Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (151-189)

ΧΟΡΟΣ
ὦ Διὸς ἁδυεπὲς φάτι, τίς ποτε [στρ. α]
τᾶς πολυχρύσου
Πυθῶνος ἀγλαὰς ἔβας
Θήβας; ἐκτέταμαι φοβερὰν φρένα
δείματι πάλλων,
ἰήιε Δάλιε Παιάν,
155 ἀμφὶ σοὶ ἁζόμενος τί μοι ἢ νέον
ἢ περιτελλομέναις ὥραις πάλιν
ἐξανύσεις χρέος.
εἰπέ μοι, ὦ χρυσέας τέκνον Ἐλπίδος,
ἄμβροτε Φάμα.

πρῶτά σε κεκλόμενος, θύγατερ Διός, [ἀντ. α]
ἄμβροτ᾽ Ἀθάνα,
160 γαιάοχόν τ᾽ ἀδελφεὰν
Ἄρτεμιν, ἃ κυκλόεντ᾽ ἀγορᾶς θρόνον
Εὔκλεα θάσσει,
καὶ Φοῖβον ἑκαβόλον, ἰὼ
τρισσοὶ ἀλεξίμοροι προφάνητέ μοι,
εἴ ποτε καὶ προτέρας ἄτας ὕπερ
165 ὀρνυμένας πόλει
ἠνύσατ᾽ ἐκτοπίαν φλόγα πήματος,
ἔλθετε καὶ νῦν.

ὦ πόποι, ἀνάριθμα γὰρ φέρω [στρ. β]
πήματα· νοσεῖ δέ μοι πρόπας
170 στόλος, οὐδ᾽ ἔνι φροντίδος ἔγχος
ᾧ τις ἀλέξεται. οὔτε γὰρ ἔκγονα
κλυτᾶς χθονὸς αὔξεται οὔτε τόκοισιν
ἰηίων
καμάτων ἀνέχουσι γυναῖκες·
ἄλλον δ᾽ ἂν ἄλ-
175 λῳ προσίδοις ἅπερ εὔπτερον ὄρνιν
κρεῖσσον ἀμαιμακέτου πυρὸς ὄρμενον
ἀκτὰν πρὸς ἑσπέρου θεοῦ·

ὧν πόλις ἀνάριθμος ὄλλυται· [ἀντ. β]
180 νηλέα δὲ γένεθλα πρὸς πέδῳ
θαναταφόρα κεῖται ἀνοίκτως·
ἐν δ᾽ ἄλοχοι πολιαί τ᾽ ἔπι ματέρες
ἀκτὰν παρὰ βώμιον ἄλλοθεν ἄλλαι
λυγρῶν πόνων
185 ἱκτῆρες ἐπιστενάχουσιν.
παιὰν δὲ λάμ-
πει στονόεσσά τε γῆρυς ὅμαυλος·
ὧν ὕπερ, ὦ χρυσέα θύγατερ Διός,
εὐῶπα πέμψον ἀλκάν·

***
ΧΟΡΟΣ
Ω του Διός μελίρρυτη λαλιά, [στρ. α]
ταξίδεψες απ᾽ την πολύχρυση Πυθία
για να μηνύσεις τί στη Θήβα την περίλαμπρη;
Ο τρόμος με συνέχει,
ο φόβος πονά στους κροτάφους μου,
με δέος ιερόν απορώ και ρωτάω:
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου τάχα
και πρέπει να πληρώσω το χρέος το παλιό
ή κάποιο χρέος πρόσφατο;
Ω μίλα μου, χρυσής ελπίδας τέκνο,
αθάνατε Λόγε θεού.

Εσένα καλώ πρώτα, του Διός θυγατέρα, [αντ. α]
αθάνατη παρθένα,
160 την αδελφή σου δεύτερη, την πολιούχον
Άρτεμιν, που κάθεται στης αγοράς τον κύκλο
περίλαμπρη στο θρόνο της
και τον αλάθητο τοξότη Φοίβο, καλώ.
Φανείτε οι τρεις σωτήρες μου
και το κακό ξορκίστε.
Αν κάποτε στο παρελθόν τον όλεθρο
της πυρκαγιάς που ρήμαζε την πόλη
σβήσατε, φανείτε πάλι τώρα.

Ιού, των δεινών μου το πλήθος φορτίο βαρύ· [στρ. β]
της πόλης όλης το πλήρωμα νοσεί
170 και δεν σοφίζεται κανείς αντίδοτο
τη νόσο να νικήσει· δεν ωριμάζουν οι καρποί
στα γόνιμα χωράφια και δεν αντέχουν να γεννούν
μ᾽ αφόρητες ωδίνες οι γυναίκες.
Κοίτα να δεις, ένας πάνω στον άλλο, κοπαδιαστά,
σαν τα πουλιά χαμοπετούν, σαν την αχόρταγη φωτιά
ορμούν στου σκοτεινού θεού το περιγιάλι.

Ο θάνατος πολύς κι η πόλη χάνεται· [αντ. β]
180 σκορπίζουν ανελέητα το μόλεμα
αδέσποτα κατάχαμα, τα νήπια νεκρά·
μητέρες, σύζυγοι, γριές λευκές, εδώ κι εκεί
στα σκαλοπάτια των βωμών στενάζουν
και προσεύχονται να φύγει το θανατικό.
Παιάν εξιλασμού μυριόστομος την πόλη
λαμπαδιάζει. Χρυσή του Διός θυγατέρα,
επίβλεψε και στείλε γελαστή την αρωγή σου.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές

11.5. Για την τιμή


Η έννοια της τιμής στον Όμηρο (από το ρήμα τίω «εκτιμώ, τιμώ κάποιον, τον θεωρώ άξιο τιμής») έχει δύο όψεις, που συνυπάρχουν και εξαρτώνται η μία από την άλλη: την υλική, που συνδέεται με την κατοχή υλικών αγαθών, και την αφηρημένη ή «άυλη» όψη, η οποία σχετίζεται με την ανώτερη κοινωνική θέση, το κύρος και την υπόληψη που έχει ο ήρωας μέσα στην κοινότητά του.

Τα υλικά αγαθά της τιμής μοιράζονται στους ιδρυτές των βασιλικών δυναστειών εξαιτίας της πολεμικής τους ανδρείας και κληροδοτούνται ως προνόμια στους απογόνους τους. Όμως, για να συντηρηθούν, οι νέοι πολεμιστές οφείλουν να δείχνουν το ίδιο γενναίο φρόνημα στη μάχη. Έτσι, στην Ιλιάδα ο λύκιος Σαρπηδόνας προτρέπει τον συμπολεμιστή του Γλαύκο να μπει και αυτός στον πόλεμο, θυμίζοντάς του πρώτα τις τιμές που απολαμβάνουν χάρη στο βασιλικό τους κύρος και ύστερα τα στρατιωτικά καθήκοντα που τους αναλογούν (Μ 310-321):

Γλαύκε, γιατί εμάς τους δυο μάς τιμούν [τετιμήμεσθα] περισσότερο από κάθε άλλον στη Λυκία, με τη θέση που μας δίνουν και τα κρέατα και τα γεμάτα ποτήρια, και όλοι μάς βλέπουν σαν θεούς; και έχουμε κι από ένα ξεχωριστό κομμάτι γης, ωραίο, από αμπέλι και χωράφι, δίπλα στις όχθες του Ξάνθου, για να παίρνουμε τον καρπό του; Γι᾽ αυτό τώρα πρέπει εμείς οι δυο να σταθούμε ανάμεσα στους πρώτους Λύκιους και να αντικρίζουμε τη φωτιά της μάχης, για να πει έτσι κάποιος από τους Λυκίους που είναι γερά οπλισμένοι: «Δεν είναι δίχως δόξα οι βασιλιάδες μας, που κυβερνούν μέσα στη Λυκία και τρων παχιά αρνιά και πίνουν ξεχωριστό κρασί γλυκό σαν μέλι. Έχουν παλληκαριά μεγάλη, γιατί πολεμούν μέσα στους πρώτους Λύκιους.»

Στο απόσπασμα αυτό, που θεωρείται ότι περιλαμβάνει τα πρότυπα αξιών της ηρωικής ζωής, παραξενεύει ίσως τον σημερινό αναγνώστη η σύνδεση της ομηρικής τιμής καταρχήν με υλικά αγαθά, με τα οποία οι ηγεμόνες απολαμβάνουν την εκτίμηση που τους δείχνουν οι πολλοί αντιμετωπίζοντάς τους σαν ισόθεους. Τα υλικά αυτά προνόμια μαζί με τη δημόσια αναγνώριση, που τους εξασφαλίζουν την τιμή τους, αν θέλουν οι δύο άρχοντες της Λυκίας να συνεχίσουν να τα απολαμβάνουν, λέει ο Σαρπηδόνας, έχουν την υποχρέωση να μάχονται στην πρώτη γραμμή, αποδεικνύοντας έτσι ότι αξίζουν την ένδοξη φήμη τους. Η υπεράσπιση λοιπόν της τιμής αποτελεί το πρωταρχικό κίνητρο για να εμπλακεί ο ήρωας στη μάχη, εφόσον έτσι συντηρεί και απολαμβάνει τα άφθονα υλικά του αγαθά, μαζί και το κύρος του, την υψηλή του κοινωνική θέση και τη φήμη του.

Το προηγούμενο απόσπασμα δείχνει ακόμη πως στο περιβάλλον του πολέμου υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στην κοινωνική υπεροχή κάποιου και στην προσωπική του αξία, εφόσον η πρώτη εξαρτάται από τη δεύτερη, και το αντίστροφο. Ωστόσο, στην Ιλιάδα, μέσα κυρίως από την έριδα του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα, δείχνεται η προβληματική σχέση της κοινωνικής υπεροχής με την προσωπική αξία των ηρώων. Η τιμή μοιράζεται στους ιεραρχικά ανώτερους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το αξίζουν κιόλας.

Στην υψηλότερη τιμητική κλίμακα των δυνατών, με πρώτο τον πατριάρχη Δία, εντάσσονται οι θεοί, που τιμώνται από τους θνητούς με προσφορές λατρείας, ενώ στον χώρο των θνητών τις ανώτερες τιμές διεκδικούν όσοι θεωρούνται ότι σχετίζονται με τους θεούς: οι ιερείς, οι αοιδοί και οι ηγεμόνες όπως ο Αγαμέμνονας. Το ανώτερο αξίωμα του βασιλιά των Αχαιών εξισώνεται με την ανώτερη τιμή που έχει, εφόσον αυτό, μαζί με το σκήπτρο του, είναι θεόδοτο, από τον Δία. Γι᾽ αυτό ο Νέστορας, μετά τον Αγαμέμνονα, συμβουλεύει τον οργισμένο Αχιλλέα να σταματήσει την έριδα του με τον ανώτερό του βασιλιά (Α 277-281):

μήτε συ, γιε του Πηλέα, να θέλεις να μαλώνεις πρόσωπο με πρόσωπο με το βασιλιά· γιατί ποτέ δεν είναι όμοιος στο αξίωμα με τους άλλους [οὔ ποθ᾽ ὁμοίης ἔμμορε τιμῆς] ο βασιλιάς που βαστά σκήπτρο και που ο ίδιος ο Δίας τού έδωσε τη δόξα αυτή. Αν εσύ είσαι δυνατός και σε γέννησε μητέρα θεά, αυτός πάλι είναι ανώτερος από σένα, γιατί βασιλεύει σε περισσότερους.

Η τιμή εμφανίζεται εδώ με την τυπική, διανεμητική της σημασία (το σταθερά τριτοπρόσωπο στο έπος ρήμα ἔμμορε + τιμῆς είναι β' παρακείμενος με σημασία ενεστώτα του μείρομαι «παίρνω ως μερίδιο, μετέχω, μοιράζομαι». Επειδή οι τιμές των ηγεμόνων περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο υλικά αγαθά, κτήματα και πλούτη, γι᾽ αυτό και συχνά ο βασιλιάς τιμάται περισσότερο από τους άλλους θνητούς όπως ο πλούσιος, ο οποίος τιμάται με τη σειρά του σαν θεός. Ανεξάρτητα πάντως από το αν ένας ήρωας φέρει τον τίτλο του βασιλιά, η τιμή του θεωρείται συνάρτηση της πολεμικής του δύναμης, που κινδυνεύει να χαθεί στο πεδίο της μάχης. Έτσι ο Έκτορας, με την υποστήριξη και του Δία, απειλεί να στερήσει τα προνόμια που απολαμβάνει ο Διομήδης στην κοινότητα των Αχαιών (Θ 161-166):

Γιε του Τυδέα, οι Δαναοί με τα γρήγορα άλογα σε τιμούσαν πάρα πολύ και με τη θέση που σου έδιναν και με κρέατα και με γεμάτα ποτήρια. Τώρα όμως θα σε περιφρονήσουν [ἀτιμήσουσι], γιατί κατάντησες ίδιος με γυναίκα. Άμε να χαθείς, παλιόκουκλα, δε θα κάνω πίσω εγώ, για ν᾽ ανεβείς εσύ στους πύργους μας, ούτε θα αρπάξεις τις γυναίκες μας στα καράβια σου! Πρωτύτερα θα σε παραδώσω στο θάνατο.

Στα συμφραζόμενα των αθλητικών αγώνων και της φιλοξενίας ακόμη και στο πεδίο της μάχης (όταν οι αντίπαλοι πολεμιστές αναγνωρίζονται ως προγονικοί φίλοι), η αναγνώριση της τιμής του άλλου εκφράζεται με την προσφορά και την ανταλλαγή δώρων. Ειδικότερα, στο περιβάλλον της οδυσσειακής φιλοξενίας η απόδοση τιμής στον ξένο/ικέτη με την προσφορά φαγητού, ψυχαγωγίας και δώρων θεωρείται υποχρέωση του οικοδεσπότη και μέσο ενίσχυσης των φιλικών δεσμών με τον επισκέπτη. Οι θνητοί, εξάλλου, πιστεύουν ότι ο ξένιος Δίας προστατεύει τους ξένους, τους ικέτες και τους φτωχούς και, ως ἐπιτιμήτωρ («εκδικητή», που προστατεύει την τιμή τους, ι 266), τιμωρεί την «αναίδεια» όσων δεν τους υπολογίζουν.

Καθώς η τιμή μοιράζεται ανάλογα με το κύρος που διαθέτουν οι ήρωες, στο κατώτερο σημείο της τιμητικής κλίμακας τοποθετούνται οι καταφρονεμένοι της κοινωνίας, οι μετανάστες και οι επαίτες. Κι όμως, ο χοιροβοσκός Εύμαιος υποδέχεται στο καλύβι του τον μεταμορφωμένο σε ζητιάνο κύριό του με φιλόξενη συμπάθεια (ξ 56-57):

Το δίκιο, ξένε, δεν μ᾽ αφήνει του ξένου την τιμή
να αποστερήσω· όποιος κι αν φτάσει σπίτι μου,
ας είναι ταπεινότερός σου.


Από τη στιγμή που η τιμή ενός ήρωα ή θεού εξαρτάται από την υπόληψη που οι άλλοι του έχουν, είναι ευμετάβλητη αξία· μπορεί να μειωθεί ή να αυξηθεί, λειτουργώντας ως μέσο διάκρισης του εχθρού από τον φίλο: ο πρώτος δεν αναγνωρίζει την τιμή στον άλλον και προσπαθεί να του την αφαιρέσει, συχνά για να αυξήσει τη δική του· ο δεύτερος την αναγνωρίζει και τη μοιράζεται με τους συμμάχους ή με τους εταίρους του.

Η αποκατάσταση της προσβεβλημένης τιμής κάποιου επιβάλλει την καταβολή υλικής αποζημίωσης ή/και την εκδίκηση. Στις πολεμικές επιχειρήσεις που αναλαμβάνονται, όταν δημιουργούνται ζητήματα υπεράσπισης της τιμής, οι ήρωες βοηθούν όχι μόνο τους συγγενείς, που ανήκουν στον ίδιο οίκο, αλλά και τον ευρύτερο κύκλο των φίλων τους. Έτσι, ανταποδίδουν τις ευεργεσίες που έχουν οι ίδιοι στο παρελθόν δεχθεί, ανταποκρίνονται στις αμοιβαίες υποχρεώσεις φιλίας, και τους δίνεται η δυνατότητα με τον πόλεμο να αυξήσουν την προσωπική τους τιμή.

Η προσβολή της τιμής και οι ενέργειες για την αποκατάστασή της με αποζημίωση και εκδίκηση απλώνονται σε όλη την έκταση του μύθου και της πλοκής των ομηρικών επών. Ο τρωικός πόλεμος ξέσπασε από τη στιγμή που ο Πάρης, φιλοξενούμενος στο παλάτι του Μενελάου, προσέβαλε την τιμή του οικοδεσπότη του αρπάζοντας τη γυναίκα και τον θησαυρό του. Τότε ο μεγαλύτερος αδελφός του Μενελάου βασιλιάς Αγαμέμνονας, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη συγγενών ηγεμόνων αλλά και συμμάχων από την Ελλάδα, οδήγησε τον στρατό των Αχαιών εναντίον των Τρώων, με σκοπό την αποκατάσταση της τιμής του αδελφού του: την επιστροφή, δηλαδή, της Ελένης μαζί με τα πολύτιμα αγαθά του Μενελάου και ακόμη την καταβολή υλικής αποζημίωσης. Οι όροι αυτοί περιέχονται στον όρκο που δίνει ο βασιλιάς των Αχαιών λίγο πριν αρχίσει η κρίσιμη μονομαχία του Αλεξάνδρου με τον Μενέλαο (Γ 284-287):

αν πάλι ο ξανθός Μενέλαος τύχει και σκοτώσει τον Αλέξανδρο, οι Τρώες έπειτα να δώσουν πίσω την Ελένη και όλα τα πολύτιμα πράγματα, και να πληρώσουν στους Αργείους αποζημίωση [τιμήν], αυτήν που ταιριάζει, και που θα σταθεί παράδειγμα και στους μελλοντικούς ανθρώπους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη τιμή, με την έννοια της αποζημίωσης, συνδέεται και με το ρήμα «πληρώνω», το οποίο στα αρχαία ελληνικά δηλώνεται ως τίνω (σύνθετο ἀποτίνω). Μάλιστα η τιμή χρησιμοποιείται συχνά, όπως εδώ, ως αντικείμενο του ρήματος. Όταν κάποιος «πληρώνει» για κάποια βλάβη που προξένησε, η πληρωμή αυτή, που ονομάζεται και ποινή, στοχεύει στην αποκατάσταση της τιμής του άλλου. Εξάλλου, η τιμωρία στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μια μορφή εκδίκησης αυτού που ατιμάζεται, δηλώνεται ως τίσις, υπερβαίνοντας κατά πολύ την ισότιμη ανταπόδοση της βλάβης που έχει προξενηθεί.

Η ποινή, μια μορφή αντιποίνων, διαφοροποιείται συχνά από τα ἄποινα: τα υλικά αγαθά που προσφέρονται ως λύτρα κυρίως σε συμφραζόμενα ικεσίας - το σχετικό ρήμα είναι ἀπολύω «λυτρώνω, ελευθερώνω με λύτρα». Η ποινή αποβλέπει στην πλήρη ικανοποίηση αυτού που έχει υποστεί κάποια βλάβη. Με τα ἄποινα απλώς ο ισχυρός αντίπαλος αποζημιώνεται είτε για την τιμή που εκπροσωπεί το αιχμάλωτο θύμα του, το οποίο καλείται να επιστρέψει· είτε για την τιμή που ο ισχυρός αντίπαλος θα μπορούσε να αποκομίσει, αν κρατούσε το αιχμάλωτο θύμα του. Επειδή, σε σχέση με την ποινήν, τα ἄποινα έχουν περιορισμένη ισχύ, τα προσφερόμενα λύτρα χαρακτηρίζονται ἀπερείσια «αμέτρητα, άπειρα».

Ο ιλιαδικός πόλεμος αρχίζει με μια διπλή προσβολή της τιμής από την πλευρά του Αγαμέμνονα. Ο βασιλιάς των Αχαιών ατίμασε πρώτα τον γέροντα ιερέα Χρύση αρνούμενος να του επιστρέψει, έναντι αμέτρητων λύτρων (Α 13), την κόρη του Χρυσηίδα. Μετά τον εκδικητικό λοιμό του θεού Απόλλωνα, με τον οποίο οι Αχαιοί «πληρώνουν» τα δάκρυα που έχυσε για τη Χρυσηίδα ο πατέρας της, ο Αγαμέμνονας υποχρεώνεται να επιστρέψει την κόρη στον γέροντα ιερέα, εξιλεώνοντας μάλιστα τον προστάτη του θεό. Στη συνέχεια όμως, για να αντισταθμίσει την απώλεια αυτή, ο βασιλιάς των Αχαιών προσβάλλει την τιμή του συμπολεμιστή του Αχιλλέα, αφαιρώντας του τη Βρισηίδα - το τιμητικό λάφυρο (γέρας) που είχαν δώσει οι Αχαιοί στον ήρωα ως έπαθλο για την εξαιρετική του ανδρεία. Χολωμένος μάλιστα ο Αχιλλέας απειλεί προς στιγμή να επιστρέψει στη Φθία, δηλώνοντας πως δεν θα κάθεται στην Τροία, ἄτιμος ο ίδιος, να αυξάνει τα πλούτη του άπληστου Αγαμέμνονα. Από τη μεριά του ο σκηπτοῦχος βασιλεύς των Αχαιών δηλώνει πως δεν έχει ανάγκη τον Αχιλλέα, ελπίζοντας ότι θα του συμπαραστέκονται οι άλλοι αρχηγοί και κυρίως ο Δίας (Α 173-175):

Φεύγα, αν το τραβάει η καρδιά σου! Εγώ δε σε παρακαλώ να μείνεις για το χατίρι μου. Κοντά μου είναι πολλοί άλλοι που θα με τιμήσουν [τιμήσουσι], και πάνω απ᾽ όλους ο βαθύγνωμος ο Δίας.

Τελικά ο Αχιλλέας επιλέγει να αποχωρήσει από τη μάχη, ενώ ο Δίας υπόσχεται στη Θέτιδα την αποκατάσταση της προσβεβλημένης τιμής του γιου της, δίνοντας προσωρινά τη νίκη στους Τρώες. Αργότερα, ο Αγαμέμνονας, αναγνωρίζοντας το λάθος του, προσφέρει στον Αχιλλέα με απεσταλμένους (τον Φοίνικα, τον Οδυσσέα και τον Αίαντα) πλούσια δώρα και γυναίκες μαζί με τη Βρισηίδα, νομίζοντας ότι έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η τιμή του χολωμένου ήρωα. Όμως, ο Αχιλλέας, θεωρώντας ότι ο πλεονέκτης Αγαμέμνονας τον αντιμετώπισε με την απόσπαση της Βρισηίδας ως «ατίμητο μετανάστη» (I 648 = Π 59), αρνείται την προσφορά του. Τα δώρα του βασιλιά των Αχαιών εκτιμώνται από τον ήρωα σαν ένα τίποτα. Ο Αγαμέμνονας με τη συμπεριφορά του έχει διαλύσει την αντιστοιχία ανάμεσα στην κοινωνική αναγνώριση και στην προσωπική αξία του πολεμιστή, για την οποία μίλησε προηγουμένως ο Σαρπηδόνας. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει στον Οδυσσέα αδικημένος ο Αχιλλέας (I 318-319):

Το ίδιο μερτικό παίρνει κι αυτός που μένει πίσω κι αν κανένας πολεμάει δυνατά. Όμοια τιμή έχει και ο δειλός και ο γενναίος.

Εξάλλου, η αποκατάσταση της τιμής του Αχιλλέα απαιτεί όχι δώρα αλλά, σύμφωνα με την υπόσχεση του Δία στη Θέτιδα, την ήττα των Αχαιών από τους Τρώες. Και αυτό μέχρι στιγμής συμβαίνει, καθώς οι Τρώες με τον Έκτορα απειλούν με όλεθρο τους Αχαιούς. Γι᾽ αυτό ο χολωμένος ήρωας, όταν ο γέροντας Φοίνικας τον καλεί να δεχθεί την τιμή που του προσφέρει ο Αγαμέμνονας, αρνείται λέγοντας (I 607-610):

Φοίνικα, παππούλη, σεβάσμιε, διόθρεφτε, δεν τη χρειάζομαι αυτή την τιμή. Θαρρώ πως έχω τιμηθεί [τετιμῆσθαι] αρκετά από την απόφαση του Δία, που θα μείνει κοντά μου πλάι στα στρογγυλομύτικα καράβια όσον καιρό βαστάει η πνοή στο στήθος μου και κουνιούνται τα γόνατά μου.

Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τον Αχιλλέα αλλά με τραγικό τρόπο. Ο Έκτορας κατατροπώνει τους Αχαιούς, υποχρεώνοντας τον γιο της Θέτιδας να στείλει στη μάχη τον Πάτροκλο. Η αποστολή που αναλαμβάνει να εκτελέσει ο αγαπημένος φίλος αποσκοπεί στο να κατακτήσει ο Αχιλλέας μεγάλη τιμή και δόξα (Π 83-86):

Κι άκουσέ με και κάνε όπως εγώ θα βάλω στο μυαλό σου, το πιο σπουδαίο σημείο από όσα σου λέω, για να βοηθήσεις να πάρω τιμή μεγάλη και δόξα από όλους τους Δαναούς, να μου γυρίσουν πίσω την πανέμορφη κόρη και να μου δώσουν από πάνω δώρα λαμπρά.

Με τη συμμετοχή του Πατρόκλου στη μάχη, ο Αχιλλέας ελπίζει ότι θα πάρουν κάποια ανάσα οι Αχαιοί, οι οποίοι έτσι, τιμώντας τον, θα του επιστρέψουν τη Βρισηίδα μαζί με δώρα, δίχως ο ίδιος να υποταχθεί στον Αγαμέμνονα. Ο ήρωας τελικά φαίνεται ότι επιθυμεί να εισπράξει την οφειλόμενη αποζημίωση του από τους Έλληνες και την αναγνώριση των άλλων, φτάνει να μην υπακούσει στον βασιλιά. Χρησιμοποιεί μάλιστα ως μέσο τον φίλο του, για να καρπωθεί ο ίδιος τις τιμές που ενδεχομένως θα προκύψουν από μια ήττα των Τρώων. Αυτές όμως οι προσδοκίες του Αχιλλέα στο τέλος διαψεύδονται. Ο Έκτορας εξοντώνει τον Πάτροκλο, για να σκοτωθεί στη συνέχεια ο ίδιος από τον Αχιλλέα, ο οποίος, εκδικούμενος την απώλεια του «τιμημένου του συντρόφου» (Υ 426), ατιμάζει το σώμα του μισητού του εχθρού. Στο τέλος, με την παρέμβαση των ολυμπίων θεών, αποκαθίσταται η τιμή του Αχιλλέα με τα αμέτρητα λύτρα (Ω 276) που δέχεται από τον γέροντα Πρίαμο. Στον γέροντα πατέρα επιστρέφεται ο Έκτορας, για να ταφεί με τις πρέπουσες τιμές στην πατρίδα του. Η προσφορά βέβαια των λύτρων δεν εμφανίζεται τόσο καθοριστική, ώστε να ερμηνεύσει και τους βαθύτερους λόγους ανθρωπιάς, για τους οποίους ο Αχιλλέας δείχνει τόση συμπόνια και μεγαλοφροσύνη απέναντι στον Πρίαμο. Στη μορφή του γέροντα βασιλιά ο νεαρός ήρωας ανακαλεί τη μορφή του δικού του πατέρα Πηλέα.

Στην αρχή της Οδύσσειας δείχνεται πως η τιμή ενός ήρωα απειλείται άμεσα όταν δεν διαθέτει τα μέσα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τον οίκο του. Ο νεαρός Τηλέμαχος, που δεν έχει αδέλφια όπως ο Μενέλαος στην Ιλιάδα για να τον βοηθήσουν, κινδυνεύει να χάσει τα δικαιώματα που έχει στον θρόνο του εξαφανισμένου πατέρα του, επειδή δεν έχει τη δύναμη να αναλάβει ηγετικό ρόλο στο παλάτι και στην κοινότητα της Ιθάκης. Οι μνηστήρες της Πηνελόπης ατιμάζουν με κάθε τρόπο τον βασιλικό οίκο: εισβάλλουν απρόσκλητοι στο παλάτι και ρημάζουν με τα αδιάκοπα γλέντια τους την περιουσία του εξαφανισμένου βασιλιά - το πιο σημαντικό μέρος της τιμής του. Έπειτα διεκδικούν την Πηνελόπη για γυναίκα τους και μηχανεύονται την εξόντωση του Τηλεμάχου. Εξάλλου, μέχρι να κερδίσουν την Πηνελόπη, οι αλαζόνες καταχραστές της φιλοξενίας δεν διστάζουν να πλαγιάζουν με τις άπιστες δούλες και να περιφρονούν βάναυσα τους ταπεινούς επισκέπτες του παλατιού.

Η τιμωρία των μνηστήρων προαναγγέλλεται μέσα στο οδυσσειακό έπος, άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε άμεσα, ως εκδίκηση (τίσις) για την «άτιμη» συμπεριφορά τους. Όταν η θεά Αθηνά ενθαρρύνει τον νεαρό Τηλέμαχο να εναντιωθεί στην άνομη συμπεριφορά των μνηστήρων, του φέρνει το παράδειγμα του Ορέστη. Σύμφωνα μάλιστα με τα λεγόμενα του Δία, ο νεαρός ήρωας πήρε πίσω την τιμή του εκδικούμενος με φόνο τον Αίγισθο, ο οποίος, παρά τις προειδοποιήσεις των θεών, έμπλεξε με τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και εξόντωσε τον Αγαμέμνονα όταν αυτός επέστρεψε από την Τροία (α 35-41):

Έτσι και τώρα ο Αίγισθος, την ορισμένη μοίρα παραβαίνοντας,
πήγε να σμίξει με τη νόμιμη γυναίκα ενός Ατρείδη,
κι αυτόν τον σκότωσε στου γυρισμού την ώρα,
γνωρίζοντας τι τιμωρία σκληρή τον περιμένει·
αφού εμείς του στείλαμε τον άγρυπνον αργοφονιά Ερμή με μήνυμα,
μήτε εκείνον να σκοτώσει μήτε και τη γυναίκα του να μπλέξει
σε παράνομο κρεβάτι· αλλιώς θα πέσει στο κεφάλι του η εκδίκηση [τίσις]
του γιου για τον πατέρα, όταν ο Ορέστης, παλληκάρι πια,
θελήσει να γυρίσει στην πατρίδα.


Στο δεύτερο μέρος της Οδύσσειας, όταν ο πιστός χοιροβοσκός Εύμαιος, απελπισμένος για τον νόστο του κυρίου του, διεκτραγωδεί στον ζητιάνο Οδυσσέα την άνομη συμπεριφορά των μνηστήρων στο παλάτι της Ιθάκης, ο μεταμορφωμένος άρχοντας του παλατιού τον διαβεβαιώνει για την εκδίκηση που πρόκειται να έρθει (ξ 160-164):

όσα θα πω, να ξέρεις, θα συντελεστούν.
Όσο γυρίζει ο χρόνος στον ίδιο κύκλο, λέω θα νοστήσει,
θα βρεθεί ο Οδυσσέας εδώ· στου φεγγαριού τη χάση ή μόλις πιάσει
η νέα σελήνη, θα μπει στο σπίτι του· οπότε περιμένει εκδίκηση [τίσεται]
όποιον ετόλμησε να ατιμάσει τη νόμιμη γυναίκα του,
τον έξοχό του γιο.


Αν και οι μνηστήρες δεν εξοντώνουν βέβαια κανένα μέλος του οίκου της Ιθάκης, πληρώνουν τελικά με τη ζωή τους την προσβολή της τιμής του Οδυσσέα. Μάταια ο Ευρύμαχος προσπαθεί να αποφύγει τον θάνατο, προτείνοντας στον άρχοντα της Ιθάκης να τον αποζημιώσουν οι μνηστήρες για τη βλάβη που του προξένησαν με ζώα και με πολύτιμα δώρα, ώστε να μαλακώσει η οργή του. Όμως, για τον φιλόδωρο άρχοντα της Ιθάκης, ακόμη και στην περίπτωση που οι μνηστήρες τού επέστρεφαν τη λεηλατημένη περιουσία του και του έδιναν επιπρόσθετη αμοιβή, δεν θα μπορούσαν παρά με τον θάνατό τους να του ξεπληρώσουν το μέγεθος της ξέφρενης ανομίας τους (χ 61-64):

Ευρύμαχε, κι αν όλα τα αποδώσετε τα πατρικά αγαθά μου,
όσα στο μεταξύ σφετεριστήκατε, κι αν βρείτε κι άλλα απ᾽ αλλού,
και πάλι αυτά τα χέρια δεν σταματούν μπροστά στο φονικό,
προτού πληρώσουν [ἀποτίσαι] οι μνηστήρες όλοι την ξέφρενη ανομία τους.


Η άρνηση του Οδυσσέα να δεχθεί την αποκατάσταση της τιμής του με δώρα μπορεί να παραλληλιστεί με την αντίστοιχη του Αχιλλέα να συνδιαλαγεί με τον Αγαμέμνονα. Η αναποτελεσματική λειτουργία των δώρων, με τη μορφή της αποζημίωσης, αντισταθμίζεται και στις δύο περιπτώσεις με τον εκδικητικό φόνο (του Έκτορα από τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα, των μνηστήρων από τον Οδυσσέα στην Οδύσσεια). Η εκδικητική ωστόσο πράξη οδηγεί την αφήγηση και στα δύο έπη σε αδιέξοδο (ο Αχιλλέας ατιμάζει το νεκρό σώμα του Έκτορα, ενώ οι συγγενείς των μνηστήρων απειλούν με νέα εκδίκηση). Η εμπλοκή αυτή αναιρείται με την παρέμβαση των θεών: ο Δίας επιβάλλει με απεσταλμένους στον Αχιλλέα να δεχθεί τα λύτρα του Πριάμου, ενώ τα αντίπαλα μέρη στην Οδύσσεια καλούνται να συνάψουν ανακωχή.

Στην ταπεινότητα αξίζει σεβασμός

Η ταπεινότητα είναι μια αρετή που πηγάζει από τα βάθη της ψυχής των ανθρώπων. Πολλοί είναι εκείνοι που μπερδεύουν την έννοια της ταπεινότητας με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτό συνήθως γίνεται γιατί οι πιο ταπεινοί άνθρωποι άθελά τους μπορεί να πέσουν «θύματα» εκμετάλλευσης, αφού η στάση τους σε κάποιες καταστάσεις δίνει την ευκαιρία σε κάποιους «έξυπνους» να το εκμεταλλευτούν με αθέμιτο τρόπο.

Όλοι έχουμε έναν συνάδελφο στη δουλεία, έναν φίλο ή γνωστό που είναι χαμηλών τόνων και ήρεμος. Η παρουσία του στον χώρο δεν κάνει εκκωφαντικό θόρυβο. Πολλοί θα σκεφτούν ότι η ταπεινότητα κάποιων ανθρώπων τούς κοστίζει ακριβά, καθώς τους κρατάει πίσω σε πολλούς τομείς της ζωής τους. Στον εργασιακό χώρο μπορεί να μην τους αφήνει να ανέβουν τα σκαλιά της ανέλιξης και να πάρουν την προαγωγή που τους αξίζει. Οι φίλοι συχνά δεν επιδιώκουν να εκφράσουν τη γνώμη τους σε κάποιο θέμα που αφορά την παρέα, με αποτέλεσμα ουκ ολίγες φορές απλώς να ακολουθούν το πρόγραμμα που βγάζουν οι άλλοι χωρίς να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί από μέσα τους πηγάζει η ταπεινότητα. Μπορεί εύκολα να πει κανείς ότι το βλέμμα αυτών των ανθρώπων είναι ξάστερο. Δεν έχουν ανάγκη να ποδοπατήσουν κανέναν και ούτε να αποδείξουν κάτι σε κάποιον. Μένουν κρυμμένοι στο καβούκι τους και βγαίνουν από εκεί μόνο όταν πρόκειται να προσφέρουν. Ξέρουν να δίνουν και δεν περιμένουν να λάβουν επιβράβευση.

Οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από ταπεινότητα δεν υστερούν σε τίποτα σε σχέση με τους άλλους. Συχνά είναι ιδιαίτερα έξυπνοι και εύστροφοι. Είναι υπομονετικοί και ξέρουν να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή που ο δάσκαλος-χρόνος θα αναδείξει την αληθινή τους εικόνα. Μπορεί η ταπεινότητα τις πλείστες φορές να μην τους ωφελεί, αλλά η τράπουλα γυρίζει και θα έρθουν στιγμές που θα επιβραβευτούν. Μπορούν να μη βιάζονται, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως ο βίος κάθε ανθρώπου μοιάζει με έναν περίπατο στο δάσος. Εκεί υπάρχουν ψηλά και χαμηλά δέντρα, κάποια πιο δυνατά και άλλα πιο αδύναμα, όμως όλα προσφέρουν σκιά για ανάπαυση. Στο δάσος υπάρχουν πολλά ανυπέρβλητα εμπόδια αλλά υπάρχουν και σημεία που είναι τόσο ωραία και απλώς στέκεσαι να χαζέψεις την θεία ομορφιά της φύσης.

Οι άνθρωποι με ταπεινότητα φαίνονται μέσα από μια δύσκολη υπόθεση στη δουλεία, για την οποία γίνεται τόση φασαρία και όσοι προσπαθούν να τη χειριστούν πανικοβάλλονται μπροστά στο βάρος της ευθύνης. Ένας άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από ταπεινότητα έχει το προνόμιο της ηρεμίας και μέσα από τη δυνατότητα να κρίνει σωστά μπορεί να πάρει την κατάλληλη απόφαση και να λύσει τον γόρδιο δεσμό. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη υπομονή μέχρι να του δοθεί η ευκαιρία, ώστε να αποδεχθεί την επερχόμενη πρόκληση.

Αυτό είναι πραγματική ταπεινότητα. Ένας άνθρωπος ταπεινός δε χρειάζεται να βγει και να βροντοφωνάζει ότι βρήκε τη λύση. Τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους. Χωρίς να κάνει κάτι, η καθημερινότητα πετυχαίνει τη ζαριά που πλασάρει με πολύ έξυπνο τρόπο αυτή του την ικανότητα. Οι γύρω του μιλάνε για τις επιτυχίες του, ενώ ο ίδιος δε γίνεται υπερφίαλος. Αυτοί οι άνθρωποι σπανίζουν στις μέρες που όλοι θέλουν να ανελιχθούν ανεξαρτήτως κόστους. Η ταπεινότητα κοντράρει τον εγωισμό και πολλές φορές καταφέρνει να τον κερδίσει. Στους ανθρώπους που χαρακτηρίζεται από ταπεινότητα αξίζει σεβασμός για την ψυχή τους κι όχι λύπηση!

Διαφέρω άρα υπάρχω

Λέγεται πως τα μωρά όταν γεννιούνται έχουν πολύ θολό το όριο του εντός και εκτός του οργανισμού τους. Με ελλιπώς ανεπτυγμένες τις αισθήσεις τους, δεν μπορούν να διαχωρίσουν ποιος είναι αυτός που καλύπτει το ενοχλητικό αίσθημα της πείνας, αν είναι δικό τους προϊόν ή κάποιου άλλου. Όσο αυτές ολοκληρώνονται όμως αρχίζει σταδιακά να χτίζεται η έννοια του μέσα και έξω από το όριο του εαυτού και έρχεται ο διαχωρισμός οργανισμού-περιβάλλοντος. Εκεί λοιπόν γεννιέται μάλλον και η αίσθηση του εαυτού.

Ο εαυτός μπορεί να γίνει αντιληπτός μόνο σε σχέση και σε αντίθεση με κάτι διαφορετικό, στην αντίληψη δηλαδή ότι κάτι δεν είναι εαυτός, δεν εμπεριέχεται στο όριο του. Έτσι, δεν μπορεί να κατανοηθεί ξεχωριστά από την επαφή με αυτό το διαφορετικό.

Όπως αναφέρει ο Nevis (2007) ενυπάρχει στην επαφή αυτό το αντιφατικό στοιχείο, από τη μια των διαφορετικοτήτων που «επιτρέπουν» τη συνάντηση, από την άλλη των στοιχείων που την ενώνουν. Δηλαδή, αν τα δύο στοιχεία που έρχονται σε επαφή ήταν πανομοιότυπα θα ήταν η συνέχεια του ίδιου «υλικού», δεν θα διαχωριζόταν ο εαυτός και ο μη εαυτός για να υπάρχει το σημείο που ακουμπάνε τα δύο στοιχεία. Αντίστοιχα αν δεν υπήρχαν κοινά στοιχεία που να μπορούν να διατηρήσουν την επαφή, και ίσως και το κίνητρό της, η επαφή θα διακοπτόταν με κάποιο τρόπο. Το όριο-σύνορο και οι «διαφορές» που συναντιούνται, ταυτόχρονα, όσο χωρίζουν τα δύο σημεία, άλλο τόσο τα ενώνουν.

Και παρά ταύτα, είναι αξιοθαύμαστα συχνό το πόσο εκτιμάται τελικά το να «είμαστε ίδιοι», να «ταυτιζόμαστε», να «έχουμε τα ίδια γούστα» κοκ σε μια σχέση. Χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε πως ακριβώς το ότι είμαστε διαφορετικοί είναι που μας επιτρέπει να έρθουμε σε επαφή και να δημιουργήσουμε τη σχέση.

Τι είναι αυτό που μας τρομάζει άραγε στους διαφορετικούς άλλους;

Ο καθένας μας, απέναντι σε κάτι που νιώθει ότι τον απειλεί, εκεί στο όριο –όπως το ονομάσαμε προηγουμένως- της επαφής μαζί του, επιλέγει να διακόψει την επαφή, ή να βάλει συγκεκριμένα όρια που θα τον προστατέψουν. Ακόμη και με τους ίδιους ανθρώπους ενδέχεται να μην είμαστε κάθε φορά το ίδιο ανοιχτοί να επικοινωνήσουμε και να έρθουμε σε επαφή, διατηρώντας την ίδια αίσθηση ασφάλειας, σαν ένα ιερό κειμήλιο. Έτσι τοποθετούμε σε διαφορετικό σημείο το «σύνορο» ανάμεσα μας.

Τα όρια που τοποθετούνται κάθε φορά επικαθορίζουν το σημείο που «τελειώνει» ο άνθρωπος και ξεκινάει το περιβάλλον ή ο άλλος, αλλά και αυτό που τελικά διαμείβεται ανάμεσα τους. Αυτό που λέγεται συχνά από θεραπευτές της Gestalt είναι πως «Η έλλειψη επαφής σημαίνει πως η θάλασσα δεν παίρνει τίποτα από την άμμο, στο όριο της επαφής τους, στην ακτογραμμή».

Πως δημιουργείται λοιπόν εκείνη η περιοχή που θα ονομάζαμε «εαυτός»;

Όσο μεγαλώνουμε και δημιουργούμε εικόνες μέσα από την επαφή μας με τον κόσμο, μαθαίνουμε να ανταποκρινόμαστε, να αναγνωρίζουμε τι μας ταιριάζει και τι δεν μας ταιριάζει, να προσδιορίζουμε τελικά κάποια στοιχεία ως «δικά μας». Και είναι δικά μας, μόνο που δεν παραμένουν αναλλοίωτα, αλλά διαμορφώνονται διαρκώς συν το χρόνο και τις καινούριες μας εμπειρίες. Σαν ένα «έδαφος» που δημιουργεί το παιδί μετά τη γέννηση του από τις επαφές του με το περιβάλλον (Spagnuolo Lobb, 2001), χτίζοντας σταδιακά και διαρκώς την εικόνα για τον κόσμο. Αυτή η εικόνα μπορεί να βρίσκεται υπό συνεχή αλλαγή μέσω της αφομοίωσης, ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και κάποιες σταθερές –ακόμη και αν αυτές κάποια στιγμή μπορεί να αναιρεθούν ή να συμπληρωθούν (Spagnuolo Lobb, 2001).

Η διαδικασία της αποδόμησης αυτών των εικόνων και της αφομοίωσης των καινούριων στοιχείων, σε μια «υγιή» λειτουργία –υγιή υπό την έννοια της επιτρεπτικότητας, από το άμεσο περιβάλλον του παιδιού, στην εξερεύνηση, την ανακάλυψη και την αφομοίωση των νέων στοιχείων, δηλαδή της δημιουργικής ανακάλυψης του ορίου της επαφής- ενεργοποιείται σε καθετί καινούριο με το οποίο έρχεται σε επαφή το παιδί (Spagnuolo Lobb, 2001).

Η διατήρηση επομένως του εαυτού έχει –φαινομενικά παραδόξως- ως προαπαιτούμενο την αλλαγή και του ίδιου του εαυτού, ώστε να μπορεί να συμβαδίζει και να αναπροσαρμόζεται στο διαρκώς καινοτόμο περιβάλλον. Χρειάζεται αφενός να χαρακτηρίζεται από αυτό που κωδικοποιείται ως δημιουργική προσαρμογή, την αλλαγή προς χάριν της σχέσης του με το περιβάλλον στο κάθε «εδώ και τώρα» (Ginger, 2010;Perls, Hefferline, &Goodman, 1951), αφετέρου να αφομοιώνει τις καινούριες πληροφορίες και να συρρέει στο γενικό ρυθμό της εξέλιξης (Perls, Hefferline, &Goodman, 1951). Η κάθε μια από αυτές τις αλλαγές, καθότι αδιάκοπες, δεν θα μπορούσαν φυσικά να γίνονται αντιληπτές με γυμνό μάτι, παρά γίνονται ακούσια στο μεγαλύτερο κομμάτι τους και ασυνείδητα. Ο εαυτός δεσμεύεται, λοιπόν, στην επαφή με το διαφορετικό από αυτόν, τον μη εαυτό, σε μια ροή που ενέχει την αποδοχή, την ενεργητικότητα αλλά και την παθητικότητα, παντρεμένα σε έναν «μέσο τρόπο». Χωρίς να γαντζώνεται σε έναν τρόπο λειτουργίας, αλλά αγκαλιάζοντας την καινοτομία που μπορεί να επισυμβαίνει στην επαφή, εξίσου έτοιμος να αποδεχθεί από τη μια την καινούρια πληροφορία (χαλάρωση), όσο και να μην χάσει το κέντρο της επίγνωσης του (προσωπική βούληση) (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951).

Έτσι ο ίδιος ο εαυτός δεν αντιμετωπίζεται ως μια αυταξία, ως μια μεμονωμένη δομή, αλλά ως μια συνεχώς διακινούμενη περιοχή.

Πόσο περιοριστικό θα ήταν άλλωστε να είμαστε μια δομή από ατσάλι, που δεν μπορεί να αλλάξει και να μετακινηθεί, δεν αναγνωρίζει διαφορές, δεν αντέχει το καινούριο και αναπάντεχο; Και πόσο δύσκολα αυτά τα παγιωμένα μοτίβα μας, αγκιστρωμένα πάνω μας να μας φοράνε (ή να μας φοράμε εμείς οι ίδιοι) έναν εαυτό, ξεχασμένο από τα παλιά, αναλλοίωτο στο χρόνο, για να μας πείσουν πως δεν διαφέρουμε και να μας υπαγορέψουν πώς να δρούμε και να ζούμε;

Γιατί τελικά είναι ωραίο που διαφέρουμε και μπορούμε να καταλάβουμε ότι υπάρχουμε!

Φοβάμαι τις ευτυχισμένες μου στιγμές

Όπως είχε παρατηρήσει ο Freud ορισμένοι ασθενείς του δεν άντεχαν την ευτυχία. Έτσι, όταν κατάφερναν να βελτιωθούν στο πλαίσιο της θεραπείας παλινδρομούσαν και επέστρεφαν στο σημείο από το οποίο είχαν ξεκινήσει.

Μήπως κάποιες φορές αυτό ισχύει και στη δική μας ζωή;

Μήπως έχουμε μάθει ή μας είναι πιο εύκολο να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση δυστυχίας παρά μια ευτυχισμένη στιγμή;

Μήπως μπορούμε πιο πολύ να αντέξουμε τη δυστυχία μας παρά την ευτυχία μας;

Μήπως απλά στην ευτυχία μας τρομάζει η επόμενη στιγμή δυστυχίας που θα ζήσουμε ή μήπως κάθε φορά αμαυρώνουμε μια στιγμή ευτυχίας μέσα από τις επόμενες δυστυχίες, ακυρώνοντας κάθε θετικό που έχουμε ζήσει;

Είναι πολλά τα μήπως που μπορούμε να αναζητήσουμε... στο γιατί συμπεριφερόμαστε με αυτό το αρνητικό συναίσθημα σε κάτι που αντικειμενικά είναι τόσο επιθυμητό και ευχάριστο.

Η ευτυχία όμως μας έχει μάθει ότι δεν έχει διάρκεια, ότι μπορεί να χαθεί, ότι μπορεί να καταστραφεί... κι εμείς μπορεί να δίνουμε περισσότερη έμφαση στη δυστυχία που ζούμε παρά στις στιγμές ευτυχίας που βιώνουμε...

Ίσως μας φαίνεται υπερβολικό ή και παράλογο να λέμε ότι φοβόμαστε την ευτυχία, ότι φοβόμαστε να νιώσουμε ευτυχισμένοι.

Η αυτόματη σκέψη είναι «γιατί να νιώθουμε φόβο για κάτι θετικό;».

Κάποιοι άνθρωποι έχουν ταυτίσει την ευτυχία με μια επικείμενη δυστυχία και θεωρούν πως για κάθε στιγμή ευτυχίας θα ακολουθήσει κάποια δυσάρεστη στιγμή, επομένως, είναι καλύτερα να μην βιώνουν στιγμές ευτυχίας ώστε να μην βιώνουν και στιγμές δυστυχίας...

«Από το να ζω πολύ θετικά γεγονότα που θα ακολουθούνται από πολύ αρνητικά γεγονότα, καλύτερα να μη ζω τίποτα από τα δύο», αφήνοντας τη ζωή μου σε μια ουδέτερη κατάσταση, αποτρέποντας τον εαυτό μου να αφεθεί στην ευτυχία.

Αν το δούμε με βάση τη λογική αυτό σίγουρα δεν ισχύει.

Η ζωή μας είναι γεμάτη από θετικά και αρνητικά γεγονότα, από ευχάριστα και δυσάρεστα συναισθήματα, ωστόσο, από εμάς εξαρτάται που δίνουμε έμφαση, που θα εστιάσουμε και τι νόημα θα αποδώσουμε σε καθένα από αυτά...

Μπορεί εύκολα να φέρουμε στο μυαλό μας κάποιες συνδέσεις ανάμεσα σε θετικά συμβάντα που ακολουθούνται από αρνητικά συμβάντα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πάντα έτσι θα γίνεται...

Αν δώσουμε λίγο περισσότερη σημασία στο τώρα, αν αφοσιωθούμε σε αυτό που ζούμε και αν καταφέρουμε να βιώσουμε τις στιγμές ευτυχίας όπως τις αξίζει τότε θα μπορέσουμε να γεμίσουμε, να νιώσουμε, να είμαστε καλά, να αντιμετωπίσουμε κάθε δυσκολία στη ζωή που δεν θα οφείλεται στην ευτυχία που ζήσαμε, αλλά στο γεγονός ότι η ζωή είναι ένα μείγμα από ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές κι εμείς είμαστε εδώ για να χαρούμε τις ευτυχισμένες στιγμές και να βρούμε τρόπους να αντιμετωπίσουμε τις δυσάρεστες στιγμές χωρίς να πείσουμε τον εαυτό μας πως αν τον κρατήσουμε από μια στιγμή ευτυχίας θα μπορέσουμε να τον προφυλάξουμε σε ότι θα ακολουθήσει ή θα μπορέσουμε να τον κάνουμε να μην απογοητευτεί για το τέλος της ευτυχίας...

Δεν μπορούμε να ζήσουμε μια στιγμή ευτυχίας αγχωμένοι για το τι θα γίνει όταν μας τελειώσει...

Δεν μπορούμε να βιώσουμε μια στιγμή ευτυχίας με τη σκέψη ότι θα απογοητευτούμε όταν πλέον δεν θα υπάρχει ή όταν θα μείνουμε μόνοι...

Δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε μια στιγμή ως ευτυχισμένη περιμένοντας κάτι αξιοσημείωτο να συμβεί, κάτι που θα ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες μας, στην «τελειομανία» που διακρίνει τη σκέψη μας και στα σενάρια που έχουμε φτιάξει στο μυαλό μας.

Οι ευτυχισμένες στιγμές ανήκουν μόνο στο τώρα... και μπορούμε να τις ζήσουμε αν απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τους φόβους για το πριν, για το μετά... για το ίσως... αν αποβάλλουμε υπερβολικές προσδοκίες, αν σταματήσουμε να υπεραναλύουμε την κάθε στιγμή... αν καταφέρουμε να μην επισκιάζεται η ευτυχία από τραυματικά συμβάντα του παρελθόντος.

Δεν μπορούμε να καθορίζουμε την ευτυχία μας με όσα ζήσαμε κάποτε και δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε ότι αφού δεν βρήκαμε την ευτυχία μέχρι τώρα δεν πρόκειται ποτέ να την βρούμε...

Πλάτωνας: Αυτό που αξίζει δεν είναι να ζεις για να αποκτήσεις περισσότερα αλλά να ζεις καλά

Ο Πλάτωνας ήταν ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με τη μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο και άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι τις ημέρες μας. Μεταξύ άλλων, έγραψε την Απολογία του Σωκράτους, το Συμπόσιο όπου μιλά για την φύση του έρωτα, ενώ σε δύο μακρούς διαλόγους, την Πολιτεία και τους Νόμους, περιέγραψε την ιδανική πολιτεία. Τα έργα του Πλάτωνα είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Μεταξύ των άλλων υπήρξε και ο ιδρυτής της Ακαδημίας.

Ο Πλάτωνας για την ευτυχία

Απ’ όλους τους θεούς, η Αγάπη είναι ο καλύτερός μας φίλος, αρωγός και γιατρευτής στα βάσανα που μας κλείνουν το δρόμο για την ευτυχία. Ο άνθρωπος που εξαρτά την ευτυχία του από τον εαυτό του και όχι από τους άλλους, έχει υιοθετήσει τον καλύτερο τρόπο για μια ευτυχισμένη ζωή. Είναι ένας άνθρωπος σώφρων, ένας άνθρωπος με σιδερένιο χαρακτήρα και σοφία

Για τον Πλάτωνα, η ευτυχία είναι δυνατή όταν ο άνθρωπος μπορεί να δει την ουσία των πραγμάτων. Στην φιλοσοφία του αναφέρει πως η ευτυχία έχει να κάνει με το μυαλό και την σκέψη και όχι με την ψευδαίσθηση που μας παρέχουν οι αισθήσεις μας. Ο Πλάτων αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος χωρίς να δει το έργο του Θεού στον κόσμο. Αν αναγνωρίσει το θαύμα της ζωής θα έχει βρει την ουσία της ανθρώπινης ευτυχίας.

Για τον Πλάτωνα η άσκηση της αρετής είναι ο δρόμος για να προσδιορίσετε την ευτυχία. Αν το έργο του ανθρώπου εναρμονίζεται με την αρετή, την σοφία και την δικαιοσύνη τότε περπατά στο δρόμο της ευτυχίας. Για τον Πλάτωνα, η αρετή είναι η γνώση του τι είναι πραγματικά καλό και η ιδέα του τι είναι καλό δεν είναι μια σχετική αξία αλλά μια απόλυτη αξία, γιατί αν δεν ήταν έτσι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο γνώσης για τον άνθρωπο. Η πλατωνική φιλοσοφία περιγράφει τον αισθητό κόσμο ως απάτη, επειδή η πρώτη αληθινή πραγματικότητα είναι η ιδέα του ενάρετου ανθρώπου.

Υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ευτυχία δεν εξαρτάται από υλικά ή εξωτερικά αγαθά και ότι ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος είναι αναγκαστικά ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.

Τα έργα του Πλάτωνα είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Μεταξύ των άλλων υπήρξε και ο ιδρυτής της Ακαδημίας.

Ακολουθούν μερικές φράσεις του με αξία..
  • Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού.
  • Από τις απολαύσεις, άλλες μεν είναι καλές κι άλλες κακές. Καλές μεν είναι οι ωφέλιμες, κακές είναι οι βλαβερές. Σκοπός όλων των πράξεών μας πρέπει να είναι το καλό και χάριν αυτού πρέπει τα πάντα να πράττουμε.
  • Αυτή η πόλη είναι αυτό που είναι γιατί οι πολίτες της είναι αυτό που είναι.
  • Αυτός που κλέβει λίγα κλέβει με την ίδια επιθυμία με αυτόν που κλέβει πολλά, αλλά με μικρότερη δύναμη.
  • Αφήστε τους γονείς να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους όχι πλούτη, αλλά το πνεύμα του σεβασμού.
  • Δεν είναι δυνατόν δύο κακοί να γίνουν ποτέ φίλοι, ούτε ένας καλός να μην έχει φίλο καλό.
  • Δικαιοσύνη σημαίνει ο καθένας να νοιάζεται για τις δουλειές του και να μην αναμιγνύεται στις δουλειές των άλλων.
  • Εάν ο άνθρωπος λάβει την ορθή παιδεία, μέσα του ξυπνάει σφοδρή η δύναμη και η θέληση να αναπτυχθεί ως το θεϊκότερο και ημερότερο ζώο. Αλλά αν δεν τύχη της καλής και επιμελούς ανατροφής, γίνεται το πιο άγριο απ’ όσα γεννάει η γη.
  • Εκείνος που θέλει να γίνει άριστος, δεν πρέπει να αγαπά περισσότερο τον εαυτό του, μήτε τα δικά του, αλλά τα δίκαια.
  • Όπως λένε οι κτίστες, οι μεγάλες πέτρες δεν στέκονται καλά χωρίς τις μικρότερες.
  • Όμοιος ομοίω αεί πελάζει. (Όμοιος τον όμοιο αγαπά κι όμοιος τον όμοιο θέλει.)
  • Η υπερβολική ελευθερία μοιάζει με υπερβολική δουλεία, αφού αλλάζει και τον πολίτη και την πολιτεία
  • Φαίνεται πως η υπερβολική ελευθερία μετατρέπεται σε υπερβολική υποδούλωση
  • Αυτό που αξίζει δεν είναι να ζεις για να αποκτήσεις περισσότερα αλλά να ζεις καλά
  • Ο θεός δεν έχει ευθύνη για τις πράξεις αυτών που έχουν ελευθερία επιλογής
  • Άνθρωπος: αυτός που αναλογίζεται και κρίνει όσα έχει δει.
  • Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο πολύ, για το τι θα πουν για μας οι πολλοί, αλλά τι θα πει όποιος ξέρει καλά για τα δίκαια και τα άδικα, ο ένας δηλαδή και αυτή θα είναι η αλήθεια.
  • Καλύτερα να σε αδικούν παρά να αδικείς
  • Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν
  • Πας μη Έλλην βάρβαρος
  • Όταν μιλούν άσχημα για σένα, ζήσε έτσι ώστε κανένας να μην μπορεί να τους πιστέψει.
  • Ζώον δίπουν άπτερον (ο ορισμός του ανθρώπου κατά τον Πλάτωνα)
  • Το βλάκα μπορείς να τον καταλάβεις από δυο ενδείξεις: μιλάει για πράματα που είναι γι’ αυτόν άχρηστα και εκφράζει γνώμη για κάτι που κανένας δεν τον ρωτάει.
  • Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου.
  • Οι σοφοί μιλούν επειδή έχουν κάτι να πουν. Οι ανόητοι μιλούν επειδή πρέπει κάτι να πουν.
  • Δεν υπάρχει πιο ακριβής ένδειξη κακής οργάνωσης της πολιτείας, από την αφθονία γιατρών και νομικών.
  • Αυτή και μόνο είναι η ρίζα από όπου ξεπετιέται ένας τύραννος: όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά είναι ο προστάτης.
  • Φόβος είναι η ψυχική ταραχή που προκαλείται από την αναμονή του κακού.
  • Η τιμιότητα, ως επί το πλείστον, είναι λιγότερο επικερδής από την ατιμία.
  • O θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, του ενός απ’ το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα.
  • Όλοι οι πόλεμοι γίνονται για την απόκτηση υλικών αγαθών
  • Ένας που σκέφτεται σωστά είναι καλύτερος από μύριους που δεν σκέφτονται
  • Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του
  • Ο Θεός δεν είναι ποτέ καθόλου άδικος
  • Από όλες τις ηδονές ο έπαινος είναι η πιο γλυκιά.
  • Η ένωση της ψυχής και του σώματος [η γέννηση] δεν είναι με κανένα τρόπο καλύτερη από το χωρισμό τους
  • Η ψυχή έρχεται στον Άδη χωρίς να κουβαλάει τίποτε άλλο πέρα από την παιδεία της και την αγωγή της
  • Η γνώση δημιουργεί ευημερία
  • Το καλό είναι καλό επειδή αρέσει στους θεούς ή αρέσει στους θεούς επειδή είναι καλό;
  • Ένας ήρωας γεννιέται ανάμεσα σε 100, ένας σοφός βρίσκεται ανάμεσα σε 1.000, αλλά ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να μην βρεθεί ούτε ανάμεσα σε 100.000.

Ελευθερία σημαίνει να είναι κανείς φως του εαυτού του

Πρέπει να είναι κανείς φως του εαυτού του. Αυτό το φως είναι ο νόμος. Δεν υπάρχει άλλος νόμος. Όλοι οι άλλοι νόμοι κατασκευάζονται από τη σκέψη κι έτσι είναι αντιφατικοί και κομματιασμένοι. Να είναι κανείς το φως του εαυτού του σημαίνει να μην ακολουθεί το φως κάποιου άλλου, οσοδήποτε λογικό, ορθολογιστικό, ιστορικά δικαιωμένο ή πειστικό κι αν είναι. Δεν μπορείς να είσαι το φως του εαυτού σου αν βρίσκεσαι κάτω από τη σκοτεινή σκιά της αυθεντίας, του δόγματος, του συμπεράσματος. Η ηθική δε φτιάχνεται από τη σκέψη. Δεν είναι αποτέλεσμα πιέσεων του περιβάλλοντος. Δεν ανήκει στο χτες, στην παράδοση. Η ηθική είναι παιδί της αγάπης και η αγάπη δεν είναι επιθυμία και ευχαρίστηση. Η σεξουαλική απόλαυση ή η απόλαυση των αισθήσεων δεν είναι αγάπη.

Ελευθερία σημαίνει να είναι κανείς φως του εαυτού του. Μόνο τότε δεν είναι αφηρημένη έννοια, ταχυδακτυλουργία της σκέψης. Η πραγματική ελευθερία είναι ελευθερία από την εξάρτηση, την προσκόλληση, από την επιθυμία για εμπειρίες. Ελευθερία από την ίδια δομή της σκέψης σημαίνει ότι είναι κανείς φως του εαυτού του. Κάθε δραστηριότητα γίνεται κάτω από αυτό το φως κι έτσι δεν είναι ποτέ αντιφατική. Αντίφαση υπάρχει μόνο όταν αυτός ο νόμος, το φως, είναι κάτι χωριστό από την πράξη, όταν αυτός που πράττει είναι χωρισμένος από τις πράξεις του. 

Τα ιδανικά, οι αρχές, είναι η άγονη κίνηση της σκέψης και δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν με αυτό το φως. Το ένα αναιρεί το άλλο. Αυτό το φως, αυτός ο νόμος, είναι τώρα κάτι χωριστό από σένα κι εκεί όπου υπάρχει ο παρατηρητής αυτό το φως αυτή η αγάπη δεν υπάρχει. 

Η δομή του παρατηρητή φτιάχνεται από τη σκέψη, η οποία δεν είναι ποτέ φρέσκια, ποτέ ελεύθερη. Δεν υπάρχει κανένα “πώς”, κανένα σύστημα, καμιά πρακτική. Υπάρχει μόνο το να βλέπεις, πράγμα που είναι και η πράξη. Πρέπει να δεις αλλά όχι με τα μάτια κάποιου άλλου. Αυτό το φως αυτός ο νόμος, δεν είναι ούτε δικός σου ούτε κανενός άλλου. Υπάρχει μόνο φως. Αυτό είναι αγάπη.»

Δεν είμαι καπετάνιος, όμως, αν ήσουν τόσο μακριά μου σαν την απέραντη ακτή της πιο μακρινής θάλασσας, θα το διακινδύνευα για τέτοιο θησαυρό

Η σκηνή αυτή από τη δεύτερη πράξη του Ρωμαίος και Ιουλιέτα παρομοιάζει τον έρωτα με το πολυτιμότερο από τα πλούτη, μια και χωρίς αυτόν τίποτα απ’ όσα έχουμε δεν μπορεί να λάμψει.

Ο έρωτας ασφαλώς και αξίζει να ξεκινάμε το μακρινότερο ταξίδι, για να φέρουμε με την επιστροφή το μυστικό καρύκευμα που διορθώνει όλα τα πιάτα της ύπαρξής μας, όπως το περιγράφει η ανατολίτικη ιστορία που ακολουθεί:

Μια γυναίκα είδε τρεις γέρους με λευκές γενειάδες στον κήπο της. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά τους λυπήθηκε και τους κάλεσε να μπουν στο σπίτι να τους δώσει να φάνε κάτι.

-Είναι εδώ ο άντρας του σπιτιού; τη ρώτησε κάποιος.
-Όχι, απάντησε η γυναίκα.
Το σούρουπο, όταν ο άντρας της γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του διηγήθηκε το συμβάν.
-Πήγαινε και πες τους ότι είμαι στο σπίτι κι ότι τους καλώ να έρθουν και οι τρεις.

Έτσι έκανε η σύζυγος, κι αυτή τη φορά η απάντηση ήταν διαφορετική:

-Δεν μπορούμε να είμαστε καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι και οι τρεις, της είπε με αποφασιστικότητα κάποιος.
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα με πολλή περιέργεια. Ο γέροντας με τη λευκότερη γενειάδα της απάντησε:
-Το όνομά του είναι Πλούτος, είπε δείχνοντας τον έναν και, δείχνοντας τον άλλο, πρόσθεσε: Το όνομά του είναι Επιτυχία, και το δικό μου είναι Αγάπη… Τώρα, πήγαινε στον άντρα σου κι αποφασίστε ποιον καλείτε.

Ο άντρας της, συγκινημένος, αναφώνησε:

-Τι καταπληκτικό! Αν πρέπει να διαλέξουμε, θα καλέσουμε τον Πλούτο. Έτσι θα γεμίσουμε το σπίτι με πλούτη.

Όμως η σύζυγος σχολίασε πως ήταν καλύτερα να καλέσουν την Επιτυχία, ώστε να τους θαυμάζουν όλοι. Η κόρη , που άκουγε τη συζήτηση από το δωμάτιό της, αναφώνησε:

-Γιατί δεν καλούμε την Αγάπη; Γιατί πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τα πλούτη και την επιτυχία σαν να μην είναι η αγάπη τόσο σημαντική για μας;

Οι γονείς, ντροπιασμένοι, της έδωσαν δίκιο. Τότε η γυναίκα βγήκε να συναντήσει τους γέροντες και τους ρώτησε:

-Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ, να περάσει και να είναι ο καλεσμένος μας.

Ο γέροντας Αγάπη σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει. Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο. Έκπληκτη η γυναίκα κοίταξε τους γέροντες Επιτυχία και Πλούτο και τους ρώτησε:

-Αφού κάλεσα την Αγάπη, γιατί έρχεστε κι εσείς;

Οι τρεις γέροντες απάντησαν μαζί:

-Αν είχατε καλέσει την Επιτυχία ή τον Πλούτο, οι άλλοι δύο θα έμεναν έξω, αλλά όπου πάει η Αγάπη, ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Όπου υπάρχει αγάπη, πάντα υπάρχει επιτυχία και πλούτος.

ΣΑΙΞΠΗΡ

SENECA: Όσα σε έναν γίνονται, σ’ όλους μπορούν να γίνουν

Αν κάποιος επιτρέψει σ’ αυτή τη σκέψη να εισχωρήσει στην καρδιά του και, όταν βλέπει τις δυστυχίες των άλλων, που κάθε μέρα υπάρχουν εν αφθονία, αναλογίζεται ότι άνετα θα μπορούσαν να έλθουν και στον ίδιο, θα εξοπλιστεί εναντίον τους πολύ πριν αυτές τον επισκεφθούν. Είναι πολύ αργά να εφοδιάζεται κανείς για να υπομείνει τους κινδύνους όταν αυτοί είναι ήδη παρόντες. Μπορεί βέβαια να πεις: «Δεν νόμιζα ότι αυτό θα συμβεί» και «Πίστευες ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;» Όμως γιατί όχι; Ποια είναι τα πλούτη εκείνα που δεν τα ακολουθούν κατά πόδας η φτώχεια, η πείνα και η αθλιότητα; Ποιοι αξιωματούχοι στον ποδόγυρο της εσθήτας τους, ποιοι οιωνοσκόποι στη ράβδο τους ή ποιοι πατρίκιοι στους ιμάντες των παπουτσιών τους δεν μεταφέρουν ακαθαρσίες και άθλια σκουπίδια – χιλιάδες στίγματα και σκέτη ντροπή; Ποιο βασίλειο υπάρχει για το οποίο να μην καιροφυλακτεί η καταστροφή και η ερήμωση, ο τύραννος και ο δήμιος;

Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;

Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;

Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!

Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Δύσκολα μπορούμε να σκεφτούμε τα «μη γεγονότα»

Δύο σειρές αριθμών:

Η πρώτη, η σειρά Α, είναι η ακόλουθη: 724, 947, 421, 843, 394, 411, 054, 646. Τι κοινό έχουν αυτοί οι αριθμοί; Μη συνεχίσετε την ανάγνωση προτού το βρείτε. Μπράβο! Τον αριθμό 4, βεβαίως. 

Τώρα η σειρά Β: 349, 851, 274, 905, 772, 032, 854, 113. Τι κοινό έχουν αυτοί οι αριθμοί; Πάλι, μη συνεχίσετε την ανάγνωση προτού το βρείτε. Βλέπετε ότι αυτήν τη φορά η άσκηση είναι πιο δύσκολη. Απάντηση: η απουσία του αριθμού 6. Τι μπορείτε να μάθετε από αυτό; Η απουσία αναγνωρίζεται πολύ δυσκολότερα από την παρουσία. Με άλλα λόγια, αυτό που είναι παρόν έχει μεγαλύτερο βάρος από αυτό που απουσιάζει.

Την τελευταία εβδομάδα, ενώ έκανα περίπατο, σκέφτηκα ότι δεν πονάω. Αυτή η σκέψη μου ήρθε τελείως αναπάντεχα, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχω ποτέ πόνους. Με εξέπληξε ακριβώς λόγω του τόσο κοινού και προφανούς χαρακτήρα της. Και, για μια στιγμή, μου προκάλεσε αίσθημα ευτυχίας. Το να σκεφτώ αυτή την απουσία μου κόστισε μια κάποια διανοητική εργασία. Έπειτα η σκέψη πέταξε.

Στη διάρκεια ενός κονσέρτου στο φεστιβάλ της Λουκέρνης, οι μουσικοί έπαιξαν την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν. Η αίθουσα ξεχείλισε από ενθουσιασμό. Έβλεπες ακόμα και δάκρυα χαράς εδώ κι εκεί, ιδίως για την Ωδή του τέταρτου μέρους. Τι ευτυχία που αυτή η συμφωνία υπάρχει, σκέφτηκα. Αλλά είχα πράγματι δίκιο; Θα ήμασταν πιο δυστυχισμένοι χωρίς την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν; Σίγουρα όχι. Αν αυτή η συμφωνία δεν είχε υπάρξει, δε θα έλειπε σε κανέναν. Ο διευθυντής του φεστιβάλ δε θα δεχόταν επιτακτικές εκκλήσεις από τους λάτρεις της μουσικής: « Σας παρακαλώ, συνθέστε και παίξτε αμέσως αυτή τη συμφωνία!». Κοντολογίς, αυτό που υπάρχει έχει μεγαλύτερη σημασία για μας από αυτό που λείπει. Οι επιστήμονες ονομάζουν αυτό το φαινόμενο επίδραση του θετικού χαρακτηριστικού.

Οι καμπάνιες πρόληψης εκμεταλλεύονται αυτό το φαινόμενο. «Το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο του πνεύμονα» εντυπωσιάζει πολύ περισσότερο από «Το να μην καπνίζεις επιτρέπει να ζεις χωρίς καρκίνο του πνεύμονα». Οι οικονομικοί ελεγκτές και άλλοι επαγγελματίες που δουλεύουν με λίστες ελέγχου (checklists) είναι ιδιαιτέρως δεκτικοί στην επίδραση του θετικού χαρακτηριστικού: ένα λειψό ΦΠΑ ανακαλύπτεται αμέσως διότι εμφανίζεται στη λίστα τους. Πράγμα που δε συνέβη με τις απάτες που διέπραξαν η εταιρεία Enron, ο Μπέρναρντ Μάντοφ και κάθε είδους αχρείοι μεσολαβητές (όπως ο Νικ Λίζον ή ο Ζερόμ Κερβιέλ, που είχαν ως θύμα τους αντιστοίχως την Barings Bank και τη Société Générale). Οικονομικές «ζαβολιές» αυτού του εύρους δεν εμφανίζονται σε καμιά λίστα ελέγχου. Δε χρειάζεται, άλλωστε να φτάσουμε μέχρι το αδίκημα: στην περίπτωση μιας τράπεζας ενυπόθηκων δανείων, ένας πιστωτικός κίνδυνος ανακαλύπτεται αμέσως με διαβολική ακρίβεια διότι η λίστα ελέγχου το απαιτεί – πράγμα που δε συμβαίνει στην περίπτωση υποτίμησης της αξίας ακινήτων λόγω κατασκευής ενός εργοστασίου αποτέφρωσης απορριμμάτων σε γειτονικό χώρο.

Ας υποθέσουμε ότι κατασκευάζετε ένα αμφιλεγόμενο προϊόν, για παράδειγμα μια σάλτσα υπερβολικά πλούσια σε λιπαρά. Τι κάνετε; Στην ετικέτα αναγράφετε τις 20 βιταμίνες που περιέχει η σάλτσα και αποσιωπάτε το γεγονός ότι το προϊόν ανεβάζει τα επίπεδα της χοληστερόλης. Η απουσία αυτής της υπόμνησης δε θα είναι εμφανής στα μάτια των καταναλωτών και τα θετικά χαρακτηριστικά θα τους κάνουν να πιστέψουν ότι αγοράζουν ένα ασφαλές προϊόν.

Στον επιστημονικό τομέα συναντάμε συνεχώς την επίδραση του θετικού χαρακτηριστικού. Η επιβεβαίωση υποθέσεων οδηγεί σε δημοσιεύσεις που, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ανταμείβονται με Νόμπελ. Αντιθέτως, η αναίρεση μιας υπόθεσης σπανίως δημοσιεύεται στα επιστημονικά περιοδικά και, από όσο γνωρίζω, δεν κρίνεται ποτέ άξια για Νόμπελ. Κι όμως, η αναίρεση μιας υπόθεσης έχει εξίσου μεγάλη σημασία με την επιβεβαίωσή της. Η επίδραση του θετικού χαρακτηριστικού μας κάνει επίσης πολύ πιο δεκτικούς στις θετικές συστάσεις (Κάνε αυτό) παρά στις αρνητικές (Μην κάνεις αυτό), είτε είναι έγκυρες είτε τελείως παράλογες.

Συμπέρασμα: Δύσκολα μπορούμε να σκεφτούμε τα «μη γεγονότα». Είμαστε τυφλοί σε ό,τι δεν υπάρχει. Έχουμε συνείδηση του πολέμου όταν συμβαίνει, αλλά δε σκεφτόμαστε την απουσία του σε καιρό ειρήνης. Όταν είμαστε υγιείς, σπανίως σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσαμε να ήμασταν άρρωστοι. Κατεβαίνουμε από το αεροπλάνο στη Μαγιόρκα χωρίς να μας εκπλήσσει καθόλου το ότι το αεροπλάνο δε συνετρίβη. Αν καταφέρναμε να σκεφτόμασταν κατά καιρούς την απουσία, θα ήμασταν πολύ πιο ευτυχισμένοι. Αλλά γι’ αυτό απαιτείται διανοητική εργασία. Το μεγαλύτερο φιλοσοφικό ερώτημα είναι το εξής: γιατί υπάρχει κάτι και όχι τίποτα; Μην περιμένετε μια γρήγορη απάντηση, αλλά το να θέτετε το ερώτημα είναι ένα καλό μέσο για να αντιμετωπίσετε την επίδραση του θετικού χαρακτηριστικού.

Σενέκας: Η ευγένεια δεν κληροδοτείται

Η ψυχή μάς κάνει ευγενείς

Τι χρειάζεται για να εντρυφήσει κάποιος στη φιλοσοφία; Για τον Σενέκα τα πράγματα είναι απλά. Όλοι όσοι επιθυμούν είναι έτοιμοι να ζήσουν μια ευτυχισμένη ζωή, ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών. Η πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας είναι και η σημαντικότερη για τον Στωικό φιλόσοφο.

Πώς θα μπορούσε επομένως να απευθύνεται σε λίγους; Ο Σενέκας δεν τρέφει αυταπάτες. Είναι γεγονός ότι στην εποχή του η ευγενική καταγωγή είναι ο προθάλαμος για μια θέση στη Σύγκλητο ή στη διοίκηση του στρατού. Η φιλοσοφία όμως δεν ζητεί διαπιστευτήρια και περγαμηνές. Η 44η επιστολή στον Λουκίλιο είναι αφιερωμένη στην υπεράσπιση της θέσης ότι η φιλοσοφία δεν διακρίνει ευγενείς και μη:

«Ο ευγενής νους είναι ανοιχτός σε όλους, γι’ αυτό όλοι είμαστε ευγενείς. Η φιλοσοφία ούτε απορρίπτει ούτε επιλέγει κάποιον. Τους φωτίζει όλους.» Σενέκας, Ηθικές Επιστολές, 44.2

Η φιλοσοφία μεταμορφώνει τον άνθρωπο, αρκεί να έχει τη θέληση να ακολουθήσει τον φιλοσοφικό βίο. Τα παραδείγματα πολλά: Πρώτος αναφέρεται ο Σωκράτης η ζωή του οποίου είναι σε όλους γνωστή: «Ο Σωκράτης δεν ήταν πατρίκιος» δηλώνει αποφθεγματικά ο Σενέκας, αφήνοντας τον Λουκίλιο να αναλογιστεί την τεράστια επίδραση του γιου ενός λιθοξόου και μιας μαίας σε χιλιάδες ζωές. Στη συνέχεια ο Κλεάνθης, ο διάδοχος του Ζήνωνα στη Στοά, που κουβαλούσε νερό και πότιζε τους κήπους των άλλων. Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί ο Πλάτωνας ο οποίος δεν ξεκίνησε τη φιλοσοφία όντας ευγενής, αλλά «έγινε χάρη στη φιλοσοφία».

Η καταγωγή δεν παίζει κανένα ρόλο. Η φιλοσοφία το έχει αποδείξει έμπρακτα. Είμαστε παιδιά των προγόνων μας. Όχι εκείνων με τους οποίους έχουμε σχέση αίματος αλλά των πνευματικών. Όποιος επιθυμεί μπορεί να συνεχίσει τη σειρά. Η ευγενική καταγωγή δεν έχει θέση στη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία δεν είναι ενασχόληση των ευγενών. Η συγγένεια των ανθρώπων έγκειται στις αρχές που ενστερνίζονται, στα διδάγματα που έχουν λάβει και διαμορφώνουν τον άνθρωπο στο παρόν.

«Όλοι μας έχουμε τον ίδιο αριθμό προγόνων. Κανείς δεν έλκει την καταγωγή του από κάπου αλλού, παρά από τη λήθη. Ο Πλάτων λέει ότι κάθε βασιλιάς κατάγεται από δούλους και κάθε δούλος από βασιλιά.» Σενέκας, Ηθικές Επιστολές, 44.4

Ο Σενέκας επιστρατεύει τον Πλάτωνα που με το στόμα του Σωκράτη έχει υποστηρίξει στον Θεαίτητο ότι μόνο απαίδευτοι άνθρωποι θεωρούν την καταγωγή σημαντική. Ο λόγος είναι προφανής:

«Σε κάθε άνθρωπο έχουν προηγηθεί αναρίθμητες χιλιάδες παππούδων και προγόνων, μεταξύ των οποίων πλούσιοι και φτωχοί, βασιλείς και δούλοι, βάρβαροι και Έλληνες (και πάππων καὶ προγόνων μυριάδες ἑκάστῳ γεγόνασιν ἀναρίθμητοι, ἐν αἷς πλούσιοι καὶ πτωχοὶ καὶ βασιλῆς καὶ δοῦλοι βάρβαροί τε καὶ Ἕλληνες).» Πλάτων, Θεαίτητος, 175a

Ποιος είναι τότε ευγενής; Μόνο εκείνος που ακολουθεί την αρετή. Η επιλογή είναι μπροστά μας. Οι περασμένες ζωές δεν προκαθορίζουν την ευγένεια των επομένων. Η ευγένεια δεν κληροδοτείται. «Η ψυχή μάς κάνει ευγενείς». Ο Σενέκας απορρίπτει τις ενστάσεις περί ευγενικής καταγωγής, ανακεφαλαιώνοντας όλη την αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Η τύχη δεν αποτελεί προσόν για τον φιλόσοφο, ο οποίος την προλαβαίνει. Καθώς η καταγωγή δεν εναπόκειται στο άτομο, αλλά σε κάτι έξω από αυτόν, δεν μπορεί να ανήκει στα προτερήματά του. Ως εκ τούτου, ο καθένας πρέπει μόνος του να αποδείξει την αξία του. Γιατί; Για να οδηγηθεί στην ευτυχία.

Ο Σενέκας είναι Στωικός. Συμβουλεύει τον Λουκίλιο να διακρίνει το καλό και το κακό, δίχως να επηρεάζεται από το πλήθος. Εκεί οι περισσότεροι αποτυγχάνουν:

«Θεωρούν ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί η ευτυχία είναι η ίδια η ευτυχία, με αποτέλεσμα αναζητώντας την ευτυχία να φεύγουν μακριά της. Ως εκ τούτου, απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τον σκοπό που αναζητούν, και όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλλουν τόσο καθυστερούν και μένουν πίσω. Αυτό συμβαίνει όταν τρέχεις σε έναν λαβύρινθο. Όσο βιάζεσαι εγκλωβίζεσαι περισσότερο.» Σενέκας, Ηθικές Επιστολές, 44.7

Αξιολογώντας την αθηναϊκή δημοκρατία

Η φωτεινή πλευρά

Η αθηναϊκή δημοκρατία λειτούργησε αρκετά καλά ώστε να μπορέσει να διατηρήσει την ακεραιότητα του κράτους για πολλά χρόνια και να το υψώσει στην πρώτη γραμμή ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις. Αν και οι Αθηναίοι ποτέ δεν είχαν τον πιο ισχυρό στρατό στην Ελλάδα, υπήρξαν μακράν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη για πολλά χρόνια. Κυριαρχούσαν επίσης στο εμπόριο, και στις τέχνες ήταν η πιο δημιουργική κοινωνία στην ανθρώπινη ιστορία - αναλογικά με τη γεωγραφική της έκταση. Στην αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την ποίηση -σε όλα - ήταν εκπληκτική. Και στην πεζογραφία, επίσης, οι Αθηναίοι ήταν κορυφαίοι, παράγοντας ιστορικούς και φιλοσόφους που το έργο τους ήταν μία δωρεά για όλους τους αιώνες.

Μετά την ήττα της από τη Σπάρτη το 404, η Αθήνα απέκτησε σύντομα πάλι ισχύ και έγινε μία υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη. Η πόλη ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής και ναυτικής υπεροχής της, και παρέμεινε το πολιτισμικό κέντρο της Ελλάδας για αιώνες. Στο μεταξύ, η Σπάρτη βυθίστηκε στην ανυποληψία, μετά από μια γενιά ηγεμονίας. Δύο φορές κατά τη διάρκεια των πρώτων εκατό χρόνων της δημοκρατίας στην Αθήνα, ομάδες πλούσιων προσπαθούσαν να ανακτήσουν την εξουσία και να εγκαθιδρύσουν ολιγαρχικό πολίτευμα (μία φορά κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Σπάρτη και μία άλλη μετά από αυτή), αλλά και τις δύο φορές οι πολίτες επαναστάτησαν και επανέφεραν την αγαπημένη τους δημοκρατία. Και τότε, κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκατονταετηρίδας, οι Αθηναίοι έσφιξαν τους χαλινούς της δημοκρατίας κι έκαναν την κυβέρνησή τους πιο περιεκτική και πιο αποτελεσματική. Μία από τις λαμπρές αρετές της Πρώτης Δημοκρατίας ήταν η ικανότητά της να μαθαίνει από τα λάθη της.

Γνωρίζουμε γιατί η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν τόσο ζωντανή και ισχυρή. Τα εργαλεία της λειτουργούσαν ομαλά τις περισσότερες φορές, και δεν επέτρεπαν σε ιδιαίτερα συμφέροντα να αποκτήσουν υπερβολική ισχύ. Οι πλούσιοι παραπονούνταν ότι στη δημοκρατία οι φτωχοί μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους για να κατοχυρώσουν τα συμφέροντά τους. Αλλά στο σύνολό του το αθηναϊκό πολίτευμα φαίνεται ότι εξυπηρετούσε το κοινό καλό. Το χρήμα είχε ελάχιστους τρόπους επιρροής στην αρχαία Αθήνα. Οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν κάπως χρήσιμοι, και οι αριστοκράτες φαίνεται ότι εκλέγονταν εύκολα στα ανώτατα αξιώματα, στην πρώτη φάση της δημοκρατίας. Αλλά γενικά, ένας πολιτικός έπρεπε να κάνει μόνο ένα πράγμα για να πετύχει: να πείσει τον λαό να δεχτεί τις συμβουλές του. Οι περισσότεροι Αθηναίοι πολίτες ήταν απόλυτα πιστοί στο ιδανικό της δημοκρατίας - ελεύθερη, αρμονική, έννομη, με οδηγό τον δημόσιο διάλογο των μορφωμένων πολιτών. Ήξεραν ότι δεν υπήρχε καλύτερο πολίτευμα.

Η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας

Οφείλω να γράψω αυτό το τμήμα του άρθρου για λόγους εντιμότητας, αλλά η λογική σας πρέπει να σας κάνει να το δείτε με επιφύλαξη. Όποιος τονίζει έντονα τα ελαττώματα της αθηναϊκής δημοκρατίας εντάσσεται αυτόχρημα στη χορεία των αντιδημοκρατικών που σπίλωσαν την ιδέα της δημοκρατίας με αυτά τα παραδείγματα για πολλούς αιώνες. Υπονόμευσαν έτσι την πρόοδο της ελευθερίας και διέπραξαν ένα λάθος στη λογική σκέψη. Η ad hominem (κατά του προσώπου) πλάνη σημαίνει ότι μια ιδέα απορρίπτεται εξαιτίας και μόνο του χαρακτήρα του ανθρώπου που την υποστηρίζει. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να την ονομάσουμε ad urbem (κατά της πόλης) πλάνη: απορρίπτουμε δηλαδή τις ιδέες της Αθήνας εξαιτίας της κακής συμπεριφοράς των Αθηναίων. Οι ιδέες θα πρέπει να κρίνονται μόνο από την αξία τους.

Το να αγνοήσουμε, ωστόσο, αυτό το τμήμα της ιστορίας, θα ήταν κι αυτό επιζήμιο. Όποιος ακολουθεί το δρόμο της δημοκρατίας θα πρέπει να έχει οξεία επίγνωση των ηθικών κινδύνων που ελλοχεύουν. Έτσι θα παραθέσουμε εδώ έναν κατάλογο των λαθών της αθηναϊκής δημοκρατίας. Καθώς εξετάζετε τη λίστα, να έχετε στο νου σας τα πολλά μειονεκτήματα των σύγχρονων δημοκρατιών, αλλά μην ξεχνάτε πόσο φρικτές ήταν οι άλλες λύσεις.

Όπως κάθε πολίτευμα, έτσι και το πολίτευμα της Αθήνας έκανε περισσότερο από ένα λάθη, και περισσότερες από μία φορές. Κάποια λάθη δεν οφείλονταν στη δημοκρατία καθαυτή, αλλά σε παράγοντες που επηρεάζουν κάθε πολιτικό εγχείρημα. Οι πιέσεις του πολέμου, ο φόβος για τους εχθρούς και οι φιλοδοξίες των ισχυρών ανδρών μπορεί να οδηγήσουν οποιοδήποτε πολίτευμα σε λάθος πορεία. Το ίδιο ισχύει και για τις οικονομικές ή τις εμπορικές πιέσεις. Αυτά είναι γνωστά σε όλους μας. Ορισμένοι παράγοντες στην ιστορία της Αθήνας αποτελούσαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτισμού εκείνης της εποχής: ήταν ένας πολιτισμός βίαιων και συνεχών εχθροπραξιών· επίσης, η οικονομία τους παρήγε πλούτο από την εκμετάλλευση των δούλων, και ο δημόσιος βίος απέκλειε τις γυναίκες. Αυτά ήταν τα λάθη της αρχαίας Ελλάδας. Η Αθήνα δεν έκανε πόλεμο, δεν είχε δούλους ή δεν κρατούσε τις γυναίκες μέσα στο σπίτι επειδή οι άνδρες πολίτες απολάμβαναν το αγαθό της δημοκρατίας. Η Αθήνα είχε έναν ασυνήθιστο αριθμό δούλων γιατί ήταν τυχερή να έχει ορυχεία μετάλλου, και αυτά ήταν μία από τις βασικές πηγές του αθηναϊκού πλούτου. Είναι αλήθεια ότι η δουλεία στα ορυχεία ήταν απάνθρωπη. Αλλά ακόμη και αν το πολίτευμα της Αθήνας ήταν αριστοκρατικό, δεν θα έστελναν λιγότερους δούλους στα ορυχεία, ούτε θα είχαν πεθάνει λιγότεροι δούλοι. Στον αρχαίο κόσμο οι εργασίες στα ορυχεία γίνονταν κυρίως από δούλους.

Παρ’ όλα αυτά, οι Αθηναίοι είχαν επίγνωση. Οι ιδέες από τις οποίες διαπνέονταν τους επέτρεπαν να αναγνωρίσουν ότι η πρακτική της δουλείας ήταν άδικη, και αυτές οι ιδέες αναπτύχθηκαν στη συνείδηση του κοινού μαζί με την ανάπτυξη των δημοκρατικών πρακτικών. Ορισμένοι Αθηναίοι εξέφρασαν πράγματι τις αμφιβολίες τους αλλά το έκαναν με επιφύλαξη, χωρίς ποτέ να περάσουν τη γραμμή που χωρίζει τη θεωρία από την πράξη. Όσον αφορά τις γυναίκες, οι Αθηναίοι που εξέτασαν το ζήτημα, είδαν ότι ήταν παράλογο να αποκλείονται οι γυναίκες από τον δημόσιο βίο. Ωστόσο, άλλο είναι να βλέπει κανείς ότι οι κοινωνικές του πρακτικές είναι παράλογες κι άλλο το να συζητά πώς αυτές οι πρακτικές θα μπορούσαν πράγματι να αλλάξουν, όταν είναι τόσο βαθιά ριζωμένες στον πολιτισμό όπου εντάσσονται. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο ήταν στις ΗΠΑ: η ιδέα ότι η δουλεία ήταν λάθος διαδόθηκε πλατιά μετά την επανάσταση, αλλά η δουλεία δεν μπορούσε να περιοριστεί μέχρι να συμβούν κάποιες άλλες μεγάλες αλλαγές - μεταβολές στην οικονομία, τη μετανάστευση, επέκταση στα δυτικά, και ένας αιματηρός πόλεμος. Οι ιδέες έχουν μία ορισμένη δύναμη· μας βοηθούν να θέτουμε στόχους για μεταρρυθμίσεις. Μας θυμίζουν τα λάθη μας. Αλλά οι αλλαγές πραγματοποιούνται δύσκολα.

Στα ελαττώματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις βαναυσότητες του πολέμου. Οι Αθηναίοι διέπραξαν πολλές βιαιότητες προκειμένου να υπερασπιστούν την ηγεμονία τους. Για τον πόλεμο, όπως για τους δούλους και για τις γυναίκες, ορισμένοι Αθηναίοι ήξεραν τι είναι σωστό. Αναμφίβολα, άλλοι Αθηναίοι δικαιολογούσαν τη συμπεριφορά τους επικαλούμενοι τις επιταγές της ηγεμονίας. Αλλά αυτή η δικαιολογία δεν διατυπωνόταν καλή τη πίστει. Οι Αθηναίοι δεν ήταν αναγκασμένοι να φέρονται όπως φέρονταν στον πόλεμο. Πρέπει να κατηγορήσουμε τη δημοκρατία για τα εγκλήματα της ηγεμονίας; Ναι, κατά μία έννοια, γιατί η δημοκρατία ήταν που διέπραττε αυτά τα εγκλήματα. Αλλά κρίνοντας από αυτά που έκαναν οι άλλες πόλεις εκείνη την εποχή, είναι βέβαιο ότι η Αθήνα θα ήταν το ίδιο βίαιη αν το πολίτευμά της ήταν ολιγαρχικό, αν και ίσως θα ασκούσε βία σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Ορισμένα λάθη των Αθηναίων μπορεί να αποδοθούν στην ιδιαίτερη μορφή της δημοκρατίας που είχαν. Η Εκκλησία είχε πολύ μεγάλη εξουσία στην πρώιμη φάση της δημοκρατίας, και αυτή η εξουσία μερικές φορές την οδηγούσε σε παρεκτροπές. Σε μια περίπτωση, η Εκκλησία καταπάτησε το νόμο (στη μαζική δίκη των στρατηγών στις Αργινούσες). Εκτός από αυτό, η Εκκλησία και τα λαϊκά δικαστήρια δημιουργούσαν φόβο στην παλιά αριστοκρατία, με την απειλή μηνύσεων και οστρακισμού, έτσι ώστε ένα υπόγειο ρεύμα διχόνοιας συνέχιζε να υπονομεύει το κράτος. Η σύνθεση της Εκκλησίας αποτελούνταν συχνά από διαφορετικές ομάδες πολιτών σε διαφορετικές μέρες, με αποτέλεσμα μερικές φορές να αλλάζει πολύ γρήγορα τις αποφάσεις της. Ήταν άστατη, και γι’ αυτό συχνά ο τρόπος που διοικούσε δεν ήταν συνεπής.

Εντωμεταξύ, οι στρατηγοί δρούσαν συνεχώς υπό το φόβο ότι η Εκκλησία θα στρεφόταν εναντίον τους, με αποτέλεσμα να παίρνουν υπερβολικά επιφυλακτικές αποφάσεις στο πεδίο της μάχης. Το πολύτιμο δικαίωμα των Αθηναίων να μιλάνε στην Εκκλησία έδινε εξουσία σε κάποιους ικανούς ομιλητές οι οποίοι όμως δεν ήταν εκλεγμένοι- ως αποτέλεσμα, αποκτούσαν εξουσία χωρίς να έχουν ευθύνες. Τέτοιοι άνδρες, γνωστοί ως δημαγωγοί, φαίνεται ότι παραπλάνησαν την Εκκλησία σε ορισμένες περιπτώσεις. Όσον αφορά το δικαστικό σύστημα, η ευκολία με την οποία οι απλοί πολίτες μπορούσαν να καταθέσουν αγωγές δημιουργούσε νευρικότητα σε πολύ κόσμο, και αυτό έδινε την ευκαιρία σε ασυνείδητους χαρακτήρες, γνωστούς ως συκοφάντες, να εκβιάζουν τους πλούσιους απειλώντας τους με μηνύσεις. Αυτά, λοιπόν, όσον αφορά τα λάθη που οφείλονταν στα ελαττώματα του συστήματος.

Κάποια άλλα λάθη οφείλονταν στη στενότητα της σκέψης. Οι Αθηναίοι κατανοούσαν την αξία της ελευθερίας και της ομόνοιας για τη δική τους πόλη, συχνά όμως έδιναν την εντύπωση ότι ξεχνούσαν αυτές τις αξίες όταν διοικούσαν την αυτοκρατορία τους. Μισούσαν την τυραννία, και όμως, διοικούσαν την αυτοκρατορία τους τυραννικά. Το αποτέλεσμα ήταν να διαιρέσουν την Ελλάδα σε αντιμαχόμενες παρατάξεις, οδηγώντας σε ένα είδος εμφύλιου πολέμου που δίχασε όλη την Ελλάδα εναντίον του ίδιου του εαυτού της.

Σ’ αυτό το ζήτημα, η Αθήνα θα έπρεπε να είχε ενεργήσει καλύτερα. Αν η Αθήνα λειτουργούσε ως αξιόπιστος ηγέτης των ελληνικών κρατών -και όχι ως ωμός ιμπεριαλιστής- μπορεί να είχε δημιουργήσει μία ένωση που θα έσωζε την Ελλάδα. Η Πρώτη Δημοκρατία απέτυχε στη διακρατική πολιτική - δεν μπόρεσε να ηγηθεί, δεν μπόρεσε να συνεργαστεί, δεν μπόρεσε να αναπτύξει τους υπερκρατικούς θεσμούς που θα έκαναν τα ελληνικά κράτη αρκετά ισχυρά ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, και δεν μπόρεσε να κάνει τις απαραίτητες οικονομικές θυσίες για την άμυνα της Ελλάδας κατά του εχθρού από το Βορρά. Τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει τον Μέγα Αλέξανδρο, όπου κι αν πήγαινε με τον στρατό του. Αλλά είναι πιθανόν -απλώς πιθανόν- ότι μια ενωμένη Ελλάδα με ηγέτη -όχι τύραννο- την Αθήνα θα μπορούσε να είχε ανακόψει την απειλή του Μακεδόνα.

Οι Αθηναίοι είχαν κερδίσει τη συμπάθεια σχεδόν όλων των ελληνικών πόλεων λόγω της άμυνάς τους εναντίον των Περσών. Αλλά στην πρώτη περίοδο της δημοκρατίας, η Αθήνα χαράμισε αυτή την καλή διάθεση σε ιδιοτελή εγχειρήματα. Υποκύπτοντας στους πειρασμούς της τυραννικής εξουσίας, η πρώτη πόλη της Ελλάδας έχασε τη μεγαλύτερη ευκαιρία να γίνει ηγέτης όλων των Ελλήνων υπερασπιζόμενη τις παραδοσιακές τους ελευθερίες.

Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι οι Αθηναίοι ήταν σε θέση να το αντιληφθούν και θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ότι η τυραννία στο ευρύτερο πεδίο των εξωτερικών υποθέσεων θα θρυμμάτιζε την ενότητα των Ελλήνων. Ήξεραν επίσης ότι η ελευθερία απαιτεί τη διάθεση να θυσιαστείς. Ήταν πρόθυμοι να κάνουν θυσίες στον πόλεμο με την Περσία, και ξανά στον πόλεμο με τη Σπάρτη, αλλά όταν έφτασαν να απειλούνται από τη Μακεδονία, φάνηκε ότι είχαν χάσει τη βούληση να παίρνουν δύσκολες αποφάσεις.

Τα λάθη της Αθήνας αποτελούν μία τραγική ειρωνεία. Οι Αθηναίοι είχαν τις ιδέες που απαιτούνταν. Μπορούσαν να καταλάβουν -και πολλοί από αυτούς πράγματι κατάλαβαν- τα λάθη τους. Πάνω στην έξαψη των καθημερινών αποφάσεων, στους κινδύνους του πολέμου, και με τον πειρασμό των μεγάλων κερδών από τις εκστρατείες στο εξωτερικό, οι Αθηναίοι συνέχιζαν να λησμονούν τις δικές τους ιδέες - τις ιδέες που επρόκειτο να γίνουν η μεγάλη τους δωρεά στις επόμενες γενιές.

Αλλά οι Αθηναίοι δεν έχασαν ποτέ τελείως τη δημοκρατική τους συνείδηση. Θυμόνταν πάντοτε τους στόχους που προσπαθούσαν να πετύχουν, κι έτσι, ύστερα από δύσκολους καιρούς, προσπαθούσαν πάλι να φέρουν το σύστημά τους εγγύτερα στο ιδεώδες. Και μετά τη βίαιη πτώση της δημοκρατίας τους, συνέχισαν τις προσπάθειες για την αναβίωσή της. Οι μεγάλες ιδέες δύσκολα πεθαίνουν. Αν μάθαμε κάτι από την ιστορία της Αθήνας, αυτό είναι το εξής: να μην ξεχνάμε ποτέ τα ιδανικά που διαπνέουν τη δημοκρατία.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.25.1-5.26.6)

[5.25.1] Τὰ δὲ δὴ πέραν τοῦ Ὑφάσιος εὐδαίμονά τε τὴν χώραν εἶναι ἐξηγγέλλετο καὶ ἀνθρώπους ἀγαθοὺς μὲν γῆς ἐργάτας, γενναίους δὲ τὰ πολέμια καὶ ἐς τὰ ἴδια δὲ σφῶν ἐν κόσμῳ πολιτεύοντας (πρὸς γὰρ τῶν ἀρίστων ἄρχεσθαι τοὺς πολλούς, τοὺς δὲ οὐδὲν ἔξω τοῦ ἐπιεικοῦς ἐξηγεῖσθαι), πλῆθός τε ἐλεφάντων εἶναι τοῖς ταύτῃ ἀνθρώποις πολύ τι ὑπὲρ τοὺς ἄλλους Ἰνδοὺς, καὶ μεγέθει μεγίστους καὶ ἀνδρείᾳ. [5.25.2] ταῦτα δὲ ἐξαγγελλόμενα Ἀλέξανδρον μὲν παρώξυνεν ἐς ἐπιθυμίαν τοῦ πρόσω ἰέναι· οἱ Μακεδόνες δὲ ἐξέκαμνον ἤδη ταῖς γνώμαις, πόνους τε ἐκ πόνων καὶ κινδύνους ἐκ κινδύνων ἐπαναιρούμενον ὁρῶντες τὸν βασιλέα· ξύλλογοί τε ἐγίγνοντο κατὰ τὸ στρατόπεδον τῶν μὲν τὰ σφέτερα ὀδυρομένων, ὅσοι ἐπιεικέστατοι, τῶν δὲ οὐκ ἀκολουθήσειν, οὐδ᾽ ἢν ἄγῃ Ἀλέξανδρος, ἀπισχυριζομένων. ταῦτα ὡς ἐπύθετο Ἀλέξανδρος, πρὶν καὶ ἐπὶ μεῖζον προελθεῖν τὴν ταραχὴν τοῖς στρατιώταις καὶ τὴν ἀθυμίαν, ξυγκαλέσας τοὺς ἡγεμόνας τῶν τάξεων ἔλεξεν ὧδε.
[5.25.3] Ὁρῶν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Μακεδόνες τε καὶ ξύμμαχοι, οὐχ ὁμοίᾳ ἔτι τῇ γνώμῃ ἑπομένους μοι ἐς τοὺς κινδύνους, ξυνήγαγον ἐς ταὐτό, ὡς ἢ πείσας ἄγειν τοῦ πρόσω ἢ πεισθεὶς ὀπίσω ἀποστρέφεσθαι. εἰ μὲν δὴ μεμπτοί εἰσιν ὑμῖν οἱ μέχρι δεῦρο πονηθέντες πόνοι καὶ αὐτὸς ἐγὼ ἡγούμενος, οὐδὲν ἔτι προὔργου λέγειν μοί ἐστιν. [5.25.4] εἰ δὲ Ἰωνία τε πρὸς ἡμῶν διὰ τούσδε τοὺς πόνους ἔχεται καὶ Ἑλλήσποντος καὶ Φρύγες ἀμφότεροι καὶ Καππαδόκαι καὶ Παφλαγόνες καὶ Λυδοὶ καὶ Κᾶρες καὶ Λύκιοι καὶ Παμφυλία δὲ καὶ Φοινίκη καὶ Αἴγυπτος ξὺν τῇ Λιβύῃ τῇ Ἑλληνικῇ καὶ Ἀραβίας ἔστιν ἃ καὶ Συρία ἥ τε κοίλη καὶ ἡ μέση τῶν ποταμῶν, [5.25.5] καὶ Βαβυλὼν δὲ ἔχεται καὶ τὸ Σουσίων ἔθνος καὶ Πέρσαι καὶ Μῆδοι καὶ ὅσων Πέρσαι καὶ Μῆδοι ἐπῆρχον, καὶ ὅσων δὲ οὐκ ἦρχον, τὰ ὑπὲρ τὰς Κασπίας πύλας, τὰ ἐπέκεινα τοῦ Καυκάσου, ὁ Τάναϊς, τὰ πρόσω ἔτι τοῦ Τανάϊδος, Βακτριανοί, Ὑρκάνιοι, ἡ θάλασσα ἡ Ὑρκανία, Σκύθας τε ἀνεστείλαμεν ἔστε ἐπὶ τὴν ἔρημον, ἐπὶ τούτοις μέντοι καὶ ὁ Ἰνδὸς ποταμὸς διὰ τῆς ἡμετέρας ῥεῖ, ὁ Ὑδάσπης διὰ τῆς ἡμετέρας, ὁ Ἀκεσίνης, ὁ Ὑδραώτης, τί ὀκνεῖτε καὶ τὸν Ὕφασιν καὶ τὰ ἐπέκεινα τοῦ Ὑφάσιος γένη προσθεῖναι τῇ ἡμετέρᾳ Μακεδόνων τε ἀρχῇ; [5.25.6] ἢ δέδιτε μὴ δέξωνται ὑμᾶς ἔτι ἄλλοι βάρβαροι ἐπιόντας; ὧν γε οἱ μὲν προσχωροῦσιν ἑκόντες, οἱ δὲ φεύγοντες ἁλίσκονται, οἱ δὲ ἀποφυγόντες τὴν χώραν ἡμῖν ἔρημον παραδιδόασιν, ἣ δὴ τοῖς ξυμμάχοις τε καὶ τοῖς ἑκοῦσι προσχωρήσασι προστίθεται.
[5.26.1] Πέρας δὲ τῶν πόνων γενναίῳ μὲν ἀνδρὶ οὐδὲν δοκῶ ἔγωγε ὅτι μὴ αὐτοὺς τοὺς πόνους, ὅσοι αὐτῶν ἐς καλὰ ἔργα φέρουσιν. εἰ δέ τις καὶ αὐτῷ τῷ πολεμεῖν ποθεῖ ἀκοῦσαι ὅ τι περ ἔσται πέρας, μαθέτω ὅτι οὐ πολλὴ ἔτι ἡμῖν ἡ λοιπή ἐστιν ἔστε ἐπὶ ποταμόν τε Γάγγην καὶ τὴν ἑῴαν θάλασσαν· ταύτῃ δὲ, λέγω ὑμῖν, ξυναφὴς φανεῖται ἡ Ὑρκανία θάλασσα· ἐκπεριέρχεται γὰρ γῆν πέρι πᾶσαν ἡ μεγάλη θάλασσα. [5.26.2] καὶ ἐγὼ ἐπιδείξω Μακεδόσι τε καὶ τοῖς ξυμμάχοις τὸν μὲν Ἰνδικὸν κόλπον ξύρρουν ὄντα τῷ Περσικῷ, τὴν δὲ Ὑρκανίαν ‹θάλασσαν› τῷ Ἰνδικῷ· ἀπὸ δὲ τοῦ Περσικοῦ εἰς Λιβύην περιπλευσθήσεται στόλῳ ἡμετέρῳ τὰ μέχρι Ἡρακλέους Στηλῶν· ἀπὸ δὲ Στηλῶν ἡ ἐντὸς Λιβύη πᾶσα ἡμετέρα γίγνεται καὶ ἡ Ἀσία δὴ οὕτω πᾶσα, καὶ ὅροι τῆς ταύτῃ ἀρχῆς οὕσπερ καὶ τῆς γῆς ὅρους ὁ θεὸς ἐποίησε. [5.26.3] νῦν δὲ δὴ ἀποτρεπομένων πολλὰ μὲν μάχιμα ὑπολείπεται γένη ἐπέκεινα τοῦ Ὑφάσιος ἔστε ἐπὶ τὴν ἑῴαν θάλασσαν, πολλὰ δὲ ἀπὸ τούτων ἔτι ἐπὶ τὴν Ὑρκανίαν ὡς ἐπὶ βορρᾶν ἄνεμον, καὶ τὰ Σκυθικὰ γένη οὐ πόρρω τούτων, ὥστε δέος μὴ ἀπελθόντων ὀπίσω καὶ τὰ νῦν κατεχόμενα οὐ βέβαια ὄντα ἐπαρθῇ πρὸς ἀπόστασιν πρὸς τῶν μήπω ἐχομένων. [5.26.4] καὶ τότε δὴ ἀνόνητοι ἡμῖν ἔσονται οἱ πολλοὶ πόνοι ἢ ἄλλων αὖθις ἐξ ἀρχῆς δεήσει πόνων τε καὶ κινδύνων. ἀλλὰ παραμείνατε, ἄνδρες Μακεδόνες καὶ ξύμμαχοι. πονούντων τοι καὶ κινδυνευόντων τὰ καλὰ ἔργα, καὶ ζῆν τε ξὺν ἀρετῇ ἡδὺ καὶ ἀποθνήσκειν κλέος ἀθάνατον ὑπολειπομένους. [5.26.5] ἢ οὐκ ἴστε ὅτι ὁ πρόγονος ὁ ἡμέτερος οὐκ ἐν Τίρυνθι οὐδὲ Ἄργει, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἐν Πελοποννήσῳ ἢ Θήβαις μένων ἐς τοσόνδε κλέος ἦλθεν ὡς θεὸς ἐξ ἀνθρώπου γενέσθαι ἢ δοκεῖν; οὐ μὲν δὴ οὐδὲ Διονύσου, ἁβροτέρου τούτου θεοῦ ἢ καθ᾽ Ἡρακλέα, ὀλίγοι πόνοι. ἀλλὰ ἡμεῖς γε καὶ ἐπέκεινα τῆς Νύσης ἀφίγμεθα καὶ ἡ Ἄορνος πέτρα ἡ τῷ Ἡρακλεῖ ἀνάλωτος πρὸς ἡμῶν ἔχεται. [5.26.6] ὑμεῖς δὲ καὶ τὰ ἔτι ὑπόλοιπα τῆς Ἀσίας πρόσθετε τοῖς ἤδη ἐκτημένοις καὶ τὰ ὀλίγα τοῖς πολλοῖς. ἐπεὶ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς τί ἂν μέγα καὶ καλὸν κατεπέπρακτο, εἰ ἐν Μακεδονίᾳ καθήμενοι ἱκανὸν ἐποιούμεθα ἀπόνως τὴν οἰκείαν διασώζειν, Θρᾷκας τοὺς ὁμόρους ἢ Ἰλλυριοὺς ἢ Τριβαλλοὺς ἢ καὶ τῶν Ἑλλήνων, ὅσοι οὐκ ἐπιτήδειοι ἐς τὰ ἡμέτερα, ἀναστέλλοντες;

***
[5.25.1] Οι πληροφορίες του Αλεξάνδρου για την πέρα από τον Ύφαση Ινδία ήταν ότι η χώρα ήταν πλούσια και ότι οι κάτοικοί της ήταν καλοί γεωργοί και γενναίοι πολεμιστές και διοικούσαν τις πόλεις τους με τάξη (επειδή τον λαό κυβερνούσαν οι αριστοκρατικοί, οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία με δικαιοσύνη), και ότι οι άνθρωποι της περιοχής εκείνης διέθεταν πλήθος ελέφαντες, πολύ περισσότερους από ό,τι οι άλλοι Ινδοί, και εξαιρετικούς σε μέγεθος και σε δύναμη. [5.25.2] Οι πληροφορίες αυτές ερέθισαν την επιθυμία του Αλεξάνδρου να προχωρήσει εμπρός. Το θάρρος όμως των Μακεδόνων είχε πλέον κλονισθεί, επειδή έβλεπαν τον βασιλιά τους να αναλαμβάνει τους αγώνες και τους κινδύνους τον έναν μετά τον άλλο. Άρχισαν τότε να γίνονται συγκεντρώσεις στο στρατόπεδο των Μακεδόνων, από τους οποίους άλλοι θρηνούσαν για την τύχη τους, και αυτοί ήταν οι μετριοπαθέστεροι, ενώ άλλοι αρνούνταν με επιμονή να συνεχίσουν, ακόμη και αν τους οδηγήσει ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Μόλις πληροφορήθηκε αυτά ο Αλέξανδρος, προτού επεκταθεί ακόμη περισσότερο η απειθαρχία και η δειλία στους στρατιώτες του, συγκάλεσε τους διοικητές των ταγμάτων και τους είπε τα εξής: 
[5.25.3] «Άνδρες Μακεδόνες και σύμμαχοι, επειδή σας βλέπω να μη με ακολουθείτε πλέον στους κινδύνους με την ίδια προθυμία, σας συγκάλεσα όλους μαζί, με σκοπό ή να σας πείσω και να προχωρήσουμε εμπρός ή να με πείσετε και να επιστρέψουμε πίσω. Αν, λοιπόν, θεωρείτε τον αγώνα που αγωνισθήκατε ως τώρα, καθώς και μένα τον ίδιο που ήμουν αρχηγός σας, αξιόμεμπτο, τότε δεν ωφελεί να σας πω τίποτε άλλο. [5.25.4] Αν όμως εξαιτίας του αγώνα αυτού ανήκουν στις κατακτήσεις μας η Ιωνία και ο Ελλήσποντος και οι δύο Φρυγίες και η Καππαδοκία και η Παφλαγονία και η Λυδία και η Καρία και η Λυκία και η Παμφυλία και η Φοινίκη και η Αίγυπτος με την Ελληνική Λιβύη και μερικά μέρη της Αραβίας και η Συρία, δηλαδή και η Κοίλη Συρία και η Μεσοποταμία· [5.25.5] αν ακόμη στις κατακτήσεις μας ανήκουν η Βαβυλώνα και το έθνος των Σουσίων και οι Πέρσες και οι Μήδοι και οι λαοί που εξουσίαζαν οι Πέρσες και οι Μήδοι, αλλά και οι λαοί που δεν τους εξουσίαζαν και οι χώρες που είναι πέρα από τις πύλες της Κασπίας και εκείνες που είναι πέρα από τον Καύκασο, ο Τάναης και ακόμη οι χώρες που είναι πέρα από τον Τάναη, η Βακτριανή, η Υρκανία και η Υρκανία (Κασπία) θάλασσα, αν απωθήσαμε τους Σκύθες μέχρι την έρημο και αν εκτός από όλα αυτά και ο Ινδός ποταμός ρέει μέσα από τη χώρα μας, όπως και ο Υδάσπης, ο Ακεσίνης και ο Υδραώτης, τότε γιατί διστάζετε να προσαρτήσετε στο δικό μας μακεδονικό κράτος και τον Ύφαση και τους λαούς που κατοικούν πέρα από τον Ύφαση; [5.25.6] Ή φοβάστε μήπως σας αντισταθούν και άλλοι ακόμη βάρβαροι, αν τους επιτεθείτε; Από αυτούς όμως άλλοι προσχωρούν σε μας με τη θέλησή τους, άλλοι συλλαμβάνονται, ενώ φεύγουν, και άλλοι εγκαταλείποντας τη χώρα τους μας την παραδίδουν έρημη και εμείς την παραχωρούμε στους συμμάχους μας και σε όσους προσχωρούν με τη θέλησή τους σε μας.
[5.26.1] Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι για έναν γενναίο άνδρα τέλος των αγώνων του δεν είναι κανένα άλλο παρά οι ίδιοι οι αγώνες, όσοι οδηγούν σε ένδοξα έργα. Αν όμως κάποιος από σας επιθυμεί να ακούσει ποιό ακριβώς θα είναι το τέλος των πολεμικών μας επιχειρήσεων, ας μάθει ότι λίγη ακόμη έκταση γης μάς απομένει μέχρι τον ποταμό Γάγγη και την ανατολική θάλασσα. Και σας βεβαιώνω ότι θα δείτε την Υρκανία ‹θάλασσα› να ενώνεται με αυτήν, επειδή η μεγάλη θάλασσα περιβάλλει όλη τη γη. [5.26.2] Και εγώ θα αποδείξω στους Μακεδόνες και στους συμμάχους ότι ο Ινδικός κόλπος συνενώνεται με τον Περσικό κόλπο, ενώ η Υρκανία ‹θάλασσα› με τον Ινδικό κόλπο. Από τον Περσικό κόλπο θα πλεύσουμε με τον στόλο μας γύρω από τη Λιβύη μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες και από τις Ηράκλειες Στήλες θα γίνει δική μας ολόκληρη η μέσα Λιβύη και έτσι θα κατακτηθεί ολόκληρη η Ασία και τότε τα όρια του κράτους μας στο μέρος αυτό θα είναι εκείνα που ο θεός όρισε για τη γη. [5.26.3] Αν όμως επιστρέψουμε τώρα, θα μείνουν πίσω μας πολλά πολεμικά έθνη πέρα από τον Ύφαση μέχρι την ανατολική θάλασσα και ακόμη πολλά άλλα που κατοικούν από τα μέρη εκείνα μέχρι την Υρκανία θάλασσα προς βορρά, καθώς και οι σκυθικές φυλές που κατοικούν κοντά τους, ώστε υπάρχει φόβος, αν επιστρέψουμε πίσω, μήπως ακόμη και οι κατεχόμενες τώρα από μας χώρες, που δεν είναι ασφαλείς, υποκινηθούν σε αποστασία από τα έθνη που δεν έχουν ακόμη υποταγεί. [5.26.4] Και τότε πια θα αποδειχθούν μάταιοι οι μέχρι τώρα τόσοι αγώνες μας ή θα χρειασθούμε άλλους πάλι αγώνες και κινδύνους από την αρχή. Γι᾽ αυτό μείνετε εδώ, άνδρες Μακεδόνες και σύμμαχοι, γιατί όσοι αγωνίζονται και κινδυνεύουν κατορθώνουν ένδοξα έργα και είναι ευχάριστο να ζει κανείς γενναία και να πεθαίνει αφήνοντας πίσω του αθάνατη δόξα. [5.26.5] Ή δεν γνωρίζετε ότι ο πρόγονός μας έφθασε σε τόσο μεγάλη δόξα, ώστε από άνθρωπος έγινε, ή τουλάχιστον θεωρήθηκε θεός, ούτε μένοντας στην Τίρυνθα, ούτε στο Άργος, αλλά ούτε στην Πελοπόννησο ή στην Θήβα; Ούτε βέβαια ήταν λίγοι οι αγώνες του Διονύσου, ο οποίος ήταν επιφανέστερος θεός από τον Ηρακλή. Αλλά εμείς ασφαλώς έχομε φθάσει και πέρα από τη Νύσα και καταλάβαμε τον βράχο της Αόρνου, που δεν μπόρεσε ο Ηρακλής να κυριεύσει. [5.26.6] Και σεις προσθέστε τα υπόλοιπα μέρη της Ασίας σε όσα έχουμε πλέον αποκτήσει, δηλαδή τα λίγα στα πολλά. Γιατί και μεις οι ίδιοι ποιό μεγάλο και ωραίο κατόρθωμα θα είχαμε επιτελέσει, αν μέναμε στη Μακεδονία και θεωρούσαμε αρκετό να προστατεύουμε χωρίς μεγάλο κόπο τη χώρα μας αποκρούοντας τους γείτονές μας Θράκες ή τους Ιλλυριούς ή τους Τριβαλλούς ή και όσους Έλληνες δεν είχαν φιλικές σχέσεις μαζί μας;