Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (153-229)

Αποτέλεσμα εικόνας για ΤρῳάδεςΠΑΡΟΔΟΣ

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Α’
Ἑκάβη, τί θροεῖς; τί δὲ θωΰσσεις; [στρ. α]
ποῖ λόγος ἥκει; διὰ γὰρ μελάθρων
155 ἄιον οἴκτους οὓς οἰκτίζῃ,
διὰ δὲ στέρνων φόβος ἀίσσει
Τρῳάσιν, αἳ τῶνδ᾽ οἴκων εἴσω
δουλείαν αἰάζουσιν.
ΕΚ. ὦ τέκν᾽, Ἀχαιῶν πρὸς ναῦς ἤδη
160 κινεῖται κωπήρης χείρ.
ΗΜ. Α’ οἲ ᾽γώ [τλάμων], τί θέλουσ᾽; ἦ πού μ᾽ ἤδη
ναυσθλώσουσιν πατρίας ἐκ γᾶς;
ΕΚ.οὐκ οἶδ᾽, εἰκάζω δ᾽ ἄταν.
ΗΜ. Α’ ἰὼ ἰώ.
165 μέλεαι μόχθων ἐπακουσόμεναι
Τρῳάδες, ἐξω κομίσασθ᾽ οἴκων·
στέλλουσ᾽ Ἀργεῖοι νόστον.
ΕΚ. ἒ ἔ.
μή νύν μοι τὰν
ἐκβακχεύουσαν Κασάνδραν
170 πέμψητ᾽ ἔξω,
αἰσχύναν Ἀργείοισιν,
μαινάδ᾽, ἐπ᾽ ἄλγεσι δ᾽ ἀλγυνθῶ.
ἰώ.
Τροία Τροία δύσταν᾽, ἔρρεις,
δύστανοι δ᾽ οἵ σ᾽ ἐκλείποντες
175 καὶ ζῶντες καὶ δμαθέντες.

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ Β’
οἴμοι. τρομερὰ σκηνὰς ἔλιπον [αντ. α]
τάσδ᾽ Ἀγαμέμνονος ἐπακουσομένα,
βασίλεια, σέθεν· μή με κτείνειν
δόξ᾽ Ἀργείων κεῖται μελέαν,
180 ἢ κατὰ πρύμνας ἤδη ναῦται
στέλλονται κινεῖν κώπας;
ΕΚ. ὦ τέκνον, ὀρθρεύουσα ψυχὰν
ἐκπληχθεῖσ᾽ ἦλθον φρίκᾳ.
ΗΜ. Β’ ἤδη τις ἔβα Δαναῶν κῆρυξ;
185 τῷ πρόσκειμαι δούλα τλάμων;
ΕΚ. ἐγγύς που κεῖσαι κλήρου.
ΗΜ. Β’ ἰὼ ἰώ.
τίς μ᾽ Ἀργείων ἢ Φθιωτᾶν
ἢ νησαίαν μ᾽ ἄξει χώραν
δύστανον πόρσω Τροίας;
190ΕΚ. φεῦ φεῦ.
τῷ δ᾽ ἁ τλάμων
ποῦ πᾷ γαίας δουλεύσω γραῦς,
ὡς κηφήν, ἁ
δειλαία νεκροῦ μορφά,
νεκύων ἀμενηνὸν ἄγαλμα,
‹αἰαῖ,›
τὰν παρὰ προθύροις φυλακὰν κατέχουσ᾽
195 ἢ παίδων θρέπτειρ᾽, ἃ Τροίας
ἀρχαγοὺς εἶχον τιμάς;

ΧΟΡΟΣ
αἰαῖ αἰαῖ. ποίοις δ᾽ οἴκτοις [στρ. β]
τὰν σὰν λύμαν ἐξαιάζοις;
οὐκ Ἰδαίοις ἱστοῖς κερκίδα
200 δινεύουσ᾽ ἐξαλλάξω.
νέατον τοκέων δώματα λεύσσω,
νέατον· μόχθους ἕξω κρείσσους,
ἢ λέκτροις πλαθεῖσ᾽ Ἑλλάνων
—ἔρροι νὺξ αὕτα καὶ δαίμων—
205 ἢ Πειρήνας ὑδρευσομένα
πρόσπολος οἰκτρὰ σεμνῶν ὑδάτων [ἔσομαι].
τὰν κλεινὰν εἴθ᾽ ἔλθοιμεν
Θησέως εὐδαίμονα χώραν.
210 μὴ γὰρ δὴ δίναν γ᾽ Εὐρώτα,
τάν ἐχθίσταν θεράπναν Ἑλένας,
ἔνθ᾽ ἀντάσω Μενέλᾳ δούλα,
τῷ τᾶς Τροίας πορθητᾷ.

τὰν Πηνειοῦ σεμνὰν χώραν, [αντ. β]
215 κρηπῖδ᾽ Οὐλύμπου καλλίσταν,
ὄλβῳ βρίθειν φάμαν ἤκουσ᾽
εὐθαλεῖ τ᾽ εὐκαρπείᾳ·
τάδε δεύτερά μοι μετὰ τὰν ἱερὰν
Θησέως ζαθέαν ἐλθεῖν χώραν.
220 καὶ τὰν Αἰτναίαν Ἡφαίστου
Φοινίκας ἀντήρη χώραν,
Σικελῶν ὀρέων ματέρ᾽, ἀκούω
καρύσσεσθαι στεφάνοις ἀρετᾶς.
τάν τ᾽ ἀγχιστεύουσαν γᾶν
225 Ἰονίῳ ναύτᾳ πόντῳ,
ἃν ὑγραίνει καλλιστεύων
ὁ ξανθὰν χαίταν πυρσαίνων
Κρᾶθις, ζαθέαις πηγαῖσι τρέφων
εὔανδρόν τ᾽ ὀλβίζων γᾶν.

***

ΠΑΡΟΔΟΣ

Βγαίνουν από τις σκηνές Τρωαδίτισσες, ηλικιωμένες και νέες· είναι το πρώτο Ημιχόριο.

Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΗΜΙΧΟΡΙΟΥΤί ειν᾽, Εκάβη, που λες; τί ειν᾽ αυτές οι φωνές;τί καινούρια να σου είπαν; Γιατί μέσα κει,στις καλύβες, των θρήνων σου μου ήρθε στ᾽ αφτιάη φωνή·την καρδιά των Τρωαδίτισσωνπου κλειστές στις καλύβες αυτέςτη σκλαβιά τους θρηνούντη συντάραξε ο φόβος.ΕΚΑ. Στων Αργείων τα καράβια, παιδιά μου,160τα κουπιά κιόλας πήραν στα χέρια.ΚΟΡ. Αχ τί θέλουν; Μακριά απ᾽ την πατρίδαθα με πάρει το κύμ᾽ από τώρα;ΕΚΑ. Στο κακό πάει ο νους μου, δεν ξέρω.ΚΟΡ. Αχ αλίμονο!Όλες τρέξτε κι ελάτε, Τρωαδίτισσες,για ν᾽ ακούσετε βάσανα, δόλιες·αχ οι Αργείοι το ταξίδι ετοιμάζουν.ΕΚΑ. Ω καημοί!Μη μου φέρετ᾽ έξωτην Κασσάντρα, μη,τη μαινάδα,μην εκεί μπροστά170στων Αργείων τα μάτια πιάσειτις βακχείες και με ντροπιάσει·φτάνουν τ᾽ άλλα βάσανά μου.Συφορά!Δύστυχη Τροία, που πας χαμένη,δύστυχοι κι όλοι που σ᾽ αφήνουν,κι οι ζωντανοί κι οι πεθαμένοι.
Βγαίνουν άλλες τόσες γυναίκες· είναι το δεύτερο Ημιχόριο.

Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΗΜΙΧΟΡΙΟΥΣυφορά! Απ᾽ τις σκηνές τ᾽ Αγαμέμνον᾽ αυτέςήρθα δω τρομαγμένη, βασίλισσα, εσύνα μου πεις· μην απόφαση βγήκε κακήτων Αχαιώννα με σφάξουν τη δύστυχη;180ή να πιάσουνε κιόλας γοργάμες στα πλοία τα κουπιάετοιμάζονται οι ναύτες;ΕΚΑ. Πριν να φέξει, παιδί μου, παιδί μου,βγήκα ξέφρενη εδώ από τη φρίκη.ΚΟΡ. Οι Αχαιοί μη μας έστειλαν κράχτη;Ποιός, τη δύστυχη, σκλάβα με παίρνει;ΕΚΑ. Όπου να ᾽ναι, για σε θά βγει ο κλήρος.ΚΟΡ. Αχ αλίμονο!Ποιός, την άμοιρη, αλάργα απ᾽ την Τροία μαςσε κανένα νησί θα με πάρει,ποιός απ᾽ τ᾽ Άργος ή ποιός απ᾽ τη Φθία;190ΕΚΑ. Συφορά!Πού και τίνος σκλάβαθα ᾽μαι η μαύρη γριά;Σαν κηφήνας,σα νεκρού μορφήθλιβερή και ξεπνοϊσμένηαπ᾽ τη μαύρη γη σταλμένη.Σε ποιόν τόπο θα με σύρουν;Ω καημοί!Παιδιών φυλάχτρα θα με βάλεικανείς ή και πορτιέρισσα ίσως,που ᾽μουν κυρά της Τροίας μεγάλη.
Τα Ημιχόρια ενώνονται.

ΧΟΡΟΣΘρηνείς, μα ποιός μπορεί να πει,ποιό μοιρολόι θα πει τον ξεπεσμό μας;Με τη σαΐτα τη γοργήπια δε θα υφάνω σε αργαλειό200φτιαγμένονε με ξύλα απ᾽ το βουνό μας·στερνή φορά σάς βλέπω, των γονιών μου τάφοι·και πόσα η μοίρα η άσπλαχνη, και πιο βαριά, μου γράφει!Ή σε Έλληνα κρεβάτι εγώ θα μπω—ο θεός να δώσει να βουλιάξειη νύχτα, η τύχη εκείνη—ή, δούλα θλιβερή, εξευτελισμένη,στην Κόρινθο, θενά ᾽μαι αναγκασμένηνερό να κουβαλάω απ᾽ την Πειρήνη.Μακάρι να με παν στην ξακουστή,την καλότυχη χώρα του Θησέα.210Μακριά απ᾽ το ρέμα μοναχά του Ευρώτα, που η Ελένηθα πάει να μείνει η μισητή·τέτοιο κακό να μη μου λάχει·αυτό κανείς δεν το υπομένειαφέντη το Μενέλαο να ᾽χει,της Τροίας τον άγριο κουρσευτή.
Στου Ολύμπου τις ριζοβουνιέςείναι μια χώρα σεβαστή, όπου ρέειο Πηνειός, κι ακούω να λενπως έχει τα πολλά σπαρτάκαι στ᾽ αγαθά και μες στα πλούτη πλέει·αν δε με ξαποστείλουν στην ιερήν Αθήνα,να ᾽τανε καν να μ᾽ έπαιρναν πέρα στα μέρη εκείνα.220Η μάνα των σικελικών βουνών,η αιτναία η χώρα του Ήφαιστου, είναιαντίκρυ στη Φοινίκη·πιο πέρ᾽ από τα σύνορά της φτάνειη δόξ᾽ απ᾽ των αγώνων το στεφάνιπου κάθε τόσο της χαρίζει η νίκη.Κι αντίπερα, το Ιόνιο όπως περνά,μιαν άλλη χώρα ο ναύτης αντικρίζει·κυλούν εκεί τα ρέματα του ποταμού που δίνειμια ξανθή λάμψη στα μαλλιά,τα θαμαστά νερά του Κράθη·κι η χώρα, η χώρα που τα πίνεικαι θρέφεται από κείνα, πλάθειμιαν άξια λεβεντογενιά.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - Πλάτων

Αποτέλεσμα εικόνας για Πλάτων     Το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα σηματοδότησε τρεις αλλαγές που επηρέασαν βαθιά τη μετέπειτα εξέλιξη της ελληνικής σκέψης. Πρώτον, έχουμε ήδη επισημάνει τη διεύρυνση του πεδίου της εκπαίδευσης, φαινόμενο που συνδέεται με το κίνημα των σοφιστών. Ενώ η παραδοσιακή ελληνική εκπαίδευση περιοριζόταν στη διδασκαλία της γραμματικής, της μουσικής και της ποίησης, οι σοφιστές ήταν έτοιμοι να αναπτύξουν οποιοδήποτε θέμα, αρκεί να αμείβονταν για αυτό. Δεύτερον, σύμφωνα με την περίφημη φράση του Κικέρωνα (Συζητήσεις στο Τούσκουλο), ο Σωκράτης «κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό». Αν οι προγενέστεροι φιλόσοφοι επιδόθηκαν με μεγαλύτερο ζήλο στη φυσική φιλοσοφία και στην κοσμολογία, ο Σωκράτης αλλά και πολλοί από τους σοφιστές έδειξαν, αντιθέτως, σαφή προτίμηση στην ηθική φιλοσοφία. Τρίτον, η Αθήνα αναδείχθηκε στο σημαντικότερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Ενώ οι περισσότεροι προγενέστεροι φιλόσοφοι είχαν ζήσει και εργαστεί είτε στην Ιωνία είτε στην Κάτω Ιταλία, από τον Σωκράτη και μετά όλο και περισσότεροι από τους σημαντικούς διανοητές ή ήταν γεννημένοι στην Αθήνα ή πέρασαν εκεί μεγάλο μέρος της ζωής τους- τον 4ο π.Χ. αιώνα η τάση αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη, όταν τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης ίδρυσαν σχολές την Ακαδημία και το Λύκειο, αντίστοιχα που προσείλκυσαν φιλοσόφους και επιστήμονες από ολόκληρη την Ελλάδα.
 
Θεωρείται δικαίως ότι ο Σωκράτης σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην αρχαία ελληνική σκέψη, η σπουδαιότητα όμως της συμβολής του, αλλά και της συμβολής σοφιστών, π.χ. του Πρωταγόρα, εντοπίζεται περισσότερο στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας παρά στην επιστήμη. Ως μαθητής του Σωκράτη ο Πλάτων συμμεριζόταν το παθιασμένο ενδιαφέρον του δασκάλου του για τα ηθικά ζητήματα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Σωκράτη, ο Πλάτων υπήρξε επίσης μια πολύ σημαντική μορφή στην εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής επιστήμης. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι ήταν ο ιδρυτής της Ακαδημίας1 - με την οποία συνδέθηκαν οι σημαντικότεροι επιστήμονες του 4ου π.Χ. αιώνα, παρ’ όλο που βασικός στόχος του ίδιου του Πλάτωνα ήταν η κατάρτιση πολιτικών φιλοσόφων -, αλλά και, ειδικότερα, στις απόψεις του σχετικά με τη βάση και τους σκοπούς της επιστημονικής έρευνας.
 
Επομένως, ο Πλάτων έχει θέση στη μελέτη μας όχι τόσο για τις επιμέρους επιστημονικές θεωρίες που διατύπωσε όσο για εκείνο που θα ονομάζαμε φιλοσοφία της επιστήμης του· και με αυτήν θα ασχοληθούμε κατά κύριο λόγο στο παρόν κεφάλαιο. Ωστόσο, οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε σχέση με τη συγκεκριμένη πτυχή του έργου του είναι, πολλές φορές, ακραίες. Ο Πλάτων έχει ουκ ολίγες φορές παρουσιαστεί ως σφοδρός πολέμιος της επιστήμης. Η φιλοσοφία που βασίζεται στη θεωρία των Ιδεών ήταν -όπως υποστηρίζεται- τελείως εχθρική προς την επιστήμη και αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο για την εξέλιξή της, συχνά μάλιστα παρατίθενται περικοπές από την Πολιτεία και τον Τίμαιο, με στόχο να καταδειχθεί η μεγάλη εχθρότητά του έναντι συγκεκριμένων επιστημονικών τομέων. Για να διαπιστώσουμε πόσο βάσιμη είναι αυτή η άποψη θα επιχειρήσουμε πρώτα να ερμηνεύσουμε ορισμένα αμφιλεγόμενα χωρία της Πολιτείας.
 
Στο βιβλίο Ζ , ο Σωκράτης περιγράφει την εκπαίδευση των βασιλέων-φιλοσόφων που προορίζονται για θεματοφύλακες της ιδανικής πολιτείας και εξετάζει διαδοχικά τον ρόλο της αριθμητικής, της επιπεδομετρίας και της στερεομετρίας, της αστρονομίας και της ακουστικής στην ανώτερη εκπαίδευση. Οι παρατηρήσεις του σχετικά με την αστρονομία είναι άκρως προκλητικές. Όταν εισηγείται για πρώτη φορά ότι η αστρονομία πρέπει να αποτελεί μέρος των προπαιδευτικών σπουδών τους, ο Γλαύκων εμφανίζεται να παρερμηνεύει τα λεγόμενά του με δύο τρόπους. Στην αρχή ο Γλαύκων υποθέτει ότι η αστρονομία συνιστάται διότι είναι χρήσιμη.
 
Γιατί το να παρατηρεί κανείς με μεγαλύτερη ακρίβεια τις χρονικές περιόδους, τους μήνες και τα χρόνια, είναι κάτι που χρειάζεται όχι μόνο στη γεωργία ή στη ναυτιλία αλλά εξίσου και στην πολεμική τέχνη (527d).[1]
 
Αλλά ο Σωκράτης ανταπαντά ως εξής:
 
Μου αρέσεις που δείχνεις να φοβάσαι τους πολλούς, μην τυχόν νομίσουν ότι βάζεις άχρηστα μαθήματα.
 
Αλλά ούτε η δεύτερη προσπάθεια του Γλαύκωνα να αποκαταστήσει την αστρονομία θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα:
 
Κι όσο για την επίπληξη που τώρα δα. Σωκράτη, μου έκανες, ότι παινεύω με τρόπο κοινότοπο την αστρονομία, αυτή τη φορά την παινεύω αντικρίζοντάς την με το πρίσμα που την προσεγγίζεις κι εσύ· γιατί είναι, νομίζω, σε όλους φανερό ότι η σπουδή αυτή αναγκάζει την ψυχή να βλέπει προς τα επάνω και την οδηγεί από τα πράγματα τούτου εδώ του κόσμου προς τα εκεί (528e κ. εξ.).
 
Ο Σωκράτης αποδεικνύει και πάλι στον Γλαύκωνα πόσο εσφαλμένη είναι η άποψή του. Η πραγματική αξία της αστρονομίας έγκειται στην ικανότητά της να μεταστρέφει την ψυχή από τα αισθητά στον νοητό, αληθινό κόσμο. Χαρακτηρίζει τους αστέρες «ποικίλματα» (στολίσματα). Παραδέχεται ότι είναι τα ωραιότερα και τα κατά τον καλύτερο τρόπο τοποθετημένα από όλα τα ορατά πράγματα, αλλά είναι πολύ κατώτερα της αλήθειας, που δεν μπορούμε να την συλλάβουμε παρά μόνο με τη λογική και τη νόηση. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τους αστέρες ως «παραδείγματα» που θα μας βοηθήσουν στη μελέτη μας. όπως ένας γεωμέτρης θα χρησιμοποιούσε τα γεωμετρικά σχήματα. Αλλά,
 
βλέποντας τα σχέδια αυτά κάποιος που ξέρει από γεωμετρία θα σκεπτόταν ότι είναι μεν έξοχα σχεδιασμένα, θα ήταν όμως αστείο να τα εξέταζε κανείς στα σοβαρά προσδοκώντας ότι μέσα σ’ αυτά θα εξακρίβωνε τάχα την αλήθεια σχετικά με τα ίσα, τα διπλάσια ή οποιονδήποτε άλλο λόγο (529e κ. εξ.).
 
Ένας πραγματικός αστρονόμος δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η αναλογία της νύχτας προς την ημέρα ή του ημερονυκτίου προς τον μήνα, π.χ., δεν μεταβάλλεται ποτέ, εφόσον πρόκειται για φαινόμενα που είναι ορατά και έχουν υλική υπόσταση. Μάλλον:
 
... την αστρονομία Οα την σπουδάσουμε ακριβώς όπως και τη γεωμετρία, με τη βοήθεια προβλημάτων, και Οα αφήσουμε τον έναστρο ουρανό στην άκρη, αν πρόκειται το κομμάτι εκείνο μέσα στην ψυχή, που είναι από τη φύση του γνωστικό, να το καταστήσουμε διαμέσου μιας γνήσιας ενασχόλησης με την αστρονομία χρήσιμο - από άχρηστο που ήταν ως τώρα (530bc).
 
Για να ερμηνεύσουμε σωστά το ανωτέρω χωρίο είναι πολύ σημαντικό να εξετάσουμε το πλαίσιό του. Ο γενικός στόχος της εκπαίδευσης των φυλάκων είναι η μετάβαση από τον ορατό στον άδηλο κόσμο, η καλλιέργεια της νόησης και όχι των αισθήσεών τους. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται σε όλο το βιβλίο Ζ προκειμένου να καθοριστεί αν μια επιστήμη είναι κατάλληλη για την εκπαίδευση των φυλάκων είναι το κατά πόσον αυτή καλλιεργεί την αφηρημένη σκέψη. Στο πλαίσιο αυτό, ο Πλάτων υπογραμμίζει, φυσικά, τη διάκριση ανάμεσα σε μια παρατηρησιακή και σε μια αφηρημένη, μαθηματική αστρονομία, τα δε σχόλιά του σχετικά με τον ορθό τρόπο άσκησής της πρέπει να αποτιμηθούν υπό το πρίσμα των γενικών εκπαιδευτικών σκοπών που, κατά τη γνώμη του, πρέπει να εξυπηρετεί. Εξ άλλου, ο διαχωρισμός που εισάγει ανάμεσα σε μια αμιγώς παρατηρησιακή αστρονομία και σε μια σπουδή που διεξάγεται μέσω προβλημάτων είναι χρήσιμος και σημαντικός· και ένας σύγχρονος επιστήμονας θα συμφωνούσε, πράγματι, ότι αυτό που κυρίως τον απασχολεί είναι το δεύτερο. Τέλος, ο Πλάτων έχει απόλυτο δίκιο όταν υποστηρίζει ότι τα ουράνια σώματα, στην πραγματικότητα, δεν υποτάσσονται απολύτως σε μαθηματικώς καθορισμένες τροχιές, καθώς και όταν υπαινίσσεται ότι ο ουρανός δεν παραμένει αμετάβλητος.
 
Πολλά λοιπόν μπορούν να ειπωθούν προς υπεράσπιση της θέσης του Πλάτωνα στο συγκεκριμένο χωρίο της Πολιτείας. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι πολλές από τις παρατηρήσεις του είναι υπερβολικές, ενώ άλλες είναι όχι μόνον αόριστες αλλά και επικίνδυνα διφορούμενες. Ας εξετάσουμε το χωρίο στο οποίο συγκρίνει τον ουρανό με τα γεωμετρικά σχήματα και παρατηρεί ότι είναι παράλογο «να τα εξέταζε κανείς στα σοβαρά προσδοκώντας ότι μέσα σ’ αυτά θα εξακρίβωνε τάχα την αλήθεια σχετικά με τα ίσα...». Εδώ μπορεί απλώς να εκφράζει την απλή και αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι ένα σχήμα δεν μπορεί να είναι ακριβές: δεν βγάζουμε τον χάρακα για να μετρήσουμε το μήκος της υποτείνουσας ενός ορθογώνιου τριγώνου με πλευρές μήκους 8 και 10 εκατοστομέτρων. Θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί ότι υιοθετεί την πολύ πιο ακραία θέση ότι η μελέτη των σχημάτων είναι τελείως άχρηστη. Στο συγκεκριμένο και σε άλλα χωρία φαίνεται να υπάρχει ταύτιση ή σύγχυση δύο ιδεών που πρέπει να διακρίνονται με σαφήνεια - του αληθινού και καταφανούς γεγονότος ότι δεν είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε τις μαθηματικώς καθοριζόμενες τροχιές των ουράνιων σωμάτων αυτές καθ’ εαυτές και της αμφιλεγόμενης θέσης ότι η παρατήρηση των ουράνιων σωμάτων δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό. Είναι προφανές ότι ο Πλάτων πίστευε ότι η ιδεώδης αστρονομία του αποτελούσε ριζική απομάκρυνση από τον συνήθη τρόπο μελέτης της αστρονομίας στην εποχή του. Αλλά, υπερασπίζοντας τον νέο αυτό τρόπο προσέγγισης της αστρονομίας εμφανίζεται σαν να επιδιώκει όχι απλώς να την διαχωρίσει από την παρατηρησιακή αστρονομία αλλά και να απαξιώσει τελείως την τελευταία. Ανάλογες επισημάνσεις μπορούν να γίνουν σε σχέση με την πραγμάτευση της ακουστικής: και εδώ υπερασπίζει την εφαρμογή των μαθηματικών στην επιστήμη, ταυτόχρονα όμως καταφέρεται και πάλι, προβάλλοντας ακόμη λιγότερα επιχειρήματα από ό.τι για την αστρονομία, εναντίον των μεθόδων παρατήρησης, τις οποίες χαρακτηρίζει άδικο κόπο (531a).
 
Εκτός από την Πολιτεία, το έργο στο οποίο πρέπει κυρίως να ανατρέξουμε προκειμένου να αξιολογήσουμε τη θέση του Πλάτωνα στην εξέλιξη της ελληνικής επιστήμης είναι ο Τίμαιος. Στον διάλογο αυτό διατυπώνεται μια αναλυτική κοσμολογία που περιγράφεται ως «εἰκώς μῦθος» ή «εἰκώς λόγος»· και το πρώτο πρόβλημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι τί ακριβώς σημαίνουν οι όροι αυτοί. Θα ήταν εσφαλμένο να αποδώσουμε στην πραγμάτευση αυτή μυθικό χαρακτήρα. Είναι αλήθεια ότι πολλές από τις λεπτομέρειες, ιδίως εκείνες που αφορούν το έργο του Τέκτονος, του δημιουργού, είναι αλληγορικές και δεν πρέπει να ερμηνεύονται κυριολεκτικά. Ούτε πρέπει να θεωρήσουμε ότι η σειρά με την οποία περιγράφεται η δημιουργία διαφόρων πραγμάτων αντιστοιχεί σε μια ιστορική διαδοχή γεγονότων. Πάντως, η κοσμολογία αποτελεί μια ευλογοφανή εξήγηση ή διήγηση, παρά μύθο ή αποκύημα φαντασίας.
 
Ο Πλάτων καθιστά εξαρχής σαφείς τις προθέσεις του. Στο χωρίο 27d κ. εξ. ο βασικός συνομιλητής του διαλόγου Τίμαιος που μπορεί να θεωρηθεί, σε γενικές γραμμές, ότι απηχεί τις απόψεις του ίδιου του Πλάτωνα - εξηγεί το είδος της θεωρίας που θα αναπτύξει. Στην αρχή κάνει τη διάκριση ανάμεσα στις αιώνιες Ιδέες και στον μεταβαλλόμενο, «γεννημένο» κόσμο, τον «κόσμον τῆς γενέσεως»: οι πρώτες είναι τα πρότυπα βάσει των οποίων δημιουργείται ο δεύτερος. Κατόπιν ορίζει τα είδη συλλογισμών («λόγον») που προσιδιάζουν στην κάθε κατηγορία. Υποστηρίζει ότι οι αποφάνσεις που αφορούν την αμετάβλητη πραγματικότητα, δηλαδή τις Ιδέες, πρέπει να είναι ακλόνητες, τουλάχιστον όσο αυτό είναι δυνατόν. Αμέσως μετά υποστηρίζει αναφερόμενος στον μεταβαλλόμενο, γεννημένο κόσμο:
 
Αν λοιπόν ... δεν καταφέρουμε να διατυπώσουμε απολύτως συνεπείς από κάθε πλευρά και ακριβείς συλλογισμούς για πολλά και ποικίλα ζητήματα ... μην εκπλαγείς. Μάλλον πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι αν καταλήξουμε στις πιο εύλογες εξηγήσεις (29c).
 
Η κοσμολογία του Τιμαίου δεν είναι ακριβής προσέγγιση. Ο Πλάτων πιστεύει ότι η φύση τού υπό εξέτασιν αντικειμένου δεν συνάδει με κάτι τέτοιο. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι είναι η καλύτερη δυνατή ερμηνεία, με δεδομένο ότι πραγματεύεται τον γεννημένο κόσμο.
 
Ο Πλάτων τονίζει επανειλημμένα ότι δεν είναι εφικτή η ακριβής ερμηνεία του γεννημένου κόσμου και διατείνεται ότι η ισχύς μιας τέτοιας ερμηνείας δεν είναι ελέγξιμη· πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο σημείο αυτό εμφανίζεται πολύ λιγότερο δογματικός από τους περισσότερους προγενέστερους, αλλά και μεταγενέστερους, αρχαίους Έλληνες κοσμολόγους. Αυτό όμως δεν απορρέει από την πεποίθηση ότι δεν πρέπει κανείς να εκφέρει κρίση αν δεν προσκομιστούν περισσότερα στοιχεία, αλλά οφείλεται μάλλον στην κατ’ αρχήν βεβαιότητα του ότι καμία ερμηνεία του γεννημένου κόσμου δεν μπορεί, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να είναι ασφαλής. Αυτή η μη δογματική κοσμολογία οδήγησε αναμφίβολα στην αποθάρρυνση, παρά στην ενίσχυση, της εμπειρικής έρευνας. Όπως ακριβώς στην Πολιτεία υποβαθμίζεται ο ρόλος της παρατήρησης στις προπαιδευτικές σπουδές των φυλάκων, έτσι και στον Τίμαιο επιδεικνύεται η ίδια ανυπομονησία έναντι εκείνων που έλπιζαν να επιλύσουν τα προβλήματα της φυσικής με εμπειρικές μεθόδους.
 
Αλλά εφόσον βασικό μέλημα του φιλοσόφου είναι ο κόσμος των Ιδεών, ποιος είναι ο ρόλος της μελέτης του γεννημένου κόσμου; Ένα χωρίο στον Τίμαιο δείχνει ότι ο Πλάτων θεωρούσε ότι η μελέτη αυτή επέχει μάλλον χαρακτήρα αναψυχής. Όταν εγκαταλείπουμε προσωρινά τη μελέτη των «ὄντων», είναι πολύ ευχάριστο να ασχολούμαστε με πιθανολογίες για τη γένεση του σύμπαντος, καθώς αυτό αποτελεί ένα «μετρημένο και συνετό παιχνίδι» (59cd). Ωστόσο, ακόμη και ως παιχνίδι, δεν αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα. Στο χωρίο 68e κ. εξ. παρατίθενται επιχειρήματα υπέρ της μελέτης τόσο των «θείων» όσο και των «αναγκαίων» αιτίων. Πρέπει να αναζητούμε
 
τη θεϊκή αιτία ...παντού, για να κατακτήσουμε την ευτυχισμένη ζωή που αναλογεί στην ανθρώπινη φύση μας. Την αναγκαία αιτία πρέπει να την αναζητήσουμε χάριν της θεϊκής, όταν αναλογιστούμε ότι χωρίς τις αναγκαίες αιτίες είναι αδύνατο να κατανοήσουμε, να συλλάβουμε ή έστω να διατηρήσουμε επαφή με τα αντικείμενα της σοβαρής μελέτης μας.
 
Η έσχατη αιτιολόγηση για τη μελέτη του φυσικού κόσμου είναι ηθικής τάξης και αναλύεται στη συνέχεια. Στο ερώτημα γιατί ο Πλάτων επιχείρησε να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή του γεννημένου κόσμου, η πιο αποκαλυπτική ένδειξη για την απάντηση είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας της κοσμολογίας του. Η σημασία του ρόλου μιας νοήμονος αρχής με έναν τελικό σκοπό για τον κόσμο διαπερνά το σύνολο της θεωρίας του. Αυτή η γενική τελεολογία η πίστη ότι η φύση έχει δημιουργηθεί βάσει σχεδίου αναφέρεται πολλές φορές ως ένα από τα μη επιστημονικά ή αντιεπιστημονικά χαρακτηριστικά της πλατωνικής φυσικής επιστήμης και είναι αλήθεια ότι πολλές από τις απόψεις του σχετικά με τις λειτουργίες που επιτελούν διάφορα μέρη του σώματος, π.χ., φαίνονται αλλόκοτες. Έτσι, οι πνεύμονες περιγράφονται κάπου (70c) σαν ένα μαλακό περίβλημα που ανακουφίζει την καρδιά όταν φουσκώνει από οργή, ενώ σε άλλο χωρίο (72c), η σπλήνα, που πιστευόταν ότι είχε ως λειτουργία να διατηρεί το ήπαρ απαλλαγμένο από ακαθαρσίες, συγκρίνεται με το πανάκι που χρησιμοποιούμε για να κρατούμε καθαρό έναν καθρέφτη. Αλλά. παραδόξως, αυτή ακριβώς η τελεολογική διάσταση της κοσμολογίας του είναι εκείνη που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη σοβαρότητα των προθέσεων του Πλάτωνα. Το βασικό κίνητρό του για την ενασχόλησή του με τη φυσική επιστήμη ήταν vu καταδείξει την έλλογη λειτουργία του σύμπαντος. Αν και πολλές φορές συγκρίνει αρνητικά τον γεννημένο κόσμο με τις Ιδέες, παρά ταύτα υποστηρίζει επανειλημμένα ότι ο κόσμος αυτός αποτελεί τον καλύτερο κόσμο που ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί. Είναι ο «κάλλιστος ταῶν γεγονότων» (29a), ο δημιουργός του είναι «ἄριστος» (30ab), δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του τελειότερου προτύπου και μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με το πρότυπο αυτό (30d, 39e). Είναι, σύμφωνα με την τελευταία φράση του διαλόγου, «θεός αἰσθητός, μέγιστος καί ἄριστος κάλλιστός τε καί τελεώτατος».
 
Τα τρία βασικά στοιχεία του πλατωνικού κοσμολογικού σχήματος είναι, συνεπώς, α) οι Ιδέες, β) τα επιμέρους δημιουργήματα κατ’ εικόνα των Ιδεών και, γ) το «ποιητικό αίτιο», ο Τέκτων, ο δημιουργός. Ο τελευταίος δεν δημιουργεί τον κόσμο υπό την έννοια ότι δημιουργεί την ύλη που τον συγκροτεί. Θεωρείται μάλλον ότι επιβάλλει τάξη στις άναρχες κινήσεις προϋπάρχουσας ύλης. Δεν είναι παντοδύναμος, αλλά επιτυγχάνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ο Πλάτων διακρίνει αφ’ ενός τα έργα του Νυν και. αφ" ετέρου, ό, τι δη- δημιουργείται «έξ ανάγκης» - ως αποτέλεσμα της λεγάμενης «πλανωμένης αἰτίας». Δεν πρόκειται για ένα ενεργό αίτιο που αντιστρατεύεται τον Τέκτο­να, τον δημιουργό, ως δύναμη κακού, αλλά μάλλον για την παθητική αντίσταση που προβάλλει η άτακτη ύλη στο σχέδιό του. Ο ρόλος της ανάγκης διασαφηνίζεται καλύτερα στο παράδειγμα της κατασκευής του κεφαλιού. Τα χοντρά οστά και η πολλή σάρκα συνεπάγονται, όπως πληροφορούμαστε (74e κ. εξ.), έλλειψη ευαισθησίας. Έτσι, προκειμένου να εξασφαλίσει στον άνθρωπο καλύτερο και φρονιμότερο βίο, ο θεός προτίμησε να καλύψει το κεφάλι με λεπτό οστό, παρ’ όλο που αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι πιο βραχύβιος από όσο θα ήταν αν το κεφάλι του προστατευόταν από ένα παχύτερο στρώμα, σάρκας και οστού. Είναι προφανές ότι μακροζωία και οξύνοια δεν μπορούν να συνδυαστούν: έτσι, στο σημείο αυτό η νόηση θυσιάζει τον κατώτερο στον ανώτερο σκοπό. Το παράδειγμα είναι παράδοξο, διευκρινίζει όμως ότι τα αποτελέσματα που επιτυγχάνει η νόηση δεν είναι τα καλύτερα δυνατά σε απόλυτο βαθμό, αλλά τα καλύτερα δυνατά στο πλαίσιο των περιορισμών που επιβάλλει η φύση του υλικού που είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει.
 
Η κοσμολογία του Τιμαίου εντάσσεται σε ένα σύνθετο και ξεχωριστό φιλοσοφικό πλαίσιο. Η φήμη του Πλάτωνα ήταν αρκετή για να εγγυηθεί τη σημαντική απήχηση του διαλόγου, τώρα όμως είναι καιρός να προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τις ειδικές θεωρίες και εξηγήσεις που προβάλλει. Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να διερευνήσουμε εδώ είναι σε ποιον βαθμό πρόκειται πραγματικά για θεωρίες του ίδιου του Πλάτωνα. Είναι σαφές ότι ο τελευταίος αξιοποίησε πολλές ιδέες προγενεστέρων kui συγχρόνων του, παρ’ όλο που δεν αναφέρεται ονομαστικά σε καμία από τις πηγές του. Εντοπίζονται επιμέρους δάνεια από τον Εμπεδοκλή, τους Πυθαγορείους και τους ατομικούς, ενώ οι βιολογικές ενότητες οφείλουν πολλά στην Ιπποκρατική Συλλογή και σε διάφορους στοχαστές, όπως είναι ο Αλκμαίων, ο Διογένης ο Απολλωνιάτης και ο Φιλιστίων ο Λοκρός. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε, όπως έκαναν κάποιοι σχολιαστές, ότι η φυσική επιστήμη του Τιμαίου δεν είναι παρά μια σύνθεση θεωριών που διατυπώθηκαν από τρίτους. Κάθε επιστήμονας οφείλει να λαμβάνει ώς έναν βαθμό υπ’ όψιν το έργο που έχει επιτελεστεί πριν από αυτόν και, παρά τις πολλές οφειλές του σε παλαιότερους στοχαστές, ο Πλάτων δεν αντιγράφει ούτε αναπαράγει απλώς τα δόγματά τους, αλλά τα τροποποιεί και τα προσαρμόζει, εισάγοντας ενίοτε σημαντικές ιδέες που φαίνεται ότι είναι πρωτότυπες.
 
Η πιο αξιόλογη συμβολή του στη φυσική της εποχής του είναι η θεωρία του για τα θεμελιώδη συστατικά της ύλης. Στο χωρίο 49a κ. εξ. ο Τίμαιος αναλύει τους όρους της μεταβολής. Εφιστά την προσοχή στην αβεβαιότητα του αισθητού κόσμου και υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να περιγράφουμε τη φωτιά, το νερό κ.ο.κ. ως αμετάβλητα, σταθερά αντικείμενα. Διακρίνει αυτό που γεννιέται (την «γένεσιν») από εκείνο εντός του οποίου συντελείται η γένεση και το οποίο ονομάζει «ὑποδοχήν» της «γενέσεως». Επρόκειτο για μια σημαντική άποψη που άσκησε επίδραση στη σύλληψη του υποστρώματος από τον Αριστοτέλη και υπήρξε μια πρωτότυπη συμβολή στη φιλοσοφική ανάλυση της μεταβολής. Στη συνέχεια ο Τίμαιος παραθέτει τη θεωρία του για τη γένεση, η οποία περιέχει πολλά δάνεια τόσο από τον Εμπεδοκλή όσο και από τους ατομικούς. Αλλά, συνδυάζοντας ιδέες από αυτές και από άλλες πηγές ο Πλάτων έδωσε, από ορισμένες απόψεις, μια νέα λύση στο πρόβλημα της σύστασης της ύλης.
 
Όπως και ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων θεωρούσε ότι κάθε φυσική ουσία είναι προϊόν ανάμιξης των τεσσάρων απλών σωμάτων, δηλαδή της φωτιάς, του αέρα, του νερού και της γης. Σε αντιδιαστολή, όμως, με τον Εμπεδοκλή, δεν σταμάτησε εδώ την ανάλυσή του, αλλά συσχέτισε καθένα από τα τέσσερα απλά σώματα με ένα κανονικό στερεό, τη φωτιά με το τετράεδρο, τον αέρα με το οκτάεδρο, το νερό με το εικοσάεδρο και τη γη με τον κύβο - το πέμπτο κανονικό στερεό, το δωδεκάεδρο, αναφέρεται, χωρίς να ταυτίζεται με κάποιο συγκεκριμένο σώμα, στο χωρίο 55c. Αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πότε οι Έλληνες μαθηματικοί ανακάλυψαν τα πέντε κανονικά πολύεδρα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κατασκευή και οι ιδιότητές τους εξακολουθούσαν να απασχολούν τους συγχρόνους του Πλάτωνα, που αναμφίβολα αντλεί από το έργο τους. Κατασκευάζει τα τέσσερα σχήματα τα οποία συσχετίζει με τα απλά σώματα χρησιμοποιώντας δύο βασικά τρίγωνα, το ισοσκελές ορθογώνιο και το ορθογώνιο σκαληνό. Έτσι, τα ισοσκελή ορθογώνια τρίγωνα μπορούν να συνδυαστούν με διάφορους τρόπους για τη δημιουργία του τετραγώνου, δηλαδή της έδρας του κύβου. Κατά τον ίδιο τρόπο, τα ορθογώνια σκαληνά συνδυάζονται για τη δημιουργία των ισόπλευρων τριγώνων που αποτελούν τις έδρες του τετραέδρου, του οκταέδρου και του εικοσαέδρου. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Πλάτων δεν επέλεξε την απλούστερη κατασκευή για τα σχήματά του. Αντί να σχηματίσει το τετράγωνο με δύο ισοσκελή ορθογώνια τρίγωνα, χρησιμοποίησε τέσσερα και. αντί να χρησιμοποιήσει δύο ορθογώνια σκαληνά για να σχηματίσει την έδρα των άλλων στερεών, χρησιμοποίησε έξι. Το γιατί παραμένει αδιευκρίνιστο: μπορεί να σχετίζεται με την κατασκευή που χρησιμοποιούνταν για τον καθορισμό του κέντρου των εν λόγω στερεών ή, εναλλακτικά, με την πεποίθηση του Πλάτωνα ότι κάθε απλό σώμα υπάρχει σε διάφορες μορφές, ανάλογα με το μέγεθος ή την «ποιότητα» των μονάδων που το συγκροτούν. Μπορεί με την πολυπλοκότητα της κατασκευής να ήθελε να δηλώσει ότι τα βασικά τρίγωνα κάθε σώματος μπορούν να διαταχθούν με διαφορετικούς τρόπους για τη σύνθεση των διαφόρων «ισοτόπων» του σώματος αυτού, όπως π.χ. ορθογώνια ισοσκελή τρίγωνα που συνδυάζονται όχι μόνον ανά τέσσερα, αλλά επίσης ανά ζεύγη και υψωμένα σε άλλες δυνάμεις τού 2 για τον σχηματισμό κύβων διαφόρων μεγεθών που αντιστοιχούν στις διάφορες μορφές του απλού σώματος της γης.
 
Πώς αξιολογείται η θεωρία του Πλάτωνα συγκρινόμενη με τις βασικές ανταγωνιστικές της θεωρίες, την εμπεδόκλεια και την ατομική; Πρώτον, είναι πιο οικονομική από την αντίστοιχη του Εμπεδοκλή, που προϋποθέτει τέσσερεις διαφορετικές ουσίες. Επίσης, παραδεχόμενος ότι συντελούνται αλλαγές μεταξύ της φωτιάς, του αέρα και του νερού, παρακάμπτει τουλάχιστον κάποιες από τις εμπειρικές αντιρρήσεις στις οποίες ήταν ευάλωτη η θεωρία του Εμπεδοκλή. Όπως είδαμε, ο Εμπεδοκλής δεν προέβλεπε τη «μεταστοιχείωση» ενός ριζώματος σε ένα άλλο, παρ’ όλο που είναι πασιφανές ότι το νερό, π.χ., όταν θερμαίνεται σε σημείο βρασμού γίνεται ατμός, δηλαδή «αήρ» κατά τους αρχαίους Έλληνες, και ότι αυτός ο αέρας μπορεί να επανασυμπυκνωθεί και να ξαναγίνει νερό.
 
Οι διαφορές μεταξύ της θεωρίας του Πλάτωνα και της ατομικής θεωρίας εί­ναι επίσης διδακτικές. Ο Πλάτων δανείστηκε από τους ατομικούς την ιδέα ότι η ποικιλομορφία των αισθητών αντικειμένων μπορεί να αναχθεί σε διαφορές ως προς το σχήμα και το μέγεθος σωματιδίων που είναι ομοιογενή ως προς την ουσία τους. Αλλά, ενώ οι ατομικοί θεωρούσαν τα βασικά σωματίδια της ύλης ως στερεά, ο Πλάτων πίστευε ότι τα πρωταρχικά αυτά στερεά αποτελούνται από επίπεδες επιφάνειες που, με τη σειρά τους, συντίθενται από τα δύο βασικά τρίγωνα. Δεύτερον, ενώ οι ατομικοί δέχονταν την ύπαρξη του κενού, ο Πλάτων την απέρριψε και θεώρησε ότι σε ένα πλήρες είναι δυνατή η κίνηση υπό την προϋπόθεση ότι είναι (i) στιγμιαία και (ii) κυκλική. Σύμφωνα με τη θεωρία του περί «κυκλικής ωθήσεως», η κίνηση του Α σπρώχνει το Β, που σπρώχνει το Γ κ.ο.κ., ενώ το Ω, τελευταίο στη σειρά, σπρώχνει το Α. Το τρίτο και σημαντικότερο σημείο είναι ότι, ενώ οι ατομικοί δέχονταν μια άπειρη ποικιλία σχημάτων και μεγεθών για τα άτομα και περιέγραψαν τις αλληλεπιδράσεις τους μόνο με πολύ γενικό τρόπο, ο Πλάτων προσπάθησε να δώσει μια σαφή και συγκεκριμένη περιγραφή τόσο των σχημάτων των πρωταρχικών σωμάτων όσο και των μετασχηματισμών που συντελούνται μεταξύ τους. Στο χωρίο 56d κ. εξ. παραθέτει μια σειρά συγκεκριμένων απόψεων σχετικά, π.χ., με το πώς το νερό διασπάται σε φωτιά και αέρα. Έτσι, το εικοσάεδρο του νερού μπορεί να δώσει δύο οκτάεδρα αέρα και ένα τετράεδρο φωτιάς, δηλαδή το αρχικό στερεό των είκοσι εδρών διαχωρίζεται σε δύο στερεά των οκτώ εδρών και ένα των τεσσάρων εδρών.
 
Πολλά επιμέρους στοιχεία της θεωρίας του Πλάτωνα παραμένουν ασαφή. Πώς μπορούν τα πρωταρχικά σώματα να διασπώνται και να ανασυντίθενται για να δημιουργήσουν άλλα σχήματα; Πώς μπορούν, αλήθεια, τα πρωταρχικά στερεά να καλούνται σώματα, όταν πρόκειται για γεωμετρικές οντότητες αποτελούμενες από επίπεδες επιφάνειες; Η διδασκαλία του χαρακτηρίζεται επίσης από πολλά παράδοξα και αυθαίρετα στοιχεία. Έτσι. αφού αντιστοίχισε τα τέσσερα από τα πέντε κανονικά στερεά με τα τέσσερα απλά σώματα και μη βρίσκοντας άλλη λειτουργία για το τελευταίο, το δωδεκάεδρο, ο Πλάτων το ταύτισε με τους δώδεκα αστερισμούς του ζωδιακού κύκλου. Επίσης, όταν αναφέρει ότι η γη εξαιρείται από τους μετασχηματισμούς στους οποίους υπόκεινται τα άλλα πρωταρχικά στερεά, αυτό δεν αιτιολογείται με βάση πραγματικά ή υποθετικά εμπειρικά δεδομένα, αλλά αποτελεί άμεση συνέπεια της γεωμετρίας της θεωρίας του, αφού η γη ταυτιζόταν με τον κύβο. Ωστόσο, το επίτευγμα του Πλάτωνα, κάτι που δεν επιχείρησαν ποτέ οι ατομικοί, ήταν ότι διατύπωσε μια ακριβή γεωμετρική περιγραφή του σχήματος των πρωταρχικών σωμάτων και ότι ανήγαγε τις αλλαγές που συντελούνται μεταξύ τους σε μαθηματικούς τύπους. Αν και πολλές από τις ιδέες του, όπως και πολλές από τις ιδέες του Λευκίππου και του Δημοκρίτου, παραμένουν προσκολλημένες σε αδρές φυσικές αναλογίες - π.χ. η ταύτιση της φωτιάς με το τετράεδρο και της γης με τον κύβο -, προσπάθησε, παρά ταύτα, να προωθήσει τη γεωμετρικοποίηση που πρέσβευε ο ατομισμός πολύ περισσότερο από ό, τι οι ίδιοι οι ατομικοί.
 
Ο Τίμαιος περιέχει μεγάλο πλούτο φυσικών και βιολογικών δοξασιών, όπως, π.χ., μια ευφυή περιγραφή της αναπνοής και μια εκτεταμένη πραγμάτευση των αιτίων των νόσων, που, παρά τα δάνεια από προγενέστερους συγγραφείς, δεν χαρακτηρίζονται, σε καμία περίπτωση, από έλλειψη πρωτοτυπίας. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, η μακροπρόθεσμη επίδραση του διαλόγου δεν ήταν τελικά οι επιμέρους θεωρίες και ερμηνείες που αναπτύσσει, αλλά οι φιλοσοφικές ιδέες που χαρακτηρίζουν τη γενική προσέγγιση του Πλάτωνα σε σχέση με τη μελέτη της φύσης.
 
Τα δύο βασικά δόγματα που καθόρισαν τη διδασκαλία του Πλάτωνα είναι η τελεολογία του και η συγκριτική αξιολόγηση της νόησης και των αισθήσεων αμφότερα έχουν τόσο τη θετική όσο και την αρνητική πλευρά τους. Πρώτον, μία από τις δυσμενείς συνέπειες της τελεολογίας του είναι - μπορούμε να πούμε - ότι ο βαθμός του ενδιαφέροντος του για τα διάφορα προβλήματα εξαρτάται από το κατά πόσον θεωρεί ότι τα εν λόγω φαινόμενα χαρακτηρίζονται από ευταξία και λογική. Έτσι, ενώ στον Τίμαιο ασχολείται διεξοδικά με την αστρονομία (βλέπε σ. 87 κ. εξ.), δεν δείχνει παρά ελάχιστο ενδιαφέρον για αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε προβλήματα μηχανικής. Επίσης, ενώ στις ενότητες που αναφέρονται στην ανατομία του ανθρώπου αναπτύσσονται κάποιες περίπλοκες απόψεις σχετικά με τις λειτουργίες που εκτελούν τα διάφορα όργανα του σώματος, η ζωολογία και η βοτανική αγνοούνται: πλην του ανθρώπου, δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά σε άλλα είδη ζώων, με εξαίρεση τις τελευταίες παραγράφους του διαλόγου, στις οποίες αναφέρεται πολύ συνοπτικά στις διαφορές τους, με στόχο κυρίως να αποδείξει ότι αυτά κατάγονται από εκφυλισμένα ανθρώπινα όντα.
 
Ωστόσο, η τελεολογία του υπήρξε το βασικό κίνητρο του Πλάτωνα για την ενασχόληση τόσο με την κοσμολογία όσο και με τη φυσική επιστήμη. Τα φυσικά φαινόμενα είναι άξια μελέτης ακριβώς διότι χαρακτηρίζονται από ευταξία. Επί πλέον, ενώ το κύριο ενδιαφέρον του εστιάζεται στη μελέτη του σχεδίου που διέπει τη φύση, ο Πλάτων δηλώνει ότι πρέπει να αναζητούμε όχι μόνο τα «θεία» αλλά και τα «αναγκαία» αίτια, τα τελευταία ένεκα των πρώτων. Έτσι, επιδίδεται σε μια πολύ πιο αναλυτική και περίπλοκη περιγραφή των φυσικών φαινομένων από ό, τι θα ανέμενε κανείς, δεδομένης της άποψής του για τη σχετική σημασία των δύο κόσμων, του όντος και της γενέσεως. Δεν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής επιστήμης, και ασφαλώς ούτε η τελευταία, που μια έρευνα η οποία άρχιζε με ηθικά, υπό την ευρεία έννοια, κίνητρα οδήγησε όχι απλώς στην εισαγωγή ικανοποιητικών από ηθική και αισθητική άποψη κοσμολογικών εικόνων, αλλά και στην πρόοδο των φυσικών και βιολογικών θεωριών.
 
Δεύτερον, η πρόκριση της νόησης έναντι των αισθήσεων και της παρατήρησης μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι είχε τόσο θετικές όσο και δυσμενείς επιπτώσεις για τη μελέτη της φύσης. Οι μέθοδοί του για την έρευνα των φυσικών φαινομένων μπορεί, από μερικές απόψεις, να υπολείπονται των μεθόδων που χρησιμοποιούσαν ορισμένοι από τους πιο εμπειρικούς συγχρόνους του, κυρίως οι συγγραφείς ιατρικών συγγραμμάτων. Ο Πλάτων δεν συνήθιζε να υποβάλλει σε αναλυτικό εμπειρικό έλεγχο τις ερμηνείες των αιτίων και είναι γεγονός ότι σε ορισμένους τομείς -π.χ. στην ανατομία αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει αποβεί πολύ επωφελές. Και, παρά το γεγονός ότι οι πιο προκλητικές παρατηρήσεις του που υποβαθμίζουν τη χρήση των αισθήσεων δεν πρέπει να θεωρείται ότι απορρίπτουν εντελώς την παρατήρηση αλλά ότι, απλώς, υποστηρίζουν την υπεροχή της αφηρημένης σκέψης, είναι, εν τούτοις, γεγονός ότι λειτούργησαν ανασταλτικά για την εμπειρική έρευνα, σε ορισμένους τουλάχιστον τομείς.
 
Ωστόσο, δεν πρέπει ούτε εδώ να αγνοηθούν οι θετικές πτυχές της θέσης του Πλάτωνα. Ορθώς επιμένει ο φιλόσοφος ότι σκοπός της επιστημονικής έρευνας είναι η ανακάλυψη των αφηρημένων νόμο)ν που διέπουν τα εμπειρικά δεδομένα. Η πίστη του στη μαθηματική δομή του σύμπαντος - την οποία δανείστηκε από τους Πυθαγορείους για να την αναπτύξει περαιτέρω- και η σύλληψη μιας ιδεώδους, μαθηματικής αστρονομίας και φυσικής υπήρξαν οι δύο πιο σημαντικές και γόνιμες ιδέες του- το γεγονός ότι σήμερα αμφότερες θεωρούνται τόσο δεδομένες δεν μειώνει, αλλά μάλλον αναδεικνύει το επίτευγμα του Πλάτωνα, που ήταν ο πιο ένθερμος υποστηρικτής τους στην αρχαιότητα.
 ----------------- 
[1] Η ημερομηνία ίδρυσής της δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια, αλλά τοποθετείται μεταξύ των ετών 385 και 370 π.Χ

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για θουκυδίδησΕισαγωγικές παρατηρήσεις
 
 Ο Θουκυδίδης, ο ιστορικός του Πελοποννησιακού πολέμου και κορυφαίος ιστορικός του κόσμου, γεννήθηκε στον Αττικό δήμο Αλιμούντα (σημερινό Άλιμο), το 460 π. X. Από τα νεανικά του χρόνια εμφανίστηκε με αξιώσεις στην πολιτική κονίστρα και εκλέχθηκε στο ανώτατο αξίωμα του στρατηγού κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π. X.) αποτελεί προϊόν ενός αμερόληπτου πνεύματος και κατατάσσεται στα σημαντικότερα κείμενα όλων των εποχών. Η πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα στην Αθηναϊκή και την Πελοποννησιακή Συμμαχία μετουσιώνεται στην Ξυγγραφή του θεμελιωτή της αντικειμενικής ιστοριογραφίας και ερευνητή της αλήθειας σε έργο επίκαιρο και διαχρονικό. Οι λέξεις, τις οποίες ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι μεταφέρουν ένα ιδιαίτερο κράμα έντασης και αυστηρότητας και προσφέρουν την έντονη αίσθηση ότι τα γεγονότα του καιρού του διέθεταν ένα πρωτόγνωρο βάθος και μια ιδιαίτερη πολυπλοκότητα.
 
Στην παρούσα εισήγηση, θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στην έννοια της πολιτικής ως σχέση ισχύος και εξουσίας, όπως αυτή εκτίθεται και αναλύεται στη Θουκυδίδεια Ξυγγραφή και ειδικότερα στο διάλογο των Μηλίων. Εκ προοιμίου, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι το κορυφαίο οκτάτομο έργο του παρότι συνιστά ιστοριογραφία, μια προσεκτικότερη θεώρησή του αποκαλύπτει τον πολιτικό[1] και ρεαλιστικό[2] του χαρακτήρα. Στη Μεθοδολογία[3] ο Θουκυδίδης επιχειρώντας να εξηγήσει τη μέθοδο, την οποία θα ακολουθήσει κατά την καταγραφή της Ιστορίας, διευκρινίζει ότι οι αγορεύσεις των πολιτικών αρχηγών, οι συζητήσεις και οι μεταξύ τους διαξιφισμοί δεν είναι τεχνητοί δισσοί λόγοι σοφιστικών διαλέξεων, αλλά ανταποκρίνονται με ακρίβεια στην πραγματικότητα[4].Ο Θουκυδίδης, ο οποίος διακρίνεται και για το βάθος και την ακεραιότητα του πολιτικού του στοχασμού[5], προβάλλει με ώριμη, νηφάλια και πειστική πληρότητα το χαρακτήρα, τη μορφή και τις πραγματικές διαστάσεις, όχι μόνο της Αθηναϊκής ηγεμονίας, αλλά του συνόλου των κρατικών μορφωμάτων της εποχής του[6].

 Το «τοῦ κρείττονος συμφέρον» στο διάλογο των Μηλίων
 
 Είναι αναντίρρητο το γεγονός ότι πλήθος ερωτημάτων, τα οποία σχετίζονται με το πολιτικό status quo του 5ου αιώνα π. X και την πολιτική της ισχύος (power politics) ανακύπτουν από τη μελέτη του θουκυδίδειου έργου. Σύμφωνα με την αντίληψη του ιστοριογράφου, η βούληση της κυριαρχίας συνιστά τον άγραφο νόμο, ο οποίος διέπει την ανθρώπινη ιστορία[7]. Παράλ­ληλα, η μοναδική αρχή που διέπει τις σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων και εξουσιαζόμενων είναι η Machpolitik[8]. Η συγκεκριμένη αρχή ενυπάρχει και στην αντίληψη σύμφωνα με την οποία στον κόσμο των κυρίαρχων διαθέσεων και του συμφέροντος εύλογα κανείς υποτάσσεται στον ισχυ­ρότερο, ενώ πολεμά τον ισόπαλο και κυριαρχεί στον ασθενέστερο. Τπό αυτή τη μορφή, η εξου­σία εμφανίζεται ως δύναμη και μεταχειρίζεται την ωμή βία για να επιβάλλει τη βούλησή της[9].
 
Ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το ισχυρότερο μέρος της αντιπαράθεσης ακολουθεί αρχές, οι οποίες αντιβαίνουν το δίκαιο και προτάσσουν την εξυ­πηρέτηση των ιδίων συμφερόντων χωρίς ίχνος συναισθηματισμού[10]. Το συγκεκριμένο γνώρι­σμα της υπεροχής εκφράζεται στο διάλογο των Μηλίων με το υπερθετικού βαθμού επίθετο «ισχυρότατα»[11], ως αποκλειστικό γνώρισμα της υπεροχής των Αθηναίων. Ο όρος «τά ισχυ­ρότατα» εκφράζει τη δύναμη εκείνη η οποία δύναται να επικρατήσει («περιγίγνεται πρός τά άντιταγμένα») και τα μέσα στα οποία μπορεί κανείς να στηριχθεί, για να νικήσει ή τουλάχι­στον να αμυνθεί. Αποτελεί τη δύναμη, η οποία έχει προϋποθέσεις, αλλά πολύ περισσότερο και δυνατότητες νίκης[12].
Σε αρκετά σημεία των δημηγοριών της Ιστορίας, ο Θουκυδίδης έχει συγκριθεί με τον Φλω­ρεντινό πολιτειολόγο, τον Machiavelli, όσον αφορά την αμοραλιστική του στάση απέναντι στην ισχύ[13], όπως προβάλλεται στις δημηγορίες των πολιτικών αρχηγών. Ωστόσο, η στάση αυτή πη­γάζει από τον ισχυρισμό ότι ο χώρος της πολιτικής – συμπεριλαμβανομένης και της διεθνούς πο­λιτικής – έχει τους δικούς της κανόνες, οι οποίοι δεν εμπλέκονται με τις αρχές και τους κανόνες της ηθικής[14]. Για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός αυτός αντιφάσκει με κάθε πολιτική απόφαση ή πράξη, η οποία εκτιμάται τόσο από την άποψη των προθέσεων όσο και από αυτή των μέσων και των συνεπειών με αξιολογικά κριτήρια.
 
Το συγκεκριμένο παράδειγμα υπεροχής, το οποίο προβάλλεται με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο στο διάλογο των Μηλίων αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, ένα από τα πλέον διδακτικά τμή­ματα της Ξνγγραφήςγιατη οχέση δικαίου και ηθικής. Συγκεκριμένα, την εποχή κατά την οποία εξιστορεί ο Θουκυδίδης[15], υπήρξε ένα νησάκι[16] με κατοίκους δωρικής καταγωγής, το οποίο διέ- κειτο περισσότερο ευνοϊκά στη Σπάρτη, εξαιτίας της φυλετικής συγγένειας. Μάλιστα, είχε δια­τηρήσει την ουδετερότητα μέχρι τη στιγμή κατά την οποία της επιβλήθηκε, με τον πιο στυγνό τρόπο, η υποταγή της από μια συντριπτικού μεγέθους αθηναϊκή δύναμη. Οι Αθηναίοι τονίζουν, με κάθε τρόπο, ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής για τους ασθενέστερους, διότι η ίδια η δυναμική της ηγεμονίας επιβάλλει με αναγκαιότητα την απροκάλυπτη σκληρότητα[17] και τους τοποθετεί σε μια συγκεκριμένη θέση, εκείνης της υποτέλειας. Το δίλημμα[18], λοιπόν, το οποίο θέτει η ηγεμονία είναι εκείνο, το οποίο διατυπώνουν και οι Αθηναίοι πρέσβεις[19]: «Αυταρχική σκληρή εξουσία ή έκθεση σε κίνδυνο[20]». Η στάση απέναντι στο δίλημμα αυτό καθίσταται αυ­τονόητη, εξαιτίας της παρουσίας της ανάγκης που υπαγορεύει την πρώτη επιλογή.
 
Βεβαίως, η αθηναϊκή τοποθέτηση εκφραζόμενη από θέση ισχύος αποτελείτην ουσία του ιμ­περιαλισμού[21], μια Machtpolitik εκφραζόμενη με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο[22]. ΟιΑθηναίοι ισχυ­ροποιούν τη θέση αυτή και με το επιχείρημα ότι η αρχή της επικυριαρχίας στον ασθενέστερο δεν αποτελεί δική τους επινόηση[23]. Τονίζουν, δηλαδή, ότι δεν θέσπισαν οι ίδιοι κάποιο νόμο με τον οποίο να εξουσιάζει κανείς οτιδήποτε μπορεί να ελέγξει εξ ολοκλήρου, αλλά ακολούθησαν μια καθιερωμένη πρακτική[24]. ΟιΑθηναίοι, δηλαδή, δεν διστάζουν να εκδηλώσουν τις πιο στυγνές τους προθέσεις απέναντι στους ανίσχυρους Μηλίους και να παραμερίσουν στο βωμό της υπέρ­μετρης φιλοδοξίας και του συμφέροντος[25]. Για μια ακόμη φορά, διαφαίνεται ότι ο ισχυρός, με κάθε μορφής δύναμη, αποβλέπει στο συμφέρον και επικαλείται την ανάγκη για να δικαιολογή­σει τη χρήση της ως μέσο ελέγχου και καθυπόταξης της πολιτικής βούλησης των ασθενών.
 
Από την άλλη πλευρά, τα επιχειρήματα, τα οποία εκφράζονται από τους Μηλίους στο διά­λογό τους καταδεικνύουν – μεταξύ άλλων – τη θέση που κατέχουν οι όροι της εμπιστοσύνης και της συνέπειας στις διακρατικές σχέσεις, ενώ παράλληλα υπογραμμίζονται τα ασθενή σημεία της αντίπαλης θεωρίας. Η επίκληση στην ευγνωμοσύνη, η οποία είχε κερδηθεί με την παροχή βοή­θειας από τους Μηλίους, κατά το παρελθόν, είχε εθελουσίως παραμερισθεί και ξεχαστεί από τους Αθηναίους. Οι Μήλιοι απορούν με το θράσος, το οποίο διακρίνει την επιχειρηματολογία των Αθηναίων, οι οποίοι δε διστάζουν να υποστηρίξουν ότι η υποτέλειά τους αποτελεί συμφέ­ρον αμφοτέρων[26] Έτσι, ό, τι συμφέρει, ισχυρίζονται οι Αθηναίοι, ανακηρύσσεται «ἀγαθόν[27]». Προειδοποιούν τους Μηλίους για τα «δεινότατα», τα οποία μπορούν να προλάβουν εάν υπα­κούσουν στις συμβουλές τους και δεν εξαντλήσουν όσα αποθέματα δύναμης τους έχουν απο- μείνει[28]. Προβάλλουν, δηλαδή, ως κοινό καλό για τον ισχυρό και τον ασθενή το γεγονός ότι, αν οι Μήλιοι υποχωρήσουν, δεν θα εξαντληθούν οι πόροι και οι αντοχές των δύο πλευρών[29].
 
Κατ’ ουσίαν, οι εκφοβιστές Αθηναίοι, επικαλούμενοι την οικονομία των μέσων, εκβιάζουν τρόπον τινά την απόφαση των Μηλίων, ενώ εμμέσως τους επικρίνουν και για έλλειψη διορατι­κότητας. Μάλιστα, εστιάζοντας στο σημείο αυτό του διαλόγου θα ισχυριζόμασταν – με σχετική ασφάλεια – ότι κανένα άλλο απόσπασμα δεν πλησιάζει περισσότερο στην ιδέα ότι το δίκαιο ταυ­τίζεται με την ισχύ[30]. Οι Αθηναίοι, δηλαδή, διαμόρφωσαν μια κατάσταση εξουσίας και σφετε- ρισμού των αλλοτρίων και ύστερα απλώς την υποστήριζαν αμυντικά[31]. Εξάλλου, αν θεωρήσουμε ότι ο όρος ισχύς συγγενεύει προς το ρήμα «ἴσχω[32]», τότε σημαίνει κατέχω κάτι και έχω τη δυ­νατότητα να διατηρήσω την κατοχή του σε κάθε επιβολή. Η ηγεμονεύουσα, λοιπόν, δύναμη υπόκειται σε αναγκαιότητες, τις οποίες δημιουργεί η ίδια η φύση της, με πρωτεύουσα ανάγκη εκείνη που συνδέεται με τη διατή ρηση της ισχύος και με τα όποια επακόλουθα της, όπως είναι: ο φόβος, η βίαιη καταστολή ή η εντεινόμενη κυριαρχία. Η αποδοχή της αναγκαιότητας της ισχύος, της διατήρησης και της επέκτασής της είναι μια φυσική αντίδραση η οποία δεν απαιτεί καμιά εξήγηση[33].
 
Όσον αφορά την εκδήλωση συναισθηματισμού, όπως είναι ο οίκτος ή η επιείκεια προς τον αντίπαλο ή ακόμη και τη χρήση εύσχημων λόγων, αποφεύγονται σε κάθε περίπτωση με τη δικαιολογία ότι υπονομεύουν την ύπαρξή της[34]. Άλλωστε, σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα, όπως υποστηρίζουν οι Μήλιοι, επιχειρήματα ηθικού ή νομικού περιεχομένου έχουν σημασία μόνο όταν υπάρχει συσχετισμός ισχύος. Στην αντίθετη περίπτωση, δεν αφήνουν περιθώρια επιβο­λής παρά μόνο σε εκείνον ο οποίος διαθέτει τη μεγαλύτερη δύναμη («Τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία, όταν τα επικαλούνται εκείνοι που είναι ισόπαλοι ως προς τη δύναμη[35]»). Επιση­μαίνουν οι Αθηναίοι, με ηχηρά λόγια, ότι, εάν υπάρχει ανισορροπία δυνάμεων[36], τότε η επί­κληση σε δικαϊκές αρχές ή στην ηθική δεν θα τελεσφορήσει, διότι πάντοτε υπερισχύει ο απόλυτος νόμος της φύσης, δηλαδή, ο νόμος του ισχυρότερου[37].
 
Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, και η ίδια η ιστορία πιστοποίησε τα λόγια των Μηλίων προς τους Αθηναίους. Οι Μήλιοι μιλώντας προφητικά στους Αθηναίους ψέγουν την πολιτική τους, η οποία βασίζεται στο δίκαιο του ισχυροτέρου[38] και στο πρόσκαιρο συμφέρον και τους προει­δοποιούν ότι εν καιρώ ίσως οι όροι αντιστραφούν και η πολιτική τους θα χρησιμεύσει ως πα­ράδειγμα προς μίμηση για άλλους: «Καί πρός ὑμῶν οὐχ ἧσσον τοῦτο ὅσῳ καί ἐπί μεγίστῃ τιμωρίᾳ σφαλέντες ἄν τοῖς ἄλλοις παράδειγμα γενοῖσθε»[39]. Αξιοσημείωτο, μάλιστα, είναι το γεγονός ότι η διδαχή αυτή των Μηλίων έχει διαχρονική αξία, αφού πράγματι οι βουλές της τύχης ως άδη­λες και εναλλασσόμενες μπορούν στη θέση του νικητή να τοποθετήσουν τον ηττημένο και αν­τίστροφα. Πράγματι,λίγο αργότερα, όπως κατέγραψε ο Ξενοφώντας στα Ελληνικά, οι συνέπειες της Machpolitik, την οποία ακολούθησαν οι Αθηναίοι, δεν άργησαν να φανούν. Ο αθηναϊκός στόλος υπέστη ολοσχερή καταστροφή από τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους στους Αιγός ποταμούς[40].
 
  Τελικές παρατηρήσεις
 
 Συνοψίζοντας τα κυριότερα επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι Μήλιοι έναντι των Αθη­ναίων, θα τονίζαμε ότι η πρώτη τοποθέτησή τους θεμελιώνεται στο κοινό συμφέρον, το οποίο έχουν τα δύο αντιπαρατιθέμενα μέρη και το δεύτερο επιχείρημά τους τίθεται έναντι μιας πολιτικής επέκτασης, η οποία δύναται να εξασφαλίσει ασφάλεια και διάρκεια, όταν θεμελιώνεται αποκλειστικά και μόνο στη δύναμη. Ωστόσο, από τη συνολική μελέτη και αποτίμηση των επι­χειρημάτων, όπως εκφράστηκαν και από τα δύο αντιμαχόμενα μέρη του διαλόγου (Αθηναίοι- Μήλιοι), διαφαίνονται οι αλήθειες εκείνες της ιστορίας και της πολιτικής, οι οποίες αποδεικνύουνότιη ισχύς-τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες – αποκλείει τη δικαιοσύνη και επι- σημαίνεται ότι η επεκτατική τάση είναι γνώρισμα μόνο του ισχυρού. Τα κράτη έχοντας ως όπλο αντίστασης, αλλά και επίθεσης εναντίον του αντιπάλου τους, την οικονομική, πολιτική, στρα­τιωτική και διπλωματική ισχύ επιδιώκουν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν στο ανταγωνιστικό διε­θνές σύστημα και, εάν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να επεκταθούν[41]. Αυτό σημαίνει ότι ο σιδηρούς νόμος του ισχυρού επιτάσσει την κυριαρχία του στον πολιτικό στίβο και την επέκτασή του μέχρι εκείνο το σημείο που του επιτρέπει η ισχύς του. Επομένως, εν προκειμένω, ισχυρό είναι το αθη­ναϊκό κράτος, το οποίο υπερέχει έναντι των υπολοίπων σε ισχύ, κυριαρχεί και επεκτείνεται σα- ρωτικά, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια αντίστασης στις επιταγές του[42].
 
Οι Αθηναίοι, λοιπόν, ολοκληρώνοντας το διάλογο με τους Μηλίους δίνουν μια πυκνή όσο και ρεαλιστική άποψη σχετικά με τους παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν γενικότερα την πολι­τική συμπεριφορά. Στο συνεχώς μεταβαλλόμενο πολιτικό κλίμα της Αθήνας, στο οποίο δια­μορφώνεται ο πολιτικός στοχασμός του Θουκυδίδη και διεξάγεται ο διάλογος μεταξύ της ηγεμονεύουσας δύναμης των Αθηνών και των Μηλίων, κυρίαρχη είναι η αντίληψη ότι το συμ­φέρον, η επιτυχία και το ωφέλιμο αποτελούν τη βάση της ανθρώπινης δράσης και τον πλοηγό για κάθε πολιτικό διακύβευμα. Η πρόταξη αυτή του συμφέροντος συνεπάγεται και τη σύγ­κρουση με τις αρχές δικαίου και ηθικής, με αποτέλεσμα οι συγκρουσιακές και ανταγωνιστικές[43] σχέσεις να προσδίδουν στο διάλογο ένα διαχρονικό αλλά και επίκαιρο χαρακτήρα.

–  Τοῦ δε πολέμου οἱ καιροί οὐ μενετοί. Α, 142
–  Μέγα γάρ τό τῆς θαλάσσης κράτος A, 143, 5.
 --------------------
[1] Τ. A. Sinclair, Ιστορία της ελληνικής πολιτικής σκέψης, τόμος Α’, Γ Παπαζήσης, Αθήνα 1969, σελ. 141.
[2] Gregory Crane, Thucydides and the Ancient Simplicity: The limits of Political Realism, University of Cal­ifornia, Berkley 1998, σελ. 4
[3] Ι 20-22.
[4] 122.4-5: «Καί ἐς μέν ἀκρόασιν ἴσως τό μή μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον φανεῖται· ὅσοι δέ βουλήσονται τῶν τέ γενομένων τό σαφές σκοπεῖν καί τῶν μελλόντων ποτέ αὖθις κατά τό ἀνθρώπινον τοιούτων καί παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτά ἀρκούντως ἕξει. Κτῆμά τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται».
[5] Εν αντιθέσει με τον Ηρόδοτο, ο οποίος επεχείρησε να καταγράψει τα «γενόμενα», ο συγγραφέας του Πελοποννησιακού πολέμου έγραψε τα «γιγνόμενα». Για τον ίδιο λόγο επικρίνει και τον Ελλάνικο, το Μυτιληναίο ιστορικό, για την εκτενή περιγραφή των περσικών πολέμων και τη σημαντική του παράλειψη για την αθηναϊκή ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά την κλασική εποχή. Για το λόγο αυτό, από το πρώτο κιό- λας βιβλίο του, με την περίφημη πεντηκονταετία (1180-118), επιχείρησε να αναπληρώσει το «χρονικό» κενό που δημιουργήθηκε.
[6] J. J. Romilly, Ιστορία και Λόγος στο Θουκυδίδη, μτφρ. Ελ. Κακριδή, Μ. I. Ε. Τ., Αθήνα 1988, σελ. 301.
[7] Η. Ηλιού, Το Μήνυμα του Θουκυδίδη, Κέδρος, Αθήνα 2002, σελ. 37.
[8] C. Morris, Western Political Thought: vol. I, Plato to Augustine, Basic Books, 1967, p. 39.
[9] Κ. Βουδούρη, Η πολιτική και ο πολιτικός, Αθήνα 1990, σελ. 196.
[10] C. Barbagallo, Τα Αίτια Παρακμής της Αρχαίας Ελλάδας, μτφρ. Ελ. Ααμψίδη, Μπαϋρον, Αθήνα χ. χ, σελ. 107.
[11] V 111.2: «Ἐνθυμούμεθα δέ ὅτι φήσαντες περί σωτηρίας βουλεύσειν οὐδέν ἐν τοσούτῳ λόγῳ εἰρήκατε ὦ ἄνθρωποι ἄν πιστεύσαντες νομίσειαν σωθήσεσθαι, ἀλλ’ ὑμῶν τά μέν ἰσχυρότατα ἐλπιζόμενα μέλλεται, τά δ’ ὑπάρχοντα βραχέα πρός τά ἤδη ἀντιτεταγμένα περιγίγνεσθαι».
[12] Η ισχύς ως συντελεστής νίκης εμφανίζεται στο VII 25 και στο II 87.
[13] S. Forde, «Varieties of Realism: Thucydides and Machiavelli», in Journal of Politics, vol. 54, 1992, p. 372- 93.
[14] Κ. Μέλακοπίδη, Υπάρχει Ηθική στη Διεθνή Πολιτική;, I. Σιδέρης, Αθήνα 2003, σελ. 54.
[15] Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι μπορεί από την Θουκυδίδου Ξυγγραφή να αναφύεται ένας πραγ­ματισμός που διακρίνει τις διεθνείς σχέσεις όχι μόνον της εποχής του, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ο ίδιος επι­κύρωσε την ανηθικότητα που επικρατεί σε αυτές. Αρκετά μάλιστα είναι εκείνα τα σημεία που το πιστοποιούν. Στην αναπαραγωγή του Επιταφίου Λόγου του Περικλέους, ο ιστορικός δεν διστάζει να σχο­λιάσει την τραγωδία του λοιμού που συνέβη στην Αθήνα. Επιπλέον, στη πραγμάτευση του δύσκολου εγ χειρήματοςτης Σικελικής εκστρατείας ο Θουκυδίδης εκθειάζει τη σύνεση που χαρακτηρίζει τη σκέ\|/η του Νικία. Παράλληλα εξαπολύει, όμως, πυρά εναντίον του πολιτικού του αντιπάλου Αλκιβιάδη, λόγω της προδοσίας του εις βάρος των Αθηναίων συμπατριωτών του. Καθώς, όπως αναφέρεται στο VI 92. 5: «Αθηναίων τήν τε οΰσαν και την μέλλουσαν δύναμιν καθελητε, και μετά ταντα αϋτοί τε άσφαλώς οίκήτε και τής άπάσης Ελλάδος έκούαης καί ού βία, κατ’ εύνοιαν St ήγήσθε», συμβουλεύει τους Λακεδαιμονίους να εκ­στρατεύσουν εναντίον των Αθηναίων στη Σικελία και την Αττική, μόνο και μόνο για την ικανοποίηση του εγωισμού και του προσωπικού τους συμφέροντος.
[16] A. Sinclair, ό.π., σελ. 150.
[17] OR. Gilpin (War and Change in World Politics, Cambridge University Press, Cambridge 1981, p. 93) αναγνωρίζει τον Θουκυδίδη ως τον πρώτο πολιτικό επιστήμονα ο οποίος, μέσα από την Ιστορία που ξυνέγραψε, κατανόησε ότι η αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων στο εσωτερικό του κράτους έχει ώς απόρροια τον πόλεμο ως αναπόφευκτη διέξοδο.
[18] I. Brown, «Thucydides, Chance and the Dilemma of Imperialisme», in History Today, vol. 31, No 3, p. 10-15.
[19] To θέμα πραγματεύεται διεξοδικά o C. Orwin, (The Hunamity of Thucydides, Princeton University Press, Princeton 1994, p. 44-56), ο οποίος ειρωνικά σχολιάζει ότι οι Αθηναίοι περίπου παρουσιάζονται σαν θύματα της ίδιας της αρχής τους.
[20] 176. 1: «Καί εἰ τότε ὑπομείναντες διά παντός ἀπήχθεσθε ἐν τῇ ἡγεμονίᾳ, ὥσπερ ἠμεῖς, εὖ ἴσμεν μή ἄν ἧσουν ὑμᾶς λυπηρούς γενομένους τοῖς ξυμάχοις καί ἀναγκασθέντας ἄν ἤ ἄρχειν ἐγκρατῶς ἤ αὐτούς κινδυνεύει».
[21] Β. Νούλα, Θουκυδίδης ο Φιλόσοφος, Πατάκης, Αθήνα 2006, σελ. 95.
[22] V 89. 1: «Έπισταμένους πρός είδότας ότι δίκαια μεν έν τώ άνθρωπείω λόγω από τής ϊσης ανάγκης κρίνεται, δυνατά δε οί προύχοντες πράσσουσι και οι άσθενεϊς ζυγχωροϋσιν».
[23] W. Gomme, A. Andrews & Κ. J. Dover, A Historical Commentary on Thucydides, Oxford 1945 -19812, p. 164, 174-175. Οι Αθηναίοι υποστηρίζουν ότι η δικαιοσύνη δεν καθίσταται εφαρμόσιμη στην περί­πτωση της Μήλου, λόγω της δυσαναλογίας δύναμης που υπάρχει μεταξύ τους.
[24] D. Grene, Man in his pride: A study of the political philosophy ofThucydides and Plato, Chicago 1950, p. 62.
[25] Π. Κονδύλη, Η Ηδονή, η Ισχύς και η Ουτοπία, Στιγμή, Αθήνα 1992, σελ 58. Ο Π. Κονδύλης, σκιαγραφεί τους Αθηναίους με τον πιο γλαφυρό τρόπο: «Πίσω από το σκισμένο προσωπείο των θεσμίσεων προβάλ­λει τώρα το αληθινό πρόσωπο της φύσης: είναι το πρόσωπο των Αθηναίων, όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν. Δεν το ζητούν με τη συνείδησή τους βεβαρημένη, δεν πιστεύουν ότι έτσι παραβιάζουν τη θεία τάξη, γιατί η θεία ή φυσική τάξη, ο εσωτερικός νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου».
[26] V 92-93: «{ΜΗΛ.} Και πώςχρήσιμον άν ζυμβαίη ήμιν δονλενσαι, ώσπερ καί νμιν άρξαι;» και οι Αθηναίοι απαντούν: «{ΑΘ.} Ότι νμΐνμένπρό τον τά δεινόταταπαθεΐν ύπακοΰσαι άνγένοιτο, ήμεϊςδέ μή διαφθείραντες ύμάς κερδαίνοιμεν άν». Την ίδια άποψη εκφράζουν και οι Κερκυραίοι, οι οποίοι ζητούν βοήθεια από τους Αθηναίους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την Πελοποννησιακή συμμαχία, ισχυριζόμενοι ότι συμπί­πτουν τα συμφέροντα τους (I 33).
[27] Ακόμη και ο Πρωταγόρας φαίνεται να το υποστηρίζει (Πλάτων, Πρωταγόρας, 351 b).
[28] Το δίλημμα αυτό με το οποίο βρέθηκαν αντιμέτωποι οι Μήλιοι μας παραπέμπει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ ελιγμού (δηλ. οικονομικών βλαβών) και ολοκληρωτικού πολέμου, το οποίο αναλύεται διεξοδικά από τον Π. Κονδύλη, Θεωρία τον Πολέμου, Θεμέλιο, Αθήνα 1997, σελ. 159.
[29] V 93: «Ὅτι ὑμῖν μέν πρό τοῦ τά δεινότατα παθεῖν ὑπακοῦσαι ἄν γένοιτο, ἡμεῖς δέ μή διαφθείραντες ὑμᾶς κερδαίνοιμεν ἄν».
[30] Ένα ακόμη χωρίο με το οποίο ενισχύεται η παραπάνω άποψη είναι στο 176. 2, στο οποίο οι Αθηναίοι στη σύσκεψη στη Σπάρτη λένε χαρακτηριστικά ότι: «Ὅν οὐδείς πω παρατυχόν ἰσχύι τι κτήσασθαι προθείς τόν μή πλέον ἔχειν ἀπετράπετο. ἐπαινεῖσθαι τε ἄξιοι οἵτινες χρησάμενοι τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει ὥστε ἑτέρων ἄρχειν δικαιότεροι ἤ κατά τήν ὑπάρχονσαν δύναμιν γένωνται».
[31] A. W. Gomme, A Historical Commentary on Thucydides, vol. 1, Charendon Press, Oxford 1972, p. 16,17.
[32] H. Liddel, R. Scott, Μέγα Λεζικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, λ. ισχύς.
[33] Την ίδια άποψη θα είχε και ο Μακιαβέλλι. Βλ. L. Krieger and F. Stern, The Responsibility of Power: His­torical Essays in Honor of Hajo Holborn, Doubleday, N. Y. 1967, p. 38: «Για τον Μακιαβέλλη η απόκτηση, διατήρηση και επέκταση της ισχύος γίνεται σ’ έναν κόσμο όπου η πολιτική δε χρειάζεται καμιά δικαιολόγηση».
[34] III 40.2-3: «Μηδέ τρισί τοῖς ἀξυμφορωτάτοις τῇ ἀρχῇ, οἴκτῳ καί ἡδονῇ λόγων καί ἐπιεικείᾳ, ἁμαρτάνειν».
[35] Ιστορία, μτφρ. Α. Βλάχου, Εστία, Αθήνα 1998, (Ε 89).
[36] Για την ανισορροπία δυνάμεων Αθήνας και Σπάρτης βλ. R. Gilpin, «The Theory of Hegemonic War», in The Origin and Prevention of Major Wars, ed. R. I. Rotberg and T.K. Rabb, Cambridge University Press, Cambridge 1988, p. 15.
[37] Θουκ., ό.τι. σημ. 35: «Ο ισχυρός είναι εκείνος που επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύ­νατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».
[38] Η θεωρία αυτή για το δίκαιο του ισχυρότερου ανήκει στη σοφιστική αντίληψη και διδασκαλία, για την οποία κάνει λόγο αρχικά ο Guthrie γράφοντας ότι: «Ο καλύτερος τρόπος για να αντιληφθεί κανείς το χα­ρακτήρα της εποχής στην οποία έζησαν οι Σοφιστές είναι να αρχίσει με το Θουκυδίδη. Γιατί ο Πελοπον- νησιακός Πόλεμος υπήρξε το πλαίσιο της ελληνικής ζωής και των πνευματικών αναζητήσεων της, τα τελευταία τριάντα χρόνια του 5ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, οι προβληματισμοί που έθεσαν οι Σοφιστές είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ωρίμασε η σκέψη του ιστορικού που μας παρέδωσε αυτόν τον πόλεμο, και ο οποίος συνέλαβε με εντυπωσιακή οξυδέρκεια το πνεύμα των Ελλήνων της εποχής του».
[39] V 90.1 : «Μή καταλύειν ὑμᾶς το κοινόν ἀγαθόν, ἀλλά τῷ αἰεί ἐν κινδύνῳ γιγνομένῳ εἶναι τά εἰκότα καί δίκαια, καί τι καί ἐντός τοῦ ἀκριβοῦς πείσαντά τινα ὠφεληθῆναι. καί πρός ὑμῶν οὐχ ἧσσον τοῦτο, ὅσῳ καί ἐπί μεγίστῃ τιμωρίᾳ σφαλέντες ἄν τοῖς ἄλλοις παράδειγμα γένοισθε».
[40] Ξενοφώντος, Ελληνικά, Β 2,3 – 4: «Ἐν δέ ταῖς Ἄθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτός ἐλέγετο ἡ συμφορά, καί οἰμωγή ἐκ τοῦ Πειραιῶς διά τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων· ὤστ’ ἐκείνης τῆς νυκτός οὐδείς ἐκοιμήθη, οὐ μόνον τούς ἀπολωλότας πενθοῦντες, ἀλλά πολύ μᾶλλον ἔτι αὐτοί ἑαυτούς πείσεσθαι νομίζοντες οἷα ἐποίησαν Μηλίους τέ, Λακεδαιμονίων ἀποίκους ὄντας, κρατήσαντες πολιορκίᾳ, καί Ἰστιαιέας καί Σκιωναίους καί Τορωναίους καί Αἰγινήτας καί ἄλλους πολλούς τῶν Ἑλλήνων».
[41] Για την εκδήλωση ιμπεριαλιστικών τάσεων από μέρους των ανθρώπων και για τις αλλαγές που αυτές προ- κάλούν στο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό του κράτους ή στο διεθνές σύστημα, γίνεται λόγος από δομικούς ρεαλιστές με εκτενείς αναφορές στο Κ. Waltz, «The Origins ofWar in Neorealist Theory», in The journal of interdisciplinary history, vol. xviii, No 4, The MIT Press, spring 1988, p. 40-44.
[42] W. R. Connor, «Αpost-modernist Thycydides?», CJ, vol. 72,1977, p. 289-98.
[43] Συγκεκριμένα, η άποψη αυτή σχετικά με το συγκρουσιακό χαρακτήρα που διακρίνει τις σχέσεις των κρα­τών διαπνέει όλο το έργο του Κ. Waltz (Man, the State and War, Columbia University Press, New York  1959)

ΑΠΛΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΠΛΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕΌταν βλέπουμε, απλά βλέπουμε, αυτό που συμβαίνει, (χωρίς να το παρατηρούμε αλλά απλά να το βλέπουμε,) κάτι «γεννιέται» μέσα μας…
Είναι η Επίγνωση…

Διότι απλά βλέπουμε σημαίνει, πως «δεν συμμετέχουμε» σε αυτό που συμβαίνει. Δεν ταυτιζόμαστε δηλαδή μαζί του. Είμαστε αποστασιοποιημένοι.

Αλλά χωρίς να είμαστε παρατηρητές, (και είναι σημαντικό αυτό,) γιατί αν παρατηρούμε, (το κάθε τι) που συμβαίνει, (αν η προσοχή μας δηλαδή «πάρει θέση» με το να επικεντρωθεί σε αυτό που συμβαίνει για να το «καταλάβει»), τότε, εισβάλει ο νους, (επεμβαίνει), και προτάσσει αυτομάτως «γνώμες», «κρίσεις», «αναλύσεις, και «ψάχνει», που σημαίνει χάνεται… Άρα, ο νους, ποτέ δεν μπορεί να δει αντικειμενικά.

Η μη εμπλοκή του νου λοιπόν, είναι αυτή που μας οδηγεί στην Επίγνωση. Την Πραγματική Επίγνωση. Που δεν έχει να κάνει με πληροφορίες, αλλά με σύνδεση μας, απευθείας με Βίωμα. Τότε ζούμε Πραγματικά.

Διότι ότι κι αν συμβαίνει, (που εμείς «απλά το βλέπουμε»), δεν έχει να κάνει τελικά με το κάθε εξωτερικό γεγονός, άνθρωπο, κατάσταση, αλλά με το τι συμβαίνει «μέσα μας» εξαιτίας του, δηλαδή αυτό που λέμε: «τι μας κάνει» το κάθε τι. Το αντίκρισμα αυτού, απλώς «εμφανίζει», εκφάνσεις της δικής μας θέσης, κατάστασης, στάσης, στο κάθε τι. Αυτό βλέπουμε τελικά, μέσα από το οτιδήποτε. Δηλαδή, εμάς τους ίδιους.

Όταν μονάχα βλέπουμε, είμαστε αποστασιοποιημένοι λοιπόν, καί από το κάθε εξωτερικό γεγονός, κατάσταση, άνθρωπο, καί από το τι προκαλεί κάθε τι από αυτά σε εμάς, μέσα μας. Μας βλέπουμε…

Αποστασιοποιημένοι σημαίνει οπότε, μη ταυτισμένοι. Άρα, αντικειμενικοί. Καθαροί.
Σημαίνει, πως βρισκόμαστε σε μια συνειδησιακή θέση, πέραν, και πίσω, (αλλά μέσα σε όλα), από το κάθε τι.

Και «βιώνουμε» …Αυτό.
Αυτό δηλαδή, που Είναι.

Μη εντασσόμενοι σε τίποτα. Μη παραμυθιαζόμενοι από το οτιδήποτε. Και μη σαφώς κατακερματισμένοι ως οντότητες.

Αυτή, η βαθιά τοποθέτηση, δεν είναι στάση, άσκηση, νοητική κατασκευή, πρόγραμμα, εξήγηση κλπ. Εκτελείται, από την ίδια τη Συνείδηση, που αρχίζει να αναγνωρίζει τον Εαυτό της.

Και είναι, η βίωση της ζωής αντικειμενικά.
Η Βίωση ως Ζωή, Αυτού που Είμαστε.
Είναι, η Ελευθερία της Ύπαρξης, Πραγματοποιούμενη, στην κάθε μας στιγμή.
Είναι, η Πραγματική Ζώσα Ζωή του παρόντος πεδίου.
Δεν υπάρχει κάτι άλλο…

Μόνο το «εγώ» ψάχνει, αναλύει, αντιτίθεται, κάνει σχέδια, δημιουργεί κοσμοθεωρίες, και έχει ανάγκη το παρελθόν στο οποίο βασίζεται, κι ένα μέλλον για να ασχολείται, ώστε να διαιωνίζει την παρουσία του…

Ειδάλλως, τα πάντα συμβαίνουν μόνα τους, εντελώς φυσικά.

ΗΡΘΑΜΕ ΑΠΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ

Όλα είναι εδώ, τώρα. Πάντα ήταν, και πάντα θα είναι.

Αντί να ζούμε αυτό όμως, εμείς, διαχωρίζουμε «κάτι» από το σύνολο, (των άπειρων πιθανοτήτων ως δυνατότητες που ήδη προϋπάρχουν), του δίνουμε έμφαση και σημασία, και φτάνει να γίνει το κύριο μέλημα μας στη ζωή. Κι αυτό βέβαια κατόπιν, είναι το κάθε φωτιζόμενο από εμάς θέμα, και χαρακτηριζόμενο μας ως «πρόβλημα».

Γιατί ότι συλλαμβάνεται από το σύνολο της αντίληψης μας, ο νους, (μια και αυτή είναι η δουλειά του), το απομονώνει ως πληροφορία, κατόπιν δημιουργεί διάφορα σενάρια πιθανοτήτων, και μας μπερδεύει (επειδή τον πιστεύουμε), δημιουργώντας μας αδιέξοδες καταστάσεις για τις οποίες κατόπιν, πρέπει να αγωνιστούμε ώστε να τις «λύσουμε». Είμαστε απόλυτα ταυτισμένοι λοιπόν με το νου…

Μα να λύσουμε όμως τελικά τι; Αφού εξ’ αρχήν, δεν υπάρχει πρόβλημα…

Και θα μου πείτε γιατί; Γιατί ο καθένας μας στη ζωή, εισπράττει πάντα αυτό που του αξίζει, με την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα της παρελθούσας του ζωής, των επιλογών του, των σκέψεων που κάνει, και της προσωπικής του κοσμοθεώρησης, (δεδομένες πεποιθήσεις περί σωστού και λάθους) όπως, και των συναισθημάτων που εξαπολύει προς τον εαυτό του, και προς τα πάντα γύρω του… Γι’ αυτό ακριβώς και η επίρριψη ευθυνών, ή τα αδιέξοδα, απλά το μόνο που κάνουν, είναι να μαρτυρούν το μπέρδεμα που έχουμε στην ψυχονοητικοσυναισθηματική μας κατάσταση, η οποία προφανώς έξω στην ζωή, απλά αντικατοπτρίζεται, μονάχα για να τη δούμε, και όχι για να πάρουμε θέση σε αυτά ή να τα λύσουμε, χωρίς πρώτα να έχουμε αναγνωρίσει τις διεργασίες που τα προκάλεσαν ερήμην μας...

Αυτό σημαίνει, πως οτιδήποτε υπάρχει εκεί έξω, διορθώνεται αυτόματα, όταν (και εάν), επεξεργαστούμε τις λειτουργίες στις οποίες μετέχουμε, δηλαδή, τι από μέσα μας έφερε τα παρόντα αποτελέσματα. Οι αιτίες για τα πάντα έξω, λοιπόν, υπάρχουν μόνο μέσα… Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο το κάθε τι που γίνεται εξωτερικά, είναι για να μπορέσει να μας μάθει (να μας δείξει) ποιοι (έχουμε επιλέξει συνειδητά ή ασύνειδα να) είμαστε, ώστε να μας γίνει αναγνωρίσιμο, για να αναλάβουμε τελικά τον εαυτό μας, που σημαίνει κατ’ επέκταση και την εξωτερική μας ζωή.

Κι όμως. Όλη η παραπάνω προαναφερθείσα διαστρεβλωμένη μας θέση στα πράγματα μας μπλοκάρει, και μας κάνει να πελαγώνουμε. Κι αυτό, γιατί δημιουργείται σύγκρουση μέσα μας (παρά ευκαιρία για να μάθουμε για εμάς), ανάμεσα σε αυτό που διεξάγεται, (με τον τρόπο που το χαρακτηρίζουμε καθαρά υποκειμενικά, και όχι αντικειμενικά), και ανάμεσα σε αυτό που θα θέλαμε να γινόταν.

Μα, δεν έχει σημασία ούτε τι θέλουμε, ούτε τι διεξάγεται όμως τελικά! Δηλαδή, αν αυτό που θέλουμε θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί ή όχι…

Γιατί εξ’ αρχής, είμαστε εδώ για να «δούμε» το πως έχουν τα πράγματα σε αυτόν τον χώρο. Το πώς λειτουργούν. Το τι υπάρχει.

Δεν βρισκόμαστε εδώ ούτε για να «περάσουμε καλά», ούτε για να πραγματοποιήσουμε διάφορα, ούτε για να αποδείξουμε κάτι ή να πετύχουμε στόχους, ούτε για να γίνουμε σημαντικοί, να ξεχωρίσουμε, να αφήσουμε κάτι αξιόλογο πίσω μας φεύγοντας…

Όλα αυτά είναι τα εμπόδια μας, παρά η πραγματική μας ζωή. Γιατί το μόνο που κάνουν, είναι να μας αναγκάζουν να παραμένουμε «κολλημένοι» εδώ, (θεωρώντας πως είμαστε μονάχα οι προσωπικότητες που φιλοξενούνται στο σώμα που κατέχουμε), κι έτσι να μην γνωρίζουμε καν ότι κολλήσαμε, και φυσικά ούτε και να μπορούμε να ξεκολλήσουμε τελικά εύκολα...

Γιατί κανείς δεν είπε ποτέ πως είναι εύκολη υπόθεση η υπέρβαση αυτού του πεδίου. Είναι όμως αυτό το οποίο ήρθαμε να κάνουμε, αναβάλλοντας το διαρκώς, παρόλο που βλέπουμε πως δεν είναι τα πράγματα ρόδινα...

Γιατί η δυσαρέσκεια ακριβώς του γεγονότος πως ευτυχία, (μόνιμη, ολοκληρωτική και πραγματική) δεν υπάρχει σε αυτό το πεδίο ότι κι αν πετύχουμε, σε όποιο βαθμό, κι ότι κι αν αποκτήσουμε, είναι και το εφαλτήριο, για να αρχίσουμε να ψάχνουμε, ώστε να βρούμε το τι Πραγματικά συμβαίνει…

Διότι η Πραγματική Ευτυχία, έχει να κάνει με την Εσωτερική Γαλήνη, η οποία πραγματοποιείται, μόνο αναγνωρίζοντας ποιοι Είμαστε Πραγματικά. Και για να μπορέσουμε να δούμε (και να αναγνωρίσουμε στη συνέχεια νιώθοντας την Αλήθεια για εμάς), είναι αναγκαία η απομάκρυνση (ώστε να επέλθει η αποκόλληση), από την ύλη ως εγωισμό, δύναμη, εξουσία, (έξω από την ουσία), κατοχή, σωματικές ζωώδης καθαρά απολαύσεις, και βιαιότητα, (που μας καθηλώνει ως όντα, ακόμα και πιο κάτω του πεδίου της ύλης…)

Γι’ αυτό μιλάμε για αποστασιοποίηση. Για μελέτη ουσιαστικά της ανθρώπινης μας πλευράς, και όχι ταύτιση μαζί της. Αυτή η μελέτη για να πραγματοποιηθεί, (της ανθρώπινης υπόστασης), πρέπει να γίνει, εντός όλων των καταστάσεων που συναντάμε, και οι οποίες ουσιαστικά διεξάγονται από μόνες τους, μια και άλλες, πολύ ανώτερες δυνάμεις (από την αφεντιά μας), καθορίζουν τη ροή των συμβαινομένων…

Αυτό σημαίνει πως σε οτιδήποτε γίνει (ή δεν γίνει), η θέση μας σε αυτό είναι που έχει τον πρωτεύοντα ρόλο, διότι και οι κινήσεις μας θα είναι και οι ανάλογες. Κι αυτό, γιατί θα καθορίζουν το ποιοι είμαστε (και το εκφράζουμε), την κάθε δεδομένη στιγμή.

Αυτό λοιπόν που χρειάζεται, είναι η Εσωτερική μας (Ζωή) θέση - κατάσταση να είναι τέτοια, που να εμφανίζει και να διαχέει το γεγονός, ότι δεν είμαστε ο κάθε ρόλος που παίζουμε στην κάθε κατάσταση. Να γίνει αντιληπτό και κατανοητό, πως απλά ήρθαμε να δούμε…

Αγάπη: Πώς η καλή επικοινωνία δίνει διάρκεια σε μια σχέση

Για να καταφέρουμε να έχουμε μια σχέση με διάρκεια χρειάζεται να έχουμε την ικανότητα να συντονιστούμε με τις βαθύτερες ανάγκες και λαχτάρες μας και να τις μεταφράσουμε σε ξεκάθαρα σήματα ώστε να βοηθηθούν οι αγαπημένοι μας και να ανταποκριθούν. Πάνω από όλα, χρειάζεται μάλλον να αναγνωρίσουμε και να παραδεχτούμε τον πρωταρχικό κώδικα του συναισθηματικοί) δεσμού παρά να προσπαθήσουμε να το απορρίψουμε και να το ξεπεράσουμε. Σε πολλές σχέσεις αγάπης, οι ανάγκες και οι φόβοι συναισθηματικού δεσμοί) είναι κρυφές ατζέντες, κατευθύνουν τις πράξεις μας. όμως αυτό ποτέ δεν αναγνωρίζεται. Είναι καιρός πλέον να αναγνωριστούν αυτές οι ατζέντες, έτσι ώστε να μπορούμε ενεργά να δώσουμε μορφή στην αγάπη που τόσο απελπισμένα χρειαζόμαστε... 
 
Για να λειτουργήσει η αγάπη χρειάζεται να αποδεχτεί κανείς ότι ακόμη και εάν υπάρχει αγάπη, είναι πάντοτε μια υπό­θεση σε εξέλιξη. Ακριβώς όταν καταφέρεις να τα κάνεις όλα σω­στά. ο ένας από τους δυο αλλάζει! Η μυθιστοριογράφος Ursula Le Guin μάς υπενθυμίζει ότι η αγάπη «δεν στέκεται σαν πέτρα. Πρέπει να παρασκευαστεί σαν το ψωμί. να το ζυμώνεις και να το ξαναζυμώνεις όλη την ώρα. από την αρχή».
 
Είκοσι χρόνια ερευνών μάς λένε ότι έχουμε βοηθήσει πολλά διαφορετικά είδη ζευγαριών να «κατασκευάσουν» την αγάπη τους. νιόπαντρα ζευγάρια και ζευγάρια σε μακροχρόνιους γάμους. ομο­φυλόφιλοι και ετεροφυλόφιλοι, βασικά ευτυχισμένους και σε απελ­πιστικά δύσκολες σχέσεις, παραδοσιακά και αντισυμβατικά ζευ­γάρια, ανώτατης μόρφωσης ή εργάτες, συγκρατημένους ή δια­χυτικούς.
 
Οι καταθλιμμένοι και αγχωμένοι σύντροφοι ωφελούνται καταπληκτικά από τα μοντέλα ενίσχυσης του ψυχολογικού δεσμού στα ζευγάρια. Το σεξ είναι καλύτερο όταν υπάρχει ασφαλής συναισθηματική σύνδεση.
 
Το ρίσκο, που είναι ουσιώδες για τον ερωτισμό, δεν πηγάζει από συνεχείς επιφανειακούς νεωτερισμούς, αλλά από την ικανότητα να μένει κανείς ανοιχτός στον σύντροφό του στο εδώ και τώρα.
 
Η φροντίδα και η στήριξη για πρακτικά θέματα είναι μια φυ­σική αντίδραση όταν νιώθουμε κοντά και συνδεδεμένοι. «Όταν αγα­πάς. θέλεις να κάνεις πράγματα για την αγαπημένη σου», έγραψε ο Χέμινγουεί. «Θέλεις να θυσιαστείς. Θέλεις να εξυπηρετήσεις».
 
Γνωρίζουμε από την έρευνα ότι οι ασφαλείς σύντροφοι είναι πιο ευαίσθητοι στις ανάγκες για φροντίδα του ενός προς τον άλλον.
 
Η Ρόουζ και ο Μπιλ, ένα ζευγάρι μεταπτυχιακών φοιτητών, μαλώνουν σχεδόν για τα πάντα, όμως βασικά μαλώνουν για συ­ναισθηματική σύνδεση και αλληλοστήριξη σε πρακτικά θέματα. Ακόμη και στο τέλος της θεραπείας όταν έχουν σημαντικά προο­δεύσει. μπαίνουν σε έναν καβγά για το γεγονός ότι ο Μπιλ δεν έχει περάσει το τηλέφωνο του παιδιάτρου στο κινητό του, παρό­λο που η Ρόουζ τού έχει ζητήσει να κάνει τουλάχιστον αυτό. Όταν το μωρό αρρωσταίνει δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το κινητό του για να πάρει τον γιατρό τηλέφωνο. Τελικά βρίσκουν έναν τρόπο να σταματήσουν αυτόν τον καβγά. «Όταν δεν μπορώ να βρω αυ­τό το τηλέφωνο, τρομοκρατούμαι», λέει η Ρόουζ στον Μπιλ. «Έχω ανάγκη να με ακούς όταν ζητάω τέτοια πράγματα». 0 Μπιλ τώ­ρα προσφέρει τη στήριξή του. «Σε ακούω», της λέει, «είναι σαν να μου λες “Έχεις τη συμπαράστασή μου; ” Χρειάζεται γι’ αυτό να εξαρτάσαι από μένα. Και είσαι μια υπέροχη μητέρα για τα παι­διά μας. Έχω προσθέσει το τηλέφωνο στο κινητό μου και σου έχω παραγγείλει και εσένα το δικό σου κινητό και έτσι αυτό δεν θα ξανασυμβεί. Μήπως μπορώ να σε στηρίξω και με άλλους τρό­πους;» Σε μια μετέπειτα συνεδρία η Ρόουζ λέει στον Μπιλ ότι δεν του κρατάει κακία που φροντίζει τα παιδιά τα απογεύματα όταν αυτός θέλει να μελετήσει. Τώρα που νιώθει πιο κοντά του, στην πραγματικότητα χαίρεται να του πηγαίνει καφέ και να της λέει πώς τα πάει με τα μαθήματά του. Όταν καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε ένα πιο ασφαλές δέσιμο, αυτό απελευθερώνει την προσοχή μας. έτσι ώστε να μπορούμε να συντονιστούμε με τον άλ­λον και πραγματικά να στηρίξουμε τον αγαπημένο μας "
 
Εάν έπρεπε να κάνω μια σύνοψη όλων αυτών που έμαθα από όλα αυτά τα ζευγάρια, θα ήταν κάπως έτσι:
  • Η ανάγκη μας να έρθουν κοντά μας οι άλλοι όταν τους φωνά­ζουμε -να μας προσφέρουν ένα ασφαλές λιμάνι- είναι από­λυτη.
  • Η συναισθηματική πείνα είναι μια πραγματικότητα. Όταν κά­ποιος νιώθει συναισθηματική ερημιά, όταν νιώθει ότι έχει απορ- ριφθεί ή εγκαταλειφθεί. τότε πονάει σωματικά και συναισθημα­τικά και πανικοβάλλεται.
  • Υπάρχουν πολύ λίγοι τρόποι να τα βγάλουμε πέρα με τον πόνο μας όταν οι πρωταρχικές μας ανάγκες για σύνδεση δεν έχουν ικανοποιηθεί.
  • Η συναισθηματική ισορροπία, η ηρεμία και η πραγματική χαρά είναι τα βραβεία της αγάπης. Το ερωτικό ξεμυάλισμα είναι το βραβείο των μπούφων.
  • Δεν υπάρχει τέλεια επίδοση στην αγάπη ή στο σεξ. Όταν έχεις πάθει εμμονή με την επίδοση, τότε φτάνεις σε αδιέξοδο. Αυτό που μετράει είναι η συναισθηματική παρουσία.
  • Στις σχέσεις δεν υπάρχει σχέση αιτίου - αιτιατού. δεν υπάρχουν ευθείες γραμμές, μόνο κύκλοι που οι σύντροφοι δημιουργούν μαζί. Σπρώχνουμε ο ένας τον άλλον σε θηλιές και φαύλους κύ­κλους σύνδεσης και αποσύνδεσης.
  • Εάν αποφασίσουμε να ακούσουμε το συναίσθημά μας και να το χρησιμοποιήσουμε σαν οδηγό, μας λέει ακριβώς τι χρειαζό­μαστε.
  • Όλοι μερικές φορές πατάμε το κουμπί πανικού. Χάνουμε την ισορροπία μας και καταφεύγουμε σε τρόπους αγχωτικού ελέγ­χου ή αναισθησίας ή απομάκρυνσης. Το μυστικό είναι να μην παραμένουμε σε αυτές τις καταστάσεις. Είναι πολύ δύσκολο για τον/την αγαπημένη σας να σας συναντήσει εκεί
 
Για να δώσουμε μορφή στην αγάπη, πρέπει να είμαστε ανοιχτοί και να μπορούμε να ανταποκριθούμε τόσο συναισθηματικά όσο και σωματικά. Μπορούμε να δούμε τι είναι αυτό που περικλείει η αγάπη, σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν γίνει από τον Bil Mason και τη Sally Mendoza του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας για το χνουδωτό πιθηκάκι τίτι. Τα θηλυκά ταΐζουν τα μωρά τους, όμως δεν προσφέρουν καμιά άλλη μητρική ανταπόκριση. Δεν περιποιούνται τα μωρά τους ούτε τα αγγίζουν. Αντιθέτως, τα αρσενικά είναι αυτά που φροντίζουν κατά 80% τα μωρά. Κρατούν και αγκαλιάζουν το μωρό, είναι συναισθηματικά δεσμευμένα και αποτελούν το ασφαλές λιμάνι. Τα μωρά τίτι δεν φαίνεται να τα πειράζει καθόλου όταν η μητέρα τους απομακρύνεται από την οικογένεια για λίγο. όμως όταν ο πατέρας απομακρύνεται, το επίπεδο της κορτιζόλης, της ορμόνης του στρες στο αίμα τους, φτάνει στα ύψη.
 
Στο γραφείο μου. οι πιο συναισθηματικά απόμακροι σύντροφοι καμιά φορά μού λένε: «Κάνω τα πάντα για να δείξω ότι νοιάζομαι, κουρεύω το γκαζόν, φέρνω στο σπίτι έναν καλό μισθό, λύνω προβλήματα και δεν φλερτάρω δεξιά και αριστερά. Όμως γιατί δεν φαίνεται να έχουν σημασία όλα αυτά και το μόνο που μετράει για τη γυναίκα μου είναι ότι δεν “συζητάμε για συναισθηματικά θέματα και δεν αγκαλιαζόμαστε; ”» Τους λέω: «Γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Χρειαζόμαστε κάποιον να μας προσέχει πραγματικά, να μας κρατάει σφιχτά, να έρχεται κάποιες φορές πραγματικά κοντά μας και να ανταποκρίνεται με συναισθηματικό τρόπο που να μας συγκινεί, να συνδέεται μαζί μας. Τίποτε δεν συγκρίνεται με αυτό. Και εσύ το χρειάζεσαι αυτό. Το ξέχασες; Το να νιώθεις συνδεδεμένος είναι κάτι πολύ γλυκό, η αγκαλιά καθησυχάζει βαθιά και ικανοποιεί, ανεξαρτήτως εάν αγκαλιάζουμε ή μας αγκαλιάζουν. Στους περισσότερους από μας αρέσει να κρατάμε ένα μωρό. Είναι μια τόσο ωραία αίσθηση, όσο και όταν αγκαλιάζουμε τον/τη σύντροφό μας.
 
Όμως τα πάντα είναι συναισθηματικός δεσμός και δέσιμο: O έρωτας μεταξύ ενηλίκων συμπεριλαμβάνει σεξουαλικότητα και φροντίδα. O συναισθηματικός δεσμός είναι η βάση. το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζονται όλα τα υπόλοιπα. 

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΗΣΗΣ

Ο Μποντιντάρμα είπε:

- Η ουσία του Ντάρμα είναι απόσπαση. Και ο σκοπός εκείνων που ασκούνται είναι η απελευθέρωση από τα φαινόμενα. Τα Σούτρα λένε:' Η απόσπαση είναι φώτιση, επειδή αρνείται τα φαινόμενα. Βουδότητα σημαίνει επίγνωση. Οι θνητοί των οποίων ο νους αποκτά επίγνωση, φθάνουν στον Δρόμο της Φώτισης, και γι' αυτό ονομάζονται Βούδες. Τα Σούτρα λένε:' Εκείνοι που ελευθερώνονται από όλα τα φαινόμενα, ονομάζονται Βούδες '. Η παρουσία των φαινομένων σαν μη παρουσία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή οπτικά, αλλά μπορεί να γίνει γνωστή μόνο μέσω της σοφίας. Όποιος ακούσει και πιστέψει αυτήν την διδασκαλία, ανεβαίνει στο Μεγάλο Όχημα και εγκαταλείπει τις τρεις περιοχές.

Οι τρεις περιοχές είναι: απληστία, οργή και πλάνη. Η εγκατάλειψη των τριών περιοχών σημαίνει να πάμε από την απληστία, την οργή και την πλάνη πίσω στην ηθικότητα, τον διαλογισμό και την σοφία. Η απληστία, η οργή και η πλάνη δεν έχουν δική του φύση. Εξαρτώνται από τους θνητούς. Και όποιος είναι ικανός να συλλογιστεί, θα δει ότι η φύση της απληστίας, της οργής και της πλάνης είναι η βουδική φύση. Πέρα από την απληστία, την οργή και την πλάνη δεν υπάρχει άλλη βουδική φύση. Τα Σούτρα λένε:' Οι Βούδες έγιναν Βούδες μόνο, ενώ ζούσαν με τα τρία δηλητήρια και τρέφονταν με τον αγνό Ντάρμα '. Τα τρία δηλητήρια είναι: απληστία, οργή και πλάνη.

Το Μεγάλο Όχημα είναι ανώτερο όλων των οχημάτων. Είναι το μεταφορικό μέσον των Μποντισάτβα, οι οποίοι χρησιμοποιούν το κάθε τι χωρίς να χρησιμοποιούν τίποτε και ταξιδεύουν όλη μέρα χωρίς μετακίνηση. Τέτοιο είναι το όχημα των Βουδών. Τα Σούτρα λένε: 'Το μη όχημα είναι το όχημα των Βουδών '.

Εκείνος που αντιλαμβάνεται ότι οι έξι αισθήσεις δεν είναι πραγματικές, ούτε οι πέντε συσσωρεύσεις είναι φανταστικές και ότι κανένα πράγμα τέτοιου είδους δεν μπορεί να εντοπιστεί στο σώμα, αυτός κατανοεί την γλώσσα των Βουδών. Τα Σούτρα λένε:' Η σπηλιά των πέντε συσσωρεύσεων είναι η αίθουσα του Ζεν. Το άνοιγμα του εσωτερικού ματιού είναι η πύλη του Μεγάλου Οχήματος '. Τι θα μπορούσε να είναι πιο σαφές;

Η μη σκέψη για τίποτε, είναι Ζεν. Από την στιγμή που θα το μάθεις, τότε το περπάτημα, η ορθοστασία, το κάθισμα ή το ξάπλωμα, το κάθε τι που θα κάνεις, θα είναι Ζεν. Το να μάθεις ότι ο νους είναι κενός, σημαίνει να δεις τον Βούδα. Οι Βούδες των δέκα κατευθύνσεων δεν έχουν νου. Το να δεις τον μη νου, σημαίνει να δεις τον Βούδα.

Το να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου χωρίς να μετανιώσεις, είναι η μεγαλύτερη ευσπλαχνία. Το να υπερβείς την κίνηση και την ακινησία, είναι ο ανώτερος διαλογισμός. Οι θνητοί κινούνται συνεχώς, ενώ οι Άρχατ μένουν ακίνητοι. Αλλά ο ύψιστος διαλογισμός ξεπερνάει εκείνον των θνητών και των Άρχατ. Τα άτομα που φθάνουν σε αυτήν την κατανόηση απελευθερώνονται απ' όλα τα φαινόμενα χωρίς προσπάθεια και θεραπεύουν κάθε ασθένεια χωρίς φάρμακα. Τέτοια είναι η δύναμη του μεγάλου Ζεν.

Το να χρησιμοποιείς τον νου για να αναζητήσεις την πραγματικότητα, είναι πλάνη. Η μη χρήση του νου για την αναζήτηση της πραγματικότητας, είναι επίγνωση. Η απαλλαγή από τα λόγια, είναι απελευθέρωση. Το να παραμένεις αμόλυντος από την σκόνη των αισθήσεων, σημαίνει διαφύλαξη του Ντάρμα. Η υπέρβαση της ζωής και του θανάτου, σημαίνει εγκατάλειψη του οίκου. Το να μην υποστείς άλλη μια ύπαρξη, σημαίνει φθάσιμο στην Ατραπό. Η μη δημιουργία πλανών, είναι φώτιση. Το να μην βυθίζεσαι στην άγνοια, είναι σοφία. Η μη προσβολή, είναι νιρβάνα. Και η μη εμφάνιση του νου, είναι η άλλη όχθη.

Όταν είσαι παραπλανημένος, υπάρχει αυτή η όχθη. Όταν αφυπνίζεσαι, δεν υπάρχει. Οι θνητοί στέκουν σε αυτήν την όχθη. Αλλά εκείνοι που ανακαλύπτουν το μεγαλύτερο απ' όλα τα οχήματα, δεν στέκουν ούτε σε αυτήν ούτε στην άλλη όχθη. Είναι ικανοί να εγκαταλείψουν και τις δύο όχθες. Εκείνοι που θεωρούν την άλλη όχθη σαν διαφορετική από αυτήν, δεν κατανοούν το Ζεν.

Πλάνη σημαίνει θνητότητα, και επίγνωση σημαίνει βουδότητα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αλλά ούτε είναι κάτι διαφορετικό. Απλώς οι άνθρωποι διακρίνουν την πλάνη από την επίγνωση. Όταν είμαστε παραπλανημένοι, υπάρχει ένας κόσμος όπου μπορούμε να ξεφύγουμε. Όταν έχουμε επίγνωση, δεν υπάρχει τίποτε για να ξεφύγουμε.

Στο φως του αμερόληπτου Ντάρμα οι θνητοί δεν διαφέρουν από τους σοφούς. Τα Σούτρα λένε ότι ο αμερόληπτος Ντάρμα είναι κάτι στο οποίο οι θνητοί δεν μπορούν να εισδύσουν και το οποίο οι σοφοί δεν μπορούν να ασκήσουν. Ο αμερόληπτος Ντάρμα ασκείται μόνο από τους μεγάλους Μποντισάτβα και Βούδες. Το να θεωρείς την ζωή σαν διαφορετική από τον θάνατο, ή την κίνηση σαν διαφορετική από την ακινησία, σημαίνει ότι είσαι μεροληπτικός. Αμεροληψία σημαίνει να μην θεωρείς την δυστυχία σαν διαφορετική από το νιρβάνα, γιατί η φύση και των δύο είναι κενότητα. Όταν φαντάζονται ότι βάζουν ένα τέλος στην δυστυχία και εισέρχονται στο νιρβάνα, οι Άρχατ αποκλείονται από το νιρβάνα. Αλλά οι Μποντισάτβα γνωρίζουν ότι η δυστυχία είναι ουσιαστικά κενή. Και παραμένοντας στην κενότητα, παραμένουν στο νιρβάνα. Νιρβάνα σημαίνει απουσία γέννησης και θανάτου. Είναι πέρα από την γέννηση και τον θάνατο και πέρα από το νιρβάνα. Όταν ο νους παύει να κινείται, εισέρχεται στο νιρβάνα. Το νιρβάνα είναι ένας κενός νους. Όταν οι πλάνες δεν υφίστανται, οι Βούδες φθάνουν στο νιρβάνα. Όταν οι προσβολές δεν υφίστανται, οι Μποντισάτβα εισέρχονται στον τόπο της φώτισης.

Ένας ακατοίκητος τόπος είναι ένας τόπος χωρίς απληστία, οργή η πλάνη. Η απληστία είναι η περιοχή της επιθυμίας, η οργή είναι η περιοχή της μορφής και η πλάνη είναι η άμορφη περιοχή. Όταν αρχίζει μια σκέψη, εισέρχεται στις τρεις περιοχές. Όταν τελειώνει η σκέψη, εγκαταλείπεις τις τρεις περιοχές. Η αρχή ή το τέλος των τριών περιοχών, η ύπαρξη ή μη ύπαρξη των πάντων εξαρτάται από τον νου. Αυτό ισχύει για όλα, ακόμα και για τέτοια άψυχα πράγματα όπως είναι τα βράχια και τα ξύλα.

Όποιος γνωρίζει ότι ο νους είναι μια φαντασία και στερείται κάθε πραγματικότητας, γνωρίζει ότι ο νους του υπάρχει και δεν υπάρχει. Οι θνητοί δημιουργούν συνεχώς τον νου, ισχυριζόμενοι ότι υπάρχει. Και οι Άρχατ αρνούνται συνεχώς τον νου, ισχυριζόμενοι ότι δεν υπάρχει. Αλλά οι Μποντισάτβα και οι Βούδες ούτε δημιουργούν ούτε αρνούνται τον νου. Αυτό εννοείται με την έκφραση:' ο νους που ούτε υπάρχει ούτε δεν υπάρχει '. Ο νους που ούτε υπάρχει ούτε δεν υπάρχει ονομάζεται Μέση Ατραπός.

Αν χρησιμοποιείς τον νου σου για να μελετήσεις την πραγματικότητα, δεν θα κατανοήσεις ούτε τον νου ούτε την πραγματικότητα. Αν μελετήσεις την πραγματικότητα χωρίς να χρησιμοποιήσεις τον νου, θα τα κατανοήσεις και τα δύο. Όσοι δεν κατανοούν, δεν καταλαβαίνουν την κατανόηση. Οι άνθρωποι που είναι ικανοί για ορθή όραση, γνωρίζουν ότι ο νους είναι κενός. Η απουσία και των δύο, κατανόησης και μη κατανόησης, είναι αληθινή κατανόηση.

Εξεταζόμενη με την αληθινή όραση η μορφή δεν είναι απλώς μορφή, γιατί η μορφή εξαρτάται από τον νου. Και ο νους δεν είναι απλώς νους, γιατί ο νους εξαρτάται από την μορφή. Νους και μορφή δημιουργούνται και αναιρούνται αμοιβαία. Ό,τι υπάρχει, υφίσταται σε συσχετισμό με ό,τι δεν υπάρχει. Και ό,τι δεν υπάρχει, δεν υφίσταται σε συσχετισμό με ό,τι υπάρχει. Αυτή είναι η αληθινή όραση. Μέσω αυτής της όρασης τίποτε δεν είναι ορατό και τίποτε δεν είναι αόρατο. Μια τέτοια όραση φθάνει στις δέκα κατευθύνσεις χωρίς να κοιτάξει: γιατί τίποτε δεν είναι ορατό' γιατί η μη όραση είναι όραση' γιατί η όραση δεν είναι όραση. Αυτό που βλέπουν οι θνητοί είναι πλάνη. Η αληθινή όραση είναι αποσπασμένη από την όραση.

Ο νους και ο κόσμος είναι αντίθετοι και η όραση προβάλλει όταν αυτοί συναντιούνται. Όταν μέσα ο νους σου δεν διεγείρεται, ο κόσμος δεν προβάλλει έξω. Όταν ο κόσμος και ο νους είναι και οι δύο διαυγείς, αυτή είναι η αληθινή όραση. Και αυτή η κατανόηση είναι αληθινή κατανόηση.

Το να μην βλέπεις τίποτε, σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι την Ατραπό και το να μην κατανοείς τίποτε, σημαίνει να γνωρίζεις τον Ντάρμα, επειδή η όραση δεν είναι ούτε όραση ούτε μη όραση και η κατανόηση δεν είναι ούτε κατανόηση ούτε μη κατανόηση. Το να βλέπεις δίχως να κοιτάζεις, είναι αληθινή όραση. Το να κατανοείς χωρίς να αντιλαμβάνεσαι, είναι αληθινή κατανόηση.

Η αληθινή όραση δεν είναι απλώς η βλέπουσα όραση. Είναι επίσης μη βλέπουσα. Και η αληθινή κατανόηση δεν είναι απλώς η κατανοούσα κατανόηση. Είναι επίσης μη κατανοούσα. Αν κατανοείς κάτι, οτιδήποτε, τότε δεν κατανοείς. Μόνον όταν δεν κατανοείς τίποτε έχεις αληθινή κατανόηση. Η κατανόηση δεν είναι ούτε κατανόηση, ούτε μη κατανόηση.

Τα Σούτρα λένε:' Το να μην εγκαταλείπεις τη σοφία, είναι ανοησία '. Όταν ο νους υπάρχει, η κατανόηση και η μη κατανόηση είναι και οι δύο λάθος.

Όταν κατανοείς, η πραγματικότητα εξαρτάται από σένα. Όταν δεν κατανοείς, εσύ εξαρτάσαι από την πραγματικότητα. Όταν η πραγματικότητα εξαρτάται από σένα, το μη αληθινό γίνεται αληθινό. Όταν εσύ εξαρτάσαι από την πραγματικότητα, το αληθινό γίνεται μη αληθινό. Όταν εσύ εξαρτάσαι από την πραγματικότητα, όλα είναι ψεύτικα. Όταν η πραγματικότητα εξαρτάται από σένα, όλα είναι αληθινά. Έτσι ο σοφός δεν χρησιμοποιεί τον νου του για να αναζητήσει την πραγματικότητα, ούτε την πραγματικότητα για να αναζητήσει τον νου. Δεν χρησιμοποιεί τον νου για να ψάξει για τον νου, ούτε την πραγματικότητα για να αναζητήσει την πραγματικότητα. Ο νους του δεν δίνει γέννηση στην πραγματικότητα, ούτε η πραγματικότητα δίνει γέννηση στον νου του. Και επειδή και τα δύο- νους και πραγματικότητα-είναι ήρεμα, αυτός βρίσκεται πάντα σε σαμάντι.

Όταν ο θνητός νους εμφανίζεται, η βουδότητα εξαφανίζεται. Όταν ο θνητός νους εξαφανίζεται, η βουδότητα προβάλλει. Όταν ο νους εμφανίζεται, η πραγματικότητα εξαφανίζεται. Όταν ο νους εξαφανίζεται, η πραγματικότητα εμφανίζεται. Εκείνος που γνωρίζει ότι τίποτε δεν εξαρτάται από τίποτε, έχει βρει την Ατραπό. Και όποιος γνωρίζει ότι ο νους δεν εξαρτάται από τίποτε, βρίσκεται πάντα στον τόπο της φώτισης.

Όταν δεν κατανοείς, κάνεις λάθος. Όταν κατανοείς, δεν κάνεις λάθος. Αυτό συμβαίνει γιατί η φύση του λάθους είναι κενή. Όταν δεν κατανοείς, το σωστό φαίνεται λαθεμένο. Όταν κατανοείς, το λάθος δεν είναι λάθος, γιατί λάθος δεν υπάρχει. Τα Σούτρα λένε:'Τίποτε δεν έχει δική του φύση'. Δράσε. Μην αναρωτιέσαι. Όταν αναρωτιέσαι, κάνεις λάθος. Το λάθος είναι αποτέλεσμα της αμφιβολίας. Όταν φθάσεις σε μια τέτοια κατανόηση, οι λαθεμένες πράξεις των περασμένων ζωών σου σβήνονται. Όταν αυταπατάσαι, οι έξι αισθήσεις και οι πέντε σκιές γίνονται πρόξενοι δυστυχίας και θνητότητας. Όταν αφυπνίζεσαι, οι έξι αισθήσεις και οι πέντε σκιές γίνονται πρόξενοι του νιρβάνα και της αθανασίας.

Εκείνος που αναζητά την Ατραπό, δεν ψάχνει έξω από τον εαυτό του. Γνωρίζει ότι ο νους είναι η Ατραπός. Αλλά όταν βρίσκει τον νου, δεν βρίσκει τίποτε. Και όταν βρίσκει την Ατραπό, δεν βρίσκει τίποτε. Και όταν βρίσκει την Ατραπό, δεν βρίσκει τίποτε. Αν νομίζεις ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον νου για να βρεις την Ατραπό, αυταπατάσαι. Όταν αυταπατάσαι, η βουδότητα υπάρχει. Όταν έχεις επίγνωση, δεν υπάρχει. Αυτό συμβαίνει επειδή η επίγνωση είναι βουδότητα.

Αν αναζητάς την Ατραπό, η Ατραπός δεν θα εμφανισθεί, ώσπου να εξαφανισθεί το σώμα σου. Είναι σαν να βγάζεις τον φλοιό ενός δέντρου. Αυτό το καρμικό σώμα υφίσταται συνεχή αλλαγή. Δεν έχει σταθερή ύπαρξη. Να ασκείσαι σύμφωνα με τις σκέψεις σου. Μην μισείς ούτε και να αγαπάς την ζωή και τον θάνατο. Κράτα την κάθε σκέψη σου ελεύθερη από πλάνη και ενόσω ζεις θα δεις την αρχή του νιρβάνα, και στον θάνατο θα νιώσεις την ασφάλεια της μη επαναγέννησης.

Το να βλέπεις την μορφή αλλά να μην φθείρεσαι απ' αυτήν, ή το να ακούς τον ήχο αλλά να μην φθείρεσαι απ' αυτόν, είναι απελευθέρωση. Τα μάτια που δεν είναι προσκολλημένα στην μορφή, είναι Πύλες του Ζεν. Τα αυτιά που δεν προσκολλώνται στον ήχο, είναι επίσης Πύλες του Ζεν. Με λίγα λόγια εκείνοι που αντιλαμβάνονται την ύπαρξη και την φύση των φαινομένων και παραμένουν αποσπασμένοι, έχουν ήδη απελευθερωθεί. Εκείνοι που αντιλαμβάνονται την εξωτερική εμφάνιση των φαινομένων, βρίσκονται στο έλεός τους. Απελευθέρωση σημαίνει να μην υπόκεισαι σε προσβολή. Δεν υπάρχει άλλη απελευθέρωση. Όταν γνωρίζεις πως να κοιτάζεις την μορφή, τότε η μορφή δεν διεγείρει τον νου και ο νους δεν δημιουργεί την μορφή. Μορφή και νους είναι αμφότερα αγνά.

Όταν οι πλάνες απουσιάζουν, ο νους είναι η χώρα των Βουδών. Όταν οι πλάνες είναι παρούσες, ο νους είναι κόλαση. Οι θνητοί δημιουργούν πλάνες. Και επειδή χρησιμοποιούν τον νου για να γεννήσουν τον νου, βρίσκονται πάντα στην κόλαση. Οι Μποντισάτβα βλέπουν μέσα από τις πλάνες. Και επειδή δεν χρησιμοποιούν τον νου για να γεννήσουν τον νου, βρίσκονται πάντα στην χώρα των Βουδών. Αν δεν χρησιμοποιείς τον νου σου για να δημιουργήσεις νου, κάθε κατάσταση του νου είναι κενή και κάθε σκέψη είναι ακίνητη. Έτσι πηγαίνεις από τη μια βουδική χώρα στην άλλη. Όταν προβάλλει μια σκέψη, υπάρχει καλό και κακό κάρμα, παράδεισος και κόλαση. Όταν καμιά σκέψη δεν προβάλλει, δεν υπάρχει καλό και κακό κάρμα, ούτε παράδεισος και κόλαση.

Το σώμα ούτε υπάρχει, ούτε δεν υπάρχει. Επομένως η ύπαρξη σαν θνητός και η μη ύπαρξη σαν σοφός είναι αντιλήψεις με τις οποίες ο σοφός δεν έχει καμία σχέση. Η καρδιά του είναι κενή και απέραντη σαν τον ουρανό.

Εκείνο που ακολουθεί, παρατηρείται στην Ατραπό. Βρίσκεται πέρα από την δυνατότητα αντίληψης των Άρχατ και των θνητών.

Όταν ο νους φθάνει στο νιρβάνα, δεν βλέπεις το νιρβάνα, γιατί ο νους είναι νιρβάνα. Αν βλέπεις το νιρβάνα κάπου έξω από τον νου, τότε αυταπατάσαι.

Κάθε δυστυχία είναι ένας βουδικός σπόρος, γιατί η δυστυχία ωθεί τους ανθρώπους να αναζητήσουν την σοφία. Αλλά μπορείς να πεις μόνο ότι η δυστυχία γεννάει την βουδότητα. Δεν μπορείς να πεις ότι η δυστυχία είναι βουδότητα. Το σώμα και ο νους είναι ο αγρός. Η δυστυχία είναι ο σπόρος, η σοφία είναι το βλαστάρι και η βουδότητα είναι ο καρπός.

Ο Βούδας στον νου είναι σαν το άρωμα σε ένα δέντρο. Ο Βούδας προέρχεται από έναν νου απαλλαγμένο από δυστυχία, ακριβώς όπως το άρωμα προέρχεται από ένα θαλερό δένδρο. Δεν υπάρχει το άρωμα χωρίς το δέντρο, ούτε ο Βούδας χωρίς τον νου. Αν υπάρχει άρωμα χωρίς δέντρο, τότε πρόκειται για διαφορετικό άρωμα. Αν υπάρχει Βούδας χωρίς το νου, τότε πρόκειται για έναν διαφορετικό Βούδα.

Όταν τα τρία δηλητήρια είναι παρόντα στον νου σου, ζεις στην χώρα της ρυπαρότητας. Όταν τα τρία δηλητήρια απουσιάζουν, ζεις στην χώρα της αγνότητας. Τα Σούτρα λένε ' Αν γεμίσεις την χώρα με ακαθαρσίες και βρωμιές, κανένας Βούδας δεν θα εμφανισθεί ποτέ '. Η ρυπαρότητα και η βρωμιά αναφέρονται στην πλάνη και τα δηλητήρια. Ο Βούδας αναφέρεται στον αγνό και αφυπνισμένο νου.

Δεν υπάρχουν λόγια που να μην είναι Ντάρμα. Το να μιλάς όλη μέρα χωρίς να λες τίποτε, αυτό είναι η Ατραπός. Το να είσαι σιωπηλός όλη μέρα και όμως να λες κάτι, δεν είναι η Ατραπός. Έτσι η ομιλία ενός Τατχαγκάτα δεν εξαρτάται από την σιωπή του, ούτε η σιωπή του εξαρτάται από την ομιλία του, ούτε η ομιλία του υπάρχει ξέχωρα από την σιωπή του. Εκείνοι που κατανοούν και την ομιλία και την σιωπή, βρίσκονται σε σαμάντι. Αν μιλάς όταν γνωρίζεις, η ομιλία σου είναι ελεύθερη. Αν μένεις σιωπηλός όταν δεν γνωρίζεις, η σιωπή σου είναι δέσμια. Αν η ομιλία δεν προσκολλάται στα φαινόμενα, είναι ελεύθερη. Αν η σιωπή προσκολλάται στα φαινόμενα, είναι δέσμια. Η ομιλία είναι ουσιαστικά ελεύθερη. Δεν έχει καμιά σχέση με την προσκόλληση. Και η προσκόλληση δεν έχει καμιά σχέση με την ομιλία.

Η πραγματικότητα δεν έχει ύψος ή βάθος. Αν κοιτάξεις ψηλά ή χαμηλά, δεν πρόκειται για κάτι πραγματικό. Μια σχεδία δεν είναι πραγματική, αλλά ο επιβάτης της σχεδίας είναι. Το άτομο που ανεβαίνει σε μια τέτοια σχεδία μπορεί να διασχίσει εκείνο που δεν είναι πραγματικό. Γι' αυτό ακριβώς είναι πραγματικό.

Σύμφωνα με τον κόσμο υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, πλούτος και φτώχεια. Σύμφωνα με την Ατραπό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε πλούτος και φτώχεια. Όταν μια θεά πραγματώνει την Ατραπό, δεν αλλάζει το φύλο της. Όταν ο σταβλίτης αφυπνίζεται, δεν αλλάζει την κοινωνική του θέση. Ελεύθεροι από φύλο και κατάσταση μετέχουν της ίδιας βασικής εμφάνισης. Η θεά αναζήτησε δώδεκα χρόνια την θηλυκότητά της, χωρίς επιτυχία. Μια παρόμοια αναζήτηση του ανδρισμού θα είναι εξίσου άκαρπη. Τα δώδεκα χρόνια αντιπροσωπεύουν τις δώδεκα εισόδους.

Χωρίς τον νου δεν υπάρχει Βούδας. Χωρίς τον Βούδα δεν υπάρχει νους. Παρόμοια χωρίς νερό δεν υπάρχει πάγος και χωρίς πάγο δεν υπάρχει νερό. Όποιος μιλάει για την εγκατάλειψη του νου, δεν φθάνει και πολύ μακριά. Μην προσκολλάσαι στις εμφανίσεις του νου. Τα Σούτρα λένε:' Όταν δεν βλέπεις καμιά εμφάνιση, τότε βλέπεις τον Βούδα '. Αυτό εννοείται με την έκφραση, ' απελευθέρωση από τις εμφανίσεις του νου '.

Η έκφραση:' χωρίς τον νου δεν υπάρχει Βούδας', σημαίνει ότι ο Βούδας προέρχεται από τον νου. Ο νους γεννάει τον Βούδα. Αλλά παρ' όλο που ο Βούδας προέρχεται από τον νου, ο νους δεν προέρχεται από τον Βούδα. Ακριβώς όπως το ψάρι προέρχεται από το νερό, αλλά το νερό δεν προέρχεται από το ψάρι. Όποιος θέλει να δει ένα ψάρι, βλέπει πρώτα το νερό. Και όποιος θέλει να δει έναν Βούδα, βλέπει πρώτα τον νου. Από την στιγμή που θα δεις το ψάρι, ξεχνάς το νερό. Από την στιγμή που θα δεις τον Βούδα, ξεχνάς τον νου. Αν δεν ξεχάσεις τον νου, ο νους θα σε μπερδέψει, ακριβώς όπως το νερό θα σε μπερδέψει αν δεν το ξεχάσεις.

Η θνητότητα και η βουδότητα είναι σαν το νερό και τον πάγο. Η προσβολή από τα τρία δηλητήρια είναι θνητότητα. Η εξάγνιση μέσω των τριών απαλλαγών είναι βουδότητα. Εκείνο που παγώνει και γίνεται πάγος τον χειμώνα, λιώνει και γίνεται νερό το καλοκαίρι. Εξαφάνισε τον πάγο και δεν θα υπάρχει πια νερό. Απαλλάξου από την θνητότητα και δεν θα υπάρχει πια βουδότητα. Αληθινά η φύση του πάγου είναι ίδια με την φύση του νερού. Και η φύση του νερού είναι η φύση του πάγου. Η φύση της θνητότητας είναι ίδια με την φύση της βουδότητας. Η θνητότητα και η βουδότητα μοιράζονται την ίδια φύση, ακριβώς όπως τα γούτοου και φούτζου μοιράζονται την ίδια ρίζα αλλά όχι την ίδια εποχή. Μόνο εξαιτίας της πλάνης των διαφορών υπάρχουν οι λέξεις 'θνητότητα' και 'βουδότητα'. Όταν ένα φίδι γίνεται δράκοντας, δεν αλλάζει τα λέπια του. Και όταν ένας θνητός γίνεται σοφός, δεν αλλάζει το πρόσωπό του. Γνωρίζει τον νου του μέσω της εσωτερικής σοφίας και φροντίζει το σώμα του μέσω της εξωτερικής πειθαρχίας.

Οι θνητοί απελευθερώνουν τους Βούδες και οι Βούδες απελευθερώνουν τους θνητούς. Αυτό εννοούμε με την λέξη 'αμεροληψία'. Οι θνητοί απελευθερώνουν τους Βούδες, επειδή η προσβολή δημιουργεί επίγνωση. Οι Βούδες απελευθερώνουν τους θνητούς, επειδή η επίγνωση αρνείται την προσβολή. Δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξει προσβολή. Και δεν είναι δυνατόν να μην υπάρξει επίγνωση. Αν δεν υπήρχε η προσβολή, τίποτε δεν θα δημιουργούσε επίγνωση. Και αν δεν υπήρχε η επίγνωση, τίποτε δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την προσβολή. Όταν παραπλανιέσαι, οι Βούδες απελευθερώνουν τους θνητούς. Όταν έχεις επίγνωση, οι θνητοί απελευθερώνουν τους Βούδες. Οι Βούδες δεν γίνονται μόνοι τους Βούδες. Ελευθερώνονται από τους θνητούς. Οι Βούδες θεωρούν την πλάνη σαν πατέρα τους και την απληστία σαν μητέρα τους. Η πλάνη και η απληστία είναι διαφορετικές ονομασίες της θνητότητας. Η πλάνη και η θνητότητα είναι σαν το δεξί και το αριστερό χέρι. Δεν υπάρχει άλλη διαφορά.

Όταν παραπλανιέσαι, βρίσκεσαι σε αυτήν την όχθη. Όταν έχεις επίγνωση, βρίσκεσαι στην άλλη όχθη. Αλλά από την στιγμή που γνωρίζεις ότι ο νους σου είναι κενός και δεν βλέπεις πλέον εμφανίσεις, τότε βρίσκεσαι πέρα από την πλάνη και την επίγνωση. Και από την στιγμή που βρίσκεσαι πέρα από την πλάνη και την επίγνωση, τότε η άλλη όχθη δεν υπάρχει. Ο Τατχαγκάτα δεν βρίσκεται σ' αυτήν ούτε στην άλλη όχθη. Ούτε βρίσκεται στο ενδιάμεσο. Οι Άρχατ βρίσκονται στο ενδιάμεσο και οι θνητοί σε αυτήν την όχθη. Στην άλλη όχθη είναι η βουδότητα.

Οι Βούδες έχουν τρία σώματα: ένα σώμα μεταμόρφωσης, ένα σώμα ανταμοιβής και ένα αληθινό σώμα. Το σώμα μεταμόρφωσης ονομάζεται επίσης σώμα ενσάρκωσης. Αυτό εμφανίζεται όταν οι θνητοί κάνουν καλές πράξεις. Το σώμα ανταμοιβής εμφανίζεται όταν καλλιεργούν την σοφία και το αληθινό σώμα εμφανίζεται όταν αποκτούν επίγνωση του υπέρτατου. Το σώμα μεταμόρφωσης είναι αυτό που βλέπεις να πετάει προς όλες τις κατευθύνσεις σώζοντας τους άλλους όταν μπορεί. Το σώμα ανταμοιβής θέτει ένα τέλος στις αμφιβολίες. 'Η μεγάλη φώτιση που συνέβη στα Ιμαλάια' ξαφνικά γίνεται αληθινή. Το αληθινό σώμα δεν λέει, ούτε κάνει τίποτε. Παραμένει απόλυτα ήρεμο. Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε ένα βουδικό σώμα, πολύ λιγότερο τρία. Αυτή η ομιλία για τα τρία σώματα βασίζεται απλώς στην ανθρώπινη κατανόηση, η οποία μπορεί να είναι ρηχή, μέτρια ή βαθιά.

Οι άνθρωποι ρηχής κατανόησης φαντάζονται ότι συσσωρεύουν ευλογίες και συγχέουν το σώμα μεταμόρφωσης με τον Βούδα. Οι άνθρωποι μέτριας κατανόησης φαντάζονται ότι θέτουν τέρμα στην δυστυχία και συγχέουν το σώμα ανταμοιβής με τον Βούδα. Και οι άνθρωποι βαθιάς κατανόησης φαντάζονται ότι δοκιμάζουν την βουδότητα και συγχέουν το αληθινό σώμα με τον Βούδα. Αλλά οι άνθρωποι με βαθύτατη κατανόηση κοιτάζουν προς τα μέσα χωρίς να περισπώνται από τίποτε. Αφού ο καθαρός νους είναι ο Βούδας, φθάνουν στην κατανόηση του Βούδα χωρίς να χρησιμοποιήσουν τον νου. Τα τρία σώματα, ακριβώς όπως και όλα τα άλλα πράγματα, είναι ανεπίτευκτα και απερίγραπτα. Ο ανεμπόδιστος νους φθάνει στην Ατραπό. Τα Σούτρα λένε: ' Οι Βούδες δεν κηρύττουν τον Ντάρμα. Δεν απελευθερώνουν τους θνητούς και δεν δοκιμάζουν την βουδότητα '. Αυτό ακριβώς εννοώ.

Τα άτομα δημιουργούν το κάρμα' το κάρμα δεν δημιουργεί τα άτομα. Δημιουργούν κάρμα σε αυτήν την ζωή και παίρνουν την ανταμοιβή τους στην επόμενη. Ουδέποτε ξεφεύγουν. Μόνο εκείνος που είναι τέλειος δεν δημιουργεί κάρμα σε αυτήν την ζωή και δεν λαμβάνει καμιά ανταμοιβή. Τα Σούτρα λένε: ' Εκείνος που δεν δημιουργεί κάρμα, αποκτάει τον Ντάρμα '. Αυτά δεν είναι κενά λόγια. Μπορείς να δημιουργήσεις κάρμα, αλλά δεν μπορείς να δημιουργήσεις ένα άτομο. Όταν δημιουργείς κάρμα, ξαναγεννιέσαι μαζί με το κάρμα σου. Όταν δεν δημιουργείς κάρμα, χάνεσαι μαζί με το κάρμα σου. Επομένως αφού το κάρμα εξαρτάται από το άτομο και το άτομο εξαρτάται από το κάρμα, αν ένα άτομο δεν δημιουργεί κάρμα, το κάρμα δεν έχει εξουσία πάνω του. Κατά τον ίδιο τρόπο: ' Ένα άτομο μπορεί να διευρύνει την Ατραπό. Η Ατραπός δεν μπορεί να διευρύνει το άτομο '.

Οι θνητοί συνεχίζουν να δημιουργούν κάρμα και επιμένουν λαθεμένα ότι δεν υπάρχει ανταμοιβή. Αλλά μπορούν να αρνηθούν την δυστυχία; Μπορούν να αρνηθούν πως ό,τι σπέρνει η παρούσα κατάσταση του νου, το θερίζει η επόμενη; Πως μπορούν να ξεφύγουν; Αλλά αν η παρούσα κατάσταση του νου δεν σπέρνει τίποτε, τότε η επόμενη κατάστασή του δεν θερίζει τίποτε. Μην παρανοείς το κάρμα.

Τα Σούτρα λένε: ' Παρά το ότι μπορεί να πιστεύουν στον Βούδα, όσοι φαντάζονται ότι οι Βούδες ασκούν πειθαρχίες, δεν είναι Βουδιστές. Το ίδιο ισχύει και για κείνους που φαντάζονται ότι οι Βούδες υπόκεινται σε ανταμοιβές πλούτου ή φτώχειας. Αυτοί είναι ιντσαντίκα. Είναι ανίκανοι για πίστη '.

Εκείνος που κατανοεί την διδασκαλία των σοφών, είναι σοφός. Εκείνος που κατανοεί την διδασκαλία των θνητών, είναι θνητός. Ο θνητός που μπορεί να εγκαταλείψει την διδασκαλία των θνητών και να ακολουθήσει την διδασκαλία των σοφών, γίνεται σοφός. Αλλά οι ανόητοι αυτού του κόσμου προτιμούν να αναζητούν τους σοφούς πολύ μακριά. Δεν πιστεύουν ότι η σοφία του δικούς τους νου είναι σοφία. Τα Σούτρα λένε : Στους ανθρώπους χωρίς κατανόηση, μην κηρύττεις το Σούτρα '. Επίσης λένε: ' Ο νους είναι η διδασκαλία '. Αλλά οι άνθρωποι που δεν έχουν κατανόηση, δεν πιστεύουν στο δικό τους νου, ούτε πιστεύουν ότι κατανοώντας την διδασκαλία μπορούν να γίνουν σοφοί. Προτιμούν να αναζητούν μακρινή γνώση και ποθούν πράγματα του διαστήματος, βουδικές εικόνες, φως, λιβάνια και χρώματα. Πέφτουν θύματα της πλάνης και χάνουν τα λογικά τους.

Τα Σούτρα λένε: ' Όταν κατανοείς ότι όλες οι εμφανίσεις δεν είναι εμφανίσεις, τότε βλέπεις τον Τατχαγκάτα '. Όλες οι μυριάδες πύλες προς την αλήθεια προέρχονται από τον νου. Όταν οι εμφανίσεις του νου είναι διαφανείς σαν το διάστημα, τότε έχουν εξαφανιστεί.

Οι ατέλειωτες δυστυχίες μας είναι οι ρίζες της ασθένειας. Όταν οι θνητοί ζουν, ανησυχούν για τον θάνατο. Όταν είναι χορτάτοι, ανησυχούν για την πείνα. Δική τους είναι η Μεγάλη Αβεβαιότητα. Αλλά οι σοφοί δεν εξετάζουν το παρελθόν, δεν ανησυχούν για το μέλλον, ούτε προσκολλώνται στο παρόν. Κάθε στιγμή ακολουθούν την Ατραπό. Αν δεν έχεις αφυπνιστεί σ' αυτή τη μεγάλη αλήθεια, τότε καλά θα κάνεις να αναζητήσεις έναν δάσκαλο πάνω στην γη ή στον ουρανό. Μην δημιουργείς την ίδια σου την έλλειψη.

Μποντινταρμα