Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Άδης ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών

Ο Άδης ήταν ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών.Οι άνθρωποι αποφεύγουν να πουν το όνομά του, από φόβο μήπως προκαλέσουν την οργή του. Για αυτό χρησιμοποιούσαν άλλες προσωνυμίες. Ονομαζόταν επίσης Άιδης (α στερητικό και ιδείν = αόρατος) και Αιδωνεύς. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Άδης γινόταν αόρατος με την κυνή (περικεφαλαία) που φορούσε. Η κυνή τον έκανε αόρατο στα μάτια των θνητών αλλά και των θεών.Τον αποκαλούσαν ευφημιστικά Εύβουλο, Ευρύπυλο, Κλύμενο και Περίκλυτο.Ο Αισχύλος τον αποκαλεί πολυξενώτατον Ζήνα των κεκμηκότων, δηλαδή Δία που φιλοξενεί στο παλάτι του πλήθος νεκρούς. Επίσης ονομαζόταν και Κλυτόπωλος, γιατί σύμφωνα με μία παράδοση, τους νεκρούς τους μετέφεραν στον Κάτω Κόσμο τα δαιμονικά άλογα που είχε στους στάβλους του ο θεός.Για την αυστηρότητά του ονομαζόταν Αδάμας, Αδάμαστος, Άδμητος και Αμείλιχος και Νηλεύς (ανελέητος).

Επίσης τον ονόμαζαν Ίφθιμο, Κρατερό και Πελώριο, ενώ για το πλήθος των νεκρών που δεχόταν τον ονόμαζαν Αγησίλαο, Παγκοίτη, Πολυρέγμων και Πολυδέκτη.Ως χθόνια θεότητα ονομαζόταν Ζευς χθόνιος ή υποχθόνιος, Πλουτεύς ή Πλούτων, ο "πλούσιος", εξαιτίας του πλούτου που κρύβεται στη γη (καρποί - μέταλλα). Με το όνομα αυτό συνδέθηκε με το μύθο της Περσεφόνης και με την επίδραση των Ελευσίνιων Μυστηρίων έγινε ηπιότερος θεός και λατρεύτηκε σαν ο πάροχος του πλούτου που προέρχεται κάτω από τη γη. Συχνά παριστάνεται να κρατά το κέρας της αφθονίας, σύμβολο του πλούτου. Με αυτήν την επωνυμία είχε πολλά ιερά σε όλη την Ελλάδα.Στις απεικονίσεις μοιάζει με το Δία και τον Ποσειδώνα, εκτός από τα μαλλιά του που πέφτουν κάτω από το μέτωπό του. Σε παλαιότερες απεικονίσεις παρουσιάζεται ηλικιωμένος, με γενειάδα, φορώντας χιτώνα ή μανδύα, με διάδημα στα μαλλιά, να κρατάει σκήπτρο και να κάθεται πάνω σε θρόνο. Δίπλα στα πόδια του βρίσκονται ο κέρβερος και τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου.

Κατά τους θεογονικούς μύθους, ο Δίας, με τον «σπαργανωμένον λίθον» της μητέρας του Ρέας διέφυγε την επιβουλή του πατέρα του Κρόνου.Επειτα με το «φάρμακο» της Μήτιδας ανάγκασε τον Κρόνο να «εξεμέσει» τους αδελφούς και τις αδελφές του και άρχισε τον πόλεμο κατά των Τι­τάνων και του Κρόνου. Ο Δίας είχε με το μέρος του τους Κύκλωπες, οι οποίοι εφοδίασαν τον ίδιο με το πιο ακαταμάχητο όπλο, τον κεραυνό, και τον αδελφό του Ποσειδώνα με την τρίαινα. Ο τρίτος αδελφός, ο Άδης, πήρε από τους Κύκλωπες την «κυνέην», ένα κράνος ή σκούφια που έκανε αό­ρατο εκείνον που τη φορούσε, ενώ ο ίδιος έβλε­πε τους άλλους. Οταν ο πόλεμος κατά των Τιτά­νων τελείωσε, ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης μοιράστηκαν τον κόσμο με κλήρο και πήρε ο Δίας την έν ούρανώ δυναστείαν, ο Ποσειδώνας την έν θαλασσή και ο Άδης την κυριαρχία στον Κάτω Κόσμο. Ο Κάτω Κόσμος, τα εύρώεντα δώματα του Άδη, ήταν μεγάλη έκταση, περιφραγμένη, κάτω από τη γη, στην οποία έμπαινε κανείς από πύλη που τη φρουρούσε ο Κέρβερος επιτρέποντας μό­νο την είσοδο, όχι και την έξοδο. Tα κλειδιά της πύλης έλεγαν πως ο Άδης τα εμπιστευόταν στον ήρωα Αιακό που ήταν ο ευσεβέστερος τωνσυγχρόνων του και ο μόνος που οι θεοί άκουγαν τις προσευχές του, όσο ο Αιακός βρισκόταν στη ζωή.

Στην πύλη του Άδη έφταναν οι νεκροί, αφού διέπλεαν με το άκάτιον του Χάρωνα τον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη. Ο πο­ταμός και η λίμνη ανήκαν στον Επάνω Κόσμο. Στον Κάτω Κόσμο υπήρχε ένα μόνο νερό που πήγαζε από βράχο, η Στυξ, στην οποία ορκίζον­ταν οι θεοί. Το όνομα της Στύγας προκαλούσε φόβο σε θεούς και ανθρώπους. Σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου υπήρχαν τα λεγόμενα «στόμια του Άδη», όπου γίνονταν ιεροπραξίες για την εξιλέωση των θεοτήτων του Κάτω Κόσμου, μπορούσαν όμως να ανακαλούνται στα ιερά που ιδρύονταν εκεί και ψυχές νεκρών. Μερικοί μύθοι διηγούνταν πως και ζωντανοί ήρωες μπόρεσαν να κατέβουν στον Άδη από τα στόμια αυτά, ιδίως του Ταινάρου, και να επανέλ­θουν κατόπιν στον Επάνω Κόσμο. Οι θεοί κατέ­βαιναν ευκολότερα, όπως ο Διόνυσος, που χρειά­στηκε να αναγάγη τη μητέρα του Σεμέλη. Όταν την επανέφερε στον Επάνω Κόσμο, την ονόμασε Θυώνη και, ως θεός, την πήρε μαζί του στον ου­ρανό. Από τις καταβάσεις ηρώων, η πιο γνωστή ήταν του Ηρακλή, ο οποίος επιστρέφοντας έφερε μαζί του τον Κέρβερο για να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα. Έλεγαν πως ο Ηρακλής είχε χρησι­μοποιήσει για την κάθοδο το στόμιο του Ταινά­ρου, και για την άνοδο το στόμιο της Ερμιόνης, που ήταν πλησιέστερα στην Τίρυνθα. Ο Άδης δεν αντιτάχθηκε στην επιχείρηση του Ηρακλή, γιατί πήρε τη διαβεβαίωση πως ο Κέρβερος δεν θα έλειπε για πολύ καιρό μακριά από το βασίλειο του Κάτω Κόσμου, αλλά και γιατί είχε προσωπική πείρα της μαχητικότητας του Ηρακλή: κατά την εκστρατεία του ήρωα εναντίον της μεσσηνιακής Πύλου, ο Άδης θέλησε να συμπαρασταθεί στους Πυλίους και πολεμούσε στο πλευρό τους, χτυπή­θηκε όμως από τον Ηρακλή και κατέφυγε στο γιατρό των θεών Παιήονα για να περιποιηθεί τα τραύματα του. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ήρθε στο βασίλειο του και ζήτησε να πάρει το σκύλο του Άδη, ο Άδης τού έθεσε έναν μόνο όρο: να μη χρησιμοποιήσει κατά του Κέρβερου το ξίφος ή τα βέλη του, αλλά να τον καταπαλαίσει με τους βραχίονες και το σώμα του. Ο Ηρακλής σεβάστη­κε την επιθυμία του ΄Αδη και αντιμετώπισε χωρίς όπλα τον Κέρβερο και τα φίδια της ουράς και των νώτων του. Τελικά το θηρίο υπέκυψε και ακολού­θησε ειρηνικά τον Ηρακλή κατά την άνοδο στον Επάνω Κόσμο και κατά την επιστροφή.

Εξίσου γνωστή ήταν η κάθοδος του Ορφέα για την επαναφορά της Ευρυδίκης. Ο Άδης έδειξε και σ' αυτή την περίπτωση κατανόηση, έθεσε όμως πάλι έναν όρο στον Ορφέα: να προπορεύε­ται ο ίδιος οδηγώντας επάνω την Ευρυδίκη αλλά να μη γυρίσει να την αντικρίσει προτού φτάσει στο σπίτι του. Ο Ορφέας, όμως, από τη λαχτάρα του να δει τη γυναίκα του, δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί με τη σύσταση και έτσι η Ευρυδίκη ξα­ναγύρισε στον κόσμο των σκιών. Τρίτη κάθοδος ζωντανών ηρώων στον Άδη εί­ναι του Θησέα και του Πειρίθου που είχε σκοπό την απαγωγή της Περσεφόνης, της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, που την ήθελε για γυναίκα του ο Πειρίθους. Οι δυο ήρωες έφτασαν στον Άδη, αλλά πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Αδης δεν φανέρω­σε από την αρχή τις κακές προθέσεις του, αλλά προσποιήθηκε πως ετοίμασε γι' αυτούς ξενία. Τους έβαλε να καθίσουν στο θρόνο της Λήθης, όπου όμως προσδέθηκαν με σπείρες μεγάλων φιδιών. Εκεί θα έμεναν δεμένοι για να βασανίζον­ται αιώνια, χωρίς να πεθαίνουν. Οταν ο Ηρακλής κατέβηκε για τον Κέρβερο, έλυσε τον Θησέα, εμποδίστηκε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου, που ήταν ο κυριότερος ένοχος και που έμεινε εκεί δεμένος για πάντα. Η βασίλισσα, που την απαγωγή της σχεδίασαν οι δυο αυτοί ήρωες, δεν παρουσιάζεται από τους μύθους ως ύπαρξη του Κάτω Κόσμου, αλλά του Επάνω, από όπου την είχε απαγάγει ο Άδης. Η μητέρα της, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, πλανιόταν επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς τροφή αναζητώντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Στο τέλος, με τη μεσολάβηση του Δία, πέτυχε να παραμείνει η Κόρη μόνο το ένα τρίτο του έτους με τον Άδη και τα υπόλοιπα δύο τρίτα με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και με τους ανθρώπους. Μετά τη συμφωνία, όταν ήρθε η στιγμή να φύγει για πρώτη φορά η Κόρη από τον ' Αδη και να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, ο Άδης τής έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι, που θα την έκανε να εγκαταλείψει πάλι τη μητέ­ρα της και να ξανάρθει στον άντρα της.

Τα Κοινά των Ελλήνων,οι Αμφικτιονίες και οι εναλλαγές στη θέση του Ηγεμόνος της Ελλάδος

Τα αρχαία ελληνικά κράτη και τα ἔθνη ήταν ιεραρχημένα ανάλογα με τη γεωπολιτική βαρύτητα του καθενός, ενώ παράλληλα και ανεξάρτητα από τις μεταξύ τους σχέσεις, διατηρούσαν υπό κανονικές συνθήκες κάποιες μορφές ελάχιστης πολιτιστικής, πολιτικής και αστυνομικής συνεργασίας. Την κυριότερη πολιτιστική συνεργασία αποτελούσαν οι ευρύτερου ή πανελλήνιου ενδιαφέροντος αγώνες, όπως τα Πύθια, τα Νέμεα, τα Ίσθμια και φυσικά οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ο δε σεβασμός της κατάπαυσης των εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων και η τιμωρία των απείθαρχων προϋπέθεταν ένα συνδυασμό πολιτιστικής, πολιτικής και αστυνομικής συνεργασίας.Πολιτική και αστυνομική συνεργασία μεταξύ των ελληνικών κρατών προϋπέθετε και η απόφαση των συμμάχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου αφενός να καταδικάσουν «σε άμεση σύλληψη και δουλεία σε όλα τα μέρη της Ελλάδας» του Θηβαίους φυγάδες και αφετέρου να απαγορεύσουν σε όλους τους Έλληνες να φιλοξενούν Θηβαίους μετά την καταστροφή της Θήβας. Την ίδια μορφή συνεργασίας προϋπέθεταν το αίτημα του Αλεξάνδρου προς τους Αθηναίους να του εκδώσουν τους κυριότερους αντιμακεδόνες πολιτικούς καθώς και η άρνηση των Αθηναίων να το πράξουν, χωρίς να υποστούν συνέπειες.
 
 Ισχυρότερη ήταν η συνεργασία μεταξύ ελληνικών κρατών στα πλαίσια των Κοινών. Τα Κοινά των Ελλήνων αρχικά ήταν θρησκευτικά και κατά κανόνα εδημιουργούντο γύρω από ένα ναό ή ιερό χώρο, τον οποίο τιμούσαν τα ὁμοεθνῆ κράτη της περιοχής. Αρκετές φορές τα θρησκευτικά Κοινά εξελίσσονταν σε πολιτικά Κοινά, όπου τα κράτη μέλη διατηρούσαν πλήρη ανεξαρτησία σε όλους σχεδόν τους τομείς (π.χ. είχαν δική τους κυβέρνηση και νόμισμα), ενώ εκχωρούσαν στις κοινές Αρχές την άσκηση εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Οι Αρχές του Κοινού μεριμνούσαν για τη συγκρότηση του κοινού στρατεύματος, τη σύναψη συμφώνων ειρήνης, την έναρξη και λήξη πολεμικών επιχειρήσεων και τη διαχείριση των σχετικών πόρων. Έδρα των Αρχών του Κοινού οριζόταν συνήθως το σημαντικό ιερό, γύρω απ’ το οποίο είχε σχηματισθεί το αρχικά θρησκευτικό Κοινό, που εξελίχθηκε σε πολιτικό Κοινό και αν δεν υπήρχε ιερό αποδεκτό από όλα τα κράτη μέλη, η έδρα του Κοινού μετεκινείτο σε κάθε συνεδρίαση ή επιβαλλόταν από το ηγεμονικό κράτος του Κοινού. Επειδή η ένταξη σε ένα Κοινό απαιτούσε από τα επιμέρους κράτη να χάσουν ένα βαθμό αυτονομίας, δεν ήταν καθόλου υποχρεωτικό να την αποφασίσουν αυτά οικειοθελώς και χωρίς καμία εξωτερική πίεση. Πάντως τα περισσότερα αρχαία ελληνικά κράτη παρέμεναν έξω από τα Κοινά και διατηρούσαν πολιτικές σχέσεις ή συμμαχίες και με άλλα μη ὁμοεθνῆ και μη γειτονικά τους κράτη.
 
Τον 4ο π.Χ. αιώνα γνωρίζουμε ότι υπήρχαν τα Κοινά των Βοιωτών (από τον 7ο αιώνα), των Λοκρών (από το τέλος του 7ου αιώνα), των Θεσσαλών (από τον 7ο αιώνα), των Φωκέων (από τα μέσα του 6ου αιώνα), των Αχαιών (από τον 5ο αιώνα), των Δωριέων (Φθίων), των Μολοσσών, των Ακαρνάνων, των Χαλκιδέων επί Θράκης με κέντρο την Όλυνθο ως την καταστροφή της από τον Φίλιππο Β΄ και των Αρκάδων από το 371 ως το 331, οπότε το διέλυσε ο Αντίπατρος.
 
Οι Αμφικτιονίες ήταν μία άλλη μορφή ένωσης των αρχαίων ελληνικών κρατών, που επίσης ξεκίνησε ως θρησκευτική ένωση και εξελίχθηκε σε πολιτική. Απαρτίζονταν από μεμονωμένα κράτη και Κοινά διαφόρων ελληνικών ἐθνῶν, που κατοικούσαν γύρω από ένα κοινά αποδεκτό ιερό. Σημαντικότερη, ίσως και παλαιότερη όλων (φαίνεται ότι υπήρχε από το 1522 π.Χ.) ήταν η Πυλαία Αμφικτιονία (των Θερμοπυλών), στο συνέδριο στης οποίας συμμετείχαν σχεδόν όλες οι ὁμοεθνίες της κεντρικής και ανατολικής Ελλάδας με 2 ψήφους η κάθε μία, ανεξαρτήτως του πληθυσμού τους. Το συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας συνερχόταν δύο φορές το χρόνο, την άνοιξη στο ιερό του Απόλλωνα των Δελφών και το φθινόπωρο στην πόλη Ανθήλη των Μαλιέων, στο ιερό της Αμφικτιονίδος Αρτέμιδος. Το 354 το Συνέδριο της Πυλαίας Αμφικτιονίας αποφάσισε την κήρυξη πολέμου, του Γ΄ Ιερού Πολέμου, σε ένα από τα μέλη του, τους Φωκείς, μετά την ήττα των οποίων οι 2 ψήφοι της συγκεκριμένης ὁμοεθνίας δόθηκαν στους Μακεδόνες. Αυτή ήταν η ανταμοιβή τους για τη βοήθεια, που προσέφεραν στην τιμωρία των ιερόσυλων Φωκέων, την θέση των οποίων πήραν στην Αμφικτιονία.
 
Η μεγαλύτερη σύμπραξη κρατών από διαφορετικά ελληνικά έθνη και ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινής μεθορίου ήταν η Ηγεμονία, όπου ένα ισχυρό κράτος είτε με την απειλή χρήσης βίας είτε με την άμεση χρήση στρατιωτικής βίας επέβαλλε την κυριαρχία του σε κράτη και Κοινά. Τα μέλη της Ηγεμονίας ονομάζονταν σύμμαχοι και ο Ηγεμών όριζε τους φόρους που θα του κατέβαλλαν, τις στρατιωτικές δυνάμεις που θα του διέθεταν, τις φρουρές που θα δέχονταν στο έδαφός τους, τα όργανα που θα επέλυαν τις μεταξύ τους νομικές διαφορές, την πολιτική παράταξη που θα τους κυβερνούσε, συχνά δε και το ίδιο το πολίτευμά τους.Δηλαδή η αποδοχή της Ηγεμονίας ισοδυναμούσε με υποταγή και οι υποτελείς στον Μεγάλο Βασιλέα ελληνικές πόλεις είχαν την ίδια αυτονομία και τους ίδιους περιορισμούς με τους συμμάχους, φέρ’ ειπείν των Αθηναίων κατά τις Ηγεμονίες τους. Οι ουσιώδεις διαφορές ήταν ότι ο Ηγεμών ήταν πάντοτε Έλληνας, ότι οι ηγεμονευόμενοι ονομάζονταν σύμμαχοι και ότι οι επιλογές του Ηγεμόνος προέκυπταν ως κοινές αποφάσεις μέσα από συλλογικά όργανα. Τα κράτη και τα Κοινά, που δεν αναγνώριζαν την Ηγεμονία, αποτελούσαν μεν εν δυνάμει αντιπάλους, αλλά παρέμεναν λιγότερο ή περισσότερο στη ζώνη επιρροής του Ηγεμόνος της Ελλάδος και φρόντιζαν να μην τον προκαλούν, ώσπου να συνασπισθούν υπό έναν άλλον υποψήφιο Ηγεμόνα, να ανατρέψουν τον κρατούντα και σε τελική ανάλυση να υποταχθούν στον Ηγεμόνα της δικής τους επιλογής.
 
Την πρώτη μορφή Ηγεμονίας της Ελλάδος βρίσκουμε στη μυκηναϊκή περίοδο, οπότε οι Μυκήνες είχαν την ηγεσία των συμμάχων κατά τον Τρωικό πόλεμο, ενώ κατά τους Περσικούς πολέμους μπορούμε να εντοπίσουμε μία Ηγεμονία της Σπάρτης. Η πρώτη συμβατικά καταγραφόμενη Ηγεμονία της Ελλάδος είναι η πρώτη Αθηναϊκή (478-431), που επεβλήθη με το πρόσχημα συμμαχίας για την οριστική εκδίωξη των Περσών από την Ελλάδα και της απελευθέρωσης των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας. Μετά την ήττα της Αθήνας από τη Σπάρτη στον Πελοποννησιακό πόλεμο ακολούθησε η Σπαρτιατική Ηγεμονία (404-378). Στη συνέχεια και χωρίς να τερματίσει την Σπαρτιατική Ηγεμονία με βίαιο τρόπο, η Αθήνα επέβαλε τη δεύτερη Ηγεμονία της (378-371).
 
Οι εναλλαγές στη θέση του Ηγεμόνος της Ελλάδος ακολουθούσαν πλέον τις διπλωματικές διεργασίες με την Περσία, η οποία καθόριζε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος, η δε έναρξη και λήξη των Ηγεμονιών εσηματοδοτείτο με πολεμικές επιχειρήσεις πολύ μικρότερης έκτασης και διάρκειας από τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Έτσι η έναρξη της Θηβαϊκής Ηγεμονίας σηματοδοτήθηκε από την ήττα των Σπαρτιατών από τους Θηβαίους στα Λεύκτρα (371). Όμως, αν και κάνουμε λόγο για Θηβαϊκή Ηγεμονία, στην πραγματικότητα οι Θηβαίοι απλώς απέκτησαν επιρροή δυσανάλογη της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής τους ισχύος και επήλθε ισορροπία μεταξύ τριών συμμαχιών υπό τη Θήβα, την Αθήνα και τη Σπάρτη αντίστοιχα, χωρίς την ύπαρξη πραγματικού Ηγεμόνος της Ελλάδος. Στη μάχη της Μαντινείας (362) οι Θηβαίοι νικήθηκαν από τους Σπαρτιάτες και θεωρούμε συμβατικά ότι τερματίσθηκε η Θηβαϊκή Ηγεμονία.
 
Για τα επόμενα 24 χρόνια κανένα κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατείχε την Ηγεμονία της Ελλάδος, ώσπου εμφανίσθηκε ο Φίλιππος της Μακεδονίας. Στη μάχη της Χαιρώνειας (338) οι Αθηναίοι και οι Θηβαίοι με τους συμμάχους τους προσπάθησαν να εμποδίσουν την είσοδο των Μακεδόνων στο στρατηγικό παίγνιο των νοτίων για την Ηγεμονία. Οι Σπαρτιάτες καιροσκόπησαν για πολλοστή φορά και οι Μακεδόνες με τη νίκη τους κέρδισαν την Ηγεμονία της Ελλάδος. Αυτή ήταν η τελευταία Ηγεμονία μέχρι την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους (146πχ).

Γιατί ο φονιάς θάβεται χριστιανικά ενώ ο αυτόχειρας πάει αδιάβαστος;

Όποια και όποιον να σκοτώσει κανείς, όσες κι όσους να σκοτώσει, ακόμη και γυναικόπαιδα και βρέφη το παπαδαριό τον θάβει κανονικά και με όλα τα κατεβατά. Αν όμως καμμιά ή κανείς σκοτώσει τον εαυτό του, τότε δεν δικαιούται χριστιανικής κηδείας!
Ξέρετε το γιατί; Δεν το ξέρετε. Μπορείτε να το μάθετε από τον καθηγητή θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδωνα Κοντογιάννη, από  , ο οποίος μεταξύ των άλλων θεολογικών παπαρολογιών και μπουρδολογιών λέει ότι:
«…Η συνείδηση της Εκκλησίας κατέταξε την αυτοκτονία στα θανάσιμα και φοβερά πνευματικά παραπτώματα και γι” αυτό καθιέρωσε και αυστηρές πνευματικές ποινές – επιτίμια για τους αυτοκτονούντας, για να τονίσει έτσι την ανάγκη σεβασμού της ιερότητας και της αξίας της ανθρώπινης ζωής».
Επομένως, ο χριστιανός άνθρωπος και ιδιαίτερα ο Ορθόδοξος, δεν μπορεί να διαθέτει κατ” αρεσκείαν το σώμα του. Γνωρίζοντας μάλιστα τον αληθινό σκοπό της ζωής του, όπως σημειώθηκε παραπάνω είναι η κατά χάρη θέωσή του, κανένα πάθημα ή πλημμέλημα δεν μπορεί να τον οδηγήσει στην απόγνωση και την απελπισία.
Ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει και πιστεύει ότι οφείλει να υπομείνει αγόγγυστα τις δυσκολίες και τις πικρές καταστάσεις αυτής της ζωής, ως επιτρεπόμενες από τον Θεό, για το πνευματικό μας συμφέρον. Και ακόμη, ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει πως κανένα αμάρτημα δεν είναι τέτοιο και τόσο βαρύ (πλην της αυτοκτονίας, η οποία γίνεται εν συνειδήσει και εν επιγνώσει), το όποιο να μη συγχωρεί ο Θεός (π.χ. το παράδειγμα του προδότη Ιούδα).

Η Εκκλησία απορρίπτει την άνευ θελήσεως του Θεού διακοπή της ζωής γι” αυτό και απαγορεύει οποιαδήποτε εκκλησιαστική Ακολουθία και Τελετή (Κηδεία, Ταφή σε Κοιμητήριο πιστών, Μνημόσυνο, Τρισάγιο, Θεία Λειτουργία) για αυτούς που αυτοκτονούν, γιατί με την πράξη τους αυτή, σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, πρόσβαλαν τη θεία δωρεά της ζωής και αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας. Αιτία δηλαδή της απαγορεύσεως της εκκλησιαστικής κηδεύσεως είναι το μέγεθος του αμαρτήματος, το όποιο διαπράττεται από τον αυτόχειρα που αποστερεί έτσι τον εαυτό του από τη ζωή, το θείο αυτό δώρο, και καταδικάζει τον εαυτό του στον δι “ αυτοχειρίας θάνατο, πράξη την οποία ούτε οργή, ούτε φτώχεια, ούτε θλίψη, ούτε διάψευση ελπίδων, ούτε δειλία, ούτε οποιαδήποτε άλλη αποκαρτέρηση μπορεί να δικαιολογήσει…».
Ο καθηγητής όμως αυτός κουβέντα δεν βγάζει στην πραγματεία του αυτή, για το θέμα του φονιά, δηλαδή του ανθρώπου που αφαιρεί την ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου!!!! Και μάλιστα κάποιου φονιά που μπορεί να φόνευσε πολλούς ανθρώπους!!! Γιατί ο ερίφης υποκριτής δεν αναφέρει τίποτε για τους φονιάδες; Διότι μετά θα πρέπει να δικαιολογήσει για ποιο λόγο οι παπάδες θάβουν τον φονιά και δεν θάβουν τον αυτόχειρα. Έπειτα η στοιχειώδης λογική λέει ότι είναι βαρύτερο το έγκλημα κάποιου που αφαιρεί την ζωή άλλου ανθρώπου απ’ ότι αυτού που αφαιρεί την δική του.
Και το δυσκολότερο αξεπέραστο για τον υποκριτή θεολόγο πρόβλημα: ένα σωρό άγιοι ήταν φονιάδες του κερατά.
Κι ακόμη χειρότερα, που πιο χειρότερα δεν μπορεί να γίνουν:
Στο κατά Λουκάν (19.27) ευαγγέλιο, λέει ο Χριστός: «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους τους μη θελήσαντές με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Δηλαδή όποιος δεν υποταχθεί σε μένα να τον φέρεται μπροστά μου, κι όχι μόνο να τον σφάξετε αλλά να τον κατασφάξετε!!!
Η βρωμερή ψυχή όμως του Χρυσόστομου, φοβούμενη μήπως κάποιος χριστιανός εκλάβει την ιστορία αυτή σαν παραβολική, προβαίνει στην εξής διευκρίνηση:
«Λόγος κατά Ιουδαίων» τόμος 34 σελ. 107 «… πράγμα που έπαθαν και οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, αφού κατέστησαν τους εαυτούς τους άχρηστους για εργασία έγιναν κατάλληλοι για σφαγή» (οι Ιουδαίοι ουδέποτε δέχτηκαν τον Χριστό ως Μεσσία). Και συνεχίζει ο άγιος «Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: τους εχθρούς μου που δεν θέλησαν να βασιλεύσω σ’ αυτούς οδηγήστε τους εδώ και κατασφάξετέ τους».
Τώρα θα μυρίσουμε, από το χρυσό του στόμα, τη μεγαλύτερη βρωμιά και δυσωδία που έχει ξεστομίσει ποτέ άνθρωπος σ’ αυτή τη γη: το ανθρώπινο αυτό κτήνος, δεν έχει σταματημό στον κατήφορο της απανθρωπιά του.
Συνεχίζει λοιπόν ως εξής: «Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»!!!
Ασφαλώς πρόκειται για την ιδρυτική διακήρυξη της γενοκτονίας. Για έναν ορισμό της από θετική αλλά και από αρνητική θέση. Όταν ο ταύρος πιάνεται για τα καλά κι από τα δύο κέρατα. Αρκεί ο άγιος να δηλώσει ότι η δολοφονία των ανθρώπων, τους οποίους αυτός μισεί, είναι θέλημα του θεού του. Πράγματι ο κακούργος αυτός Χρυσόστομος χρηματοδότησε ορδές χριστιανών για να δολοφονήσουν Έλληνες και να καταστρέψουν ιερά, ναούς και δημόσια κτίρια του Ελληνισμού.
Η θεωρία όμως θέλει και το παράδειγμά της: «Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄» σελ. 199, «Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε». Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ
Ιωάννης (15: 6): «Ἐὰν μή τις μένῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται».Ιησούς. («Εάν κάποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, πετιέται έξω σαν το ξεραμένο κλήμα και αυτά τα μαζεύουν και τα βάζουν στη φωτιά και καίγονται»).
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ:
«εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις µη ειδόσι Θεόν και τοις µη υπακούουσι τω ευαγγελίω του Κυρίου ηµών Ιησού Χριστού, οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού,».
«Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε».
Δηλαδή τι θα γίνει; Να φτάσουμε στο σημείο αυτόν που τιμήθηκε με το αξίωμα της ιερωσύνης, επειδή φόνευσε ανθρώπους, να μην τον θάψουμε τον άνθρωπο!
Για τους λόγους αυτούς λοιπόν θάβουν χριστιανικά οι παπάδες τους φονιάδες. Επειδή έχουν πολλούς άγιους, τους οποίους αγιοποίησαν για τον λόγο αυτόν ακριβώς, ότι δηλαδή ήταν φονιάδες.
Παραμένει όμως αναπάντητο το ερώτημα για ποιόν λόγο δεν θάβουν τους αυτόχειρες, παρ’ όλο που οι άνθρωποι αυτοί δεν φόνευσαν κάποιον άλλον παρά μόνο τον εαυτό τους.
Ιδού λοιπόν η δικαιολογία, η οποία νομίζω μπορεί να απευθυνθεί μόνο προς ηλίθιους: διότι ο φονιάς παρέχει στον εαυτό του το δικαίωμα να μετανοήσει για το έγκλημα ή τα εγκλήματά του ενώ ο αυτόχειρας στερεί δια παντός από τον εαυτό του την δυνατότητα της μετάνοιας.
ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΚΑΦΡΟΣΥΝΗΣ
Ο σύζυγος, με θολωμένο μυαλό και πάνω στην τρέλα του, σκοτώνει το παιδί που γέννησε η γυναίκα του επειδή νόμιζε ότι το έκανε με τον κουμπάρο του. Η μάνα μη αντέχοντας τον πόνο του χαμού του παιδιού της αυτοκτονεί. Ο φονιάς μετά από λίγο μετανοεί. Τα βρέφος πηγαίνει σίγουρα στην κόλαση ως αβάπτιστο μαζί με την αυτόχειρα μητέρα του. Ο φονιάς μάλλον θα πάει στον παράδεισο επειδή μετανόησε.

Σκωτία: Γεμάτη Αρχαιοελληνικά Τοπωνύμια


Γνώριζα ήδη την εκδοχή πού θεωρεί ότι το όνομά της προέρχεται από την Ελληνική λέξη «σκότια χώρα» δηλαδή «σκοτεινή» χώρα, γεγονός πού είναι αληθές και απηχεί μία ανέκαθεν πραγματικότητα, εφ' όσον οι ομίχλες και οι συννεφιές είναι η συνηθισμένη μετεωρολογική της κατάσταση.
Πέραν αυτού όμως, κανένα στοιχείο πού να παραπέμπει σε προφορικές παραδόσεις ή για ευρήματα αρχαίο-Ελληνικής παρουσίας στην Σκωτία σε ακαθόριστες χρονολογικά εποχές, δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή μου, έως τότε...
Ωστόσο, για κάποιον πού έχει «πονηρευτεί» ερευνητικά, τα πράγματα είναι πιο εύκολα και αυτό επιβεβαιώθηκε όταν, σε έναν αρκετά λεπτομερή χάρτη της Σκωτίας και ειδικότερα των δυτικών παραλίων της, εντόπισα μία ονομασία πού μού φάνηκε «οικεία».
Πρόκειται για μία παραθαλάσσια πόλη στα νοτιοδυτικά της Γλασκώβης πού ονομάζεται «Ayr», γεωγραφικά είναι εντελώς «ανοιχτή» προς τον Βορρά και -τί απλό- θα πρέπει να υποφέρει από «αέρηδες», οπότε η ονομασία της έχει αντίστοιχη γλωσσική/νοηματική σημασία στην Ελληνική γλώσσα.
Από εκεί και πέρα, όλα ήταν ένα «παιχνίδι» στον χάρτη : Μία σειρά τοπωνύμια με «υποκρυπτόμενη» (στην Αγγλική γλώσσα), αρχαιοελληνική σημασία άρχισαν να αποκαλύπτονται διαδοχικά, προς έκπληξή μου.
Υπάρχει λοιπόν εκεί πέρα ένα νησί με το όνομα «Gigha» (δηλαδή Γίγας!!!), ενώ ένα άλλο ονομάζεται «Jura» (Γιούρα), όπως και το αντίστοιχο νησί των Κυκλάδων.
Βορειότερα, ένα άλλο νησί ονομάζεται «Colonsay». Εκ πρώτης όψεως η ονομασία υποκρύπτει την Ελληνική λέξη «Κολώνα», όμως το Αγγλικό λεξικό την αποδίδει και ως «αποικία» !!!
Πολύ κοντά στα προηγούμενα, ένα άλλο νησί ονομάζεται «Ιοna» και βέβαια δεν χρειάζεται πολύ φαντασία για ν’ αναζητηθεί ο Ίωνας πρόγονός μας, ο ταξιδευτής / αποικιστής πού έφτασε εκεί, «τις οίδε» πότε. (Εκ των υστέρων πληροφορήθηκα από το διαδίκτυο ότι, στο συγκεκριμένο νησάκι έχουν εντοπισθεί και σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η «πατρότητά» τους…)
Στην συνέχεια, σ’ ένα άλλο μικρό νησί υπάρχει μία πόλη-λιμάνι πού ονομάζεται «Αchill» δηλαδή παραφθορά εκ τού «Αχιλλεύς» ή «Αχίλλειον» (!!!) δοθέν προφανώς προς τιμήν της μνήμης τού κορυφαίου Ομηρικού ήρωα των αρχαίων προγόνων μας.
Όμως και άλλος ονομαστός Ομηρικός ήρωας φαίνεται πώς έχει δώσει έμπνευση ονοματοθεσίας στην ίδια περιοχή, αφού ένας θαλάσσιος δίαυλος ονομάζεται «Εasdale», δηλαδή το «πέρασμα τού Αίαντα»!
Ωστόσο, εξ ίσου «Ομηρικές» ονοματοθεσίες είναι αδιαμφισβήτητα και τα τοπωνύμια «Kirkisbowl», δηλαδή «το κύπελλον» ή «το κοίλον» της Κίρκης αλλά και το «Aris aig», εκεί στα ίδια νησιωτικά περάσματα της Σκωτίας.
Ακόμη, εκπληκτικής «Ελληνικότητος» είναι και τα τοπωνύμια :
«Cori» («Κόρη»),
«Couros» («Κούρος»),
«Troon» («Τρώων») και
«Helen’s burg» («Ελένης κάστρον»), σε σημείο να νομίζει κάποιος ότι ομιλούμε για αρχαία παραλιακή ή νησιωτική ζώνη τού Αιγαίου ή τού Ιονίου πελάγους.
Τέλος, υπάρχει στην ίδια περιοχή, νησιωτικό συγκρότημα αποτελούμενο από τρία νησάκια, το οποίο ονομάζεται «Treshnish isles» (Τρία νησιά) !
Το εκπληκτικό στην περίπτωση αυτή είναι ότι, ο Βρετανός γεωγράφος - χαρτογράφος, προφανώς αγνοώντας τί σημαίνει στην Ελληνική γλώσσα «Τresh nish», εφ’ όσον παρέλαβε και κατέγραψε την ονομασία αυτή από την προφορική «ντοπιολαλιά», αυτονόητα προσέθεσε την Αγγλική ονομασία «Isles», οπότε δημιούργησε -άθελά του- έναν «ωραίο» λεκτικό πλεονασμό, δηλαδή καθ’ ερμηνείαν : «Τρία νησιά, νησιά» (…)
Συμπληρωματικά θα αναφέρω ότι, η ονομασία της ακτής έναντι των «Τριών Νησιών», ονομάζεται «Gometra», δηλαδή είναι προδήλως λεκτική σύνθεση από τις Ελληνικές λέξεις (Γή + Μέτρο).
Όλες αυτές οι ονομασίες αφορούν παραθαλάσσιες τοποθεσίες και νησιωτικά συγκροτήματα στον θαλάσσιο δίαυλο ανάμεσα στην νοτιοδυτική Σκωτία και την Βορειοανατολική Ιρλανδία και σε καμία περίπτωση τοποθεσίες της ενδοχώρας τους.
Και αυτό το στοιχείο επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι, οι …«ονοματοθέτες» ήσαν μετά-Ομηρικοί αρχαίοι Έλληνες ναυτικοί - έμποροι - εξερευνητές, οι οποίοι προφανώς έφθασαν εκεί προς εμπορία μετάλλων (μιλάμε για την περιοχή όπου ήσαν οι περίφημες «Κασσιτερίδες νήσοι», απ’ όπου προμηθεύονταν τον πολύτιμο κασσίτερο οι δαιμόνιοι πρόγονοί μας…), χωρίς όμως να έχουν την δυνατότητα ή και την διάθεση να εισχωρήσουν στην ενδοχώρα, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν εκεί αντίστοιχα αρχαίο-Ελληνικά τοπωνύμια.
Αξίζει να προστεθεί ότι, αρκετά βορειότερα, στο άκρο της χερσαίας Βόρειας Σκωτίας, υπάρχει πόλη-λιμάνι με την ονομασία «Τhurso» και -βέβαια- η λέξη αυτή δεν απέχει από την αρχαία Ελληνική λέξη «Θύρσος» την οποία το Επίτομο Λεξικό τού «Ηλίου» αποδίδει ως : «Ράβδον διακόσμητον εις τήν κορυφήν με φύλλα κισσού ή κώνον πίτυος και με ταινίες».
Όμως, εξ’ ίσου πιθανό είναι για εμάς, το συγκεκριμένο τοπωνύμιο να «απηχεί» πλόες ναυτικών από την αρχαία Μεσογειακή Ελληνική πόλη Ταρσό, έναντι της Ανατολικής Κύπρου.
Στο Αγγλοελληνικό λεξικό δεν βρήκαμε την αντίστοιχη λέξη/έννοια, επομένως, η ονοματοθεσία αυτή -όπως και οι περισσότερες από τις προηγούμενες- δ έ ν απηχούν κάποια αντίστοιχη έννοια στην Αγγλική, άρα δεν ονομάσθηκαν έτσι από τούς γνωστούς «πρώϊμους» λαούς της Βόρειας Βρετανίας (Πίκτους, Κέλτες ή Σάξωνες).
Είναι λοιπόν σαφές ότι, οι ονοματοθεσίες εκείνες διατηρήθηκαν προφορικά από τούς λαούς αυτούς ή και άλλους προγενέστερους (επομένως «προϊστο-ρικούς»), κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι, ακούγοντάς τις από τούς -πλέον προηγμένους πολιτισμικά και γλωσσολογικά- πρώτο-Έλληνες ναυτικούς πού έφθασαν εκεί, τις κράτησαν στην μνήμη τους αναπαράγοντάς τις, χωρίς όμως να κατανοούν και την αντίστοιχη σημασία τους στην Ελληνική γλώσσα.
Άλλωστε μία άλλη πασίγνωστη ονομασία της Σκωτίας είναι «Kalydonia» και, ενώ η λέξη αυτή δ ε ν έχει κάποια συγκεκριμένη έννοια στην Αγγλική γλώσσα, εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε την αρχαία Καλυδώνα (στην περιοχή τού Μεσολογγίου), η οποία προ-Ομηρικά ήταν παραθαλάσσια πόλη και εκεί βασίλευσε ο Οινέας, πατέρας τού Αργοναύτη Τυδέα και παππούς τού σπουδαίου Ομηρικού ήρωα Διομήδη…»
Τελευταίο -αλλά όχι αμελητέο- αποδεικτικό στοιχείο των παραπάνω ισχυρισμών μας, είναι και τό εξής εύρημα :
Στον ίδιο θαλάσσιο δίαυλο, πού ορίζεται, αφ’ ενός από τις ακτές Ουαλλίας και Σκωτίας και αφ’ ετέρου από εκείνες της Ιρλανδίας, βρίσκεται το -σχετικά γνωστό- νησί τού «Μάν» («Ιsle of Man»).
Επιφυλασσόμαστε για τυχόν λεπτομέρειες της ιστορίας του και των αρχαιολογικών ευρημάτων πού πιθανόν έχουν εντοπισθεί εκεί. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε ότι, η επίσημη σημαία («Τhe flag of Isle of Man»), δεν είναι άλλο από την περίφημη «Τρισκελίδα», δηλαδή ένα από τα πλέον διαδεδομένα διακοσμητικά σύμβολα των αρχαίο-Ελληνικών ασπίδων!!!
Τέτοιο «διακοσμητικό» -εξ όσων γνωρίζουμε- δ έ ν έχει εντοπισθεί σε αναφορές περί ασπίδων άλλων λαών (σε αντίθεση με άλλα γνωστά σύμβολα, όπως λ.χ. αετούς, λέοντες, ταύρους, «δράκους», αστέρες κλπ.), προφανώς δε, παρέπεμπε στην «ωκυποδία» (δηλαδή στην ταχύτητα των ποδιών, στο γρήγορο τρέξιμο), τού συγκεκριμένου -κάθε φορά- αρχαίου Έλληνα πολεμιστή.
Προφανέστατα, κάποιος ή κάποιοι από τούς θαλασσοπόρους προγόνους μας πού έφθασαν, αποβιβάσθηκαν ή και εγκαταστάθηκαν στο νησί τού «Μάν» σε εκείνα τα πανάρχαια χρόνια, διέθεταν τέτοιες ασπίδες και εκείνο το εντυπωσιακό διακοσμητικό σύμβολο τους, «έμεινε» και διατηρήθηκε στην μνήμη των («μικτών»;;;) επιγόνων τους εκεί.
Ήταν δε τόσο σεβαστό -εφ’ όσον παρέπεμπε στην ανάμνηση «θρυλικών» προγόνων- ώστε επιλέχθηκε ως σύμβολο της σύγχρονης σημαίας τού εν λόγω Βρετανικού νησιού.
Ολοφάνερο λοιπόν είναι ότι, η Μυκηναϊκή/Αχαϊκή θαλάσσια εξάπλωση πού επακολούθησε την καθυπόταξη της Τροίας και των συμμάχων της, έφθασε μέχρι την συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή πού ορίζεται, αφ’ ενός από τις δυτικές ακτές Ουαλίας-Σκωτίας και αφ’ ετέρου τις ανατολικές ακτές της Ιρλανδίας.
Μήπως όμως όχι μόνον εκεί, όχι μόνον τότε αλλά -ίσως- και προηγουμένως;
Όντως, στο εξαιρετικό βιβλίο τού Ηπειρώτη συγγραφέα-αρχαιολόγου Αποστ. Δ.Σπήλιου, με τίτλο «ΠΕΛΑΣΓΙΚΗ ΗΠΕΙΡΟΣ» (Εκδόσεις «ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ», Αθήνα, 2002, σελ. 29-30), γίνεται εκτενής αναφορά στην ναυσιπλοΐα των Μυκηναίων/Αχαιών.
«…Είναι φανερό το μέγεθος των ικανοτήτων των Πελασγικών απολήξεων της εποχής εκείνης» -δηλαδή των Μυκηναίων/Αχαιών- «για υπερπόντια ταξίδια στα πέρατα τού κόσμου…».
«…Κατά τεκμήριο, κατείχαν γνώσεις ναυπηγικής για την κατασκευή ποντοπόρων πλοίων. Κατείχαν, επίσης, γνώσεις ναυσιπλοΐας για ν’ αυλακώνουν τις ανοιχτές θάλασσες και -βεβαίως- γνώσεις αστρονομίας. Μόνο με αυτές τις γνώσεις η επιστροφή τους, είτε από ανάγκη είτε από νοσταλγία, θα ήταν σίγουρη…»
Η -ενδεικτική- επιβεβαίωση σε όλα αυτά, «έρχεται» και πάλι από την Σκωτία !!!
Πράγματι, μία λέξη/έννοια η οποία σημαίνει πολλά για τούς Σκώτους, ακόμη και σήμερα, είναι η λέξη «CLAN» πού σημαίνει «γένος» και αναφέρεται στα πανάρχαια γένη από τα οποία υπερηφανεύονται ότι προέρχονται και συγκεκριμενοποιούνται με το χαρακτηριστικό πρόθεμα «ΜΑC». (Λ.χ. Μάκ Γκρέγκορ, Μακ Ντόναλντ, Μάκ Φάρλαντ, Μάκ Ιντος, Μάκ Ιντάϊρ, Μάκ Ντούγκαλ, Μάκ Φέρσον κ.ο.κ.)
Όμως, στο πολύτιμο βιβλίο τού σπουδαίου Ελληνα αρχαιολόγου / γλωσσολόγου Ιάκωβου Θωμόπουλου «ΠΕΛΑΣΓΙΚΑ» (Εκδόσεις «Πελεκάνος», σελ. 563-564 και σελ.223, Αθήνα Β’ Έκδοση 2007), στην ανάλυση Πελασγικής επιγραφής πού βρέθηκε στην Κρήτη, εντοπίζονται τα ακόλουθα :
«Στην Πελασγική γλώσσα «Κλάν» = κλώνος, μεταφορικά υιός, Ελληνικά κέλωρ και -κλέης εν τοίς Ηρακλέης = Ηρακλής, υιός της Ηρας…»
Και ακόμη (στο ίδιο βιβλίο) : «Ότι Ηρακλής ουδέν άλλο σημαίνει ή υιός της Ήρας (οίος εθεωρείτο παρά των Πελασγών), μαρτυρεί τό Ετρουσκικόν κάτοπτρον Gerh (V, 60), ένθα ο Ηρακλής (Ηέρκλε) λέγεται ρητώς «όνιαλ κλάν», δηλ. «Ήρας υιός» (αλλά και) «κλέος» = «καύχημα», «δόξα», «καμάρι».
Επομένως, η λέξη/έννοια πού προσδιορίζει «καταγωγικώς» τα γένη των Σκώτων, τα περίφημα CLAN’S -δηλαδή τούς «κλώνους» τους- είναι πολύ σημαντική για να είναι τυχαία, προφανώς δε «κληρονομήθηκε» και αυτή από Έλληνες θαλασσοπόρους αλλά σαφώς προγενέστερους από εκείνους πού άφησαν «κληρονομιά» από το πέρασμά τους, εκεί στην μακρινή Σκωτία, τα παραπάνω τοπωνύμια (αφού εκείνοι αναφέρονταν σε -μεταγενέστερους- Ομηρικούς ήρωες) και τέτοιοι -προγενέστεροι από τούς Μυκηναίους/Αχαιούς/Μινωϊτες- πρόγονοί μας δεν μπορεί να ήσαν άλλοι από τούς προϊστορικούς Αιγαίους «Δίους» Πελασγούς.