Τετάρτη 2 Αυγούστου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

4. Τα ρήματα σε -ίειν και -ύειν


§ 208. Τα μετονοματικά σε -ίειν από θέματα σε ι είναι ελάχιστα και περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην ομηρική ποίηση. Παραδείγματα: μηνίειν 'μνησικακώ' από το *μηνι- ι̯ - από το μῆνι-ς 'μνησικακία', μητίεσθαι 'επινοώ' από το μῆτις 'ευφυΐα', μαστίειν 'μαστιγώνω' από το μάστις[1] 'μαστίγιο'. Πρβ. λατ. f ī nio 'περιορίζω' απ΄το f ī ni - s 'όριο'. Λίγο περισσότερα είναι όσα λήγουν σε -ύειν από θέματα σε υ: δακρύειν 'δακρύζω' από το δάκρυ, ἰθύειν 'ορμώ καταπάνω' από το ἰθύς 'κατευθείαν μπροστά' ή από το ἡ ἰθ ύ̄ ς 'πορεία, δρόμος', μεθύειν 'είμαι μεθυσμένος' από το μέθυ 'μέθη', φιτύειν 'φυτεύω, γεννώ' από το φῑτυ 'βλαστάρι'.

Παράρτημα

§ 209. Σχετικά με την ποσότητα της απόληξης του θέματος των φωνηεντόληκτων ρημάτων. Οι περίπλοκες ποσοτικές σχέσεις ερμηνεύονται κατά τον καλύτερο τρόπο ως εξής: Η ποσοτική αντίθεση - ῐ́ ειν : - ί̄̄ σειν, - ὑ̄ ειν : - ύ̄ σειν, όπως εμφανίζεται ακόμη στον Όμηρο, είναι παλιά και μοιάζει με τα f ī ni - s 'όριο': f ī n ī- tus 'περιορισμένος', can ĭ- s 'σκύλος' : can ī- nus 'σκυλίσιος', stat ŭ- s 'στάση' : stat ū- tus 'στηριγμένος', lac ŭ- s 'δεξαμενή' : lac ū- na 'αυλάκι', επιπλέον πόλῐ-ς : πολ ί̄ -της, πρέσβῠ-ς : πρεσβ ύ̄ -της. Και η αντίθεση -έ-ω (από το *-ĕ- i ̯ -ō) : -ή-σω φαίνεται να είναι παλιά (τροπή - e i ̯ - : -ē-;)· πρβ. claudus 'κουτσός' : claud ĕ- re 'κουτσαίνω' όπως φίλος 'αγαπητός' : φιλή-σω 'θα αγαπήσω'. Σε συνάρτηση με αυτό το -έω, - ῐ́ ω, - ύ̆ ω : -ήσω, - ί̄ σω, - ύ̄ σω ήδη στην πρωτοελληνική περίοδο μετασχηματίστηκε και το *- ά̄ ω (από το *-ᾱ - i̯ ō από θέματα σε -ᾱ ή ρίζες σε -ᾱ) : - ά̄ σω μετασχηματισμένο σε - ά̆ ω : -ά̄ σω· το -όω : -ώσω είναι πάλι από την πλευρά του απομίμηση του - ά̆ ω : - ά̄ σω. Στους ιστορικούς χρόνους σημειώθηκε εν μέρει μια παλινδρόμηση με την έννοια της εισαγωγής της μακρότητας και στον ενεστώτα· έτσι στην περιοχή των δωρικών, αιολικών και βορειοδυτικών διαλέκτων απαντούν τύποι όπως στεφανωέτω και ἀδικήει· στην ιωνική-αττική το (- ί̄̄ ω) - ύ̄ ω είναι ο κανόνας (τα -άω, -έω,-όω απέφυγαν εδώ αυτή τη μοίρα, καθώς είχαν ήδη συναιρεθεί).
-------------------------
[1] μάστις: σπανιότερος τύπος του μάστιξ.

Η Υπερβατική Συνείδηση

Θεωρήστε την έννοια της απόλυτης πραγματικότητας ως το λίκνο του αιώνιου εαυτού μας. Αυτή είναι η θεμελιώδης ύπαρξή μας, αδέσμευτη από τους περιορισμούς του χρονικού, φυσικού κόσμου. Είναι ένα βασίλειο ύπαρξης που υπερβαίνει την παροδική φύση της επίγειας ζωής μας και τους περιορισμούς των αισθητηριακών μας αντιλήψεων και των διαδικασιών σκέψης.

Ο Αιώνιος Εαυτός

Ο αιώνιος εαυτός είναι η πανταχού παρούσα οντότητα που υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας ή τη φυσική μας ύπαρξη. Συνεχίζει να υπάρχει ακόμα κι όταν είμαστε χαμένοι στο λαβύρινθο των σκέψεών μας, μπλεγμένοι στον ιστό των αισθήσεών μας ή παρασυρόμενοι στις εγκόσμιες αναζητήσεις.

Η υπέρβαση της αντίληψης

Η αντίληψη, σε αυτή τη θεωρία, είναι η διαδικασία οργάνωσης και ερμηνείας των αισθητηριακών πληροφοριών, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει την κατανόησή μας για τον κόσμο γύρω μας. Η απόλυτη πραγματικότητα, ωστόσο, υπάρχει πέρα από αυτό το πλαίσιο αντίληψης. Δεν είναι οι ίδιοι οι συνειρμοί ή οι σκέψεις, αλλά η υποκείμενη πραγματικότητα που υπερβαίνει την αντίληψη.

Η Έννοια του Απόλυτου Σκότους

Αυτό είναι το βασίλειο που πραγματικά περικλείει την απόλυτη πραγματικότητα. Δεν είναι η απουσία φωτός αλλά η απουσία αντίληψης, όπου ο αιώνιος εαυτός υπάρχει στην πιο αληθινή του μορφή. Είναι το βασίλειο που υπερβαίνει όλες τις πράξεις και τις αισθητηριακές αντιλήψεις, ένας χώρος που είναι πέρα από το πεδίο κατανόησης του συνειδητού μας μυαλού.

Αποκόλληση Ζωής

Αυτή είναι η κατάσταση της φώτισης όπου κάποιος αποσπάται από την παροδική φύση της ζωής. Δεν πρόκειται για την εγκατάλειψη της ζωής αλλά για την αποδοχή της στην πιο αγνή της μορφή χωρίς να ανησυχείς υπερβολικά για τη συνέχισή της. Αυτή η κατάσταση ύπαρξης μας επιτρέπει να ζούμε τη ζωή στην παρούσα στιγμή, αγκαλιάζοντας πλήρως το εδώ και τώρα.

Η απόλυτη πραγματικότητα

Αυτό είναι το άθροισμα όλων αυτών των εννοιών. Είναι το βασίλειο του αιώνιου εαυτού, πέρα από την αντίληψη, στο απόλυτο σκοτάδι, αποκομμένο από τη ζωή αλλά που το αγκαλιάζει πλήρως. Είναι η υπέρτατη αλήθεια και η απόλυτη ύπαρξη, πέρα και όμως περικλείει όλα όσα υπάρχουν. Δεν είναι ο ηθοποιός αλλά η ίδια η σκηνή όπου εκτυλίσσεται το δράμα της ζωής.

Τελικά, η τελική πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που αντιλαμβανόμαστε ή σκεφτόμαστε, αλλά ένα βαθύτερο, πιο βαθύ επίπεδο ύπαρξης που είναι αιώνιο, υπερβατικό και απείρως πιο αληθινό από τις περιορισμένες, επίγειες ζωές μας. Αυτή η πραγματικότητα είναι που αποτελεί το λίκνο του αιώνιου εαυτού μας, και προς αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξελιχθούμε.

Τα βλέμματα, ούτε υποκρίνονται, ούτε σκηνοθετούνται

Τα μάτια μας, ο καθρέφτης της ψυχής δεν λένε; Αυτά τα άτιμα μας προδίδουν και δεν μπορούμε να κρυφτούμε. Οι περισσότεροι βέβαια δεν παίρνουν χαμπάρι και ευτυχώς δηλαδή. Λίγοι είναι αυτοί που μιλάνε στη ψυχή σου και λίγοι είναι αυτοί που θα καταλάβουν το βλέμμα σου. Αυτό το βλέμμα που κοιτάει να κρυφτεί μπας και το καταλάβουν και κοιτάει οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί που θέλει. Το βλέμμα όμως δεν τα πάει καλά με τη υποκριτική. Αργά ή γρήγορα θα κοιτάει εκεί που λαχταρά. Τα βλέμματα μόνο αλήθειες λένε σε αντίθεση με το χείλη που αραδιάζουν ένα σωρό μαλακίες μπας και καλύψουν τα νώτα τους.

Το αντικείμενο του πόθου είναι σαν μαγνήτης ματιών και βλεμμάτων. Εκεί την έβαψες. Γιατί την έβαψες; Γιατί κάποια βλέμματα είναι καλύτερα να μην τα ρίχνεις. Και να τα ρίξεις βέβαια, θέλει κότσια να αποκωδικοποιήσει κανείς ένα βλέμμα και να καταλάβει τι βρίσκεται πίσω από ένα υποτιθέμενο ψυχρό ή απαθές βλέμμα. Που να καταλάβει πως αυτά τα μάτια είναι ένας ωκεανός συναισθημάτων, ένα βάθος από καταπιασμένες αλήθειες. Δεν κρύβεσαι από το βλέμμα όσο και να προσποιείσαι. Όποιος σε ξέρει, καταλαβαίνει.

Τι γίνεται στην περίπτωση που τα βλέμματα συναντηθούν αλλά δεν συγχρονίστηκαν; Ή μπορεί να συγχρονίστηκαν και δεν ήξεραν να το διαχειριστούν; Όταν το βλέμμα σου συναντήσει αυτό που θέλει και δεν έχεις τα αναμενόμενα αποτελέσματα, τότε έχεις πρόβλημα. Το βλέμμα γίνεται υγρό, έτοιμο να αφήσει να κυλήσουν όλα τα γιατί και τα παράπονα του κόσμου. Δεν θέλεις να δουν ποτέ αυτό το βλέμμα, για αυτό επιλέγεις να το κρατήσεις μακριά από τα βλέμματα που δεν θα καταλάβουν. Το δάκρυ σου, το τόσο πολύτιμο δεν θα το σκουπίσει κανείς παρά μόνο εσύ, στην πιο μοναχική σου στιγμή.

Έτσι είναι μάτια μου, κοιτάζουμε εκεί που αγαπάμε και λαχταράμε και δεν πειράζει αν δεν μας κοιτάξουν πίσω. Κάποιοι φοβούνται μπας και δούμε μέσα τους αν τους κοιτάξουμε. Δεν φταίμε εμείς που μάθαμε να κοιτάμε τον άλλο μέσα στα μάτια, αν δεν το αντέχουν ας τα χαμηλώσουν αυτοί.

Εσύ που σαν παιδί έδινες στη μαμά σου αντί να λαμβάνεις

Τότε

Σαν παιδάκι έκανες ότι μπορούσες για να βλέπεις τη μαμά σου χαρούμενη. Ήθελες να τη βλέπεις να χαμογελάει. Από μικρό έμαθες να αντέχεις τα συναισθηματικά ξεσπάσματα της μαμάς σου, να ηρεμείς τα δάκρυά της, να ακούς τα παράπονά της. Δεν είχες την επιλογή να μην την φροντίζεις. Έδινες αντί να λαμβάνεις. Έπρεπε να είσαι καλύτερο παιδί για χάρη της ευτυχίας της μαμά σου. Το καθήκον σου ήταν να αντέξεις την απελπισία της. Έκανες πέρα τον αληθινό σου εαυτό και έφτιαξες έναν ψεύτικο.

Αλλά και πάλι η μαμά σου δεν ήταν ευχαριστημένη με τη ζωή της. Ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένη. Κατηγορούσες τον εαυτό σου. Τη θυμάσαι να είναι διαρκώς δυσαρεστημένη, δυστυχισμένη, θυμωμένη ή καταθλιπτική.

Και τι είχες ανάγκη σαν παιδί να λάβεις; Ήθελες να νιώσεις αποδοχή και επιβεβαίωση. Να λάβεις αγάπη. Άραγε την πήρες; Ή τη στερήθηκες και αυτή; Παρά την τεράστια προσπάθειά σου. Μόνο η ψυχούλα σου το ξέρει.

Η μαμά σου ποτέ δεν κατάλαβε ότι την προστάτευες σαν να ήσουν ενήλικας. Ότι είχες αναλάβει την ευθύνη να διατηρήσεις την ειρήνη στην οικογένεια. Ότι ήσουν το φιλαράκι της και το στήριγμά της. Και ότι αυτός ο ρόλος δεν σου άξιζε. Είχε να καλύψει τη δική της συναισθηματική ανασφάλεια. Είχε τις δικές της έγνοιες.

Τώρα

Τώρα; Συνεχίζεις και στο τώρα να καλύπτεις τις ανάγκες των άλλων. Έχεις αναπτύξει συναισθηματικό ραντάρ και τις σαρώνεις. Ζεις μέσα από τους άλλους, χωρίς να ζεις. Μένεις σε εξαρτητικές σχέσεις χωρίς να μπορείς να φύγεις.

ΣΥΓΧΕΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΙΚΤΟ ΚΑΙ ΜΕΝΕΙΣ ΔΙΠΛΑ ΣΕ ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΛΥΠΑΣΑΙ ΚΑΙ ΘΕΩΡΕΙΣ ΕΥΑΛΩΤΑ.

Αισθάνεσαι ανεπαρκής και δεν υπάρχεις. Δεν γνωρίζεις την ταυτότητά σου και τι θέλεις. Επιζητάς την αναγνώριση από τους άλλους μα δεν την παίρνεις. Αδυνατείς να θέσεις όρια. Δυσκολεύεσαι να δημιουργήσεις στενές σχέσεις. Έχεις άγχος και τελειομανία.

Σαν παιδί έμαθες ότι χρειάζεται να κάνεις πολλά για να κερδίσεις την αγάπη της μαμά σου. Αυτό σου άφησε ένα κενό στην καρδιά σου και συνεχίζει να υπάρχει και τώρα. Είναι βέβαιο ότι σε κανένα παιδί δεν αξίζει κάτι τέτοιο. Να προσπαθεί να εκπληρώσει τις ρητές και σιωπηρές προσδοκίες ενός ενήλικα. Δεν είναι εντάξει η μαμά να παραγνωρίζει τις πραγματικές σου συναισθηματικές ανάγκες. Δεν είναι εντάξει να προσπαθεί να καλύψει τα συναισθηματικά κενά της χρησιμοποιώντας εσένα. Και να σου δημιουργεί ενοχές όταν δεν ανταποκρίνεσαι.

Ανασφάλεια – Ντροπή – Άγχος – Ενοχές

Το μέλλον σου

Ξέρεις, κάποια τραύματα δεν ξεπερνιούνται απλά με τον χρόνο. Ήρθε ο καιρός, ως ενήλικας να φροντίσεις τον εαυτό σου, να δεις τις δικές σου ανάγκες. Να ανακαλύψεις τον αληθινό σου εαυτό. Να δουλέψεις με τον εαυτό σου. Για να σου επιτρέψεις να έχεις ανάγκες. Να μπορείς να αφουγκραστείς τα συναισθήματά σου. Να μπορείς να βάζεις τον εαυτό σου σε προτεραιότητα. Να υπάρχεις. Να μπορείς εύκολα να θέτεις όρια, όρια αγάπης. Έχεις δικαίωμα. Το αξίζεις. Το χρωστάς στον εαυτό σου. Για σκέψου. Σου αξίζει;

Aσφάλεια – Αγάπη – Αυταξία – Εμπιστοσύνη – Γαλήνη – Όρια αγάπης

Να δεις τον μικρό σου εαυτό. Να δεις το εσωτερικό σου παιδί και να το αγκαλιάσεις. Να το αναδημιουργήσεις. Έτσι, να φροντίσεις τον ενήλικα εαυτό σου. Και να ζήσεις όπως σου αξίζει.
-----------------
Σημ. Στην ψυχολογία ο όρος “γονεοποίηση” εισήχθη το 1967 από τον Salvador Minuchin. Μιλάμε για γονεοποιημένο παιδί, όταν αναμένεται από αυτό σε σταθερή βάση να παρέχει συναισθηματική ή πρακτική υποστήριξη σε έναν γονέα, αντί να λαμβάνει εκείνο αυτή την υποστήριξη. Η αντιστροφή του ρόλου της γονεοποίησης μπορεί να διαταράξει τη φυσική διαδικασία ωρίμανσης, προκαλώντας μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία ενός παιδιού.

Πώς ν’ αποφύγετε τη διάσπαση προσοχής σ’ έναν κόσμο που την ενισχύει

Η διάσπαση της προσοχής είναι η κατάρα της σύγχρονης εποχής. Η προσοχή μας διασπάται συνεχώς από τα κινητά τηλεφώνα και την οθόνη του υπολογιστή μας, τα παιδιά, τους συναδέλφους. Είναι πραγματικά δύσκολο να επικεντρωθεί κάποιος σε μια δουλειά – ή σε ένα άτομο – για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αν μη τι άλλο, ο κόσμος γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα μέρος που δεν μας αφήνει να συγκεντρωθούμε. Η τεχνολογία εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο. Αν πάντως ελπίζετε ότι οι εταιρείες τεχνολογίας θα αλλάξουν τις μεθόδους τους και το αφεντικό σας τελικά θα μάθει να σέβεται το χρόνο σας, μάλλον θα χρειαστεί να περιμένετε περισσότερο απ’ όσο είστε διατεθειμένοι. Καλύτερα λοιπόν να εξοπλιστείτε με εφόδια για να διαχειριστείτε τη διάσπαση της προσοχής σας με στρατηγικές που μπορείτε να εφαρμόσετε άμεσα. Εξάλλου,

ΠΑΡ’ ΟΛΟ ΠΟΥ ΟΙ ΠΕΡΙΣΠΑΣΜΟΙ ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ Σ’ ΕΣΑΣ, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΥΘΥΝΗ.

Τι σημαίνει διάσπαση προσοχής και γιατί είναι επιβλαβής;

Ας δούμε αρχικά τον ορισμό της διάσπασης της προσοχής. Διάσπαση της προσοχής είναι «η διαδικασία διακοπής της προσοχής» και «ένα ερέθισμα ή μια εργασία που αποσπά την προσοχή μας από την εργασία που προηγουμένως είχε τραβήξει το ενδιαφέρον μας». Με άλλα λόγια, οι περισπασμοί μας απομακρύνουν από αυτό που θέλουμε να κάνουμε, είτε πρόκειται να ολοκληρώσουμε μια εργασία στο σπίτι ή στη δουλειά, ν’ απολαύσουμε το χρόνο με ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή να κάνουμε κάτι που μας ευχαριστεί.

Σε περίπτωση που η διάσπαση της προσοχής μάς γίνει συνήθεια, δεν θα μπορούμε να παραμείνουμε εστιασμένοι ώστε να έχουμε δημιουργικότητα στην επαγγελματική και προσωπική μας ζωή. Ακόμα χειρότερα, αν απομακρυνόμαστε συνεχώς από τους φίλους και την οικογένειά μας εξαιτίας των περισπασμών, θα χάσουμε την ευκαιρία να καλλιεργούμε τις σχέσεις μας τις οποίες έχουμε ανάγκη για την καλή μας ψυχολογική κατάσταση.

Μήπως αναγνωρίζετε κάποιον από τους παρακάτω επιβλαβείς περισπασμούς;
  • Κοιτάζετε τις ειδοποιήσεις που εμφανίζονται στο κινητό σας – ακόμη κι όταν μιλάτε με την οικογένεια, τους φίλους ή τους συναδέλφους σας.
  • Διακόπτετε μια εργασία στην οποία έχετε συγκεντρωθεί για να ελέγξετε την ηλεκτρονική αλληλογραφία σας.
  • Κουβεντιάζετε με συναδέλφους που έρχονται στο γραφείο σας ενώ είχατε στόχο να συγκεντρωθείτε στην εργασία σας.
  • Σκρολάρετε στην αρχική σελίδα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενώ έχετε αποφασίσει να διαβάσετε ένα βιβλίο.
Ποιο είναι το αντίθετο της διάσπασης της προσοχής;

Αν δεν θέλετε να διασπάται η προσοχή σας, μάλλον θέλετε το αντίθετο. Αλλά αν ψάξετε να βρείτε το «αντώνυμο της διάσπασης», θα διαπιστώσετε ότι δεν υπάρχει ακριβώς το αντίθετο. Το λεξικό Merriam-Webster προτείνει διάφορα «κοντινά αντώνυμα», όπως διαβεβαίωση, βεβαιότητα, εμπιστοσύνη και σιγουριά. Αυτό βέβαια δεν θα σας βοηθήσει πραγματικά όταν ο στόχος σας είναι να αποφύγετε τη διάσπαση της προσοχής – και να κατευθυνθείτε προς τα πού; Θα πρότεινα να υιοθετήσουμε τον όρο «έλξη» (traction) ως το αντίθετο της διάσπασης (distraction).

Έλξη είναι οποιαδήποτε ενέργεια μας κινεί προς εκείνο που πραγματικά θέλουμε. Οποιαδήποτε ενέργεια, όπως η ανάληψη ενός μεγάλου έργου, ο επαρκής ύπνος ή η σωματική άσκηση, η υγιεινή διατροφή, ο χρόνος που αφιερώνουμε στον διαλογισμό ή την προσευχή ή ο χρόνος που περνάμε με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, αποτελούν μορφές έλξης. Έλξη είναι κάθε ενέργεια που κάνετε σκόπιμα – είναι το να κάνετε αυτό που λέτε ότι θα κάνετε.

Πιστεύω σε εσένα

Πιστεύω σε εσένα, ΜΠΟΡΕΙΣ!

Αν το βάλεις πείσμα μπορείς να τα καταφέρεις.

Εννοείται πως θα υπάρξουν εμπόδια στο δρόμο σου αλλά θα τα καταφέρεις.

Μέσα μας υπάρχει μια αστείρευτη δύναμη που ίσως κάποιοι από εμάς να μην έχουμε ανακαλύψει ακόμα. Ίσως με κάποια γεγονότα που μας συνέβησαν να τη θάψαμε τόσο βαθιά που τώρα να φοβόμαστε να κολυμπήσουμε ξανά εκεί μήπως και πνιγούμε. Αυτή όμως είναι η αποτυχία. Ο φόβος και η αμφιβολία πως δεν θα τα καταφέρουμε.

Αποτυχία είναι και η ανυπομονησία.
-Θα φτάσω γρήγορα;

Άκου με.

Ο δρόμος είναι ένα μοναδικό ταξίδι.
Είναι αυτό που θα κρατήσεις.

Η διαδρομή.
Από αυτή θα μάθεις πολλά.
Θα δεις πως είσαι ικανός να κάνεις πράγματα που νόμιζες πως δεν μπορεις.
Θα βρεις τη δύναμη, το θάρρος, την αγάπη.

-Την αγάπη;
Αγάπη για τον εαυτό σου.
Θα φτάσεις στο χείλος του γκρεμού αλλά θα πετύχεις.

-Μα, άμα πέσω;
-Αν όμως πετάξεις;

ΗΡΟΔΟΤΟΣ: Σ᾽ εχθρεύονται οι γείτονες, μα οι θεοί, Αργείε, οι αθάνατοι, σε αγαπούν

[7.148.1] Λοιπόν οι κατάσκοποι, αφού μ᾽ αυτό τον τρόπο είδαν όλα τα πάντα και στάλθηκαν πίσω, γύρισαν στην Ευρώπη· τώρα, οι Έλληνες που δέθηκαν με όρκο εναντίον του Πέρση, ύστερ᾽ από την επιστροφή των κατασκόπων, έκαναν τη δεύτερη ενέργειά τους· έστειλαν απεσταλμένους στο Άργος. [7.148.2] Κι οι Αργείοι λένε πως, σ᾽ ό,τι αφορά στην πόλη τους, τα πράγματα εξελίχτηκαν ως εξής: αμέσως από την πρώτη στιγμή έμαθαν τον κίνδυνο με τον οποίο ο βάρβαρος απειλούσε την Ελλάδα· κι όταν πήραν την πληροφορία κι αντιλήφτηκαν ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσουν να τους πάρουν συμμάχους εναντίον των Περσών, έστειλαν επίσημη αντιπροσωπεία στους Δελφούς, για να ρωτήσουν το θεό τί ήταν το καλύτερο που είχαν να κάνουν· γιατί πρόσφατα σκοτώθηκαν από τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη, το γιο του Αναξανδρίδα, έξι χιλιάδες δικοί τους — κι αυτός ήταν ο λόγος που τους έκανε να στείλουν για χρησμό· [7.148.3] και, λένε, πως στο ερώτημά τους η Πυθία αποκρίθηκε με τον εξής χρησμό:

Σ᾽ εχθρεύονται οι γείτονες, μα οι θεοί, Αργείε, οι αθάνατοι, σε αγαπούν.

Φυλάξου, μέσα κάθισε στα κάστρα σου, κρατώντας το δόρυ στο δεξί σου.

Φύλαγε το κεφάλι σου· γιατί η κεφαλή σου θα σώσει το κορμί σου.

Λένε λοιπόν πως αυτούς τους χρησμούς έδωσε πρωτύτερα η Πυθία, κι αργότερα, όταν έφτασαν οι αγγελιοφόροι στο Άργος, παρουσιάστηκαν στη βουλή κι έλεγαν αυτά που είχαν εντολή να πουν. [7.148.4] Και πως αυτοί απάντησαν στις προτάσεις πως είναι πρόθυμοι να τις δεχτούν, αν συνομολογηθεί ειρήνη για τριάντα χρόνια με τους Σπαρτιάτες κι αν μοιραστούν μ᾽ αυτούς την ηγεμονία όλης της συμμαχίας· βέβαια, έλεγαν, η ηγεμονία δικαιωματικά ανήκει σ᾽ αυτούς, όμως θ᾽ αρκεστούν κι αν την έχουν μισή μισή.

[7.149.1] Λένε λοιπόν πως αυτή ήταν η απάντηση της βουλής, μολονότι ο χρησμός τούς απέτρεπε να κάνουν συμμαχία με τους Έλληνες. Και πως επιδίωξαν να γίνουν συνθήκες για τριάντα χρόνια, όσο κι αν τους φοβέριζε ο χρησμός, για ν᾽ αντρωθούν τα παιδιά τους μέσα σ᾽ αυτό το διάστημα· και πως έκαναν μια πρόσθετη σκέψη, μήπως, αν δεν κάνουν συνθήκες και, ύστερ᾽ από το κακό που είχαν πάθει, δεχτούν κι άλλο χτύπημα απ᾽ τον Πέρση, αποκεί και πέρα υποταχτούν στους Λακεδαιμονίους. [7.149.2] Κι ακόμη λένε πως οι αγγελιοφόροι που εκπροσωπούσαν τη Σπάρτη έδωσαν την εξής απάντηση σε όσα άκουσαν από τη βουλή: όσο για τις συνθήκες, θα μετέφεραν το αίτημα στη συνέλευση του λαού, για την αρχηγία όμως έχουν εξουσιοδοτηθεί να δώσουν οι ίδιοι την απάντηση: δηλαδή, τους είπαν, πως αυτοί έχουν δυο βασιλιάδες, ενώ οι Αργείοι έναν· λοιπόν τους είναι αδύνατο να καθαιρέσουν από την αρχηγία τον ένα ή τον άλλο από τους βασιλιάδες της Σπάρτης, αλλά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να έχει κι ο βασιλιάς του Άργους ψήφο ισότιμη με τους δυο δικούς τους. [7.149.3] Λοιπόν οι Αργείοι ισχυρίζονται πως ύστερ᾽ απ᾽ αυτά δεν ανέχτηκαν την πλεονεξία των Σπαρτιατών, αλλά προτίμησαν να εξουσιάζονται από τους βαρβάρους παρά να κάνουν κάποια υποχώρηση στους Λακεδαιμονίους· και πως προειδοποίησαν τους αγγελιοφόρους, πριν βασιλέψει ο ήλιος, να σηκωθούν και να φύγουν από τη χώρα των Αργείων, αλλιώς θα έχουν τη μεταχείριση που ταιριάζει σε εχθρούς.

[7.150.1] Λοιπόν γι᾽ αυτή την υπόθεση οι Αργείοι από τη μεριά τους λένε αυτά· υπάρχει όμως και μια άλλη ιστορία που διαδόθηκε σ᾽ όλη την Ελλάδα, ότι δηλαδή ο Ξέρξης, πριν ακόμα αποφασίσει να ξεκινήσει την εκστρατεία εναντίον των Ελλήνων, έστειλε κήρυκα στο Άργος. [7.150.2] Κι όταν αυτός έφτασε, λένε πως είπε: «Άνδρες Αργείοι, ο βασιλιάς Ξέρξης σάς λέει τα εξής: Εμείς πιστεύουμε ότι ο γενάρχης μας είναι ο Πέρσης, ο γιος του Περσέα, που τον απόχτησε από τη θυγατέρα του Κηφέα, την Ανδρομέδα. Σύμφωνα μ᾽ αυτά εμείς πρέπει να ᾽μαστε απόγονοί σας. Δεν είναι σωστό λοιπόν ούτε εμείς να εκστρατεύουμε εναντίον των προγόνων μας, ούτε εσείς, βοηθώντας άλλους, να ταχθείτε εναντίον μας, αλλά να κάθεστε στη χώρα σας ζώντας ειρηνικά. Γιατί, αν τα πράματα έρθουν όπως τα εύχομαι, θα είστε οι πρώτοι στην εύνοιά μου». [7.150.3] Λέγεται λοιπόν πως, όταν οι Αργείοι άκουσαν αυτή την πρόταση, τους έκανε μεγάλη εντύπωση, αλλά εκείνη τη στιγμή ούτε έδωσαν κάποια υπόσχεση ούτε πρόβαλαν κάποιο αίτημα· πως όμως, όταν οι Έλληνες πήγαν να τους πάρουν στη συμμαχία τους, τότε λοιπόν, ξέροντας καλά ότι οι Λακεδαιμόνιοι δε θα στρέξουν να τους κάνουν συναρχηγούς, πρόβαλαν αυτή την απαίτηση, για να έχουν πρόφαση να μείνουν στην ησυχία τους.

[7.151.1] Μερικοί Έλληνες λένε πως με την εκδοχή αυτή ταιριάζει απόλυτα ένα περιστατικό που συνέβη πολλά χρόνια αργότερα· πως, δηλαδή, έτυχε να βρίσκονται στα Σούσα, την πόλη του Μέμνονος, καθένας τους για άλλη υπόθεση, από τη μεριά τους απεσταλμένοι των Αθηναίων, ο Καλλίας, ο γιος του Ιππονίκου, κι εκείνοι που τον συνόδευαν στην αποστολή του στον βασιλιά, κι από τη δική τους τον ίδιο καιρό, Αργείοι απεσταλμένοι απ᾽ την πόλη τους στα Σούσα, που ρωτούσαν τον Αρτοξέρξη, το γιο του Ξέρξη, αν παραμένει η φιλία που τους συνέδεε με τον Ξέρξη ή τους θεωρούσε εχθρούς του· και πως ο βασιλιάς Αρτοξέρξης δήλωσε ότι μένει απόλυτα σταθερός σ᾽ αυτήν και δε θεωρεί καμιά πόλη πιο φιλική από το Άργος.

[7.152.1] Τώρα, αν ο Ξέρξης έστειλε κήρυκα στο Άργος μ᾽ αυτές τις προτάσεις κι αν απεσταλμένοι των Αργείων ανέβηκαν στα Σούσα και ρωτούσαν τον Αρτοξέρξη για τη φιλία τους, δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα ούτε να διατυπώσω γι᾽ αυτά κάποια γνώμη διαφορετική απ᾽ εκείνην που λένε οι ίδιοι οι Αργείοι. [7.152.2] Όμως ξέρω καλά τούτο: αν όλοι οι άνθρωποι κουβαλούσαν τις δικές του δυστυχίες ο καθένας και τις απέθεταν στον ίδιο τόπο θέλοντας να τις ανταλλάξουν με τις δυστυχίες των πλησίον τους, σκύβοντας πάνω στις δυστυχίες των πλησίον τους ο καθένας με αγαλλίαση θα σήκωνε και θα έπαιρνε πίσω τις δυστυχίες που κουβάλησε εκεί. [7.152.3] Με αυτό το σκεπτικό κι η συμπεριφορά των Αργείων δεν ήταν η χειρότερη που μπορούσε να γίνει. Από τη μεριά μου, έχω υποχρέωση να λέω τα λεγόμενα, δεν έχω όμως υποχρέωση να τα πιστεύω πέρα για πέρα, κι αυτή μου η διακήρυξη θα ισχύει σε όλα όσα εξιστορώ· για παράδειγμα, άκουσα να λένε κι αυτό, πως τάχα οι Αργείοι ήταν εκείνοι που προσκάλεσαν τον Πέρση εναντίον της Ελλάδας, επειδή ο στρατός τους τσακίστηκε στον πόλεμο με τους Λακεδαιμονίους· προτιμούσαν λοιπόν οτιδήποτε άλλο μπορούσε να τους έρθει παρά τη συμφορά που τους βρήκε.

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

ΣΟΛΩΝ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Σόλωνα, Ευνομία Ε, 3

Σε αυτό το απόσπασμα, ο Σόλων, σπουδαίος πολιτικός άντρας που έζησε στην Αθήνα μεταξύ 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. ορίζει τα θεμέλια της πολιτικής και της δημόσιας ηθικής: κακή διακυβέρνηση είναι αυτή που διέπεται από τις διαμάχες και την αδικία από μέρους όσων δεν σέβονται το κοινό καλό, ενώ μια σωστή διακυβέρνηση βασίζεται στη δικαιοσύνη, που εγκαθιδρύεται με τη σύνεση, την τάξη και την ισότητα.

Ε, 3

Η πόλη η δική μας δεν πρόκειται να χαθεί, όσο εξαρτάται από του Δία τις αποφάσεις και από το θέλημα των μακάριων θεών: ένας τέτοιος φύλακας, η Παλλάδα Αθηνά, μεγαλόψυχη, κόρη πανίσχυρου πατέρα, κρατά τα χέρια πάνω της. Οι ίδιοι οι πολίτες θέλουν να καταστραφεί η μεγάλη πόλη, διεφθαρμένοι από το χρήμα. Είναι ανίκανοι να συγκρατήσουν την υπερβολή και να απολαύσουν τις παρούσες χαρές, στην ηρεμία του δείπνου.

Μαζεύουν πλούτη ενδίδοντας στην αδικία

χωρίς να φείδονται ούτε των ιερών ούτε των δημοσίων πηγών, κλέβουν από παντού. Δεν σέβονται ούτε τα ιερά θεμέλια της Δικαιοσύνης, που, αμίλητη, έχει πλήρη συνείδηση όσων γίνονται και όσων έγιναν, και κάποια στιγμή έρχεται για να τιμωρήσει. Η πληγή αυτή, από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις, κυριεύει όλη την πόλη. Και γρήγορα πέφτει στη χειρότερη δουλεία, που προκαλεί εξέγερση και εμφύλιο σπαραγμό, τα οποία θα καταστρέφουν πολλούς σπουδαίους νέους. Σύντομα η αγαπημένη πόλη καταλύεται από τα χέρια των εχθρών και αφανίζεται σε συγκρούσεις που αρέσουν στους άδικους. Αυτές οι συμφορές συμβαίνουν στον λαό. Πολλοί φτωχοί φτάνουν σε ξένες χώρες, πουλημένοι και δεμένοι με βαριές αλυσίδες.

Έτσι, η δημόσια συμφορά φτάνει στου σπιτιού κάθε πολίτη την πόρτα. Οι πόρτες της αυλής δεν μπορούν να την κρατήσουν απέξω. Τότε πηδά τον ψηλό φράχτη και σε βρίσκει ακόμα κι αν έχεις καταφύγει στην πιο κρυφή γωνία του σπιτιού. Αυτό είναι το μάθημα που θέλω να διδάξω στους Αθηναίους: η κακή διακυβέρνηση γεννά πολλά προβλήματα στην πόλη. Η σωστή διακυβέρνηση τα διορθώνει όλα και επαναφέρει την τάξη. Συχνά στον άδικο περνά αλυσίδες: ό,τι είναι σκληρό το λειαίνει, διακόπτει τις υπερβολές, αποδυναμώνει την ύβρη. Μαραίνει τα μπουμπούκια της κακοτυχίας. Τις στρεβλές απόψεις διορθώνει, την υπερηφάνεια κατευνάζει. Διαλύει το έργο της διχογνωμίας. Βάζει τέλος στην πικρία της διαμάχης. Έτσι, όλα είναι τακτοποιημένα και σωστά για τους ανθρώπους.

Οι οσφυοκάμπτες

Οι οσφυοκάμπτες, είναι εκείνοι που κολακεύουν όποιον θεωρούν «ανώτερο» με σκοπό να αποκομίσουν όφελος κοινωνικό, οικονομικό ή επαγγελματικό.

Ο στόχος τους είναι ο ανώτερος να απολαμβάνει τη συντροφιά τους.

Χασκογελούν με όλα τα αστεία του. Αν ο ανώτερος είναι δύσθυμος ή βαρύς χαραχτήρας, τότε οι οσφυοκάμπτες αναλαμβάνουν την ψυχική του ανάταση πλημμυρίζοντας τον χρόνο και τον χώρο του με δικά τους σαχλά αστεία ή χονδροειδείς διηγήσεις.

Τροφοδοτούν τον ανώτερο με όλα τα φρέσκα κουτσομπολιά (ή και τα παλαιότερα αν αντιληφθούν πως δεν είναι ενημερωμένος σχετικά).

Σχολιάζουν πάντα με κακοήθεια τους μη παρόντες και δεν διστάζουν να συμπεριλάβουν σε όσους κακολογούν και άτομα της οικογένειάς τους ή ΄‘φίλους΄΄τους προκειμένου να γίνουν πιστευτοί και οικείοι.

Καλλιεργούν κλίμα έντασης σε όσους αντιλαμβάνονται ως ανταγωνιστές του ανώτερου. Αν βέβαια κρίνουν τους ανταγωνιστές εξίσου σημαντικούς με εκείνον τότε παίζουν διπλό παιχνίδι.

Δεν έχουν αξιοπρέπεια. Αν ο ανώτερος τους προσβάλλει (και όταν οι ανώτεροι είναι ανόητοι απολαμβάνουν να προσβάλλουν χωρίς λόγο τους οσφυόκαμπτες) καταπίνουν την προσβολή χαμογελώντας ευδιάθετα προσποιούμενοι πως δεν την κατάλαβαν.

Τον κολακεύουν διαρκώς.

Δεν διαφωνούν μαζί του παρά μόνο τεχνητά ελάχιστες φορές, όπου στο τέλος αναγνωρίζουν πως η δική τους άποψη είναι η λανθασμένη.

Δεν φέρουν ποτέ αντίρρηση στο πρόγραμμα που προτείνει ο ανώτερος. Είναι πάντα διαθέσιμοι και σε μεγάλο κέφι.

Όλη αυτή την κακοποίηση της προσωπικότητάς τους, που υφίστανται με δική τους βούληση, την μεταβιβάζουν ανενδοίαστα σε όσους θεωρούν κατώτερους από εκείνους. Η τεράστια ποσότητα πίκρας και απόρριψης που είναι συγκεντρωμένη στην ψυχή τους μετατρέπεται σε πυκνό δηλητήριο απέναντι σε όποιον ανίσχυρο βρεθεί στον δρόμο τους.

Δυστυχώς οι περισσότεροι οσφυοκάμπτες ξοδεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη ζωή τους χωρίς ποτέ να αισθανθούν ίχνος ντροπής για το κατάντημα στο οποίο υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.

Θεωρούν μάλιστα πως είναι επιτυχημένοι.
Και χασκογελούν αντί να κλαίνε.
Συνεχώς χασκογελούν…

SCHOPENHAUER: Δεν πρέπει να χτίζει κανείς την ευτυχία του επάνω σε πλατιά θεμέλια

Αν ο άνθρωπος δε θέλει να είναι πολύ δυστυχισμένος, ο πιο σίγουρος τρόπος για να το πετύχει είναι να μην απαιτεί να είναι πολύ ευτυχισμένος, δηλαδή να βάζει όρια στην απόλαυση, στην απόκτηση των αγαθών, στα αξιώματα, στις τιμές κοκ., γιατί συγκεκριμένα αυτός ο αγώνας και η προσπάθεια να είναι κανείς ευτυχισμένος, είναι που φέρνει τη μεγαλύτερη δυστυχία. 

Είναι λοιπόν συνετό και σοφό να περιορίζει ο άνθρωπος τις απαιτήσεις του, αν μη τι άλλο γιατί είναι πολύ εύκολο να δυστυχήσει, ενώ το να είναι κάποιος πολύ ευτυχισμένος δεν είναι μόνο δύσκολο, αλλά απολύτως αδύνατο. Και πιο συγκεκριμένα, δεν πρέπει να χτίζει κανείς την ευτυχία του επάνω σε πλατιά θεμέλια -δεν πρέπει να απαιτεί πολλά πράγματα για να γίνει ευτυχισμένος. Γιατί η ευτυχία που χτίζεται πάνω σε τέτοια θεμέλια υπονομεύεται πιο εύκολα, κι αυτό γιατί το οικοδόμημα της ευτυχίας συμπεριφέρεται αντίθετα από όλα τα άλλα οικοδομήματα, όπου όσο πιο πλατιά είναι τα θεμέλια τόσο ασφαλέστερο είναι το κτίσμα. 

Άρα ο πιο σίγουρος τρόπος για ν’ αποφύγουμε την ακραία δυστυχία είναι, να περιορίζουμε τις απαιτήσεις μας στον κατώτατο δυνατό βαθμό σε σύγκριση με τα μέσα που διαθέτουμε, γιατί η ευτυχία είναι μια χίμαιρα, ενώ ο πόνος είναι απολύτως πραγματικός.

[«Η μέση οδός είναι η καλύτερη, ούτε να υφίστασαι την αθλιότητα μιας τρώγλης, ούτε να γίνεσαι αντικείμενο φθόνου. Το ψηλό πεύκο το δέρνει ο άνεμος πιο σκληρά, οι μεγαλόπρεποι πύργοι καταρρέουν με δύναμη, των βουνών τις κορυφές τις χτυπούν οι κεραυνοί».
Οράτιος, Carmina, II, 10, στ. 5-12.]

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ

ΣΕΝΕΚΑΣ: Ποια είναι η διαφορά μας;

Θα μου πεις τώρα: “Και ποια είναι τότε η διαφορά ανάμεσα σ’ εμένα τον ανόητο και σ’ εσένα το σοφό, αν και οι δυο μας θέλουμε να έχουμε πλούτη;”. Τεράστια· γιατί, κατά την άποψη του σοφού, τα πλούτη είναι ο δούλος, ενώ, κατά την άποψη του ανόητου, αυτά είναι το αφεντικό. Ο σοφός δεν αποδίδει καμιά ιδιαίτερη σπουδαιότητα στα πλούτη, ενώ για σας τα πλούτη είναι το παν.

Εσείς, σαν να σας υποσχέθηκε κάποιος ότι θα τα έχετε για πάντα, συνηθίσατε σ’ αυτά και προσκολληθήκατε πάνω τους· ο σοφός όμως ποτέ άλλοτε δε σκέφτεται περισσότερο τη φτώχεια όσο όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πλούτη. Ο στρατηγός ουδέποτε σκέφτεται τόσο πολύ την ειρήνη, ώστε να μην προετοιμάζεται για τον πόλεμο ο οποίος έχει κηρυχτεί, ακόμη και αν δε διεξάγεται τη συγκεκριμένη στιγμή. Εσάς όμως ένα πανέμορφο σπίτι σας κάνει αλαζόνες, λες και δε θα μπορούσε ποτέ να καεί ή να καταστραφεί. Μένετε έκθαμβοι με τον πλούτο σας, σαν να είχε ξεφύγει κάθε κίνδυνο και σαν να είχε γίνει τόσο μεγάλος, ώστε η τύχη να έχασε κάθε δύναμή της να τον καταστρέψει. Κάθεστε σε απραγμοσύνη και παίζετε με τα πλούτη σας χωρίς να προβλέπετε τον κίνδυνο μέσα στον οποίο βρίσκονται – σ’ αυτό μοιάζετε με τους βάρβαρους, που τις περισσότερες φορές, όταν είναι αποκλεισμένοι, χωρίς να έχουν γνώση των πολεμικών μηχανών, βλέπουν με αδιαφορία τις προσπάθειες των πολιορκητών, χωρίς να αντιλαμβάνονται σε τι αποβλέπουν τα έργα που γίνονται σε απόσταση.

Έτσι συμβαίνει και με σας· αποχαυνώνεστε ανάμεσα στα υπάρχοντά σας και δε σκέφτεστε πόσοι κίνδυνοι σας απειλούν από παντού, κίνδυνοι που πολύ σύντομα θα σας αρπάξουν λάφυρα πολύτιμα. Ο σοφός όμως θ’ αφήσει σε όποιον του αφαιρέσει τα πλούτη όλα όσα του ανήκουν· και τούτο γιατί ζει ευχαριστημένος με όσα έχει τώρα και ήσυχος για το μέλλον.

“Τίποτε άλλο” λέει ο Σωκράτης και όποιος άλλος έχει ανάλογη δικαιοδοσία και παρόμοια ικανότητα να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα “δεν έχω αποφασίσει περισσότερο όσο το να μην τροποποιώ την πορεία της ζωής μου προσαρμόζοντάς τη στις απόψεις σας. Ας με βομβαρδίζετε σεις από παντού με τα συνηθισμένα λόγια σας· δε θα νομίσω ότι με χλευάζετε αλλ’ ότι κλαψουρίζετε σαν τα κακόμοιρα τα νήπια”. Αυτά ήταν τα λόγια εκείνου που ανακάλυψε τη σοφία· που η ψυχή του, απαλλαγμένη από όλες τις κακίες, τον διατάσσει να ελέγχει τους άλλους όχι επειδή τους μισεί, αλλά διότι θέλει να τους γιατρέψει. Και θα προσθέσει και τούτα: “Η γνώμη σας για μένα με επηρεάζει, όχι όμως για δικό μου λογαριασμό αλλά για δικό σας, γιατί το να μισείτε την αρετή και να επιτίθεστε με τις κραυγές σας εναντίον της ισοδυναμεί με το να έχετε εγκαταλείψει την ελπίδα να γίνετε καλοί. Εμένα προσωπικά δε με ζημιώνετε καθόλου, όπως δε ζημιώνουν τους θεούς και όσοι ανατρέπουν τους βωμούς τους. Ακόμη όμως και εκεί που δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνει ζημιά, είναι έκδηλες η κακή προαίρεση και η κακή σκέψη”.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Για μια ευτυχισμένη ζωή

Ο Αριστοτέλης, η ολιγαρχία και το πέρασμα στην τυραννία

Η ολιγαρχία, εξ’ ορισμού, σηματοδοτεί τον αποκλεισμό μερίδας πολιτών από τη διαχείριση της εξουσίας. Με άλλα λόγια είναι το πολίτευμα που ελέγχουν συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις: «Γενικά, όταν δε δικαιούνται όλοι να μετέχουν στο πολίτευμα, τότε το πολίτευμα είναι ολιγαρχικό». Και βέβαια όταν λέμε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις εννοούμε τις τάξεις των πλουσίων, αφού σε τελική ανάλυση τα κριτήρια που θέτονται είναι ταξικά: «τα μέρη αυτά, οι εύποροι και οι άποροι, φαίνεται να αποτελούν τα δύο σημαντικότερα μέρη της πόλης. Συνεπώς η υπεροχή του ενός ή του άλλου μέρους εγκαθιστά τα πολιτεύματα και γι’ αυτό πιστεύουν γενικά ότι τα πολιτεύματα είναι δύο, η δημοκρατία και η ολιγαρχία».

Το ότι η ολιγαρχία εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πλουσίων γίνεται φανερό ακόμη και από τον τρόπο που ο Αριστοτέλης παρουσιάζει τα τέσσερα είδη της: «Το πρώτο είδος ολιγαρχίας εμφανίζεται, όταν περισσότεροι έχουν περιουσία, μικρότερη όμως από την περιουσία που προϋποθέτουν τα άλλα ολιγαρχικά είδη και όχι πολύ μεγάλη αυτή καθαυτή». Πρόκειται για την ηπιότερη μορφή της ολιγαρχίας, αφού το κριτήριο της περιουσίας τίθεται σε επίπεδα χαμηλά, ώστε να το πληρούν πολλοί: «Σε αυτό το είδος πράγματι παρέχεται το δικαίωμα στον καθένα που αποκτά αυτή την περιουσία, να μετέχει στην πολιτική εξουσία κι έτσι, επειδή οι άνθρωποι που μετέχουν στο πολίτευμα γίνονται πολλοί, αναγκαστικά κυριαρχεί ο νόμος και όχι οι άνθρωποι». Η διασφάλιση της κυριαρχίας του νόμου είναι η διασφάλιση της πολιτειακής λειτουργίας μέσα στο ορισμένο ολιγαρχικό πλαίσιο. Ο νόμος είναι η κατοχύρωση του πολιτεύματος, αφού θέτει τους κανόνες που εξασφαλίζουν τη θωράκιση και κατ’ επέκταση τη διαιώνιση της συγκεκριμένης πολιτειακής αντίληψης. Με δυο λόγια, εφόσον η ολιγαρχική λογική αφορά τη διαχείριση της εξουσίας σε σχέση με τον πλούτο του καθενός, ο νόμος είναι αυτός που θα οριστικοποιήσει τις ανάλογες θεσμικές διατάξεις. Σε περίπτωση που ο νόμος καταλυθεί, τότε δεν καταλύεται απλώς αυτό που ονομάζουμε νομιμότητα με την έννοια της κοινωνικής γαλήνης ή ευταξίας, αλλά με την ίδια την έννοια της πολιτειακής δομής που αλλάζει. Κάθε πολίτευμα, αν θέλει να διατηρηθεί, οφείλει πρωτίστως να διαφυλάξει τη νομοθεσία που το προστατεύει.

Το δεύτερο είδος της ολιγαρχίας είναι πιο σκληρό απ’ το πρώτο, αφού τα περιουσιακά κριτήρια γίνονται πιο απαιτητικά: «Αντίθετα, αν οι κάτοχοι περιουσίας είναι λιγότεροι από εκείνους του προηγούμενου ολιγαρχικού είδους και η περιουσία τους μεγαλύτερη σε μέγεθος, τότε έχουμε το δεύτερο είδος της ολιγαρχίας». Η αύξηση των περιουσιακών ορίων για τη συμμετοχή στα πολιτειακά τεκταινόμενα δεν είναι τίποτε άλλο από την αύξηση των πολιτειακών απαιτήσεων που σταδιακά προβάλλουν οι ισχυρές οικονομικές τάξεις: «Αυτοί έχοντας μεγαλύτερη οικονομική ισχύ, απαιτούν να έχουν και περισσότερα δικαιώματα και έτσι εκλέγουν από εκείνους που νομίμως δικαιούνται να εκλεγούν». Φυσικά αυτοί που «νομίμως δικαιούνται να εκλεγούν» δεν είναι παρά άνθρωποι του ιδίου οικονομικού αναστήματος. Βρισκόμαστε μπροστά στην υπεροχή της πλουτοκρατίας, που μετατρέπει το πολίτευμα σε καθαρά προσωπική υπόθεση. Υπό αυτούς τους όρους το να μιλά κανείς για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συνόλου της κοινωνίας είναι μάλλον περιττό. Το κουμάντο το έχουν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που προσαρμόζουν το πολίτευμα στα δικά τους μέτρα. Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια. Οι πλούσιοι, αν και κυριαρχούν, αν και επιβάλλουν το πολίτευμα που τους βολεύει, δεν νιώθουν τόσο ισχυροί, ώστε να προβούν στην κατάλυση του νόμου: «Καθώς όμως δεν είναι ακόμη τόσο ισχυροί, ώστε να εξουσιάζουν χωρίς το νόμο, αποδέχονται το νόμο προσαρμοσμένο στην εξουσία τους». Παρακολουθούμε και πάλι τη λειτουργία του νόμου ως πολιτειακή εξασφάλιση. Το πολίτευμα στηρίζεται στους νόμους όσο απροκάλυπτα κι αν χειραγωγείται. Οι νόμοι είναι τα προσχήματα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τηρηθούν. Μόνο η απόλυτη ισχύς δε χρειάζεται ούτε τα προσχήματα και οι πλουτοκράτες αυτού του δεύτερου είδους της ολιγαρχίας δεν νιώθουν σίγουροι για κάτι τέτοιο.

Η κλιμάκωση συνεχίζεται με την παρουσίαση του τρίτου ολιγαρχικού είδους: «Εάν πάλι απαιτείται να έχουν μεγαλύτερη περιουσία, οπότε είναι λιγότεροι οι κάτοχοί της, τότε εμφανίζεται το τρίτο είδος της ολιγαρχίας. Σε αυτό η εξουσία μένει στα χέρια των ίδιων, αλλά με νόμο επιβάλλεται η κληρονομική διαδοχή των προνομίων». Το καίριο στοιχείο που εισάγεται εδώ είναι η κληρονομικότητα. Οι κάτοχοι του πλούτου νιώθουν πλέον αρκετά ισχυροί για να περάσουν στη θεσμική κατοχύρωση των προνομίων τους. Η αντίληψη του πολιτεύματος με ιδιοκτησιακά δεδομένα, που κληροδοτούνται κιόλας, είναι η έπαρση των ισχυρών που μετατρέπουν το πολίτευμα σε τσιφλίκι, δηλαδή το προανάκρουσμα του περάσματος προς την τυραννία. Γιατί η ολιγαρχία αυτού του επιπέδου, αν και δεν καταλύει επίσημα το νόμο, τον καθιστά τόσο απροκάλυπτα υποχείριό της, που γίνεται σχεδόν διακοσμητικός. Η απαξίωση του νόμου συντελείται ως κάτι απολύτως φυσικό, κάτι που επιφέρουν οι ίδιες οι περιστάσεις. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για κάτι αναπόφευκτο, αφού η κλιμάκωση της ολιγαρχίας που περνά την εξουσία σε όλο και λιγότερα χέρια δεν μπορεί παρά να φτάσει στα έσχατα όριά της, δηλαδή στην ανάδειξη των ελάχιστων, που καθορίζουν τα πάντα κατά βούληση.

Κι αυτό είναι το σημείο που περνάμε στο τέταρτο και τελευταίο είδος της ολιγαρχίας: «Όταν όμως υπεραυξηθεί η δύναμή τους σε περιουσίες και σε πλήθος φίλων, η δυναστεία τέτοιου είδους πλησιάζει τη μοναρχία και επομένως κυρίαρχοι του πολιτεύματος γίνονται οι άνθρωποι και όχι ο νόμος». Το πέρασμα της θεσμικής υπόστασης του πολιτεύματος από το νόμο στους ανθρώπους δεν είναι παρά η ανατροπή της ολιγαρχίας και η μετάβαση στην τυραννία. Γι’ αυτό και η αναφορά του όρου «δυναστεία». Για να γίνει αντιληπτό το απολυταρχικό πλέγμα της εξουσίας. Γι’ αυτό και η αναγνώριση ότι «πλησιάζει τη μοναρχία». Για να επισημοποιηθεί η ανάδειξη της αξεπέραστης ισχύος μεμονωμένων ανθρώπων. Η ίδια η έννοια της ολιγαρχίας αποτελεί παρελθόν, αφού πλέον δεν υπάρχει η νομοθεσία που θα την προστατεύσει. Το νέο πολίτευμα που προκύπτει δεν αφορά τον αποκλεισμό κάποιων από τη διαχείριση της εξουσίας, αλλά τον αποκλεισμό όλων. Η διαβεβαίωση ότι πρόκειται περί δυναστείας καθιστά σαφές το αχαλίνωτο που μόνο η τυραννία μπορεί να εξασφαλίσει, αφού η ακύρωση του νόμου μετατρέπει το δίκαιο σε υπόθεση προσωπική, δηλαδή συμφεροντολογική. Γι’ αυτό και ο νόμος είναι η διασφάλιση της ελευθερίας. Γιατί κατοχυρώνει τους κανόνες με τρόπο αδιάβλητο απέναντι στις βλέψεις οποιουδήποτε. Αρκεί βέβαια να διαμορφώνεται ανεξάρτητα. Γιατί αν αρχίσει να γίνεται υποχείριο συμφερόντων, τότε, εννοιολογικά τουλάχιστον, έχει ήδη καταλυθεί.

Για τον Αριστοτέλη η δυναμική του νόμου ως διασφάλιση των πολιτευμάτων δεν επιβεβαιώνεται μόνο μέσα απ’ τα ακραία όρια της ολιγαρχίας που τελικά την ανατρέπουν, αλλά και από την αντίστοιχη πορεία των μορφών της δημοκρατίας. Γιατί όταν φτάνει στο τελευταίο είδος της δημοκρατίας, όπου τα ψηφίσματα υποκαθιστούν το νόμο, όπου δηλαδή ο λαός μπορεί να ακυρώσει το νόμο με παροδικές αποφάσεις, διαπιστώνει ότι και πάλι οδηγούμαστε σε τυραννικές μεθοδεύσεις με την καταλυτική συνδρομή των δημαγωγών: «Αυτό συμβαίνει, όταν είναι κυρίαρχα τα ψηφίσματα και όχι ο νόμος, και οφείλεται στους δημαγωγούς. Όπου όμως οι νόμοι δεν είναι κυρίαρχοι, εκεί εμφανίζονται οι δημαγωγοί. Διότι ο δήμος μεταβάλλεται σε μονάρχη, όντας ένας που συντίθεται από πλήθος ανθρώπων, γιατί οι μάζες επιβάλλονται κυριαρχικά, όχι ως άτομα αλλά ως σύνολο».

Τελικά, κατά τον Αριστοτέλη η τυραννία, ως έννοια, δεν έχει να κάνει τόσο με τον αριθμό των ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις, όσο με το μέγεθος της αυθαιρεσίας που επικρατεί από την ακύρωση του νόμου. Η κατάλυση του νόμου στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας δεν είναι τίποτε άλλο από την εμφάνιση του δημαγωγού που θα στρέψει τις αποφάσεις προς την κατεύθυνση των συμφερόντων του. Ο δημαγωγός που κατευθύνει το λαό κατά βούληση είναι ο τύραννος, που επιβάλλει την ατομική επιθυμία με άλλο τρόπο. Δηλαδή με άλλα μέσα. Η βία του τυράννου είναι απολύτως άχρηστη μπροστά στην πειθώ του δημαγωγού. Γιατί η πειθώ του δημαγωγού μπορεί στο τέλος να επιφέρει τη λαϊκή οργή, αλλά διαμοιράζει και τις ευθύνες. Στο κάτω – κάτω τις τελικές αποφάσεις τις παίρνει πάντα ο λαός. (Εξάλλου, ο Αριστοτέλης έχει ήδη καταδείξει ότι ο λαός δυσαρεστείται όταν νιώθει παραγκωνισμένος από τις πολιτικές αποφάσεις). Και η οργή του λαού μπορεί να επιφέρει ανατροπές κι επαναστάσεις. Δεν υπάρχει πιο ασφαλής τυραννία από εκείνη που διασφαλίζει συγκεκριμένα συμφέροντα με τη λαϊκή συγκατάθεση. Είναι η τυραννία που έχει και την πίττα και το σκύλο. Κι αυτός είναι ο ρόλος του δημαγωγού.

Η φράση ότι σ’ αυτό το είδος της δημοκρατίας «ο δήμος μεταβάλλεται σε μονάρχη» καταδεικνύει την τυραννία, αφού οι νόμοι υποχωρούν μπροστά στις επιθυμίες του μονάρχη. Η εμφάνιση του δημαγωγού που μονοπωλεί το πολιτικό ενδιαφέρον καθιστά σαφείς τις ψευδαισθήσεις περί λαϊκής κυριαρχίας, αφού ο λαός, ως μονάρχης, άγεται και φέρεται από τους συμβούλους του: «Σε αυτό» (εννοείται το είδος της δημοκρατίας) «μετέχουν όλοι λόγω της επιβολής του πλήθους, επειδή οι πόλεις έγιναν πιο πολυάνθρωπες από τις αρχικές και αυξήθηκε ο πλούτος τους από τις προσόδους. Παίρνουν δε μέρος και ασχολούνται με την πολιτική ακόμη και οι άποροι, εισπράττοντας μισθό. Έτσι εξηγείται γιατί το πλήθος των απόρων γίνεται το κυρίαρχο σώμα του πολιτεύματος και όχι οι νόμοι». Και βέβαια το ζήτημα δεν αφορά τη συμμετοχή των απόρων στις πολιτειακές διαδικασίες, αφού έτσι κι αλλιώς η ανωτερότητα της λαϊκής κυριαρχίας έχει ήδη καταδειχθεί. Το ζήτημα αφορά τη μετατροπή του λαού σε μάζα που πλάθεται σύμφωνα με τις επιδιώξεις των ανθρώπων που τη χειραγωγούν.

Φυσικά, το να συγκρίνουμε ευθέως την άμεση δημοκρατία που παρακολουθούσε ο Αριστοτέλης με την κοινοβουλευτική των ημερών μας είναι μάλλον παρακινδυνευμένο. Το ζήτημα είναι η κατάδειξη της πολιτειακής λογικής και η συναίσθηση των ορίων που διέπουν τα πολιτεύματα σε σχέση με την ισχύ του νόμου, δηλαδή η συνείδηση ότι η κατάλυση του νόμου (είτε έτσι είτε αλλιώς) ισοδυναμεί με την ισοπέδωση του πολιτεύματος: «Αυτό είναι το τέταρτο είδος της ολιγαρχίας, αντίστοιχο, με αντιστροφή των όρων, προς το τελευταίο είδος της δημοκρατίας».

Κι αφού διερευνήθηκαν τα όρια και τα είδη τόσο της ολιγαρχίας όσο και της δημοκρατίας δε μένει παρά να καθοριστούν επαρκώς και τα είδη του πολιτεύματος της αριστοκρατίας: «είναι δίκαιο να αποκαλείται αριστοκρατία εκείνο μόνο το πολίτευμα στο οποίο ασκούν την εξουσία οι άριστοι ακριβώς σύμφωνα με την αρετή και όχι καλοί άνθρωποι γενικά και αόριστα». Ο άριστος πολίτης δεν καθορίζεται τόσο από τον πλούτο όσο από την άσκηση της αρετής που έχει να κάνει με τη διαχείριση των ζητημάτων της πόλης. Κι εδώ βέβαια συνδυάζονται και η πολιτική ικανότητα και το μορφωτικό επίπεδο και το ήθος των ανθρώπων προκειμένου να χαρακτηριστούν άριστοι: «Όπου δηλαδή με βάση όχι μόνο τον πλούτο αλλά και την αρετή εκλέγονται οι άρχοντες, το πολίτευμα αυτό διαφέρει και από την ολιγαρχία και από την πολιτεία και καλείται αριστοκρατικό».

Όσον αφορά τα είδη της αριστοκρατίας, ο Αριστοτέλης προτάσσει τρία: την περίπτωση της Καρχηδόνας, την περίπτωση της Σπάρτης και την περίπτωση που το πολίτευμα εκτρέπεται τείνοντας περισσότερο προς την ολιγαρχία: «Όπου λοιπόν το πολίτευμα αποβλέπει στον πλούτο, στην αρετή και στο λαό, για παράδειγμα στην Καρχηδόνα, είναι αριστοκρατικό. Αριστοκρατικό είναι, και αν αποβλέπει στα δύο μόνο από αυτά, στην αρετή και στο λαό, για παράδειγμα το σπαρτιατικό πολίτευμα, και υπάρχει μείξη των δύο στοιχείων, της δημοκρατίας και της αρετής. Συνεπώς υπάρχουν και τα δύο αυτά είδη αριστοκρατίας εκτός από το πρώτο, το άριστο είδος πολιτεύματος. Τρίτο είδος είναι οι εκτροπές της αποκαλούμενης πολιτείας προς το ολιγαρχικό πολίτευμα μάλλον». Το γεγονός ότι περιγράφει τρεις περιπτώσεις αριστοκρατίας υπενθυμίζοντας και την περίπτωση που αριθμεί ως πρώτη και αποκαλεί «άριστο είδος πολιτεύματος», την οποία όμως, αν και καταγράφει δεν προσμετρά (γιατί τότε θα είχαμε τέσσερα είδη αριστοκρατίας), δεν πρέπει να προκαλεί εντυπώσεις, αφού προφανώς το πολίτευμα αυτό είναι το ιδανικό, όπως ο Αριστοτέλης το έχει στο μυαλό του κι όχι όπως το έχει δει να πραγματώνεται κάπου. Πρόκειται δηλαδή για μια υποθετική, προσωπικά ιδεατή περίπτωση πολιτεύματος, που φυσικά δεν μπορεί να ταξινομηθεί ως πραγματικότητα σε μια μελέτη που αφορά τις πρακτικές πολιτειακές εφαρμογές.

Το γεγονός ότι το πολίτευμα της Σπάρτης το κατατάσσει στα αριστοκρατικά που συνθέτουν τη δημοκρατία με την αρετή, χωρίς καν να αναφέρει τον όρο ολιγαρχία (οι Σπαρτιάτες ήταν οι κατ’ εξοχήν ολιγαρχικοί), δε δείχνει μόνο την προσωπική αριστοτελική εκτίμηση των πολιτευμάτων που διαφέρει από όλες τις άλλες ή το βάθος της έρευνας που προτείνει ξεπερνώντας κάθε επιφάνεια, αλλά και την εκτίμηση που έτρεφε στο σπαρτιατικό τρόπο οργάνωσης, την οποία και θα διατυπώσει ευθέως όταν φτάσει στο εκπαιδευτικό σύστημα, που οφείλει να είναι αλληλένδετο με το πολίτευμα. Αντίθετα καθιστά σαφές ότι δεν έχει σε καμία εκτίμηση την αθηναϊκή δημοκρατία, όπως τη βλέπει να λειτουργεί, αφού είναι προφανές ότι τη φωτογραφίζει στην τελευταία δημοκρατική εκδοχή με την κατάλυση του νόμου, τα ψηφίσματα και τους δημαγωγούς. Ενώ στη Σπάρτη βρίσκει ένα πολίτευμα που συνδυάζει τη δημοκρατία με την αρετή στην Αθήνα συναντά την πιο στρεβλή εκδοχή της δημοκρατίας (έτσι τουλάχιστον την περιγράφει), που παρουσιάζεται περισσότερο ως τυραννία του όχλου παρά ως πολίτευμα. Κι αυτός βέβαια είναι κι ένας λόγος που είχε εχθρούς. Γι’ αυτό κι αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει άρον – άρον μετά το θάνατο του Αλέξανδρου. Γιατί είχε ήδη δρομολογηθεί το δικαστήριο, όπως και στην περίπτωση του Σωκράτη. «Η συνταγή για τα ανεπιθύμητα πρόσωπα ήταν στην Αθήνα γνωστή από παλιά. Να βρεθεί ένας κατήγορος δεν ήταν καθόλου δύσκολο, και μια μικρή αφορμή ήταν αρκετή για να απαγγελθεί κατηγορία για ασέβεια. Στην περίπτωση του Αριστοτέλη την αφορμή την πρόσφερε ένα ποίημα που ο φιλόσοφος είχε γράψει για τον αξέχαστο φίλο του Ερμία, που είχε βρει στο μεταξύ μαρτυρικό θάνατο. Η κατηγορία βασίστηκε στο γεγονός ότι το ποίημα αυτό του Αριστοτέλη είχε τη μορφή ενός παιάνα, του παραδοσιακού ύμνου στο θεό Απόλλωνα. Ακριβώς το “έγκλημα” ήταν ότι χρησιμοποιήθηκε αυτό το ποιητικό σχήμα για να υμνηθεί ένας κοινός θνητός – για τους Αθηναίους, ας μη το έλεγαν, αυτός ο κοινός θνητός ήταν ένας δηλωμένος φίλος του Φίλιππου, του βασιλιά της Μακεδονίας». Το κατά πόσο είχε δίκιο ή όχι ο Αριστοτέλης στις απόψεις του είναι στην κρίση του καθενός. Το σίγουρο είναι ότι η ελευθερία του λόγου στην Αθήνα ήταν μάλλον επίφοβη. Ενδεχομένως, η αναχώρησή του στη Χαλκίδα να επίσπευσε και το θάνατό του ένα χρόνο αργότερα.

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Σήμερα 2 Αυγούστου μνήμη του Αγίου εγκληματία Ιουστινιανού Β΄

Ορθόδοξη αγιότητα σημαίνει θηριωδία


Όπως ξέρετε η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί πως η ιδιότητα του μονάρχη συνιστά αιτία αγιοποίησης ειδικά αν ο γαλαζοαίματος βαρύνεται με ειδεχθή εγκλήματα. Έτσι έχουν αγιοποιηθεί αιμοσταγείς αυτοκράτορες και τσάροι, Ρωμαίοι, Σέρβοι και Ρώσοι. Στο πάνθεον των ιερών φονιάδων όπως η Ειρήνη η Αθηναία, ο Μέγας Κωνσταντίνος, η Αγία Ελένη, ο Μέγας Θεοδόσιος, η Αγία Όλγα, οι δυο Αγίες αυτοκράτειρες Θεοδώρες, η Πουλχερία, ο Ιώάννης Βατάτζης, ο τσάρος Βλαδίμηρος, ο Στέφανος Ούρος και οι νεότεροι Άγιοι Νικόλαος και Αλεξάνδρα Ρωμανώφ, εξέχουσα θέση κατέχουν οι δυο Ιουστινιανοί, δυο αιμοβόροι ανατολικοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, εκ των οποίων ο δεύτερος τιμάται στις 2 Αυγούστου.

Ο ευλαβέστατος αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Β΄, ο ρινότμητος, είναι αυτός που το 691, συγκάλεσε την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, διότι τότε οι ευσεβείς αυτοκράτορες συγκαλούσαν αλάθητες Συνόδους οι οποίες με το φάσγανο και το πυρωμένο σίδερο του βασιλιά έπαιρναν θεόπνευστη απόφαση, η οποία γινόταν δόγμα απαραβίαστο, νόμος του κράτους και αλίμονο σε όποιον το αμφισβητούσε. Είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τις φωτιές της Κόλασης του ορθόδοξου θεού και τα βασανιστήρια του αυτοκράτορα. Για την αγιότητα αυτού του αυτοκράτορα μπορούν οι ευσεβείς αναγνώστες μας να διαβάσουν εδώ:

http://www.saint.gr/2025/08/02/3210/saint.aspx
http://mesageitonias.com/saints_2nd_august.htm
http://el.wikipedia.org/wiki/2_%CE%91%CF%85%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85

Το ανθρωπόμορφο αυτό κτήνος που έγινε αυτοκράτορας μόλις στα 17 του, έχασε τη μύτη του από τον διάδοχό του Λεόντιο που τον ανέτρεψε με πραξικόπημα και τον τιμώρησε με ακρωτηριασμό και εξορία. Ανατράπηκε όμως και ο μιαρός Λεόντιος από τον Τιβέριο που με τη σειρά του ανατράπηκε από τον κοψομύτη Ιουστινιανό ο οποίος ανακατέλαβε το 698 θρόνο έχοντας συμμαχήσει με Βούλγαρους και Τούρκους (Χάζαρους). Έτσι διόρισε ως Καίσαρα τον Τούρκο χάνο Ιβουζίρ Έδειξε εξαιρετική ικανότητα στη συλλογή φόρων με όργανά του τον Μεγάλο Λογοθέτη Θεόδοτο και τον ενάρετο ευνούχο Στέφανο οι οποίοι λόγω των κάπως σκληρών μεθόδων τους, προκάλεσαν τη γενική αγανάκτηση.

Ήταν τόσο αποθηριωμένος ο άγιος που εκδικήθηκε τους δυο σφετεριστές του θρόνου του θανατώνοντας και ακρωτηριάζοντας εκατοντάδες οπαδούς τους. Η ανισορροπία του τον έφερε στο σημείο να αντιδράσει με ασυγκράτητα γέλια όταν πληροφορήθηκε τον πνιγμό 70.000 στρατιωτών του που επέστρεφαν από την αποτυχημένη εκστρατεία του της Χερσώνας (711). Την ίδια χρονιά, ο Αρμένης Βαρδάνης (Φιλιππικός) τον ανέτρεψε με πραξικόπημα και τον δολοφόνησε μαζί με τον 6χρονο γιό του, καταλαμβάνοντας έτσι το θρόνο. Στο ευσεβές ορθόδοξο ρωμαϊκό κράτος, του οποίου την αθάνατη κληρονομιά και συνέχεια, διεκδικεί η Ελλάδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, η διαδοχή των ενάρετων αυτοκρατόρων γινόταν πάντα με πολιτισμένες διαδικασίες.

Με την ευκαιρία επιτρέψτε μου να αναφερθώ με συντομία στον Άγιο Ιουστινιανό τον Α΄, που γιορτάζει στις 14 Νοεμβρίου και καθόλου δεν υπολείπεται του άλλου, σε εγκλήματα και βαρβαρότητες. Αυτός λοιπόν ο Αλβανός ή κατ’άλλους Σλάβος δομήτορας της Αγίας Σοφίας, της Νέας Ακρόπολης του Ελληνισμού, αρχικά λεγόταν Ουπράβντα και καταγόταν από την Βεδεριάνα της Ιλλυρίας. Ανακηρύχθηκε άγιος επί πατριαρχείας του αγ.Ιωάννη του Θ΄του Αγαπητού (1111-1134). Η μνήμη του γιορτάζεται διακριτικά μαζί με αυτήν της περιώνυμης αρχιπόρνης συμβίας του την ημέρα του θανάτου του. Μεγαλύτερο κατόρθωμά του υπήρξε η σφαγή 35.000 άοπλων πολιτών στον Ιππόδρομο, για να αντιμετωπιστεί η λεγόμενη “Στάση του Νίκα”. Ο ιστορικός Προκόπιος, στην απόκρυφη ιστορία του αποκαλύπτει τα έργα του “άρχοντα των δαιμόνων”, όπως αποκαλεί τον εστεμμένο φονιά, σκιαγραφόντας τον διαστροφικό χαρακτήρα αυτού και της επίσης αγίας συζύγου του, δίνοντας ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των αναρίθμητων εγκλημάτων τους: “Ο άνθρωπος αυτός έχει σκοτώσει τόσους πολλούς, που φαίνεται πως κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να πει τον ακριβή αριθμό τους εκτός από τον θεό…χάθηκαν πολλά εκατομμύρια άνθρωποι” (Ανέκδοτα, ιη΄, 1-6).

Ο Ευάγριος επίσης σημειώνει: “…κάτι άλλο υπέβοσκε στο χαρακτήρα του Ιουστινιανού, που ξεπερνούσε κάθε θηριωδία που μπορεί να βάλει ο νους”. Τα ίδια υποστηρίζουν και οι ιστορικοί Αγαθίας και Ιωάννης ο Λυδός. Ο αυτοκράτορας βασάνιζε και σκότωνε τους Μοντανιστές, τους Εβραίους και τους Έλληνες στο θρήσκευμα. Ξεφορτωνόταν όσους αντιπαθούσε προσάπτοντάς του την κατηγορία του παιδεραστή, επί ποινή αποκοπής των γεννητικών οργάνων. Την ποινή αυτή υπέστη και κάποιος νεαρός ονόματι Βασιανός, επειδή κακολογούσε την αυτοκράτειρα. Υποβλήθηκε σε φοβερά δημόσια βασανιστήρια και θανατώθηκε. Όμως ο κατάλογος των ανομημάτων του ζεύγους είναι ανεξάντλητος. Από την εποχή ακόμη της συμβασιλείας του με τον αγράμματο θείο του Ιουστίνο, οι δήμιοι του έκαιγαν ζωντανούς ή έπνιγαν τους Μανιχαίους, ενώ ο αυτοκράτορας απολάμβανε το θέαμα.. (F. Nau, «Revue de l’orient, ii., 1897, σελ.481).

Δείγμα της ορθόδοξης χρηστοήθειας είναι η στάση του αγιορείτη άγίου Νικόδημου (πρωκτολόγου-σεξολόγου-τέλη 18ου αι.), που αμφισβητεί κατά πόσον ανακηρύχτηκε άγιος, όχι για το αθώο αίμα που έχυσε (αυτά για την Ορθοδοξία είναι ψιλά γράμματα), αλλά επειδή υποψιάζεται αυτόν τον Στύλο της Ορθοδοξίας για αίρεση.

Ο Άγιος Ιουστινιανός B’ ο βασιλεύς (εορτάζει για την Εκκλησία στις 2 Αυγούστου).

“Η ανισορροπία του τον έφερε στο σημείο να αντιδράσει με ασυγκράτητα γέλια όταν πληροφορήθηκε τον πνιγμό 70.000 στρατιωτών του που επέστρεφαν από την αποτυχημένη εκστρατεία του της Χερσώνας (711)".

Να σημειωθεί ότι ήταν ιδιαίτερα σκληρός ειδικά στην συλλογή των φόρων, τόσο που ανατράπηκε γρήγορα από τον στρατό και ο επόμενος αυτοκράτορα ο Λεόντιος, του ακρωτηρίασε την μύτη και για τον λόγο αυτό λεγόταν και Ρινότμητος. Μετά από 10 χρόνια στην φυλακή απέδρασε, συνεννοήθηκε με Βούλγαρους και Χαζάρους και τον βοήθησαν να νικήσει τους Βυζαντινούς και να ξανακαταλάβει τον θρόνο και να εξαπολύσει ένα φοβερό πογκρόμ για εκατοντάδες αυλικούς και συνεργάτες των δύο αυτοκρατόρων που μεσολάβησαν. Έξη χρόνια μετά την δεύτερη του στέψη, μετά από μια αποτυχημένη εκστρατεία στην οποία συνέβη και ο πνιγμός των 70 χιλιάδων στρατιωτών, ανατρέπεται πάλι με πραξικόπημα από τον στρατηγό Βαρτάνη και σκοτώνεται μαζί με τον γιο του. Η Εκκλησία τον έκανε άγιο γιατί συγκάλεσε στην πρώτη βασιλεία του το 691, την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο!

Όπως θα θυμάστε, όταν αποπειράθηκα να υμνήσω την αγία Θεοδώρα την Α΄, (υπάρχει και δεύτερη αγία Θεοδώρα, η χήρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου, επίορκη και απατεώνισα, η προστάτρια της Κέρκυρας, μεγαλύτερη φόνισσα και αγία από την πρώτη, αναστηλώτρια των αγίων ειδώλων, στην οποία η Εκκλησία χρωστά τη λεγόμενη Κυριακή της Ορθοδοξίας), δέχθηκα πυρά ασεβών ορθοδόξων που προσπάθησαν από τη μια μεριά να μας πουν πως η αγία δεν ήταν ελευθέρων ηθών όσο την παρουσιάζει ο ιστορικός Προκόπιος ούτε ανακηρυγμένη αγία, όπως και ο άνδρας της. Πάντως ο J.Korbler («Einige Beiträge zur Geschichte der Krebskrankheit in Byzanz-die Aerzte-der Kaiser-die Prinzessin», 1971) στήριξε με σοβαρά στοιχεία την θεωρία πως το ιερό ζεύγος έπασχε από σύφιλη.
http://www.imperobizantino.it/old/Societa-art10.html

Ευτυχώς στην ιστοσελίδα της Russian Orthodox church abroad της ρωσικής δηλαδή Εκκλησίας της Υπερορίας ο ευσεβής ελληνορθόδοξος κ. Αστέριος Γεροστέργιος (Institute for Byzantine and Modern Greek Studies), με το βιβλίο του «Ιουστινιανός ο Μέγας, αυτοκράτωρ και Άγιος», που παρουσιάζεται από τον αιδεσιμολογιότατο Αλέξιο Young, βάζει τα πράγματα στη θέση τους σχετικά με την αδιαμφισβήτητη αγιοποίηση αυτού υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και αποκαθιστά παράλληλα την υπόληψη του Βυζαντίου απέναντι στην καχύποπτη Δύση που το θεωρεί βάρβαρο. http://www.roca.org/OA/42/42m.htm

Υπηρέτησε ποικιλότροπα ο άγιος Ιουστινιανός την Ορθοδοξία που την έθεσε υπό την προστασία της Πολιτείας, θεσπίζοντας πως μια μόνο πίστη ήταν θεμιτή χάριν της κρατικής ενότητας, με διωγμούς των αιρετικών, των Ελλήνων στο θρήσκευμα και των Εβραίων, με παροχή προστασίας στο μοναχισμό, με προνόμια στον κλήρο, σταμπάροντας τον Τίμιο Σταυρό στα νομίσματα, με την οικοδόμηση (με τεράστιες οικονομικές θυσίες του λαού και με αίμα των εργατών) της Αγίας Σοφίας και δεκάδων άλλων ναών, με τη θέσπιση της αγαμίας των επισκόπων η οποία ανύψωσε την ηθική του κλήρου, αφού μόνον αγνοί παρθένοι γίνονται έκτοτε επίσκοποι.

Παράλληλα αναγνώρισε την πρωτοκαθεδρία του επισκόπου της Ρώμης, αν και αυτό δεν τον εμπόδισε να φερθεί σκληρά στους πάπες Σιλβέριο και Βιγίλιο. Νομίζω όμως πως η τεράστια προσφορά του στην ανθρωπότητα ήταν το κλείσιμο (529) της νεοπλατωνικής Φιλοσοφικής Σχολής των Αθηνών, που ανάγκασε τον Σχολάρχη της Δαμάσκιο και τους καθηγητές να ζητήσουν άσυλο στην αυλή του Πέρση βασιλιά. Ο επικίνδυνος ιός της αμφιβολίας, το μικρόβιο της έρευνας, διώχτηκαν για πάντα από τα ιερά εδάφη της Ορθοδοξίας.

Για όσους ασεβείς ορθοδόξους τον κρύβουν κάτω από το χαλί και δεν διστάζουν να μας πουν πως δεν υπάρχει άγιος Ιουστινιανός, θα θυμίσω πως το όνομα αυτό πήρε και ο ευλαβής πατριάρχης του Τσαουσέσκου Ιουστινιανός. Ποτέ επίσκοπος δεν παίρνει όνομα με το οποίο δεν τιμάται κάποιος Άγιος. Για τους άπιστους Θωμάδες θα αφήσω να μιλήσει η Orthodox Church in America (OCA), η δεύτερη σε δύναμη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής,, μία ρωσογενής πολυεθνική Εκκλησία, που βρίσκεται σε κανονική επικοινωνία με το πατριαρχείο της Μόσχας, με την Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή ΗΠΑ και με το Οικουμενικό πατριαρχείο:
http://ocafs.oca.org/FeastSaintsViewer.asp?FSID=103301

Ο ευλαβής αναγνώστης θα διαπιστώσει πως αυτή η Εκκλησία δεν διστάζει στο βιογραφικό που παραθέτει να ομολογήσει: “Ο Ιουστινιανός έστειλε τον Ιωάννη επίσκοπο της Εφέσου στην Μικρασία με σκοπό να διαδώσει τον χριστιανισμό. Ο Ιωάννης βάπτισε πάνω από 70.000 παγανιστές”. Από σεμνότητα η ιστοσελίδα αποφεύγει να πει με ποιες μεθόδους πείστηκαν αυτές οι δεκάδες χιλιάδες να βουτήξουν στην κολυμπήθρα.

Στην ίδια ιστοσελίδα διαβάζουμε πως η σύζυγος Ιουστινιανού η Αγία Θεοδώρα ήταν μια «διαβόητη πόρνη» που μετεστράφη. Αυτήν την κοινωνικά χρήσιμη ιδιότητά της, αμφισβήτησαν οι ορθόδοξοι σχολιαστές μας που την απέδωσαν στο μίσος του Προκόπιου και στη δική μου αγραμματοσύνη και εμπάθεια.

Για την Αγιότητα του Ιουστινιανού ομιλούν και η ορθόδοξη wiki:
http://orthodoxwiki.org/Justinian
καθώς και η Wikipedia:
http://en.wikipedia.org/wiki/Saint_Justinian
http://en.wikipedia.org/wiki/Justinian_I
όπως και άλλοι ευσεβείς.
http://codexjustinianus.blogspot.com/
http://www.answers.com/topic/justinian-i
http://www.neobyzantine.org/byzantium/emperors/justinian/index.php

Βέβαια υπάρχουν για όσους πιστούς δεν ξέρουν ανάγνωση και τα γνωστά ψηφιδωτά με το φωτοστέφανο (εικ.).

ΔΕΣ:

Ιουστινιανός & Θεοδώρα: Η ιστορία τους, έξω από τον πολύπλευρο και πολύπλοκο περίγυρό της, έχει τη θέση της σε ένα ανθολόγιο ζευγαριών ερωτικών συμβόλων

Η πόρνη Θεοδώρα και η καπάτσα Αντωνίνα

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΞΕΝ ΛακΠολ 8.1–8.5

Ο θεσμός των Εφόρων εξασφαλίζει την πειθαρχία των πολιτών

Μετά την εξέταση των νόμων του Λυκούργου που καθόριζαν την αγωγή και τον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών, ο Ξενοφώντας αναφέρεται στο θεσμό των πέντε Εφόρων.

[8.1] Ἀλλὰ γὰρ ὅτι μὲν ἐν Σπάρτῃ μάλιστα πείθονται ταῖς
ἀρχαῖς τε καὶ τοῖς νόμοις, ἴσμεν ἅπαντες. ἐγὼ μέντοι οὐδ’
ἐγχειρῆσαι οἶμαι πρότερον τὸν Λυκοῦργον ταύτην τὴν εὐταξίαν
καθιστάναι πρὶν ὁμογνώμονας ἐποιήσατο τοὺς κρατίστους
τῶν ἐν τῇ πόλει. [8.2] τεκμαίρομαι δὲ ταῦτα, ὅτι ἐν μὲν ταῖς
ἄλλαις πόλεσιν οἱ δυνατώτεροι οὐδὲ βούλονται δοκεῖν τὰς
ἀρχὰς φοβεῖσθαι, ἀλλὰ νομίζουσι τοῦτο ἀνελεύθερον εἶναι·
ἐν δὲ τῇ Σπάρτῃ οἱ κράτιστοι καὶ ὑπέρχονται μάλιστα τὰς
ἀρχὰς καὶ τῷ ταπεινοὶ εἶναι μεγαλύνονται καὶ τῷ ὅταν
καλῶνται τρέχοντες ἀλλὰ μὴ βαδίζοντες ὑπακούειν, νομί-
ζοντες, ἢν αὐτοὶ κατάρχωσι τοῦ σφόδρα πείθεσθαι, ἕψεσθαι
καὶ τοὺς ἄλλους· ὅπερ καὶ γεγένηται. [8.3] εἰκὸς δὲ καὶ τὴν
τῆς ἐφορείας δύναμιν τοὺς αὐτοὺς τούτους συγκατασκευάσαι,
ἐπείπερ ἔγνωσαν τὸ πείθεσθαι μέγιστον ἀγαθὸν εἶναι καὶ
ἐν πόλει καὶ ἐν στρατιᾷ καὶ ἐν οἴκῳ· ὅσῳ γὰρ μείζω δύναμιν
ἔχει ἡ ἀρχή, τοσούτῳ μᾶλλον ἂν ἡγήσαντο αὐτὴν καὶ κατα-
πλήξειν τοὺς πολίτας [τοῦ ὑπακούειν]. [8.4] ἔφοροι οὖν ἱκανοὶ
μέν εἰσι ζημιοῦν ὃν ἂν βούλωνται, κύριοι δ’ ἐκπράττειν
παραχρῆμα, κύριοι δὲ καὶ ἄρχοντας μεταξὺ [καὶ] καταπαῦσαι
καὶ εἶρξαί γε καὶ περὶ τῆς ψυχῆς εἰς ἀγῶνα καταστῆσαι.
τοσαύτην δὲ ἔχοντες δύναμιν οὐχ ὥσπερ αἱ ἄλλαι πόλεις
ἐῶσι τοὺς αἱρεθέντας ἀεὶ ἄρχειν τὸ ἔτος ὅπως ἂν βούλωνται,
ἀλλ’ ὥσπερ οἱ τύραννοι καὶ οἱ ἐν τοῖς γυμνικοῖς ἀγῶσιν
ἐπιστάται, ἤν τινα αἰσθάνωνται παρανομοῦντά τι, εὐθὺς
παραχρῆμα κολάζουσι. [8.5] πολλῶν δὲ καὶ ἄλλων ὄντων
μηχανημάτων καλῶν τῷ Λυκούργῳ εἰς τὸ πείθεσθαι τοῖς
νόμοις ἐθέλειν τοὺς πολίτας, ἐν τοῖς καλλίστοις καὶ τοῦτό
μοι δοκεῖ εἶναι, ὅτι οὐ πρότερον ἀπέδωκε τῷ πλήθει τοὺς
νόμους πρὶν ἐλθὼν σὺν τοῖς κρατίστοις εἰς Δελφοὺς ἐπήρετο
τὸν θεὸν εἰ λῷον καὶ ἄμεινον εἴη τῇ Σπάρτῃ πειθομένῃ οἷς
αὐτὸς ἔθηκε νόμοις. ἐπεὶ δὲ ἀνεῖλε τῷ παντὶ ἄμεινον εἶναι,
τότε ἀπέδωκεν, οὐ μόνον ἄνομον ἀλλὰ καὶ ἀνόσιον θεὶς τὸ
πυθοχρήστοις νόμοις μὴ πείθεσθαι.

***
Όλοι βέβαια γνωρίζομεν ότι εις την Σπάρτην προ πάντων πείθονται εις τους άρχοντας και εις τους νόμους. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι ο Λυκούργος ουδέ επεχείρησε να εγκαταστήση αυτήν την ευταξίαν πριν να εξασφαλίση εις τούτο την συγκατάθεσιν των ισχυροτέρων πολιτών. Συμπεραίνω δε τούτο από το ότι εις τας άλλας πόλεις οι δυνατώτεροι ουδέ θέλουν να νομίζωνται ότι φοβούνται τας αρχάς, αλλά θεωρούν τούτο ανελεύθερον· ενώ εις την Σπάρτην οι ισχυρότεροι πολίται και περιποιούνται μάλιστα τους άρχοντας και δια την ταπείνωσίν των καυχώνται, και προσκαλούμενοι δεν βαδίζουν αλλά τρέχουν δια να υπακούσουν· επειδή νομίζουν ότι αν αυτοί πρώτοι με ακρίβειαν υπακούουν, θα ακολουθήσουν και οι λοιποί· τούτο ακριβώς και έγινεν. Είναι δε φυσικόν ότι αυτοί οι ίδιοι συνετέλεσαν και εις την ίδρυσιν της Εφορίας· διότι εννόησαν ότι η πειθαρχία είναι μέγιστον καλόν και εις την πόλιν και εις το στράτευμα και εις την οικίαν. Όσον δηλαδή μεγαλυτέραν δύναμιν έχει η εξουσία, τόσον περισσότερον φόβον ενόμισαν ότι θα εμπνεύσουν εις τους πολίτας, ώστε να υπακούουν. Οι έφοροι λοιπόν έχουν την δύναμιν να επιβάλλουν εις όποιον θέλουν τιμωρίαν και έχουν την εξουσίαν αμέσως να την εκτελούν και άρχοντας προ του τέλους της υπηρεσίας των να παύουν και να φυλακίσουν μάλιστα και να τους δικάσουν περί ζωής ή θανάτου. Και με τόσην μεγάλην δύναμιν δεν επιτρέπουν, όπως εις τας άλλας πόλεις, να άρχουν οι εκλεγόμενοι όλον το έτος όπως θέλουν, αλλά, όπως οι τύραννοι και οι επιστάται εις τους γυμναστικούς αγώνας, όταν παρατηρήσουν κανένα να παρανομή, ευθύς αμέσως τον τιμωρούν. Εις όλα δε τα άλλα αποτελεσματικά μέσα, εις τα οποία κατέφυγεν ο Λυκούργος, όπως αναγκάση τους πολίτας να θέλουν να υπακούουν εις τους νόμους, από τα καλύτερα, νομίζω, είναι και τούτο, ότι προτού να παραδώση τους νόμους εις τον λαόν ήλθεν εις τους Δελφούς με τους εγκριτωτέρους πολίτας και ηρώτησε τον θεόν, αν ωφελιμώτερον και καλύτερον δια την Σπάρτην θα ήτο αν υπακούη εις την νομοθεσίαν του· όταν δε έλαβεν απάντησιν του θεού ότι καθ' όλα θα είναι ωφελιμώτερον, τότε παρέδωκε την νομοθεσίαν και ώρισεν ότι όχι μόνον άνομον αλλά και ασέβεια είναι να μην υπακούουν εις νόμους επικυρωμένους από τον θεόν.