Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (438-467)

ΒΑ. καὶ δὴ πέφρασμαι· δεῦρο δ᾽ ἐξοκέλλεται·
ἢ τοῖσιν ἢ τοῖς πόλεμον αἴρεσθαι μέγαν
440 πᾶσ᾽ ἔστ᾽ ἀνάγκη, καὶ γεγόμφωται σκάφος
στρέβλαισι ναυτικαῖσιν ὡς προσηγμένον.
ἄνευ δὲ λύπης οὐδαμοῦ καταστροφή.
[καὶ χρήμασιν μὲν ἐκ δόμων πορθουμένοις
γένοιτ᾽ ἂν ἄλλα κτησίου Διὸς χάριν
445 ἄτης γε μείζω, καὶ μετεμπλήσαι γόμον.
καὶ γλῶσσα τοξεύσασα μὴ τὰ καίρια,
448 ἀλγεινὰ θυμοῦ κάρτα κινητήρια,
447 γένοιτο μύθου μῦθος ἂν θελκτήριος·
ὅπως δ᾽ ὅμαιμον αἷμα μὴ γενήσεται,
450 δεῖ κάρτα θύειν καὶ πεσεῖν χρηστήρια
θεοῖσι πολλοῖς πολλά, πημονῆς ἄκη.]
ἦ κάρτα νείκους τοῦδ᾽ ἐγὼ παροίχομαι·
θέλω δ᾽ ἄιδρις μᾶλλον ἢ σοφὸς κακῶν
εἶναι· γένοιτο δ᾽ εὖ, παρὰ γνώμην ἐμήν.
455 ΧΟ. πολλῶν ἄκουσον τέρματ᾽ αἰδοίων λόγων.
ΒΑ. ἤκουσα, καὶ λέγοις ἄν· οὔ με φεύξεται.
ΧΟ. ἔχω στρόφους ζώνας τε, συλλαβὰς πέπλων.
ΒΑ. τάχ᾽ ἂν γυναικῶν ταῦτα συμπρεπῆ πέλοι.
ΧΟ. ἐκ τῶνδε τοίνυν, ἴσθι, μηχανὴ καλή—
460 ΒΑ. λέξον τίν᾽ αὐδὴν τήνδε γηρυθεῖσ᾽ ἔσῃ.
ΧΟ. εἰ μή τι πιστὸν τῷδ᾽ ὑποστήσεις στόλῳ—
ΒΑ. τί σοι περαίνει μηχανὴ συζωμάτων;
ΧΟ. νέοις πίναξι βρέτεα κοσμῆσαι τάδε.
ΒΑ. αἰνιγματῶδες τοὔπος· ἀλλ᾽ ἁπλῶς φράσον.
465 ΧΟ. ἐκ τῶνδ᾽ ὅπως τάχιστ᾽ ἀπάγξασθαι θεῶν.
ΒΑ. ἤκουσα μαστικτῆρα καρδίας λόγον.
ΧΟ. ξυνῆκας· ὠμμάτωσα γὰρ σαφέστερον.

***
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Λοιπόν έγινε η κρίση μου κι εδ᾽ όξω πέφτει:
σε πόλεμο ή μ᾽ αυτούς ή με τούτους να ᾽ρθούμε
440 ανάγκη πάσα· κι έχει το σκαρί στεριώσει
που του ᾽χουν την καρφοδεσιά σφίξει οι μαγγάνες·
δε βλέπω λύση πουθενά με δίχως πόνο,
450 ή τίποτ᾽ απ᾽ αυτή δε νιώθω την αμάχη·
μα κάλλιο ανίδεος θα ᾽θελα να ήμουνε μάντης,
παρά σοφός για το κακό· κι άμποτε, ενάντια
στην πρόβλεψή μου, σε καλό να βγούνε τέλος.
ΧΟΡΟΣ
Τώρ᾽ απ᾽ τα τόσα μου λοιπόν τα παρακάλια
άκουε το τέλος.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Λέγε μου και θα σ᾽ ακούσω.
ΧΟΡΟΣ
Γύρω στη μέση μου φορώ, θωρείς, ζωνάρια –
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ε, βέβαια· όπως το θέλει η φορεσιά η γυναίκεια.
ΧΟΡΟΣ
Λοιπόν μ᾽ αυτά μια ωραία μηχανή, να ξέρεις –
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
460 Λέγε, τί θες να πεις μ᾽ αυτά που λες τα λόγια.
ΧΟΡΟΣ
Σε μας εδώ, αν υπόσχεση πιστή δε δώσεις –
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Για ποιά θενα σου χρειαστούν μηχανή οι ζώνες·
ΧΟΡΟΣ
Με νέα τους θεούς σας τάματα για να στολίσω.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Μ᾽ αινίγματα λαλείς· πιο απλά δε μου εξηγιέσαι;
ΧΟΡΟΣ
Απ᾽ τ᾽ αγάλματα αυτά θα κρεμαστώ ώρα ώρα.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Κύριε φύλαγε! μόκοψες στην καρδιά το αίμα.
ΧΟΡΟΣ
Μ᾽ ένιωσες τώρα, που πιο ξάστερα σου τα είπα.

Θουκυδίδης και Thomas Hobbes

O Thomas Hobbes (1588 - 1679) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους διανοητές και πολιτικούς φιλοσόφους της νεώτερης εποχής. Στο πλαίσιο της εμφύλιας διαμάχης μεταξύ βασιλοφρόνων και κοινοβουλευτικών στην Αγγλία του Που αιώνα, ο Hobbes πρότεινε μία νέα συγκεντρωτική πολιτεία προς όφελος της κοινωνίας, μελετώντας και εμπνεόμενος σε μεγάλο βαθμό από τον Θουκυδίδη.
  
ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

O THOMAS HOBBES KAI H ΕΠΟΧΗ TOY
Ο Thomas Hobbes (Τόμας Χομπς) ήταν επιφανής Άγγλος φιλόσοφος του 17ου αιώνα, εκπρόσωπος του ορθολογιστικού φιλοσοφικού ρεύματος και κορυφαίος πολιτικός στοχαστής (1). Παράλληλα, ο Hobbes συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους μελετητές του έργου του Θουκυδίδη. Το 1628 μετέφρασε την Ιστορία από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία (2). Η μετάφραση του επαινέθηκε από τον μεγαλύτερο Άγγλο συγγραφέα της εποχής του, τον Ben Johnson. Ακόμη και σήμερα, η μετάφραση του θεωρείται μία από τις πλέον άρτιες και επιτυχείς αποδόσεις του αρχαιοελληνικού κειμένου. Το κείμενο του Hobbes εκτός από μετάφραση αποτελούσε και ερμηνεία του αρχαιοελληνικού κειμένου.
 
Η πρώτη μετάφραση της Ιστορίας του Θουκυδίδη έγινε το 1452 στη λατινική, από τον Lorenzo Valla. Με 6άση αυτή ακολούθησαν οι πρώτες δύο αγγλικές μεταφράσεις, το 1550 από τον Thomas Nicolls και το 1573 από τον William Smith (3). Η μετάφραση του Hobbes διαφέρει από τις δύο αυτές απόπειρες, καθότι πραγματοποιήθηκε απευθείας από το ελληνικό πρωτότυπο. Κατ' αυτόν τον τρόπο το αγγλικό κείμενο που προέκυψε και η νοηματική του ανάλυση δεν ανάγονταν σε ένα άλλο, πιθανώς αποκλίνον κείμενο (4).
 
Αναφερόμενος στον Θουκυδίδη ο Hobbes έγραφε: «από τα αρχαία κείμενα πάντως μου άρεσε ιδιαίτερα ο Θουκυδίδης» («sed mihi prae reliquis Thucydides placuit» -Latin Works of Thomas Hobbes (στο εξής LWTH), Ixxxviii). Η απόφαση του να μεταφράσει την Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου του Θουκυδίδη δικαιολογείται από τον ίδιο με το σκεπτικό ότι ο Αθηναίος ιστορικός εκπληρώνει στο ακέραιο την πρωταρχική λειτουργία της ιστοριογραφίας, τη διδαχή των ανθρώπων, ώστε να ωφεληθούν με τη γνώση και αντίστοιχα να διαμορφώσουν τις μελλοντικές τους πράξεις: «Καθώς το πρωταρχικό και κύριο έργο της ιστορίας είναι να συμβουλεύει τους ανθρώπους και, με την επίγνωση των γεγονότων του παρελθόντος, να τους δίνει την ικανότητα να διάγουν τον βίο τους με σύνεση στο παρόν και προνοητικά για το μέλλον. Δεν υπάρχει άλλος συγγραφέας που εκπληρώνει καλύτερα αυτόν τον σκοπό απ’ ό,τι ο Θουκυδίδης» (English Works of Thomas Hobbes Vili, vii).
 
Πώς όμως οδηγήθηκε ο Άγγλος φιλόσοφος στην επιλογή και μετάφραση του έργου του Θουκυδίδη; Ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι λόγοι, για τους οποίους ενέταξε στο συγγραφικό του έργο ένα τέτοιο εγχείρημα, στο οποίο μάλιστα ανατρέχει συχνά σε άλλα του έργα, αμιγώς φιλοσοφικού και πολιτικού περιεχομένου; Ή, με άλλα λόγια, ποια σκοπιμότητα εξυπηρετούσε το κείμενο του Θουκυδίδη και τι είδους ιδεολογική χρήση υπέστη; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που οφείλουμε να διερευνήσουμε στην απόπειρα μας να προσεγγίσουμε το κοινό υπόβαθρο που συνδέει τους δύο διανοητές, υπερκαλύπτοντας μία χρονική απόσταση 2.000 ετών. O Hobbes γεννήθηκε το 1588, τη χρονιά κατά την οποία η ισπανική Αρμάδα του Φιλίππου Β΄ προσέγγιζε τις ακτές της Αγγλίας. Ο ίδιος μάλιστα αναφέρει ότι δίδυμος αδελφός του ήταν ο φόβος, αποδίδοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το κλίμα που επικρατούσε τότε στην Αγγλία. O Hobbes ήταν βασιλόφρων ως προς τις πολιτικές του απόψεις και οπωσδήποτε εχθρός του κοινοβουλευτισμού, τον οποίο αντιμετώπιζε ως κοινωνική νόσο. Ωστόσο οι ευρύτερες απόψεις του και οι επιστημονικές - αθε-ϊστικές του τάσεις δεν τον καθιστούσαν αγαπητό στη φιλοκαθολική Αυλή του βασιλέα Καρόλου Α΄.
 
Η εκτίμηση που έτρεφε o Hobbes για τον Θουκυδίδη και το έργο του ενδεχομένως επηρεάσθηκε κατά την αρχική της διαμόρφωση από τις απόψεις ενός άλλου σημαντικού Άγγλου φιλοσόφου, του Francis Bacon (1561 - 1626) (5). Η επιρροή του Bacon διαπιστώνεται σε πολλά σημεία του ιδεολογικού συστήματος του Hobbes. O Bacon θεωρούσε και αυτός την Ιστορία του Θουκυδίδη ως τον τέλειο τύπο ιστορικής συγγραφής : «Ιδίως όμως οι ειδικές εκείνες αφηγήσεις και εξιστορήσεις γεγονότων (όπως η περιγραφή του Πελοποννησιακού πολέμου) δεν μπορούν παρά να θεωρούνται από τις καλύτερες ιστορίες που έχουμε γνωρίσει» (6).
 
Φαίνεται, ωστόσο, ότι η προσέγγιση του Hobbes δεν αποτελούσε τόσο την επισήμανση ενός διανοητή που θαύμαζε έναν κατά πολύ αρχαιότερο ομότεχνο του. Περισσότερο υπαγορευόταν από συνειδητούς πολιτικούς σκοπούς. Ως οπαδός ενός απολυταρχικού μοναρχικού καθεστώτος, ο Hobbes ήταν αντίπαλος κάθε δημοκρατικού - κοινοβουλευτικού συστήματος. Πίστεψε ότι διέκρινε τις ίδιες απόψεις στο έργο του Θουκυδίδη και σκόπευε να τις αξιοποιήσει. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο προέβη στη μετάφραση ενός βιβλίου που θα ενίσχυε τις αριστοκρατικές - μοναρχικές αντιλήψεις της εποχής του και θα ανέκοπτε την υιοθέτηση ανατρεπτικών πολιτικών δογμάτων. Ο ίδιος, άλλωστε, είχε παραδεχθεί στην αυτοβιογραφία του ότι μετέφρασε το έργο του Θουκυδίδη για να καταδείξει στην αγγλική κοινωνία «την παραφροσύνη της αθηναϊκής δημοκρατίας».
 
Σε κάθε περίπτωση το σύστημα σκέψης του Hobbes βασίσθηκε ή τουλάχιστον αξιοποίησε πολλά από τα στοιχεία του έργου του Θουκυδίδη. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι το πρώτο του φιλοσοφικό έργο γράφηκε το 1640 (The Elements of Law), ενώ η μετάφραση της Ιστορίας έγινε δώδεκα έτη νωρίτερα.
ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΚΑΙ HOBBES
Η πορεία της σκέψης του Θουκυδίδη είναι επαγωγική. Μεταβαίνει από τα αισθητά, τα άμεσα δηλαδή δεδομένα της εμπειρίας, στη διατύπωση καθολικών κανόνων. Τα γεγονότα που περιγράφει και ερμηνεύει φέρουν την αίγλη της διαχρονίας μέσα από την επαναληπτικότητα που τα χαρακτηρίζει, όχι όμως και την απόλυτη πρόβλεψη. Πρόκειται για μία οπτική των πραγμάτων sub specie aeternitatis, η οποία ωστόσο δεν απομακρύνεται από τα αισθητά δεδομένα.
 
Αντίθετα, η μέθοδος του Hobbes είναι μάλλον απαγωγική και όχι επαγωγική, όπως του Θουκυδίδη. Και αυτό διότι ο Άγγλος φιλόσοφος αναζητεί τις πιθανές και όχι τις πραγματικές αιτίες. Ο Hobbes, επομένως, διαφοροποιείται από την αριστοτελική λογική, η οποία κυριαρχούσε μέχρι τη νεώτερη εποχή στον χώρο των ιδεών. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η αριστοτελική λογική ήταν μεν απαγωγική, αναπτυσσόταν όμως με σταθερούς συλλογισμούς.
 
Οι τύποι δηλώσεων που χρησιμοποιεί o Hobbes για την εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι τρεις: ο περιγραφικός, ο υποθετικός και ο προστακτικός. Αντίστοιχα ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τους εξής: περιγραφικός, αναλυτικός και κριτικός (7).
 
Ευθύς εξαρχής παρατηρείται ταύτιση μεταξύ των δύο συγγραφέων ως προς τη χρήση του περιγραφικού τύπου. Σε πρώτο επίπεδο ο καθένας τους περιγράφει τα άμεσα δεδομένα. Ο Θουκυδίδης τον Πελοποννησιακό πόλεμο μεταξύ των αντίπαλων συνασπισμών της Σπάρτης και της Αθήνας, ο Hobbes την πολιτική κατάσταση και την εμφύλια σύγκρουση στην Αγγλία κατά τον 17ο αιώνα. Στον πρώτο αυτό τύπο δήλωσης, τον περιγραφικό, επικρατεί η ψυχρή και αμερόληπτη οπτική του ιστορικού - παρατηρητή, αν και οι δύο είναι σύγχρονοι με τα γεγονότα που περιγράφουν και μάλιστα συμμετέχουν σε αυτά.
   
Θουκυδίδης (5ος αι. π.Χ.)       
Hobbes (17ος αι.) 
περιγραφικός
αναλυτικός
κριτικός περιγραφικός
υποθετικός
προστακτικός
Μετά από αυτή τη κοινή προσέγγιση, οι απόψεις των Θουκυδίδη και Hobbes διίστανται, χωρίς ωστόσο αναγκαστικά να αντιδιαστέλλονται. Εκεί όπου ο Θουκυδίδης αναλύει, ο Hobbes υποθέτει, εκεί όπου ο Θουκυδίδης κρίνει, ο Hobbes προστάζει. Ο Θουκυδίδης, αφού αναφέρει τα ιστορικά δεδομένα, καταδεικνύει την εσωτερική τους σχέση και τα ταξινομεί σε νοηματικά σύνολα. Οι διατυπώσεις του ανάγονται σε προτάσεις με ευρύτερη ισχύ, όπως οι «νόμοι» για την ανθρώπινη φύση (αναλυτικός τρόπος). O Hobbes, από την άλλη, δεν αναλύει τον τρόπο, με τον οποίο εκδηλώνεται αυτή η νομοτέλεια. Ο ίδιος αναζητεί το πιθανό, όχι το υπαρκτό (υποθετικός τρόπος).
 
Ο Θουκυδίδης ασχολείται με την τέλεση πράξεων, γι’ αυτό και μπορεί να διαγνώσει τα τέλη, τους σκοπούς αυτών των πράξεων. Αναψηλαφώντας αυτή τη σύνδεση, ο αρχαίος ιστορικός ανάγεται στη διαμόρφωση ενός αιτιολογικού συστήματος, απογυμνωμένου από κάθε μεταφυσική παρέμβαση. Έχει κατανοήσει τη σημασία των λόγων του Πρωταγόρα: «Πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος».
 
O Hobbes δεν ασχολείται με τα γεγονότα και την αιτιολόγηση τους αλλά με τα φαινόμενα, την όψη των πραγμάτων. Ο Θουκυδίδης είχε προειδοποιήσει για την αναγκαιότητα της ιστοριογραφίας να εξετάζει την ουσία των πραγμάτων: "οὐδέ τάς ὄψεις τῶν πόλεων μᾶλλον σκοπεῖν ἤ τάς δυνάμεις" (110, 3).
      
Η διαφοροποίηση των δύο στοχαστών εντείνεται στον τρίτο τύπο περιγραφής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Θουκυδίδης είναι κριτικός, o Hobbes προστακτικός. Ο Θουκυδίδης διαγιγνώσκει τα αίτια των πράξεων, άρα έχει τη δυνατότητα να εκφέρει κριτικό λόγο για την ανθρώπινη δραστηριότητα. Με αυτή τη στάση του δεν είναι ένας απλός "ηθικολόγος" (8), πόσο μάλλον ένας «ψευτο-δραματουργός» (9), για να αναφέρουμε μόνο δύο από τους χαρακτηρισμούς που του έχουν αποδοθεί. Ο Θουκυδίδης είναι περισσότερο μέντορας των εθνών, το κείμενο του μία πολύτιμη παρακαταθήκη γνώσης, "κτῆμα ἐς αἰεί".
 
Ο αρχαίος ιστορικός γνωρίζει με σαφήνεια ότι η ανθρώπινη φύση μεταβάλλεται. Παρέχει λοιπόν με τη γραφή του το πρότυπο για την επίτευξη μιας αρμονικής συνδιαλλαγής των πολιτειών στα πλαίσια της Ελλάδας. Η αμεροληψία του δεν αποκρύπτει παρά τη συμπάθεια του προς όλες τις πλευρές, ενώ η απόφαση του να συγγράψει την ιστορία είναι καθαρά ιδεαλιστική, αφού επιδιώκει να ωφελήσει τους σύγχρονους και τους μεταγενέστερους του. Ο ίδιος το δηλώνει στην αρχή του έργου του:
 
«Όσοι δε επιθυμήσουν να εξετάσουν το ακριβές περιεχόμενο των γεγονότων και κρίνουν ότι σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση παρόμοια θα είναι και τα μελλοντικά γεγονότα, θα θεωρήσουν ότι όσα έγραψα είναι ωφέλιμα. Το παρόν σύγγραμμα αποτελεί μάλλον αιώνια παρακαταθήκη παρά πρόσκαιρη άσκηση για το παρόν» («Κτῆμα τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται» -1 22,4).
Η διαφοροποίηση των μόνο στοχαστών εντείνεται στον τρίτο τύπο περιγραφής της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
 
Ο Θουκυδίδης είναι κριτικός, o Hobbes προστακτικός.
Σε αντίθεση με τον Θουκυδίδη o Hobbes δεν κρίνει, αλλά προστάζει. Και αυτό είναι φυσικό για τον Άγγλο στοχαστή, αφού στην πραγματικότητα είναι απολογητής ενός καθεστώτος, δηλαδή της αγγλικής μοναρχίας. Το συγκεντρωτικό μοναρχικό σύστημα του Hobbes ονομάζεται Λεβιάθαν, από το όνομα ενός βιβλικού μυθώδους πλάσματος. To magnum opus του Hobbes είναι ακριβώς το Leviathan (1651), σύγγραμμα κεφαλαιώδους σημασίας για τη δυτική πολιτική σκέψη.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ TOY HOBBES ΚΑΙ Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
Στο Leviathan ο Hobbes ασχολείται με την ποικιλοτροπία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το πρώτο μέρος του έργου (κεφ. Ι - XV: Of Man) αποτελεί μία αναλυτική περιγραφή της ανθρώπινης φύσης. Για τον Hobbes η τελευταία συνιστά τη 6άση της πολιτικής του φιλοσοφίας. Ιδιαίτερα τον ενδιαφέρει η έμφυτη στον άνθρωπο τάση για κτήση και επέκταση, για αρπαγή και δύναμη, για εξουσία. Η επιθυμία της ισχύος και των απολαύσεων παρακάμπτει και καθυποτάσσει τη λογική (ratio). Οι έξεις των ανθρώπων κατά κανόνα υπερισχύουν των αναστολών τους. Το συμπέρασμα του Hobbes είναι ότι τα πάθη (passiones) των ανθρώπων είναι πολύ δυνατότερα από τη λογική τους (Nam passiones hominum ratione plerumque fortiores sunt - LWTH III, 143).
 
Η υπεροχή των παθών, των συναισθηματικών μεταπτώσεων, έναντι της ψυχρής, ορθολογιστικής οπτικής αποτελεί πολύ συχνό φαινόμενο στην πολεμική δραστηριότητα. Η ένταση της φύσης του πολέμου συμπαρασύρει την ανθρώπινη φύ ση σε ακραίες πρακτικές βίας. Η αντίθεση αυτή μεταξύ της λογικής και των παθών σκιαγραφείται με ενάργεια από τον Θουκυδίδη.
 
Το 431 π.Χ., πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Λακεδαιμόνιοι εισέβαλαν στην Αττική σε μια προσπάθεια να επιβληθούν σε μία αποφασιστική χερσαία σύγκρουση και να ολοκληρώσουν γρήγορα τον πόλεμο. Η εκτεταμένη λεηλασία και καταστροφή της υπαίθρου που πραγματοποιούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, εφαρμόζοντας τακτική καμένης γης αλλά επιτιθέμενοι, ήταν μεγάλη πρόκληση για το αθηναϊκό γόητρο. Ο αθηναϊκός στρατός, ακολουθώντας εντολές του Περικλή, δεν έβγαινε έξω από τα τείχη για να συγκρουστεί με τον αντίπαλο. Η τεταμένη κατάσταση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό της πόλης, την οποία εκμεταλλεύονταν επιδέξια οι δημαγωγοί, είχε προκαλέσει την αγανάκτηση των πολιτών προς το πρόσωπο του Περικλή:
 
«Και ο Περικλής που τους έβλεπε να αγανακτούν και να μη σκέπτονται συνετά, πιστεύοντας δε ότι ο ίδιος γνώριζε τι έκανε όταν απαγόρευε την έξοδο, δεν συγκαλούσε ούτε την Εκκλησία του δήμου ούτε έκανε καμία συγκέντρωση για να μην αποφασίσουν με οργή παρά με λογική (γνώμην) και σφάλλουν» (III 22, 1). Στο κείμενο ο Θουκυδίδης αντιδιαστέλλει εμφανώς την «ὀργήν» (passio) και τη «γνώμην» (ratio). Στον αθηναϊκό δήμο κυριαρχούσε η πρώτη, ενώ στον Περικλή η δεύτερη (10).
 
Βασική αρχή του συστήματος ιδεών του Hobbes αποτελεί η πρωτογένεια του πολέμου, ο αυθύπαρκτος χαρακτήρας του. Για τον Hobbes ο πόλεμος συνιστά φαινόμενο που προηγείται του πολιτισμού. Η εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών είναι μεταγενέστερη του πολέμου ή, κατ’ άλλους, άμεση συνέπεια του. Αυτή η κατάσταση της πρωταρχικής αντιπαλότητας αξιολογείται αρνητικά από τον Hobbes με πραγματικά θουκυδίδειο ύφος, σε μία φράση που έμεινε ιστορική: «Πραγματικά είναι αλήθεια και οι δύο διαπιστώσεις, ότι ο άνθρωπος είναι θεός για τον άλλο άνθρωπο αλλά και λύκος ο ένας για τον άλλο» (Profecto utrumque vere dictum est, homo homini deus, et homo homini lupus- LWTH II, 135). «Ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ λύκος». Κάθε αλληλεγγύη, κάθε κοινότητα αγώνων και μελλοντικών επιδιώξεων, κάθε αμοιβαία αναφορά, έχει αναιρεθεί. Μόνη κανονικότητα πλέον θεωρείται η αντιπαράθεση και η σύγκρουση.
 
Για τον Hobbes o πόλεμος δεν αποτελεί υπέρβαση του πολιτιστικού πλαισίου, αλλά είναι εκδήλωση προγενέστερη των κοινωνικών συμβάσεων και γι’ αυτό άλλωστε οπισθοδρομική τάση. O Hobbes, επομένως, αντιμετωπίζει αρνητικά το φαινόμενο του πολέμου. Αποδέχεται την έννοια της προόδου, την οποία όμως συναρτά με τη συγκρότηση της πολιτείας. Η συγκρότηση μίας ισχυρής πολιτείας αποσκοπεί στην αναίρεση του πολέμου, ο οποίος είναι φθορέας των πολιτειών. Ο προσδιορισμός του ως στοιχείου εξωλογικού και προκοινωνικού παρέχει, σύμφωνα με μία τέτοια άποψη, το δικαίωμα περιορισμού του με απώτερο πάντοτε στόχο την πλήρη εξάλειψη του.
 
O Hobbes αναφέρει τρία κίνητρα της ανθρώπινης φύσης, τα οποία παρακινούν τα άτομα να μάχονται και να προσπαθεί το καθένα να επιβληθεί του άλλου. Πρόκειται για την επιθυμία του κέρδους, τον φόβο και την αγάπη της τιμής: "Itaque in natura humana simultatum inveniuntur très praecipuae causae, competitio, defensio, gloria: Quarum prima ad dominium, secunda ad securitatem, tertia ad famam spectat" (LWTH III, 99).
• H competitio (ανταγωνισμός) αποσκοπεί στο dominium, την κυριότητα.
• Η defensio (υπεράσπιση) αποσκοπεί στη securitas, την ασφάλεια.
• Η gloria (δόξα) αποσκοπεί στη fama, την καλή φήμη.
Θουκυδίδης (5ος αι. π.Χ.)       
Hobbes (17ος αι.)
ωφέλεια
δέος
τιμή defensio (ad securitatem)
gloria (ad famam)
competitio(ad dominium)
 
Κατά πάσα πιθανότητα o Hobbes αντέγραψε συνειδητά το σχήμα αυτό από τον Θουκυδίδη. Αυτό αποδεικνύεται από τη μεγάλη ομοιότητα, αν όχι ταυτότητα, των αντίστοιχων όρων. Οι Αθηναίοι απεσταλμένοι στη Σπάρτη αναφέρουν στην Απέλλα τα αίτια της αθηναϊκής δραστηριότητας που είχε ενοχλήσει τους Πελοποννησίους και τους συμμάχους τους: «Έτσι λοιπόν και εμείς τίποτε άξιον απορίας δεν κάναμε, ούτε κάτι πέρα από τις ανθρώπινες συνήθειες, εάν δεχθήκαμε την ηγεμονία που μας προσεφέρθη και δεν παραιτηθήκαμε από αυτήν, διότι επικράτησαν τρία κίνητρα σε μας, η τιμή, το δέος και η ωφέλεια» (176,2) (11). Η αντιστοιχία με την ορολογία του Hobbes είναι αρκετά εμφανής:
 
Ο Θουκυδίδης αναφέρεται επίσης στις τρεις παραμέτρους των κινήτρων δράσης, στους σκοπούς των πράξεων. Η κυριότητα (dominium), η ασφάλεια (securitas), η δόξα (fama), αποτελούν βασικές επιδιώξεις κατά την πολεμική πράξη. Οι παράγοντες αυτοί παρατίθενται από τον κύριο θεωρητικό της αναγκαιότητας του Πελοποννησιακού πολέμου, τον Περικλή. Μετά τη δεύτερη εισβολή των Λακεδαιμονίων στην Αττική, το 429 π.Χ., ο Περικλής προσδιορίζει τους ουσιαστικούς λόγους που επιτάσσουν τη συνέχιση του πολέμου: «Θεωρείτε ότι κυριαρχείτε μόνον στους συμμάχους σας (ἄρχειν - dominium) και δεν είναι ορθό να ολιγωρήσετε τώρα και να μη μπορέσουμε να διασώσουμε την ελευθερία μας (securitas), και να μη φανούμε χειρότεροι σε καμία περίπτωση από τους προγόνους μας (fama)» (II 62, 2-3) (12).
 
Επιστρέφοντας στα τρία δασικά κίνητρα της ανθρώπινης δραστηριότητας (competitio, defensio, gloria), διαπιστώνουμε ότι στο ιδανικό πολιτειακό σχήμα του Hobbes τα τρία αυτά στοιχεία παραλλάσσονται. Και αυτό διότι υπάγονται στη λειτουργία και στις ανάγκες του κράτους, το οποίο ενσαρκώνει ο ηγεμόνας, ο απόλυτος μονάρχης. Η ηθική των ατόμων ταυτίζεται με την ηθική του κράτους. Το τέλος της ιστορίας για τον Hobbes έρχεται με τη συγκρότηση της ιδανικής πολιτείας του.
ΠΟΛΕΜΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ HOBBES ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
Ειδικότερα, όσον αφορά το δέος, o Hobbes παρατηρεί ότι ο φόβος γεννά τον πόλεμο μεταξύ των κρατών, ενώ η έλλειψη φόβου επιφέρει την αναρχία, την αυθαιρεσία της πρακτικής. O Hobbes εδώ ασφαλώς έχει επηρεαστεί από τον ταραχώδη πολιτικό 6ίο της Αγγλίας κατά τον 17ο αιώνα, ο οποίος είχε αποδυναμώσει το Βασίλειο. Ο Θουκυδίδης προβαίνει σε παρόμοιες παρατηρήσεις στη δική του περιγραφή. Κάνοντας ένα ιστορικό σχόλιο, αναφέρει ως αιτία του πολέμου την αθηναϊκή πολιτική και την αντίδραση που προκάλεσε από την πλευρά της Κορίνθου και της Σπάρτης: «Αλλά η πραγματική αιτία, που όμως δεν αποκαλύφθηκε με τους λόγους, νομίζω ότι υπήρξε η ενδυνάμωση των Αθηναίων και ο φόβος που προκάλεσαν στους Λακεδαιμονίους ο οποίος τους ανάγκασε να πολεμήσουν». (Ι 23, 6). Μία αμερόληπτη εξέταση των αιτίων του Πελοποννησιακού πολέμου δεν θα μπορούσε παρά να καταδείξει ως υπεύθυνη την επεκτατική πολιτική των Αθηνών και την απόπειρα της να επιβάλει ένα status quo ηγεμονίας επί του ελληνικού κόσμου. Πράγματι, μετά την άνοδο της δημοκρατικής παράταξης στην Αθήνα, πρώτα με τον Εφιάλτη και στη συνέχεια με τον Περικλή, η Αθήνα επιδόθηκε σε μία σειρά επεκτατικών ενεργειών εναντίον πολλών ελληνικών πόλεων-κρατών.
Αποτέλεσμα αυτής της καθαρά ιμπεριαλιστικής πολιτικής, η οποία προσπαθούσε να καταργήσει τα τοπικά ολιγαρχικά πολιτεύματα και να εγκαθιδρύσει δημοκρατικά καθεστώτα, υποτελή στην Αθήνα, ήταν να συσπειρωθούν πολλές ελληνικές πόλεις στην Πελοποννησιακή Συμμαχία. Η Σπάρτη αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να ασκήσει τον ρόλο του αντίπαλου δέους, όχι τόσο για να εξαλείψει την αθηναϊκή δημοκρατία και τους δορυφόρους της στον ελλαδικό χώρο, όσο για να αποκρούσει αυτό που εκλάμβανε - και δικαίως - ως απόπειρα να καταργηθούν τα αριστοκρατικά καθεστώτα και να μεταβληθούν οι ανεξάρτητες και ουδέτερες πολιτείες σε μέρη ενός αθηναϊκού Imperium.
 
Η δεύτερη παρατήρηση του Hobbes, ότι δηλαδή η έλλειψη φόβου, η άδεια (α στερητικό + δέος), οδηγεί στην αυθαιρεσία, απαντά στην Ιστορία στην περιγραφή του λοιμού που ενέσκηψε στην Αθήνα το 430, αποδεκατίζοντας τα 2/5 του πληθυσμού. Αποτέλεσμα αυτού του φοβερού γεγονότος υπήρξε η διασάλευση των κοινωνικών συμβάσεων, η αναίρεση της ευπρέπειας, όπως αυτή διαπιστώνεται π.χ. στην κατάργηση των τυπικών πρακτικών της ταφής, μίας κατεξοχήν ευσεβούς εκδήλωσης. Η αταξία αυτή επεκτάθηκε και στο ευρύτερο πολιτικό σώμα, καθώς μάλιστα έλειπε ο φόβος της τιμωρίας, της καταστολής των εκδηλώσεων: "Και για πρώτη φορά μετά την έναρξη της νόσου άρχισαν να διαπράττονται και ανομίες στην πόλη. Διότι πλέον ευκολότερα έπραττε κανείς όσα προηγουμένως έκανε κρυφά. Ούτε ο φόβος των θεών ούτε ο ανθρώπινος νόμος στέκονταν εμπόδιο" (II 53,1,4).
 
Στην περίπτωση της πανώλους που έπληξε την Αθήνα, η κοινή μοίρα όλων των πολιτών εξέπεσε σε χυδαιότητα. Η συχνότητα του θανάτου κατέστησε τη λύπη κοινοτοπία και τελικά αδιαφορία. Αυτή η αμέλεια, την οποία είδαμε να περιγράφει ο Θουκυδίδης στα ταφικά έθιμα, ήταν φυσικό να οδηγήσει σε χαλάρωση των συλλογικών προσπαθειών και στην υπονόμευση της άμυνας της Αθήνας.
 
Η πρόταξη του φόβου, δηλαδή του αισθήματος αυτοσυντήρησης, κατά βάθος, έρχεται σε αντίθεση με το αίσθημα της τιμής και της πολεμικής ευπραγίας. Η υποταγή, που ακολουθεί ως φυσική συνέπεια, θεμελιώνεται στην ατομικιστική στάση των πολιτών. Οι δεσμοί μεταξύ των μελών μίας ελεύθερης πολιτείας χαλαρώνουν και η οργανική οντότητα της πόλης-κράτους καταρρέει. «Ἄνδρες γάρ πόλις, καί οὐ τείχη οὐδέ νῆες ἀνδρῶν κεναί» (VII 77, 7) βεβαιώνει με τη σειρά του ο Θουκυδίδης. O Hobbes θεωρεί πράξη ανανδρίας την υποταγή που απορρέει από τον φόβο ή ακόμη και την ανάγκη: «Η κυριαρχία, όπως και η νίκη, είναι άξια τιμής, διότι προκύπτει από την ισχύ. Αντιστοίχως η υποτέλεια λόγω ανάγκης ή φόβου είναι ατιμωτική» (EWTH III, 79). Στον Θουκυδίδη ο φόβος αναφέρεται συχνά ως αιτία υποταγής. Αυτό διαπιστώνουμε λ.χ. στον λόγο των Μυτιληναίων απεσταλμένων στην Ολυμπία, λίγο μετά την αποστασία της πόλης από την Αθηναϊκή Συμμαχία (428 π.Χ.). Οι σχέσεις της Μυτιλήνης με την Αθήνα προσδιορίζονται από τους πρώτους ως εξής: «Ήταν λοιπόν φιλία ή μήπως εγγύηση ελευθερίας η κατάσταση εκείνη, όπου υποχρεωνόμασταν να τους υπηρετούμε κατά την περίοδο της ειρήνης και να δεχόμαστε τις κολακείες τους κατά τον πόλεμο, όταν μας χρειάζονταν; Διότι, κάθε άλλο, το οποίο κάποιοι πετύχαιναν λόγω φιλίας και εμπιστοσύνης, εμείς το πράτταμε από φόβο, παραμέναμε δε στη συμμαχία περισσότερο εξαιτίας του φόβου μας παρά λόγω φιλίας» (III 12, 1)(13).
 
Η θεώρηση του πολέμου από τον Hobbes διαφοροποιείται, όπως έχουμε ήδη δει, από τη θουκυδίδεια οπτική σε αρκετά σημεία. Ένα από αυτά είναι η αντίληψη της συγχρονικότητας στην ιστορική συγγραφή. Ο Θουκυδίδης πιστεύει ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος, τον οποίο ο ίδιος περιγράφει ως σύγχρονος με τα γεγονότα, είναι ο πιο σημαντικός απ’ όλους τους πολέμους μέχρι και την εποχή του.
 
O Hobbes, αντίστοιχα, εξάγει τον πόλεμο από μία αρχική κατάσταση, χωρίς συμβάσεις, με πρωτογενή χαρακτηριστικά. Ωστόσο δεν απορρίπτει τη χρηστικότητα και πρακτική ωφέλεια του πολέμου. Άλλωστε δεν πιστεύει ότι οι συγκρούσεις του 17ου αιώνα ήταν κατώτερες από τις διαμάχες που λάμβαναν χώρα πριν από τη δημιουργία των κρατών. Αυτή η πεποίθηση του αντανακλά την υιοθέτηση μίας εσχατολογικής ερμηνείας της ιστορίας.
 
Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης χρησιμοποιεί το μοτίβο του Τελικού Πολέμου (Final War) (14). Πρόκειται για τον πόλεμο που θα επιφέρει την παύση κάθε πολεμικής δραστηριότητας και την αντικατάσταση της διαρκούς αντιπαλότητας από μία διηνεκή, παγκόσμια ειρήνη. Ποιος είναι αυτός που θα αναλάβει την εκτέλεση του καταλυτικού αυτού σχεδίου; Δεν καθορίζεται με σαφήνεια, όμως γνωρίζουμε ότι θα αναδυθεί από το ίδιο το χάος του Τελικού Πολέμου. Ο πόλεμος, επομένως, εμπεριέχει τον σπόρο της ανατροπής του, οι εφαρμογές του είναι περιορισμένες. Ως κοινωνικό φαινόμενο βαίνει προς την κατάργηση του με μία νομοτέλεια διακριτή μόνο στην τελική του έκφραση, αυτή του Τελικού Πολέμου. Ενδέχεται, πάντως, ο υπεύθυνος για την ολοκλήρωση του μεγαλεπήβολου αυτού σχεδίου ενίοτε να υφίσταται ήδη, ως πολιτικός ή στρατιωτικός οργανισμός. Για τον Hobbes είναι ο μονάρχης.
 
Αν επιχειρούσαμε να προβάλουμε αυτή την ιδέα στην πραγματικότητα του Πελοποννησιακού πολέμου, μάλλον θα προβαίναμε σε κακή ανάγνωση του Θουκυδίδη. Διακρίνεται, ωστόσο, κάποια αντιστοιχία με την προπαγάνδα των δύο πλευρών, όσον αφορά τις επιδιώξεις τους σ' αυτόν τον πόλεμο. Οι Λακεδαιμόνιοι υποστηρίζουν ότι η κήρυξη πολέμου κατά των Αθηναίων και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον τους ανάγονται στην προσπάθεια να διαφυλαχθεί η ελευθερία των ελληνικών πόλεων. Ο έφορος Σθενελαϊδας συμπυκνώνει τη σπαρτιατική επιχειρηματολογία σε ένα θαυμάσιο απόσπασμα: «Εμείς παραμένουμε όμοιοι, όπως τότε έτσι και τώρα. Αν είμαστε συνετοί, δεν θα αδιαφορήσουμε για την τύχη των συμμάχων, όταν αδικούνται, ούτε θα αποφύγουμε να τους βοηθήσουμε, και οι σύμμαχοι μας δεν θα υποφέρουν πλέον στο μέλλον. Και ενώ άλλοι διαθέτουν άφθονα χρήματα και πλοία και ίππους, εμείς έχουμε καλούς συμμάχους, τους οποίους δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε στους Αθηναίους, και οι διαφορές που υπάρχουν δεν θα λυθούν με διαιτησίες και δίκες, αλλά πρέπει να προστρέξουμε αμέσως σε Βοήθεια τους και με όλες τις δυνάμεις μας. Ψηφίστε, λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, να γίνει πόλεμος τιμώντας τις παραδόσεις της Σπάρτης, και ούτε να αφήσετε τους Αθηναίους να δυναμώσουν απειλητικά ούτε να προδώσουμε τους συμμάχους μας, αλλά με τη βοήθεια των θεών ας πολεμήσουμε αυτούς που παραβιάζουν το δίκαιο». (Ι 86, 2-5).
 
Οι Αθηναίοι από την πλευρά τους δικαιολογούν την επεκτατική πολιτική τους με το σκεπτικό ότι έτσι προφυλάσσουν τη δύναμη της πόλης τους. Ο Περικλής, ο ουσιαστικός υπεύθυνος για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, παρακινεί τους Αθηναίους να τηρήσουν αποφασιστική στάση έναντι των αξιώσεων των αντιπάλων τους:
 
«Αν ενδώσετε σε αυτές τις απαιτήσεις, αμέσως θα σας ζητηθεί να παραχωρήσετε περισσότερα από φόβο. Αν όμως τους αρνηθείτε, τότε θα τους έχετε καταστήσει σαφές ότι πρέπει να σας αντιμετωπίζουν ως ίσους. Λαμβάνοντας υπ' όψιν αυτά, αποφασίστε, προτού υποστούμε μεγάλη ζημιά, αν θα πολεμήσουμε, όπως νομίζω είναι ορθότερο, και να μην υποχωρήσουμε, ασχέτως αν πρόκειται για μικρή ή μεγάλη αιτία ούτε δε να έχουμε φόβο για ό,τι έχουμε και μας ανήκει. Διότι σε όμοια υποδούλωση οδηγεί κάθε απαίτηση, τόσο η μεγαλύτερη όσο και η μικρότερη εφόσον επιβάλλεται πριν από την προσφυγή σε διαιτησία» (1140, 5-141,1).
 
Μία γρήγορη αντιπαραβολή των δύο επιχειρηματολογιών καταδεικνύει ότι οι Αθηναίοι δεν παρέχουν επαρκείς αιτιολογίες για την ανάληψη του πολέμου, ιδίως όσον αφορά τους συμμάχους τους. Θεμελιώνουν τη δράση τους στη διατήρηση της ισχύος και όχι στη διαφύλαξη της ελευθερίας (15). Ως προς αυτό υστερούν των Λακεδαιμονίων, τουλάχιστον όσον αφορά τις εντυπώσεις.
 
O Hobbes αντιμετωπίζει τον πόλεμο και ως όργανο, μέσο επιβολής συγκεκριμένων πολιτικών επιδιώξεων και συμφερόντων. Την άποψη αυτή επρόκειτο να διατυπώσει πληρέστερα ο Γερμανός θεωρητικός του πολέμου Carl von Clausewitz (1780 -1831) ενάμιση αιώνα αργότερα. Γι’ αυτή τη χρηστικότητα του πολέμου ο Hobbes αναφέρει ότι ο ηγεμόνας ενός κράτους «με την ισχύ του υποτάσσει τους εχθρούς του στη θέληση του» (EWTH III, 159). Αναλαμβάνεται μία σειρά ενεργειών, υιοθετείται μία συγκεκριμένη στρατηγική προληπτικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα, η οποία αποσκοπεί στη διαφύλαξη ενός ικανοποιητικού status quo. Ο Θουκυδίδης τονίζει μία αναντίρρητη αλήθεια: «διότι με τον πόλεμο εδραιώνεται η ειρήνη, ενώ η αποφυγή του πολέμου χάριν της ησυχίας δεν αποτρέπει τον κίνδυνο» (1124, 2). Με άλλα λόγια, si vis pacem, para bellum.
 
Οι ομοιότητες μεταξύ των διατυπώσεων του Hobbes και αυτών του Θουκυδίδη οπωσδήποτε έχουν εν μέρει να κάνουν με επιρροή που άσκησαν τα γραφόμενα του αρχαίου συγγραφέα στον Άγγλο διανοητή, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύουν και τη διαχρονικότητα των εκφάνσεων του πολέμου.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Η βιβλιογραφία για τον Hobbes είναι ιδιαίτερα εκτενής. Επιλεκτικά αξίζει να σημειωθούν οι μελέτες των John Laird, Hobbes, Λονδίνο 1934, K.C. Brown (ed.), Hobbean Studies, Οξφόρδη 196S, Rich S. Peters, Hobbes, Λονδίνο 1956, Leo Strauss, The Political Philosoph) of Hobbes, Οξφόρδη 1936,
Samuel I. Mintz, The Hunting of Leviathan, Seventeenth Century Reactions to the Materialism and Moral Philosophy of Thomas Hobbes, Καίμπριτζ 1962.
2. The History of the Grecian War written by Thucydides, translated by Thomas Hobbes of Malmesbury, Λονδίνο 162H, στο The English Works of Thomas Hobbes (EWTH), τ. VIII-IX, Λονδίνο 1843.
3. Αλλες μεταφράσεις σε ευρωπαϊκές γλώσσες είναι στη γαλλική (από το λατινικό κείμενο) τον επισκόπου της Μασσαλίας Seyssel (1564), στην ιταλική από τον Francesco di Soldo Strozzi da Firenze (Βενετία 1545, 1550 - β' έκδοση) και στην ισπανική από τον secretarlo Diego Gracian (Σαλαμάνκα 1564).
4. Υπενθυμίζεται εδώ η παρερμηνεία που υπέστησαν ενίοτε οι φιλοσοφικές απόψεις του Αριστοτέλη, καθώς οι Αττικοί χρησιμοποιούσαν συχνά κατά τον Μεσαίωνα αραβικές μεταφράσεις των έργων τον, στις οποίες υπήρχαν αρκετά λάθη.
5. Για τον Bacon βλ. F.H. Anderson, The Philosophy of Francis Bacon, Σικάγο 1977 (α' έκδ.: 1948), J.C. Fuller, Sir Francis Bacon: Λ Biography, Λονδίνο 1981.
6. The Worts of Francis Bacon, τ. IV, Στουτγάρδη 1962 (β' έκδοση) [α' έκδ.: Λονδίνο I860], σσ. 304-5.
7. ΙΙβ. A.G. Woodhead, Thucydides on the Nature of Power, Μασσαχουσέτη 1970, σα. 27-28.
8. Ετσι τον αναφέρει επανειλημμένα ο John H. Finley στο έργο του Thucydides, Καίμπριτζ 1942.
9. Ο αμφιλεγόμενος αυτός χαρακτηρισμός ανήκει στον FM. Cornfordxai καταχωρείται στο βιβλίο του Thucydides Mythistoricus, Λονδίνο 1907.
10. Πρβλ. 1140,1: " Της μεν γνώμης, ω Αθηναίοι, αιεί τΐ]ς αυτής έχομαι, μη είκειν Πελοποννησίοις, καίπερ ειοώς τους ανθρώπους ου τηι αυτήι οργήι αναπειθομένους τε πολεμείν και εν τωι έργωι πράσσοντας, προς δε τας ξυμφοράςχαι τας γνώμας τρεπομένονς".
11. Ο Θουκυδίδης επαναλαμβάνει τα τρία κίνητρα και σε ένα άλλο σημείο: "μάλιστα μεν υπό δέους, έπειτα και τιμής, ύστερον και ωφελίας" (Ι 75, 3).
12. Πρβλ. V107: "Ούκουν οίεσθε το ξυμφέρον μεν μετά ασφαλείας είναι, το δε δίκαιον και καλόν μετά κινδύνων δράαθαι". Για τη fama (= δόξα) πρβλ. 185, III86, 5,1 1187,5.
13. Πρβλ. II8, 5: "Ούτως εν οργήι είχον οι πλείους τους Αθηναίους, οι μεν της αρχής απολνθήναι βουλάμενοι, οι δε μη αρχθώσι φοβούμενοι ". Επίσης βλ. II8,1.
14. Ρ. Pasqualucci, Hobbes and the Myth of "Final War", Journal of History of Ideas, τ. LI (1990), σσ. 647 - 58.
15. Αργότερα, βέβαια, ο τόνος των Αθηναίων πολιτικών άλλαξε και έχανε λόγο περισσότερο για υπεράσπιση της ελευθερίας - όπως λ.χ. στον Επιτάφιο του Περικλή -μετά από τα πρώτα άσχημα στάδια του πολέμου. Πάντως μετά τη νέα ανάκαμψη των Αθηναίων επανήλθε η ρητορική της ισχύος, όπως στην τραγική περίπτωση της Μήλον.

Ασκληπιός

Βίος του Ασκληπιού
 
Το ταξίδι μας πίσω στην εγκοίμηση ως είναι φυσικό ξεκινάει από τον βίο του Ασκληπιού που χάνεται στον μύθο.
 
Η ετυμολογία του ονόματός του δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ο Πίνδαρος τον αποκαλούσε «τον πιο ευγενή και τρυφερό δωρητή της απάλειψης του πόνου και της προσφοράς της υγείας».

Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομά του σημαίνει «Τα ασκελή ποιεί ήπια», δηλαδή ευφραίνει τα καταβεβλημένα.
 
Η λέξη ήπια μας φανερώνει και τον χαρακτήρα του. Λέγεται ότι αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους και ήταν πολύ γλυκομίλητος και συνεπώς ότι ήταν αυτός που καλλιέργησε την ψυχοθεραπεία, αφού γιάτρευε με «λόγια που μπορούσαν να ανακουφίζουν τις βασανισμένες ψυχές των ανθρώπων».
 
Τέλος άλλοι μελετητές συνδέουν το όνομά του με το ρήμα ασκέω, ασκώ. Στην ενεργητική φωνή σημαίνει επεξεργάζομαι, διακοσμώ, καλλωπίζω, καλλιεργώ ή μετέρχομαι μία τέχνη. Στην μέση φωνή «ασκούμαι» σημαίνει γυμνάζομαι, ενδυναμώνω μέσω άσκησης και μελέτης το σώμα και το πνεύμα μου. Ο Ασκληπιός θεράπευε ασκώντας την τέχνη και τις ευγενικές του μεθόδους και ταυτοχρόνως υποδεικνύοντάς μας πώς να ενδυναμώσουμε το σώμα μας και το πνεύμα μας μέσω της άσκησης και της μελέτης.
 
Υπάρχουν τρείς παραλλαγές για τον βίο του.
 
Σύμφωνα με την επικρατέστερη ο Ασκληπιός ήταν γιός του Απόλλωνα, του θεού της ιατρικής, και της Κορωνίδας, μίας όμορφης πριγκίπισσας από την Θεσσαλία. Όταν η Κορωνίδα έμεινε έγκυος, για να νομιμοποιήσει την εγκυμοσύνη της, παντρεύτηκε έναν θνητό, τον Ίσχυ. Η είδηση του γάμου έκανε έξαλλο τον Απόλλωνα. Πρώτα μεταμόρφωσε το αγαπημένο του κοράκι που του εκόμισε την είδηση από άσπρο σε μαύρο. Έπειτα έστειλε την Αρτέμιδα να θανατώσει με τα βέλη της την άπιστη γυναίκα του και την οδήγησε ο ίδιος στην πυρά. Εκεί αναλογίστηκε την πράξη του και ανοίγοντας την κοιλιά της μητέρας του διέσωσε το βρέφος Ασκληπιό. Είναι η πρώτη καισαρική τομή που αναφέρεται στην παγκόσμια παράδοση.
 
Εκπαίδευση του Ασκληπιού
 
Ο Απόλλωνας έδωσε στο παιδί το όνομά του και το παρέδωσε στον κένταυρο Χείρωνα, τον πιο σοφό και ευγενικό από τους κενταύρους. Ο Χείρων ήταν ο ίδιος μέγας ιατρός με γνώσεις στην χρήση των βοτάνων και των ιερών επικλήσεων. Μάλιστα υπέφερε ο ίδιος από μία πληγή που του είχε προξενήσει άθελά του ο Ηρακλής.
 
Έτσι ο Ασκληπιός διδάχθηκε την ιατρική τέχνη από τον Χείρωνα και συμπλήρωσε τις γνώσεις που είχε λάβει από τον πατέρα του, την διάγνωση, την ενορατική ενδοσκόπηση και την ερμηνεία των ονείρων. Σ’ αυτά ο θεός - πατέρας πρόσθεσε ως επιστέγασμα την δύναμη των λέξεων, την εκληκτική και μοναδική αυτή διάσταση του ανθρώπου που του επιτρέπει να επικοινωνεί, να δημιουργεί και να θεραπεύει.
 
Παράλληλα η Αθηνά του χάρισε δύο φιαλίδια με αίμα της Μέδουσας, της γοργόνας που η όψη της προκαλούσε τον τρόμο. Το αίμα από την δεξιά πλευρά του σώματός της θεράπευε, ενώ το αίμα από την αριστερή θανάτωνε.
 
Ο Ασκληπιός καλλιέργησε τις γνώσεις και τα χαρίσματα που του δόθηκαν και τα τελειοποίησε στον υπερθετικό βαθμό κι έτσι εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο θεραπευτή που υπήρξε ποτέ στην λεκάνη της Μεσογείου. Η τέχνη του έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε ήταν ικανός να ανασταίνει νεκρούς. Αυτό όμως θεωρήθηκε από τους θεούς ότι διασαλεύει την κοσμική τάξη και ο Δίας τον κατακεραύνωσε. Μετά το θάνατό του τιμήθηκε εξαιρετικά από τους ανθρώπους. Σε όλη την Μεσόγειο ιδρύθηκαν ναοί και θεραπευτικά ιερά με μεγάλη επιρροή στην περιοχή τους και τελικά ο Ασκληπιός θεοποιήθηκε. Μετά την αποθέωσή του οι θεραπευτικής του ιδιότητες αυξήθηκαν και χιλιάδες άνθρωποι από όλον τον κόσμο προσέτρεχαν στα ιερά του ζητώντας θεραπεία, κυρίως μέσω των ονείρων.
 
Ο πληγωμένος θεραπευτής
 
Στην επικρατέστερη εκδοχή της ιστορίας του μπορούμε να παρακολουθήσουμε την μετάβαση από την μητριαρχία στην πατριαρχία. Όπως ο Απόλλων, προτού αναλάβει από την Θέμιδα το Μαντείο των Δελφών, φόνευσε τον Πύθωνα, το ιερό φίδι της γήϊνης θεάς, θέλοντας να δωσει ένα τέλος στην ένωση με την γη και το θηλυκό στοιχείο, έτσι τώρα σκοτώνει την Κορωνίδα. Αργότερα ο Δίας θα θανατώσει τον Ασκληπιό, επιτρέποντας του με αυτόν τον τρόπο απαλλασσόμενος από τα γήϊνα δεσμά του να ανέβει στον Όλυμπο και να λάβει μια ισάξια θέση στο δωδεκάθεο, επικρατώντας πλήρως ακόμα και επί του ίδιου του θανάτου.
 
Με αυτόν τον τρόπο όμως καθιστά τον Ασκληπιό το αρχέτυπο του πληγωμένου θεραπευτή. Η πλειοψηφία των ψυχοθεραπευτών αλλά και πολλοί από τους άλλους ιατρούς επηρεάζεται από αυτό το αρχέτυπο. Μέσα τους κρύβουν μια βαθιά πληγή, για την επούλωση της οποίας έχουν αφιερώσει πολύν κόπο και χρόνο, προκειμένου να είναι σε θέση να γιατρέψουν την ψυχή και το σώμα των ανθρώπων. Στην θέα ενός ανθρώπου που υποφέρει αναγνωρίζουν τα δικά τους τραύματα, που αν και επουλωμένα, κατά έναν περίεργο τρόπο συνεχίζουν να αναβλύζουν έναν γλυκό πόνο. Και έτσι μπορούν να σταθούν στο πλάϊ του και να αφουγκραστούν με όλες τους τις αισθήσεις.
 
Η ρήση «ιατρέ θεράπευσε πρώτα τον εαυτό σου» δεν είναι απλώς μια προτροπή προς ανίκανους θεραπευτές. Αντιπροσωπεύει μια βαθιά αλήθεια. Ο ιατρός πρέπει να έχει ακολουθήσει την θεραπεία σε όλα της τα στάδια και να έχει νικήσει την ασθένεια πρώτα στο άτομό του προτού να είναι σε θέση να την επαναλάβει σε άλλους ανθρώπους, ώστε να τους καθοδηγήσει μέσα από θεραπευτικά μονοπάτια έως το τελικό λυτρωτικό αποτέλεσμα. 
 
Ποια είναι η πληγή του Ασκληπιού; Γεννημένος από πατέρα θεό και θνητή μητέρα, απομακρύνεται βιαίως απ’ αυτήν, την ύστατη στιγμή. Επιπλέον, ο πατέρας, ψυχρός θεός της λογικής και του φωτός, δεν είναι δυνατόν να τον αναθρέψει έτσι ώστε να γίνει ιατρός, με συμπόνια και αγάπη προς τους ανθρώπους. Ο Απόλλων ως παντοδύναμος θεός είναι αυστηρός. Ο Ομηρικός ύμνος τον εμφανίζει να έχει πάντοτε πρόσβαση στο παλάτι του Διός και αν και νεώτερος θεός οι υπόλοιποι να στέκουν προσοχή στην παρουσία του. Είναι πανεπόπτης, διασφαλίζει την κοσμική τάξη και συμμετρία των στοιχείων, είναι ιατρός του σύμπαντος κόσμου, αλλά και απόμακρος για τους θνητούς. Αν και κάτοχος της σοφίας, στερείται λόγω της θεϊκής του ιδιότητας και ιδιοσυγκρασίας της δυνατότητας για ικανοποιητική μετάδοση αυτών των γνώσεων. Στην θεϊκή γνώση χρειάζεται ένα ανθρώπινο αντίβαρο.
 
Ο Ασκληπιός ως θεάνθρωπος
 
Γι’ αυτό ο Ασκληπιός πρέπει να βιώσει την ενανθρώπιση, να γεννηθεί από γυναίκα ως θεάνθρωπος, να γνωρίσει την οδύνη της γέννησης, την χαρά και τη θλίψη του θνητού βίου. Σε κάθε θεραπευτική του πράξη θα μπορεί να ανατρέχει στον πλούτο της εμπειρίας του, παραμένοντας ταυτόχρονα σε επαφή με το θηλυκό στοιχείο, την θνητή του μητέρα.
 
Ως αρχέτυπος θεραπευτής πρέπει να βαδίζει στην μέση οδό μεταξύ του θείου και του ανθρώπινου. Έχει συλληφθεί από θείο σπέρμα μέσα σε θνητό θηλυκό σώμα. Πρέπει να είναι προικισμένος με την ανθρώπινη συμπόνια αλλά και την ψυχρή λογική που προέρχεται από το θείο. Αν η ανθρώπινη πλευρά του είναι ασθενική δεν θα μπορέσει να αναπτύξει με τους ασθενείς την θεραπευτική σχέση που είναι απαραίτητη για την ίαση. Αν όμως η θεία πλευρά είναι ατροφική, δηλαδή η γνώση και η λογική, τότε κινδυνεύει να χαθεί στον ωκεανό των συναισθημάτων του μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και θα αδυνατεί να προσφέρει την κατάλληλη αγωγή. Ο Ασκληπιός, ως αρχέτυπο θεραπευτή, συνδυάζει το φώς και την διάθεση προσφοράς. Είναι ο πρόγονος και το αρχέτυπο όλων των θνητών ιατρών.
 
Θα κληρονομήσει τα χαρίσματα του θεού – πατέρα του, όμως την ανατροφή του θα αναλάβει ένα γήϊνο πλάσμα, και μάλιστα μισός άνθρωπος μισός άλογο, ο Χείρων. Αυτό είναι ένα άλλο μάθημα που πρέπει να πάρει. Ο Χείρων αντιπροσωπεύει την ισορροπία ανάμεσα στην άγρια φύση, το ένστικτο, την δύναμη, με το κάτω μέρος του σώματός του, και τον άνθρωπο, το ανώτερο μέρος που με το κεφάλι και τα χέρια τιθασεύει την ορμή.  Άνθρωπος και φύση αποτελούν ένα ενιαίο όλον. Αν η ισορροπία αυτή διαταραχτεί, επέρχεται η νόσος. Αυτή η ισορροπία πρέπει να επικρατεί συνολικά αλλά και στα επιμέρους σημεία. Αρσενικό και θηλυκό, θετικό και αρνητικό, θάνατος/αναγέννηση και ταξίδι, ηρωϊκό στοιχείο και αντιπαλότητα πρέπει να εξισορροπούνται στον εαυτό.
 
Ο Χείρων θα αποτελέσει την αρσενική μητέρα, τον μέντορα του Ασκληπιού. Θα τον διδάξει να υπερβαίνει τις αντιθέσεις πνεύματος και ύλης, ζωϊκού και ανθρώπινου, ψυχής και σώματος. Μόλις τις υποτάξει οι εσωτερικές αυτές αντιθέσεις θα γονιμοποιήσουν την εσωτερική ζωή και το έργο του θεραπευτή. 

Η τέχνη της συμβίωσης

Ο αετός και το γεράκι (ινδιάνικος μύθος):
«Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»
«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»
«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου».
«Σε παρακαλούμε» ικετεύουν, «πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…»

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

«Υπάρχει κάτι …» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»
«Δεν μας πειράζει» λένε και οι δύο.
«Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
«Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας ; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κηνυγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
«Κι εσύ Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.»

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος.
«Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;»
«Όχι» λέει ο γέρος.
«Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή.
«Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.»

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

«Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»

Αγαπάς όντως τους φίλους του ή προσποιείσαι;

Λένε ότι σε μια σχέση είναι δύο, αν το πιστεύεις αυτό σκέψου το ξανά. Οι φίλοι μας αλλά κι οι φίλοι του συντρόφου μας μπορούν να επηρεάσουν τη σχέση μας, είτε αρνητικά είτε θετικά. Στο κάτω-κάτω είναι σημαντικό για όλους μας οι φίλοι μας να εγκρίνουν το άτομο που έχουμε στην ζωή μας.

Αυτό συμβαίνει γιατί αγαπάμε τους φίλους μας και η άποψή τους μετράει για εμάς. Ως τρίτοι μπορούν να κρίνουν καλύτερα από εμάς, που είμαστε τυφλωμένοι από έρωτα, αν αυτός ο άνθρωπος είναι κατάλληλος. Όσο σημαντικό είναι για εσένα να συμπαθούν οι φίλοι σου τον άνθρωπο που αγαπάς, τόσο σημαντικό είναι και για εκείνον να τον συμπαθούν οι φίλοι σου αλλά και οι δικοί του φίλοι εσένα. Η συμπάθεια και η καλή σχέση με τα άτομα γύρω απ’ το ταίρι σου είναι ένα σημάδι ότι ζεις μέσα σε μια υγιή σχέση.

Η αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ των φίλων του κι εσένα είναι κάτι που θα τον χαροποιήσει, αφού θα νιώσει περήφανος και σωστός με την επιλογή του. Όλοι μας θέλουμε οι φίλοι μας να εγκρίνουν τον άνθρωπό μας έτσι κι αλλιώς. Βέβαια είναι άλλο πράγμα να σε εγκρίνουν οι φίλοι του και να κάνετε τυπική παρέα κι άλλο να γίνουν κολλιτσίδες ή να μπλέκονται μέσα στη σχέση σας. Γιατί καλή κι η κοινή παρέα, αλλά λίγη απόσταση δε βλάπτει, αντιθέτως μπορεί να σας σώσει από πολλά δυσάρεστα. Αν υπάρχει αρνητικό κλίμα ίσως ειπωθούν λόγια που θα επηρεάσουν αρνητικά τη σχέση σας.

Όταν κάνεις παρέα με τους φίλους του μαθαίνεις πολλά περισσότερα για εκείνον. Γιατί αλλιώς συμπεριφέρεται σε εσένα όταν είστε μόνοι σας, αλλιώς συμπεριφέρεται σε εσένα μπροστά στην παρέα του κι αλλιώς συμπεριφέρεται στους φίλους του. Μέσα στην παρέα βγαίνει ο πραγματικός του εαυτός και γνωρίζεις όλα του τα πρόσωπα. Επίσης, μαθαίνεις ιστορίες απ’ τα παλιά που ίσως ξέχασε να σου αναφέρει. Οπότε μην κολλάς και κάνε παρέα με τους φίλους του κρατώντας πάντα αποστάσεις ασφαλείας.

Είναι ό,τι καλύτερο να βγαίνετε έξω μαζί, αλλά και να πηγαίνετε διακοπές μαζί ως μια παρέα. Γιατί αν βγαίνετε συνέχεια μόνοι σας κάπου θα βαρεθείτε και θα ξενερώσετε. Όσο καλά και να περνάτε μόνοι σας, έχει πλάκα να βγαίνετε με παρέα, είναι κάτι διαφορετικό απ’ το να είστε συνέχεια μόνοι σας και να κάνετε τα ίδια και τα ίδια. Μ’ αυτόν τον τρόπο έχετε και περισσότερα να πείτε, όταν μένετε και πάλι τα δυο σας.

Ο σοφός λαός λέει «δείξε μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι» και δεν το λέει τυχαία. Οι χαρακτήρες των φίλων του είναι καθρέφτης του χαρακτήρα του συντρόφου σου. Αν δεν ταίριαζαν δε θα έκαναν παρέα τόσα χρόνια, άρα πρόσεξε λίγο τους φίλους του και τη συμπεριφορά τους προς εσένα, αλλά και μεταξύ τους. Αν είναι καλά παιδιά και σου φέρονται με σεβασμό δεν υπάρχει λόγος να μην τους συμπαθήσεις.

Η συμπεριφορά τους προς εσένα έχει ως ένα βαθμό επηρεαστεί απ’ αυτά που λέει ο φίλος σου για εσένα, αλλά και το πώς βλέπουν να του συμπεριφέρεσαι μπροστά στα μάτια τους. Αν η σχέση σας είναι υγιής, τότε οι φίλοι του θα σε συμπαθήσουν, γιατί δε θα έχουν κάποιο λόγο να μη συμπαθούν ένα άτομο που κάνει το φίλο τους να λάμπει από ευτυχία.

Οι φίλοι είναι οι άνθρωποι που διάλεξε ο σύντροφός σου σαν δεύτερη οικογένεια και είναι στη ζωή του πολύ πριν εμφανιστείς εσύ. Δε λέμε να το παίζεις κάτι που δεν είσαι μπροστά τους για να κερδίσεις τη συμπάθειά τους, αλλά να είσαι ο εαυτός σου. Αν προσποιείσαι ότι είσαι κάτι άλλο ή αν κάνεις ότι τους συμπαθείς, αυτός που σε ξέρει τόσο καλά θα το καταλάβει. Απόλαυσε την κοινή παρέα μαζί τους.

Η ζωή είναι για να την ζούμε με θετικότητα απέναντι στους άλλους ανθρώπους και ειδικά απέναντι στους ανθρώπους που νοιάζεται το ταίρι μας.

Ψεύτικοι άνθρωποι σε ψεύτικες σχέσεις

Άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν σαν αέρας, που είναι και δεν είναι εδώ, που θέλουν να είναι παντού και στην πραγματικότητα πουθενά, αλλά που το πιο σημαντικό που θέλουν είναι να φαίνονται παντού.

Άνθρωποι που πείθουν τον εαυτό τους ότι είναι καλά μέσα σε μη πραγματικές σχέσεις.   

Μια πλάνη στην οποία έχεις ανάγκη να πιστέψεις, να τραφείς ή να νιώσεις για λίγο καλά.

Σχέση που στηρίζεται μόνο στα λόγια, στον τρόπο που φαίνεται η σχέση προς τα έξω, στο φαίνεσθαι, στην εικόνα που έχουν οι άλλοι.

Όλη η ενέργεια αφιερώνεται σε αυτά τα πράγματα.

Οι ψεύτικοι άνθρωποι έχουν μια εικόνα που κάνουν τα πάντα να τη διατηρήσουν. Οι σχέσεις τους είναι μέρος αυτής της εικόνας.

Πόσο θέλεις να είσαι ένας από αυτούς ή πόσο τους μοιάζεις;

Σε μια ψεύτικη σχέση δεν υπάρχει πραγματική επικοινωνία, ακόμα κι όταν «επικοινωνείς» με τον άλλο, δεν υπάρχει σημείο επαφής, νιώθεις ένα άδειασμα, ένα κενό, μια απογοήτευση, παρά ένα γέμισμα και μια συναισθηματική εξέλιξη.

Η απόσταση της μη πραγματικότητας δημιουργεί ένα τεράστιο χάσμα, που δεν μπορεί να ξεπεραστεί ώστε να υπάρξει μια αληθινή επαφή και επικοινωνία.

Σε μια κοινωνία που επιτυχώς καλλιεργεί έναν επιφανειακό υλιστικό τρόπο ζωής, το πιο σημαντικό για τις σχέσεις είναι το πώς φαίνονται παρά το πώς πραγματικά είναι. Δεν έχει σημασία τι θέλω αλλά το πώς θα αξιολογήσουν οι άλλοι τις επιλογές μου.

Είναι τόσο εύκολο να πείσεις τους άλλους ότι είσαι καλά και είναι τόσο εύκολο να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι η εικόνα σου είναι ότι πιο σημαντικό υπάρχει.

Τι σημασία έχει τι νιώθεις, πώς νιώθεις, ποιος νοιάζεται για το πώς είσαι μέσα σου;

Και ποιος περιμένεις να νοιαστεί αν εσύ ο ίδιος ασχολείσαι μόνο με το τι θα δείξεις στους άλλους.

Τι σε νοιάζει περισσότερο: πώς είσαι και ποιος είσαι; Ή πώς παρουσιάζεσαι ότι είσαι και ποιος φαίνεσαι ότι είσαι;

Τι θέλεις να είναι πιο σημαντικό και τι αποτελεί προτεραιότητα για σένα;

Ασχολήσου λίγο ακόμα με την εικόνα σου. Σίγουρα θα ξεχάσεις ποιος είσαι και τι θέλεις, όμως, θα καταφέρεις να ασχοληθούν μαζί σου και όλοι αυτοί που ασχολούνται με τη δική τους εικόνα και κάποια στιγμή που έχουν πλέον πείσει τους άλλους ότι είναι καλά δεν τους μένει παρά να «βοηθήσουν» και τους άλλους να φτιάξουν την εικόνα τους, να γίνουν το ίδιο «πετυχημένοι» με αυτούς.

Πήγαινε να σου δείξουν πώς τα κατάφεραν, θαύμασέ τους και ευχήσου να τους μοιάσεις. Ίσως, κάποια στιγμή καταλάβεις ότι θα χρειαστεί να πεις ψέματα και στον ίδιο σου τον εαυτό, να τον παραμυθιάσεις ότι αυτό θέλεις, ότι έτσι θέλεις να είσαι και ότι και οι άλλοι έτσι σε θέλουν. Τι ευτυχία;

Ναι, τα κατάφερες... Να γίνεις ένας ψεύτικος άνθρωπος, ομοίωμα αυτών που θαυμάζεις και σ’ έπεισαν ότι είναι τόσο ευτυχισμένοι και για να επιβιώσεις δέχτηκες να κάνεις και ψεύτικες σχέσεις...

Πολύ προσπάθεια για το τίποτα...

Συνέχισε να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου ότι είσαι καλά και ότι οι σχέσεις σου είναι καλές και σε θαυμάζουν και οι άλλοι για αυτό και όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι. Η εικόνα μετράει.

Τι σημασία έχει αν δεν σε βλέπει καν ο άλλος, αν δεν σε ξέρει καθόλου. Σημασία έχει να δίνεις καλή εντύπωση στους άλλους ότι έχεις πετύχει στη ζωή σου, στις σχέσεις σου, στην καριέρα σου, σε όλα...

Ασχολήσου, λοιπόν, λίγο ακόμα με την εικόνα σου... γυάλισέ την, κάν’ την να αστράφτει και όταν όλοι βλέπουν αυτή την εικόνα απόλαυσέ το.

Ποιος νοιάζεται αν νιώθεις άδειος, αν νιώθεις ότι χάνεις τον εαυτό σου, ότι δεν ζεις πραγματικά;

Ποιος νοιάζεται αν δεν εξελίσσεσαι σαν άνθρωπος, αν δεν σε γεμίζει αυτό;

Ποιος περιμένεις να νοιαστεί όταν εσύ ο ίδιος δεν το κάνεις;

Όταν περάσουν τα χρόνια ίσως συνειδητοποιήσεις ότι ήσουν τόσο αφοσιωμένος με την εικόνα σου που ξέχασες να ζήσεις, ήταν τόσο επιφανειακά όλα που δεν κατάφεραν να σε αγγίξουν, να σε κάνουν να προχωρήσεις, να γνωρίσεις τους άλλους και να σε γνωρίσουν, αλλά και να γνωρίσεις εσύ τον εαυτό σου.

Αν το πιο σημαντικό για εσένα είναι τι εντύπωση θα δώσεις στους άλλους κι αν κάνεις τα πάντα για αυτό ίσως παραμελείς λίγο τον εαυτό σου, τον πραγματικό σου εαυτό, αυτόν που δεν ενδιαφέρεται για την εικόνα που θα σχηματίσουν οι άλλοι για αυτόν, αλλά για το τι πραγματικά θέλει, που θέλει να είναι και με ποιους...

Η ευγένεια των εραστών

Στην θάλασσα του χρόνου,
το κουπί που μας τραβά μπροστά
είναι η ευγένεια…

Δεν είναι λίγες οι φορές που η ενδεικτική λυχνία της επιθυμίας του ανθρώπου για βαθύτερη σύνδεση αρχίζει να εκπέμπει. Κοινώς ονομαζόμενο, το φλερτ, είναι το προεόρτιο αυτής της σύνδεσης, το σήμα ότι κάποιος είναι συναισθηματικά διαθέσιμος τόσο συνειδητά όσο και ασυνείδητα.
 
Παρόλα αυτά, με το πέρασμα του χρόνου, το στοιχείο αυτό, μεταξύ δύο συντρόφων, μοιάζει να εξασθενεί και να δίνει τη θέση του στην σύγκρουση.
 
Όμως, είναι η ανάγκη των ανθρώπων να νιώσουν ξανά αρεστοί και ποθητοί αυτή που αναζητούν, και πάνω σε αυτή την απογοήτευση συγκρούονται, ή είναι κάτι άλλο;
 
Για να απαντηθεί αυτό ας δούμε την επίδραση που έχει ο έρωτας στον εαυτό καθώς και το ποια είναι η φύση της ερωτικής σχέσης…
 
Στην πορεία του, κάθε άνθρωπος, μαθαίνει να αποκολλάται από τον εαυτό του και να δίνεται σε κάποιον άλλο.
 
Είναι η ύπατη οδός για την κοινωνική του ολοκλήρωση αλλά και η ασυνείδητη ροπή του προς την αθανασία με απαραίτητο μέσο για να τη διανύσει, τον έρωτα.
 
Για τον άνθρωπο, ο έρωτας, είναι ανακλητικό στοιχείο. Ακυρώνει ολόκληρα κομμάτια του χαρακτήρα του και τον επιστρέφει σε μία προηγούμενη κατάσταση, όπου ο ίδιος ήταν περισσότερο εύπλαστος και δεκτικός στο κάθε τι νέο. Στο σημείο εκείνο, λοιπόν, στην επιτομή των συναισθημάτων του, τον καταλήγει μία υποδειγματική εκδοχή του εαυτού του για να καταφέρει να απευθυνθεί στο εξιδανικευμένο αντικείμενο του έρωτός του.
 
Θα έλεγε κανείς ότι ο έρωτας, σαν επιδέξιος σιδηρουργός σφυρηλατεί και λειαίνει όλες τις “αιχμηρές” πτυχές του χαρακτήρα του και τις καθιστά λιγότερο ακανθώδεις.
 
Ο χρόνος, όμως, ως αντίπαλη έννοια, έχει μία μοναδική ιδιότητα… Επιστρέφει κάθε τι ανήσυχο στην προηγούμενη κατάσταση ησυχίας του.
 
Έτσι, ο ερωτευμένος σιγά σιγά επανέρχεται σαν ελατήριο που έλκεται από τον ίδιο του τον εαυτό, στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά που είχε πριν ερωτευτεί• και σε αυτό το σημείο γεννάται η σύγκρουση…
 
Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους που σχετίζονται να συγκρούονται, όμως; Είναι η ασυμφωνία των χαρακτήρων;
 
Ομολογουμένως όχι, γιατί τότε θα αναφερόμασταν στη διαφωνία και όχι στη σύγκρουση. Τι κάνει, λοιπόν, κάποιον να επιτίθεται με σφοδρότητα απέναντι στον σύντροφό του; Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο και πολύπλοκη… Η έλλειψη ευγένειας.
 
Εξηγώντας, η ευγένεια είναι αυτή που έρχεται όταν αναγνωρίσουμε τα όριά μας και μάς φερθούμε με σεβασμό. Τότε είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε την ικανή αντίληψη που θα σεβαστεί την μοναδικότητα της ύπαρξης του άλλου.
 
Με λίγα λόγια, η ευγένεια είναι η γνωριμία με τον εαυτό μας όπου μαθαίνουμε το μέχρι που είμαστε ικανοί να φτάσουμε, τι είμαστε ικανοί να προσφέρουμε αλλά και τι είμαστε ικανοί να λάβουμε.
 
Η ευγένεια είναι η τρίτη διάσταση στην ανθρώπινη υπόσταση η οποία σαν σκιά προσδίδει βάθος στις κινήσεις μας και τις ξεκολλά από το βασίλειο των δύο διαστάσεων.
 
Σε άλλη περίπτωση ο όποιος σεβασμός προς και από εμάς είναι καταδικασμένος να σπαταλιέται σαν τις αχτίδες του φωτός που δεν έπεσαν σωστά πάνω σε ένα έργο τέχνης, αποτυγχάνοντας να αναδείξουν κάθε του γωνία.
 
Γιατί, όμως, κάποιος, κατά την επαναφορά του από τον έρωτα στην πραγματικότητα, συγκρούεται με τον σύντροφό του και δεν τον αποδέχεται, πλέον;
 
Εδώ, απάντηση δίνει η φύση της ερωτικής σχέσης που υποσχεθήκαμε να θίξουμε στην αρχή. Η φύση της ερωτικής σχέσης είναι και εκείνη ανακλητική και όπως ο έρωτας μας τανύζει και μας υψώνει μακριά από τη βάση μας έτσι η σχέση μάς έλκει, πίσω, στις εμπειρίες επικοινωνίας που είχαμε κατά την παιδική ηλικία.
 
Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, που κάποιος διδάχθηκε πώς να αγαπά, από τις πρωτόλειες φιγούρες του, έτσι έμαθε και να διαφωνεί• και όταν η διαφωνία του πνίγηκε από το συναίσθημα του θυμού, που κατακλύζει οποιονδήποτε προσφέρει και η προσφορά του απορρίπτεται, έτσι ο σύντροφος καταντά ο τελικός αποδέκτης ενός θυμού χρόνων.
 
Μέσα στην ερωτική σχέση, λοιπόν, αναβιώνει η σχέση του ανθρώπου με τη μητρική φιγούρα και όταν η φιγούρα αυτή προβληθεί στον σύντροφο πολύ σύντομα ακολουθεί και το συναίσθημα που τη συνοδεύει. Το μελανότερο σημείο, όμως, δεν είναι αυτό αλλά η ειλικρίνεια με την οποία επικοινωνούμε αυτό το συναίσθημα… Μία ειλικρίνεια που τοποθετεί τον άλλο στη θέση που τον βάλαμε οι ίδιοι και τον αναγκάζει να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο που μία μητέρα θα απαντούσε σε έναν έφηβο που επαναστατεί μέσα από ανώριμα αιτήματα• αντιμεταβιβαστικά.
 
Αυτό που χρειάζεται είναι η δύναμη να αποδεχτούμε ότι αυτές οι “τέλειες” φιγούρες που μας γαλούχησαν, αυτά τα “ιδανικά” όντα που μας πρόσφεραν ασφάλεια και προστασία ήταν πλάσματα μεμπτά, με ελαττώματα, που στην πορεία τους αδυνάτησαν να ενστερνιστούν αυτό που προσπαθήσαμε να τους πούμε.
 
Αδυνάτησαν να υιοθετήσουν τη δική μας οπτική και δεν κατάφεραν να εγκολπώσουν το θέλω μας δίνοντάς μας χώρο να αναπτυχθούμε ως προσωπικότητες.
 
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να χτυπάμε τις πόρτες που δεν προαλείφονται να ανοίξουν, τη στιγμή που το επιθυμούμε, μέχρι να ματώσουν τα χέρια μας…
 
Ο σπόρος, εξάλλου, προορίζεται, πάντα, να ξεπερνά τη γλάστρα στην οποία τοποθετήθηκε αρχικά, μα η μεταφύτευσή σου δεν σημαίνει την απαξίωση για το χώμα που τον φιλοξένησε αλλά την ευγνωμοσύνη που τον κατέστησε δυνατό να κατοικήσει αλλού.
 
Όταν συνειδητοποιήσουμε το παραπάνω, όταν αποδεχτούμε τα λάθη τους, θα έχουμε καταφέρει να ολοκληρώσουμε το εσωτερικό μας πάζλ και δεν θα χρειαζόμαστε να τους προβάλουμε σε κάθε μας συγκρουσιακή εμπειρία.
 
Στην ουσία, η σφοδρότητα με την οποία συγκρουόμαστε κρύβει το αίτημά μας για επικοινωνία με εκείνους. Την επιθυμία μας να παραδεχτούν ότι έχουμε δίκιο και την ανάγκη μας να αποδεχτούν τη διαφορετικότητά μας. Το μειονέκτημα, όμως, είναι ότι όσο παλεύουμε να τους αλλάξουμε τόσο παραμένουμε παιδιά και απαγορεύουμε στον εαυτό μας να μεγαλώσει.
 
Πώς τηρείται, όμως, η ευγένεια μεταξύ συντρόφων; Μα φυσικά όπως είπαμε… Με το να γίνουμε οι ίδιοι γονείς του εαυτού μας οι οποίοι αποδέχονται τη διαφορετικότητα του άλλου όσο κι εμείς θέλαμε να αποδεχτούν τη δική μας.
 
Μόνο όταν δούμε τον άνθρωπο απέναντί μας γυμνό από τις καταδικαστικές προβολές του παρελθόντος θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε το μέλλον μαζί του που μέχρι στιγμής ήταν μόνο φαντασιωσικό.
 
Ένα μέλλον που θα μας εμπνεύσει και θα μας ωθήσει προς την αυτοπραγμάτωση αφού ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη δυάδα για να σταθεί στην κορυφή της προσωπικής του πυραμίδας. Ας αναλογιστούμε, εξάλλου, πως κάθε πυραμίδα χρειάζεται δύο “γωνίες” για να αποκτήσει μία στερεή βάση…
 
Κλείνοντας, ας κρατήσουμε στο νου το εξής…
Η ευγένεια είναι ίσως το αξιότερο από όλα τα μέτρα του εαυτού καθώς είναι αρκετά ισχυρή για να εμπνεύσει τη δύναμή του και αρκετά τρυφερή για να διαχειριστεί την αδυναμία του.
 
Σε κάθε περίπτωση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει κάποιος στον σημαντικό του άλλο. Ας μην ξεχνάμε… Δύο κωπηλάτες τραβούνε πιο συγχρονισμένα το κουπί όταν η δυνατή εκπνοή του ενός αγκαλιάζει το αγκομαχητό του άλλου…

Η δυσλειτουργική επικοινωνία στις συντροφικές σχέσεις

Πολλές φορές οι δυσκολίες στις συντροφικές σχέσεις προέρχονται από την δυσλειτουργική επικοινωνία. Η δυσλειτουργία αυτή πηγάζει από τις ερμηνείες και τις συμβολικές σημασίες που αποδίδει και διαμορφώνει ο ένας/η μία σύντροφος για τον/την άλλον/η και αφορά τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις διαθέσεις, τη συμπεριφορά. Όμως, είναι εφικτό να μπορούμε να “διαβάσουμε” τις σκέψεις, κλπ. του άλλου; Ασφαλώς, όχι! Η ερμηνεία που δίνει ο σύντροφος στις σκέψεις του/της συντρόφου έχει άμεση σχέση με το γενικότερο δικό του σύστημα κωδικών.
 
Χρειάζεται να μάθουμε να ελέγχουμε όσα πιστεύουμε ότι σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει ο/η σύντροφος μας. Ο απόλυτος τρόπος σκέψης και το διάβασμα της σκέψης του άλλου είναι κάποια από τα στοιχεία που μπορούν να φέρουν ρήξη σε ένα ζευγάρι.
 
Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Επιστρέφω το βράδυ στο σπίτι και μιλάω στη σύντροφό μου για τη δύσκολη ημέρα στη δουλειά, αλλά φαίνεται να είναι απόμακρη και προβληματισμένη και δεν με ακούει. Αμέσως σκέφτομαι ότι θεωρεί όσα λέω βαρετά. Στη συνέχεια, σκέφτομαι ότι αφού με βαριέται, σίγουρα σύντομα θα με χωρίσει. Αν με χωρίσει, θα μείνω μόνος… αμέσως αισθάνομαι έντονη θλίψη και αγανάκτηση και φεύγω από το δωμάτιο.
 
Εκείνη σκέφτεται ότι νοιάζομαι μόνο για τον εαυτό μου, δεν διακρίνω ότι είναι στεναχωρημένη και ούτε ρωτάω για τη δική της καθημερινότητα. Σκέφτεται ότι με νοιάζει μόνο η δουλειά μου και ότι η σχέση μας απλά καλύπτει την ανασφάλεια τού να είμαι μόνος.
 
Το γεγονός δεν συζητήθηκε και οι δύο μείναμε θλιμμένοι για όλη την ημέρα. Δυστυχώς μετά από λίγες ημέρες το σκηνικό επαναλήφθηκε.
 
Από το παράδειγμα φαίνεται ότι “μπορώ” και διαβάζω τη σκέψη της συντρόφου μου, ότι δηλαδή η στάση της, με το να είναι απόμακρη, δηλώνει ότι με βαριέται. Δεν έλεγξα, όμως, αν αυτό είναι αληθές, δεν τη ρώτησα, παρά μόνο αφοσιώθηκα στις σκέψεις μου και αντέδρασα σύμφωνα με ό,τι μου υπαγόρευαν, φανερώνοντας έναν γενικότερο κανόνα για το δικό μου σύστημα κωδικών και μία βαθιά πεποίθηση: όποια σύντροφος δεν με προσέχει όταν μιλάω, σημαίνει ότι με βαριέται και στο τέλος θα με εγκαταλείψει.
 
Η σύντροφος μου απορροφημένη κι εκείνη από τη στεναχώρια της, δεν μπορούσε να με προσέξει όταν μιλούσα και ούτε τελευταία επεσήμανε ότι είμαι απορροφημένος με τη δουλειά. Θεώρησε ότι διατηρώ τη σχέση μόνο και μόνο για να μην είμαι μόνος. Ωστόσο, δεν πρόλαβε να μου πει γιατί είναι στεναχωρημένη, καθώς έφυγα. Επίσης, φαίνεται ότι θεωρεί γενικά ότι όποιος σύντροφος δεν τη ρωτά για τη καθημερινότητά της σημαίνει ότι είναι μαζί της συγκαταβατικά.
 
Και οι δύο αποδώσαμε ερμηνείες και συμβολικές σημασίες στις σκέψεις και τη συμπεριφορά του άλλου. Δεν ελέγξαμε εάν όσα πιστεύουμε είναι αληθή και θεωρήσαμε ότι μπορούμε να διακρίνουμε τις σκέψεις του άλλου. Δε συζητήσαμε! Δεν κατάφερα να μάθω ότι η μητέρα της αντιμετωπίζει πιθανότατα ένα σοβαρό παθολογικό πρόβλημα και ούτε εκείνη έμαθε ότι είναι πολύ πιθανό τον επόμενο μήνα να πάρω προαγωγή, για αυτό και ο πολύς φόρτος εργασίας το τελευταίο χρονικό διάστημα.
 
Μαθαίνουμε να ελέγχουμε όσα πιστεύουμε ότι σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει ο/η σύντροφος μας. Ο απόλυτος τρόπος σκέψης και το διάβασμα της σκέψης του άλλου είναι κάποια από τα στοιχεία που μπορούν να φέρουν ρήξη σε ένα ζευγάρι. Για αυτό, προσπαθούμε να μην αφήνουμε τις σκέψεις μας να κάνουν άλματα, φτάνοντας αστραπιαία από το Α στο Ω.  Μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας και να μην αφήνουμε να διογκώνονται. Εκφραζόμαστε και συζητάμε με τον/την σύντροφό μας σχετικά με την καθημερινότητά μας, την εργασία μας και τη σχέση μας, συμβάλλοντας σε μία πιο ειλικρινή και αυθεντική συνύπαρξη.

Nα συνυπάρχεις με άτομα που σε βοηθούν να γίνεις καλύτερος άνθρωπος

Ο κάθε άνθρωπος ανάλογα με το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες έχει μεγαλώσει διαμορφώνει το χαρακτήρα του!

Κάποιοι από αυτούς εμπνέουν σεβασμό ενώ ταυτόχρονα τους χαρακτηρίζει η ευγένεια και το ήθος!

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, διακρίνεται από τον χειμαρρώδη χαρακτήρα τους, τους μη εκλεπτυσμένους τρόπους τους, οι οποίοι όμως εντάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία στο κοινωνικό σύνολο λόγω του ότι φαίνονται πιο προσιτοί και λιγότερο σνομπ!

Κάποιες φορές, προκαλούν φόβο με το δυναμισμό τους και κατά συνέπεια τον σεβασμό αφού με τον τρόπο τους δηλώνουν άμεσα ότι’’ δεν σηκώνουν και πολλά’’.

Τι γίνεται όμως όταν ένας άνθρωπος από πρώτη κατηγορία βρεθεί μόνος αντιμέτωπος σε μια συζήτηση που υπερτερεί ως προς την δεύτερη κατηγορία και το αντίστροφο;

Σαφώς θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση αν λάβουμε υπόψιν ότι είτε θα τον θεωρήσουν σνομπ και διανοούμενο είτε αναιδή και χειμαρρώδη και θα προκαλέσει άθελα του την αντιπάθεια!

Για να αποφύγουμε αυτές τις δυσάρεστες συνέπειες πρέπει να κρατάμε ουδέτερη στάση στην όποια συζήτηση χωρίς να γινόμαστε απόμακροι και αντιπαθητικοί!

Και θα θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση από την σιωπή όταν διαφωνούμε σε κάτι αφού το σίγουρο είναι ότι η συζήτηση θα παρεκτραπεί εις βάρος μας!

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συναναστρεφόμαστε με άτομα τα οποία μας βοηθούν να γινόμαστε καλύτεροι και με αυτό τον τρόπο να μπορέσουμε ανεβάσουμε το επίπεδο μας!

Η συναναστροφή μας με άτομα τα όποια δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μας μόνο κακό μπορούν να μας κάνουν αφού μας βγάζουν έναν «κακό εαυτό», ο οποίος βγαίνει ασυναίσθητα ως μια προσπάθεια άμυνας ώστε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την δυσαρέσκεια την οποία έχουμε αισθανθεί.

Αντί λοιπόν για τον άριστο, ας είναι και ο λιγότερο κακός

Τίποτε πάντως δεν τέρπει περισσότερο το πνεύμα όσο η στοργική και πιστή φιλία. Τι ευλογία θεού είναι να έχεις εκείνους που στις πρόθυμες καρδιές τους θα μπορούσες με ασφάλεια να εμπιστευθείς κάθε σου μυστικό, εκείνους που η γνώση τους για σένα σε τρομάζει λιγότερο από όσο η γνώση που έχεις συ για τον εαυτό σου, εκείνους που ο λόγος τους απαλύνει την αγωνία σου, η γνώμη τους στηρίζει την απόφασή σου, η εύθυμη διάθεσή τους διαλύει τη θλίψη σου, η εμφάνισή τους και μόνο σε χαροποιεί!

Θα επιλέξουμε φυσικά εκείνους που είναι απαλλαγμένοι, όσο τουλάχιστον αυτό είναι δυνατόν, από προσωπικά πάθη` γιατί τα αμαρτήματα υφέρπουν και γρήγορα μεταδίδονται ‘ όποιον είναι κοντά, κάνοντας ζημιά απλώς και μόνο με την επαφή τους. Έτσι λοιπόν, όπως σε περιόδους λοιμού θα πρέπει να προσέξουμε να μην κάτσουμε δίπλα σ’ αυτούς που τα σώματά τους έχουν ήδη προσβληθεί και φλέγονται από τη νόσο, γιατί έτσι θα θέσουμε σε κίνδυνο την υγεία μας και θα μας βλάψει ακόμα και αυτή η αναπνοή τους, το ίδιο και όταν επιλέγουμε τους φίλους μας θα φροντίσουμε να εξετάσουμε το χαρακτήρα τους, ώστε να προσεταιριστούμε όσους είναι ελάχιστα μολυσμένοι η αρρώστια αρχίζει όταν αναμείξουμε υγιή σώματα με ασθενικά.

Δεν πρόκειται όμως να σου δώσω αυτή τη συμβουλή, να μην ακολουθήσεις δηλαδή και να μη συνδεθείς με κανέναν άλλον παρά μόνο με τον σοφό. Γιατί που θα τον βρεις τον σοφό, τη στιγμή που εμείς τόσους αιώνες ψάχνουμε γι’ αυτόν; Αντί λοιπόν για τον άριστο, ας είναι και ο λιγότερο κακός! Εξάλλου, πολύ δύσκολα θα είχες την ευκαιρία να κάνεις μια καλύτερη επιλογή και αν ακόμα έψαχνες για έναν άριστο άνδρα ανάμεσα στους Πλάτωνες και στους Ξενοφώντες και σε όλους τους άλλους άνδρες του περίφημου εκείνου σωκρατικού κύκλου, ή αν επίσης σου προσφερόταν ο αιώνας του Κάτωνα, ένας αιώνας που γέννησε πολλούς άνδρες άξιους να γεννηθούν σ’ εκείνη ακριβώς την εποχή, καθώς επίσης και πολλούς που ήταν οι χειρότεροι δυνατοί και είχαν σχεδιάσει τα τερατωδέστερα εγκλήματα` γιατί και οι δύο αυτές κατηγορίες ήταν αναγκαίες για να εκτιμηθεί ο Κάτων, μια και χρειαζόταν καλούς ανθρώπους για να κερδίσει την επιδοκιμασία τους και κακούς για να αποδείξει τη δική του δύναμη. Τώρα όμως, που υπάρχει τόσο μεγάλη έλλειψη αγαθών ανδρών, θα πρέπει και συ να είσαι λιγότερο σχολαστικός στις επιλογές σου.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Κανείς άλλος δεν φταίει για τούτα – μόνο εγώ

Μπορούμε ν’ απαντήσουμε στον Μένανδρο τούτο: “Κανένας ζωντανός δεν γίνεται να πει “Αυτό εγώ δεν θα το πάθω”, αλλά, ενόσω είναι ακόμα ζωντανός, μπορεί να πει: Αυτό εγώ δεν θα το κάνω· δεν θα πω ψέματα, δεν θα ραδιουργήσω, δεν θα κλέψω, δεν θα σκεφτώ επίβουλα”.

Τούτο είναι πραγματικά στο χέρι μας και δεν είναι μικρή αλλά μεγάλη συμβολή για την ψυχική γαλήνη. Όπως αντιθέτως, η συνείδησή μου, γιατί ξέρω πως έκανα έργα φοβερά, (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ), σαν πληγή στη σάρκα, έτσι αφήνει πίσω της και στην ψυχή τη μεταμέλεια που διαρκώς τη ματώνει και την κεντρίζει. Τις άλλες λύπες, βέβαια, αναιρεί η λογική, αλλά η μεταμέλεια προκαλείται από την ίδια τη λογική αφού η ψυχή, μαζί με το συναίσθημα της ντροπής, τύπτεται και τιμωρείται από μόνη της.

Όπως εκείνοι που ριγούν από κρυάδες ή καίγονται από πυρετό ενοχλούνται και υποφέρουν περισσότερο από εκείνους που νιώθουν τα ίδια από εξωτερική ζέστη ή κρύο, έτσι και οι λύπες οι προερχόμενες από τυχαία γεγονότα, που είναι σαν να έρχονται απ’ έξω, είναι ελαφρότερες· όμως εκείνος ο θρήνος, κανείς άλλος δεν φταίει για τούτα – μόνο εγώ (ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ), που λέγεται μετά από κάθε σφάλμα μας και που προέρχεται από μέσα μας, κάνει τον πόνο ακόμα πιο βαρύ εξαιτίας της ντροπής που νιώθουμε. Συνεπώς, ούτε το πολυτελές σπίτι ούτε η αφθονία χρυσαφιού ούτε η περηφάνια για την καταγωγή ούτε η λαμπρότητα του αξιώματος ούτε η χάρη του λόγου και η ευφράδεια παρέχουν τόση ηρεμία και γαλήνη στη ζωή όσο η καθαρή από κακές πράξεις και προθέσεις ψυχή, αυτή που έχει πηγή ζωής της το ατάραχο και αμίαντο ήθος· από την πηγή αυτή ρέουν οι καλές πράξεις που έχουν ενέργεια εμπνευσμένη και χαρούμενη, την οποία ακολουθεί μεγαλοφροσύνη, και (που έχουν) μνήμη γλυκύτερη και ασφαλέστερη από τη “γηροτρόφο” ελπίδα του Πινδάρου.

Μήπως “και τα θυμιατήρια”, όπως είπε ο Καρνεάδης, “ακόμα κι όταν έχουν αδειάσει, δεν κρατούν το άρωμά τους για πολύ καιρό”, και οι καλές πράξεις δεν αφήνουν στην ψυχή του σοφού πάντα χαριτωμένη και φρέσκια την ανάμνησή τους, με την οποία ποτίζεται η χαρά και θάλλει, και περιφρονεί όσους κλαίγονται και κατηγορούν τη ζωή πως είναι τόπος δεινών ή τόπος εξορίας που έχει οριστεί εδώ για τις ψυχές;

Ευχαριστιέμαι, επιπλέον, με τον Διογένη ο οποίος, όταν είδε τον οικοδεσπότη του στη Σπάρτη να προετοιμάζεται με υπερηφάνεια για κάποια γιορτή, είπε: “Ο καλός άνθρωπος δεν θεωρεί την κάθε μέρα γιορτή;” Και λαμπρότατη βέβαια, αν έχουμε σωφροσύνη.

Αφού η ζωή είναι η πιο τέλεια μύηση και τελετουργία στα παραπάνω, πρέπει να είναι γεμάτη ψυχική γαλήνη και χαρά και όχι, όπως συμβαίνει με τους πολλούς που περιμένουν τα Κρόνια, τα Διάσια, τα Παναθήναια και άλλες τέτοιες μέρες για να ευχαριστηθούν και ν’ αναζωογονηθούν, γελώντας το γέλιο που αγοράζουν πληρώνοντας το αντίτιμο στους μίμους και τους χορευτές.

Παρ’ ότι οι άνθρωποι χαίρονται με τα γλυκόλαλα όργανα και τα πουλιά που κελαηδούν, κι ευχαριστιούνται βλέποντας τα ζώα να παίζουν και να χοροπηδούν, ενώ, αντίθετα, δυσαρεστούνται, όταν αυτά ουρλιάζουν και βρυχώνται και δείχνουν αγριεμένα, ωστόσο, αν και βλέπουν πως η δική τους ζωή είναι αγέλαστη, κατηφής και πιεσμένη από οχληρά πάθη και προβλήματα και ατέλειωτες φροντίδες, δεν δέχονται να προσφέρουν στον εαυτό τους κάποια ανάσα και ξεκούραση από κάπου, αλλά, ακόμα κι όταν άλλοι τους παρακινούν, δεν δέχονται συμβουλή, που ακολουθώντας τη θα συμβιβάζονταν με τα παρόντα χωρίς να δυσθυμούν και θα θυμούνταν το παρελθόν με ευγνωμοσύνη, ενώ θ’ αντιμετώπιζαν και το μέλλον χωρίς φόβο και καχυποψία, με ευχάριστες και λαμπρές ελπίδες.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Τις επιστολές, όπως γράφεις, τις έδωσες σε ένα φίλο σου να μου τις φέρει· ύστερα, με συμβουλεύεις να μην του αναφέρω όσα γράφεις για τον εαυτό σου, γιατί, όπως λες, ούτε κι’ εσύ ο ίδιος δεν το συνηθίζεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο και μέσα στην ίδια την επιστολή, γράφεις ότι αυτό είναι και δεν είναι φίλος σου. Αν, βέβαια, τη λέξη αυτή χρησιμοποίησες με την κοινή και συνηθισμένη σημασία της, τότε ονόμασες φίλο σου, όπως αποκαλούμε «ενάρετους άνδρες» όλους εκείνους που θέτουν υποψηφιότητα για δημόσια αξιώματα, όπως ονομάζουμε «κύριους» όσους συναντούμε και δεν θυμόμαστε τα ονόματά τους, και σ’ αυτήν την περίπτωση κανείς δεν έχει να σου προσάψει τίποτε. Αν πάλι θεωρείς κάποιον φίλο σου και δεν του έχεις τόση εμπιστοσύνη όση και στον εαυτό σου, τότε κάνεις λάθος και δεν έχεις αρκετή γνώση της αληθινής φιλίας.

Για όλα τα πράγματα οφείλεις να σκέφτεσαι μαζί με τον φίλο σου, αλλά πριν απ’ όλα, οφείλεις να σκέφτεσαι αυτόν τον ίδιο. Μετά τη σύναψη της φιλίας οφείλεις να τον εμπιστεύεσαι· μόνο πριν μπορείς να τον κρίνεις. Αντιστρέφουν και μπερδεύουν τη σειρά των καθηκόντων όσοι αντίθετα προς τις προσταγές του Θεόφραστου, κρίνουν αφού αγαπήσουν, και δεν αγαπούν παρά μόνον αφού έχουν κρίνει. Να συλλογιστείς πολύ αν πρέπει να διαλέξεις κάποιον για φίλο σου, αλλά όταν το αποφασίσεις, να τον δεχθείς με όλη την καρδιά σου· να μιλάς μαζί του με τόσο θάρρος, σαν να μιλάς με τον εαυτό σου.

Γιατί, βέβαια, οφείλεις να ζεις έτσι που να μην εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου τίποτε που να μην μπορείς να εμπιστευθείς στον εχθρό σου. Αλλά επειδή η συνήθεια κάνει έτσι ώστε μερικά πράγματα να κρατιούνται μυστικά, να μοιράζεσαι με τον φίλο σου όλες τις σκέψεις και τις έγνοιες σου. Αν τον θεωρείς πιστό, θα γίνει τέτοιος. Μερικές φορές μαθαίνουμε στους άλλους να μας εξαπατούν, από τον φόβο μας μήπως απατηθούμε, και δίνουμε με τις υποψίες μας το δικαίωμα να πράττουν το κακό εναντίον μας. Για ποιό λόγο να κρύβω λόγια μπροστά στον φίλο μου; Γιατί μπροστά του να μην κάνω σαν να είμαι μόνος μου;

Ορισμένοι διηγούνται σε όσους συναντούν εκείνα τα οποία μόνο σε φίλους πρέπει να εμπιστεύονται, και ξεστομίζουν με ευχαρίστηση στ’ αυτιά ενός τυχαίου κάθε τους στεναχώρια. Άλλοι πάλι φοβούνται να εξομολογηθούν και στους πλέον προσφιλείς τους και καθώς είναι πρόθυμοι να μην εμπιστευθούν ούτε τους εαυτούς τους, απωθούν βαθύτερα μέσα στην ψυχή κάθε μυστικό τους. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο πρέπει κανείς να πράττει, επειδή είναι ελάττωμα να έχεις εμπιστοσύνη σε όλους, καθώς είναι ελάττωμα να μην έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν. Το ένα το θεωρώ ως το τιμιότερο ελάττωμα και το άλλο ως το πλέον επικίνδυνο.

Με τον ίδιο τρόπο, οφείλουμε να επιτιμούμε όσους δεν μπορούν να μείνουν ήσυχοι σε μιά θέση, καθώς και εκείνους που ξέρουν μόνο να τεμπελιάζουν. Η χαρά της διαρκούς ενασχόλησης δεν είναι απόδειξη δραστήριου πνεύματος, αλλά μιάς καταναγκαστικής ανησυχίας· η πίστη ότι κάθε κίνηση είναι επίπονη δεν σημαίνει την ήρεμη ζωή, αλλά αυτοεγκατάλειψη και αποχαύνωση. Γι’ αυτό σου εμπιστεύομαι τούτο τον λόγο του Πομπώνιου: “Ορισμένοι εισχωρούν τόσο πολύ μέσα στα σκοτάδια, που θεωρούν αναταραχή ο,τιδήποτε γίνεται μέρα μεσημέρι”.

Οφείλουμε να φτάνουμε σε μία ισορροπία. Ο υπέρμαχος της επανάπαυσης οφείλει να δραστηριοποιείται και ο υπέρμαχος της δράσης να αναπαύεται. Διδάξου από την φύση: αυτή θα σου πει τι κάνει τη μέρα και τη νύχτα.

ΣΕΝΕΚΑΣ . Επιστολές στον Λουκίλιο