Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ, ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ - Ἰκαρομένιππος ἢ Ὑπερνέφελος § 20-21

Ο Μένιππος στη σελήνη

Ο Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος ανήκει στις "μενίππειες σάτιρες" του Λουκιανού, στις οποίες ο συγγραφέας μιμείται έργα του Μενίππου (κυνικού συγγραφέα του 3ου αι. π.Χ.) δίνοντάς τους διαλογική μορφή. Κύρια χαρακτηριστικά τους "τα φανταστικά ταξίδια, η σατιρική παρουσίαση των θεών των Ελλήνων, ο σαρκασμός απέναντι στη στενόμυαλη ανθρώπινη υπεροψία κάθε είδους" (H.-G. Nesselrath). Ως προς τη μορφή χαρακτηρίζονται από την ανάμειξη σοβαρού και αστείου (σπουδογέλοιον), έμμετρου και πεζού λόγου. Στον Ικαρομένιππο ο Μένιππος, κύριο πρόσωπο του έργου, αφηγείται σ΄ έναν φίλο του το ταξίδι που πραγματοποίησε στον ουρανό, χρησιμοποιώντας τη δεξιά φτερούγα ενός αετού και την αριστερή ενός γύπα. Στην πράξη του αυτή οδηγήθηκε από τη σύγχυση που του δημιούργησαν οι αντικρουόμενες απαντήσεις των φιλοσόφων σε ερωτήματα σχετικά με τον δημιουργό, την αρχή και τον προορισμό του σύμπαντος αλλά και τη φύση των ουρανίων σωμάτων και φαινομένων. Πέταξε πρώτα στη σελήνη, από όπου μπορούσε να παρακολουθήσει όλες τις πράξεις των ανθρώπων, και από εκεί στην κατοικία του Δία. Εκεί παρευρέθη σε ίνα συμπόσιο των θεών, περιμένοντας την απάντηση του Δία στα ερωτήματά του. Στη συνέλευση ωστόσο των θεών το επόμενο πρωί, οι θεοί απαίτησαν την εξόντωση των ασεβών φιλοσόφων, η εκτέλεση της απόφασης ανεστάλη όμως από τον Δία για "του χρόνου". Όσο για τον Μένιππο, αυτός όχι μόνο δεν έλαβε τις απαντήσεις που περίμενε, αλλά αντίθετα ο Δίας αποφάσισε να τον κατεβάσει ο Ερμής στη γη. Ο τελευταίος τον έπιασε από το αφτί και τον απέθεσε στον Κεραμεικό. Έτσι, το ταξίδι του Μένιππου στους αιθέρες, αντίστοιχο αναμφίβολα του ταξιδιού στον Κάτω κόσμο που περιγράφεται στο έργο του Λουκιανού Μένιππος ή Νεκυομαντεία, τελειώνει κυκλικά με την επιστροφή στον τόπο της αφετηρίας.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφεται η συνάντηση του Μένιππου με τη Σελήνη, η οποία του ζητά μια χάρη.

Ἰκαρομένιππος ἢ Ὑπερνέφελος § 20-21

[20] οὔπω στάδιον ἀνεληλύθειν καὶ ἡ Σελήνη γυναικείαν φωνὴν προϊεμένη, «Μένιππε,» φησίν, «οὕτως ὄναιο, διακόνησαί μοί τι πρὸς τὸν Δία.» «λέγοις ἄν,» ἦν δ᾽ ἐγώ· «βαρὺ γὰρ οὐδέν, ἢν μή τι φέρειν δέῃ.» «πρεσβείαν,» ἔφη, «τινὰ οὐ χαλεπὴν καὶ δέησιν ἀπένεγκε παρ᾽ ἐμοῦ τῷ Διί· ἀπείρηκα γὰρ ἤδη, Μένιππε, πολλὰ καὶ δεινὰ παρὰ τῶν φιλοσόφων ἀκούουσα, οἷς οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἔργον ἢ τἀμὰ πολυπραγμονεῖν, τίς εἰμι καὶ πηλίκη, καὶ δι᾽ ἥντινα αἰτίαν διχότομος ἢ ἀμφίκυρτος γίγνομαι. καὶ οἱ μὲν κατοικεῖσθαί μέ φασιν, οἱ δὲ κατόπτρου δίκην ἐπικρέμασθαι τῇ θαλάττῃ, οἱ δὲ ὅ τι ἂν ἕκαστος ἐπινοήσῃ τοῦτό μοι προσάπτουσι. τὰ τελευταῖα δὲ καὶ τὸ φῶς αὐτὸ κλοπιμαῖόν τε καὶ νόθον εἶναί μοί φασιν ἄνωθεν ἧκον παρὰ τοῦ Ἡλίου, καὶ οὐ παύονται καὶ πρὸς τοῦτόν με ἀδελφὸν ὄντα συγκροῦσαι καὶ στασιάσαι προαιρούμενοι· οὐ γὰρ ἱκανὰ ἦν αὐτοῖς ἃ περὶ αὐτοῦ εἰρήκασι τοῦ Ἡλίου, λίθον αὐτὸν εἶναι καὶ μύδρον διάπυρον.
[21] καίτοι πόσα ἐγὼ συνεπίσταμαι αὐτοῖς ἃ πράττουσι τῶν νυκτῶν αἰσχρὰ καὶ κατάπτυστα οἱ μεθ᾽ ἡμέραν σκυθρωποὶ καὶ ἀνδρώδεις τὸ βλέμμα καὶ τὸ σχῆμα σεμνοὶ καὶ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν ἀποβλεπόμενοι; κἀγὼ μὲν ταῦτα ὁρῶσα ὅμως σιωπῶ· οὐ γὰρ ἡγοῦμαι πρέπειν ἀποκαλύψαι καὶ διαφωτίσαι τὰς νυκτερινὰς ἐκείνας διατριβὰς καὶ τὸν ὑπὸ σκηνῆς ἑκάστου βίον, ἀλλὰ κἄν τινα ἴδω αὐτῶν μοιχεύοντα ἢ κλέπτοντα ἢ ἄλλο τι τολμῶντα νυκτερινώτατον, εὐθὺς ἐπισπασαμένη τὸ νέφος ἐνεκαλυψάμην, ἵνα μὴ δείξω τοῖς πολλοῖς γέροντας ἄνδρας βαθεῖ πώγωνι καὶ ἀρετῇ ἐνασχημονοῦντας. οἱ δὲ οὐδὲν ἀνιᾶσι διασπαράττοντές με τῷ λόγῳ καὶ πάντα τρόπον ὑβρίζοντες, ὥστε νὴ τὴν Νύκτα πολλάκις ἐβουλευσάμην μετοικῆσαι ὅτι πορρωτάτω, ἵν᾽ αὐτῶν τὴν περίεργον ἂν γλῶτταν διέφυγον.
μέμνησο οὖν ταῦτά τε ἀπαγγεῖλαι τῷ Διὶ καὶ προσθεῖναι δ᾽ ὅτι μὴ δυνατόν ἐστί μοι κατὰ χώραν μένειν, ἢν μὴ τοὺς φυσικοὺς ἐκεῖνος ἐπιτρίψῃ καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς ἐπιστομίσῃ καὶ τὴν Στοὰν κατασκάψῃ καὶ τὴν Ἀκαδημίαν καταφλέξῃ καὶ παύσῃ τὰς ἐν τοῖς περιπάτοις διατριβάς· οὕτω γὰρ ἂν εἰρήνην ἀγάγοιμι καὶ παυσαίμην ὁσημέραι παρ᾽ αὐτῶν γεωμετρουμένη.»

***
[20] Ούτε ένα στάδιο δεν είχα ανέβει και η σελήνη «Μένιππε», μου λέει με φωνή γυναίκας, «σε παρακαλώ, μπορείς να με διευκολύνεις σε κάτι με τον Δία;» «Γιατί όχι;» της απάντησα, «φτάνει να μην είναι κάτι βαρύ που πρέπει να το μεταφέρω». «Μια απλή παραγγελία θα μεταφέρεις», είπε εκείνη, «μια παράκληση από μένα προς τον Δία· γιατί έχω απαυδήσει πια, Μένιππε, ν᾽ ακούω τα πολλά και φοβερά από τους φιλοσόφους που άλλη δουλειά δεν έχουν παρά να ασχολούνται συνεχώς μαζί μου, ποια είμαι, πόσο μεγάλη και για ποιο λόγο γίνομαι ημικυκλική ή μηνίσκος. Άλλοι απ᾽ αυτούς λένε πως κατοικούμαι, άλλοι πως κρέμομαι πάνω από τη θάλασσα σαν καθρέφτης κι άλλοι ό,τι φανταστεί ο καθένας τους, εκείνο μου προσάπτουν. Τελευταία μάλιστα έφτασαν να πουν ότι και το φως μου ακόμα δεν είναι γνήσιο, αλλά είναι κλοπιμαίο κι έρχεται από πάνω, από τον ήλιο, και άλλο δεν κοιτάζουν παρά πώς θα με βάλουν να μαλώσω με τον αδελφό μου, σαν να μην τους έφταναν όσα έχουν πει για τον ίδιο τον Ήλιο, πως τάχα είναι πέτρα και πυρωμένο σίδερο.
[21] Κι όμως, πόσα και πόσα δεν ξέρω εγώ γι᾽ αυτούς, πράξεις αισχρές και κατάπτυστες που κάνουν τη νύχτα εκείνοι που την ημέρα εμφανίζονται σοβαροί και ανδροπρεπείς, επιβλητικοί στο βλέμμα και στη μορφή, καμάρι των απλών πολιτών. Εγώ βέβαια δεν λέω λέξη, κι ας βλέπω όλ᾽ αυτά· γιατί δεν θεωρώ πρέπον να αποκαλύψωκαι να βγάλω στο φως τις νυκτερινές εκείνες ενασχολήσεις και την παρασκηνιακή ζωή του καθενός· ακόμα κι αν δω κάποιον να μοιχεύεται ή να κλέβει ή να αποτολμά οτιδήποτε άλλο από εκείνα που ευνοεί περισσότερο η νύχτα, απλώνω στη στιγμή σύννεφο και σκεπάζω το πρόσωπό μου για να μη δείξω στον κόσμο γέρους ανθρώπους να ντροπιάζουν την αρετή και το μακρύ τους γένι. Εκείνοι όμως καθόλου δεν διστάζουν να με κατασπαράζουν με τα λόγια τους και να με προσβάλλουν με κάθε τρόπο, ώστε, μα τη Νύχτα, πολλές φορές σκέφτηκα να μεταναστέψω όσο γίνεται μακρύτερα για να γλιτώσω από την κακογλωσσιά τους.
Θυμήσου λοιπόν να διαβιβάσεις όλ᾽ αυτά στον Δία και να προσθέσεις ότι μου είναι αδύνατο να μείνω στη θέση μου, εκτός αν εκείνος εξοντώσει τους φυσικούς και φιμώσει τους διαλεκτικούς και ανασκάψει τη Στοά και πυρπολήσει την Ακαδημία και σταματήσει τις συζητήσεις στους Περιπάτους· μόνο έτσι θα πάψουν να με μετράνε καθημερινά και θα μπορέσω να βρω ησυχία.»

Τι είναι ευτυχία; Από τον Αριστοτέλη στον Νίτσε

Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι,
αυτά που λες και αυτά που πράττεις
βρίσκονται σε αρμονία
Μαχάτμα Γκάντι

Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων έιδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.

Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησής της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.

Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».

Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;

Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία

Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.

Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.

Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακώς.

Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.

Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ), καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.

Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.

Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη

Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία
από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις
Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής,


Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.

Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια
την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.

Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης, ό.π., σελ. 181). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).

Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα

Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντάς την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.

Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.

Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).

Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής: «Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ, αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος» (Επίκτητος).

Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi

Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός Giacomo Leopardi (1798-1837 ) – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:

Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. (…) Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.

Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.

Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσής τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψής τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.

Ο Νίτσε και η ευτυχία

Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.

Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».

Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:

Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!

Ο Αριστοτέλης και η έννοια της ευτυχίας

Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον, είναι ξεκάθαρο πως δεν υφίσταται ολοκλήρωση σε ατομικό επίπεδο μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Όμως, η ολοκλήρωση είναι συνυφασμένη με την ευτυχία, αφού ο άνθρωπος νιώθει ευτυχισμένος όταν θεωρεί ότι ολοκληρώνεται, ότι δηλαδή πετυχαίνει το σκοπό για τον οποίο είναι πλασμένος.

Κι εδώ ακριβώς ξεκινά η σύγχυση, αφού ο καθένας μπορεί να ορίσει την ολοκλήρωσή του με τρόπο διαφορετικό, μπορεί δηλαδή να εκλάβει την ευτυχία ως κάτι υποκειμενικό, κάτι που ο ίδιος οφείλει να καθορίσει. Εξάλλου, δε θεωρούν όλοι ότι είναι πλασμένοι για τον ίδιο σκοπό. Οι προτεραιότητες του καθενός είναι προσωπική υπόθεση. Αυτό που κάποιον τον κάνει ευτυχισμένο, κάποιον άλλο μπορεί να τον κάνει δυστυχή και το αντίθετο. Η αντίληψη των διαφορετικών εκδοχών της ευτυχίας είναι η επισφράγιση της ολικής ασάφειας, που θα επιφέρει όλες τις παρανοήσεις.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος δε θέλει να θέσει όρια στην ευτυχία, αυτό που μένει είναι η δίχως όρια κατανάλωση.

Ωστόσο, όταν κάποιος λέει ότι γίνεται ευτυχισμένος με μια συγκεκριμένη πράξη, δε σημαίνει ότι η ίδια αυτή πράξη είναι η ευτυχία, αλλά το αποτέλεσμά της, δηλαδή η ψυχική γαλήνη και το αίσθημα της αυτοεκτίμησης που αντλείται. Υπό αυτή την έννοια, η ευτυχία είναι κάτι απολύτως κοινό για όλους (ο Αριστοτέλης το ανάγει σε σκοπό της ζωής), καθώς αυτό που αλλάζει είναι ο δρόμος που θα οδηγήσει σ’ αυτήν κι όχι η ίδια ως αποτέλεσμα.

Το να εκλαμβάνεται μια συγκεκριμένη πράξη ως ευτυχία (κι όχι ως δρόμος προς την ευτυχία) είναι η διαστρέβλωση που μετατρέπει το μέσο σε αυτοσκοπό. Η πεποίθηση ότι η ευτυχία είναι υπόθεση καθαρά προσωπική είναι η αντίληψη της ατομικότητας, που δεν οφείλει να σχετιστεί με τους άλλους παρά μόνο σε επίπεδο διασφάλισης των καθημερινών αναγκών. Ο άνθρωπος, αν και ζει μέσα σε κοινωνία, ουσιαστικά δεν εντάσσεται, αφού εκλαμβάνει την ευτυχία ως κάτι παράπλευρο, κάτι εντελώς ξεχωριστό.

Η άποψη αυτή, ως στάση ζωής, απέχει μόνο ένα βήμα απ’ το να δράσει κανείς αντικοινωνικά αποσκοπώντας στο ατομικό συμφέρον. Είναι η στιγμή που η ατομική προτεραιότητα υπερβαίνει τη συλλογική. Η στρέβλωση της πολιτικής, η εργασιακή εκμετάλλευση, η απαξίωση του άλλου, η ιδεολογία του πιο στείρου ωφελιμισμού δεν είναι τίποτε άλλο, από την προέκταση αυτής της οπτικής, που, φυσικά, στρέφεται ενάντια στο σύνολο. Είναι δηλαδή η στιγμή που το μέρος νιώθει πολυτιμότερο από το όλο και βρίσκει τον τρόπο να επιβληθεί.

Ενώ η πόλη είναι φτιαγμένη από τη φύση, για να επιφέρει τη μέγιστη αυτάρκεια, ώστε να οδηγήσει στην ευτυχία, ο άνθρωπος υπηρετώντας τη στρέβλωση της ατομικής ευτυχίας υπονομεύει την πόλη προς ίδιο όφελος. Με άλλα λόγια, προσπαθώντας να φτάσει στην ευτυχία πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο, αφού αδυνατεί να κατανοήσει ότι ευτυχία εκτός κοινωνικού συνόλου είναι αδύνατη. Η πόλη, ως πραγμάτωση της κοινωνικής ζωής οφείλει να προασπίσει τη συλλογική ευτυχία εξουδετερώνοντας τις βλέψεις οποιασδήποτε ατομικότητας θέλει να αναδειχθεί σε βάρος της.

Κι αυτός είναι ο ορισμός του άριστου πολιτεύματος, που ξέρει να εκπληρώνει τις προϋποθέσεις για την ευτυχία όλων των πολιτών εξασφαλίζοντας την αρμονική συμβίωση: «… άριστο πολίτευμα είναι εκείνο σύμφωνα με το οποίο η πόλη θα εξασφάλιζε άριστο πολιτικό βίο, αλλά άριστο πολιτικό βίο μπορεί να εξασφαλίσει η πόλη βασισμένη σε πολίτευμα που της παρέχει ευδαιμονία σε πολύ μεγάλο βαθμό…». (1332a 4 – 6).

Το άριστο πολίτευμα είναι εκείνο που θα εξασφαλίσει τη συνολική ευδαιμονία. Κι αυτός είναι ο ορισμός της άριστης πόλης: «Όμως η σπουδαιότητα της πόλης δεν εξαρτάται από την τύχη αλλά από τη γνώση και την προαίρεση. Πράγματι μια πόλη είναι σπουδαία, επειδή είναι σπουδαίοι οι πολίτες που μετέχουν στο πολίτευμα». (1332a 31 – 34).

Όταν ο Αριστοτέλης κάνει αναφορά σε σπουδαίους πολίτες, εννοεί πολίτες που κατέχουν την αρετή. Το ζήτημα αυτό είναι τόσο σημαντικό, που πρέπει όλοι σε (ατομικό επίπεδο) να κατέχουν την αρετή, αφού το όλο είναι το σύνολο των μεμονωμένων: «Γιατί ακόμη και αν είναι δυνατόν όλοι οι πολίτες να είναι στο σύνολό τους σπουδαίοι, όχι όμως και ο καθένας χωριστά, αυτό το τελευταίο είναι προτιμότερο, γιατί η συνολική σπουδαιότητα των πολιτών απορρέει από την προσωπική σπουδαιότητα του καθένα». (1332a 36 – 38).

Αυτό είναι και το καθήκον κάθε πολίτη προκειμένου να οδηγηθεί στην ευτυχία· να κατακτήσει την ηθική αρετή και να διασφαλίσει με την άσκησή της τη συλλογικότητα. Γι’ αυτό και η ευτυχία (ευδαιμονία) είναι ενέργεια της ψυχής. Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να ενεργήσει, να πράξει, να προσπαθήσει για την κατάκτηση της αρετής: «… η ευδαιμονία είναι τέλεια ενέργεια και άσκηση της αρετής και μάλιστα όχι περιστασιακά αλλά απόλυτα». (1332a 9 – 10).

Κι αν οι όροι «περιστασιακά» και «απόλυτα» χρειάζονται διευκρίνιση, ο Αριστοτέλης είναι κατατοπιστικός: «Με τον όρο “περιστασιακά” εννοώ τις αναγκαίες ενέργειες και με τον όρο “απόλυτα” τις ευγενείς ενέργειες. Για παράδειγμα αναφέρουμε τις ενέργειες που αφορούν το δίκαιο. <δηλαδή> οι δίκαιες τιμωρίες και πράξεις σωφρονισμού είναι ενέργειες αρετής, επιβάλλονται όμως από την ανάγκη και άρα περιέχουν το αγαθό από ανάγκη…. Αντίθετα οι ενέργειες που συνοδεύουν την πολιτική και τα πλουτοπαραγωγικά έργα, διέπονται απόλυτα από ευγένεια. Πράγματι στην πρώτη περίπτωση ενεργειών ένα κακό χρησιμοποιείται για να αντιμετωπιστεί κάποιο άλλο κακό, αντίθετα οι ενέργειες στη δεύτερη περίπτωση φτιάχνουν και παράγουν αγαθά». (1332a 10 – 15, 16 – 19).

Με άλλα λόγια, περιστασιακά είναι τα αναγκαία κακά που προκύπτουν προς διασφάλιση της αρετής, όπως οι ποινές που πρέπει να έχουν καθαρά σωφρονιστικό περιεχόμενο. Απόλυτα όμως είναι τα έργα που προσφέρει η υγιής πολιτική σκηνή, αφού πρέπει να διέπονται από το στοιχείο της μονιμότητας, όπως και η εξασφάλιση – επίσης σε μόνιμη βάση – των σωστών πλουτοπαραγωγικών δραστηριοτήτων, που θα αποσκοπούν στην ευημερία της πόλης ανεβάζοντας συνολικά το βιοτικό επίπεδο.

Η σύνδεση της αρετής με την πολιτική και τις παραγωγικές δομές της πόλης είναι το αλληλένδετο των πολιτικών επιλογών και της οικονομίας. Η οικονομία προβάλλεται ως προέκταση της πολιτικής, αφού η πολιτική είναι αυτή που θα ορίσει τον τρόπο παραγωγής που θα ευνοήσει όλους τους πολίτες. Γι’ αυτό και πρέπει αμφότερα να διέπονται από την αρετή. Οι πολιτικές αποφάσεις προάγοντας το συλλογικό συμφέρον, ώστε να επιτυγχάνεται η ενότητα της πόλης μέσω της τέλειας συνύπαρξης, και η οικονομία εξασφαλίζοντας τα υλικά αγαθά που θα υπηρετήσουν τη συλλογική ευδαιμονία.

Η σύνδεση των υλικών αγαθών με την ευτυχία κρίνεται αδιαπραγμάτευτη, όσο κι αν: «Ο σπουδαίος άνθρωπος μπορεί με αξιοπρέπεια να υπομένει τη φτώχεια, την αρρώστια και τις άλλες κακοτυχίες της ζωής». (1332a 19 – 20). Το ότι ο σπουδαίος άνθρωπος έχει το σθένος να αντεπεξέλθει σε τέτοιες αντιξοότητες δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να τις απεύχεται.

Οι ευκολίες της ζωής που προέρχονται από την ευχέρεια των υλικών αγαθών είναι δεδομένες και συνδέονται ευθέως με την έννοια της ευτυχίας. Γι’ αυτό και η αναφορά στο σπουδαίο άνθρωπο που υπομένει τις κακοτυχίες της ζωής ολοκληρώνεται με τη φράση: «όμως η έννοια της ευτυχίας συνίσταται στα αντίθετα από αυτά». (1332a 20 – 21). Η ευτυχία είναι αδύνατο να νοηθεί μέσα απ’ τη στέρηση και την καθημερινή ταλαιπωρία της επιβίωσης. Ο άνθρωπος δε γεννήθηκε για το ζην, αλλά για το ευ ζην και η παροχή των υλικών αγαθών είναι πολύ σοβαρή προϋπόθεση για την κατάκτησή του. Αυτός άλλωστε, είναι και ο στόχος της πόλης, ως επιταγή που δόθηκε από τη φύση.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο της μεγαλύτερης διαστρέβλωσης από την πλευρά του ανθρώπου, που για μια ακόμη φορά μετατρέπει το μέσο σε αυτοσκοπό. Ο πλούτος, ως πρόσβαση στην κατανάλωση αγαθών, διευκολύνει, αλλά δεν ταυτίζεται με την ευτυχία. Η ευτυχία είναι το αποτέλεσμα της ορθής του χρήσης κι όχι η χρήση του καθαυτή. Η μετατροπή της κατανάλωσης σε ευτυχία δεν είναι μόνο αποπροσανατολισμός που σταδιακά θα επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα, αλλά και υποθήκη του ατομικισμού που μοιραία θα στραφεί ενάντια στους άλλους.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος δε θέλει να θέσει όρια στην ευτυχία, αυτό που μένει είναι η δίχως όρια κατανάλωση. Όμως, η δίχως όρια κατανάλωση είναι η επιθυμία του δίχως όρια πλούτου. Η εκδοχή της απληστίας ως ευτυχία είναι η διάλυση της κοινωνικής συνοχής, αφού – από θέση αρχής – ο καθένας είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα προκειμένου να αποκτήσει περισσότερα. Κι αυτή είναι η απαξίωση του δημόσιου συμφέροντος έναντι της ατομικότητας. Η πόλη που κινείται από αυτές τις αρχές δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει σπουδαία πόλη.

Όμως, η έννοια του συλλογικού συμφέροντος δεν πρέπει να λειτουργεί ισοπεδωτικά ακυρώνοντας την αξία του κάθε πολίτη. Και η αξία μετριέται με την αρετή του καθενός σε οποιοδήποτε ζήτημα. Αν, λοιπόν, κάποιος είναι ικανότερος γεωργός από τους άλλους, μοχθώντας περισσότερο και επινοώντας νέους τρόπους βελτίωσης της καλλιέργειας, είναι δίκαιο – και κατ’ επέκταση κοινωνικά επιβεβλημένο – να κατέχει περισσότερο πλούτο από τους άλλους, τους οποίους και ξεπερνά. Η υπεροχή του στον πλούτο δε στηρίζεται ούτε στην απληστία ούτε σε παράνομες δραστηριότητες που υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον. Αντιθέτως, στηρίζεται στην αύξηση των γεωργικών αγαθών που θα συνεισφέρει θετικά στην αυτάρκεια του συνόλου της πόλης.

Και δε χρειάζεται να προχωρήσει κανείς σε οικονομικές αναλύσεις που θα καταδείξουν ότι η πληθώρα των προϊόντων θα επιφέρουν πτώση των τιμών μειώνοντας τα κέρδη. Γιατί ακριβώς αυτή η πληθώρα και η πτώση των τιμών θα κάνουν τα προϊόντα προσιτά σε όλους. Θα επιφέρουν δηλαδή τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια. Αυτή είναι η έννοια του πλούτου που γεννιέται από την αρετή, ακριβώς γιατί συμπλέει με το δημόσιο συμφέρον: «… ο σπουδαίος άνθρωπος είναι εκείνος στον οποίο τα αγαθά του είναι τα αγαθά με την αυστηρή έννοια του όρου χάρη στην αρετή του και συνεπώς είναι φανερό ότι και η χρήση αυτών των αγαθών αναγκαστικά θα είναι απολύτως σπουδαία και ευγενική». (1332a 22 – 25).

Η πεποίθηση ότι η ευτυχία είναι υπόθεση καθαρά προσωπική είναι η αντίληψη της ατομικότητας, που δεν οφείλει να σχετιστεί με τους άλλους παρά μόνο σε επίπεδο διασφάλισης των καθημερινών αναγκών.

Το ζήτημα, όμως, παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, αφού η αρετή που θα επιφέρει τον πλούτο αποτελεί και εγγύηση της «σπουδαίας και ευγενικής» χρήσης του. Με άλλα λόγια, η αρετή δεν αφορά μόνο την απόκτηση του πλούτου, αλλά και τη διαχείρισή του, καθώς είναι άλλο να έχει πλούτο ο ανήθικος και να τον ξοδεύει σύμφωνα με τις επιθυμίες του κι άλλο ο ενάρετος. Η διαφορά της χρήσης έγκειται ακριβώς στη διαφορά των επιθυμιών που καλείται να ικανοποιήσει.

Ο πλούτος που τίθεται στην υπηρεσία της απληστίας δε θα μπορούσε να γεννήσει τίποτε άλλο πέρα από τις συνθήκες της αισχροκέρδειας και την εκμετάλλευση. Είναι δηλαδή ο πλούτος που θα δράσει υπονομεύοντας την ενότητα της πόλης. Αν δεχτούμε ότι ο πλούτος προσδίδει κοινωνική ισχύ, είναι σαν να ομολογούμε ότι η κοινωνία δίνει ισχύ στους ανθρώπους που θα δράσουν για τη διάλυσή της. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει τίποτε πιο παράλογο, αλλά και πιο επικίνδυνο, από τον πλούτο που βρίσκεται στα χέρια της απληστίας. Γιατί η απληστία, ως μητέρα της κερδοσκοπίας, δε θα μπορούσε παρά να αναζητά τον δίχως όρια πλούτο. Και είναι ικανή να κάνει τα πάντα γι’ αυτό.

Η επιβολή της απληστίας είναι το επιστέγασμα της κοινωνικής δυστυχίας, αφού θα λειτουργήσει σε βάρος της πόλης. Ο ενάρετος άνθρωπος γνωρίζει ότι ο πλούτος του οφείλει να έχει όρια, και τα όρια αυτά θα είναι ανάλογα με την αξία του, που θα μετριέται με το μέγεθος της προσφοράς του στο δημόσιο συμφέρον. Κι αυτός είναι ο ορισμός της ευτυχίας, αφού εναρμονίζεται με τον ορισμό της συνύπαρξης. Η ευτυχία είναι η διασφάλιση της αυτάρκειας σε όλα τα επίπεδα (υλικά, πνευματικά, συναισθηματικά) που μόνο μέσα στην πόλη μπορεί να εκπληρωθεί.

Η αναγνώριση των ορίων είναι η ιεράρχηση των αναγκών και η παραδοχή ότι τα υλικά αγαθά είναι τα αναλώσιμα προς την επίτευξη ενός άλλου σκοπού. Κι ως αναλώσιμα δεν μπορούν παρά να ταυτιστούν με το πεπερασμένο. Η προτεραιότητα της κοινωνικής προσφοράς που θα επιφέρει την αξία είναι η αναγνώριση και ο σεβασμός στον άλλο, δηλαδή η προϋπόθεση της συνύπαρξης. Έτσι πλάθονται οι αρχές που πρέπει να διέπουν την άριστη πόλη.

Γι’ αυτό η άριστη πόλη πρέπει, πριν απ’ όλα να διαθέτει άριστους πολίτες. Το ζήτημα που τίθεται είναι απλό: «Συνεπώς το προς έρευνα θέμα μας πρέπει να είναι πώς γίνεται ένας άνθρωπος σπουδαίος». (1332a 35 – 36). Για τον Αριστοτέλη τρεις είναι οι παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα: «Βεβαίως τρία πράγματα κάνουν τους ανθρώπους καλούς και σπουδαίους, και αυτά είναι η φύση, το έθος/συνήθεια και ο λόγος». (1332a 38 – 40).

Ως φύση αναγνωρίζονται τα χαρίσματα του καθενός από τη γέννησή του. Οι σωματικές και διανοητικές του δυνατότητες. Η συνήθεια αφορά τα πράγματα που μαθαίνει κανείς να κάνει (μιμούμενος κυρίως τα κοινωνικά πρότυπα) και που τελικά τα υιοθετεί σαν δεύτερη φύση. Ο λόγος είναι η λογική, το σπουδαιότερο χάρισμα του ανθρώπου. Με τη λογική οφείλει ο άνθρωπος να δαμάσει όχι μόνο τη φύση προς όφελός του, αλλά και τα φυσικά ένστικτα που τον απομακρύνουν από την αρετή. Το λόγον μέρος οφείλει να κυριαρχήσει πάνω στο άλογον.

Φυσικά, ο λόγος και η συνήθεια μπορούν να διαμορφωθούν από το κοινωνικό περιβάλλον, η φύση, όμως, όχι. Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος και γεννιέται και γίνεται. Η φύση είναι εκείνη που δίνει τα βασικά χαρακτηριστικά και η κοινωνία θα συντελέσει στο κατά πόσο θα αξιοποιηθούν ή όχι. Η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου παραθέτει: «Ο ”γενετιστής” συναντιέται με τον “κοινωνιστή”. Ο Αριστοτέλης δέχεται τη σημασία της φύσης αλλά σε διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον». (σελ. 326).

Το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος διαφέρει από τα ζώα: «Οι άλλοι ζωικοί οργανισμοί, λοιπόν, ζουν υπακούοντας κυρίως στις φυσικές επιταγές της ύπαρξής τους, αλλά μερικοί επηρεάζονται λίγο και από τον εθισμό. Ο άνθρωπος όμως ζει σύμφωνα και με το λόγο, γιατί μόνο αυτός διαθέτει λόγο». (1332b 3 – 5).

Κι εδώ ξεκινά το έργο της παιδείας, που πρέπει να εναρμονίσει τη φύση, τον εθισμό και το λόγο διαμορφώνοντας ολοκληρωμένες προσωπικότητες: «Συνεπώς τα τρία αυτά στοιχεία χρειάζεται να βρίσκονται σε συμφωνία μεταξύ τους». (1332b 5 – 6). Αν δεχτούμε ότι η άριστη πόλη προϋποθέτει άριστους πολίτες, τότε δε μένει παρά να καταστεί σαφές ότι η παιδεία είναι το θεμέλιο της άριστης πόλης. Κι αυτό πρέπει να το γνωρίζει πολύ καλά κάθε πόλη που θέλει να λέγεται άριστη.

Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 4ος

Σαμοθράκη και Καβείρια μυστήρια

Μιας που αγαπάμε το όμορφο νησί μας τη Σαμοθράκη ας ξεκινήσουμε με μία αναφορά στα περίφημα κατά την αρχαιότητα Καβείρια μυστήρια . Ακόμα και σήμερα παραμένουν πίσω από ένα πέπλο μυστηρίου καθώς ελάχιστα πράγματα μας είναι γνωστά .Απο εδώ εμπνευστήκαμε και το όνομα του ιστολογίου , Αξίερος = Άξιος και Ιερός για τους προγόνους μας. Αμύητον μή εισιέναι λοιπόν , γι ‘ αυτό και εμείς θα προσπαθήσουμε όσο γίνεται να μυηθούμε!

“Στης Σαμοθράκης της πολύδεντρης την πιο ακρινή εκαθόταν
κορφή, κι εθάμαζε τον πόλεμο θωρώντας και τη μάχη.”
Ο Όμηρος αναφέρεται στην Σαμοθράκη με το επίθετο «Ζαθέη» δηλαδή Σεπτή και Αγιότατη και επίσης την ονομάζει Ιερά χώρα: Σαμοθράκη όπου τελετές προκαλούν ρίγος φόβου γίνονται για χάρη των θεών , οι οποίες είναι απόρρητες στους κοινούς θνητούς.

Μια γνωριμία με τον αρχαιολογικό χώρο…

Όταν ήρθαν οι Έλληνες τον 7ο αι.π.Χ., υπήρχε εδώ μόνο ο ιερός βράχος, γύρω από τον οποίο γίνονταν οι θυσίες. Από τον 6ο αι.π.Χ. και μετά στο ιερό τέμενος άρχισαν να οικοδομούν κτίρια που εξυπηρετούσαν τις λατρευτικές ανάγκες. Η μεγαλύτερη οικοδομική δραστηριότητα στο χώρο παρατηρείται τον 3ο αι. π.Χ., που το ιερό στολίζεται με σειρά από λαμπρά κτίρια και άλλα αναθήματα των Ελληνιστικών ηγεμόνων. Οι ανασκαφές στη Σαμοθράκη άρχισαν στα 1863-1866 από τους Γαλλους που ανακάλυψαν το θαυμάσιο άγαλμα της Νίκης, το οποίο βρίσκεται στο Λούβρο (Παρίσι). Στα 1873-1875 συνέχισαν οι Αυστριακοί με τον περίφημο αρχαιολόγο A.Conze και μετά πάλι οι Γάλλοι το 1891 και από το 1923 ως το 1927, ενώ από το 1938 τη συνέχεια της έρευνας ανέλαβαν οι Αμερικανοί με τον καθηγητή K. Lehmann.

Στο ιερό μπαίνει κανείς από τα ανατολικά, όπου υπάρχει μαρμάρινο μνημειακό πρόπυλο ιωνικού ρυθμού με ζωοφόρο διακοσμημένη με γιρλάντες και βουκράνια και αγάλματα στά αετώματα. Το πρόπυλο ήταν ανάθημα του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου και χτίστηκε ανάμεσα στα 285-280 π.X. Αμέσως μετά βρίσκεται ένα κυκλικό οικοδόμημα του 5ου αι. π.Χ. με βαθμίδες, που χρησίμευε σαν χώρος συγκέντρωσης και ένα τετράγωνο κτίσμα ανάθημα του Φιλίππου του Αριδαίου και του Αλεξάνδρου του Δ’ (323-316 π.X). Στα βόρεια του ιερού βρισκόταν το ανάκτορο, ο χώρος που γινόταν η μύηση. Στα βόρεια της αίθουσας του ιερού υπάρχει ένας κλειστός χώρος, το άδυτο, η είσοδος του οποίου φυλαγόταν από το ιθυφαλλικό μπρούντζινο άγαλμα του Καδμίλου. Όπως μας πληροφορεί επιγραφή που βρέθηκε εδώ στο άδυτο δεν επιτρεπόταν να μπουν μη μυημένοι (“αμύητον μη εισιέναι”).

Στην ίδια ομάδα ανήκει και το Αρσινόειο,η θόλος,που αφιέρωσε ανάμεσα στο 289-285 π.X. η Βασίλισσα της Αιγύπτου Αρσινόη και χρησίμευε για θρησκευτικές συναθροίσεις και θυσίες. Νότια από το Αρσινόειο βρίσκεται το τέμενος, περιτειχισμένη ορθογώνια πλακόστρωτη αυλή που χρησίμευε για ιεροτελεστίες και θρησκευτικούς χορούς. Εδώ βρισκόταν ίσως το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης και του Πόθου που φιλοτέχνησε o Σκόπας. Το τέμενος κατασκευάστηκε το 340 π.X. και ήταν πιθανότατα ανάθημα του Φιλίππου του Β’. Για την απόκρυφη και εξαιρετικά ιερή τελετουργία της εποπτείας ήταν προορισμένο το ιερό ένα επιβλητικό κτίριο στα νότια του τεμένους που άρχισε να χτίζεται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. και ολοκληρώθηκε 175 χρόνια αργότερα.

Η είσοδός του βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και αποκτά μνημειακότητα με την προσθήκη μιας διπλής μαρμάρινης δωρικής πρόστασης, που σήμερα έχει εν μέρει αναστηλωθεί και δεσπόζει στο χώρο του ιερού.Στα ανατολικά του ναού βρίσκονται ο μεγαλοπρεπής μαρμάρινος βωμός του 340-330 π.Χ., το ελληνιστικό θέατρο και μια στοά του 6ου αιώνα π.Χ. όπου φυλάγονταν τα αναθήματα. Στα νότια του θεάτρου βρισκόταν η κρήνη όπου πάνω σε ένα βάθρο που μιμούνταν την πλώρη πλοίου ήταν στημένη η περίφημη Νίκη της Σαμοθράκης, ανάθημα που σχετίζεται με κάποια ναυτική νίκη των χρόνων γύρω στο 190 π.Χ.

Τοποθεσία- ιστορία….

Στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, απέναντι από τις Θρακικές ακτές και τις εκβολές του ποταμού Έβρου, στο δρόμο ακριβώς προς τα στενά του Ελλησπόντου και τη μαύρη θάλασσα, πάνω σε ένα κατάφυτο ύψωμα του «Ιερού Νησιού» της Σαμοθράκης, του πανελλήνιου αυτού θρησκευτικού κέντρου, στη «Δήλο του Βόρειου Αιγαίου», όπως ονομάστηκε, ήκμασαν στην αρχαιότητα, αλλά και κατά την Ρωμαϊκή εποχή και μέχρι ακόμα το τέλος του 4ου μ.Χ. τα διάσημα σε όλον το τότε γνωστό κόσμο, εφάμιλλα των Ελευσινίων, Καβείρια Μυστήρια των Μεγάλων σεπτών Θεών, τα μυστικά και άρρητα ονόματα των οποίων παρέμεναν άγνωστα στο ευρύ κοινό, το οποίο τους γνώριζε μόνο με το συλλογικό τους όνομα Κάβειροι.

Ορεινό και ηφαιστειογενές νησί η Σαμοθράκη, αρχικά πολύ μεγαλύτερη της σημερινής, έχασε, σύμφωνα με τις παραδόσεις (Διόδωρος Σικελιώτης), ένα σημαντικό μέρος της από τις γεωλογικές αναστατώσεις και κατακλυσμούς που συνέβησαν στο Αιγαίο την προϊστορική εποχή, καταλήγοντας σε ένα πολύ μικρότερο μέγεθος με δυσανάλογα ψηλά βουνά – τα ψηλότερα της περιοχής, εκτός του Άθω, και τα ψηλότερα του αρχιπελάγους μετά την Κρήτη και την Εύβοια.

Σε αυτά τα ψηλά βουνά της οφείλει κατά μια εκδοχή το όνομά της, από την προελληνική λέξη «σάμος» = ύψος και τη Θράκη, δηλαδή η «Υψηλή Θράκη». Από το ψηλότερό της όρος Σάος, με κορυφή το «Φεγγάρι».(1700 μ) λέγεται από τον Όμηρο ότι παρακολούθησε ο Ποσειδώνας τον Τρωικό πόλεμο.. Πάνω σε αυτά τα ψηλά βουνά της, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, σώθηκαν οι Κάβειροι, μετά τον τοπικό κατακλυσμό, μια παραλλαγή του μυθικού κατακλυσμού του Δευκαλίωνα.. Μια άλλη εκδοχή παρουσιάζει τη Σαμοθράκη σαν μια παλιά αποικία της Ιωνικής Σάμου και την εξηγεί έτσι σαν «Θρακιώτικη Σάμο». Σαν προϊστορικά ονόματα της νήσου αναφέρονται τα Σαόνησος, Σάος, Ηλεκτρίς, Δαρδανία, Αιθονία, Λευκωσία, Λευκωνία και Μελίτη. Προϊστορικής, προελληνικής ή Πελασγικής αρχής, θεωρείται και η σε αυτήν λατρεία των «Μεγάλων Θεών».

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης θεωρεί τους πρώτους κατοίκους της αυτόχθονες και τους ονομάζει Κάβειρους, οι οποίοι λάτρευαν, λέει, κάποιες μυστηριώδεις θεότητες. Ο Ηρόδοτος τους θεωρεί σαν Πελασγούς και αναφέρει ότι αυτοί ίδρυσαν πρώτοι εκεί τα μυστήρια.Λέει μάλιστα ότι τον Ιθυφαλλικό (με όρθιο δηλαδή το γεννητικό του μόριο) Ερμή τον έμαθαν στους Αθηναίους οι Σαμοθράκες Πελασγοί που πήγαν και συγκατοίκησαν μαζί τους στην Αττική και ότι αυτή η παράσταση του θεού Ερμή είχε «κάποια ιερή εξήγηση που παρασταίνεται στα Μυστήρια της Σαμοθράκης». Αντίθετα, ο Στησίμβροτος και άλλοι υποστηρίζουν ότι τα Καβείρια Μυστήρια εισήχθησαν στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία και ότι είναι μάλλον Φρυγικής ή Φοινικικής προέλευσης .

Σύμφωνα με τη μυθολογία, το Ναό των Μεγάλων Θεών στη Σαμοθράκη ίδρυσαν ο Δάρδανος και ο Ιασίων, γιοι του Δία και της κόρης του βασιλιά της Αρκαδίας (ή κατ’ άλλους του Άτλαντα) Ηλέκτρας, οι οποίοι αναγκάστηκαν, μετά από ένα τρομερό κατακλυσμό στην Αρκαδία, να φύγουν από τη χώρα τους μαζί με άλλους Αρκάδες και να καταφύγουν στη Σαμοθράκη. Γι αυτό και η Σαμοθράκη ονομαζόταν αρχικά Δαρδανία ή Ηλεκτρίς. Ειδικότερα λέγεται ότι ο Ιασίων, ο οποίος υπήρξε και εραστής της θεάς Δήμητρας, ήταν αυτός που με συμβουλή της ίδρυσε τα Καβείρια Μυστήρια στην Σαμοθράκη και έγινε μάλιστα ο πρώτος ιερέας τους. Αυτός όμως κεραυνοβολήθηκε αργότερα από το Δία, όταν τον έπιασε σε ερωτική σμίξη με την αδελφή του. Ο Δάρδανος τότε περίλυπος για το χαμό του αδελφού του πέρασε απέναντι στην Μικρασιατική ακτή, όπου έγινε ο μυθολογικός πρόγονος των Τρωών. Λέγεται μάλιστα ότι αυτός μετέφερε εκεί και τα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών κι επομένως ότι αυτά δεν εισήχθησαν από την Φρυγία στην Ελλάδα όπως υποστηρίζουν μερικοί, αλλά αντιστρόφως. Ο Αθηνίωνας (συγγραφέας του 1ου αιώνα μ.Χ.) αναφέρει τον Δάρδανο και τον Ιασίωνα σαν Καβείρους .

ΟΙ ΚΑΒΕΙΡΟΙ

“Και οι Κάβειροι μεγάλωσαν κρυφά με τα καμίνια του Ηφαίστου, μαθαίνοντας την τέχνη του σφυριού…..των ασπίδων σιδήρου….. που οι ίδιοι σφυρηλάτησαν στα αμόνια του Ηφαίστου.” Καλλίιμαχος (Αετία Αποσπ. 115)

“Για τους θεούς που τιμώνται στη Σαμοθράκη πολλοί έχουν πει ότι είναι οι ίδιοι οι Κάβειροι αλλά ούτε αυτοί που το είπαν αυτό μπορούν να μας πουν ποιοι είναι οι Κάβειροι”. Στράβων (Γεωγρ., 7, a, 1, 51, 1)

Μερικοί μιλούν για Βαβυλωνιακή, άλλοι για Αιγυπτιακή και άλλοι για Σημιτική προέλευση της λέξης «Κάβειροι», όπως και της λατρείας τους. Μια και οι αυτοί ονομάζονταν από τους αρχαίους Έλληνες γενικά σα «Μεγάλοι Θεοί», υποστηρίζεται η προέλευση της λέξης «Κάβειροι», με αυτό τον εννοιολογικό προσδιορισμό, από την σημιτική λέξη «Καμπιρείμ» (ενικός Καμπίρ και στα Αραβικά Κεμπίρ),. «Μεγάλοι» ή «Ισχυροί». Γκέμπερ επίσης στα Εβραϊκά σημαίνει «δυνατός» και ο γνωστός πληθυντικός Γκιμπορείμ ταυτίζεται με τους δυνατούς και ονομαστούς γίγαντες ή τιτάνες της Παλαιάς Διαθήκης (Γένεση, ΣΤ΄, 6), τους αρχαίους ανθρώπους ή «πεσμένους» Υιούς του Θεού που πήραν σα γυναίκες τους τις θυγατέρες των ανθρώπων και έκαναν μαζί τους παιδιά. Σημειώνεται ακόμα ότι με το ίδιο όνομα καλούνται συχνά οι πλανήτες, εξ’ αιτίας των «ισχυρών» Πλανητικών Πνευμάτων που τους κυβερνούν.

 Οι Γκιμπορείμ, σύμφωνα με την Μπλαβάτσκυ, αναφέρονται γενικά στους πρωτοκατακλυσμιαίους Άτλαντες, στις πρώτες υποφυλές της τετάρτης ριζικής φυλής της ανθρωπότητας, όταν «η Λεμουρία δεν είχε ακόμα εξαφανιστεί πλήρως», οι οποίοι έγιναν στην πέμπτη ριζική φυλή «οι δάσκαλοι που οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες αποκάλεσαν Καβείρους, οι Έλληνες Τιτάνες και οι Ινδουιστές Ρακσάσας», δηλαδή οι αρχικοί «ισχυροί άνθρωποι της σοφίας».

Μια ελληνοκεντρική ετυμολογική ερμηνεία είναι από το ρήμα καίω (καίειν – ΚαFειροι), αφού είχαν σχέση με τη φωτιά και ήταν έτσι οι «καίοντες» ή οι «ισχυροί μέσω της φωτιάς». Μια άλλη ερμηνεία που δίνεται είναι από το μόριο “καβ” (κάβος, καβούρι, καβούκι) που υποδηλώνει κάτι σκληρό και τη λέξη “ιερός”. Σε σχέση με την τελευταία ερμηνεία, σημειώνουμε ότι στη Λήμνο, το νησί του Ηφαίστου, που θεωρείται από μερικούς σαν ο πατέρας των Καβείρων, τους ονόμαζαν και «καρκίνους», δηλαδή «καβούρια», μια παρομοίωση, όπως υποστηρίζεται, από τις δαγκάνες του καβουριού που μοιάζουν με τις «δαγκάνες» τις λαβίδας που αυτοί χρησιμοποιούσαν σαν σιδηρουργοί Οι Λήμνιοι επίσης πίστευαν ότι ο Κάβειρος ήταν ο πρώτος άνθρωπος της γης, τον οποίο γέννησε η θεά Λήμνος με «οργιασμούς».

Ο Στράβωνας αναφέρει την άποψη Δημήτριου του Σκήψιου ότι το όνομά τους προέρχεται από το όρος Κάβειρος της Βερεκυντίας, μιας περιοχής της Φρυγίας, όπου υπάρχει και πόλη Καβειρία.. Οι Κάβειροι σαν μεταλλουργοί συνδέονται με τα βουνά και τα ορυχεία κι επομένως με τη Μεγάλη Μητέρα Θεά, Ρέα ή Κυβέλη, την Θεά των Ορέων και των Σπηλαίων που λατρευόταν στους ιερούς βράχους και στην οποία ήσαν αφιερωμένες οι σημαντικότερες βουνοκορφές, από τα σπλάχνα της οποίας αυτοί αφαιρούσαν τα μέταλλα. Παρουσιάζονται έτσι σαν «υπηρέτες και όργανα της Μεγάλης Μητέρας» και υπάρχουν όχι μόνον στην ακολουθία της, αλλά και μέσα στο σώμα της.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Κυβέλη στη Μικρά Ασία δεν είχε το χαρακτήρα που είχε η Γαία και η Δήμητρα στην Ελλάδα. Δεν ήταν δηλαδή η θεά των καλλιεργημένων αγρών και των γονίμων κοιλάδων, αλλά η βασίλισσα της άγριας φύσης, η «ορεστέρα θεά», όπως την αποκαλούσαν.

Στην ακολουθία της Μεγάλης Μητέρας ανήκαν και Κουρήτες και οι Κορύβαντες, τους οποίους ταυτίζει μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Δημήτριος ο Σκήψιος. Οι Κουρήτες ήσαν νεαροί άντρες ιερείς στα μυστήρια της Ρέας Κυβέλης στην Κρήτη, και στην κλασσική μυθολογία δαίμονες ή ημίθεοι στους οποίους η Κυβέλη εμπιστεύτηκε το νήπιο Δία. Αυτοί αναφέρονται να χορεύουν και να κτυπούν με θόρυβο τις ασπίδες τους με τα σπαθιά ή τα δόρατά τους για να αποκρύψουν από την Ήρα τα κλάματα του νεογέννητου Δία. Η μύηση στους ναούς τους στην Κρήτη ήταν εξαιρετικά σκληρή και διαρκούσε ένα σεληνιακό μήνα, στη διάρκεια του οποίου ο μυούμενος αφηνόταν μόνος του σε μια κρύπτη και υφίστατο τις πιο αυστηρές δοκιμασίες Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας υποβλήθηκε επιτυχώς σε αυτή τη μύηση.

Οι Κορύβαντες από τη μεριά τους ήταν ιερείς του Άττυ, του νέου που αγάπησε η θεά Κυβέλη, και στις οργιαστικές τελετές τους περπατούσαν πηδηχτά ή χορευτικά, κτυπώντας τα κεφάλια τους, οδηγούμενοι σε θρησκευτική μανία. Οι ιεροί αυτοί χοροί (τελετές συνοδευόμενους «με οχλαγωγία και θόρυβο και κύμβαλα και ταμπούρλα και όπλα και επίσης με αυλό και καταβοή»); σχετίζονταν πάντα με τις τελετές της Μεγάλης Μητέρας. Κουρήτες και Κορύβαντες ταυτίζονται επίσης από πολλούς με τους Κρητικούς σιδηρουργούς Ιδαίους Δακτύλους, που λέγεται ότι ήσαν οι πρώτοι που ανακάλυψαν και επεξεργάστηκαν τον χαλκό και τον σίδηρο και εισήγαγαν το ρυθμό και τη μουσική στην Ελλάδα, και τους Τελχνίνες, τους περίφημους μεταλλουργούς και σιδηρουργούς της Ρόδου – ένα άλλο επίσης ηφαιστειακό νησί, που σύμφωνα με την παράδοση πρόβαλε ξαφνικά από τη θάλασσα, μετά από μια προηγούμενη βύθισή του σε αυτήν.

 Τελικά όλοι αυτοί ταυτίζονται με τους Κάβειρους (Δες Στράβων, ,«Γεωγραφικά» 7.50, 10.3.15 , 10.3.19, 10.3.7.1 και 10.3.9).. Έτσι η Σαμοθράκη και η Ρόδος ή οι Κάβειροι και οι Τελχίνες συνδέονται επίσης με τους μύθους του Κατακλυσμού. Η Μπλαβάτσκυ μάλιστα παρουσιάζει τον Νώε του Βιβλικού Κατακλυσμού σαν ένα Κάβειρο και αυτόν.

Σε σχέση τώρα με τη γενεαλογία και τον αριθμό των Καβείρων, οι αρχαίες αναφορές διίστανται (ένας, δύο, τρεις, τέσσερες ή επτά). Είδαμε ότι ο Αθηνίωνας αναφέρει δύο μόνον Καβείρους, τον Ιασίωνα και τον Δάρδανο, γιους του Δία και της κόρης του Άτλαντα Ηλέκτρας. Τα «Διονυσιακά» του Νόννου αναφέρουν αντ’ αυτών τον Άλκηνα (Δυνατό») και τον Ευρυμέδοντα.(«Μεγάλο Εφευρέτη»), παιδιά της Θρακιώτισας Καβειρούς.. Όπου τώρα οι Κάβειροι αναφέρονται σα μια δυάδα, αυτοί ταυτίζονται πάντα με τους Διόσκουρους, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη εσωτερικά (όπως επίσης δείχνουν και τα ονόματά τους που έχουν μεγάλη σχέση με τη φωτιά και το φως) κι εξωτερικά με τον Δία και το Βάκχο. Άλλοι πάλι αναφέρουν τρεις Καβείρους, τον (την) Αξίερο, την Αξιόκερσα και τον Αξιόκερσο.

Ο πρώτος, βασικά χωρίς γένος, μπορεί να ετυμολογηθεί από το «Άξιος» + «Ιερός», ενώ τα ονόματα των άλλων δυο είναι προελληνικής προέλευσης.. Ο Αξίερος ταυτίζεται με τη Δήμητρα και πριν απ’ αυτήν με τη Μεγάλη Μητέρα (Γαία, Ρέα ή Κυβέλη), διότι όπως λέει ένας Ορφικός ύμνος “η θεά που ήταν Ρέα, όταν γέννησε τον Δία έγινε Δήμητρα”. Αντίστοιχα η Αξιόκερσα ταυτίζεται με την Κόρη-Περσεφόνη (ή Εκάτη) και ο Αξιόκερσος με τον Πλούτωνα ή το Διόνυσο.

Οι Κάβειροι, σε στενή πάντα σύνδεση με τη Δήμητρα, εφεύραν επίσης τα σφυρηλατημένα γεωργικά εργαλεία (άροτρο δρεπάνι κ.λ.π.)., πράγμα που όπως λέγεται χαροποίησε ιδιαίτερα τη Δήμητρα η οποία έβαλε τότε τον σύζυγό της Ιασίωνα να καθιερώσει προς τιμή τους τα Καβείρια Μυστήρια στη Σαμοθράκη και τον έχρισε μάλιστα σαν πρώτο ιερέα της νέας αυτής λατρείας.

Στους τρεις προηγούμενους Καβείρους προστέθηκε αργότερα (σύμφωνα με τον Διονυσόδωρο) και ένας τέταρτος, ο Κάδμιλος (ή Καδμίλος ή Κασμίλος ή Κάσμιλος), ο οποίος ταυτίζεται με τον Ερμή (ή ακόμα με τον Διόνυσο και τον Έρωτα). Λέγεται ότι τη λατρεία του καθιέρωσε ο Κάδμος, απ’ όπου και η ετυμολογική σχέση των ονομάτων τους. Ο Κάδμος ήταν ο σύζυγος της αδελφής του Δαρδάνου και του Ιασίωνα Αρμονίας, της οποία κόρη ήταν η Σεμέλη, η μητέρα του Ιάκχου των Ελευσινίων Μυστηρίων. Μερικοί υποστηρίζουν ότι τους Καβείρους τους έφερε γενικά ο Κάδμος από την Φοινίκη ή από την Αίγυπτο, όπου αυτός έζησε στην Μέμφιδα και μετά στην Τύρο της Φοινίκης.

Με αυτό τον τρόπο έχουμε μια ισορροπημένη τετράδα («σταυρός» ή «τετράγωνο») από δύο θηλυκές και δύο αρσενικές θεότητες.

Οι αρσενικές (Ερμής και Άδης-Πλούτωνας ή ακόμα Διόνυσος) μπορούν να θεωρηθούν σαν οι σύζυγοι ή τα πολικά αντίθετα των θηλυκών (Δήμητρας και Περσεφόνης-Κόρης).. Η Μεγάλη Μητέρα»(Αξίερος), που ονομαζόταν επίσης «Ηλέκτρα» (Φωτεινή, Λαμπρή), «Στρατηγίτιδα» και «Ηγέτιδα» και απεικονιζόταν στα νομίσματα της Σαμοθράκης ανάμεσα σε δυο λιοντάρια, και ο σύζυγός της (Κάδμιλος), με την μορφή ενός ιθυφαλλικού θεού (Ερμής ή Ουρανός) είχαν τα ίδια ιερά σύμβολα – συνήθως τον κριό, σαν γονιμοποιό δύναμη και μπροστάρη, και το κηρύκειο, τα οποία βρέθηκαν χαραγμένα σε νομίσματα και σε επιγραφές του Ναού.

Η ταύτιση αυτή των απρόσωπων γενικά Μεγάλων Θεών με τους περισσότερους θεούς του Ελληνικού Πανθέου, δείχνει το πολυποίκιλο εύρος των δυνάμεων που αυτοί εκπροσωπούν (π.χ. Κοσμικό, Αιθερικό, Γήινο πυρ και Ζωτική Θερμότητα και Γονιμότητα), έχοντας συγχρόνως μια ανώτερη και μια κατώτερη όψη (νάνοι-στοιχειά ή γίγαντες και κοσμικές αρχές) ή όπως επισημαίνει ο Γιουνγκ «αυτοί αγωνίζονται αιωνίως από τα βάθη προς τα ύψη και συνεπώς βρίσκονται πάντα να είναι αμφότερα από κάτω και από πάνω…”

Στην κατώτερη όψη τους αντιπροσωπεύουν το «υλικό» ή γήινο πυρ και παριστάνονται σα νάνοι με ένα σφυρί, κοντές ποδιές και ακτινοβόλο κεφάλι και γελοιογραφικά, σαν κοντόχοντρες αστείες φιγούρες Τους βλέπουμε σαν δεινούς μεταλλουργούς, σιδηρουργούς και τεχνίτες και από αυτή την άποψη σα παιδιά του θεού του Πυρός Ηφαίστου (της πύρινης φλόγας της δημιουργικής Κοσμικής Διάνοιας αλλά και του Υλικού Πυρός) και παρουσιάζονται να εργάζονται μαζί του στο αμόνι κατασκευάζοντας όλα τα είδη των μεταλλικών αντικειμένων. Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ταυτίζονται, όπως ήδη είπαμε, με τους Τελχίνες της Ρόδου και τους Ιδαίους Δακτύλους της Κρήτης, καθώς επίσης με όλους τους αρχαίους σιδηρουργούς και μεταλλουργούς των άλλων παραδόσεων. Ο Ήφαιστος, ένας Κάβειρος και αυτός, σιδηρουργός των θεών και εκπαιδευτής των ανθρώπων στις μεταλλουργικές τέχνες, λέγεται ότι έφτιαξε τους κεραυνούς του Δία, πανοπλίες, κοσμήματα και άλλα αντικείμενα για τους θεούς, καθώς επίσης την πρώτη γυναίκα Πανδώρα, την οποία οι θεοί έστειλαν, αφού στόλισαν περίτεχνα, στον Επιμηθέα.

Η παλαιότερη απεικόνιση των Καβείρων ήταν στη μορφή φαλλικών φλογών, και αρκετά μεταγενέστερα, σαν επτά Φωτεινοί Νάνοι. Υπό αυτήν τη μορφή ονομάζονται επίσης Φαναοί Θεοί.

Στην Καβείρια τριάδα του Αξίερου–Αξιόκερσας–Αξιόκερσου, μπορούμε να αντιστοιχίσουμε πλήρως τη μεγάλη τριάδα των Ελευσινίων Μυστηρίων Δήμητρα–Κόρη–Ίακχος. Η Δήμητρα, εκτός από τις γνωστές αντιστοιχίες της, είναι επίσης η Καβείρια εκείνη οντότητα που έφερε στο γη, από «άλλες σφαίρες» λέγεται, το σιτάρι και γενικότερα τα δημητριακά. Υποστηρίζεται ότι το σιτάρι, σε αντίθεση με τα άλλα φυτά, δεν υπάρχει σε άγρια κατάσταση, ούτε και έχει αναπτυχθεί από οποιοδήποτε άλλο φυτό. Το έφερε σα δώρο η Δήμητρα στους ανθρώπους, όπως ακριβώς η Ίσιδα στην Αίγυπτο, οι οποίες τους δίδαξαν επίσης τη γεωργία.

Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με μια παράδοση που αναφέρει ο Παυσανίας, ο Προμηθέας, μαζί με τον υιό του Αιτναίο, λατρεύονταν σαν Κάβειροι στην Βοιωτία, σε μία περιοχή όπου είναι γνωστό ότι εγκαταστάθηκαν Θρακοπελασγοί. Το όνομα του Αιτναίου παραπέμπει άμεσα στο ηφαίστειο της Σικελίας Αίτνα και στο «ηφαιστειώδες πυρ».

Οι ίδιες αυτές οντότητες, «Τιτάνες» ή «Γίγαντες» έγιναν στη συνέχεια οι αρχαίοι Βασιλιάδες των ανθρώπων, οι «θεοί κάτω στη γη», ιδρύοντας Θείες Δυναστείες και διδάσκοντας τους ανθρώπους τα γράμματα, τις τέχνες και τον πολιτισμό. Ο Πλάτωνας μιλάει για θεούς και ημίθεους εφευρέτες, ενσαρκωμένους σε ανθρώπους, που εμφανίστηκαν διαδοχικά στις φυλές των ανθρώπων, μετά την αναχώρηση των θείων κυβερνητών, και ανακάλυψαν την φωτιά (Προμηθέας), το σιτάρι (Δήμητρα) και το κρασί (Διόνυσος). Όλη αυτή η τάξη των Θείων Κυβερνητών, Ευεργετών και Εφευρετών αντιπροσωπεύουν συνολικά τους «Μεγάλους Θεούς» ή Καβείρους.

Βέβαια μέχρι τώρα έχουμε δει να απαριθμούνται μόνο δύο, τρεις ή τέσσερες Κάβειροι, ενώ αυτοί, σύμφωνα με την εσωτερική διδασκαλία και τις παραπάνω αντιστοιχίες τους, θα πρέπει να είναι κανονικά επτά.. Πού είναι λοιπόν οι υπόλοιποι;.

Ο Φερεκύδης αναφέρει σαν μητέρα των Καβείρων (με πατέρα τον Ήφαιστο) την Καβείρη ή Καβειρώ, κόρη τώρα του θαλάσσιου θεού Πρωτέα και της Αγχινόης. Ο Ήφαιστος απέκτησε με την Καβειρώ τρία αγόρια, τους Κάβειρους, και τρία κορίτσια, τις Καβειρίδες, για κάθε μια τριάδα των οποίων υπήρχαν ξεχωριστά ιερά. Έτσι η γενεαλογία αυτή του Ηφαίστου, μαζί με τον ίδιο, περιλαμβάνει συνολικά 7 Καβείρους. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή αυτός απέκτησε με την Καβειρώ μόνον ένα παιδί, τον Κάδμιλο, ο οποίος γέννησε στη συνέχεια τους άλλους τρεις Κάβειρους και τις τρεις Καβειρίδες. Και από αυτή την άποψη οι Κάβειροι είναι πάλι (μαζί με τον Ήφαιστο) επτά. Αν και τα ονόματά τους θεωρούνται συνήθως μυστικά και απόρρητα και αυτοί αναφέρονται μόνον συλλογικά σαν «Μεγάλοι Θεοί», «Θίακες;» ή «Άνακτες», την Ελληνιστική περίοδο εμφανίστηκαν γι’ αυτούς κάποια ονόματα όπως Κασμίλος, Κοίος, Κρείος, Υπερίων, Ιαπετός, Δάρδανος και Ιασίων. Μερικοί θέτουν σαν Κάβειρο και τον Ασκληπιό.

Η εσωτερική παράδοση μιλάει επίσης για τη δημιουργία επτά αρχέγονων ανθρώπων από τη Μητέρα Γη και από το Θείο Πυρ (πνευματικό ή αστρικό) των Πατέρων ή Προγόνων (Ινδουιστικά Πίτρις). Αναφέρεται επίσης η δημιουργία επτά «”Ιερών Πυρών” σε επτά τοποθεσίες της Ηλεκτρίας (Σαμοθράκης).

Όσο τώρα για την αντιστοιχία τους με τους Διόσκουρους, επισημαίνουμε ότι και οι Διόσκουροι ήταν αρχικά (στις μέρες της Λεμουρίας) επτά και αρκετά αργότερα περιορίστηκαν σε τρεις και τέσσερες, σαν αρσενικοί και θηλυκοί, και τελικά σε δύο σαν τους Καβείρους.. .Σε σχέση με αυτούς, αναφέρεται ότι όταν οι Αργοναύτες βρήκαν στο δρόμο τους μεγάλη θαλασσοταραχή, ο Ορφέας, ο μόνος από αυτούς μυημένος στα Καβείρια μυστήρια, προσευχήθηκε στους Μεγάλους Θεούς και αμέσως ο άνεμος σταμάτησε και δυο αστέρια φάνηκαν πάνω από το κεφάλι των Διόσκουρων. Από τότε λέγεται οι Κάβειροι θεωρήθηκαν προστάτες των ναυτικών και όσοι κινδύνευαν τους επικαλούνταν για τη σωτηρία τους.

Τόποι Λατρείας

Παρ’ όλο που η μύηση γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά στη Σαμοθράκη, όπου η λατρεία των Καβείρων άρχισε πριν από τον 7ο αιώνα, η λατρεία τους ξαπλώθηκε γρήγορα, πρώτα στα γειτονικά νησιά, Λήμνο (όπου λατρεύονταν τρεις Κέβειροι, οι οποίοι ήσαν επίσης προστάτες της αμπελουργίας), Ίμβρο, και Τένεδο και μετά στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Μικρά Ασία και τελικά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ιερά τους υπήρχαν επίσης στα νησιά Σύρο, Πάρο, Χίο, Δήλο και Κέρκυρα και στην ηπειρωτική Ελλάδα στη Θήβα (όπου υπήρχε «άγιο» και «θαυματουργό».κατά τον Παυσανία Καβείριο, όπου λατρεύονταν οι «Άνακτες»: ο Πατέρας Κάβειρος, που μοιάζει με το Διόνυσο, και ο Υιός ή Παις. Κοντά υπήρχε και άλσος της Καβειραίας Δήμητρας και της Κόρης όπως επίσης και ιερό των Καβειρίδων Νυμφών), στην Ανθηδώνα της Βοιωτίας, στη Πέργαμο, στη Θεσσαλονίκη (όπου ισχυρίζονται μάλιστα ότι η Ροτόντα ήταν ναός του Καβείρου), στην Όλυνθο της Χαλκιδικής, στις Σέρρες και στη Σικελία Επίσης στην Άμφισσα της Λοκρίδας τελούνταν μυστήρια προς τιμή των Ανάκτων Παίδων, οι οποίοι, όπως επισημαίνει ο Παυσανίας, άλλοι λένε ότι είναι οι Διόσκουροι και άλλοι οι Κάβειροι». Και έχουν βέβαια και οι δυο δίκιο, αφού όπως είπαμε οι Διόσκουροι ταυτίζονται με τους Καβείρους. Εκτός της Ελλάδας, λατρεία τους αναφέρεται στην Φρυγία, την Τρωάδα, τη Φοινίκη και την Μέμφιδα της Αιγύπτου.

ΜΥΗΣΗ

Τα Καβείρια Μυστήρια σχετίζονταν με τη λατρεία των Ιερών Πυρών (Καβείρων), των πιο απόκρυφων δηλαδή δυνάμεων της φύσης, τα οποία, όπως λέει ο μύθος, σχηματίστηκαν σε επτά μέρη του νησιού της Σαμοθράκης. Εδώ θεσπίστηκαν τα Μυστήρια που γίνονταν κάθε επτά χρόνια και το Ιερό Πυρ διατηρημένο στο νησί, μεταδιδόταν στους μύστες, οι οποίο, μετά τη βάπτισή τους εν πυρί και πνεύματι, άρχιζαν μια νέα ζωή.

Η εντύπωση που δημιουργείται στον ερευνητή από την συστηματική μελέτη της έγκυρης βιβλιογραφίας και των ευρημάτων, είναι ότι στα Καβείρια Μυστήρια γινόταν κατανοητή στον μυούμενο, η ΘΕΣΗ του κάθε ανθρώπου στον αέναο κύκλο της ζωής και του θανάτου στην φύση. Η μύηση απελευθέρωνε τον μυούμενο από τις, παρά φύσιν, αντιλήψεις του πρωτόγονου ανθρώπου περί αναστάσεως, αθανασίας της ψυχής και μετεμψύχωσης και τον βοηθούσαν να ζήσει και να πεθάνει με αξιοπρέπεια.

Τα Καβείρια και τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν τα πιο διάσημα στην αρχαία Ελλάδα και είναι δύσκολο να πούμε ποιο τύχανε του μεγαλύτερου σεβασμού. Τα Καβείρια Μυστήρια της Σαμοθράκης, επισημαίνει η Μπλαβάτσκυ, ήταν «επιστημονικότερα και φιλοσοφικότερα», ενώ τα Ελευσίνια ήταν περισσότερο ενός «μυστικιστικού και θρησκευτικού χαρακτήρα».

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι μυούμενοι στα Μυστήρια «γίνονται ευσεβέστεροι και δικαιότεροι και στα πάντα καλύτεροι», δείχνοντας έτι τη μεγάλη εκπαιδευτική σημασία τους και την ηθική τελείωση των μυστών στην οποία αυτά οδηγούσαν. Σε αυτά αναφέρεται ότι μυήθηκαν διάφοροι επιφανείς ήρωες της αρχαιότητας όπως ο Ορφέας, ο Ηρακλής, ο Οδυσσέας και οι Διόσκουροι ή ακόμα άτομα όπως ο Πυθαγόρας, ο Ηρόδοτος και ο Μέγας Αλέξανδρος. Το τι ακριβώς γινόταν σε αυτά, κανείς δεν το γνωρίζει, διότι η αποκάλυψη των τεκταινομένων σε αυτά ισοδυναμούσε με την ποινή του θανάτου. .

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης πάντως επισημαίνει ότι οι Κάβειροι εκπροσωπούσαν την αθανασίας της ψυχής κι επομένως θα πρέπει να διδασκόταν και να βιωνόταν σε αυτά κάτι ανάλογο με τα Ελευσίνια Μυστήρια, με ένα ανάλογο δηλαδή μυστηριακό και εσχατολογικό περιεχόμενο. Σε κοσμολογικό επίπεδο, η κύρια διδασκαλία τους πρέπει να ήταν η Διδασκαλία του Κοσμικού Πυρός και η Δημιουργία του Κόσμου εκ του Πυρός. Αναφέρεται ακόμα ότι γινόταν σε αυτά επίκληση του Ουρανού και της Γαίας σα θεούς της Δημιουργίας.

Τα Καβείρια Μυστήρια, όπως και όλα τα αρχαία Ελληνικά Μυστήρια, περιελάμβαναν βέβαια τα τρία βασικά στάδια της Κάθαρσης, Μύησης και Εποπτείας ή ειδικότερα τα επτά στάδια του Καθαρμού, Χρίσματος, Περιβολής, Ιερού Λόγου, Ενθρονισμού, Ιερογαμίας και Εποπτείας.

 Σε αντίθεση με τα Ελευσίνια μυστήρια, επιτρεπόταν σε αυτά η συμμετοχή οποιουδήποτε ατόμου, ανεξάρτητα από εθνικότητα, ηλικία, φύλο ή κοινωνικό αξίωμα. Ακόμα και οι δούλοι μπορούσαν να μυηθούν σε αυτά, με μόνον περιορισμό τη μη διάπραξη ανόσιων πράξεων.

Οι Ανακτοτελεστές αποφάσιζαν ποιοι από τους προσερχόμενους ήταν άξιοι να μυηθούν και η Λουτροφόρος φρόντιζε για την κάθαρση των υποψηφίων. Τα Μυστήρια ξεκινούσαν με την εξομολόγηση του νεόφυτου από τον Κόη, τον εξομολογητή ιερέα, ο οποίος τον δοκίμαζε ως προς την προηγούμενη διαγωγή του και είχε το αξίωμα να μπορεί να εξιλεώσει ακόμα και το φονιά που μετάνιωνε για την πράξη του («φονέα καθαίροντα»),. Ο Πλούταρχος διασώζει ένα διάλογο μεταξύ του εξομολογητή ιερέα και του νεόφυτου Σπαρτιάτη βασιλιά Λυσάνδρου. Όταν ο Κόης του ζήτησε να του πει το μεγαλύτερό του αμάρτημα, ο Λύσανδρος τον ρώτησε πονηρά αν ο ίδιος ήθελε να το μάθει αυτό ή οι θεοί. Όταν ο ιερέας του απάντησε «οι θεοί», ο Λύσανδρος του είπε: «φύγε τότε εσύ από δω και αν με ρωτήσουν οι θεοί, θα τους το πω»…

Μετά την εξομολόγηση και την έγκριση του Κόη, γινόταν τη νύχτα η μύηση, υπό το φως δαυλών που κρατούσαν προχωρώντας οι νεόφυτοι. Ο δαυλός αυτός, εκτός από σύμβολο των Καβείρων, συμβόλιζε επίσης το εσωτερικό φως του μύστη που διώχνει το σκοτάδι της άγνοιας. Στις ανασκαφές βρέθηκαν πολλές θέσεις για την τοποθέτηση των δαυλών καθώς επίσης λυχνάρια με χαραγμένο πάνω τους το γράμμα Θ, ένα σύμβολο της Εκάτης και του Αστρικού Πυρός.

Σύμφωνα με τον Χριστιανό συγγραφέα Ιππόλυτο (2ος αιώνας μ.Χ.) οι Σαμοθράκες «ονομάζουν τον τιμώμενο από αυτούς στα μυστήρια Αδάμα, τον πρώτο άνθρωπο (από το Αδάμ) και υπάρχουν στο ιερόν της Σαμοθράκης δυο ιθυφαλλικά αγάλματα γυμνών ανθρώπων με τα χέρια τεταμένα προς τον ουρανό, όπως είναι και το άγαλμα του Ερμή στη Κυλλήνη. Τα αγάλματα αυτά είναι εικόνες του αρχανθρώπου και του αναγεννόμενου πνευματικού ανθρώπου, ο οποίος είναι κατά πάντα ομοούσιος προς εκείνον τον άνθρωπο”.

Όπως γενικά ξέρουμε στο στάδιο της Μύησης ο νεόφυτος ταυτίζεται με τον προστάτη θεό και βιώνει ενεργητικά τα πάθη του, περνώντας μέσα από μια ιδιαίτερα σκληρή δοκιμασία, τη Διάβαση, η οποία καταλήγει στο συμβολικό και ψυχολογικό του θάνατο και στην μετέπειτα ανάστασή του, η οποία είχε σαν βασικό σκοπό το ξεπέρασμα του φόβου του θανάτου. Το στάδιο αυτό υπήρχε τόσο στα Ελευσίνια όσο και στα Ορφικά Μυστήρια, τα οποία διέθεταν αντίστοιχες διδασκαλίες για τον πάσχοντα θεό με τον οποίο ταυτιζόταν ο μυούμενος. Υπήρχε άραγε κάτι ανάλογο και στα Καβείρια Μυστήρια;

Η απάντηση είναι ναι και ο πάσχων θεός εδώ είναι ο Κάδμιλος, ο νεότερος των Καβείρων, με τον οποίο και ταυτίζεται ο νεόφυτος. Η πλήρης ιστορία του Κάδμιλου έχει πολλές ομοιότητες με αυτή του Διονύσου στα Ορφικά Μυστήρια και του Όσιρι στα αντίστοιχα Αιγυπτιακά Μυστήρια, καθώς επίσης με την ιστορία του Μασονικού Διδασκάλου Χιράμ Αμπίφ, υπεύθυνου για το κτίσιμο του Ναού του Σολομώντα, ο οποίος σκοτώθηκε από τρεις κατώτερους τέκτονες. Σύμφωνα με το μύθο οι τρεις πρώτοι Κάβειροι (Αξίερος, Αξιόκερσα και Αξιόκερσος) επιτέθηκαν στον μικρότερο αδελφό τους Κάδμιλο (που κατά μια άλλη εκδοχή όπως είπαμε είναι ο πατέρας τους) και τον σκότωσαν και διαμέλισαν το σώμα του, το οποίο βρέθηκε αργότερα και ετάφη στους πρόποδες του Ολύμπου της Μικράς Ασίας. Ο Κάδμιλος νίκησε όμως τελικά το θάνατο και αναστήθηκε με τη βοήθεια του θεού Ερμή (μερικοί λένε και με τη βοήθεια των αδελφών του) που τον άγγιξε με το κηρύκειό του.

Έχει έτσι προταθεί ότι τα Καβείρια Μυστήρια περιελάμβαναν τη συμβολική θυσία και ανάσταση του Κάδμιλου και διακρίνονται μάλιστα τρεις βαθμοί ως προς αυτό. Στον πρώτο γινόταν ο φόνος του Κάδμιλου από τα αδέλφια του. Στον δεύτερο ανακαλυπτόταν και θαβόταν το διαμελισμένο σώμα του και στον τρίτο γινόταν η ανάστασή του και η επακόλουθη σωτηρία του κόσμου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς χαρακτηρίζει τα Καβείρια Μυστήρια σαν το μυστήριο του αδελφού που σκοτώνεται από τον αδελφό, αποτελώντας έτσι μια μεταφορά για το Φιλοσοφικό Θάνατο και Ανάσταση. Ο αναστημένος Κάδμιλος νυμφεύεται στη συνέχεια την χαμένη Κόρη (Αξιόκερσα) και αυτός ο Ιερός Γάμος (ή Ιερογαμία) αποτελεί το Μεγάλο Μυστήριο. Ακολουθούσε το στάδιο της Εποπτείας και η εμβάθυνση της διδασκαλίας από το μύστη και μετά ο στολισμός και η Ενθρόνισή του.

Του φορούσαν στο κεφάλι ένα στεφάνι από κλαδιά ελιάς και μια πορφυρή ζώνη στη μέση, την οποία θα έφερε μαζί του στην υπόλοιπη ζωή του, ενδεικτική της μυήσεώς του, και η οποία θα τον προφύλαγε από τους κινδύνους, ιδίως τους θαλασσινούς. . Χάρις σε αυτήν λέγεται σώθηκε Οδυσσέας από την μανία των κυμάτων και μπόρεσε ο Αγαμέμνονας να ελέγξει όλες τις στάσεις των στρατευμάτων του κατά τον Τρωικό πόλεμο. Του περνούσαν επίσης στο χέρι ένα δακτυλίδι από τοπικό μαγνητίτη που συμβόλιζε τον δεσμό του πιστού με τη Μεγάλη Θεά. Μετά ακολουθούσε ο Ιερός Χορός των ιερέων γύρω από την ιερή πυρά και τους καθισμένους μυούμενους, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος:
“Καθάπερ ειώθασιν εν τω καλουμένω θρονισμώ καθίσαντες τους μυουμένους οι τελούντες κύκλω περιχορεύειν.”

Ο Πλούταρχος γνώριζε και άλλα πολλά για τα Καβείρια μυστήρια, στα οποία είχε μυηθεί, αλλά αρνήθηκε να τα αποκαλύψει «Ποιοι είναι οι Κάβειροι και ποια τα μυστήρια που τελούν στην Μητέρα Ρέα, θα ζητήσω συγγνώμη από τους φιλομαθείς για τη σιωπή μου. Ποια είναι η παρακαταθήκη και τα τελούμενα σε αυτήν δεν μου επιτρέπεται να γράψω”. Διασώζει σε δύο παραλλαγές έναν διάλογο μεταξύ του εξομολόγου ιερέα των μυστηρίων και του Λάκωνα Ανταλκίδα. Όταν ρωτήθηκε από τον ιερέα για το μεγαλύτερό του αμάρτημα απάντησε «οι Θεοί το γνωρίζουν»: « ΑΝΤΑΛΚΙΔΑΣ ΕΝ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗι ΜΥΟΥΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΗΘΕΙΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΤΙ ΔΕΙΝΟΤΕΡΟΝ ΔΕΔΡΑΚΕΝ ΕΝ ΤΩι ΒΙΩι. ΕΙ ΤΙ ΜΟΙ ΠΕΠΡΑΚΤΑΙ ΤΟΙΟΥΤΟΝ, ΕΙΣΟΝΤΑΙ ΕΙΠΕΝ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΘΕΟΙ »

Μετά τον ενθρονισμό του, ο μύστης οδηγόταν από τον ιερέα στο Άβατο του Ιερού μπροστά από το οποίο η λιτή επιγραφή «”Αμύητον μη εισιέναι” απαγόρευαν ρητά και απόλυτα την είσοδο στους αμύητους.Εκεί ο μύστης παρακολουθούσε (είχε την εποπτεία) κάποια ιερή κοσμογονική αναπαράσταση και γινόταν έτσι επόπτης.Ίσως οι νεόφυτοι να νήστευαν στη διάρκεια των τελετών και κατά τον τέλος των ιερουργιών, στο στάδιο της «ευδαιμονίας», να δειπνούσαν πλουσιοπάροχα μαζί, τιμώντας δεόντως και το θεό του κρασιού.

Σήμερα στην περιοχή της Παλαιόπολης, σώζονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης με τα ισχυρά κυκλώπεια τείχη της που σύμφωνα με την παράδοση κατασκεύασαν οι Κορύβαντες. Δυτικά αυτής, πάνω σε ένα βραχώδες ύψωμα και έξω από τα τείχη, βρίσκονται τα ερείπια του Ιερού των Μεγάλων Θεών όπου γίνονταν τα Καβείρια Μυστήρια. Εκεί, στα ερείπια του Ιερού, ανακαλύφθηκε και το περίφημο άγαλμα της Νίκη της Σαμοθράκης που κοσμεί σήμερα το Μουσείο του Λούβρου.

Τα Καβείρια Μυστήρια, αλλά και τα Μυστήρια γενικώς, στον αρχαίο Ελληνικό Κόσμο αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι του Ελληνικού τρόπου ζωής. Όπως προκύπτει δεν ήταν ασύμβατα με την προσπάθεια του σκεπτόμενου Έλληνα να ερμηνεύσει τον κόσμο λογικά.

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Από τα επιφανή καθάρματα της Ιστορίας. Εξουσιαστής, βέβαια. Δεν γίνεται να απλώσεις την κτηνωδία σου, αν δεν είσαι βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, κάποιος ηγεμόνας. Και επειδή έχεις καθήκοντα απέναντι στην ανθρωπότητα και πασχίζεις για τα πιο υψηλά ιδανικά, τα εγκλήματά σου δικαιολογούνται. Και η Εκκλησία, δηλαδή το παπαδαριό, σε αποδέχεται για προστάτη και υπερασπιστή κι άλλα τέτοια πομπώδη.

Θεοδόσιος, ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτωρ πριν από τη «διάσπαση», σε ανατολική και δυτική επικράτεια. Οι γιοι του, από διαφορετικές γυναίκες, έγιναν οι συνεχιστές του, ο Ονώριος αυτοκράτωρ της Ρώμης, ο Αρκάδιος στο κομμάτι που αργότερα ονομάστηκε Βυζάντιο.

Συνέβη το 395, τότε θεωρείται ότι ξεκινάει η Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τρία χρόνια πριν, σα σήμερα, 16 Μαΐου, τον Φλάβιο Θεοδόσιο Αύγουστο Α' τον είπανε «Μέγα». Είναι ο Μέγας Θεοδόσιος. Και αφού τον έχουν καταγράψει «Μέγα» η Ιστορία και η θρησκεία, πρόκειται για μέγα κάθαρμα. Δεν τον είπανε «Μέγα» επειδή ήταν υψηλής κλάσεως ποδοσφαιριστής και κομμωτής, ποιητής και ερευνητής. Στρατηλάτης ήταν ο Θεοδόσιος, αυτοκράτωρ και στο δυτικό και στο ανατολικό κομμάτι της πολυεθνικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Έκανε πράγματι μεγάλα πράγματα αυτός ο πρώην «ειδωλολάτρης» και μετέπειτα «χριστιανός». Στα παπάρια του οι θρησκείες. Αυτά τα παραμυθάκια δεν ακουμπάνε έναν άνθρωπο του πολέμου, των πολλών πολεμικών επιχειρήσεων. Όταν είδε ότι οι χριστιανοί κερδίζουν την παρτίδα, τότε αναγνώρισε ως επίσημη κρατική τη θρησκεία τους. Και για να μην απειλείται η εξουσία του πήρε στο κυνήγι τους «εθνικούς», τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας. Όποιος επέμενε στο δωδεκάθεο, στη θρησκεία των γονέων του, καιγότανε το μουνί του. Τους χαρακτήριζε «παράφρονες», «ιερόσυλους», τους έπαιρνε την περιουσία. Και συνεργεία κατεδάφισης με καλόγερους γκρέμιζαν τους αρχαίους ναούς σε Αίγυπτο, Συρία, παντού.

Είναι βασιλιάς σε λαούς διαφορετικούς. Λογιών λογιών φυλές. Και με θρησκεία των παππούδων τους ο καθένας. Πρόβλημα στον εξουσιαστή. Σοβαρό πρόβλημα. Θα τον βόλευε όσους έχει κατακτήσει να έχουν την ίδια θρησκεία. Να ελέγχεται η σακούλα.

Μην το κουράσουμε το γιατί εξυπηρετεί τον μονάρχη η ίδια θρησκεία, αδιάφορο γι' εκείνον ποια είναι αυτή. Ο αυτοκράτωρ είναι υπεράνω θρησκείας, δεν είναι λαουτζίκος. Τη θρησκεία τη χρειάζεται για εργαλείο, για μέσο, όχι για να την... πιστεύει.

Ο Θεοδόσιος, λοιπόν, που γεννήθηκε το 347, με την άδεια του Θεού πιθανόν, απαγόρευε δια νόμου τις «ειδωλολατρικές» λεγόμενες θρησκείες αφού προηγουμένως είχε ανακηρύξει επίσημο δόγμα τον χριστιανισμό. Δεν ήταν μαλάκας, σπουδαίος στρατηγός ήταν, αλλά και μεγάλος διπλωμάτης. Άρα, θα πήγαινε με τη μόδα, με τη νέα θρησκεία που είχε απλωθεί. Ερώτημα. Γίνεται μ' ένα φιρμάνι, ένα διάταγμα να... καταργήσει θρησκείες ο εξουσιαστής. Γίνεται αυτό; Ασφαλώς και δεν γίνεται. Ο πιστός δεν αλλάζει με τίποτα τη θρησκεία του. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει, ούτε και ενδιαφέρεται να μάθει τι γράφουν τα κιτάπια της θρησκείας του. Πιστός είναι, άρα τυφλός. Ό,τι βρήκε από τους γονείς του, αυτό είναι.

Έπρεπε να περάσουν αιώνες για να ''κατακτήσει'' ο άνθρωπος, δηλαδή να υποχρεωθεί η εξουσία να αναγνωρίσει το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας. Αφού υπήρχε πια η σιγουριά ότι δεν απειλείται η καθεστηκυία τάξη. Τότε, στην εποχή του Θεοδοσίου, και μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η εξουσία έφθανε πολύ εύκολα στο έγκλημα, στο μαζικό έγκλημα στο όνομα της θρησκείας, του νόμου, της τάξεως, του έθνους, όλα αυτά τα κατασκευάσματα.

Το έγκλημα που έμεινε για την... ιδιαιτερότητά του ήταν η εντολή του Θεοδόσιου Α' του Μέγα, για να μη ξεχνιόμαστε, να σφάξουν τους άοπλους θεατές στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Έχει μείνει στην Ιστορία η Σφαγή χιλιάδων άοπλων. Για ποιο λόγο; Να τον αναφέρουμε αν έχει κάποια σημασία η... αιτία κι όχι το ίδιο το φονικό απροστάτευτων, λένε 17.000 στη σούμα.

Ο Θεοδόσιος ήταν αυτοκράτωρ από το 379 για 16 χρόνια συνεχώς, μέχρι την ημέρα που ψόφησε, σε ηλικία 48 χρονών.

Σε επαφή με τα συναισθήματα μου

Συναισθήματα είναι όλα όσα νοιώθω. Χαρά, λύπη, ευτυχία, δυστυχία, στεναχώρια, θλίψη, θυμός, ευχαρίστηση, αγανάκτηση είναι μερικά από τα πιο «διάσημα» συναισθήματα…

Το να τα νοιώθω είναι αναποφευκτό. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι, αυτό είναι το φυσιολογικό. Το να είμαι σε επαφή με αυτό που κάθε φορά νοιώθω είναι το ζητούμενο. Να μπορώ να αναγνωρίζω, να αποδέχομαι και να διαχειρίζομαι τα συναισθήματά μου.

Συχνά αυτήν την διαδικασία την μπλοκάρουμε. Αναγνωρίζουμε επιφανειακά το τι νοιώθουμε και το αφήνουμε μέσα μας, δεν το βγάζουμε, δεν το κάνουμε κάτι… Συνήθως γίνετε αυτό με τα δυσάρεστα συναισθήματα, συχνά όμως μας συμβαίνει και με τα ευχάριστα: ούτε αυτά δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε καμιά φορά! Τα κλείνουμε μέσα λοιπόν… Μέσα κι αυτά – όλα μέσα!

Και μπλοκάρουμε… Δεν είναι ότι δεν νοιώθουμε, αλλά έχουμε μπλοκάρει τα συναισθήματά μας. Κάτι σαν το capital control, μόνο που εδώ το προκαλούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Καταλαβαίνω ότι είναι πολύ απλοϊκό να πει κανείς «απελευθερώσου», «ανοίξου», «εκφράσου», απλοϊκό υπό την έννοια του ευχολόγιου… Ωστόσο η απάντηση (λύση) στο μπλοκάρισμα -σε πάσης φύσεως μπλοκάρισμα- δεν μπορεί παρά να είναι το άνοιγμα, η αλλαγή, η μετατόπιση…

Παχαίνουν τα συναισθήματα; Βιολογική Vs Συναισθηματική πείνα!

Πόσες φορές έχετε γυρίσει στο σπίτι από τη δουλειά και έχετε πιάσει τον εαυτό σας να τρώει ακατάπαυστα; Πόσες φορές σας ακυρώθηκε μια έξοδος και μείνατε σπίτι τρώγοντας υπερβολικές ποσότητες φαγητού; Πόσες φορές μαλώσατε με το σύντροφό σας και το πρώτο που κάνατε μόλις κλείσατε το τηλέφωνο ήταν να ανοίξετε το ψυγείο; Θυμάστε την τελευταία φορά που δεν μπορέσατε να πείτε αυτά που αισθάνεστε και κατατρέξατε αυθόρμητα στο ψυγείο;

Η υπερβολική κατανάλωση τροφής χαρακτηρίζεται από υπερβολική συσσώρευση λίπους, η οποία οφείλεται στην κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων τροφής από αυτές που το σώμα χρειάζεται, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε λίπος. Η εξίσωση λοιπόν είναι απλή: αν τρώμε μεγαλύτερες ποσότητες τροφής από εκείνες που χρειάζεται το σώμα μας, παχαίνουμε, αν τρώμε μικρότερες ποσότητες τροφής από αυτές που χρειάζεται το σώμα μας, χάνουμε βάρος και αν τρώμε ακριβώς τις ποσότητες που χρειάζεται το σώμα μας, το βάρος μας διατηρείται.

Ο μηχανισμός ρύθμισης της πρόσληψης τροφής είναι αδιαμφισβήτητα συνυφασμένος με την ψυχική υγεία, γαλήνη, ηρεμία και πληρότητα μας.

Τι είναι όμως αυτό που θρέφεται με την κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων τροφής από αυτές που χρειάζεται ο οργανισμός και κατ’ επέκταση έχει τη δυνατότητα να αφομοιώσει;

Τα υπέρβαρα άτομα στις περισσότερες φορές βασανίζονται από κάποια ψυχολογική διαταραχή την οποία μπορεί και να μην αντιλαμβάνονται σε συνειδητό επίπεδο.

Τα πάντα είναι τροφή! Ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους, παίρνουμε πληροφορίες και «γεμίζουμε» φυσικά, συναισθηματικά, διανοητικά και πνευματικά είναι «τροφή». Εκείνο λοιπόν που είναι απαραίτητο για να γίνουμε ρυθμιστές των διατροφικών μας αναγκών είναι να κατανοήσουμε και να έρθουμε σε επαφή με τις σωματικές και συναισθηματικές μας ανάγκες.

Η πραγματική αλήθεια γύρω από την τροφή είναι διπλή! Μπορεί να αναφερόμαστε στην βιολογική μας πείνα ή διαφορετικά μπορούμε να την ονομάσουμε «Ανάγκη για Μικρή Τροφή», όπως ψωμί, τυρί, λάδι και στην συναισθηματική πείνα ή διαφορετικά «Ανάγκη για Μεγάλη Τροφή», όπως αποδοχή, ασφάλεια, αγάπη, ανακούφιση, χαρά, δημιουργικότητα, διαπροσωπικές σχέσεις, ηρεμία, αγκαλιά, παρέα, ζωή και πολλά άλλα.

Βασικό κλειδί για την επίλυση αυτών των δυσλειτουργικών συμπεριφορών πρόσληψης τροφής είναι να μάθουμε να κατανοούμε εμείς οι ίδιοι το σώμα μας και τις ανάγκες του πρωταρχικά. Μέσω τεχνικών εσωτερικής εστίασης μπορούμε να μάθουμε να συνδεόμαστε με το σώμα μας και να κατανοήσουμε τις ανάγκες του. Το σώμα και ο μεταβολισμός μπλοκάρουν όταν το υποβάλλουμε στις γενικές νόρμες περί «ΣΩΣΤΟΥ» και «ΛΑΘΟΥΣ» διατροφικά. Εκείνο που είναι καίριας σημασίας είναι να κατανοήσουμε το «ΣΩΣΤΟ και ΛΑΘΟΣ ΓΙΑ ΕΜΑΣ και ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ».

Επίσης, για να μπορέσουμε να φροντίσουμε τη διατροφική μας δυσκολία είναι σημαντικό να εντοπίσουμε εκείνη την πλευρά του εαυτού μας που έχει μάθει να θρέφεται με «μικρή» τροφή για να καλύψει τις ανάγκες του συστήματος για «μεγάλη» τροφή. Η υπερβολική κατανάλωση τροφής λειτουργεί λυτρωτικά σε αυτό το κομμάτι του εαυτού που αισθάνεται άδειο και «πεινάει», καθώς προσπαθεί να την θρέψει με φαγητό για να τη χορτάσει. Επειδή όμως η πραγματική, βαθύτερη ανάγκη της δεν είναι η «μικρή» τροφή, τα κιλά ολοένα και μπαίνουν…

Η υπερβολική κατανάλωση τροφής λοιπόν σε συναισθηματικά φορτισμένα άτομα λειτουργεί ασυνείδητα ως μέσο αντιμετώπισης ψυχολογικών προβλημάτων. Όταν λοιπόν ο ασυνείδητος κι ο συνειδητός νους βρίσκονται σε σύγκρουση, στο τέλος ο ασυνείδητος νους είναι αυτός που πάντα κερδίζει. Με αυτόν τον τρόπο οι δίαιτες διαρκούν για μικρά χρονικά διαστήματα, καθώς τα πρέπει του συνειδητού συγκρούονται με τα βαθύτερα θέλω του ασυνείδητου νου. Ο μόνος τρόπος για μόνιμη αλλαγή είναι να αλλαχθούν αυτοί οι ασυνείδητοι προγραμματισμοί στην ίδια τους τη ρίζα, δηλαδή μέσα στο ασυνείδητο. Μέσα από βαθιές θεραπευτικές τεχνικές της Κλινικής Υπνοθεραπείας μπορούμε να εντοπίσουμε και να επεξεργαστούμε διεξοδικά διάφορες ψυχοσυναισθηματικές αιτίες και παράγοντες που οφείλονται για την οποιαδήποτε διατροφική μας δυσκολία απελευθερώνοντας δυσάρεστα συναισθήματα, αναπλαισιώνοντας τα και «θρέφοντας» τον εαυτό με τις πραγματικές του ανάγκες.

Ο εαυτός μας είναι αυτός που ξέρει τι είναι καλύτερο για τον ίδιο και την ζωή του! Και μόνο αυτός μπορεί να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του!

Η ομαλή διατροφική λειτουργία μας είναι μια συλλογική υπόθεση του εαυτού προς τον εαυτό! Δεν είναι δίαιτα! Δεν είναι στέρηση! Είναι αλλαγή τρόπου ζωής, συναισθηματικού και σωματικού!

Τα συναισθήματα λοιπόν έχουν τη δύναμη να μας παχύνουν; Η απάντηση είναι δική σας….

Ευτυχία είναι... να είσαι καλά με τον εαυτό σου

Κάποιοι άνθρωποι αναζητούν πράγματα έξω από τον εαυτό τους για να γίνουν ευτυχισμένοι, για παράδειγμα, ναρκωτικά, αλκοόλ ή έναν άλλο άνθρωπο. Αυτό φτιάχνει προσωρινά τα πράγματα αλλά σχεδόν πάντα καταλήγει σε απογοήτευση. Κανένας άλλος δεν μπορεί να μας επιβεβαιώσει εκτός από μας τους ίδιους. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από μας που μπορεί να μας φέρει την ευτυχία που αξίζουμε.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτή τη διαπίστωση αρκετά αργά στη ζωή τους ή δεν την κάνουν ποτέ. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ αυτού που γνωρίζουμε ως ευτυχία και της συναισθηματικής εξάρτησης. Αν χρειάζεσαι μια εξωτερική πηγή για να σε κάνει ευτυχισμένο, τότε έχεις πολλά να μάθεις για τον εαυτό σου και τη ζωή.

Ποιος είμαι χωρίς το σύντροφό μου; Γνωρίζετε την απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση; Νιώθετε καλά με το να περνάτε χρόνο με τον εαυτό σας, κάνοντας πράγματα που σας ευχαριστούν; Αν όλη σας η ύπαρξη στρέφεται γύρω από το σύντροφό σας, τι θα κάνετε αν φύγει; Αν διαπιστώνετε πως δεν έχετε δικά σας ενδιαφέροντα ή δεν νιώθετε καλά παρά μόνο αν σας επιβεβαιώσει ο σύντροφός σας, μπορεί να θέλετε να το αλλάξετε αυτό. Να θυμάστε ότι δεν είστε μόνοι. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που φτάνουν σ’ αυτό το αδιέξοδο και δεν ξέρουν πώς να το διαχειριστούν.

Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να κάνετε είναι καθιερώσετε κάποιο χρόνο που θα περνάτε με τον εαυτό σας. Γραφτείτε σε κάποιο μάθημα ή βρείτε ένα χόμπι. Χρειάζεται να φτιάξετε τη δική σας ταυτότητα, ανεξάρτητα από το σύντροφό σας. Κάνοντας αυτό, θα χτίσετε μια γερή βάση για σας, ανεξάρτητα απ’ τον σύντροφό σας. Έτσι, αν κάτι συμβεί με τη σχέση σας, θα μπορείτε να σταθείτε στα πόδια σας.

Η ευτυχία είναι μια εσωτερική υπόθεση
Ίσως δεν μπορέσατε να βρείτε κάτι που να σας ευχαριστεί, όπως ένα χόμπι ή κάποιο άλλο ενδιαφέρον. Μπορεί να είστε τόσο απορροφημένοι με τον σύντροφό σας, που το οπτικό σας πεδίο είναι θολό. Αν όμως ψάξετε μέσα σας, θα βρείτε όλες τις απαντήσεις που χρειάζεστε. Υπάρχουν σίγουρα πράγματα που σας αρέσει να κάνετε. Ίσως έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ασχοληθήκατε μ’ αυτά.

Είναι πολύ εύκολο να χτίσεις τη ζωή σου γύρω από ένα άλλο άτομο και τις ανάγκες του. Κάνοντας αυτό, μπορεί να χάσεις τον εαυτό σου και να ξεχάσεις ποιος είσαι και τι σε προσδιορίζει. Ο σύντροφος δεν είναι αυτός που θα σε κάνει αυτό που είσαι. Είσαι ένα μοναδικός άνθρωπος, με τις δικές σου επιθυμίες, τις δικές σου ανάγκες, τα δικά σου θέλω. Αν δεν εντοπίσεις ποια είναι αυτά, θα νιώσεις άδειος σε περίπτωση που χάσεις το άτομο απ’ το οποίο έχεις εξαρτηθεί. Ο σύντροφος δεν είναι η ζωή σου και παρόλο που είναι υπέροχο το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με κάποιον άλλο, δεν είναι καλό να εμπλέκεσαι τόσο πολύ μαζί του ώστε να χάνεις τελικά τον εαυτό σου.

Η τάση να ξεφεύγεις από την πραγματικότηταΌπως είπαμε, αρκετοί άνθρωποι έχουν την τάση να αναζητούν την ευτυχία στον σύντροφό τους. Κάποιοι άλλοι έχουν την ανάγκη να ξεφύγουν από την πραγματικότητα που ζουν και χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους όπως τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, τα ψώνια ή το τζόγο, για να νιώθουν πληρότητα. Το πρόβλημα όμως είναι πως ότι κι αν κάνεις, δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ τον εαυτό σου. Η αποφυγή δεν λύνει το οποιοδήποτε συναισθηματικό θέμα απ’ το οποίο υποφέρεις. Δεν αλλάζει τίποτα όταν πάρεις τη «δόση» σου. Μόνο καθυστερείς το αναπόφευκτο.

Ότι κι αν είναι αυτό που σε εξωθεί να αναζητήσεις την ευτυχία μ’ αυτούς τους καταστροφικούς ή πολυέξοδους τρόπους, θα είναι πάλι εκεί όταν επανέλθεις. Είναι πολύ εύκολο να ξεφεύγεις από τα προβλήματα μέσα από τέτοιους μηχανισμούς αλλά, δυστυχώς, τα προβλήματα που αποφεύγεις μπορεί να ενταθούν με το πέρασμα του χρόνου. Η διαφυγή δεν είναι ποτέ αποτελεσματική λύση σε οποιοδήποτε θέμα. Μόνο αν κοιτάξεις το πρόβλημα και το αντιμετωπίσεις, μπορείς να βρεις την ευτυχία μέσα απ’ τον εαυτό σου και όχι από μια εξωτερική πηγή.

Υπάρχει λύσηΑν κάτι από τα παραπάνω σας φαίνεται οικείο, τότε είστε στο σωστό δρόμο. Το να παραδέχεσαι ότι υπάρχει πρόβλημα είναι καθοριστικό για τη λύση του. Αποφασίστε να ζητήσετε βοήθεια. Σε ήπιες περιπτώσεις, μπορεί μόνο να χρειάζεται να αλλάξετε κάποια πράγματα για να το ξεπεράσετε. Σε πιο σοβαρές καταστάσεις, όπως είναι η χρήση ουσιών, θα χρειαστείτε εξειδικευμένη βοήθεια απεξάρτησης.

Όποια κι αν είναι η κατάσταση, τώρα είναι η ώρα να κάνετε την αλλαγή που χρειάζεστε. Η ευτυχία, είναι κάτι που χρειάζεται να βρείτε μέσα σας. Μην αναζητάτε πλαστή ικανοποίηση και αρχίστε να ζείτε τη ζωή σας. Οραματιστείτε τον εαυτό σας να ζει μια ήρεμη και υγιή ζωή, απαλλαγμένη από συνήθειες που σας καταβάλλουν. Αρχίστε να γράφετε ένα ημερολόγιο για τη ζωή σας και αφιερώστε ποιοτικό χρόνο με τον εαυτό σας. Είναι ο μόνος που έχει τις απαντήσεις που ψάχνετε.

Έχετε υπόψη ότι τα προβλήματά σας δεν είναι ασυνήθιστα. Έχοντας μια κοινή βάση με άλλους που έχουν προσπαθήσει να βρουν την ευτυχία, μπορείτε να μάθετε κάποια πράγματα που έκαναν εκείνοι για να ξεκινήσουν τη δική τους διαδρομή. Η ζωή δεν είναι εύκολη για κανέναν μας και όλοι προσπαθούμε καθημερινά. Αλλά αν διαπιστώσεις ότι είσαι θλιμμένος τον περισσότερο χρόνο ή ότι χρειάζεσαι κάτι εξωτερικό για να σε κάνει ευτυχισμένο, είναι καιρός να βρεις τον εαυτό σου!