Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1259-1302)

ΑΜΥΝΙΑΣ
ἰώ μοί μοι.
1260 ΣΤ. ἔα· τίς οὗτός ἐσθ᾽ ὁ θρηνῶν; οὔ τι που
τῶν Καρκίνου τις δαιμόνων ἐφθέγξατο;
ΑΜ. τί δ᾽; ὅστις εἰμί, τοῦτο βούλεσθ᾽ εἰδέναι;
ἀνὴρ κακοδαίμων. ΣΤ. κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου.
ΑΜ. ὦ σκληρὲ δαῖμον· ὦ τύχαι θραυσάντυγες
1265 ἵππων ἐμῶν· ὦ Παλλάς, ὥς μ᾽ ἀπώλεσας.
ΣΤ. τί δαί σε Τλημπόλεμός ποτ᾽ εἴργασται κακόν;
ΑΜ. μὴ σκῶπτέ μ᾽, ὦ τᾶν, ἀλλά μοι τὰ χρήματα
τὸν υἱὸν ἀποδοῦναι κέλευσον ἅλαβεν,
ἄλλως τε μέντοι καὶ κακῶς πεπραγότι.
1270 ΣΤ. τὰ ποῖα ταῦτα χρήμαθ᾽; ΑΜ. ἁδανείσατο.
ΣΤ. κακῶς ἄρ᾽ ὄντως εἶχες, ὥς γέ μοι δοκεῖς.
ΑΜ. ἵππους γ᾽ ἐλαύνων ἐξέπεσον, νὴ τοὺς θεούς.
ΣΤ. τί δῆτα ληρεῖς ὥσπερ ἀπ᾽ ὄνου καταπεσών;
ΑΜ. ληρῶ, τὰ χρήματ᾽ ἀπολαβεῖν εἰ βούλομαι;
1275 ΣΤ. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως σύ γ᾽ αὐτὸς ὑγιαίνεις. ΑΜ. τί δαί;
ΣΤ. τὸν ἐγκέφαλον ὥσπερ σεσεῖσθαί μοι δοκεῖς.
ΑΜ. σὺ δέ, νὴ τὸν Ἑρμῆν, προσκεκλήσεσθαί γ᾽ ἐμοί,
εἰ μἀποδώσεις τἀργύριον. ΣΤ. κάτειπέ νυν,
πότερα νομίζεις καινὸν ἀεὶ τὸν Δία
1280 ὕειν ὕδωρ ἑκάστοτ᾽, ἢ τὸν ἥλιον
ἕλκειν κάτωθεν ταὐτὸ τοῦθ᾽ ὕδωρ πάλιν;
ΑΜ. οὐκ οἶδ᾽ ἔγωγ᾽ ὁπότερον, οὐδέ μοι μέλει.
ΣΤ. πῶς οὖν ἀπολαβεῖν τἀργύριον δίκαιος εἶ,
εἰ μηδὲν οἶσθα τῶν μετεώρων πραγμάτων;
1285 ΑΜ. ἀλλ᾽ εἰ σπανίζεις, τἀργυρίου μοι τὸν τόκον
ἀπόδοτε· ΣΤ. τοῦτο δ᾽ ἔσθ᾽ ὁ τόκος τί θηρίον;
ΑΜ. τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ κατὰ μῆνα καὶ καθ᾽ ἡμέραν
πλέον πλέον τἀργύριον ἀεὶ γίγνεται
ὑπορρέοντος τοῦ χρόνου; ΣΤ. καλῶς λέγεις.
1290 τί δῆτα; τὴν θάλατταν ἔσθ᾽ ὅτι πλείονα
νυνὶ νομίζεις ἢ πρὸ τοῦ; ΑΜ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἴσην.
οὐ γὰρ δίκαιον πλείον᾽ εἶναι. ΣΤ. κᾆτα πῶς
αὕτη μέν, ὦ κακόδαιμον, οὐδὲν γίγνεται
ἐπιρρεόντων τῶν ποταμῶν πλείων, σὺ δὲ
1295 ζητεῖς ποῆσαι τἀργύριον πλέον τὸ σόν;
οὐκ ἀποδιώξεις σαυτὸν ἀπὸ τῆς οἰκίας;
φέρε μοι τὸ κέντρον. ΑΜ. ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι.
ΣΤ. ὕπαγε. τί μέλλεις; οὐκ ἐλᾷς, ὦ σαμφόρα;
ΑΜ. ταῦτ᾽ οὐχ ὕβρις δῆτ᾽ ἐστίν; ΣΤ. ᾄξεις; ἐφιαλῶ
1300 κεντῶν ὑπὸ τὸν πρωκτόν σε τὸν σειραφόρον.
φεύγεις; ἔμελλόν σ᾽ ἆρα κινήσειν ἐγὼ
αὐτοῖς τροχοῖς τοῖς σοῖσι καὶ ξυνωρίσιν.

***
Ο Πασίας παίρνει το μάρτυρά του και φεύγει· έρχεται ο Αμυνίας, νέος, με μαστίγιο στο χέρι, σαν καβαλάρης· στην αρχή μιλεί με ύφος κωμικά τραγικό.ΑΜΥΝΙΑΣ
Αλίμονό μου.
1260 ΣΤΡ. Ποιός είν᾽ αυτός που κλαίει; Απ᾽ του Καρκίνου
τους δαίμονες μη λάλησε κανένας;
ΑΜΥ. Ποιός είμ᾽ εγώ ρωτάς; Ένας που μαύρη
τον βρήκε μοίρα. ΣΤΡ. Ακλούθα την μονάχος.
ΑΜΥ. Των αλόγων μου ω τύχη αμαξοσπάστρα!
Μοίρα σκληρή! Μ᾽ εξόντωσες, Παλλάδα.
ΣΤΡ. Τί σου ᾽καμε ο Τληπόλεμος, καημένε;
ΑΜΥ. Άσε τις κοροϊδίες και πες του γιου σου
τα λεφτά που έχει λάβει να μου δώσει,
αφού δα κιόλας συμφορά με βρήκε.
1270 ΣΤΡ. Μα ποιά λεφτά; ΑΜΥ. Τα δανεικά που πήρε.
ΣΤΡ. Τότε στ᾽ αλήθεια συμφορά σε βρήκε.
ΑΜΥ. Έπεσα απ᾽ άρμα που άλογα τραβούσαν.
ΣΤΡ. Όχι από γάιδαρο; Ώστε τί γκαρίζεις;
ΑΜΥ. Γκαρίζω που γυρεύω τα λεφτά μου;
ΣΤΡ. Δεν είσαι στα καλά σου εσύ. ΑΜΥ. Γιατί;
ΣΤΡ. Σάλεψε το μυαλό σου, εγώ νομίζω.
ΑΜΥ. Κι εγώ νομίζω πως θα λάβεις κλήση,
μά τον Ερμή, αν το χρέος σου δεν πληρώσεις.
ΣΤΡ. Γιά πες μου αυτό: Κάθε φορά που βρέχει,
1280 καινούριο λες νερό να ρίχνει ο Δίας
ή το ίδιο ο ήλιος απ᾽ τη γη ανασέρνει;
ΑΜΥ. Ούτε το ξέρω, μα ούτε και με νοιάζει.
ΣΤΡ. Και θέλεις πίσω χρήματα να πάρεις,
που από μετέωρα λέξη δε σκαμπάζεις;
ΑΜΥ. Δεν τα ᾽χεις όλα; Δώστε καν τον τόκο.
ΣΤΡ. Και τί είδους ζωντανό είν᾽ αυτός ο τόκος;
ΑΜΥ. Μα τί άλλο; Όπως κυλά ο καιρός —οι μέρες,
οι μήνες—, το ποσό όλο κι ανεβαίνει,
γίνεται πιο πολύ. ΣΤΡ. Σωστά. Γιά πες μου·
1290 πιστεύεις πως η θάλασσα έχει γίνει
πιο πολλή τώρ᾽ απ᾽ ό,τι ήτανε πρώτα;
ΑΜΥ. Όχι, είναι όση και πρώτα, μά το Δία·
δε θα ήταν λογικό να μεγαλώσει.
ΣΤΡ. Και πώς, βρε κακομοίρη, αυτή, που τόσα
ποτάμια όλο της ρίχνουν τα νερά τους,
ποτέ δε μεγαλώνει, κι εσύ θέλεις
να κάμεις πιο πολλά τα χρήματά σου;
Μακριά απ᾽ το σπίτι γρήγορα, γκρεμίσου.
Γιά φέρε τη βουκέντρα.
Του παίρνει το μαστίγιο που κρατούσε και τον κυνηγά μ᾽ αυτό.
ΑΜΥ., στους θεατές. Εγώ σας βάζω
μάρτυρες. ΣΤΡ. Τρέχα, βρε άλογο αστεράτο·
τί κάθεσαι; ΑΜΥ. Είν᾽ αυτό βιαιοπραγία.
ΣΤΡ. Χοπ χοπ! Με το κεντρί στον πισινό σου
1300 σου δίνω δρόμο, ξώζυγο άλογό μου.
Ο Αμυνίας φεύγει.
Φεύγεις; Εε! Μπορούσες να μην πάρεις,
με αμάξι και τροχούς το φύσημά σου;
Μπαίνει στο σπίτι του.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΑΧΝΗ

ΑΡΑΧΝΗ
(έντομο)
 
Η καταγωγή της Αράχνης ήταν ταπεινή τόσο από την πλευρά του βαφέα πατέρα της Ίδμονα από την Κολοφώνα όσο και από την αγνώστων άλλων στοιχείων μητέρα της. Εξίσου ταπεινός ήταν και ο τόπος της καταγωγής της, «χωριό με πέντε ανθρώπους», γράφει ο Οβίδιος (6.12). Ήταν όμως ικανότατη στην υφαντική τέχνη, τόσο που οι Νύμφες από το βουνό Τμώλος και τον ποταμό Πακτωλό εγκατέλειπαν τους τόπους της ευχαρίστησής τους και πήγαιναν στην Αράχνη για να θαυμάσουν τα χειροτεχνήματά της, τόσο το τελικό αποτέλεσμα όσο και τη διαδικασία μέχρι να φτάσει εκεί, κυρίως τα δάχτυλά της. Ήταν τόσο ικανή που οι άνθρωποι άρχισαν να λένε ότι δασκάλα της ήταν η Αθηνά. Η υπεροπτική αυτοπεποίθηση της Αράχνης την οδήγησε στο να προκαλέσει την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής. Η θεά της έδωσε μια ευκαιρία, για να μετανοήσει για τα ασύνετα λόγια της. Μεταμφιέστηκε σε γριά και εμφανίστηκε μπροστά στην Αράχνη. Οι συμβουλές που της έδωσε για να μεταστρέψει τη συμπεριφορά της προκάλεσαν την οργή της νέας, η οποία μάλιστα έφτασε στο σημείο να επιχειρήσει να χειροδικήσει τη γριά γυναίκα. Η Αθηνά αποκαλύφθηκε, όμως η νέα επέμενε στα πρωτεία της. Ο διαγωνισμός άρχισε. Οι δύο υφάντρες χρησιμοποίησαν νήματα με βάση το πορφυρό το χρώμα και τις πολύ λεπτές αποχρώσεις του. Η Αθηνά απεικόνισε τους θεούς σε όλη τη μεγαλοπρέπειά τους, την εποχή που έριζαν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας για το όνομα της χώρας τους Κέκροπα. Και για να συνετίσει την Αράχνη έστω και την τελευταία στιγμή, στις τέσσερις γωνίες του υφαντού απεικόνισε ανθρώπους σκληρά τιμωρημένους από τους θεούς για την αλαζονεία τους. Τον Αίμο και τη Ροδόπη που οι θεοί τους πέτρωσαν σε βουνά, γιατί, αν και θνητοί, νόμιζαν ότι μπορούσαν να μοιάσουν, να είναι σαν τον Δία και την Ήρα· τη βασίλισσα των Πυγμαίων που τη μεταμόρφωσε η Ήρα σε γερανό που μαχόταν τον λαό του· την Αντιγόνη της Τροίας που η Ήρα για το αλόγιστο θάρρος της τη μεταμόρφωσε σε πουλί, σε πελαργό· τον Κινύρα που ακατάπαυστα θρηνεί για τις κόρες του. Η Αθηνά ολοκλήρωσε το υφαντό της σκορπώντας στις άκρες του σαν διακοσμητικό μοτίβο κλαδιά ελιάς.
 
Από την πλευρά της η Αράχνη παράστησε στο υφαντό τις περιπέτειες των θεών, ερωτικές, κυρίως του Δία, με την Ευρώπη, την Αστερίη, τη Λήδα, την Αντιόπη, την Αλκμήνη, την Αίγινα, τη Μνημοσύνη, τη Δανάη κ.ά., και τις μεταμορφώσεις του σε ταύρο, αητό, κύκνο, σάτυρο, χρυσή βροχή, βοσκό, φίδι κτλ. Αλλά και του Ποσειδώνα που και αυτός άλλαζε μορφές, προκειμένου να ενωθεί με κόρες αγνές· έγινε ταύρος, κριός, ποτάμι, ίππος, όρνιο φτερωτό, δελφίνι, γεράκι, λιοντάρι, βοσκός κ.ά. Συνολικά είκοσι δύο περιπτώσεις θεϊκών μεταμφιέσεων και πλαστοπροσωπίας απεικόνισε η Αράχνη, που σκοπό τους είχαν την αποπλάνηση θνητών γυναικών. Η Αράχνη, όπως και η Αθηνά, γύρω γύρω το υφαντό το διακόσμησε με λουλούδια και φύλλα κισσού.
 
Η τελειότητα του υφαντού αλλά και η προσβλητική για τους θεούς επιλογή των θεμάτων, οι καλλιτεχνικές καινοτομίες της κοπέλας με την παραβίαση της κλασικής αρχής της ισορροπίας και την ισόρροπη απεικόνιση της αταξίας που προκαλούσε η απάρνηση της θεϊκής ταυτότητας από τους ίδιους τους θεούς, χωρίς να στερούνται τη δύναμή τους, προκάλεσαν την οργή της Αθηνάς που από φθόνο για το έργο της θνητής αντιπάλου της κατέστρεψε το υφαντό και άρχισε να χτυπά την κοπέλα με τη σαΐτα του αργαλειού. Η νέα, στην οδύνη της μέσα, θέλησε να κρεμαστεί, η θεά τη λυπήθηκε, της χάρισε τη ζωή αλλά την καταδίκασε να ζει πάντα έτσι κρεμασμένη, η ίδια και οι απόγονοί της και με την κοιλιά τους, όχι με τα χέρια, να υφαίνουν τον ιστό τους. (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 6. 133-145*).
 
Ενίοτε η Αράχνη θεωρείται αδελφή του Φάλαγγα που μάθαινε από την Αθηνά την τέχνη των όπλων, ενώ η αδελφή του της υφαντικής. Για τις μεταξύ τους ένοχες σχέσεις (αδελφός με αδελφή) η Αθηνά τους μεταμόρφωσε σε ζώα. (Σχόλια στον Νίκανδρο, Θηρ. 11· Σούδα)
-----------------------------
*Η μεταμόρφωση της Αράχνης
 
«Ζήσε», της είπε [η Αθηνά], «ανάγωγη, αλλά θα ζεις για πάντα έτσι
κρεμασμένη·
σε τιμωρώ με τούτη την ποινή, και για να ξέρεις τι σε περιμένει,
όμοια για τα παιδιά σου η ποινή, όμοια για των παιδιών τους τα βλαστάρια».
Εκείνη κίνησε να φύγει - κι η θεά τη ράντισε με μαγικά χορτάρια.
Ήταν του φάρμακου το ράντισμα πικρό, φκιαγμένο με την τέχνη της
Εκάτης,
και πέσαν μονομιάς της κοπελιάς η μύτη, τα μαλλιά και τα αφτιά της.
Η κεφαλή της μικροσκοπική, και το μικρό κορμάκι της μια στάλα,
τα δάχτυλα και αυτά τριχοειδή, κολλήσαν στο κορμί. Κατά τα άλλα,
της έμεινε μονάχα η κοιλιά· με την κοιλιά της τώρα νήμα φκιάχνει,
πλέκοντας με την τέχνη της ιστό, παντοτινή υφάντρα, η αράχνη.
(Οβ., Μεταμορφώσεις 6. 133-145)

P. Bruckner: Τα χαμένα ραντεβού με το πεπρωμένο

Το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι να περάσουμε πλάι από την ευτυχία μας δίχως να την αναγνωρίσουμε: να περιμένουμε ένα θαυμαστό συμβάν που, κάποια μέρα, θα δικαιώσει ολόκληρη την ύπαρξή μας, δίχως να αντιλαμβανόμαστε πως το θαύμα υπάρχει μέσα στο συμβάν που βιώνουμε∙ να πιστεύουμε πως η ζωή μας, που για την ώρα δεν είναι παρά μια συγκεχυμένη κατάσταση, σύντομα θα αποκτήσει μια φοβερή ένταση: εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αναβολή των ηδονών, που μοιάζει αλλόκοτα με τη θρησκευτική άσκηση.

Λες και ύστερα από μία προϊστορία εντελώς πεζή, θα πρέπει να ακολουθήσει μία μεταμόρφωση, ένα οριστικό σβήσιμο της ανθρώπινης μιζέριας.

Οι χαμένες ευκαιρίες: μια λέξη που δεν προφέρθηκε, ένα χέρι που δεν απλώθηκε, μια χειρονομία που πήγε να γίνει αλλά τελικά δεν ολοκληρώθηκε, τόσες στιγμές που, από φόβο, από δειλία, δεν μεταστρέφουμε τη μοίρα μας. Πάρα πολύ νωρίς, πάρα πολύ αργά: υπάρχουν ζωές που μένουν εξ ολοκλήρου αφιερωμένες στο ανεισάκουστο, το ανεκπλήρωτο. Αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει, αυτό που δεν έγινε: μερικοί αρκούνται σε αυτή την παρωχημένη δυνητικότητα κι ο καθένας μας θα μπορούσε να γράψει την ιστορία των ανεκπλήρωτων πεπρωμένων του που τον ακολουθούν σαν φασματικές πιθανότητες.

Ο Μπρασσάι αφηγείται πως στα 22 του χρόνια ο Μαρσέλ Προυστ παθιάστηκε με έναν έφηβο, γιο κάποιου ανώτερου κρατικού λειτουργού της Γενεύης. Πίσω από τη φωτογραφία που ο νεαρός έδωσε στον Προυστ ήταν γραμμένη η ακόλουθη αφιέρωση, παρμένη από ένα σονέτο του προρραφαηλίτη Άγγλου ζωγράφου Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτι:

Look at my face; my name is Might Have Been, I am also called No More, Too Late, Farewell.

Η κάθε ζωή είναι μοναδική, γι' αυτό και απορρίπτει, αποκλείει κάποιες άλλες. Ή μάλλον, βασίζεται σε ένα έγκλημα: τον φόνο των δυνητικοτήτων που σκότωσε μην αφήνοντάς τες να αναπτυχθούν.

Κι όσο κι αν ξέρουμε πως την κάθε στιγμή μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα νέο ξεκίνημα, πως το παιχνίδι δεν τελειώνει μέχρι την τελευταία μας ώρα, το κάθε συμβάν είναι μοιραίο: αυτό που συμβαίνει διαγράφει κάποια άλλα ενδεχόμενα.

Και για εκείνους που δεν έχουν την εύνοια μιας δεύτερης ευκαιρίας, για εκείνους που η ιστορία «δεν τους δίνει ένα δεύτερο ραντεβού», αρχίζει τότε η περίοδος της ένδειας από δυνατότητες. Τα χέρια παύουν να απλώνονται προς αυτούς, ο δρόμος μπροστά τους δεν διακλαδίζεται πια, παραμένει απελπιστικά ίσιος και μονότονος.

Υπάρχει μια άλλη ζωή, πιο ωραία, πιο φλογερή!

Ποιο παιδί ή ποιος έφηβος που ασφυκτιά στους κόλπους μιας πληκτικής οικογένειας δεν άκουσε αυτό το κάλεσμα με ένα ρίγος ευχαρίστησης; Κανείς δεν είναι καταδικασμένος να παραμείνει προσκολλημένος στην καταγωγή του, το κοινωνικό, το γονεϊκό, το συζυγικό του περιβάλλον. Απλώς και μόνο το προαίσθημα ενός καλύτερου πεπρωμένου μερικές φορές μας επιτρέπει να γκρεμίσουμε τα τείχη που μας φυλακίζουν.

Η γοητεία των αναχωρήσεων, των ρήξεων είναι αυτή ακριβώς: μας πηγαίνουν στο άγνωστο και δημιουργούν μες στο υφάδι του χρόνου ένα καλόδεχτο σχίσιμο. Στις αρχές της ηδονής και της πραγματικότητας θα πρέπει να προσθέσουμε και μια τρίτη: την αρχή της εξωτερικότητας, μια και είναι το βασίλειο της ποικιλίας, της ανεξάντλητης γεύσης των πραγμάτων

Πρέπει να αφήνουμε ανοιχτή την πόρτα που βγάζει στην «έξω χώρα» (Λ. Κάρρολ), στο μυστήριο, στο ανεξερεύνητο, κι αυτή την πόρτα πρέπει να τη διαβούμε τουλάχιστον μια φορά, να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα του αλλαχού που για άλλους είναι η έρημος, για άλλους η Ανατολή ή η Αφρική και για άλλους η ανακάλυψη μίας καινούριας σεξουαλικότητας, μίας κλίσης που είχαν καταπνίξει. Τότε τα πάντα διακόπτονται εν όψει της επικείμενης φυγής, του άλματος που θα μας γλιτώσει από τις ασφυκτικές δυνάμεις της ρουτίνας, του ασήμαντου. Φωτεινή στιγμή της άπαρσης για πιο όμορφα ακρογιάλια.

Όμως ενώ μπορούμε να ξαναπαίξουμε τη ζωή μας σαν ένα ζάρι που το ξαναρίχνουμε, να σαλπάρουμε προς καινούρια πεπρωμένα, δεν είναι αλήθεια πως μπορούμε να κάνουμε και οτιδήποτε, να γίνουμε ό,τι θέλουμε, να μπούμε διαδοχικά στο πετσί ενός επιστήμονα, ενός καλλιτέχνη, ενός κοσμοναύτη, και πως το «μοναδικό μας όριο θα είναι ο ουρανός». Αυτή είναι η αμερικανική νοοτροπία του can do, του «μπορείς να το κάνεις», που δεν θέτει κανένα όριο στις δυνατότητες του ατόμου, αρκεί να ανασκουμπωθεί και να στρωθεί στη δουλειά∙ αισιοδοξία ενός έθνους πιονιέρων, που πιστεύει στο πάντρεμα της αποτελεσματικότητας με τη βούληση.

Αυτό είναι ίσως το παράδοξο: επιδιώκοντας μια καλή ζωή οφείλουμε να υπακούμε σε δυο αντιφατικές προσταγές.

Να επωφελούμαστε πλήρως από αυτό που συμβαίνει, αλλά ταυτόχρονα να αφουγκραζόμαστε και αυτό που συμβαίνει αλλού.

Να διαθέτουμε τη μυωπική φρόνηση, τη βυθισμένη στο παρόν και ικανοποιημένη που είναι αυτό που είναι, και την πρεσβυωπική φρόνηση που καταστρώνει σχέδια και δεν αρκείται στην κατάστασή της.

Από τη μια μεριά η φιλοσοφία του carpe diem που μας καλεί να ζούμε την κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία, και από την άλλη η ελπίδα του καλύτερου, η άρνηση μιας επιβεβλημένης από την οικογένεια ή την κοινωνία ευτυχίας, εν ονόματι μίας επιθυμητής ευτυχίας.

Από τη μια η σύμπτυξη, η συστολή που μας κλείνει μες στα όρια του εαυτού μας και από την άλλη η επέκταση που μας διευρύνει στις διαστάσεις του σύμπαντος – γαλήνη ή ανησυχία, αυτάρκεια ή μέθη, σπάνια ξεφεύγουμε από αυτό το δίλημμα.
 
P. Bruckner, Η αέναη ευφορία

Η φύση του ανθρώπου συχνά κρύβεται... αλλά σπάνια εξαλείφεται

Τίποτα δεν βλάπτει περισσότερο την υγεία όσο η στωική καταπίεση της επιθυμίας.

Σε τι ωφελεί να παραταθεί μια ζωή την οποία η απάθεια την έχει μετατρέψει σε πρόωρο θάνατο;

Άλλωστε ο στόχος αυτής της φιλοσοφίας είναι ανέφικτος. Το ένστικτο τελικά θα εκφραστεί.

Η φύση συχνά κρύβεται, μερικές φορές υπερνικάται, αλλά σπάνια εξαλείφεται.

Η άσκηση δύναμης κάνει πιο βίαιη τη φύση κατά την επιστροφή της· το δόγμα και ο λόγος κάνουν τη φύση λιγότερο πιεστική, αλλά μόνο η συνήθεια αλλάζει ή υποτάσσει τη φύση...

Όμως ας μην εφησυχάσει κανείς με τη νίκη του πάνω στη φύση του για πολύ.

Γιατί μπορεί να παραμείνει θαμμένη για μεγάλο διάστημα, αλλά θα αναβιώσει όταν το επιτρέψουν οι περιστάσεις ή την ελκύσει ο πειρασμός.

Όπως συνέβη με τη γάτα που έγινε νεαρή γυναίκα στον μύθο του Αισώπου, η οποία καθόταν πολύ σεμνά μέχρι που πέρασε ένα ποντίκι από μπροστά της.

Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει ή να αποφεύγει τελείως τη μεταβολή των περιστάσεων ή να εκτίθεται συχνά σε αυτή, ώστε να μην τον επηρεάζει

Μπέρτραντ Ράσσελ: Σκοπός της ηθικής, είναι να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο

«Ο άνθρωπος είναι ένα λογικό ζώο - έτσι, τουλάχιστον μας λένε.

Σε όλη την μακριά μου ζωή, έψαξα με προσοχή να βρω μια απόδειξη αυτού του ισχυρισμού, ως τώρα δεν είχα την τύχη να τη βρω, παρ' όλο που την έψαχνα σε πολλές χώρες σκορπισμένες και στις τέσσερις άκρες της Γης!»

«Τώρα βλέπουμε πολλά πράγματα που νομίζαμε άλλοτε ότι ήταν φυσικοί νόμοι στην πραγματικότητα είναι ανθρώπινες συμβατότητες.

Από την άλλη μεριά όταν εξετάζετε τι μπορούν να κάνουν τα άτομα, βρίσκετε πως αυτά υποτάσσονται πολύ λιγότερο στους φυσικούς νόμους απ’ όσο πιστεύει ο κόσμος, και οι νόμοι στους οποίους καταλήγετε είναι απλοί στατιστικοί όροι, όπως ακριβώς εκείνα που προκύπτουν από τυχαία γεγονότα.

Υπάρχει, καθώς ξέρετε ο νόμος που λέει ότι πως αν ρίξετε ζάρια θα φέρετε εξάρες μια φορά στις τριάντα έξι ρίψεις. Ωστόσο δεν θεωρούμε πάντοτε τον κανόνα ως απόδειξη, πως η πτώση των ζαριών υποτάσσεται σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα».

«Όλοι οι ηθικοί κανόνες πρέπει να κρίνονται με την εξέταση αν τείνουν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς που επιδιώκουν. Τι δουλειά έχει η ευτυχία με την ηθική.

Σκοπός της ηθικής, είναι να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο! Καλή ζωή είναι αυτή που εμπνέεται από την αγάπη και καθοδηγείται από τη Γνώση».

«Η θρησκεία νομίζω πως στηρίζεται βασικά στο φόβο. Είναι εν μέρει ο φόβος του αγνώστου και εν μέρει η επιθυμία να αισθάνεται κανείς πως έχει ένα μεγαλύτερο αδερφό που θα του παραστέκεται σε όλες τις φροντίδες και τις διαμάχες».
 
Μπέρτραντ Ράσσελ, Μετά την Γνώση

Νίτσε: Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη

Τι είναι καλό; –Οτιδήποτε αυξάνει το συναίσθημα της δύναμης, η θέληση στη δύναμη, η ίδια δύναμη, στο άτομο.

Τι είναι κακό; –Οτιδήποτε που προέρχετε από την αδυναμία.

Τι είναι ευτυχία; –Το συναίσθημα ότι η δύναμη αυξάνεται–και όταν ένα εμπόδιο υπερνικιέται.

Όχι ικανοποίηση, αλλά περισσότερη δύναμη όχι ειρήνη σε οποιαδήποτε τιμή, αλλά πόλεμος όχι αρετή, αλλά αποδοτικότητα (αρετή υπό την έννοια αναγέννησης, virtu, αρετή χωρίς ηθικό οξύ).

Οι αδύναμοι και οι αποτυχημένοι θα χαθούν: πρώτη αρχή της αγάπης μας. Και κάποιος πρέπει να τους βοηθήσει σε αυτό.

Τι είναι επιβλαβέστερη από οποιαδήποτε κακία; –Πρακτική συμπόνοια για τον αποτυχημένο και τον αδύναμο–Χριστιανισμός...

-Είμαστε σαν βιτρίνες μαγαζιών στις οποίες συνεχώς τακτοποιούμε, κρύβουμε ή φανερώνουμε τις υποτιθέμενες ιδιότητες που αποδίδουν άλλοι σε εμάς, για να εξαπατάμε τον εαυτό μας.

-Φιλολογία είναι η τέχνη να διαβάζεις καλά, να μπορείς να ξεχωρίζεις τα γεγονότα, χωρίς να τα παραποιείς με ερμηνείες, χωρίς να χάνεις την προσοχή, την υπομονή και τη λεπτότητα στην προσπάθεια σου να τα κατανοήσεις... Ο τρόπος με τον οποίο ένας θεολόγος ερμηνεύει, στο Βερολίνο ή στη Ρώμη, έναν «στίχο της Αγίας Γραφής» ή ένα γεγονός -λόγου χάρη μια νίκη των στρατευμένων της πατρίδας κάτω από το φως των «Ψαλμών» του Δαβίδ- είναι πάντα τόσο θρασύς που κάνει έξω φρενών τον φιλόλογο.

-Παλιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται —και ήταν αυτό κά­τι το πολύ σπάνιο— το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πώς προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πό­δι ή και στα δύο, σαν να «του έρχονταν ή Ιδέα». Ε, τό­τε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».

-Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πο­ρεία, την ώρα πού περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υπο­θέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμα­σία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούν­ται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή πού να γυρίζει ασταμάτητα και πού συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες.

-Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη.

-Ο παρασιτισμός, η μοναδική πρακτική της Εκκλησίας, που ρουφάει, με το ιδανικό της αναιμικότητας, της «αγιότητας», όλο το αίμα, όλη την αγάπη, όλη την ελπίδα για ζωή· το επέκεινα, ως θέληση για άρνηση κάθε πραγματικότητας· ο σταυρός, ως αναγνωριστικό σημάδι για την πιο υποχθόνια συνωμοσία που υπήρξε ποτέ εναντίον της υγείας, της ομορφιάς, οτιδήποτε καλοφτιαγμένου, εναντίον του θάρρους, του πνεύματος, της καλοσύνης της ψυχής, εναντίον της ίδιας της ζωής...

-Ο χριστιανισμός πήρε το μέρος όλων των αδύναμων, των παρακατιανών, των αποτυχημένων, έκανε ιδανικό τον λόγο των πνευματικά ισχυρότερων, διδάσκοντας ότι οι ανώτερες αξίες του πνεύματος είναι κάτι αμαρτωλό – κάτι παραπλανητικό... Πειρασμοί.

-Ο Χριστιανισμός ονομάζεται θρησκεία της ευσπλαχνίας. Η ευσπλαχνία έρχεται σε αντίθεση προς τα τονωτικά συναισθήματα που αυξάνουν τη ζωτικότητα μας· προκαλεί κατάπτωση. Χάνουμε δύναμη όταν νιώθουμε ευσπλαχνία. Με την ευσπλαχνία αυξάνεται και πολλαπλασιάζεται η απώλεια δύναμης που δημιουργείται στη ζωή απ’ τον πόνο. Η ευσπλαχνία κάνει μεταδοτικό τον πόνο.

-Όπως ξέρουμε, ο Αριστοτέλης έβλεπε στην ευσπλαχνία μια αρρωστημένη κι επικίνδυνη κατάσταση, την οποία καλά θα κάναμε να αντιμετωπίζουμε κάθε τόσο μ’ ένα καθαρτικό: Η τραγωδία ήταν γι’ αυτόν ένα τέτοιο καθαρτικό. Για να προστατέψουμε το ένστικτο της ζωής, θα πρέπει πράγματι να βρούμε ένα μέσο που θα τρυπήσει και θα κάνει κομμάτια αυτήν την αρρωστημένη και επικίνδυνη συσσώρευση ευσπλαχνίας...

-Μια αρετή πρέπει να είναι δική μας επινόηση, πρωταρχική μας άμυνα και ανάγκη· με οποιαδήποτε άλλη έννοια, δεν είναι παρά ένας κίνδυνος. Ό,τι δεν είναι απαραίτητος όρος για τη ζωή μας, τη βλάπτει· μια αρετή που εμπνέεται αποκλειστικά από ένα αίσθημα σεβασμού για την έννοια της «αρετής», είναι επιβλαβής...

-Ο Θεός: η θεοποίηση του μηδενός, η θέληση του μηδενός που εκφράζεται με άγια λόγια!...

-Η μοίρα του Χριστιανισμού έχει σχέση με την ακόλουθη αναγκαιότητα: Η πίστη έπρεπε να γίνει αρρωστημένη, παρακατιανή και χυδαία, επειδή οι ανάγκες τις οποίες όφειλε να ικανοποιήσει ήταν αρρωστημένες, παρακατιανές και χυδαίες.

-Ο Χριστιανισμός οφείλει τους θριάμβους του στο άθλιο λιβάνισμα της προσωπικής κενοδοξίας. Μ’ αυτό προσέλκυσε όλους τους αποτυχημένους, όλους τους πρόθυμους για εξέγερση, όλους τους απόκληρους, τα αποβράσματα και τα σκουπίδια της ανθρωπότητας.

-Έχει κατανοηθεί πραγματικά η περίφημη ιστορία που βρίσκεται στην αρχή της Βίβλου -η ιστορία του διαβολεμένου φόβου του Θεού για την γνώση δεν κατανοήθηκε... Ο άνθρωπος είχε γίνει το μεγαλύτερο λάθος του· ο Θεός είχε δημιουργήσει έναν ανταγωνιστή· η γνώση σε κάνει ίσον με τον Θεό· όταν την αγκαλιάσει ο άνθρωπος παίρνουν τέλος οι ιερείς και οι Θεοί. Ηθικό δίδαγμα: Η γνώση είναι το απαγορευμένο καθ’ εαυτό· μόνο αυτή είναι απαγορευμένη.

-Η ανάγκη για πίστη, για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου «Ναι» ή «Όχι», είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία. Ο άνθρωπος της πίστης, ο «πιστός» κάθε είδους, είναι αναγκαστικά ένας εξαρτώμενος άνθρωπος· ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να βάλει τον εαυτό ως σκοπό, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί καθόλου να βάλει κάποιον σκοπό από μόνος του.

-Έδωσα ένα όνομα στον πόνο μου και τον φωνάζω «σκύλο». Είναι το ίδιο πιστός, το ίδιο φορτικός και αδιάντροπος, το ίδιο διασκεδαστικός και έξυπνος όσο κάθε άλλος σκύλος – και μπορώ να τον μαλώνω και να ξεσπώ πάνω του, όταν έχω τις κακές μου, όπως κάνουν άλλοι με τους σκύλους, τους υπηρέτες και τις γυναίκες τους.

-Ο άνθρωπος της γνώσης δεν πρέπει να αγαπά μόνο τους εχθρούς του, αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του.

- Η συναναστροφή με τους ανθρώπους χαλάει το χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν δεν έχει κανείς τέτοιον.

-Ανταμείβει κανείς άσχημα το δάσκαλο, όταν μένει πάντα μαθητής.

-Κανένας δεν ψεύδεται τόσο όσο ο αγανακτισμένος άνθρωπος.
 
F. W. Nietzsche

Επικρίνουν τους γύρω τους όσοι δεν αποδέχονται τον εαυτό τους

Γιατί τελικά καθρεφτίζουμε στο περιβάλλον μας τα προσωπικά μας συμπλέγματα; Απαιτούμε από τους γύρω μας μονάχα την τελειότητα επειδή βαθιά μέσα μας ντρεπόμαστε φριχτά για τη δική μας ατελή φύση. Κάθε κατηγορία που εκτοξεύουμε αντιστοιχεί σε μια κρυφή μομφή προς τον εαυτό μας σε μια τσαλακωμένη πτυχή μας που δεν αποδεχτήκαμε, σε μια περιφρόνηση που εισπράξαμε στην πιο τρυφερή μας ηλικία.

Και προχωράμε. Αποκαμωμένοι από τα τραύματά μας προσποιούμαστε πως δε βλέπουμε τα σημάδια, πως δεν αισθανόμαστε τον πόνο. Αν με οργή προβάλουμε τις πληγές μας στους άλλους, τότε το πρόβλημα θα πάψει να λογαριάζεται για δικό μας κι εμείς θα νιώσουμε επιτέλους ανώτεροι και συνεπώς άξιοι.

Οποιοσδήποτε άνθρωπος συμπεριφέρεται με σκληρότητα κι απολυτότητα στην ουσία πασχίζει να ξεφύγει από τη σκιά του. Μα καταλήγει σε αδιέξοδα. Ο δρόμος, εξάλλου, είμαστε αιωνίως εμείς. Βουτώντας βαθιά μέσα μας, θ’ ανακαλύψουμε πως τα νερά του ωκεανού δε βάφονται αιωνίως μπλε.

Ορισμένες φορές μαυρίζουν κιόλας. Τα πελώρια κύματα σηκώνονται αλλά υπάρχει μια άγρια ομορφιά στην ακατέργαστη φύση μας. Αυτήν την αγριότητα αν λιγάκι τη συμπονέσουμε, αν τρυφερά την αγκαλιάσουμε, τότε ενδεχομένως και να την υπερβούμε.

Σαν ναυαγοί θ’ αντικρίσουμε την ακτή. Θ’ αντιληφθούμε πως οι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν κάτι απείρως πιο πολύπλοκο κι ενδιαφέρον από τους καλούς και τους κακούς των παιδικών μας παραμυθιών. Οι άνθρωποι είναι πολύτιμα μαθήματα που φορούν τον μανδύα των προκλήσεων. Είναι όσες πτώσεις μας οδήγησαν στην άνοδο. Είναι το τρομαχτικό σκοτάδι που μας έλουσε με το φως του.

Οι άνθρωποι είμαστε όλοι εμείς. Διαφορετικοί και τόσο όμοιοι στον πυρήνα μας. Εμείς, με τις μεγαλειώδεις μέρες και τις στοιχειωμένες νύχτες. Με τις γλυκές μνήμες και το ασήκωτο παρελθόν. Με τις πιστές Πηνελόπες και τους καιροσκόπους μνηστήρες. Με την τοξικότητα που αναλογεί στη θνητότητά μας αλλά και με τη δύναμη να κατανοούμε, να συγχωρούμε και να εξελισσόμαστε.

Και ποτέ ξανά ο άλλος δε θα ταυτιστεί με τον εχθρό μας. Ο άλλος αποτελεί απλώς την αντανάκλαση των φόβων, των διαψεύσεων και των ενοχών μας. Απομακρυνόμαστε, λοιπόν, ευγενικά από όσους δε χωρούν στη βάρκα μας μα ούτε για μια στιγμή δεν πλανιόμαστε πως το δικό τους κουπί αγρίεψε τη θάλασσά μας.

Όσο πλησιάζουμε προς το κέντρο μας, σπάμε τους καθρέφτες που θολώνουν την όρασή μας. Γυμνοί, απέναντι ακριβώς από το είδωλο μας, δεν κυνηγάμε πλέον φανταστικούς δράκους κι ανίσχυρες μάγισσες. Τώρα το βλέπουμε καθαρά. Καθένας από εμάς έχει μια μάχη να κερδίσει, μια πορεία να διανύσει και μια σοφία να κατακτήσει.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Μόνο για μια και μοναδική μέρα μπορούμε να μιλάμε, αυτή ακριβώς που κυλά σήμερα

Υπάρχει πιο ανόητος συλλογισμός απ’ αυτόν που κάνουν μερικοί, που υπερηφανεύονται ότι έχουν προγραμματίσει κάθε τι στη ζωή τους; Διαθέτουν κάθε στιγμή της ζωής τους, για να καταστρώσουν πώς θα ζήσουν, λέει, καλύτερα στο μέλλον! Καταρτίζουν μακροπρόθεσμα σχέδια κάνοντας το μεγαλύτερο σφάλμα που υπάρχει: αναβάλλουν να ζήσουν!

Εμποδιζόμαστε να χαρούμε την κάθε μέρα που περνάει αντί αορίστων υποσχέσεων για το μέλλον. Κρατάμε προσδοκίες μετέωρες στο αύριο και καταστρέφουμε το σήμερα. Στηρίζεσαι σ’ εκείνο που ανήκει στην τύχη και αφήνεις ανεκμετάλλευτο εκείνο που εξαρτάται από σένα. Τι επιδιώκεις λοιπόν; Για τι πράγμα προετοιμάζεσαι; Τα μελλοντικά είναι και αβέβαια. Τη στιγμή ζήσε. Αυτό διακηρύσσει και ο μεγαλύτερος από τους ποιητές, ο Βιργίλιος, όταν κατακυριευμένος από ιερή έμπνευση ψάλλει αυτούς τους σωτήριους στίχους:

«Η καλύτερη της ζωής ημέρα,
των δύστυχων θνητών,
πρώτη πάντα δραπετεύει».
 
«Γιατί να καθυστερείς;», προσθέτει, «Τι παραμένεις απαθής; Αν δεν επωφεληθείς από την κάθε μέρα, πάει η ζωή, πέταξε». Μα και να επωφεληθείς, πάλι κάτι θα σου φύγει. Έχεις λοιπόν να την ανταγωνιστείς σε ταχύτητα ενώ τρέχει σαν χείμαρρος που πέφτει με ορμή, αλλά που όμως δε θα τρέχει για πάντα. Όσο πιο γρήγορα πιεις τόσο πιο πολύ θα πιεις.

Πόσο ωραία, ο ποιητής, για να κατακρίνει την αόριστη προσδοκία, χρησιμοποιεί τη φράση «καλύτερη της ζωής ημέρα» και όχι «καλύτερη της ζωής εποχή». Και πώς μπορείς, απαθής και ήρεμος ενώ δίπλα σου ο χρόνος κυλά με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να κάθεσαι και να φαντάζεσαι τη ζωή σου ως μια προοπτική μακράς αλληλουχίας μηνών και ετών, όταν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να απηχεί παρά την επιθυμία σου και μόνο; Μόνο για μια και μοναδική μέρα μπορούμε να μιλάμε, αυτή ακριβώς που κυλά σήμερα.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Είναι μικρή η ζωή

Αν υποφέρετε και κάποιος σας προσφέρει ένα δωρεάν ταξίδι κάπου στον κόσμο ή και στον γαλαξία, θα το παίρνατε;

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα: Κρατήστε τα για τον εαυτό σας, αποδράστε, δώστε τα σε κάποιον άλλο, τερματίστε τα ο ίδιος ή μετατρέψτε τα σε κάτι χρήσιμο.

Ας κοιτάξουμε το καθένα με τη σειρά, μαζί με περιπτωσιολογικές μελέτες.

ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ.

Μια δημοφιλής (όχι όμως ιδανική) στρατηγική είναι να κρατάτε τα βάσανά σας για τον εαυτό σας – να “υποφέρετε σιωπηρά”. Μπορεί να έχετε διδαχθεί ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο ευγενές, αλλά είναι για την ακρίβεια περιττό.

Σας στερεί άσκοπα, την ευχαρίστηση και το αίσθημα πληρότητας. Ή ίσως πιστεύετε ότι τα βάσανά σας είναι μια αναγκαία ετοιμασία για την ευτυχία σας στον επόμενο κόσμο. Ή ίσως τρέφετε λανθασμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό σας, εμφυτευμένες από άλλους, που εμποδίζουν τον πραγματικό εαυτό σας να ευημερήσει.

Οι πεποιθήσεις δεν καθορίζονται από τα γονίδια· αποκτούνται από πολιτισμική μεταβίβαση. Μια πεποίθηση που σας προκαλεί λύπη μπορεί να αντικατασταθεί από μια που σας προκαλεί χαρά, αλλά η αλλαγή εξαρτάται από εσάς. Εναλλακτικές πεποιθήσεις όλων των ειδών είναι διαθέσιμες· ο κόσμος βρίθει από αυτές. Αλλά εξαρτάται από εσάς να βρείτε πεποιθήσεις που είναι ωφέλιμες για εσάς, αντί για βλαβερές. Και ενώ τα βάσανα μπορούν να είναι ένα είδος εκπαίδευσης κατά καιρούς (όπως και οτιδήποτε άλλο στη ζωή), από τη στιγμή που έχετε μάθει το μάθημά τους είστε ελεύθεροι να αποφοιτήσετε – και σας αξίζει αυτό.

Το ηθικό δίδαγμα: Το να κρατάς τα βάσανα για τον εαυτό σου, όσο ευγενές και αν είναι, δεν είναι η απάντηση.

Το να ξεριζώσεις τις αιτίες τους, όσο καιρό κι αν πάρει, είναι η καλύτερη προσέγγιση.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ.

Αυτό ακούγεται δελεαστικό και, επίσης, έχει έναν ηρωικό απόηχο. Δεν είναι σύμπτωση που το θέμα της απόδρασης είναι πάντα δημοφιλές στο Χόλιγουντ. Το κοινό λατρεύει τις ταινίες με αποδράσεις, προφανώς γιατί πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται με αυτές.

Το είδος των βασάνων για το οποίο μιλάμε, όμως, δεν παράγεται από τον πόνο της φυσικής αιχμαλωσίας σε αυστηρά περιβάλλοντα, αλλά, αντίθετα, από συνηθισμένες καταστάσεις της ζωής, από τις οποίες οι άνθρωποι μη ηθελημένα, ασυνείδητα ή χωρίς να παραστρατίσουν δημιουργούν τις δικές τους φυλακές και έπειτα προσπαθούν να αποδράσουν.

Αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά τους δεν μπορούν να τους ξεφύγουν παρά μόνο αντιμετωπίζοντάς τα, κατανοώντας τις πραγματικές αιτίες τους και απομακρύνοντάς τες. Οι προσπάθειες να ξεφύγουν από τα αυτο-προκαλούμενα βάσανα όχι μόνο αποτυγχάνουν, αλλά συχνά χειροτερεύουν τα βάσανα.

Το “πολέμα ή φεύγα” είναι ένα από τα αρχαιότερα βιολογικά ένστικτα στους ανθρώπους, αποτυπωμένο στα πιο πρωτόγονα τμήματα του εγκεφάλου μας και δίχως αμφιβολία αντικατοπτρίζεται στην ψυχή. Τα βάσανα είναι ένα είδος απειλής για την ευημερία ενός ανθρώπου, και έτσι υπάρχει μια φυσική τάση να τα πολεμήσει ή να τους ξεφύγει.

Αλλά όταν τα βάσανα είναι αυτο-προκαλούμενα, δεν μπορούμε να τα πολεμήσουμε παρά μόνο με το να τα αντιμετωπίσουμε, δεν μπορούμε να τους ξεφύγουμε καθόλου. Αν υποφέρετε και κάποιος σας προσφέρει ένα δωρεάν ταξίδι κάπου στον κόσμο ή και στον γαλαξία αν αυτό έχει σημασία, θα το παίρνατε; Μπορεί να το κάνατε για να σας αποσπάσει την προσοχή ή για προσωρινή απόδραση, αλλά γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι τα βάσανά σας θα σας ακολουθούσαν όπου κι αν πηγαίνατε, τόσο σίγουρα όσο και η σκιά σας.

Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν φυσιολογικά να αποδράσουν – μέσα από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τις σχέσεις, τις θρησκείες – με οποιοδήποτε μέσο νομίζουν ότι τους απομακρύνει από τους εαυτούς τους, παρεμβάλλοντας το χρόνο ή το χώρο ή αλλαγμένες καταστάσεις συνείδησης μεταξύ αυτών και των βασάνων τους.

Όμως η απόδραση είναι μόνο προσωρινή.

Οι άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν και όχι να υποφέρουν πρέπει να βρουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν τα βάσανά τους.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΑΣ.

Μια άλλη πολύ κοινή στρατηγική είναι να προσπαθήσετε να μεταφέρετε τα βάσανά σας σε κάποιον άλλο. Βραχυπρόθεσμα, αυτό μοιάζει με το ανθρώπινο ισοδύναμο της σειράς υπαιτιότητας σε μια φάρμα:

Το αφεντικό σάς βάζει τις φωνές· εσείς φωνάζετε στο παιδί σας· το παιδί σας κλοτσάει το σκύλο.

Δυστυχώς, τα βάσανα δεν είναι σαν το ποδόσφαιρο: Δεν μπορείς να τα “κάνεις πάσα” σε κάποιον άλλον και επομένως να μην σου ανήκουν πια. Αν προσπαθήσετε, θα δείτε ότι έχει ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Δηλαδή, δεν μπορείτε να ξεφορτωθείτε τα βάσανα με το να τα μεταφέρετε σε άλλους. Αυτό απλώς αυξάνει την παρουσία τους στον κόσμο. Οι άνθρωποι που ψάχνουν άλλους απλώς για να τους κάνουν συνένοχους στα βάσανά τους στην πραγματικότητα υποφέρουν διπλά: Πρώτον, από αυτό που πρωτίστως τους ενοχλεί και, δεύτερον, από την αυταπάτη ότι κάνοντας τους άλλους συνένοχους θα ελαφρύνουν τα δικά τους προβλήματα.

ΒΑΛΤΕ ΤΕΛΟΣ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΣΑΣ ΕΝΤΟΣ ΣΑΣ.

Αν υποφέρετε από μια ασθένεια, αυτή η ασθένεια είναι μέσα στο κορμί σας και πρέπει να γιατρευτεί εκεί.

Γιατί θα έπρεπε η δυσαρέσκεια να είναι τόσο διαφορετική;

Αλλά φαίνεται ότι είναι πολύ πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να “κατέχουν” τη δυσαρέσκειά τους, γιατί πρέπει να δεχθούν την υπευθυνότητα για ό,τι σκέφτονται, προκειμένου να εξαλείψουν τη δυσαρέσκεια από μέσα τους.

Είναι πολύ ευκολότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να κατηγορείτε τους άλλους: “Αυτός με κάνει δυστυχισμένη” ή “Αυτή δεν με εκτιμά” ή “Η κοινωνία μου φέρεται άδικα”.

Είναι πολύ δυσκολότερο να παραδεχθείτε ότι μερικές από τις πεποιθήσεις ή τις προσδοκίες σας δουλεύουν ενάντια στα καλύτερα συμφέροντά σας και ακόμη δυσκολότερο να αποφασίσετε τι να κάνετε ώστε να το αντιμετωπίσετε.

Μακροπρόθεσμα όμως, ο μόνος τρόπος να σταματήσετε τα βάσανά σας είναι να τα αποκηρύξετε. Αλλά για να το κάνετε αυτό, πρέπει να παραδεχθείτε ότι σας ανήκουν, πρώτα από όλα.

Η απαισιοδοξία του Χομπς επαληθεύεται;

Ο Thomas Hobbes (1588-1679) πέρασε μέσα απ’ το καμίνι του εμφύλιου σπαραγμού στην Αγγλία και των θρησκευτικών πολέμων στη Γαλλία. Επιβεβαίωσε από πρώτο χέρι ότι homo homini lupus. Και οι απόψεις του διαπνέονται από βαθιά απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση, που ωθεί τους ανθρώπους στην αλληλοεξόντωση. Αυτόπτης μάρτυρας μιας από τις πιο ταραχώδεις, και αιματηρές, περιόδους της ευρωπαϊκής ιστορίας, πιστεύει όπως και ο Θουκυδίδης (τον οποίο είχε μεταφράσει) ότι «είναι έτσι φτιαγμένος ο άνθρωπος, που τα ίδια λίγο πολύ θα γίνουν και στο μέλλον».

Οι άνθρωποι διαφέρουν μόνο ως προς τα πάθη τους. Αλλά είναι όμοιοι ως προς τα ένστικτά τους: ωφελιμιστές, ευδαιμονιστές, ανταγωνίζονται για να αυτοσυντηρηθούν και να κυριαρχήσουν επί των άλλων. Αν αφήνονταν ανεξέλεγκτοι, θα ήσαν καταδικασμένοι σε αμοιβαίο μακελειό ες αεί. Από φιλοδοξία, από φόβο, από συμφέρον – κατά Θουκυδίδη. Από θέληση κυριαρχίας, αμοιβαία δυσπιστία κι επιδίωξη της δόξας – κατά Χομπς. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: μια ανθρωπότητα πεδίο άλληλοκαταστροφής.

Ο αιώνας των Φώτων έδωσε τις δικές του απαντήσεις για την έξοδο από αυτόν το φαύλο κύκλο – ορθός λόγος, επιστήμη, δημοκρατία σε συσκευασία έθνους. Η κεντρική πρόταση του Χομπς είναι ο Λεβιάθαν, ο «θνητός θεός» -ένα απολυταρχικό Κράτος, με τη μορφή είτε της απόλυτης μοναρχίας είτε της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που θα έχει το μονοπώλιο της βίας και της εξουσίας, με αντάλλαγμα τη διαφύλαξη του δικαίου και της κοινωνικής ειρήνης. Ναι, ο Χομπς είναι απολυταρχικός. Γιατί δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός. Τουτέστιν:

– Η φυσική ελευθερία ισοδυναμεί με κατάσταση πολέμου.
– Καλό για κάθε άνθρωπο είναι αυτό που του αρέσει, κακό αυτό που τον δυσαρεστεί.
– Αν ο καθένας αφεθεί να ορίζει από μόνος του το δίκιο του, τότε καταργείται το δίκαιο.
– Η ασίγαστη επιθυμία για ισχύ επί των άλλων παύει μόνο με το θάνατο.

Αλλά οι άνθρωποι διακατέχονται και από πάθη που ενώνουν: ο φόβος του θανάτου, η επιθυμία των πραγμάτων που απαιτούνται για μιαν άνετη διαβίωση, η ελπίδα ότι αυτά μπορούν ν’ αποκτηθούν με τη φιλοπονία. Αυτά τα πάθη ωθούν τους ανθρώπους προς την επί γης ειρήνη. Κι εδώ επεμβαίνει η λογική. Η λογική υπαγορεύει την ειρήνη για το καλό του καθενός μας, και για το γενικό καλό. Ο ορθός λόγος δεν επιτρέπει πράξεις που θα είναι καταστροφικές για τη ζωή, και διαμορφώνει τους κατάλληλους όρους ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να συμβιώνουν. Αυτοί οι όροι διαμορφώνουν το κατά Χομπς Φυσικό Δίκαιο. Και η επιστήμη των νόμων της φύσης είναι η μοναδική γνήσια ηθική φιλοσοφία. Το Κράτος είναι λοιπόν έκφραση του ορθού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό αναλαμβάνει την προστασία των πολιτών από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές. Οφείλει επίσης να τους προστατεύει και από τον ίδιο τον Λεβιάθαν – το Σύνταγμα αποτελεί αυτοπεριορισμό της εξουσίας του. Όταν όμως ο ίδιος ο Λεβιάθαν παύει να πληροί τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου που του έχει ανατεθεί, τότε το Κράτος μπορεί να διαλυθεί και οι άνθρωποι ξαναγυρίζουν στη φυσική, αχαλίνωτη κατάστασή τους μέχρι να συνάψουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Φυσικός νόμος, εξάλλου, είναι και η ισότητα. Ουδείς ανώτερος εξ αίματος από άλλους. Η φύση έχει κάνει τους ανθρώπους ίσους ως προς τις σωματικές και νοητικές ικανότητες – με την έννοια ότι και ο πιο αδύναμος έχει τη δύναμη να βλάψει τον πιο δυνατό, είτε με δόλο είτε συνασπιζόμενος με άλλους. Αυτή η ισότητα ικανοτήτων ισοδυναμεί με ισότητα ελπίδων, και συνιστά μια δίκοπη αρχή: απ’ τη στιγμή που δύο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα και δεν μπορούν να το αποκτήσουν από κοινού, προσπαθούν να καταστρέψουν ή να υποτάξουν ο ένας τον άλλο. Εξ ου και η ανάγκη μιας ύπατης ρυθμιστικής αρχής. Αν η ισότητα είναι νόμος της φύσης, το ποιος είναι καλύτερος άνθρωπος μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στο πλαίσιο του θεσμού της διακυβέρνησης και της πολιτικής – του Κράτους. Αντίστοιχα, το τι είναι δίκαιο και τι άδικο οριοθετείται από τις συμβάσεις στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνύπαρξη, και των οποίων την τήρηση μπορεί να εξασφαλίσει μόνο η εξαναγκαστική εξουσία του Λεβιάθαν.

Ο Χομπς αναζητεί μιαν ιδεατή ισορροπία ανάμεσα στον χρησιμοθηρικό εγωισμό των ανθρώπων και το καλώς εννοούμενο ένστικτο αυτοσυντήρησής τους, ανάμεσα στα πάθη και τη λογική, τον ωφελιμισμό και την αμοιβαιότητα, το ένστικτο της αλληλοκαταστροφής και την ανάγκη αλληλεγγύης, το άτομο και το σύνολο. Υπήρξε ο «προνεωτερικός» Θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας στην προσπάθειά του αυτή να τετραγωνίσει τον κύκλο. Τρεισήμισι αιώνες μετά, η απαισιοδοξία του επαληθεύεται στη μετανεωτερική εποχή μας, που είδε τις μεγάλες ιδεολογίες να αυτοδιαψευδονται, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να εκφυλίζεται, την κρουστά του Διαφωτισμού να σπάζει από τους επαναφορτιζόμενους εθνοθρησκευτικούς φανατισμούς – και τους ανθρώπους να εξακολουθούν ν’ ανταγωνίζονται και ν’ αλληλοεξοντώνονται. Υπό αυτό το πρίσμα αξίζει να ξαναδιαβάσει κανείς τον Χομπς, κατά τον ίδιο τρόπο που επανερχόμαστε στον Θουκυδίδη. Και οι δυο προσπαθούν να μας πουν τι είναι ο άνθρωπος, ως μέτρο των πάντων. Και πώς μπορεί να φυλαχτεί από τον ίδιο τον εαυτό του.

Ακαδημία Αθηνών: Το Τέλος της Παιδείας το 529

«Μπορούμε εύκολα να συγχωρέσουμε ένα παιδί που φοβάται το σκοτάδι, η αληθινή τραγωδία της ζωής όμως είναι όταν οι ενήλικοι φοβούνται το φως» -Πλάτων
 
Περί του κλεισίματος της (νεο)Πλατωνικής Ακαδημίας

 
Έκλεισαν την Ακαδημία το 529 οι χριστιανοί σκοταδιστές
 
Η διαρρήδην μαρτυρία του Μαλάλα περί της απαγορεύσεως της φιλοσοφίας στην Αθήνα[1] και η άμεση αναφορά του Αγαθία[2] θα έπρεπε να ήταν αρκετές για να συνειδητοποιήσουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ελληνική σκέψη και οι Έλληνες από την εξάπλωση κι επιβολή (με αίμα, διώξεις και βασανιστήρια) του χριστιανισμού. Δυστυχώς αρκετοί αμφισβητούν αυτές τις μαρτυρίες και προσπαθούν να αποδείξουν το αντίθετο, λέγοντας ότι α) η φιλοσοφία εκείνη την εποχή είχε παρακμάσει και ότι το κλείσιμο της σχολής ήταν αποτέλεσμα αυτής της παρακμής και ότι β) η φιλοσοφία διδάσκονταν ακόμα στην Αλεξάνδρεια και άρα δε θα μπορούσε να έχει απαγορευτεί από τον Ιουστινιανό!!! Στο κείμενο παρακάτω εξετάζονται και οι δύο αυτές απόψεις.
 
Τα επιχειρήματα που αντλούν οι περισσότεροι για να αποδείξουν ότι η Ακαδημία δεν είχε κλείσει προέρχονται κυρίως από τον Alan Cameron και το έργο του «The Last Days of the Academy at Athens»[3] αλλά και από δύο σκόρπιες αναφορές σε κάποιες προσωπικότητες εκείνης της εποχής, τον Τυχικό Βυζάντιο και τον Θεόδωρο (μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Canterbury) που υποτίθεται ότι σπούδασαν στην Αθήνα. Ο Cameron υποστηρίζει ότι έκλεισε η Ακαδημία για κάποια έτη και μετά ξαναάνοιξε. Τα επιχειρήματα του Cameron βασίζονται σε δύο κυρίως ενδείξεις:
 
α) Ότι ενώ, σύμφωνα με τον Μαλάλα, ο Ιουστινιανός απαγόρευσε τη νομική στην Αθήνα υπήρχαν και αλλού νομικές σχολές. Άρα, αν κάνει λάθος ο Μαλάλας σχετικώς με τις νομικές σχολές, τότε κάνει λάθος και σχετικώς με τη φιλοσοφία.
 
β) Ότι τα διαδοχικά υπήρχαν ακόμα για οποιαδήποτε περίοδο από το 529 μέχρι και περίπου το 560, και άρα, αφού υπήρχανε τα διαδοχικά έπρεπε να υπάρχει και Ακαδημία.
 
Το α) έχει πλέον καταρριφθεί. Έχουνε περάσει σχεδόν σαράντα έτη από τότε που ο Cameron δημοσίευσε το έργο του και νέες ανακαλύψεις έχουν έλθει στο φως των ερευνών. Η πιο πρόσφατη έρευνα είναι αυτή του Edward Watts στο πρόσφατο (2004) έργο του «Justinian, Malalas and the End of the Athenian Philosophical Teaching in A.D. 529»[4], όπου έχει αποδείξει ότι το χωρίο του Μαλάλα δεν έλεγε «νόμιμα» αλλά «αστρονομίαν». Το σφάλμα οφείλεται στην έκδοση του Dindorf [5] που περιέχει τη λέξη «νόμιμα» και η οποία (η έκδοση του Dindorf) δεν είναι κριτική αφού βασίζεται σε χειρόγραφο του 17ου αιώνος, το οποίο είναι διαφορετικό από άλλα σύγχρονά του. Ο Watts δείχνει ότι η λέξη «αστρονομία» ταιριάζει πιο πολύ, αναλύοντας τις συνθήκες και άλλα χειρόγραφα του 6ου αιώνος. Μία δεύτερη ένδειξη που συνηγορεί υπέρ της λέξεως «αστρονομία» είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι υπήρχε νομική σχολή στην Αθήνα εκείνη την εποχή και έτσι είναι λογικό να υποθέσουμε ότι το κείμενο δε μιλά για νομική (που πιθανόν δεν υφίστατο) αλλά για αστρονομία.
 
Το β) επιχείρημα του Cameron έχει επίσης καταρριφθεί από τον Blumenthal [6]. Ο Cameron αναφέρεται στα «διαδοχικά» και σε ένα απόσπασμα του Ολυμπιοδώρου που λέει ότι «παρά τις συνεχείς δημεύσεις τα διαδοχικά έχουν διατηρηθεί». Η λέξη «διαδοχικά» μπορεί να έχει αρκετές σημασίες, το μισθό του σχολάρχη, την περιουσία της Ακαδημίας ή ακόμα και την πνευματική διαδοχή. Ο Cameron αναφέρει πολλές πιθανές ημερομηνίες για το παραπάνω χωρίο, από το 529 μέχρι και το 560, αλλά όπως τόνισε και ο Whittaker η μετοχή ενεστώτα (του κειμένου του Ολυμπιοδώρου) μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της αναφοράς του κυρίως ρήματος, δηλαδή από τότε που ιδρύθηκε η Φιλοσοφική Σχολή από τον Πλάτωνα μέχρι τη στιγμή του γραψίματος του χωρίου.
 
Το δεύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι ότι δεν υπάρχει καμία άλλη αναφορά, εκτός από μία στο λεξικό Σούδα για τον Πλάτωνα, που να λέει ότι η περιουσία της Ακαδημίας είχε κληρονομηθεί από τον Πλάτωνα. Άρα ο Ολυμπιόδωρος έχει κάνει λάθος να συμπεράνει ότι η περιουσία της Ακαδημίας έχει προέλθει από τον Πλάτωνα. Και αφού κάνει λάθος γι αυτό είναι πολύ πιθανόν να κάνει λάθος στο ότι οι χορηγήσεις υπήρχαν στις μέρες του.
 
Συνεχίζει ο Blumenthal αναλύοντας διάφορες επιγραφές που βρέθηκαν και αναφέρονται στον Πλούταρχο, τον φιλόσοφο που ξανάρχισε τη διδασκαλία στην Ακαδημία, και αποδεικνύει ότι ήτανε αρκετά πλούσιος, τόσο ώστε είναι πολύ πιο λογικό να υποθέσουμε ότι ο πλούτος βρισκότανε στα χέρια των σχολαρχών παρά το ότι αποτελούσε περιουσία της Ακαδημίας. Και καταλήγει λέγοντας ότι «μέχρι στιγμής μπορούμε να πούμε ότι ο Ολυμπιόδωρος σχεδόν σίγουρα έκανε λάθος σχετικά με την πλατωνική κληρονομιά»[7].’Κάποιοι φυσικά εδώ, αφού πλέον έχει αποδειχτεί ότι τα επιχειρήματά τους είναι ανυπόστατα, θα μπορούσανε να κάνουν ιδεολογικούς ελιγμούς και να πουν «ναι μεν… αλλά», δηλαδή ναι μεν η Ακαδημία μπορεί να έκλεισε από τον Ιουστινιανό, αλλά έτσι κι αλλιώς ήδη είχε πέσει σε μια κατάσταση παρακμής. Ουδέν ψευδέστερον τούτου.
 
Η Ακαδημία και η φιλοσοφία ανέκαθεν ήταν ακμάζουσες στην Αθήνα, τόσο ακμάζουσες που δεν έκλεισαν ούτε και μετά την καταστροφή της Αθήνας από τους Ερουλιανούς το 267 μ.κ.ε. Ακόμα και τα γενέθλια του Πλάτωνος και του Σωκράτους εορτάζονταν στον 5ο και πιθανώς και τον 6ο αιώνα με συμπόσια και ομιλίες σχετικά με την ελληνική Γραμματεία. Από τη στιγμή που οι φιλοσοφικές σχολές και οι φοιτητές τους αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του Αθηναϊκού πληθυσμού, υπήρχε ελάχιστη πιθανότητα για να αναδειχθεί μια νέα θρησκεία[8].
 
Μπορεί ο χριστιανισμός να ήτανε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας αλλά ακόμα και τότε το πιο εντυπωσιακό τμήμα των όσων είχανε απομείνει από την αυτοκρατορία τον 4ο και 5ο αιώνα στην Αθήνα είναι ουσιαστικώς ο παγανιστικός τους χαρακτήρας [9]. Αυτός ο παγανιστικός χαρακτήρας υπήρχε κυρίως λόγω της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας, η οποία κυριαρχούσε και ήτανε η πιο κραταιά αντι-χριστιανική δύναμη στην Αθήνα [10]. Εφ’ όσον κυριαρχούσε η Ακαδημία και η ελεύθερη σκέψη δε θα μπορούσε ποτέ να επικρατήσει ο χριστιανισμός. Έπρεπε λοιπόν να «βγει από τη μέση» όπως θα λέγαμε σήμερα.
 
Δυστυχώς για τους αδαείς που υποστηρίζουν ότι η Ακαδημία είχε παρακμάσει και το κλείσιμό της ήλθε ως φυσική απόρροια του χρόνου και της παρακμής, οι ίδιες οι αρχαιολογικές ανασκαφές (εκτός δηλαδή από τα χωρία του Μαλάλα και την άμεση, πλην σαφή, αναφορά του Αγαθία) τους αποδεικνύουν λάθος. Η Arja Karivieri συσχετίζει το κτήριο που το ονομάζει «Οικία του Πρόκλου» με τη Νεοπλατωνική Ακαδημία και λέει ότι το κτήριο αυτό εγκαταλείφθηκε ξαφνικώς τον έκτο αιώνα [11]. Αυτό είναι κάτι που υποστηρίζεται και από την Frantz από αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν στη δεκαετία του ’70. Οι έρευνες αυτές έδειξαν ότι πηγάδια μέσα στην αγορά ήταν ασφυκτικώς γεμάτα με σχεδόν άθικτα αγάλματα και προτομές. Ανέκαθεν στην αρχαιότητα τα πηγάδια χρησίμευαν ως κάδοι απορριμάτων και μπάζων, αλλά είναι εντυπωσιακό να βρίσκουμε ολόκληρα αγάλματα μέσα σε αυτά.
 
Γιατί κάποιος να ρίξει τα αγάλματα μέσα σε πηγάδια; Αυτό σημαίνει ότι κάτι πρέπει να έγινε εκείνη την περίοδο. Η μόνη πιθανή εξήγηση, η οποία ταιριάζει και με κεραμικά που βρέθηκαν σε πατώματα και άλλα πηγάδια της περιοχής είναι ότι αυτό έγινε με την έκδοση του εδίκτου το 529[12]. Οι εθνικοί εκείνης της εποχής, λόγω του επικείμενου ολέθρου που θα επέφερε το έδικτο του Ιουστινιανού, έκρυψαν τα αγάλματα μέσα σε πηγάδια με σκοπό να τα σώσουν και να τα επαναφέρουν αργότερα, όταν ίσως θα ηρεμούσαν τα πράγματα.
 
Τα έδικτα του Ιουστινιανού ήτανε τόσο σφοδρά, που ακόμα και ολόκληρο σύμπλεγμα οικιών στη βόρεια κλιτύ του Αρεοπάγου, που ολοφάνερα κατοικείτο από παγανιστές και έχουν ενδεικτικώς συσχετιστεί με τον Δαμάσκιο και τον φιλοσοφικό του κύκλο, ξαφνικά, στις αρχές του έκτου αιώνα, πέρασε στα χέρια χριστιανών ιδιοκτητών[13]. «Φαίνεται σίγουρο», λέει ο Wildberg «ότι ο Δαμάσκιος και ο κύκλος του, αφού έχασαν τις περιουσίες τους, τούς έμεινε μόνο η επιλογή, εξορία ή θάνατος»[14].
 
Εκτός βεβαίως των παραπάνω η Αθανασιάδη κάνει μία πολύ ενδιαφέρουσα συσχέτιση. Ο Δαμάσκιος όταν ήταν νέος είχε επισκεφθεί την Αφροδισιάδα και εμπνεύστηκε από εκεί ιδέες για την αναζωογόνηση της Ακαδημίας. Το Σεβαστείο της Αφροδισιάδος έδωσε την έμπνευση στον Δαμάσκιο όταν χρειάστηκε να δημιουργήσει το σύμπλεγμα των κτηρίων για να στεγάσει όλους τους καθηγητές της Ακαδημίας. Η Αθανασιάδη προτείνει τις οικίες A, B και C στη βόρεια κλιτύ του Αρεοπάγου ως τις πιο υποψήφιες για το ακαδημαϊκό σύμπλεγμα κτηρίων του Δαμάσκιου, οι οποίες έχουν περιγραφεί από αρχαιολόγους ως εκπαιδευτικές[15].
 
Υπάρχουν εκπληκτικές ομοιότητες μεταξύ αυτών των οικιών και του Σεβαστείου της Αφροδισιάδος, όπως και μια αξιοσημείωτη συλλογή γλυπτών στις προαναφερθείσες οικίες. Αυτή η συλλογή είναι κυρίως θρησκευτική (και όχι αισθητική) και ρίχτηκε σε δύο πηγάδια το 529, όπως τεκμαίρεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Τα υπόλοιπα αγαλματίδια και γλυπτά, που είτε δε χωρούσαν στα πηγάδια είτε δεν κρύφτηκαν καλά, βρέθηκαν διαμελισμένα, πράγμα το οποίο δείχνει ότι σκοπός εκείνων που το έκαναν ήταν να προσβάλλουν. Ανάμεσα και σε άλλες σημαντικές παραχαράξεις που έκανε ο νέος ιδιοκτήτης το πάτωμα των οικιών ήταν παραποιημένο σε σταυροειδές σχήμα, πράγμα που δείχνει ότι ήθελε να εξαγνίσει το μέρος που πλήγωνε τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Η ιστορία που αποκαλύπτουν τα ερείπια του Αρεοπάγου δε διαφέρει από τις λογοτεχνικές πηγές. Η τονωμένη Ακαδημία του έκτου αιώνος ήταν το πρώτο θύμα στην αντιπαγανιστική προσπάθεια του Ιουστινιανού[16].
 
Ακόμα και ο ίδιος ο Cameron παραδέχεται ότι μεταξύ του 529 και 531 υπήρξε χωρίς αμφιβολία καταδυνάστευση των Ελλήνων. Οι παρατηρήσεις του βασίζονται σε δύο λογοτεχνικές αναφορές. Η πρώτη αναφέρεται στα σχόλια στο «Εγχειρίδιο» του Επίκτητου που έκανε ο Σιμπλίκιος και που ομολογεί τυραννική περίοδο και κρίση εκείνον τον καιρό («εν προσήκοντι καιρώ τυραννικής περιστάσεως»). Ο Cameron λέει ότι αυτές οι «τυραννικές περιστάσεις» έλαβαν χώρα από τους χριστιανούς μεταξύ των ετών 529 και 531 και συσχετίζονται με το κλείσιμο της Ακαδημίας [17]. Η δεύτερη αναφέρεται σε ανάλυση που κάνει στο λήμμα «εμπρίσαντες» του λεξικού Σούδα το οποίο (το λήμμα) εμφανίζεται στο «Vita Isidori» του Δαμάσκιου και το συσχετίζει με τους διωγμούς των φιλοσόφων εκείνη την εποχή [18].
 
Γενικώς εκείνη την εποχή βλέπουμε μια ανεξήγητη αρνητική κινητικότητα όσον αφορά στην Αθήνα. Κτήρια εγκαταλείπονται, αγάλματα κρύβονται στα πηγάδια, εκδίδονται έδικτα κατά των εθνικών, φιλόσοφοι εγκαταλείπουν την Αθήνα. Όπως πολύ ορθώς το έθεσε ο Hallstrom «σφοδρά μέτρα κατά του παγανισμού στην Αθήνα φαίνονται τόσο στη λογοτεχνία (Vita Procli) όσο και στην αρχαιολογία (κτήριο Ωμέγα, πιθανώς η οικία του Πρόκλου) από τον πέμπτο και τις αρχές του έκτου αιώνος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στους ερευνητές (σ.σ. scholars στο πρωτότυπο) για το γεγονός ότι ο Ιουστινιανός κατέπνιγε τον παγανισμό όποτε είχε την ευκαρία» [19].
 
Έχοντας λοιπόν γνώση των αρχαιολογικών και λογοτεχνικών αποδείξεων δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγήσουμε γιατί τέτοιο μένος κατά της φιλοσοφικής σχολής των Αθηνών, όπως καθόλου δύσκολο δεν είναι να δούμε γιατί η Αλεξάνδρεια (που φέρνουν ως αντεπιχείρημα όσοι δε δέχονται το κλείσιμο της Σχολής) έτυχε καλύτερης μεταχείρισης από τον Ιουστινιανό, τον «μεγαλύτερο καταστροφέα ιδρυμάτων που μπορούσε να υπάρξει» σύμφωνα με τον Προκόπιο[20]. Φυσικά οι γνωστοί θα διαφωνήσουν και θα προσπαθήσουν να μειώσουν την Απόκρυφη Ιστορία (δεν τους συμφέρει που λέει τόσες αλήθειες). Ας είναι, εγώ θα τους παραθέσω τη φράση του Roger D. Scott «Η Απόκρυφη Ιστορία είναι ένα σοβαρό έργο από έναν σοβαρό ιστορικό»[21].
 
Παρ’ όλο που και στην Αλεξάνδρια (αλλά και στη Γάζα) υπήρχαν σχολές κλασικών σπουδών, καμία δεν έφθανε σε κύρος τη φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, όπου είχαν σπουδάσει και οι περισσότεροι από τους χριστιανούς διανοητές [22]. Επιπλέον, στην Αθήνα υπήρχε εύρωστη εθνική παράδοση αιώνων που (την Αθήνα) την έκαναν λιγότερο επιρρεπή στον χριστιανισμό από τις υπόλοιπες πόλεις στα ανατολικά της Μεσογείου. Κατά πάσα πιθανότητα εκκλησίες δε χτίζονταν επισήμως μέχρι και τον έκτο αιώνα, και οι χριστιανοί έτειναν αρχικώς να κρατούν απόσταση από το κλασικό παρελθόν της πόλεως, φοβούμενοι να αμφισβητήσουν τους εδραιωμένους ναούς στα πέριξ της Ακροπόλεως. Το κλείσιμο των ναών άρχισε μόλις στα τέλη του πέμπτου αιώνος και μερικοί κυρίως ναοί, όπως ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο και το Ηφαιστείον ίσως να μην μετατράπηκαν σε ναούς μέχρι και τον έβδομο αιώνα [23]. Η Αθήνα ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου οι εθνικοί μπορούσανε να αισθάνονται ασφάλεια στο να εφαρμόζουν τη θεολογία τους και να διαδίδουν τις διδαχές τους [24].
 
Ο κύκλος των διανοούμενων που διαμόρφωναν και καθόριζαν τον στοχασμό στην αυτοκρατορία εκείνη την εποχή, πήγαζε κυρίως από την Αθήνα και ιδιαιτέρως τη φιλοσοφική της Ακαδημία. Εκεί υπήρχε αρχαία παράδοση αιώνων και πάμπολλοι εθνικοί ικανοί να συνεχίσουν τη φιλοσοφία και το ελληνικό έθος. Έχοντας περάσει κάποιες κακουχίες λόγω κακών επιλογών σχολαρχών και διαμάχες διαδοχής μεταξύ τους, η Ακαδημία άρχισε να φθίνει στα μέσα του πέμπτου και μέχρι τις αρχές του έκτου αιώνος, έως ότου ανέλαβε σχολάρχης ο Δαμάσκιος[25], ο οποίος άρχισε να επιστρατεύει για την Ακαδημία τους πιο διάσημους φιλοσόφους εκείνη την εποχή[26].
 
Οι ριζικές αλλαγές που επέφερε ο Δαμάσκιος αναζωπύρωσαν τη φήμη της Ακαδημίας και άρχισε να ελκύει φοιτητές από όλη την αυτοκρατορία. Μέχρι το 520 η Ακαδημία είχε γίνει πάλι ακμαιότατο κέντρο φιλοσοφικής σκέψης[27]. Αυτό υποστηρίζει και ο Καλδέλλης (σε ανάλυση που κάνει για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ιωάννη Λυδού) λέγοντας με σαφήνεια ότι η Αθήνα ήταν το κέντρο της μη-χριστιανικής σκέψης στην αυτοκρατορία[28] όπως επίσης και η Αθανασιάδη, λέγοντας ότι «κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας η Αθήνα παρέμεινε το μόνο παγκοσμίως αναγνωρισμένο κέντρο παγανιστικής θεολογίας»[29].

Αποδεικνύεται ότι η Ακαδημία ήτανε πραγματικώς ακμάζουσα και ζωής σφύζουσα
 
Δυστυχώς, όμως, η Αθήνα ανήκε στην Αχαϊκή Επαρχία, όπου η πολιτική της σκηνή άρχισε να διακατέχεται κυρίως από χριστιανούς. Και ακόμα χειρότερα, διοικητικές αλλαγές είχαν δημιουργήσει ένα σύστημα τοπικών κυβερνήσεων, στο οποίο είχαν προτεραιότητα οι χριστιανοί πολίτες και ο χριστιανικός κλήρος. Μέσα σε αυτό το κλίμα οι χριστιανοί άρχισαν να επιτίθενται σε προεξέχοντες φιλοσόφους όπως ο Πρόκλος και ο Ηγίας. Ο Μαρίνος επίσης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Επίδαυρο «δια την στάσιν του» όπως μας πληροφορεί ο Δαμάσκιος[30]. Οι πολιτικές περιστάσεις και τα ιστορικά προηγούμενα δείχνουν ότι το κλείσιμο της Σχολής το 529 ήταν η αποκορύφωση ενός αιώνος σποραδικών προσπαθειών των χριστιανών να σπιλώσουν και να επιτεθούν στις ιδέες των εθνικών[31] με διωγμούς, δηώσεις και έδικτα.
 
Ο Μαλάλας, επίσης, επισημαίνει ότι ο νόμος που έστειλε ο Ιουστινιανός στην Αθήνα και απαγόρευε τη διδασκαλία της αστρονομίας και της φιλοσοφίας ήταν διαφορετικός από τα αντίγραφα του νόμου που στάλθηκαν αλλού. Αναλύοντας αυτή την κίνηση ο Watts συμπεραίνει λέγοντας ότι «η απαγόρευση της διδασκαλίας που επέβαλε αυτός ο νόμος, ήταν έτσι σχεδιασμένη, ώστε να στραγγίξει τη ζωή του ιδρύματος που ο Δαμάσκιος είχε αρχίσει να ανανεώνει» [32].
 
Το ότι η Αθήνα είχε χειρότερη αντιμετώπιση από τις άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας υποστηρίζεται από πολλούς. Ο Downey προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί ο Ιουστινιανός απαγόρευσε τη φιλοσοφία στην Αθήνα και όχι στην Αλεξάνδρεια, δίνει μία αρκετά λογική εξήγηση. Αφού έγινε αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός, εξέδωσε έδικτα που απαγόρευαν αιρετικούς, εθνικούς και Σαμαρείτες από το να διδάσκουν οιοδήποτε θέμα[33]. Φυσικά αυτό έγινε ως τμήμα της προσπάθειάς του να επιτύχει θρησκευτική ενότητα, η οποία, όπως πίστευε ο ίδιος, θα ερχόταν μόνο με την κατάλληλη εκπαίδευση. Οι αιρετικοί ή οι εθνικοί διδάσκαλοι το μόνο που θα έκαναν θα ήτανε να διαφθείρουν τα μυαλά των φοιτητών[34]. Έτσι λοιπόν, όπως σημειώνει ο Downey «το κλείσιμο της Φιλοσοφικής Σχολής ήλθε ως συνέπεια των εθνικών καθηγητών της»[35]. Κάτι που υποστηρίζεται και από τον Browning λέγοντας ότι (μιλώντας για τον Ιουστινιανό) «… σίγουρα δεν είχε κάτι προσωπικό εναντίον του Δαμάσκιου και του Σιμπλίκιου. Αλλά δεν ταίριαζαν στην αυτοκρατορία έτσι όπως την έβλεπε εκείνος. Η διανοητική τους υπεροχή έδινε μια πλασματική αίγλη στις παγανιστικές πεποιθήσεις. Και, ίσως, η μεγάλη περιουσία της Ακαδημίας ήταν πειρασμός για έναν αυτοκράτορα που ήθελε χρηματοδότηση για τα μεγαλεπήβολα έργα του»[36].
 
Το θέσπισμα του Ιουστινιανού, έτσι όπως σώζεται από τον Μαλάλα, είχε στόχο να επιβάλλει τον περιορισμό της φιλοσοφίας διδασκόμενης από τους Έλληνες (δηλαδή της βλασφημίας, αφού οι διδασκαλίες των Ελλήνων ήτανε «βλάσφημες»). Η διδασκαλία της φιλοσοφίας από χριστιανούς δε θα είχε αυτό το αποτέλεσμα[37].
 
Κάτι παρόμοιο για τις ιδέες του Ιουστινιανού γράφει και ο Cesaretti «Ήταν αυτή η ορθοδοξία απλώς ένα εργαλείο για δύναμη, που βασιζόταν σε αυτό που ο Ιουστινιανός ονόμαζε «Καισαροπαπισμό»; Αν πούμε ναι, τότε υποτιμούμε το πραγματικό θεολογικό πάθος του Ιουστινιανού, την προσωπική του, συμπαγή, σχεδόν υπαρξιακή του αφοσίωση στην αναζήτηση μιας ιδεατής φόρμουλας πίστης που θα έλυνε όλα τα προβλήματα -τυπικό της ύστερης αρχαιότητας- η οποία θα δημιουργείτο με το να εφαρμόσει τις αρχαίες φιλοσοφικές ιδέες στο χριστιανικό Ευαγγέλιο»[38].
 
Ο Michael Mass λέει σχετικώς ότι οι χριστιανοί ανέκαθεν αναρωτούνταν «Τί σχέση έχει η Αθήνα με τα Ιεροσόλυμα; Η Ακαδημία με την Εκκλησία;»[39] αλλά κατά τον έκτο αιώνα η ένταση μεταξύ χριστιανικής προσέγγισης και μη-χριστιανικής παράδοσης έγινε ακόμα πιο οξεία, ιδιαίτερα όταν προσεγγιζόταν κάτω από το αυτοκρατορικό πρίσμα. Η προσπάθεια του Ιουστινιανού να δημιουργήσει μια ρωμαϊκή κοινωνία ομοιόμορφης πίστης περνούσε μέσα από την αποδυνάμωση των συνδετικών κρίκων με το παρελθόν. Με το να καταστείλει τον πολυθεϊσμό και να βάλει στο στόχαστρό του τους διανοούμενους, σφράγισε τη μοίρα της κοσμικής μάθησης. Επέβαλε τον μειωτικό όρο «παγανιστικές» σε δραστηριότητες και γνώση που προηγουμένως αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο του αξιοθαύμαστου πολιτισμού της αυτοκρατορίας. Με λίγα λόγια, στην αρχή της βασιλείας του Ιουστινιανού παραδόσεις και γνώση, ειδικά στη φιλοσοφία, τις τέχνες και την ιστορία υπήρχαν ανεξαρτήτως από τη χριστιανική ιδιοποίηση. Στο τέλος του έκτου αιώνος αυτές οι αυτόνομες σφαίρες πολιτισμού είχαν σχεδόν εξαφανιστεί[40].
 
Ο Θεόδωρος και ο Τυχικός
 
Για να αποκλείσουμε κάθε περίπτωση όμως η σχολή να επαναλειτούργησε, θα πρέπει να αναλύσουμε και κάποιες σκόρπιες αναφορές που υπάρχουν σε κάποιους σπούδασαν υποθετικά φιλοσοφία στην Αθήνα, όπως ο Θεόδωρος της Ταρσού (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Canterbury) και ο Τυχικός (ο επονομαζόμενος Βυζάντιος).
 
Για τον Θεόδωρο υπάρχει μία αναφορά, γραμμένη 219 έτη μετά το κλείσιμο της Ακαδημίας, από τον Πάππα Ζαχαρία προς τον Άγιο Βονιφάτιο (Boniface)[41], που λέει ότι γνώριζε φιλοσοφία από την Αθήνα. Για κάποιον που δεν ξέρει τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες εκείνης της εποχής του είναι εύκολο να το πιστέψει. Αν όμως ερευνήσουμε λίγο θα δούμε ότι ο όρος «φιλοσοφία» εκείνη την εποχή χρησιμοποιείτο περισσότερο για να προσδώσει κύρος παρά για να δείξει ότι κάποιος όντως ήταν φιλόσοφος. Ο Guglielmo Cavalo απέδειξε ότι αν κάποιος ήθελε να σπουδάσει εκείνη την εποχή θα μπορούσε να το κάνει κυρίως στην Αλεξάνδρεια και τη Νότιο Ιταλία, αλλά όχι στην Αθήνα[42]. Ο Michael Lapidge σε έρευνα που κάνει για την καριέρα του Θεόδωρου[43], δεν αναφέρει καν την Αθήνα ως όνομα στην πορεία του Θεόδωρου από την Ταρσό στο Canterbury. Ούτε ο Βέδας (Bede) σύγχρονος του Θεόδωρου αναφέρει την Αθήνα στο έργο του «Historia ecclesiastica gentis Anglorum». Πώς, λοιπόν, ο Θεόδωρος σπούδασε στην Αθήνα και μάλιστα Φιλοσοφία;
 
Γίνεται φανερό ότι το σχόλιο του Πάππα Ζαχαρία σήμαινε απλώς ότι ο Θεόδωρος κατείχε κάποια «ελληνική» μόρφωση[44], ήτοι ότι ήταν κάποιος ευρυμαθής, κάποιος «φιλόσοφος» (τα εισαγωγικά υπάρχουν στο πρωτότυπο) που μπορούσε να διδάσκει και να έχει γνώση πολλών εκπαιδευτικών κλάδων[45], κάποιος ειδήμων στη ρητορική και τη διαλεκτική[46], όχι κάποιος που μπορούσε να κατανοήσει την ελληνική Φιλοσοφία.
 
Το όνομα της Αθήνας και η έννοια της φιλοσοφίας μπήκαν στο κείμενο μόνο και μόνο για να προσδώσουν κύρος στον Θεόδωρο. Άλλως τε η Αθήνα, μέσα από μια πολιτισμική παράδοση δεκάδων αιώνων, συνέχιζε να υφίσταται ως σύμβολο πολιτισμού και μόνο η αναφορά της αρκούσε για να δώσει αξία σε κάποιον. Διακόσια είκοσι σχεδόν έτη μετά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών, στην εποχή του Καρλομάγνου, το κλέος και η πολιτιστική εμβέλεια της Αθήνας ήταν τόσο ισχυρή, πού ένα έτος πριν στεφθεί αυτοκράτορας ο Καρλομάγνος, ο Αλκουϊνος (Alcuin) του έγραψε προτρέποντάς τον να «δημιουργήσει μια νέα Αθήνα στη Γαλλία»[47].
 
Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε ότι ο Θεόδωρος σπούδασε για κάποιο διάστημα στην Αθήνα, πουθενά δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι σπούδασε φιλοσοφία, πόσο μάλλον από φιλοσοφική σχολή η οποία λειτουργούσε επισήμως. Ο Γισλένος (Gislenus), σύγχρονος του Θεόδωρου που σπούδασε στην Αθήνα, διδάχθηκε από ιδιωτικούς δασκάλους[48]. Ίσως αυτούς θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε «φιλοσόφους» αλλά ήταν; Δε νομίζω. Μάλλον ήταν οι λεγόμενοι γραμματιστές, δηλαδή ιδιωτικοί δάσκαλοι που αναλάμβαναν τη μόρφωση κάποιου, σε καμία όμως περίπτωση φιλόσοφοι.
 
Για τον Τυχικό, η μόνη πρωτογενής πηγή που υπάρχει είναι στην αυτοβιογραφία του Ανανία από τη Σιράκ[49]. Ο Τυχικός ήταν μοναχός που δίδασκε στο μοναστήρι του Αγίου Ευγενίου και ήταν δάσκαλος του Ανανία, ο οποίος ( Ανανίας) ήταν με τη σειρά του μοναχός της Αρμενικής Εκκλησίας[50]. Ο Τυχικός σπούδασε στην Αρμενία και πέρασε ένα μήνα στα Ιεροσόλυμα, τρία έτη στην Αλεξάνδρεια, ένα έτος στη Ρώμη και μετά από αυτό στην Κωνσταντινούπολη[51]. Ο Ανανίας, επίσης, αναφέρει ότι ο Τυχικός βρήκε στην Αθήνα έναν «διάσημο άνδρα» (δεν αναφέρει το όνομά του) από τον οποίον διδάχθηκε φιλοσοφία[52].
 
Αυτό φυσικά δε συνηγορεί στην άποψη ότι υπήρχε φιλοσοφική σχολή στην Αθήνα και θέτει κάποια ερωτήματα. Ποιός ήταν αυτός ο «διάσημος άνδρας» που γνώριζε φιλοσοφία και τη δίδασκε; Δεν υπάρχουν πηγές για κάποιον διάσημο φιλόσοφο εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Γιατί ο Ανανίας δεν αναφέρει όνομα; Αυτό κάνει τη μαρτυρία του συγκεχυμένη τη στιγμή που αναφέρει άλλες λεπτομέρειες, αλλά όχι μια τόσο σημαντική για τον δάσκαλό του. Πού διδάχθηκε φιλοσοφία, στην Αθήνα ή την Κωνσταντινούπολη; Ο Ανανίας δεν ξεκαθαρίζει αν ο Τυχικός σπούδασε στην Αθήνα ή την Κωνσταντινούπολη, αλλά μόνο ότι βρήκε κάποιον διδάσκαλο στην Αθήνα. Ο Robert H. Hewsen υποστηρίζει ότι ο Τυχικός διδάχτηκε φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη από τον Αθηναίο διδάσκαλο. Η φήμη του ήτανε τόσο μεγάλη ώστε ακόμα και ο Πατριάρχης τον παρακάλεσε να μείνει εκεί, αλλά ο Τυχικός αρνήθηκε και γύρισε στην Τραπεζούντα, όπου άνοιξε δική του σχολή. Όμως ο θάνατος του διδάσκαλού του ανάγκασε τον ίδιο τον αυτοκράτορα να καλέσει τον Τυχικό πίσω στην Κωνσταντινούπολη να αναπληρώσει την κενή θέση, την οποία ο Τυχικός απέρριψε[53]. Εδώ πλέον γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Τυχικός σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο αυτοκράτορας τον κάλεσε πίσω στην Κωνσταντινούπολη, όπου προηγουμένως και ο διδάσκαλος του Τυχικού εδίδασκε.
 
Αθήνα – Αλεξάνδρεια
 
Γιατί όμως η Αθήνα και όχι η Αλεξάνδρεια; Αν δούμε τις κοινωνικοθρησκευτικές συνθήκες της Αλεξάνδρειας εκείνη την εποχή, θα καταλάβουμε πολύ εύκολα τον λόγο. Στην Αλεξάνδρεια άρχισε να αναπτύσσεται ένας νέος τύπος διδασκάλου, αυτός του χριστιανού «φιλοσόφου» (ενός τύπου που υπάρχει ακόμα και στις μέρες μας). Στην Αλεξάνδρεια, οι μαθητές μάθαιναν από τη μία Όμηρο και Θουκυδίδη, αλλά από την άλλη -και αυτό είναι το πιο σημαντικό- οι χριστιανοί διδάσκαλοι τους υποχρεώναν να ασχοληθούν με χριστιανικά θέματα[54].
 
Κάτω από αυτό το πλαίσιο η Αθήνα είχε γίνει αναχρονιστική (αφού οι διδάσκαλοι ήταν ακραιφνείς εθνικοί και όχι χριστιανοί) και έπρεπε να κλείσουν οι φιλοσοφικές σχολές. Οι σχολές εκεί ήταν το αγκάθι στο πρόγραμμα εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας. Δεν ήταν η διδασκαλία της φιλοσοφίας αυτή καθεαυτή που εύρισκε επικίνδυνη ο Ιουστινιανός, αλλά το ότι αυτή διδασκόταν από εθνικούς καθηγητές οι οποίοι διόλου δεν ενδιαφέρονταν να χτίσουν τη νέα χριστιανική κουλτούρα που χρειαζόταν ο αυτοκράτορας για την εδραίωση της χριστιανικής πολιτείας[55], ένα αμάλγαμα δηλαδή χριστιανισμού με φιλοσοφικές ιδέες, που τόσο πολύ τις είχε ανάγκη για να ορθοποδήσει ο ανώριμος χριστιανισμός.
 
Και όπως είναι γνωστό, οι Έλληνες καθηγητές που αρνήθηκαν να γίνουν χριστιανοί, έφυγαν πρόσφυγες στην αυλή του βασιλιά της Περσίας[56]. Εδώ όμως τίθεται και μία άλλη ερώτηση. Γιατί αυτό το νέο είδος χριστιανού «φιλοσόφου» άρχισε να αναπτύσσεται στην Αλεξάνδρεια και όχι στην Αθήνα; Υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό.
 
Οι διώξεις και η αποδυνάμωση του ελληνισμού άρχισε επί Πτολεμαίου Ζ’, όταν εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό κατά των Ελλήνων και ελληνιζόντων στην Αλεξάνδρεια κατά την ελληνιστική περίοδο. Ήδη από τότε έχουμε τις πρώτες βίαιες πράξεις συντριβής του ελληνισμού σε αυτόν τον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, με αποτέλεσμα ο ελληνισμός να αρχίσει σιγά σιγά να χάνει τη ρώμη του και να γίνει εύκολο θύμα στις απηνείς διώξεις που ακολούθησαν.
 
Ένας άλλος λόγος είναι και γεωγραφικός και κατά συνέπεια και οικονομικός. Η Αλεξάνδρεια, όντας κτισμένη σε εύφορη περιοχή, ήταν ο κύριος προμηθευτής καλαμποκιού, ελαιόλαδου και σιταριού της «δεύτερης Ρώμης», δηλαδή της Κωνσταντινούπολης. Ήτανε ζωτικής σημασίας τα φορτηγά πλοία να μεταφέρουνε τρόφιμα στην Κωνσταντινούπολη ανεμποδίστως και αδιακόπως. Και αφού η αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, οι αυτοκράτορες δεν το διακινδύνευαν καθόλου να βρίσκεται η Αλεξάνδρεια υπό αλλόθρησκη επιρροή (δηλαδή ελληνική). Έτσι έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στον χριστιανισμό και κατόρθωσαν από νωρίς να δημιουργήσουν μια δυνατότερη χριστιανική κοινότητα, αναδεικνύοντας αιμοσταγείς επισκόπους στον επισκοπικό θώκο.
 
Διαβάζουμε χαρακτηριστικώς: «στα τέλη του 350 στην Αλεξάνδρεια ένας από τους πλέον αντι-παγανιστές επισκόπους, ο Αρειανός Γεώργιος, ανέβηκε στο θρόνο της επισκοπής του Αθανάσιου. Ο Γεώργιος χρησιμοποίησε όλες τις μεθόδους που μπορεί να φανταστεί ανθρώπινο μυαλό για να αφανίσει την εθνική λατρεία. Αλαζόνας και προκλητικός, όπου του το επέτρεπαν οι συνθήκες, αλλά κυρίως ύπουλος και δουλοπρεπής, μετέτρεψε ναούς σε εκκλησίες, οργάνωσε δημόσιες παρελάσεις στις οποίες χλευάζονταν ιερά παγανιστικά αντικείμενα, εσκεμμένως προσέβαλλε εθνικούς κατά τη διάρκεια λατρείας τους και, τέλος, έστειλε το στρατό κατά του τελειότερου ναού της Αιγύπτου, το Σεραπείο. Και αφού δεν κορέστηκε με τη δήωση των μνημείων, ο Γεώργιος στράφηκε και σε διώξεις ανθρώπων, προξενώντας και την εξορία πολλών σημαίνοντων διδασκάλων, όπως του ιατροσοφιστή Ζήνωνος»[57].
 
Σε όλες αυτές τις καταστροφές συνέβαλε και η ιστορία του χριστιανισμού στην Αλεξάνδρεια. Από τις μέρες ακόμα των Αποστόλων, οι κεντρικές επισκοπές του χριστιανισμού υπήρχαν στα τρία ηγετικά χριστιανικά κέντρα, τη Ρώμη, την Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια[58], (η Κωνσταντινούπολη έγινε ηγετικό κέντρο δυό αιώνες αργότερα). Ο Ευαγγελιστής Μάρκος είχε πάει το Ευαγγέλιο στην Αλεξάνδρεια και ο πατριάρχης της Αλεξάνδρειας θεωρείτο πάπας αφού ήταν απ’ ευθείας διάδοχος του Μάρκου. Πολλοί έβλεπαν την Αλεξάνδρεια ως την υψηλότερη εκκλησιαστική αρχή, το προπύργιο της χριστιανικής πίστεως[59].
 
Γενικώς στην Αλεξάνδρεια από την εμφάνιση του χριστιανισμού και εξής υπήρχε ανέκαθεν ισχυρό ανθελληνικό κλίμα. Tο 380 έχουμε άγριες εξορμήσεις κατά των εθνικών. Πάλι το 385-386 με τον Κυνήγιο και τον Θεόφιλο, όπου με τις μανιασμένες ορδές φανατικών παππάδων κατάστρεψαν ελληνικούς ναούς και αγάλματα. Το 415 η φιλόσοφος Υπατία [Α] διαμελίστηκε στην κυριολεξία από τον Κύριλλο και τα φανατισμένα στίφη ιερέων που όπως πολύ σωστά αναφέρει η Αθανασιάδη «η μοίρα της Υπατίας απέτρεψε τους νέους από το να σπουδάζουν φιλοσοφία»[60]. Στα τέλη του πέμπτου αιώνος, λίγες μόνο δεκαετίες πριν το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθηνών, ο παγανιστής φιλόσοφος Ωραπόλλων εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί και να φύγει από την πόλη λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων[61]. Ο φιλόσοφος Ηραΐσκος καταδιώχτηκε σε θάνατο από τον Νικομήδη[62]. Ακόμα και ναούς εθνικών Αιγυπτίων κατάστρεψαν για να σταματήσουν τη λατρεία της Ίσιδος στη Μέμφιδα (Menouthis)[63].
 
Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εναπομείναντες Έλληνες είχαν δύο επιλογές. Ή να αλλαξοπιστήσουν (ή να προσποιηθούν πως αλλαξοπίστησαν) σε χριστιανούς ή να φύγουν. Η πρώτη λύση ήταν και η ευκολότερη αν σκεφτούμε ότι από εδώ και πέρα οι κλασικές επιστήμες θα προσεγγίζονταν (δηλ. θα εκφυλίζονταν) μόνο κάτω από τον χριστιανικό τρόπο σκέψης[64].
 
Κάτι τέτοιο έκανε και ο Ολυμπιόδωρος, προκειμένου να σώσει τη θέση του και τη ζωή του. Αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τη χριστιανική διδασκαλία σε αρκετές θέσεις[65]. Και όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Tarrant (μιλώντας για τον Ολυμπιόδωρο) «εν τέλει πρέπει να τον σκεφτούμε ως πολύ δεκτικό στις χριστιανικές θέσεις. Ο Westerink αναφέρεται στην αρκετά ευέλικτη προσαρμοστικότητα του δόγματός του. Ο Ολυμπιόδωρος είχε λίγη από τη μεγαλειότητα του Σωκράτη, αλλά τουλάχιστον ήξερε σαν τον Σωκράτη πως να αποφεύγει τις τεχνικές λεπτομέρειες της ιδεολογίας του»[66].
 
Κάτι παρόμοιο ως προς το αποτέλεσμα υποστηρίζει και ο Wildberg λέγοντας ότι ο Ολυμπιόδωρος, εν αντιθέσει με το σύγχρονό του Σιμπλίκιο, δεν ήταν το ίδιο Έλληνας. Ήλπιζε για κάποιου είδους συνύπαρξης. Μια ματιά στα σχόλιά του στον Φαίδωνα, Αλκιβιάδη Α και Γοργία μας δείχνουν τον ανούσιο (σ.σ. toothless στο πρωτότυπο) πλατωνισμό του. Ένας σύγχρονος ερευνητής λέει για τα απογοητευτικά του σχόλια «βρίθει από αναπολήσεις και ανέκδοτα για τον Αμμώνιο, ενώ η πραγματική τους ουσία είναι πολύ φτωχή»[67]. Φυσικά, όπως προειπώθηκε, αυτό δεν είναι σφάλμα του Ολυμπιοδώρου. Ο άνθρωπος προσπαθούσε να σώσει τη ζωή του από τους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι χριστιανοί, έπρεπε να είναι προσεχτικός με αυτά που έλεγε και αυτά που έγραφε, διαφορετικώς οι χριστιανικές αρχές θα του επέβαλαν βασανισμούς με μεταλλικά όργανα[68].
 
Η αλήθεια είναι ότι πολλοί ιστορικοί συγκλίνουν στην άποψη ότι η φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια άρχισε να χριστιανοποιείται. Η φιλοσοφική ατμόσφαιρα στην Αλεξάνδρεια ήταν αναμφιβόλως περισσότερο Αριστοτελική από την Αθήνα, και λιγότερο μαχητική υπέρ του παγανισμού[69] και έτσι άρχισε να χριστιανοποιείται[70]. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι οι Αλεξανδρινοί φιλόσοφοι πληρώνονταν από τις αρχές της Αλεξάνδρειας και όχι από την περιουσία των φιλοσοφικών σχολών[71]. Έτσι, οι χριστιανοί της Αλεξάνδρειας ανέχονταν τους κρυφο-εθνικούς διδάσκαλους οι οποίοι δεν ήταν απροκαλύπτως αντι-χριστιανοί (όπως οι φιλόσοφοι των Αθηνών) και οι οποίοι έδειχναν ενδιαφέρον για τον Αριστοτελισμό με αποτέλεσμα να «απεμπολήσουν τις μοχθηρές θεοσοφικές εικοτολογίες του νεοπλατωνισμού»[72].
 
Αριστοτελισμός λοιπόν, το φιλοσοφικό σύστημα το οποίο (μαζί και με τον Πλατωνισμό) σοφίστηκαν οι χριστιανοί, παράφρασαν και εγκολπώθηκαν προκειμένου να εδραιώσουν το άγουρο ακόμα δόγμα τους. Ήταν προς όφελος των χριστιανών μια «φιλοσοφική» σχολή στην Αλεξάνδρεια, την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν προς εδραίωση των ιδεών τους. Τα έργα του Φιλόπονου και του Ζαχαρία είναι παραδείγματα χριστιανικής ιδιοποίησης της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας με σκοπό να δώσουν στη χριστιανική δοξασία λογικό έρεισμα[73]. Φυσικά, κανένα από αυτά τα έργα ή τα σχόλια δεν είχαν σχέση με τις ιδέες του Αριστοτέλη. Μπορεί να διέδωσαν την αριστοτέλεια σκέψη, αλλά αποτελούσαν μία αξιοσημείωτη αναίρεση των φιλοσοφικών διδαχών του Αριστοτέλη, αν τα συγκρίνουμε δίπλα-δίπλα με τα πρωτότυπα [74].
 
Ας μην ξεχνάμε ότι η εποχή για την οποία γίνεται η έρευνα είναι γεμάτη όχι μόνο από διωγμούς εθνικών αλλά και από διωγμούς αιρετικών χριστιανών. Τα πιο επείγοντα ζητήματα έπαψαν να είναι οι εθνικοί και η διδασκαλία τους. Τώρα υπήρχαν πιο χειροπιαστά ζητήματα να λύσουν και αυτά ήταν οι «άλλοι χριστιανοί» και οι διαμάχες μεταξύ του Σεβήρου (πατριάρχη Αντιόχειας) και του Ιουλιανού (Αλικαρνασσού) για το αν το σώμα του Ιησού είχε φθαρεί πριν την ανάστασή του ή όχι (αφθαρτοδόκησις). Αυτά ήταν σοβαρότερα ζητήματα από τις διώξεις των εναπομεινάντων Ελλήνων.
 
Άλλη μια λογική απάντηση στο γιατί η φιλοσοφική σχολή της Αλεξάνδρειας παρέμεινε ανοιχτή, βρίσκεται στο γεγονός ότι η μελέτη της φιλοσοφίας ήτανε απαραίτητη για να διατυπωθεί και να κατανοηθεί ο χριστιανισμός. Η Βίβλος δε δίνει πληροφορίες για το αν ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι της ίδιας ουσίας. Ούτε για το πώς το θεϊκό και το ανθρώπινο στοιχείο συνδυάστηκαν στον Χριστό. Όποιοι μελετούσαν αυτά τα θέματα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν την αριστοτέλεια λογική, καθώς και τις βασικές έννοιες της πλατωνικής οντολογίας όπως υπόσταση, φύση, ουσία, ψυχή και νους. Φαίνεται ότι ο χριστιανισμός έκανε επιτακτική την ανάγκη της φιλοσοφίας και μπορούμε να πούμε ότι αυτή επιβίωσε στην Αλεξάνδρεια, διότι έδινε βάση στις διαφορετικές χριστιανικές κοινότητες που τη χρησιμοποιούσαν.
 
Αλλά ακόμα και αυτό δε μας δίνει μια τελική απάντηση. Σε πολύ γενικές γραμμές η απάντηση είναι ότι ο χριστιανισμός έφερε μαζί του μία επινόηση παντελώς άγνωστη στον αρχαίο κόσμο, την εξ αποκαλύψεως αλήθεια, που όσο σκανδαλώδης και αν ήταν, έπρεπε να κατανοηθεί.
 
Οι φιλόσοφοι ανέκαθεν ενοποιούσαν τη λογική με τη θεολογία με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντοτε ξεκινούσαν από τον Λόγο και, αμφισβητώντας, κατέληγαν στην πεποίθηση σχετικώς με το όντως ον, τους θεούς και την αθανασία της ψυχής. Στον χριστιανισμό όμως αυτό το συμπέρασμα αποκαλύπτονταν. Και ήταν αυτή η αποκάλυψη -με την υπόσχεση μιας παγκόσμιας σωτηρίας μέσω κάποιου που από θεός έγινε άνθρωπος, πέθανε στο σταυρό και αναστήθηκε- που αψηφούσε τη λογική. Αυτό που έλειπε αρχικώς από τον χριστιανισμό ήταν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές οι ιδέες θα μπορούσανε να κατασκευαστούν, να συζητηθούν και να υποστηριχθούν, αλλά κανείς άλλος δεν πρόσφερε ένα τέτοιο πλαίσιο παρά μόνον η παγανιστική φιλοσοφία. Για αυτόν τον λόγο η κλασική φιλοσοφία μέσα στην αυτοκρατορία ήταν αμφίσημη, εχθρός και σύμμαχος μαζί [75].
 
Η πορεία των Φιλοσόφων μετά το κλείσιμο της Φιλοσοφικής Σχολής
 
Όπως αναφέρει ο Αγαθίας μετά το κλείσιμο της Σχολής ο Δαμάσκιος και έξι ακόμα φιλόσοφοι φύγανε και αναζήτησαν καταφύγιο στην αυλή του Χοσρόη, στην Περσία. Σύμφωνα πάντα με τον Αγαθία (που είναι εγκυρότατος αφού μας έχει διασώσει ακόμα και τα ονόματα των φιλοσόφων) οι φιλόσοφοι ήταν η αφρόκρεμα «το άκρον άωτον» της εποχής και έφυγαν γιατί τα θεολογικά τους πιστεύω τους έκανε να μην μπορούνε να ζήσουν πλέον στην αυτοκρατορία. Εδώ όμως τίθεται ένα άλλο ερώτημα. Ο Χοσρόης δεν έγινε βασιλιάς παρά στις 13 Σεπτεμβρίου του 531, η Φιλοσοφική Σχολή έκλεισε το 529, τι έγινε στα δύο αυτά έτη μεταξύ 529 και 531;
 
Φαίνεται ότι μετά τον περιβόητο ανθελληνικό νόμο οι φιλόσοφοι μείνανε στην Αθήνα, περιμένοντας ότι ίσως τα πράγματα θα άλλαζαν. Βεβαίως λογικό είναι να υποθέσουμε ότι μετά τον ανθελληνικό αυτόν νόμο ο Δαμάσκιος και ο κύκλος του θα ήταν ο επόμενος στόχος των χριστιανών και θα έπρεπε να κάνουνε αυτό που θα έκανε ο καθένας μας, να το βάλουνε στα πόδια. Αλλά αυτό θα ήταν αντίθετο προς την ιδεολογία του Δαμάσκιου, του ανθρώπου που έλεγε ότι «τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από την καθαρή συνείδηση»[76]. Δε θα μπορούσε να κάνει πίσω, ακόμα και στο κλείσιμο της Φιλοσοφικής Σχολής, τη στιγμή που οι ίδιες του οι φιλοσοφικές του διδαχές εγκωμίαζαν την εμμονή άλλων φιλοσόφων στις προγονικές παραδόσεις[77].
 
Δεν υπήρχε συμβιβασμός. Αυτό ήταν κάτι που το είχε κάνει και στο παρελθόν[78], όταν διάλεξε εξορία αντί για συνεργασία[79]. Έτσι παρέμεινε στην Αθήνα, περιμένοντας να αλλάξουν τα πράγματα. Αλλά δυστυχώς οι νόμοι 1.11.9 και 1.11.10 αλλά και 1.11.10.3 του Ιουστινιανού που εκδόθηκαν δύο έτη αργότερα[80] δηλαδή το 531, σύμφωνα με τους οποίους τα περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων θα κατάσχονταν από τον αυτοκράτορα, έκαναν τον Δαμάσκιο και τον κύκλο του να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να βρουν καταφύγιο στην αυλή του Χοσρόη και από εκεί στις Κάρρες της Μεσοποταμίας[81].
 
Μαζί τους έσβησαν και τα Φώτα της Παιδείας.
 
----------------------------
*Ακαδημία Αθηνών Πλάτωνος
 
Η Ακαδημία ιδρύθηκε στην Αθήνα γύρω στο 387 π.κ.ε. από τον Πλάτωνα μετά το πρώτο ταξίδι του (398-390 π.κ.ε.) στη Σικελία και την αγορά των εγγράφων του μεγάλου φιλόσοφου Πυθαγόρη. Βρίσκονταν σε ένα άλσος του προαστίου των Αθηνών, την Ακαδήμεια, αφιερωμένο στον Αθηναίο ήρωα Ακάδημο, από το όνομα του οποίου προέρχεται και η ονομασία της. Ο χώρος θεωρούνταν Ιερός γιατί ο Θησέας είχε κρύψει εκεί την Ελένη και από σεβασμό για την μακρά παράδοση και την ταύτισή του με τους Διόσκουρους, οι Σπαρτιάτες δεν θα τον κατέστρεψαν όταν εισέβαλαν το 413 π.κ.ε. στην Αττική. Η Ακαδημία συνέχισε τη λειτουργία της σε όλην την περίοδο της ελληνιστικής περιόδου για να διακοπεί η λειτουργία της για τέσσερα χρόνια κατά τον Πρώτο Μιθριδατικό Πόλεμο και την φυγή του Φίλωνα της Λάρισας στο 88 π.κ.ε. στη Ρώμη. Έκλεισε οριστικά το 529, μετά από σχεδόν 10 αιώνες συνεχούς παρουσίας, όταν καταργήθηκε από τον Βυζαντινό χριστιανό αυτοκράτορα Ιουστινιανό και την Χριστιανική Βυζαντινή Πανούκλα.
 
Ο Διογένης Λαέρτιος διαιρεί την ιστορία της Ακαδημίας σε τρεις περιόδους την Παλιά, τη Μέση επικεφαλής της οποίας ορίζει τον Αρκεσίλαο και τη Νέα με πρώτο τον Λακύδη. Από την ίδρυσή της και μέχρι τις αρχές του πρώτου αιώνα π.κ.ε. η Ακαδημία λειτουργούσε χωρίς προβλήματα, ωστόσο, όταν άρχισε το 88 π.κ.ε. ο Πρώτος Μιθριδατικός Πόλεμος, ο Φίλων ο Λαρισαίος εγκατέλειψε την Αθήνα και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου φαίνεται να παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του. Το 86 π.κ.ε. ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας πολιόρκησε την Αθήνα προκαλώντας μεγάλη καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας «έβαλε τα χέρια του πάνω στα ιερά άλση, και λεηλάτησε την Ακαδημία που ήταν τοποθετημένη στα πιο δασώδη προάστια της πόλης, καθώς και το Λύκειο».
 
Η καταστροφή της Ακαδημίας φαίνεται να ήταν τόσο σοβαρή ώστε η ανακατασκευή και επαναλειτουργία της ήταν σχεδόν αδύνατη. Όταν ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης επέστρεψε στην Αθήνα από την Αλεξάνδρεια το 84 π.κ.ε. άρχισε πάλι τη λειτουργία της, αλλά όχι στην Ακαδημία μα στο Λύκειο. Ο Κικέρων, που υπήρξε και μαθητής του Φίλωνα, περιγράφει μια επίσκεψη στο χώρο της Ακαδημίας ένα απόγευμα, που ήταν «ήσυχη και έρημη εκείνη την ώρα της ημέρας». Στους επόμενους αιώνες συνεχίστηκε η παρουσία της Ακαδημίας η οποία κατά καιρούς υπολειτουργούσε, παράκμαζε αλλά και ανανεωνόταν. Τελικά, την ταφόπλακα έβαλε το χριστιανικό ανθρώπινο ζώο το 529 ο Βυζαντινός Σκοταδιστής Ιουστινιανός. Σύμφωνα με τον Αγαθία τα εναπομείναντα μέλη της, μεταξύ των οποίων και ο Σιμπλίκιος, αναζήτησαν προστασία στην αυλή του Χοσρόη Α΄ στην Περσία. Μαζί τους μετέφεραν παπύρους λογοτεχνικών, φιλοσοφικών κι επιστημονικών. Με τη συνθήκη ειρήνης Περσίας και Βυζαντίου το 532 τέθηκε υπό εγγύηση η προσωπική τους ασφάλεια.
 
Στην Ακαδημία υπήρχαν διάφοροι επιστημονικοί τομείς με αντικείμενα μελέτης την φιλοσοφία, τα μαθηματικά, τις φυσικές και τις πολιτικές επιστήμες. Στο υπέρθυρο της Ακαδημίας αναγραφόταν η Πυθαγόρεια φράση «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω» δηλαδή να μην εισέρχεται κανένας που δεν γνωρίζει Γεωμετρία. Ο Πλάτων, αφού μελέτησε τα έργα του Πυθαγόρη έμαθε ότι η γεωμετρία και τα μαθηματικά ήταν ο μόνος και ασφαλής δρόμος για να προσεγγίσει κανείς τον Κόσμο των Ιδεών και τον Θεό.
 
Σημαντικό φιλοσοφικό και μαθηματικό έργο: Επιστήμονες με μαθηματικό προσανατολισμό που θήτευσαν στην Ακαδημία ήταν ο Αριστοτέλης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεωδάμας ο Θάσιος, ο Θεαίτητος ο Αθηναίος, ο Εύδοξος ο Κνίδιος, ο Δεινόστρατος και ο αδελφός του Μέναιχμος από την Προκόννησο της Θράκης, ο Ευκλείδης, ο Πρόκλος και πολλοί άλλοι. Η κύρια συνεισφορά της Ακαδημίας στα μαθηματικά συνίσταται στο ότι συγκέντρωσε τις μέχρι τότε μαθηματικές γνώσεις που προέρχονταν κυρίως από τους Πυθαγορείους και τη Σχολή της Χίου, τις ταξινόμησε, τις εμπλούτισε, τις επέκτεινε και τις έθεσε σε ένα λογικό αποδεικτικό σύστημα. Ακόμη, τελειοποίησε τις αποδεικτικές μεθόδους και ανάπτυξε τη μαθηματική λογική. Συμπύκνωση όλων αυτών ήταν τα Στοιχεία του Ευκλείδη, που αν και γράφτηκαν στην Αλεξάνδρεια, είναι αποκλειστικό έργο της Ακαδημίας. Ο Πρόκλος στο έργο του «Σχόλια στο 1ο βιβλίο των Στοιχείων αναφέρει σχετικά ότι «το σύστημα που επέλεξε ο Ευκλείδης για τα Στοιχεία ήταν Πλατωνικό [σύμφωνο με τις επιταγές του Πλάτωνα] και αφού είχε αποδεχθεί την Πλατωνική φιλοσοφία έθεσε σαν σκοπό της συγγραφής των Στοιχείων την κατασκευή των Πλατωνικών στερεών».
 
«Ποιος μας ακούει εμάς; Είμαστε είκοσι άνθρωποι και τα λέμε εδώ, όταν βγαίνει όμως, ο δημοσιογράφος, αυτός ο αμόρφωτος και ο ανεύθυνος και μιλάει στο τελεβίζιο τον ακούνε δύο εκατομμύρια. Αυτοί είναι οι δάσκαλοι σήμερα κι αυτοί διαμορφώνουν την νέα αγωγή, διαμορφώνουν τις νέες γενεές. Πέθανε ο δάσκαλος λοιπόν» –Δημήτρης Λιαντίνης
 
Αυτοί σε δίδαξαν λοιπόν τι είναι ζωή, τι είναι παιδεία και τα σημερινά σου χάλια οφείλονται στην υποταγή σου στα κελεύσματα αμόρφωτων, που σαν μαριονέτα ακολουθείς μιμιδίζοντας Έτσι λοιπόν σε μετέτρεψαν από άνθρωπο σε κατακάθι και βιώνεις μια θανατηφόρα οδύνη αντί για ζωή, μα αυτό είναι αποκλειστικά ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΕΥΘΥΝΗ.
 
Ο αρχαιολογικός χώρος της Ακαδημίας σήμερα: Ο σημερινός επισκέπτης της Αθήνας μπορεί να επισκεφτεί τον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας που βρίσκεται εκατέρωθεν της οδού Κρατύλου στην περιοχή Κολωνού και Ακαδημίας Πλάτωνος. Εκεί βρίσκονται τα σημαντικά μνημεία, κάποια προγενέστερα της Ακαδημίας, όπως η ιερά οικία γεωμετρικών χρόνων, το γυμνάσιο του πρώτου π.κ.ε. – πρώτου μ.κ.ε αιώνα, όπου αθλούνταν οι μαθητές-φοιτητές, η πρωτοελλαδική αψιδωτή οικία και το περίστυλο κτίριο τους 4ου π.κ.ε. αιώνας. Εκεί, αν ο νεορωμιός νοσεί από την χριστιανική πανούκλα ίσως αρχίσει να συναισθάνεται το λάθος του κι αν θεραπευτεί μπορεί ακόμα και να ξαναγίνει Έλληνας. Διαφορετικά έχει να αντιμετωπίσει μετά την ΥΒΡΗ που διαπράττει, την ΝΕΜΕΣΗ.
-----------------------
Παραπομπές Σημειώσεις:
[1] Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, εκδόσεις Ηλιοδρόμιο, Λόγος 18ος, σελ. 358
[2] Αγαθίας, Ιστορίαι 2.30.3
[3] Alan Cameron, The Last Days of the Academy at Athens, Proceedings of the Cambridge Philological Society, vol. 195, 1969
[4] Justinian, Malalas and the End of the Athenian Philosophical Teaching in A.D. 529, Journal of Roman Studies, vol. 94, 2004, σελ. 168-182 [5] L. Dindorf, Ioannis Malalae Chronographia, Accedunt Chilmeadi Hodiique Annotationes et. Ric. Bentleii Epistola ad Io. Millium ? 1831
[6] «529 and its Sequel: What Happened to the Academy?» Byzantion xlviii (1978), σελ. 369-385
[7] ό.π. σελ. 375
[8] Alison Frantz, Pagan Philosophers in Christian Athens, Proceedings of the American Philological Society, vol. 119, 1975, σελ. 30
[9] ο.π. σελ. 31
[10] ό.π. σελ. 31
[11] Arja Karivieri, The House of Proclus on the Southern Slope of the Acropolis: A contribution, Post-Herulian Athens: Aspects of Life and Culture in Athens A.D. 267-529, ed. by P. Castr?n
[12] Alison Frantz, Pagan Philosophers in christian Athens, Proceedings of the American Philological Society, vol. 119, 1975, σελ. 36-37 και H.J. Blumenthal, 529 and its Sequel: What Happened to the Academy, Byzantion xlviii (1978), σελ. 376-377
[13] Alison Frantz, The Athenian Agora, XXIV. Late Antiquity, AD 267-700, Princeton, N.J. 1988, σελ. 86-92 και John M. Camp, The Philosophical Schools of Roman Athens, The Greek Renaissance in the Roman Empire, ed. S. Walker and Averil Cameron, Bulletin of the Institute for Classical Studies 55, 1989, σελ. 50-55
[14] Christian Wildberg, Philosophy in the Age of Justinian, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press 2005, σελ. 333
[15] Esperia xlii (1973) 156-164 (T.L. Shear Jr), A. Frantz (n.1) 37-48, J. Mc.k. Camp, The philosophical Schools of Roman Athens, S. Walker-Averil Cameron (eds), The Greek Renaissance in the Roman Empire (BICS Suppl. 1v (1989) 50-55
[16] Polymnia Athanassiadi, Persecution and Response in Late Paganism ? The evidence of Damascius, Journal of Hellenic Studies, 1993, vol. 113, σελ. 23-24
[17] Alan Cameron, The Last days of the Academy at Athens, Proceedings of the Cambridge Philological Society, vol. 195, 1969, σελ. 14 και 16
[18] ό.π. σελ. 15
[19] Gunnar af Hallstrom, The Closing of the Neoplatonic School in A.D. 529: An Additional Aspect, Post-Herulian Athens: Aspects of Life and Culture in Athens A.D. 267-529, ed. by P. Castr?n, σελ. 157
[20] Απόκρυφη Ιστορία 6.21
[21] Roger D. Scott, Malalas, the Secret History and Justinian’s Propaganda, DOP, vol. 39, 1985, σελ. 108
[22] Julian and Justinian and the Unity of Faith and Culture, Granville Downey, Church History, vol. 28, 1959, σελ. 345
[23] Garth Fowden, The Pagan Holy Man in the Late Antique Society, The Journal of Hellenic Studies, vol. 102, 1982, σελ. 43
[24] ό.π. σελ. 44
[25] Justinian, Malalas and The end of the Athenian Philosophical Teaching in A.D. 529, Edward Watts, Journal or Roman Studies, vol. 94, 2004, σελ. 168-169
[26] Αγαθίας, Ιστορίαι, 2.30.3
[27] Justinian, Malalas and The end of the Athenian Philosophical Teaching in A.D. 529, Edward Watts, Journal or Roman Studies, vol. 94, 2004, σελ. 170 και Alan Cameron, The Last Days of the Academy at Athens, Proceedings of the Cambridge Philological Society, vol. 195, 1969, σελ. 29
[28] The religion of Ioannis Lydos, Anthony Kaldellis, Phoenix, vol. 57, 2003, σελ. 305
[29] Persecution and Response in late Paganism: The Evidence of Damascius, Polymnia Athanassiadi, Journal of Hellenic Studies, vol. 113, 1993, σελ. 5
[30] Δαμάσκιος, Vita Isidori, 277 (EP)=fr. 266
[31] Justinian, Malalas and The end of the Athenian Philosophical Teaching in A.D. 529, Edward Watts, Journal or Roman Studies, vol. 94, 2004, σελ. 170-171
[32] ό.π. σελ. 176
[33] Codex Justinianus 1.5.18.4, 1.11.10.2
[34] Cod. Just. 1.5.18.4
[35] Julian and Justinian and the Unity of Faith and Culture, Granville Downey, Church History, vol. 28, 1959, σελ. 345
[36] Robert Browning, Justinian and Theodora (revised edition), 1987, σελ. 62
[37] Christian Wildberg, Philosophy in the Age of Justinian, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press 2005, σελ. 331 [38] Paolo Cesaretti, Theodora: Empress of Byzantium, Vendome Press, 2004, σελ. 170
[39] Τερτυλλιανός, De Praescr. Haer 7, το κείμενο λέει «Τί σχέση έχει η Αθήνα με τα Ιεροσόλυμα; Η Ακαδημία με την Εκκλησία; Δε χρειαζόμαστε την αναζήτηση τώρα που έχουμε τον Ιησού Χριστό? ούτε τη έρευνα τώρα που έχουμε το Ευαγγέλιο.»
[40] Roman Questions, Byzantine Answers, Michael Maas, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, ed. Michael Maas, Cambridge University Press, 2005, σελ. 17
[41] S. Bonifatii et Lullii Epistolae, ed. M. Tangl, MGH, Epist. Sel. I (Berlin 1916), 173
[42] Guglielmo Cavallo, Theodore of Tarsus and the Greek Culture of his Time, Cambridge Studies in Anglo-Saxon England, Archibishop Theodore
[43] Michael Lapidge, The Career of Archbishop Theodore, Cambridge Studies in Anglo-Saxon England, Archibishop Theodore
[44] Michael Lapidge, The School of Theodore and Hadrian, Anglo-Saxon Literature 600-899, London, The Hambledon Press, 1996, πρώτη σελίδα, υποσημείωση 1
[45] Guglielmo Cavallo, Theodore of Tarsus and the Greek Culture of his Time, Cambridge Studies in Anglo-Saxon England, Archibishop Theodore, σελ. 66
[46] William Reany D.D., St. Theodore of Canterbury, B. Herder Book Co. 1944, σελ. 34
[47] Alcuin, Epistolae 100
[48] Albert Stanburrough Cook, Theodore of Tarsus and Gislenus of Athens, Philological Quarterly, 1923, σελ. 20
[49] Ananias of Shirak (A.D. 600-650), Autobiography (1897) Byzantinische Zeitschrift 6, pp.572-4, Translated by F. C. Conybeare (δες και Byzantine civilization, Steven Runciman, εκδόσεις University Paperbacks, σελ. 225)
[50] Science in the Seventh-Century Armenia: Ananias of Sirak, Isis, vol. 59, Spring 1968, σελ. 34
[51] ό.π. σελ. 35
[52] Ananias of Shirak (A.D. 600-650), Autobiography (1897) Byzantinische Zeitschrift 6, pp.572-4, Translated by F. C. Conybeare, σελ. 573
[53] Science in the Seventh-Century Armenia: Ananias of Sirak, Isis, vol. 59, Spring 1968, σελ. 35
[54] Julian and Justinian and the Unity of Faith and Culture, Granville Downey, Church History, vol. 28, 1959, σελ. 345
[55] ό.π. σελ. 346
[56] ό.π. σελ. 346
[57] Persecution and Response in late Paganism: The Evidence of Damascius, Polymnia Athanassiadi, Journal of Hellenic Studies, vol. 113, 1993, σελ. 13
[58] Byzantine Civilization, Steven Runciman, σελ. 109
[59] Theodora, Empress of Byzantium, Paolo Cesaretti, σελ. 117
[60] Persecution and Response in late Paganism: The Evidence of Damascius, Polymnia Athanassiadi, Journal of Hellenic Studies, vol. 113, 1993, σελ. 16
[61] Ζαχαρίας Σχολαστικός, Vita Severi, PO 2,1, 15-35
[62] Δαμάσκιος, Vita Isidori 277, frr. 313-314, 317, 334
[63] Ζαχαρίας Σχολαστικός, Vita Severi, pp. 15-35 ή και Fowden σελ. 54
[64] Roman Questions, Byzantine Answers, Michael Maas, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, ed. Michael Maas, Cambridge University Press, 2005, σελ. 17-18
[65] H.A.S. Tarrant, Cultural and religious continuity: 2. Olympiodorus and the Surrender of Paganism, in L. Garland (ed.), Conformity and Non-conformity in Byzantium, Byzantinische Forschungen XXIV (1997), σελ. 191
[66] ό.π. σελ. 192
[67] Christian Wildberg, Philosophy in the Age of Justinian, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press 2005, σελ. 321
[68] Alan Cameron, The Last days of the Academy at Athens, Proceedings of the Cambridge Philological Society, vol. 195, 1969, σελ. 15
[69] Garth Fowden, The Pagan Holy Man in the Late Antique Society, The Journal of Hellenic Studies, vol. 102, 1982, σελ. 38
[70] Guglielmo Cavallo, Theodore of Tarsus and the Greek Culture of his Time, Cambridge Studies in Anglo-Saxon England, Archibishop Theodore, σελ. 58
[71] Alan Cameron, The Last Days of the Academy at Athens, Proceedings of the Cambridge Philological Society, vol. 195, 1969, σελ. 9
[72] Garth Fowden, The Pagan Holy Man in the Late Antique Society, The Journal of Hellenic Studies, vol. 102, 1982, σελ. 46, υποσημείωση 103
[73] Christian Wildberg, Philosophy in the Age of Justinian, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press 2005, σελ. 323
[74] Guglielmo Cavallo, Theodore of Tarsus and the Greek Culture of his Time, Cambridge Studies in Anglo-Saxon England, Archibishop Theodore, σελ. 60
[75] Christian Wildberg, Philosophy in the Age of Justinian, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, Cambridge University Press 2005, σελ. 335-336 [76] Philosophical History, 146B
[77] ό.π. 45B, 117C, 119J
[78] ό.π. σελ. 126B, 126C-E
[79] Polymnia Athanassiadi, Persecution and Response in Late Paganism, the Evidence of Damascius, Journal of Hellenic Studies, vol. 133, 1993, σελ. 20
[80] Edward Watts, Justinian, Malalas and the End of Athenian Philosophical Teaching in A.D. 529, Journal or Roman Studies, vol. 94, 2004, σελ. 180
[81] Edward Watts, Where to Live the Philosophical Life in the Sixth Century: Damascius, Simplicius, and the Return from Persia, Greek, Roman, and Byzantine Studies 45 (2005), pp. 285-315