Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν ἐν Χερρονήσῳ (13-18)

[13] Μὴ τοίνυν ἀγνοεῖτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι καὶ τὰ νῦν τἄλλα μέν ἐστι λόγοι ταῦτα καὶ προφάσεις, πράττεται δὲ καὶ κατασκευάζεται τοῦτο, ὅπως ὑμῶν μὲν οἴκοι μενόντων, ἔξω δὲ μηδεμιᾶς οὔσης τῇ πόλει δυνάμεως, μετὰ πλείστης ἡσυχίας ἅπανθ᾽ ὅσα βούλεται Φίλιππος διοικήσεται. θεωρεῖτε γὰρ τὸ παρὸν πρῶτον, ὃ γίγνεται.

[14] νυνὶ δύναμιν μεγάλην ἐκεῖνος ἔχων ἐν Θρᾴκῃ διατρίβει, καὶ μεταπέμπεται πολλήν, ὥς φασιν οἱ παρόντες, ἀπὸ Μακεδονίας καὶ Θετταλίας. ἐὰν οὖν περιμείνας τοὺς ἐτησίας ἐπὶ Βυζάντιον ἐλθὼν πολιορκῇ, πρῶτον μὲν οἴεσθε τοὺς Βυζαντίους μενεῖν ἐπὶ τῆς ἀνοίας τῆς αὐτῆς ὥσπερ νῦν, καὶ οὔτε παρακαλεῖν ὑμᾶς οὔτε βοηθεῖν αὑτοῖς ἀξιώσειν;

[15] ἐγὼ μὲν οὐκ οἴομαι, ἀλλὰ καὶ εἴ τισι μᾶλλον ἀπιστοῦσιν ἢ ἡμῖν, καὶ τούτους εἰσφρήσεσθαι μᾶλλον ἢ ᾽κείνῳ παραδώσειν τὴν πόλιν, ἄν περ μὴ φθάσῃ λαβὼν αὐτούς. οὐκοῦν ἡμῶν μὲν μὴ δυναμένων ἐνθένδ᾽ ἀναπλεῦσαι, ἐκεῖ δὲ μηδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἑτοίμου βοηθείας, οὐδὲν αὐτοὺς ἀπολωλέναι κωλύσει.

[16] νὴ Δία, κακοδαιμονῶσι γὰρ ἅνθρωποι καὶ ὑπερβάλλουσιν ἀνοίᾳ. πάνυ γε, ἀλλ᾽ ὅμως αὐτοὺς δεῖ σῶς εἶναι· συμφέρει γὰρ τῇ πόλει. καὶ μὴν οὐδ᾽ ἐκεῖνό γε δῆλόν ἐστιν ἡμῖν, ὡς ἐπὶ Χερρόνησον οὐχ ἥξει· ἀλλ᾽ εἴγ᾽ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς δεῖ σκοπεῖν ἧς ἔπεμψε πρὸς ὑμᾶς, ἀμυνεῖσθαί φησι τοὺς ἐν Χερρονήσῳ.

[17] ἂν μὲν τοίνυν ᾖ τὸ συνεστηκὸς στράτευμα, καὶ τῇ χώρᾳ βοηθῆσαι δυνήσεται καὶ τῶν ἐκείνου τι κακῶς ποιῆσαι· εἰ δ᾽ ἅπαξ διαλυθήσεται, τί ποιήσομεν, ἂν ἐπὶ Χερρόνησον ἴῃ; «κρινοῦμεν Διοπείθη νὴ Δία.» καὶ τί τὰ πράγματ᾽ ἔσται βελτίω; «ἀλλ᾽ ἐνθένδ᾽ ἂν βοηθήσαιμεν αὐτοί.» ἂν δ᾽ ὑπὸ τῶν πνευμάτων μὴ δυνώμεθα; «ἀλλὰ μὰ Δί᾽ οὐχ ἥξει.»

[18] καὶ τίς ἐγγυητής ἐστι τούτου; ἆρ᾽ ὁρᾶτε καὶ λογίζεσθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν ἐπιοῦσαν ὥραν τοῦ ἔτους, εἰς ἣν ἔρημόν τινες οἴονται δεῖν τὸν Ἑλλήσποντον ὑμῶν ποιῆσαι καὶ παραδοῦναι Φιλίππῳ; τί δ᾽, ἂν ἀπελθὼν ἐκ Θρᾴκης καὶ μηδὲ προσελθὼν Χερρονήσῳ μηδὲ Βυζαντίῳ (καὶ γὰρ ταῦτα λογίζεσθε) ἐπὶ Χαλκίδα καὶ Μέγαρ᾽ ἥκῃ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅνπερ ἐπ᾽ Ὠρεὸν πρώην, πότερον κρεῖττον ἐνθάδ᾽ αὐτὸν ἀμύνεσθαι καὶ προσελθεῖν τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Ἀττικὴν ἐᾶσαι, ἢ κατασκευάζειν ἐκεῖ τιν᾽ ἀσχολίαν αὐτῷ; ἐγὼ μὲν οἴομαι τοῦτο.

***
[13] Μην αγνοείτε λοιπόν, Αθηναίοι, ότι στην παρούσα περίσταση όλα τα άλλα είναι λόγια του αέρα και δικαιολογίες και ότι μαγειρεύουν και ετοιμάζουν το εξής: με ποιόν τρόπο δηλαδή θα ρυθμίσει ο Φίλιππος με όλη του την ησυχία όλα όσα επιθυμεί, τη στιγμή που εσείς μένετε εδώ στην Αθήνα, ενώ στο εξωτερικό δεν θα υπάρχει καμιά δύναμη της πόλης. Κατ᾽ αρχήν παρατηρήστε αυτό που γίνεται τώρα.

[14] Αυτήν τη στιγμή εκείνος βρίσκεται στη Θράκη με μεγάλη στρατιωτική δύναμη και στέλνει και καλεί, όπως λένε όσοι ήταν εκεί, πολύν στρατό από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Εάν λοιπόν περιμένοντας τα μελτέμια προχωρήσει εναντίον του Βυζαντίου και το πολιορκήσει, φαντάζεστε ότι οι Βυζάντιοι θα εξακολουθήσουν να μένουν το ίδιο ανόητοι, όπως τώρα, και ούτε θα απευθυνθούν σε σας ούτε θα αξιώσουν από σας να τους βοηθήσετε;

[15] Εγώ τουλάχιστον δεν το πιστεύω, αλλά, και αν ακόμη δυσπιστούν σε κάποιους άλλους περισσότερο από ό,τι σ᾽ εμάς, πιστεύω πως θα προτιμήσουν και αυτούς ακόμη να δεχτούν στις πόλεις τους παρά να τις παραδώσουν σ᾽ εκείνον, εκτός βέβαια και αν προλάβει και τις καταλάβει. Συνεπώς, αν εμείς δεν μπορούμε να πλεύσουμε με στόλο από εδώ προς τη Χερρόνησο και δεν υπάρχει εκεί καμιά αποστολή έτοιμη να τρέξει να βοηθήσει, τίποτε δεν πρόκειται να εμποδίσει την καταστροφή τους.

[16] Μα τον Δία, οι άνθρωποι αυτοί είναι κακορίζικοι και η ανοησία τους ξεπερνά τα όρια. Ναι, και πολύ μάλιστα· ωστόσο πρέπει να σωθούν, γιατί συμφέρει στην πόλη. Επίσης δεν είμαστε βέβαιοι ούτε και για εκείνο ακόμη, ότι δεν θα προχωρήσει εναντίον της Χερρονήσου. Αλλά, αν πρέπει να κρίνουμε από την επιστολή που σας έστειλε, λέει ότι θα εκδικηθεί τους άνδρες μας που βρίσκονται στη Χερρόνησο.

[17] Αν λοιπόν διατηρηθεί εκεί το εκστρατευτικό σώμα που συγκροτήσαμε, θα μπορέσει και να βοηθήσει την περιοχή και να προκαλέσει φθορές σε κάποια από τα εδάφη εκείνου· άπαξ όμως και διαλυθεί, τι θα κάνουμε, αν βαδίσει εναντίον της Χερρονήσου; «Τότε, μα τον Δία, θα δικάσουμε τον Διοπείθη». Εντάξει· σε τι όμως αυτό θα βελτιώσει την κατάσταση; «Μα θα τρέξουμε οι ίδιοι από εδώ να βοηθήσουμε». Αν όμως δεν μπορέσουμε λόγω των ανέμων; «Αλλά, μα τον Δία, δεν θα φτάσει ως εκεί».

[18] Και ποιος θα μας εγγυηθεί γι᾽ αυτό; Βλέπετε άραγε, Αθηναίοι, και αναλογίζεσθε την εποχή του έτους που πλησιάζει, εποχή κατά την οποία πιστεύουν μερικοί ότι πρέπει να εκκενώσουμε τον Ελλήσποντο και να τον παραδώσουμε στον Φίλιππο; Τι όμως θα κάνετε, αν αποσυρθεί από τη Θράκη και δεν πλησιάσει ούτε προς τη Χερρόνησο ούτε προς το Βυζάντιο (γιατί και αυτήν την εκδοχή να λάβετε υπόψη σας), αλλά θα βαδίσει και θα φτάσει ως τη Χαλκίδα και τα Μέγαρα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο πριν από λίγο καιρό έφτασε στον Ωρωπό; Ποιο από τα δύο είναι προτιμότερο, να τον αντιμετωπίσουμε εδώ και να αφήσουμε να πλησιάσει ο πόλεμος στην Αττική ή να του δημιουργήσουμε εκεί κάποιον αντιπερισπασμό; Εγώ τουλάχιστον πιστεύω το δεύτερο.

ΠΟΛΥΚΛΕΙΤΟΣ. ΟΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ

Οι Έλληνες ήσαν ανυπέρβλητοι μάστορες της καθαρής και δυνατής γραμμής. Αυτή η μαστοριά φαίνεται σε κάθε φράση των λόγων και της γραφής τους, σε κάθε όψη των ναών και των αγαλμάτων τους, σε κάθε σκέψη της φιλοσοφίας και της μυθολογίας τους
 
Στα πέτρινα μάτια του κολοσσιαίου κούρου καρφώθηκε το βλέμμα του νεαρού Αργείου μαθητευόμενου γλύπτη, καθώς με ενθουσιασμό και αποφασιστικότητα δήλωνε: «Θα σε ελευθερώσω!!! Θα σε ελευθερώσω…το υπόσχομαι!».
 
Ο μαρμάρινος «ανδρόπαις» απάντησε στο επίμονο βλέμμα του καλλιτέχνη «μειδιώντας» με τον αρχαϊκό του τρόπο. Κρατούσε τις σφιχτά κλειστές παλάμες κολλημένες στο πανύψηλο γυμνό κορμί του πάνω στους μηρούς. Τα μαλλιά, πάνω στο εντελώς ανορθωμένο και στραμμένο προς τα εμπρός κεφάλι, έπεφταν πλούσια σε πλοκάμους που συγκρατούνταν με ταινία και δένονταν στο πίσω μέρος με κόμπο, τον «ηράκλειο δεσμό». Το αριστερό πόδι πρόβαλε λίγο εμπρός χωρίς κάμψη του γονάτου, ενώ τα πέλματα πατούσαν σταθερά στο έδαφος.
 
«Μπορείς να περπατήσεις…έκανες ήδη το πρώτο βήμα. Συνέχισε!» παρότρυνε ο λευκοντυμένος νέος το μαρμάρινο ανάθημα.
 
Μέσα στο ποσειδώνιο ιερό επικρατούσε σιγή. Οι θεράποντες του υδάτινου θεού κινούνταν διακριτικά φροντίζοντας την ευταξία του ναού, που οι λευκές κολώνες του στο ψηλότερο σημείο του ακρωτηρίου στην Ν.Α. άκρη της Αττικής ήσαν σημάδι οικείο για τους ταξιδιώτες που περνούσαν με τα πλοία το συχνά τρικυμισμένο ακρωτήρι του Σουνίου.
 
Πλησίαζαν τα «Σούνια», οι γιορτές προς τιμήν της Αθηνάς και του Ποσειδώνος. Ο νεαρός επισκέπτης όμως δεν είχε μεταβεί από την Αθήνα στο ιερό για να επιδώσει τα σέβη του στους θεούς. Είχε έλθει να μελετήσει. Στεκόταν μπροστά στον λίθινο κολοσσό παρατηρώντας και υπολογίζοντας τον αιγυπτιακό «νόμο της μετωπικότητας», που σύμφωνα με αυτόν, οποιαδήποτε κι αν είναι η στάση του αγάλματος, είτε αυτό είναι αναπαράσταση όρθιου, καθήμενου, έφιππου, γονυπετούς ή ξαπλωμένου, η τέμνουσα γραμμή (επί επιπέδου προβολής του αγάλματος) η οποία διέρχεται από την κορυφή της κεφαλής δια μέσου της μύτης, της σπονδυλικής στήλης και των γεννητικών οργάνων, διαιρεί το σώμα σε δυο συμμετρικά μέρη. Τους δυο προηγούμενους αιώνες (7ος-6ος) οι Έλληνες καλλιτέχνες ακολουθούσαν αυτόν τον αιγυπτιακό κανόνα αγαλματοποιίας αυστηρά.
 
Ο νεαρός εκπαιδευόμενος θυμήθηκε χαμογελώντας τους δυο Σάμιους αδελφούς, τον Τηλεκλή και τον Θεόδωρο. Τα δυο αδέλφια που είχαν διδαχθεί αγαλματοποιία στην Αίγυπτο, είχαν κατασκευάσει ένα ξόανο του Πυθίου Απόλλωνος, ο μεν Τηλεκλής το ένα ήμισυ όταν βρισκόταν στην Σάμο, ο δε Θεόδωρος το άλλο ήμισυ στην Έφεσο. Όταν τα δυο κομμάτια ενώθηκαν, τόσο τέλεια ήταν η προσαρμογή, ώστε δεν διακρινόταν ότι το ξόανο είχε κατασκευαστεί από δυο διαφορετικούς τεχνίτες.
 
Ο Πολύκλειτος, ο μαθητής του περίφημου Αγελάδα, συνέχισε να περιδιαβαίνει αργά το ναό κοιτώντας του «Σουνιαράτες» κούρους που φαίνονταν σαν Γίγαντες πάνω στα βάθρα, λες και έβγαιναν από τα σπλάχνα της μάνας τους Γαίας, έτοιμοι ν΄ αμφισβητήσουν την ισχύ των μεγάλων θεών. Δεν τους κοιτούσε μόνο, τους εξέταζε. Προσπαθούσε να ερμηνεύσει το βλέμμα, το χαμόγελο και την αμυδρή κίνηση των «δαιδαλικών» αυτών έργων, που σημάδευαν το τέλος της αρχαϊκής εποχής και σηματοδοτούσαν την έναρξη της νέας τολμηρής εποχής των πολιτικών και ηθικών ανακατατάξεων.
 
- «Ποιος είσαι;», ρώτησε ο γλύπτης τον λίθινο άνθρωπο με τις μεγάλες διαστάσεις.
 
- «Είμαι ο τέλειος ανδρόπαις που θέλω να ελέγχω τα πάντα. Στέκομαι όρθιος και αποφασισμένος στην πρόκληση να κάνω το πρώτο σταθερό βήμα της εξέλιξής μου, αυτής που θα με οδηγήσει στο επίπεδο του ανδρός. Αντιλαμβάνομαι πως βρίσκομαι στο χρονικό σημείο μιας σημαντικής αλλαγής. Η απόφασή μου να διανύσω νέες οδούς εμπειρίας, με ενθουσιάζει και με κάνει να μειδιώ. Μην φαντάζεσαι πως το πρώτο αυτό βήμα περιέχει αβεβαιότητα. Καθόλου! Προσπάθησε να διακρίνεις στο μειδίαμά μου το ψυχικό σθένος, το πάθος, αλλά και την αγωνία που με διακατέχουν τώρα που εισέρχομαι στη νέα όσο και μεγάλη ανθρώπινη πολιτισμική περιπέτεια, αυτήν του ενεργού πολίτη», φαντάστηκε πως απάντησε ο έντονα χρωματισμένος ανδρόπαις.
 
- «Μπορείς να τα καταφέρεις και θα σε βοηθήσω!», του φώναξε ο καλλιτέχνης κατεβαίνοντας βιαστικά τις κλίμακες του ποσειδώνιου ναού. Βγαίνοντας εισέπνευσε γεμίζοντας τα πνευμόνια του με την θαλασσινή αύρα και εκτείνοντας τα χέρια του προσπάθησε ν΄ αγκαλιάσει το πέλαγος με τις τρικυμίες και τις μπουνάτσες του, σαν να εγκολπωνόταν τη ζωή με τις ακραίες αλλαγές της. Εκείνη την ώρα ήταν η δική του σειρά να συνδράμει στις αλλαγές αυτές. Και με τον ενθουσιασμό της απόφασής του πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το Κλεινόν Άστυ.
 
Πάνω από την πόλη των Αθηνών το λυκαυγές έκανε αισθητή την παρουσία του με τα ασημογάλανα χρώματά του. Σε μιαν άκρη των Στοών της Αγοράς την ησυχία έσπαγαν θόρυβοι από κάποιο εργαστήρι. Ήταν το εργαστήρι εκείνου του Αργείου αγαλματοποιού, φίλου του Φειδία και του Μύρωνος, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα πριν από είκοσι χρόνια και που οι αργόσχολοι της Αγοράς έλεγαν πως «αυτός ο επαρμένος καλλιτέχνης δηλώνει και επιστήμων! Δεν του αρκεί ότι καταφέρνει κάτι, αλλά συνεχίζει αναζητώντας το γιατί και το πώς έγινε».
 
Πράγματι, μέσα στο εργαστήρι ένας ανήσυχος ώριμος πλέον άνδρας έστεκε μπρος από τον ακατέργαστο όγκο από ξύλο καρυδιάς που βρισκόταν πάνω στον πάγκο του, με επιμονή, ένσταση και προσπάθεια που καταγραφόταν στις σταγόνες ιδρώτα που έβγαιναν στο πρόσωπο και στο κορμί του, σμίλευε με τον γλύφανο, το σκαρπέλο και το σφυρί την παράσταση που είχε στο νου του και ήθελε να μορφοποιήσει. Αποσπούσε υλικό από την επιφάνεια του ξύλου και διαμόρφωνε σιγά-σιγά το θέμα του. Μετά από αρκετές ώρες η ζέστη του καλοκαιριάτικου μεσημεριού έκανε αφόρητη την παραμονή μέσα στο εργαστήρι. Τίποτα όμως δεν θα μπορούσε να σταματήσει τον Πολύκλειτο, που παίρνοντας την γλυφίδα, έγλυφε με τέχνη το κατεργασμένο πλέον ξύλο με την μορφή του Διός, του υπάτου των θεών. Χάρασσε με αδρές γραμμές το σχήμα των ματιών, διέγραφε τους μύες του κορμιού, τόνιζε την έκφραση της μορφής και έδινε ζωντάνια στο ξύλο με τις κινήσεις και αντικινήσεις στο στήσιμό του. Το λυκόφως παρέδωσε την θέση του στη νύχτα και το άναμμα των λίχνων. Ο οίστρος της δημιουργίας τον παρέσυρε μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης μέρας που τον βρήκε με κόκκινα από την αϋπνία μάτια και πονεμένα χέρια. Στην έκφρασή του όμως, η ικανοποίηση από την αποπεράτωση ενός όμορφου έργου, δεν υπήρχε. Κάτι τον απασχολούσε, κάτι που τον εμπόδιζε ν΄ απολαύσει έστω και την ανάπαυλα από την εργασία του. Σήκωσε το ξόανο και το μετέφερε στην άλλη άκρη του εργαστηρίου καλύπτοντάς το με ένα κομμάτι ύφασμα. Βγήκε από το εργαστήρι με σκυφτό κεφάλι και πονεμένους ώμους με κατεύθυνση τα δημόσια λουτρά της πόλης. Είχε ανάγκη την καθαρότητα του κορμιού και την χαλάρωση του μυαλού του.
 
Η κίνηση στις οδούς του Κεραμικού, αυτού του δήμου της Ακαμαντίδος φυλής, των κεραμέων και όλων εν γένει των τεχνιτών, είχε αρχίσει, και τα καταστήματα, τα εργαστήρια, τα δημόσια κτίρια άρχισαν να σφύζουν από ζωή. Οι προστάτες θεοί του Κεραμικού, η Εργάνη Αθηνά και ο Ήφαιστος, καμάρωναν την ζωντάνια και την δημιουργικότητα στην μεριά αυτή της πόλεως των Αθηνών. Ο δήμος των Κεραμέων ήταν ένας από τους τριάντα της Αττικής και ένας από τους δέκα της Αθήνας, όπως τους είχε διανείμει ο Κλεισθένης. Πήρε το όνομά του από τους κατοίκους του που ονομάζονταν «Κεραμείς» από τον επώνυμο ήρωά τους τον Κέραμο.
 
Ο Πολύκλειτος διέσχισε την Αγορά, πέρασε μπροστά από το Πρυτανείο, το Θεσμοθετείο, το Βουκολείο και τα ιερά των Ελευθερίου Διός, Πατρώου Απόλλωνος και Δήμητρας Τελεσφόρου, κατευθυνόμενος από την οδό της Ακαδημίας στο βαλανείο που βρισκόταν δίπλα στο γυμνάσιο στις όχθες του Ιλισού. Η καθαριότητα και η υγεία του σώματος ήσαν βασικές προϋποθέσεις για την ζωή των Ελλήνων. Κανείς δεν θα μπορούσε να απέχει αυτών των δυνατοτήτων που χαρακτηρίζουν την ελληνική νοοτροπία και καλαισθησία. Η θέση του θεσπέσιου μαρμάρινου βαλανείου με τους ψηλούς κίονες ιωνικού ρυθμού ήταν ειδυλλιακή. Ο Ιλισός ποταμός τροφοδοτούσε με τα καθάρια νερά του τις κρήνες του δημόσιου λουτρού και τα ψηλά δένδρα σκίαζαν την οδό που οδηγούσε σ΄ αυτό. Δίπλα στο βαλανείο υπήρχε γυμνάσιο και παλαίστρα όπου ασκούνταν νεαροί αθλητές υπό την εποπτεία των εκπαιδευτών τους.
 
Ο καλλιτέχνης στάθηκε για λίγο παρακολουθώντας τις ασκήσεις των αθλητών. Θαύμαζε την μεγάλη ελαστικότητα του ανθρώπινου σώματος και τις επιδόσεις που αυτό μπορεί να επιτύχει. Κάτω από τον λαμπρό ήλιο γυάλιζαν τα αλειμμένα με λάδι κορμιά των αθλητών καθώς πάλαιαν ή γυμνάζονταν. Το ερευνητικό βλέμμα του καλλιτέχνη ανίχνευε τις κινήσεις των μυών και τα σημεία στήριξης των ανθρώπινων κορμιών την ώρα της άθλησης. Κοιτούσε θαυμάζοντας το κάλλος των αθλητών, αλλά περισσότερο παρατηρώντας και καταγράφοντας στο μυαλό του τις κινήσεις των σωμάτων. Απομόνωνε κάθε σκηνή που αργότερα θα του χρησίμευε στο πλάσιμο των δικών του αθλητών, θεών ή ηρώων, που θα γεννιόνταν από την σμίλη στο εργαστήριό του.
 
Περνώντας την είσοδο του δημόσιου λουτρού στολισμένη με τα αγάλματα Χαρίτων και Νυμφών, ο Πολύκλειτος χαιρέτησε τον βαλανέα και πλήρωσε το «επίλουτρον», το μικρό τίμημα εισόδου. Κατευθύνθηκε στο αποδυτήριο και παρέδωσε τα ρούχα του στον ιματιοφύλακα. Ένας υπηρέτης έτρεξε κοντά του κρατώντας μια στλεγγίδα, ένα φιαλίδιο με έλαιο και ένα αλαβάστρινο δοχείο με σμήγματα και κιμωλία γη για την απόξεση του σώματος και την επάλειψη. Οδηγήθηκε στην μεγάλη μαρμάρινη αίθουσα του πυριατηρίου την γεμάτη ευεργετικούς ατμούς που διοχετεύονταν από έναν μεγάλο λέβητα με αρωματικά βότανα, και κάθισε στον πάγκο δεχόμενος τις επευφημίες των φίλων και τους χαιρετισμούς των γνωστών καθημερινών λουομένων.
 
Ο χώρος των βαλανείων ήταν τόπος συνάντησης και ευχάριστων συζητήσεων μεταξύ των Αθηναίων πολιτών που απολάμβαναν τις ευεργετικές ιδιότητες του καθημερινού λουτρού. Παρέμεναν για λίγο στο πυριατήριο για εφίδρωση, μετά λούζονταν με ζεστό ή κρύο νερό και αλείφονταν με έλαια περιποιητικά του δέρματος.
 
- «Σήμερα είναι ημέρα συνάντησης γλυπτών, ως φαίνεται», είπε ο γλύπτης Ξενοκράτης από την Σικυώνα της Πελοποννήσου, απευθυνόμενος στον Πολύκλειτο.
 
- «Η αργείτικη σχολή του δασκάλου μας Αγελάδα, θέλεις να πεις φίλε μου, αφού όχι μόνον ο Αριστοκλής παραβρίσκεται, αλλά ο Μύρων, ο νεαρός Φειδίας, ο Ναυκίδης και ο Πατροκλής. Μην λησμονήσεις να τους αναφέρεις στο έργο που πραγματεύεσαι «Περί Χαλκοπλαστικής», αφού ασχολούνται με την ίδια μ΄ εμάς τέχνη!» απάντησε στον Ξενοκράτη.
 
- «Δεν θα λησμονήσω κανέναν, στο υπόσχομαι αν υποσχεθείς κι εσύ πως θα μας εμπιστευτείς τον λόγο της κατήφειάς σου. Είναι αρκετός ο καιρός που παρατηρούμε πως κάτι σε απασχολεί κατατρώγοντάς σε», σχολίασε, βλέποντας τις ρυτίδες από την ένταση ν΄ αυλακώνουν το πρόσωπο του Πολύκλειτου.
 
- «Επιθυμώ να βελτιώσω την τεχνική των Ροίκου και Θεοδώρου στην χύση του ορείχαλκου στα κούφια αγάλματα. Έχει παρέλθει ο καιρός που σφυρηλατούσαμε ελάσματα μετάλλου πάνω στο αρχικό ξόανο. Σήμερα χρησιμοποιούμε την προτεινόμενη απ΄ εκείνους τεχνική, μα φαντάζομαι πως επιδέχεται βελτίωση.»
 
- «Άφησες τα μαθηματικά σου με τις αναλογίες των μέτρων, και ασχολείσαι με την χύση των μετάλλων;», ρώτησε ο Μύρων.
 
- «Η μια ασχολία όχι μόνο δεν αποκλείει την άλλη, αλλά ισχυρίζομαι πως την βοηθά», απάντησε ο Πολύκλειτος, έχοντας περισσότερο το νου του στο εργαστήρι, παρά στην συνομιλία με τους φίλους του.
 
Η ώρα περνούσε κι εκείνος αφέθηκε στην ευχάριστη παρέα των καλλιτεχνών προσπαθώντας να χαλαρώσει τα τεντωμένα μέλη του, όταν η σκέψη ενός νέου πειράματος ήλθε στο νου του και τον έκανε να τιναχθεί.
 
«Ίσως… ίσως να είναι αυτό!» φώναξε βγαίνοντας από την αίθουσα του ατμόλουτρου, αφήνοντας εμβρόντητους τους συνομιλητές του. Ο ιματιοφύλακας παρέδωσε τα ρούχα στον Πολύκλειτο απορώντας για την περίεργη συμπεριφορά του λουόμενου, που ούτε καν είχε προλάβει να λουσθεί ή να δεχθεί τις περιποιήσεις καθαρισμού των υπηρετών, αλλά έβγαινε μουσκεμένος από τον ιδρώτα και με χειρονομίες που σήμαιναν όσα ήθελε, ντύθηκε βιαστικά και έφυγε επιστρέφοντας στον Κεραμικό. Η σύλληψη της νέας ιδέας και ο ενθουσιασμός που την συνόδευαν, είχε απομακρύνει την αίσθηση του κάματου και ο γλύπτης έφτασε στο εργαστήριό του τρέχοντας σαν έφηβος αθλητής.
 
Με το βλέμμα μαινάδας σε θεϊκό οίστρο, άρπαξε το ξόανο του Διός και το απόθεσε στο δάπεδο. «Δεν θα είσαι εσύ το κύριο θέμα, αλλά το πρόπλασμά μου! Πάνω σου θα δημιουργήσω το τελικό αποτέλεσμα», είπε και άρχισε να καλύπτει το ξύλο με «κεραμίτιδα γη» ζυμωμένη με νερό, δηλαδή πηλό. «Είθε να ευοδώσεις το σχέδιό μου», ευχήθηκε ο καλλιτέχνης στο πρόπλασμα.
 
Κάλυψε το ξόανο με πηλό αναπαράγοντας όλες τις λεπτομέρειες της μορφής. Εργαζόταν ακούραστα για αρκετές ώρες και στο τέλος, βλέποντας το αποτέλεσμα, σταμάτησε περιμένοντας το στέγνωμα του πηλού. Βγήκε από το εργαστήρι και έσπευσε ν΄ αγοράσει μια αρκετά μεγάλη ποσότητα κεριού και παράλληλα να ταξινομήσει στο μυαλό του τα επόμενα βήματα του πειράματός του.
 
Επέστρεψε με το κερί και άρχισε να το μαλάσσει μαλακώνοντάς το. Με ακριβείς κινήσεις το άπλωσε πάνω στον πηλό σε λεπτό στρώμα, που επέτρεπε να διαγράφονται οι λεπτομέρειες της μορφής. Πάνω απ΄ αυτό το στρώμα κεριού άπλωσε ένα δεύτερο στρώμα από άργιλο που αποτύπωνε ακριβώς τα σχέδια του κεριού. Όταν στέγνωσε και ο άργιλος, ο Πολύκλειτος σήκωσε από το έδαφος το ξόανο και το τοποθέτησε πάνω σε δυο οριζόντιες δοκούς, βάζοντας από κάτω ένα δοχείο ανάβοντας φωτιά. Σε λίγη ώρα η ζέστη από την πυρά άρχισε να λιώνει το κερί που έρρεε από τις τρύπες που επίτηδες είχε αφήσει ο τεχνίτης κατασκευάζοντας αυτό το περίεργο καλούπι. Έτσι δημιουργήθηκε ένα κενό από την τήξη του κεριού μεταξύ του πυρήνα και του εξωτερικού αργιλώδους περιβλήματος.
 
Η αγωνία τώρα του καλλιτέχνη είχε κορυφωθεί περιμένοντας το επόμενο βήμα. Δίπλα του το τηγμένο κράμα χαλκού και κασσίτερου, ο μπρούτζος, έλαμπε περιμένοντας την χύση του μέσα στο καλούπι. Με δυο σιδερένιες λαβίδες σήκωσε τον λέβητα και άφησε το λιωμένο μέταλλο να κυλήσει στο κενό που δημιούργησε η τήξη του κεριού. Με κατακόκκινο πρόσωπο από την προσπάθεια και την ζέστη, ο Πολύκλειτος κοιτούσε το καλούπι περιμένοντας να κρυώσει το μέταλλο. Μετά από πολλή ώρα και με χέρια που έτρεμαν, ο τεχνίτης αφαίρεσε αργά-αργά το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό γέμισμα, αφήνοντας το άγαλμα καθαρό. Στάθηκε εξετάζοντας με αυστηρό βλέμμα ερευνώντας για λάθη στην κατασκευή. Η παλάμες του έψαυαν το μέταλλο, λες και η αφή θα έδινε την τελική απόφανση για την επιτυχία του πειράματος. Το άγαλμα όμως έστεκε χωρίς ούτε μια ράβδωση, ούτε ένα ελάττωμα στην όψη ή στην δομή του.
 
Ο ενθουσιασμός, σαν μόνη λέξη, δεν θα μπορούσε να περιγράψει όσα εκείνη την ώρα αισθανόταν ο καλλιτέχνης ως δικαίωση στις προσδοκίες του. Τα είχε καταφέρει! Είχε, όχι μόνο βελτιώσει την μέθοδο κατασκευής των «κούφιων» μπρούτζινων αγαλμάτων, μα την είχε τελειοποιήσει! Από τούδε και στο εξής, όλοι θα χρησιμοποιούσαν την μέθοδο του Πολύκλειτου για την χύση του κράματος στην κατασκευή των χάλκινων αγαλμάτων.
 
Άρχισε να λειαίνει το άγαλμα εξαφανίζοντας κάθε ατέλεια στην υφή του μετάλλου. Η λείανση έπρεπε να είναι τέλεια. Είχε μεγάλη σημασία το επιμελημένο και επίπονο γυάλισμα, γιατί θα έδινε την απόχρωση που παίρνουνε τα κορμιά των αθλητών στις παλαίστρες όταν αλείφονταν με λάδι. Έπειτα με τα λαδόπανα καθάρισε το έργο από τα ψήγματα, αναδεικνύοντας την ομορφιά της κατασκευής του. Πήρε μια μικρή ποσότητα μαγνησίας και ένα κομμάτι όνυχα για να φτιάξει τα μάτια. Απομακρύνθηκε λίγο και με τρεμάμενα από την συγκίνηση χέρια, ξαναπήρε την σμίλη τοποθετώντας τα δυο υλικά με το διαφορετικό χρώμα, στις κόγχες. Το οξυκόρυφο εργαλείο του ξέφυγε λίγο και χάραξε πληγώνοντάς του το χέρι. Μια σταγόνα αίματος τινάχθηκε στο στήθος του αγάλματος του Διός, που τώρα πια «κοιτούσε» τον καλλιτέχνη. Με παλλόμενη από την χαρά φωνή ανάμικτη με δέος, ο Πολύκλειτος αναφώνησε:
 
«Ιδού, ο άνθρωπος έπλασε τον θεό του!».
 
Έφυγε από το εργαστήρι αργά το βράδυ. Είχε επιτέλους μια ολόκληρη νύχτα για ν΄ απολαύσει έναν ύπνο χωρίς ανησυχία.
 
Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την εγκατάσταση του Αργείου τεχνίτη στην Αθήνα. Η φήμη του είχε διαδοθεί σ΄ όλο τον ελληνικό κόσμο, ιδιαίτερα μετά την νίκη του σε διαγωνισμό, όταν με την «Αμαζόνα» του που στήθηκε στο Αρτεμίσιο της Εφέσου, αποδείχθηκε καλύτερος του Φειδία, του Κρησίλα και του Φράδμονα.
 
Το ανήσυχο όμως πνεύμα του καλλιτέχνη δεν αρκούνταν να δρέπει τις δάφνες της καταξίωσής του. Χρόνια τώρα ασχολούνταν με την «Μετρική» που ριζικά και ως την τελευταία λεπτομέρεια, την είχε καταστήσει βάση της τεχνικής του.
 
«Το ευ παρά μικρόν δια πολλών αριθμών γίγνεται», συνήθιζε να λέει στους φίλους του καλλιτέχνες, θέλοντας να τονίσει την μεγάλη φροντίδα και κατάκτησή του για την πολύπλοκη γεωμετρική σχέση των αναλογιών, που οδηγεί στην δυναμική συμμετρία, δηλαδή τον ορθολογικό και συνεπή συσχετισμό των αναλογιών με υπολογισμένα μέτρα. Μια έννοια κλειδί, πέρα από την συμμετρία, ήταν για τον Πολύκλειτο και η ακρίβεια. Η ακρίβεια της μέτρησης και εκτέλεσης που απέκλειαν οτιδήποτε τυχαίο. Ήταν μια έκφραση πνευματικής σύλληψης που αντιπροσώπευε τις βασικές αξίες του καλλιτέχνη. Για τον Πολύκλειτο το «ευ» ήταν μια σύνθετη έννοια του κάλλους που θα μπορούσε κάποιος να την ερμηνεύσει ως «το καλόν», «το ορθόν», «το ιδανικόν», περιέχοντας συγχρόνως όλες αυτές τις σημασίες.
 
Από τότε που εγκαταλείφθηκε στην γλυπτική η μορφή του κούρου, είχε μετατοπισθεί και το σημείο στήριξης στο όρθιο ανδρικό γυμνό, από το ένα πόδι στο άλλο, χωρίς όμως να επιτευχθεί μια στάση τέλειας ισορροπίας. Μερικοί από τους σύγχρονούς του γλύπτες προσπαθούσαν να συμφιλιώσουν την απόλυτη ανάπαυση με την έντονη κίνηση. Ο Πολύκλειτος όμως χωρίς καμία παραχώρηση, ξαναγύρισε στην «στάση αναπαύσεως». Με την στάση που εκείνος επιλέγει, το αριστερό πόδι τραβιέται προς τα πίσω και αγγίζει το έδαφος μόνο με τα άκρα των δακτύλων, έτσι που η εικονιζόμενη μορφή δεν περπατάει ούτε στέκεται, αλλά έχει κάτι και από τα δύο. Αυτή η λεπτή αντίθεση μεταξύ έντασης και χαλάρωσης, δημιουργεί την τέλεια ισορροπία της στάσης. Εκεί στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα των κινήσεων και αντικινήσεων του κορμιού, που είναι δομημένο με στέρεο αλλά όχι στεγνό τρόπο, με σοφία και γνώση της ανατομίας. «Το μέγιστον αυτό μάθημα» το κατάλαβαν αμέσως όλοι οι ομότεχνοί του και η «πολυκλείτεια στάση» έγινε πρότυπο για πλήθος έργα τους.
 
Ο Πολύκλειτος, ένας διανοούμενος ανάμεσα σε καλλιτέχνες, νιώθει να κυριεύεται από το πάθος των νόμων που παρουσιάζουν οι μαθηματικές αναλογίες καθώς πλάθει τις μορφές του. Και στα παλαιότερα χρόνια πριν από εκείνον γινόταν χρήση των οργανικών αναλογιών. Γνώριζε πως και στην αρχιτεκτονική η χρήση αυτή ήταν αποκλειστική. Κατά τους υπολογισμούς, δεν λάμβαναν αφηρημένα μετρικά συστήματα, αλλά τις διαστάσεις ορισμένων οργανικών μελών, π.χ. για ορισμένες διαστάσεις κάποιου ναού, έπαιρναν ως μονάδα επαναλαμβανόμενη την ακτίνα του κίονα, ή την μεταξύ δυο κιόνων απόσταση.
 
Μέσα στο εργαστήρι δίπλα στους πάγκους με τα προπλάσματα και τα ημιτελή αγάλματά του, υπάρχει ένας άλλος πάγκος με άπειρες περγαμηνές με σχέδια, γραφίδες και μετρικά όργανα. Τον χώρο αυτόν τον θεωρεί σπουδαιότερο, γιατί εκεί σχεδιάζει ένα από τα τελευταία του έργα, που πάνω του θα αποδώσει τις μαθηματικές του γνώσεις, αφήνοντας κληρονομιά στις επερχόμενες γενιές καλλιτεχνών, τον «Κανόνα» του.
 
           Σκυμμένος πάνω στα σχέδια υπολογίζει τις αναλογίες που θα καθορίσουν τις οργανικές σχέσεις του αγάλματός του. Μέσα στο νου του έχει συλλάβει την μυθική μορφή του Αχιλλέα κρατώντας το δόρυ του, σε στάση αναπαύσεως. Την εμπνεύστηκε, όταν περνώντας ένα απόγευμα από το γυμνάσιο είδε κάποιον αθλητή να κρατά χαλαρά το δόρυ μετά από την άσκηση ακουμπισμένο στον ώμο του. Η ακίνητη εκείνη κίνηση του αθλητή θα του φέρει στο νου την θαυμάσια ρήση του Ηρακλείτου, που θα την ψιθυρίζει γυρνώντας στον Κεραμικό: «παλίντονος αρμονίη οκώσπερ τόξου και λύρης». Η σκηνή εκείνη είχε χαραχθεί στο μυαλό του και αποτυπώνεται τώρα στα σχέδιά του.
 
Πάνω στην περγαμηνή με μεγάλα γράμματα υπάρχει η λέξη «Δορυφόρος», αυτός δηλαδή που φέρει δόρυ, και από κάτω η αποτυπωμένη μορφή ενός νέου δυνατού άνδρα με το ιδανικό της ωραιότητας του ανθρώπινου σώματος. Είχε φτάσει πλέον στο επίπεδο να επιτύχει την μετατροπή του «ανδρόπαιδα» σε «άγαλμα ανδρός». Άλλωστε, είχαν περάσει πολλά χρόνια μεταξύ της επίσκεψης του εκπαιδευόμενου γλύπτη στο ιερό του Σουνίου, και του σημερινού καταξιωμένου καλλιτέχνη επιστήμονα. Τα σχέδια του αγάλματος προχωρούν παράλληλα με το σύγγραμμά του. Γράφει: «…το δε κάλλος, ουκ εν τη των στοιχείων, άλλ΄ εν τη των μορίων συμμετρία συνίσταται: δακτύλου προς δάκτυλον δηλονότι, και συμπάντων αυτών προς τε το μετακάρπιον και καρπόν, και τούτων προς πήχυν και πήχεως προς βραχίονα και πάντων προς πάντα.»
 
Οι ώρες και οι μέρες περνούν χωρίς να γίνεται αντιληπτός ο χρόνος. Το μόνο που ενδιαφέρει τον ώριμο άνδρα είναι να περατώσει το έργο του.
 
Και έρχεται η στιγμή που αυτό συμβαίνει. Όταν το στερεοποιημένο μέταλλο ελευθερώνεται από το καλούπι, αναδεικνύεται ένα «άγαλμα», που όπως η ίδια η λέξη δηλώνει, είναι αυτό που στην θέα του κάθε άνθρωπος «αγάλλεται».
 
Πράγματι, ο θαυμασμός των ομοτέχνων και των ανθρώπων που κλήθηκαν να το δουν, είναι μεγάλος. Το άγαλμα στέκει στο μέσον του χώρου και υποβάλλει τους πάντες με την παρουσία του, εκφράζοντας την φυσική ικανότητα, το κάλλος και την αντοχή του νέου ανδρός που ο ρωμαλέος κορμός του είναι πλήρης ζωικής ευεξίας. Το ιδανικό του Πολύκλειτου για το κάλλος του ανθρώπινου σώματος αποτυπώνεται σ΄ αυτόν τον «Κανόνα» που στηρίζεται στην συμμετρία, στην ορθή δηλαδή ρύθμιση των αναλογιών των διαφόρων μελών μεταξύ τους και προς το όλον.
 
Ο ορειχάλκινος άνδρας στέκεται αντικριστά προς το συγκεντρωμένο πλήθος στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά. Είναι ντυμένος με την αριστοκρατική εκείνη γύμνια των τέλειων ανδρών με αρετή και θεληματικό χαρακτήρα. Στηρίζει το βάρος του σώματός του στο δεξί πόδι που προβάλει λίγο εμπρός, πατάει σταθερά και σέρνει ελαφρά προς τα πίσω λυγισμένο το αριστερό του σκέλος, ώστε μόλις να ακουμπά με τα ακροδάκτυλα το έδαφος. Το δεξί χέρι πέφτει χαλαρά δίπλα στον κορμό, ενώ το αριστερό κρατά το δόρυ που ακουμπά στον ώμο του. Ο αθλητής δεν βαδίζει, αλλά δίνει την εντύπωση πως μόλις στάθηκε για ν΄ αναπαυθεί. Η διάπλαση του σώματός του, σύμφωνα με το ιδανικό της εποχής, είναι απόλυτα συμμετρικό με μέλη στέρεα και συμπαγή.
 
- «Εύγε δάσκαλε!!! Εύγε Πολύκλειτε!!! Σε συγχαίρουμε για τον Κανόνα σου!!!», ακούγονταν δυνατά οι φωνές των φίλων. Με σεμνότητα, ο καλλιτέχνης προχώρησε προς το μέρος τους κρατώντας μερικά ρολά περγαμηνών.
 
- «Έχω και άλλα δυο έργα να σας παρουσιάσω, φίλοι μου. Το ένα το κρατώ, το άλλο βρίσκεται πίσω σας καλυμμένο. Με αυτά ολοκληρώνω την πορεία μου και παραδίδω τις γνώσεις μου σ΄ εσάς. Λάβετε τον Κανόνα και συνεχίστε από εκεί που σταματώ. Η πορεία είναι μεγάλη και χρέος σας να καταθέσετε στο μέλλον και τους δικούς σας Κανόνες, βοηθώντας την εξέλιξη της τέχνης μας», είπε ο μεγάλος γλύπτης, και πηγαίνοντας στην άλλη άκρη του εργαστηρίου, τράβηξε το ύφασμα αποκαλύπτοντας έναν άλλον χάλκινο άνδρα.
 
- «Ο Διαδούμενος», είπε απλά, παρουσιάζοντας ακόμα ένα θαυμάσιο κληροδότημα της ανθρωπότητας.
 
Όλοι κοίταξαν το άγαλμα που φαινόταν ζωντανό με την σάρκα του να πάλλεται από δύναμη και ομορφιά. Ήταν ένας νέος αθλητής που φορούσε στο κεφάλι το διάδημα, την ταινία που συνήθιζαν να φέρουν οι νικητές των αγώνων.
 
- «Δεν είναι μόνον ο αθλητής σου νικητής Πολύκλειτε, είσαι κι εσύ! Σε στεφανώνουμε με κότινο και σε ανακηρύσσουμε Επιστήμονα Καλλιτέχνη της Γλυπτικής. Είμεθα τυχεροί που ζούμε στην εποχή αυτή. Υποσχόμεθα να σε τιμήσουμε με το έργο μας, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μετέχουμε της εξέλιξης της τέχνης μας. Χαίρε διδάσκαλε!!!»
 
Πέρασαν μερικά χρόνια από τότε. Ο Αργείος γλύπτης, ο δημιουργός του Κανόνος, του Διαδούμενου, της Αμαζόνας και τόσων άλλων έργων, ηλικιωμένος πια, βάδιζε καλεσμένος προς το εργαστήρι ενός νέου τεχνίτη από την Πάρο.
 
Φτάνοντας στο εργαστήρι στάθηκε στην είσοδο που την κάλυπτε η μαρμαρόσκονη, και ο χαιρετισμός του καλύφθηκε από τον θόρυβο των εργαλείων. Είδε στο βάθος ένα νεαρό να σμιλεύει έναν πάλλευκο μαρμάρινο όγκο. Τον άφησε ήσυχο στην έμπνευσή του και αθόρυβα περιδιάβηκε το εργαστήρι εξετάζοντας μερικά ήδη έτοιμα αγάλματα. Το αγαλματίδιο μιας Μαινάδας τράβηξε την προσοχή του. Η κίνηση του γυναικείου κορμιού φανέρωνε με σπάνια δύναμη τον οίστρο της βακχικής μανίας. Η εντυπωσιακή έκφραση ενεργητικότητας αυτού του σφοδρά κινούμενου κορμιού, καθώς και η έκφραση του σφοδρού ψυχικού πάθους στο πρόσωπο της Μαινάδας που έφτανε μέχρι την αγωνιώδη σύσπαση, προκάλεσε τον θαυμασμό του Πολύκλειτου.
 
- «Χαίρε διδάσκαλε!», καλημέρισε ο νέος που είχε αντιληφθεί την παρουσία του και περίμενε με ενδιαφέρον και αγωνία την κριτική του μεγάλου γλύπτη. Εκείνος δεν αντιγύρισε τον χαιρετισμό, αλλά συνέχισε να εξετάζει τα έργα. Με αργά βήματα και χωρίς να πει λέξη, κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
 
- «Συνέχισε», ήταν το μόνο που κατάφερε ν΄ αρθρώσει από την συγκίνηση που τον έπνιγε, χωρίς να στραφεί προς την μεριά του νεαρού τεχνίτη από την Πάρο που τον έλεγαν Σκόπα.
 
Ανάσανε τον αρωματισμένο ανοιξιάτικο αέρα των Αθηνών και ήσυχος πια, αποφάσισε πως ήταν ώρα ν΄ αναπαυθεί στην αγκαλιά του Ύπνου και του Θανάτου, αυτών των παιδιών της Νύχτας, κάπου σε μια μεριά της συνοικίας του έξω Κεραμικού. Ο θνητός δάσκαλος έφευγε ευχαριστημένος και τώρα πια αθάνατος, αφού πίσω του άφηνε χώρο για δημιουργία με τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας τέχνης της γλυπτικής: Φειδίας, Σκόπας, Πραξιτέλης, Λύσιππος, Αγοράκριτος, Λεωχάρης, Βρύαξις, Τιμόθεος, και τόσοι άλλοι.

Πολλοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια

Σήμερα, λιγότερο από κάθε άλλη φορά ξέρουμε τι είναι πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να εξοντώνουμε μαζικά τους ανθρώπους, που ο καθένας τους αποτελεί μια πολύτιμη και μοναδική προσπάθεια της φύσης. Αν δεν ήμασταν άνθρωποι, με ανεπανάληπτη προσωπικότητα, τότε θα αρκούσε μια σφαίρα να μας εξαφανίσει από τη γη, χωρίς να υπάρχει κανένα νόημα να διηγείται κανείς ιστορίες. Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα άτομο, αλλά κάτι το ανεπανάληπτο, το ιδιαίτερο πέρα για πέρα, το πάντοτε σπουδαίο και αξιοσημείωτο κέντρο, όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με έναν μοναδικό και ανεπανάληπτο χαρακτήρα. Γι’ αυτό ακριβώς η ιστορία του κάθε ανθρώπου είναι σπουδαία, αιώνια, θεία- γι’ αυτό ο κάθε άνθρωπος, όσο ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι άξιος θαυμασμού και προσοχής. Στον καθένα μορφοποιείται το πνεύμα, στον καθένα πάσχει η δημιουργία, στον καθένα σταυρώνεται κι ένας λυτρωτής.

Λίγοι ξέρουν σήμερα τι είναι ο άνθρωπος. Πολλοί όμως το νιώθουν και πεθαίνουν πιο εύκολα, όπως κι εγώ πιο εύκολα θα πεθάνω, στην ώρα μου, αφού τελειώσω την ιστορία αυτή.

Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο. Ήμουν ερευνητής και εξακολουθώ να είμαι, αλλά δεν ψάχνω την αλήθεια στα αστέρια και τα βιβλία- αρχίζω να αφουγκράζομαι το αίμα που κυλά μουρμουριστά μέσα στο σώμα μου. Η δική μου ιστορία δεν είναι ευχάριστη ούτε γλυκιά και αρμονική, όπως είναι οι κατασκευασμένες ιστορίες· φαίνεται να γεύεται το άλογο στοιχείο και τη σύγχυση, την τρέλα και το όνειρο, όπως είναι η ζωή όλων των ανθρώπων που δε θέλουν να πουν ψέματα.

Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δικός του δρόμος, η προσπάθεια για την εύρεση ενός δρόμου, η διαίσθηση πως κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι. Κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να γίνει αυτό που ήθελε ο ίδιος- όλοι προσπαθούν να γίνουν κάτι, άλλος στα τυφλά, άλλος στα φανερά, ο καθένας όπως μπορεί. Ο καθένας φέρει μαζί του ως το τέλος τα υπολείμματα από τη γέννησή του, τις μεμβράνες και το κέλυφος του αυγού ενός αρχέτυπου κόσμου. Πολλοί δε γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια. Άλλοι πάλι στο πάνω μέρος είναι άνθρωποι και στο κάτω είναι ψάρια. Αλλά ο καθένας είναι η πορεία της φύσης για τη μορφοποίηση του ανθρώπου. Σε όλους μας είναι κοινές οι ρίζες και οι μάνες- προερχόμαστε από την ίδια άβυσσο. Αλλά ο καθένας επιδιώκει τον δικό του σκοπό, βγαίνοντας μέσ’ από τα βάθη της με προσπάθεια και ορμή. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας ξέρει μόνος του να εξηγήσει τον εαυτό του.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

Αποδεχτείτε το παρόν και αναλάβετε την ευθύνη για τη ζωή σας

Όταν αντιμάχεστε αυτή τη στιγμή, στην ουσία αντιμάχεστε ολόκληρο το σύμπαν. Αντί γι' αυτό, μπορείτε να πάρετε την απόφαση να μην αντιπαλέψετε το σύμπαν αντιπαλεύοντας αυτή τη στιγμή.

Αποδεχτείτε τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θα θέλατε να είναι αυτή τη στιγμή. Έχει σημασία να κατανοήσετε το νόημα αυτής της φράσης. Μπορείτε να εύχεστε να αλλάξουν τα πράγματα στο μέλλον, αλλά αυτή τη στιγμή θα πρέπει να τα αποδέχεστε όπως έχουν.

Όταν νιώθετε εκνευρισμένοι ή αναστατωμένοι από ένα πρόσωπο ή κάποια κατάσταση, θυμηθείτε πως η αντίδρασή σας δεν έρχεται από το πρόσωπο ή την κατάσταση, αλλά από τα συναισθήματά σας για το πρόσωπο ή την κατάσταση. Τα συναισθήματα είναι καθαρά δικά σας και κανείς άλλος δεν είναι υπεύθυνος για την εκδήλωσή τους.

Αν μπορείτε να αποδέχεστε τα πράγματα όπως έχουν, τότε μπορείτε να αναλάβετε την ευθύνη για την κατάστασή σας και για όλα τα γεγονότα τα οποία θεωρείτε ως προβλήματα.

Τι σημαίνει ευθύνη; Ευθύνη σημαίνει να μην κατηγορείς κανένα και τίποτα για την κατάστασή σου, ακόμα κι εσένα τον ίδιο. Έχοντας αποδεχτεί μια κατάσταση, ένα γεγονός, ένα πρόβλημα, ευθύνη είναι η ικανότητα να ανταποκριθείτε δημιουργικά στην κατάσταση όπως εμφανίζεται αυτή τη στιγμή.

ΑΓΓΙΓΜΑ ΚΟΡΥΦΗΣ

Μ΄ αρέσει που με προκαλείς. Στο βαθμό που δεν κατάφερε κανείς άλλος. Μ΄ αρέσει που είσαι διαφορετική και δεν μου λες αυτά που θέλω να ακούσω. Δεν με «ρίχνεις» με χιλιοειπωμένα λόγια. Στην περίπτωση μας είναι περιττά.

Αφήνουμε τις πράξεις, το άγγιγμα και τα βλέμματα μας να μιλήσουν. Μ΄ αρέσει που με εκπλήσσεις εκεί που δεν το περιμένω. Είσαι απρόβλεπτη σαν κι εμένα.

Δεν με αφήνεις να βολευτώ. Εκεί που νομίζω ότι ξέρω τι να περιμένω μου κάνεις την έκπληξη.

Μοιάζουμε… Μου θυμίζεις πολύ εμένα. Δεν ξέρω εάν θα έπρεπε να με τρομάζει αυτό. Είμαι τόσο ενθουσιασμένος όμως γιατί ξέρω πως επειδή ακριβώς εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος, θα περάσουμε υπέροχα οι δυο μας.

Είσαι μια ευχάριστη έκπληξη στη ζωή μου. Εκεί που σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει κάποια σαν κι εσένα, κατάφερες να μου φέρεις τα πάνω κάτω.

Δεν βιάζομαι να δω το κοινό μας μέλλον. Μου αρκεί που είσαι εδώ. Που απολαμβάνουμε κοινές στιγμές, αποδράσεις, εμπειρίες.

Μου αρκεί το σήμερα μαζί σου. Είναι τόσο «βέβαιο», τόσο απόλυτο και τόσο ωραίο. Δεν θέλω να σε βάλω στα βαθιά του κόσμου μου. Ούτε κι εσύ του δικού σου. Ας το ζήσουμε στον απόλυτο βαθμό κι όπου μας βγάλει.

Αρκεί που συναντηθήκαμε…

Οι ερωτευμένοι ομολογούν πως είναι άρρωστοι

Έρωτας. Το αιώνιο βάσανο. Πηγή ζωής αλλά και θανάτου. Υπάρχει λογική σε αυτήν την επιθυμία; Μπορεί να μας ωφελήσει; Ας πάμε να διαβάσουμε το απόσπασμα από τον διάλογο ανάμεσα στον Φαίδρο και στον Σωκράτη.

Γιατί οι ερωτευμένοι, όταν σβήσει η επιθυμία τους, μετανιώνουν για τα καλά που έχουν κάνει ενώ για εκείνους που δεν κατέχονται από έρωτα, δεν έρχεται η ώρα ν' αλλάξουν γνώμη.

Γιατί το καλό που κάνουν ανάλογα με τη δύναμη τους, δεν το κάνουν από την πίεση ανάγκης του πάθους τους, αλλά με τη θέληση τους, με κριτήριο εκείνα που σκέπτονται ότι θα είναι καλύτερα για τα δικά τους ζητήματα.

Και επιπλέον, αυτοί που κατέχονται από έρωτα αναλογίζονται πόσα από τα θέματα τους τα χειρίστηκαν άσχημα εξαιτίας του έρωτα, αλλά και πόσα ευεργετήματα έχουν κάνει, και, προσθέτοντας και τον κόπο που κατέβαλαν, πιστεύουν πως από καιρό έχουν ανταποδώσει άξια τη χάρη που όφειλαν στους αγαπημένους τους ενώ εκείνοι που δεν είναι ερωτευμένοι, δεν μπορούν ούτε να προφασίζονται πως, εξαιτίας του έρωτα, αμέλησαν τα ζητήματα τους, ούτε να υπολογίζουν τα περασμένα τους βάσανα, ούτε να παραπονεθούν για τις συγκρούσεις τους με τους δικούς τους έτσι, ύστερα από τον παραμερισμό τόσων κακών, δεν τους μένει τίποτε άλλο από το να κάνουν πρόθυμα ό,τι νομίζουν ότι θα ευχαριστήσει εκείνους που αγαπούν.  

Και ακόμη, αν αξίζει να έχει κανείς σε μεγάλη εκτίμηση τους κατεχόμενους από έρωτα γι' αυτό, επειδή δηλαδή λέγεται πως έχουν τη μεγαλύτερη αγάπη για εκείνους με τους οποίους είναι ερωτευμένοι και, επίσης, είναι έτοιμοι, και με τα λόγια και με τα έργα, να ευχαριστούν τους αγαπημένους τους, παρόλο που έτσι θα γίνονται απεχθείς στους άλλους, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς αν λένε αλήθεια, αφού όποιους αγαπήσουν αργότερα, θα τους έχουν σε ψηλότερη θέση από τους προηγούμενους, και είναι φανερό πως θα κάνουν κακό στους τωρινούς, αν έτσι αρέσει στους επόμενους. Και, αλήθεια, πώς μπορεί να είναι φυσικό να παραχωρήσει κανείς τόσο μεγάλη εύνοια σε κάποιον που έχει τέτοιο βάσανο, που κανένας, ακόμα και έμπειρος, δε θα επιχειρούσε να το γιατρέψει;

Αφού και οι ίδιοι ομολογούν πως πιο πολύ είναι άρρωστοι παρά έχουν τα λογικά τους, και ξέρουν ότι παραλογίζονται, αλλά δεν μπορούν να κρατηθούν πώς λοιπόν είναι δυνατό, όταν ξαναβρούν τη λογική τους, να θεωρήσουν σωστά αυτά που σκέφτηκαν ενόσω βρίσκονταν σε αυτή την κατάσταση; Και, βέβαια, αν είχες να διαλέξεις τον καλύτερο από τους ερωτευμένους, η επιλογή σου θα γινόταν μεταξύ λίγων, αν όμως ήταν να διαλέξεις από τους άλλους εκείνον που σου ταιριάζει περισσότερο, θα επέλεγες ανάμεσα σε πολλούς έχεις, λοιπόν, πολύ μεγαλύτερη ελπίδα να πετύχεις ανάμεσα στους πολλούς αυτόν που θα είναι άξιος της φιλίας σου. Αν πάλι φοβάσαι το καθιερωμένο έθιμο, ότι δηλαδή, αν μάθουν οι άνθρωποι τη σχέση σου, θα ντροπιαστείς, να ξέρεις πως είναι φυσικό οι ερωτευμένοι, πιστεύοντας ότι οι άλλοι τους ζηλεύουν με τον τρόπο που οι ίδιοι ζηλεύονται μεταξύ τους, να καταληφθούν από έπαρσημιλώντας για τούτο και, προκειμένου να δώσουν αξία στον εαυτό τους, να δείχνουν με έμφαση σε όλους πως τόσοι κόποι τους δεν ήταν μάταιοι, ενώ όσοι δεν κατέχονται από έρωτα, να ξέρεις ότι είναι πάλι φυσικό, αφού αυτοκυριαρχούνται, να επιλέγουν το καλύτερο για τους εαυτούς τους, και όχι τη φήμη ανάμεσα στους ανθρώπους.

Και ακόμα, αναγκαία πολλοί θα μάθουν για τους ερωτευμένους, και θα τους δουν να τρέχουν πίσω από αυτούς που αγαπούν και όλο με αυτό να ασχολούνται, έτσι ώστε, όταν τους δουν να μιλούν μεταξύ τους, θα θεωρήσουν ότι εκείνοι είναι μαζί επειδή η επιθυμία τους ή έχει ικανοποιηθεί ή πρόκειται να ικανοποιηθεί όμως τους μη κατεχόμενους από έρωτα, ούτε καν επιχειρούν να τους κατηγορήσουν για το ότι είναι μαζί, γιατί γνωρίζουν ότι είναι φυσικό να μιλάει κανείς με κάποιον όταν η αιτία είναι ή η φιλία ή κάποια άλλη ευχαρίστηση.

Και, βέβαια, αν σου συμβεί να φοβηθείς επειδή πιστεύεις ότι είναι δύσκολο να παραμένει σταθερή η φιλία και ότι, με όποιον τρόπο και αν προκύψει μια διαφωνία, όταν η σχέση δεν είναι ερωτική, θα αποβεί κοινό το κακό και για τους δύο, ενώ, όταν εσύ διακινδυνεύεις δίνοντας τα πολυτιμότερα που έχεις, θα είσαι εσύ που θα ζημιωθείς πολύ σοβαρά, τότε εύλογο είναι να φοβάσαι περισσότερο αυτούς που κατέχονται από έρωτα γιατί πολλά είναι αυτά που τους στεναχωρούν, και πιστεύουν πως όλα γίνονται για να βλαφτούν οι ίδιοι.

Γι' αυτό και εμποδίζουν τις συνευρέσεις των αγαπημένων τους με τους άλλους, επειδή φοβούνται μήπως εκείνοι που έχουν περιουσία εκμεταλλευτούν τη χρηματική τους υπεροχή και τους ξεπεράσουν και μήπως οι μορφωμένοι αξιοποιήσουν τη φρόνηση τους και γίνουν καλύτεροι τους και προφυλάσσονται από τη δύναμη του καθενός από όσους κατέχουν κάποιο άλλο αγαθό. Και αφού καταφέρουν να σε πείσουν να γίνεις μισητός σε αυτούς, σε φθάνουν στο σημείο να μείνεις έρημος από φίλους, και, στην περίπτωση που προσέξεις το δικό σου συμφέρον και σκεφθείς καλύτερα από τους ίδιους, θα φθάσεις σε διαμάχη μαζί τους, αντίθετα, όσοι δε συνέβη να κατέχονται από τον έρωτα, και πέτυχαν με την αξία τους εκείνα που επιθυμούσαν, δε θα φθονούσαν αυτούς που σε συναναστρέφονται, αλλά, ίσα-ίσα, θα μισούσαν όσους δε θέλουν να σε συναναστραφούν, επειδή πιστεύουν ότι οι δεύτεροι τους περιφρονούν, ενώ από τους πρώτους ωφελούνται, έτσι ώστε υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ελπίδα η σχέση τους μαζί σου να δημιουργήσει φιλία, παρά να προκαλέσει έχθρα.

Εξάλλου πολλοί από τους ερωτευμένους πόθησαν το σώμα του αγαπημένου πριν ακόμα μάθουν το χαρακτήρα του και πριν γνωρίσουν από κοντά τη συνολική προσωπική του κατάσταση, έτσι που είναι αβέβαιο αν θα θελήσουν να είναι φίλοι του και όταν θα σβήσει η επιθυμία τους, όμως σ' εκείνους που δεν κατέχονται από έρωτα, και τα έκαναν αυτά όντας από πριν φίλοι μεταξύ τους, δεν είναι φυσικό να αδυνατίζει η φιλία εξαιτίας όσων τους έδωσαν ευχαρίστηση, αλλά, αντίθετα, τούτα θα παραμείνουν αναμνήσεις για όσα θα τους συμβούν στο μέλλον. Και πρέπει να περιμένεις να γίνεις καλύτερος αν ακούσεις εμένα παρά κάποιον εραστή. Γιατί οι εραστές επαινούν αυτά που λες και που κάνεις, ακόμα και αν τα τελευταία δε συμβαδίζουν με το καλό, επειδή αφενός φοβούνται μήπως σου γίνουν απεχθείς και, αφετέρου, επειδή εξαιτίας του πόθου τους, δεν εκτιμούν σωστά τα πράγματα.

Τέτοια έχει να δείξει ο έρωτας εκείνους που δυστυχούν στα ερωτικά, τους κάνει να πιστεύουν ότι είναι δυσάρεστα κι όσα δεν προκαλούν λύπη στους άλλους ενώ όσους ευτυχούν, τους κάνει να επαινούν κι όσα δεν είναι άξια για ευχαρίστηση έτσι, εκείνους που εισπράττουν τον έρωτα ταιριάζει πιο πολύ κανείς να τους λυπάται, παρά να τους ζηλεύει. Αν όμως συναινέσεις σε αυτά που σου λέω, καταρχήν δε θα σε συναναστρέφομαι αποβλέποντας μόνο στην ηδονή της στιγμής, αλλά και στη μελλοντική ωφέλεια δε θα καταβάλλομαι από τον έρωτα, αλλά θα αυτοκυριαρχούμαι, δε θα δημιουργώ έντονη έχθρα για μικροπράγματα, αλλά ακόμα και για τα σημαντικά θα σου θυμώνω λίγο και αργά-αργά, θα συγχωρώ τα ακούσια λάθη και θα προσπαθώ να αποτρέπω τα εκούσια αυτές είναι οι εγγυήσεις μιας φιλίας που θα κρατήσει πολύ καιρό.

Αν όμως υπάρχει μέσα σου τούτη η ιδέα, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί δυνατή φιλία αν ο ένας από τους δύο δεν είναι ερωτευμένος, τότε θα πρέπει να σκεφθείς πως, αν ίσχυε αυτό, δε θα είχαμε τόσο μεγάλη αγάπη ούτε για τα παιδιά μας, ούτε για τους πατέρες μας, ούτε για τις μητέρες μας, και ούτε θα είχαμε αποκτήσει πιστούς φίλους, γιατί αυτοί δεν έχουν γίνει φίλοι μας από μια τέτοιου είδους επιθυμία, αλλά εξαιτίας άλλων σχέσεων. Και έπειτα, αν πρέπει κανείς να δίνει την εύνοια του σε όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, οφείλει και από τους άλλους ανθρώπους να ευεργετεί όχι τους καλύτερους, αλλά εκείνους που δεν έχουν τίποτα, γιατί μόλις αυτοί θα απαλλαγούν από τα μεγαλύτερα δεινά, θα του χρωστούν την πιο μεγάλη χάρη. Και ακόμη, στις ιδιωτικές συνεστιάσεις δεν αξίζει κανείς να προσκαλεί τους φίλους, αλλά τους ζητιάνους και όσους πεινούν και θέλουν να χορτάσουν γιατί εκείνοι και θα τον αγαπήσουν και θα τον ακολουθήσουν και θα τον συνοδεύσουν ως την πόρτα του σπιτιού του και θα ευχαριστηθούν πάρα πολύ και θα του οφείλουν όχι την πιο μικρή χάρη και θα του ευχηθούν πολλά καλά.

Ίσως όμως πάλι δεν είναι ορθό να δίνει κανείς την εύνοια του σε όσους το έχουν μεγάλη ανάγκη, αλλά σε όποιους έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα να ανταποδώσουν τη χάρη ούτε σε αυτούς που απλώς ζητούν, αλλά στους άξιους για τούτο το πράγμα ούτε σ' εκείνους που θα απολαύσουν τη νεανική ομορφιά σου, αλλά σε όσους, όταν προχωρήσει η ηλικία σου, θα δώσουν και σε σένα από τα αγαθά τους ούτε σε αυτούς που, έχοντας επιτύχει ό,τι θέλουν, θα παινεύουν τους εαυτούς τους μπροστά στους άλλους, αλλά σε όσους θα το αποσιωπήσουν απ' όλους από σεμνότητα.

Ούτε σ' εκείνους που είναι ένθερμοι για λίγο μόνο καιρό, αλλά σε όσους θα παραμείνουν φίλοι για όλη τη ζωή ούτε σε αυτούς που, όταν σβήσει ο πόθος τους, θα αναζητήσουν πρόφαση για διένεξη, αλλά σ' εκείνους που θα δείξουν τη δική τους αρετή ακριβώς τότε που θα έχει χαθεί η ομορφιά σου.

Να θυμάσαι λοιπόν αυτά που σου είπα, και βάλε στο νου σου τούτο, ότι οι φίλοι συμβουλεύουν τους ερωτευμένους γιατί θεωρούν ότι είναι κακό πράγμα ο έρωτας, ενώ κανείς από τους συγγενείς δεν κατηγόρησε ποτέ εκείνους που δεν είναι, ερωτευμένοι για το ότι δεν εκτιμούν σωστά τα δικά τους θέματα επειδή δεν αγαπούν.

Ίσως λοιπόν θα μπορούσες να με ρωτήσεις αν σε συμβουλεύω να προσφέρεις την εύνοια σου σε όλους όσους δεν κατέχονται από έρωτα. Όμως εγώ νομίζω πως ούτε αυτός που κατέχεται από έρωτα θα σε προέτρεπε να έχεις αυτή τη διάθεση προς όλους τους ερωτευμένους. Γιατί ούτε όποιος το υπολογίσει καλά θα βρει ότι το πράγμα αξίζει ίση χάρη, ούτε εσύ, ενώ επιδιώκεις να κρύβεσαι από τους άλλους, θα μπορείς να χαρίζεσαι σε όλους με όμοιο τρόπο, τη στιγμή μάλιστα που πρέπει να μην υποστείτε καμία ζημία από αυτό, αλλά να ωφεληθείτε και οι δύο. Νομίζω ότι είναι αρκετά αυτά που έχω πει. Αν όμως εσύ θέλεις κάτι ακόμα, και πιστεύεις ότι το έχω παραλείψει, ρώτα
με.

ΠΛΑΤΩΝ, ΦΑΙΔΡΟΣ

Πλούταρχος: "Στολισμός η σιωπή"

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, για τον νέο είναι ασφαλής στολισμός η σιωπή, προπάντων όταν ακούει κάποιον άλλο και δεν ταράζεται ούτε αντιδρά σε κάθε του κουβέντα, αλλά, ακόμα κι αν ο λόγος δεν του είναι ιδιαίτερα αρεστός , δείχνει υπομονή και περιμένει να τελειώσει ο συνομιλητής του, ενώ, όταν ο τελευταίος σταματήσει, δεν προβάλλει αμέσως την αντίρρηση του αλλά, όπως λέει ο Αισχίνης, αφήνει να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα, για το ενδεχόμενο που ο προηγούμενος ομιλητής είτε θέλει να προσθέσει κάτι είτε να αλλάξει ή ν' ανακαλέσει. Όσοι όμως αντιδρούν, αμέσως, μιλώντας, ενόσω μιλούν οι άλλοι, χωρίς ν' ακούνε ή ν' ακούγονται, διαπράττουν ασχημία. Αλλά όποιος έχει συνηθίσει ν' ακούει με συγκράτηση και σεβασμό λαμβάνει και κατακτά τον ωφέλιμο λόγο, ενώ κατανοεί και συλλαμβάνει πιο εύκολα τον ανωφελή ή ψευδή, παρουσιάζοντας τον εαυτό του φιλαλήθη και όχι εριστικό ή προπετή και φίλερι. Έχουν δίκιο, συνεπώς, μερικοί που λένε πως είναι περισσότερο απαραίτητο να ξεφουσκώσει κάποιος την οί­ηση και τη ματαιοδοξία των νέων παρά τον αέρα των ασκιών, αν θέλει να τους γεμίσει με κάτι χρήσιμο, αλ­λιώς, παραγεμισμένοι και φουσκωμένοι, δεν είναι δυνατό να το δεχτούν.

Όταν υπάρχει ωστόσο φθόνος συνοδευόμενος από κακοπροαίρετη διάθεση και εχθρότητα, δεν είναι πλεονέκτημα για κανένα έργο, αλλά στέκεται εμπόδιο για καθένα σωστό και είναι ο χειρότερος παραστάτης και σύμβουλος για εκείνον που ακούει κάποια φιλοσοφική διάλεξη, μετα­βάλλοντας τα ωφέλιμα σε ανιαρά, απεχθή και αφόρητα, καθώς στους φθονερούς αρέσει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα σωστά λόγια.

Όποιος στενοχωριέται για τον πλούτο ή τη δόξα ή την ομορφιά κάποιου άλλου είναι απλώς φθονε­ρός, γιατί λυπάται με την ευτυχία των άλλων όποιος, όμως, στενοχωριέται με τον σωστό λόγο λυπάται γι' αυτό που είναι καλό για τον ίδιο.

Ο λόγος, άλλωστε, είναι για κείνους που ακούνε αγαθό, όπως είναι το φως για κείνους που βλέπουν, εφόσον έχουν τη θέληση να τον δεχτούν.

Ο φθόνος σχετικά με τα άλλα ζητήματα δημιουργείται στον άνθρωπο από διάφορες καταστάσεις που οφείλονται στην απαιδευσία και στην κακία του, ενώ ο φθόνος εναντίον όσων μιλούν, αποτέλεσμα άκαιρης φιλοδοξίας και αθέμιτης επιδίωξης της φήμης, δεν επιτρέπει σε όποιον βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση ούτε καν να δώσει προσοχή σε ό,τι λέγεται, αλλά αναστατώνει και περισπά τη διάνοια του" αυτή εξετάζει την κατάσταση της, αν υστερεί από εκείνην του ομιλητή, και την ίδια στιγμή παρατηρεί τους άλλους, αν είναι ευχαριστημένοι ή εκδηλώνουν θαυμασμό, και πα­ράλληλα θαμπώνεται από τους επαίνους και οργίζεται με τους άλλους παρευρισκόμενους ακροατές, σε περίπτωση που αποδέχονται τον ομιλητή- όσο για τα λόγια του τελευ­ταίου, αφήνει και εγκαταλείπει όσα ειπώθηκαν, αφού η ενθύμηση τους τη γεμίζει λύπη, ενώ για όσα απομένουν να ειπωθούν ταράζεται και τρομάζει, μήπως αποδειχτούν καλύτερα από τα προηγούμενα.

Έτσι επείγεται να σταματήσουν αμέσως οι ομιλητές, όταν λένε τα πιο ωραία πράγ­ματα, ενώ, όταν η διάλεξη τελειώσει, δεν στέκεται σε τίποτε απ' όσα ειπώθηκαν, αλλά καταμετρά τα σχόλια και τη διάθεση των ακροατών, σαν να πρόκειται για ψήφους - από εκείνους λοιπόν που επαινούν τον ομιλητή φεύγει και απομακρύνεται, σαν μανιασμένη, ενώ πλησιάζει με βιασύνη και συναγελάζεται με κείνους που επικρίνουν και διατρέφουν την ομιλία.

Αν όμως είναι αδύνατο να δια­στρέψουν κάτι, κάνει συγκρίσεις με κείνους, οι οποίοι θα μπορούσαν τάχα να είχαν μιλήσει καλύτερα και με περισσότερη δύναμη για το ίδιο ζήτημα, ώσπου, υπονομεύοντας και συκοφαντώντας την ομιλία, καταφέρει να κάνει την όλη υπόθεση πράγμα άχρηστο και ανώφελο και για την ίδια. Για τούτο πρέπει κάποιος, αφού φέρει σε συμφωνία την αγάπη του για την ακρόαση με την αγάπη του για τη δόξα, ν' ακούει τους ομιλητές με ευμένεια και πραότητα, σαν να βρίσκεται σε ιερή εστίαση και να έλαβε τις απαρχές της θυσίας, επαινώντας την ικανότητα του ομιλητή στα ζητήματα όπου μίλησε επιτυχώς ή εκτιμώντας τουλάχιστον την προθυμία που έδειξε ο ομιλητής να εκθέσει ενώπιον όλων τις γνώσεις του και να προσπαθήσει να πείσει τους άλλους με τους λόγους, από τους οποίους πείστηκε και ο ίδιος.

Όσα πέτυχε ο ομιλητής πρέπει να θεωρήσουμε πως δεν ήταν προϊόν τύχης ή σύμπτωσης, αλλά πως κατορθώθηκαν με επιμέλεια, κόπο και μελέτη, και πρέπει βέβαια να τα μιμούμαστε, γινόμενοι θαυμαστές και ζηλωτές τους. Όσο για τα σφάλματα του, πρέπει να στρέψουμε σ' αυτά την προσοχή μας, αναζητώντας τις αιτίες και τους λόγους απ' όπου προήλθε το λάθος. Όπως άλλωστε λέει ο Ξενοφών, ότι οι γνώστες της καλής δια­χείρισης του σπιτιού αντλούν οφέλη και από τους φίλους τους και από τους εχθρούς τους, έτσι και οι ομιλητές ωφελούν εκείνους που βρίσκονται σε εγρήγορση και δίνουν προσοχή, όχι μόνο όταν μιλούν σωστά αλλά και όταν κά­νουν λάθος. Τις ρηχές σκέψεις, άλλωστε, το άσχημο λεκτι­κό, τη δυσάρεστη κατασκευή, την αλλαγή θέματος, συν­δυασμένη με ακαλαίσθητη διάθεση για έπαινο, και τα παρόμοια, τα καταλαβαίνουμε πιο εύκολα όταν ακούμε άλλους να μιλούν παρά όταν μιλάμε οι ίδιοι. Γι' αυτό πρέπει να μεταφέρουμε την αναζήτηση της ευθύνης από τον ομιλητή στον εαυτό μας, εξετάζοντας αν θα κάναμε λάθος χωρίς να το καταλάβουμε. Το πιο εύκολο απ' όλα είναι να κατηγορούμε τον διπλανό μας, όταν αυτό γίνεται με άχρηστο και μάταιο τρόπο, εκτός αν αποβλέπει σε κάποιου είδους επανόρθωση ή προφύλαξη από παρόμοια σφάλματα. Δεν πρέπει να διστάζουμε ν' απευθύνουμε διαρκώς στον εαυτό μας, προκειμένου περί αυτών που κάνουν λάθη, τη ρήση του Πλάτωνα, «Μήπως είμαι κι εγώ όπως αυτοί;»

Όπως δηλαδή βλέπουμε τα μάτια μας να λά­μπουν στα μάτια των άλλων, έτσι και στην περίπτωση των λόγων, πρέπει να έχουμε την εικόνα των δικών μας στους λόγους των άλλων, για να μην περιφρονούμε με αλαζονεία τους άλλους και να φροντίζουμε περισσότερο επιμελώς τους εαυτούς μας στο ζήτημα του λόγου. Προς τούτο είναι χρήσιμη και η διαδικασία της σύγκρισης· όταν φύγουμε από κάποια ομιλία και βρεθούμε μόνοι μας, να πάρουμε αυτά που φάνηκαν ότι δεν ειπώθηκαν σωστά ή με επάρκεια, και να κάνουμε προσπάθεια πάνω στο ίδιο ζή­τημα, και να προχωρήσουμε από μόνοι μας, ώστε άλλα να συμπληρώσουμε, άλλα να διορθώσουμε, άλλα να εκφρά­σουμε με διαφορετικό τρόπο ή να προσπαθήσουμε εξ αρ­χής να πραγματευτούμε το ζήτημα σε νέα βάση. Αυτό έκανε και ο Πλάτων σε σχέση με τον λόγο του Λυσία.

Δεν είναι άλλωστε δύσκολο αλλά ευκολότατο να εγείρεις αντίλογο σε λόγο που έχει ολοκληρωθεί, αλλά ν' αντιτάξεις έναντι αυτού κάποιον άλλο καλύτερο είναι πολύ δύσκολο. Έτσι και ο Λακεδαιμόνιος, πληροφορούμενος ότι ο Φί­λιππος κατέστρεψε την Όλυνθο, είπε: «Δεν θα μπορούσε, όμως, να χτίσει άλλη τέτοια πόλη».

Όταν, λοιπόν, κατά την ανάπτυξη κάποιας τέτοιας υπόθεσης, βλέπουμε ότι δεν έχουμε μεγάλη διαφορά από τους προλαλήσαντες, μειώνου­με κατά πολύ τη διάθεση μας για περιφρόνηση, ενώ αμέ­σως περιορίζεται η αυθάδεια και η φιλαυτία μας, καθώς δοκιμάζονται σε τέτοιου είδους συγκρίσεις.

Ο θαυμασμός, λοιπόν, που είναι το αντίθετο της περιφρόνησης, είναι χαρακτηριστικό βέβαια φύσης περισ­σότερο καλόγνωμης και ευγενικής, αλλά κι αυτός απαιτεί όχι μικρή προσοχή, ίσως μάλιστα και μεγαλύτερη. Και τούτο γιατί όσοι δείχνουν περιφρόνηση και αλαζονεία ωφελούνται από τους ομιλητές λιγότερο, αλλά όσοι δείχνουν θαυμασμό και καλοπιστία βλάπτονται περισσότερο, και δεν ελέγχουν τον Ηράκλειτο που είπε: «Ο ανόητος ταράζεται με οτιδήποτε κι αν λέγεται». Πρέπει λοιπόν στην απόδοση επαίνου προς τον ομιλητή να είμαστε γενναιόδω­ροι, αλλά στο να δώσουμε πίστη στα λόγια του προσεκτι­κοί. Όσο αφορά το ύφος και τον τρόπο εκφοράς όσων παρουσιάζουν λόγους, πρέπει να είμαστε επιεικείς και συγκαταβατικοί θεατές, αλλά όσο αφορά τη χρησιμότητα και την αλήθεια των λεγομένων τους πρέπει να είμαστε ακριβείς και καυστικοί κριτές, ώστε οι ομιλητές να μη μας αποστρέφονται, και οι λόγοι τους να μη μας βλάπτουν. Και τούτο με τη σκέψη ότι από την καλή προαίρεση και την εμπιστοσύνη έναντι των ομιλητών προσλαμβάνουμε ανεπαισθήτως πολλά ψεύτικα και φαύλα δόγματα.

Κάπο­τε οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, αφού ενέκριναν τη γνώμη κάποιου ανθρώπου που δεν είχε περάσει καλή ζωή, διέταξαν να την παρουσιάσει ένας άλλος, ο οποίος είχε επιτυχία στη ζωή και στον χαρακτήρα του, προσπαθώντας έτσι με τρόπο σωστό και ωφέλιμο για το σύνολο να συνηθίσουν τον λαό να οδηγείται από τη συμπεριφορά παρά από τα λόγια των συμβούλων του. Στους φιλοσοφικούς λόγους όμως πρέπει να παραμερίζουμε τη φήμη του ομι­λητή και να εξετάζουμε το ζήτημα χωριστά. Όπως, άλλω­στε, στον πόλεμο, έτσι και στις φιλοσοφικές διαλέξεις συμβαίνουν πολλές κενές επιδείξεις. Τα άσπρα μαλλιά, ας πούμε, του ομιλητή, το ύφος του, η επίδειξη του και η περιαυτολογία του, και επιπλέον οι φωνές και η φασαρία των παρευρισκόμενων θαμπώνουν τον άπειρο νεαρό ακρο­ατή, που είναι σαν να παρασύρεται από ρεύμα. Κάποιο απατηλό στοιχείο υπάρχει και στους εκφραστικούς τρό­πους, όταν προσπαθούν να δημιουργήσουν ευχαρίστηση στο ακροατήριο, όταν είναι υπερβολικοί και όταν αναπτύσ­σουν το θέμα με μεγαλοπρέπεια και έντεχνη δομή. Όπως δηλαδή εκείνοι που ακούνε τραγούδι συνοδεία αυλού δεν αντιλαμβάνονται τα περισσότερα λάθη, έτσι και οι περίτε­χνες και εντυπωσιακές εκφράσεις τυφλώνουν με τη λάμψη τους τον ακροατή σε σχέση με το αναπτυσσόμενο ζήτημα.

Ο Μελάνθιος, προφανώς, όταν ρωτήθηκε για την τραγωδία του Διογένη, είπε πως δεν μπόρεσε να σχηματίσει κάποια εντύπωση γι' αυτήν, καθώς ήταν υπερβολική στο λεκτικό της. Στις διαλέξεις και τις διατριβές των περισσότερων σοφιστών όχι μόνο χρησιμοποιούνται οι λέξεις ως κάλυμ­μα των διανοημάτων, αλλά καταβάλλεται προσπάθεια να γίνει ευχάριστη και η φωνή τόσο πολύ με αρμονικούς τρόπους, με το να την κάνουν απαλότερη και με τη χρήση των παρισώσεων, ώστε να δημιουργείται ενθουσιασμός και παράφορα στους ακροατές, προσφέροντας στους τελευ­ταίους κενή ευχαρίστηση και προσπορίζοντας στους ομι­λητές κενή δόξα.

Στην περίπτωση τους δηλαδή ισχύει ο λόγος του Διονυσίου- εκείνος λοιπόν, όπως φαίνεται, υ­ποσχέθηκε σε κάποιον φημισμένο κιθαρωδό, σε μια εμφά­νιση του, ότι θα του προσφέρει μεγάλα δώρα, και ύστερα δεν του έδωσε τίποτα, θεωρώντας πως είχε εκπληρώσει την υπόσχεση του. «Όσον καιρό», του είπε, «μας ευχαρι­στούσες με το τραγούδι σου, ευχαριστιόσουν κι εσύ με τις ελπίδες που έτρεφες».

Οι ακροάσεις λοιπόν του είδους αυτού εκπληρώνουν τέτοιες παροχές για τους ομιλητές- όσον καιρό, δηλαδή, οι τελευταίοι προκαλούν ευχαρίστηση στους ακροατές, εισπράττουν τον θαυμασμό τους, και με­τά, όταν τελειώνει η ακουστική απόλαυση, ταυτόχρονα εγκαταλείπει και κείνους η δόξα, κι έτσι αναλώνεται μά­ταια ο χρόνος, αφ' ενός, των ακροατών και η ζωή, αφ' ετέρου, των ομιλητών.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΗΘΙΚΑ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΟΥΕΙΝ

Αυθεντικότητα: Πως θα βρεις τον αληθινό σου εαυτό

Το 1ο και σημαντικότερο κομμάτι του ταξιδιού μας προς μία ζωή γεμάτη ικανοποίηση, νόημα και αυθεντικότητα, είναι το να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε στο πιο βαθύ μας επίπεδο, να μάθουμε το πιο βαθύ μας εαυτό. Το ταξίδι της αυτογνωσίας είναι ένα ταξίδι ζωής. Κι όσο πιο ανοιχτοί είμαστε στο να ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, τόσο περισσότερο θα αναπτυχθούμε και θα εξελιχθούμε.

Το να είμαστε σε πλήρη γνώση του εαυτού μας έχει να κάνει με το πόσο βαθιά μέσα μας είμαστε διατεθειμένοι να κοιτάξουμε. Αυτό είναι τεράστια πρόκληση και συχνά μας προκαλεί φόβο. Υπάρχουν κομμάτια της ζωής μας και της προσωπικότητας μας που δε θέλουμε καν να κοιτάξουμε, που δε θέλουμε καν να θυμόμαστε ή που δεν θέλουμε καν να ξέρουμε ότι υπάρχουν. Υπάρχουν κομμάτια της ζωής μας που αποφύγουμε, κομμάτια του εαυτού μας που θέλουμε να απαρνηθούμε. Προτιμάμε να κουκουλώνουμε τους φόβους μας, παρά να τους αντιμετωπίζουμε κατά πρόσωπο.

Όμως αν θέλουμε να ζήσουμε μία ικανοποιητική και πλήρη ζωή, μία ζωή με νόημα, τη ζωή που αληθινά θέλουμε, θα χρειαστεί να βουτήξουμε μέσα μας και να «κάνουμε ειρήνη» με τον εαυτό μας. Να βρούμε την αλήθεια, όποια κι αν είναι, και να την «αγκαλιάσουμε». Να αποδεχτούμε, δηλαδή, τον αληθινό μας εαυτό αντί να τον πολεμάμε.

Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που όλοι βιώνουμε στο ταξίδι της ζωής. Το να λειτουργήσουμε με βάση το ποιοι πραγματικά είμαστε, το να εκφράζουμε έντιμα και ειλικρινά τους εαυτούς μας, το να είμαστε τολμηροί διεκδικώντας τα πραγματικά μας θέλω, μπορεί να φέρει και αρκετό φόβο μέσα μας.

Πού συχνά όμως τείνουμε να τρέχουμε μακριά ή να «κρυβόμαστε» από τους φόβους μας, βιώνοντας ταυτόχρονα ντροπή. Κι αυτό γιατί σκεφτόμαστε ότι «δε θα έπρεπε να το νιώθω αυτό» ή ότι «είναι λάθος να φοβάμαι». Κι όμως οι φόβοι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν. Είναι ο επιβιωτικός μας μηχανισμός. Είναι μέσα στα γονίδια μας γραμμένο το να φοβόμαστε. Έτσι επιβιώνουμε. Δεν υπάρχει λοιπόν, λόγος να ντρεπόμαστε που φοβόμαστε. Δεν υπάρχει λοιπόν, λόγος να ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε τους φόβους μας.

Η ερώτηση άρα, δεν είναι αν υπάρχει φόβος, αλλά η πιο σημαντική ερώτηση είναι:

Πως μπορώ να προχωρήσω πέρα από τους φόβους μου.
Πως μπορώ να παραμερίσω τους φόβους μου με τέτοιον τρόπο ώστε να μη με εμποδίσουν από το να είμαι ο αληθινός μου εαυτός.
Πως μπορώ να αφήσω στην άκρη τους φόβους μου ώστε να μη με εμποδίσουν από το να συνεχίσω να διεκδικώ μία ζωή πληρότητας, βασιζόμενος –η στα αληθινά μου θέλω.
Έχουμε τη δυνατότητα να «μεταμορφώσουμε» τους φόβους μας με το να τους παραδεχτούμε πρώτ’ απ’ όλα κι έπειτα με το αν τους εκφράσουμε.

Κι ενώ οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε κατά συνείδηση ψεύτες (δηλαδή, δεν έχουμε πρόθεση να «ξεγελάσουμε» τους ανθρώπους γύρω μας), τελικά λέμε καθημερινά «ψέματα» όταν αποφεύγουμε να εκφράσουμε τον αληθινό μας εαυτό. Δεν εκφράζουμε τις αληθινές μας απόψεις, τα αληθινά μας συναισθήματα, τα αληθινά μας πιστεύω και άρα λέμε «ψέματα»!

Έχουμε εκπαιδευτεί να λέμε τις απόψεις που «πρέπει». Τις απόψεις που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν από εμάς, να εκφράσουμε να συναισθήματα που «επιτρέπεται» να εκφράσουμε κι όχι τα αληθινά μας. Πόσο αληθινοί είμαστε τελικά; Πόσο μας ξέρουν οι άλλοι; Ποιοι πραγματικά είμαστε;

Το να είναι κάποιος τολμηρός, είναι συχνά τρομακτικό γιατί περιέχει ρίσκο, μικρό ή μεγάλο. Είναι όμως απαραίτητη η τόλμη για όσους θέλουν να ζήσουν μία αυθεντική ζωή, μία ζωή αληθινή, γεμάτη νόημα.

Η τόλμη έχει να κάνει με το να κάνουμε βήματα εκτός της «ζώνης άνεσης μας», δηλαδή βήματα πέρα από τα όρια της ασφάλειας μας, πέρα από αυτό που θεωρούμε ότι μπορούμε να κάνουμε. Η τόλμη έχει να κάνει με το να εκφραζόμαστε, συμπεριφερόμαστε, δραστηριοποιούμαστε και ζούμε με τρόπο θαρραλέο και σε προσανατολισμό με το ποιοι πραγματικά είμαστε, με το πια είναι η αληθινή μας φύση.

Επειδή όμως ο καθένας από εμάς είναι μοναδικός, έτσι και η ατομική εκδοχή της τόλμης του καθενός είναι διαφορετική. Αυτό δηλαδή που είναι τολμηρό και θαρραλέο για εμένα, για τον διπλανό μας ίσως να μην είναι και το ανάποδο. Όπως και να έχει όμως, το να είμαστε τολμηροί προϋποθέτει το να είμαστε σε επαφή με τις πιο βαθιές μας αλήθειες, επιθυμίες και θέλω στη ζωή κι έπειτα να έχουμε το θάρρος να τα κάνουμε όλα αυτά πράξη.

Ο δρόμος της αυθεντικής ζωής, του να ζεις με πληρότητα και νόημα δηλαδή, είναι ένας δρόμος όπου γενναιόδωρα απολαμβάνεις αυτό που είσαι, τιμάς και σέβεσαι αυτό που είσαι. Εάν πραγματικά αγαπήσουμε τον εαυτό μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι οι περισσότερες ανησυχίες μας, ακόμα και τα πράγματα (κυρίως υλικά) για τα οποία παλεύουμε, είναι άνευ ουσίας και νοήματος. Θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν χρειάζεται να αποδείξουμε την αξία μας μέσα από τη συσσώρευση αγαθών, μέσα από τις επιτυχίες ή τα «κατορθώματα» μας. Θα γίνουμε περισσότερο αγαπητοί ή αποδεκτοί αν αποκτήσουμε καλύτερο αυτοκίνητο ή πιο ακριβή τσάντα; Αν δεν αποδεχτούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, αν δεν αγαπήσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, πως περιμένουμε να το κάνουν οι άλλοι για εμάς;

Όσες εμπειρίες κι αν μαζέψουμε, όσα ταξίδια κι αν πάμε, όσες γνωριμίες κι αν κάνουμε, όσα χρήματα κι αν αποκτήσουμε, όσες επιθυμίες μας κι αν κάνουμε πραγματικότητα, αν δεν αγαπήσουμε τον εαυτό μας, στο τέλος της μέρας, τίποτα από αυτά δε θα έχει σημασία. Τίποτα από αυτά δε θα έχει σημασία μιας και πάλι θα είμαστε μόνοι. Μιας και πάλι θα ζούμε μία ζωή χωρίς νόημα, μιας και πάλι θα είμαστε κενοί, ζώντας μια ζωή χωρίς ουσία, μια ζωή που δε θα είναι ευθυγραμμισμένη με την αληθινή μας φύση, μια ζωή αποξενωμένη από τον αληθινό μας εαυτό και άρα μια ζωή κενή, μια ζωή μοναξιάς.

Δυστυχώς ζούμε μια ζωή όπου περιμένουμε από τους άλλους να μας δώσουν αυτά που πραγματικά λαχταράμε, αγάπη και αποδοχή. Ενώ στην πραγματικότητα, όλα αυτά, μόνο εμείς μπορούμε να τα δώσουμε στον εαυτό μας. Ας βρούμε την αγάπη και την αποδοχή για τον εαυτό μας μέσα μας!

Πώς θα αναπτύξουμε την ικανότητα μας να ζούμε αυθεντικά

Κομμάτι της αυθεντικότητας είναι η ευαλωτότητα. Η έκθεση του αληθινού μας εαυτού προϋποθέτει την προθυμία μας να είμαστε ευάλωτοι. Όταν όμως λέμε αυτή τη λέξη, «ευαλωτότητα», είναι σα να υπονοούμε τη λέξη «αδυναμία». Ευαλωτότητα, στην πραγματικότητα, δε σημαίνει αδυναμία.

Αυτό που μας κάνει να μην αφηνόμαστε στο να εμφανίσουμε τον αυθεντικό μας εαυτό, είναι το ότι νιώθουμε ευάλωτοι στην απόρριψη, στην κριτική, στην εγκατάλειψη. Φοβόμαστε πως αν δείξουμε τον αληθινό μας εαυτό, τον αυθεντικό μας εαυτό, θα μας απορρίψουν, θα μας κριτικάρουν αρνητικά, θα μας εγκαταλείψουν. Νιώθουμε πως η έκθεση του αληθινού μας εαυτού και η αίσθηση της ευαλωτότητας είναι ένδειξη αδυναμίας. Η ευαλωτότητα όμως δεν είναι ένδειξη αδυναμίας.

Ευαλωτότητα είναι το να ξέρεις πως είσαι ευάλωτος ανά πάσα στιγμή στο να πληγωθείς, στο να απειληθείς, στο να σου ασκηθεί κριτική, στο να απορριφθείς- πράγμα το οποίο είναι αληθινό- κι αδυναμία είναι το να μην είσαι αρκετά ικανός/ -η στο να αντιμετωπίσεις την απειλή, την απόρριψη, την εγκατάλειψη, το τραύμα σου. Αδυναμία είναι το να μην έχεις τη δύναμη να αντιμετωπίσεις τις προκλήσεις. Αδύναμος είσαι όταν δεν έχεις την πίστη στον εαυτό σου ότι θα τα καταφέρεις, ακόμα κι αν πληγωθείς. Γιατί το ότι θα πληγωθείς είναι δεδομένο, θα συμβεί. Το τι θα κάνεις εσύ μετά από αυτό, είναι που θα καθορίσει το αν είσαι δυνατός ή όχι.

Οπότε δεν έχει νόημα να φοβάσαι να αποκαλύψεις τον εαυτό σου. Αυτό που είναι το σημαντικό είναι το να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις την κριτική ή ακόμα και τη μη-αποδοχή με πίστη στον εαυτό σου.

Πολλές φορές όμως θέλουμε να έχουμε καλή εικόνα απέναντι στους άλλους κι έτσι χάνουμε τον εαυτό μας, την επαφή με τον αληθινό μας εαυτό και βγάζουμε προς τα έξω κάτι το οποίο δεν είμαστε ή κάτι το ποίο δε θέλαμε να πούμε, αλλά το λέμε για να είμαστε ευγενικοί. Με το φόβο της απόρριψης καταπιέζουμε το ποιοι είμαστε πραγματικά κι οδηγούμαστε στο να βγάζουμε μία εικόνα που τελικά δεν μπορούμε να κρατήσουμε για πάντα. Και καταλήγουμε κάποια στιγμή να κάνουμε έκρηξη!

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε για να μην φτάσουμε σε αυτό το σημείο, το σημείο της έκρηξης:

-Δοκιμάστε να επικοινωνήσετε την αλήθεια σας, ξεκινώντας με τους ανθρώπους που νιώθετε πιο άνετα.
-Δοκιμάστε να μιλάτε απευθείας στον άνθρωπο στον οποίο θέλετε να επικοινωνήσετε το παράπονο σας, την ενόχληση σας, τη δυσφορία σας κι όχι να μιλάτε σε όλους τους άλλους εκτός από τον «ενδιαφερόμενο».
-Μην κρύβεστε πίσω από χαμόγελα.
-Εμπιστευτείτε το ένστικτο σας και λειτουργήστε με βάση αυτό. Δοκιμάστε να ακούτε την καρδιά σας!
-Όταν νιώθετε άβολα, μην το κρύβετε. Αφήστε το να φανεί. Μην το καταπιέζετε. Δείξτε το. Με ευγένεια, αλλά δείξτε το!
-Από τη στιγμή που θα νιώσετε δυσφορία ή ενόχληση για κάτι, θα χρειαστεί να εμπιστευτείτε τη διαίσθηση σας, να την τιμήσετε. Σας προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά. Τιμήστε τη και μιλήστε. -Επικοινωνήστε τη δυσφορία σας. Όσο πηγαίνεις κόντρα στη διαίσθηση σου και στον εαυτό σου, τόσο απομακρύνεσαι από τη χαρά της ζωής.
-Ρωτήστε τον εαυτό σας: «Πώς μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την εμπειρία για να μάθω να είμαι πιο αληθινός/ -η με τον εαυτό μου και με τους άλλους;»
-Αγάπησε και φρόντισε τον εαυτό σου και μην αυτό-μαστιγώνεσαι.
-Τίμησε τον εαυτό σου και τα συναισθήματα σου. Μην τον υποτιμάς κι υποβιβάζεις. Μην τον κρύβεις στην ντουλάπα. Όσο αρνείσαι το εαυτό σου, τόσο αυτός θα επαναστατεί. Όσο κόντρα του πας, τόσο θα σου δημιουργεί προβλήματα και τόσο πιο άσχημα θα νιώθεις για τον εαυτό σου και τη ζωή σου.
-Η πληρότητα στη ζωή εμπεριέχει όλα τα συναισθήματα. Όταν εσύ αρνείσαι να βιώνεις κάποια από αυτά, αρνείσαι ουσιαστικά να βιώσεις την πληρότητα!
-Το να μάθεις να εκτιμάς τον εαυτό σου είναι η βάση του να έρθει η στιγμή που θα δείξεις τον αληθινό σου εαυτό, πλήρως!

Από το Ζειν στο Ευ Ζειν… μια Δημιουργία απόσταση!

Να ζει κανείς ή να μη ζει;
Όλοι θέλουν να ζουν κι ας διαμαρτύρονται πολλές φορές για τη ζωή τους.
Το ερώτημα το ουσιαστικό είναι «Τί σημαίνει ζω;»
Αρκεί το αναπνέω;
Αρκεί το τρώω, πίνω νερό, κοιμάμαι, αναπαράγομαι;
Αρκεί το κάνω μια βόλτα, πίνω ένα κρασί, βλέπω ταινία;
Αρκεί το δουλεύω για να έχω χρήματα που θα μου εξασφαλίσουν τα παραπάνω;
Μάλλον όχι, αφού αν και στις μέρες μας έχουμε εξασφαλίσει τα βασικά για την επιβίωσή μας και έχουμε κατορθώσει να έχουμε και ένα βαθμό ικανοποίησης από διάφορες δραστηριότητες, εντούτοις δεν είμαστε και πολύ ευχαριστημένοι από τη ζωή.
Υπάρχει η αίσθηση ότι η ζωή μάς πηγαίνει και τρέχουμε να την προλάβουμε, αντί να την πηγαίνουμε εμείς και να την ορίζουμε βάσει αυτών που θέλουμε.
Η ζωή δεν αφορά απλά στη βιολογική επιβίωση. Γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη δεν περιορίζεται μόνο σε ένα βιολογικό σώμα.

Η ψυχή του ανθρώπου και το πνεύμα του συμπληρώνουν μαζί με το σώμα την ύπαρξή του. Επομένως χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα «Τί σημαίνει ζω;», λαμβάνοντας υπόψη και τα άλλα μέρη της ύπαρξής μας, τα οποία είναι και αυτά που μας καθορίζουν.
Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να ανακαλύψει, να εξελιχθεί, να εκφραστεί, να αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο, να επικοινωνήσει την μοναδικότητά του, να δημιουργήσει!
Ζω σημαίνει δημιουργώ! Γιατί η ίδια η ζωή είναι δημιουργία!
Στον κόσμο του σήμερα που η ύλη είναι προτεραιότητα και η ανθρώπινη φαιά ουσία αναλώνεται σε επικερδείς επινοήσεις δήθεν χρηστικής σημασίας, η δημιουργία φαντάζει με ρομαντική διακήρυξη ξεχασμένων ονειροπόλων.
«Τί να δημιουργήσεις; Πώς; Οι καιροί είναι δύσκολοι. Η ζωή είναι σκληρή. Δημιουργούν αυτοί που έχουν λύσει τα προβλήματά τους. Ναι θα ήθελα, αλλά δεν έχω αυτή την πολυτέλεια.», λένε πολλοί.

Και κάπως έτσι η ουσιώδης αυτή εκδήλωση της ανθρώπινης ύπαρξης ξεχάστηκε. Κι ο άνθρωπος κατέληξε έρμαιο των ενστίκτων του… βιοπαλαιστής!
Το να είσαι Δημιουργός είναι στη φύση σου! Είναι η αλήθεια σου! Και αυτή την αλήθεια χρειάζεται να την υποστηρίξεις!
Γιατί το να είσαι Δημιουργός θέλει κότσια,
Να μπορείς να εμπνέεσαι και να ονειρεύεσαι παρόλες τις δυσκολίες,
Να αντέχεις μέχρι να δώσεις μορφή και υπόσταση στο απροσδιόριστο,
Να ξεπερνάς την αμφιβολία σου όταν το πεδίο της δράσης σου δεν έχει πεπατημένες,
Να μην ξεφεύγεις από την κατεύθυνση που όμως δεν είναι χαραγμένη,
Να ανοίγεις το δρόμο σε ένα πεδίο άπειρων δυνατών διαδρομών,
Να επιμένεις για να ξεπερνάς τα εμπόδια,
Να έχεις αντοχή στην πίεση που δέχεται το πεπερασμένο σου κομμάτι,
Να διαχειρίζεσαι τα όριά σου, ώστε να μην ορίζουν αυτά τα όνειρά σου,
Να είσαι πειθαρχημένος στα στάδια της δημιουργίας,
Να είσαι μαχητής, ώστε να φτάσεις ως το τέλος και να αποδώσεις το δημιούργημά σου,
Να επικρατείς του παλιού, του κατεστημένου,
Να μην βολεύεσαι στην αναπαραγωγή, να μην μιμήσε,
Να λες «εγώ θα το κάνω»… και να το κάνεις! Ότι και να γίνει!
Γιατί για τον Δημιουργό δεν υπάρχει λάθος, δεν υπάρχει συμβιβασμός, δεν υπάρχει αποτυχία, δεν υπάρχει παραίτηση!
Ο Δημιουργός ότι κι αν εμπνευστεί θα το δημιουργήσει! Δεν θα χαθεί στη διαδρομή, δεν θα λιποψυχήσει!
Γιατί ο Δημιουργός είναι αφιερωμένος στη Δημιουργία! Είναι αφιερωμένος στη ζωή!
Η δύναμή του είναι η Πίστη του! Πιστεύει σε αυτό που είναι! Δεν επιτρέπει να καθορίζουν οι συνθήκες αυτό που είναι, αλλά αυτό που είναι καθορίζει τις συνθήκες γύρω του!
Ο Δημιουργός δημιουργεί, αλλιώς δεν είναι δημιουργός! Κι αν δεν είναι Δημιουργός δεν είναι τίποτα!

Η ουσιαστική, επομένως, ερώτηση είναι «Να ζει κανείς ή να ευ-ζει;»

Γιατί από το ζειν στο Ευ ζειν είναι μια Δημιουργία απόσταση!

Εξαιρετικά σπάνιο απολίθωμα βρέθηκε στο φαράγγι της Σαμαριάς

Το εύρημα μέσα στο φαράγγι της Σαμαριάς μάλλον δεν έχει προηγούμενο. Όπως φαίνεται και στην φωτογραφία πρόκειται για μια πέτρα σε μορφή μεγάλου ψαριού η οποία πολύ πιθανόν να αποτελεί ένα μεγάλο και σπάνιο απολίθωμα. Η πέτρα αυτή βάρους περίπου 20 κιλών, βρέθηκε τις τελευταίες ημέρες στην διάρκεια εργασιών συντήρησης του μονοπατιού της Σαμαριάς.

Οι άνθρωποι της Διεύθυνσης Δασών Χανίων κατέγραψαν ακριβώς την θέση όπου βρέθηκε, την περισυνέλλεξαν, την καθάρισαν και ενημέρωσαν τους ειδικούς από το Τμήμα Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης προκειμένου να εξεταστεί επισταμένως και να εξακριβωθεί για το εάν πρόκειται για ένα άριστα διατηρημένο απολίθωμα προϊστορικού ψαριού.

Καθηγητής του τμήματος θα μεταβεί στον Ομαλό για να δει από κοντά το εύρημα το οποίο μάλλον θα μεταφερθεί στα εργαστήρια του ιδρύματος για περαιτέρω εξετάσεις, ενώ πιθανόν με τους αρμοδίους της Διεύθυνσης Δασών να μεταβεί και στο σημείο όπου βρέθηκε προκειμένου να γίνει αυτοψία και στον χώρο.
Να σημειωθεί πως στο φαράγγι της Σαμαριάς και άλλες φορές στην διάρκεια εργασιών έχουν βρεθεί απολιθωμένα όστρακα, ενώ και στην θέση «Ψάρι» υπάρχει ένας μεγάλος βράχος που πρόκειται για απολίθωμα θαλάσσιου πλάσματος.

Μάλιστα λόγω και του τεράστιου γεωλογικού ενδιαφέροντος έχει δημιουργηθεί και στην νότια είσοδο του φαραγγιού, στην Αγία Ρουμέλη, το μουσείο πέτρας.

Tα 10 είδη ανθρώπων που εξαφανίστηκαν και χάθηκαν τα ίχνη τους στην Ιστορία

Τo κανάλι Hybrid Librarian του YouTube παρουσιάζει μια λίστα από 10 είδη τα οποία εξελίχθηκαν και εξαφανίστηκαν, αφήνοντας τον δρόμο ανοιχτό για τον σύγχρονο άνθρωπο.

    1. Homo heidelbergensis (Χαιδελβέργειος Άνθρωπος). Θεωρείται ότι ήταν άμεσος πρόγονος του Homo neanderthalensis (Νεάντερταλ) στην Ευρώπη και του Homo Sapiens. Θεωρείται πως έζησε πριν από 600.000 ως 400.000 χρόνια σε Αφρική, Ευρώπη και Δυτική Ασία. Είχε μέσο ύψος 1,8 μέτρα και ήταν πιο μυώδης από τον Homo Sapiens, ενώ είχε και μεγαλύτερο εγκέφαλο. Θεωρείται πως είχε αναπτύξει και μια πρωτόγονη μορφή γλώσσας.

    2. Homo erectus erectus (Γνωστός και ως Άνθρωπος της Ιάβας). Ύψος 1,7 μέτρα, περπατούσε όρθιος, σαν τους σημερινούς ανθρώπους και είχε ανθρώπινα δόντια, με μεγάλους κυνόδοντες. Θεωρείται ότι έζησε πριν από 700.000 και ένα εκατομμύριο χρόνια.
    3. Homo Rudolfensis (Γνωστός και ως Australopithecus rudolfensis). Εκτιμάται πως έζησε πριν από 1,9 εκατ. χρόνια, και η έλλειψη πολλών απολιθωμάτων και στοιχείων, έχει ως συνέπεια να μην είναι γνωστά πολλά για το είδος αυτό.

    4. Boskop Man. Ο «Άνθρωπος του Μπόσκοπ» ανακαλύφθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, στη Νότια Αφρική. Θεωρείται πως έζησε πριν από περίπου 30.000 με 10.000 χρόνια, και ότι στην πραγματικότητα αποτελούσε παρακλάδι του σύγχρονου ανθρώπου, με κατά 30% μεγαλύτερο κεφάλι και πιθανότατα ιδιαίτερα υψηλή νοημοσύνη.

    5. Denisovan (Denisova hominin). Θεωρείται ότι έζησε πριν περίπου 40.000 χρόνια. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να επιτρέπουν την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τα ανατομικά χαρακτηριστικά τους, αν και εκτιμάται πως έμοιαζαν με τους Νεάντερταλ.

    6. Dmanisi Man (Homo georgicus). Απομεινάρια, ηλικίας περίπου 1,8 εκατ. ετών βρέθηκαν στο Ντμανίσι της Γεωργίας, μεταξύ του 1991 και του 2005, αποδεικνύοντας την ύπαρξη ανθρωπίνων πληθυσμών στον Καύκασο από πάρα πολύ παλιά- για την ακρίβεια, πιστεύεται ότι είναι τα αρχαιότερα απομεινάρια που έχουν βρεθεί εκτός Αφρικής. Θεωρείται ότι πρόκειται για ένα στάδιο λίγο μετά τη μετάβαση από τον Αυστραλοπίθηκο στον Homo Erectus.

    7. Penghu Man (Homo tsaichangensis). Απομεινάρια βρέθηκαν στα ανοιχτά της Ταϊβάν στις αρχές του 21ου αιώνα (πριν το 2008) και θεωρείται πως ανήκουν σε είδος που έζησε στην ανατολική Ασία πριν 190.000 χρόνια. Εκτιμάται ότι έμοιαζε με τον erectus, αλλά ήταν πιο ογκώδης/ γιγαντόσωμος.

    8. Red Deer Cave People. Πρόκειται για τον πιο πρόσφατο γνωστό προϊστορικό πληθυσμό που δεν μοιάζει στον σύγχρονο άνθρωπο. Απολιθώματα ηλικίας 14.000-11.500 ετών βρέθηκαν στην Κίνα, και εκτιμάται ότι πρόκειται για χωριστό είδος, το οποίο εξαφανίστηκε χωρίς να συνεισφέρει στη γενετική «δεξαμενή» του σύγχρονου ανθρωπίνου πληθυσμού.

    9. Homo Naledi. Απομεινάρια ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και προκάλεσαν «σεισμό» στην παλαιοανθρωπολογία, καθώς φαίνεται ότι ήταν πλάσματα ικανά για τελετουργική συμπεριφορά και πιθανώς συμβολική σκέψη – τη στιγμή που εκτιμάται ότι ίσως και να έζησε 2 με 3 εκατ. χρόνια πριν.

    10. Homo floresiensis. Γνωστός και ως «Χόμπιτ» (από τα έργα του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν) λόγω του μικρού ύψους (1,1 μέτρα) και των μεγάλων ποδιών του. Απομεινάρια ανακαλύφθηκαν το 2003 στην Ινδονησία και θεωρείται ότι το συγκεκριμένο είδος επιβίωνε μέχρι και 12.000 πριν.

Κρόνος: Ένα άστρο σαν τον ήλιο μας που απορρόφησε τους βραχώδεις πλανήτες του

Ένα άστρο παρόμοιο με τον δικό μας Ήλιο – ο Kronos ή HD 240430 – και που απέχει περίπου 350 έτη φωτός από τη Γη, έχει μια ασυνήθιστη ιδιότητα. Έχει «καταπιεί» τους βραχώδεις πλανήτες που υπήρχαν γύρω του.  Για τον λόγο αυτόν τον ονόμασαν Κρόνο εμπνεόμενοι από τον πατέρα των θεών που έτρωγε τα παιδιά του. Όπως μάλιστα εκτιμούν, το «γεύμα» του αστρικού Κρόνου είναι κατά πολύ πλουσιότερο από εκείνο του μυθικού: υπολογίζουν ότι έχει καταβροχθίσει πλανήτες με συνολική μάζα ισοδύναμη με 15 φορές τη μάζα της Γης.
 
Καλλιτεχνική απεικόνιση των δύο άστρων – Κρόνος και Κριός, που ο πρώτος έχει καταπιεί πλανήτες που ισοδυναμούν με 15 φορές τη μάζα της Γης.

Παράξενο δίδυμο
Ο Κρόνος, του οποίου η επίσημη ονομασία είναι HD 240430, δεν είναι ένα συνηθισμένο άστρο. Η πρώτη «παραξενιά» που εντόπισαν σε αυτόν οι αστροφυσικοί από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον στις ΗΠΑ ήταν ότι, παρά το γεγονός πως φαίνεται να είναι μόνος, χωρίς κανένα άλλο άστρο στη γειτονιά του, στην πραγματικότητα αποτελεί το ένα μέλος ενός πρωτοφανούς δυαδικού συστήματος. Το «δίδυμό» του είναι ο HD 240429, στον οποίον οι επιστήμονες έδωσαν το όνομα ενός άλλου Τιτάνα, του Κριού (Krios). Καταρρίπτοντας τους γνωστούς «κανόνες» των δυαδικών συστημάτων, οι δυο αστέρες κινούνται μαζί παρά το γεγονός ότι απέχουν μεταξύ τους 2 ολόκληρα έτη φωτός!
 
Η τεράστια απόσταση δεν είναι το μόνο πρωτοφανές χαρακτηριστικό του αστρικού διδύμου. Μελετώντας περισσότερο το σύστημα οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα δυο άστρα, τα οποία έχουν ηλικία περίπου 4 δισ. ετών και είναι κίτρινοι νάνοι τύπου G όπως ο Ήλιος, έχουν επίσης πολύ διαφορετική χημική σύσταση. «Και άλλα άστρα που κινούνται μαζί σε σύστημα έχουν βρεθεί να έχουν διαφορετική χημική σύσταση, αλλά σε κανένα η διαφορά δεν είναι τόσο δραματική όσο στον Κρόνο και στον Κριό» δήλωσε σε δελτίο Τύπου του πανεπιστημίου η Semyeong Oh, επικεφαλής της μελέτης.
 
Άστρο με βραχώδη χημεία
Αντίθετα με τον Κριό, ο Κρόνος είναι πολύ πλούσιος σε μέταλλα. Αυτό από μόνο του δεν θα ήταν ασυνήθιστο αν από τη χημική σύστασή του δεν απουσίαζε η «ισορροπία» που υπάρχει συνήθως σε παρόμοια άστρα. «Τα περισσότερα άστρα που είναι πλούσια σε μέταλλα όπως ο Κρόνος έχουν συνήθως και όλα τα άλλα στοιχεία εμπλουτισμένα σε παρόμοια επίπεδα. Ωστόσο στον Κρόνο η παρουσία των πτητικών ενώσεων είναι πολύ χαμηλή, κάτι το οποίο είναι πραγματικά παράξενο» εξήγησε η κυρία Ο. Ενώ δηλαδή το άστρο έχει πολύ υψηλά επίπεδα μετάλλων που υπάρχουν στους βραχώδεις πλανήτες (μαγνήσιο, αλουμίνιο, πυρίτιο, σίδηρο, χρώμιο, ύττριο) τα στοιχεία που σε παρόμοια άστρα συνυπάρχουν συνήθως στα ίδια επίπεδα σε αέρια μορφή (οξυγόνο, άνθρακας, άζωτο, κάλιο) εδώ βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
 
Οι αστροφυσικοί του Πρίνστον θεωρούν ότι η ιδιαίτερη αυτή χημική σύσταση οφείλεται στο γεγονός ότι ο Κρόνος «κατάπιε» τους βραχώδεις πλανήτες που υπήρχαν γύρω του. Κάνοντας μάλιστα τους σχετικούς υπολογισμούς, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, για να προκύψει η παρούσα χημική σύσταση του άστρου, η συνολική μάζα των βραχωδών πλανητών που απορρόφησε θα πρέπει να ήταν 15 φορές όση η μάζα της Γης.
 
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι οι πλανήτες που «έφαγε» ο Κρόνος ήταν απαραίτητα δεκαπέντε. Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι σήμερα οι αστρονόμοι δεν έχουν εντοπίσει κανένα άστρο που να έχει γύρω του δεκαπέντε πλανήτες σαν τη Γη. Έχουν ωστόσο ανακαλυφθεί συστήματα με λιγότερους βραχώδεις πλανήτες των οποίων η μάζα είναι αρκετά μεγαλύτερη από αυτήν του δικού μας. Δυο από τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι το Kepler-11, με έξι πλανήτες με συνολική μάζα μεγαλύτερη των 22 Γαιών, και το HD 219134, του οποίου οι τέσσερις πλανήτες έχουν όλοι μαζί μάζα υπερδεκαπενταπλάσια από αυτή της Γης.