Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (687-728)

οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτι Ζεὺς ἴσχεν ἑὸν μένος, ἀλλά νυ τοῦ γε
εἶθαρ μὲν μένεος πλῆντο φρένες, ἐκ δέ τε πᾶσαν
φαῖνε βίην· ἄμυδις δ᾽ ἄρ᾽ ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἠδ᾽ ἀπ᾽ Ὀλύμπου
690 ἀστράπτων ἔστειχε συνωχαδόν, οἱ δὲ κεραυνοὶ
ἴκταρ ἅμα βροντῇ τε καὶ ἀστεροπῇ ποτέοντο
χειρὸς ἄπο στιβαρῆς, ἱερὴν φλόγα εἰλυφόωντες,
ταρφέες· ἀμφὶ δὲ γαῖα φερέσβιος ἐσμαράγιζε
καιομένη, λάκε δ᾽ ἀμφὶ περὶ μεγάλ᾽ ἄσπετος ὕλη·
695 ἔζεε δὲ χθὼν πᾶσα καὶ Ὠκεανοῖο ῥέεθρα
πόντός τ᾽ ἀτρύγετος· τοὺς δ᾽ ἄμφεπε θερμὸς ἀυτμὴ
Τιτῆνας χθονίους, φλὸξ δ᾽ αἰθέρα δῖαν ἵκανεν
ἄσπετος, ὄσσε δ᾽ ἄμερδε καὶ ἰφθίμων περ ἐόντων
αὐγὴ μαρμαίρουσα κεραυνοῦ τε στεροπῆς τε.
700 καῦμα δὲ θεσπέσιον κάτεχεν χάος· εἴσατο δ᾽ ἄντα
ὀφθαλμοῖσιν ἰδεῖν ἠδ᾽ οὔασιν ὄσσαν ἀκοῦσαι
αὔτως, ὡς ὅτε γαῖα καὶ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθε
πίλνατο· τοῖος γάρ κε μέγας ὑπὸ δοῦπος ὀρώρει,
τῆς μὲν ἐρειπομένης, τοῦ δ᾽ ὑψόθεν ἐξεριπόντος·
705 τόσσος δοῦπος ἔγεντο θεῶν ἔριδι ξυνιόντων.
σὺν δ᾽ ἄνεμοι ἔνοσίν τε κονίην τ᾽ ἐσφαράγιζον
βροντήν τε στεροπήν τε καὶ αἰθαλόεντα κεραυνόν,
κῆλα Διὸς μεγάλοιο, φέρον δ᾽ ἰαχήν τ᾽ ἐνοπήν τε
ἐς μέσον ἀμφοτέρων· ὄτοβος δ᾽ ἄπλητος ὀρώρει
710 σμερδαλέης ἔριδος, κάρτευς δ᾽ ἀνεφαίνετο ἔργον.
ἐκλίνθη δὲ μάχη· πρὶν δ᾽ ἀλλήλοις ἐπέχοντες
ἐμμενέως ἐμάχοντο διὰ κρατερὰς ὑσμίνας.
οἱ δ᾽ ἄρ᾽ ἐνὶ πρώτοισι μάχην δριμεῖαν ἔγειραν,
Κόττος τε Βριάρεώς τε Γύγης τ᾽ ἄατος πολέμοιο·
715 οἵ ῥα τριηκοσίας πέτρας στιβαρέων ἀπὸ χειρῶν
πέμπον ἐπασσυτέρας, κατὰ δ᾽ ἐσκίασαν βελέεσσι
Τιτῆνας· καὶ τοὺς μὲν ὑπὸ χθονὸς εὐρυοδείης
πέμψαν καὶ δεσμοῖσιν ἐν ἀργαλέοισιν ἔδησαν,
νικήσαντες χερσὶν ὑπερθύμους περ ἐόντας,
720 τόσσον ἔνερθ᾽ ὑπὸ γῆς ὅσον οὐρανός ἐστ᾽ ἀπὸ γαίης·
τόσσον γάρ τ᾽ ἀπὸ γῆς ἐς τάρταρον ἠερόεντα.
ἐννέα γὰρ νύκτας τε καὶ ἤματα χάλκεος ἄκμων
οὐρανόθεν κατιών, δεκάτῃ κ᾽ ἐς γαῖαν ἵκοιτο·
723a [ἶσον δ᾽ αὖτ᾽ ἀπὸ γῆς ἐς τάρταρον ἠερόεντα·]
ἐννέα δ᾽ αὖ νύκτας τε καὶ ἤματα χάλκεος ἄκμων
725 ἐκ γαίης κατιών, δεκάτῃ κ᾽ ἐς τάρταρον ἵκοι.
τὸν πέρι χάλκεον ἕρκος ἐλήλαται· ἀμφὶ δέ μιν νὺξ
τριστοιχὶ κέχυται περὶ δειρήν· αὐτὰρ ὕπερθε
γῆς ῥίζαι πεφύασι καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης.

***
Ο Δίας πια το μένος του δε συγκρατούσε,μα γέμισαν τα στήθη του ευθύς με ορμή και όλη τουτη δύναμη φανέρωσε. Κι εξίσου από τον ουρανό κι από τον Όλυμπο690προχώραγε και άστραφτε συνέχεια, και οι κεραυνοίευθύς μαζί με τη βροντή και με την αστραπή πετούσαναπό το στιβαρό του χέρι, την ιερή στριφογυρνώντας φλόγα,απανωτοί. Κι ολόγυρα η ζωοδότρα η γη αντιβούιζε,καθώς καιγότανε, κι έτριζε δυνατά από γύρω δάσος αμέτρητο.Έβραζε όλη η γη και του Ωκεανού τα ρείθρακι ο πόντος ο ατρύγητος. Θερμή πνοή τους χθόνιους Τιτάνεςκύκλωνε κι άφατη φλόγα στο θεϊκό αιθέρα έφτανε,και η ακτινοβόλα λάμψη του κεραυνού και της αστραπήςτους τύφλωνε τα μάτια, κι ας ήταν δυνατοί.700Άφατη πύρα το χάος γέμιζε. Φαινότανε σαν να ᾽βλεπαν τα μάτιακαι ν᾽ άκουγαν τ᾽ αυτιά ήχο παρόμοιο,όπως εάν ζυγώνανε η γη κι ο ουρανός ο ευρύς από πάνω.Γιατί τόσο μεγάλος θα σηκωνόταν γδούπος,αν έπεφτε σ᾽ ερείπια η γη και γκρεμιζόταν από ψηλά ο ουρανός.Τόσος γινόταν γδούπος καθώς συγκρούονταν οι θεοί στη μάχη.Και οι άνεμοι σηκώνανε με θόρυβο μαζί σεισμό, σκόνη,βροντή, αστραπή, το φλογερό τον κεραυνό,του μέγα Δία τα βέλη, και φέρνανε κραυγές και ιαχέςκαταμεσής στα δύο μέτωπα. Κι ο θόρυβος της φοβερής της μάχης710σηκωνότανε άπλετος και φανερώνονταν της δύναμης τα έργα.Η μάχη έκλινε. Πριν, όμως, ο ένας στον άλλο αντιστέκοντανκαι μάχονταν σταθερά στην κρατερή τη μάχη.Κι ανάμεσα στους πρώτους δριμεία μάχη σήκωνανο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, ο ακόρεστος για πόλεμο.Τριακόσια βράχια εκείνοι από τα στιβαρά τους χέριαστέλνανε απανωτά και με τα βλήματά τους τους Τιτάνεςκατασκέπααν. Και τους Τιτάνες στείλανε κάτω από τη γημε τους πλατιούς τους δρόμους και σε δεσμά σκληρά τους δέσανε,αφού με τα χέρια τους τους νίκησαν κι ας ήσαν γενναιόψυχοι.
720Και τόσο κάτω απ᾽ τη γη τούς ρίξανε, όσο απέχει από τη γη ο ουρανός.Γιατί τόση είναι η απόσταση απ᾽ τη γη μέχρι το νεφελώδη Τάρταρο.Μέρες εννιά και νύχτες αμόνι χάλκινοαπό τον ουρανό αν έπεφτε, τη δέκατη στη γη θα έφτανε.[Κι εξίσου πάλι από τη γη στο νεφελώδη Τάρταρο:]Νύχτες και πάλι εννιά και μέρες χάλκινο αμόνιαπό τη γη αν έπεφτε, τη δέκατη στον Τάρταρο θα έφτανε.Χάλκινο φράγμα από γύρω τον κυκλώνει. Και γύρω του,στο λαιμό του, τρίδιπλη νύχτα είναι χυμένη. Κι απάνωτης γης οι ρίζες και της ατρύγητης της θάλασσας φυτρώνουνε.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Ίσως φαίνεται περίεργο να μιλάμε για τη γέννηση ίων νόμων σαν ανακάλυψη, όπου μπορούμε να την αποδώσουμε σε κάποιο συγκεκριμένο λαό και σε συγκεκριμένη χρονολογία. Γιατί, a priori, κάθε ομάδα ανθρώπων, όποια κι αν είναι, δεν μπορεί να επιβιώσει παρά μόνο αν τα μέλη της υπακούουν σε ορισμένο αριθμό κανόνων που διέπουν τη συμπεριφορά τους. Και όσα γνωρίζουμε για την αρχαία Ελλάδα λαμπρύνουν αυτό το αξίωμα. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε τη φύση αυτών των κανόνων.

Μπορεί να είναι θρησκευτικοί: sτην περίπτωση αυτή συνδέονται συχνά με θεϊκούς χρησμούς και μεταδίδονται με ιερατική παράδοση. Μπορεί να είναι και οικογενειακοί: έτσι ο Ε. Benvemste (στο Le vocabulaire des institutions indo-europeennes, σ. 103) προσδιορίζει την έννοια Θέμις[1] της ομηρικής εποχής λέγοντας: «Στο έπος, με τη λέξη θέμις εννοούμε τις προ­διαγραφές που ορίζουν τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του καθενός υπό την εξουσία που ασκεί ο αρχηγός του γένους, είτε στην καθημερινή ζωή μέσα στο οικιακό περιβάλλον, είτε στις εξαιρετικές περιπτώσεις: συμμαχία, γάμος, μάχη-. Τέτοιοι κανόνες μπορούν επίσης να ισχύουν στις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών οικογενειών και στις σχέσεις με το μονάρχη: στην περίπτωση αυτή αποκτούν ήδη πολιτική σημασία Και όμως οι κανόνες αυτοί δεν είναι καθόλου νόμοι. Καθώς δεν έχουν συχνά άλλο λόγο ύπαρξης, εκτός από τη σιωπηρή παραδοχή εκείνων που τους τηρούν, οι κανόνες δεν έχουν την αξίωση να είναι έγκυροι, για ένα Κράτος στο σύνολο του, ούτε γνωστοί σε όλους, ούτε κυρίαρχοι από μόνοι τους.

Η αρχαία Ελλάδα παρουσιάζει όμως το μοναδικό πλεονέκτημα να μας καθιστά θεατές στη μεταλλαγή των κανόνων αυτού του είδους, σε πραγματικούς νόμους: παρακολουθούμε στα γεγονότα, στο λεξιλόγιο, τη γένεση μιας έννοιας στην οποία θα στηριχτεί αργότερα ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός μας.

Η ομηρική εποχή δεν γνώριζε νόμους: γνώριζε μόνο τους κανόνες που αναφέραμε προηγουμένως. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των βασιλέων. Η κοινωνία είναι φεουδαρχική. Η δικαιοσύνη αποδίδεται μέσα στην οικογένεια ή με αντίλογο και διαιτησία. Αν και χωρίς αμφιβολία, η κατάσταση αυτή εξελίχτηκε ικανοποιητικά από τη Μυκηναϊκή εποχή ως τις αρχές του 8ου αιώνα (πιθανή χρονολογική τοποθέτηση του Ομήρου) η εξέλιξη αυτή βαρύνει λιγότερο σε σχέση με τις μεγάλες αλλαγές που θα γνωρίσουν οι δύο επόμενοι αιώνες.

Από την αρχή του 8ου αιώνα βλέπουμε να οργανώνονται οι πόλεις: η εξάπλωση των αποικιών μας δίνει τη μαρτυρία.

Δυστυχώς δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την ίδρυση αυτών τω\ πόλεων. Είναι όμως αναμφισβήτητο ότι μια τέτοια γέννηση χρειάστηκε να συνοδευτεί από μία πρώτη κοινή εφαρμογή των εθίμων και από μια πρώτη συναίνεση για το ρόλο που αντιστοιχεί στον καθένα. Είναι εκείνο που συνειδητοποίησε ο Πλάτων όταν, με την εξιδανικευμένη μέθοδό του, επικαλείται, στο 3ο βιβλίο των Νόμων (681 be), τον τρόπο με τον οποίον οι αντιπρόσωποι εξετάζουν τα έθιμα των διαφόρων ομάδων, ώστε να διακρίνουν όσα αξίζουν να διατηρηθούν στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Κυρίως όμως στις πόλεις αυτές συμβαίνει να εξαφανίζεται γρήγορα το μοναρχικό καθεστώς. Τη θέση του καταλαμβάνουν αριστοκρατικά καθεστώτα και τότε έγινε δυνατή η δημιουργία μιας πραγματικής πολιτικής ζωής. Αυτή η συμμετοχή στην εξουσία απαιτούσε φυσικά την επεξεργασία κοινών κανόνων, που θα καθόριζαν τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες του καθενός. Ο νόμος εμφανίζεται λοιπόν όταν, με τη μία ή την άλλη μορφή, οι πολίτες αποκτούν πρόσβαση στην πολιτική ζωή.

Την ίδια όμως εποχή, μία κεφαλαιώδης εφεύρεση πρόκειται να διευκολύνει την επεξεργασία αυτών των κοινών κανόνων: η εφεύρεση αυτή ήταν η γραφή.

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ακριβώς για εφεύρεση. Οι Έλληνες της Μυκηναϊκής Εποχής είχαν χρησιμοποιήσει τη συλλαβική γραφή που διαβάζουμε τελευταία στις πινακίδες, στις οποίες έχει διατηρηθεί. Αλλά αυτή η γραφή χάθηκε στο ναυάγιο του μυκηναϊκού πολιτισμού με την άφιξη νέων πληθυσμών. Αργότερα έμελλε ν’ αντικατασταθεί από το αλφάβητο το οποίον οι Έλληνες χρησιμοποιούν και σήμερα. Οι πρώτες γνωστές μαρτυρίες για τη χρήση αυτού του αλφάβητου ανάγονται στα μέσα του 8ου αιώνα. Η γραφή λοιπόν θα απέβαινε πολύ σύντομα, μέσον πολιτικής χειραφέτησης: με τη γραφή γινόταν, μια για πάντα και για τη χρήση όλων, εύκολος ο καθορισμός των κανόνων, που αντιστοιχούσαν ως τότε μόνο σε αόριστες παραδόσεις υποκείμενες, είτε στο απόκρυφο, είτε σε αυθαίρετες ερμηνείες. Ο πολιτικός νόμος δεν μπόρεσε ν’ αποκτήσει υπόσταση, παρά μόνο από την ημέρα που καταχωρήθηκε σε γραπτό κείμενο.

Και εδώ ακόμα ο Πλάτων μπορεί να χρησιμεύσει ως μαρτυρία, καθώς στο 3ο βιβλίο των Νόμων, δεν παραλείπει να επιμένει στο ρόλο που η γραφή. Στην αρχή, λέει, οι άνθρωποι δεν είχαν διόλου νόμους. Και εξηγεί: «Εκείνη την εποχή δεν είχαν ανάγκη από νομοθέτες και οι νόμοι δεν αποτελούσαν γενικό φαινόμενο. Οι άνθρωποι που ζούσαν τότε δεν ήξεραν να γράφουν αλλά όλοι ζούσαν σύμφωνα με χα έθιμα και τους πατροπαράδοτους νόμους, όπως θα λέγαμε σήμερα (680 α)[2] Και ο Ευριπίδης, υμνώντας στις Ικέτιδες την αθηναϊκή δημοκρατία, είναι εξ ίσου σαφής όταν υπογραμμίζει στο στίχο 432: Όταν όμως οι νόμοι είναι γραμμένοι, φτωχός και πλούσιος στέκουν πάντοτε ίσοι![3]

Πράγματι, η πολιτική χειραφέτηση, που υποβοήθησε το σχηματισμό των πόλεων, και η διάδοση της γραφής, που έδωσε στους κανόνες υπόσταση αντικειμενική και κοινή για όλους, δημιούργησαν πολύ γρήγορα ένα νομοθετικό έργο. Στο σημείο αυτό η παράδοση δεν είναι απόλυτα βέβαιη και πολλοί θρύλοι εμπλέκονται σε πολλά νέα πολιτικά δόγματα. Ωοτόκο, η Ελλάδα διατηρούσε την ανάμνηση μιας σειράς από μεγάλους «νομοθέτες» που έδωσαν σε διάφορες πόλεις σύνταγμα. Επιφανέστερος είναι εκείνος για τον οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα, δηλαδή ο Λυκούργος που συνέταξε τη νομοθεσία της Σπάρτης. Οπωσδήποτε, η μεγάλη - ρήτρα - της Σπάρτης, δηλαδή ο συνταγματικός νόμος της πόλης, φαίνεται να ανάγεται στα μέσα του 8ου αιώνα. Και άλλοι νομοθέτες έμειναν ονομαστοί στην Ελλάδα, όπως ο Ζάλευκος, νομοθέτης των Λοκρών, ο οποίος τοποθετείσαι στο 660 περίπου και ο Χαρώνδας ο νομοθέτης της Κατάνης γύρω στο 630. Υπήρξε στην Ελλάδα ένα γενικό κίνημα. Και οι πόλεις που δεν διέθεταν αρμόδιο πρόσωπο καλού σαν από αλλού κάποιον, για να θεσπίσει νόμους. Η Θήβα π. χ. φαίνεσαι όχι κάλεσε τον Κορίνθιο Φιλόλαο[4]. Όσο για την Αθήνα, η παράδοση αναφέρει όχι γνώρισε διαδοχικά δύο νομοθέτες: τον Δράκοντα, έναν ευγενή Αθηναίο στο τέλος του 7ου αιώνα, και τον Σάλωνα, τον περιφημότερο όλων, που έζησε στις αρχές του 6ου αιώνα και εγκαινιάζει την κλασική εποχή, που έμελλε να γίνει η εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Mε την εμφάνιση της; δημοκρατίας, ο νόμος παίρνει στην Αθήνα το νόημα που θα αποτελέσει πρωτοτυπία στην ελληνική σκέψη. Περισσότερο από κάποιες γενικές αρχές, καθορισμένες στο όνομα μιας θεϊκής αποκάλυψης, κυρίως τους απλούς πρακτικούς κανόνες, που ορίζουν ποινές για ορισμένα αδικήματα, οι νόμοι στο δημοκρατικό πολίτευμα, θα ρυθμίσουν με γενική συναίνεση, τις διάφορες όψεις της κοινής ζωής. Το κύρος τους θα αντικαταστήσει την ατομική ή την ομαδική κυριαρχία, που από τότε θεωρείται ύβρις.

Ο νόμος αντιτάσσεται στην αυθαιρεσία.

Και εδώ εμφανίζεται η σχετική αδυναμία του Σόλωνα. Διότι, αφού στην πατρίδα του έπαιξε το ρόλο του διαιτητή μεταξύ φτωχών και πλουσίων και πρόσφερε μια σειρά νόμους, χαραγμένους σε ξύλο, δεν έδωσε στον εαυτό του την ικανοποίηση ότι πεθαίνοντας άφηνε την Αθήνα σε έννομη τάξη: ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Σόλωνα και παρ’ όλες τις προσπάθειες του, ο Πεισίστρατος κατέλαβε την εξουσία στην Αθήνα, που γνώρισε και αυτή την τυραννία ύστερα από πολλές ελληνικές πόλεις. Οι Αθηναίοι θα γίνουν πάλι υπεύθυνοι της πολιτικής ζωής τους, μετά την ανατροπή της τυραννίας και με έναν καινούργιο νομοθέτη, σαφώς δημοκρατικότερο από τον Σόλωνα. Το σύνταγμα που καθιέρωσε ο Κλεισθένης διέλυσε το πλαίσιο με τις οικογενειακές κάστες, κατάργησε την εξουσία των μεγάλων οικογενειών και διαχωρίζοντας το λαό της Αθήνας σε φυλές, εγκαθίδρυσε το σύνταγμα με το οποίο θα κυβερνηθεί η κλασική Αθήνα: με τη Βουλή των Πεντακοσίων και τη Συνέλευση του Δήμου. Από τότε ο νόμος, θεμέλιο και αποτέλεσμα της δημοκρατίας, γίνεται πολιτικός νόμος, γίνεται ο νόμος.

Αυτό επιβεβαιώνει η εξέταση του λεξιλογίου. Γιατί η λέξη νόμος αρχίζει να εφαρμόζεται στον πολιτικό τομέα από εκείνη την εποχή.

Αρχικά δεν υπήρχε βέβαια καμιά λέξη που να υποδηλώνει κάτι, του οποίου την ύπαρξη κανείς δεν είχε προβλέψει. Και όμως η λέξη νόμος υπήρχε. Και αν δεν συναντάται στον Όμηρο[5] συναντάται σύντομα στη συνέχεια (στους, Ησίοδο, Αρχίλοχο, Θέογνι, Αλκαίο κ.α...). Μέσα όμως από τις ποικίλες έννοιες του[6] δεν προκύπτει καμιά έννοια πολιτική. Μπορεί να εφαρμοστεί στο τραγούδι και στη μουσική η ακόμα να υποδηλώνει μια ιεροτελεστία, μερικές φορές κάποια συνήθεια, άλλοτε ένα ηθικό αξίωμα. Συνδέεται προφανώς με τη ρίζα της λέξης νέμω που σημαίνει μοιράζω (αν και η σημασιολογική σχέση με το νέμω μερικές φορές καθορίζεται δύσκολα) και γενικά υποδεικνύει κάθε είδους κανόνα σε όλους τους τομείς.

Εξ άλλου, όταν άρχισαν να συντάσσουν τους νόμους δεν κατέφυγαν στη λέξη νόμος. Ο συνταγματικός νόμος της Σπάρτης ονομάζεται ρήτρα και η λέξη συνδέεται με το ρήμα λέγω. Επρόκειτο για σχέση εντιμότητας (όπως στην Οδύσσεια, ξ, 393, όπου η λέξη προσδιορίζει μια συμφωνία) ή για ένα λόγο ιερό[7]; Δεν έχει και τόση σημασία αφού η χρήση αυτή δεν συναντάται αλλού. Στην Αθήνα, το όνομα που δόθηκε αρχικά στους νόμους ήταν η λέξη Θεσμός, λέξη που παράγεται από το ρήμα τίθημι - θέτω[8]. Και το πέρασμα από υη λέξη θεσμός στη λέξη νόμος είναι από τα πιο αποκαλυπτικά.

Πράγματι, η λέξη Θεσμός (που υπάρχει ήδη στον Όμηρο), χρησιμοποιείται για τους νόμους του Δράκοντα. Και ο ίδιος ο Σόλων αποκαλεί τους δικούς του νόμους θεσμούς. Στο περίφημο απόσπασμα 24. όταν δηλώνει υπερήφανα ότι συνέταξε νόμους ίσους και για τον καλό και για τον κακό (στίχοι 18-20), χρησιμοποιεί τη λέξη θεσμοί. Προκύπτει το ερώτημα αν μεταχειρίζεται τη λέξη νόμος στο ίδιο ποίημα όταν, στους στίχους 15-16, λέει: «αυτό το κατόρθωσα με τη δύναμη του νόμου ενώνοντας τον καταναγκασμό και τη δικαιοσύνη Ο πάπυρος του κειμένου του Αριστοτέλη (στον οποίο περιέχεται το κείμενο αυτό) λέει πράγματι: κράζει νόμου (με τη δύναμη του νόμου). Αντίθετα, τα χειρόγραφα του Πλούταρχου και του Αίλιου Αριστείδη[9] λένε κράτει homou (με τη δύναμη του ανθρώπου) και πρέπει να εννοηθεί: αυτό το πραγματοποίησα με το κύρος μου ενώνοντας σε ένα τον καταναγκασμό και τη δικαιοσύνη . Οι εκδότες και οι σχολιαστές αμφιβάλλουν[10]. Μας είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε ότι, ακόμα και αν το κείμενο είχε εδώ τη λέξη. νόμου, η έννοια δεν θα ήταν ακόμα εντελώς πολιτική: Θα υποδήλωνε, με μια ηθική και αφηρημένη μορφή, την ολοκάθαρη ιδέα ενός κανόνα, μιας τάξης που εισάγεται στη ζωή του ανθρώπου.

Ο Σόλων δεν χρησιμοποιεί τη λέξη νόμος με την έννοια του νόμου μιας πόλης. Αν και ορίζει την τάξη που επικρατεί έτσι ως ευνομία, είναι φανερό ότι δεν πρέπει να συνδεθεί η λέξη αυτή με τον νόμο[11].

Αντίθετα, εκ των υστέρων οι θεσμοί αυτοί θα φέρουν το όνομα νόμοι με την έννοια που έχουν ήδη στον Ηρόδοτο.

Από ποτέ χρονολογείται η νέα χρήση, και πού υπάρχει το πρώτο αποδεικτικό στοιχείο της;

Η αναζήτηση είναι διασκεδαστική και η επιβεβαίωση δύσκολη. Συναντώνται χρήσεις όπου η λέξη είναι δυνατόν να υποδηλώνει νόμους, πιθανότερο όμως είναι να υπονοεί τα τρέχοντα έθιμα σε διάφορες χώρες (όπως στον Αρχίλοχο, απ. 230 Bude ή ακόμα τρόπους ζωής (όπως στον Θέογνι, 290), δηλαδή κανόνες αρχής (στο αυτό 54). Αργότερα, προς τις αρχές του 5ου αιώνα, πληθαίνουν τα αβέβαια παραδείγματα. Στο 2ο Πύθειον του Πίνδαρου (στ «6> γύρω στο 475, η λέξη νόμος υποδηλώνει ένα είδος συντάγματος (μοναρχικό, δημοκρατικό, αριστοκρατικό). Στο πρώτο (στ. 62), το 470, τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για νόμους με την ακριβή έννοια της λέξης ή για μια τάξη πραγμάτων που ερμηνεύεται στα έθιμα. Η έννοια της νομοθεσίας γενικά επιβεβαιώνεται ήδη από τότε σε δύο ωραία αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Το ένα λέει ότι όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι αντλούν τη δύναμή τους από ένα θείο νόμο (απ. 114)[12] . και το άλλο ότι οι πολίτες οφείλουν να μάχονται για τους νόμους τους, όσο και για τα οχυρά τους (απ. 44). Τα παραδείγματα αυτά, ακόμα αβέβαια[13], διατυπώνονται όλα έξω από τον αθηναϊκό χώρο - όπως οι τρείς επιγραφές που ανακάλυψε ο Μ. Ostwald, όπου χρησιμοποιείται η λέξη νόμος για να υποδηλώσει νόμους (μεταξύ 465 και 455)[14]. Αντίθετα, υπάρχουν πολλά παραδείγματα στον Αισχύλο που, χωρίς να είναι καθοριστικά γιατί αποκλείεται στη δική του σκηνική πραγματικότητα η ιδέα «ον γραπτών νόμων) αναφέρονται σαφέστατα στην εξοικείωση με τον γραπτό νόμο στον κόσμο που ζει ο ποιητής. Η πρώτη ασφαλής μαρτυρία του νόμου με πολιτική έννοια, - κατά τον Μ. Ostwald - βρίσκεται στις Ικέτιδες, που ο μελετητής χρονολογεί με σωστή προσέγγιση μεταξύ 464-463. Είναι οι στίχοι 387-391: «Αν του Αίγυπτου οι γιοί σ’ εξουσιάζουν σύμφωνα με ιηι χώρας σου τους νόμους, οι συγγενείς σας λέγοντας πως είναι οι πιο στενοί, σ’ αυτούς ποιος θα θελήσει ν’ αντισταθεί; γιατί εσύ βέβαια πρέπει να φέρεις αποδείξεις πως δεν έχουν αυτοί απάνω σου καμιά εξουσία αν της πατρίδας σου έτσι οι νόμοι ορίζουν»[15]. Είναι πιθανόν να πρόκειται για κάποιο έθιμο, αλλά το ύφος υπονοεί την εξοικείωση με νομοθετικά κείμενα. Εξ άλλου, η ατμόσφαιρα δικαστικής κρίσης δίνει βαρύτητα στα δύο εδάφια των Ευμενίδων, όπου ο Αισχύλος γράφει, το 458, ότι ο νόμος απαγορεύει στο δολοφόνο να μιλήσει πριν εξαγνιστεί (448) η όχι κάποιος άνθρωπος είναι κατά τον νόμο» ικέτης της προστασίας του Απόλλωνα (576). Φυσικά εδώ πρόκειται για έθιμα θρησκευτικά. Ο αντίλογος όμως φαίνεται να μιμείται τις δικαστικές αγορεύσεις της εποχής. Και το γεγονός ότι τα παραδείγματα γίνονται όλο και περισσότερα[16] δείχνει ότι η συνήθεια να ανατρέχουν στον νόμο ήταν βαθιά ριζωμένη εκείνη την εποχή.

Μπορούμε λοιπόν να χρονολογήσουμε με βεβαιότητα την καινούργια χρήση από το τέλος του 6ου ή την αρχή του 5ου αιώνα. Και επειδή η λέξη θεσμός εξαφανίζεται διά μιας την ίδια εποχή[17] επιτρέπεται να σκεφτούμε ότι η ξαφνική επικράτηση της λέξης νόμος συνδέεται με την έλευση της δημοκρατίας. Είναι προφανές ότι αυτή η χρήση αρχίζει μια δεδομένη στιγμή, μεταξύ Πεισίστρατου και Περικλή. Θα ήταν ελκυστικό να σκεφτούμε ότι σχετίζεται με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η υπόθεση αυτή, που παρουσιάζουν σημαντικοί ελληνιστές[18], υποστηρίχτηκε με σθένος στο πρόσφατο βιβλίο του Ostwald Nomos and the beginnings of the Athenian democracy. Κατ’ αυτόν, η λέξη νόμος μαζί με τη λέξη ισονομία εισήχθησαν στην αθηναϊκή πολιτική ζωή με τον Κλεισθένη, το 507-506.

Η λέξη αυτή δεν πρόκειται να φύγει ποτέ πια. Και είναι αξιοσημείωτη η διαπίστωση όχι αυτή η λεκτική αλλαγή εκφράζεται περίλαμπρα στους ίδιους όρους που υποδηλώνουν ορισμένους δικαστικούς άρχοντες. Από τα μέσα του 7ου αιώνα υπήρχε στην Αθήνα το συμβούλιο των έξι «θεσμοθετών», επιφορτισμένων να μεταγράψουν τα θέσμια και να τα διατηρήσου για την εκδίκαση των διαφορών. Το συμβούλιο αυτό επέζησε και ο Αριστοτέλης περιγράφει το ρόλο του κατά τον 4ο αιώνα. Όταν όμως, προς το τέλος του 5ου αιώνα, οι μετριοπαθείς πήραν την εξουσία στην Αθήνα και αποφάσισαν να προβούν σε αναθεώρηση των νόμων, συγκρότησαν ένα καινούργιο συμβούλιο, το συμβούλιο των «νομοθετώ».Η αντίθεση αντανακλά την ανανέωση του λεξιλογίου που εκείνη την εποχή ήταν ριζωμένα στα ήθη.

Ίσως η διαφορά της αξίας των δύο λέξεων αποδίδει αυτή την αλλαγή. Για τον Μ. Ostwald, η λέξη θεσμός υπονοεί ότι ο νόμος έχει καθιερωθεί από ένα νομοθέτη που είναι πάνω και ξεχωριστά από τους άλλους. Η διάβαση από το θεσμό στον νόμο σημειώνεται τη στιγμή που απορρίπτετε η έννοια των νόμων οι οποίοι επιβάλλονταν εκ των έξω[19] Σε κάθε περίπτωση, είναι αναμφισβήτητο ότι η αλλαγή αυτή ανταποκρίνεται στην επιθυμία να σηματοδοτηθεί η είσοδος- σε μία καινούργια εποχή πιο εκσυγχρονισμένη και πιο θετική. Και δεν είναι απερισκεψία ν υποθέσουμε ότι ο θρίαμβος της νεαρής αθηναϊκής δημοκρατίας, επί τη περσικής εισβολής, συνέβαλε στην εδραίωση του νέου λεξιλογίου και τω νέων ιδεών. Πράγματι, οι Έλληνες υπήρξαν λίγο η πολύ φιλελεύθερο: και αν το σύνταγμά τους ήταν ολιγαρχικό είτε δημοκρατικό, ενώνονταν στην αντίθεση κατά του βαρβαρικού δεσποτισμού. Έτσι ώστε το μίσος τους κατά της τυραννίας ενισχύθηκε από μία πολιτιστική αντίθεση, προ την οποία μέχρι τότε δεν είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία.

Ο νόμος - και ακριβέστερα ο γραπτός νόμος - έγινε τότε το ίδιο το σύμβολο αυτής της διπλής αντίθεσης: ενσάρκωνε για τους Έλληνες τον αγώνα κατά της τυραννίας και το δημοκρατικό ιδεώδες, αλλά και τσ αγώνα κατά των βαρβάρων και το ιδεώδες μιας εξευγενισμένης ζωής.

Αυτές οι δυο αντιθέσεις ερμηνεύονται ταυτόχρονα σε ένα περίφημο απόσπασμα του Ηρόδοτου.

Ήδη πριν από τον Ηρόδοτο, στους Πέρσες του Αισχύλου, μια τραγωδία που παίχτηκε οκτώ μόνο χρονιά μετά τη Σαλαμίνα, η αντίθεση μεταξύ της ελληνικής ελευθερίας και της περσικής υποδούλωσης ήταν σαφής. Όσον αφορά τους Αθηναίους, ο κορυφαίος εκπλήσσει τη σύζυγο του Δαρείου όταν εκείνη τον ερωτά: Ποιός ο αρχηγός που διαφεντεύει το στρατό τους;». Και εκείνος της δίνει την υπερήφανη απάντηση: «Δεν είναι δούλοι μήδε υπήκοοι σε κανέναν» (241-242)[20]. Ο Αισχύλος όμως δεν μιλούσε ακόμα για τον νόμο. Αντίθετα, ο Ηρόδοτος επαναλαμβάνει την ίδια αντίθεση στην Ιστορία του δίνοντας ως κλειδί την έννοια του νόμου: στο 7ο βιβλίο του, ο Δαρείος εκπλήσσεται (όπως και η γυναίκα του στους Πέρσες) όταν αναλογίζεται ότι οι Έλληνες (στην περίπτωση αυτή οι Σπαρτιάτες, όχι οι Αθηναίοι) ενδέχεται να τολμήσουν να στραφούν εναντίον του: «Πώς είναι δυνατόν να αντισταθούν εις τόσον πολυάριθμον στρατόν, εάν βέβαια είναι όλοι τους εξ ίσου ελεύθεροι και δεν εξουσιάζονται από ένα μόνον;»[21] Και αποσαφηνίζοντας τη σκέψη του παρατηρεί: Εάν δηλαδή είναι υπό την εξουσίαν ενός μόνον προσώπου, όπως συνηθίζομεν ημείς, τότε φοβούμενοι τον ένα αυτόν είναι δυνατόν να φανούν γενναίοι και παρά το φυσικόν τους και αναγκαζόμενοι από την μάστιγα είναι δυνατόν να βαδίσουν κατά πολυαριθμοτέρου εχθρού, έστω και αν είναι αυτοί ολιγότεροι. Αν όμως αφεθούν ελεύθεροι, ούτε το πρώτον ούτε το δεύτερον θα κάνουν». Σε αυτή την έκπληξη του βαρβάρου, ο Δημάρατος απαντά με τον νόμο: «Διότι αν και είναι ελεύθεροι, εν τούτοις δεν είναι εις όλα ελεύθεροι. Από πάνω τους δηλαδή στέκει ένας κύριος, ο νόμος, και αυτόν τον φοβούνται πολύ περισσότερο ακόμα απ’ ό, τι φοβούνται σένα οι δικοί σου. Και φυσικά κάνουν ό, τι προστάζει εκείνος. Και τους προστάζει πάντοτε το ίδιο, δεν τους επιτρέπει δηλαδή να φύγουν από το πεδίον της μάχης, οσοιδήποτε και αν είναι οι εχθροί»[22] . Ο νόμος είναι λοιπόν συγχρόνως το συμπλήρωμα της ελευθερίας και ο εγγυητής της Και ο συνδυασμός αυτός χαρακτηρίζει την Ελλάδα.

Τα μεταγενέστερα κείμενα φτάνουν σπάνια την ίδια σταθερότητα στη διατύπωση. Αρκούνται να επιβεβαιώνουν γενικά την απόρριψη της απολυταρχίας. Μπορούμε όμως να διακρίνουμε πως ξέρουν, σε κάθε ευκαιρία, να θυμίζουν ότι ο νόμος πρέπει να θεωρείται ίδιον της Ελλάδας, Έτσι, στον Ευριπίδη, όταν ο Ιάσων αναπτύσσει επιχειρήματα επιδέξιου σοφιστή για ν αποδείξει ότι δεν οφείλει τίποτα στη Μήδεια, αναλύει τα πλεονεκτήματα που αυτή απέκτησε ακολουθώντας τον: Πρώτον ζεις στην Ελλάδα κι όχι σε βάρβαρη χώρα. Τι είναι δίκαιο έμαθες, σύμφωνα ζεις τους νόμους, όχι όπως αρέσει στους ισχυρούς»[23]. Ομοίως και στον Ορέστη, όταν ο Μενέλαος απολογείται ότι έγινε βάρβαρος ζώντας με τους βαρβάρους και υπενθυμίζει ότι είναι ελληνική ιδιότης να τιμάς το γένος σου, ο γέρο Τυνδάρεω του απαντά υπερήφανα (στ. 487): Ναι, αλλά να σέβεσαι και τους νόμους!»[24]

Οπωσδήποτε, όταν τα κείμενα επικαλούνται τον νόμο ως το αντίθετο τ τυραννίας, είναι αυτονόητο ότι υπονοούν ταυτόχρονα και την αντίθεση προς τους βαρβάρους τυράννους. Και η αντίθεση παρουσιάζεται συχνά.

Ο νεαρός Δίας στον Προμηθέα είναι ένας τύραννος[25] Αν και είναι θεός οι κριτικές που διατυπώνονται εναντίον του αντιπαραθέτουν την αυθαιρεσία του στην έννοια των γνωστών και σταθερών νόμων: «Το ξέρω πως είναι τραχύς κι ό, τι κάνει το νομίζει για δίκιο» (σ 198), κι ο Δίας νόμους καινούριους διαφεντεύει παράνομα» (159)[26]. Τέλος, «στους παλιούς θεούς ανέντροπα τη φαντασμένη του εξουσία να δείχνει (416-417)[27].

Εάν η έννοια των γραπτών νόμων δεν μπορεί να διατυπωθεί εδώ σε ό. της την ένταση, υπάρχει αντίθετα στο θέατρο του Ευριπίδη, ο οποίος, όπως ξέρουμε, δεν αποφεύγει τους υπαινιγμούς στην πολιτική της εποχής του.

Στην τραγωδία του Ικέτιδες, που γράφτηκε λίγο μετά το 424, ο Ευριπίδης αντιπαραθέτει τον Αθηναίο Θησέα προς έναν κήρυκα των Θηβών. Και ο Θησέας επαίρεται ότι η τυραννία είναι σε αυτόν άγνωστη: Και πρώτα, ξένε, αφέντη εδώ ζητώντας έκανες λάθος. Λεύτερη ΄ναι η πόλη κι ένας μονάχα δεν την κυβερνάει. Κυρίαρχος ο λαός...» (στ 403-405).[28] Ο κήρυκας τότε του απαντάει με μια αυστηρή κριτική της δημοκρατίας, καθεστώς στο οποίον, κατ’ αυτόν κυριαρχούν ταυτόχρονα η μηχανορραφία και η άγνοια. Έτσι έχουμε μια τυπική αντιπαράθεση, όπου οι αξίες των δύο καθεστώτων προβάλλονται διαδοχικά. Τι βρίσκει όμως ο Θησέας για να επικρίνει την τυραννία; Τι βρίσκει για να εξάρει τη δημοκρατία; Τον νόμο και ακριβέστερα το γραπτό νόμο: Χειρότερο κακό από το μονάρχη δε βρίσκεις σε μια πόλη. Πρώτα πρώτα νόμοι κοινοί για όλους δεν υπάρχουν, ένας εξουσιάζει κι έχει νόμο τη θέλησή του. ισότητα καμιά. Όταν όμως οι νόμοι είναι γραμμένοι, φτωχός και πλούσιος στέκουν πάντοτε ίσοι» (429 κ.σ.). Η κριτική της τυραννίας και το εγκώμιο της δημοκρατίας συνεχίζονται σε 25 στίχους, οι οποίοι συγκεντρώνουν μια ολόκληρη σειρά από επιχειρήματα που άλλα κείμενα προετοίμασαν Για αφετηρία, ο Ευριπίδης έχει θέσει ως αξίωμα τον νόμο. Η λέξη νόμος επαναλαμβάνεται χαρακτηριστικά σε τρεις διαδοχικούς στίχους. Και το καθεστώς που αντιτίθεται στην τυραννία καθορίζεται στην αρχή της φράσης και στην αρχή των στίχων με αυτή τη βασική προϋπόθεση: όταν όμως οι νόμοι είναι γραμμένοι...»[29]. Πριν από την ισότητα, πριν από την ελευθερία, στο αξίωμα και των δύο εννοιών βρίσκεται ο νόμος.

Και ο Σοφοκλής, που δεν εφαρμόζει όσο ο Ευριπίδης τον πολιτικό υπαινιγμό, βάζει εν τούτοις τον Θησέα να λέει και αυτός ότι, η Αθήνα είναι η πόλη όπου τίποτα δεν γίνεται χωρίς τον νόμο (Οιδίπους επί Κολωνώ, στ. 914).

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλα αρκετά παραδείγματα περισσότερο ή λιγότερο σαφή από την αφθονία που μας παρέχει ο 4ος αιώνας. Υπάρχουν ωραιότατα στον Κατά Μειδίου λόγο του Δημοσθένη, όπως η περικοπή (188): «Γιατί ορκιστήκατε, Αθηναίοι, ότι θα υπακούτε τους νόμους. Χάρη στους νόμους έχετε όλοι τα ίδια δικαιώματα. Χάρη στους νό­μους έχετε τ αγαθά που έχετε»[30]. Υπάρχουν σαφέστατα παραδείγματα και στον Αισχίνη που διακηρύσσει στον Κατά Τιμάρχου (4) και επαναλαμβάνει στον Κατά Κτησιφώντος (6): Γνωρίζετε πολύ καλά ότι εις όλον τον κόσμον τρία είναι τα πολιτεύματα: το δικτατορικόν, το ολιγαρχικόν και το δημοκρατικόν. Εις το δικτατορικόν πολίτευμα, ως και εις το ολιγαρχικόν, κυβερνώνται αι πολιτείαι κατά τας διαθέσεις των κατεχόντων την εξουσίαν, ενώ αι λαοκρατούμεναι πολιτείαι κυβερνώνται κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν». Στον πρώτο από αυτούς τους δύο λόγους συνεχίζει: Καλώς γνωρίζετε ότι και τους πολίτες και το πολίτευμα των λαοκρατιών εξασφαλίζουν οι νόμοι, ενώ τους μονάρχες και τους ασκούντας ολιγαρχίαν η καχυποψία και η ένοπλος σωματοφυλακή. Τελικά, λίγο αργότερα δηλώ­νει: «Ημείς δε, οι έχοντες κράτος δικαίου και ισότητος ...» (5: έννομον πολι­τείαν)[31].

Ασφαλώς, όλοι οι συγγραφείς του 4ου αιώνα δεν είδαν τα πράγματα με τόσο απλό τρόπο. Εάν, για τους δημοκράτες, ο νόμος διέκρινε το καθεστώς τους, σε αντίθεση με τα άλλα, και, για ορισμένους, τους Έλληνες σε αντίθεση προς τους βαρβάρους, διέκρινε επίσης τους ανθρώπους σε σχέση με τα ζώα[32].

Εν τούτοις, ο νόμος δεν έπαψε ποτέ να φέρει στην ίδια τη σύστασή του τα σημάδια από τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε. Ακόμα και ο Πλάτων, που δεν είχε αδυναμία ούτε στην αθηναϊκή δημοκρατία, ούτε στην ισότητα που επέβαλλαν οι νόμοι της, θα ξανάβρισκε και αυτός, όταν συλλογιζόταν την τυραννία, διατυπώσεις που δεν αποδοκίμασε ο Θησέας των Ικέτιδων. Το βλέπουμε στην 7η και στην 8η επιστολή του. Σε αυτή την τελευταία, στο 354 b c. δείχνει πώς ο Λυκούργος μεταμόρφωσε την τυραννία σε ένα βασίλειο προορισμένο να συνεχιστεί: γιατί, όπως λέει, ο νόμος ήταν βασιλιάς στους ανθρώπους, όχι οι άνθρωποί, οι οποίοι γίνονταν τύραννοι των νόμων. Στην 7η επιστολή, στο 334 c, κάνει μία επίσημη προειδοποίηση: «Μην υποδουλώσετε τη Σικελία, ούτε άλλη χώρα, στην κυριαρχία ανθρώπων - αυτή είναι η δική μου συμβουλή - αλλά σε νόμους»[33].

Από τον Δημάρατο του Ηρόδοτου ως τον Πλάτωνα της 7ης επιστολής, περνώντας από τον Θησέα του Ευριπίδη, η παράδοση είναι η ίδια. Υπάρχει σε αυτή μία οξεία αίσθηση του κοινού νόμου, τον οποίον οι πολίτες είχαν την ικανότητα να δώσουν στον εαυτό τους, και απο τον οποίον ανέμεναν ταυτόχρονα την ευταξία και την ελευθερία.

Για εκείνους, ήδη, η ελευθερία προσδιοριζόταν ως υπακοή στους νόμους.

Αυτή η εξωθρησκευτική και δημοκρατική άποψη ίου νόμου, που αντιστοιχούσε στις συνθήκες της ανακάλυψής του και ερμηνευόταν στην επιλογή του λεξιλογίου, δεν ήταν εν τούτοις χωρίς δυσκολίες. Είχε αφαιρεθεί κάθε λέξη που υπονοούσε επιβεβλημένη απόφαση, διαταγή κάποιου σε άλλον. Η λέξη όμως που υιοθετήθηκε και της οποίας οι εφαρμογές, όπως αναφέραμε προηγούμενα, ήταν πολυποίκιλες, προσφερόταν για διαφορετικούς επίσης συνδυασμούς, καθώς περιείχε μια λανθάνουσα διφορούμενη έννοια και πιθανές αποκλίσεις.

Ο νόμος συμφιλιώνει πράγματι το αφηρημένο ιδεώδες της ευταξίας με τις απλές πρακτικές συνήθειες.

Υπάρχει ένας θείος νόμος που ρυθμίζει με ποιον τρόπο συμμετέχει το κάθε τι στην τάξη του σύμπαντος. Κατά τον Ησίοδο, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, αν τα ζώα αλληλοσπαράσσονται, οι άνθρωποι χουν λάβει δωρεά τη δικαιοσύνη και ανταμείβονται, όταν ξέρουν να συμμορφώνονται. Η τάξη, ο κανόνας, η ευρυθμία που διέπουν το σύνολο του σύμπαντος είναι αυτό για το οποίον οι άνθρωποι θα καυχηθούν επειδή πέτυχαν να κυριαρχήσει στις πόλεις τους. Επίσης ο Θέογνις μιλάει (54) περιφρονητικά γι’ αυτούς που κάποτε (όπως στην Οδύσσεια ο Κύκλωπας)[34] γνώριζαν ούτε δίκαιο ούτε νόμους. Ο «νόμος» αντιπροσωπεύει έτσι ένα ιδεώδες πολιτισμού. Είναι ο κανόνας καθ’ εαυτός, το αξίωμα της τάξης, και οι άνθρωποι τον χάρισαν στον εαυτό τους, όπως ο Δίας τον χάρισε στον κόσμο.

Αλλά στην άλλη άκρη του σημασιολογικού πεδίου ο νόμος υπενθυμίζει με ποιο τρόπο τα πράγματα εξελίσσονται στην πράξη με τη δύναμη της συνήθειας. Αυτό εξηγεί γιατί κατ’ αρχήν μιλούν για νόμο εκεί όπου οι παραδόσεις είναι περισσότερο καθιερωμένες, δηλαδή στον τομέα των θρησκευτικών τελετουργιών. Ο Ησίοδος μιλάει για θείο νόμο. αλλά μιλάει επίσης και για θυσίες που προσφέρονται σύμφωνα με τη συνήθεια (Θεογονία, 417). Και αυτή η έννοια θα διατηρηθεί σε όλη τη διαδρομή του ελληνισμού. Θα μιλήσουν επίσης για τον τρόπο συμπεριφοράς, για έθιμα που υπόκεινται σε κριτική και που οπωσδήποτε ποικίλουν από λαό σε λαό. Σε αυτή την περίπτωση, ο νόμος είναι λιγότερο σεβαστός, λιγότερο δικαιωμένος, λιγότερο ρυθμιστικός, από όσο ήταν σεβαστός, δικαιωμένος και ρυθμιστικός στην πρώτη περίπτωση.

Ο πολιτικός νόμος, ο νόμος με την έννοια που θα μας απασχολήσει εδώ, βρίσκεται στο σημείο επαφής των δύο αυτών εννοιών. Καθορίζει, μια για πάντα, στο όνομα ενός ιδεώδους για την τάξη. τις παραδόσεις και τα έθιμα στα οποία τα μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας αποδέχονται να συμμορφώνονται. Η κανονιστική αξία του βασίζεται στη συνήθεια[35] και επιβεβαιώνεται από αυτή[36].

Η λέξη νόμος περιέκλειε λοιπόν μέσα της μια ένταση ανάμεσα στις δύο αυτές αξίες - ρυθμιστική και θετική - από την οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα προκύψουν πολλά προβλήματα. Ερμήνευε όμως, με τον ίδιο τρόπο, την επιδίωξη να αναγνωριστεί μια ανθρώπινη τάξη και να δοθεί απόλυτη αξία στην καθημερινή συμπεριφορά, που θα αποτελέσει την υπερηφάνεια των Ελλήνων σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας και, σε κάποιο μέτρο, θα περάσει ολοζώντανη ως την εποχή μας.
 ------------------------- 
[1] Ελληνικά στο κείμενο, όπως και όλες οι λέξεις οι οποίες σημειώνονται εφεξής με πλάγια στοιχεία. Με πλάγια και οι τίτλοι των έργων.
 [2] Πλάτων, Νόμοι, μετ. Γ. Κουσουνέλος., «Κάκτος». Από την αυτή μετάφραση και τα παραθέματα που ακολουθούν. (Σ.μ.)
[3] Ευριπίδης, Ικέτιδες, μετ. Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος». (Σ.μ.). Βλ. επόμενες σελίδες 29-30.
[4] Η χάση αυτή, ιδιαίτερα χαρακτηριστική στους Έλληνες, η οποία τους ώθησε να διατυπώσουν το γρηγορότερο γραπτώς τους κανόνες ενός σαφούς δικαίου, εξηγεί το εύλογο ερώτημα, αν είχαν εφαρμόσει ποτέ εθιμικό δίκαιο. (Βλ, π.χ. Ed. Meyer, Gesch. d. Alt, II, σ. 573, και Hirzel, Themis..., σ. 359).
[5] Στη ραψωδία, α της Οδύσσειας, στ. 3, πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», ο Ζηνόδοτος διάβαζε νόμον αντί νόον. Πολλοί μελετητές, όπως ο Wilamowitz και ο Hirzel, υπερασπίσθηκαν τη λέξη νόμον, αλλά η μοναδικότητα αυτή δεν επιβεβαιώνεται (Ehrenberg) και σήμερα έχει σχεδόν απορριψθεί.
[6] Ο Ostwald διακρίνει 13!.
[7] Πιθανόν να υπάρχει εδώ η ιδέα ενός κελεύσματος: ο Σιμωνίδης, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος (βιβλίο 7, 28), έλεγε όχι οι Σπαρτιάτες πέθαιναν «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» και φαίνεται ότι υπάρχει απήχηση στους δύο όρους.
[8] Από αυτό επίσης παράγεται η λέξη θέμις που σημαίνει δικαιοσύνη στην αρχική και θεία μορφή της. Ο Ε. Benveniste (Le vocabulaire des institutions indo-europeennes, o. 102-103) υπενθυμίζει τη σχέση της λέξης θέμις με τη λέξη θεμέλιο και επιμένει ότι η λέξη σημαίνει το οικογενειακό δίκαιο σε αντίθεση με τη λέξη δίκη που είναι το δίκαιο μεταξύ των οικογενειών της φυλής.
[9] Αίλιος Αριστείδης. Ρήτορας από την Μυσία (126-189 μ.Χ.). Σπούδασε σοφιστική στην Πέργαμο και στην Αθήνα με δάσκαλο τον Ηρώδη τον Αττικό. (Σ.μ.)
[10] Στους υπερασπιστές της λέξης, νόμου πρέπει ν' αναφέρουμε τον Stier Ισ. 230» και τον Gigante (σ. 321, οι οποίοι επιμένουν στην υψηλή έννοια που δόθηκε τότε στη λέξη νόμος, που προσδιορίζει ένα ηθικό και θρησκευτικό ιδεώδες. Στους υπερασπιστές της λέξης homou είναι οι Ehrenberg (σ. ! 16) και Heimmann.
[11] Η λέξη ευνομία προέρχεται από το ρήμα ευ νεμεσθαι δηλαδή, με την ευρύτερη έννοια, να διοικείσαι καλά. Αυτό επισήμαναν ο Hirzel και ο Ehrenberg, ύστερα ο Itier και τέλος μελέτησε λεπτομερώς το θέμα ο Martin Ostwald σ. 62-137. Κατά τον Μ. Gigante, η λέξη υποδηλώνει την πολιτική αντανάκλαση ενός θείου νόμου.
[12] Κατά τον Μ. Ostwald, σ. 27. πρόκειται για ήθη.
[13] Ο Ostwald έχει επιφυλάξεις αλλά ο Hemimann. σ. 71. είναι λιγότερο αυστηρός
[14] Ostwald:, σ. 43-47.
[15] Ικέτιδες, μετ. Ε. Χαιζηανέστη, I. Ζαχαρόπουλος (Σ.μ.)
[16] Μπορούμε ν’ αναφέρουμε τους «καινούργιους νόμους» η τους «δικούς του νόμους» με τους οποίους ο νεαρός Δίας διαφεντεύει στον Προμηθέα. 158 και 415.
[17] Η λέξη χάνεται το 450
[18] Hirzel, Schroeder. Heinimann.
[19] Για τον Hirzel (θέμις..), η διαφορά βρίσκεται στην εξάπλωση: ο θεσμός είναι το θεμελιώδες αξίωμα των διαφόρων νόμων ή πρακτικών εθίμων. Ο θεσμός γίνεται νόμος όταν ο κανόνας γίνεται συνήθεια.
[20] Την αντίθεση αυτή θα ερμηνεύσουν πολλά νεώτερα κείμενα με ακόμα περισσότερη ένταση. Έτσι, στην Ελένη, ο Ευριπίδης γράφει: «Οι βάρβαροι είναι όλοι σκλάβοι εκτός από έναν · (276) και στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι: Το σωστό, να κυβερνούν Έλληνες βαρβάρους κι όχι βάρβαροι χους Έλληνες, γιατί οι βάρβαροι είναι δούλοι κι οι Έλληνες ελεύθεροι» 11399-1401). Δεν χρησιμοποιεί όμως τη λέξη νόμος. Πέρσαι, μετ. Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος».
[21] Ηρόδοτος, βιβλ. 7ο, 104 κ.σ., μετ. Ευαγ. Πανέτσος, «I. Ζαχαροπουλος». Από το ίδιο και τα άλλα εδάφια. (Σ.μ.)
[22] Για τη διατύπωση νόμο δεσπότη βλ., σ. 70
[23] Μήδεια, 534-538, μετ. Γ. Γιατρομανωλάκη. Καρδαμίτσα Μήδεια, 534-538: νόμοις τε χρήσθαι
[24] Ορέστης, 486-487. μετ. Γιάννη Τσαρούχη, «Καστανιώιης». (Σ.μ.)Ανάλογες σκέψεις αλλά λιγότερο σαφείς βρίσκουμε στην Ελένη. 276 και στις Τρωάδες, 932.
[25] Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται δέκα φορές. Το έργο πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να σχετίζεται με την πολιτική κατάσταση στη Σικελία, Ίσως γράφτηκε και παρουσιάστηκε σιη Γέ. Αντίθετα, ο βασιλιάς στις Ικέτιδες, όταν ζητάει τη συμβουλή του λαού, παρουσιάζει έναν άρχοντα συνταγματικό και, κατά μια έννοια, δημοκρατικό.
[26] Προμηθεύς Δεσμώτης, μετ Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος», (Σ.μ.)
[27] Στο αρχαίο κείμενο η λέξη είναι αθέσμως (ο. 159), (Σ.μ.)
[28] Ικέτιδες, μετ. Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος». (Σ.μ.).
[29] Ο Μ. Ostwald επιμένει στο βιβλίο του (σ. 43-47) όχι η λέξη νόμος δεν αφορά αναγκαστικά χο γραπτό νόμο και όχι η φύση ενός νόμου δεν αλλάζει είτε γραπτός είναι είτε όχι. Το απόσπασμα του Ευριπίδη δείχνει καλά όχι αν η νομική διαφορά είναι ασθενής, η πολιτική διαφορά είναι σημαντική. Ίδιον του ελληνικού νόμου είναι ο γραπτός νόμος αν και υπήρχαν και άγραφοι. Ο Ηρόδοτος λέει όχι η κυριαρχία του νόμου είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων, ενώ υπήρχαν και νόμοι των βαρβάρων.
[30] Βλ. σ. 138. Κατά Μειδίου, μετ. Νίκης Καλαμαρά-Φιλιππουπολίτη, «I. Ζαχαρόπουλος». (Σ.μ.)
[31] Κατά Κτησιφώντος, Κατά Τιμάρχου, μετ. Η. Ηλιού, Γ. Κορδάτου, «I. Ζαχαρόπουλος». (Σ.μ.).
[32] Βλ. σ. 161.
[33] Σε αυχές τις δύο διατυπώσεις συναντάμε την ίδια ηχώ στα κείμενα του Πίνδαρου και του Ηρόδοτου.
Μετ. Η. Κορμπέτη, «Εποπτεία . (Σ.μ.).
[34] Ραψωδία ι, 214. Στην Οδύσσεια η λέξη είναι Θέμιστας και όχι νόμους.
[35] Ehrenberg σ. 104: με τη δημιουργία της νομικής παράδοσης, αναπτύσσεται μία αυθεντία με ρυθμιστικό χαρακτήρα
[36] Αριστοτέλης: Πολιτικά II 1269α, 20: «Και τούτο διότι ο νόμος ουδεμίαν άλλην δύναμιν έχει διά να πείθει πλην του έθους» (Μετ. Π. Λεκατσά)..

Ζηλεύω…

Από τα αρχαιότερα συναισθήματα είναι η ζήλια. Η ζήλια είναι παιδί της βιολογίας καθώς – ενίοτε – μας αναγκάζει να βελτιωθούμε ή να μηχανορραφήσουμε για να επιβιώσουμε αλλά και παιδί της σύγκρισης καθώς τη βιώνουμε όταν οι άνθρωποι συγκρινόμαστε με κάποιον και, στο μυαλό μας, χάνουμε αυτή τη σύγκριση.

Γεννιέται λίγο αφού γεννηθούμε και αποτελεί ασυνείδητο και αόρατο μέτρο. Συγκεκριμένα, η σύλληψή της ζήλιας γίνεται γύρω στο δεύτερο χρόνο της ζωής μας και από εκεί και πέρα, προοδευτικά, αναπτύσσεται.

Για να γίνει πιο κατανοητό, οραματιστείτε τη σύγκριση στην οποία, ασυνείδητα, μπαίνουμε οι άνθρωποι σαν μία πλάστιγγα. Στο ένα άκρο είμαστε εμείς ενώ στο άλλο ο άλλος. Φανταστείτε τώρα τη ζήλια να ανεβαίνει στο τάσι το οποίο είναι ο άλλος με αποτέλεσμα η πλάστιγγα να γέρνει προς αυτόν. Στην ουσία, λοιπόν, αν και δικό μας αδερφό συναίσθημα η ζήλια ενεργεί εναντίον μας. Ακριβώς όπως ένας ανεξέλεγκτος αδερφός στον οποίο χρειάζεται να επιβάλλουμε όρια. Όσο τρέφεται, λοιπόν, αυτός ο αόρατος αδερφός τόσο μεγαλώνει και τόσο μεγαλύτερο κομμάτι καταλαμβάνει μέσα μας. Πότε, όμως, περνάει την “εφηβεία” της η ζήλια και πότε ξεκινά να είναι το περισσότερο εμφανής;

Αφού, προηγουμένως, αναφέραμε ότι η ζήλια γεννάται με ένα χρόνο διαφορά από εμάς ήρθε η ώρα να μάθουμε και το γιατί… Ο πρώτος χρόνος της ζωής μας μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ο πλέον ναρκισσιστικός. Η έννοια του ναρκισσισμού έχει να κάνει με την ιδέα της μοναδικότητας για τον βρεφικό εαυτό αφού η πιο σημαντική φιγούρα της ζωής κάποιου – η μητέρα – υπηρετεί κάθε του ανάγκη. Στο τέλος του πρώτου χρόνου ζωής μέχρι και την αρχή του δεύτερου το βρέφος ξεκινά να εξερευνά περισσότερο το χώρο στον οποίο φιλοξενείται μέσω της νεοσύστατης δυνατότητάς του να μπουσουλάει. Είναι η εποχή που η επικοινωνία με κάποιον δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την οπτική επαφή αλλά περνάει και στην διεκδικητική αφή.

Σε αυτό το στάδιο, λοιπόν, το βρέφος καθώς ανακαλύπτει ότι υπάρχουν περισσότερες από μία οδοί επικοινωνίας ανακαλύπτει ότι και η μητέρα είναι μοιραζόμενη ανάμεσα από άλλα πρόσωπα – βασική αρχή πίσω από το κοινωνικό συναίσθημα. Αυτή η συνειδητοποίηση, όμως, μέλλει να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την ναρκισσιστική πεποίθηση που διατηρούσε μέχρι τώρα… Φανταστείτε ότι δημιουργείται ένα κλάσμα του οποίου αριθμητής και διαιρετέος είναι το ναρκισσιστικό στοιχείο ενώ παρανομαστής και διαιρέτης το νεοσύστατο κοινωνικό συναίσθημα. Όσο πιο σταθερή ήταν στις εκκλήσεις του τον πρώτο χρόνο της ζωή του, η μητέρα, τόσο μικρότερη η ναρκισσιστική αντίσταση και τόσο πιο μεγάλη η κοινωνική επιρροή. Το αποτέλεσμα της διαίρεσης αυτής, όντας πάντα ατελές, αφήνει υπόλοιπο τη ζήλια!

Αναλόγως αν θα είναι μεγάλο ή μικρό, το υπόλοιπο αυτό αναφύεται στην επιφάνεια όταν κάποιος σημαντικός για εμάς έχει καλύτερη αντίδραση σε κάποιον άλλο από ό,τι σε εμάς τους ίδιους. Αφού, όμως, η ζήλια, ομολογουμένως, δεν μας προσφέρει τίποτα και ίσα ίσα μας υποσκάπτει γιατί τη διατηρούμε; Για τον ίδιο λόγο που τρέφουμε και συντηρούμε κάθε τι αρνητικό… Για το λεγόμενο δευτερογενές όφελος! Και αυτό δεν είναι άλλο από το ότι η ζήλια μπορεί να χαρακτηριστεί ως το μυστικό της νεότητας καθώς μας γυρνάει, ασυνείδητα, στην ηλικία των τριών ετών! Την ηλικία, δηλαδή, που ανθίζει περνώντας την “εφηβεία” της όταν ο η γονική φιγούρα του αντίθετου φύλου διεκδικείται – τρόπον τινά – ερωτικά από εμάς τους ίδιους και από τον σύντροφό της και έτερο γονέα μας.

Όταν, λοιπόν, χρόνια αργότερα, η σύντροφος κάποιου κοιτάξει λάγνα κάποιον άλλο άνδρα και ο πρώτος το αντιληφθεί ξεκινά η σύγκριση… Ο άλλος τότε στο μυαλό γιγαντώνεται και μεταμορφώνεται στον παντοδύναμο πατέρα. Τον πατέρα που στην ηλικία των τριών και όταν κοιτάξαμε πρώτη φορά ερωτικά τη μητρική φιγούρα μάς έκοψε τα φτερά βιαίως. Το οιδιπόδειο στάδιο, λοιπόν, επιδρά καταλυτικά στη ζήλια λειτουργώντας πότε ως μεγεθυντικός φακός της και πότε ως υποκοριστικό της. Τι κρύβεται, όμως, πραγματικά πίσω από τη ζήλια;

Μα φυσικά ο φόβος. Ο πολυτάλαντος, στις μεταμφιέσεις, φόβος, ο οποίος σχεδόν πάντα έρχεται προσωπιδοφόρος. Ο φόβος αυτός έχει να κάνει με την απόρριψη και εν γένει με την εγκατάλειψη από πρόσωπα τα οποία θεωρούμε σημαντικά. Είναι ο ίδιος, ακριβώς, φόβος που μας κατέτρεχε όταν στον πρώτο χρόνο της ζωής μας η επιβίωσή μας εξαρτιόταν από την απόκριση της μητέρας. Κάποιος, λοιπόν, που βίωσε την απουσία εκείνης ή μία αμφίθυμη συμπεριφορά της μέλλει και να συνεχίσει να διέπεται από το ίδιο αίσθημα αδυναμίας και εγκατάλειψης εάν σε κάθε δεδομένη ευκαιρία η σύντροφός του δεν μετατρέπεται σε “ιδανική μητέρα” αποδεικνύοντάς του ότι είναι απίκο και αποκλειστικά για εκείνον.

Κλείνοντας, καλό είναι να αναφέρουμε που “κοιμάται” η ζήλια όταν δεν δρα. Κοιμάται στο κομμάτι που έχουμε κρατήσει για τον εαυτό μας και συγκεκριμένα στο κομμάτι που έχει να κάνει με την αυτοεκτίμηση. Εκεί δεσμεύει όσο το δυνατόν περισσότερο χώρο έως ότου παραγκωνίσει εντελώς την αγάπη που έχει κάποιος για τον εαυτό του και τον καταστήσει έρμαιό της. Στην προσπάθειά της αυτή, η μεγαλύτερη παγίδα της ζήλιας είναι η εκλογίκευση· η παρανόηση ότι είναι απλά η ακραία έκφραση του ενδιαφέροντος. Όσο και να ζηλεύει, όμως, κάποιος και να το εκλογικεύει, εσφαλμένα, ως ενδιαφέρον το μόνο που καταφέρνει είναι να αναβιώνει μία κακή σχέση με τη μητέρα… Κι όταν η σύντροφος γίνει μητέρα τότε εκείνος, μοιραία, γίνεται ανοριακό παιδί…

Οι δάσκαλοι της ζωής μου...

Ποιον θεωρείς δάσκαλό σου;
-Δηλαδή τι δάσκαλος; Τι με δίδαξε;
-Βρε παιδί μου, ποιος σου άφησε στάμπα στην ζωή σου;
-Μα δεν είναι ένας, είναι πολλοί...

Είναι η μητέρα μου που μ' αγάπησε και φρόντισε να μεγαλώσω ανεξάρτητος. Θυμάμαι δάκρυσε όταν μου είπε ότι δεν έδειξε την αγάπη που έπρεπε. Που να 'ξερε. Που να 'ξερε πως η αγάπη της φαινόταν στην εμπιστοσύνη της, στα μάτια της, στα χάδια της, στην αγκαλιά της. Που να 'ξερε πως όταν παγώνει η ψυχή μου, ζητάω την ζεστασιά της δικής της ψυχής.

Είναι ο πατέρας μου που συνέχεια μου έδειχνε ότι δεν ήμουν αρκετός. Πάντα κάτι έλειπε ή περίσσευε. Μα μ' αγαπούσε. Το έβλεπα στα μάτια του όταν μου έλεγε να προσέχω πριν βγω από το σπίτι. Ακόμα δηλαδή μ' αγαπάει. Το καταλαβαίνω από τα παράπονα που κάνει στην μητέρα μου ότι δεν τον παίρνω τηλέφωνο. Άξιζε να γίνω καλύτερός γι' αυτόν.

Είναι τ' αδέλφια μου...
Ο μεγάλος μου έμαθε πως να συμβουλεύω, να μοιράζομαι, να αγαπάω αδελφικά. Ακόμα θυμάμαι εκείνο το κλάμα που έριξα όταν του φώναξε ο πατέρας μου σοβαρά για πρώτη φορά.

Ο μικρός μου έμαθε τι θα πει να είσαι μάνα. Να νοιάζεσαι, να δίνεσαι, να αγαπάς, να προσέχεις, να αγωνιάς, να θυσιάζεσαι.

Είναι οι υπόλοιποι συγγενείς μου. Η γιαγιά μου με την υπερβολική της αγάπη και τα μυστικά της που μου εκμυστηρεύτηκε. Η θεία μου που μου λέει συνεχώς πως μ' αγαπάει και πόσο εκτιμάει την παρουσία μου. Είναι όλοι οι άλλοι που μ' αγαπούν και με νοιάζονται.

Είναι οι φίλοι μου που με έμαθαν να γελάω, να νοιάζομαι, να μοιράζομαι, να ανησυχώ, να στενοχωριέμαι, να αγαπώ.

Είναι ο έρωτας που μου έμαθε να πετάω, να δίνομαι, να αισθάνομαι, να νοιάζομαι, να σκέφτομαι, να πονάω, να δένομαι, να εθίζομαι,να προσγειώνομαι έστω και άτσαλα, να ζω...

Είναι κι άλλοι... Σα να θυμάμαι μια δασκάλα που μας αποκάλεσε "παιδιά της". Κι ήταν και ένα κορίτσι του δρόμου που μου είπε ότι είμαι όμορφος. Ήταν μια γριούλα που βοήθησα να περάσει τον δρόμο. Ήταν τα φυτά που φρόντιζα. Ήταν τα ζωάκια που με είχαν ανάγκη. Ήταν όλος ο κόσμος.

Κι ίσως είμαι λίγο κι εγώ που επέτρεψα στον κόσμο να με αγγίξει. Να τον νιώσω. Να ζήσω και πεθάνω μαζί του...

Το τραύμα

Ηλιόλουστες μέρες

Ηλιόλουστες μέρες που αιμορραγούν, σέρνονται κάτω από το δέρμα του υποκειμένου. Έξω από αυτό, συναντώνται πρόσωπα που προσπαθούν μέσα από χαμόγελα να φέρουν στην επιφάνεια την έκφραση μιας περίσσειας οδύνης που χάνεται εκεί που η σκέψη δεν μπορεί να διεισδύσει, πάρα μόνο με την βοήθεια ακροβατών της ψυχαναλυτικής σχολής .

Ηλιόλουστες μέρες που αιμορραγούν θρονιάστηκαν στην άκρη του μυαλού και χαίρονται την έλλειψη της ηδονής και την ύπαρξη της οδύνης. Ατελείωτα συμβάντα που έρχονται να επιτελέσουν το έργο του παρελθόντος στο παρόν. Τρίζουν τα δόντια τους μέσα στο βαθύ σκοτάδι του ονείρου, που το υποκείμενο περιδιαβαίνει στα τυφλά, χωρίς ένα χέρι μητρικό να οδηγεί τις ευαίσθητες αρτηρίες του μακριά από τις αιμορραγικές κρίσεις του φοβισμένου μυαλού.

Το μητρικό χέρι σαν μια διαφάνεια. Δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της παρουσίας του. Μένει μια απατηλή οπτασία που χάνεται αφήνοντας το υποκείμενο να φαντασιώνεται την απουσία του. Να νομίζει ότι αυτό φταίει για αυτή. Η αίσθηση ενός μετεώρου, απροσδιόριστου σχήματος που εξαφανίζεται μόλις το υποκείμενο πλησιάζει, δεν μπορεί να δημιουργήσει την σιγουριά μιας ύπαρξης που νομίζει ότι εξαφανίζεται όταν την πλησιάζουν.

Ηλιόλουστες μέρες που αιμορραγούν μπροστά στην τεράστια και απειλητική πραγματικότητα των εσωτερικών, σιωπηλών συμβάντων της οικογενειακής ζωής και των εκκρίσεων γονεϊκών μοναχικών κρίσεων, πάνω στο άνθος της ηλικίας του υποκειμένου. Η εγκατάλειψη που ποτέ δεν συνειδητοποιήθηκε το εύρος της, διότι η διαφορετικότητα της παρουσίας της, μπερδεύει τα μαθηματικά σαΐνια μιας αυταρχικής οικογενειοκρατίας, είναι εδώ και παίρνει μορφές και διαστάσεις που κανείς δεν μπορεί να τις προλάβει. Ο φόβος, και αυτός εδώ! Σκάβει τα λαγούμια του μέσα στο χρόνο και ξοφλάει τα διαγεννεολογικά γραμμάτια με υπογραφές πάνω στο δέρμα της ψυχής του.

Απωθημένες οικογενειακές επιθυμίες.

Ο μελετημένος τρόμος, απλωμένος στο διάβα του υποκειμένου. Το τραύμα δεν είναι παρά η μετάπλαση του υποκειμένου, σε αντικείμενο της επιθυμία του άλλου. Οι φόβοι του, οι αγωνίες, κατασκευάζονται από τις απωθημένες οικογενειακές επιθυμίες. Η ενοχή και η ντροπή μεγαλώνουν, προσπαθώντας όμως να τις κρύψει, να τις εξαφανίσει... κινδυνεύει να χαθεί το ίδιο. Τυλίγουν το κορμί του τα βράδια καθώς νιώθει να εξαρτάται - έτσι αφημένο και φοβισμένο - στα πληγωμένα δωμάτια της ζωής τους. Μάταια προσπαθεί να βρει την θέση του μέσα στην πλήρη διαταραχή ενός περιβαλλοντικού χώρου, που το καταβροχθίζει χωρίς την δυνατότητα αντιρρήσεων από μέρος του.

Νιώθει την οικογενειακή ενοχή να το ξαπλώνει στα βρόμικα σεντόνια της που του περιορίζουν την ανάσα. Κρύβουν τον ορίζοντα της χαράς. Φασκιώνουν την ηδονή. Φαίνεται ότι προσπαθούν, μέσα από αυτό το αγκάλιασμα, να σκεπάσουν προστατευτικά την δική του ενοχή, αλλά κρύβουν την ντροπή της οικογένειας. Με πόση ευκολία, τέτοιου είδους τελετουργίες, αναπαράγουν την ενοχή και λειτουργούν σαν ένας κρυφός μηχανισμός που δεν την κρατά μόνο ζωντανή, αλλά την δυναμώνει. Η οικογένεια κλαίει και οδύρεται στην προσπάθεια να μεγαλώσει τα παιδιά της χωρίς να τους λείψει τίποτα, όμως τα υποκείμενα κουβαλάν την μυθική κληρονομιά του τραύματος της, και κανείς δεν το καταλάβει.

Σαν κομιστής της ζωής, η οικογένεια είναι συγχρόνως και κομιστής αγωνίας. Αυτές οι δύο ιδιότητες επενεργούν χωρίς τα μέλη της να το αντιλαμβάνονται. Το υποκείμενο παραδομένο στην ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής περιμένει καρτερικά τις εκδηλώσεις της καταπίνοντας την απογοήτευση, καταπίνοντας την ματαίωση, μαζεύοντας την γλυκόπικρη προσδοκία του, σαν τοξικό κατάλοιπο, πολύ βαθιά μέσα στα σπλάχνα του.

Δεν υπάρχουν αντιστάσεις! Το υποκείμενο δεν μπορεί να αντισταθεί σε τίποτα που νομίζει ότι του δίνει νόημα. Με ανοιχτά τα μενεξεδένια χείλη του φιλάει ένα κόσμο μολυσμένο από την βία και την απανθρωπιά, νομίζοντας ότι εισπνέει το καθαρό οξυγόνο της γέννησης και της ανάπτυξης μιας ευλογημένης ανθρωπότητας. Όμως, όπως η οικογένεια έτσι και η ανθρωπότητα τον αγκαλιάζει στην προβληματική αγκαλιά της. Του διηγείται παραμύθια με ακρωτηριασμένες νεράιδες που πετάνε πάνω από το κρεβατάκι της βρεφικής του ηλικίας. Του μεταβιβάζουν την κληρονομιά του φόβου, που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά.

Το τραύμα είναι το αποτέλεσμα μιας βίας

Το τραύμα δεν φαίνεται. Κανείς δεν το αναγνωρίζει. Κανείς δεν το παραδέχεται σαν δικό του περιεχόμενο, αλλά το αποδίδει στον άλλον. Το τραύμα κατασκευάζει το υποχρεωτικό σύμπαν της συμμόρφωσης. Το τραύμα είναι λειτουργικά, ένας συμμορφωτής! Είναι ένα τελετουργικό κόσμημα στην κοινωνική προσαρμογή των ευνουχισμένων υπάρξεων που μάταια φτασμένοι φιλόσοφοι και ψυχολόγοι, τρύπησαν τα παντελόνια του μυαλού τους για να το ερμηνεύσουν. Το μόνο που πέτυχαν είναι να παραμείνουν μόνοι τους, παρ όλη την προσπάθεια να πλησιάσουν τον κόσμο. Και ο κόσμος απόμακρος μέσα από το τραύμα. Απόμακρος και απειλητικός όπως παλιά. Έτσι και τώρα υφαίνει την αγωνία της ύπαρξη, την αγωνία της ανεξήγητης τιμωρίας για τον ερχομό στον επίγειο παράδεισου του τρόμου.

Το τραύμα είναι το αποτέλεσμα μια βίας που δεν ομολογήθηκε ποτέ, που αποσιωπήθηκε που ταξίδεψε μέσα στο χρόνο χωρίς κανείς να το καταλάβει. Συνδέεται με την αξιοπρέπεια του υποκειμένου, με την λειψή αίσθηση της ατελέσφορης ένταξης του. Έχει σχέση με την ελευθερία. Με την προσπάθεια του υποκειμένου να είναι ο εαυτός του. Με την ανικανότητα της αυτονομίας του. Έχει σχέση με το “κρυφό” που καταφέρνει να απομονώνει τα μέλη της οικογένειας, ενώ εκείνα ψάχνουν απεγνωσμένα την επαφή. Έχει σχέση με την ντροπή, με το φόβο του πόνου, με την μοναξιά. Έχει σχέση με το οικογενειακό τραύμα για το οποίο ποτέ δεν έχει μιλήσει κανείς.

Το τραύμα είναι το αποτέλεσμα μιας ανομολόγητης βίας που αναπαράγεται μέσα από την σιωπή. Μιας βίας που αντιλαμβάνονται όλοι διότι είναι περασμένη στο πετσί τους σαν σταυρουδάκι κρεμασμένο στο λαιμό τους. Το τραύμα οδηγεί το υποκείμενο και κάθε άλλο συγγενικό μέλος, με τελετουργικά έκτροπα, στο θάλαμο της οικογενειακής και κοινωνικής ένταξης.

Το υποκείμενο μαζεύει τον φόβο του μέσα από διεργασίες που δεν έχουν καμιά σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα του. 'Όλα συμβαίνουν βαθιά, σε ανήλια μέρη του ψυχικού οργάνου. Με αυτό τον τρόπο ψάχνει για ένα “εσωτερικό” διάδρομο σαν διέξοδο από τα αποστερημένα κεφάλαια της προσωπικής του αφήγησης, μακριά από την “φυσιολογικότητα” της ματαίωσης του οικογενειακού του αφηγήματος.

Σιωπηλές εγγραφές της βίας

Το τραύμα έρχεται από μακριά και επηρεάζει την προσπάθεια επίπλωσης του εαυτού. Το τραύμα είναι τυφλό και τυφλώνει. Καίει τις αντιστάσεις του οργανισμού και δεν παρέχει την ελευθερία της αποδοχής ή της άρνησης. Εγκαταστεί την ατμόσφαιρά του, το δηλητηριασμένο οξυγόνο του χωρίς το υποκείμενο να το πάρει χαμπάρι, χωρίς κανένας να καταλάβει ότι το μικρόβιο είναι εδώ, βαθιά βαλμένο στα σπλάχνα του. Γι αυτό και δεν μπορεί να το περιγράψει, δεν μπορεί να του δώσει σχήμα και μορφή. Το τραύμα μεταβιβάζει τα μικρόβια του φόβου, σαν να είναι η θεία μετάληψη μιας κοινωνίας εκκωφαντικά βίαιης, και αρμονικά άδικης.

Το υποκείμενο προσπαθεί να το αποφύγει, αλλά όπου και να κρυφτεί, κρύβεται και αυτό μαζί του. Είναι εκεί κουρνιασμένο μέσα του. Μια μικρή δηλητηριώδης ανάσα που προσπαθεί να μην της δώσει σημασία, να την έχει έτσι κοιμισμένη μέσα του, αλλά κάποιες στιγμές, η εξωτερική βια της πραγματικότητας - η οποία ήταν πάντα σύμμαχός του - το ξυπνά. Το κάνει να σηκωθεί μέσα του και να πάρει τις απειλητικές του διαστάσεις, με μια συχνότητα που εξαντλεί τον οργανισμό με την επαναληπτικότητα της. Σε κανένα κρυφό σημείο του ορίζοντα δεν μπορεί να το κρύψει. Το καθετί τον αφήνει εκτεθειμένο στον πόνο του.

Αυτή είναι η ζωή του τραύματος. Έτσι ανασταίνεται κάθε φορά. Την ευκαιρία αυτή περιμένει για να βγει, να εμφανιστεί, και να κυριεύσει την καθημερινότητα του υποκειμένου, με το χαμόγελο του τρόμου και την υποχρεωτική βασιλεία της αγωνία στην κέντρο του μυαλού. Και το μυαλό μπερδεμένο με την χρονική ασυνέπεια να το τυλίγει.

Το υποκείμενο οδηγείται από τον ίδιο του τον εαυτό μπροστά στο σπασμένο καθρέφτη προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια από την ορφάνια του εαυτού του. Η ορφάνια θηλάζει το τραύμα. Ρουφά το δηλητηριασμένο γάλα της μοναξιά και της απόρριψης. Το μπουκώνει με την αδιαφορία και την παραμέληση. Ετοιμάζει την ενοχή και την αυτομομφή σαν το μόνο διέξοδο του υποκειμένου από το πόνο της στερημένης ύπαρξης. Το τραύμα σαν ένα εσωτερικό εργαλείο απο-κύτταρο-ποίησης του οργανισμού εργάζεται καθώς αυτός αναπτύσσεται. Βήματα που τρεκλίζουν στις κοιλάδες του προσωπικού φθόνου για την κατάντια του εαυτού του. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο σπασμένο καθρέφτη καθώς ξαναπλώνει τα κομμάτια του πάνω στο τραπέζι του άδηλου χρόνου.

Ελλειμματικές τροχιές μέσα στο χρόνο καταγραμμένες σε παρελθόν και παρόν περιμένουν το υποκείμενο να μπει στα όρια τους. Γεγονότα γνωστά και άγνωστα διαμορφώνουν τις σιωπηλές εγγραφές της βίας. Η έλλειψη αναπαραστατικής προοπτικής του υποκειμένου έρχεται να σκάψει εσωτερικά το κενό που χρειάζεται για να χαθεί στο μη-νόημα, της πάντα γεμάτης με νοήματα ορφάνιας. Κινείται χωρίς να βλέπει τους άλλους αλλά το κυριότερο δεν βλέπει τον εαυτό του. Το τραύμα της λήθης και η λήθη του τραύματος πάνε μαζί.

Το τραύμα περιορίζει τον ορίζοντα των ενεργημάτων του υποκειμένου. Το κλείνει, το οδηγεί έξω από την καθημερινότητα ενοχοποιώντας την παρουσία του, δημιουργώντας την επιθυμία απουσίας.Τα αποτυπώματα της ορφάνιας βρομίζουν το μυαλό και το σώμα μάταια κρύβεται για να μην καταλάβουν οι άλλοι το στίγμα του. Μάταια προσπαθεί να ξεριζώσει αυτή την αίσθηση από μέσα του, νιώθει να την ακολουθεί σαν να κρατάει αλυσοδεμένο το νόημα της ζωής του.

Μέσα σε αυτές τις καταστάσεις το υποκείμενο περιμένει κάποιον να τον πάρει από το χέρι και να το οδηγήσει στο φως. Περιμένει μια ανεκπλήρωτη μητρότητα να επανεμφανιστεί στην πόρτα του δωματίου του, ή, μια πατρότητα να εκδηλώσει επιτέλους την παρουσία της. Περιμένει το χαμόγελο να ανθίσει στα χείλια του κόσμου που αυτός κατασκευάζει μέσα από το βλέμμα του. Περιμένει το “φως. Το “φως” όμως δεν βρίσκεται εκεί έξω. Βρίσκεται εκεί που ούτε το υποκείμενο ούτε και η οικογένεια του το βλέπουν. Το “φως” είναι “εσωτερικό” και για τους δύο. Εναπόκειται στις ξεχασμένες ικανότητες τους να επαναπροσδιορίζουν τις καταστάσεις. Στην χαμένη δυνατότητα να παρατηρούν μέσα τους, ψάχνοντας την κρυμμένη ανθεκτικότητα τους.

Το τραύμα αυτό έχει πετύχει. Έχει πετύχει την αφαίρεση του ελέγχου της πραγματικότητας της οικογένειας καθώς και την αφαίρεση του ελέγχου της καθημερινότητας του υποκειμένου. Η κατάσταση αυτή καταστρέφει την ανθεκτικότητα τόσο της οικογένεια όσο και του υποκειμένου.

Με ποιο τρόπο

Οικογενειακή ανθεκτικότητα και ανθεκτικότητα του υποκειμένου συναντιόνται στο χώρο/χρόνο της υποτίμηση τους. Συναντιούνται στην απογοήτευση από την ανικανότητα, όπως είπαμε, του ελέγχου των καταστάσεων. Με ποιο τρόπο μπορεί να αντιστραφεί αυτό το κλίμα, αναρωτιούνται εδώ και χρόνια οι επαΐοντες των ψυχικών αναταράξεων. Χρειάζεται μια εργασία προς απόκτηση των απολεσθέντων. Μια εργασία κατασκευής μιας καινούργιας εμπιστοσύνης ανάμεσα στο υποκείμενο και την οικογένεια του, ανάμεσα στην οικογένεια και τον κόσμο που την περιβάλλει. Χρειάζεται λένε, οι ελλειμματικές τροχιές τους να βρουν την πληρότητα τους. Έτσι ώστε και η οικογένεια να νιώσει ότι ασκεί έλεγχο στο παρόν, αναγνωρίζοντας το παρελθόν της, με στόχευση το μέλλον της, αλλά και το υποκείμενο μέσα της να νιώσει την ασφάλεια και την θαλπωρή από την σιγουριά της στόχευση του που είναι και στόχευση της.

Σε αυτή την περίπτωση η οικογένεια ίσως, χρειάζεται:

α) Να αναγνωρίσει την δοκιμασία που περνάει το υποκείμενο και να δημιουργήσει τις συνθήκες που θεωρούνται αναγκαίες για να την περάσει όσο ανώδυνα γίνεται. Αυτό δεν σημαίνει να το καταγγείλει, ούτε να το κρίνει, αλλά να το αποδεχτεί σαν μια δοκιμασία που ανήκει σε όλη την οικογένεια.

β) Να επανοργανώσει τις τελετουργικές μορφές λειτουργίας, οι οποίες έχουν να κάνουν με τον τρόπο επικοινωνίας, είτε με τον λόγο, είτε με την συμπεριφορά. Δηλαδή ακουμπώντας στις ήδη συμπεριφορές να εστιαστεί στην “ανακάλυψη” νέων οι οποίες θα καταλάβουν την θέση των παλιών. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η επανδιαπραγμάτευση για μια νέα “ταυτότητα” τόσο για την ίδια όσο και για το υποκείμενο.

γ) Έτσι να επανακαθορίσει το μύθο της, δηλαδή να επανατροφοδοτήσει τις δυνάμεις που η ίδια έχει για να αντιμετωπίζει καταστάσεις κρίσης και να μεταλλάξει την άσχημη εικόνα που έχει για τον εαυτό της, από μια αποτυχημένη και ξοφλημένη περίπτωση σε μια δυναμική ελπιδοφόρα δύναμη που διαμορφώνει το παρόν της και καθορίζει το μέλλον της.

Με τους παραπάνω τρόπους το υποκείμενο μπορεί να βρει στην οικογένεια αυτό που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει το τραύμα. Διότι:

α) Ίσως χρειάζεται μια συναισθηματική “οικογενειακή” κοιλιά να το κλείσει μέσα της, να μην νιώθει μόνο του.

β) Ίσως χρειάζεται την εκδήλωση του ενδιαφέροντος της, με την προσοχή που αρμόζει προς ένα έργο τέχνης. Όχι φωνές, όχι βίαιες κινήσεις. Αυτές - το αναφέραμε πάρα πάνω - αφού ξυπνήσουν το τραύμα μετά το νανουρίζουν φροντίζοντας την ανάπτυξή του.

γ) Ίσως χρειάζεται μια καινούργια αφήγηση με λόγια που μαζεύουν τα κομματάκια του καθρέφτη και ξαναενώνουν την μορφή του παρέχοντας του την δυνατότητα, να την ξαναπεριγράψει.

Με αυτό τον τρόπο, δίνεται η ευκαιρία στο υποκείμενο να ελέγξει, να σκεφτεί, να οργανώσει τις καταστάσεις, να κάνει τις σκέψεις του πράξη περιορίζοντας το απεριόριστο της συγκίνησης.

Με αυτό το τρόπο, επαναενεργοποιείται το νόημα των πραγμάτων. Δυναμώνει η ελπίδα της επανάκτησης αυτού που χάθηκε. Η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση θα ξαναπάρουν την θέση τους, δυναμώνοντας την παρουσία του μέσα, αλλά και έξω από την οικογένεια.

Συμπέρασμα

Όλες αυτές οι διεργασίες, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, συντελούν στην δημιουργία μιας προσωπικής, αλλά και οικογενειακής ζώνης ανθεκτικότητας απέναντι στο τραύμα. Συντείνουν στην ανακάλυψη ενός νέου τρόπου οικογενειακής και ατομικής διαχείρισης και μετουσίωσης του τραύματος, από στέρηση σε αφθονία, από μοναξιά σε κοινωνικότητα, από αυτοτιμωρία σε αυτοπροβολή... με λίγα λόγια η μετουσίωση της αποτυχίας σε ευκαιρία για εξέλιξη και ανάπτυξη του εαυτού!!

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Επίγνωση σημαίνει κατανόηση χωρίς να ταυτίζεσαι. Όταν η σκέψη αποδέχεται ή απορρίπτει, συγκρίνει ή κρίνει, τότε αρχίζει η αναλυτική διαδικασία κι έτσι, ο σκεπτόμενος απλώς παρακολουθεί τις σκέψεις του.

Στην ανάλυση, ο σκεπτόμενος και οι σκέψεις του είναι δύο χωριστά πράγματα, ενώ η επίγνωση είναι σιωπηλή και δεν κάνει επιλογές και σ’ αυτήν, η σύγκριση και η κριτική έχουν σταματήσει· και παρόλο που έχουμε χωρίσει την σκέψη από τον σκεπτόμενο, μέσα από την διαρκή επίγνωση, ο σκεπτόμενος και οι σκέψεις του γίνονται, βιώνονται ως ένα.

Όπως δεν μπορείς να χωρίσεις τη θερμότητα από τη φωτιά, έτσι και ο σκεπτόμενος και οι σκέψεις του δεν χωρίζονται.

Η επίγνωση είναι η κατανόηση της αιτίας και του αποτελέσματος και της διαδικασίας του δυισμού.

Όταν υπάρχει επίγνωση χωρίς επιλογές αυτών των διαδικασιών, τότε ο σκεπτόμενος και η σκέψη του βιώνονται ως ένα.

Σε αυτή την εμπειρία το κέλυφος της εκπαίδευσής μας στη διαμόρφωση γίνεται κομμάτια.
Έτσι, με την διαρκή επίγνωση κάθε σκέψης – συναισθήματος – πράξης, έρχεται η ενοποίηση όλων των πεδίων της συνείδησης· αυτή η ενοποιημένη κατανόηση, σπάει το κέλυφος της διαμόρφωσης.
Σε αυτή τη διαδικασία της ενοποίησης ή της διαλογιζόμενης επίγνωσης, τα όνειρα έχουν ένα εντελώς διαφορετικό νόημα.

Αυτή η επίγνωση στις ώρες που κανείς είναι ξύπνιος, κάνει τα όνειρα άχρηστα και καθώς αυτή η επίγνωση γίνεται διαυγής και καθαρή, εκεί έρχεται μια κατάσταση ύπαρξης που είναι υπέρτατη ευλογία και σοφία.

Είναι πέρα από κάθε λεκτικό νόημα.

Τα ψάρια μπορούν να αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα πρόσωπα

Eπιστήμονες από τη Βρετανία και την Αυστραλία ανακάλυψαν ότι ακόμη και τα ψάρια έχουν την ικανότητα να ξεχωρίζουν τα ανθρώπινα πρόσωπα.

Ομάδα ερευνητών από τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και της Κουίνσλαντ, με επικεφαλής τη δρ. Κέιτ Νιούπορτ του Τμήματος Ζωολογίας  πειραματίστηκαν με το τροπικό ψάρι-τοξότης, γνωστό και ως «ψάρι-νεροπίστολο» επειδή «φτύνει» νερό από το στόμα του για να πιάσει τη λεία του (π.χ. έντομα) στον αέρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το εν λόγω ψάρι μαθαίνει να αναγνωρίζει πρόσωπα και μάλιστα με μεγάλο βαθμό ακριβείας, ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα, που προϋποθέτει εξελιγμένες οπτικές ικανότητες. «Η ικανότητα να διακρίνεις ανάμεσα σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπινων προσώπων είναι ένα πολύ δύσκολο έργο, επειδή όλα τα πρόσωπα μοιράζονται τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά», δήλωσε η κ. Νιούπορτ.

Οι επιστήμονες υπέθεταν ότι μόνο εξελιγμένα ζώα, όπως οι πίθηκοι, θα είχαν αυτήν την ικανότητα αναγνώρισης, αλλά εξεπλάγησαν που και ένα ψάρι με μικρότερο και απλούστερο εγκέφαλο (δεν διαθέτει νεοφλοιό), τα καταφέρνει εξίσου καλά. Στο παρελθόν είχαν διαπιστώσει ικανότητες αναγνώρισης προσώπων και στα πουλιά, μόνο που ο εγκέφαλος των τελευταίων διαθέτει τον εξελιγμένο νεοφλοιό.

Τα πειράματα που έγιναν σε ενυδρείο, με τη βοήθεια μίας οθόνης υπολογιστή πάνω από το νερό, όπου εμφανίζονταν διαφορετικά πρόσωπα, έδειξαν ότι το ψάρι-τοξότης είναι σε θέση να ξεχωρίσει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ανθρώπου ανάμεσα σε 44 νέα πρόσωπα. Η ακρίβεια αναγνώρισης κυμάνθηκε από 81% έως 86%. Όσον αφορά τον τρόπο που το ψάρι έκανε την αναγνώριση, ήταν απλός: «Έφτυνε» νερό πάνω του! Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Scientific Reports».

Η πορεία της ανακάλυψης του ηλεκτρονίου

Image153Η πορεία της ανακάλυψης του ηλεκτρονίου που ήταν μια μακροχρόνια μελέτη των φυσικών του 19ου αιώνα τελείωσε με τον υπολογισμό της τιμής του ηλεκτρικού φορτίου από τον αμερικανό φυσικό Robert Millikan (1868-1953), το 1911.  Είχε, φυσικά, προηγηθεί η ανακάλυψη του λόγου e/m από τους Pieter Zeeman και J.J. Thomson (το 1897) σαν φυσιολογική συνέπεια της έρευνας των ηλεκτρικών εκκενώσεων σε σωλήνες κενού.
 
Από την εποχή του Michael Faraday (1833) οι φυσικοί ήξεραν και μελετούσαν τις ηλεκτρικές εκκενώσεις σε αέρια. Ο Faraday, που πειραματιζόταν με διάφορα αέρια σε χαμηλές πιέσεις, αναφέρει ότι δεν κατόρθωσε να διαχωρίσει την ακτινοβολία σε «στοιχειωδώς διακοπτόμενες ορατές εκκενώσεις». Παρατήρησε όμως κάποιες σκοτεινές περιοχές κοντά στην άνοδο.
 
Αργότερα, το 1858, ένας καθηγητής της Φυσικής στη Βόννη ο Julius Plücker, πλησίασε ένα μαγνήτη κοντά σε σωλήνα κενού για να παρατηρήσει τι θα συνέβαινε στην ηλεκτρική εκκένωση. Διαπίστωσε τότε για πρώτη φορά ότι η ηλεκτρική εκκένωση μετατοπιζόταν. Επίσης, την επόμενη χρονιά παρατήρησε ότι το τμήμα απέναντι από την κάθοδο φθόριζε με ένα έντονο πράσινο χρώμα. 
 
Ο Johan Hittorf ένας μαθητής του Plücker, το 1869, κατόρθωσε να δει τη σκιά ενός αντικειμένου που είχε τοποθετήσει μπροστά από την κάθοδο. Κατάλαβε λοιπόν τότε ότι η εκκένωση προερχόταν από την κάθοδο. Η ονομασία, όμως, καθοδικές ακτίνες δόθηκε το 1876 από τον E. Goldstein
 
Ο William Crookes (1832-1919), είχε την τύχη από νεαρή ηλικία να διεξάγει τις έρευνές του σε ένα δικό του εργαστήριο, που την εποχή εκείνη ήταν δυσεύρετα. Οι μελέτες του πάνω στις ηλεκτρικές εκκενώσεις των αερίων, που ακολούθησε την ανάπτυξη του καθοδικού σωλήνα από τους Pluecker και Hittorf, όπως και οι παρατηρήσεις του στις καθοδικές ακτίνες καθώς και τη σκοτεινή περιοχή στην κάθοδο, οδήγησαν τους επιστήμονες στην ανακάλυψη των ακτίνων X και του ηλεκτρονίου.
 
To 1879 o William Crookes ανακάλυψε μία αντλία για να κάνει καλύτερο κενό σε σωλήνες και με αυτούς έκανε μια συστηματική εργασία πάνω στις καθοδικές ακτίνες. Η πίεση μέσα στους σωλήνες του ήταν της τάξης των 40×10-3 χιλιοστά στήλης υδραργύρου, μια πολύ καλή τιμή για την εποχή του.
 
Ο Κarl Ferdinand Braun (1850-1918) ήταν διευθυντής του Ιδρύματος Φυσικής και καθηγητής της φυσικής στο πανεπιστήμιο του Στρασβούργου όταν επέδειξε τον πρώτο παλμογράφο καθοδικού σωλήνα, στον οποίο μια λεπτή δέσμη ηλεκτρονίων κτυπάει πάνω σε μια φθορίζουσα οθόνη, όπως και η σύγχρονη τηλεοπτική οθόνη. Αν και ήταν τότε λίγο πρωτόγονη, ο σωλήνας Braun είχε αρκετές και σημαντικές συνεισφορές στην επιστήμη.
 
Η φύση των καθοδικών ακτίνων
Μπορεί σήμερα να γνωρίζουμε ότι οι καθοδικές ακτίνες είναι ηλεκτρόνια που κινούνται πολύ γρήγορα, αλλά την εποχή εκείνη ήταν τελείως άγνωστο. Γνώριζαν μόνο ότι έβγαιναν από την κάθοδο μιας λυχνίας κενού, κινούνται ευθύγραμμα, δημιουργούν σκιές και εκτρέπονται από το μαγνητικό πεδίο.
 
Πολλοί γερμανοί φυσικοί, όπως ήταν ο Gustav Herz το 1892, ισχυρίστηκαν ότι οι καθοδικές ακτίνες δεν θα μπορούσαν να είναι σωματίδια, έτσι θα έπρεπε να ήταν κύματα.
 
Στην Αγγλία, όμως, ο Crookes επέμενε ότι οι ακτίνες ήταν φορτισμένα σωμάτια. Μαζί του συντάχθηκαν πολλοί Άγγλοι φυσικοί σαν τον Kelvin, τον Joseph John Thomson κλπ. Όπως βλέπουμε υπήρχαν δύο σχολές: η γερμανική που υποστήριζε την κυματική φύση και η αγγλική που υποστήριζε την σωματιδιακή φύση των καθοδικών ακτίνων.
 
Τελικά, το 1895 στο Παρίσι, ο Γάλλος φυσικός Jean Baptiste Perrin απέδειξε ότι οι καθοδικές ακτίνες ήταν αρνητικά φορτισμένα σωματίδια. Σε ένα σωλήνα υψηλού κενού οδήγησε τις καθοδικές ακτίνες σε έναν κλωβό Faraday και εκεί βρήκε ότι μετέφεραν ηλεκτρικό φορτίο. Μπορούσαν, δε, να εκτραπούν από το μαγνητικό πεδίο.
 
Με αυτό το πείραμα ο Perrin άνοιξε το δρόμο για την εύρεση του ηλεκτρονίου, που σαν όρος προτάθηκε το 1894 από τον J. Stoney. Πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1926 για το έργο του πάνω στην ασυνέχεια της δομής της ύλης, την κίνηση Brown, τον αριθμό του Avogadro και το μέγεθος των διαφόρων ατόμων. Επίσης, έγινε γνωστός για την ανακάλυψη της ισορροπίας στην κατανομή των σωματιδίων στο σχηματισμό ιζήματος.
 
O Peter Zeeman
Το 1894 ο νεαρός τότε ολλανδός φυσικός Peter Zeeman συνέχισε τις προσπάθειες του Faraday, ο οποίος είχε ανακαλύψει ότι το μαγνητικό πεδίο στρέφει το επίπεδο πόλωσης του φωτός. Δύο χρόνια αργότερα (1896) βρήκε ότι οι γραμμές στο φάσμα εκπομπής του νατρίου διαχωρίζονταν, όταν η πηγή του φωτός βρισκόταν μέσα σε ισχυρό μαγνητικό πεδίο, κάτι που ο Faraday δεν μπόρεσε να βρει. Συγχρόνως, παρατήρησε ότι οι φασματικές γραμμές  ήταν πολωμένες.
 
Η εξήγηση του φαινομένου Zeeman – όπως ονομάστηκε – από τον Hendrik Lorentz, στον οποίο ήταν βοηθός ο Zeeman,  ήταν ανατρεπτική για τις μέχρι τότε θεωρίες.
 
Η βασική ιδέα ήταν ότι το φως εκπεμπόταν από κινούμενα ηλεκτρικά φορτισμένα σωματίδια (τα ηλεκτρόνια) μέσα στο άτομο κι όχι από το άτομο. Γι’ αυτό και η κίνηση τους επηρεαζόταν από το μαγνητικό πεδίο, σύμφωνα με τους νόμους του κλασσικού ηλεκτρομαγνητισμού.  
 
Από τη μεταβολή της συχνότητας του εκπεμπόμενου φωτός οι Zeeman και Lorentz υπολόγισαν το λόγο e/m, το ειδικό φορτίο των σωματιδίων που προκαλούσαν την εκπομπή του φωτός, όπως και το είδος του φορτίου (αρνητικό). Φυσικά, τα σωματίδια αυτά βρίσκονταν δέσμια μέσα στα άτομα.
Με τις μετρήσεις τους, βρήκαν το ειδικό φορτίο, q/m, χίλιες περίπου φορές μεγαλύτερο από ότι ανέμεναν για ένα ολόκληρο άτομο.
 
Κατά συνέπεια, όταν το επόμενο έτος (1897) καθιερώθηκε η ανακάλυψη της ύπαρξης των ελεύθερων ηλεκτρονίων υπό μορφή καθοδικών ακτίνων από τον J. J. Thomson, πρόσεξαν ότι ο λόγος q/m ήταν ο ίδιος με το λόγο q/m που είχε ανακαλύψει ο Thomson από τα πειράματα εκτροπής των ηλεκτρονίων αλλά και το είδος του φορτίου ήταν επίσης το ίδιο. Έτσι αποδείχθηκε ότι τα ηλεκτρικά φορτία που προκαλούσαν την εκπομπή του φωτός  ήταν ίδια με τα ηλεκτρόνια που είχε ανακαλύψει ο Thomson.
 
img007
Για την ανακάλυψη της επίδρασης του μαγνητισμού στην ακτινοβολία ο Zeeman μαζί με το H. Lorentz κέρδισαν το Νόμπελ Φυσικής το 1902.
 
Τα  ελεύθερα ηλεκτρόνια του J.J. Thomson
Τον Αύγουστο του 1897 ο J.J.Thomson, καθηγητής στην έδρα Cavendish στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ,  έγραψε την περίφημη εργασία του «για τον έλεγχο της θεωρίας των ηλεκτρισμένων σωματίων», στην οποία περιέγραφε τα διάσημα πειράματά του για τον προσδιορισμό του λόγου φορτίου προς μάζα (q/m) των σωματίων που συνιστούσαν τις καθοδικές ακτίνες.
 
Αλλά στην ίδια εργασία ο Thomson, έδειξε και κάτι άλλο. Ότι τα σωμάτια αυτά ήσαν ίδια, ανεξάρτητα από το υλικό της καθόδου ή της ανόδου. Άρα ήταν ένα συστατικό όλων των ατόμων, ένα καθολικό χαρακτηριστικό σωμάτιο της ύλης.
 
Η τιμή του λόγου q/m του ηλεκτρονίου, που υπολόγισε ο Thomson, ήταν πολύ κοντά στην τιμή που ξέρουμε σήμερα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1899, ο ίδιος μπόρεσε και μέτρησε ξεχωριστά το φορτίο και τη μάζα του ηλεκτρονίου, ολοκληρώνοντας την μεγάλη του ανακάλυψη. Αυτό έγινε με τη βοήθεια του θαλάμου νέφωσης του Wilson.
 
Ο Thomson όμως για την εύρεση του φορτίου του ηλεκτρονίου, χρησιμοποίησε τη μέθοδο κατά την οποία τα φορτία ενεργώντας σαν πυρήνες συμπύκνωσης υπέρκορων ατμών, σχηματίζουν σταγονίδια μέσα σε θαλάμους με υπέρκορους υδρατμούς. Γι αυτό και η μέθοδος αυτή ονομάστηκε μέθοδος της σταγόνας.
 
Κάθε ηλεκτρικό φορτίο, συμπυκνώνει γύρω του ένα τέτοιο σταγονίδιο. Αν λοιπόν μετρήσουμε την ταχύτητα πτώσης των σταγόνων μπορούμε με κατάλληλους υπολογισμούς να υπολογίσουμε τον όγκο τους. Μετρώντας στη συνέχεια, την συνολική μάζα του νερού που συμπυκνώνεται μπορούμε να μάθουμε και το πλήθος των σταγονιδίων, που περιέχει το νέφος.
 
Μετρώντας επίσης απευθείας το ολικό φορτίο του νέφους, μπορεί να προσδιοριστεί το φορτίο ενός μέσου σταγονιδίου, που όπως είπαμε είναι ίσο με το στοιχειώδες ηλεκτρικό φορτίο, το φορτίο του ηλεκτρονίου.
 
Η μάζα όμως του ηλεκτρονίου έκρυβε μια έκπληξη. Αφού μέτρησε λοιπόν το λόγο του φορτίου προς τη μάζα του σωματιδίου, ήταν σε θέση να υπολογίσει ότι η μάζα του ήταν ίση, περίπου, με το 1/1800 της μάζας ενός ατόμου υδρογόνου.
 
Ήταν πάρα πολύ μικρή σε σχέση με τη μάζα των ατόμων. Σύντομα συνειδητοποιήθηκε ότι αυτά τα ελαφριά σωματίδια πρέπει να είναι δομικές μονάδες της ύλης, όπου μαζί με τους θετικά φορτισμένους πυρήνες, αποτελούν τα διαφορετικά είδη ατόμων.
 
Την διαπίστωση αυτή, ο Thomson την έκανε όταν βρήκε ότι σωμάτια με τον ίδιο λόγο q/m  τα συναντάμε και σε άλλα φαινόμενα, όπως στο φωτοηλεκτρικό και στην ηλέκτριση που παρατηρούμε σε θερμά μέταλλα.
 
Αργότερα ο Thomson καταπιάστηκε με τη σχέση αριθμού ηλεκτρονίων και ατομικού αριθμού, την μαγνητική εκτροπή των καθοδικών ακτίνων καθώς και την ασυνεχή εκπομπή ακτινοβολίας.
Ο Thomson για τις θεωρητικές και πειραματικές έρευνές του σχετικά με τη διέλευση ηλεκτρισμού μέσα από τα αέρια, έλαβε το Nobel φυσικής το 1906.
 
Η μέτρηση του λόγου q/m
Ο αμερικανός φυσικός Robert Millikan είχε ένα στόχο. Να αποδειχθεί ότι o ηλεκτρισμός έχει πραγματικά ατομική δομή, κάτι που οι επιστήμονες το ήξεραν μόνο θεωρητικά. Για να το αποδείξει ήταν απαραίτητο να εξακριβώσει, όχι μόνο ότι ο ηλεκτρισμός, εμφανιζόταν σε όλα τα πειράματα σαν ακέραιο πολλαπλάσιο της μονάδας του φορτίου, αλλά και ότι η μονάδα αυτή δεν είναι μια μέση τιμή, όπως, παραδείγματος χάριν, αποδείχθηκε στα ατομικά βάρη. Με άλλα λόγια ήταν απαραίτητο να μετρηθεί το φορτίο ενός απλού ιόντος με έναν τέτοιο βαθμό ακρίβειας, που θα επέτρεπε στο Millikan να εξακριβώσει ότι αυτό το φορτίο ήταν πάντα το ίδιο. Το ίδιο έπρεπε να αποδειχθεί και στην περίπτωση των ελεύθερων ηλεκτρονίων.
 
Με τη βοήθεια μιας εξαίρετης ερευνητικής μεθόδου αλλά και μιας άριστης πειραματικής τεχνικής ο Millikan έφθασε στο στόχο του.
 
Το 1906 άρχισε να επινοεί μια σειρά βελτιώσεων στο πείραμα του Thomson, που τον οδήγησε να ανακαλύψει τη συσκευή με την πτώση σταγόνων λαδιού. Με αυτή τη συσκευή μετρήθηκε το 1911 με ακρίβεια το φορτίο του ηλεκτρονίου.
 
Το πείραμα του Millikan
Η πειραματική του συσκευή είχε δύο οριζόντιους μεταλλικούς δίσκους, κοντά ο ένας στον άλλο, ενώ με τη βοήθεια ενός διακόπτη θα μπορούσε να τους συνδέσει με τους πόλους μιας πηγής υψηλής τάσης. Το αέριο μεταξύ των δίσκων ιονίστηκε από μια πηγή ακτίνων-Χ.
 
Στη μέση του πάνω δίσκου υπήρχε μια λεπτή οπή – σαν τη κεφαλή μιας καρφίτσας – που μέσα από αυτήν με ψεκασμό περνούσαν σταγονίδια ελαίου ακτίνας 1 μm. Χωρίς ηλεκτρικό πεδίο, τα σταγονίδια κάνουν μια βραδεία πτώση γιατί πάνω τους επιδρά το βάρος τους και η αντίσταση του αερίου.
 
Αν εφαρμοστεί όμως το ηλεκτρικό πεδίο τότε οι σταγόνες, που φορτίζονται λόγω της τριβής, η ταχύτητα πτώσης τους μεταβάλλεται. Ρυθμίζοντας κατάλληλα το ηλεκτρικό πεδίο κατάφερε η σταγόνα να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει αρκετές φορές. Η ταχύτητα των σταγονιδίων σε αυτές τις μετακινήσεις μετρήθηκε με μεγάλη ακρίβεια 
 
Ο χώρος ανάμεσα στους δίσκους ήταν φωτισμένος κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο Millikan να μπορεί να τον δει με ένα ειδικό τηλεσκόπιο.
 
Κι ενώ η ταχύτητα στην πτώση (χωρίς ηλεκτρικό πεδίο) ήταν σταθερή, στην κίνηση προς τα πάνω (με ηλεκτρικό πεδίο) η ταχύτητα των σταγονιδίων ποίκιλε, κάτι που σημαίνει ότι η σταγόνα είχε συλλάβει ένα ή περισσότερα από τα ιόντα που υπήρχαν στον ιονισμένο αέρα μεταξύ των δίσκων.
Κι ενώ η μεταβολή της ταχύτητας είναι ανάλογη προς το φορτίο, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μεταβολή της ταχύτητας είχε πάντα την ίδια τιμή ή ήταν ακριβές πολλαπλάσιο αυτής της τιμής. Με άλλα λόγια: η φορτισμένη σταγόνα είχε μία ή περισσότερες μονάδες ηλεκτρικού φορτίου, που όμως ήταν ακριβώς ίσες.  Μετρώντας, πολλές φορές το φορτίο καθορίστηκε με μια ακρίβεια ένα προς χίλια.

Για να δώσει Millikan μια χωρίς αμφιβολίες απόδειξη ήταν υποχρεωμένος να κάνει παρόμοια πειράματα με τις καθοδικές ακτίνες, με ακτίνες α και β και, επιπλέον, να ερευνήσει το νόμο της πτώσης των μικρών σωμάτων μέσω αερίων και το νόμο Brown της κίνησης τους .

Σε όλα τα πειράματά του ο Millikan απέδειξε ότι το ηλεκτρικό φορτίο αποτελείται από ίσες μονάδες, ίσες με 1,6*10-19 C.
 
Η ακρίβεια δε με την οποία υπολόγισε το φορτίο του ηλεκτρονίου, βοήθησε τους φυσικούς να υπολογίσουν με ακρίβεια έναν μεγάλο αριθμό σημαντικών φυσικών σταθερών.
 
Όταν τα αποτελέσματά του δημοσιεύθηκαν το 1911 κατέρρευσε και η τελευταία αντίσταση για την ατομική θεωρία της ύλης και για την εργασία του πάνω στο στοιχειώδες φορτίο του ηλεκτρισμού αλλά και για το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο κέρδισε το Νόμπελ φυσικής του 1923.

Ανακάλυψε ο Αϊνστάιν πρώτος τη σχέση E = mc2;

emc2
Ποιός αλήθεια ανακάλυψε πρώτος ότι E = mc2; Μην βιαστείτε να πείτε ο Αϊνστάιν. Δεν είναι τόσο εύκολο ζήτημα όπως νομίζετε. Έχουν προταθεί μια σειρά φυσικών από τον James Clerk Maxwell και τον Max von Laue έως κάποιους άγνωστους φυσικούς στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι ανακάλυψαν πραγματικά την ισοδυναμία μάζας-ενέργειας. Τώρα βεβαίως από όλους αυτή η σχέση πιστώνεται στη θεωρία της ειδικής σχετικότητας του Αϊνστάιν. Οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν γεννήσει στο παρελθόν πρωτοσέλιδα που κατηγορούσαν τον Αϊνστάιν για λογοκλοπή, όμως πολλά από αυτά είναι πλαστά ή υποστηρίζονται ελάχιστα. Ωστόσο, δύο φυσικοί τώρα έχουν δείξει ότι η περίφημη φόρμουλα του Αϊνστάιν έχει μια πολύπλοκη και κάπως διφορούμενη γένεση – η οποία έχει μικρή σχέση με την σχετικότητα.

Μία από τις πιο πειστικές πρόδρομες σχέσεις για την εξίσωση E = mc2 αποδίδεται στον Fritz Hasenöhrl, που ήταν καθηγητής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Σε μια δημοσίευση το 1904 ο Hasenöhrl σαφώς κατέγραψε την εξίσωση E = 3/8mc2. Από πού την πήρε άραγε και γιατί έκανε λάθος στην σταθερά αναλογίας 3/8; Ο Stephen Boughn του Κολλεγίου του Haverford στην Πενσυλβάνια και ο Tony Rothman από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον εξέτασαν το ζήτημα αυτό σε μια δημοσίευση τους στο arXiv.

Ο Fritz Hasenöhrl φημίζεται σαν ο εκκεντρικός αντι-Αϊνστάιν. Η φήμη του ως ο άνθρωπος που ανακάλυψε πραγματικά την εξίσωση E = mc2 οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις προσπάθειες του αντισημίτη και φιλοναζιστή νομπελίστα φυσικό Philipp Lenard, ο οποίος προσπάθησε να διαχωρίσει το όνομα του Αϊνστάιν από την θεωρία της σχετικότητας, έτσι ώστε να μην θεωρηθεί ως ένα προϊόν της «εβραϊκής επιστήμη».

«Ο πρωτοπόρος Αυστριακός φυσικός της εποχής του»

Όμως όλα αυτά προσφέρουν στον Hasenöhrl κακή υπηρεσία. Ήταν μαθητής του Ludwig Boltzmann και διάδοχος του στη Βιέννη, και επαινέθηκε μεταξύ άλλων και από τον Έρβιν Σρέντιγκερ. «Ο Hasenöhrl ήταν ίσως ο μεγαλύτερος αυστριακός φυσικός της εποχής του», λέει ο Rothman. Θα μπορούσε να πετύχει πολύ περισσότερα αν δεν είχε σκοτωθεί στην Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η σχέση της ενέργειας και της μάζας ήταν ήδη ένα ζήτημα που συζητείτο ευρέως από την εποχή που ο Hasenöhrl εξέτασε το θέμα. Ο Henri Poincaré είχε δηλώσει ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία είχε ορμή και έτσι ουσιαστικά και μια μάζα, σύμφωνα με τον τύπο E = mc2.

Ο γερμανός φυσικός Max Abraham υποστήριξε ότι ένα κινούμενο ηλεκτρόνιο αλληλεπιδρά με το δικό του πεδίο, E0,, αποκτώντας έτσι μια φαινόμενη μάζα που δίνεται από την σχέση E0=3/4 mc2. Όλα αυτά με βάση την κλασική ηλεκτροδυναμική, με την παραδοχή ότι υπάρχει ο αιθέρας. «Οι Hasenöhrl, Poincaré, Abraham και άλλοι φυσικοί υποστήριξαν ότι πρέπει να υπάρχει μια αδρανειακή μάζα που να συνδέεται με την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, μολονότι μπορεί να διαφωνούσαν για την τιμή της αναλογίας”, λέει ο Stephen Boughn στην εργασία του.

Ο Robert Crease, φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης στο πανεπιστήμιο Stony Brook στη Νέα Υόρκη, συμφωνεί. “Οι ιστορικοί λένε συχνά ότι, αν δεν υπήρχε ο Αϊνστάιν, η κοινότητα των φυσικών θα είχε συγκλίνει στην ειδική σχετικότητα σύντομα”, λέει ο ίδιος. «Κάποια γεγονότα τους είχαν απωθήσει από την ανακάλυψη και ουσιαστικά κλώτσησαν την ευκαιρία να είναι οι εφευρέτες της σχετικότητας.» Ο Hasenöhrl ήταν μεταξύ εκείνων που δεν τα κατάφεραν.

Ο Fritz Hasenöhrl προσέγγισε το πρόβλημα με το ερώτημα αν ένα μέλαν σώμα που εκπέμπει ακτινοβολία αλλάζει η μάζα του, όταν αυτό κινείται σε σχέση με τον παρατηρητή. Είχε υπολογίσει ότι η κίνηση του προσθέτει μια μάζα κατά 3/8c2 φορές της ακτινοβολουμένης ενέργειας. Το επόμενο έτος όμως το διορθωθεί αυτό σε 3/4c2.

Ένα διαφορετικό στυλ επιστημονικής δημοσίευσης

Ωστόσο, κανείς δεν έχει μελετήσει σωστά αυτό που έφτιαξε ο Hasenöhrl για να κατανοήσει το συλλογισμό του ή γιατί ο συντελεστής 3/4 είναι λάθος, ισχυρίζονται οι Bough και Rothman. Αυτό δεν είναι εύκολο, παραδέχονται. “Οι παλιές δημοσιεύσεις με τα σημερινά πρότυπα παρουσιάζονται δυσκολονόητες και δεν είναι απαλλαγμένες από σφάλματα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι ότι είναι γραμμένες με μια απαρχαιωμένη κοσμοθεωρία, η οποία μπορεί να προκαλέσει μόνο σύγχυση στον αναγνώστη, γεμάτη με σχετικιστική φυσική. «Ακόμα και ο Enrico Fermi προφανώς δεν έκανε τον κόπο να διαβάσει αν τα γραπτά του Hasenöhrl είναι σωστά, προτού βγάλει το συμπέρασμα ότι ο λανθασμένος όρος 3/4 οφειλόταν στην αυτο-ενέργεια του ηλεκτρόνιου, όπως καθορίστηκε από τον Abraham.

«Το λάθος του Hasenöhrl ήταν η ιδέα του ότι εάν οι ‘ακτινοβολητές’ στην κοιλότητα του μέλανος σώματος εκπέμπουν ακτινοβολία, πρέπει να χάνουν μάζα. Έτσι ο υπολογισμός του δεν ήταν συνεπής”, τονίζει ο Rothman. «Παρ ‘όλα αυτά, ήταν κατά το ήμισυ σωστός. Αν είχε απλώς πει ότι Ε είναι ανάλογη με τη μάζα m, τότε η ιστορία θα μπορούσε πιθανότατα να ήταν φιλική προς αυτόν”.

Αλλά αν αυτή είναι η αλήθεια, από πού προήλθε η σχετικότητα; Στην πραγματικότητα, ίσως να μην ήρθε από κάπου. Ενώ στην περίφημη εργασία του Αϊνστάιν το 1905, «Για την ηλεκτροδυναμική των κινούμενων σωμάτων», καθορίζονται με σαφήνεια τα θεμέλια της σχετικότητας με την εγκατάλειψη του αιθέρα και καθιστώντας έτσι την ταχύτητα του φωτός μια αναλλοίωτη ποσότητα, η παραγωγή της εξίσωσης E=mc2 δεν εξαρτάται από αυτές τις δύο υποθέσεις.

Μπορείτε να πάρετε τη σωστή απάντηση όχι με την ειδική σχετικότητα αλλά μόνο με την κλασική φυσική, λέει ο Rothman, ακόμα και με το αιθέρα χωρίς η ταχύτητα c να είναι είτε σταθερή είτε να υπάρχει ο περιορισμός της ταχύτητας. “Αν και ο Αϊνστάιν αρχίζει σχετικιστικά, ο ίδιος απομακρύνει όλα τα σχετικιστικά κομμάτια, και μένει ουσιαστικά με ένα κλασικό υπολογισμό.»

Ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα

Ο φυσικός Clifford Will του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον στο Σεντ Λούις, ένας ειδικός πάνω στην σχετικότητα, θεωρεί ότι η εργασία των δύο αμερικανών «είναι πολύ ενδιαφέρουσα». Οι Boughn και Rothman είναι καλοί θεωρητικοί φυσικοί, λέει, και γι αυτό εμπιστεύεται την ανάλυσή τους. Ωστόσο, οι αντιπαραθέσεις που προηγουμένως είχαν προκληθεί πάνω στο θέμα του ποιός ήταν πρώτος, ίσως εξηγεί ένα μέρος της απροθυμίας των ιστορικών της φυσικής να σχολιάσουν την νέα εργασία.

Μήπως ο Αϊνστάιν γνώριζε το έργο του Hasenöhrl; «Δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά είμαι αρκετά σίγουρος ότι ο Αϊνστάιν πρέπει να το έχει δει, και αποφάσισε να το κάνει καλύτερα», λέει ο Ρόθμαν. Αλλά η αποτυχία να το αναφέρει αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τις τότε συμβάσεις εκείνης της εποχής. Σε κάθε περίπτωση, ο Αϊνστάιν διεκδίκησε την προτεραιότητα του για τη σχέση μάζας-ενέργειας, όταν αυτή αμφισβητήθηκε από τον Johannes Stark (που την πίστωνε το 1907 στον Μαξ Πλανκ). Και οι δύο φυσικοί, Hasenöhrl και Αϊνστάιν ήταν στην περίφημη πρώτη διάσκεψη του Solvay το 1911, μαζί με τους περισσότερους επιφανείς φυσικούς της εποχής. «Μπορεί κάποιος να φανταστεί εκείνες τις συνομιλίες», λένε οι Boughn και Rothman.