Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Η παρακμή της αρχαίας Αθήνας, μαρτυρίες απο διαφόρους φιλοσόφους

Ο Συνέσιος επισκέπτεται την Αθήνα με το κύρος ενός νεοπλατωνικού φιλοσόφου, μαθητή της Υπατίας στην Αλεξάνδρεια. Αυτό που αντικρίζει τον απογοητεύει βαθιά. Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί μία πολύτιμη μαρτυρία για τη μετατόπιση του πνευματικού κέντρου της ύστερης αρχαιότητας, από την κλασική Αθήνα στην Ελληνιστική και ύστερη Ρωμαϊκή Αλεξάνδρεια και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Η Αθήνα παύει να είναι πρωτεύουσα της φιλοσοφίας και γίνεται σύμβολο μνήμης, όχι δημιουργίας. Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα:

«Οι σημερινή Αθήνα δεν έχει πια τίποτε το σεμνό ή το αξιόλογο, παρά μόνο τα περίφημα ονόματα των τόπων της. Όπως από το θυσιασμένο ζώο απομένει το δέρμα, σημάδι ενός κάποτε ζωντανού οργανισμού, έτσι κι εδώ, αφού η φιλοσοφία έχει εκδιωχθεί, δεν απομένει στον περιηγητή τίποτε άλλο να θαυμάσει παρά την Ακαδημία, το Λύκειο και τη Στοά την Ποικίλη. Κάποτε η πόλη ήταν κατοικία σοφών· τώρα όμως ακόμη και οι μελισσοκόμοι της προσδίδουν κάποια φήμη.»

Σχολιο:
 
Η μαρτυρία του Συνεσίου Κυρηναίου αποτελεί μία από τις πιο εύγλωττες και ταυτόχρονα σκληρές αποτιμήσεις της Αθήνας κατά την ύστερη αρχαιότητα. Ο λόγος του εκφράζει τη συνείδηση μιας εποχής που βιώνει τη μετατόπιση του πνευματικού κέντρου του ελληνικού κόσμου. Η παρομοίωση της πόλης με το «δέρμα του θυσιασμένου ζώου», λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της σκέψης του: η Αθήνα διατηρεί τη μορφή και τα ονόματα που τη συνέδεσαν με τη φιλοσοφία, αλλά έχει απολέσει τη ζωτική της ουσία. Η Ακαδημία και το Λύκειο υπάρχουν πλέον ως μνημεία μνήμης, όχι ως ζωντανές εστίες παραγωγής σκέψης.

Φιλολογικά, η εικόνα αυτή εντάσσεται στην παράδοση της ρητορικής αντιθέσεως ανάμεσα στο «τότε» και στο «νῦν», ένα σχήμα συχνό στους ύστερους λόγιους, αλλά εδώ αποκτά ιδιαίτερο βάρος, διότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που έχει μαθητεύσει σε ένα άλλο, ακμαίο πνευματικό περιβάλλον. Ο Συνέσιος τη συγκρίνει με την Αλεξάνδρεια, τον τόπο όπου η φιλοσοφία, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες εξακολουθούν να καλλιεργούνται δημιουργικά. Εκεί, η παράδοση δεν είναι απλώς σεβαστή, αλλά γόνιμη· δεν αναπαράγεται μηχανικά, αλλά εξελίσσεται.

Ιστορικά, η παρακμή που διαπιστώνει ο Συνέσιος δεν οφείλεται μόνο σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι πολιτικές μεταβολές ή η επικράτηση του Xριστιανισμού. Αντανακλά κυρίως την απώλεια του ρόλου της Αθήνας ως κέντρου πρωτογενούς φιλοσοφικής δημιουργίας. Αντιθέτως, η Αλεξάνδρεια, με τη μακραίωνη Ελληνιστική της παράδοση, την πολυπολιτισμικότητα και τη σύνδεση φιλοσοφίας και επιστήμης, εμφανίζεται ως ο φυσικός διάδοχος του κλασικού ελληνικού πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Συνέσιος θεωρεί την Υπατία –και όχι κάποιον Αθηναίο φιλόσοφο– ως την αυθεντική ενσάρκωση της φιλοσοφικής ζωής.

Το κείμενο του Συνεσίου είναι ένα ιστορικό τεκμήριο της μετάβασης από την κλασική στην ύστερη αρχαιότητα. Η Αθήνα μετατρέπεται σε σύμβολο παρελθόντος μεγαλείου, ενώ η Αλεξάνδρεια προσωποποιεί το παρόν της διανόησης. Μέσα από αυτή την αντίθεση, ο Συνέσιος καταγράφει με φιλολογική ακρίβεια και ιστορική διορατικότητα το τέλος μιας εποχής και τη γέννηση μιας άλλης. Η κρίση του Συνεσίου για την Αθήνα της ύστερης αρχαιότητας είναι αυστηρή και απογυμνωμένη από φιλοσοφικό, ή ρητορικό εξωραϊσμό. Η πόλη παρουσιάζεται ως «σκια» του παρελθόντος της, με διατηρημένα τα ονόματα αλλά χαμένη τη ζωτική φιλοσοφική της λειτουργία. Η θέση αυτή γίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστική όταν συγκριθεί με τις μαρτυρίες άλλων λόγιων της ίδιας ή παραπλήσιας εποχής, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την Αθήνα είτε με νοσταλγική ιδεολογία είτε με συνειδητή προσπάθεια αναβίωσης.

Ο Λιβάνιος, ρήτορας του 4ου αιώνα, εκφράζει μια εντελώς διαφορετική στάση. Στους λόγους και τις επιστολές του, η Αθήνα εξακολουθεί να κατέχει εξέχουσα θέση ως παιδευτικό πρότυπο, κυρίως στον τομέα της ρητορικής και της ανώτερης εκπαίδευσης. Αν και αναγνωρίζει έμμεσα την παρακμή της σε σχέση με το κλασικό παρελθόν, δεν φτάνει ποτέ στη δραστική απομυθοποίηση του Συνεσίου. Για τον Λιβάνιο, η Αθήνα παραμένει «διδάσκαλος της Ελλάδος», όχι επειδή παράγει νέα φιλοσοφία, αλλά επειδή μεταδίδει την πολιτισμική της κληρονομιά. Η διαφορά είναι ουσιώδης: εκεί όπου ο Συνέσιος ζητεί ζωντανή φιλοσοφία, ο Λιβάνιος αρκείται στη συνέχιση της παιδευτικής παράδοσης.

Ο Μέγας Ιουλιανός, επίσης του 4ου αιώνα, προσεγγίζει την Αθήνα με έντονη ιδεολογική φόρτιση. Για τον Ιουλιανό, η πόλη δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό κέντρο, αλλά ιερός τόπος της εθνικής φιλοσοφίας και της παλαιάς θρησκείας. Στους λόγους του εξυμνεί την Αθήνα ως κοιτίδα της αληθινής ελληνικής ταυτότητας, ακόμη κι αν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο ιδεώδες. Σε αντίθεση με τον Συνέσιο, ο Ιουλιανός δεν περιγράφει αυτό που βλέπει, αλλά αυτό που θέλει να επαναφέρει. Η Αθήνα του Ιουλιανού είναι μια πόλη-σύμβολο, ενώ η Αθήνα του Συνεσίου είναι μια πόλη-μαρτυρία ιστορικής φθοράς.

Ο Πρόκλος, τέλος, εκπροσωπεί μια τρίτη στάση, πιο σύνθετη και ισορροπημένη. Ως επικεφαλής της νεοπλατωνικής Ακαδημίας τον 5ο αιώνα, ζει και διδάσκει σε μια Αθήνα που, αν και πολιτικά και κοινωνικά περιορισμένη, γνωρίζει μια τελευταία φιλοσοφική άνθηση. Σε αντίθεση με τον Συνέσιο, ο Πρόκλος θεωρεί ότι η φιλοσοφική παράδοση της Αθήνας μπορεί ακόμη να ανανεωθεί μέσω της συστηματικής ερμηνείας του Πλάτωνα και της μεταφυσικής εμβάθυνσης. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτόν, η Αθήνα δεν είναι πια παγκόσμιο πνευματικό κέντρο, αλλά μάλλον το τελευταίο προπύργιο μιας παράδοσης που αγωνίζεται να επιβιώσει.

Συνολικά, ο Συνέσιος διαφέρει από τους άλλους τρεις επειδή δεν εξιδανικεύει. Ο Λιβάνιος βλέπει την Αθήνα ως σχολείο ρητορικής, ο Ιουλιανός ως σύμβολο θρησκευτικοφιλοσοφικής αναγέννησης, ο Πρόκλος ως χώρο ύστατης φιλοσοφικής άσκησης. Ο Συνέσιος, αντίθετα, την κρίνει με μέτρο τη ζωντανή φιλοσοφική δημιουργία και, συγκρίνοντάς την με την Αλεξάνδρεια, καταλήγει στο πιο απαισιόδοξο αλλά και ιστορικά διαυγές συμπέρασμα: η Αθήνα έχει πάψει να είναι παρούσα δύναμη της σκέψης και έχει μεταβληθεί σε μνημείο του ίδιου της του εαυτού.

Ακριβώς γι’ αυτό η μαρτυρία του δεν είναι απλώς μία ακόμη φωνή της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ένα από τα καθαρότερα σημεία όπου η ιστορική συνείδηση συλλαμβάνει το τέλος της κλασικής εποχής και τη μετατόπιση του ελληνικού πνεύματος σε νέα κέντρα.

Η Έλληνιδα βασίλισσα Αγαθόκλεια Θεότροπος της Ινδίας

Παρά τον όποιον απόλυτο και σκληρό αρρενωπό χαρακτήρα των αυτοκρατοριών της Ελληνιστικής περιόδου, κάπου στα βάθη της Ανατολής, κυβερνήτης ενός μακρινού – ελληνιστικού κατά βάσιν- βασιλείου ήταν μια γυναίκα. Ειδικότερα, η Αγαθόκλεια συνιστούσε την αρχαία βασίλισσα του Παντζάπ της Ινδίας. Ήταν η σύζυγος του δεύτερου μεγαλύτερου Βουδιστή αυτοκράτορα της Ινδίας, του Ινδο-έλληνα βασιλιά Μενάνδρου Α’. Σε αυτό το σημείο θα ήταν κατάλληλο να αναφέρω το προσδιοριστικό επίθετο της Αγαθοκλείας: Θεότροπος. Συγκεκριμένα, αυτό το επίθετο της προσέδιδε χαρακτηριστικά αρχαίας Ελληνίδας θεάς. Για αυτό τον λόγο και πολλοί μελετητές την ταυτίζουν με την θεά Αθηνά.

Ο ρόλος των γυναικών στον τότε Ελληνιστικό κόσμο:

Πρώτα από όλα, σε γενικές γραμμές τα βασίλεια και οι αυτοκρατορίες εκείνης της εποχής ήταν καθαρά κάτω από πατριαρχική επίβλεψη. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν υπήρχαν άξιες γυναίκες με απεριόριστη δύναμη και τόλμη στην ευρύτερη κοινωνική και πολιτική σκηνή. Παραδείγματος χάριν, οι ιστορικοί αναφέρουν ότι οι βασιλείς και οι αυτοκράτορες λάτρευαν και προσκυνούσαν τις αρχαίες Ελληνίδες θεές, όπως ακριβώς και τις ανδρικές θεϊκές φιγούρες. Επομένως, και η ινδική κοινωνία με την σειρά της υιοθέτησε με τον καιρό αυτή την τακτική των αρχαίων Ελλήνων.

Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφέρω ότι μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., κάποιες βασίλισσες κυβέρνησαν κάποια τμήματα της πρώην Μεγάλης Αυτοκρατορίας του. Συγκεκριμένα, η Ολυμπιάδα, η Ευρυδίκη και η Κρατησίπολις ήταν ορισμένες από τις Ελληνίδες βασίλισσες που κυβέρνησαν προσωρινά κάποια μικρά βασίλεια. Επιπλέον, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα στους στρατηγούς του για την διαδοχή. Παρόλα αυτά, προς το παρόν, οι στρατιώτες ορισμένων ελληνικών τμημάτων έπαιρναν διαταγές από Ελληνίδες βασίλισσες.
Αγαθόκλεια ήταν η κόρη του βασιλιά Δημητρίου. Κάποιες πηγές μεν αναφέρουν ότι μπορεί να ήταν και εγγονή του εφόσον με αυτόν τον τρόπο οι ημερομηνίες ταιριάζουν καλύτερα. Επίσης, ίσως να ήταν αδερφή των άλλων τεσσάρων γιων του Δημητρίου: του Δημητρίου Β’, του Ευθυδήμου, του Πανταλέοντα και του Αγαθοκλή.

Υπάρχει ένα πλήθος εκδοχών σχετικά με τον γάμο της Αγαθοκλείας με τον Μένανδρο. Από την μία πλευρά, οι ειδικοί θέλουν την Αγαθόκλεια να παντρεύεται τον Μένανδρο μετά τον θάνατο του πατέρα της Δημητρίου και την επιστροφή της σορού του από την Πάτνα, γύρω στο 166 π.Χ. Από την άλλη πλευρά, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν την άποψη ότι ο γάμος δεν έγινε πριν τον θάνατο του ιστορικού Απολλόδωρου το 161 π.Χ. Τέλος, υπερίσχυσε η αντίληψη ότι ο γάμος έγινε το 166 π.Χ. Όμως μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Αγαθόκλεια έγινε η αντιβασιλέας του Παντζάμπ για τον μεγαλύτερο γιο της, τον Στράτο Α’. Εκείνη την περίοδο, ο Στράτος δεν είχε κλείσει τα 18 του χρόνια. Οπότε ήταν απόλυτα λογικό να τον αντιπροσωπεύσει προσωρινά η μητέρα του στην διακυβέρνηση του κράτους.

Επιπλέον, αξίζει να σημειώσουμε ότι όταν η Αγαθόκλεια έγινε η σύζυγος του Μενάνδρου Α’, ήταν μικρότερη από 30 ετών. Συνήθως, οι Ελληνίδες πριγκίπισσες νυμφεύονταν μετά τα 30 τους χρόνια. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αποτελούσαν η Πτολεμαΐς, η Βερινίκη και η Κλεοπάτρα Ε’, οι οποίες πραγματοποίησαν τους γάμους τους στα 33 τους.

Η βασίλισσα Αγαθόκλεια Θεότροπος ήταν μία από τις σπουδαιότερες γυναικείες φιγούρες της Ινδίας. Συγκεκριμένα έσπασε το πατριαρχικό πρότυπο του βασιλιά και εισήγαγε τα πρώτα σπέρματα της μητριαρχίας στα ελληνιστικά βασίλεια της Ινδίας. Μπορούμε να την βρούμε κάλλιστα πάνω στα χρυσά, στα άργυρα και στα χάλκινα νομίσματα της εποχής της. Τέλος, οφείλω να αναφέρω ότι όταν ο γιος της ο Στράτος Α’ πήρε την εξουσία, απεικονιζόταν στα νομίσματα μαζί με αυτόν.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Σχολιαστές του Αριστοτέλη

Ένας σημαντικός τρόπος φιλοσοφικής έκφρασης από το τέλος της ελληνιστικής περιόδου και μέχρι την ύστερη αρχαιότητα ήταν ο φιλοσοφικός σχολιασμός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης θεωρούνταν φιλοσοφικές αυθεντίες και τα έργα τους αποτέλεσαν αντικείμενο εντατικής μελέτης. Αυτό το λήμμα προσφέρει μια συνοπτική περιγραφή του πώς η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη που έλαβε χώρα προς το τέλος της ελληνιστικής περιόδου τελικά εξελίχθηκε σε μια νέα λογοτεχνική παραγωγή: τον φιλοσοφικό σχολιασμό. Ακολουθεί επίσης την παράδοση του σχολιασμού στην ύστερη αρχαιότητα, προκειμένου να εξηγήσει τη ζωντάνια και τον πλούτο αυτής της παράδοσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μελέτη των Κατηγοριών στην αρχαία εποχή, επειδή αυτή η σύντομη αλλά δύσκολη πραγματεία έπαιξε κεντρικό ρόλο στην μεταελληνιστική επιστροφή στον Αριστοτέλη. Ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει κατά νου ότι η μελέτη του Αριστοτέλη με τη μορφή του σχολιασμού δεν σήμαινε την παύση της γνήσιας φιλοσοφικής σκέψης. Το αντίθετο μάλιστα: οι φιλόσοφοι χρησιμοποιούσαν συνήθως τη μορφή του σχολιασμού όχι μόνο για να αναπτύξουν τα έργα του Αριστοτέλη, αλλά και ως όχημα για πρωτότυπη φιλοσοφική θεωρητικοποίηση. Μια συνέπεια αυτής της προσέγγισης ήταν ότι, τουλάχιστον στην αρχή, η επιστροφή στον Αριστοτέλη δεν συνεπαγόταν την αποδοχή κάποιου συγκεκριμένου συνόλου δογμάτων. Πιο άμεσα (και πιο τολμηρά), δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο σύνολο δογμάτων που αναμενόταν να αποδεχτεί ένας περιπατητικός φιλόσοφος του 1ου αιώνα π.Χ. Εκείνη την εποχή, ο Αριστοτέλης θεωρούνταν αυθεντία όχι επειδή ήταν άψογος στην κριτική, αλλά επειδή άξιζε να μελετηθεί προσεκτικά.

1. Εισαγωγή
2. Η Προϊστορία της Σχόλια Παράδοσης: Η Τύχη των Κατηγοριών τον 1ο αιώνα π.Χ.
3. Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιέας και η Αριστοτελική Παράδοση τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ.
4. Η σχολιαστική παράδοση στην ύστερη αρχαιότητα: Η θέση των κατηγοριών στο πρόγραμμα σπουδών ανάγνωσης
5. Η ερμηνευτική εργασία για το De anima
6. Ο Βοήθιος και η Λατινική Παράδοση
7. Συμπέρασμα

1. Εισαγωγή

Ο πρωταρχικός σκοπός ενός σχολίου είναι να εξηγήσει ένα κείμενο. Συνήθως, το κείμενο χωρίζεται σε λήμματα (πληθυντικός του λήμματος). Ένα λήμμα είναι μια παράθεση από ένα κείμενο που έχει αποσπαστεί για σκοπούς εξήγησης και ερμηνείας. Μερικές φορές το κείμενο παρατίθεται ολόκληρο. Άλλες φορές ανακαλείται μόνο η αρχή του. Το λήμμα ακολουθείται πάντα από μια ανάλυση του κειμένου. Τα σχόλια δεν γράφονταν αποκλειστικά σε φιλοσοφικά έργα. Οποιοδήποτε ποιητικό ή επιστημονικό έργο που θεωρήθηκε έγκυρο μπορούσε να γίνει αντικείμενο ενός σχολίου. Για παράδειγμα, η παράδοση της συγγραφής σχολίων στα ιατρικά έργα του ιπποκρατικού σώματος ξεκίνησε πολύ νωρίς. Αν και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παράδοσης έχει χαθεί, τα σχόλια που έγραψε ο Γαληνός στο ιπποκρατικό σώμα έχουν φτάσει σε εμάς. Ο Γαληνός ήταν γιατρός που έζησε και έγραψε στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. Είναι ενδιαφέρον ότι η ερμηνευτική του δραστηριότητα δεν περιοριζόταν στον Ιπποκράτη. Ο Γαληνός έγραψε σχόλια σε πολλά από τα έργα του Αριστοτέλη, συγκεκριμένα στο De Interpretatione, στα Prior and Posterior Analytics και στις Κατηγορίες (Γαληνός, On my Own Books, XIX 47). Κατά πάσα πιθανότητα, αυτά τα σχόλια δεν προορίζονταν για δημοσίευση, αλλά μόνο για χρήση από μια μικρή ομάδα φίλων και μαθητών. Να τι λέει ο Γαληνός για το σχόλιό του στις Κατηγορίες:

Για το έργο του Αριστοτέλη σχετικά με τις Δέκα Κατηγορίες δεν είχα γράψει προηγουμένως κανένα σχόλιο, ούτε για τον εαυτό μου ούτε για άλλους. Όταν στη συνέχεια κάποιος με ρώτησε κάτι για τη λύση που δόθηκε σε αυτό το έργο, <έγραψα ένα σχόλιο> με την αυστηρή οδηγία να το δείξει μόνο σε μαθητές που είχαν ήδη διαβάσει το βιβλίο με έναν καθηγητή ή τουλάχιστον είχαν ξεκινήσει με κάποια άλλα σχόλια, όπως αυτά του Άδραστου και του Ασπασίου (Γαληνός, Περί των Δικών μου Βιβλίων, XIX 42, Kühn, μτφρ. Singer).

Ο Γαληνός καθιστά σαφές ότι θεωρεί τον σχολιαστή ως δάσκαλο και ως ερμηνευτή ενός κειμένου που έχει κατά νου ένα κοινό μαθητών. Επιπλέον, όπως παρουσιάζει το θέμα ο Γαληνός, το σχόλιο ήταν ένα διδακτικό εργαλείο που απευθυνόταν σε μαθητές με συγκεκριμένα επίπεδα γνώσης. Οι μαθητές που αναμενόταν να διαβάσουν τον Γαληνό για τις Κατηγορίες δεν ήταν απόλυτοι αρχάριοι. Ήταν μαθητές που είτε είχαν επωφεληθεί προηγουμένως από τη μελέτη αυτής της πραγματείας με έναν δάσκαλο είτε είχαν εξοικειωθεί με τις Κατηγορίες μέσω κάποιων πιο στοιχειωδών σχολίων. Ο Γαληνός αναφέρεται στα σχόλια που έγραψαν ο Άδραστος και ο Ασπάσιος. Με αυτόν τον τρόπο, μας δίνει μια ιδέα για την πληθώρα σχολίων που γράφτηκαν για τις Κατηγορίες . Αυτά τα σχόλια γράφτηκαν το ένα μετά το άλλο ως μέρος μιας ήδη εδραιωμένης ερμηνευτικής πρακτικής. Τα περισσότερα από αυτά τα σχόλια δεν έχουν φτάσει σε εμάς. Δεν έχουμε πλέον τα σχόλια που έγραψαν ο Άδραστος και ο Ασπάσιος για τις Κατηγορίες, ούτε έχουμε το σχόλιο που έγραψε ο Γαληνός για την ίδια πραγματεία. Αυτό το απογοητευτικό (τουλάχιστον για εμάς) γεγονός οφείλεται τελικά στην ίδια τη φύση αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής. Κάθε γενιά σχολιαστών διάβαζε και ερμήνευε τον Αριστοτέλη υπό το πρίσμα των δικών της θεωρητικών ανησυχιών και ροπών, μόνο και μόνο για να αντικατασταθεί από την επόμενη γενιά σχολιαστών. Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση είναι ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιέας, ένας νεότερος σύγχρονος του Γαληνού. Τα σχόλιά του σώζονται επειδή υιοθετήθηκαν ως υποδειγματικά μοντέλα από μεταγενέστερους σχολιαστές. Αλλά δεν έχουν φτάσει όλα σε εμάς. Για παράδειγμα, ο Αλέξανδρος έγραψε ένα σχόλιο για τις Κατηγορίες (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 1.16). Αυτό το σχόλιο υπέστη την ίδια μοίρα με αυτά που έγραψαν ο Άδραστος, ο Ασπάσιος, ο Γαληνός και άλλοι. Σήμερα σώζεται μόνο σε αποσπασματική μορφή, ενσωματωμένο στα σχόλια που έγραψε μια μεταγενέστερη γενιά ερμηνευτών για τις Κατηγορίες.

2. Η Προϊστορία της Σχόλια Παράδοσης: Η Τύχη των Κατηγοριών τον 1ο αιώνα π.Χ.

Η κριτική ενασχόληση με τον Αριστοτέλη, η οποία ξεκίνησε προς το τέλος της ελληνιστικής εποχής και συνεχίστηκε στους αιώνες που ακολούθησαν, στράφηκε σε έργα όπως οι Κατηγορίες , τα οποία είχαν σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί τους προηγούμενους αιώνες. Αυτή η ενασχόληση προϋποθέτει τη διαθεσιμότητα των γραπτών του Αριστοτέλη σε μορφή που να ταιριάζει στα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες της εποχής. Αν και οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι περιορισμένες, υποδηλώνουν έντονα ότι έλαβε χώρα έντονη εκδοτική δραστηριότητα τον 1ο αιώνα π.Χ. Ο Απελλικώνας ο Τέως, βιβλιόφιλος και όχι φιλόσοφος, φαίνεται να παρήγαγε αντίγραφα των έργων του Αριστοτέλη τη δεκαετία του '90 (Στράβων, Γεω. XIII I 54). Ο Τυραννίων από την Αμισού, γραμματικός και λάτρης του Αριστοτέλη (φιλαριστοτέλης), ο οποίος είχε πρόσβαση στα βιβλία του Απελλικώνα, μπορεί να έκανε το ίδιο τη δεκαετία του '60 (αλλά οι πηγές μας δεν αναφέρουν ότι επιμελήθηκε τα έργα του Αριστοτέλη. Λένε μόνο ότι «έβαλε σε τάξη τα βιβλία του Αριστοτέλη». Στράβων, Γεω. XIII I 54· Πλούταρχος, Σύλλας 26 468 π.Χ.). Σύμφωνα με την παράδοση, αυτές οι εκδοτικές εργασίες ξεπεράστηκαν από αυτές του Ανδρόνικου της Ρόδου, στον οποίο αποδίδεται η παραγωγή της πρώτης αξιόπιστης έκδοσης του Αριστοτέλη. Μια έκδοση που άσκησε τεράστια επιρροή στην επιστροφή στον Αριστοτέλη κατά την υστεροελληνική περίοδο. Περισσότερες πληροφορίες για τον Ανδρόνικο και την υποτιθέμενη έκδοση του Αριστοτέλη είναι διαθέσιμες στο Παράρτημα για τον Ανδρόνικο της Ρόδου.

Στην πραγματικότητα, ο Ανδρόνικος δεν θα μπορούσε να είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για την αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Αυτή η αναβίωση ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, ανεξάρτητη από αυτόν. Επιπλέον, μια προσεκτική μελέτη της τύχης που απολάμβαναν οι Κατηγορίες σε αυτήν την περίοδο υποδηλώνει ότι η επιστροφή στον Αριστοτέλη πήρε διαφορετικές μορφές και περιελάμβανε μια μεγάλη ποικιλία ερμηνευτικών θέσεων που δεν σχετίζονταν απαραίτητα μεταξύ τους. Τέλος, η επιστροφή στον Αριστοτέλη δεν συνεπαγόταν απαραίτητα ούτε την αποδοχή των απόψεων που διατύπωσε ο Αριστοτέλης ούτε την κωδικοποίησή τους με τη μορφή σχολίου. Εν ολίγοις, δεν υπήρχε ορθοδοξία στην αριστοτελική παράδοση σε αυτό το πρώιμο στάδιο (pace Moraux 1973, σελίδες xii–xx, ιδίως xvi–xvii).

Έχουμε τα ονόματα πέντε αρχαίων ερμηνευτών (παλαιοί εξήγονται) των Κατηγοριών, των οποίων η δραστηριότητα τοποθετείται στον 1ο αιώνα π.Χ.: Ανδρόνικος, Βοήθος, Αθηνόδωρος, Αρίστων και Εύδωρος (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 159.32–33). Είναι πιθανό ότι, από αυτούς τους πέντε φιλοσόφους, μόνο ο Βοήθος από τη Σιδώνα έγραψε ένα σχόλιο για τις Κατηγορίες . Η δραστηριότητα του Βοήθου μπορεί να χρονολογηθεί στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Ο Σιμπλίκιος αντιπαραβάλλει την «εξήγηση λέξη προς λέξη» του με εκείνη του Ανδρόνικου, ο οποίος λέγεται ότι «παραφράζει τις Κατηγορίες » (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 29.28–30.5). Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι ο Σιμπλίκιος πρόβαλε τις δικές του λογοτεχνικές συμβάσεις στον Ανδρόνικο και τον Βοήθο, και ότι με τα δικά του κριτήρια ο Βοήθος και ο Ανδρόνικος ασχολήθηκαν με δύο διαφορετικές ερμηνευτικές ασκήσεις. Αφενός, υπάρχουν κάποιες σαφείς ενδείξεις ότι ο Ανδρόνικος αναδιατύπωσε και διευκρίνισε το κείμενο του Αριστοτέλη προκειμένου να εξαγάγει τις προθέσεις του. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Ανδρόνικος έγραψε με το ύφος που αργότερα θα κωδικοποιηθεί ως παράφραση. Ο Θεμίστιος ήταν ο υπέρμαχος αυτής της συγκεκριμένης μορφής εξήγησης στην αρχαιότητα. Ο Θεμίστιος δεν μας δίνει ονόματα προκατόχων του. Η σιωπή του είναι ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες: είτε ο Θεμίστιος δεν γνώριζε το έργο του Ανδρόνικου για τις Κατηγορίες είτε αυτό το έργο δεν γράφτηκε με το ύφος μιας παράφρασης. Ευτυχώς, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώσουμε αν ο Ανδρόνικος ήταν ο πρώτος παραφραστής του Αριστοτέλη. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το ύφος εξήγησης του θεωρήθηκε διαφορετικό από αυτό του Βοήθου. Σε αντίθεση με τον Ανδρόνικο, ο Βοήθος ασχολήθηκε με μια εις βάθος εξέταση ολόκληρου του βιβλίου των Κατηγοριών με τη μορφή σχολίων λέξη προς λέξη. Ο Βοήθος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην αρχαιότητα. Ο Σιμπλίκιος τον αναφέρει ως «τον καταπληκτικό Βόηθο» (Στην Κατ. 1.18), «τον ευγενή Βόηθο» (Στην Κατ. 379.32) και επαινεί «την οξύτητα του μυαλού του» (Στην Κατ. 1.23 και 434.18). Εκτός από μερικές μαρτυρίες, τα σχόλιά του δεν έχουν διασωθεί. Από αυτές τις λίγες μαρτυρίες, ωστόσο, είναι σαφές ότι ο Βόηθος ασχολήθηκε με τις δυσκολίες που έθεσαν οι Στωικοί κατά των Κατηγοριών του Αριστοτέλη. Οι Στωικοί επιτέθηκαν στις Κατηγορίες υποθέτοντας ότι αυτή η πραγματεία αφορά τη γλώσσα και τις γλωσσικές εκφράσεις. Υποστήριξαν ότι, ως πραγματεία για τη γλώσσα και τις γλωσσικές εκφράσεις, οι Κατηγορίες ήταν ελλιπείς. Ο Βόηθος αντιστάθηκε σε αυτή την ερμηνεία των Κατηγοριών και προέβλεψε μια γραμμή ερμηνείας που στη συνέχεια ακολούθησε, μεταξύ άλλων, ο Πορφύριος.

Η υπεράσπιση των Κατηγοριών από τον Βοήθο καταγράφει ότι αυτή η πραγματεία διαβάστηκε και μελετήθηκε έντονα, και όχι μόνο μεταξύ φιλοσόφων φιλικών προς τον Αριστοτέλη. Στον Στωικό φιλόσοφο Αθηνόδωρο αποδίδεται ένα βιβλίο (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 86.22) ή βιβλία (Πορφύριος, Στην Κατ. 62.25–26) με τον σημαντικό τίτλο «Κατά των Κατηγοριών του Αριστοτέλη». Γνωρίζουμε πολύ λίγα για τον Αθηνόδωρο. Αν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Αθηνόδωρο από την Ταρσό, ο οποίος ήταν φίλος και σύμβουλος του αυτοκράτορα Αυγούστου και διορίστηκε από αυτόν κυβερνήτης του Ταύρου, τότε ο Αθηνόδωρος δραστηριοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ. Δεν υπάρχει κανένας πειστικός λόγος να πιστεύουμε ότι η κριτική του για τις Κατηγορίες γράφτηκε με τη μορφή σχολίου. Ο Αθηνόδωρος θα μπορούσε να αρκεστεί στο να παρουσιάσει μια σειρά από αντιρρήσεις και δυσκολίες, όπως ακριβώς θα έκαναν οι πλατωνιστές Λούκιος και Νικόστρατος περισσότερα από εκατό χρόνια αργότερα (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 1.18–20: «Άλλοι επέλεξαν απλώς να παρουσιάσουν μια σειρά από δυσκολίες (απορίαι) που προκύπτουν από το κείμενο, κάτι που έχει κάνει ο Λούκιος, και μετά από αυτόν ο Νικόστρατος, ο οποίος ανέλαβε ο ίδιος τη θέση του Λούκιου»).

Ο πειρασμός να αποδοθούν σχόλια σε όλους τους αρχαίους ερμηνευτές των Κατηγοριών πρέπει να αντιμετωπιστεί και στην περίπτωση του Εύδωρου της Αλεξάνδρειας. Γενικά υποτίθεται ότι ο Εύδωρος άκμασε στα μέσα του πρώτου αιώνα π.Χ. Ο Σιμπλίκιος δεν αρκείται στην απαριθμία του Εύδωρου μεταξύ των αρχαίων ερμηνευτών των Κατηγοριών . Διατηρεί εννέα μαρτυρίες στις οποίες ο Εύδωρος διαφώνησε με τον Αριστοτέλη. Αλλά δεν είναι δυνατό να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα σχετικά με τη μορφή της λογοτεχνικής του παραγωγής. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η μελέτη των Κατηγοριών δεν περιοριζόταν στη σχολή του Αριστοτέλη. Στην πραγματικότητα, ο Εύδωρος δεν ήταν περιηγητής φιλόσοφος. Ο Σιμπλίκιος τον αναφέρει ως τον «Ακαδημαϊκό Εύδωρο» (Στην Κατ. 187.10).

Το τελευταίο όνομα στον κατάλογο των αρχαίων ερμηνευτών των Κατηγοριών είναι αυτό του Αρίστωνα της Αλεξάνδρειας. Από τον Κικέρωνα (Λούκουλλος §§ 11–12), μαθαίνουμε ότι ο Αρίστωνας ήταν μεταξύ των μορφωμένων ανδρών που παρακολούθησαν τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα στην Αλεξάνδρεια το 87 π.Χ. μεταξύ του Ηράκλειτου της Τύρου, πρώην μαθητή του Κλειτόμαχου και του Φίλωνα της Λάρισας, και του Αντίοχου της Ασκαλώνας. Ο Κικέρωνας απεικονίζει τον Αρίστωνα ως μαθητή του Αντίοχου. Το ότι ο Αρίστωνας ήταν μαθητής του Αντίοχου επιβεβαιώνεται από το Index Academicorum, μια ιστορία της Ακαδημίας που γράφτηκε από τον Φιλόδημο τον 1ο αιώνα π.Χ. Εκεί, μας λένε ότι ο Αντίοχος «ανέλαβε <την Ακαδημία>» (XXXIV 34 Dorandi). Δίνεται επίσης ένας κατάλογος των μαθητών του. Ο κατάλογος περιλαμβάνει τα ονόματα του Άριστου, αδελφού του Αντίοχου, του Αρίστωνα και του Δίωνα της Αλεξάνδρειας και του Κρατίππου της Περγάμου (XXXV 1–6 Dorandi). Αυτό που ακολουθεί αμέσως είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον: «Ο Αρίστωνας από την Αλεξάνδρεια και ο Κράτιππος από το Πήγαμο εγκατέλειψαν την Ακαδημία και έγιναν περιπατητικοί» (XXXV 10–16 Dorandi). Δεν μας γνωστοποιούνται οι λόγοι της αποστασίας τους στην περιπατητική φιλοσοφία. Στην περίπτωση του Αρίστωνα είναι επίσης δύσκολο να καταλάβουμε τι πραγματικά περιλάμβανε αυτή η αποστασία. Από τις πληροφορίες που έχουμε στην κατοχή μας μπορούμε να πούμε μόνο ότι έγραψε για τις Κατηγορίες. Αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Αρίστωνας έγραψε με τη μορφή σχολίου. Η περίπτωσή του διαφέρει σημαντικά από αυτή του Ανδρόνικου και του Βοήθου. Ο Ανδρόνικος και ο Βοήθος προσπάθησαν να οργανώσουν, να διευκρινίσουν και μάλιστα να υπερασπιστούν τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Αυτό δεν φαίνεται να ισχύει για τον Αρίστωνα. Το όνομά του δεν σχετίζεται ποτέ με αυτά του Ανδρόνικου και του Βοήθου. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Αρίστωνας γνώριζε την ύπαρξη του Ανδρόνικου και του Βοήθου ή ότι επηρεάστηκε από τα έργα τους ή τη δραστηριότητά τους ως ερμηνευτών του Αριστοτέλη. Το ότι η έκδοση του Ανδρόνικου έπαιξε ρόλο στη στροφή του Αρίστωνα στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι απλώς μια εικασία.

Υπάρχει πληθώρα πληροφοριών στην μεταγενέστερη σχολιαστική παράδοση σχετικά με την πρώιμη (δηλαδή, τον 1ο αιώνα π.Χ.) υποδοχή των Κατηγοριών. Ακόμα και ο έμπειρος αναγνώστης συχνά αναρωτιέται πώς να την οργανώσει καλύτερα. Ο αναγνώστης αυτού του λήμματος θα βρει μια χρήσιμη παρουσίαση των υπαρχόντων στοιχείων σε μια πρόσφατη μονογραφία που εκδόθηκε από τον Michael Griffin (Griffin 2015, προς ανάγνωση μαζί με τα κριτικά σχόλια που προσφέρονται στα Falcon 2018 και Menn 2018· με απάντηση του Griffin στο Griffin 2020). Σύμφωνα με τον Griffin, ο Ανδρόνικος της Ρόδου έπαιξε βασικό ρόλο στην υστεροελληνιστική έξαρση ενδιαφέροντος για τις Κατηγορίες του Αριστοτέλη. Ο Ανδρόνικος τοποθέτησε τις Κατηγορίες στην αρχή του καταλόγου του (πίνακες) των γραπτών του Αριστοτέλη. Είδε σε αυτή την πραγματεία μια χρήσιμη εισαγωγή στη θεωρία της κατηγορηματικής του Αριστοτέλη, που απευθύνεται σε (απόλυτους) αρχάριους στην αριστοτελική λογική. Τελικά, αυτό που σκεφτόταν ο Ανδρόνικος για τις Κατηγορίες δεν είχε σημασία· αυτό που είχε σημασία ήταν η θέση που απέδιδε σε αυτό το έργο στους πίνακες του. Η εξέχουσα θέση που αποδόθηκε στο έργο στους πινάκες του συνέβαλε στην προσέλκυση της προσοχής σε ένα μέχρι τότε άγνωστο έργο.

Τι μαθαίνουμε από την πλούσια και περίπλοκη ιστορία της πρώιμης υποδοχής των Κατηγοριών του Αριστοτέλη; Μαθαίνουμε ότι η επιστροφή στον Αριστοτέλη προσέλκυσε στοχαστές με ποικίλα φιλοσοφικά υπόβαθρα και διαφορετικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Μαθαίνουμε επίσης ότι η κριτική τους ενασχόληση με τον Αριστοτέλη είχε ως αποτέλεσμα μερικές δημιουργικές αναγνώσεις των Κατηγοριών. Στο βαθμό που αυτές οι αναγνώσεις μπορούν να ανακατασκευαστούν, δεν μας φέρνουν πιο κοντά στις αρχικές προθέσεις του Αριστοτέλη. Πιο άμεσα και πιο τολμηρά: υπήρχε, και εξακολουθεί να υπάρχει, ένα χάσμα μεταξύ των Κατηγοριών του Αριστοτέλη και όλων των ερμηνευτών του. Αυτό το χάσμα άνοιξε νωρίς στους ελληνιστικούς χρόνους. Ως αποτέλεσμα, όλοι οι μεταγενέστεροι (δηλαδή, οι Μεταελληνικοί) ερμηνευτές του αγωνίστηκαν να κλείσουν αυτό το χάσμα. Οι πρώτοι ερμηνευτές των Κατηγοριών, όπως ο Ανδρόνικος της Ρόδου και ο Βοήθος της Σιδώνας, δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Οι προσπάθειές τους, όπως και οι δικές μας, είχαν στην καλύτερη περίπτωση ανάμεικτη επιτυχία. Τελικά, οι Κατηγορίες του Αριστοτέλη ήταν τότε, και εξακολουθεί να παραμένει, ένα μυστηριώδες και φευγαλέο έργο.

3. Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιέας και η Αριστοτελική Παράδοση τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ.

Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη επιβίωσε τον 1ο αιώνα π.Χ. Η ερμηνευτική δραστηριότητα πάνω στα έργα του Αριστοτέλη συνέχισε να ακμάζει τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ. Νέα επίπεδα ερμηνείας προστέθηκαν σε αυτούς τους δύο αιώνες. Συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση της ερμηνευτικής παράδοσης που κορυφώθηκε στα σχόλια του Αλεξάνδρου της Αφροδισιάδας.

Ο Αλέξανδρος των Αιγών έγραψε για τις Κατηγορίες (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 10.20· 13.16) και το Περί Καέλο (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 430.29–32). Δεδομένου ότι λέγεται ότι ήταν δάσκαλος του αυτοκράτορα Νέρωνα, η ερμηνευτική του δραστηριότητα μπορεί να χρονολογηθεί στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. Τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί για τη μορφή της λογοτεχνικής του παραγωγής. Αυτό ισχύει και για δύο άλλους ερμηνευτές των Κατηγοριών: τον Σωτίωνα και τον Αχαιό (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 159.23). Αν και η ερμηνευτική τους δραστηριότητα είναι πολύ πιο δύσκολο να χρονολογηθεί, υπάρχει μια επιχειρηματολογία που την τοποθετεί στον 1ο αιώνα μ.Χ. Οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι απογοητευτικά πενιχρές, αλλά είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από το συμπέρασμα ότι οι Κατηγορίες συνέχισαν να βρίσκονται στο επίκεντρο της ερμηνευτικής δραστηριότητας σχετικά με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Η κατάσταση δεν άλλαξε στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. Από τον Γαληνό μαθαίνουμε ότι ο Άδραστος ο Αφροδισιέας και ο Ασπάσιος έγραψαν στοιχειώδη σχόλια για τις Κατηγορίες. Από τον τρόπο που ο Γαληνός αναφέρεται σε αυτά τα σχόλια, πρέπει να ήταν εύκολα διαθέσιμα και να χρησιμοποιούνταν συστηματικά για να εισαγάγουν τους μαθητές στις Κατηγορίες . Ο Άδραστος και ο Ασπάσιος καθιερώθηκαν ως σεβαστοί ερμηνευτές του Αριστοτέλη. Γνωρίζουμε ότι τα σχόλιά τους εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται περίπου εκατό χρόνια αργότερα από τον μεγάλο Πλωτίνο (Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου. 14.12–14). Ο Ασπάσιος δεν περιόρισε την ερμηνευτική του δραστηριότητα στις Κατηγορίες. Έγραψε σχόλια για τα Περί Ερμηνείας, τα Φυσικά και τα Μεταφυσικά. Αυτά τα σχόλια χρησιμοποιήθηκαν και παρατέθηκαν από μεταγενέστερες γενιές σχολιαστών. Η φήμη που απολάμβανε ο Ασπάσιος στην αρχαιότητα εξηγεί γιατί τα σχόλιά του για την Ηθική του Αριστοτέλη έχουν διασωθεί. Αυτό το σχόλιο είναι το παλαιότερο σωζόμενο σχόλιο σε αριστοτελικό κείμενο.

Μια σημαντική επίδραση στον τρόπο που αναπτύχθηκε η πρακτική της φιλοσοφίας προς τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. ήταν η παρέμβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας σε θέματα εκπαίδευσης. Αυτή η παρέμβαση φαίνεται να χρονολογείται ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Αντωνίνου Πίου, ο οποίος λέγεται ότι ίδρυσε δημόσιες έδρες ρητορικής και φιλοσοφίας στις επαρχίες. Αλλά ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν ο πρώτος που ίδρυσε αυτοκρατορικές έδρες φιλοσοφίας στην Αθήνα το 176 μ.Χ. Από τις αρχαίες πηγές μας λέγεται ότι αυτές οι έδρες ήταν στην πλατωνική, στωική, περιπατητική και επικούρεια φιλοσοφία. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πρώτος κάτοχος της έδρας στην αριστοτελική φιλοσοφία ήταν ο Αλέξανδρος ο Δαμασκηνός, ένας παλαιότερος σύγχρονος του Γαληνού, τον οποίο περιέγραψε ως «γνώστη των διδασκαλιών του Πλάτωνα, αλλά περισσότερο επιρρεπή σε εκείνες του Αριστοτέλη» (Γαληνός, De praenotione XIV 627–628 Kühn). Ο κάτοχος των αυτοκρατορικών εδρών φιλοσοφίας ήταν δημόσιος δάσκαλος και λάμβανε ετήσιο μισθό. Η διδασκαλία του συνίστατο στην διδασκαλία των κειμένων του ιδρυτή της σχολής. Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιέας ήταν ένας από αυτούς τους δασκάλους που διορίστηκαν δημόσια σε έδρα αριστοτελικής φιλοσοφίας. Ο Αλέξανδρος αυτοαποκαλείται δάσκαλος—δηλαδή, διδάσκαλος (De fato 164.15). Ως δάσκαλος της αριστοτελικής φιλοσοφίας, ο Αλέξανδρος δεν ασχολήθηκε μόνο με την εξήγηση αυτής της φιλοσοφίας αλλά και με την υπεράσπισή της στο πλαίσιο των συζητήσεων μεταξύ φιλοσοφικών σχολών. Η στάση του απέναντι στον Αριστοτέλη εκφράζεται καλύτερα στην αρχή κιόλας του έργου του Περί ψυχής. Αυτή η πραγματεία δεν αποτελεί σχόλιο στο Περί ψυχής του Αριστοτέλη, αλλά μια διερεύνηση της ψυχής με βάση τις αρχές που θεσπίστηκαν στο Περί ψυχής του Αριστοτέλη. Το έργο που θέτει εδώ ο Αλέξανδρος στον εαυτό του είναι να διευκρινίσει και να προωθήσει τις απόψεις του Αριστοτέλη:

Σε όλα τα φιλοσοφικά ζητήματα, ο συγγραφέας τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση για την αυθεντία του Αριστοτέλη, με την πεποίθηση ότι η διδασκαλία του σε αυτά τα θέματα έχει μεγαλύτερη αξίωση αλήθειας από αυτή άλλων φιλοσόφων. Ο σκοπός της παρούσας πραγματείας θα επιτευχθεί επομένως ικανοποιητικά εάν η διδασκαλία της ψυχής που εκθέτω εδώ αποτελεί μια όσο το δυνατόν πιο σαφή έκθεση των όσων έχει πει ο Αριστοτέλης για το θέμα αυτό· και θα περιορίσω τη δική μου συμβολή σε εξηγήσεις των συγκεκριμένων σημείων που ο ίδιος ο Αριστοτέλης έχει τόσο άριστα διατυπώσει. (Αλέξανδρος, Περί ψυχής 2. 5–9, μετάφραση μετά Φωτεινής)

Ο Αλέξανδρος έγραψε σχόλια για τα περισσότερα (αλλά όχι όλα) τα έργα του Αριστοτέλη. Για παράδειγμα, δεν έγραψε σχόλια για τα λεγόμενα βιολογικά έργα, τα οποία δεν βρίσκονταν στο επίκεντρο της κριτικής του ενασχόλησης με τον Αριστοτέλη. Φυσικά, γνώριζε αυτά τα έργα και είχε πλήρη επίγνωση ότι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της φυσικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη. Πιο συγκεκριμένα, τα χρησιμοποίησε επίσης όποτε χρειαζόταν στην ερμηνεία του Αριστοτέλη. Αλλά παραμένει αλήθεια ότι ο Αλέξανδρος υιοθέτησε μια επιλεκτική προσέγγιση στα γραπτά του Αριστοτέλη. Τα σχόλιά του για τα Προηγούμενα Αναλυτικά (Βιβλίο 1), τα Θέματα, τη Μετεωρολογία και το έργο Περί Αισθήσεων και Αισθητικών Αντικειμένων έχουν διασωθεί. Αποσπάσματα από τα χαμένα σχόλιά του για τα Μεταγενέστερα Αναλυτικά και τα Φυσικά έχουν συλλεχθεί και επιμεληθεί (στο Moraux 1979 και στο Rashed 2011, αντίστοιχα). Ένα εκτενές απόσπασμα από το χαμένο σχόλιό του για τη Γένεση και τη Διαφθορά , που σώζεται μόνο στην αραβική παράδοση, είναι τώρα διαθέσιμο σε αγγλική μετάφραση (Gannagé 2005). Από τα σχόλια για τα Μεταφυσικά που μεταδίδονται υπό το όνομά του, μόνο τα πρώτα πέντε βιβλία (Άλφα έως Δέλτα) είναι γνήσια. Από τον Praetcher (Praetcher 1906) και μετά, τα σχόλια στα άλλα βιβλία (Έψιλον έως Νου) αποδίδονται γενικά στον Μιχαήλ Εφέσου. Αυτή η απόδοση δικαιώνεται πλέον (στο Luna 2001) εκτός από το βιβλίο Έψιλον, το οποίο θα έπρεπε να αποδοθεί στον Στέφανο Αλεξανδρείας (Golitsis 2016b). Τα σχόλια στις Σοφιστικές Αναιρέσεις, που παραδοσιακά αποδίδονται στον Αλέξανδρο, είναι ψευδή. Θα έπρεπε να αποδοθούν στον Μιχαήλ Εφέσου (Ebbesen 1981, I: 268–285).

Αν και ο Αλέξανδρος είναι περισσότερο γνωστός για τα σχόλιά του στον Αριστοτέλη, η ερμηνευτική του δραστηριότητα επεκτάθηκε ώστε να περιλαμβάνει σύντομες συζητήσεις πάνω σε συγκεκριμένα σημεία ερμηνείας εντός της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Αυτές οι συζητήσεις συγκεντρώνονται σε τέσσερα βιβλία με τίτλο «Προβλήματα και Λύσεις» και σε ένα ακόμη βιβλίο, παραδοσιακά γνωστό ως «Μάντισσα» (κυριολεκτικά, «Βάρος» ή «Συμπλήρωμα»). Αυτές οι συλλογές προσφέρουν μια εύγλωττη απεικόνιση της εξαιρετικής ποικιλίας των ερμηνευτικών μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν στην παρουσίαση της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη. Μέχρι ενός σημείου, η ανάπτυξη μιας τέτοιας ποικιλίας ερμηνευτικών μεθόδων μπορεί να εξηγηθεί με αναφορά στην παιδαγωγική λειτουργία αυτών των γραπτών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικά εργαλεία στη διδασκαλία μαθητών με διαφορετικά επίπεδα γνώσης της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη.

Η ερμηνευτική δραστηριότητα του Αλεξάνδρου τελικά συνίστατο σε μια προσπάθεια συστηματοποίησης σε συνδυασμό με μια προσπάθεια να εξαχθεί αυτό που θεωρούσε ως την γνήσια σκέψη του Αριστοτέλη. Ήταν αυτή η αφοσίωση στη φιλοσοφία του δασκάλου σε συνδυασμό με τη φινέτσα της ερμηνείας του που χάρισε στον Αλέξανδρο τη φήμη του «αυθεντικότερου ερμηνευτή του Αριστοτέλη» (Σιμπλίκιος, Στα Φυσ. 80.16). Τα σχόλιά του έθεσαν πρότυπα ερμηνειών που παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αξεπέραστα στην αρχαιότητα και μετά. Αλλά είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι το εξαιρετικό του επίτευγμα ήταν η κορύφωση της ερμηνευτικής παράδοσης που είχε ξεκινήσει τον 1ο αιώνα π.Χ.

Ο Αλέξανδρος δεν ήταν ο πρώτος, αλλά μάλλον ο τελευταίος αυθεντικός ερμηνευτής του Αριστοτέλη. Αν και οι επόμενες γενιές σχολιαστών επηρεάστηκαν βαθιά από τον Αλέξανδρο, παρακινούνταν από ένα πολύ διαφορετικό ερμηνευτικό ιδανικό. Ο κύριος στόχος τους δεν ήταν πλέον να ανακτήσουν και να διατηρήσουν τη σκέψη του Αριστοτέλη καθαυτή, αλλά μάλλον για να βρουν συμφωνία μεταξύ του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα και να παρουσιάσουν τους δύο φιλοσόφους ως μέρος μιας και της ίδιας φιλοσοφικής άποψης. (Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Αλέξανδρο ως σχολιαστή και φιλόσοφο, παραπέμπουμε τον αναγνώστη στις Ενότητες 2 και 3 του λήμματος για τον Αλέξανδρο της Αφροδισιάδας.)

4. Η σχολιαστική παράδοση στην ύστερη αρχαιότητα: Η θέση των κατηγοριών στο πρόγραμμα σπουδών ανάγνωσης

Η μελέτη του Αριστοτέλη μέσω της προσεκτικής ανάγνωσης των έργων του συνεχίστηκε, αν όχι αυξήθηκε, στην Ύστερη Αρχαιότητα. Το ίδιο συνέβη και με την προσφορά σχολίων σε όλα τα σημαντικά έργα του. Σε αντίθεση με τον Αλέξανδρο της Αφροδισιάδας, οι περισσότεροι από αυτούς τους σχολιαστές θεωρούσαν τους εαυτούς τους οπαδούς του Πλάτωνα (δηλαδή, Πλατωνιστές). Με βάση τα λεγόμενά τους, η φιλοσοφία του Πλάτωνα ήταν ανώτερη από όλα τα συστήματα σκέψης που ήρθαν αργότερα. Επιπλέον, πίστευαν ότι όλα αυτά τα μεταγενέστερα συστήματα ξεκίνησαν ως λίγο-πολύ πιστές εξελίξεις της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Ο Αριστοτέλης δεν αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα. Αντίθετα, αυτοί οι σχολιαστές θεωρούσαν τον Αριστοτέλη ως γνήσιο απόγονο του Πλάτωνα. Αυτό εξηγεί γιατί, επιστρέφοντας στον Πλάτωνα, δεν εννοούσαν να απορρίψουν τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Αντίθετα, ήταν πεπεισμένοι ότι αυτή η φιλοσοφία μπορούσε να ενσωματωθεί σε ένα πλατωνικό πλαίσιο. Ο Πλατωνισμός της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν τόσο περιεκτικός ως σύστημα σκέψης που μπορούσε να φιλοξενήσει τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη ως ένα από τα στοιχεία του. Σε αυτό το πλαίσιο σκέψης, ένα σημαντικό ερμηνευτικό μέλημα έγινε η εύρεση ουσιαστικής συμφωνίας μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Για τους περισσότερους από αυτούς τους σχολιαστές, η διαφωνία σε συγκεκριμένα ζητήματα μεταξύ Αριστοτέλη και Πλάτωνα δεν απέκλειε την αρμονία μεταξύ των δύο φιλοσόφων σε βαθύτερο επίπεδο.

Στην πραγματικότητα, η συμφιλίωση Πλάτωνα και Αριστοτέλη που επιχείρησαν αυτοί οι σχολιαστές συνίστατο στην οικειοποίηση των έργων του Αριστοτέλη ως προϋπόθεση για τη μελέτη της πλατωνικής φιλοσοφίας. Μεταξύ αυτών των έργων, οι Κατηγορίες συνέχισαν να απολαμβάνουν ιδιαίτερο καθεστώς. Ακολουθώντας μια παράδοση που μπορεί να ανάγεται στον Ανδρόνικο της Ρόδου (βλ. την ενότητα για την πρώιμη πορεία των Κατηγοριών), αυτή η πραγματεία θεωρήθηκε μια στοιχειώδης εισαγωγή σε ολόκληρη τη φιλοσοφία και ως τέτοια χρησιμοποιήθηκε για να διδάξει αρχάριους με ελάχιστη ή καθόλου γνώση φιλοσοφίας (Πορφύριος, Στην Κατ. 56. 28–29). Για το λόγο αυτό, η ερμηνευτική δραστηριότητα σε αυτή τη σύντομη αλλά δύσκολη πραγματεία δεν σταμάτησε ποτέ, αλλά στην πραγματικότητα αυξήθηκε στην Ύστερη Αρχαιότητα. Η βασική προσωπικότητα για την πρόσληψη των Κατηγοριών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν αναμφίβολα ο Πορφύριος (περίπου 234–305 μ.Χ.). Ο τελευταίος έγραψε ένα σχόλιο σε επτά βιβλία που απευθύνονταν σε έναν μαθητή ονόματι Γεδάλιο. Σε αυτό το σχόλιο, ο Πορφύριος προσέφερε μια πλήρη ερμηνεία των Κατηγοριών, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάλυσης όλων των προηγούμενων αποριών (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 2. 6–9). Ασχολήθηκε επίσης με την παραδοσιακή κριτική των Κατηγοριών, συμπεριλαμβανομένης μιας περιεκτικής συζήτησης των αντιρρήσεων που διατύπωσαν οι προηγούμενοι ερμηνευτές των Κατηγοριών (π.χ., ο Στωικός Αθηνόδωρος και Κορνούτος, και οι Πλατωνικοί Λούκιος και Νικόστρατος). Η υπεράσπισή του των Κατηγοριών βασίστηκε, και μάλιστα επεκτάθηκε, στην Περιπατητική παράδοση (π.χ., ο Βοήθος της Σιδώνας, ο Αλέξανδρος της Αφροδισιάδας). Ένα απόσπασμα από αυτό το σχόλιο ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε αυτό που είναι γνωστό ως το Παλίμψηστο του Αρχιμήδη (Βλέπε R. Chiaradonna, M. Rashed, και D. Sedley 2013). Ο Πορφύριος έγραψε ένα άλλο σχόλιο για τις Κατηγορίες . Αυτό το δεύτερο σχόλιο έχει φτάσει σε εμάς. Τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν στο πιο περιεκτικό σχόλιο παρουσιάζονται εδώ συντομευμένα, απλοποιημένα και καθίστανται προσβάσιμα με τη μορφή διαλόγου μεταξύ ενός δασκάλου και ενός μαθητή. Η ύπαρξη δύο σχολίων γραμμένων σε διαφορετική μορφή πάνω στην ίδια πραγματεία από τον ίδιο συγγραφέα πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι αυτά τα σχόλια ήταν διδακτικά εργαλεία και χρησιμοποιούνταν για να διδάξουν μαθητές με διαφορετικές δεξιότητες και διαφορετικά επίπεδα εξοικείωσης με τις Κατηγορίες. Τέλος, ο Πορφύριος είναι ο συγγραφέας της Εισαγωγής (κυριολεκτικά, «Εισαγωγή») . Αυτό το σύντομο βιβλίο αποτελεί μια εισαγωγή στη θεωρία της κατηγορηματικής σκέψης του Αριστοτέλη. Απευθύνεται σε απόλυτα αρχάριους στη φιλοσοφία, των οποίων το πρόγραμμα σπουδών ανάγνωσης συνεχιζόταν στη συνέχεια με τη λογική του Αριστοτέλη, ξεκινώντας από τις Κατηγορίες.

Το σχόλιο που απευθύνεται στον Γεδάλιο έγινε αμέσως επιτυχία και παράδειγμα προς μίμηση. Ο Ιάμβλιχος (περίπου 242–325 μ.Χ.) είναι γνωστό ότι έγραψε ένα σχόλιο για τις Κατηγορίες που ακολούθησε στενά αυτό το σχόλιο, συντομεύοντας το επιχείρημα και καθιστώντας τη συνολική ερμηνεία σαφέστερη. Είναι επίσης γνωστό ότι διεύρυνε την πορφυριανή ερμηνεία με τη βοήθεια του βιβλίου που έγραψε ο Πυθαγόρειος Αρχύτας για τη διδασκαλία των κατηγοριών (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 2.9–14). Το εν λόγω κείμενο είναι μια όψιμη πλαστογραφία που αποσκοπούσε να διεκδικήσει τη διδασκαλία του Αριστοτέλη για τις δέκα κατηγορίες για την Πυθαγόρεια σχολή. Ο Ιάμβλιχος θεωρούσε αυτή την πλαστογραφία μια αυθεντική πρόβλεψη των Κατηγοριών του Αριστοτέλη και μια δικαίωση του οράματός του για τη φιλοσοφία ως ενιαία παράδοση σοφίας, ξεκινώντας από τον Πυθαγόρα και συνεχίζοντας με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Αναφέρεται ότι ο Ιάμβλιχος χρησιμοποίησε τις σκέψεις του Αρχύτα στην προσπάθεια να καταδείξει τη συνολική συμφωνία μεταξύ του Αριστοτέλη και της πυθαγόρειας διδασκαλίας.

Το σχόλιο του Ιάμβλιχου έχει χαθεί, αλλά μπορούμε να σχηματίσουμε μια ιδέα για τη συμβολή του στην αρχαία συζήτηση για τις Κατηγορίες χάρη στον Δέξιππο. Τίποτα δεν είναι γνωστό για τον Δέξιππο εκτός από το γεγονός ότι ήταν μαθητής του Ιάμβλιχου. Το σωζόμενο σχόλιό του παρέχει μια συνοπτική και σαφή παρουσίαση των λύσεων που προσφέρθηκαν στις απορίες που αντιπαρατέθηκαν στις Κατηγορίες του Αριστοτέλη. Ο Δέξιππος επέλεξε τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων, η οποία ταίριαζε καλύτερα στον σκοπό του να παρέχει μια σύντομη και σχετικά απλή περίληψη των ερμηνευτικών αποτελεσμάτων που πέτυχαν οι προκάτοχοί του, ιδιαίτερα ο Πορφύριος και ο Ιάμβλιχος. Ο Δέξιππος δεν ήταν πρωτότυπος στοχαστής. Σύμφωνα με τον Σιμπλίκιο, δεν πρόσθεσε σχεδόν τίποτα στις σκέψεις του Πορφύριου και του Ιάμβλιχου (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 2. 29–30).

Αφού είχε κατακτήσει τις Κατηγορίες, ο φοιτητής της φιλοσοφίας αναμενόταν να διαβάσει το υπόλοιπο αριστοτελικό σώμα κειμένων πριν στραφεί στους διαλόγους του Πλάτωνα. Ο Συριανός, δάσκαλος του Πρόκλου (περίπου 410–485 μ.Χ.), εξέθεσε τους μαθητές του τόσο στον Πλάτωνα όσο και στον Αριστοτέλη, ξεκινώντας με τον Αριστοτέλη. Ο Πρόκλος έφτασε στην Αθήνα γύρω στο 430 μ.Χ., σε μια εποχή που ο Πλούταρχος, ο προηγούμενος διευθυντής της σχολής, ήταν ηλικιωμένος και ο Συριανός είχε ήδη αναλάβει. Ως νέος και χαρισματικός μαθητής, ο Πρόκλος διάβασε το Περί ψυχής του Αριστοτέλη και τον Φαίδωνα του Πλάτωνα με τον Πλούταρχο. Αλλά όταν ο Πλούταρχος πέθανε, ο Συριανός ανέλαβε την ευθύνη για τη φιλοσοφική του εκπαίδευση. Υπό την καθοδήγηση του Συριανού, ο Πρόκλος κατέκτησε σε λιγότερο από δύο χρόνια ολόκληρο το αριστοτελικό σώμα κειμένων. Μελέτησε τα λογικά, ηθικά, πολιτικά, φυσικά έργα και ολοκλήρωσε τη θεολογία (Μαρίνος, Βίος Πρόκλου, κεφάλαια 12 και 13). Η ακολουθία λογική-ηθική-πολιτική-φυσική-θεολογία αντανακλούσε όχι μόνο μια συγκεκριμένη οργάνωση της διδασκαλίας αλλά και μια συγκεκριμένη αντίληψη της φιλοσοφίας. Καταρχάς, η πρώτη θέση που αποδιδόταν στα λογικά γραπτά του Αριστοτέλη δεν ήταν ουδέτερη σε σχέση με μια συγκεκριμένη άποψη για τη φύση της λογικής. Μέχρι εκείνη την εποχή, η λογική θεωρούνταν εργαλείο για τη φιλοσοφία. Αυτή η αντίληψη της λογικής και η σχέση της με την υπόλοιπη φιλοσοφία αντικατοπτρίζεται στον συλλογικό τίτλο Όργανον που χρησιμοποιούμε ακόμα για να αναφερθούμε στα λογικά γραπτά του Αριστοτέλη. Επιπλέον, τα μη θεολογικά γραπτά ήταν προκαταρκτικά για τη μελέτη της θεολογίας, όπως αυτή προσφέρεται στα Μεταφυσικά. Αυτή η πραγματεία ήταν το τελευταίο από τα έργα του Αριστοτέλη που μελετήθηκαν. Η αντίληψη του Θεού ως νου και ως ζωντανού όντος που απολαμβάνει την κατάσταση της τέλειας πραγματικότητας σχεδιάστηκε από τον Συριανό ως το αποκορύφωμα του μαθήματός του για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Μόλις ο Πρόκλος κατακτούσε τα Μεταφυσικά και έμαθε για την αριστοτελική αντίληψη του θείου, ο Συριανός τον παρέπεμψε στον Πλάτωνα, του οποίου οι διάλογοι διαβάζονταν επίσης σε μια συγκεκριμένη ακολουθία, που κορυφωνόταν με τον Τίμαιο και τον Παρμενίδη.

Αυτή η στάση απέναντι στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα μεταδόθηκε από τον Συριανό στον Πρόκλο και από τον Πρόκλο στον Αμμώνιο (περίπου 440–520 μ.Χ.). Τα σχόλια του Αμμώνιου στις Κατηγορίες, το Περί Ερμηνείας, τα Προηγούμενα Αναλυτικά και η Εισαγωγή του Πορφύριου έχουν φτάσει σε εμάς. Το τελευταίο είναι το παλαιότερο σωζόμενο σχόλιο για την Εισαγωγή. Μέχρι τότε, η Εισαγωγή είχε ήδη καθιερωθεί ως μέρος του προγράμματος σπουδών της φιλοσοφίας, το οποίο συνεχιζόταν με τις Κατηγορίες, το Περί Ερμηνείας και τα Προηγούμενα Αναλυτικά. Σημειώστε, ωστόσο, ότι ο Αμμώνιος δεν έγραψε τα σχόλιά του για τις Κατηγορίες, τα Προηγούμενα Αναλυτικά και ίσως την Εισαγωγή. Αυτά συντάχθηκαν από μαθητές που παρακολουθούσαν τις διαλέξεις του για τον Αριστοτέλη. (Για περισσότερες πληροφορίες και συζήτηση σχετικά με τα σχόλιά του, βλ. Ενότητα 1.2 του λήμματος για τον Αμμώνιο.) Άλλα σχόλια προήλθαν από την αίθουσα διδασκαλίας ως μεταγραφή της προφορικής έκθεσης που έδωσε ο δάσκαλος. Τα σχόλια για τις Κατηγορίες, βασισμένα στις διαλέξεις που προσέφερε ο Ολυμπιόδωρος (περίπου 495–565 μ.Χ.) και ο μαθητής του Ηλίας (Δαβίδ), έχουν φτάσει σε εμάς. Ο Φιλόπονος ( περίπου 490–570 μ.Χ.) επιμελήθηκε τις δικές του διαλέξεις για τις Κατηγορίες. Ωστόσο, το πιο σημαντικό από αυτά τα μεταγενέστερα σχόλια ήταν αυτό που έγραψε ο Σιμπλίκιος μετά το 529 μ.Χ. Ο Σιμπλίκιος ήταν άνθρωπος με τεράστια μόρφωση και εξαιρετικές συνθετικές ικανότητες. Είχε επίσης έντονη επίγνωση της συγγραφής στο τέλος μιας μακράς και σεβάσμιας ερμηνευτικής παράδοσης. Προσπάθησε συνειδητά να αφομοιώσει και να συνδυάσει τα διάφορα νήματα αυτής της παράδοσης. Με αυτόν τον τρόπο μας άφησε την πιο ολοκληρωμένη και κατατοπιστική επισκόπηση της υποδοχής των Κατηγοριών στην αρχαιότητα. Με την πρώτη ματιά, ο Σιμπλίκιος μπορεί να μοιάζει με σύγχρονο μελετητή. Τα σχόλιά του δείχνουν τη μεγάλη φροντίδα και ακρίβεια ενός στοχαστικού και αφοσιωμένου ερμηνευτή που εξηγεί τις Κατηγορίες μέσα από μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Ο Σιμπλίκιος ήταν Πλατωνιστής και η ερμηνευτική του δραστηριότητα είχε ως στόχο να δείξει ότι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης συμφωνούσαν ουσιαστικά. Ο Σιμπλίκιος είναι απόλυτα σαφής ως προς το δικό του ερμηνευτικό ιδανικό:

Πιστεύω ότι <ο άξιος ερμηνευτής> δεν πρέπει να καταδικάσει τον φιλόσοφο για ασυμφωνία κοιτάζοντας μόνο το γράμμα αυτών που λέει ο <Αριστοτέλης> εναντίον του Πλάτωνα· αλλά πρέπει να κοιτάξει προς το πνεύμα και να εντοπίσει την αρμονία που επικρατεί μεταξύ τους στα περισσότερα σημεία (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 7. 29–32, μτφρ. Michael Case)

Η σχολιαστική παράδοση που κορυφώθηκε στον Σιμπλίκιο συνίστατο σε μια ειλικρινή προσπάθεια να κατανοηθούν καλύτερα οι Κατηγορίες. Διαβάζοντας το σχόλιο του Σιμπλίκιου, αποκτά κανείς μια αίσθηση της εξαιρετικής ευρηματικότητας που χρησιμοποίησε αυτή η παράδοση για να εξηγήσει αυτή τη σύντομη αλλά φευγαλέα πραγματεία. Αλλά έχει επίσης την εντύπωση ότι αυτή η παράδοση δεν είχε προνομιακή πρόσβαση σε αυτό το κείμενο. Ακριβώς το αντίθετο: από την αρχή της αναβίωσης του ενδιαφέροντος για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη και μέχρι την Ύστερη Αρχαιότητα, οι Κατηγορίες παρέμειναν ένα δελεαστικό αίνιγμα. Όχι μόνο ο τίτλος τους, αλλά και η ενότητα, η δομή και η θέση τους στο αριστοτελικό σώμα συζητήθηκαν έντονα. Για παράδειγμα, διάφοροι τίτλοι μαρτυρούνται στην σχολιαστική παράδοση: Εισαγωγή στα Θέματα, Περί των Γένων του Είναι, Περί των Δέκα Γένων, Οι Δέκα Κατηγορίες, Κατηγορίες (Σιμπλίκιος, Στην Κατ. 15. 26–30). Κάθε ένας από αυτούς τους τίτλους αντανακλούσε μια συγκεκριμένη ερμηνεία του θέματος της πραγματείας. Ο Ανδρόνικος είναι ο πρώτος ερμηνευτής που είναι γνωστό ότι προτίμησε τον τίτλο Κατηγορίες. Απέρριψε τον τίτλο Εισαγωγή στα Θέματα και θεώρησε τα τελευταία κεφάλαια των Κατηγοριών —τα λεγόμενα Postpraedicamenta— μια μεταγενέστερη προσθήκη αντίθετη με τον σκοπό του βιβλίου. Υποστήριξε ότι οι άνθρωποι που πρόσθεσαν αυτά τα κεφάλαια έγραψαν επίσης στο βιβλίο τον τίτλο Εισαγωγή στα Θέματα (Simplicius, In Cat. 279. 8–10). Αντίθετα, ο Άδραστος ο Αφροδισιέας υπερασπίστηκε τη σχέση μεταξύ των Κατηγοριών και των Θέμάτων σε ένα έργο με τίτλο Περί της Τάξης των Πραγματειών του Αριστοτέλη (Simplicius, In Cat. 16. 1–4). Η διαμάχη δεν περιορίστηκε στην οργάνωση των έργων του Αριστοτέλη, αλλά επεκτάθηκε στη φιλοσοφική σημασία της πραγματείας. Ο τίτλος Κατηγορίες τελικά επικράτησε και, μαζί με τον τίτλο, επιβλήθηκε μια συγκεκριμένη ερμηνεία της πραγματείας.

5. Η ερμηνευτική εργασία για το De anima

Η εντύπωση ότι, από πολύ νωρίς, οι αρχαίοι ερμηνευτές αγωνίζονταν να κατανοήσουν τον Αριστοτέλη επιβεβαιώνεται από την σχολιαστική παράδοση του έργου του Αριστοτέλη Περί ψυχής. Σκεφτείτε την ερμηνευτική εργασία στο Περί ψυχής 3.5. Εκεί, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει περίφημα την ύπαρξη μιας διάνοιας (νους) που είναι ξεχωριστή, ανεπηρέαστη και αμιγής (Περί ψυχής 430 a 17–18). Στην αρχαιότητα, οι σχολιαστές παραδοσιακά αναφέρονταν σε αυτή τη διάνοια ως ενεργό (ή παραγωγικό) διάνοια, νους ποιητικός. Η συζήτηση για το πώς ακριβώς πρέπει να κατανοηθεί αυτή η διάνοια ξεκίνησε πολύ νωρίς. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Θεόφραστος ήδη προβληματιζόταν γι' αυτήν (Θεμίστιος, Στο Περί ψυχής 110.18–28). Μεταξύ άλλων, δεν είναι προφανές τι είδους πράγμα υποτίθεται ότι είναι η ενεργός διάνοια. Πιο άμεσα, δεν είναι σαφές αν πρόκειται για ανθρώπινη ή θεϊκή διάνοια. Αυτό που λέει ο Αριστοτέλης εκτός του Περί ψυχής είναι εξίσου περίπλοκο. Στο έργο του Περί Γενέσεως των Ζώων, ο Αριστοτέλης μιλάει για μια διάνοια που εισέρχεται «από έξω» (736 b 27). Αλλά δεν είναι καθόλου σαφές πώς πρέπει να κατανοηθεί το σχόλιο που κάνει ο Αριστοτέλης σε αυτό το πλαίσιο. Ποια ακριβώς είναι η θέση αυτής της αινιγματικής διάνοιας; Πώς εντάσσεται στη συζήτηση που προσφέρεται στο Περί ψυχής του Αριστοτέλη;

Ο Αλέξανδρος της Αφροδισιάδας ανέπτυξε μια γραμμή ερμηνείας που έκανε την ενεργό διάνοια μια μη ανθρώπινη διάνοια και την ταύτιζε με τον Θεό. Το σχόλιό του για το Περί ψυχής χάνεται. Αντ' αυτού, έχουμε το Περί ψυχής που έγραψε ακολουθώντας τις αρχές που είχε θεσπίσει ο Αριστοτέλης στο δικό του Περί ψυχής. Εκεί, ο Αλέξανδρος ταυτίζει την ενεργό διάνοια με «την πρώτη αιτία, η οποία είναι η αιτία και η αρχή της ύπαρξης όλων των άλλων πραγμάτων» (Αλέξανδρος, Περί ψυχής 89. 9-10). Η διάνοια, όπως νοείται έτσι, δεν είναι μόνο η αιτία της ανθρώπινης σκέψης· είναι επίσης η αιτία της ύπαρξης όλων όσων υπάρχουν στο σύμπαν. Αυτή η διάνοια μπορεί επίσης να είναι αντικείμενο σκέψης. Όταν συμβαίνει αυτό, αυτή η διάνοια εισέρχεται μέσα μας από έξω: «αυτή είναι η διάνοια από έξω που έρχεται να είναι μέσα μας και είναι άφθαρτη» (Αλέξανδρος, Περί ψυχής 90.19-20). Ο Αλέξανδρος καθιστά απολύτως σαφές ότι αυτή η διάνοια από μόνη της είναι άφθαρτη και ως τέτοια είναι επίσης θεϊκή. Μια παρόμοια αλλά όχι ταυτόσημη προσπάθεια επέκτασης των ελλειπτικών παρατηρήσεων που έχει αφήσει ο Αριστοτέλης για την ενεργό διάνοια μπορεί να βρεθεί στο Περί Νου, ένα σύντομο δοκίμιο που αποδίδεται στον Αλέξανδρο της Αφροδισιάδας και διασώζεται στη συλλογή σύντομων ερμηνευτικών γραπτών που είναι γνωστή σε εμάς ως Μάντισσα.

Ένα άλλο κείμενο που έχει σημαντικές επιπτώσεις στην πρόσληψη της προσέγγισης του Αριστοτέλη για τη διάνοια είναι η παράφραση του Περί ψυχής που έγραψε ο Θεμίστιος γύρω στο 350 μ.Χ. Εκεί, ο Θεμίστιος υποστηρίζει ότι η ενεργός διάνοια είναι ο ακριβέστερος προσδιορισμός της ανθρώπινης μορφής (Στο Περί ψυχής 100.35–36). Με άλλα λόγια, η ουσία μας ως ανθρώπινα όντα είναι η ενεργός διάνοια (Στο Περί ψυχής 100.36–101.1). Αν και ο Θεμίστιος δεν κατονομάζει ονόματα, αντιδρά σαφώς στην ερμηνεία που προωθεί ο Αλέξανδρος της Αφροδισιάδας. Για τον Θεμίστιο, η ενεργός διάνοια δεν είναι ο Θεός ή η υπέρτατη αρχή από την οποία εξαρτώνται τα πάντα για την ύπαρξή τους. Για αυτόν, η ενεργός διάνοια είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ψυχής: «η ενεργός διάνοια βρίσκεται στην ψυχή και είναι σαν το πιο αξιότιμο μέρος της ανθρώπινης ψυχής» (Στο Περί ψυχής 103.4–5). Αν και η ενεργός διάνοια, όπως νοείται έτσι, είναι μια ανθρώπινη διάνοια, δεν νοείται κατηγορηματικά ως προσωπική διάνοια. Ο Θεμίστιος είναι κατηγορηματικά σαφής ότι υπάρχει μόνο μία ξεχωριστή, αμιγής και ανεπηρέαστη ενεργός διάνοια. Ομοίως, υπάρχει μόνο μία ξεχωριστή, αμιγής και ανεπηρέαστη δυνητική διάνοια, ο νους δυναμεί. Σύμφωνα με τον Θεμίστιο, τόσο η ενεργός όσο και η δυνητική διάνοια δεν υπόκεινται σε γένεση και φθορά. Αυτό που είναι φθαρτό είναι μόνο η κοινή ή παθητική διάνοια, κοινός ή παθητικός νους. Αυτή η τρίτη διάνοια αναμειγνύεται με το σώμα και η μοίρα της είναι να χαθεί μαζί με το σώμα (Στο Περί ψυχής 105.28–29, 106.14–15).

Μπορούμε επωφελώς να υπερβούμε την προσέγγιση του Αριστοτέλη για τη διάνοια, προκειμένου να αναλογιστούμε την αρχαία πρόσληψη του έργου του Αριστοτέλη «Περί ψυχής» στο σύνολό του. Αυτή η πρόσληψη αποτελεί μια εξαιρετική μελέτη περίπτωσης για το πώς η φιλοσοφική σκέψη του Αριστοτέλη μεταμορφώθηκε από τους αρχαίους ερμηνευτές της, με εκτεταμένες επιπτώσεις που γίνονται αισθητές ακόμη και σήμερα. Ας ξεκινήσουμε δηλώνοντας το προφανές: Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που έγραψε ένα βιβλίο για την ψυχή καθαυτή. Το έκανε αυτό επειδή ασχολήθηκε με μια πλήρη και συστηματική μελέτη των ζωντανών όντων. Αρκεί να αναλογιστούμε για μια στιγμή το εναλλακτικό σενάριο για να συνειδητοποιήσουμε πόσο απίθανο είναι να σκεφτούμε, πόσο μάλλον να υποστηρίξουμε, ότι η έρευνα για την ψυχή ήταν αυτό που παρακίνησε τον Αριστοτέλη να ξεκινήσει μια μελέτη των ζωντανών όντων. Κατά πάσα πιθανότητα, ο Αριστοτέλης ανέπτυξε πρώτα την επιστήμη του για τα ζωντανά όντα και στη συνέχεια παρείχε μια θεωρητική βάση σε αυτήν την επιστήμη γράφοντας για την ψυχή. Ωστόσο, η στενή σύνδεση που υπήρχε στο μυαλό του Αριστοτέλη μεταξύ του έργου του «Περί ψυχής» και της επιστήμης των ζωντανών όντων χάθηκε στην αρχαιότητα. Είναι αρκετά χαρακτηριστικό ότι κανείς μετά τον Αριστοτέλη και τους άμεσους διαδόχους του στους πρώιμους Περίπατους (κυρίως τον Θεόφραστο) δεν ένιωσε την ανάγκη να ασχοληθεί με μια πλήρη και συστηματική μελέτη του φαινομένου της ζωής όπως συναντάται εδώ στη γη (ζώα και φυτά). Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «βιολογία» αφαιρέθηκε από το πρόγραμμα σπουδών πολύ νωρίς. Απόδειξη αυτού είναι ότι δεν γράφτηκαν σχόλια για τα λεγόμενα βιολογικά έργα. Αυτό που επικράτησε αντ' αυτού ήταν μια συγκεκριμένη αντίληψη της φυσικής φιλοσοφίας που θα ήθελα να περιγράψω ως «φυσική χωρίς βιολογία», δηλαδή μια μελέτη της φύσης (φυσική) που γίνεται σε μεγάλο βαθμό χωρίς να ασχολείται με τη μελέτη των ζωντανών όντων όπως τα συναντάμε εδώ στη γη (βιολογία). Δεν μπορούμε να είμαστε πιο μακριά από τον Αριστοτέλη, ο οποίος έκανε τα ζωντανά όντα, και ιδιαίτερα τα ζώα, κεντρικό μέλημα στη μελέτη του για τον φυσικό κόσμο. Αλλά αυτή η επιλεκτική ενασχόληση με τη φυσική φιλοσοφία είχε επιπτώσεις στην κριτική ενασχόληση με το έργο του Αριστοτέλη «Περί ψυχής». Συγκεκριμένα, ο στενός δεσμός που υπήρχε στο μυαλό του μεταξύ της μελέτης της ψυχής και της επιστήμης των ζωντανών όντων διακόπηκε. Αυτή η αποκοπή επέτρεψε σε όλους τους αρχαίους Έλληνες σχολιαστές (χωρίς να εξαιρείται κανείς) να ασχοληθούν με το Περί ψυχής του Αριστοτέλη απομονωμένα από την επιστήμη των ζωντανών όντων του Αριστοτέλη, με τη βαρυσήμαντη συνέπεια να θεωρούν την ψυχή ως την αρχή των ψυχολογικών ή νοητικών φαινομένων και όχι ως την αρχή των ζωντανών όντων. Οι συνέπειες αυτής της αποκοπής εξακολουθούν να είναι αισθητές σήμερα, καθώς οι περισσότεροι ερμηνευτές συνεχίζουν να διαβάζουν το Περί ψυχής του Αριστοτέλη ως ένα έργο ψυχολογίας απομονωμένο από την επιστήμη των ζωντανών όντων του Αριστοτέλη.

6. Ο Βοήθιος και η Λατινική Παράδοση

Ξεκινώντας κάποια στιγμή τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., το Όργανο του Αριστοτέλη καθιερώθηκε ως μέρος του προγράμματος σπουδών ανάγνωσης στη λατινική παράδοση. Όπως και η ελληνική παράδοση, η λατινική παράδοση χρησιμοποιούσε μια μεγάλη ποικιλία ερμηνευτικών εργαλείων στη διδασκαλία του Αριστοτέλη: παραφράσεις, στοιχειώδη καθώς και πιο προχωρημένα σχόλια. Επιπλέον, η λατινική παράδοση αντιμετώπισε το συγκεκριμένο πρόβλημα της παροχής στους μαθητές επαρκών μεταφράσεων των σχετικών κειμένων.

Η παράδοση αποδίδει στον Μάριο Βικτωρίνο (4ος αιώνας μ.Χ.) μια μετάφραση των Κατηγοριών, του De Interpretatione και της Εισαγωγής του Πορφύριου (Cassiodorus, Instit. II, 3, 18). Η ίδια παράδοση του αποδίδει ένα σχόλιο σε οκτώ βιβλία για τις Κατηγορίες. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Βέττιος Αγόριος Πραιτέξτατος είναι γνωστό ότι μετέφρασε τις ελληνικές παραφράσεις των Προηγούμενων και Μεταγενέστερων Αναλυτικών που παρήγαγε ο Θεμίστιος (Boethius, De Int. 2 3.6–4.3). Κανένα από αυτά τα έργα δεν μας έχει φτάσει, με εξαίρεση αποσπάσματα από τη μετάφραση της Εισαγωγής του Βικτωρίνου. Μια ανώνυμη παράφραση των Κατηγοριών, που αποδίδεται ψευδώς στον Αυγουστίνο και παραδοσιακά γνωστή ως Categoriae Decem, έχει διασωθεί μόνο επειδή διαβάζονταν και χρησιμοποιούνταν ευρέως στις αρχές του Μεσαίωνα. Τέλος, μια ατελής παράφραση των Κατηγοριών διασώζεται στο έργο του Μαρτιανού Καπέλλα «Περί Διαλεκτικής» (το τέταρτο βιβλίο του «Ο Γάμος της Φιλοσοφίας και του Ερμή», ενός σημαντικού εγχειριδίου για τις επτά ελεύθερες τέχνες που χρονολογείται από τον πέμπτο αιώνα μ.Χ.). Ακόμα και αυτές οι λίγες παρατηρήσεις αρκούν για να τεκμηριώσουν μια συνεχή προσπάθεια να παρασχεθεί στους μαθητές ένα λατινικό Όργανο που να αντανακλούσε τις διδακτικές ανάγκες της εποχής.

Η βασική προσωπικότητα για την υποδοχή του Αριστοτέλη στον λατινικό κόσμο ήταν ο Βοήθιος. Γνωστός περισσότερο για το έργο του «Παρηγορία Φιλοσοφίας», ο Βοήθιος (περίπου 475–526) ήταν ο μεταδότης της αριστοτελικής λογικής παράδοσης στις αρχές του Μεσαίωνα. Η στάση του απέναντι στο κείμενο του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα δεν διέφερε από αυτή των άλλων σχολιαστών της Ύστερης Αρχαιότητας. Θεωρούσε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως φιλοσοφικές αυθεντίες και ήταν πεπεισμένος ότι ο καλύτερος τρόπος για να κάνει κανείς φιλοσοφία ήταν να διαβάζει και να σχολιάζει τα έργα τους. Όπως οι Πλατωνιστές της Ύστερης Αρχαιότητας, ήταν πεπεισμένος ότι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης συμφωνούσαν βασικά και ότι η σκέψη του Αριστοτέλη έπρεπε να γίνει κατανοητή ως μια γνήσια εξέλιξη της σκέψης του Πλάτωνα. Με αυτή τη νοοτροπία, ο Βοήθιος σχεδίαζε να μεταφράσει όλα τα έργα του Αριστοτέλη που μπορούσε να βρει μαζί με όλους τους διαλόγους του Πλάτωνα και να τα σχολιάσει όλα, προκειμένου να δείξει ότι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης συμφωνούσαν στα πιο σημαντικά φιλοσοφικά σημεία (Boethius De Int. 2 79. 9–80.9).

Ο Βοήθιος κατάφερε να εκτελέσει αυτό το σχέδιο μόνο εν μέρει. Κατάφερε να μεταφράσει τις Κατηγορίες, το De Interpretatione, τα Prior Analytics, τα Θέματα και τις Σοφιστικές Αναιρέσεις. Επιπλέον, μετέφρασε την Εισαγωγή του Πορφύριου. Ο Βοήθιος συνέταξε δύο σχόλια για την Εισαγωγή. Μαζί με αυτά τα σχόλια, έγραψε δύο σχόλια για το De Interpretatione.

Η πρακτική της συγγραφής διπλών σχολίων πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το πρίσμα της παιδαγωγικής μέριμνας που εμπνέει ολόκληρη την παράδοση των σχολίων. Δείτε πώς ο Βοήθιος εξηγεί γιατί έγραψε δύο σχόλια (ή μάλλον δύο εκδοχές του ίδιου σχολίου) στο De Interpretatione:

Σκοπεύω να αποκαλύψω τις λεπτότερες διδασκαλίες του Αριστοτέλη σε ένα σχόλιο οργανωμένο σε δύο εκδοχές· διότι αυτό που περιέχει η πρώτη εκδοχή προετοιμάζει, σε κάποιο βαθμό, ένα ευκολότερο μονοπάτι για όσους εισέρχονται σε αυτά τα πιο βαθιά και λεπτά ζητήματα. Αλλά επειδή η δεύτερη εκδοχή αναπτύσσεται σε συνδυασμό με τις λεπτότερες διδασκαλίες του ερμηνευτή, παρουσιάζεται για να διαβαστεί και να μελετηθεί από όσους είναι προχωρημένοι σε αυτή την έρευνα και μελέτη (Boethius, In De Int. 2 186. 2–9 μετά τον Kretzmann).

Ο Βοήθιος έγραψε επίσης ένα σχόλιο για τις Κατηγορίες. Αυτό το σχόλιο προοριζόταν να αποτελέσει μια στοιχειώδη έκθεση της πραγματείας. Ο Βοήθιος σχεδίαζε να γράψει μια δεύτερη έκθεση, απευθυνόμενη σε πιο προχωρημένους μαθητές (Βοήθιος στην κατηγορία 160 AB). Δεν είναι σαφές εάν μπόρεσε να συντάξει αυτό το πιο προχωρημένο σχόλιο.

Η ερμηνευτική εργασία πάνω στην Εισαγωγή, τις Κατηγορίες και το De Interpretatione συνεχίστηκε και μετά τον Βοήθιο. Αυτή η εργασία συχνά έπαιρνε τη μορφή γλωσσών, δηλαδή σχολίων γραμμένων στο περιθώριο αντιγράφων της Εισαγωγής , των Κατηγοριών και του De Interpretatione. Μια επισκόπηση των ερμηνευτικών αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν στην πρώιμη λατινική μεσαιωνική παράδοση υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής αυτού του λήμματος. Παραπέμπουμε τον αναγνώστη στη Βιβλιογραφία για περαιτέρω ανάγνωση σχετικά με την σχολιαστική παράδοση στον πρώιμο Μεσαίωνα.

7. Συμπέρασμα

Δεν υπάρχει φιλοσοφία των σχολιαστών με την έννοια ενός συγκεκριμένου συνόλου δογμάτων που συμμερίζονταν όλοι οι αρχαίοι σχολιαστές του Αριστοτέλη. Αυτό που συμμερίζονταν οι αρχαίοι σχολιαστές ήταν η πρακτική της ανάγνωσης και του σχολιασμού των έργων του Αριστοτέλη με βάση την κρίσιμη υπόθεση ότι ο Αριστοτέλης ήταν φιλοσοφική αυθεντία και τα γραπτά του άξιζαν να μελετηθούν με μεγάλη προσοχή.

Λόγω της σχεδόν πλήρους απώλειας της σχετικής βιβλιογραφίας, γνωρίζουμε ελάχιστα για την πρώτη γενιά ερμηνευτών του Αριστοτέλη. Δεν προκύπτει καμία εικόνα ενότητας από τα λίγα που έχουν φτάσει σε εμάς. Η ιδέα ότι όλοι αυτοί οι ερμηνευτές έγραψαν σχόλια δεν υποστηρίζεται από τις πληροφορίες που έχουμε στην κατοχή μας. Τα σχόλια τελικά έγιναν η τυπική μορφή εξήγησης. Αλλά ακόμη και μέσα στην παράδοση των σχολίων υπήρχε χώρος για μια πληθώρα εξηγητικών θέσεων. Διαφορετικοί σχολιαστές ανέπτυξαν διαφορετικές ερμηνείες υπό το πρίσμα των διαφορετικών (συχνά ανταγωνιστικών) ανησυχιών που παρακίνησαν την εξήγησή τους.

Η ερμηνευτική παράδοση που βρίσκει την κορύφωσή της στον Αλέξανδρο της Αφροδισιάδας υποκινήθηκε κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) από μια προσπάθεια υπεράσπισης της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη στο πλαίσιο της αρχαίας διαμάχης μεταξύ φιλοσοφικών σχολών. Ο Αλέξανδρος της Αφροδισιάδας θεωρούσε τον Αριστοτέλη δάσκαλό του και αφιέρωσε τα ερμηνευτικά του έργα στην ερμηνεία και εξαγωγή της ξεχωριστής φιλοσοφικής θέσης του Αριστοτέλη.

Ενώ οι Πλατωνιστές της Ύστερης Αρχαιότητας έθεσαν τους εαυτούς τους σε συνέχεια με αυτήν την παράδοση, η εξήγησή τους υποκινούνταν από διαφορετικά φιλοσοφικά και ερμηνευτικά ζητήματα. Αυτό που χαρακτηρίζει ολόκληρη την περίοδο που ονομάζουμε «Ύστερη Αρχαιότητα» είναι η άνοδος και η επιβεβαίωση μιας συγκεκριμένης μορφής Πλατωνισμού που επιχείρησε την ενσωμάτωση του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα. Αλλά είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι αρχαίοι συγγραφείς που ασχολήθηκαν κριτικά με τον Αριστοτέλη μετά τον Αλέξανδρο της Αφροδισιάδας ήταν όλοι αφοσιωμένοι στον Πλατωνισμό. Για αυτούς, ο Πλάτωνας και όχι ο Αριστοτέλης ήταν η απόλυτη φιλοσοφική αυθεντία. Ως αποτέλεσμα, ασχολήθηκαν με τον Αριστοτέλη με την υπόθεση ότι η φιλοσοφία του μπορούσε να αφομοιωθεί στον Πλατωνισμό.
------------------------
Συμπλήρωμα στο βιβλίο Σχολιαστές του Αριστοτέλη

Ανδρόνικος της Ρόδου

Στον Ανδρόνικο αποδίδεται παραδοσιακά η παραγωγή της πρώτης αξιόπιστης έκδοσης του Αριστοτέλη.

Δυστυχώς, δεν είναι σαφές τι επιμελήθηκε ο Ανδρόνικος και πώς το έκανε. Η φήμη του ως επιμελητή του Αριστοτέλη βασίζεται εξ ολοκλήρου στη μαρτυρία του Πορφύριου, ο οποίος μας λέει ότι «ο Ανδρόνικος χώρισε τα έργα του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου σε πραγματείες, συγκεντρώνοντας σχετικό υλικό στον ίδιο χώρο» (Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου, κεφάλαιο 24). Αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο Ανδρόνικος δεν παρείχε ένα έγκυρο κείμενο του Αριστοτέλη. Έμμεση απόδειξη της απουσίας ενός τέτοιου κειμένου είναι η συζήτηση για εναλλακτικές κειμενικές αναγνώσεις στην μεταγενέστερη σχολιαστική παράδοση. Αυτή η συζήτηση υποδηλώνει ότι το κείμενο του Αριστοτέλη παρέμεινε ρευστό τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ. (Για χρήσιμα σχόλια επί του σημείου αυτού, βλ. Hatzimichali 2016: 81–100, ειδικά 94–99).

Ακολουθώντας μια πρόσφατη τάση στην ακαδημαϊκή κοινότητα, ίσως θέλουμε να διατηρήσουμε ξεχωριστές τις δραστηριότητες του Ανδρόνικου στην κριτική κειμένου και την οργάνωση του κανόνα ή του σώματος κειμένων (Hatzimichali 2013: 2–17 και Hatzimichali 2016: 81–100). Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού είναι η απομάκρυνση από την υποτιθέμενη έκδοση του Αριστοτέλη και η εστίαση στη δραστηριότητά του ως οργανωτή του αριστοτελικού σώματος κειμένων. Ας εξετάσουμε, εν συντομία, τι γνωρίζουμε για αυτή τη δραστηριότητα.

Γνωρίζουμε ότι ο Ανδρόνικος έγραψε έναν κατάλογο (πινακές) με τα γραπτά του Αριστοτέλη. Αυτός ο κατάλογος περιελάμβανε τουλάχιστον πέντε βιβλία και ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή λίστα τίτλων. Μεταξύ άλλων, περιείχε επίσης μια βιογραφία του Αριστοτέλη, μια μεταγραφή της διαθήκης του, μια συλλογή επιστολών που αποδίδονται στον Αριστοτέλη και ένα σύνολο σημειώσεων όπου ο Ανδρόνικος πιθανώς εξηγούσε και υπερασπιζόταν την οργάνωση του καταλόγου του και συζητούσε διάφορα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της αυθεντικότητας ορισμένων από τα έργα που αποδίδονται στον Αριστοτέλη. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι ο Ανδρόνικος θεωρούσε το έργο Περί Ερμηνείας (De interpretatione) ψευδές. Μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι συζήτησε τους λόγους για αυτήν την άποψη στο πλαίσιο των πινακών του.

Ο κατάλογος που συνέταξε ο Ανδρόνικος δεν σώζεται, αλλά οι μελετητές παραδοσιακά επικαλούνται τον υπάρχοντα κατάλογο του Πτολεμαίου αλ-Γαρίμπ, «του άγνωστου» ή «του ξένου», για να σχηματίσουν μια ιδέα για το περιεχόμενό του. Το ελληνικό πρωτότυπο αυτού του δεύτερου καταλόγου έχει επίσης χαθεί. Ωστόσο, το περιεχόμενό του μεταδίδεται από δύο έμμεσους μάρτυρες (Ιμπν αλ Κιφτί και Ιμπν αμπί Ουσάιμπιά) και δύο αραβικά χειρόγραφα. Μια κριτική έκδοση αυτού του σημαντικού εγγράφου είναι τώρα διαθέσιμη (Rashed 2021). Εκτός από μια κριτική έκδοση του αραβικού κειμένου, ο Μαρουάν Ρασίντ έχει επίσης εκδώσει μια γαλλική μετάφραση καθώς και μια εις βάθος μελέτη των τεσσάρων μερών του. Αυτά είναι: (1) ένας πρόλογος όπου ο Πτολεμαίος εξηγεί τους στόχους του έργου του, (2) μια βιογραφία του Αριστοτέλη, (3) η διαθήκη του Αριστοτέλη και (4) ένας κατάλογος των γραπτών του Αριστοτέλη.

Από τον πρόλογο μαθαίνουμε ότι ο κατάλογος του Πτολεμαίου γράφτηκε κατόπιν αιτήματος ενός κατά τα άλλα άγνωστου Γάλλου, ο οποίος ενδιαφερόταν για τον Αριστοτέλη αλλά δεν ήταν σε θέση (ή πρόθυμος) να ασχοληθεί με τη μελέτη των πινάκων που παρήγαγε ο Ανδρόνικος. Ως αποτέλεσμα, ο Πτολεμαίος συνέταξε τον δικό του μικρότερο κατάλογο, ο οποίος απευθύνεται στον Γάλλο (Ad Gallum). Αν και μικρότερος, αυτός ο κατάλογος δεν χρειάζεται να αποτελεί συνοπτική παρουσίαση του έργου που παρήγαγε ο Ανδρόνικος. Ο Marwan Rashed υποστήριξε -πειστικά, κατά την άποψή μου- ότι ο Πτολεμαίος δεν ακολούθησε τον Ανδρόνικο και τους πινάκες του. Αντίθετα, βασίστηκε σε μια προηγούμενη (ελληνιστική) παράδοση, η οποία μπορεί να είναι πανομοιότυπη με τις πινάκες που παρήγαγε ο Έρμιππος της Σμύρνης (3ος αιώνας π.Χ.) (Rashed 2021: xx-xxviii σε συνδυασμό με ccxcviii-cccii). Αυτό έχει μια σημαντική (αν και αρνητική) συνέπεια για εμάς: δεν μπορούμε (και, μάλιστα, δεν πρέπει) να χρησιμοποιήσουμε τον κατάλογο του Πτολεμαίου για να προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως σε όσα μπορεί να έχει καταφέρει ο Ανδρόνικος. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι πρέπει να δεχτούμε ότι γνωρίζουμε πολύ λίγα (σχεδόν τίποτα) για τις πινάκες του Ανδρόνικου.

Μεταξύ άλλων, δεν γνωρίζουμε πότε και πού ο Ανδρόνικος παρήγαγε τις πινάκες του. Οι δύο πιο πρόσφατες συνεισφορές επί του θέματος (Perkams 2019: 445–468 και Rashed 2021: ccciii–ccclxv) έχουν εμπιστευτεί ιδιαίτερα μια σημείωση για τη ζωή και το έργο του Ανδρόνικου που ανάγεται στο έργο του al-Fârâbî « Περί της εμφανίσεως της φιλοσοφίας» (που διατηρείται μόνο στον Ibn Abî «Usaibi'a». Αυτή η σημείωση μας λέει ότι ο Ανδρόνικος εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια και ότι ακολούθησε τον Αύγουστο από την Αλεξάνδρεια στη Ρώμη (μετά τη μάχη του Ατίου το 31 π.Χ.), όπου και ολοκλήρωσε τις πινάκες του. Η σημείωση αποδίδει επίσης ενεργό ρόλο στον Αύγουστο, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την αλεξανδρινή βιβλιοθήκη και για τα βιβλία και τη διδασκαλία του Αριστοτέλη.

Αυτή η σημείωση αποτελεί μέρος μιας εξαιρετικά μυθοπλαστικής αφήγησης της μετάδοσης της φιλοσοφίας από τους Έλληνες μέσω των Ρωμαίων στους Χριστιανούς (Σύρους) και τους Άραβες. Οι μελετητές την γνωρίζουν εδώ και πολύ καιρό. Το ερώτημα ήταν πάντα - και εξακολουθεί να είναι - αν (και τελικά πώς) μπορούμε να διαχωρίσουμε την πραγματικότητα από τη μυθοπλασία σε αυτήν την σημείωση. Με άλλα λόγια, η σημείωση μπορεί να διατηρεί κάποιες ιστορικές πληροφορίες - ίσως ακόμη και πληροφορίες που δεν βρίσκουμε αλλού -, αλλά είναι επίσης πιθανό να είναι γεμάτη ευκαιρίες για σύγχυση και διαφθορά. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς στη σκέψη ότι το όνομα του Αυγούστου αντιπροσωπεύει αυτό του Σύλλα και η ιστορία της μεταφοράς των βιβλίων από την Αλεξάνδρεια στη Ρώμη αποτελεί την ιστορία της μεταφοράς των βιβλίων από την Αθήνα στη Ρώμη μετά την λεηλασία της Αθήνας από τον Σύλλα.

Συνοψίζοντας, παραμένω επιφυλακτικός ως προς το αν μπορούμε να διεισδύσουμε στο σκοτάδι που περιβάλλει τη δραστηριότητα του Ανδρόνικου του Ρόδιου. Δεν υπάρχει, ωστόσο, αμφιβολία ότι η πιο σημαντική και διαρκής επιρροή του Ανδρόνικου ήταν ως οργανωτής του αριστοτελικού σώματος κειμένων. Επέβαλε μια συγκεκριμένη τάξη σε αυτό το σώμα κειμένων. Για παράδειγμα, τοποθέτησε τα λογικά γραπτά στην αρχή του καταλόγου του και τις Κατηγορίες στην κορυφή των λογικών γραπτών. Η εξέχουσα θέση που δόθηκε στις Κατηγορίες στο Ανδρονικά σώμα κειμένων μπορεί να έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μεταελληνιστική έξαρση ενδιαφέροντος για αυτό το έργο (όπως προτείνει ο Michael Griffin στο Griffin 2015).

Χωρίς να αρνηθούμε ότι ο Ανδρονικάνος κατάλογος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υστεροελληνιστική επιστροφή στον Αριστοτέλη, παραμένει δύσκολο να εντοπίσουμε όλο το υστεροελληνιστικό ενδιαφέρον για τις Κατηγορίες, και τις διάφορες αναγνώσεις που προκάλεσε, μέχρι τον Ανδρόνικο και την απόφασή του να τοποθετήσει τις Κατηγορίες στην αρχή του καταλόγου του. Καταρχάς, υπάρχουν ελάχιστα αλλά σαφή στοιχεία ενδιαφέροντος για τις Κατηγορίες πριν από τον Ανδρόνικο. Είναι αρκετά χαρακτηριστικό ότι ο Ανδρόνικος επέκρινε έναν άγνωστο προκάτοχό του, ο οποίος υποστήριξε ότι οι Κατηγορίες γράφτηκαν για χάρη των Θεμάτων και ως εκ τούτου θα έπρεπε να έχουν τον τίτλο «Πριν από τα Θέματα». Κατ' άλλον, ένας σημαντικός φιλόσοφος όπως ο Εύδωρος ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ., μπορεί να ανέπτυξε το ενδιαφέρον του για τις Κατηγορίες ανεξάρτητα από τον Ανδρόνικο και για εντελώς διαφορετικούς λόγους (βλ. Falcon 2018).

Η αλήθεια είναι ότι οι πληροφορίες που έχουμε στην κατοχή μας είναι απογοητευτικά σπάνιες. Γνωρίζουμε πολύ λίγα για τον Ανδρόνικο, τον Εύδωρο και τους άλλους φιλοσόφους που έδρασαν τον 1ο αιώνα π.Χ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν έχουμε ακριβείς ημερομηνίες για τη δράση τους. Τελικά, πρέπει να έχουμε επίγνωση των ορίων αυτού που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα για την κατάσταση της φιλοσοφίας τον 1ο αιώνα π.Χ.

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση

Α3.2. Κυρίως Λυρική Ποίηση

Α3.2.1. Τραγούδια αφιερωμένα σε θεούς


Ύμνος: πρόκειται για λατρευτικό τραγούδι αφιερωμένο σε κάποιον θεό, σε αντιδιαστολή προς το ἐγκώμιον που επαινούσε κάποιον θνητό (EG 540. 46). Παλαιότερα η λέξη αναφερόταν σε αφηγηματική ποίηση γραμμένη σε δακτυλικό εξάμετρο, όπως οι ύμνοι που παραδίδονται με το όνομα του Ομήρου. Οι μικρότεροι από αυτούς λειτουργούσαν πρωταρχικά ως ένα εισαγωγικό προοίμιο στην απαγγελία ενός έπους που ακολουθούσε. Αντίθετα, στους εκτενέστερους ομηρικούς ύμνους το κομμάτι της εξιστόρησης των κατορθωμάτων του θεού αναπτύχθηκε σε αυτόνομο ποιητικό είδος.

Στον ύμνο ανήκουν επιμέρους μορφές του χορικού άσματος, όπως ο παιάν, ο διθύραμβος ή το προσόδιο. Ύμνοι απαγγέλλονταν σε διάφορες γιορτές θεών και σε αγώνες τραγουδιού. Τυπικά μέρη του ύμνου είναι: η επίκληση του θεού, η μνεία της καταγωγής και των αρετών του, η εξιστόρηση των επιφανών πράξεών του και, τέλος, η παράκληση / χαιρετισμός προς τον θεό. Ανάλογα με το περιεχόμενό του ο ύμνος διακρίνεται σε «ευκτικό» και «απευκτικό» και ανάλογα με τη μορφή του σε «κλητικό» και «υμνικό».

Οι ύμνοι που συνέθεσαν οι λυρικοί ποιητές αποτελούν ποιήματα γραμμένα με στροφική μορφή και λυρικά μέτρα που συνοδεύονταν μουσικά από κιθάρα. Αυτό ισχύει τόσο για τους ύμνους που προορίζονταν για σόλο εκτέλεση (όπως οι ύμνοι της Σαπφώς [απόσπ. 191P], του Αλκαίου και του Αρχίλοχου) όσο και για τους ύμνους της χορικής ποίησης που ακούγονταν στις λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμή των θεών (όπως οι ύμνοι του Αλκμάνα, του Πινδάρου και του Βακχυλίδη).

Νόμος: ως μουσικός όρος η λέξη νόμος συνδηλώνει τον «σκοπό» ή τη «μελωδία». Ως ποιητικό είδος παραπέμπει σε ένα μονωδικό τραγούδι που άδεται με συνοδεία κιθάρας ή αυλού είτε για χορικό άσμα προς τιμή του Απόλλωνα (όπως και ο παιάνας). Η εξέλιξη του νόμου συνδέεται με κάποιους μυθικούς μουσικούς της αρχαιότητας, όπως με τον Τέρπανδρο από τη Λέσβο που φέρεται ως ο ευρετής του κιθαρωδικού νόμου, καθώς έντυσε μελωδικά τα ομηρικά και δικά του εξάμετρα συνθέματα, με τον Κλωνά από την Τεγέα που θεωρείται ο διαμορφωτής του αυλωδικού νόμου και με τον Σακάδα από το Άργος, τον πρώτο νικητή στα Πύθια του 582 π.Χ. με έναν οργανικό αυλωδικό νόμο. Θέμα αυτού του πυθικού νόμου ήταν ο αγώνας του Απόλλωνα με τον δράκοντα Πύθωνα. Η παράδοση αναφέρει ότι η φήμη που απέκτησε ο Σακάδας από τις νίκες του σε μουσικούς αγώνες ήταν τέτοια που ακόμη και ο Απόλλωνας, όταν άκουσε την μουσική του, ξεπέρασε την απέχθεια που έτρεφε για τον αυλό.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ύφους του νόμου είναι η λιτότητα, η αυστηρότητα, η εμμονή στην τάσιν (= τόνο) και η απαγόρευση κάθε εναλλαγής ρυθμού και αρμονίας. Ο νόμος αποτελείται από επτά μέρη, από τα οποία τα τέσσερα πρώτα αντιστοιχούν στη «βάση» και στο «γύρισμα» (ἀρχά, μεταρχά, κατατροπά, μετακατατροπά) και ζευγαρώνουν κατ' αντιστοιχία. Ο ὀμφαλός, το μεσαίο και πιο σημαντικό μέρος του νόμου, περιέχει τη μυθολογική διήγηση· παλαιότερα η διαμόρφωσή του ήταν άμεσα εξαρτημένη από το έπος. Σφραγίς ονομαζόταν το μέρος εκείνο του νόμου, όπου ο ποιητής μιλούσε για τον εαυτό του, τις σκέψεις και τις επιθυμίες του (Τιμόθεος, Πέρσαι 202-220P). Ο νόμος έκλεινε με τον ἐπίλογο (Τιμόθεος, Πέρσαι 237-240P). Νέα πνοή και μεγαλύτερη ελευθερία στον νόμο έδωσε ο Φρύνις. Οι Πέρσες του Τιμόθεου είναι το καλύτερο δείγμα της νέας μορφής νόμου που έχουμε στη διάθεσή μας.

Παιάνας: πρόκειται για χορικό άσμα αφιερωμένο αρχικά στη λατρεία του Απόλλωνα θεραπευτή. Η ετυμολογία του όρου είναι άγνωστη· κάποιοι συνδέουν τη λέξη με το ρ. παίειν (= χτυπώ), άλλοι συνδέουν τον παιάνα με τον Παιάν ή Παιήων, έναν θεό της ιατρικής, ο οποίος στην Ιλιάδα αναφέρεται ως ιατρός των θεών. Αργότερα η μορφή αυτή ταυτίστηκε με τον Απόλλωνα. Τυπικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του παιάνα είναι η λατρευτική κραυγή που επανερχόταν σαν επωδός, η επίκληση του θεού ἰὴ Παιάν. Η κραυγή αυτή ακούγεται ακόμη και ανεξάρτητα από το χορικό αυτό είδος.

Το περιεχόμενο του παιάνα ήταν παρακλητικό ή ευχαριστήριο. Εκτελούνταν σε διάφορες περιστάσεις της κοινωνική ζωής, όπως κατά τη διάρκεια συμποσίων (Αλκμάν 39P), σε λατρευτικές εκδηλώσεις, πριν ή κατά τη διάρκεια πολεμικών αναμετρήσεων κ.α. Στα χρόνια που ακολούθησαν παιάνες τιμούσαν και άλλους θεούς, όπως τον Ασκληπιό, την Άρτεμη και τον Διόνυσο, ενώ σπάνια εκτελούνταν προς τιμή κάποιου θνητού. Δείγματα παιάνων διαθέτουμε από τον Αρχίλοχο, ο οποίος μιλά για το ανάκρουσμα ενός «λέσβιου παιάνα» και σαφώς περισσότερα από τον Πίνδαρο (απόσπ. 52b Sn.-M.) και τον Βακχυλίδη.

Διθύραμβος: χορικό άσμα αφηγηματικού περιεχομένου και λατρευτικής λειτουργίας προς τιμή του θεού Διονύσου. Ο Αρίων ήταν ο πρώτος που φέρεται ότι συνέθεσε διθύραμβο, τον τιτλοφόρησε, τον δίδαξε σε χορό και τον εκτέλεσε σε παράσταση στην Κόρινθο. Στην πιο εξελιγμένη μορφή του ο διθύραμβος θα ξεφύγει από τα όρια του διονυσιακού μύθου, θα εμπλουτιστεί με νέα στοιχεία και θα αποτελέσει τεχνικά τον προθάλαμο της τραγωδίας. Σιγά σιγά όμως το διονυσιακό χορικό τραγούδι αποσπάται από το λατρευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ακολουθεί αυτόνομη πορεία καθώς θα καλλιεργηθεί από πολλούς ποιητές.

Στον Λάσο τον Ερμιονέα και στη μουσική θεωρία που διατύπωσε το β' μισό του 6ου αι. οφείλει ο διθύραμβος την καλλιτεχνική διαμόρφωσή του. Κάτω από την επίδρασή του καθιερώθηκαν στην Αθήνα την εποχή του Ιππάρχου αγώνες διθυράμβου ανεξάρτητοι από αυτούς της τραγωδίας στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Η εκτέλεση διθυράμβων στα Μ. Διονύσια και στα Λήναια συνιστά τη νέα έκφραση της διονυσιακής λατρείας και συμβάλλει καθοριστικά στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πόλης με τη συμμετοχή του δήμου και την ουσιαστική υποστήριξη του τυράννου. Ολόκληροι σώζονται διθύραμβοι του Βακχυλίδη (απόσπ. 18 Sn.-M.) και σπαραγματικά του Πινδάρου (απόσπ. 1 Sn.-M.).

Προσόδιον: πομπικό τραγούδι που ψαλλόταν με συνοδεία αυλού καθοδόν προς τους βωμούς και τους ναούς των θεών. Ο Κλωνάς αναφέρεται ως ο πρώτος συνθέτης προσοδίων. Ο Παυσανίας (4. 32. 2) αναφέρει στίχους από πολύ πρώιμο παράδειγμα προσοδίου προς τιμή του Απόλλωνα που ανέθεσαν οι Κορίνθιοι να συνθέσει ο Εύμηλος από την Κόρινθο. Προσόδια σε «δώριο τρόπο» έγραψαν ο Αλκμάνας, ο Σιμωνίδης, ο Πίνδαρος και ο Βακχυλίδης (απόσπ. 11-12, 13 Sn.-M.). Αν και το λυρικό αυτό είδος δεν μαρτυρείται αρκετά στις γραπτές πηγές διαθέτουμε αρκετές παραστάσεις πομπικών τραγουδιών στην πλαστική τέχνη.

Υπόρχημα: πρόκειται για χορικό άσμα με όρχηση. Αλλιώς ονομάζεται πυρρίχη. Καθώς όλη η χορική ποίηση χορεύεται, το όνομα πρέπει να δηλώνει ότι πρόκειται για ιδιαίτερα ζωηρό τραγούδι που συνοδεύεται από μιμητικά βήματα και ερμηνευτικές χειρονομίες.

Αναφορές στο λυρικό αυτό είδος γίνονται ήδη στον Όμηρο και ειδικότερα στην ασπίδα του Αχιλλέα. Ωστόσο σε αυτή την πρώιμη φάση εκτέλεσής του το υπόρχημα δεν είχε αυστηρά χορικό χαρακτήρα, αφού στα ομηρικά ποιήματα ο Δημόδοκος τραγουδά μόνος του. Πατρίδα του υπορχήματος αναφέρεται η Κρήτη και η Σπάρτη, ενώ ο Θάλητας από την Γόρτυνα θεωρείται ως ο πρώτος συνθέτης τέτοιων τραγουδιών. Απόσπασμα υπορχήματος σώζεται με το όνομα του Πρατίνα του Φλειασίου, ενώ σπαράγματα έχουμε στη διάθεσή μας από τα υπορχήματα του Πινδάρου και του Βακχυλίδη (απόσπ. 14 και 15 Sn.-M.). Χάρη στα λείψανα που διαθέτουμε από υπορχήματα του Πινδάρου διαπιστώνουμε ότι: ο χορός του υπορχήματος ονομάζεται «κρητικός τρόπος», τα υπορχήματα είναι γραμμένα σε κρητικό μέτρο και, τέλος, έχουν μύθο και γνώμες, χωρίς να είναι σαφής η θέση τους στο ποίημα.