Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ: Βίοι Φιλοσόφων - Ἐπιμενίδης (1.111-1.115)

Ἐποίησε δὲ Κουρήτων καὶ Κορυβάντων γένεσιν καὶ θεογονίαν, ἔπη πεντακισχίλια, Ἀργοῦς ναυπηγίαν τε καὶ Ἰάσονος εἰς Κόλχους ἀπόπλουν ἔπη ἑξακισχίλια πεντακόσια.

[1.112] συνέγραψε δὲ καὶ καταλογάδην περὶ θυσιῶν καὶ τῆς ἐν Κρήτῃ πολιτείας καὶ περὶ Μίνω καὶ Ῥαδαμάνθυος εἰς ἔπη τετρακισχίλια. ἱδρύσατο δὲ καὶ παρ᾽ Ἀθηναίοις τὸ ἱερὸν τῶν Σεμνῶν θεῶν, ὥς φησι Λόβων ὁ Ἀργεῖος ἐν τῷ Περὶ ποιητῶν. λέγεται δὲ καὶ πρῶτος οἰκίας καὶ ἀγροὺς καθῆραι καὶ ἱερὰ ἱδρύσασθαι. εἰσὶ δ᾽ οἳ μὴ κοιμηθῆναι αὐτὸν λέγουσιν, ἀλλὰ χρόνον τινὰ ἐκπατῆσαι ἀσχολούμενον περὶ ῥιζοτομίαν.
Φέρεται δ᾽ αὐτοῦ καὶ ἐπιστολὴ πρὸς Σόλωνα τὸν νομοθέτην, περιέχουσα πολιτείαν ἣν διέταξε Κρησὶ Μίνως. ἀλλὰ Δημήτριος ὁ Μάγνης ἐν τοῖς Περὶ ὁμωνύμων ποιητῶν τε καὶ συγγραφέων διελέγχειν πειρᾶται τὴν ἐπιστολὴν ὡς νεαρὰν καὶ μὴ τῇ Κρητικῇ φωνῇ γεγραμμένην, Ἀτθίδι δὲ καὶ ταύτῃ νέᾳ. ἐγὼ δὲ καὶ ἄλλην εὗρον ἐπιστολὴν ἔχουσαν οὕτως·

[1.113] Ἐπιμενίδης Σόλωνι
Θάρρει, ὦ ἑταῖρε. αἰ γὰρ ἔτι θητευόντεσσιν Ἀθηναίοις καὶ μὴ εὐνομημένοις ἐπεθήκατο Πεισίστρατος, εἶχέ κα τὰν ἀρχὰν ἀεί, ἀνδραποδιξάμενος τὼς πολιήτας· νῦν δὲ οὐ κακὼς ἄνδρας δουλῶται· τοὶ μεμνάμενοι τᾶς Σόλωνος μανύσιος ἀλγιόντι πεδ᾽ αἰσχύνας οὐδὲ ἀνεξοῦνται τυραννούμενοι. ἀλλ᾽ αἴ κα Πεισίστρατος κατασχέθῃ τὰν πόλιν, οὐ μὰν ἐς παῖδας τήνω ἔλπομαι τὸ κράτος ἵξεσθαι· δυσμάχανον γὰρ ἀνθρώπως ἐλευθεριάξαντας ἐν τεθμοῖς ἀρίστοις δούλως ἦμεν. τὺ δὲ μὴ ἀλᾶσθαι, ἀλλ᾽ ἕρπε ἐς Κρήτην ποθ᾽ ἁμέ. τουτᾶ γὰρ οὐκ ἐσεῖταί τιν δεινὸς ὁ μόναρχος· αἰ δέ πη ἐπ᾽ ἀλατείᾳ ἐγκύρσωντί τοι τοὶ τήνω φίλοι, δειμαίνω μή τι δεινὸν πάθῃς.

[1.114] Καὶ οὗτος μὲν ὧδε. φησὶ δὲ Δημήτριός τινας ἱστορεῖν ὡς λάβοι παρὰ Νυμφῶν ἔδεσμά τι καὶ φυλάττοι ἐν χηλῇ βοός· προσφερόμενός τε κατ᾽ ὀλίγον μηδεμιᾷ κενοῦσθαι ἀποκρίσει μηδὲ ὀφθῆναί ποτε ἐσθίων. μέμνηται αὐτοῦ καὶ Τίμαιος ἐν τῇ δευτέρᾳ. λέγουσι δέ τινες ὅτι Κρῆτες αὐτῷ θύουσιν ὡς θεῷ· φασὶ γὰρ καὶ ‹προ›γνωστικώτατον γεγονέναι. ἰδόντα γοῦν τὴν Μουνιχίαν παρ᾽ Ἀθηναίοις ἀγνοεῖν φάναι αὐτοὺς ὅσων κακῶν αἴτιον ἔσται τοῦτο τὸ χωρίον αὐτοῖς· ἐπεὶ κἂν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτὸ διαφορῆσαι· ταῦτα ἔλεγε τοσούτοις πρότερον χρόνοις. λέγεται δὲ ὡς καὶ πρῶτος αὐτὸν Αἰακὸν λέγοι, καὶ Λακεδαιμονίοις προείποι τὴν ὑπ᾽ Ἀρκάδων ἅλωσιν προσποιηθῆναί τε πολλάκις ἀναβεβιωκέναι.

[1.115] Θεόπομπος δ᾽ ἐν τοῖς Θαυμασίοις, κατασκευάζοντος αὐτοῦ τὸ τῶν Νυμφῶν ἱερὸν ῥαγῆναι φωνὴν ἐξ οὐρανοῦ, Ἐπιμενίδη, μὴ Νυμφῶν, ἀλλὰ Διός· Κρησί τε προειπεῖν τὴν Λακεδαιμονίων ἧτταν ὑπ᾽ Ἀρκάδων, καθάπερ προείρηται· καὶ δὴ καὶ ἐλήφθησαν πρὸς Ὀρχομενῷ.
Γηρᾶσαί τ᾽ ἐν τοσαύταις ἡμέραις αὐτὸν ὅσαπερ ἔτη κατεκοιμήθη· καὶ γὰρ τοῦτό φησι Θεόπομπος. Μυρωνιανὸς δὲ ἐν Ὁμοίοις φησὶν ὅτι Κούρητα αὐτὸν ἐκάλουν Κρῆτες· καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ φυλάττουσι Λακεδαιμόνιοι παρ᾽ ἑαυτοῖς κατά τι λόγιον, ὥς φησι Σωσίβιος ὁ Λάκων.

Γεγόνασι δὲ καὶ Ἐπιμενίδαι ἄλλοι δύο, ὅ τε γενεαλόγος καὶ τρίτος ὁ Δωρίδι γεγραφὼς περὶ Ῥόδου.

***
Έγραψε για τη γένεση των Κουρήτων και των Κορυβάντων και μια Θεογονία, σε 5000 δακτυλικούς εξάμετρους στίχους· επίσης για την κατασκευή της Αργώς και για το ταξίδι του Ιάσονα στη χώρα των Κόλχων σε 6500 δακτυλικούς εξάμετρους στίχους.

[1.112] Έγραψε και σε πεζό λόγο για τις θυσίες και για το πολίτευμα της Κρήτης, επίσης για τον Μίνω και τον Ραδάμανθη σε 4000 σειρές. Έχτισε, επίσης, στην Αθήνα το ιερό των Σεμνών θεών, όπως λέει ο Αργείτης Λόβωνας στο έργο του Για τους ποιητές. Λένε επίσης ότι ήταν ο πρώτος που έκανε καθαρμούς σπιτιών και χωραφιών και ο πρώτος που ίδρυσε ιερά. Είναι και κάποιοι που λένε ότι δεν κοιμήθηκε, αλλ᾽ ότι έφυγε για ένα διάστημα μακριά από τους ανθρώπους και ασχολήθηκε με τη συλλογή φαρμακευτικών βοτάνων.
Παραδίδεται και μια επιστολή του προς τον νομοθέτη Σόλωνα, στην οποία γίνεται λόγος για το πολίτευμα που όρισε για τους Κρήτες ο Μίνωας, ο Δημήτριος όμως από τη Μαγνησία στο έργο του Για τους ομώνυμους ποιητές και πεζογράφους προσπαθεί να αποδείξει ότι η επιστολή είναι μεταγενέστερη και ότι δεν είναι γραμμένη στην κρητική, αλλά στην αττική διάλεκτο, και μάλιστα τη νεότερη. Εγώ, πάντως, βρήκα και μιαν άλλη επιστολή του, την ακόλουθη:

[1.113] Ο Επιμενίδης στον Σόλωνα
Θάρρος, φίλε μου. Αν ο Πεισίστρατος είχε επιτεθεί στους Αθηναίους, όταν αυτοί ήταν ακόμη σκλάβοι και δεν είχαν ακόμη κυβερνηθεί με καλούς νόμους, θα εξασφάλιζε για πάντα την εξουσία, εξανδραποδίζοντας τους πολίτες. Τώρα όμως δεν έχει υπόδουλους τιποτένιους ανθρώπους, αλλά ανθρώπους που θυμούνται με πόνο και ντροπή την προειδοποίηση του Σόλωνα και δεν πρόκειται να ανεχθούν την τυραννίδα. Αλλά και αν ακόμη ο Πεισίστρατος καταφέρει να μείνει κύριος της πόλης, εγώ δεν πιστεύω πως η εξουσία θα φτάσει στα παιδιά του: άνθρωποι που έζησαν ελεύθεροι κάτω από άριστους νόμους δύσκολο να βρεθεί τρόπος να μείνουν δούλοι. Όσο για σένα, μη γυρίζεις αποδώ και αποκεί· έλα στην Κρήτη, σ᾽ εμένα· εδώ δεν θα έχεις να φοβηθείς τύραννο. Αν, αντίθετα, κάπου στα ταξίδια σου πέσεις πάνω στους φίλους εκείνου, φοβούμαι μην πάθεις κανένα κακό.

[1.114] Αυτά εκείνος. Ο Δημήτριος, τώρα, λέει ότι κάποιοι αναφέρουν ότι ο Επιμενίδης πήρε από τις Νύμφες κάποιο έδεσμα και το φύλαγε στην οπλή ενός βοδιού· έπαιρνε από εκεί μια μικρή κάθε φορά ποσότητα και δεν είχε καμία κένωση, ούτε τον είδε ποτέ κανείς να τρώει. Τον μνημονεύει και ο Τίμαιος στο δεύτερο βιβλίο του έργου του. Κάποιοι λένε ότι οι Κρήτες τού προσφέρουν θυσίες, όπως σε θεό· γιατί λένε πως ήταν ικανότατος και στις προβλέψεις. Όταν, επί παραδείγματι, είδε την Μουνυχία στην Αθήνα, είπε ότι οι Αθηναίοι δεν ξέρουν πόσα κακά θα τους προξενήσει αυτή η τοποθεσία· αλλιώς, και με τα δόντια τους ακόμη θα την κατέστρεφαν. Όλα αυτά τα έλεγε τόσα χρόνια πριν από όσα συνέβησαν αργότερα. Λένε, επίσης, ότι ήταν ο πρώτος που αποκάλεσε τον εαυτό του Αιακό. Προείπε, επίσης, στους Σπαρτιάτες την άλωσή τους από τους Αρκάδες. Επίσης, προσποιήθηκε ότι επέστρεψε πολλές φορές στη ζωή.

[1.115] Ο Θεόπομπος διηγείται στα Θαυμαστά του ότι, όταν έχτιζε ναό για τις Νύμφες, ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό: «Επιμενίδη, όχι για τις Νύμφες, αλλά για τον Δία»· ακόμη ότι προέβλεψε την ήττα των Λακεδαιμονίων από τους Αρκάδες, όπως το είπαμε πρωτύτερα· και πράγματι, κατατροπώθηκαν κοντά στον Ορχομενό.
Γέρασε σε τόσες μέρες όσα ήταν τα χρόνια που κράτησε ο ύπνος του στη σπηλιά: το λέει ο Θεόπομπος. Ο Μυρωνιανός στα Όμοιά του λέει ότι οι Κρήτες τον ονόμαζαν Κούρητα. Το σώμα του, ύστερα από κάποιον χρησμό, το φυλάγουν στον τόπο τους οι Λακεδαιμόνιοι, όπως λέει ο Σωσίβιος από τη Λακωνία.

Υπήρξαν και άλλοι δύο Επιμενίδες: ένας αυτός που έγραψε γενεαλογίες και τρίτος αυτός που έγραψε για τη Ρόδο σε δωρική διάλεκτο.

Πυθαγόρειοι και Ελεάτες: Πυθαγόρας - Παρμενίδης - Ζήνων - Εμπεδοκλής - Αναξαγόρας

Με τη θεωρία της Φωτιάς, ενισχυμένη από την πιο αμείλικτη αμφισβήτηση κάθε αξίας που είχε θεμελιωθεί μυθικά και όχι επιστημονικά, ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) έφερε τον υλοζωισμό στην κριτικότερη έκφρασή του. Προεκτείνοντας τα διδάγματα των παλαιοτέρων του, θεώρησε το σύμπαν ως φωτιά, που μετατρέπεται, σε ποικίλες μορφές, χωρίς ποτέ να χάνει την ταυτότητά της. Έτσι ο Ηράκλειτος δίδαξε ότι «τον κόσμο τούτο, τον ίδιο για όλους γενικά, ούτε θεός ούτ’ άνθρωπος τον έκανε, μα ήταν πάντα και είναι και θα ‘ναι πυρ αείζωο, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο». Η φωτιά, είπε, εξηγώντας τη δομή και τη λειτουργία του κόσμου, μετατρέπεται πρώτα σε θάλασσα και της θάλασσας το μισό σε γη και τ’ άλλο μισό σε ρεύματα. Όλα αυτά με τη σειρά ξαναγίνονται φωτιά. Κάθε μεταστοιχείωση, κατά τον Ηράκλειτο, γίνεται «εις τον αυτόν λόγον», πράγμα που σημαίνει ότι το σταθερό ποσό της μάζας και η αυτορυθμιζόμενη ισορροπία της φύσης βρίσκουν τη μαθηματική διατύπωσή τους. Τα μεταξύ τους αντίθετα, όπως εξήγησε αυτός ο φιλόσοφος, δεν είναι αυθυπόστατες ουσίες αλλά διαφορετικά φανερώματα της φωτιάς. Το ον, λέει, συμφωνεί και διαφωνεί μόνο με τον εαυτό του, το σύμπαν είναι δομημένο με συναρμογή από αντίρροπες δυνάμεις, και αυτό είναι η «παλίντονος» ή «παλίντροπος αρμονία». Ευνόητο είναι ότι με μια τέτοια έννοια του σύμπαντος άνοιγε πια ο δρόμος για να μελετηθούν η ταυτότητα και η ετερότητα, ο χώρος και ο χρόνος, η κίνηση και η σχέση, το συνεχές και η διαιρετότητα της ύλης ως ειδικά προβλήματα. Μια από τις γνωστές «θέσεις» του Ηρακλείτου είναι ότι όλα στον κόσμο μεταβάλλονται ασταμάτητα («πάντα χωρεί και ουδέν μένει», κατά τη μαρτυρία του Πλάτωνα). Η θέση αυτή έγινε αφετηρία για τη νεότερη διαλεκτική θεωρία, με την προσθήκη ότι η κίνηση προκαλείται από δυνάμεις που ενυπάρχουν στην πραγματικότητα.
 
Πυθαγόρειοι και Ελεάτες
 
Η φυσιοκρατική επανάσταση του υλοζωισμού, που ξεκίνησε με τους Ίωνες στη Μικρά Ασία, επηρέασε, τόσο με τα κριτήριά της όσο και με τις θέσεις της, όχι μόνο τη συνέχεια της ίδιας της κοσμολογίας αλλά και άλλα πνευματικά ρεύματα της εποχής της, επιστημονικά και θρησκευτικά, καλλιτεχνικά και πολιτικά. Σε πολλά κείμενα, ποιητικά και θεολογικά, διαπιστώνουμε την επίδραση που άσκησαν οι υλοζωιστές στη σκέψη των συγχρόνων τους και των μεταγενεστέρων (Φερεκύδης ο Σύριος, Ξενοφάνης, Πυθαγόρειοι κ.ά.). Ωστόσο η «Ιωνική επανάσταση» γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη «Δωρική αντεπανάσταση». Απόψεις θεοκρατικές, αριστοκρατικές και πουριτανικές, προερχόμενες από τον κατωιταλικό ελληνισμό, εκπροσωπήθηκαν από τους Ορφικούς και τους Πυθαγορείους. Αυτοί, με αρχηγό τον Πυθαγόρα (570-496 π.Χ.), αποπειράθηκαν να διαγράψουν ή, οπωσδήποτε, να μειώσουν τη σημασία της κοσμογνωσίας που πρόσφερε ο υλοζωισμός και μεθόδευαν το εγχείρημά τους, υποτάσσοντας το φυσικό κόσμο σε μια υπερβατική πραγματικότητα και προβάλλοντας πάνω στην έννοια του φυσικού σώματος μεταφυσικές δοξασίες σχετικές με την ψυχή. Με αυτούς η ενότητα του κόσμου, η κατακτημένη θεωρητικά από τους υλοζωιστές, διασπάστηκε σε αντιθετικά ζεύγη, η υλοζωισπκή ουσία χωρίστηκε σε σώμα και ψυχή και η σχέση του ειδικού με το γενικό παρουσιάστηκε ως σχέση του φαινομενικού με το πραγματικό. Η ιωνική σκέψη πέτυχε άμεσα προσβάσεις στο στρατόπεδο του αντιπάλου, αφού οι Πυθαγόρειοι αντικειμενικά αδυνατούσαν να ξεφύγουν από τους υλοζωιστικούς προσδιορισμούς. Στη μελέτη του φυσικού κόσμου όμως οι Πυθαγόρειοι πρόσεχαν τους αριθμούς περισσότερο από τα σώματα, δηλαδή τις σχέσεις περισσότερο από τις ουσίες. Έτσι αυτοί έδωσαν στην ιωνική κοσμολογία τη δική τους έκφραση, τη μαθηματική και μαζί μυστικιστική.
 
Τα κριτήρια αυτής της κίνησης φαίνονται καθαρά στο ακόλουθο πυθαγορικό κείμενο, που σχεδόν θεοποιεί τους αριθμούς: «Να θεωρούμε πρέπει τα έργα και την ουσία του αριθμού κατά τη δύναμη που είναι στη δεκάδα- μεγάλη δηλαδή είναι η δύναμη και παντελής και παντουργός και θείου και ουράνιου βίου και ανθρώπινου αρχή και οδηγός κτλ.· και χωρίς αυτήν τα πάντα είναι άπειρα και άδηλα και αφανή κτλ. Ψεύδος κανένα δε δέχεται η φύση του αριθμού κτλ.».
 
Ελεάτες. Ο υπερβατικός χαρακτήρας του όντος. Χωρισμός του ενιαίου κόσμου. Αντιδράσεις και διάλογος
 
Οι Ελεάτες βασίστηκαν γενικά στις κατακτήσεις της ελληνικής κοσμολογίας, τόσο στην ιωνική της μορφή όσο και στη δωρική. Αρχηγός τους ήταν ο Παρμενίδης (515-440 π.Χ.) από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας, από όπου οι Ελεάτες ονομάστηκαν έτσι. Ο Παρμενίδης στηρίζεται στη μαθηματική σκέψη των Πυθαγορείων, αλλά η θεωρία του εκδηλώνεται κυρίως ως αντίδραση στο γεμάτο κινητικότητα σύστημα του Ηράκλειτου. Ο Ηράκλειτος είχε αναγνωρίσει το ον στο «αείζωον πυρ», που μεταμορφώνεται ολοένα και παίρνει, αυτό μόνο του, όλες τις μορφές που φανερώνονται μέσα στη φύση.
 
Ο Παρμενίδης δέχτηκε τη μοναδικότητα, την ενότητα και την αιωνιότητα του ηρακλειτικού όντος, αδυνατούσε όμως να δεχτεί την κινητικότητα και τη μεταβλητότητά του. Έτσι ο Παρμενίδης όρισε το ον ως «εν, συνεχές, τετελεσμένον, έμπλεον, ακίνητον, άναρχον, άπαυτον, ταυτόν, έμπεδον, ίσον» κτλ. Με μια πρωτόγονη συλλογιστική απέκλειε την αρχή και το τέλος, τη γένεση και το θάνατο, την αύξηση και τη φθορά, την κίνηση και τη μεταβολή, τη διαιρετότητα και την ασυνέχεια του όντος. Από αυτή τη θέση ο Παρμενίδης, εξήγησε το φυσικό κόσμο ως φαινομενικό κόσμο.
 
Το Ον του Παρμενίδη, ως έννοια μεταφυσική, έχει ρίζες στη γενικότερη μυστικιστική και θεοκρατική παράδοση της προεπιστημονικής κοινωνίας. Οι μαθητές του Παρμενίδη Ζήνων και Μέλισσος υπερασπίστηκαν τη θεωρία του στην επιμέρους προβληματική της, αναπτύσσοντας κυρίως τη συλλογιστική του, που επιχειρούσε να δείξει λογικά αδύνατη την αρχή και το τέλος, τη γένεση και το θάνατο, την αύξηση και τη φθορά, την κίνηση και τη μεταβολή, τη διαιρετότητα και την ασυνέχεια του όντος. Για να αποδείξει ότι η κίνηση και η πολλαπλότητα δεν υπάρχουν, ο Ζήνων εισήγαγε την «επ’ άπειρον τομήν»: αν τα πράγματα ήταν διαιρετά, η διαιρετότητά τους θα μπορούσε να προεκταθεί στο διηνεκές του χρόνου. Αν όμως συνέβαινε αυτό, τότε το κάθε πράγμα θα ήταν ταυτόχρονα απείρως μεγάλο (λόγω του αριθμού των τμημάτων του) και απείρως μικρό (λόγω του αμελητέου μεγέθους των επιμέρους τμημάτων).
 
Οι Πυθαγόρειοι και οι Ελεάτες από ιστορική άποψη είχαν ανταποκριθεί έγκαιρα στην ανάγκη να εξηγηθεί η γένεση των όντων σε αναφορά προς την ουσία τους. Με την προσπάθειά τους να κατανοήσουν αυτή τη σχέση, έφεραν στην επιφάνεια πλήθος γνήσια προβλήματα της φυσικής. Θέλοντας όμως να δώσουν κάποια ικανοποιητική απάντηση στο εμπειρικά απρόσιτο θέμα του μετασχηματισμού της ουσίας, χώρισαν τον ενιαίο κόσμο σε πραγματικό και σε φαινομενικό. Έτσι προκάλεσαν τη διάσπαση της έννοιας της υλοζωιστικής ουσίας σε ύλη και σε ενέργεια και, επομένως, οδήγησαν στη γένεση της πνευματοκρατίας και του υλισμού.
 
Συνδυαστικοί
 
Η ελεατική θεωρία προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις σε διαφορετικά πεδία έρευνας, που από τότε ακριβώς αυτονομήθηκαν και εξελίχθηκαν σε ειδικούς κλάδους της φιλοσοφίας και της επιστήμης: στο γνωσιοθεωρητικό και το λογικό, στο οντολογικό και το μεταφυσικό, στο φυσικό και το μαθηματικό. Σημειώσαμε ήδη ότι με τον Ηράκλειτο άνοιγε ο δρόμος για να μελετηθούν η ταυτότητα και η ετερότητα, ο χώρος και ο χρόνος, η κίνηση και η σχέση, η συνεχεία και η διαιρετότητα της ύλης. Η ελεατική θέση, πέρα από την αποδοχή ή την άρνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει με την αποξένωσή της από την εμπειρική πραγματικότητα, έφερε στην επιφάνεια όλα αυτά τα ειδικά προβλήματα, όξυνε τη φύση τους στο έπακρο και έκανε επιτακτική την ανάγκη να δοθεί απάντηση σ’ αυτά. Διαφορετικά, η ελληνική σκέψη, φυσιοκρατική ή υπερβατική, κινδύνευε να γυρίσει πίσω στο μύθο. Ο διάλογος που ακολούθησε κορύφωσε τη σύγκρουση του δωρικού με το ιωνικό πνεύμα και η «γιγαντομαχία περί της ούσίας» δεν ήταν παρά μια φάση της αντιπαράθεσής τους, σε επίπεδο επιστημονικού – φιλοσοφικού στοχασμού.
 
Στο πεδίο της φυσικής, προτού η ελεατική θέση αντιμετωπιστεί από τους Ατομικούς, εκδηλώθηκαν τάσεις συγκερασμού των υλοζωισπκών διδαγμάτων με τα πυθαγορικά και ελεατικά. Η ακραία θέση του Παρμενίδη ότι ο φυσικός κόσμος είναι μόνο «βροτών δόξαι», δηλαδή ούτε καν «όψις αδήλων», μολονότι αιτιολογημένη από την ανεπάρκεια των αισθήσεων και το ανεξήγητο του μεταβολισμού τής εμπειρικά και λογικά δεδομένης ουσίας, δε βρήκε αποδοχή πουθενά, ούτε καν στις πνευματοκρατικές σχολές. Αυτό ακριβώς έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη να εξηγηθεί ικανοποιητικά η γένεση αναφορικά με την ουσία.
 
Μέσα σ’ αυτή την ένταση ο Εμπεδοκλής (494-434 π.Χ.) πρότεινε μια σύνθεση, με την οποία επιχειρούσε να συγκεράσει τις διιστάμενες απόψεις και συγκεκριμένα από τη μια να αξιοποιήσει και να δικαιώσει ιστορικά τις κυριότερες θέσεις της ιωνικής φυσικής και της ελεατικής οντολογίας και από την άλλη να εξηγήσει το μεταβολισμό της ουσίας, που βέβαια ήταν αυτονόητος για το υλοζωιστικό κριτήριο, αλλά είχε καταντήσει προβληματικός με τη νέα συλλογιστική. Έτσι ο Εμπεδοκλής, συνδυάζοντας τις κυριότερες κοσμολογικές αρχές που είχαν προταθεί ως την εποχή του, δίδαξε ότι το σύμπαν συντίθεται και αποσυντίθεται από τέσσερα καθαυτά αμετάβλητα «ριζώματα», δηλαδή το νερό και τη γη, τον αέρα και τη φωτιά. Πάνω σ’ αυτή την πολυαρχική βάση, τη σύμφωνη με τις γενικότερες απαιτήσεις της κοινωνίας της εποχής του, ο Εμπεδοκλής εξήγησε κάθε γένεση και φθορά ως «μίξιν» και «διάλλαξιν» από τα τέσσερα καθεαυτά αμετάβλητα «ριζώματα», σε διαφορετικές αναλογίες και σχέσεις για την κάθε μορφοπλασία. Με αυτό τον τρόπο ο Εμπεδοκλής δικαίωνε βέβαια την ελεατική θέση ότι το ον καθεαυτό δε μεταβάλλεται, αλλά ταυτόχρονα εξηγούσε και τη φυσική γένεση και φθορά. Και την εξηγούσε όχι πια ως φαινομενική διεργασία, όπως δογμάτιζαν οι Ελεάτες, αλλά ως διεργασία πραγματική σε σχέση με το ον. Τη θέση αυτή αργότερα αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα οι Ατομικοί.
 
Η σύνθεση του Εμπεδοκλή - Αναξαγόρας
 
Αφού ο Εμπεδοκλής έδωσε τη δική του εξήγηση για τη σύσταση της ύλης και τη δομή των μορφών του κόσμου, επιχείρησε να αιτιολογήσει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η «μίξις» και η «διάλλαξις», δηλαδή επιχείρησε να εξηγήσει το μεταβολισμό της ουσίας με βάση την κίνηση. Η κίνηση, ενώ για τους υλοζωιστές ήταν σύμφυτη με το «αείζωον» δομικό υλικό του σύμπαντος, για την οντολογία των Ελεατών ήταν αδιανόητη (αφού πίστευαν ότι το ον είναι αμετάβλητο) και γι’ αυτό είχε θεωρηθεί φαινομενική. Έτσι ο Εμπεδοκλής, έχοντας ως δεδομένο την «παλίντροπον αρμονίαν» του Ηρακλείτου, εισηγήθηκε το «νείκος» και τη «φιλότητα» ως δυνάμεις που έλκουν και απωθούν τα «ριζώματα». Με τον τρόπο αυτό, περιέγραψε το σύμπαν ως ακίνητο στο σύνολό του, κατά το ελεατικό πρότυπο, αλλά ως κινούμενο στα μέρη του, κατά το ηρακλειτικό πρότυπο. Χωρίζοντας όμως τις κοσμογονικές δυνάμεις («νείκος» – «φιλότης») από τα φυσικά στοιχεία («ριζώματα»), ο Εμπεδοκλής διαιώνιζε τη διάσπαση της έννοιας της ουσίας σε ύλη και ενέργεια.
 
Σ’ αυτό το πλαίσιο κινήθηκε και ο Αναξαγόρας (500-428 π.Χ.). Αφετηρία της προβληματικής του πάνω στο μεταβολισμό της ουσίας ήταν η απορία του για τη θρέψη: δεν του φαινόταν δηλαδή ευεξήγητο πώς από την τροφή που εισάγουμε στο σώμα διαμορφώνονται πράγματα που πριν δεν υπήρχαν, σάρκα από μη σάρκα, κόκαλα από μη κόκαλα κτλ. Ότι βέβαια από το τίποτα δεν μπορεί να γίνει τίποτα, αυτό ήταν αξίωμα ήδη πριν από τη γέννηση της φιλοσοφίας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση οι παλαιότεροι υποστήριζαν την αφθαρσία της ύλης και εξηγούσαν τη γένεση ως αλλοίωση. Επιπλέον, ο Παρμενίδης είχε δείξει ότι το ον δε μεταβάλλεται. Με αυτά τα δεδομένα, ο Αναξαγόρας ανέτρεξε στην υλοζωιστική παράδοση, και ειδικότερα στον Αναξίμανδρο, που είχε θέσει ως κοσμολογική αρχή την αδιαμόρφωτη μάζα του «άπειρου» και έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η ύλη απαρτίζεται από μόρια κάθε είδους, μορφής, σχήματος, μεγέθους και αριθμού. Και ότι σε κάθε φυσικό σώμα υπάρχουν μόρια κάθε είδους («έν παντί παντός μοίρα ένεστι») (το νερό π.χ. και το ψωμί περιέχουν στοιχεία της ίδιας φύσης με το σώμα μας, άρα δεν υπάρχουν απλά στοιχεία, «ριζώματα»). Τέλος δέχτηκε ότι κάθε σώμα χαρακτηρίζεται μόνο από την επικρατούσα μέσα σ’ αυτό ομάδα από ομοειδή μόρια. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, αλλά και με μια πάγια ήδη προσωκρατική αντίληψη, το ποσό της ύλης παραμένει για τον Αναξαγόρα σταθερό και ό,τι λέμε γένεση και φθορά δεν είναι παρά πρόσμειξη των μορίων της ύλης σε διαφορετικούς συνδυασμούς και σε διαφορετικές αναλογίες κάθε φορά. Όταν ο Αναξαγόρας ανταποκρίθηκε στην απορία για τη σύσταση της ύλης, χρειάστηκε να εξηγήσει και τις διεργασίες της γένεσης, κυρίως όμως την κινητήρια και μορφοπλαστική δύναμη του κόσμου. Ο Αναξαγόρας πάνω σ’ αυτό σκέφτηκε περίπου όπως ο Εμπεδοκλής και υπέθεσε ως αίτιο για την κίνηση το Νου, που γι’ αυτόν ήταν ουσία εντελώς ξεχωριστή από τα «ομού πάντα» συστατικά της ύλης. Έτσι όμως έδωσε συνέχεια στη διάσπαση της έννοιας της ουσίας σε ύλη και ενέργεια.

Η ευτυχία είναι προσωπική ευθύνη του καθενός

Δεν βρίσκω κάποια αναγκαία σχέση ανάμεσα στις περιστάσεις της ζωής ενός ανθρώπου και τη βαθμίδα όπου βρίσκεται στην κλίμακα της ευτυχίας. Αν οι εξωτερικές περιστάσεις προσδιόριζαν από μόνες τους την ευτυχία, τότε το θέμα θα ήταν απλό (δεν θα ήταν τόσο περίπλοκο). Θα ήταν αρκετό, δηλαδή, να γνωρίζουμε τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής ενός ανθρώπου για να ξέρουμε αν είναι ευτυχισμένος.

Μπορούμε να παίξουμε ένα παιχνίδι: να προβλέψουμε την ευτυχία σύμφωνα με δύο απλές αξιολογήσεις:

Αν στον άνθρωπο συμβαίνουν Καλά Πράγματα => Είναι Ευτυχισμένος.
Αν στον άνθρωπο συμβαίνουν Άσχημα Πράγματα => Είναι Δυστυχισμένος.

Απ’αυτό θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει- με δεδομένη την τυχαία κατανομή τουλάχιστον των κακών πραγμάτων-, ότι η ευτυχία είναι θέμα απλής συγκυρίας. Ένα συμπέρασμα λανθασμένο και παιδαριώδες ή, ακόμη χειρότερα, σχεδιασμένο κακοπροαίρετα για ν’αποφύγει κανείς τις ευθύνες.

Ωστόσο, τίποτα δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να δεχτούμε πως η ευτυχία είναι προσωπική ευθύνη του καθενός. Η πιο σημαντική ίσως απ’όλες μας τις ευθύνες, αφού η αναζήτηση αυτή δεν αποτελεί απλώς αντικειμενικό σκοπό του ανθρώπου, αλλά είναι, επίσης, ένα από τα χαρακτηριστικά που τον προσδιορίζουν.

Άντρες και γυναίκες, σ’όλα τα μήκη και πλάτη της γης, επιθυμούμε την ευτυχία. Προσπαθούμε με όλη μας τη δύναμη- και έχουμε κάθε δικαίωμα-, να καταφέρουμε να γίνουμε ευτυχισμένοι.
Ακόμη καλύτερα: έχουμε υποχρέωση να εμμένουμε σ’αυτήν την επιδίωξη.

Ο παράγων Ε
Eίναι πιο εύκολο- πολύ πιο εύκολο-, να είναι κανείς δυστυχισμένος, παρά ευτυχισμένος.

Όταν αισθάνομαι δυστυχισμένος, λέω στον εαυτό μου ότι ακολουθώ τον εύκολο δρόμο- αφήνω κάποια γεγονότα να με απομακρύνουν από τον στόχο μου.

Η ευτυχία, αντίθετα, είναι κάτι για το οποίο πρέπει ν’αγωνιστούμε- δεν είναι ένα απλό συναίσθημα που προέρχεται από το γεγονός  ότι μας συνέβη κάτι καλό.

Συμφωνώ όμως απόλυτα, ότι το αν θα είμαστε ή όχι ευτυχισμένοι φαίνεται πως εξαρτάται πολύ περισσότερο από εμάς τους ίδιους παρά από τα εξωτερικά γεγονότα.

Θα προσπαθήσω να δείξω πως ο καθένας μας είναι φορέας του βασικού (αν και όχι μοναδικού) παράγοντα που καθορίζει τον βαθμό της ευτυχίας του. Ενός παράγοντα μεταβλητού από άτομο σε άτομο, ο οποίος μεταβάλλεται επίσης σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του ίδιου ανθρώπου, και τον οποίο θα ονομάσω, έτσι αυθαίρετα: Παράγοντα Ε.

Ακόμη και με κίνδυνο να τον απλοποιώ υπερβολικά, θα τον ορίσω, βασικά, ως το άθροισμα τριών σημαντικών στοιχείων:

Ι. Του ελέγχου- μέχρις ενός ορισμένου σημείου-, και της συνείδησης της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σ’εμένα και το περιβάλλον.
Δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένος αν δεν γνωρίζω ότι μετέχω ενεργά σε όλα όσα μου συμβαίνουν.
ΙΙ. Μιας ψυχικής στάσης που μου επιτρέπει να αποφεύγω την απογοήτευση και τη θλίψη.
Δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένος αν χάνω το θάρρος μου κι εγκαταλείπω την προσπάθεια στην πρώτη δυσκολία.
ΙΙΙ. Της προσπάθειας ν’αποκτήσω γνώσεις και σοφία.

Δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένος αν καταφεύγω στην αμάθεια εκείνων που δεν θέλουν καν να ξέρουν ότι είμαι αμαθείς.

Είναι προφανές, λοιπόν, πως αυτό το βιβλίο εστιάζει περισσότερο στην ιδέα της ευτυχίας ως στάση ζωής, παρά την ανάλυση του βαθύτερου συναισθήματος.

Θεωρώ σημαντικό να το ξεκαθαρίσω αυτό εξαρχής, γιατί ακούω ότι ο περισσότερος κόσμος μιλάει για να την ευτυχία σαν να ήταν συνώνυμο της χαράς, ενώ εγώ είμαι σίγουρος ότι δεν είναι έτσι.

Ο Σταυρός του Αίνστάιν – Ένα κβάζαρ στην άκρη του σύμπαντος

Einstein_CrossΟ λεγόμενος «Σταυρός του Αϊνστάιν» είναι ένα παράδειγμα της επενέργειας βαρυτικού φακού. Σε αυτή την περίπτωση, το βαρυτικό πεδίο του γαλαξία Zwicky 2237+030 κάμπτει το φως που προέρχεται από το κβάζαρ QSO 2237+0305 ή QSO 2237+030 και που κατευθύνεται προς το μέρος μας, με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται στα τηλεσκόπια των αστρονόμων ένα τετραπλό είδωλο του κβάζαρ που σχηματίζει ένα σχεδόν τέλειο σταυρό (με τον γαλαξία στο κέντρο του), από όπου και πήρε αυτή του την ονομασία (οι βαρυτικοί φακοί προβλέπονται από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν). Το καθένα από τα 4 «υποείδωλα» μπορεί να μεταβάλλει για λίγο τη φωτεινότητά του ως αποτέλεσμα επιπρόσθετης προσωρινής βαρυτικής μικροεστιάσεως (microlensing) από μεμονωμένους αστέρες του γαλαξία.
 
Ο Σταυρός του Αϊνστάιν είναι ένα κβάζαρ που με τη βοήθεια ενός βαρυτικού φακού γίνεται τετραπλό είδωλo, που σχηματίζουν ένα σχεδόν τέλειο σταυρό (εξ ου και το όνομά του), με τον γαλαξία που παίζει το ρόλο του φακού στο κέντρο του.
 
Το κβάζαρ αυτό βρίσκεται περίπου 8 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη, ενώ ο γαλαξίας-φακός βρίσκεται σε απόσταση 400 εκατομμύρια έτη φωτός. Και οι δύο βρίσκονται στον αστερισμό του Πήγασου. Ο Σταυρός του Αϊνστάιν είναι γνωστός και ως Huchra’s Lens, ονομασία που φέρει το όνομα του Αμερικανού αστρονόμου John Huchra, ο οποίος τον ανακάλυψε.
 
Πολλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι τα κβάζαρ τροφοδοτούνται από γιγάντιες μαύρες τρύπες οι οποίες τρέφονται με το γειτονικό τους αέριο. Το αέριο αφού παγιδεύτηκε στην ισχυρή βαρύτητα της μαύρης τρύπας συμπιέζεται και θερμαίνεται σε εκατομμύρια βαθμούς, εκπέμποντας έτσι ένα έντονο φως και / ή ενέργεια σε ραδιοκύματα. Τα περισσότερα κβάζαρ παραμονεύουν στο εξωτερικά όρια του σύμπαντος, πάνω από ένα δισεκατομμύριο έτη φωτός μακριά.
 
Οι μαύρες τρύπες που δημιουργήθηκαν στις απαρχές του σύμπαντος μπορεί να είναι η αιτία για την δημιουργία των κβάζαρ, όπως ο Σταυρός του Αϊνστάιν. Δηλαδή τα πολύ φωτεινά, ενεργητικά κέντρα των μακρινών γαλαξιών που μπορεί να είναι και ένα τρισεκατομμύριο φορές φωτεινότερα από τον ήλιο μας.
 
 Υπάρχουν, επίσης, ισχυρές αποδείξεις ότι στο κέντρο του κάθε γαλαξία κατοικεί και μια υπερμεγέθης μαύρη τρύπα, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας Γαλαξία.

Τα Αδιέξοδα του Θαυμαστού Νέου Κόσμου

Αποτέλεσμα εικόνας για go ask alice i think she ll knowΌταν ο Άλντους Χάξλεϋ έγραφε το «Θαυμαστό Νέο Κόσμο» δεν κοιτούσε απλώς το μέλλον, κοιτούσε την ανθρωπότητα με τρόπο απογυμνωτικό κι ανελέητο. Το ανθρώπινο είδος, σαν σε μικροσκόπιο εργαστηρίου, φαίνεται τόσο προβλέψιμο, τόσο χοντροκομμένο, που η πορεία του μοιάζει προδιαγεγραμμένη στο βαθμό του αυτονόητου. Το μεγαλείο του Χάξλεϋ δεν περιορίζεται στην επιτυχημένη, σε βαθμό προφητείας, μελλοντολογική τοποθέτηση της ανθρώπινης μοίρας, αλλά στη φυσικότητα που αποδίδεται.

Ο απόλυτος παραλογισμός του ανθρώπου ρέει τόσο ομαλά, τόσο ανεπιτήδευτα, τόσο αδιαπραγμάτευτα λογικά, σαν ανόθευτη αλήθεια, σαν απαρασάλευτη τάξη υπεράνω κάθε συζητήσεως. Σαν ιατρική γνωμάτευση σε μελλοθάνατο, με το απαράμιλλο κύρος των εργαστηριακών εγγυήσεων. Κάπως έτσι παίρνει διαστάσεις ντοκουμέντου που όμως εντελώς ανορθόδοξα δεν αφορά το παρελθόν αλλά το απώτερο μέλλον. Ο Χάξλεϋ δεν φαίνεται να μελετά τη ροή της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά την καθαυτό ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία που κινείται στα πλαίσια συγκεκριμένων συμπεριφορών που καθορίζονται από πανομοιότυπες επιθυμίες.

Η εκπλήρωση των επιταγών της ευτυχίας και το πάθος του ανθρώπου να βιώσει την προσωπική ελευθερία γυρίζουν εναντίον του, τον εγκλωβίζουν, τον απομονώνουν, τον οδηγούν στο απάνθρωπο. Η ανθρώπινη ελευθερία ορίζεται μόνο από κατά συνθήκη ελευθερίες, που έχουν συγκεκριμένες και χειροπιαστές σταθερές και που μοιραία γίνονται δεσμά κι αυτοαναιρούνται. Ο Χάξλεϋ μελετώντας τους ανθρώπους αντιλαμβάνεται ότι το από κοινού αίσθημα περί ελευθερίας εστιάζει στην ελευθερία της κατανάλωσης, στην ελευθερία της ανά πάσα στιγμής εκπλήρωσης της προσωπικής βούλησης, δηλαδή στην έλλειψη περιττών υποχρεώσεων, και την ελευθερία της προσωπικής ασφάλειας. Σ’ αυτό το τρίπτυχο εστιάζει ο Χάξλεϋ παρουσιάζοντας το μελλοντικό «Νέο Κόσμο» να χτίζεται ακριβώς πάνω σ’ αυτές τις δομές ευτυχίας με τρόπο ωμό κι αδυσώπητο.

Δείχνοντας τις διαθέσεις του από την αρχή επιλέγει ως πρώτη εικόνα το εργαστήριο που είναι υπεύθυνο για τις γεννήσεις. Σε καθεστώς πλήρους αποστείρωσης, παρακολουθούμε τους εργαζόμενους νοσηλευτές να φροντίζουν τα μωρά στις κοιτίδες τους που αναπτύσσονται με απαρασάλευτο, νοσηρό προγραμματισμό. Παρακολουθούμε τον απόλυτο έλεγχο γεννήσεων. Τα παιδιά είναι αποκλειστικά εργαστηριακή υπόθεση, οι εγκυμοσύνες απαγορεύονται δια νόμου – ως εκ τούτου οικογένειες δεν υπάρχουν – και φυσικά μόνο κατόπι παραγγελίας από τον υπεύθυνο κρατικό μηχανισμό. Από θέση αρχής χωρίζονται σε κατηγορίες.

Οι λιγότεροι σε αριθμό είναι οι προικισμένοι πνευματικά και οι περισσότεροι οι χειρώνακτες. Τα νούμερα καθορίζονται από τις ανάγκες της κοινωνίας. Τα μεγάφωνα παίζουν χαμηλόφωνα τραγουδάκια που υμνούν την κατανάλωση, του τύπου «την παλιά μου μπλούζα δεν τη θέλω, θέλω μόνο την καινούρια» ή «τα πράγματά μου τα πετάω για να πάρω άλλα» κτλ. Κάπως έτσι εξασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη, αφού δεν υπάρχει ούτε υπερπληθυσμός, ούτε ανεργία, ούτε η αδηφάγα ανταγωνιστικότητα που αλλοτριώνει τους ανθρώπους στα πλαίσια της επιβίωσης.

Εξάλλου, με τη μεθοδική πλύση εγκεφάλου αποφεύγεται και το συγκρουσιακό της διαφορετικότητας, αφού κάθε ομάδα νεογέννητων διαποτίζεται αλάθευτα από τα ιδανικά που πρέπει να υπηρετήσει. Όμοιοι άνθρωποι σε απόλυτη κοινωνική αρμονία με εξασφαλισμένη πληθώρα αγαθών σε ονειρική συμβίωση. Ένας καλοκουρδισμένος, επίγειος παράδεισος. Γιατί όμως οι άνθρωποι ασφυκτιούν; Γιατί καταπίνουν συνεχώς χαπάκια ευτυχίας; Γιατί και πάλι καταλήγουμε στη φρενίτιδα, τη νεύρωση και την τρέλα;

Εντελώς απροσδόκητα εμφανίζεται ο Άγριος επιβεβαιώνοντας τις φήμες για την ύπαρξη μιας άγριας φυλής που κατοικεί κάπου μακριά. Φήμες που κινούνταν πάντα κάτω από τα νέφη της απροσδιοριστίας και της ασάφειας του απόμακρου. Φήμες που μιλούσαν για μια κοινωνία ζούγκλας, με ανθρώπους αχαλίνωτους, που καυγάδιζαν και πολλές φορές εγκληματούσαν, που διατηρούσαν οικογένειες και καθορίζονταν από την τύχη, που εμφάνιζαν αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, που παρέμεναν στο ζωώδες εκπροσωπώντας το από καιρό εξαφανισμένο απολίτιστο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Άνθρωποι ακατέργαστοι, καθόλου εκλεπτυσμένοι, πραγματικά αγρίμια, ενδεχομένως επικίνδυνοι.

Κι εδώ ξεκινά η σύγκρουση του παλιού με το καινούριο. Ο Άγριος περιφέρεται από υπεύθυνο σε υπεύθυνο σαν αρκούδα σε τσίρκο. Πραγματικά μαινόμενος αδυνατεί να προσαρμοστεί επιμένοντας στο πρωτόγονο και το ενστικτώδες, που δεν μπαίνει σε καλούπια και παραμένει απρόβλεπτο, φαινόμενο εξωφρενικό μέσα στον αρτηριοσκληρωτικό μηχανισμό του απαρέγκλιτου. Μια πραγματική βόμβα. Παρά τις αδυναμίες της παρουσίασής του (αδυναμίες που αναγνωρίζει κι ο ίδιος ο Χάξλεϋ) δημιουργεί επαρκώς τον αντίθετο πόλο που βαραίνει το Νέο Κόσμο.

Το ανθρώπινο συναίσθημα και το απροσδιόριστο της ανθρώπινης φύσης που έχει ανάγκη τους συνανθρώπους και που είναι αδύνατο να βιώσει την ατομική ευτυχία γιατί πολύ απλά ευτυχία μεμονωμένη είναι ευτυχία ανύπαρκτη. Ακόμα κι οι ανεπιθύμητες επιθετικές συμπεριφορές είναι αναπόσπαστες από την ανθρώπινη φύση που είναι καταδικασμένη να συγκρούεται και να συνυπάρχει σ’ ένα αντιφατικό δίπολο που όμως καθορίζει επακριβώς όλο το βάθος της πολυπλοκότητας της. Η κατάργηση αυτού του διπόλου στα πλαίσια του πολιτισμού δεν είναι παρά ευνουχισμός, δηλαδή δυστυχία, δηλαδή η άλλη όψη της βαρβαρότητας.

Τελικά ποιος είναι πιο βάρβαρος; Ο Άγριος με την ασημαντότητα της οχλοβοής του ή οι άνθρωποι του Νέου Κόσμου με τον εκλεπτυσμένο ακρωτηριασμό που ομαλοποιεί τη συνύπαρξη;

Ο Άγριος απαγγέλλει Σαίξπηρ
Οι κάτοικοι του Νέου Κόσμου τον αγνοούν καθώς τα βιβλία που εκφράζουν τα ανθρώπινα πάθη κρίνονται απαγορευμένα. Παρά τη χοντροκομμένη υπερβολή κρύβεται άλλη μια αλήθεια. Η τέχνη είναι συνυφασμένη με τα ανθρώπινα πάθη κι αυτό την καθιστά αιώνιο σύντροφο. Η εξωραϊστική τέχνη δεν είναι τέχνη και γι’ αυτό είναι καταδικασμένη εξ’ αρχής. Ο Άγριος όταν πια χάνει τελείως τον εαυτό του, κυριολεκτικά ένα βήμα πριν από τη συντριβή, καταφεύγει στην τέχνη. Ο Σαίξπηρ λειτουργεί ως ύστατο καταφύγιο, ως τελική αναπνοή κι επαναδιαπραγμάτευση. Μετά απ’ αυτό έρχεται το τέλος, όπως ήταν προδιαγεγραμμένο απ’ την αρχή. Το τέλος του Αγρίου δεν είναι τίποτε άλλο από το τέλος της ανθρωπότητας που πλέον αλλάζει μορφή χάνοντας κάθε υπόσταση. Γίνεται Θαυμαστός Νέος Κόσμος.

Και κάπως έτσι τα πράγματα για τον αναγνώστη γίνονται απλά. Φυσικά και συμπαθούμε τον Άγριο, φυσικά κι απεχθανόμαστε το Νέο Κόσμο με την άκρατα τυποποιημένη ελευθερία του, που δεν είναι τίποτε άλλο από το απόλυτο ανελεύθερο. Όμως λίγο πριν το φινάλε ο Άγριος συζητά με το Συντονιστή του Νέου Κόσμου. Ο Συντονιστής εκπροσωπώντας τη σοφία του κυνισμού μιλάει για πολέμους, για κτηνωδίες, για την τραγικότητα της ιστορίας, για το ολοκληρωτικά απάνθρωπο του παρελθόντος. Ναι, ευνουχίζει τους πολίτες, ναι, τους χειραγωγεί πετσοκόβοντας κάθε ελευθερία σκέψης, ναι, υπάρχει μοναξιά, πλαστή ευτυχία, αποξένωση. Μπροστά στο μακελειό της ιστορίας ο Νέος Κόσμος προτείνει νιάτα κι αφθονία. Που είναι το κακό; «…καθώς περνά ο καιρός οι άνθρωποι θα βλέπουν πως η ανεξαρτησία δεν γίνηκε για το ανθρώπινο είδος»

Το χαξλεϋκό αμείλικτο στέκεται πάνω μας σαν καλογυαλισμένη λεπίδα, καταδεικνύοντας το αδιέξοδο, χωρίς όμως να το αποδίδει πουθενά αλλού πέρα από την ίδια την παραδοξότητα της ανθρώπινης φύσης. Της αυτοκαταστροφικής, αντιφατικής, αλλοπρόσαλλης ανθρώπινης φύσης. Ο Χάξλεϋ δεν ψάχνει για δεκανίκια. Ούτε πολιτικά συστήματα, ούτε ιστορικές συγκυρίες, ούτε η πάλη των τάξεων, ούτε συμφέροντα, ούτε τίποτε. Το κέντρο είναι μόνο ο άνθρωπος με την τραγικότητα της ύπαρξής του που είτε έτσι, είτε αλλιώς παραμένει εγκλωβισμένος.

Ο Θαυμαστός Νέος Κόσμος, γραμμένος μόλις το 1932, δεν καταστρέφει απλώς το μύθο της προόδου – που σήμερα, 80 χρόνια αργότερα, επιβεβαιώνεται σχεδόν κατά γράμμα – αλλά προχωρά ακόμη περισσότερο. Φέρνοντας τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον εαυτό του καταδεικνύει το ατελέσφορο της ύπαρξης που έχει καθαρά εσωτερικά αίτια. Ο άνθρωπος δεν έχει άλλη λύση από τον επαναπροσδιορισμό του εαυτού του και την αναζήτηση μιας άλλης οπτικής.

Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus (7)

Ludwig Wittgenstein:1889–1951

Tractatus Logico-Philosophicus: Η Γλώσσα

Εισαγωγικά: φιλοσοφία και γλώσσα

Η γλώσσα, στην περίπτωση του Βιτγκενστάιν, αποτελεί το κέντρο του φιλοσοφικού στοχασμού του. Αυτός ο οξυδερκής νους κατορθώνει να δείξει ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο το μέσο, με το οποίο εκφράζεται, αποτυπώνεται σε λόγο, ήτοι σε προτασιακό λόγο, η σκέψη, αλλά και το καθαυτό περιεχόμενο της φιλοσοφίας· αλλά ποιας φιλοσοφίας; Εκείνης που εκπτύσσεται ως κριτική στη γλώσσα. Μια τέτοια φιλοσοφία είναι και η βιτγκενσταϊνική φιλοσοφία.

Κείμενο ‒ μετάφραση ‒σχολιασμός

4 Der Gedanke ist der sinnvolle Satz
Η σκέψη είναι η πρόταση με νόημα.

Σχόλιο:
Η σκέψη βρίσκει έκφραση μέσα στην πρόταση. Αυτή η έκφραση γίνεται αντιληπτή μέσα από τις αισθήσεις (3.1). Σε τούτες καθίσταται αντιληπτό το προτασιακό σημείο, με το οποίο εκφράζεται η σκέψη. Η πρόταση έτσι έχει ουσιώδη και συμπτωματικά γνωρίσματα (3.34). Αμφότερα αυτά συνιστούν μαζί την αισθητική-συμβολική ύπαρξη (3.5) της πρωταρχικής έκφρασης, που έχει τον χαρακτήρα της προβολής της κοσμο-εικόνας. Ως εκ τούτου, η σκέψη είναι η πραγματική σκέψη ή η πρόταση που έχει νόημα.

4.001 Die Gesamtheit der Sätze ist die Sprache.
Η ολότητα των προτάσεων είναι η γλώσσα.

Σχόλιο:
Ι. Η γλώσσα προσδιορίζεται από τις προτάσεις· αλλά ποιες προτάσεις; Από όλες τις προτάσεις: παράλογες, με νόημα και με χωρίς νόημα. Πιο συγκεκριμένα, η γλώσσα, είναι η δυνατότητα που ενέχει η εικόνα του κόσμου. Μια εικόνα του κόσμου στην κοσμικότητά του αποτελείται από μια ολότητα αληθινών σκέψεων.

     ΙΙ. Συνακόλουθα, η γλώσσα είναι η ολότητα των προτάσεων με νόημα, ενώ οι χωρίς νόημα και οι παράλογες προτάσεις δηλώνουν, ανάλογα με την περίπτωση αλλά και με το δικό τους τρόπο, τα όρια της γλώσσας και του κόσμου. Και ό,τι άλλο εκάστοτε λέγεται, έρχεται στο λόγο, δηλαδή εκφράζεται στην πρόταση ‒π.χ. ευχές, προσευχές, προσταγές κ.λπ.‒ανήκει και αυτό στην ουσία της γλώσσας. Η ουσία όμως εδώ κατανοείται ως η γλώσσα, που καθιστά δυνατό τον σκοπό μας: να δούμε τον κόσμο σωστά.