Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Αθηνά - Η πάνσοφος Θεά


H Αθηνά ήταν η θεά που συμβόλιζε τη σοφία. Οι Έλληνες, ο πρώτος λαός που κατέκτησε τη λογική σκέψη και διατύπωσε καθολικούς νόμους για τη λειτουργία του σύμπαντος, έπλασαν μια θεά που προσωποποιούσε την εξυπνάδα και τη φρόνηση. Άλλωστε, ακόμη και ο τρόπος γέννησης της θεάς ήταν τέτοιος που μαρτυρούσε τις ιδιότητές της. Η γαλανομάτα κόρη ξεπήδησε από το κεφάλι του παντοδύναμου και πάνσοφου Δία.

Τον καιρό που ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ανατρεφόταν στην Κρήτη, χωρίς να το γνωρίζει ο Κρόνος, από τις Νύμφες του βουνού και τις Ωκεανίδες, ερωτεύτηκε τη Μήτιδα. Αυτή ήταν η πιο συνετή από όλες τις αδερφές της. Με τις συμβουλές της βοήθησε αποφασιστικά τον Δία να πάρει την τελική νίκη. Αυτή του έδωσε το μαγικό βοτάνι με το οποίο ο φοβερός παιδοφάγος αναγκάστηκε να βγάλει από το στομάχι του τους θεούς που είχε καταπιεί.

Η Μήτιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία ή σύμφωνα με άλλους η πρώτη ερωμένη του. Σε κάποιο γλέντι που έγινε στον Όλυμπο για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, ο Ουρανός και η Γη αποκάλυψαν στον εγγονό τους πως θα του χάριζε πρώτα μια κόρη και ύστερα ένα γιο, που θα γινόταν τόσο δυνατός, ώστε θα ονομαζόταν πρώτος των θεών. Ο χρησμός αυτός των προγόνων του τον έβαλε σε σκέψεις. Έτσι, όταν είδε τη γυναίκα του έγκυο, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Γι' αυτό ζήτησε ένα βοτάνι από τη γιαγιά του που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός σαν το δάχτυλο. Η Γαία του έκανε τη χάρη και αυτός έτρεξε στη Μήτιδα και της το έδωσε να το καταπιεί, λέγοντας πως θα έκανε γερά παιδιά. Έτσι κι έγινε μα σε λίγο η Μήτιδα άρχισε να μικραίνει. Τότε ο Δίας άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Κατέφυγε δηλαδή στο κόλπο του πατέρα του, αλλά ο ίδιος εξαφάνισε και τη σύζυγό του μαζί με το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Ήξερε κάθε στιγμή ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό.

Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε να τον ενοχλεί κάτι στο κεφάλι του. Ένιωθε σαν ένα μικρό σπαθί να αγγίζει απαλά το μυαλό του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες και ο πόνος στο κεφάλι πολύ δυνατός. Ο Δίας βογκούσε από τους πόνους! όλες οι θεές προσπαθούσαν να τον καταπραΰνουν με μαγικά βότανα, αλλά τίποτε. Ούρλιαζε και χτυπιόταν καταγής, έτσι που ολόκληρος ο Όλυμπος αντιλαλούσε και σειόταν από τις σπαρακτικές του φωνές. Μια νύχτα που δεν άντεχε άλλο, κάλεσε τον Ήφαιστο να έρθει στο παλάτι του με το τεράστιο σφυρί του. Ο γιος του έφτασε μουντζουρωμένος και ιδρωμένος.

Μόλις τον είδε ο Δίας του είπε: - Γρήγορα Ήφαιστε, δώσε μια με το σφυρί σου στο κεφάλι μου για να με γλιτώσεις μια και καλή απ' αυτό το μαρτύριο. Ο θεϊκός σιδηρουργός κοντοστάθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και αρνήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως ο Δίας δεν αστειευόταν. Οργισμένος απείλησε τον Ήφαιστο πως θα τον πετούσε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο. Τρομαγμένος ο νεαρός θεός σήκωσε το τεράστιο σφυρί και το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του πατέρα του. Τότε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Ολυμπίων ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία μια γαλανομάτα κόρη πάνοπλη. Κρατούσε ασπίδα, φορούσε περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το δόρυ της. Ήταν η Αθηνά, πολεμική θεά μα και προστάτιδα της σοφίας κληρονόμησε την παντοδυναμία του πατέρα της και τη σύνεση της Μήτιδας.

Την ώρα της γέννησής της έβγαλε μια πολεμική κραυγή που έκανε τον Όλυμπο να σειστεί ολόκληρος και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη τραντάχτηκε και η θάλασσα αναταράχτη,. πελώρια κύματα σηκώθηκαν απειλητικά και τη σκέπασαν. Ο Ήλιος σταμάτησε το ολόχρυσο άρμα του και παρακολουθούσε τη θεά μέχρι να βγάλει την πανοπλία της από το αδύναμο ακόμη κορμί της. Σε λίγο σταμάτησε η κοσμοχαλασιά που προκάλεσε η γέννηση της θεάς. Η φύση ολόκληρη γαλήνεψε. Ο Δίας, που απαλλάχτηκε από το φοβερό πονοκέφαλό του, ανακουφισμένος αντίκρισε τη νέα του κόρη και της χαμογέλασε. Αυτή σε λίγη ώρα μεγάλωσε και απέκτησε σ' όλη του την έκταση το θεϊκό της μεγαλείο. Οι θεοί έστησαν γλέντι για να καλωσορίσουν τη νέα τους σύντροφο. Το χορό έσυρε πρώτη η Αθηνά. Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο που έλεγαν στην Κρήτη, η θεά γεννήθηκε στο νησί από ένα σύννεφο που χτύπησε ο Δίας με τον κεραυνό του. Άλλοτε πάλι έλεγαν πως ήταν κόρη του γίγαντα Πάλλαντα ή κόρη του Ποσειδώνα και της Τριτωνίδας. Πολλές φορές την ονόμαζαν Παλλάδα. Για το όνομα αυτό υπήρχε ο ακόλουθος μύθος.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής της μεγάλωσε με μια κοπέλα που ονομαζόταν Παλλάδα. Είχαν γίνει πολύ αγαπημένες φίλες. Μάθαιναν μαζί την πολεμική τέχνη και έπαιζαν αρκετά βίαια παιχνίδια. Μια μέρα που μάλωσαν, η Παλλάδα ήταν έτοιμη να χτυπήσει την Αθηνά. Όμως ο Δίας που τα έβλεπε όλα, φοβήθηκε για τη μικρή του κόρη και την προστάτεψε με την αιγίδα του. Η κοπέλα τρόμαξε όταν είδε να προσγειώνεται μπροστά της η τρομερή ασπίδα. Η μικρή θεά εκμεταλλεύτηκε την ταραχή της και τη χτύπησε θανάσιμα. Όταν κατάλαβε πως η φιλενάδα της είχε πεθάνει, τότε ξέσπασε σε απαρηγόρητο κλάμα. Για να τιμήσει τη νεαρή της φίλη, δημιούργησε ένα άγαλμα που της έμοιαζε και το τοποθέτησε δίπλα στον πατέρα της. Το άγαλμα ήταν ξύλινο και ονομάστηκε Παλλάδιο. Κάποτε όμως ο Δίας το πέταξε από τον Όλυμπο και αυτό έπεσε στην Τροία τον καιρό που χτιζόταν η πόλη. Το άγαλμα αυτό προστάτευε από τότε την περιοχή. Επειδή είχε πέσει στο ναό της Αθηνάς, ονόμασαν τη θεά Αθηνά-Παλλάδα.

Πολλές πόλεις στην αρχαιότητα υποστήριζαν πως είχαν Παλλάδια και πως απολάμβαναν την προστασία της.

Η Αθηνά είναι το πιο αγαπημένο παιδί του Δία και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της αφοσιωμένη στον πατέρα της που τον υπεραγαπούσε. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά της στη Γιγαντομαχία όπου σκότωσε και έγδαρε τον Πάλλαντα και καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο με τη Σικελία. Μόνο αυτή έμεινε πλάι στον Δία, όταν ο φοβερός Τυφώνας όρμησε στον Όλυμπο. Μονάχα μια φορά συμμετείχε στη συνωμοσία της Ήρας, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εναντίον του πατέρα της. Μα και τότε ήταν η μόνη που δε γνώρισε την οργή του Δία και έτσι η σχέση αγάπης και στοργής συνεχίστηκε χωρίς άλλα προβλήματα. Η Αθηνά αγαπούσε τις πολεμικές και τις καλές τέχνες και ασχολούνταν διαρκώς με αυτές. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Γι' αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι ονόμασαν το ναό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη, Παρθενώνα.

Μόνο μια φορά λένε προσπάθησε να την ενοχλήσει ερωτικά ο Ήφαιστος, μα η θεά αντιστάθηκε παλικαρίσια. Από το σπέρμα του θεού που έπεσε στη γη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, ένας ονομαστός ήρωας της Αθήνας, που η θεά του συμπεριφερόταν σαν να ήταν γιος της. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Εριχθόνιος ήταν γιος της Γαίας που τον εμπιστεύτηκε στην Αθηνά να τον αναθρέψει. Λένε μάλιστα πως ο ήρωας καθιέρωσε τα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή προς τιμή της Αθηνάς. Επίσης πίστευαν πως η θεά του δίδαξε να οδηγεί το τέθριππο, το άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα. Πιο αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, που πήρε και το όνομά της. Έλεγαν πως πρώτος έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας. Αυτός χτύπησε με την τρίαινά του ένα βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ανάβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Κατόπιν η Αθηνά, που διεκδικούσε κι αυτή την κυριαρχία και την προστασία του τόπου, φύτεψε μια ελιά. Τότε οι υπόλοιποι Ολύμπιοι μπήκαν κριτές στη διαμάχη των θεών και αποφάσισαν υπέρ της Αθηνάς.


Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο κάποτε φύτρωσε στην Ακρόπολη μια ελιά και παραπέρα ανάβλυσε μια πηγή. Ο Κέκροπας που ήταν άρχοντας της περιοχής ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου και πληροφορήθηκε πως το δέντρο αντιπροσώπευε την Αθηνά και η πηγή τον Ποσειδώνα. Τότε κάλεσε λαϊκή συνέλευση των ανδρών και των γυναικών. Όλοι οι άνδρες ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Όμως αυτές ήταν περισσότερες και έτσι η πόλη δόθηκε στη θεά. Ο Ποσειδώνας οργισμένος πλημμύρισε την περιοχή. Οι άνδρες, τότε, για να τιμωρήσουν τις γυναίκες, τις απαγόρευσαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και να ψηφίζουν.

Αλλά η πιο κοινή εκδοχή του μύθου είναι η ακόλουθη. Οι θεοί είπαν στους αντίδικους ότι θα κέρδιζε την πόλη εκείνος που θα έκανε το πιο χρήσιμο δώρο στους κατοίκους. Τότε ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στη γη και ξεπετάχτηκε ένα κατάλευκο άλογο.
Οι αθάνατοι θαύμασαν το δώρο αυτό, γιατί ήξεραν πόσο χρήσιμο ήταν στη γεωργία και στα άλλα επαγγέλματα. Αμέσως όμως η σοφή Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της την αττική γη και φύτρωσε μια φουντωτή και αειθαλής ελιά. Τότε οι Ολύμπιοι αποφάσισαν πως ο καρπός του ευλογημένου δέντρου ήταν πιο χρήσιμος για τους ανθρώπους της περιοχής και έτσι έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά.

Η Αθηνά, ως παρθενική θεά, δεν τα πήγαινε καλά με την Αφροδίτη, την προστάτιδα του έρωτα. Πολύ συχνά μάλωναν και λογοφέρνανε, ακόμη και μπροστά στον πατέρα τους, τον Δία. Αυτός πάντα προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει. Φαίνεται όμως πως δεν τα κατάφερνε, όταν οι δυο θεές βρέθηκαν αντίπαλες στον Τρωικό πόλεμο, η Αθηνά δε δίστασε, μέσω του Διομήδη βέβαια, να χτυπήσει την Αφροδίτη και να την πληγώσει.

Η πολεμική θεά στάθηκε στο πλευρό πολλών γνωστών ηρώων της αρχαιότητας. Ένας από τους προστατευόμενούς της ήταν ο Ηρακλής. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε η Αθηνά, τότε που ο θνητός ακόμα ήρωας έτρεξε στο πλευρό του Δία για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες, τον συμπάθησε. Με τις πολύτιμες συμβουλές της κατόρθωσε να εξοντώσει τον Αλκυονέα. Όμως και αργότερα, όταν ο Ευρυσθέας υπέβαλε τον Ηρακλή στη δοκιμασία των δώδεκα άθλων, τον βοήθησε. Του χάρισε τα κύμβαλα που ήταν έργο του θεϊκού τεχνίτη Ήφαιστου. Χτυπώντάς τα ο ήρωας τρόμαξε τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πέταξαν από τις κρυμμένες φωλιές τους και έτσι τις σκότωσε με τα βέλη του. Για να την ευχαριστήσει της αφιέρωσε τα χρυσά μήλa των Εσπερίδων. Με τη βοήθεια της θεάς ο Περσέας κατάφερε να εξοντώσει τη Γοργόνα. Αυτή ήταν ένα τέρας που αντί για μαλλιά είχε φίδια και τα τρομερά της μάτια προκαλούσαν φριχτό πανικό σε όποιον τα αντίκριζε ή τον απολίθωναν. Ο ήρωας, όταν πήγε να αντιμετωπίσει το φριχτό τέρας, είχε μαζί του τη γυαλιστερή ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά. Έτσι, ενώ είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του, παρακολουθούσε τη Γοργόνα που καθρεφτιζόταν πάνω στην ασπίδα και την αποκεφάλισε. Πρόσφερε το φοβερό κεφάλι της, που ακόμη και κομμένο διατηρούσε τις ιδιότητές του, στην Αθηνά. Η θεά τοποθέτησε το λεγόμενο "γοργώνειο" πάνω στην αιγίδα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της. Μάζεψε το αίμα που πετάχτηκε από τις φλέβες του τέρατος και το έδωσε στον Ασκληπιό, ο οποίος το χρησιμοποίησε σαν γιατρικό. Άλλοι πάλι λένε πως έδωσε δυο σταγόνες αίματος στον Εριχθόνιο. Η μια προκαλούσε το θάνατο και η άλλη είχε θεραπευτικές ιδιότητες.

Ακόμη λένε πως όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Γοργόνα, οι αδερφές της, η Σθενώ και η Ευρυάλη, που ήταν αθάνατες, τη θρήνησαν γοερά. Όμως αυτός ο θρήνος προερχόταν από τα φίδια που είχαν στα μαλλιά τους και όχι από τις ίδιες. Η Αθηνά προσπάθησε να βρει έναν τρόπο για να τον μιμηθεί. Πήρε λοιπόν το κόκαλο ενός μεγάλου ελαφιού που της είχαν θυσιάσει, άνοιξε κάποιες τρύπες και φυσούσε κατά διαστήματα μέσα στο καινούριο μουσικό όργανο που το ονόμασε φλογέρα. Ενθουσιασμένη έτρεξε στον Όλυμπο και έδειξε την εφεύρεσή της στους θεούς.

Η Ήρα και η Αφροδίτη όμως ξέσπασαν σε ειρωνικά γέλια. Η Αθηνά δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά τους και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε της εξήγησαν πως καθώς έπαιζε τη φλογέρα φούσκωναν τα κόκκινα μάγουλά της, παραμορφωνόταν το πρόσωπό της και ήταν πολύ αστεία. Η θεά έτρεξε πεισμωμένη σ' ένα ρυάκι και καθρεφτίστηκε στα νερά του παίζοντας φλογέρα. Κατάλαβε πως οι θεές είχαν δίκιο που την ειρωνεύονταν και οργισμένη πέταξε το μουσικό όργανο.
ΑΘΗΝΑ Γιος της Γοργόνας και του Ποσειδώνα ήταν το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ένας ήρωας, ο Βελλεροφόντης, ζήτησε κάποτε τη βοήθεια της Αθηνάς για να συλλάβει και να δαμάσει το άλογο. Μια νύχτα που ο ήρωας κοιμήθηκε στο ναό της, αυτή εμφανίστηκε στον ύπνο του και του χάρισε ένα χαλινάρι με το οποίο το δάμασε.

Η Αθηνά ήταν πολύ ντροπαλή με τους άντρες. Έτσι, κάποια μέρα που ο Τειρεσίας την είδε γυμνή να λούζεται στα νερά μιας λίμνης μαζί με τη Νύμφη Χαρικλώ, τον εκδικήθηκε χωρίς οίκτο. Με ένα απλό άγγιγμα των ματιών του τον έκανε τυφλό για όλη του τη ζωή. Η φιλενάδα της όμως την παρακαλούσε να τον ευσπλαχνιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω μια θεϊκή απόφαση, ευνόησε διαφορετικά τον Τειρεσία. Καθάρισε τόσο καλά τα αυτιά του, ώστε μπορούσε να καταλάβει το κελάηδημα των πουλιών και του έδωσε ένα ραβδί που τον βοηθούσε να περπατάει όπως οι άνθρωποι που έβλεπαν. Από τότε ο Τειρεσίας έγινε ο πιο ξακουστός μάντης της αρχαιότητας.

Η πολεμική θεά είχε ενεργό δράση στον Τρωικό πόλεμο, όπου και προστάτευε την παράταξη των Ελλήνων κι αυτό γιατί ήταν εξοργισμένη από την κρίση του Πάρη για την ομορφότερη θεά. Αγαπημένοι της πολεμιστές ήταν ο Διομήδης, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Στάθηκε στο πλάι τους σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, κατέφευγε σε θαύματα για να τους σώσει. Έκανε θεϊκή φωτιά να βγαίνει από την περικεφαλαία του Διομήδη και σκέπασε με πύρινο σύννεφο το κεφάλι του Αχιλλέα. Μάλιστα, στις πιο δύσκολες στιγμές μεταμορφωνόταν η ίδια σε Τρώα πολεμιστή και πήγαινε στις συγκεντρώσεις των αντίπαλων στρατηγών, δίνοντάς τους λανθασμένες συμβουλές. Αλλά και όταν υπήρχαν διχόνοιες και διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ελλήνων, πάντοτε κατάφερνε να προλάβει τα χειρότερα, αυτή δεν άφησε τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα αν και τον είχε προσβάλει βαρύτατα.
Βοήθησε τον πολυμήχανο Οδυσσέα τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και κατά το δεκάχρονο ταξίδι της επιστροφής του. Στην Οδύσσεια, η Αθηνά παρεμβαίνει με μεταμορφώσεις. Παίρνει τη μορφή του Μέντορα και δίνει πολύτιμες συμβουλές και οδηγίες στον Τηλέμαχο. Στέλνει επίσης όνειρα. Εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάς και τη συμβουλεύει να πάει να πλύνει τα ρούχα της στο ποτάμι, τη μέρα που ο Οδυσσέας πλησιάζει στο νησί των Φαιάκων.

Προικίζει τον προστατευόμενό της με υπερφυσική ομορφιά για να γοητεύσει τη βασιλοπούλα και να τον φιλοξενήσει στο ανάκτορο του πατέρα της.

Σε άλλες περιπτώσεις ξεσηκώνει τον Δία να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Με δική της παρέμβαση η Καλυψώ παίρνει εντολή να αφήσει ελεύθερο τον ήρωα και να του δώσει μέσο για να ξαναβγεί στο πέλαγος. Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Όμως οι Ερινύες, σκοτεινές θεότητες που τιμωρούσαν τους φονιάδες, καταδίωξαν τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα και ζήτησε καταφύγιο στο ναό της θεάς. Τότε έγινε δικαστήριο στον Άρειο Πάγο για να κριθεί ο νεαρός μητροκτόνος, πρόεδρος ήταν η ίδια η θεά. Η ψηφοφορία έληξε με ισοπαλία, αλλά τελικά ο Ορέστης αθωώθηκε, γιατί η ψήφος της Αθηνάς, που ήταν αθωωτική, θεωρήθηκε διπλή. Από τότε θεσπίστηκε ο νόμος ότι η ισοψηφία στο δικαστήριο μετρούσε υπέρ του κατηγορουμένου.

Προστάτευε όλους γενικά τους τεχνίτες και τους βιοτέχνες. Η ίδια ήταν καταπληκτική υφάντρα. Κάποτε η Αράχνη, μια κοπέλα από τη Λυδία, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην τέχνη της υφαντικής, κάλεσε τη θεά σε διαγωνισμό. Αρχικά η θεά εμφανίστηκε στην κοπέλα μεταμορφωμένη σε γριά και τη συμβούλεψε να δείξει μετριοφροσύνη. Όμως η Αράχνη συνέχιζε να καυχιέται και η Αθηνά εκνευρισμένη πήρε την κανονική της μορφή και ο διαγωνισμός άρχισε. Η Παλλάδα παράστησε πάνω στο υφαντό της την καθημερινή ζωή των θεών και στις άκρες σκηνές που φανέρωναν την πανωλεθρία των θνητών, όταν δεν υπάκουαν τους αθάνατους. Η νεαρή Λυδή απεικόνισε στο ύφασμά της την ερωτική ζωή των θεών και ιδιαίτερα τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Η Αθηνά δε βρήκε κανένα ψεγάδι στο έργο της Αράχνης όση ώρα κι αν το εξέταζε. Από το θυμό και τη ζήλια της τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο ζωύφιο που αδιάκοπα κλώθει και υφαίνει με την άκρη της κλωστής της.

Κάποτε η θεά είχε μια διένεξη με τον Απόλλωνα σχετικά με τη μαντική τέχνη. Είχε διδαχτεί από τις φτερωτές Νύμφες του Παρνασσού, τις Θρίες, να προλέγει το μέλλον από τις πέτρες που παράσερναν οι χείμαρροι. Όμως ο Φοίβος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός αποφάσισε υπέρ του γιου του. Τότε η Αθηνά πέταξε χολωμένη τις πέτρες στην πεδιάδα και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Θριάσιο πεδίο.

Η Αθηνά - Παλλάδα συμβόλιζε μερικά από τα πιο σημαντικά ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Συνδύαζε τη δύναμη και τη γενναιότητα με τη σύνεση και την εξυπνάδα. Αγαπημένα της σύμβολα ήταν η αιγίδα, το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά.

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ''ΙΣΤΟΡΙΑ'' ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Στα τέλη του θ΄ αιώνα ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός έδωσε εντολή σε νομομαθείς να συγκεντρώσουν την έως τότε ισχύουσα νομοθεσία, να αφαιρέσουν όσους νόμους δεν ίσχυαν πλέον και να θεσπίσουν όσους νέους χρειάζονταν. Από την εργασία αυτή προέκυψε μία συλλογή εξήντα βιβλίων, η οποία έμεινε γνωστή ως «Βασιλικά» και ίσχυσε μέχρι τέλους του Βυζαντίου (1.453 μ.Χ.).

Μελετώντας τα κείμενα παρατηρούμε, ότι δεν αρκούνται μόνο στην παράθεση των άρθρων και διατάξεων, αλλά και περιέχουν εντελώς ξένα προς νομικά κείμενα αποσπάσματα με ύβρεις εναντίον των ελλήνων, που χαρακτηρίζονται «μυσαροί», «αλιτήριοι» κ.λπ. Αλλά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο τους είναι οι τρομερές ποινές, που προβλέπουν τα άρθρα αυτά κατά των ελλήνων: «αδικήματα» όπως το έθιμο της παρατήρησης της «σπάλας» του αρνιού επέσυραν την ποινή της σταύρωσης (!), η «εμμονή εις την πλάνην των ελλήνων» την ποινή του θανάτου και ταυτόχρονα της δήμευσης της περιουσίας από τα μοναστήρια, η τέλεση από τρίτους σε κάποιο κτήμα κάποιας αρχαίας τελετής την ποινή (στον… ιδιοκτήτη του κτήματος!) των σωματικών βασανιστηρίων (;) και στη συνέχεια των ισόβιων καταναγκαστικών έργων σε ορυχεία κ.λπ. κ.λπ.
Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά στις πιο τραγικές σελίδες μιας άγνωστης περιόδου της Ιστορίας, περιόδου μαρτυρικής, αιματοβαμμένης κι ακραίας βαρβαρότητας.















«Τα κατά χριστιανών συγγράμματα Πορφυρίου και άλλων αιρετικών καιέσθωσαν, ...οι δε τα λεχθέντα βιβλία έχοντες και αναγιγνώσκοντες, εσχάτως τιμωρείσθωσαν.» («Νομοκάνων» Φωτίου, τίτλ. ιβ΄, κεφ. 2 και 3.)


Παραθέτουμε δειγματoληπτικά παραγράφους άρθρων και διατάξεις από την ανθελληνική νομοθεσία του πρώτου βιβλίου. Πρόκειται για ιστορικά ντοκουμέντα απόλυτης αποδεικτικής ισχύος, και γιʼ αυτό τα δημοσιεύουμε στην πρωτότυπη γλωσσική μορφή τους.


1. Συγγράμματα ελλήνων:
Καύση επί της πυράς.
«Δει τα Πορφυρίου και των ομοίων αυτού συγγράμματα πυρί καίεσθαι» (παρ. 3).

2. Έθιμο παρατήρησης «σπάλας» του αρνιού:
Ποινή σταύρωσης!
«Μηδείς τολμάτω θυσίαν ούτε ποιείν, ως εφοράν το ήπαρ και τα σπλάχνα του θυομένου θρέμματος δια το επαγγέλεσθαι τα μέλλοντα, ει δε τις τολμήσει τι τοιούτο ποιήσαι, επήρτηται αυτώ τιμωρία της σταυρώσεως, είτε περί ενεστώτων, είτε περί μελλόντων δια της σπλαγχνοσκοπίας περιεργάζεται» (παρ. 12). Για να θεσπίζουν τέτοιους νόμους με προβλεπόμενη ποινή την σταύρωση τον ι΄ αιώνα, σημαίνει, ότι δεν είχαν καταφέρει ακόμη να εξαλείψουν τη θρησκεία και τα αρχαία έθιμα.


3. Αρχαία ιερά:
Δήμευση υπέρ της Εκκλησίας
«Πάντας τους τόπους, ούστινας τοις ιεροίς η πλάνη των παλαιών (= ελλήνων) αφωσίωσε, τη ιδική ημών ουσία βουλόμεθα συνάπτεσθαι... Ταύτα δε, άτινα πολλαίς διατάξεσιν εις την προσκυνητήν εκκλησίαν εβουλήθημεν ανήκειν, η χριστιανική εκκλησία εαυτή διεκδικείτω» (παρ. 15). Έτσι άρχισε να γιγαντώνεται η εκκλησιαστική περιουσία.

4. Προσευχή στα αρχαία ιερά:
Ποινή δήμευσης όλης της περιουσίας και εξορία.
«Μηδείς εν διαθέσει και ψυχή προσκυνούντος η ευχομένου τα πάλαι (=ελληνικά) κεκλεισμένα ιερά νυν θρησκευέτω· απέστω της ημετέρας γενεάς το τοις αθεμίτοις και καταράτοις ειδώλοις την προτέραν τιμήν αποδίδοσθαι, η στεφανούσθαι ασεβείς των ιερών παραστάδας, η τοις βεβήλοις βωμοίς ανάπτεσθαι πυρσούς... ως δημοσίω δικαστηρίω υπεύθυνος γεγονώς του τηλικούτου δράματος την νόμιμον υπομενέτω κατηγορίαν και ελεγχόμενος δημευέσθω πάσαν αυτού ουσίαν και εξοριζέσθω» (παρ. 17). Δήμευση περιουσίας κι εξορία σε όποιον έκανε οτιδήποτε στα «πάλαι κεκλεισμένα ιερά», όσα δηλαδή δεν είχαν ακόμη κατεδαφίσει.

5. Αρχαία τελετή σε ξένο κτήμα τελούμενη από τρίτους:
Ποινή δήμευσης περιουσίας (του ιδιοκτήτη!)
σωματικά βασανιστήρια (του ιδιοκτήτη του κτήματος)
και ισόβια καταναγκαστικά έργα σε μεταλλείο (του ιδιοκτήτη)!
«Όσα πολλάκις τοις της ελληνικής θρησκείας απηγορεύσαμεν, μηδείς επιχειρείτω του λοιπού ποιείν, ειδώς ως δημοσίω εγκλήματι περιπίπτει ο τούτοις τολμών επιχειρείν, επί τούτου δε βουλόμεθα τα τοιαύτα δράματα εκκόπτεσθαι, ότι, καν εν αλλοτρίω αγρώ η οίκω τι τοιούτό ποτε αμαρτηθείη, ειδότων των δεσποτών του οίκου η του κτήματος, αυτός μεν ο οίκος η το χωρίον τω ταμείω προσκυρωθήσεται (= θα δημευθή)· οι δε τούτων δεσπόται υπέρ ων όλως ειδότες συνεχώρησάν τι τοιούτο γενέσθαι, ει μεν αξία τινί η στρατεία κοσμούνται, της αξίας και της στρατείας εκπίπτουσιν, αλλά δημευθέντες τιμωρούνται· ιδιωτικής δε τύχης υπάρχοντες μετά τας του σώματος βασάνους τοις έργοις των μετάλλων διηνεκώς παραδοθήσονται» (παρ. 18). Δηλαδή κι αυτός, στην κατοχή του οποίου ήταν το μέρος, όπου είχε πραγματοποιηθεί τελετή, να καταδικάζεται σε ισόβια αναγκαστικά έργα σε ορυχεία.
«Ζητούντες καθʼ εαυτούς η παρά των επισκόπων μανθάνοντες κωλυέτωσαν οι άρχοντες τα παρά των ελλήνων, και γενόμενα δε τιμωρείτωσαν η μη δυνάμενοι μηνυέτωσαν και προσκυρούτωσαν όσα προσώποις ελληνικοίς δεδώρηται η καταλέλειπται τοις πολιτικοίς δικαίοις· πάντων όσα κατʼ αυτών η υπέρ των εκκλησιών προεισενήνεκται κυρίων όντων και εντεύθεν βεβαιουμένων» (παρ. 19).


Ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, που εξέδωσε την ανθελληνική νομοθεσία των «Βασιλικών» ήταν γυιός του αρμενοσλαύου αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ ή νόθος γυιός του εβραϊκής καταγωγής αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Έγραψε χρησμούς περί του μέλλοντος, προσευχές, θρησκευτικά άσματα και διάφορα άλλα παρόμοια. Αν και συγγραφέας τέτοιων «έργων» όμως, δεδομένου ότι η φιλομάθεια δεν θεωρείται προσόν για το χριστιανισμό («μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι») του προσήψαν το προσωνύμιο «Σοφός», όχι ως επαινετικό αλλά ως κοροϊδευτικό, γεγονός που αποσιωπάται -για ευνόητους λόγους- από τους σύγχρονους βυζαντινολόγους.



6. Γιά πρώην εκχριστιανισθέντες και τώρα ελληνίζοντες:
Ποινή θάνατος
«Πάντων των επιτιμίων, όσα παρά των προβεβασιλευκότων κατά της ελληνικής ηπείληται πλάνης ή υπέρ της ορθοδόξου πίστεως εισενήνεκται, κυρίων και βεβαίων διηνεκώς όντων τε και δια της παρούσης ευσεβούς νομοθεσίας φυλαττομένων, επειδή τινες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη κακείνα πράττοντες, άπερ εις δικαίαν οργήν κινεί τον φιλάνθρωπον θεόν, ουδέ τα περί τούτων αδιόρθωτα καταλιπείν υπέστημεν, αλλά γνόντες, ως την του αληθινού και μόνου θεού καταλιμπάνοντες προσκύνησιν ειδώλοις αλογίστω πλάνη θυσίας προσέφερον και πάσης ανοσιότητος μεστάς εορτάς επετέλουν, τους μεν ήδη ταύτα ημαρτηκότας μετά το αξιωθήναι του αγίου βαπτίσματος προς τα ελεγχθέντα αυτών αμαρτήματα εκδικήσει τη προσηκούση και ταύτα φιλανθρωπότερον υπεβάλομεν· του δε λοιπού δια του παρόντος νόμου προαγορεύομεν άπασιν, ως οι μεν γινόμενοι χριστιανοί και του αγίου και σωτηριώδους αξιούμενοι καθʼ οιονδήποτε χρόνον βαπτίσματος, ει φανείεν έτι τη των ελλήνων εμμένοντες πλάνη, τιμωρίαις εσχάταις (=ποινή θανάτου) υποβληθήσονται.
Όσοι δε μήπω του προσκυνητού βαπτίσματος ηξιώθησαν, τούτους προσήκει καταδήλους εαυτούς ποιείν η κατά την βασιλεύουσαν ταύτην πόλιν η εν επαρχίαις διάγοντας, και προσιέναι ταις αγιωτάταις εκκλησίαις άμα γαμεταίς και παισί και παντί τω κατʼ αυτούς οίκω και διδάσκεσθαι την αληθινήν των χριστιανών πίστιν, ούτω δε εκδιδαχθέντας και καθαρώς αποβαλόντας την προτέραν πλάνην αξιούσθαι του σωτηριώδους βαπτίσματος, η τούτων ολιγωρούντας ειδέναι, ως ούτε μεθέξουσί τινος των της ημετέρας πολιτείας, ούτε ουσίας κινητής η ακινήτου κύριοι είναι συγχωρηθήσονται, αλλά παντός αφαιρεθέντες πράγματος εν ενδεία καταληφθήσονται (ολοκληρωτική αφαίρεση περιουσίας) προς τω και ταις αρμοδίαις υποβληθήσονται ποιναίς.»

7. Διδασκαλία ελληνικών:
Ποινή εξορία ή θάνατος
«Παν δε μάθημα παρά των νοσούντων την των ανοσίων ελλήνων μανίαν διδάσκεσθαι κωλύομεν, ώστε μη κατά τούτο προσποιείσθαι αυτούς παιδεύειν τους εις αυτούς αθλίως φοιτώντας, ταις δε αληθείαις τας των δήθεν παιδευομένων διαφθείρειν ψυχάς, αλλά μηδέν εκ του δημοσίου σιτήσεως απολαύειν αυτούς, ουκ έχοντας παρρησίαν, ουδέ εκ θείων γραμμάτων η πραγματικών, τοιούτου τινός άδειαν αυτοίς εκδικείν.
Είτε γαρ ενταύθά τις, είτε κατά χώραν φανείη (= νοσών την των ελλήνων μανίαν) τοιούτος ων και μη προσδραμών ταις αγιωτάταις ημών εκκλησίαις μετά των οικείων, ως είρηται, παίδων και γαμετών, ταις προδηλουμέναις υποπεσείται ποιναίς και τας μεν αυτών ουσίας εκδικήσει το δημόσιον, αυτοί δε εξορία παραδοθήσονται· ει δε τις εμφωλεύων τη ημετέρα πολιτεία θυσίας και ειδωλολατρίας αμαρτάνων αλώ, ούτος ταις εσχάταις υπαχθήσεται τιμωρίαις (=ποινή θανάτου)» (παρ. 20.)


Στο Βυζάντιο ακόμα κι αυτούς που ήταν χριστιανοί, αλλά αρνούνταν την Παλαιά Διαθήκη, τους κατηγορούσαν «επί ελληνισμώ», αδίκημα για το οποίο ο βυζαντινός νόμος προέβλεπε την ποινή του θανάτου με βασανιστικό τρόπο. Οι Παυλικιανοί, που εμφανίστηκαν κι έδρασαν στη Μ. Ασία, αρνούνταν την Παλαιά Διαθήκη, την τριαδικότητα του θεού, την ιερωσύνη, το βάπτισμα και τη θεία ευχαριστία, ονόμαζαν δε «ρωμαίους» τους ορθόδοξους. Επί τρεις αιώνες (ζ΄, η΄, θ΄) υπέστησαν επανειλημμένους διωγμούς από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Απόηχο της δράσης τους βρίσκουμε στον Ακριτικό Κύκλο, χωρίς όμως οι αναφορές, που περιέχονται στα έπη του Διγενή να επιτρέπουν ταυτίσεις και ιστορικά συμπεράσματα. Υποστηρίχτηκε ακόμη, ότι ρωσσικά ακριτικά τραγούδια, διασώζουν τον πυρήνα μιας «Παυλικιανής εποποιίας». Στην παραπάνω μικρογραφία από τη χρονογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη εικονίζονται σκηνές από τις εκτελέσεις και τα βασανιστήρια των Παυλικιανών.



8. Άρνηση νηπιοβαπτισμού:
Ποινή: δήμευση περιουσίας και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
«Θέλει τους έλληνας βαπτίζεσθαι και τα τέκνα αυτών χωρίς αναβολής μικρά όντα, τα δε τέλεια προδιδάσκεσθαι κατά τους κανόνας και τας γραφάς» (Νομ. Φωτ. τίτλ. α κεφ. ε ).

«Κακείνο δε νομοθετούμεν, ώστε και τα τούτων τέκνα μικράς ηλικίας όντα και δίχα τινός αναβολής τυγχάνειν του σωτηριώδους βαπτίσματος, ως των ήδη την ηλικίαν προβεβηκότων δεομένων του προεδρεύειν ταις αγιωτάταις εκκλησίαις κατά τους θείους κανόνας και τας θείας εκδιδάσκεσθαι γραφάς, ούτω τε γνησίας αντιλαμβάνεσθαι μετανοίας και την παλαιάν (των ελλήνων) αποσεισαμένους πλάνην του προσκυνητού τυγχάνειν βαπτίσματος. Τούτον γαρ τον τρόπον βεβαίως αν δέξαιντο και διαφυλάξειεν την αληθινήν των ορθοδόξων πίστιν και ου πάλιν επί την παλαιάν μεταβάλοιεν πλάνην.

Όσοι δε αν προφάσει του στρατείαν η αξίωμα η ουσίαν έχειν αυτοί μεν εσχηματισμένως προσήλθον η προσέλθουν τω σωτηριώδει βαπτίσματι, τας δε αυτών γαμετάς η παίδας η τους άλλους τους κατά τον αυτών όντας οίκον επί της ελληνικής καταλείψαιεν πλάνης, τούτους προστάττομεν δημεύεσθαί τε και καθάπαξ μη μετέχειν της ημετέρας πολιτείας, αλλά και τιμωρίαις υποβάλλεσθαι ταις αυτών αξίαις, ως αυτόθεν όντας φανερούς, μη καθαρά πίστει του αγίου τυχείν βαπτίσματος· ταύτα τοίνυν επί τοις αλιτηρίοις έλλησι ...δεδήλωται, νομοθετούμεν» (παρ. 20).


9. Συγγραφή μαθηματικών έργων:
Καύση των βιβλίων και εξορία του συγγραφέως
«Οι μαθηματικοί τας οικείας βίβλους εν όψεσι των επισκόπων καιέτωσαν, ούτω τε τη ορθοδόξω θρησκεία παραδιδόσθωσαν, μηδεμίαν επανόδου προς την οικείαν πλάνην ελπίδα φυλάττοντες· μη ανεχόμενοι δε και της Ρώμης (= Κωνσταντινούπολης) αυτής και της εκάστη πόλη διαγωγής εκβληθήσονται· ει γαρ μετά ταύτα η εν πόλει φανώσι η ταις αυτών χρώμενοι διδασκαλίαις εξοριζέσθωσαν» (παρ. 21).

* * *

Τα εξοντωτικά άρθρα κατά των ελλήνων από τη βυζαντινή νομοθεσία –όχι των πρώτων χριστιανικών, αλλά– των μεταγενέστερων αιώνων, που παραθέσαμε, δεν καταργήθηκαν ποτέ και αποτελούν την πιο σύγχρονη και αναμφισβήτητη απόδειξη, ότι το Βυζάντιο ουδέποτε εξελληνίστηκε, αντιθέτως παρέμεινε μέχρι τέλους σταθερό στον ανθελληνικό ιδεολογικό του προσανατολισμό.

ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ!

Οι όροι «Βυζάντιο» και «βυζαντινή αυτοκρατορία» επινοήθηκαν τον ιη΄ αιώνα, προκειμένου να εμπεδώσουν τον δήθεν ελληνικό χαρακτήρα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στα ιστορικά κείμενα του μεσαίωνα, η συγκεκριμένη αυτοκρατορία ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε βυζαντινή ή ελληνική. Το Βυζάντιο ουδέποτε υπήρξε ελληνικό, ούτε καν φιλελληνικό. Ουδέποτε εξελληνίστηκε, όπως λανθασμένα διδάσκεται, τουναντίον όλες οι συνιστώσες του ελληνικού πολιτισμού (Φιλοσοφία, Θέατρο, Αθλητισμός, Τέχνες, Επιστήμες κ.τ.λ.), αλλά και το ίδιο το όνομα έλλην είχαν κηρυχθεί από την πολιτικοθρησκευτική του εξουσία υπό άγριο διωγμό. Οι δε βυζαντινοί αυτοκράτορες ουδεμία σχέση με την Ελλάδα είχαν, καθʼ ότι στα 1100 χρόνια βυζαντινής ιστορίας κανείς τους δεν είχε καν ελληνική καταγωγή. Ούτε ένας δεν καταγόταν από περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό, πολλοί δε εξ αυτών αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα.


Ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος, ένας από τους τελευταίους αυτοκράτορες –με σαφώς μή ελληνική αμφίεση– ο οποίος αποκαλείται «αυτοκράτωρ των Ρωμαίων».

Το Βυζάντιο ήταν αποικία των μεγαρέων από τον η΄ αι. π.Χ., με βασιλιά τον Βύζαντα. Το 330 μ.Χ. ο ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, ίδρυσε την νέα πρωτεύουσα τής αυτοκρατορίας του και την ονόμασε Nova Roma (Νέα Ρώμη), επίσημη ονομασία, που διατηρείται μέχρι σήμερα στον τίτλο τού οικουμενικού πατριάρχη. Σε χειρόγραφα μοναστηριών αποκαλείται συχνά «Νέα Σιών». Η ονομασία ρωμαίοι διατηρήθηκε επί έντεκα ολόκληρους αιώνες από την ίδρυση μέχρι και την κατάλυση του κράτους από τους οθωμανούς, το 1453. Οι σημερινοί ορθόδοξοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης καλούνται «ρουμ», εξ ου και η ονομασία «ρωμιός».

Η εισαγωγή των όρων «βυζαντινή αυτοκρατορία» και «βυζάντιο» στις αρχές του ιη΄ αιώνα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παραχαράξεις τής Ιστορίας. Ο όρος «βυζαντινός» ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από αυτούς που χαρακτηρίζει (δηλαδή τους ίδιους τους βυζαντινούς κατοίκους του πολυεθνικού ρωμαϊκού κράτους). Στην περίοδο τού ΄21 ,το επίθετο «βυζαντινός» εσήμαινε «σουλτανικός» (π.χ. «εξήλθε των Δαρδανελλίων ο βυζαντινός στόλος»: από το Ημερολόγιο της ναυαρχίδας του Μιαούλη «Θεμιστοκλής»).


Aπό αριστερά: Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος (ια΄αι.). Αλέξιος Κομνηνός (ιβ΄ αι.). Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (ιγ΄ αι.). Όλοι τους φέρουν μή ελληνικές ενδυμασίες κι αποκαλούνται βασιλείς των ρωμαίων.

 Παραθέτουμε παρακάτω τον πίνακα των αυτοκρατόρων τής ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την εθνική καταγωγή ενός εκάστου.
 









Οι παρατιθέμενες στο άρθρο φωτογραφίες από ψηφιδωτά, νομίσματα, έγγραφα κ.α. ελήφθησαν δειγματοληπτικά από την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» («Εκδοτική Αθηνών»). Απεικονίζουν διάφορους αυτοκράτορες με τους τίτλους τους, στους οποίους πουθενά δεν υπάρχουν οι λέξεις «Ελλάς» ή «έλλην»· ακόμα και σʼ αυτούς της τελευταίας δυναστείας, των Παλαιολόγων, δεσπόζουν οι τίτλοι: «αυτοκράτωρ των ρωμαίων» και «βασιλεύς των ρωμαίων».

 
 Eπάνω: Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (ιδ΄-ιε΄ αι.).
Στο μετάλλιο (Hôtel des Medailles, Παρίσι) εικονίζεται ο προτελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας, Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, με δυτική ενδυμασία και κάλυμμα κεφαλής, τιτλοφορείται δε: «Βασιλεύς και Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.»

 Κάτω: Η ιδιόχειρη υπογραφή του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως: «Κωνσταντίνος ο εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Παλαιολόγος».


Η αυτοκράτειρα Ειρήνη, η οποία φέρεται ως γεννηθείσα στην Αθήνα, ήταν πιθανότατα εβραϊκής καταγωγής. Αφού δηλητηρίασε τον άνδρα της, Λέοντα Δ΄, ακρωτηρίασε και δολοφόνησε με φρικτούς τρόπους διάφορους στρατιωτικούς, καθώς και του έξι γυιούς του Κωνσταντίνου Ε΄ και τύφλωσε το μονογενή γυιό της και συμβασιλέα Κωνσταντίνο ΣΤ΄. Δύο αδέλφια από άλλη μητέρα του Κωνσταντίνου τα εξόρισε σε ένα μοναστήρι του Υμηττού· κι επειδή οι κρατούμενοι είχαν τον τίτλο του Καίσαρα, από τότε το μοναστήρι πήρε το όνομα Καισαριανή.

Η πραγματική καταγωγή αρκετών αυτοκρατόρων έχει εσκεμμένα αποκρυβεί, γεγονός, που δημιουργεί εύλογες υπόνοιες, όπως π.χ. του Θεοδοσίου, ο οποίος φέρεται ως ίβηρας με διαφορετικό αρχικά –άγνωστο– όνομα κι επίσης άγνωστη καταγωγή. Οι ρωμιορθόδοξοι υποστηρίζουν διάφορες αστείες αρκετές φορές θέσεις, όπως ο Φ. Κουκουλές στην «Επετηρίδα της Εταιρείας των Βυζαντινών Σπουδών», τομ. Ε΄, ο οποίος διατύπωσε τη γνώμη, πως το όνομα Λάσκαρις (lascar=πολεμιστής στα Περσικά) προέρχεται από το δάσκαλης, άρα ο πρώτος Λάσκαρις ήταν δάσκαλος!


Για άλλους αυτοκράτορες υπάρχουν αντικρουόμενα στοιχεία, όπως π.χ. για τη δυναστεία των Ισαύρων, η οποία φέρεται να έχει μάλλον συριακή κι όχι ισαυρική καταγωγή. Σε καμμία όμως περίπτωση στη χιλιόχρονη βυζαντινή Ιστορία δεν παρουσιάστηκε κάποιος αυτοκράτορας, όχι κατʼ ανάγκην έλληνας, αλλά έστω φορέας τού αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, πλήν του Ιουλιανού από την Ιλλυρία. (Πρόκειται για τον μόνο μή μισέλληνα αυτοκράτορα, ο οποίος -για το λόγο αυτό- δολοφονήθηκε κι ονομάστηκε από την Εκκλησία Παραβάτης.

Ο συνήθης τίτλος, που έφεραν όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, ήταν: «Βασιλεύς και απόλυτος μονάρχης των Ρωμαίων». Η βυζαντινή αυτοκρατορία, η οποία υπήρξε ένα πολυεθνικό συνονθύλευμα δεκάδων λαών, δεν απέκτησε ποτέ ελληνικό εθνικό χαρακτήρα, το αντίθετο μάλιστα. Η λέξη έλληνας ταυτιζόταν με τον ειδωλολάτρη και θεωρούνταν ύβρις. «Επειδή τινες εύρηνται εκ των ανοσίων και μυσαρών ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη...» (Κωδ. Ιουστ. Α 11,10.)

Οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Μεγαλέξανδρου

Είναι γνωστό ότι έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τον Αλέξανδρο, χρησιμοποιώντας σαν κυριότερες πηγές τον Πλούταρχο και τον Αρριανό. Εχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές "ερμηνείες" για τη ζωή και το έργο του Αλέξανδρου. Αυτές οι ερμηνείες, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση, τη θρησκευτική αντίληψη, την ψυχολογική και τη χρονική απόσταση του συγγραφέα, ποικίλουν σε τεράστιο βαθμό. Ετσι άλλοι τον θεοποιούν και άλλοι τον κατακρίνουν.
Σε αυτό το άρθρο θα τονίσουμε τις πράξεις και τα λόγια του Αλέξανδρου που αποδεικνύουν, ότι εκτός από ανίκητος Στρατηγός, τρομερός πολεμιστής και άξιος Βασιλιάς ήταν και ένας φιλόσοφος, πιο πολύ στην πράξη παρά στα λόγια.
Ο μαθητής του Πλάτωνα, Αριστοτέλης, αναλαμβάνει τη φιλοσοφική διαμόρφωση του 13χρονου Αλέξανδρου, στο Ιερό των Νυμφών, στην τοποθεσία Μίεζα, κοντά στα Στάγειρα, μαζί με μιά ομάδα νέων. Και όπως μας γράφει ο Πλούταρχος και ο Αρριανός: Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δεν διδάχθηκε μόνο την Ηθική και την Πολιτική επιστήμη, αλλά και τις απόρρητες και βαθύτερες διδασκαλίες που οι άνδρες τις αποκαλούσαν ακροαματικές και εποπτικές και δεν τις διέδιδαν σε πολλούς.
Από τον Αριστοτέλη είναι που αποκτά γνώσεις Ιατρικής, έτσι ώστε να θεραπεύει τους φίλους του όταν αρρώσταιναν και να γράφει συνταγές για θεραπεία και δίαιτα. Ο Λυσίμαχος και ο Λεωνίδας είναι που σφυρηλάτησαν έναν ολιγαρκή και σκληραγωγημένο Αλέξανδρο, που είχε συνεχώς κάτω από το προσκεφάλι του την "Ιλιάδα" του Ομήρου.
Είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη στον Ελλαδικό χώρο οι πόλεις ήταν χωρισμένες μεταξύ τους και λειτουργούσαν αυτόνομα σαν μικρά κράτη. Αποτέλεσμα ήταν οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ των πόλεων. Μόνο κάτω από την απειλή κάποιας εχθρικής δύναμης, π.χ. των Περσών, ενώνονταν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.
Ο Αλέξανδρος κατάφερε να ανακηρυχθεί σε ηλικία 20 χρονών Αρχηγός των Ελλήνων, πλην των Λακαιδεμονίων. Να ενώσει όλες τις Ελληνικές πόλεις κάτω από μία αρχή, μία εξουσία, έτσι ώστε το εκστρατευτικό σώμα που θα περνούσε τον Ελλήσποντο να αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ένα αρμονικό σώμα το οποίο θα είχε ένα κεφάλι, ένα μυαλό, τον Αλέξανδρο.
Στη συνέχεια κατάφερε να ενώσει όλους τους λαούς τους οποίους κατέκτησε κάτω από μία αρχή.
Και όπως γράφει ο Πλούταρχος: Δίδαξε τους Υρκανούς να κάνουν νόμιμους γάμους, τους Αραχωσίους να καλλιεργούν την γή των, τους Σογδιανούς έπεισε να τρέφουν και όχι να φονεύουν τους γέροντες γονείς των, τους Πέρσες να σέβονται τις μητέρες των και να μην τις νυμφεύονται. Επεισε τους Ινδούς να λατρεύουν τους Θεούς της Ελλάδας, τους Σκύθες να θάβουν τους νεκρούς των αντί να τους τρώγουν.
Ετσι ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε να εξημερώσει την Ασία και να διαδώσει τον Ελληνικό πολιτισμό από τον Ελλήσποντο ώς την Ινδία. Κατάφερε να εφαρμόσει το πολιτειακό σύστημα του Ζήνωνος, του Ιδρυτή της στωικής φιλοσοφίας. Δηλαδή, να μήν κατοικούν οι άνθρωποι κατά πόλεις χωρισμένες, με διαφορετικούς νόμους, αλλά να θεωρούνται όλοι οι άνθρωποι συμπολίτες ( αν και από διαφορετικά έθνη ) και πολίτες του ίδιου κράτους και να υπάρχει μία τάξη και ένα δίκαιο για όλους.
Αυτό ο Ζήνων το διατύπωσε σαν ένα όνειρο για επίτευξη, σαν μια διδασκαλία προς εφαρμογή, την Φιλοσοφική Πολιτεία. Ο Μέγας Αλέξανδρος το εφάρμοσε στην πράξη.
Δεν ακολούθησε τη συμβουλή του Αριστοτέλη, να φέρεται στους Ελληνες σαν Βασιλιάς και στους υπόλοιπους σαν τύρρανος. Αλλά, θεωρώντας τον εαυτό του ως απεσταλμένο του θεού και ρυθμιστή εθνών, ένωσε όλους τους λαούς, με την πειθώ ή με τη βία και κατάφερε τη συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικά ήθη και έθιμα, θρησκεία και νοοτροπία, έτσι ώστε να θεωρούν σαν συγγενείς τούς αγαθούς και τους κακούς σαν ξένους. Προωθούσε την αντίληψη ότι η διάκριση Ελληνας από βάρβαρο δεν στηρίζεται στα διαφορετικά ρούχα, στη διαφορετική καταγωγή και στα διαφορετικά έθιμα. Αλλά υποστήριζε ότι Ελληνας είναι ο ενάρετος, ενώ βάρβαρος είναι ο κάκιστος.
Ο Μέγας Αλέξανδρος λοιπόν θέλησε να καταλάβουν οι άνθρωποι πως οι διαφορές μεταξύ των λαών είναι τελείως επιφανειακές και πρέπει να υπάρχει σεβασμός και κατανόηση στα διαφορετικά ήθη και έθιμα, στα διαφορετικά πιστεύω και όπως γράφει ο Πλούταρχος : Ο Αλέξανδρος πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι βασιλεύονται από το θεό γιατί η υπάρχουσα στον καθένα δύναμη " του άρχειν και εξουσιάζειν " είναι θεία. Οτι ο θεός είναι κοινός πατέρας όλων, αλλά κυρίως αναγνωρίζει σαν δικά του παδιά τους άριστους. Ιδρυσε και θεμελίωσε περίπου 70 πόλεις, οι οποίες αποτέλεσαν κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού. Θαυμαστό παράδειγμα είναι η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μία πόλη που έμελλε να γίνει με την αρχική ώθηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου πνευματική μήτρα της Ελληνιστικής περιόδου.
Είδε σε "όνειρο" το σημείο όπου έπρεπε να χτιστεί η πόλη και έδωσε διαταγές να γίνουν τέτοια έργα τα οποία θα αποτελούσαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί και να γίνει μία πόλη αντάξια του Ιδρυτή της.
Δικαιολογημένα λοιπόν μπορεί να παρομοιαστεί με έναν Θησέα, Ιδρυτή της Αθήνας, με έναν Περσέα, Ιδρυτή των Μυκηνών, με τον Ρωμύλο και το Ρώμο, Ιδρυτές της Ρώμης.Ο Πλούταρχος γράφει: και διέταξε να χαράξουν το σχέδιο της πόλης προσαρμόζοντάς το στην τοποθεσία. Και επειδή δεν υπήρχε λευκό χώμα, πήραν αλεύρι και σχημάτισαν στη μαύρη γή μία κυκλική καμπύλη της οποίας την περιφέρεια όριζαν ευθείες βάσεις που, ξεκινώντας σαν από στρόγγυλο κράσπεδο και σχηματίζουν χλαμύδες και ίσες στο μέγεθος συνέπιπταν μεταξύ τους.
Ο τρόπος σχεδίασης και ορισμού του σημείου ίδρυσης της πόλης φανερώνει γνώσεις και εφαρμογή αντιλήψεων Ιδρυτή πόλης που συναντάμε μόνο σε ίδρυση Ναών ή Ιερών πόλεων.Εκεί δεν παίρνονται υπόψη μόνο γεωγραφικοί παράγοντες, αλλά και οδηγίες που έχουν σχέση με την Ιερότητα του χώρου. Είναι γνωστό πως στην ακολουθία του Αλέξανδρου βρισκόταν πλήθος ανθρώπων του πνεύματος. Από τον μάντη Αρίστανδρο μέχρι τον γυμνόσοφο Κάλανο.
Ο Αλέξανδρος είχε μεγάλη εκτίμηση στους φιλοσόφους και τους συμπεριφερόταν ανάλογα.Ο
Πλούταρχος γράφει: Είναι ίδιον ψυχής φιλοσόφου να αγαπά την σοφία και μάλιστα να θαυμάζει σοφούς άνδρας. Κανείς άλλος από τους Βασιλείς δεν έμοιασε τον Αλέξανδρο ως προς αυτό. Είναι γνωστή η Αγάπη του για τον Αριστοτέλη και η εκτίμηση που είχε για τον μουσικό Ανάξαρχο. Στον Πύρρωνα τον Ηλείο, όταν τον είδε για πρώτη φορά, του έδωσε 10.000 χρυσά νομίσματα, στον Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα, έστειλε 50 τάλαντα δώρο, τον Ονησίκριτο, μαθητή του Διογένη, διόρισε άρχοντα των κυβερνητών του στόλου. Πλήθος άλλων προσφορών και δωρεών αποδεικνύουν όχι μόνο την γεναιόδωρη φύση του Μ.Αλέξανδρου γενικά, αλλά την γεναιοδωρία του ειδικά προς τους φιλόσοφους. Μιά γεναιοδωρία που πήγαζε από μιά ψυχή που έδινε περισότερη αξία στα πνευματικά αγαθά από ότι στα υλικά. Οταν ξεκίνησε την εκστρατεία για την Ασία δώρισε όλα τα υπάρχοντά του και κράτησε για τον εαυτό του μόνο " Ελπίδα ".
Μετά τη νίκη επί του Δαρείου και αφού ανακυρήχθηκε Βασιλιάς της Ασίας, ήρθαν στην κατοχή του στρατού τόσα πλούτη, που οι Μακεδόνες άρχισαν να ζούν μέσα στην πολυτέλεια. Αποτέλεσμα ήταν η μαλθακή ζωή των στρατιωτών και ιδιαίτερα των Αξιωματικών του Αλέξανδρου. Αποφάσισε λοιπόν, λίγο πρίν την εκστρατεία για την Ινδία, να δωρίσει όλα τα πλεονάζοντα υλικά αγαθά και να κάψει όλα όσα του ήταν εμπόδιο για την εστρατεία.Το ίδιο έκαναν και οι Αξιωματικοί του αφού έβλεπαν το παράδειγμα ενός ανθρώπου που όχι μόνο τους έλεγε ποιό ήταν το σωστό, αλλά αυτός πρώτος το εφάρμοζε.Αξιοσημείωτη είναι επίσης και η καθημερινή ζωή του.
Οταν δεν πολεμούσε, ακόμα και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν σε πορεία, αυτός εκπαιδευόταν στα όπλα, ανεβοκατέβαινε από άρματα και άλογα, πήγαινε κυνήγι και γενικά βρισκόταν σε μιά διαρκή εγρήγορση. Κάτι που συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της μάχης.
Στο Γρανικό ένα σπαθί, κόβοντας την περικεφαλαία του, έφτασε μέχρι το τριχωτό του κεφαλιού του.
Στην Γάζα δέχθηκε ένα βέλος στον ώμο. Στη Μαράκανδα ένα βέλος έσπασε το κόκαλο της κνήμης του. Στην Υρκανία χτυπήθηκε από λίθο, χάνοντας την όρασή του για πολλές ημέρες.
Στη μάχη του Ισσού πληγώθηκε από ξίφος στο μηρό. Στη χώρα των Μαλλών ένα βέλος τρύπησε το στήθος του και δέχτηκε χτύπημα από λοστό στο κεφάλι.
Και για όλους αυτούς τους τραυματισμούς ήταν πολύ υπερήφανος.
Τους θεωρούσε σαν απόδειξη της ανδρείας του και της γενναιότητάς του.
Αν και Βασιλιάς έμπαινε πρώτος στην μάχη, δίνοντας το παράδειγμα στους στρατιώτες του.
Ενας Βασιλιάς που δεν ήξερε μόνο να διατάζει αλλά και να εκτελεί ο ίδιος τις διαταγές που έδινε. Θεωρούσε πως η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να πετύχει κάποιος είναι η νίκη στον εαυτό του για να μπορεί να τον ελέγχει. Αποτέλεσμα αυτής της νίκης του Αλέξανδρου είναι η εγκράτειά του προς τις ηδονές.
Δεν δέχθηκε καμία γυναίκα δίπλα του παρά μόνο αυτήν που είχε παντρευτεί. Αν και πολλές φορές οι φίλοι του τον παρότρυναν να γευτεί την ηδονή με διάφορες γυναίκες. Ηταν τόσο εγκρατής και μεγαλόψυχος που ανάγκασε τον Δαρείο, τον Βασιλιά που ουσιαστικά κατέστρεψε, να δηλώσει: Θεοί, προστάτες της γέννησης των ανθρώπων και της τύχης των Βασιλέων, δώστε να μην εγκαταλείψω την τύχη των Περσών, αλλά αφού νικήσω να ανταμείψω τις ενέργειες του Αλέξανδρου, τις οποίες νικημένος δέχθηκα από αυτόν στους πιό αγαπημένους μου. Αν όμως έφτασε κάποιος χρόνος μοιραίος, από θεία εκδίκηση και μεταβολή να πάψει η βασιλεία των Περσών, κανείς άλλος άνθρωπος ας μην καθήσει στον θρόνο του Κύρου πλήν του Αλέξανδρου. Αυτή τη δήλωση την έκανε αφού έμαθε την μεγαλόψυχη συμπεριφορά του Αλέξανδρου προς την οικογένειά του που είχε αιχμαλωτίσει.
Ο Αρριανός γράφει πως ο Αλέξανδρος εγκαθιστούσε τη Δημοκρατία ως πολίτευμα σε κάθε χώρα που κατακτούσε. Μιά Δημοκρατία που βοηθούσε στη λειτουργία των τοπικών θεσμών κάθε πόλης, κάτω όμως από μιά κοινή Αρχή. Καταργούσε τους υπερβολικούς φόρους και κατάφερνε να κατακτά εκπολιτίζοντας και όχι καταστρέφοντας.
Το μόνο που κατέστρεφε ήταν το παλιό, αυτό που είχε φθαρεί και δεν δεχόταν να αλλάξει προς το καλύτερο. Εδινε περισότερη σημασία στις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου, όπως τη σοφία, τη δικαιοσύνη, τη μεγαλοψυχία, την Ανδρεία, ανεξάρτητα αν αυτός ήταν εχθρός ή φίλος. Ετσι όταν καταλάβαινε πως ο κυβερνήτης της πόλης που κατακτούσε ή ο βασιλιάς του έθνους το οποίο νικούσε είχε αυτές τις αρετές, τον διόριζε πάλι άρχοντα, ανεξάρτητα αν είχε παραδοθεί ή νικηθεί μετά από μάχη.
Δίκαια λοιπόν ο Πλούταρχος γράφει: Εάν δε μέγιστος έπαινος της φιλοσοφίας είναι ότι σκληρά και αμόρφωτα ήθη εξημερώνει και εξευγενίζει, ο Αλέξανδρος φαίνεται ότι εξεπολίτισε τόσους λαούς αγρίους και ατίθασους που δικαίως δύναται να θεωρηθεί φιλόσοφος.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ. "Ηθικά. Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής". Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ"Βίοι παράλληλοι. Αλέξανδρος" Εκδόσεις Πάπυρος
ΑΡΡΙΑΝΟΣ"Αλεξάνδρου Ανάβασις". Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Εκκλησιαστικά ελληνορθόδοξα παραμύθια: Η Κερκόπορτα και ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς»

 

Η Άλωση της ΚωνσταντινούποληςΕίναι γνωστόν, πως κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι ρασοφόροι λειτούργησαν ως πέμπτη φάλαγγα, καλλιεργώντας είτε κλίμα ηττοπάθειας -αντιτιθέμενοι στην ένωση των Εκκλησιών- λέγοντας πως «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει», είτε ερχόμενοι και σε απευθείας συνομιλίες με τους Οθωμανούς. Τις προδοσίες των ρασοφόρων, προσπαθεί μέχρι και σήμερα η Εκκλησία να καλύψει με το παραμυθάκι της ξεχασμένης Κερκόπορτας (λες και επρόκειτο για μια απλή πόρτα που έκλεινε με ένα απλό πόμολο που δεν ασφάλισε καλά). Βεβαίως, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ακόμη κι αν παρακάμψουμε το γεγονός, πως τουλάχιστον 30.000 ρασοφόροι «πέρδονταν κι έθρεφαν πρωκτό» (κατά την έκφραση του Δημήτρη Λιαντίνη) στα πάμπολλα μοναστήρια και τις εκκλησιές της περιοχής της Κωνσταντινούπολης (μόνο εντός της πόλεως υπήρχαν, όπως λέγεται, 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό έως και 300.000), όταν την ίδια στιγμή, την άμυνα της πόλης προσπαθούσαν να κρατήσουν μετά βίας 10.000 άνδρες, απέναντι στους 150.000 περίπου Οθωμανούς πολιορκητές, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε και να παραγνωρίσουμε το γεγονός πως στο πλάι των ρασοφόρων αυτών συντάχθηκαν και πολλοί κοσμικοί, που βλέποντας το τέλος να πλησιάζει προσπάθησαν να περισώσουν ότι μπορούσαν.
Η Κερκόπορτα -που αξίζει να σημειωθεί ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως από μοναχούς-, ότι κι αν συνέβη, δεν απέφερε το αποφασιστικό πλήγμα στην ήδη παραπαίουσα Κωνσταντινούπολη. Στην πραγματικότητα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε πάψει εκ των πραγμάτων να υφίσταται, αρκετά χρόνια πριν, και είχε περιοριστεί στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Οι Οθωμανοί είχαν ήδη κατακυριεύσει την άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία και το μόνο που έμενε ήταν η χαριστική βολή· το κερασάκι στην τούρτα: Η τυπική κατάληψη της πρωτεύουσας. Και λέμε τυπική, γιατί ουσιαστικά η Κωνσταντινούπολη είχε υποταχθεί, όταν πλήρωνε φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο. Η Κωνσταντινούπολη έπαψε να έχει τον έλεγχο των Στενών, απ' την στιγμή που οι Τούρκοι ευθαρσώς έχτισαν δίπλα στην Πόλη, στον Βόσπορο, το κάστρο «Ρούμελη Χισάρ» και φορολογούσαν τα διερχόμενα πλοία.
Η Κερκόπορτα (που παρεμπιπτόντως, δεν μνημονεύεται ούτε στο χρονικό του Φραντζή, ούτε του Μπαρμπάρο), είτε «ξεχάστηκε» ανοικτή, είτε -το πιθανότερον- την άνοιξαν κάποιοι από μέσα, δεν συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάληψη της πόλης. Άλλωστε οι Τούρκοι είχαν ήδη σκαρφαλώσει στα μισογκρεμισμένα τείχη και εισέβαλαν στην πόλη. Επέφερε όμως ένα άλλο πλήγμα: Συνέβαλε στον εγκλωβισμό και στην παρεμπόδιση διαφυγής των αλλοφρονούντων κατοίκων. Όχι όλων βέβαια, γιατί πολλοί -και κυρίως οι ανθενωτικοί- κλειστήκαν στις εκκλησιές και το άβουλο και φανατισμένο θρησκευτικά πλήθος έψελνε μοιρολατρικά «Κύριε ελέησον» και περίμενε βοήθεια απ' τον...ουρανό. Το άνοιγμα της Κερκόπορτας όμως, εξυπηρετούσε έναν πολύ πιο ουσιαστικό σκοπό. Το Κοράνι προβλέπει την προστασία των «απίστων» κατοίκων μιας πόλης που παραδίδονται οικειοθελώς. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθούν τα βασικά κίνητρα αυτών που άνοιξαν την Κερκόπορτα, είτε ρασοφόρων, είτε κοσμικών, είτε και των δυο μαζί. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η περιοχή όπου βρίσκονταν η Κερκόπορτα -όπως και αρκετές ακόμη- δεν πειράχτηκε απ' τους Τούρκους.
Τα παραπάνω ενισχύει κι ένα έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» και το οποίο συνέταξε η Θεοδώρα Φραντζή, κόρη του πρωτοβεστιάριου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Γεωργίου Φραντζή. Η Θεοδώρα Φραντζή ήταν σύζυγος του στρατιωτικού σύμβουλου του αυτοκράτορα, Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Το έγγραφο εκδόθηκε στην Αγγλία το 1454, όπου είχαν καταφύγει και οι δύο μετά την Άλωση. Στο έγγραφο αυτό, περιγράφεται, μεταξύ άλλων και μια περίπτωση συνδιαλλαγής ρασοφόρων και κοσμικών με τον εκπρόσωπο του Μωάμεθ Β' του Πορθητή, Ρεσίτ Πασά της Ανδριανούπολης, λίγες ημέρες πριν την κατάληψη της πόλης. Οι συναντήσεις γινόταν -κρυφά και νύχτα φυσικά- στο μοναστήρι της Αγίας Ευθυμίας και κατά τύχην υπέπεσαν στην αντίληψη του Εδουάρδου Ντε Ριστόν. Από πλευράς των ρασοφόρων, στις διαπραγματεύσεις αυτές έλαβε μέρος ο ιεροκήρυκας της Αγίας Σοφίας, Ιωάσαφ, κι από πλευράς των κοσμικών ο Μέγας Δούκας Λεόντιος και ο αρχιναύαρχος Νεόφυτος. Παρατίθεται ο διάλογος μεταξύ των δωσίλογων και του Ρεσίτ Πασά, έτσι όπως διασώθηκε και δημοσιεύθηκε («Δαυλός», Μάρτιος 1993):
Μέγας Δούκας Λεόντιος: Πρέπει να είμαστε εξασφαλισμένοι απ' όλες τις πλευρές πασά μου. Εσείς ζητάτε όρκους, ενέχυρα κι ομήρους, χωρίς να προσφέρετε τίποτε.

Ρεσίτ Πασάς: Ο αρχηγός των πιστών, ο Μωάμεθ, όσο εξαρτάται απ' αυτόν, επιθυμεί να μην χυθεί το αίμα των υπηκόων του, καθώς και των Ναζωραίων, γιατί έτσι μας προστάζουν τα ιερά μας βιβλία που γράφουν: «Αιχμαλωσία στους άπιστους και θάνατος στους αποστάτες». Με έστειλε λοιπόν να συνθηκολογήσουμε μαζί σας, όχι γιατί αμφιβάλλει πως ο Αλλάχ θα του παραδώσει την Κωνσταντινούπολη, αλλά γιατί θέλει να χαθούν όσο γίνεται λιγότεροι άνθρωποι για την απόκτησή της.

Ιωάσαφ: Αυτό μπορεί να γίνει! Να πεις όμως στον σουλτάνο σου, ότι αν θεωρεί ότι μπορεί να καταλάβει την πόλη πολεμώντας, κάνει λάθος. Θα πρέπει να ρίξει στην μάχη όλον τον στρατό του κι ολάκερο το πυροβολικό. Και τότε πάλι, μα τους Άγιους Αναργύρους, δεν είναι σίγουρο πως θα νικήσει.

Ρεσίτ Πασάς: Σας ακούω λοιπόν. Πέστε μας τις προτάσεις σας.

Ιωάσαφ: Δεν είναι καθόλου δύσκολο να θυμηθείτε όσα θ' ακούσετε και να τα πείτε στον αφέντη σας. Πρώτον, οι δέκα κυριότερες εκκλησίες και η Αγία Σοφία να μείνουν στους χριστιανούς, καθώς και όλα τα μοναστήρια με τις περιουσίες και τα εισοδήματά τους. Δεύτερον, ζητούμε εγγυήσεις ζωής, προσώπων, ιδιοκτησίας, οικιών, γαιών, υπηρεσιών και όλων εκείνων, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται μέσα σ' αυτό το έγγραφο που σας παραδίδω. Και τρίτον, οι χριστιανοί που θα σωθούν, να μην υποχρεωθούν ν' αλλάξουν τρόπο ντυσίματος και να έχουν δικαίωμα να καβαλάνε σε άλογο. Επίσης να μην καταπιέζονται θρησκευτικά.
Οι συναντήσεις αυτές γνωστοποιήθηκαν στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αλλά αποφάσισε να μην τους συλλάβει, μέχρι να μάθει την απάντηση του Μωάμεθ Β'. Στην επόμενη συνάντηση, τον λόγο πήρε πρώτος ο Ρεσίτ Πασάς:
Ρεσίτ Πασάς: Σας αναγγέλλουμε, ότι σύμφωνα με όσα είπαμε στην τελευταία μας συνάντηση, οι σύντροφοί μου κι εγώ ήρθαμε σε επαφή με τον σεβαστό μας σουλτάνο στην Ανδριανούπολη...

Ιωάσαφ: Ελπίζω ότι η απάντηση του σουλτάνου θα είναι ευχάριστη για όλους. Ο κίνδυνος αυτών των συναντήσεων, είναι πολύ μεγάλος για εμάς. Εσείς δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτε. Κι αν η διαπραγμάτευση αποτύχει, εμείς θα έχουμε πάντα τον φόβο, μήπως και μαθευτούν αυτά που συζητάμε, ενώ εσείς θα πάρετε αμοιβή από τον κύριό σας, γι' αυτήν σας την αποστολή.

Ρεσίτ Πασάς: Οι όροι του σουλτάνου είναι ευνοϊκοί για όλους, εκτός κι αν, παρά την απελπιστική σας θέση, φανείτε άνθρωποι παράλογοι.

Ιωάσαφ: Η θέση μας βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και δεν ήρθαμε εδώ για ν' ακούσουμε απειλές. Προχώρα σε παρακαλώ στην απάντηση. Έχε όμως υπόψιν σου, ότι όποιες κι αν είναι οι συνέπειες αυτών των νυχτερινών μας συναντήσεων, είναι η τελευταία φορά που μαζευόμαστε εδώ.

Ρεσίτ Πασάς: Για την πρώτη πρόταση, δηλαδή για τις δέκα εκκλησιές και τα μοναστήρια, καθώς και για τις εκκλησιαστικές περιουσίες, ο σουλτάνος λέει «ναι», σας τα παραχωρεί. Για την δεύτερη, λέει «ναι»· σαν εγγύηση ορκίζεται στον άγιο μας νόμο. Για την τρίτη, λέει «μερικώς ναι», γιατί οι μουφτήδες δεν συμφωνούν να ιππεύουν οι χριστιανοί σε άλογα. Διέταξε να εξαιρεθούν αυτοί που θα του παραδώσουν την πόλη.
Με το τέλος της συνάντησης, συνελήφθησαν όλοι οι συνωμότες και οδηγήθηκαν στον αυτοκράτορα. Ο αρχηγός της συνωμοσίας, Ιωάσαφ, όχι μόνο δεν αρνήθηκε την ενοχή του, αλλά καυχήθηκε για την προδοσία του, αιτιολογώντας την πως προτίμησε να σώσει την Εκκλησία «απ' τους Άζυμους (Καθολικούς) και την βδελυρά ένωση», ακόμη κι αν γι' αυτό θα έπρεπε να βάλει «τέλος στην ύπαρξη αυτής της αυτοκρατορίας». Θεωρώντας ότι η πτώση και κατάκτηση της Πόλης είναι μοιραία κι αναπόφευκτη, λέει καταλήγοντας: «Τι χρειάζονται λοιπόν οι υπεκφυγές; Ότι είναι να γίνει, ας γίνει». Ο Παλαιολόγος του απάντησε, επικαλούμενος την προδοσία του Ιούδα: «Αφού ήταν θέλημα Θεού, να σταυρωθεί η Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, τότε καλά έκανε ο Ισκαριώτης και τον πρόδωσε. Άρα σε ερωτώ: Ο Ιούδας είναι συγχωρητέος;». Ο Ιωάσαφ, μπροστά σ' αυτό το επιχείρημα, προτίμησε να απαντήσει με την γνωστή ξύλινη και υπεκφεύγουσα εκκλησιαστική γλώσσα, λέγοντας: «Πεθαίνω, μαχόμενος κατά της ένωσης των Εκκλησιών. Σήμερα με κρίνεις εσύ. Αύριο ο Θεός θα δικάσει εσένα».
Φτάνουμε λοιπόν στις μέρες, όπου η Εκκλησία, εντελώς υποκριτικά και με θράσος χιλίων καρδιναλίων κι άλλων τόσων πιθήκων, «θρηνεί» τον «μαρμαρωμένο βασιλιά» που κάποτε θ' αναστηθεί και θα ξαναπάρει την Πόλη που οι ίδιοι οι ρασοφόροι έκαναν τα πάντα για να πέσει στα χέρια των Τούρκων (ας μην ξεχνάμε την αλησμόνητη ρήση του πατριάρχη Γεννάδιου, που έβγαινε στους δρόμους και καταριόταν τον Παλαιολόγο, μόλις έπεσε η Πόλη: «Δεν βλέπετε ότι η Ορθοδοξία εθριάμβευσεν; Από του νυν, ουδέν πλέον φοβείται»), όπως κι έκαναν τα πάντα για να μην φύγει απ' τα χέρια τους (βλέπε αφορισμούς και προδοσίες). Είναι αληθινά θαυμαστό, τι σχιζοφρενικές καταστάσεις μπορεί πράγματι να δημιουργήσει η περίφημη ελληνορθόδοξη «παράδοση». Ας μην ξεχνάμε, πως την έλευση του ίδιου άγγελου Κυρίου, που σύμφωνα και πάλι με την ελληνορθόδοξη «παράδοση», παρέλαβε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον μαρμάρωσε, μέχρι την μεγάλη ώρα που θα επέστρεφε και πάλι για να ξαναπάρει την Πόλη (τι ανοησίες που ήταν και είναι διατεθειμένος να πιστέψει ο κόσμος...), «προφήτευαν» οι ανθενωτικοί ρασοφόροι και πριν την Άλωση. Μόνο που θα ερχόταν για διαφορετικό σκοπό: Να καθαιρέσει τον Παλαιολόγο και να ορίσει άλλον αυτοκράτορα -προφανώς ανθενωτικό. Ως τέτοιο «θείο» σημάδι μάλιστα, ερμήνευσαν μια έκλειψη σελήνης που συνέβη την 23η Μαΐου 1453, σπέρνοντας τον πανικό και ενισχύοντας τις υπονομευτικές ενέργειες.
Αλλά μιας και έγινε -αναπόφευκτα- η αναφορά στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν υπόψιν και κάποιες παράμετροι -λιγότερο γνωστές- που αφορούν τον θάνατό του. Γνωρίζουμε σήμερα -από το χρονικό του Γεωργίου Φραντζή-, πως ο Παλαιολόγος έπεσε ηρωικώς μαχόμενος κι όταν αναγνωρίσθηκε απ' τους Τούρκους το πτώμα του από τους χρυσούς δικέφαλους αετούς που κοσμούσαν τα πέδιλά του, αποκεφαλίστηκε και το μεν κεφάλι εστάλη ως τρόπαιο σε περιφορά στις οθωμανικές κτήσεις, ενώ το σώμα του παραδόθηκε στους χριστιανούς για να ταφεί με βασιλικές τιμές. Το ερώτημα που αμέσως προκύπτει, είναι: Που 'ν 'το; Που είναι ο τάφος του; Γιατί απ' την στιγμή που οι ίδιοι οι Οθωμανοί παρέδωσαν όπως λέγεται το σώμα του, δεν υπήρχε κανέναν λόγος να τον θάψουν κάπου κρυφά. Εκτός κι αν το εξαφάνισαν οι ανθενωτικοί. Αλλά σε κάθε περίπτωση, δεν θα είχε διασωθεί από μαρτυρίες αυτός ο τόπος; Αντ' αυτού γίνεται βομβαρδισμός ανοησιών περί «μαρμαρωμένου βασιλιά» (κάποιοι αιθεροβάμονες παραμυθατζήδες μάλιστα, επικαλούνται σήμερα μέχρι και μαρτυρίες Τούρκων, οι οποίοι λένε ότι γνωρίζουν που βρίσκεται ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς» [υπονοείται κάπου στα υπόγεια της Αγιάς Σοφιάς]). Ο Ενετός γιατρός, Νικολό Μπαρμπάρο, γράφει πως «Για τον αυτοκράτορα κανένας δεν μπόρεσε να μάθει ποτέ είδηση για τις πράξεις του. Ούτε ζωντανός βρέθηκε κι ούτε νεκρός, αλλά μερικοί λένε ότι τον είδαν ανάμεσα στα πτώματα των σκοτωμένων». Μήπως θα πρέπει να αξιολογηθούν καλύτερα και οι εκδοχές που αναφέρονται σε τουλάχιστον τρία χρονογραφήματα (του επίσκοπου Σαμουήλ, του Αρμένιου Αβραάμ απ' την Άγκυρα και του Νικολά της Τούκια) που σύμφωνα μ' αυτές, ο Παλαιολόγος δεν σκοτώθηκε στην μάχη, αλλά τις κρίσιμες στιγμές, κατέφυγε σε πλοίο και διέφυγε; Άλλωστε, η εικόνα που προκύπτει από τα περισσότερα χρονικά, είναι ότι αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο ήταν οι Γενουάτες μισθοφόροι (αν και ο αρχηγός τους Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι, εγκατέλειψε κι αυτός την μάχη δύο ημέρες πριν την Άλωση), παρά οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Όλα αυτά στην κρίση του καθενός...

Ο ρόλος της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

 

Ο πατριάρχης Γεννάδιος με τον Σουλτάνο και οι πατριάρχες Κύριλλος Λούκαρις και Ιερεμίας ο Τρανός«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα άγια, παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε, γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει».
Εικόνα: Ο πατριάρχης Γεννάδιος με τον Σουλτάνο και οι πατριάρχες Κύριλλος Λούκαρις και Ιερεμίας ο Τρανός. O Κύριλλος έπεσε θύμα της συνωμοσίας επισκόπων στα πλαίσια του πλειστηριασμού του πατριαρχικού θρόνου. Ο Ιερεμίας φέρεται ως ο τελευταίος πατριάρχης που έφερε το πλατύγυρο σκιάδιο που του αφαίρεσε ο Σουλτάνος για να τιμωρήσει τον Ανώτατο υπάλληλό του.
Η συμβολή του ορθοδόξου κλήρου στην πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε καθοριστική και οφείλουμε να του την αναγνωρίσουμε. Το γεγονός επιτεύχθει με συντονισμό 4 παραγόντων:
α) Αποψίλωση του στρατού λόγω μοναχισμού
β) Ψυχολογικό πόλεμο πως η Πόλη πέπρωται να πέσει
γ) Παρασκηνιακές συνεννοήσεις και αυτομολήσεις με και προς τον εχθρό
δ) Σαμποτάζ της βοήθειας των δυτικών
Πρωταγωνιστής αυτής της θεάρεστης προσπάθειας υπήρξε ο μοναχός Γεννάδιος, που αργότερα εισέπραξε την ανταμοιβή του, προαγόμενος από τον Σουλτάνο σε πατριάρχη, φορτωμένος με τιμές και προνόμια. Την ώρα που ο Ουνίτης αυτοκράτορας Κων. Παλαιολόγος Δραγάτσης και ο πελοποννήσιος καρδινάλιος Ισίδωρος, πολεμούσαν, ο Γεννάδιος οι καλόγεροι και ο όχλος υπονόμευαν την άμυνα σκορπίζοντας με τις κατάρες και τις προφητείες τους ηττοπάθεια και μοιρολατρία. χολωμένοι που στον πατριαρχικό θρόνο κάθισε και χοροστάτησε ο Ισίδωρος. Ο τελευταίος, όντας διορισμένος από την Πόλη προκαθήμενος της ρωσικής Εκκλησίας, δραπέτευσε από τον μαινόμενο τσάρο που τον φυλάκισε ως προδότη της Ορθοδοξίας και στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πάπα που μετά την οικουμενική Σύνοδο της Φλωρεντίας ήταν πιά αρχηγός όλης της χριστιανοσύνης. Αποστολή του να επικυρώσει την Ένωση των Εκκλησιών και να βοηθήσει στην άμυνα. Από τα χέρια του κοινώνησε ο αυτοκράτορας στην οικουμενική λειτουργία που τελέστηκε στην Αγία Σοφία, όπου μνημονεύθηκε ο πάπας. (Μετά την Άλωση ο πάπας διόρισε τον Ισίδωρο πατριάρχη, αλλά η Ορθοδοξία αναγνώρισε ως νόμιμο πατριάρχη αυτόν που διόρισε ο Σουλτάνος). Οι ορθόδοξοι έβριζαν λέγοντας πως η εκκλησία κατάντησε “καταφύγιον δαιμόνων και βωμός ελληνικός”, θυσιάζοντας την Πόλη τους, την τιμή τους, τα παιδιά τους, την περιουσία τους, τη ζωή τους, την ελευθερία τους στο βωμό των δογματικών ανοησιών. Ο Διον.Κόκκινος στηλιτεύοντας την προδοσία του Αγ.Όρους στην επανάσταση του ‘21, την συγκρίνει με αυτήν των καλόγερων της Πόλης που “αντί να λάβουν τα όπλα και να ενισχύσουν τον Παλαιολόγον……κατηγορούσαν τον βασιλέα και ωμιλούσαν περί της επικειμένης πτώσεως ως επί μοίρας αναποφεύκτου”. Μόλις 5.000 αντρες ήταν ο στρατός της Κων/πολης, κατά ένα μέρος μάλιστα μισθοφορικός, ενισχυμένος και από 200 άντρες του Ισίδωρου και 700 Γενουάτες εθελοντές του Ιουστινιάνη. Όπως όμως επισημαίνει ο κορυφαίος ιστορικός Vasiliev, αν στρατολογούνταν 20-30.000 ορθόδοξοι-η Κωνσταντινούπολη είχε την δυνατότητα αυτή-η Πόλη δεν θα έπεφτε. Αυτή όμως “Σαν πόρνη εκαρτέραγε τον τούρκο να την πάρει” (Κ.Παλαμά, «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»).
Ο φανατισμός της πλειοψηφίας των Ορθόδοξων (Ουνίτες* έγιναν ελάχιστοι κληρικοί, άρχοντες και ο αυτοκράτορας) εκδηλωνόταν σε κάθε ευκαιρία, σε βάρος της άμυνας. Όπως γράφει ο ιστορικός της Άλωσης Φρατζής, ο Μεγάλος Δούκας Νοταράς αρνήθηκε να δώσει στον καθολικό σύμμαχό του Ιουστινιάνη τα δυο πυροβόλα που του ζήτησε για την άμυνα της Πύλης του Ρωμανού. “Προδότη, δεν ξέρω τι με εμποδίζει να σε σφάξω τώρα…”, ήταν η απάντηση του ηρωϊκού Γενουάτη που τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο φανατικός ορθόδοξος Νοταράς προτιμούσε να να δει στην Πόλη “φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν”. Δεν είχε υπολογίσει πως ο 14χρονος “ευειδής” γυιός του θα άρεσε στον Σουλτάνο. Η άρνησή του να τον παραδώσει, έγινε αιτία να χάσει το κεφάλι του. Ο Νοταράς πάντως φαίνεται πως υπερασπίστηκε μαχόμενος την Πόλη, αν και έχει κατηγορηθεί για κρυφές συνεννοήσεις με τον Σουλτάνο, ο οποίος τον δέχτηκε με φιλοφρονήσεις μετά την Άλωση. Πάντως οι κατηγορίες για προδοσία του Νοταρά δεν επιβεβαιώνονται ξεκάθαρα, πέρα από τις εκδηλώσεις που μπορούμε να αποδώσουμε στον τυφλό φανατισμό του. Είναι όμως γεγονός πως πολλοί καλόγεροι και παπάδες αυτομόλησαν στις γραμμές των Οθωμανών. (Βλ.”Ιστορία της Πόλης”, του Τούρκου ιστορικού της άλωσης Ταρίχ μουν Χεβατί. Το αναφέρει και ο Γερμανός βυζαντινολόγος Α.Μορντμαν στο “Πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως”, ελλ. μτφρ 1893, σ.145, βασιζόμενος στον Τσελεμπή. και σ.33, βασιζόμενος στον Τούρκο ιστορικό της Άλωσης Σακαϊκούλ Νoυμάνι. Το αναφέρει ο κορυφαίος Γάλλος βυζαντινολόγος Σλουμπερζέ, που μεταφράστηκε από τον Σ.Λάμπρου. Τέλος η άποψη των κρυφών συνεννοήσεων κληρικών με τους Τούρκους, βρίσκεται και στο ιστορικό μυθιστόρημα του Άγγλου ιερέα και άριστου γνώστη της ελληνικής και μεταφραστή Neale: “Theodora Phranza or, the Fall of Constantinople”. By John Mason Neale New York: E.P. Dutton, 1913. First published London: J. Masters, 1857. Εδώ δεν έχουμε ιστορική μαρτυρία, αλλά την μεταφορά της προσωπικής γνώμης του ιστοριοδίφη συγγραφέα. Είναι γεγονός πως η μετάφραση του έργου του το 1901 από τον Χ.Α.Παρμενίδη, αναβαθμίστηκε αυθαίρετα στις μέρες μας σε ιστορικό ντοκουμέντο και μερικοί μάλιστα αναγνώρισαν στο πρόσωπο του προδότη μοναχού Ιωάσαφ τον τρίτο μετά την άλωση πατριάρχη).
Ο Γεννάδιος βυσσοδομούσε και απεργαζόταν την πτώση. Παλιός δικαστής με το όνομα Γεώργιος Σχολάριος, έκαιγε βιβλία εθνικών φιλοσόφων όπως ο Πλήθων
(”Τρέμε γύφτε, κ’οι άπιστοι όλοι!
Καίμε το βιβλίο τ’αφορισμένο,
το κακούργο, το γραμμένο απ’το Γεμιστό…“, Κ.Παλαμάς)
και έδινε διαστροφικές συμβουλές βασανιστηρίων: «… τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής … ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ.» ). Φανατικός αρχικά οπαδός της Ένωσης τόσο ώστε να αναγκαστεί ο βασιλιάς να του συστήσει αυτοσυγκράτηση (Ν.Τωμαδάκη “Περί αλώσεως…”), επιστρέφοντας από την Φεράρα, όταν διαπίστωσε το ανθενωτικό φρόνημα του όχλου, εξελίχθηκε σε αρχηγό των ανθενωτικών κερδίζοντας έτσι την εύνοια του Πορθητή.: “Άθλιοι Ρωμαίοι εις τι επλανήθητε και απεμακρύνατε εκ της ελπίδος του Θεού, και ελπίσατε εις την δύναμιν των Φράγκων, και συν τη πόλει εν η μέλλει φθαρήναι, εχάσατε και την ευσέβειάν σας;
Ίλεώς μοι Κύριε. Μαρτύρομαι ενώπιόν σου, ότι αθώός ειμι του τοιούτου πταίσματος. Γινώσκετε άθλιοι πολίται, τι ποιείτε; και συν τω αιχμαλωτισμώ, ός μέλλει γενέσθαι εις υμάς, εχάσατε και το πατροπαράδοτον, και ωμολογήσατε την ασέβειαν; ουαί υμίν εν τω κρίνασθαι” έγραφε σύμφωνα με τον Δούκα σε προκήρυξή που θυροκόλλησε στο κελί του, προσπαθώντας να σπάσει το ηθικό των πολιορκημένων εμφανίζοντας την άλωση ως νομοτέλεια της θείας δίκης. Ήταν ένας κληρικός με μεγάλη μόρφωση, φανατικός ορθόδοξος. Ο ίδιος δήλωνε: “Έλλην ων τη φωνή ουκ αν ποτε φαίην Έλλην είναι“, και συμπλήρωνε “Δεν ονομάζω τον εαυτό μου Έλληνα γιατί δεν πιστεύω ότι πίστευαν οι Έλληνες” (Στήβεν Ράνσιμαν “Η μεγάλη Εκκλησία…“). Ο Γεννάδιος αργότερα, αυτοεξόριστος στο αγ.Όρος σε έναν επικήδειο που εκφώνησε το 1456 στον νεκρό ανηψιό του αποκαλεί τους Έλληνες «το πιο επιφανές έθνος της οικουμένης». Ίσως μέσα στην σκληρή σκλαβιά, ο βάρβαρος δικαστής και ο φανατικός καλόγερος να υποχώρησαν μπροστά στον λόγιο. Άλλωστε με την ίδια ευκολία είχε μεταστραφεί από ενωτικός σε ανθενωτικό. Η στροφή του βέβαια δεν αντιπροσώπευε την Εκκλησία της εποχής, που όπως έγραψε στο περιοδικό “Εστία” (τ. 387-1883) ο καθηγητής της Νομικής Παύλος Καλιγάς, αποκαλούσε τους Τούρκους “νέους Έλληνας” διότι γι αυτήν “το όνομα Έλλην ην τότε συνώνυμον τώ αντιχρίστω”.
Η Άλωση δεν βρήκε απροετοίμαστους τους καιροσκόπους κληρικούς, που έγκαιρα είχαν επιλέξει στρατόπεδο. Το 1397, ο δεσπότης Σαλώνων, με αφορμή την αρπαγή από Φράγκους μιας ανηψιάς του, έγραψε στους Τούρκους να τους παραδώσει την πόλη, λέγοντας “καλύτερα να δουλεύουμε Τούρκους παρά Φράγκους” (Χρονικό Γαλαξειδιού, εκδ.1944 Βαλέτας). Για τον ηγούμενο Βλατάδων Θεσσαλονίκης (Τσαούς μαναστήρ), υπάρχουν στοιχεία (Κ. Ν. Σάθα Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη Βενετία 1872) τ. Α’.πως συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς. Οι καλόγεροι με επιστολή τους το 1430 στον Μουράτ Β΄ που πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη, τον συμβούλεψαν να αποκόψει τους σωλήνες του υδραγωγείου της πόλης που ερχόντουσαν από τον Χορτιάτη. Ο Σουλτάνος ακολούθησε τις οδηγίες τους, η Θεσσαλονίκη έπεσε και ευγνωμονών τους έδωσε τσαούση με φρουρά και φοροαπαλλαγές. Είναι κλασσικός καλογερίστικος χαμαιλεοντισμός. Σύμφωνα με το “Χρονικό του Νέστορα” και το 988 στην Χερσώνα, ο μοναχός Αναστάσιος, μετέπειτα επίσκοπος Κίεβου, πρόδωσε στον τσάρο Βλαδίμηρο, το μυστικό υδραγωγείο της πολιορκημένης πόλης, η οποία έπεσε και οι κάτοικοί της κατασφάχτηκαν. Σε πολλά σουλτανικά φιρμάνια που σώζονται στα αγιορείτικα μοναστήρια γράφεται: “Επειδή οι Αγιορείται προ των άλλων ραγιάδων εδέχθησαν την υπηκοότητα και απέκτησαν την ασυδοσίαν…”. Οι Αθωνίτες, βλέποντας την πτώση της Πόλης, έστειλαν αντιπροσωπεία στον Σουλτάνο Ορχάν, “προφητεύοντας” την τουρκική κατάκτηση, δηλώνοντας υποταγή, και εισπράττοντας προνόμια. Ο περιηγητής R.Walpole είδε στις Καρυές στις αρχές του 19ου αι. το σχετικό φιρμάνι. Ανανέωση των προνομίων πέτυχαν το 1430 στέλνοντας πρεσβεία στον Μουράτ Β΄ και υπαγόμενοι σε τουρκική κατοχή. Το 1453 ζήτησαν και πήραν προστασία από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Αυτή ήταν η πάγια τακτική του Όρους που επαναλήφθηκε και με την δουλική του επιστολή προς τον Χίτλερ.
Μετά την άλωση, ο πατριάρχης ανυψώθηκε από τον Πορθητή ως Εθνάρχης (Μιλιέτ Μπασής) του έθνους (μιλιέτ) των Ορθοδόξων Τούρκων, Ελλήνων, Βλάχων, Σλάβων. Αλβανών και Αράβων της αυτοκρατορίας. Τα υπόλοιπα ανατολικά πατριαρχεία υπήχθησαν στον πατριάρχη που έδρευε παρά τω Σουλτάνω. Το πατριαρχείο έγινε θέατρο των αγοραπωλησιών του πατριαρχικού θώκου και των επισκοπών, θεσμός που καθιερώθηκε με ευθύνη των Ορθοδόξων και με την έγκριση του Σουλτάνου που αποκόμιζε από τον πλειστηριασμό των μητροπόλεων σημαντικά κέρδη. Ο Δημ. Φωτιάδης επισημαίνει πως μιλώντας στις 8 Οκτωβρίου του 1838 ο Θ. Κολοκοτρώνης στην Πνύκα είπε για τον Σουλτάνο; “Διώρισε έναν Βιτσερέ (Vicere, στα Ιταλικά αντιβασιλιάς), έναν Πατριάρχην, και του έδωκε την εξουσίαν της Εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαναν ότι τους έλεγε ο Σουλτάνος”.
Η πτώση της Πόλης σύμφωνα με τους ανθενωτικούς, δεν θα ερχόταν ως νομοτέλεια μιας καλογεροκρατούμενης, διεφθαρμένης και βάρβαρης αυτοκρατορίας, που αρνιόταν ακόμη και την τελευταία στιγμή τους φυσικούς συμμάχους της τους δυτικούς χριστιανούς, αλλά ακριβώς επειδή προσπαθούσε να τους προσεγγίσει. Ο στείρος αντιδυτικισμός των φανατικών διαιωνίζεται μέχρι σήμερα με διάφορες θεωρίες συνωμοσίας που θέλουν τη φθονερή Δύση να υπονομεύει τον Γίγαντα ελληνισμό. Το τυφλό και συμπλεγματικό μίσος για τη Δύση που το καλλιέργησε ιδιαίτερα ο φανατικός αρχιεπίσκοπος Εφέσου άγιος Μάρκος Ευγενικός, επιβιώνει σήμερα με διάφορες ανορθολογιστκές εκφράσεις, που διαπερνούν ακόμη και την κουλτούρα τμήματος της Αριστεράς και στην πιο χυδαία μορφή του εκδηλώνεται από τη λαικιστική Δεξιά, που λανσάρει διάφορες θεωρίες συνωμοσίας.
Η αντίληψη πως η πτώση της Πόλης ήταν αποτέλεσμα θείας τιμωρίας συνέχισε να τρομοκρατεί τους υπόδουλους και μετά την Άλωση. Ο Μιχ.Περδικάρης, υβριστής του Ρήγα Φεραίου και συγγραφέας του αναιρετικού των αρχών του έργου “Ρήγας ή κατά ψευδοφιλλελήνων” (1811), θεωρεί ότι η τουρκική κυριαρχία είναι καλή αφού έδωσε προνόμια στον πατριάρχη (Σ.Ι.Ασδραχά “Τα διφορούμενα Φώτα”, “Ιστορικά” της “Ελευθεροτυπίας”, 28-11-2002). Το ίδιο πνεύμα θα συναντήσουμε στον Αιτωλό αγ.Κοσμά, που προτιμά τους Τούρκους από τους Δυτικούς («εσήκωσε ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο….και του το έδωσε διά εδικόν μας καλόν και το είχε ο Τούρκους το βασίλειον χρόνους τριακοσίους είκοσιν οκτώ»), και σε μια σειρά καλογερίστικων κειμένων, που διαχέουν την γνώμη πως θείο σχέδιο επέβαλε την οθωμανική δουλεία. Στα 1730 ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος, δίνει και το σκεπτικό αυτής της αντίληψης, που είχε τόσο επεκταθεί πέραν των επιθυμιών των εμπνευστών της, ώστε να δικαιολογεί στην λαϊκή συνείδηση τις αλλαξοπιστίες: «Μην τολμήσει λοιπόν τινάς να λέγη, ότι και τους Τούρκους ο Θεός…τους έδωκε βασιλείαν…Ναι και εγώ το λέγω, και δεν το αρνούμαι, μα διά κάποια σφάλματα, οπού εκάμαμεν και κάμνομεν» (Γ.Βαλέτα «Ο αρματωμένος λόγος», 1971). O Mατθαίος επίσκοπος Μυρέων (16ος αι.) στον Θρήνο του για την σκλαβιά διαιωνίζει την πίστη της συλλογικής ενοχής και ταυτόχρονα της εναπόθεσης κάθε ελπίδας απελευθέρωσης στα χέρια ενός άδικου θεού:
«Επαίδευσές μας Δέσποτα διά το πταίσιμόν μας…
.Πολλά καλά το έκαμες ως να σωφρονιθούμεν…»
(Απ.Βακαλόπουλου «Ιστορία Ν.Ελληνισμού», Τ.Β΄-Θεσσ. 1964).
Ανώνυμος κληρικός οδύρεται στον έμμετρο Θρήνο του «Περί της Αναλώσεως…ή γέγονεν υπό των Περσών εις Αττικήν Αθήναν» (Πέρσες ονομάζονται οι Τούρκοι), που εκδόθηκε το 1881 από τον καθηγητή Γαβριήλ Δεστούνη. Όπως ομολογεί ο Καμπούρογλου, ο κληρικός θέλοντας να εξυμνήσει την Αθήνα μέσω των σοφών ανδρών της «δεν ευρίσκει άλλους ειμή τους Γρηγόριον Ναζιανζού….Βασίλειον, Χρυσόστομον». Στην θρηνωδία του ο παπάς παρουσιάζει την πόλη να ομολογεί: «Και ταύτα όλα έπαθον διά τας ανομίας τας αδικίας τας πολλάς και τας παρανομίας».
Όλα αυτά τα μοιρολατρικά κλαψουρίσματα δεν είχαν καμιά σχέση με την γενναία στάση του Σέρβου από μητέρα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που με την περήφανη απάντησή του που θύμιζε τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα: «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’εμόν εστίν ούτ’άλλου των κατοικούντων εν ταύτη» στον Πολιορκητή, έσωσε ανέλπιστα την τελευταία στιγμή την τιμή μιάς αμαρτωλής αυτοκρατορίας. Ευτυχώς που ήταν Ενωτικός (Ουνίτης) πιστός στην τελευταία οικουμενική Σύνοδο του 1439, γιατί σήμερα θα τον είχαμε κι αυτόν μυθοποιημένο ως Άγιο άσπιλο και θαυματουργό να θεραπεύει τους δαιμονισμένους στο ιαματικό νερό του Μπαλουκλιού ή σε καμιά ιερή κρήνη του Μυστρά.
* Ο όρος καθιερώθηκε στα 1596 και προέρχεται από το unus που σημαίνει ένας και υπαινίσεται τον ενωτικό, αυτόν που θέλει την μία Εκκλησία. Την εποχή του Παλαιολόγου είχαμε τους Ενωτικούς και τους Ανθενωτικούς. Είναι σαφές πως όταν λέμε πως ο Παλαιολόγος ήταν Ουνίτης, εννοούμε πως αναγνώριζε τον πάπα ως αρχηγό της Εκκλησίας, υποστήριζε τις αποφάσεις της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας και είχε όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που αργότερα ονομάστηκε Ουνίτης. Σήμερα τους λέμε και Ελληνόρυθμους, Γραικοκαθολικούς, Ρουμ-Κατολίκ, Βυζαντινούς καθολικούς, ίσως και Φραγκολεβαντίνους κλπ.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΜΙΣΤΟΣ Η ΠΛΗΘΩΝ

Ο Γεώργιος Γεμιστός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη πριν από το 1360 και πέθανε στον Μυστρά το 1452. Η ζωή του καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον τελευταίο δραματικό αιώνα του Βυζαντίου. Στην Κωνσταντινούπολη έλαβε πολύ καλή γενική κλασική Ελληνική παιδεία.

Προκειμένου να γνωρίσει το λαό που απειλούσε το Βυζάντιο, επισκεύθηκε την αυλή του σουλτάνου Μουράτ, ως λόγιος της εποχής, εκεί γνωρίστηκε και με τον Ζωροάστρη πολυθεϊστή Ελισσαίο.
Βλέποντας την επερχόμενη καταστροφή, και την κυρία της αιτία που ήταν η θρησκεία, ο πληθωρικός μοναχισμός, και πολιτική κακοδιοίκηση, κατέληξε στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την αναγέννηση του Ελληνισμού, αλλά μόνο η επιστροφή στις αρχαίες εθνικές αντιλήψεις, όχι μόνο στις φιλοσοφικές και πολιτικές αλλά και στις θρησκευτικές.
Το 1393 εγκαταστάθηκε στον Μιστρά, όπου ανέπτυξε πλούσια δράση, ως δάσκαλος, δικαστικός, φιλόσοφος και συγγραφέας. Εκεί άλλαξε το όνομά του από Γεμιστός σε Πλήθων, γιατί ήθελε να το καταστήσει Ελληνικότερο και ηχητικά να μοιάζει με το Πλάτων, το όνομα του μεγάλου προτύπου του, στην φιλοσοφία και την πολιτική θεωρία.
Με το όνομα αυτό θα μείνει στην ιστορία του Ελληνισμού ως ο δυναμικότερος Βυζαντινός Φιλόσοφος, η τελευταία αναλαμπή του Ελληνισμού πριν από την πτώση και ο πρώτος «Νεοέλλην» στους πολιτικούς στοχασμούς του. Συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο, προς τον δεσπότη του Μιστρά Θεόδωρο, υποβάλλοντας ολοκληρωμένα μεταρρυθμιστικά σχέδια με προδρομικές για την εποχή του ιδέες.
Ο Πλήθων αντιμετωπίζει εδώ όπως και αργότερα θέματα όπως, διοικητική αναδιοργάνωση της χώρας, αναδασμό της γης, εθνικής παραγωγής, εμπορίου, φορολογίας, κρατικών δαπανών, εθνικοποίησης του στρατού. Έντονη είναι η παρακίνηση του για οικονομική δραστηριότητα και χειρωνακτική εργασία, αλλά και η αποδοκιμασία του περιχαρακωμένου μόνο στη θρησκεία μοναχικού βίου, σε μιά εποχή που το έθνος χρειάζονταν παραγωγικά και αμυντικά χέρια.
Σε μια εποχή που η λέξη Έλλην, θεωρείτο ύβρις κυρίως από την θρησκεία, ο Πλήθων είχε έντονη την Ελληνική αυτοσυνειδησία του. Κορυφαία διατύπωση του ιδανικού αυτού ήταν η αναφώνηση του προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ: «Έλληνες εσμέν το γένος ων ηγείσθε και βασιλεύετε ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί».
Το 1438 έλαβε μέρος στη σύνοδο της Φλωρεντίας για την ένωση των Εκκλησιών, όπου και προκάλεσε τον θαυμασμό των Ιταλών, για τη σοφία του και την ευγλωττία του. Κατά παράκλησή των τότε έγραψε και το πολύκροτο έργο του «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται».
Σε ηλικία 80 ετών ολοκλήρωσε το λαμπρότερο του έργο, «Νόμων συγγραφή» ένα ολοκληρωμένο καταστατικό χάρτη, του ιδανικού κράτους, όπως το οραματιζόταν από τη νεότητά του. Τα μεγάλα θέματα που πραγματεύεται είναι το πολιτικό το ηθικό και το θρησκευτικό. Δυστυχώς δεν σώζεται ολόκληρο διότι ο αντίπαλος του Γεώργιος Σχολάριος όταν έγινε Πατριάρχης διέταξε την δια πυρός εξαφάνισή του.
Είναι φανερό ότι η αγωνία του εμπρός στην τραγική ιστορική συγκυρία είναι εκείνη που τον επηρέασε αποφασιστικά στο τολμηρό βήμα να εισηγηθεί μια νέα θρησκεία με βάση την «Νεοπλατωνική φιλοσοφία». Στο ίδιο έργο του διαφαίνεται ότι ο άνθρωπος πρέπει να δρα με κύριο όπλο τον «λογισμό». Στην δε φιλοσοφία αναθέτει την σπουδαία αποστολή να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τον θρησκευτικό δογματισμό και να δει κατάματα την αλήθεια.
Στο πολιτικό πραγματεύεται την «ιδανική πολιτεία» έχοντας ως πρότυπο την αρχαία Σπάρτη αλλά με Πλατωνική θεμελίωση. Σε αυτόν οφείλεται κατά κύριο λόγο η αναγέννηση των Πλατωνικών σπουδών στην Ιταλία, με επί κεφαλής τον μαθητή του Βησσαρίωνα. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ακόμα ένα πλήθος μικρότερων συγγραφών.
Πέθανε το 1452 ο θάνατος μόλις πρόλαβε το μέγα πένθος που θα δοκίμαζε ο φιλόσοφος από την οριστική πτώση της αυτοκρατορίας. Η φήμη του ήταν και έμεινε και στην Ιταλία μεγάλη, και το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι Σιγισμούνδος Μαλατέστα μετέφερε και εναπόθεσε τα οστά του μέσα σε ωραία λάρνακα στον καθεδρικό ναό της πατρίδος του. Εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα.