Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΥΣ ΕΛΕΑΤΕΣ

Τό Ὄν, νο­ού­με­νο σάν ἀν­τι­κει­με­νι­κή καί ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σάν ἀ­πό­λυ­το ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς το­ῦ ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νου φυ­σι­κο­ῦ κό­σμου, εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α πού γεν­νή­θη­κε μα­ζί μέ τούς Ἐ­λε­ά­τες φι­λο­σό­φους. Γύ­ρω ἀ­πό αὐτή τήν ἔν­νοι­α, τή δυ­να­τό­τη­τά της καί τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τά της, τή θε­με­λί­ω­σή της καί τήν ἀ­πο­σα­φή­νι­σή της, πλέχ­τη­κε ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἐ­λε­α­τι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­θη­κε ὁ προ­βλη­μα­τι­σμός της στό σύ­νο­λό του καί ἀ­πο­τέ­λε­σε τόν πυ­ρή­να τῆς κα­το­πι­νῆς ­Ὀν­το­λο­γί­ας σάν Με­τα­φυ­σι­κῆς.

 
Μι­λοῦ­με γι­ά Ὄν νο­ού­με­νο ἀ­πό τους Ἐ­λε­ά­τες σάν ἀν­τι­κει­με­νι­κή καί ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σάν ἀ­πό­λυ­το ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νου φυ­σι­κοῦ κό­σμου, ἐ­πει­δή τό Ὄν, νο­ού­με­νο γε­νι­κά σάν ἀν­τι­κει­με­νι­κή, ὄ­χι ὅ­μως καί ὑ­περ­βα­τι­κή, πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σάν σχε­τι­κό, ὄ­χι ὁ­μως καί ἀ­πό­λυ­το, ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νου φυ­σι­κο­ϋ κό­σμου, προ­ῦπῆρ­χε τῆς Ἐλεατικῆς ὀν­το­λο­γί­ας, ὄ­χι μό­νο στή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἀλ­λά καί στή Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση. Ἐπίσης μι­λοῦ­με σχε­τι­κά γι­ά ­Ὀν­το­λο­γί­α με­τα­φυ­σι­κή, πού ἄρ­χι­ζει μέ τούς Ἐ­λε­ά­τες, ἐ­πει­δή ­Ὀν­το­λο­γί­α φυ­σι­κή, ἐν­δο­κο­σμι­κή, εἶ­ναι στήν οὐ­σί­α της ὁ­λό­κλη­ρη ἡ προ­η­γού­με­νη Φυ­σι­κή φι­λοσοφία και ὁλόκληρη ἡ προηγούμενη θεογονική ποίηση. Αὐτό ἰσχύει βέβαια για μᾶς σήμερα, με το ὑπεριστορικό κριτήριο, μολονότι στην περίοδο πρίν ἀπό τους Ἐλεάτες οὔτε το γνωστικό ἀντικείμενο εἶχε ὀνομαστεῖ Ὄν οὔτε ἡ ἀ­να­φε­ρό­με­νη σ’ αὐτό με­λέ­τη ­Ὀν­το­λο­γί­α.
 
Τό Ὄν ὡς εἰ­δι­κός φι­λο­σο­φι­κός ὅρος, μέ κα­θο­ρι­σμέ­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κό δη­μι­ούρ­γη­μα τῶν Ἐ­λε­α­τῶν. Οἱ Ἐ­λε­ά­τες σχη­μά­τι­σαν αὐτό τόν ὅρο οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό οὐ­δέ­τε­ρό της με­το­χῆς τοῦ ρή­μα­τος εἰ­μί, τόν εἰ­ση­γή­θη­καν στή Φι­λο­σο­φί­α, καί ἀ­πό τό­τε ἔ­χει ἐ­πι­κρα­τή­σει σέ παγ­κό­σμι­α κλί­μα­κα. Ὡστόσο τό Ὄν, πο­λύ πρίν πλα­στεῖ ὡς εἰ­δι­κός φι­λο­σο­φι­κός ὅρος, εἶ­χε ἀ­να­ζη­τη­θεῖ ὡς γνω­σι­α­κό ἀν­τι­κεί­με­νο μέ­σα στόν ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­νο φυ­σι­κό κό­σμο ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α ἄλ­λα καί ἀ­πό τή θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση. Δη­λα­δή τό­σο ἡ Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση ὁ­σο καί ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α στή θε­ώ­ρη­ση τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ κό­σμου ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν ὡς Ὄν­τα, γε­νε­σι­ουρ­γά αἴ­τι­α καί κέν­τρα ἀ­να­φο­ρᾶς τῶν φαι­νο­μέ­νων, τούς πρώ­τους θε­ούς, πού ἦ­ταν προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες φυ­σι­κές δυ­νά­μεις, καί τά πρῶ­τα φυ­σι­κά σώ­μα­τα, πού ἦ­ταν νο­η­τά, ὁ­πως καί οἱ θε­οί, σάν ἀ­θά­να­τα καί ἄ­φθαρ­τα. Καί εἶ­ναι δι­α­φω­τι­στι­κό, γι­ά τήν ὀν­τι­κή θέ­ση τῶν άρ­χῶν τοῦ κό­σμου στή θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση, τό γε­γο­νός ὁ­τι οἱ πρῶ­τοι θε­οί, πού πο­τέ δέν ταυ­τί­ζον­ται μέ τούς με­γά­λους θε­ούς τῆς ἐ­πί­ση­μης λα­τρεί­ας, εἶναι κά­θε ἄλ­λο πα­ρά ὑ­περ­βα­τι­κά, ὑ­περ­φυ­σι­κά ἡ με­τά-φυ­σι­κά Ὄν­τα- εἶναι σύμβα-­τι­κά, ἐν­δο­κο­σμι­κά. φυ­σι­κά ὄν­τα, δέν ρυθ­μί­ζουν ἡ κα­τευ­θύ­νουν ἀ­πέ­ξω ἡ ἀ­πό πά­νω, σάν ἁρ­μό­δι­οι φο­ρεῖς κά­ποι­ας ἐ­ξου­σί­ας, τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να, ἀλ­λά εἶ­ναι αὐτοί οἱ ἴ­δι­οι τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να· τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί φαι­νό­με­να εἶ­ναι τά σώ­μα­τα καί ἡ ἐ­πι­φά­νει­α τῶν ἴ­δι­ων τῶν θε­ῶν στόν κό­σμο· οἱ κο­σμο­γο­νι­κοί θε­οί εἶναι προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες φυ­σι­κές δυ­νά­μεις. Ἔτ­σι στή θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση τά ἴ­δι­α τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα, αὐ­τού­σι­α, ἡ Γῆ ἡ παμ­μή­τει­ρα, ὁ Ὠκεανός, θε­ῶν γέ­νε­σις, ὁ Ἥ­λι­ος, ἡ Σε­λή­νη, εἶναι θε­οί προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νοι. Καί ἔτ­σι στή συ­νέ­χει­α τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης, στή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, τά ἀ­πο­μυ­θω­μέ­να φυ­σι­κά σώ­μα­τα ὡς ἀρ­χές τοῦ κό­σμου νο­ο­ῦν­ται, ὅ­πως ὡς τό­τε μό­νο οἱ θε­οί, ἄ­ει­ζω­α, ἀ­γέ­ρα­στα, ἀ­θά­να­τα, ἀ­νώ­λε­θρα, δη­λα­δή πραγ­μα­τι­κά ὄν­τα.
 
Τό Ὄν ὡς γνω­σι­α­κό ἀν­τι­κεί­με­νο εἶ­ναι ὁ κοι­νός στό­χος σέ κά­θε κο­σμο­λο­γι­κή σκέ­ψη, φι­λο­σο­φι­κή καί μή, ὡς τούς Ἐ­λε­ά­τες. Δε­δο­μέ­νη εἶναι ἡ κοι­νή ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πέ­ναν­τι στή φύ­ση, πού, κα­τά τήν ἔκ­φρα­ση τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του, κρύ­πτε­σθαι φι­λε­ῖ. Δε­δο­μέ­νη ἡ κοι­νή ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πέ­ναν­τι στήν πο­λυ­μορ­φί­α καί στήν πο­λυ­μέ­ρει­α τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ κό­σμου, ἀ­πέ­ναν­τι στή γέ­νε­ση καί στή φθο­ρά, στή με­τα­βλη­τό­τη­τα καί στήν ἀν­τι­θε­τι­κό­τη­τά του· ἐ­πί­σης δε­δο­μέ­νη εἶναι ἡ ἀ­νε­πάρ­κει­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων καί τῆς κοι­νῆς ἐμ­πει­ρί­ας νά συλ­λά­βουν τή ση­μα­σί­α αὐ­τῆς της πρω­τε­ϊ­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς τοῦ ἀν­τι­κει­μένου, ὅ­πως δε­δο­μέ­νη εἶναι καί ἡ τά­ση το­ῦ ἀν­θρώ­που σώ­ζειν τά φαι­νό­με­να, δη­λα­δή νά τά ἐ­ξη­γή­σει καί νά τά αἰ­τι­ο­λο­γή­σει μέ τήν ἀ­να­γω­γή τους σέ κάποι­α ἀρ­χή. Στό­χος κοι­νός λοι­πόν εἶ­ναι ἡ ἐ­ξα­κρί­βω­ση τῆς ταυ­τό­τη­τας το­ῦ κό­σμου μέ­σα ἀ­πό τήν ἑ­τε­ρό­τη­τα τῶν φαι­νο­μέ­νων του, ἡ ἐ­πι­σή­μαν­ση τῆς στα­θε­ρῆς οὐ­σί­ας του μέ­σα ἀ­πό τήν πα­ρο­δι­κό­τη­τα τῶν μορ­φω­μά­των του, ἡ κα­τα­νό­η­ση τῆς ὁ­λό­τη­τάς του μέ­σα ἀ­πό τήν πο­λυ­μέ­ρει­ά του, ἡ σύλ­λη­ψη τῆς ἑ­νό­τη­τας καί τῆς ἁρ­μο­νί­ας τοῦ μέ­σα ἀ­πό τίς ἀν­τι­θέ­σεις καί τίς ἀν­τι­νο­μί­ες του. Τό ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἐ­ρευ­νᾶς πα­ρα­μέ­νει τό ἴ­δι­ο, καί γι­ά τούς θε­ολό­γους καί γι­ά τούς φυ­σι­ο­λό­γους καί γι­ά τούς ὀν­το­λό­γους· ἡ ἀ­νά­γνω­ση τοῦ ἀν­τικει­με­νι­κο­ῦ, ἡ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρά­φη­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, εἶ­ναι κοι­νή ἐ­πι­δί­ω­ξη ὁ­λων τῶν με­γά­λων δα­σκά­λων τοῦ πρώ­ι­μου ἑλ­λη­νι­σμο­ῦ, ἀ­πό τόν Ἡ­σί­ο­δο, τόν ἐ­πι­ση­μό­τε­ρο ἐκ­πρό­σω­πο τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης, ὡς τόν Παρ­με­νί­δη, τόν ἀρ­χη­γό της Ἐ­λε­α­τι­κῆς ὀν­το­λο­γί­ας. Ἡ με­λέ­τη τοῦ ἀν­τι­κεί­με­νου γί­νε­ται χω­ρίς δι­α­κο­πές· μό­νο ἡ προ­σπέ­λα­σή του πα­ραλ­λάσ­σει κά­θε φο­ρᾶ· τά κρι­τή­ρι­α με­τα­βάλ­λον­ται, ἡ μέ­θο­δος καί τά μέ­σα τρο­πο­ποι­οῦν­ται καί ἀ­πό αὐτό κά­θε φο­ρᾶ προ­κύ­πτει δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­νά­γνω­ση το­ῦ ἀν­τι­κεί­με­νου- ἔτ­σι ἐ­σω­τερι­κές δι­ερ­γα­σί­ες ὁ­δη­γο­ῦν τή με­λέ­τη σέ ἐ­ξε­λι­κτι­κές φά­σεις, πού κά­πο­τε ἀ­πο­λή­γουν στή με­τά­βα­ση σέ κά­ποι­ο νέ­ο γέ­νος με­λέ­της. Ἔτ­σι μέ­σα ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης ξε­προ­βάλ­λει στίς ἀρ­χές το­ῦ 6ου αἰ. π.Χ. ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α καί ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας πε­ρί­που ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀρ­γό­τε­ρα ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α.
 
Ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α φυ­τρώ­νει στό ἔ­δα­φος τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας, ὁ­πως ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α φυ­τρώ­νει στό ἔ­δα­φος τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης. Τό κά­θε νέ­ο πνευ­μα­τι­κό μόρ­φω­μα γεν­νι­έ­ται ἀ­πό τό πα­λαι­ό­τε­ρό του, ὁ­ταν τό ἑ­νι­αῖ­ο γνω­σι­α­κό ἀν­τι­κεί­με­νο ἀρ­χί­ζει νά ἐ­ξε­τά­ζε­ται ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κή σκο­πι­ά, ὅ­ταν ὁ ἀ­να­φε­ρό­με­νος σ’ αὐτό γε­νι­κός προ­βλη­μα­τι­σμός ἀ­να­το­πο­θετεῖΐ­ται σέ ἄλ­λο πε­δί­ο: ἀ­πό τό πε­δί­ο το­ῦ θρη­σκευ­τι­κο­ῦ τῆς Θε­ο­γο­νι­κῆς ποί­η­σης στό πε­δί­ο το­ῦ φυ­σι­κο­ῦ τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας καί ἀ­πό τό πε­δί­ο τοῦ φυ­σι­κο­ῦ τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας στό πε­δί­ο τοῦ με­τα­φυ­σι­κο­ῦ τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς ὀν­το­λο­γί­ας. Ἐδῶ θά ση­μει­ώ­σο­με ὁ­τι αὐτή ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό τό ἕ­να πε­δί­ο στό ἄλ­λο συν­τε­λε­ῖ­ται μέ­σα ἀ­πό κά­ποι­α “αὐ­θαι­ρε­σί­α”: ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α πε­ρι­ο­ρί­ζει τό πε­δί­ο τοῦ θρη­σκευ­τι­κο­ῦ καί ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α πε­ρι­ο­ρί­ζει τό πε­δί­ο τοῦ φυ­σι­κο­ῦ. Καί τό στέ­νε­μα τῆς πε­ρι­ο­χῆς τοῦ πα­λαι­ότε­ρου εἶ­ναι μι­ά ἑρ­μη­νεί­α πού ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ἀ­πό τό νε­ό­τε­ρο. Ἔτ­σι, κα­τά τή Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α βέ­βαι­α ἡ Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση δέν πε­ρι­έ­χει φυ­σι­ο­γνω­σί­α καί κα­τά τήν Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α βέ­βαι­α ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α δέν πε­ρι­έ­χει Ὀν­το­γνω­σί­α. Ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α ἀρ­νεῖϊ­ται μέ πε­ρι­φρό­νη­ση τά πλά­σμα­τα τῶν προ­τέρων καί ἡ Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α ἀρ­νεῖ­ται μέ πε­ρι­φρό­νη­ση τάς βρο­τῶν δό­ξας, ὁ­πως ἡ ἴδι­α ἀ­πο­κα­λεῖ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να, πού γι’ αὐτήν δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μα οὔ­τε ὄψις ἀδήλων, ὅ­πως θά ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τόν Ἀναξαγόρα. Ὡ­στό­σο κά­θε νέ­ο κί­νη­μα ὀ­φεί­λει ὄ­χι καί λί­γα στό πα­λαι­ό­τε­ρό του, σάν ἀ­πό­το­κό του ἀ­πό τίς δυ­να­τό­τη­τες πού ἐ­κεῖ­νο δη­μι­ούρ­γη­σε καί ἀ­πό τίς δι­ερ­γα­σί­ες πού ἐ­κεῖϊ­νο πέ­τυ­χε. Γι­ά νά ἀ­πο­σα­φη­νι­στεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θά βο­η­θοῦ­σε ὁ­πωσ­δή­πο­τε μι­ά σύν­το­μη ἐ­πι­σκό­πη­ση τῆς δι­α­δρο­μῆς τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ ὡς τούς Ἐ­λε­ά­τες.
 
Ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α γεν­νή­θη­κε στήν Ἰ­ω­νί­α. Ὡς τή στιγ­μή πού οἱ Ἴ­ωνες ἔ­κα­ναν συ­νεί­δη­σή τους τό πρό­βλη­μα τοῦ κό­σμου, στόν ἑλ­λη­νι­κό, ὁ­πως καί στόν ἐ­ξω­ελ­λη­νι­κό, χῶ­ρο, ἡ κο­σμο­γνω­σί­α ἦ­ταν δι­α­τυ­πω­μέ­νη σέ ὁ­ρι­σμέ­νους μύ­θους, πού, προ­βάλ­λον­τας μι­ά γε­νε­α­λο­γί­α ἀ­πό θε­ϊ­κά ὄν­τα, ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νά ἐ­ξη­γή­σουν βα­σι­κά ὄ­χι τό­σο τήν οὐ­σί­α καί τή δο­μή τοῦ κό­σμου, ὁ­πως τά ἐν­νο­οῦ­με ἐ­μεῖς σή­με­ρα, ὅ­σο τήν κα­τα­γω­γή του καί τήν ἱ­ε­ραρ­χί­α τῶν ποι­κί­λων μορ­φῶν του. Σ’ αὐ­τούς τούς μύ­θους, πρῶ­τα ὄν­τα, πρίν ἀ­πό τήν κο­σμο­γέ­νε­ση, οἱ θε­ο­λό­γοι ἔ­βα­ζαν ὁ­ρι­σμέ­να φυ­σι­κά σώ­μα­τα ἤ φαι­νό­με­να, δυ­νά­μεις ἤ κα­τα­στά­σεις, πού τίς πρό­βαλ­λαν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κά καί τίς πί­στευ­αν γι­ά ἀρ­χαι­ό­τε­ρες καί ἀ­πό τους με­γά­λους θε­ούς τῆς λα­τρεί­ας. Ἀ­πό αὐ­τά τά ὄν­τα καί τήν προ­τε­ραι­ό­τη­τά τους στή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου μπο­ροῦ­με νά μι­λοῦ­με γι­ά μύ­θο τοῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ, μύ­θο τῆς Νύχ­τας, μύ­θο τοῦ Χά­ους, μύ­θο τοῦ Ἀ­έ­ρα, μύ­θο τοῦ Ἔ­ρω­τα κλπ. Τέ­τοι­ους μύ­θους πῆ­ραν οἱ ποι­η­τές καί ἀ­νέ­πτυ­ξαν στίς Θε­ο­γο­νί­ες τους, δη­λα­δή στίς μυ­θι­κές κο­σμο­γο­νί­ες.
 
Κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ δι­α­φαί­νε­ται στόν Ὅ­μη­ρο, μέ τόν Ὠ­κε­α­νό στήν προ­βο­λή του σάν γεν­νή­το­ρα θε­ῶν. Κο­σμο­γο­νί­α τῆς Νύχ­τας ἐ­πί­σης στόν Ὅ­μη­ρο καί στούς ­Ὀρ­φι­κούς, πού προ­βάλ­λουν τή Νύχ­τα σάν ἀ­φέν­τρα τῶν θε­ῶν καί τῶν ἀν­θρώ­πων. Κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Χά­ους, ἡ μό­νη πού ἔφ­τα­σε ἀ­κέ­ραι­η ὡς τίς μέ­ρες μας, εἶ­ναι ἡ Θε­ο­γο­νί­α τοῦ Ἡσίοδου. Σύμ­φω­να μέ αὐ­τήν πρῶ­τα ἔ­γι­νε τό Χά­ος, ἡ Γῆ καί ὁ Ἔ­ρω­τας.Ὕ­στε­ρα ἡ Γῆ γέν­νη­σε τόν Οὐ­ρα­νό, τά Ὅ­ρη καί τόν Πόν­το. Κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Ἀ­έ­ρα ξέ­ρο­με ἀ­πό τόν Ἐ­πι­με­νί­δη καί κο­σμο­γο­νί­α τοῦ Ἔ­ρω­τα ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη καί τόν Πλά­τω­να, πού ὀ­νο­μά­ζουν τόν Ἔ­ρω­τα πρώ­τι­στον θε­ό.
 
Κοι­νά γνω­ρί­σμα­τα στούς ποι­κί­λους τύ­πους τοῦ κο­σμο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου εἶ­ναι: ἡ ἰ­δέ­α ὄ­τι ἀρ­χι­κά οὐ­ρα­νός καί γῆ ἀ­πο­τε­λο­ῦ­σαν ἕ­νι­αῖ­ο σῶ­μα, πού χω­ρί­στη­κε ἤ μέ τήν πρω­το­βου­λί­α κά­ποι­ου δη­μι­ουρ­γι­κοῦ θε­ο­ῦ ἤ μέ τήν ἐ­πενέρ­γει­α κά­ποι­ας ἀ­πρό­σω­πης αἰ­τί­ας· ἐ­πί­σης ἡ ἰ­δέ­α τῆς δι­α­δο­χῆς στήν ἐ­ξουσί­α τοῦ κό­σμου, ὥ­σπου νά ἑ­δραιωθεῖϊ ὁ­ρι­στι­κό κα­θε­στώς, μέ κυ­βερ­νή­τη τόν με­γα­λύ­τε­ρο θε­ό τῆς ἐ­πί­ση­μης λα­τρεί­ας. Ἐκτός ἀ­πό τήν τε­κνο­γο­νί­α, σέ με­ρι­κούς μύ­θους οἱ δι­ερ­γα­σί­ες γι­ά τή δι­α­μόρ­φω­ση τῶν με­ρῶν τοῦ κό­σμου ἐκ­φρά­ζον­ται καί μέ ἄλ­λες βι­ο­λο­γι­κές πα­ρα­στά­σεις, ὁ­πως τό αὐ­γό καί τό δέν­τρο, ἀ­κό­μα καί μέ ἔρ­γα τέ­χνης, ὁ­πως ὁ πέ­πλος.
 
Οἱ μορ­φές τοῦ θε­ο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου, πρίν γί­νουν σύμ­βο­λα, σάρ­κω­ναν ἐμ­πει­ρί­ες τοῦ προ­ε­πι­στη­μο­νι­κο­ῦ ἄν­θρω­που. Γι­ά τήν ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς κο­σμο­γο­νί­ας βα­σι­κές πα­ρα­στά­σεις ἦ­ταν ἡ πλημ­μύ­ρα καί ἡ θά­λασ­σα, ἡ νύχ­τα καί τό ξη­μέ­ρω­μα. Τό σκο­τά­δι καί ὁ κα­τα­κλυ­σμός τῶν πάν­των ἀ­πό τά νε­ρά πρό­σφε­ραν ἁ­πτή εἰ­κό­να ἀ­πό τό χά­ος σάν προ­εμ­πει­ρι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ κό­σμου, καί ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό τή νύχ­τα στή μέ­ρα, μέ τήν ἀ­νά­δυ­ση τῶν μορ­φῶν μέ­σα στό φῶς, ἰ­δέ­α ἀ­πό τήν ἔ­ναρ­ξη τῆς γέ­νε­σης τοῦ κό­σμου. Ἥ γεν­νη­τι­κή δύ­να­μη τοῦ νε­ρο­ῦ καί τῆς γῆς, σάν δι­α­πί­στω­ση, ἐ­νί­σχυ­σε τίς πα­ρα­στά­σεις αὐ­τές, θε­με­λί­ω­σε τή ζω­ο­μορ­φι­κή καί τήν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κή ἐ­πί­νοι­α κα­τά τήν πα­ρα­γω­γή καί τήν ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν μορ­φῶν καί τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ κό­σμου καί ὁ­δή­γη­σε στήν ἔν­νοι­α τῆς γε­νε­α­λο­γί­ας, πο­λύ πρί­ν οι “θε­ο­γέν­νη­τοι” βα­σι­λι­ά­δες, μέ προ­στα­τευ­ό­με­νους ποι­η­τές, τήν κά­νουν ὄρ­γα­νο πο­λι­τι­κῆς προ­πα­γάν­δας καί ἀρ­χή τῆς ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.
 
Ἥ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, στήν προ­σπά­θει­ά της νά ἑρ­μη­νεύ­σει τή φύ­ση στό σύ­νο­λο καί στά μέ­ρη της, ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τίς δο­μές τοῦ θε­ο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου. Οἱ δο­μές αὐ­τές προσ­δι­ο­ρί­ζουν σέ με­γά­λο βαθ­μό τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη καί, ὅ­πως θά δι­α­πι­στώ­σου­με, τά μυ­θι­κά πρό­τυ­πα τοῦ κό­σμου, συ­νει­δη­τά ἀ­πο­μυθω­μέ­να ἀλ­λά καί ἀ­συ­νεί­δη­τα, λει­τουρ­γο­ῦν μέ­σα στίς θε­ω­ρί­ες τῶν ἀρ­χαί­ων φυ­σι­ολόγων, ἰ­δι­αί­τε­ρά της πρώ­της πε­ρι­ό­δου. Συγ­κε­κρι­μέ­να ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α πα­ρα­λα­βαί­νει ἀ­πό τή Θε­ο­γο­νι­κή ποί­η­ση ἕ­τοι­μο τό ἀ­κό­λου­θο θε­μα­τι­κό σχῆ­μα:

 ἀρ­χι­κή κα­τά­στα­ση > σπέρ­μα > χω­ρι­σμός τῶν με­ρῶν τοῦ κό­σμου > δι­α­μόρ­φω­ση τῶν οὐ­ρά­νι­ων σω­μά­των καί τῶν με­τε­ω­ρο­λο­γι­κῶν φαι­νο­μέ­νων > γέ­νε­ση τῆς ζω­ῆς.
 
Μέ τούς πρώ­τους θε­ω­ρη­τι­κούς της Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας οἱ θε­ϊ­κές μορ­φές τοῦ κο­σμο­γο­νι­κο­ῦ μύ­θου με­τα­μορ­φώ­νον­ται σέ ἔν­νοι­ες καί μα­ζί μέ τίς θε­ω­ρί­ες κα­ταρ­τί­ζε­ται καί ἡ γλώσ­σα τῆς Φυ­σι­κῆς, πού δα­νεί­ζε­ται τά πρῶ­τα ἐκ­φρα­στι­κά της μέ­σα ἀ­πό τή θε­ο­λο­γί­α καί τήν πο­λι­τι­κή. Ἔτ­σι ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τοῦ θε­ο­ῦ γί­νε­ται ἀ­φθαρ­σί­α τῆς “ὑ­λο­ζω­ι­κῆς” φυ­σι­κῆς οὐ­σί­ας καί ἡ ἔν­νοι­α τοῦ κό­σμου, πού ση­μαί­νει τήν τά­ξη καί τή νο­μο­τέ­λει­α, με­τα­φέ­ρε­ται ἀ­πό τήν πο­λι­τεί­α, γι­ά νά δη­λώ­σει τή φύ­ση σάν ὀρ­γα­νω­μέ­νο σύ­νο­λο.
 
Ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, στήν ἀρ­χι­κή φά­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς της ὡς Ἰωνική φυ­σι­κή, γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τοῦ μι­κρα­σι­α­τι­κο­ῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ στή ρω­μα­λέ­α κοι­νω­νί­α τοῦ 6ου αἰ. π.Χ., ἐκ­φρά­ζει τήν πρώ­τη προ­σπά­θει­α νά ἑρ­μηνευ­τεῖ ἡ φύ­ση με­τα­μυ­θι­κά. Ἀφετηρία τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς εἶ­ναι ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς Φι­λο­σο­φί­ας γε­νι­κά, ἔτ­σι πού μπο­ρο­ῦμε νά πο­ῦ­με ὁ­τι ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τῆς Φι­λο­σο­φί­ας στήν ἀρ­χι­κή φά­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής της.
 
Ὅ­ταν γεν­νι­έ­ται ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, ἡ ἑλ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α ἀ­να­πτύσ­σε­ται σέ ὁ­λους τους το­μεῖς. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό τους σκο­τει­νούς με­τα­μυ­κη­να­ϊ­κούς χρό­νους, ὁ ἑλ­λη­νι­σμός ἔ­χει ἀ­να­συν­τα­χθεῖϊ σέ με­γά­λους ἐ­θνι­κούς καί κρα­τι­κούς σχη­μα­τι­σμούς καί ἐ­ξορ­μᾶ, γι­ά νά δώ­σει τήν κλα­σι­κή μορ­φή τῆς ἀρ­χαί­ας ζω­ῆς του. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­χουν ἀ­πλω­θεῖ στή Με­σό­γει­ο, ἔ­χουν ἐ­πι­βλη­θεῖ μέ τή ναυ­τι­λί­α καί τό ἐμ­πό­ρι­ο, ἔ­χουν βελ­τι­ώ­σει τή δι­α­βί­ω­σή τους, τήν κοι­νω­νι­κή καί πο­λι­τι­κή ὀρ­γά­νω­σή τους. Ἀνάμεσα στούς ἐ­λά­χι­στους πλού­σι­ους, τούς κυ­ρί­ους τῆς γής, καί τούς πολ­λούς φτω­χούς, τούς ἄ­κλη­ρους ἐρ­γά­τες τῆς στε­ρι­ᾶς καί τῆς θά­λασ­σας, ἡ ἀ­πό­στα­ση ὁ­λο­έ­να μει­ώ­νε­ται, κα­θώς πα­ρεμ­βάλ­λε­ται καί δι­ογ­κώ­νε­ται μι­ά με­σαί­α τά­ξη ἀ­πό τε­χνί­τες, ἐμ­πό­ρους καί ναυ­τι­κούς, πού ἀ­νε­βαί­νουν οἰ­κο­νο­μι­κά καί ρυθ­μί­ζουν ἡ καί προ­κα­λο­ῦν τίς κοι­νω­νι­κές καί πο­λι­τι­κές δι­ερ­γα­σί­ες. Μέ ἐ­πα­να­στά­σεις καί ἄλ­λες μα­κρο­χρό­νι­ες δι­α­δι­κα­σί­ες σέ πολ­λές πό­λεις κα­ταρ­γεῖ­ται ἡ μο­ναρ­χί­α καί ἡ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α καί ἐ­πι­βάλ­λον­ται εὐ­ρύ­τε­ρη συμ­με­το­χή στήν εὐ­θύ­νη γι­ά τά κοι­νά καί ἄ­σκη­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας μέ βά­ση δί­και­ο γρα­πτό.
 
Ὁ ἑλ­λη­νι­κός ἰ­δε­ό­κο­σμος, τήν ὥ­ρα πού γεν­νι­έ­ται ἡ Φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, κα­θρεφ­τί­ζε­ται στήν ποί­η­ση, κυ­ρί­ως τή Λυ­ρι­κή, πού προ­βάλ­λον­τας τίς πρω­το­βου­λί­ες, τά ἔρ­γα καί τά βι­ώ­μα­τα, τίς προ­σω­πι­κές ἐμ­πει­ρί­ες τοῦ ἄ­το­μου, τοῦ ἐ­ξε­λισ­σό­με­νου σέ πο­λί­τη, βαθ­μι­αί­α ἀ­πο­δε­σμεύ­ε­ται ἀ­πό τήν τυ­ραν­νί­α τοῦ θε­ο­κρα­τι­κο­ϋ μύ­θου καί τοῦ φό­βου γε­νι­κά, ἐγ­και­νι­ά­ζει τά ἐ­ρω­τή­μα­τα γι­ά τή φύ­ση καί τό πνε­ῦμα, τή γνώ­ση καί τήν πρά­ξη, τήν κοι­νω­νί­α καί τό νό­μο, ἀ­να­πτύσ­σει μέ τή σύγ­κρι­ση τόν κρι­τι­κό λό­γο καί γί­νε­ται πρό­δρο­μος τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης.
 
Τό ἄ­νοιγ­μα τῶν Ἑλ­λή­νων στόν κό­σμο, ὁ πλου­τι­σμός τους ὄ­χι μό­νο σέ οἰ­κο­νο­μι­κές ἀ­ξί­ες ἀλ­λά καί σέ γε­ω­γρα­φι­κές, με­τε­ω­ρο­λο­γι­κές καί κλι­μα­το­λο­γι­κές ἐμ­πει­ρί­ες, οἱ γνώ­σεις ἀ­πό ἀρ­χαι­ό­τε­ρους λα­ούς τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ἐ­πι­δό­σεις στήν ἀ­στρο­νο­μί­α καί τή με­τε­ω­ρο­λο­γί­α γι­ά τίς ἀ­νάγ­κες τίς σχε­τι­κές μέ τίς καλ­λι­έρ­γει­ες καί τά τα­ξί­δι­α, ἡ κα­τά­κτη­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ λό­γου, τοῦ ἐκ­κο­λα­πτό­με­νου ἀ­πό τή δυ­να­τό­τη­τα γι­ά συγ­κρί­σεις ἀ­νά­με­σα σέ ποι­κί­λες δο­ξα­σί­ες καί ἡ­θη, ὁ­λα αὐ­τά μέ­σα στά πλαί­σι­α τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, τῆς εὐ­η­με­ρί­ας καί τῆς νε­α­νι­κῆς ὁρ­μης, ὑ­πο­βα­στά­ζουν τή φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς, πού, ἀ­πο­μυ­θώ­νον­τας τή φύ­ση στό σύ­νο­λο καί στά μέ­ρη της, πε­ρι­ο­ρί­ζει καί ἀ­πο­κρού­ει στα­θε­ρά τόν δαι­μο­νο­κρατι­κό καί τόν ἐν­στι­κτώ­δη φό­βο τῶν μα­ζῶν καί γί­νε­ται ὄρ­γα­νο ἐ­λευ­θε­ρί­ας καί ἡ­θι­κης προ­α­γω­γῆς τοῦ ἀ­τό­μου.
 
Πρώ­τη ἔκ­φρα­ση τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς εἶ­ναι ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Νε­ρο­ῦ. Ὁ Θα­λής ὁ Μι­λή­σι­ος (πε­ρί­που 625 – 546), μέ ἐ­πι­δό­σεις σέ ἀ­στρο­νο­μι­κά, γε­ω­γρα­φι­κά, μα­θη­μα­τι­κά καί μη­χα­νι­κά προ­βλή­μα­τα, ἀ­φοῦ τα­ξί­δε­ψε καί οἰ­κειώθη­κε γνώ­σεις τῆς Ἀνατολῆς, ἀρ­χήν τῶν πάν­των ὕδωρ ὑπε­στή­σα­το, μαρ­τυ­ρί­α 1. Ἔτσι ἔ­πε­σε τό προ­σω­πεῖ­ο ἀ­πό πλῆ­θος ἑλ­λη­νι­κές καί ξέ­νες ὑ­δα­τογο­νι­κές πα­ρα­στά­σεις, καί στή θέ­ση τοῦ θε­ο­γο­νι­κο­ῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ, τοῦ Πόν­του, τοῦ Νη­ρέ­α, τοῦ Πρω­τέ­α καί τοῦ Τρί­τω­να ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε τό νε­ρό, ἀ­πρό­σω­πο σάν φυ­σι­κό σῶ­μα καί σάν τμῆ­μα τοῦ κό­σμου. Ἡ ἰ­δι­ό­τη­τά του νά φέρ­νει μέ­σα τοῦ ζω­ή καί γε­νι­κά νά εὐ­νο­εῖ τήν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ζω­ῆς, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­θη­κε προ­ε­πι­στη­μο­νι­κά καί ἐκ­φρά­στη­κε παγ­κό­σμι­α στούς μύ­θους καί τίς λα­τρεῖ­ες, ἀ­πό τό βε­δι­κό νε­ρό σάν πη­γή γι­ά κά­θε ὕ­παρ­ξη ὡς τό εὐ­αγ­γε­λι­κό ὕδωρ τό ζῶν καί τό “ἀ­θά­να­το νε­ρό” τοῦ πα­ρα­μυ­θι­ο­ῦ, προσ­δι­ό­ρι­σε τήν ὕ­λο­ζω­ι­στι­κή ἔν­νοι­α τοῦ νε­ρο­ῦ σάν ἔμ­βι­ου ἡ ἔμ­ψυ­χου. Πο­λυ­μορ­φί­α πραγ­μα­τω­μέ­νη ἀ­πό ἀρ­χι­κή μο­νο­μορ­φί­α μᾶς εἶ­ναι βέ­βαι­α γνω­στή, προ­ϋπο­τυ­πω­μέ­νη μυ­θι­κά στήν πρω­τε­ϊ­κό­τη­τα τοῦ θα­λάσ­σι­ου δαί­μο­να, ὡ­στό­σο δέν ξέ­ρο­με πῶς ὁ Θα­λής ἐν­νο­ο­ῦσε τήν πα­ρα­γω­γή τῶν μορ­φῶν τοῦ κό­σμου ἀ­πό τό νε­ρό σάν μο­να­δι­κό δο­μή­σι­μο ὑ­λι­κό. Ὑπαινιγμό στήν προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τος, πού, κα­τά τήν κο­σμο­γέ­νε­ση τοῦ Θα­λῆ, ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πό τό ἀρ­χι­κό ὑ­γρό, ἀ­φή­νει ἡ μαρ­τυ­ρί­α 14, ὅ­τι κα­τά τόν Θα­λῆ “ἡ γῆ ἀ­κουμπᾶ πά­νω στό νε­ρό καί μέ­νει στήν ἐ­πι­φά­νει­α πλω­τή σάν ξύ­λο ἡ κά­τι τέ­τοι­ο”. Ἡ προ­ϊ­στο­ρί­α τῆς δι­δα­σκα­λί­ας αὐτῆς φαί­νε­ται στήν ἡ­σι­ό­δει­α Γῆ, πού πρώ­τη ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πό τό Χά­ος, σέ μύ­θους γι­ά νη­σι­ά πλω­τά, ὁ­πως ἡ Αἰ­ο­λί­α, ἡ Δῆ­λος, ἡ Ρό­δος, ἡ Θή­ρα, στό μύ­θο τῆς ἀ­να­δυ­ό­με­νης Ἀφροδίτης, ἀ­κό­μα καί στόν βι­βλι­κό θε­ό, τῷ στε­ρε­ώ­σαν­τι τήν γῆν ἐ­πί τῶν ὑ­δά­των.
 
Συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρος νο­ῦς, συμ­πο­λί­της καί σύγ­χρο­νος τοῦ Θα­λῆ, λί­γο νε­ό­τε­ρος στήν ἡ­λι­κί­α, μα­θη­τής καί φί­λος του, ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος (πε­ρί­που 610-546), μέ­α­φε­τη­ρι­α­κά δε­δο­μέ­να τίς θε­ο­γο­νι­κές, σχε­δόν ταυ­τό­ση­μες στήν προε­πι­στη­μο­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, πα­ρα­στά­σεις βα­σι­κά τοῦ Χά­ους καί βο­η­θη­τι­κά τοῦ Οὐ­ρα­νο­ῦ, τῆς Νύχ­τας, τοῦ Ἀέρα καί τοῦ Ὠ­κε­α­νο­ῦ, σχε­τι­κά ἐ­πί­σης τοῦ νε­ρο­ϋ ἀ­πό τή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Θα­λῆ, πέ­τυ­χε νά κα­τα­νο­ή­σει τήν προ­κο­σμι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ δο­μή­σι­μου ὑ­λι­κο­ῦ τοῦ κό­σμου καί νά συλ­λά­βει τήν ἔν­νοι­α τῆς ἄ­μορ­φης, τῆς ἀ­δι­α­μόρ­φω­της μά­ζας σάν ἀρ­χῆς τοῦ σύμ­παν­τος. Αὐ­τή τήν ἔν­νοι­α ὁ Ἀναξίμανδρος ἴ­σως τήν ὀ­νό­μα­σε ὁ ἴ­δι­ος μέ τόν ὅρο ἄ­πει­ρον, πού τόν εἰ­ση­γή­θη­κε στή φι­λο­σο­φί­α, οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό οὐ­δέ­τε­ρο τοῦ ἐ­πι­θέ­του ἄ­πει­ρος. Γι­ά τή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου ὁ Ἀναξίμανδρος, μάρτ. 10, δί­δα­σκε ὅ­τι αὐτή ἄρ­χι­σε ἀ­πό τήν ἀ­δι­α­μόρ­φω­τη μά­ζα τοῦ ἄ­πει­ρου, ὁ­ταν ξε­χώ­ρι­σε μέ ἔκ­κρι­ση τό γό­νι­μον, δη­λα­δή τό σπέρ­μα τοῦ θερ­μο­ῦ καί τοῦ ψυ­χρο­ῦ, πού κα­τά τήν ἐ­πο­χή πρίν ἀ­πό τόν Δη­μο­κρι­το τά ἐν­νο­οῦ­σαν γε­νι­κά ὡς οὐ­σί­ες, ὄ­χι ὡς ποι­ό­τη­τες. Ἔτ­σι, μέ πυ­ρή­να τό ψυ­χρό, πού ἀ­πο­τέ­λε­σε τή μά­ζα τῆς Γής, δι­α­μορ­φώ­θη­κε, ὡς τῷ δέν­δρῳ φλοι­όν, σφαί­ρα ἀ­πό τή μά­ζα τοῦ θερ­μο­ῦ, πού ἔ­σκα­σε καί τά κομ­μά­τι­α τῆς πε­ρι­κλεί­στη­καν μέ­σα σέ μι­κρό­τε­ρες σφαῖ­ρες καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα.
 
Συμ­πο­λί­της καί ἴσως μα­θη­τής τοῦ Ἀναξίμανδρου, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης (πε­ρί­που 585 – 525) φαί­νε­ται ὁ­τι ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του νά κά­νει ἀ­με­σό­τε­ρα νο­η­τό τό ἄ­πει­ρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ἔτ­σι, μέ βά­ση τήν ἐμ­πει­ρί­α τῆς γή­ι­νης ἀ­τμό­σφαι­ρας καί τίς κρα­τοῦ­σες ἀ­ε­ρο­γο­νι­κές πα­ρα­στά­σεις τοῦ μύ­θου, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ὑ­πέ­θε­σε ὁ­τι τό σύμ­παν ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά ἀ­πό τή μά­ζα τοῦ ἀ­έ­ρα καί δτί ἀ­πό τήν πύ­κνω­ση καί τήν ἀ­ραί­ω­ση του προ­έρ­χον­ται δλές οἱ οὐ­σί­ες, ὅλά τά φυ­σι­κά σώ­μα­τα καί φαι­νό­με­να. Ἡ χα­ο­τι­κή φύ­ση τοῦ ἄ­ε­ρα καί ἡ κι­νη­τι­κό­τη­τά του, πού προ­ϊ­δε­ά­ζει γι­ά τήν ἐ­νέρ­γει­α καί τήν αἰ­τί­α τῆς γέ­νε­σης καί κά­θε με­τα­βο­λῆς, ἴ­σως εἶ­ναι τά γνω­ρί­σμα­τα πού ὑ­πέ­βα­λαν στόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη τήν ἰ­δέ­α τῆς ἐ­κλο­γῆς αὔ­τοῦ τοῦ σώ­μα­τος σάν ἀρ­χῆς τοῦ κό­σμου. Ὁπωσδήποτε, σύμ­φω­να μέ πά­γι­α ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή ἀν­τί­λη­ψη, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ἐν­νο­ο­ῦσε τόν ἀέε­ρα σάν ὕλη καί ἐ­νέρ­γει­α μα­ζί, σάν ἕ­να σῶ­μα πάν­τα ζων­τα­νό ἡ κα­λύ­τε­ρα, μέ αὐ­θεν­τι­κούς ὑ­λο­ζω­ι­στι­κούς ὅ­ρους, ἀ­θά­να­τον, ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τό ἄ­πει­ρο ὁ Ἀναξίμανδρος, καί ἀ­εί­ζω­ον, ὁ­πως ἀρ­γό­τε­ρα τό πῦρ ὁ Ἡράκλειτος. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης, σύμ­φω­να μέ τίς μαρ­τυ­ρί­ες 5-7, ἐ­ξη­γο­ῦσε τή δο­μή τοῦ σύμ­παν­τος ἀ­πό τους βαθ­μούς πυ­κνό­τη­τας τοῦ ἀ­έ­ρα. Ἔτ­σι, κα­τά τόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη, ὁ ἀ­έ­ρας, ὅ­ταν ἀ­ραι­ώ­νε­ται, γί­νε­ται φω­τι­ά, ὅ­ταν πυ­κνώ­νε­ται, γί­νε­ται ἄ­νε­μος, ὕ­στε­ρα νέ­φος, νε­ρό, χῶ­μα καί ἀ­πό αὐ­τά ὅ­λα τά ἄλ­λα. Κα­τά τή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου, σύμ­φω­να μέ αὐτή τή θε­ω­ρί­α, μέ τή συμ­πύ­κνω­ση τοῦ ἀέ­ρα δι­α­μορ­φώ­θη­κε πρῶ­τα ἡ Γῆ καί ὕ­στε­ρα, ἀ­πό τή μά­ζα της, μέ ἐ­ξα­τμί­σεις, ἀ­ραί­ω­σεις καί ἀ­να­φλέ­ξεις, τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα. Παίρ­νον­τας αὐτή τή θέ­ση, ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ἀ­πο­σα­φή­νι­σε τό γε­ω­κεν­τρι­κό κρι­τή­ρι­ο της ὡς τό­τε κο­σμο­λο­γί­ας, χω­ρίς νά πα­ρεκ­κλί­νει οὔ­τε ἀ­πό τή θέ­ση τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, πού θε­ω­ροῦ­σε τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς ἀρ­χέ­γο­νης μά­ζας μέ πυ­ρή­να τή Γῆ, ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἔ­κρη­ξη, οὔ­τε ἀ­πό τίς κρα­τοῦ­σες θε­ο­γο­νι­κές ἀν­τί- λή­ψεις, πού πα­ρί­στα­ναν σάν ἀ­πο­γό­νους της παμ­μή­τει­ρας Γῆς τόν Οὐ­ρα­νό, τόν Ἥ­λι­ο, τή Σε­λή­νη καί τούς ἄλ­λους θε­ο­ποι­η­μέ­νους ἀ­στε­ρι­σμούς. Ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης μά­λι­στα, μέ αὐτή τή θέ­ση του, ἐ­πη­ρέ­α­σε ἄ­με­σα καί τόν λί­γο νε­ό­τε­ρό του Ξε­νο­φά­νη, πού δί­δα­σκε ὁ­τι τά οὐ­ρά­νι­α σώ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἐ­φήμε­ρα προ­ϊ­όν­τα ἀ­πό τίς ἀ­να­θυ­μι­ά­σεις τῆς Γής. Ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀέ­ρα φαί­νε­ται ἁ­πλο­ϊ­κή, ὄ­χι μό­νο μέ τά ση­με­ρι­νά κρι­τή­ρι­α ἀλ­λά καί μέ τά κρι­τή­ρι­α τῆς ἐ­πο­χῆς της. Ὡστόσο ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης πέ­τυ­χε νά κά­νει ὁ­ρι­σμέ­να βή­μα­τα, πού ἀ­πο­δείχ­τη­καν κα­θο­ρι­στι­κά γι­ά τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς Ἰωνικῆς φυ­σι­κῆς: δι­δά­σκον­τας ὁ­τι ὁ ἄ­ε­ρας εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο πρίν ἀ­πό τή γέ­νε­ση τοῦ κό­σμου ἀλ­λά καί τώ­ρα καί πάν­τα ἡ μο­να­δι­κή οὐ­σία του, προ­ω­θο­ῦ­σε τό πρό­βλη­μα ἀ­πό τήν Κο­σμο­γο­νί­α στήν Κο­σμο­λο­γί­α, δη­λα­δή ἀ­πό τήν πε­ρι­γρα­φι­κή ἐ­ξή­γη­ση τῆς κα­τα­γω­γῆς τοῦ κό­σμου στή λο­γι­κή θε­ώ­ρη­ση τῆς δο­μῆς του κα­θαυ­τήν. Καί θε­ω­ρών­τας τό θερ­μό καί τό ψυ­χρό, τό ὑ­γρό καί τό ξη­ρό κα­τα­στά­σεις τοῦ ἄ­ε­ρα, ἔφ­τα­νε νά κα­τα­νο­ή­σει τίς ποι­ό­τη­τες, καί μά­λι­στα νά τίς ἐ­ξη­γή­σει ἀ­πό τίς πο­σό­τη­τες. Ἔτ­σι ὁ Ἀ­να­ξι­μέ­νης ὁ­δή­γη­σε τόν Μο­νι­σμό ὡς τήν ἄ­κρα συ­νέ­πει­ά του καί προ­ε­τοί­μα­σε τήν κο­ρυ­φαί­α ἔκ­φρα­σή του στόν Ἡ­ρά­κλει­το.
 
Ἡ ἐ­πι­βο­λή τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμο­ῦ της Μι­λή­του στούς συγ­χρό­νους του καί στούς με­τα­γε­νε­στέ­ρους φαί­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τή συ­νέ­χει­α τῆς Ἰωνικῆς Φυ­σι­κῆς ἀλ­λά καί ἀ­πό τήν ἐ­πί­δρα­σή του σέ ἄλ­λα ρεύ­μα­τα, ὄχι μό­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἀλ­λά καί μυ­στι­κι­στι­κά. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τόν Ἡ­σί­ο­δο καί τούς ἄλ­λους θε­ο­γο­νι­κούς ποι­η­τές, πού εἶ­χαν πεῖ γι­ά τούς πρώ­τους θε­ούς ὅ­τι ἐ­γέ­νον­το, ὁ Φε­ρε­κύ­δης (ἀ­κμή πε­ρί­που 550), μέ τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή ἀ­φθαρ­σί­α τῆς ὕ­λης, θά μπο­ρέ­σει νά πεῖ ὅτι ἦ­σαν ἀ­εί. Καί, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν ὡς τό­τε θε­ο­λο­γι­κή καί λα­τρευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση, ὁ Ξε­νο­φά­νης (πε­ρί­που 570 – 470) θά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὁ­τι ὁ θε­ός εἶ­ναι μο­να­δι­κός, χω­ρίς μορ­φή ἀν­θρώ­που καί ἐ­νερ­γεῖ ὄ­χι μέ ὄρ­γα­να ἄλ­λα μέ τό σύ­νο­λο τῆς οὐ­σίας του· ὁ­που ὁ μο­νο­θε­ϊ­σμός ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­ποκλει­στι­κά ἀ­πό τόν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κό μο­νι­σμό, ὁ ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορφι­σμός ἀ­πό τήν ἀ­πο­προ­σω­πο­ποί­η­ση τῶν φυ­σι­κῶν δυ­νά­με­ων καί ἡ ὁ­λο­κρα­τί­α ἀ­πό τήν ὁ­μοι­ο­γέ­νει­α τῆς μά­ζας καί τήν ὁ­λό­τη­τα τοῦ κό­σμου. Προσ­δι­ο­ρι­σμέ­νος ἀ­πό τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή τά­ση γι­ά ἀ­πο­μύ­θω­ση ὁ Ξε­νο­φά­νης, πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ἄ­ρα μέ εὐ­ρύ γνω­σι­α­κό φά­σμα, ἀ­να­πτύσ­σει τήν κρι­τι­κή του στά πλά­σμα­τα τῶν προ­τέ­ρων 1, 22. Ἡ ἀ­πο­μύ­θω­ση τῆς φύ­σης φαί­νε­ται ἀ­πό θέ­σεις ὁ­πως: “Καί τήν Ἴ­ρι­δα πού λέ­νε, σύν­νε­φο εἶ­ναι κι αὐτό”, 28. Στή Φυ­σι­κή τοῦ Ξε­νο­φά­νη ὁ γε­ω­κεν­τρι­σμός τῆς Μι­λή­του φτά­νει ὡς τή γε­ω­κρα­τί­α: “Ἀπ’ τή γῆ ἄρ­χι­ζουν ὁ­λα καί τε­λει­ώ­νου­νε στή γή”, 23. Ἡ γε­ω­γο­νι­κή κο­σμο­λο­γί­α ἐ­νι­σχύ­ε­ται στόν Ξε­νο­φά­νη μέ πα­λαι­ον­το­λο­γι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἐν τῷ βά­θει τοῦ λί­θου, μέ ἀ­πο­λι­θώ­μα­τα ἀ­πό θα­λάσ­σι­ους ὀρ­γα­νι­σμούς. Μέ συ­νέ­πει­α πρός τό γε­ω­γο­νι­κό του κρι­τή­ρι­ο ὁ Ξε­νο­φά­νης ἐ­ξη­γεῖ τά οὐ­ράνια σώ­μα­τα καί τά με­τε­ω­ρο­λο­γι­κά φαι­νό­με­να σάν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἐ­φή­με­ρα μορ­φώ­μα­τα ἀ­πό τίς ἀ­να­θυ­μι­ά­σεις τῆς γῆς καί τήν κα­τα­γω­γή τοῦ ἀν­θρώ­που σέ συ­νάρ­τη­ση μέ τόν ἀν­θρω­πο­γο­νι­κό μύ­θο, πού προ­ϋπο­θέ­τει τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς κε­ρα­μι­κῆς.
 
Πά­νω στήν τρί­τη γε­νι­ά τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμο­ῦ τῆς Μι­λή­του ἡ ἰ­ω­νι­κή φυ­σι­ο­κρατι­κή “ἐ­πα­να­στα­ση” βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πη μέ­τη δω­ρι­κή μυ­στι­κι­στι­κή “ἀν­τε­πανά­στα­ση”. Στοι­χεῖ­α θε­ο­κρα­τι­κά, ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κά καί που­ρι­τα­νι­κά, συ­σπει­ρω­μέ­να κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πό τόν κα­τω­ι­τα­λι­κό ἑλ­λη­νι­σμό, ἐκ­φρά­στη­καν ὡς ­Ὀρ­φι­κοί καί Πυ­θα­γό­ρει­οι. Αὐτοί ἀ­πο­πει­ρά­θη­καν νά δι­α­γρά­ψουν ἡ, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, νά μει­ώ­σουν τή ση­μα­σί­α τῆς κο­σμο­γνω­σί­ας πού πρό­σφε­ρε ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή, καί με­θό­δε­ψαν τό ἐγ­χεί­ρη­μά τους, ὑ­πο­τάσ­σον­τας τόν φυ­σι­κό κό­σμο σέ μι­ά ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί προ­βάλ­λον­τας πά­νω στήν ἔν­νοι­α τοῦ φυ­σι­κο­ῦ σώ­μα­τος δαι­μο­νο­κρα­τι­κές δο­ξα­σί­ες σχε­τι­κές μέ τήν ψυ­χή. Μέ αὐ­τούς ἡ ἑ­νό­τη­τα τοῦ κό­σμου δι­α­σπά­στη­κε σέ ἀν­τι­θε­τι­κά ζεύ­γη, ἡ ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή οὐ­σί­α χω­ρί­στη­κε σέ σῶ­μα καί ψυ­χή καί ἡ σχέ­ση τοῦ εἰ­δι­κο­ῦ μέ τό γε­νι­κό πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν σχέ­ση τοῦ φαι­νο­με­νι­κοῦ μέ τό πραγ­μα­τι­κό. Ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή πέ­τυ­χε ἄ­με­σα προ­σβά­σεις στό στρα­τό­πε­δο τοῦ ἀν­τι­πάλου, ἀ­φοῦ οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι ἀν­τι­κει­με­νι­κά ἀ­δυ­να­τοῦ­σαν νά ξε­φύ­γουν ἀ­πό τους ὑ­λο­ζω­ι­στι­κούς προσ­δι­ο­ρι­σμούς. Στή με­λέ­τη τοῦ φυ­σι­κο­ῦ κό­σμου οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι προ­σε­χαν τούς ἀ­ριθ­μούς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τά σώ­μα­τα, δη­λα­δή τίς σχέ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τίς οὐ­σί­ες. Ἔτ­σι αὐτοί ἔ­δω­σαν στήν Ἰωνική κο­σμο­λο­γί­α τή δι­κή τους ἔκ­φρα­ση, τή μα­θη­μα­τι­κή καί μα­ζί τή μυ­στι­κι­στι­κή. Ὡ­στό­σο, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή ἡ “ἀν­τε­πα­νά­στα­ση” ἔ­μα­θε τή γλώσ­σα τῆς “ἐ­πα­να­στα­σης”, ἡ Ἰωνική φυ­σι­κή δι­έ­τρε­ξε τόν ἔ­σχα­το κίν­δυ­νο. Τό­τε στήν Ἰωνία, στό κο­σμο­πο­λί­τι­κο πε­ρι­βάλ­λον τῆς Ἐ­φέ­σου, ἀ­πό τή γε­νι­ά τῶν οἰ­κι­στῶν της, πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λο­φυ­έ­στε­ρα πνεύ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἱ­στο­ρί­ας, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος (πε­ρί­που 540 – 480).
 
Μέ τή θε­ω­ρί­α τῆς Φω­τι­ᾶς, ἐ­νι­σχυ­μέ­νη ἀ­πό τήν πι­ό ἀ­μεί­λι­κτη ἀμ­φι­σβήτη­ση κά­θε μυ­θο­κρα­τι­κής ἀ­ξί­ας, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ἔ­φε­ρε τόν ὑ­λο­ζω­ι­σμό στήν κρι­τι­κό­τε­ρη ἔκ­φρα­σή του· ἔτ­σι ἔ­σω­σε τήν Ἰωνική φυ­σι­κή καί τήν κα­τέ­στη­σε βι­ώ­σι­μη, ἀ­κό­μα καί ὅταν, ἀρ­γό­τε­ρα, τά με­τα­φυ­σι­κά κι­νή­μα­τα γι­γαν­τώ­θη­καν καί ἁ­πλώ­θη­καν στήν Ἑλ­λά­δα μέ τούς Ἐ­λε­ά­τες, τούς Σω­κρα­τι­κούς καί τούς Πλα­τω­νι­κούς. Προ­ε­κτεί­νον­τας τά δι­δάγ­μα­τα τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμοῦ τῆς Μι­λή­του, τῆς ἀ­ριθ­μο­λο­γί­ας τῶν ἀρ­χαι­ό­τε­ρων Πυ­θα­γο­ρεί­ων καί τοῦ δι­α­φω­τι­σμοῦ τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος προ­σφέ­ρει δυ­να­μι­κή πα­ρά­στα­ση τοῦ σύμ­παν­τος, πεί­θον­τας μέ τήν ἀ­πο­δει­κτι­κή τοῦ πα­ρα­δείγ­μα­τος, γι­ά τήν ἑ­νι­αί­α καί μο­να­δι­κή πύ­ρι­νη οὐ­σία του, πού φα­νε­ρώ­νε­ται σέ πλῆ­θος μορ­φώ­μα­τα. Ἔτ­σι, “τόν κό­σμο τοῦ­το, τόν ἴ­δι­ο γι­ά ὁ­λους γε­νι­κά, οὔ­τε θε­ός οὔτ’ ἄν­θρω­πος τόν ἔ­κα­νε, μά ἦ­ταν πάν­τα καί εἶ­ναι καί θά ’­ναι πῦρ ἄ­ει­ζω­ο, πού ἄ­να­βει μέ μέ­τρο καί σβή­νει μέ μέ­τρο”, 51. Ἤ φω­τι­ά με­τα­τρέ­πε­ται πρῶ­τα σέ θά­λασ­σα, καί τῆς θά­λασ­σας τό μι­σό σέ γῆ καί τ’ ἄλ­λο μι­σό σέ ρεύ­μα­τα· ὁ­λα αὐ­τά μέ τή σει­ρά ξα­να­γί­νον­ται φω­τι­ά. Κά­θε με­τα­στοι­χεί­ω­ση γί­νε­ται εἰς τόν αὐ­τόν λό­γον, 53, πού ση­μαί­νει ὁ­τι τό στα­θε­ρό πο­σό τῆς μά­ζας καί ἡ αὐ­τορ­ρυθ­μι­ζόμε­νη ἰ­σορ­ρο­πί­α μέ­σα στή φύ­ση, ἴ­σως δι­α­πι­στω­μέ­να πρῶ­τα ἀ­πό τόν Ἀναξίμανδρο καί ἐκ­φρα­σμέ­να στή γλώσ­σα τῆς ἡ­θι­κης, βρί­σκουν στόν Ἡ­ρά­κλει­το τή μα­θη­μα­τι­κή δι­α­τύ­πω­σή τους. Τά πάν­τα με­τα­βάλ­λον­ται ἀ­δι­ά­κο­πα: “Ψυ­χρά θερ­μαί­νον­ται, θερ­μά ψύ­χον­ται, ὑ­γρά ξε­ραί­νον­ται, ξε­ρά νο­τί­ζουν”. “Γι­ά τίς ψυ­χές θά­να­τος εἶ­ναι νε­ρό νά γί­νουν, γι­ά τό νε­ρό θά­να­τος γῆ νά γί­νει, κι ἀ­πό τή γῆ νε­ρό γί­νε­ται κι ἄ­π’ τό νε­ρό ψυ­χή”, 66. “Τά πάν­τα ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται μέ τή φω­τι­ά καί ἡ φω­τι­ά μέ τά πάν­τα”, 54. Ἡ φω­τι­ά, ἡ μό­νη ἀ­λη­θι­νή οὐ­σί­α εἶ­ναι ξέ­χω­ρη ἀ­πό τά πάν­τα, τά πο­λύ­μορ­φα φα­νε­ρώ­μα­τά της, 83. Τά ἀν­τίθε­τα δέν εἶ­ναι αὐ­θυ­πό­στα­τες οὐ­σί­ες ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κά φα­νε­ρώ­μα­τα τῆς φω­τι­ᾶς. Τό Ὄν συμ­φω­νεῖ καί δι­α­φω­νεῖ μό­νο μέ τόν ἑ­αυ­τό του. Τό σύμ­παν εἶ­ναι δο­μη­μέ­νο μέ συ­ναρ­μο­γή ἀ­πό ἀν­τίρ­ρο­πες δυ­νά­μεις. Αὐτή εἶ­ναι ἡ πα­λίν­το­νος ἡ πα­λίν­τρο­πος ἁρ­μο­νί­η, 27. Μέ τέ­τοι­α ἔν­νοι­α τοῦ σύμ­παν­τος ἄ­νοι­γε πι­ά ὁ δρό­μος γι­ά νά με­λε­τη­θοῦν ἡ ταυ­τό­τη­τα καί ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα, ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος, ἡ κί­νη­ση καί ἡ σχέ­ση, τό συ­νε­χές καί ἡ δι­αι­ρε­τό­τη­τα τῆς ὕ­λης σάν εἰ­δι­κά προ­βλή­μα­τα τῆς Φυ­σι­κῆς.
 
Πρώ­τη φω­νή τῆς ἀ­να­νε­ω­μέ­νης Ἰ­ω­νι­κῆς φυ­σι­κῆς στό χῶ­ρο τοῦ κα­τω­ι­ταλι­κο­ϋ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­μέ­σως με­τά τόν Ἡράκλειτο, εἶ­ναι ὁ Ἀλ­κμαί­ων ὁ Κρο­το­νι­ά­της (ἀ­κμή πε­ρί­που 500), σύγ­χρο­νος καί συν­το­πί­της μέ τούς ἀρ­χαι­ό­τε­ρους Πυ­θα­γο­ρεί­ους, ἄ­σχε­τος ὅμως μέ αὐ­τούς. Μέ βά­ση τήν πυ­θα­γο­ρι­κή θε­ω­ρί­α τῶν ἀν­τι­θέ­των καί τήν ἡ­ρα­κλει­τι­κή της ἀν­τι­θε­τι­κῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὁ Ἀλ­κμαί­ων, γνή­σι­ος φυ­σι­ο­λό­γος, καί μέ τήν ἀρ­χαί­α καί μέ τή ση­με­ρι­νή ση­μα­σί­α τοῦ ὅρου, κα­τα­κτᾶ γι­ά λο­γα­ρι­α­σμό τῆς Φυ­σι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας τήν ἔν­νοι­α τῆς δι­πο­λι­κό­τη­τας καί κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι οἱ δυ­ό πό­λοι τοῦ ὄν­τος συμ­πί­πτουν σέ κά­θε ση­μεῖ­ο τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­φοῦ ἔ­χει δι­α­βά­σει στόν Ἡ­ρά­κλει­το 34 ὁ­τι εἶ­ναι “κοι­νό ἀρ­χή καί πέ­ρας στόν κύ­κλο”. Τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τοῦ σύμ­παν­τος ὁ Ἀλ­κμαί­ων τήν ἀ­πέ­δι­δε στήν ἀ­ει­κι­νη­σί­α του, ἔν­νοι­α πού βέ­βαι­α γεν­νι­έ­ται ἀ­πό τήν ἡ­ρα­κλει­τι­κη ἔν­νοι­α τῆς κο­σμι­κῆς φω­τι­ᾶς μέ τίς ἀ­τε­λεί­ω­τες με­τα­μορ­φώ­σεις της. Αὐτή ἦ­ταν ἡ γε­νι­κή κα­τά­στα­ση τῆς Φι­λο­σο­φί­ας, ὁ­ταν οἱ Ἐ­λε­ά­τες ἔ­κα­ναν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους στό προ­σκή­νι­ό της. Τή στιγ­μή πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ Ἐλεατική θε­ω­ρί­α, ἡ ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α ἔ­χει συμ­πλη­ρώ­σει ἤ­δη ἕ­ναν αἰ­ώ­να ζω­ῆς.
 
Ἡ Ἐ­λε­α­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α βα­σί­ζε­ται γε­νι­κά στίς κα­τα­κτή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κο­σμο­γνω­σί­ας, τό­σο στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὁ­σο καί στή μυ­στι­κι­στι­κή ἔκ­φρα­σή της. Πέ­ρα ὅ­μως ἀ­πό αὐτό τό γε­νι­κό κλί­μα, οἱ ἄ­με­σοι καί πραγ­μα­τι­κοί πρό­δρο­μοι τῶν Ἐ­λε­α­τῶν εἶ­ναι οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι, ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος. Αὐτοί συν­τε­λοῦν στή γέ­νε­ση τοῦ ἐ­λε­α­τι­κοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ, ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρο θε­τι­κά καί ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀρ­νη­τι­κά. Οἱ Πυ­θα­γό­ρει­οι μέ τή μα­θη­μα­τι­κή σκέ­ψη τους ἀ­πό τή μι­ά καί μέ τή δαι­μο­νο­κρα­τί­α τους ἀ­πό τήν ἄλ­λη· ὁ Ξε­νο­φά­νης μέ τόν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κό καί ἀ­πρό­σω­πο θε­ό του· ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος μέ τό δυ­να­μι­κό σύμ­παν καί τό κο­σμι­κό πῦρ, τό πάν­των κε­χω­ρι­σμένον. Ἀρχηγός τῆς Ἐλεατικῆς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­ναι ὁ Παρ­με­νί­δης (πε­ρί­που 515-440), ὄ­χι ὁ Ξε­νο­φά­νης, ὅ­πως πί­στευ­αν πολ­λοί, ἡ­δη ἀ­πό τήν ἀρ­χαιότη­τα. Ὁ Ξε­νο­φά­νης εἶ­ναι βα­σι­κά ὑ­λο­ζω­ι­στής ἀ­κό­μα καί ὡς θε­ο­λό­γος. Πρό­δρο­μος τῶν Ἐ­λε­α­τῶν εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ Ξε­νο­φά­νης, ὁ­πως ση­μει­ώ­σα­με ἡ­δη, ὄ­χι ὅ­μως μέ κά­ποι­ον τρό­πο πού νά τόν δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ ἀ­πό τους ἄλ­λους προ­δρό­μους, ἀ­πό τους Πυ­θα­γο­ρεί­ους καί τόν Ἠ­ρά­κλει­το. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἦ­ταν γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς κα­τω­ι­τα­λι­κῆς Ἐ­λέ­ας, ὁ­που ἔ­δρα­σε καί πο­λι­τι­κά, κυ­ρί­ως ὡς νο­μο­θέ­της. Ἀ­πό τήν πα­τρί­δα τοῦ Παρ­με­νί­δη πῆ­ρε τό ὄνο­μά της ἡ Ἐ­λε­α­τι­κή φι­λο­σο­φί­α.
 
Ὁ Παρ­με­νί­δης στη­ρί­ζε­ται στήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή θε­ο­λο­γί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη καί στή μα­θη­μα­τι­κή σκέ­ψη τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων ἀλ­λά ἡ θε­ω­ρί­α του ἐκ­δη­λώ­νε­ται κυ­ρί­ως ὡς ἀν­τί­δρα­ση στό γε­μά­το κι­νη­τι­κό­τη­τα σύ­στη­μα τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Ὁ Ἡράκλειτος εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρί­σει τό Ὄν στό ἀ­εί­ζω­ον πῦρ, πού με­τα­μορ­φώ­νε­ται ὁ­λο­έ­να καί παίρ­νει, αὐτό μό­νο του, ὅ­λες τίς μορ­φές πού φα­νε­ρώ­νον­ται μέ­σα στή φύ­ση. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἀ­πο­δέ­χε­ται τή μο­να­δι­κό­τη­τα, τήν ἑ­νό­τη­τα καί τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τοῦ ἠ­ρα­κλει­τι­κο­ῦ Ὄν­τος, ἀ­δυ­να­τεῖ ὅ­μως νά κα­τα­νο­ή­σει τήν κι­νη­τι­κό­τη­τα καί τή με­τα­βλη­τό­τη­τά του. Ἔτ­σι ὁ Παρ­με­νί­δης ὁ­ρί­ζει τό Ὄν ὡς ἀ­γέ­νη­τον, ἀ­νώ­λε­θρον, οὖλον, μου­νο­γε­νές, ἀ­τρε­μές, ὁ­μοῦϋ πᾶν, ἕν, συ­νε­χές, τε­τε­λε­σμέ­νον, ὁ­μοῖϊ­ον, ἔμ­πλε­ον, ἀ­κί­νη­τον, ἄ­ναρ­χον, ἀ­παυ­τόν, ταυ­τόν, ἔμ­πε­δον, ἴ­σον, ἰ­σο­πα­λές. Μέ μι­ά ἀρ­χέ­γο­νη συλ­λο­γι­στι­κή ὁ Παρ­με­νί­δης ἀ­πο­κλεί­ει τήν ἀρ­χή καί τό τέ­λος, τή γέ­νε­ση καί τό θά­να­το, τήν αὔ­ξη­ση καί τή φθο­ρά, τήν κί­νη­ση καί τή με­τα­βο­λή, τή δι­αι­ρε­τό­τη­τα καί τήν ἀ­συ­νέ­χει­α τοῦ ὄν­τος. Ἀ­πό αὐ­τή τή θέ­ση ὁ Παρ­με­νί­δης ἐ­ξη­γεῖ τόν φυ­σι­κό κό­σμο σάν φαι­νο­με­νι­κό, καί στή συ­νέ­χει­α ἐκ­θέ­τει τή δι­κή του φυ­σι­κή θε­ω­ρί­α, πού βά­ζει σάν κο­σμο­λο­γι­κές ἀρ­χές τό φῶς καί τή νύχ­τα.
 
Τό Ὄν τοῦ Παρ­με­νί­δη, στή σύλ­λη­ψή του γε­νι­κά σάν ἔν­νοι­α ὑ­περ­βα­τι­κῆς ἀρ­χῆς, ἔ­χει ρί­ζες στή γε­νι­κό­τε­ρη μυ­στι­κι­στι­κή, θε­ο­κρα­τι­κή καί δαι­μο­νοκρα­τι­κή, μο­ναρ­χι­κή καί ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κή, ὅ­πως καί στή μο­νι­στι­κή πα­ρά­δο­ση· ἀ­κό­μα στόν ἀν­τι­μυ­θι­κό καί ἀν­τι­λα­τρει­α­κό θε­ό τοῦ Ξε­νο­φά­νη καί στό σο­φόν τοῦ Ἠ­ρά­κλει­του, πού εἶ­ναι ὑ­πε­ρεμ­πει­ρι­κά, ὄ­χι ὁ­μως ἀ­κό­μα καί ὑ­περ­βα­τι­κά, πάν­των κε­χω­ρι­σμέ­νον. Στά εἰ­δι­κά γνω­ρί­σμα­τά του τό Ὄν τοῦ Παρ­με­νί­δη κα­τά­γε­ται, ὡς πε­ρι­γρα­φό­με­νο μέ ἔν­νοι­ες χώ­ρου, χρό­νου, ὄγ­κου, δο­μῆς, ἀ­πό τήν Ἰωνική φυ­σι­κή· ὡς τέ­λει­ο σφαι­ρι­κό σχῆ­μα, ὁ­μοι­ό­μορ­φο, ὅμοι­ον, ἴ­σον, ἰ­σο­πα­λές, τε­τε­λε­σμέ­νον, συ­νε­χές, ἔμ­πλε­ον, ἀ­πό τους Πυ­θα­γο­ρεί­ους· ὡς ἐν, μου­νο­γε­νές καί ἀ­νώ­λε­θρον, ἀ­πό τους ὑ­λο­ζω­ι­στές, μέ τήν ἀ­νώλε­θρον, ἑ­νι­αί­α ὕ­λο­ζω­ι­στι­κη οὐ­σί­α· ὡς ἄ­ναρ­χον, ἀ­παυ­τόν, ἀ­γέ­νη­τον, ἀ­νώ­λε­θρον, οὖ­λον καί ταὐ­τόν, ἀ­πό τόν ἡ­ρα­κλει­τι­κο κό­σμο καί τό ἀλ­λοι­ού­με­νο πῦρ· ὡς ἐν, οὖλον, ἀ­κί­νη­τον καί ἔμ­πε­δον, ἀ­πό τόν ξε­νο­φα­νι­κό θε­ό, τόν ἕ­να καί μέ­γι­στον, πού ἐ­νερ­γεῖ οὖ­λος καί πού αἰ­εί ἐν ταυ­τῷ μί­μνει κι­νεύ­με­νος οὐ­δέν. Στήν κα­θα­ρή φυ­σι­κή θε­ω­ρί­α τοῦ ὁ Παρ­με­νί­δης, βά­ζον­τας ἀρ­χές τοῦ κό­σμου τό φῶς καί τή νύχ­τα, συν­δέ­ε­ται τό­σο μέ τήν πυ­ρο­κρα­τι­κή κο­σμο­λο­γί­α τοῦ Ἡράκλειτου (φά­ος – φω­τι­ά) ὁ­σο καί μέ τίς φω­το­γο­νι­κές καί σκοτο­γο­νι­κές πα­ρα­στά­σεις τῶν ­Ὀρ­φι­κῶν (φά­ος – Φά­νης, κο­σμο­γο­νι­κός θε­ός, καί νύξ – Νύξ, κο­σμο­γο­νι­κή θε­ά).
 
Οἱ μα­θη­τές τοῦ Παρ­με­νί­δη, ὁ Ζή­νων ὁ Ἐ­λε­ά­της (πε­ρί­που 490 – 430) καί ὁ Μέ­λισ­σος ὁ Σά­μι­ος (ἀ­κμή πε­ρί­που 440), ὑ­πε­ρα­σπί­στη­καν τή θε­ω­ρί­α τοῦ δα­σκά­λου τους στήν ἐ­πι­μέ­ρους προ­βλη­μα­τι­κή της, ἀ­να­πτύσ­σον­τας κυ­ρί­ως τήν ἀρ­χέ­γο­νη συλ­λο­γι­στι­κή του, πού ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά κα­τα­δεί­ξει λο­γι­κά ἀ­δύ­να­τη τήν ἀρ­χή καί τό τέ­λος, τή γέ­νε­ση καί τό θά­να­το, τήν αὔ­ξη­ση καί τή φθο­ρά, τήν κί­νη­ση καί τή με­τα­βο­λή, τή δι­αι­ρε­τό­τη­τα καί τήν ἀ­συ­νέ­χει­α τοῦ Ὄντος. Ὁ Ζή­νων ἐ­πι­νό­η­σε γι’ αὐ­τό τό σκο­πό τήν ἔμ­με­ση ἀ­πό­δει­ξη, φα­νε­ρώ­νον­τας τά πα­ρά­δο­ξα σάν ἐ­πα­κό­λου­θά της ἐν­δε­χό­με­νης ἀ­πο­δο­χῆς τοῦ ὅ­τι τό Ὄν δέν εἶ­ναι ἕ­να, δέν εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το κτλ. Αὐτή ὁ­μως ἡ ἐ­πέ­ξερ­γασί­α τοῦ παρ­με­νι­δι­κο­ῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ ἐ­πέ­φε­ρε καί κά­ποι­α τρο­πο­ποί­η­ση τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ Ὄντος, ὅ­πως αὐτή εἶ­χε δι­α­τυ­πω­θεῖ ἀ­πό τόν ἀρ­χη­γό της Ἐ­λε­α­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἔτσι ὁ Ζή­νων μέ τήν ἐ­π’ ἄ­πει­ρον το­μήν πα­ρα­με­ρί­ζει τό οὐ­δέ δι­αι­ρε­τόν καί ὁ Μέ­λισ­σος, προ­σθέ­τον­τας στό Ὄν τά γνω­ρί­σμα­τα τοῦ ἄ­πει­ρου καί τοῦ ἀ­σώ­μα­του, ἐγ­κα­τα­λεί­πει τό τε­τε­λε­σμέ­νον ἑ­νός ἀ­παρ­τι­σμέ­νου καί συμ­με­τρι­κο­ϋ ὄγκου. Μέ τά πρό­σθε­τα γνω­ρί­σμα­τά του τό Ἐλεατικό Ὄν κα­ταν­τᾶ ἀ­κό­μα πι­ό ὑ­περ­βα­τι­κό.
 
Ἡ Ἐλεατική θε­ω­ρί­α προ­κά­λε­σε πολ­λα­πλές ἀν­τι­δρά­σεις σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά πε­δί­α ἔ­ρευ­νας, πού ἀ­πό τό­τε ἀ­κρι­βῶς αὐ­το­νο­μή­θη­καν καί ἐ­ξε­λί­χθη­καν σέ εἰ­δι­κούς κλά­δους τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης: στό γνω­σι­ο­θε­ω­ρη­τι­κό καί τό λο­γι­κό, στό ὀν­το­λο­γι­κό καί τό με­τα­φυ­σι­κό, στό φυ­σι­κό καί τό μα­θη­μα­τι­κό. Ση­μει­ώ­σα­με ἡ­δη ὅτι μέ τόν Ἡράκλειτο ἄ­νοι­γε ὁ δρό­μος γι­ά νά με­λε­τη­θοῦν ἡ ταυ­τό­τη­τα καί ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα, ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος, ἡ κί­νη­ση καί ἡ σχέ­ση, τό συ­νε­χές καί ἡ δι­αι­ρε­τό­τη­τα τῆς ὕ­λης. Ἡ Ἐλεατική θέ­ση, πέ­ρα ἀ­πό τήν ἀ­πο­δο­χή ἡ τήν ἄρ­νη­ση, πού θά μπο­ροῦ­σε νά προ­κα­λέ­σει μέ τόν ὑ­περ­βα­τι­σμό της, ἔ­φε­ρε στήν ἐ­πι­φά­νει­α ὅ­λα αὐ­τά τά εἰ­δι­κά προ­βλή­μα­τα, ὄ­ξυ­νε τή φύ­ση τους στό ἔ­πα­κρο καί ἔ­κα­νε ἐ­πι­τα­κτι­κή τή­να­ναγ­κη γι­ά ἀν­ταπό­κρι­ση σ’ αὐ­τά, ἄν ἡ ἑλ­λη­νι­κή σκέ­ψη, φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἡ ὑ­περ­βα­τι­κή, δέν ἡ­θε­λε νά ὑ­πο­χω­ρή­σει στό μύ­θο. Ὁ δι­ά­λο­γος πού ἀ­κο­λού­θη­σε, κο­ρύ­φω­σε τή σύγ­κρου­ση τοῦ δω­ρι­κοῦ μέ τό ἰ­ω­νι­κό πνε­ῦμα, καί ἡ γι­γαν­το­μα­χί­α πε­ρί τῆς οὐ­σί­ας δέν ἦ­ταν πα­ρά μι­ά φά­ση τοῦ ἐμ­φύ­λι­ου σπα­ραγ­μοῦ, πού πῆ­ρε τό Ὄνο­μα τοῦ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κο­ῦ πο­λέ­μου.
 
Στό πε­δί­ο τῆς γνω­σι­ο­λο­γί­ας καί τῆς λο­γι­κῆς πρῶ­τος ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῆς Σο­φι­στι­κῆς ἐγ­και­νι­ά­ζει τόν ἀν­τί­λο­γο στήν Ἐ­λε­α­τι­κή θε­ω­ρί­α ὁ Γορ­γί­ας (483 – 376). Αὐτός στό ἔρ­γο τοῦ Μέ­λισ­σου Περί φύ­σε­ως ἡ πε­ρί τοῦ ὅντος ἀ­παν­ταᾶ μέ τό ἔρ­γο του Πε­ρί τοῦ μή ὄντος ἤ πε­ρί φύσεωις, πού βέ­βαι­α ἀ­πευ­θύνε­ται ἄ­με­σα στόν Μέ­λισ­σο, ἀλ­λά ἔμ­με­σα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τήν Ἐ­λε­α­τι­κή φι­λο­σο­φί­α στό σύ­νο­λό της. Ὁ Γορ­γί­ας το­πο­θε­τεῖ κα­θε­μι­ά ἀ­πό τίς θέ­σεις τῆς Ἐλεατικῆς φι­λο­σο­φί­ας πά­νω στό τρι­α­δι­κό δυ­νη­τι­κό σχῆ­μα θέ­ση – ἄρ­ση – σύν­θε­ση καί, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τήν ἴδι­α συλ­λο­γι­στι­κή πού οἱ Ἐ­λε­ά­τες εἰση­γή­θη­καν, ἀν­τι­στρέ­φει τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά τους καί κα­τα­λή­γει στό γε­νι­κό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι τό Ὄν οὔ­τε ὑ­πάρ­χει οὔ­τε νο­εῖ­ται οὔ­τε ἀ­να­κοι­νώ­νε­ται, γι­α­τί αὐτό πού ἀ­να­κοι­νώ­νο­με εἶ­ναι λό­γι­α, δέν εἶ­ναι τό ὄν.
 
Στό πε­δί­ο τῆς Φυ­σι­κῆς, πρίν ἀ­πό τή φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς Ἐλεατικῆς ὀν­το­λο­γί­ας ἀ­πό τους Ἀτομικούς, ἐκ­δη­λώ­θη­καν τά­σεις συγ­κε­ρα­σμο­ῦ τοῦ δω­ρι­κο­ῦ καί τοῦ ἰ­ω­νι­κο­ῦ πνεύ­μα­τος καί τά­σεις ἐμ­μο­νῆς στήν ὑ­λο­ζω­ιστι­κή ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ ἀ­κραί­α θέ­ση τοῦ Παρ­με­νί­δη, ὅτι ὁ φυ­σι­κός κό­σμος εἶ­ναι μό­νο βρο­τῶν δό­ξαι, δη­λα­δή οὔ­τε κάν, ἐ­πι­τέ­λους, ὄψις ἀ­δή­λων, μο­λο­νό­τι αἰ­τι­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­πό τήν ἀ­νε­πάρ­κει­α τῶν αἰ­σθή­σε­ων καί τό ἀ­νε­ξή­γη­το τοῦ με­τα­βο­λι­σμοῦ τῆς ἐμ­πει­ρι­κά καί λο­γι­κά δε­δο­μέ­νης οὐ­σί­ας, δέν εἶ­χε ἀ­πο­δο­χή σέ κα­μι­ά ἀ­πό τίς τά­σεις πού ἐκ­δη­λώ­θη­καν ὡς ἀν­τι­δρά­σεις, θε­τι­κές ἡ ἀρ­νη­τι­κές, στήν Ἐλεατική φι­λο­σο­φί­α, ἀ­κό­μα οὔτε στήν πι­ό ἀ­κραί­α πνευμα­το­κρα­τι­κή, τήν πλα­τω­νι­κή. Αὐτό ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­νε ἐ­πι­τα­κτι­κό­τε­ρη τήν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κά ὁ κό­σμος τοῦ γί­γνε­σθαι, ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τό ἴδι­ο τό γί­γνε­σθαι, τά φυ­σι­κά μορ­φώ­μα­τα καί ἡ γε­νε­σι­ουρ­γός αἰ­τί­α τους, ἡ σύν­θε­ση καί ἡ δι­ά­λυ­ση, ἡ αὔ­ξη­ση καί ἡ φθο­ρά, ἡ κί­νη­ση καί κά­θε με­τα­βο­λή.
 
Ἀ­πό τόν δω­ρι­κό κό­σμο ὁ Ἐμ­πε­δο­κλής ὁ Ἀ­κρα­γαν­τί­νος (492 – 432), κο­σμο­λό­γος μέ ἔκ­φρα­ση φυ­σι­κή καί μυ­στι­κή, ἐ­πι­χει­ρεῖ πρῶ­τος ἕ­να συγ­κε­ρα­σμό, προ­ε­κτεί­νον­τας τόν κο­σμο­λο­γι­κό πλου­ρα­λι­σμό τοῦ Παρ­με­νί­δη καί στό ὀν­το­λο­γι­κό πε­δί­ο. Αὐτό τό ἐγ­χεί­ρη­μα, πού κρα­τι­έ­ται γε­ρά ἀ­πό τήν ἑ­δραι­ω­μέ­νη πλου­ρα­λι­στι­κή συ­νεί­δη­ση τῆς δη­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ, ἔ­χει κα­τα­λυ­τι­κές συ­νέ­πει­ες καί γι­ά τά δυ­ό ἀν­τί­πα­λα στρα­τό­πε­δα καί ἐ­πι­φέ­ρει ἀ­με­τά­κλη­τα καί γε­νι­κά καί γι­ά τά δυ­ό, καί στό πε­δί­ο τῆς Φυ­σι­κῆς καί στό πε­δί­ο τῆς ­Ὀν­το­λο­γί­ας, τήν ὁ­ρι­στι­κή ἔκ­πτω­ση τοῦ μο­νι­σμοῦ, πού εἶ­χε τό πρό­τυ­πό του στό ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κό πα­ρελ­θόν. Γι­ά τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ τό σύμ­παν συν­τί­θε­ται καί ἀ­πο­συν­τί­θε­ται ἀ­πό τέσ­σε­ρις, αἰ­ώ­νι­ες καί ἀ­με­τά­βλητες, οὐ­σί­ες, πού τίς κα­τευ­θύ­νουν δυ­ό ἀ­κα­τά­λυ­τες δυ­νά­μεις: οἱ οὐ­σί­ες εἶ­ναι τό Νε­ρό, ὁ Ἀέρας, ἡ Γῆ, ἡ Φω­τι­ά· οἱ δυ­νά­μεις εἶ­ναι ἡ Ἀγάπη καί τό Μί­σος, ἡ ἕλ­ξη καί ἡ ἀ­πώ­θη­ση, θά λέ­γα­με σή­με­ρα. Εὐ­δι­ά­κρι­τα ἐ­δῶ τό Νε­ρό τοῦ Θα­λῆ, ὁ Ἀέρας τοῦ Ἀ­να­ξι­μέ­νη, ἡ Γῆ τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ἡ Φω­τι­ά τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Ἡ Ἀγάπη καί τό Μί­σος βγαί­νουν ἀ­πό τό συμ­φε­ρό­με­νον δι­α­φε­ρό­με­νον ἡ τόν πό­λε­μο καί τήν εἰ­ρή­νη τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του. Τό σύμ­παν τοῦ Ἐμπεδοκλῆ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το στό σύ­νο­λό του, κα­τά τό ἐ­λε­α­τι­κό πρό­τυ­πο, καί κι­νού­με­νο στά μέ­ρη του, κα­τά τό ἡ­ρα­κλει­τι­κό πρό­τυ­πο. Ἡ θέ­ση τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ἀ­κί­νη­τοι κα­τά κύ­κλον, 17, 14, εἶ­χε ἔ­ρει­σμα στό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ἡ­ρά­κλει­του, 34, ξυ­νόν ἀρ­χή καί πέ­ρας ἐ­πί κύ­κλου, ἀ­ξί­ω­μα πού εἶ­χε γί­νει δε­κτό, χω­ρίς ἐ­πι­φύ­λα­ξη, καί ἀ­πό τόν Ἀλ­κμαί­ω­να, 2 καί ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη, 5. Θε­σπί­ζον­τας ὁ Ἐμ­πε­δο­κλής οὐ­σί­ες καί δυ­νά­μεις, χώ­ρι­σε τό φυ­σι­κό στοι­χεῖ­ο ἀ­πό τήν κί­νη­ση καί ἔτ­σι πα­ρερ­μή­νευ­σε τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή οὐ­σί­α, πού ἦ­ταν ἀ­εί­ζω­ον, ὕ­λη καί ἐ­νέρ­γει­α μα­ζί. Μέ προ­η­γού­με­να τά ἀν­τι­θε­τι­κά ζεύ­γη τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων ἀ­πό τή μι­ά, τό εἶ­ναι καί φαί­νε­σθ­αι τῶν Ἐ­λε­α­τῶν ἀ­πό τήν ἄλ­λη, ὁ Ἐμπεδοκλής, προσ­δι­ο­ρι­σμέ­νος ἀ­πό τή δαι­μο­νο­κρα­τί­α, εἰ­δι­κά τοῦ ὀρ­φι­κοπυ­θα­γο­ρι­κοῦ κύ­κλου, ἐ­πι­νο­εῖ τήν ἐ­πέμ­βα­ση τῆς ἐ­νέρ­γει­ας πά­νω στήν ὕλη μέ πρό­τυ­πο τό σῶ­μα τό κα­τε­χό­με­νο καί κα­τευ­θυ­νό­με­νο ἀ­πό τό δαί­μο­να. Αὐτό ἄ­νοι­ξε τό δρό­μο σέ κά­θε ἰ­δε­ο­κρα­τι­κή θε­ω­ρί­α ὡς τίς μέ­ρες μας. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν πρώ­τη “αὐ­θαι­ρε­σί­α” εἰς βά­ρος τῆ­ς ­Ἰ­ω­νι­κῆς φυ­σι­κῆς, ἀ­πό τόν Παρ­με­νί­δη, ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ: ὁ Παρ­με­νί­δης, πα­ρερ­μη­νεύ­ον­τας τήν ἡ­ρα­κλει­τι­κη δι­ά­κρι­ση μέ­ρους καί ὅ­λου, δι­έ­σπα­σε τήν ἑ­νι­αί­α ὕ­λο­ζω­ι­στι­κη οὐ­σί­α σέ Ὄν καί φαι­νό­με­να· ὁ Ἐμπεδοκλής, προ­σπα­θών­τας νά γε­φυ­ρώ­σει τό χά­σμα ἀ­νά­με­σα στό Ὄν καί στά φαι­νό­με­να, δι­έ­σπα­σε γι­ά δεύ­τε­ρη φο­ρά τήν ὑ­λο­ζω­ι­στι­κή οὐ­σί­α σέ ὕ­λη καί ἐ­νέρ­γει­α. Ἀλλά τό νε­κρό φυ­σι­κό στοι­χεῖ­ο ἦ­ταν κα­θα­ρή ἐ­πι­νό­η­ση, ἔ­στω καί δι­και­ο­λογ­ημ­έ­νη ἀ­πό τήν ἀ­δυ­να­μί­α νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ὁ με­τα­βο­λι­σμός τῆς οὐ­σί­ας· κι αὐτό γι­α­τί κα­νείς, ἀ­πό­λυ­τα κα­νείς, ὄχι μό­νο ὑ­λο­ζω­ι­στής ἀλ­λά καί ποι­η­τής θε­ο­γο­νί­ας, δέν εἶ­χε πο­τέ φαν­τα­στεῖ φυ­σι­κό σῶ­μα στε­ρη­μέ­νο ἀ­πό ἐ­νέρ­γει­α ἡ ἐ­νέρ­γει­α ἔ­ξω ἀ­πό φυ­σι­κό σῶ­μα, ἀ­φοῦ καί οἱ θε­οί ἦ­ταν σω­μα­τι­κοί!
 
Ἀ­πό τόν ἰ­ω­νι­κό κό­σμο ὁ Ἀ­να­ξα­γό­ρας ὁ Κλα­ζο­μέ­νι­ος (πε­ρί­που 500-428), προ­σπα­θών­τας νά ἐ­πι­τύ­χει τό συγ­κε­ρα­σμό τῆς Φυ­σι­κῆς μέ τήν ­Ὀν­το­λο­γί­α, σκέφ­τη­κε ὄ­χι πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ. Ἔχοντας προ­η­γού­με­να τήν ἔν­νοι­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη γι­ά τό θε­ό, πού νό­ου φρε­νί πάν­τα κρα­δαί­νει, 21, τήν γνώ­μην τοῦ Ἡράκλειτου, 85, ὁτέ­η ἐ­κυ­βέρ­νη­σε πάν­τα δι­ά πάν­των καί τήν ἱ­ε­ρήν φρῆ­να τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, 134, 4, ὁ Ἀναξαγόρας ὑ­πέ­θε­σε ὡς αἴ­τι­ο γι­ά τήν κί­νη­ση τό Νο­ῦ, οὐ­σί­α ἐν­τε­λῶς ξε­χω­ρι­στή ἀ­πό τά συ­στα­τι­κά της ὕλης, πού εἶ­ναι ὁ­μοῦ πάν­τα. Ἔτ­σι ὅ­μως ὁ Ἀναξαγόρας ἔ­δω­σε συ­νέ­χει­α στή δι­ά­σπα­ση τῆς οὐ­σί­ας σέ ὕλη καί ἐ­νέρ­γει­α
 
Ἐπιστροφή στόν ὀρ­θό­δο­ξο ὑ­λο­ζω­ι­σμό δι­δά­σκει ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Ἀ­πολ­λωνι­ά­της, ἀ­να­τρέ­χον­τας στόν Ἀ­να­ξι­μέ­νη καί ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τή θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀέρα: Καί μοί δο­κεῖ τό τήν νό­η­σιν ἔ­χον εἶ­ναι ὁ ἀ­ήρ κα­λού­με­νος ὑ­πό τῶν ἀν­θρώ­πων, καί ὑ­πό τοῦ­τον πάν­τα καί κυβερ­νᾶ­σθαι καί πάν­των κρα­τεῖν αὐτό γάρ μοί τοῦ­το θε­ός δο­κεῖ εἶ­ναι καί ἐ­πί πᾶν ἀ­φῖ­χθαι καί πάν­τα δι­α­τι­θέναι καί ἐν παν­τί ἐ­νεῖ­ναι, 5. Ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Ἀέρα, ὅ­πως εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη ἀ­πό τόν Δι­ο­γέ­νη, ἄν καί ἔ­χει ἐ­νι­σχύ­σει τήν ἀ­να­ξι­με­νι­κή ἔν­νοι­α μέ γνω­ρί­σμα­τα ξε­νο­φα­νι­κά, ἡ­ρα­κλει­τι­κα, ἐ­λε­α­τι­κά καί ἀ­να­ξα­γο­ρι­κά, προ­δί­δει ὁ­πισθο­δρό­μη­ση στίς πι­ό ἁ­πλο­ϊ­κές συλ­λή­ψεις, πού κά­τω ἀ­πό τή νέ­α προ­βλη­μα­τι­κή φαί­νον­ται σχε­δόν μυ­θι­κές καί φα­νε­ρώ­νουν τό μά­ται­ό της ἐμ­μο­νῆς στόν ὑ­λο­ζω­ι­σμό. Ὅ­μως ἡ θέ­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη πε­ρι­έ­χει τοῦ­το τό θε­με­λι­α­κά αὐ­θεν­τι­κό γι­ά τήν ἱ­στο­ρι­κή δι­καί­ω­ση τοῦ ὑ­λο­ζω­ι­σμο­ῦ: ἀρ­νεῖϊ­ται σάν αὐ­θαι­ρε­σί­α τή δι­ά­σπα­ση τῆς ὑ­λο­ζω­ι­στι­κῆς οὐ­σί­ας σέ ὕλη καί ἐ­νέρ­γει­α.
 
Στό πε­δί­ο τῆς Φυ­σι­κῆς οἱ Ἀτομικοί ἀ­νέ­λα­βαν τόν πραγ­μα­τι­κό ἀν­τί­λο­γο μέ τήν Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α, ὅ­πως στό πε­δί­ο τῆς γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­ας καί τῆς λο­γι­κῆς τόν εἶ­χαν ἀ­να­λά­βει οἱ Σο­φι­στές. Οἱ Ἀτομικοί εἶ­δαν ἔγ­και­ρα ὁ­τι ἀ­πό τή δι­α­μά­χη τῆς Ἐλεατικῆς ὀν­το­λο­γί­ας μέ τήν Ἰωνική φυ­σι­κή εἶ­χαν βγεῖ στήν ἐ­πι­φά­νει­α γνή­σι­α καί κεν­τρι­κά προ­βλή­μα­τα οὐ­σί­ας, πού δέν μπο­ροῦ­σε νά τά ἐ­πι­λύ­σει πι­ά ἡ ρο­μαν­τι­κή ἐμ­μο­νή στόν ὑ­λο­ζω­ι­σμό. Ἔτ­σι οἱ Ἀτομικοί μα­θή­τε­ψαν στούς Ἐ­λε­ά­τες καί ἔ­μα­θαν νά τούς ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν μέ ὅ­πλα ἐ­λε­α­τι­κά. Ὁ Λεύ­κιπ­πος (ἀ­κμή πε­ρί­που 430) καί ὁ Δη­μο­κρι­τος (πε­ρί­που 460-370), δά­σκα­λος καί μα­θη­τής, φί­λοι καί συ­νερ­γά­τες, δέχ­τη­καν τό ἐ­λε­α­τι­κό δόγ­μα ὅ­τι τό Ὄν εἶ­ναι ἀ­γέν­νη­το καί ἄ­φθαρ­το, θέ­ση πού, ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε τήν κα­τα­γω­γή της στό ἡ­ρα­κλει­τι­κο ἦν ἀ­εί καί ἔ­στιν καί ἔ­σται, 51· δέν δέχ­τη­καν ὅ­μως ὅ­τι τό Ὄν εἶ­ναι καί ἀ­κί­νη­το καί ἀ­δι­αί­ρε­το. Οἱ Ἐ­λε­ά­τες εἶ­χαν ἀρ­νη­θεῖ τή δυ­να­τό­τη­τα νά κι­νεῖ­ται καί νά δι­αι­ρεῖ­ται τό Ὄν, ἐ­πει­δή γι­’­αὐ­τούς ἐ­κτός ἀ­πό τό Ὄν δέν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Οἱ Ἀ­το­μι­κοί πα­ρα­τή­ρη­σαν ὁ­τι μέ αὐτό τόν τρό­πο οἱ Ἐ­λε­ά­τες εἶ­χαν ἀρ­νη­θεῖ καί τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ κε­νο­ῦ, πού τό ταύ­τι­ζαν μέ τό μή ὄν. Ἀλλά τό κε­νόν, τό μή ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στό πλῆ­ρες, στό ὄν, μπο­ρε­ῖ νά τό λέ­με μή ὄν, εἶ­ναι ὅμως τό­σο πραγ­μα­τι­κό ὅσο καί τό ὄν. Μέ ἄλ­λα λό­γι­α ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ κε­νοῦ χώ­ρου ἔ­πρε­πε νά θε­ω­ρεῖ­ται τό­σο βέ­βαι­η δσό καί ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὄντος. Αὐτό ἦ­ταν τό πρῶ­το βῆ­μα γι­ά φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Στή συ­νέ­χει­α οἱ Ἀτομικοί ἀν­τι­με­τώ­πι­σαν τή θέ­ση τοῦ Ζή­νω­να γι­ά τήν ἐ­π’ ἄ­πει­ρον το­μήν καί ἔφ­τα­σαν στήν ἔν­νοι­α τοῦ Ἀτόμου, δη­λα­δή τοῦ ἄ­τμη­του μο­ρί­ου ὕ­λης. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό αὐ­τά οἱ Ἀτομικοί δέν δυ­σκο­λεύ­τη­καν νά ἀ­πο­δώ­σουν στό ἄ­το­μο τά γνω­ρί­σμα­τα πού ὁ Παρ­με­νί­δης εἶ­χε δώ­σει στό ὄν: ἀ­γέν­νη­το, ἀ­κα­τά­λυ­το, ἀ­με­τά­βλη­το, ἁ­πλό καί μέ ὁ­ρι­σμέ­να ὅρι­α. Αὐτό ὁ­μως σή­μαι­νε ὅτι τό ἄ­το­μο εἶ­χε μό­νο ὄγκο, ὄχι ἄλ­λη ἰ­δι­ό­τη­τα. Ἔτ­σι, μέ βά­ση τήν Ἐλεατική ὀν­το­λο­γί­α, οἱ Ἀτομικοί ἔφ­τα­σαν στήν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­ποί­ου ὕλης καί ἐ­ξή­γη­σαν τίς ποι­ό­τη­τες ἀ­πό τούς τρό­πους συμ­πλο­κῆς τῶν ἀ­τό­μων κα­τά τή σύν­θε­ση τῶν σω­μά­των. Ἡ θε­τι­κι­στι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς ἐ­λε­α­τι­κῆς ὀν­το­λο­γί­ας εἶ­χε συμ­πλη­ρω­θεῖ.
 
Ἡ Ἐλεατική φι­λο­σο­φί­α εἶ­χε ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ἀ­πό ἱ­στο­ρι­κή ἄ­πο­ψη ἔγ­και­ρα στήν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­ξη­γη­θε­ῖ τό γί­γνε­σθαι, σέ ἀ­να­φο­ρά πρός τό εἶ­ναι. Μέ τήν προ­σπά­θει­ά της νά κα­τα­νο­ή­σει αὐτή τή σχέ­ση, ἔ­φε­ρε στήν ἐ­πι­φά­νει­α καί ἐγ­και­νί­α­σε ἡ ἴ­δι­α πλῆ­θος γνή­σι­α προ­βλή­μα­τα τῆς Φυ­σι­κῆς. Θέ­λον­τας ὅμως νά δώ­σει κά­ποι­α ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση στό ἐμ­πει­ρι­κά ἀ­πρό­σι­το θέ­μα τοῦ με­τα­βο­λι­σμοῦ τῆς οὐ­σί­ας, χώ­ρι­σε τόν ἑ­νι­αῖ­ο κό­σμο σέ πραγ­μα­τι­κό καί φαι­νο­με­νι­κό. Ἔτ­σι εὐ­θύ­νε­ται ἱ­στο­ρι­κά γι­ά τή δι­ά­σπα­ση τῆς ὑ­λο­ζω­ι­στι­κης οὐ­σί­ας σέ ὕ­λη καί ἐ­νέρ­γει­α καί, στήν προ­έ­κτα­ση, γι­ά τή γέ­νε­ση τῆς πνευ­μα­το­κρα­τί­ας καί τοῦ ὑ­λι­σμο­ῦ. Μέ τή θε­τι­κι­στι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς Ἐ­λε­α­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἀ­πό τούς Ἀτομικούς, τό χά­σμα ἀ­νά­με­σα στήν πνευ­μα­το­κρα­τί­α καί τόν ὑ­λι­σμό ἡ ἀ­νά­με­σα στόν ὑ­περ­βα­τι­σμό καί τή φυ­σι­ο­κρα­τί­α ἔ­γι­νε ὁ­ρι­στι­κά ἀ­γε­φύ­ρω­το καί ξε­πέ­ρα­σε τά ὅρι­α τῆς Προ­σω­κρα­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ὁ “ἐ­θνι­κός δι­χα­σμός” μπῆ­κε σέ νέ­α φά­ση στήν Ἀττική φι­λο­σο­φί­α, ὅταν οἱ Ἐ­λε­ά­τες πο­λι­το­γρα­φή­θη­καν στό κρά­τος τῶν ἰ­δε­ῶν καί ὁ ἀρ­χη­γός τους ἔ­γι­νε γι­ά τόν Πλά­τω­να ὁ πα­τήρ ἠ­μῶν Παρ­με­νί­δης καί ὁ Παρ­με­νί­δης ὁ μέ­γας.

ΟΜΗΡΟΣ, Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Ομήρου... μαραθώνιος από τη Νέα Υόρκη ως το Τέξας   Η Ιλιάδα: Το πρώτο γραπτό λογοτεχνικό έργο της Ευρώπης
 Ο Όμηρος είναι ο πρώτος ποιητής της Ευρώπης του οποίου σώζεται το έργο (ή τουλάχιστον τμήματα του). Με βάση τις ενδεί­ξεις που διαθέτουμε ο Όμηρος είναι ταυτόχρονα ο πρώτος «συγγραφέας» του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο πρώτος δηλαδή που συνέθεσε το έργο του (ή τουλάχιστον μεγάλα τμήματα του) με τη βοήθεια της γραφής. Για τετρακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Όμηρο, η ποίηση των Ελλήνων —τόσο η επική όσο και η λυ­ρική— ήταν αποκλειστικά προφορική. Ακόμη νωρίτερα, στην πρώτη περίοδο ακμής του Ελληνισμού, τη 2η χιλιετία π.Χ. (την επονομαζόμενη «μυκηναϊκή» εποχή της ελληνικής ιστορίας, που είχε τελειώσει 400 περίπου χρόνια πριν από τον Όμηρο), υπήρχε βέβαια και γραφή και ποίηση, το αν υπήρχε όμως επίσης γραπτή ποίηση παραμένει προς το παρόν αδιευκρίνιστο. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε από την υπόθεση ότι τα έπη του Ομήρου ήταν τα πρώτα ποιήματα που καταγράφηκαν στα ελληνικά.
 
Η τόσο σημαντική για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό πρώτη καταγραφή ποιητικού λόγου σημειώθηκε πριν από 2700 χρόνια πε­ρίπου. Η χρονική στιγμή δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια, αλλά τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ. Ο τόπος της καταγραφής ήταν μια πόλη (ή ένα από τα νησιά που βρίσκονται κατά μήκος) της δυτικής ακτής της Μικράς Ασίας. Στην αρχαιότητα πολλά έργα αποδίδονταν στον Όμηρο, μεταξύ αυτών οι Ὁμηρικοί Ὕμνοι, ο Μαργίτης, η Βατραχομυομαχία και η Θηβαΐς. Από όλα όμως τα έργα με το όνομα του Ομήρου μόνο δύο μπορούν δικαιωματικά να θεωρηθούν αυθεντικές δημιουργίες του και συνεπώς να χαρακτηρισθούν ως τα πρώτα ποιήματα της Ευρώπης που η σύν­θεσή τους έγινε με τη βοήθεια της γραφής: η Ιλιάδα και η Οδύσσεια (ορισμένοι μάλιστα μελετητές αναγνωρίζουν μόνο την Ιλιάδα ως δημιούργημα του Ομήρου).

             Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι πολύστιχα αφηγηματικά ποιήματα («μνημειώδη έπη»). Η Ιλιάδα αριθμεί περί τους 16000 εξαμετρικούς στίχους, η Οδύσσεια περί τους 12000. Και τα δύο έργα ανήκουν, ως διαφορετικές εκδοχές, στο είδος της ηρωικής ποίησης. Στο πλαίσιο αυτού του ποιητικού είδους, που απαντά στην αρχή της ιστορίας πολλών λαών ως μέσο εξύμνησης των κατορθωμάτων των ηρώων του παρελθόντος, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ξεχωρίζουν ως προς δύο κυρίως λειτουργίες τους: (1) με τα έπη αυτά αρχίζει η ευρωπαϊκή λογοτεχνία (δηλα­δή η σύνθεση κειμένων που βασίζεται στη γραφή και έχει στόχο ο οποίος υπερβαίνει τις απλές πρακτικές ανάγκες)· (2) τα δύο αυτά έπη εγκαινίασαν μια νέα εποχή στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την εποχή της κειμενικότητας (δηλαδή της ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων μέσα από γραπτά κείμενα). Με βάση τα όσα γνωρίζουμε σήμερα οι Έλληνες υιοθέτησαν από τους Φοίνικες στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών μαζί τους ένα συμφωνικό αλφάβητο το πρώτο μισό του 8ου αι., πιθανότατα ακόμη και πριν από το 776, την αρχή δηλαδή των καταλόγων των Ολυμπιονικών, και το τελειοποίησαν μετατρέποντάς το σε ένα πλήρες φωνηματικό αλφάβη­το, όπως το χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα. Έτσι, άρχισαν αμέσως να χρησιμοποιούνται ορισμένοι τύποι κει­μένων για καθημερινές δραστηριότητες (η γραφή είχε άλλωστε επινοηθεί για να εξυπηρετήσει ακριβώς αυτούς τους πρακτικούς επικοινωνιακούς σκοπούς): κατάλογοι εμπορευμάτων, λογαρια­σμοί, εμπορική αλληλογραφία αλλά και διάφοροι τύποι κειμένων ιδιωτικής χρήσης (μαρτυρημένοι και σε επιγραφική μορφή). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλοι οι τομείς του δημόσιου βίου κατακλύσθηκαν ταυτόχρονα από κείμενα ως μέσα επικοινωνίας, καταγραφής, αρχειοθέτησης, οργάνωσης, εκπαίδευσης κ.ο.κ. Η ζωή δεν είχε ακόμη «κειμενοποι­ηθεί». Παρόλο που η κοινωνία αξιοποιούσε ήδη τη γραφή σε ορι­σμένους τομείς, δεν κυριαρχούνταν ακόμη συνολικά από αυτήν.
 
Η εξέλιξη αυτή είναι αυτονόητη από ιστορική άποψη: όταν υιοθέτησαν το αλφάβητο, οι Έλληνες είχαν πίσω τους περίπου 400 χρόνια στο διάστημα των οποίων δεν χρησιμοποιούσαν τη γραφή. Η πρώτη φάση εγγραμματοσύνης διακόπηκε απότομα ανάμεσα στο 1200 και το 1100 με την κατάρρευση του παλαιού, εξαιρετικά ανεπτυγμένου συστήματος κεντρικής διοίκησης. Η ανάγνωση και η γραφή όχι μόνον έπαψαν να χρησιμοποιούνται στο διάστημα αυτό, αλλά προφανώς στις περισσότερες περιοχές λησμονήθηκαν εντελώς ως πολιτισμικές τεχνικές. Σε αυτή τη μα­κρά περίοδο κατά την οποία δεν γίνεται χρήση της γραφής ανα­πτύχθηκαν εκ νέου οι επικοινωνιακές και εθιμικές μορφές της προφορικής κοινωνίας (η επονομαζόμενη conditio humana ora­lis). Αυτές οι μορφές, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν αμέσως με την υιοθέτηση της γραφής τον 8ο αι. Οι νέες μορφές της ζωής που θα προσδιορίζονταν από τη γραφή έπρεπε να αναδιαμορφωθούν, οι πολλαπλές δυνατότητες χρήσης του νέου μέσου έπρεπε να ανακαλυφθούν εκ νέου. Η διαδικασία αυτή, σε αντίθεση με όσα οι ερευνητές υπέθεταν παλαιότερα, φαίνεται ότι εξελίχθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα , διήρκεσε ωστόσο αρκετές δεκαετίες. Μια σειρά αυστηρά προσδιορισμένων μορ­φών λόγου (ακόμη και μη εμπορικού χαρακτήρα), τυποποιημέ­νων στους προφορικούς πολιτισμούς, θα πρέπει να μεταφέρθη­καν στον γραπτό λόγο ήδη σε αυτή τη χρονική περίοδο. Παρα­δείγματα αποτελούν ο πίνακας —με τις παραλλαγές του, τον κα­τάλογο και τη γενεαλογία — η προσευχή, η παροιμία κ.ά. (Είναι απίθανο πρώτος ο Όμηρος να μετέφερε σε γραπτή μορφή μεμιάς όλες αυτές τις μορφές λόγου.) Αυτές όμως οι μάλλον μεμονωμένες περιπτώσεις χρήσεων δεν φαίνεται να οδήγησαν σε ένα σταθερό σύστημα κειμένων (σε μια πρώτη μορ­φή «διακειμενικότητας»).Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την παράδοση παλαιότερων μαρτυριών αλφαβητικής γραφής.
 
Από αυτή την πρώτη φάση της εγγραμματοσύνης παραδίδονται μόνο κάποια περιθωριακά παίγνια, κυρίως ένα είδος γκράφιτι σε όστρακα. Προφανώς, η γραφή ήταν τότε ακόμα «κατά κύριο λόγο μια δραστηριότητα που αφορούσε μια συγκεκριμένη στιγμή, της οποίας τα προϊόντα συνήθως μπορούσαν και έπρεπε να εξαφανιστούν, μόλις εκπλήρωναν τον σκοπό τους» [Heubeck]. Μια τέτοια όμως χρήση της γραφής, που αφορά μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν μπορεί να αποτελέσει ακόμη τη βάση της κειμενικότητας.
 
  Όμηρος, ο θεμελιωτής της ευρωπαϊκής κειμενικότητας
 Η κειμενικότητα καθίσταται δυνατή μόνο με τη θεσμοθετη­μένη χρήση κειμένων με σκοπό τη διατήρηση, δηλαδή την κατα­γραφή και αποθήκευση δεδομένων, συμβάντων, γνώσεων, κατορθωμάτων κ.ο.κ. με τη μορφή καταλόγων, κτηματολογίων, νο­μικών κωδίκων και συλλογών νόμων, χρονικών κ.λπ. Για να μπορέσει όμως κανείς να εντοπίσει, να επιδιώξει και να επιτύχει τελικά αυτόν τον βαθμό της εγγραμματοσύνης, πρέπει να αναπτύξει, από ψυχολογική άποψη, τη «βούληση της ανάμνησης» με τη βοήθεια της «συλλογής και της διατήρησης» [Wimmel]. Αυτή η επιθυμία για διατήρηση εμφανίζεται αργά ή γρήγορα σε όλους τους πολιτισμούς οι οποίοι στηρίζονται στη γραφή. Στους ανατολικούς και αιγυπτιακούς πολιτισμούς της γραφής η επιθυ­μία αυτή εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, σε βασιλικές επιγραφές ή εκθέσεις κυβερνητικών πεπραγμένων και στην καταγραφή πα­λαιών, συχνά ποιητικά διαμορφωμένων, μυθικών παραδόσεων. Πώς και πότε εκδηλώθηκε η ίδια επιθυμία για πρώτη φορά στον ελληνικό πολιτισμό της γραφής δεν είναι γνωστό. Φαίνεται ωστόσο βέβαιο ότι η Ιλιάδα και κατόπιν η Οδύσσεια οφείλουν την καταγραφή τους ακριβώς σε αυτήν την επιθυμία για διατήρηση, αφού πίσω τουλάχιστον από την Ιλιάδα υπάρχει σαφώς η βούληση αυτοπροβολής εκείνης της κοινωνικής τάξης της οποίας το σύστημα αξιών απεικονίζει και προσπαθεί να διαδώσει το έπος. Μόλις όμως η ιδέα της διατήρησης των υπό άλλες συνθήκες πρόσκαιρων στοιχείων μέσω της καταγραφής τους γεννήθηκε και υλοποιήθηκε, βρίσκει μιμητές και εξαπλώνεται με την παραγωγή κειμένων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής που προσφέρονται για αυτόν τον σκοπό: η κειμενικότητα αρχίζει.
 
           Ότι η Ιλιάδα (και στα ίχνη της η Οδύσσεια) διαδραμάτισαν προδρομικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία προκύπτει από την εξής αξιόπιστη ένδειξη: η έναρξη της κειμενικότητας στους πρώτους πολιτισμούς της γραφής συνάγεται κανονικά από μια αιφ­νίδια αύξηση του αριθμού των κειμένων. Αυτή η αύξηση των κειμένων δεν ταυτίζεται με την αύξηση του αριθμού των εγγράφων που προηγείται χρονικά η αύξηση του αριθμού των εγγράφων αποδεικνύει απλώς την εξάπλωση της γραφής, δηλαδή μόνο την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης. Στην Ελλάδα αυτό συνέβη το αργότερο γύρω στο 750 («φαίνεται ότι τότε έγινε μια πολιτιστική έκρηξη»: Burkert). Αντίθετα, η αύξηση του αριθμού των κειμένων χρονολογείται προφανώς γύρω στο 700. Από τη στιγμή εκείνη ο αριθμός τόσο των λογοτεχνικών κειμένων (Ησίοδος, Καλλίνος, Τυρταίος, Αρχίλοχος, Αλκμάν) όσο και των χρηστικών κειμένων (νόμοι και διατάγματα) αυξάνει αλματωδώς. Η περίοδος μετά το 700 περίπου ήταν, με βάση όλες σχεδόν τις ενδεί­ξεις που διαθέτουμε (βλ. παρακάτω σ. 87 κ.ε.), ήδη μια μεταϊλιαδική και ίσως μια μεταοδυσσειακή περίοδος. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο Όμηρος με τα εκτενή κείμενά του (ή τουλάχιστον με την Ιλιάδα) προκάλεσε την ουσιαστική μετάβαση του ελληνικού πολιτισμού του 8ου αι. στην κειμενικότητα, δηλαδή στην κειμενοποίησή του.
 
Αυτή η συμβολή του Ομήρου, η θεμελίωση της ευρωπαϊκής κειμενικότητας, προκαλεί το έντονο ενδιαφέρον για τα ομηρικά έπη, ιδίως από την πλευρά των εθνολόγων, των ανθρωπολόγων, των κοινωνιολόγων, των ιστορικών του πολιτισμού και των επικοινωνιολόγων. Αλλά ακόμη και στους κατεξοχήν ειδικούς, τους κλασικούς φιλολόγους, γίνονται αισθητά τα πρώτα σημάδια αυτού του νέου ενδιαφέροντος για τον Όμηρο. Ο Walter Wimmel γράφει το 1981:
«Επειδή τα βασικά θέματα της πνευματικής κληρονομιάς μας τέθηκαν με την καταγραφή των επών που συνδέουμε με το όνομα του Ομήρου, ο «Ομηρος’ εξασφάλισε μια σταθερή υπεροχή στη διαδικασία διαμόρφωσης του εκτενούς κειμένου [δηλαδή της ευρωπαϊκής κειμενικότητας] … Η λογοτεχνία μας παρέμεινε έως σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις της ‘καθορισμένη από τον Όμηρο'».
Παρόμοια, αν και με κάπως διαφορετική έμφαση, είχε διατυπώσει την ίδια άποψη πριν από τρία χρόνια ο αμερικανός κλασικός φιλόλογος και θεωρητικός της προφορικότητας Eric Α. Havelock:
[Η καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας] «ήταν ένας κεραυνός στην ανθρώπινη ιστορία … Αποτέλεσε τη βίαιη είσοδο στον πολιτισμό και είχε συνέπειες που αποδείχθηκαν μη αναστρέψιμες. Έθεσε τη βάση για την καταστροφή του προφορικού τρόπου ζωής και των προφορικών μορφών σκέψης … Αυτό που ξεκίνησε με την εγγραμματοσύνη του Ομήρου ήταν μια διαδικασία διάβρωσης της ‘προφορικότητας’, η οποία συνεχίσθηκε για πολλούς αιώνες της ευρωπαϊκής ιστορίας» [The Alphabetization of Homer]
 
            Η σημασία της καμπής στην ιστορία του πολιτισμού που συμβολίζει ο Όμηρος δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Από την εποχή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι ένας γραπτός και κειμενικός πολιτισμός, που διατηρεί και διαρκώς συσσωρεύει με τη βοήθεια της γραφής το σύνολο των γνώσεων, των ικανοτήτων και των στόχων του. Έτσι προστατεύεται από τη λήθη, αλλά είναι καταδικασμένος να υπερβαίνει κάθε φορά τον εαυτό του. Οι συνέπειες αυτής της κειμενικότητας για την εξέλιξη, την παρούσα κατάσταση και τις προοπτικές της σύγχρονης κοινωνίας γίνεται στις μέρες μας αντικείμενο εντατικής μελέτης, ιδίως στις Η.Π.Α.
 
          Είναι φυσικό επακόλουθο αυτή η νέα επικαιρότητα του Ομήρου, που οφείλεται στον ρόλο που διαδραμάτισε στην ιστορία του πολιτισμού, να έχει προκαλέσει ένα νέο ενδιαφέρον για την ιδιαιτερότητα της ποίησής του. Η χαρακτηριστική φυσιογνωμία και η εξέλιξη ενός εγγράμματου πολιτισμού προκαθορίζονται συχνά από τον χαρακτήρα του κειμένου που βρίσκεται στην αφετηρία του. Στην περίπτωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του κειμένου προκαθορίστηκε από ένα βασικό εξωτερικό γεγονός. Όταν οι Έλληνες θεμελίωσαν (ασυναίσθητα) τον 8ο αι. τη συγκεκριμένη μορφή της κειμενικότητας και της εγγράμματης συνείδησης που υφίσταται ως σήμερα, το έκαναν με μια πράξη επιλογής. Δύο εγγράμματοι πολιτισμοί με περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας προσφέρονταν για πρότυπα —ο πολιτισμός της Μέσης Ανατολής και ο πολιτισμός της Αιγύπτου· καθένας από αυτούς είχε παραγάγει λογοτεχνικά κείμενα διόλου ευκαταφρόνητης αξίας. Η ύπαρξη και των δύο λογοτεχνιών ήταν γνωστή στους Έλληνες αυτής της εποχής, όπως αποδεικνύεται από την υιοθέτηση μοτίβων τους τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Ειδικά η αραμαϊκή-φοινικική παραλλαγή αυτών των εγγράμματων πολιτισμών πρέπει να άσκησε επίδραση στους Έλληνες, αφού οι Έλληνες υιοθέτησαν από τους Φοίνικες το ίδιο το όργανο της εγγραμματοσύνης, τη γραφή. Το εύρος της αραμαϊκής-φοινικικής λογοτεχνίας (που ως επί το πλείστον είναι γραμμένη σε δερμάτινους κυλίνδρους) ήταν ήδη αξιοσημείωτο τον 8ο αι. Η διαμόρφωση της λογοτεχνικής συνείδησης της Ευρώπης ίσως να είχε πάρει διαφορετική κατεύθυνση, αν οι Έλληνες ενεργούσαν τότε όπως ενήργησαν αργότερα οι Ετρούσκοι, οι Ρωμαίοι και οι διάδοχοί τους στον Μεσαίωνα· όλοι αυτοί υιοθέτησαν μαζί με τη γραφή και τη λογοτεχνία από τους εκάστου δασκάλους τους. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατή η ενιαία λογοτεχνική συνείδηση της Ευρώπης από τον Όμηρο ως τη σύγχρονη εποχή. Οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που αποφάσισαν διαφορετικά. Απομόνωσαν το όργανο από τα προϊόντα του και το αξιοποίησαν για τη δημιουργία της δικής τους λογοτεχνίας. Τα έργα που τοποθέτησαν στην αρχή αυτής της λογοτεχνικής εξέλιξης δεν αποτελούσαν ξένες εισαγωγές αλλά δημιουργήματα του δικού τους πνεύματος- ήταν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.
 
Η ποιητική αξία των ομηρικών επών
Όπως είναι φυσικό, με αυτή την απόφαση δημιουργήθηκαν μόνον οι προϋποθέσεις για την επίδραση του Ομήρου. Τα ομηρικά έπη θα μπορούσαν να ήταν σε τέτοιο βαθμό προϊόντα της εποχής τους, ώστε μια ή δυο γενιές αργότερα να μη θεωρούνται πλέον επίκαιρα και ελκυστικά. Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα, 27 αιώνες αργότερα, μπορεί κανείς να μιλήσει για την «εξέλιξη του γραπτού πολιτισμού μας που είναι καθορισμένη από τον Όμη­ρο» [Wimmel], αποδεικνύει ότι τα πράγματα ήταν ακριβώς αντίθετα. Από την πρώτη στιγμή η επίδραση του Ομήρου στηρίχτηκε ακριβώς στο γεγονός ότι η ποίησή του υπερέβαινε το πρόσκαιρο, βασιζόταν δηλαδή σε μια διαχρονική ποιότητα. Η ιστορία της πρόσληψης του Ομήρου από τους ίδιους τους Έλλη­νες, τους Ρωμαίους και τη σύγχρονη εποχή αποδεικνύει αυτή την προφανή διαχρονική ποιότητα του Ομήρου, ιδίως σε εκείνες τις περιπτώσεις που επιχειρήθηκε η αμφισβήτησή της. Η απόφαση των Ελλήνων του 8ου αι.
αποδεικνύεται τελικά λιγότερο ως απο­τέλεσμα τύχης και περισσότερο ως κάτι το αναπόφευκτο.
 
           Αν όμως η κύρια αιτία για τη μακραίωνη επίδραση του Ομήρου είναι η ποιητική αξία των επών του, τότε το πραγματικό «ομηρικό ζήτημα» δεν πρέπει να αφορά τη γένεση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αλλά την ουσία αυτής της αξίας. Έτσι, στο επίκεντρο της προκείμενης μελέτης έχει τεθεί το έργο ως ποιητικό δημιούργημα και αισθητικό φαινόμενο το ερώτημα για το πώς προέκυψε το έργο αυτό τίθεται στο περιθώριο. Ο σύγχρονος αναγνώστης του Ομήρου καλείται να προσλάβει τα ομηρικά έπη όπως ακριβώς τα προσελάμβανε το αρχικό κοινό του Ομήρου.
 
Όμηρος, ο σύγχρονός μας
          Τα τελευταία χρόνια σπαταλήθηκε πολύς κόπος, ιδιαίτερα στη Γερμανία, προκειμένου να εξηγηθεί πόσο απόμακρος μάς είναι πια ο Όμηρος. Έγινε λόγος για την «ετερότητα» του Ομήρου, για τον ανεπίκαιρο χαρακτήρα του, για την «εντέλει απρόσιτη διαφορετικότητα» της ομηρικής κοινωνίας [Wickert-Micknat]. Πίσω από τέτοιες εκφράσεις κρύβεται πάνω από όλα η υπερεκτίμηση της δικής μας μοναδικότητας (που μοιάζει όμως παράλογη από την οπτική γωνία των 600.000 ετών της ανθρώπινης ιστορίας). Η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τον Όμηρο ανέρχεται σε λίγο περισσότερο από 80 γενιές. Η διαφορά όμως ανάμεσα στον Όμηρο και σε εμάς, που γίνεται φανερή κυρίως στις εξωτερικές δομές, εκμηδενίζεται μπροστά στα στοιχεία που είναι προφανές ότι παρέμειναν αναλλοίωτα. Κάθε αναγνώστης θα ανακαλύψει μόνος του ό,τι παρέμεινε αμετάβλητο στην ανθρώπινη φύση, δηλαδή ως προς τη σκέψη, τα συναισθήματα, τις αξίες και τους στόχους (λ.χ. ως προς τη σημασία της επίδοσης, της επιτυχίας, της ομορφιάς, της χάρης στους τρόπους συμπεριφοράς και στην έκφραση, παράλληλα όμως και ως προς τη σημασία της υπερηφάνειας, της αυτοεκτίμησης και της αίσθησης της αξιοπρέπειας). Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα γίνουν, όπως ελπίζω, ορατές ορισμένες εντυπωσιακές ομοιότητες ως προς το ποιητικό αποτέλεσμα: η βούληση και η ικανότητα του Ομή­ρου να συνθέτει στοχαστικά, να δομεί το υλικό του λογικά αλλά όχι και απλοϊκά, να παρουσιάζει τα κίνητρα των ηρώων με τρόπο έλλογο και παρ’ όλα αυτά εξαιρετικά διαφοροποιημένο, να ηθογραφεί ολοκληρωμένους χαρακτήρες με διαφορετικό βαθμό πολυπλοκότητας, να σχεδιάζει συγκρούσεις και να τις διευθετεί με πειστικό τρόπο —με δυο λόγια, η βούληση και η ικανότητα να αποδίδει και να νοηματοδοτεί τον κόσμο με τη βοήθεια του έντεχνου λόγου.Αν ο Όμηρος είχε όντως στο μεταξύ γίνει ξένος, τότε η επο­χή μας δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό της στο έργο τόσο εύκολα όπως συμβαίνει στο πλαίσιο του σύγχρονου προβληματισμού της ιστορίας των ιδεών που αφορά τις απαρχές της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας. Το καινούριο ενδιαφέρον για τον Όμηρο δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η εκ νέου ανακάλυψη της ουσιαστικής συγγένειας μεταξύ αρχαίου και σύγχρονου κόσμου, μιας συγγένειας που φαινόταν να έχει λησμονηθεί όσο γινόταν λόγος για μια μη αναστρέψιμη ιστορική αποξένωση.

Όταν η συνειδητή επιλογή οδηγεί σε εξέλιξη

Κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου ένας ενήλικας χρειάζεται να πάρει αρκετές αποφάσεις, άλλες πολύ σημαντικές και άλλες λιγότερο. Με αυτόν τον τρόπο και χωρίς συχνά να το συνειδητοποιούμε, μέσα από το παρόν και τον τρόπο με τον οποίο το διαχειριζόμαστε, χτίζουμε σιγά σιγά το μέλλον μας και οδηγούμαστε αναλόγως τις επιλογές μας στον έναν ή στον άλλο δρόμο.

Η απειλή εξωγενών παραγόντων στον τρόπο λήψης αποφάσεων
Τι γίνεται, όμως, όταν αφήνουμε εξωγενείς παράγοντες να εισβάλουν στις καθημερινές μας αποφάσεις; Όταν επιτρέπουμε τη φωνή της κοινωνίας, της οικογένειας, των φίλων και των γνωστών να διεισδύει μέσα στο μυαλό μας και να επηρεάζει τον τρόπο σκέψης μας και κατά συνέπεια τον τρόπο λήψης αποφάσεων;
… επιφέρει εσωτερικές συγκρούσεις

Σίγουρα τίποτα καλό δεν θα μπορούσε να προκύψει μέσα από επιλογές επηρεασμένες και στηριζόμενες στους λάθος λόγους. Γιατί όταν η αιτία που πράττουμε δεν βασίζεται σε προσωπική μας εσωτερική παρόρμηση αλλά σε λύση ανάγκης ή γνώμες τρίτων, έχουμε ήδη επιλέξει κάτι το οποίο δεν θέλουμε πραγματικά, αλλά αναγκαζόμαστε να κάνουμε. Αυτομάτως κάτι τέτοιο συνεπάγεται μία υποσυνείδητη εσωτερική σύγκρουση μεταξύ επιθυμίας και υποχρέωσης, η οποία μας αδειάζει και μας τοξινώνει ενεργειακά, οδηγώντας μας σε αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα που μας υποβαθμίζουν και μειώνουν την αίσθηση αυτοαξίας, αφού διαπιστώνουμε στην πράξη ότι δεν τα καταφέρνουμε όπως θα θέλαμε.

Τα 5 φίλτρα στις αποφάσεις μας
Έτσι λοιπόν, με σκοπό την αποφυγή όλων των παραπάνω συνεπειών περιγράφονται ακολούθως πέντε απλά χαρακτηριστικά, με τα οποία θα ήταν χρήσιμο να φιλτράρουμε κάθε μας απόφαση, ειδικά αν διακυβεύονται πολλά μέσα από αυτήν.

1. Η επιλογή μας πάντα θα πρέπει να γίνεται χωρίς να σκεφτόμαστε τη γνώμη των γύρω μας. Όταν επιτρέπουμε τις φωνές των τρίτων να αλλοιώνουν τις επιθυμίες μας, τότε μόνο δυσαρμονίες μπορεί να προκύψουν. Άλλωστε το μονοπάτι του καθενός μας είναι τελείως προσωπικό και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίζει ποιο θα ήταν το καλύτερο για εμάς.

2. Δεν θα πρέπει ποτέ να επιλέγουμε με γνώμονα τον φόβο ή την ανασφάλεια. Καμία απόφαση που στηρίχθηκε στον φόβο ή σε οποιοδήποτε άλλο αρνητικό συναίσθημα δεν εξελίχθηκε με αρμονικό τρόπο στην πορεία. Και αυτό γιατί η ίδια η φύση του φόβου είναι καθαρή τοξίνη και προσβάλει τόσο τις οργανικές όσο και τις ψυχικές λειτουργίες μας.

3. Η επιλογή μίας προτίμησης θα πρέπει να γίνεται πάντα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναισθηματική αποστασιοποίηση. Βεβαίως, το συναίσθημα είναι σημαντικό και μας διακρίνει ως ανθρώπους, αλλά ιδιαίτερα σε θέματα σημαντικών αποφάσεων καλό θα είναι να μην του επιτρέπουμε να μας παρασύρει σε λάθος δρόμους.

4. Κάθε επιλογή, όποια και αν είναι η βαρύτητά της, θα πρέπει να γίνεται βάσει ειλικρινούς επιθυμίας και όχι στηριζόμενη σε πιεστικές ανάγκες ή εξαρτητικές λειτουργίες. Γιατί οι λύσεις ανάγκης οδηγούν σε διαρκείς συμβιβασμούς και αυτοί με τη σειρά τους σε μειωμένη αυτοεκτίμηση. Και σίγουρα κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει ένα άτομο σε εξέλιξη. Πράττουμε πάντα λοιπόν με περίσσια πίστη στον εαυτό μας και στις ικανότητές μας.

5. Η καθαρή πρόθεση παίζει τον σημαντικότερο ρόλο στη λήψη μίας απόφασης. Πριν επιλέξουμε κάτι, πρέπει να αναρωτηθούμε εσωτερικά: «Γιατί το θέλω εγώ αυτό; Ποιος ο λόγος που θα το επιλέξω;» Και αν η πρόθεση που κρύβεται στην απάντησή μας έχει θετική χροιά τότε και η επιλογή που θα κάνουμε θα μας οδηγήσει σε εξέλιξη και άνοιγμα σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής μας. Τώρα αν η πρόθεσή μας βασίζεται σε λάθος κριτήρια θα φανεί εκ των υστέρων δημιουργώντας μας ποικίλα προβλήματα στους τομείς που θα αποδειχθούν ευάλωτοι.

Επομένως, καλό θα ήταν γενικά να μην υποβαθμίζουμε τη βαρύτητα καμίας επιλογής και να την επεξεργαζόμαστε εκτενώς, γιατί κρίνει και καθορίζει όχι μόνο εμάς, αλλά και το ίδιο μας το μέλλον. Είμαστε οι επιλογές μας, γι’ αυτό ας επιλέγουμε πάντα με σύνεση αποφεύγοντας έτσι τις δυσαρμονίες και εστιάζοντας μόνο στη θετική μας εξέλιξη!
 

ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ

peitho-lathi-epikoinoniasΟι περισσότεροι από μας δεν εκφράζουμε τις ανάγκες μας αποτελεσματικά και δεν λύνουμε ουσιαστικά τα προβλήματα που δημιουργούνται στην καθημερινή μας επικοινωνία με τους άλλους. Έχουμε την τάση είτε να συγκρατούμε και να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας είτε να πηγαίνουμε στο άλλο άκρο και να ξεσπάμε πάνω στον άλλον φορτώνοντάς του την ευθύνη για τη δυσάρεστη κατάστασή μας.
      
Όταν καταπιέζουμε τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας, γεμίζουμε με ένταση, πικρία, αρνητισμό, και νιώθουμε αποξενωμένοι και γεμάτοι μνησικακία για το πρόσωπο ή την κατάσταση που θεωρούμε σαν υπεύθυνα για την μη εκπλήρωση των αναγκών και των προσδοκιών μας. Αυτό δημιουργεί μεγάλη εσωτερική νευρική ένταση που σαν αποτέλεσμα μπορεί να φέρει κάθε είδους αρρώστιες.

Συγχρόνως, κλεινόμαστε στον εαυτό μας νιώθοντας μόνοι και παρεξηγημένοι. Αλλά έχουμε μήπως εκφράσει ικανοποιητικά, με τον κατάλληλο τρόπο, τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας, ώστε οι άλλοι να μπορούν να τις καταλάβουν καθαρά και να τις λάβουν υπόψη τους σοβαρά; Αν όχι, τότε είμαστε απόλυτα υπεύθυνοι για την κατάσταση μέσα στην οποία βρισκόμαστε.

Ο άλλος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι χειρίζονται τις διαψευσμένες ελπίδες, προσδοκίες και ανάγκες τους, είναι να ρίχνουν την ευθύνη για την ανικανοποίησή τους πάνω στους άλλους.

Μέμφονται τους άλλους και τους βρίζουν, τους κατακρίνουν για την αναισθησία τους και άλλα ελαττώματα, και δημιουργούν γενικά ένα εχθρικό περιβάλλον που οδηγεί σε μεγάλη δυστυχία, χωρίς να εκπληρώνονται οι ανάγκες κανενός. Πολλά παιχνίδια δύναμης παίζονται έτσι και ο καθένας προσπαθεί να εξαναγκάσει τον άλλο να συμμορφώνεται στις δικές του προσδοκίες.

Στις περισσότερες καταστάσεις, τόσο η αρνητική, όσο και η επιθετική μέθοδος χειρισμού των προβλημάτων μεταξύ των ατόμων, είναι ολοφάνερα χωρίς αποτέλεσμα.

Το πρώτο βήμα για την λύση κάθε προβλήματος είναι να καταλάβει κανείς καθαρά ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημα και ποιος έχει το πρόβλημα. Αυτό δεν είναι πάντα τόσο σαφές όσο φαίνεται.

Για παράδειγμα, μια μητέρα μπορεί να πιστεύει πως το παιδί της έχει πρόβλημα γιατί δεν τακτοποιεί το δωμάτιό του και γιατί δεν τα πάει καλά στο σχολείο. Στην πραγματικότητα όμως, μπορεί το παιδί να είναι τελείως ευτυχισμένο με το δωμάτιό του και ικανοποιημένο από τους βαθμούς του. Το μόνο του πρόβλημα μπορεί να είναι πως δεν του αρέσει να γκρινιάζει η μητέρα του γι’ αυτά τα πράγματα.

Έτσι, στην πραγματικότητα η μητέρα έχει το πρωταρχικό πρόβλημα κι όχι το παιδί. Οι ανάγκες της για τάξη και καθαριότητα και για επιτυχία του παιδιού, σύμφωνα με τις κοινωνικά προγραμματισμένες της προσδοκίες, δεν έχουν εκπληρωθεί και για το λόγο αυτόν ακριβώς δεν μπορεί να δεχθεί την συμπεριφορά του παιδιού.

Νιώθει ίσως πολύ ενοχλημένη, γιατί η συμπεριφορά του παιδιού αντανακλάει πάνω στη δική της επιτυχία σαν μητέρα. Το πρόβλημα είναι ολοκάθαρα δικό της. Το παιδί, έχει ίσως κι αυτό, ένα πρόβλημα. Αυτό όμως που η μητέρα σκεπτόταν σαν πρόβλημα του παιδιού, ήταν ολοφάνερα δικό της αποκλειστικά. Αλλά προσπαθεί να το λύσει σαν να ήταν πρόβλημα του παιδιού, δίνοντας στο παιδί το μήνυμα πως αυτό έχει ένα πρόβλημα και πως δεν είναι εν τάξει.

Στο παιδί, φυσικά, δεν αρέσει αυτό το μήνυμα και αντιδρά ενάντια σ’ αυτό και δεν υποτάσσεται στις επιθυμίες της μητέρας. Απλώς γιατί αυτή δεν τις εξέφρασε καθαρά, με σαφήνεια. Δεν έχει καταλάβει πως το πρόβλημα είναι δικό της, και πως έφθασε τώρα η στιγμή για ένα ΕΓΩ-ΜΗΝΥΜΑ. Ένα ΕΓΩ-ΜΗΝΥΜΑ είναι μια σαφής κατηγορηματική έκφραση για το τι στ’ αλήθεια νιώθει ένα πρόσωπο, παίρνοντας την ευθύνη για το πώς νιώθει και χωρίς να μέμφεται το άλλο πρόσωπο για το πώς αισθάνεται.

Σε κάθε Εγώ-Μήνυμα υπάρχουν τρεις όψεις.
  • Πρέπει να προσδιορίσουμε ακριβώς πώς ή τι νιώθουμε. Ποια ανάγκη μας δεν εκπληρώνεται; Τι είναι αυτό που θέλουμε και που δεν παίρνουμε και πώς μας κάνει να νιώθουμε αυτό;
  • Ποιος είναι ο προγραμματισμός που γίνεται αιτία να νιώθουμε με τον τρόπο που νιώθουμε; Έχουμε κάποιο πρόγραμμα που λέει πως αν δεν έχουμε αυτό που νομίζουμε πως πρέπει να έχουμε δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι; Τι είναι αυτό που πιστεύουμε πως πρέπει να έχουμε; Που αν δεν το έχουμε νιώθουμε αρνητικοί και αποξενωμένοι;
  • Ποια όψη της συμπεριφοράς του άλλου τονώνει ή προκαλεί τη διέγερση του προγραμματισμού ή της πεποίθησης μας;

Ο Φλάβιος Ιώσηπος μπεν Ματθίας. Ο διπλός κατάσκοπος που άλλαξε τον κόσμο

«Η κυβέρνηση μας . . . μπορεί να ονομαστεί Θεοκρατία,
καθώς αποδίδει την εξουσία και τη δύναμη στον Θεό»
Ιωσήφ μπεν Ματθίας, ή Ιώσηπος

Ο Ιωσήφ μπεν Ματθίας, ή Ιώσηπος (Josephus Flavius 37 ως μετά το 100 μ.χ.χ.), γεννήθηκε… λίγο μετά το θάνατο του Χριστού, τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Καλιγούλα.

Γι” αυτόν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες, αφού φρόντισε ο ίδιος να γράψει την αυτοβιογραφία του. Τώρα, για πρώτη φορά στην ιστορία αποκαλύπτουμε την αλήθεια.

Ο πατέρας του Ιώσηπου ανήκε σε ιερατική οικογένεια. Η μητέρα του, ήταν απόγονος του Ασμοναίου αρχιερέα Ιωνάθαν. Μετά από πολλούς αγώνες οι Μακκαβαίοι / Ασμοναίοι κατόρθωσαν να επιβάλλουν στους Ιουδαίους την ανεξαρτησία τους.

"Ζώμεν τωόντι υπό πολίτευμα, το οποίον δεν επιζητεί ν' αντιγράφη τους νόμους των άλλων, αλλ' είμεθα ημείς μάλλον υπόδειγμαεις τους άλλους παρά μιμηταί αυτών. Και καλείται μεν το πολίτευμά μας Δημοκρατία "ΠΕΡΙΚΛΗΣ«Ζώμεν τωόντι υπό πολίτευμα, το οποίον
δεν επιζητείν” αντιγράφη τους νόμους
των άλλων, αλλ” είμεθα ημείς μάλλον
υπόδειγμα εις τους άλλους
παρά μιμηταί αυτών.
Και καλείται μεν το πολίτευμά μας Δημοκρατία»
ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Η οικογένειά τους κυβέρνησε την Ιουδαία μέχρι την εποχή που κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Ωστόσο όλα αυτά τα χρόνια ο εξελληνισμός των Ιουδαίων συνεχίστηκε. Γι” αυτό εξακολουθούσαν και οι διαμάχες ανάμεσα στους εξελληνισμένους Ιουδαίους και τους «ευσεβείς». Οι πρώτοι έφταναν, όπως είδαμε, στο σημείο να απορρίπτουν τις πατρογονικές τους παραδόσεις. Αντίθετα οι δεύτεροι πίστευαν ότι έπρεπε να μένουν πιστοί αποκλειστικά στη δική τους παράδοση και αρνούνταν οτιδήποτε ξένο. Εφάρμοζαν αυστηρά όχι μόνο το Νόμο αλλά και τις ερμηνείες των Γραμματέων. Ο απλός λαός βρισκόταν σε σύγχυση και δεν ήξερε πια ποιον να εμπιστευτεί. Με το πέρασμα των χρόνων η σύγχυση ολοένα και μεγάλωνε. Ο Ιώσηπος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και αφηγητής της εκπλήρωσης της για την πτώση της Ιερουσαλήμ το 70 μ.χ.χ.. Υπήρξε στρατιωτικός διοικητής, διπλωμάτης, Φαρισαίος, λόγιος και διπλός κστάσκοπος.

Στη διάρκεια της εφηβείας του, ο Ιώσηπος ήταν ένθερμος μελετητής του Μωσαϊκού Νόμου. Ανέλυσε τρεις αιρέσεις του Ιουδαϊσμού, τους Φαρισαίους, τους Σαδδουκαίους και τους Εσσαίους. Αποφάσισε να ζήσει τρία χρόνια κοντά σε έναν ερημίτη που ονομαζόταν Βάννος, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα ήτανΕσσαίος. Όμως σε ηλικία 19 χρονών, ο Ιώσηπος επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ και προσχώρησε στους Φαρισαίους.

Ο Ιώσηπος στη Ρώμη και στον πόλεμο
Ο Ιώσηπος πήγε στη Ρώμη το 64 μ.χ.χ. με το πρόσχημα του να μεσολαβήσει για μερικούς Ιουδαίους ιερείς τους οποίους ο ανθύπατος Φήλιξ της Ιουδαίας είχε στείλει στον Αυτοκράτορα Νέρωνα για να τους δικάσει. Ο Ιώσηπος ναυάγησε στη διάρκεια του ταξιδιού και μόλις και μετά βίας -πάλι «η θεία πρόνοια» (μας) δουλεύει- γλίτωσε το θάνατο. Διασώθηκαν μόνο 80 από τους 600 επιβάτες που ήταν στο πλοίο. Εφτασε δηλαδή με το κόλπο του ναυαγού στην Ρώμη ακριβώς όπως ο Επαφρόδιτος (επί των αφρών) που ήταν Εβραίος και τον έλεγαν Μπεν Ιωσήφ και ο Εβραίος Σαούλ που τον λένε σήμερα Απόστολο Παύλο!

Στη διάρκεια της επίσκεψης του Ιώσηπου στη Ρώμη, ένας Ιουδαίος ηθοποιός/γελωτοποιός τον σύστησε στη σύζυγο του Νέρωνα, την αυτοκράτειρα Ποππαία. Εκείνη (πιθανώς μαζί με τον άλλον εβραίο που και αυτός είχε φτάσει σαν ναυαγός στην Ρώμη, τον Επαφρόδιτο) έπαιξε βασικό ρόλο στην επιτυχία» της αποστολής του.

Όταν ο Ιώσηπος επέστρεψε στην Ιουδαία, η ιδέα της εξέγερσης εναντίον της Ρώμης είχε ριζώσει στο μυαλό των Ιουδαίων. . Καθώς δεν μπόρεσε να τους συγκρατήσει και πιθανώς επειδή φοβόταν ότι θα τον θεωρούσαν προδότη, δέχτηκε τη θέση του διοικητή των ιουδαϊκών στρατευμάτων στη Γαλιλαία. Ο Ιώσηπος συγκέντρωσε και εκπαίδευσε τους άντρες του και εξασφάλισε προμήθειες προετοιμαζόμενος για τη μάχη εναντίον των ρωμαϊκών δυνάμεων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η Γαλιλαία έπεσε από το στρατό του Βεσπασιανού. Μετά την πολιορκία που διήρκεσε 47 μέρες, το φρούριο του Ιώσηπου στα Ιωτάπατα καταλήφθηκε. *ΒΛ. 1

Όταν ο Ιώσηπος παραδόθηκε, «προφήτευσε» ότι ο Βεσπασιανός σύντομα θα γινόταν αυτοκράτορας. Φυλακίστηκε αλλά γλίτωσε την τιμωρία λόγω της προφητείας του, και αφέθηκε ελεύθερος όταν αυτή επαληθεύτηκε. Το παράδοξο είναι ότι την τότε εποχή οι Ρωμαίοι οι οποίοι μισούσαν τους Ιουδαίους λόγω των επαναστάσεων εναντίον της Ρώμης και -βασικότερο- την τότε εποχή όταν θέλανε χρησμό, προφητεία, τον ζητούσαν από τους Δελφούς όπου μεσουρανούσε ο παγκοσμίου φήμης ιερέας Πλούταρχος.

Για το υπόλοιπo του πολέμου, ο Ιώσηπος υπηρέτησε τους Ρωμαίους ως διερμηνέας και μεσολαβητής. Με πρόφαση την ένδειξη της προ­στασίας που του παρείχαν ο Βεσπασιανός και οι γιοι του, Τίτος και Δομιτιανός, ο Ιώσηπος πρόσθεσε το οικογενειακό όνομα Φλάβιος στο δικό του.

Μετά τον πόλεμο, ο Ιώσηπος πήγε στη Ρώμη. Απολαμβάνοντας την εύνοια των Φλαβίων, έζησε ως Ρωμαίος πολίτης στο πρώην αρχοντικό του Βεσπασιανού και έλαβε μια αυτοκρατορική σύνταξη μαζί με δώρα από τον Τίτο. Ο Ιώσηπος στη συνέχεια ακολούθησε συγγραφική σταδιοδρομία.

Ο Τίτος του επέτρεψε να πάρει ό,τι ήθελε απ” την πατρίδα του. Ο Ιώσηπος ζήτησε να πάρει μόνο κάποια βιβλία, και ζήτησε την απελευθέρωση κάποιων αιχμαλώτων μεταξύ των οποίων ήταν και ο αδελφός του. Πήγε στη Ρώμη μαζί με τον Τίτο, όπου έτυχε μεγάλων περιποιήσεων από τον αυτοκράτορα. Του παραχώρησαν μάλιστα κατοικία να μένει μέσα στα ανάκτορα, το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη, καθώς και σύνταξη, και του χάρισαν αρκετή γη στην Ιουδαία για ιδιοκτησία του. Να λοιπόν γιατί δεν έγραψε πολλά για τον γνωστό μας Ναζωραίο και τους Ναζωραίους που συντάραξαν τον κόσμο. Βέβαια κάτι έγραψε για το Χριστό, σχετικά όμως πολύ λίγα, έγραψε επίσης πολύ θετικά και για τον Ιωάννη το Βαφτιστή, και ίσως να τα έγραψε κοντά στο τέλος της ζωής. του
Έργα του

Τα βιβλία του Ιώσηπου, πέρα από τις ιστορικές πληροφορίες τους, είναι χρήσιμα και για την τοπογραφία και τη γεωγραφία της Παλαιστίνης. Το αρχαιότερο από τα συγγράμματά του φέρει τον τίτλο Ο Ιουδαϊκός Πόλεμος. Είναι μία επτάτομη αφήγηση, την οποία έγραψε πιθανόν για να δώσει στους Ιουδαίους μια παραστατική περιγραφή της ανώτερης δύναμης της Ρώμης αποτρέποντας έτσι μελλοντικές επαναστάσεις. Αυτά τα συγγράμματα διερευνούν την ιουδαϊκή ιστορία από την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Αντίοχο τον Επιφανή (το δεύτερο αιώνα π.Χ.) μέχρι τον πόλεμο του 66 μ.χ.χ. Ως αυτόπτης μάρτυρας, ο Ιώσηπος κατόπιν εξετάζει τον πόλεμο ως το τέλος του με την πτώση της Μασάδα το 73 μ.χ.χ.

Ένα άλλο έργο του Ιώσηπου ήταν η Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, η ιστορία των Ιουδαίων σε 20 τόμους. Αρχίζοντας από τη Γένεση και τη δημιουργία, προχωρεί και φτάνει ως τον πόλεμο με τη Ρώμη. Ακολουθεί πιστά τη σειρά της Αγιογραφικής αφήγησης, προσθέτοντας παραδοσιακές εξηγήσεις και εξωτερικές παρατηρήσεις.

Ο Ιώσηπος έγραψε μια προσωπική αφήγηση με τίτλο «Βίος». Σε αυτό το έργο επιζητεί να δικαιολογήσει τη στάση του κατά τη διάρκεια του πολέμου και προσπαθεί να μετριάσει τις κατηγορίες που του επέρριψε ο Ιούστος από την Τιβεριάδα. Ένα τέταρτο έργο του, είναι μια δίτομη απολογία με τίτλο «Κατ' Απίωνος» που υπερασπίζεται τους Ιουδαίους από παραποιημένες πληροφορίες.

Υπάρχουν όμως και χαμένα έργα τού Ιώσηπου. Ο Ευσέβιος (όπως παλαιότερα και ο Ωριγένης), μας διασώζει απόσπασμα από χαμένο κείμενο τού Ιώσηπου περί τού Ιακώβου, επισκόπου Ιεροσολύμων, που λέει τα εξής: «ταύτα δε συμβέβηκεν Ιουδαίοις κατ” εκδίκησιν Ιακώβου του δικαίου, ος ην αδελφός Ιησού του λεγομένου Χριστού, επειδήπερ δικαιότατον αυτόν όντα οι Ιουδαίοι απέκτειναν» (Εκκλ. Ιστ. ΙΙ 23, 20).

Εβραϊκός Κανόνας και Ιουδαϊκή παράδοση
Στο έργο του «Κατ' Απίωνος», αναφέρει πληροφορίες για τον Εβραϊκό κανόνα, που έχει λιγότερα βιβλία από τον Χριστιανικό και των Γνωστικών. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη διαφορά αυτή, ο Ιώσηπος λέει: «Εμείς δεν έχουμε αναρίθμητο πλήθος βιβλίων ανάμεσα μας, ασύμφωνων και αντιφατικών μεταξύ τους… αλλά μονάχα είκοσι δύο βιβλία (τα ίδια με τον Προτεσταντικό κανόνα με διαφορετικό διαχωρισμό), που περιέχουν τα υπομνήματα όλων των περασμένων εποχών τα οποία δίκαια πιστεύεται ότι είναι θεϊκά».

Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι μάλλον ο Ιώσηπος ήταν εκείνος που επινόησε τον όρο «Θεοκρατία». Σε σχέση με το ιουδαϊκό έθνος, έγραψε: «Η κυβέρνηση μας . . . μπορεί να ονομαστεί Θεοκρατία, καθώς αποδίδει την εξουσία και τη δύναμη στον Θεό»

*1 Όταν ο Βεσπασιανός νίκησε τον στρατό του Ιώσηπου στο φρούριο Ιωτάπατα, κι άρχιζε να σφάζει και να σκοτώνει τους επαναστάτες στην Γαλιλαία, ο ίδιος ο Ιώσηπος δεν βρισκόταν πουθενά. Είχε βρει «με την βοήθεια του θεού» μια τρύπα όπου χώθηκε και κατέληξε σε ένα σπήλαιο με σαράντα ακόμη συντρόφους του. Οι σύντροφοι του Ιώσηπου πρότειναν, αφού ήταν αδύνατον να σωθούν, να σκοτωθούν ώστε να μην πέσουν στα χέρια των Ρωμαίων.

Αφού μετά από πολλά επιχειρήματα ο Ιώσηπος, που δεν συμφωνούσε καθόλου με την ιδέα αυτή, δεν τους έπεισε να παραδοθούν στους Ρωμαίους, τους πρότεινε να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο μέχρι τον τελευταίο (ακριβώς το ίδιο θα συμβεί αργότερα και στην Μασάντα, από όπου οι ιστορικές μαρτυρίες στηρίζονται σε μία και μοναδική πηγή, τον Ιώσηπο), μια και η αυτοκτονία απαγορεύεται από τον νόμο του θεού. Εδώ η ερώτηση: Ο θεός του Ιώσηπου απαγορεύει την αυτοκτονία αλλά επιτρέπει τον φόνο μεταξύ συντρόφων; Λίγο απίστευτο.

Ως εκ θαύματος όμως, «υπό τύχης είτε υπό Θεού προνείας» λέει ο Ιώσηπος, σκοτώθηκαν οι τριανταοκτώ άνδρες κι έμεινε ο ίδιος με ένα (τον φίλο του) ακόμη για να τραβήξουν κλήρο. Αυτόν τον πείθει να παρατήσουν τον κλήρο και να παραδοθούν στους Ρωμαίους. Μα τι αυτοκτονία είναι αυτή; Εδώ σκοτώθηκαν οι σύντροφοι μεταξύ τους! Εκτός φυσικά από τον Ιώσηπο και τον φίλο του…; Εδώ η «θεία πρόνοια» ξέχασε τους άλλους τριανταοχτώ.

Πάντως ο Ιώσηπος επιζεί, καταγράφει βιβλία, και τα αφιερώνει, χαρίζει στον Επαφρόδιτο (ο οποίος φαίνεται να έχει χρηματοδοτήσει την έκδοση τους) τον δολοφόνο του Νέρωνος. Ποιος είναι ο Επαφρόδιτος, ο οποίος είναι φίλος του Αποστόλου Παύλου; Είναι έμπιστος του Νέρωνος, απελεύθερος δούλος, ο φιλέλλην Νέρων τον έχει για Έλληνα. Πάντως υπάρχει εδώ μία στενή φιλία (μάλλον αποστολή) μεταξύ Ιώσηπου και Επαφρόδιτου και μεταξύ Αποστόλου Παύλου, ο οποίος δεν τον αποκαλεί μόνο αδελφό, αλλά και ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΚΑΙ ΣΥΣΤΡΑΤΙΩΤΗ!

Σαφώς ο Επαφρόδιτος είναι Εβραίος και μάλιστα υψηλής φήμης, διαβάζοντας τις εργασίες του είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για έναν Εβραίο πατριώτη. Ιδού ένα δείγμα από την εργασία του Επαφρόδιτου, μέσα απο την Ιουδαϊκή Γραμματεία:

Η απολογία για την ηλικία του Ιουδαϊσμού
Το ακόλουθο κείμενο είναι μια μερική, προσωρινή, αποσπασματική μετάφραση χωρίς υποσημειώσεις!
(γ) Institutum Judaicum Delitzschianum, Münster 2003 1. Βιβλίο, 1. Η απολογία για την ηλικία του Ιουδαϊσμού
Το κείμενο είναι μια μερική, προσωρινή, αποσπασματική μετάφραση χωρίς υποσημειώσεις:
«Σημαίνω ήδη στο κύριο μέρος, εγώ ο υψηλής φήμης Επαφρόδιτος, στο γράφοντας για τον αναγνώστη της αρχαιότητάς μου που, που θα την διαβάσει, για να έχει καταστήσει σαφές ότι οι εβραϊκοί άνθρωποί μας (καταρχήν) είναι πολύ παλαιοί και λαμβανόμενοι την αρχική ύπαρξή του για το, και πως η χώρα, την οποία κρατάμε τώρα, κατοικήθηκε. Κατέγραψα πέντε χιλιάδες χρόνια .περιεκτικής ιστορίας στην ελληνική γλώσσα …;»

Επαφρόδιτος Βιβλική Εγκυκλοπαίδεια:
Μακεδόνας χριστιανός από τους Φιλίππους. Ο απ. Παύλος τον αποκαλεί με τα καλύτερα λόγια: αδερφό, συνεργάτη και συστρατιώτη (Φιλιππησίους 2:25). Δεν γνωρίζουμε εάν ο Επαφρόδιτος ήταν μέλος της εκκλησίας των Φιλίππων, ή απλώς μετέφερε επιστολή και συνεισφορές της εκκλησίας προς τον Παύλο όταν αυτός ήταν φυλακισμένος στη Ρώμη (Φιλιππησίους 2:30, 4:18). Κατά την παραμονή του στη Ρώμη ο Επαφρόδιτος αρρώστησε βαριά που κόντεψε να πεθάνει, παρόλα αυτά δεν υπολόγισε τη ζωή του και συνέχισε το έργο του Χριστού (Φιλιππησίους 2:30). Ο Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς της εκκλησίας των Φιλίππων να τον υποδεχθούν με μεγάλη χαρά και να τον τιμήσουν (Κολοσσαείς 2:29).

Ο δόλιος Σενέκας
Ο Σενέκας ήταν ο ίδιος παιδαγωγός του Νέρωνα. Πολύ ευκατάστατος κι από παλαιά οικογένεια μεγαλογαιοκτημόνων, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους τοκογλύφους της εποχής του (ο Δίων Κάσσιος αναφέρει ότι ο πόλεμος στη Βρετανία έγινε για να εισπραχθούν οι φόροι από ένα δάνειο του Σενέκα στους Βρετανούς). Ραδιούργος, ύπουλος, ανέντιμος και συνωμοτικός, αναμείχθηκε από νωρίς στην πολιτική κι έγινε πραίτορας και κατόπιν συγκλητικός, ενώ το 59μ.χ.χ. ανακηρύχθηκε ύπατος της Ρώμης από τον Νέρωνα

Μόνον μέσα σε μια χρονιά (65μ.χ.χ έως 66μ.χ.χ) εκδηλώθηκαν έξι συνωμοσίες εναντίον του, όλες υπό την επίβλεψη της Συγκλήτου. Ήδη από το 62 ο Σενέκας ο σιδηρούς βραχίων της ολιγαρχικής Συγκλήτου εκπονεί ένα πολύπλοκο σχέδιο για την εκπαραθύρωση του Νέρωνος και την άλωση του αυτοκρατορικού θρόνου από τον ίδιο.

Η γνωριμία του Σενέκα με τον Σαούλ υπήρξε καθοριστική για τα σχέδια και των δυο ανδρών. Από τη μια ο Σενέκας βρίσκει στις συμμορίες του Σαούλ τους ιδανικούς εκτελεστές τόσο της πυρπόλησης της Ρώμης όσο και τους υποκινητές μιας εξέγερσης στις ιουδαϊκές επαρχίες. Από την άλλη ο Σαούλ βρίσκει την ευκαιρία τόσο για ένα μεγάλο χτύπημα εναντίον του ευγενούς Ρωμαϊκού πολιτισμού όσο και για την διεξαγωγή της εξέγερσης με την υποστήριξη των ίδιων των Ρωμαίων αντιφρονούντων -άρα και με πιθανότητες επιτυχίας. Και οι δυο γνωρίζουν καλά τον Ιώσηπο- ο οποίος βέβαια επιμελώς δεν το αναφέρει πουθενά-, είναι και οι τρεις στην Ρώμη…… την στιγμή της πυρκαγιάς…. Σύμπτωση;