικοί από εμάς έχουμε βιώσει ήδη ένα κόστος: έχουμε χάσει δουλειές, χάσαμε φίλους, ακόμη και ελευθερίες. Έχουμε αναλάβει το κόστος της τυραννικής υπερβολής στο όνομα της δημόσιας υγείας.

Έχω χάσει το μέτρημα του αριθμού των ανθρώπων που γνωρίζω που δεν τους επιτρεπόταν να πουν αντίο στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Στους οποίους απαγορεύτηκε η πρόσβαση σε δυνητικά σωτήριες θεραπείες. Οι κάποιοι αρνήθηκαν την ιατρική περίθαλψη στο όνομα του κοινού καλού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι έχουμε υποφέρει τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά η αποτυχία να αντισταθούμε σε αυτήν την διαρκώς καταπατητική τυραννία θα κοστίσει περισσότερο από όσο μπορούμε να κατανοήσουμε αν συνεχίσουμε να την αφήνουμε να λειτουργεί ανεξέλεγκτη. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα μας κοστίσει να υπερασπιστούμε την αλήθεια και την ελευθερία τους επόμενους μήνες και χρόνια. Αλλά αυτό που μπορώ να πω με σχεδόν βεβαιότητα είναι ότι το κόστος της παρούσας αντίστασης θα είναι πολύ πιο ανεκτό για την συνείδησή μας και ίσως για την ζωή μας από ό,τι η αποτυχία να αντισταθούμε. Το πιο σημαντικό είναι ότι η αντίσταση τώρα θα είναι σίγουρα πιο αποδεκτή για τις ζωές των παιδιών μας.

Η επιλογή μπροστά μας

Εξαιτίας των κινδύνων για την ζωή τους και τις οικογένειές τους, πολλοί Γερμανοί αρνήθηκαν να μιλήσουν ανοιχτά για το τι συνέβαινε τότε, ακόμη και όταν γνώριζαν. Και οι φόβοι τους ήταν απολύτως δικαιολογημένοι:

«Όσοι επέστρεψαν από το Μπούχενβαλντ τα πρώτα χρόνια είχαν υποσχεθεί -όπως κάθε κρατούμενος κάθε Γερμανικής φυλακής έπρεπε πάντα να υποσχεθεί μετά την αποφυλάκισή του- να μην συζητήσει την εμπειρία του από την φυλακή. Έπρεπε να είχες αθετήσει την υπόσχεσή σου. Έπρεπε να το είχες πει στους συμπατριώτες σου, μπορεί, αν και οι πιθανότητες ήταν όλες εναντίον σου, να είχες σώσει την χώρα σου αν το είχες κάνει. Αλλά δεν το έκανες. Το είπες στην γυναίκα σου ή στον πατέρα σου και τους όρκισες να τηρήσουν απόλυτη μυστικότητα. Και έτσι, αν και εκατομμύρια μάντευαν, μόνο χιλιάδες ήξεραν. Μήπως ήθελες να ξαναεπιστρέψεις στο Μπούχενβαλντ; Δεν λυπήθηκες για αυτούς που έμειναν εκεί; Και δεν χάρηκες που ήσουν έξω;».

Το ίδιο δεν συμβαίνει με αυτούς που είχαν δραπετεύσει από τους καταυλισμούς και στην Βόρεια Κορέα; Ή με τους Ουιγούρους που απελευθερώθηκαν από «εγκαταστάσεις επανεκπαίδευσης» στο Xinjiang της Κίνας; Δεν τολμώ να κρίνω αυστηρά όσους δεν έχουν μιλήσει, καθώς δεν έχω τρόπο να καταλάβω τι έχουν βιώσει. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι εγώ —και ότι όλοι όσοι διαβάζουν αυτό το κομμάτι—θα έχουμε την αποφασιστικότητα να μιλήσουμε σε αυτές τις σκοτεινές ώρες. Να σταθούμε ώμο με ώμο, να μην αποφεύγουμε τις ευθύνες μας απέναντι στα παιδιά μας, στους γείτονές μας και στις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς. Αλλά πάλι μετά σκέφτομαι τα παιδιά μου – τις τρεις πολύτιμες κόρες μου – και σκέφτομαι το σημερινό κόστος της αντίθετης στάσης.

Αν μιλήσω, μπορεί να με συλλάβουν, να παγώσουν οι τραπεζικοί μου λογαριασμοί, να ανασταλεί ή να ανακληθεί η επαγγελματική μου άδεια. Η ικανότητά μου να φροντίζω την οικογένειά μου θα μπορούσε να μειωθεί πολύ. Ακόμη περισσότερο, αν μια μέρα με συλλάβουν και με οδηγήσουν στην φυλακή ή σε ένα στρατόπεδο (ή όπως λέγονται οι εγκαταστάσεις όπου κρατούνται οι άνθρωποι παρά την θέλησή τους), δεν θα είμαι παρών για να παίξω μπάλα με την μικρότερη κόρη μου, να δω την δεύτερη να οδηγεί το χόβερμπορντ της ή να ακούσω την μεγαλύτερη μου να μου διαβάζει. Μπορεί να μην είμαι σε θέση να τα βάλω στο κρεβάτι, να τους τραγουδήσω, να προσευχηθώ μαζί τους – και όχι μόνο για μια νύχτα, αλλά για εβδομάδες ή μήνες (αν όχι χρόνια). Είμαι λοιπόν διχασμένος.

Οπότε τι κάνω; Μιλάω, παρόλο που γνωρίζω ότι η έκφραση της διαφωνίας μου θα μπορούσε να ανατρέψει τις ζωές των κοριτσιών μου και να τις καταστήσει σχεδόν χωρίς πατέρα; Ή μήπως επιλέγω να παραμείνω σιωπηλός, με τις διαμαρτυρίες της καρδιάς μου να καταπνίγονται μέχρι να συρρικνωθούν; Αποδέχομαι ένα νέο κανονισμό δυστοπικής τυραννίας για να είμαι φυσικά παρών με τα παιδιά μου, γνωρίζοντας ότι αυτή η επιλογή θα παρασύρει τις κόρες μου (και τις οικογένειες και τους απογόνους τους) σε έναν ολοκληρωτισμό που μπορεί να μην ανατραπεί ποτέ; Τι θα αναγκαστώ να κάνω τότε; Ποιο είναι το σωστό τελικά; Τι θα επιλέξω να κάνω τώρα; Ξέρω τι ελπίζω να επιλέξω, αλλά βλέπετε την δυσκολία;

Τι Θα Διαλέξουμε;

Τα τελευταία δύο χρόνια, κοιτάμε κατάματα αυτές τις επιλογές. Σίγουρα οι Αυστραλοί έχουν έρθει αντιμέτωποι με αυτές, όπως και οι πολίτες της Νέας Ζηλανδίας. Η Αυστρία, η Ισπανία, η Ιταλία και ο Καναδάς -και πολλά ανατολικά έθνη- που σίγουρα και αυτά έχουν έρθει σε αυτήν την θέση. Και σε πολλές πολιτείες σε ολόκληρο το έθνος, οι συμπατριώτες μας Αμερικανοί αντιμετώπισαν αυτές τις επιλογές και ένιωσαν το βάρος του διαχωρισμού και των διακρίσεων.

Συχνά κάνω στους μαθητές μου την ακόλουθη ερώτηση όταν συζητάμε αυτό το βιβλίο κάθε άνοιξη: τι θα συμβεί εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα ελεύθερα έθνη πέσουν σε τυραννία; Στην Γερμανία πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν τουλάχιστον δυνατή η μετανάστευση αλλού. Θα μπορούσε να βγει κάποιος αν είχε τα μέσα και αν το έβλεπε να έρχεται στην ώρα του. Τι γίνεται όμως αν εγκαταλείψουμε τον αγώνα; Πού αλλού μπορούμε να πάμε; Προς τα πού μπορούν να φύγουν τα παιδιά μας; Αν ολόκληρος ο κόσμος γίνει σαν την Κίνα, δεν υπάρχει πουθενά αλλού να ξεφύγει όταν θα βλέπει την καταιγίδα να πλησιάζει.

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Πρέπει να αποφασίσουμε σήμερα να χαράξουμε μια γραμμή που δεν πρέπει να ξεπεραστεί. Όπως έγραψαν άλλοι, θα έπρεπε να είχαμε τραβήξει την γραμμή στην περίοδο της επιβολής μάσκας. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έχουν καταστήσει ολόκληρες κοινωνίες κάνοντάς τες πιο συμμορφωτικές κρύβοντας τα πρόσωπά μας. Σε τόσες πολλές περιπτώσεις, δεν βλέπουμε πλέον τους άλλους ως ανθρώπους. Αντιθέτως, τους θεωρούμε απειλές, ως ανώνυμους φορείς ασθενειών.

Αλλά επειδή δεν τραβήξαμε την γραμμή στις μάσκες το 2020, πρέπει να ανακτήσουμε αυτό το έδαφος που χάθηκε. Πρέπει να αγωνιστούμε για να τερματίσουμε όχι μόνο τις τρέχουσες εντολές για μάσκα και εμβόλια (και άλλους εναπομείναντες περιορισμούς για τον Covid), αλλά δεν πρέπει να υποχωρήσουμε έως ότου η πιθανότητα τέτοιων εντολών θεωρηθεί όχι μόνο ως πολιτικά αβάσιμη αλλά και ηθικά απαράδεκτη.

Και ανεξάρτητα από το κόστος, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να δεχτούμε την χρήση ψηφιακών διαβατηρίων. Και τέλος, δεν πρέπει να ασχολούμαστε μόνο με την αλλαγή πολιτικών, πρέπει να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε καρδιές και μυαλά, να αφυπνίσουμε τους άλλους στην πραγματικότητα αυτού που συμβαίνει.

Φίλοι μου, πρέπει να δράσουμε – πρέπει και εγώ, πρέπει και εσύ. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για αναμονή.

Πλάτων: η ουσία της σωματικής ομορφιάς

ΠΛΑΤΩΝ: 428–348 π.Χ.

Πνευματική ή Σωματική Ομορφιά;

§1

Προ-κατανοήσεις

Όπως είναι γνωστό, ο Πλάτων είχε καλλιεργηθεί με συστηματική διδασκαλία και άσκηση σε όλες τις τέχνες, με τις οποίες ο γιος μιας αριστοκρατικής και πλούσιας οικογένειας θα έπρεπε να είναι εξοικειωμένος. Στο πλαίσιο μια τέτοιας πολύπλευρης εκπαίδευσης μπόρεσε να κερδίσει πολλά λογοτεχνικά βραβεία, να ασχοληθεί σοβαρά με την ποίηση και να σχεδιάσει την επαφή του, ως ένας από τους διαγωνιζόμενους για το βραβείο, με την τραγωδία σε κάποια από τις γιορτές προς τιμή του Διόνυσου. Αλλά όταν «ανακάλυψε» τον Σωκράτη, έριξε τα ποιητικά του πονήματα στις φλόγες και εγκατέλειψε κάθε βλέψη προς πολιτική ενεργοποίηση, όπως συνηθιζόταν κατά την καθιερωμένη παράδοση. Είναι τότε που εσωτερίκευσε με τον δικό του τρόπο τη διδασκαλία του μεγάλου δασκάλου του. Η βαθιά επίδραση που άσκησε το σωκρατικό πρότυπο στον Πλάτωνα φαίνεται και από τον τρόπο άρθρωσης του λόγου του, από τα νεανικά του ήδη έργα έως και εκείνα των πιο ώριμων φάσεων της σκέψης του.

§2

Συν-κατανοήσεις

Στους διαλόγους του διατύπωσε συχνά - πυκνά, κατά την εξέλιξη της σκέψης του, μοναδικούς στοχασμούς που συμπυκνώνουν βαθιά νοήματα, συνδυάζουν υψηλή αισθητική με προχωρημένη ηθική για την εποχή του αλλά και για τις δικές μας αντίστοιχα και δεν χάνουν ποτέ τη διαχρονική τους αξία. Ας συζητήσουμε ορισμένους σχετικά με την πνευματική και τη σωματική ομορφιά. Στον διάλογο: Χαρμίδης ο Σωκράτης συζητάει περί σωφροσύνης. Ο Πλάτων αφήνει, στον παρόντα διάλογο, να υπονοείται ότι αυτή η αρετή αλλά και γενικότερα η αρετή ως τέτοια είναι κατ’ εξοχήν χρήσιμη στο άτομο, στο βαθμό που το τελευταίο τη διαθέτει. Τούτο σημαίνει πως δεν φτιάχνει το άτομο την κάθε αρετή, αλλά η τελευταία έχει μια ακατάλυτη αυταξία και ευταξία, που ανυψώνει το άτομο τόσο σωματικά όσο πνευματικά.

Επιπλέον, μας λέει ο φιλόσοφος ότι αυτό είναι δυνατό μόνο αν η αρετή παρέχει στον άνθρωπο τη γνώση σχετικά με το τι είναι καλό και τι κακό. Από τις συζητήσεις του διαλόγου μαθαίνουμε επίσης ότι οι καλές ενέργειες είναι το αποτέλεσμα της γνώσης του καλού.

§3

Θεωρία και πράξη της αρετής

Εξετάζοντας προσεκτικά μερικά από τα συμπεράσματα του Χαρμίδη, καταλήγουμε στο αποτέλεσμα ότι δεν πρέπει να κρίνουμε την εξωτερική συνέπεια μιας δράσης ως ηθική, αλλά κυρίως τη βούληση. Τελικά, το ίδιο το άτομο μπορεί να διεκδικήσει την ανάβασή του στο αισθητικά και ηθικά ανώτερο, αρκεί να έχει γνώση και επί-γνωση του δρόμου της αρετής. Στον διάλογο ο Σωκράτης παρουσιάζεται να έχει επιστρέψει το βράδυ από τη μάχη της Ποτίδαιας και την άλλη ημέρα να επισκέπτεται την παλαίστρα του Ταυρέα, όπου συναντά πολλούς γνωστούς του, αλλά και αγνώστους. Η παρουσία του εκεί έχει διπλή σημασία: α) γυρίζει από την πολιορκία της Ποτίδαιας σώος, πράγμα που παραπέμπει στη θαρραλέα και ψύχραιμη στάση που επέδειξε εκείꞏ β) με εκείνη τη στάση επιβεβαιώνει στην πράξη πως όσα συζητάει περί ανδρείας, σωφροσύνης κ.λπ. με τους νεαρούς φίλους του στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα, τους λεγόμενους σωκρατικούς, τα πιστεύει και τα εφαρμόζει. Ποιοι είναι οι λόγοι που τον κάνουν να τα πιστεύει;

§4

Η λογική μέθοδος, με την οποία επεξεργάζεται τις σκέψεις του. Αφού λοιπόν ο Σωκράτης απάντησε σε μια σειρά από ερωτήματα καθημερινής υφής για τη ζωή του στο στρατόπεδο, άρχισε κι αυτός να ρωτάει:

«τους ρώτησα κι εγώ για τα νέα της Αθήνας, για τη φιλοσοφία σε ποια κατάσταση βρισκόταν τώρα, για τους νέους, εάν είχαν διακριθεί μερικοί απ’ αυτούς σε σοφία [μάθηση], σε ομορφιά [κάλλος] ή και σε αμφότερα»[1].

Ο Σωκράτης εμφανίζεται εδώ να ρωτάει για δυο θεμελιακές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης: τη σωματική ομορφιά και την ψυχική-πνευματική καλλιέργεια. Αμφότερες αυτές οι πτυχές δεν μπορούν να υπάρχουν παρά μόνο αλληλένδετες. Και για να κατανοήσουμε τούτο, να το κάνουμε αρχή ζωής, είναι απαραίτητοι οι καλοί λόγοι, δηλαδή η ως άνω λογική μέθοδος. Κατ’ αυτή τη μέθοδο, όταν οι εν λόγω πτυχές αντιμετωπίζονται αποκομμένα, η ανθρώπινη οντότητα δεν αναπτύσσεται αρμονικά και κατ’ επέκταση η κοινότητα Αυτό υπαινίσσεται εδώ ο Σωκράτης ή το προϋποθέτει για να αναπτυχθεί η συζήτηση. Τη σωματική ομορφιά εδώ την ενσαρκώνει ο Χαρμίδης. Την πνευματική ομορφιά όμως ποιος;

§5

Παραμένει αίτημα της φιλοσοφίας και των αληθινών φιλοσόφων. Ποιους θεωρεί αληθινούς φιλοσόφους ο Πλάτων; Αυτούς που χωρούν πέρα από την ψευτο-φιλοσοφία και την εριστική τέχνη· αυτούς που ενστερνίζονται τη διαλεκτική τέχνη και προσπαθούν να εναρμονίσουν τη θεωρία με την πράξη, τις ιδέες με τον τρόπο ζωής. Στον Φίληβο γίνεται λόγος για την ηδονή. Δια στόματος Σωκράτη ο Πλάτων αποφαίνεται πως

«για όλα τα ζωντανά πλάσματα αγαθό είναι η φρόνηση, η νόηση και το έργο της ανάμνησης και όλα πάλι όσα συγγενεύουν με αυτά, δηλαδή η ορθή γνώμη και οι αληθινοί στοχασμοί· αυτά είναι προτιμότερα από την ηδονή και σπουδαιότερα για όλα τουλάχιστον τα πλάσματα που είναι ικανά να έχουν κάποια μέθεξη σ’ αυτά».

Το θέμα που διερευνάται είναι, εάν το ύψιστο αγαθό για τον ανθρώπινο βίο είναι η ηδονή ή η φρόνηση. Αρχομένης της συζήτησης, ο Φίληβος υποστηρίζει ότι το αγαθό συνδέεται με την απόλαυση, την ηδονή και την τέρψη. Ο Σωκράτης αντιτείνει πως το αγαθό συνάπτεται με τη φρόνηση, τη νόηση, τη μνήμη, την ορθή γνώμη και τους αληθινούς στοχασμούς, δηλαδή με αρετές άφθαρτες στον χρόνο και συνεχώς επίκαιρες. Η διάκριση ανάμεσα στη ζωή της ηδονής και σε εκείνη της σοφίας γίνεται με βάση το αγαθό, όπως προσδιορίζεται στο ως άνω απόσπασμα. Ανεξάρτητα βέβαια από τη διαφωνία του Σωκράτη με τον συνομιλητή του για την προτεραιότητα της ζωής της ηδονής ή της ζωής της σοφίας, αμφότεροι συμφωνούν να χαρακτηρίσουν την καλή ζωή ως εκείνη που σε κάθε περίπτωση θα προσεγγίσει την αριστεία. Έτσι πρέπει να ξέρουμε ποια ζωή πλησιάζει περισσότερο στην τέλεια ζωή, που είναι η ευτυχισμένη ζωή.
-----------------------------------
[1] Χαρμίδης 153d1-5.