Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (786-845)

ΕΚ. οὐκ ἔστιν, εἰ μὴ τὴν Τύχην αὐτὴν λέγοις.
ἀλλ᾽ ὧνπερ οὕνεκ᾽ ἀμφὶ σὸν πίπτω γόνυ
ἄκουσον. εἰ μὲν ὅσιά σοι παθεῖν δοκῶ,
στέργοιμ᾽ ἄν· εἰ δὲ τοὔμπαλιν, σύ μοι γενοῦ
790 τιμωρὸς ἀνδρός, ἀνοσιωτάτου ξένου,
ὃς οὔτε τοὺς γῆς νέρθεν οὔτε τοὺς ἄνω
δείσας δέδρακεν ἔργον ἀνοσιώτατον·
κοινῆς τραπέζης πολλάκις τυχὼν ἐμοὶ
ξενίας τ᾽ ἀριθμῷ πρῶτα τῶν ἐμῶν φίλων·
795 τυχὼν δ᾽ ὅσων δεῖ καὶ λαβὼν προμηθίαν
ἔκτεινε, τύμβου δ᾽, εἰ κτανεῖν ἐβούλετο,
οὐκ ἠξίωσεν ἀλλ᾽ ἀφῆκε πόντιον.
ἡμεῖς μὲν οὖν δοῦλοί τε κἀσθενεῖς ἴσως·
ἀλλ᾽ οἱ θεοὶ σθένουσι χὠ κείνων κρατῶν
800 Νόμος· νόμῳ γὰρ τοὺς θεοὺς ἡγούμεθα
καὶ ζῶμεν ἄδικα καὶ δίκαι᾽ ὡρισμένοι·
ὃς ἐς σ᾽ ἀνελθὼν εἰ διαφθαρήσεται,
καὶ μὴ δίκην δώσουσιν οἵτινες ξένους
κτείνουσιν ἢ θεῶν ἱερὰ τολμῶσιν φέρειν,
805 οὐκ ἔστιν οὐδὲν τῶν ἐν ἀνθρώποις ἴσον.
ταῦτ᾽ οὖν ἐν αἰσχρῷ θέμενος αἰδέσθητί με·
οἴκτιρον ἡμᾶς, ὡς γραφεύς τ᾽ ἀποσταθεὶς
ἰδοῦ με κἀνάθρησον οἷ᾽ ἔχω κακά.
τύραννος ἦ ποτ᾽, ἀλλὰ νῦν δούλη σέθεν,
810 εὔπαις ποτ᾽ οὖσα, νῦν δὲ γραῦς ἄπαις θ᾽ ἅμα,
ἄπολις ἔρημος ἀθλιωτάτη βροτῶν.
οἴμοι τάλαινα, ποῖ μ᾽ ὑπεξάγεις πόδα;
ἔοικα πράξειν οὐδέν· ὦ τάλαιν᾽ ἐγώ.
τί δῆτα θνητοὶ τἄλλα μὲν μαθήματα
815 μοχθοῦμεν ὡς χρὴ πάντα καὶ ματεύομεν,
Πειθὼ δὲ τὴν τύραννον ἀνθρώποις μόνην
οὐδέν τι μᾶλλον ἐς τέλος σπουδάζομεν
μισθοὺς διδόντες μανθάνειν, ἵν᾽ ἦν ποτε
πείθειν ἅ τις βούλοιτο τυγχάνειν θ᾽ ἅμα;
820 τί οὖν ἔτ᾽ ἄν τις ἐλπίσαι πράξειν καλῶς;
οἱ μὲν γὰρ ὄντες παῖδες οὐκέτ᾽ εἰσί μοι,
αὐτὴ δ᾽ ἐπ᾽ αἰσχροῖς αἰχμάλωτος οἴχομαι·
καπνὸν δὲ πόλεως τόνδ᾽ ὑπερθρῴσκονθ᾽ ὁρῶ.
καὶ μὴν ἴσως μὲν τοῦ λόγου κενὸν τόδε,
825 Κύπριν προβάλλειν· ἀλλ᾽ ὅμως εἰρήσεται.
πρὸς σοῖσι πλευροῖς παῖς ἐμὴ κοιμίζεται
ἡ φοιβάς, ἣν καλοῦσι Κασάνδραν Φρύγες.
ποῦ τὰς φίλας δῆτ᾽ εὐφρόνας δείξεις, ἄναξ;
ἦ τῶν ἐν εὐνῇ φιλτάτων ἀσπασμάτων
830 χάριν τιν᾽ ἕξει παῖς ἐμή, κείνης δ᾽ ἐγώ;
ἐκ τοῦ σκότου τε τῶν τε νυκτερησίων
φίλτρων μεγίστη γίγνεται βροτοῖς χάρις.
ἄκουε δή νυν· τὸν θανόντα τόνδ᾽ ὁρᾷς;
τοῦτον καλῶς δρῶν ὄντα κηδεστὴν σέθεν
835 δράσεις. ἑνός μοι μῦθος ἐνδεὴς ἔτι.
εἴ μοι γένοιτο φθόγγος ἐν βραχίοσιν
καὶ χερσὶ καὶ κόμαισι καὶ ποδῶν βάσει
ἢ Δαιδάλου τέχναισιν ἢ θεῶν τινος,
ὡς πάνθ᾽ ὁμαρτῇ σῶν ἔχοιντο γουνάτων
840 κλαίοντ᾽, ἐπισκήπτοντα παντοίους λόγους.
ὦ δέσποτ᾽, ὦ μέγιστον Ἕλλησιν φάος,
πιθοῦ, παράσχες χεῖρα τῇ πρεσβύτιδι
τιμωρόν, εἰ καὶ μηδέν ἐστιν, ἀλλ᾽ ὅμως.
ἐσθλοῦ γὰρ ἀνδρὸς τῇ δίκῃ θ᾽ ὑπηρετεῖν
845 καὶ τοὺς κακοὺς δρᾶν πανταχοῦ κακῶς ἀεί.

***
ΕΚΑΒΗ
Εξόν κι αν θα ᾽λεγες τη Δυστυχία την ίδια.
Άκουσε, ωστόσο, για ποιό λόγο πέφτω
στα γόνατά σου. Αν βρίσκεις δίκαια
τα όσα έχω πάθει, να το στέρξω. Αν όμως
το αντίθετο νομίζεις, τότε
τιμώρησέ μου εσύ τούτο τον άνθρωπο,
790 τον φίλο τον αχρείο όσο κανείς, που,
δίχως να φοβηθεί μήτε τους θεούς του Κάτω Κόσμου,
μήτε και τους ουράνιους, έπραξε
το έργο το ανόσιο.
Πολλές φορές καθίσαμε μαζί στο ίδιο τραπέζι
κι ήταν καλόδεχτος σαν ο πρώτος μας φίλος.
Πήρε τα πρέποντα κι όταν ανάλαβε
μια φροντίδα, μου σκότωσε τον γιο μου,
κι ούτε καν έναν τάφο δεν του ᾽δωσε,
αλλά τον πέταξε στα κύματα. Εγώ, βέβαια,
είμαι σκλάβα κι αδύναμη άλλο τόσο.
Δυνατοί όμως είναι οι θεοί κι ο νόμος τους
που μας εξουσιάζει· αυτός ο νόμος
800 μας οδηγάει να πιστεύουμε στα θεία
και να ζούμε χωρίζοντας τα δίκαια
από τ᾽ άδικα. Κι αν ο νόμος χαλάσει
στα χέρια σου, κι αν δεν τιμωρηθούνε
οι φονιάδες των φίλων κι όσοι απλώνουν χέρι
ληστρικό στα ιερά, τότε καμιά
δικαιοσύνη στον κόσμο δεν υπάρχει.
Σκέψου, λοιπόν, πόσο αισχρό ήταν αυτό
και λυπήσου με. Δείξε λίγη συμπόνια,
στάσου σε κάποια απόσταση, όπως στέκει
ο ζωγράφος, και μελέτησε
όσα πάθη φορτώθηκα. Ήμουν βασίλισσα·
τώρα, σκλάβα δική σου. Μάνα ζηλεμένη
810 άλλοτες, όμως τώρα γριά με δίχως τέκνα,
μα και χωρίς πατρίδα η έρημη,
η πιο δυστυχισμένη απ᾽ των θνητών το γένος.
(Ο Αγαμέμνων κάνει μια κίνηση, σαν να θέλει να ξεμακρύνει.)
Αλίμονο στην άμοιρη, μ᾽ αφήνεις;
Τίποτα, φαίνεται, δεν θα πετύχω η δόλια.
Γιατί, λοιπόν, κουραζόμαστε οι άνθρωποι
να μαθαίνουμε τόσα και ν᾽ αναζητούμε
αυτά που μας χρειάζονται, και μόνο
την Πειθώ, αληθινή του κόσμου κυβερνήτρα,
δεν τη σπουδάζουμε τέλεια, πληρώνοντας,
έτσι που να μπορεί κανείς, καμιά φορά,
και να πείθει τους άλλους και να πετυχαίνει
αυτό που θα ᾽θελε; Ποιά ελπίδα
820 για μια τύχη καλή τώρα πια μου απομένει;
Είχα παιδιά και τα παιδιά μου χαθήκανε·
κι εγώ, μια πομπεμένη σκλάβα, σέρνομαι μακριά
και βλέπω τον καπνό της πόλης ν᾽ ανεβαίνει.
Ίσως ανώφελα θα πω κι αυτόν τον λόγο,
για τις χάρες της Κύπριδας, μα θα τον πω.
Μια θυγατέρα μου πλαγιάζει στο πλευρό σου,
η μάντισσα που οι Τρώες τη λεν Κασάνδρα.
Πού θα δείξεις, λοιπόν, βασιλιά μου,
πως γλυκιές είναι οι νύχτες για σένα; κι ακόμα,
για τα γλυκύτατα αγκαλιάσματα στην κλίνη,
830 ποιά χάρη θα ᾽χει η κόρη μου, κι εγώ για κείνη;
Απ᾽ τις αγάπες στης νύχτας τα σκοτάδια
τα πιο μεγάλα αντιχαρίσματα γεννιούνται.
Άκου, λοιπόν· βλέπεις ετούτον τον νεκρό; Αν φανείς
καλός απέναντί του, θα φανείς καλός
στον γυναικάδελφό σου. Τί άλλο
θα μπορούσα να πω; Τούτο μονάχα:
Άμποτε, με τις τέχνες του Δαιδάλου
ή με τη δύναμη κάποιου θεού,
ν᾽ αποχτούσαν τα μπράτσα μου φωνή,
τα μαλλιά μου, τα χέρια μου, τα πόδια,
για να τυλίγανε, όλα μαζί, τα γόνατά σου
840 με κλάματα, με χίλια παρακάλια.
Ω αφέντη μου, ω υπέρλαμπρο φως της Ελλάδας,
άκουσέ με και δώσε στη γερόντισσα
ένα χέρι βοήθειας για να τιμωρήσει.
Δεν είμαι τίποτα, όμως πρέπει να το δώσεις.
Ο άξιος άντρας το δίκιο υποστηρίζει
και κατατρέχει τους κακούς παντού και πάντα.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι τοπικοί, Ποταμοί - Εχέδωρος

Ποταμός της Μακεδονίας, ο πρότερον Ηδωνός καλούμενος. Ο έχων δώρα. Χρυσού γαρ καταφέρων ψήγματα, οι εγχώριοι αρύονται δέρματα αιγών κείραντες και καθιέντες εις το ύδωρ ή από Δώρου τινός Αρκάδος, ός συμμαχών Αλεξάνδρω τω Φιλαδέλφω, εμπεσών ποταμώ, αίτιος γέγονε της ονομασίας*. (Etymologicon Magnum Lexikon)

Η μαρτυρία αυτή για τον ποταμό που σήμερα λέγεται Γαλλικός** καταγράφει μιαν ιστορική εξέλιξη. Το όνομα Ηδωνός υποδηλώνει την παρουσία της θρακικής φυλής των Ηδωνών, από την περιοχή του Παγγαίου, οι οποίοι οφείλουν την ονομασία τους στον μυθικό γενάρχη τους Ηδωνό ή από το ομώνυμο βουνό, παρακλάδι του Αίμου όπου μαρτυρείται και η αρχική τους εγκατάσταση. Η δεύτερη ονομασία, Εχέδωρος, όχι μόνο αποκαλύπτει το πολύτιμο υλικό που μπορούσε να βρεθεί στα νερά του ποταμού, τον χρυσό, αλλά σηματοδοτεί και την εκμετάλλευσή του, που άρχισε πιθανότατα κατά τη μέση γεωμετρική εποχή, όπως συνάγεται από τις σημαντικές ποσότητες εισηγμένης γεωμετρικής κεραμικής από την Αττική και την Εύβοια κατά τον 9ο αι. π.Χ.***. Η επείσακτη αυτή κεραμική (στην Αγχίαλο, σε τάφους του νεκροταφείου της Σίνδου) οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι οι νότιοι Έλληνες αντάλλασσαν τα πολύτιμα αγγεία τους με τον χρυσό του Εχεδώρου.

Όσο για τη δεύτερη εκδοχή της ονομασίας του, «από Δώρου τινός Αρκάδος», θυμίζουμε ότι κατά μία εκδοχή ο επώνυμος ήρωας της Μακεδονίας, ο Μακεδόνας, ήταν γιος ενός Αρκάδα, γενεαλογία που συνδέει τον επάνω του Ολύμπου χώρο με τη Νότια Ελλάδα.

Στις όχθες του ποταμού Εχεδώρου μονομάχησε ο Ηρακλής με τον Κύκνο, τον γιο του Άρη και της Πυρήνης, που τον προκάλεσε σε μονομαχία. Αλλά επειδή ο Άρης συμπαραστεκόταν στον Κύκνο και η μονομαχία δεν λυνόταν, ο Δίας, πατέρας του Ηρακλή έρριξε κεραυνό ανάμεσά τους και διέλυσε τη μάχη. Η μονομαχία αυτή υπήρξε ένα από τα επεισόδια που περιβάλλουν τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή (μήλα των Εσπερίδων).
----------------------------
*Τελετουργικά μύησης και καθαρμού
Η πτώση στο νερό και η αλλαγή του ονόματος αποκαλύπτουν τελετουργικά διάβασης από μια ηλικία σε μιαν άλλη ή τελετουργικά ανανεωτικά των δυνάμεων αναπαραγωγής ή καθαρμού.

**Εχέδωρος/Γα(λ)λικός/Γαλυκός
Για τη μετονομασία του ποταμού σε Γαλικό (Γαλλικό και Γαλυκό) υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η πρώτη το αποδίδει στον τρόπο με τον οποίο οι ντόπιοι συνέλεγαν τον χρυσό από τα νερά του ποταμού, έριχναν, δηλαδή, .
Η μετονομασία του ποταμού σε Γαλλικό (Γαλικό ή Γαλυκό) εικάζεται ότι σχετίζεται με τη διαδικασία συνέλεξης του χρυσού από τον ποταμό, κατά την οποία οι ντόπιοι έριχναν κουρεμένες γιδοπροβιές στα νερά του ποταμού. στο κοντό τρίχωμα αγκιστρώνονταν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου. Και τούτο διότι το δεύτερο συνθετικό της λέξης Γαλ(λ)ι(υ) θεωρείται ότι προέρχεται από την ομηρική λέξη «κας» («κώεα» στον πληθυντικό αριθμό), που δηλώνει το δέρμα των προβάτων («κς» είναι ο μεταγενέστερος συνηρημένος τύπος) (Ιλιάδα, Ι 661. Οδ., ψ 180). Αλλά και μετά τον Όμηρο η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλωθεί το χρυσόμαλλο δέρας που ο Ιάσονας μετέφερε στην Κολχίδα ( (Πίνδ. Π, 4.411. Ηρόδ. 7.193. Μίμνερμ. 11. Θεόκρ. 13.16), ενώ το υποκοριστικό «κώδιον» δηλώνει τη δορά του προβάτου μαζί με το έριο, το οποίο χρησιμεύει ως στρώμα (Αριστοφ. Ιππ. 400. Βάτρ. 1478. Πλάτ., Πρωτ. 315D).
Κατά άλλους, η μετονομασία του ποταμού οφείλεται στους Γαλάτες, οι οποίοι εποίκισαν την περιοχή κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, ή στην προσπάθεια των ντόπιων να τους εξευμενίσουν, όταν οι Γαλάτες επέδραμαν στη Μακεδονία το 279 π.Χ.

***Η τεχνική συγκέντρωσης του χρυσού από τον ποταμό με το να ρίχνουν δέρματα ζώων στο ποτάμι, αφού πρώτα τα έχουν κουρέψει ώστε τα ψήγματα χρυσού να «παγιδεύονται» ανάμεσα στις κοντές τρίχες παραπέμπει στην ιστορία με το χρυσόμαλλο δέρας. Εξάλλου, η Αργοναυτική εκστρατεία σχετίζεται αποδεδειγμένα με την εκμετάλλευση μετάλλων.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1393a-1394a)

[XX] Λοιπὸν δὲ περὶ τῶν κοινῶν πίστεων ἅπασιν εἰπεῖν, ἐπείπερ εἴρηται περὶ τῶν ἰδίων. εἰσὶ δ᾽ αἱ κοιναὶ πίστεις δύο τῷ γένει, παράδειγμα καὶ ἐνθύμημα· ἡ γὰρ γνώμη μέρος ἐνθυμήματός ἐστιν. πρῶτον μὲν οὖν περὶ παραδείγματος λέγωμεν· ὅμοιον γὰρ ἐπαγωγῇ τὸ παράδειγμα, ἡ δ᾽ ἐπαγωγὴ ἀρχή.

Παραδειγμάτων δὲ εἴδη δύο· ἓν μὲν γάρ ἐστιν παραδείγματος εἶδος τὸ λέγειν πράγματα προγενομένα, ἓν δὲ τὸ αὐτὸν ποιεῖν. τούτου δὲ ἓν μὲν παραβολὴ ἓν δὲ λόγοι, οἷον οἱ Αἰσώπειοι καὶ Λιβυκοί. ἔστιν δὲ τὸ μὲν πράγματα λέγειν τοιόνδε τι, ὥσπερ εἴ τις λέγοι ὅτι δεῖ πρὸς βασιλέα παρασκευάζεσθαι καὶ μὴ ἐᾶν Αἴγυπτον χειρώσασθαι· καὶ γὰρ πρότερον Δαρεῖος

[1393b] οὐ πρότερον διέβη πρὶν Αἴγυπτον ἔλαβεν, λαβὼν δὲ διέβη, καὶ πάλιν Ξέρξης οὐ πρότερον ἐπεχείρησεν πρὶν ἔλαβεν, λαβὼν δὲ διέβη, ὥστε καὶ οὗτος ἐὰν λάβῃ, διαβήσεται, διὸ οὐκ ἐπιτρεπτέον. παραβολὴ δὲ τὰ Σωκρατικά, οἷον εἴ τις λέγοι ὅτι οὐ δεῖ κληρωτοὺς ἄρχειν· ὅμοιον γὰρ ὥσπερ ἂν εἴ τις τοὺς ἀθλητὰς κληροίη μὴ οἳ δύνανται ἀγωνίζεσθαι ἀλλ᾽ οἳ ἂν λάχωσιν, ἢ τῶν πλωτήρων ὅντινα δεῖ κυβερνᾶν κληρώσειεν, ὡς δέον τὸν λαχόντα ἀλλὰ μὴ τὸν ἐπιστάμενον. λόγος δέ, οἷος ὁ Στησιχόρου περὶ Φαλάριδος καὶ Αἰσώπου ὑπὲρ τοῦ δημαγωγοῦ. Στησίχορος μὲν γὰρ ἑλομένων στρατηγὸν αὐτοκράτορα τῶν Ἱμεραίων Φάλαριν καὶ μελλόντων φυλακὴν διδόναι τοῦ σώματος, τἆλλα διαλεχθεὶς εἶπεν αὐτοῖς λόγον ὡς ἵππος κατεῖχε λειμῶνα μόνος, ἐλθόντος δ᾽ ἐλάφου καὶ διαφθείροντος τὴν νομὴν βουλόμενος τιμωρήσασθαι τὸν ἔλαφον ἠρώτα τινὰ ἄνθρωπον εἰ δύναιτ᾽ ἂν μετ᾽ αὐτοῦ τιμωρήσασθαι τὸν ἔλαφον, ὁ δ᾽ ἔφησεν, ἐὰν λάβῃ χαλινὸν καὶ αὐτὸς ἀναβῇ ἐπ᾽ αὐτὸν ἔχων ἀκόντια· συνομολογήσας δὲ καὶ ἀναβάντος ἀντὶ τοῦ τιμωρήσασθαι αὐτὸς ἐδούλευσε τῷ ἀνθρώπῳ. «οὕτω δὲ καὶ ὑμεῖς», ἔφη, «ὁρᾶτε μὴ βουλόμενοι τοὺς πολεμίους τιμωρήσασθαι τὸ αὐτὸ πάθητε τῷ ἵππῳ· τὸν μὲν γὰρ χαλινὸν ἔχετε ἤδη, ἑλόμενοι στρατηγὸν αὐτοκράτορα· ἑὰν δὲ φυλακὴν δῶτε καὶ ἀναβῆναι ἐάσητε, δουλεύσετε ἤδη Φαλάριδι». Αἴσωπος δὲ ἐν Σάμῳ δημηγορῶν κρινομένου δημαγωγοῦ περὶ θανάτου ἔφη ἀλώπεκα διαβαίνουσαν ποταμὸν ἀπωσθῆναι εἰς φάραγγα, οὐ δυναμένην δὲ ἐκβῆναι πολὺν χρόνον κακοπαθεῖν καὶ κυνοραιστὰς πολλοὺς ἔχεσθαι αὐτῆς, ἐχῖνον δὲ πλανώμενον, ὡς εἶδεν αὐτήν, κατοικτείραντα ἐρωτᾶν εἰ ἀφέλοι αὐτῆς τοὺς κυνοραιστάς, τὴν δὲ οὐκ ἐᾶν· ἐρομένου δὲ διὰ τί, «ὅτι οὗτοι μὲν» φάναι «ἤδη μου πλήρεις εἰσὶ καὶ ὀλίγον ἕλκουσιν αἷμα, ἐὰν δὲ τούτους ἀφέλητε, ἕτεροι ἐλθόντες πεινῶντες ἐκπιοῦνταί μου τὸ λοιπὸν αἷμα». «ἀτὰρ καὶ ὑμᾶς, ἄνδρες Σάμιοι, οὗτος μὲν οὐδὲν ἔτι βλάψει· πλούσιος γάρ ἐστιν. ἐὰν δὲ τοῦτον ἀποκτείνητε, ἕτεροι

[1394a] ἥξουσι πένητες, οἳ ὑμᾶς ἀναλώσουσι τὰ λοιπὰ κλέπτοντες».

Εἰσὶ δ᾽ οἱ λόγοι δημηγορικοί, καὶ ἔχουσιν ἀγαθὸν τοῦτο, ὅτι πράγματα μὲν εὑρεῖν ὅμοια γεγενημένα χαλεπόν, λόγους δὲ ῥᾷον· ποιῆσαι γὰρ δεῖ ὥσπερ καὶ παραβολάς, ἄν τις δύνηται τὸ ὅμοιον ὁρᾶν, ὅπερ ῥᾷόν ἐστιν ἐκ φιλοσοφίας. ῥᾴω μὲν οὖν πορίσασθαι τὰ διὰ τῶν λόγων, χρησιμώτερα δὲ πρὸς τὸ βουλεύσασθαι τὰ διὰ τῶν πραγμάτων· ὅμοια γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ μέλλοντα τοῖς γεγονόσιν.


Δεῖ δὲ χρῆσθαι τοῖς παραδείγμασι οὐκ ἔχοντα μὲν ἐνθυμήματα ὡς ἀποδείξεσιν (ἡ γὰρ πίστις διὰ τούτων), ἔχοντα δὲ ὡς μαρτυρίοις, ἐπιλόγῳ χρώμενον τοῖς ἐνθυμήμασιν· προτιθέμενα μὲν γὰρ ἔοικεν ἐπαγωγῇ, τοῖς δὲ ῥητορικοῖς οὐκ οἰκεῖον ἐπαγωγὴ πλὴν ἐν ὀλίγοις, ἐπιλεγόμενα δὲ μαρτυρίοις, ὁ δὲ μάρτυς πανταχοῦ πιθανός· διὸ καὶ προτιθέντι μὲν ἀνάγκη πολλὰ λέγειν, ἐπιλέγοντι δὲ καὶ ἓν ἱκανόν· μάρτυς γὰρ χρηστὸς καὶ εἷς χρήσιμος.


Πόσα μὲν οὖν εἴδη παραδειγμάτων, καὶ πῶς αὐτοῖς καὶ πότε χρηστέον, εἴρηται.


***
[20] Μας μένει λοιπόν να μιλήσουμε για τις αποδείξεις που είναι κοινές σε όλα τα είδη των ρητορικών λόγων, αφού έχουμε ήδη ολοκληρώσει τον λόγο μας για τις ειδικές αποδείξεις. Οι κοινές αποδείξεις είναι δύο ειδών: παράδειγμα και ενθύμημα· γιατί η γνώμη είναι μέρος ενθυμήματος. Ας μιλήσουμε λοιπόν πρώτα για το παράδειγμα· γιατί το παράδειγμα μοιάζει με επαγωγή, και η επαγωγή είναι μια αρχή.

Παραδειγμάτων υπάρχουν δύο είδη: Ένα είδος παραδείγματος είναι να λέμε πράγματα που έγιναν στο παρελθόν, και ένα άλλο είδος είναι να τα πλάθουμε εμείς οι ίδιοι· το δεύτερο αυτό είδος υποδιαιρείται σε παραβολή και σε λόγους, όπως είναι π.χ. οι Αισώπειοι και οι Λιβυκοί.


Όταν λέω «να λέμε πράγματα που έγιναν στο παρελθόν» εννοώ κάτι τέτοιο: να λέμε ότι πρέπει να κάνουμε πολεμικές προετοιμασίες εναντίον του βασιλιά των Περσών και να μη τον αφήσουμε να υποδουλώσει την Αίγυπτο· γιατί και ο Δαρείος παλιότερα


[1393b] δεν πέρασε στην Ελλάδα, παρά αφού πρώτα κυρίεψε την Αίγυπτο, αφού όμως την κυρίεψε, πέρασε πια ύστερα στην Ελλάδα. Το ίδιο και ο Ξέρξης δεν εκστράτευσε εναντίον της Ελλάδας παρά μόνο αφού πρώτα κυρίεψε την Αίγυπτο, αφού όμως την κυρίεψε, πέρασε πια ύστερα στην Ελλάδα. Και αυτός, επομένως, αν κυριέψει την Αίγυπτο, θα περάσει στην Ελλάδα, και γι᾽ αυτό πρέπει να εμποδιστεί.

Παραβολή είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε ο Σωκράτης· αν, επί παραδείγματι, κάποιος έλεγε ότι οι άρχοντες δεν πρέπει να εκλέγονται με κλήρο· γιατί θα ήταν το ίδιο σαν να διαλέγαμε με κλήρο τους αθλητές: δεν θα διαλέγαμε αυτούς που είναι σε θέση να αγωνιστούν, αλλά αυτούς που θα αναδείκνυε η κλήρωση; ή αν αυτόν που πρόκειται να κυβερνήσει το πλοίο τον διαλέγαμε μεταξύ των ναυτών με κλήρο: θα αναδεικνύαμε στη θέση αυτή αυτόν που θα είχε την εύνοια του κλήρου και όχι αυτόν που έχει τις ανάλογες γνώσεις;


Λόγος είναι, π.χ., αυτά που είπε ο Στησίχορος για τον Φάλαρη και ο Αίσωπος για να υπερασπιστεί τον δημαγωγό: Όταν κάποτε οι Ιμεραίοι εξέλεξαν στρατηγό τους με απόλυτη εξουσία τον Φάλαρη και σκόπευαν να του δώσουν και σωματοφυλακή, ο Στησίχορος τους είπε πολλά· ανάμεσα σ᾽ αυτά και έναν λόγο: πως κάποτε ένα άλογο είχε ολόδικό του ένα λιβάδι, ώσπου ήρθε ένα ελάφι που άρχισε να του χαλάει τη βοσκή· θέλοντας λοιπόν να τιμωρήσει το ελάφι ρώτησε έναν άνθρωπο αν θα μπορούσε να το βοηθήσει να τιμωρήσει το ελάφι· ο άνθρωπος απάντησε πως θα μπορούσε, με τον όρο όμως να περάσει χαλινάρι στο άλογο και ο ίδιος να ανεβεί επάνω του κρατώντας στα χέρια του ακόντια· το άλογο συμφώνησε, όταν όμως ο άνθρωπος ανέβηκε επάνω του, το άλογο αντί να τιμωρήσει το ελάφι, έγινε το ίδιο δούλος του ανθρώπου. «Έτσι κι εσείς τώρα», τους είπε, «προσέξτε μήπως, ενώ θέλετε να τιμωρήσετε τους εχθρούς σας, πάθετε στο τέλος ό,τι και το άλογο. Γιατί το χαλινάρι το έχετε ήδη βάλει στο λαιμό σας από τη στιγμή που εκλέξατε στρατηγό με απόλυτη εξουσία· αν όμως του δώσετε και σωματοφύλακες και τον αφήσετε να σας καβαλικέψει, θα γίνετε, μια για πάντα, δούλοι πια του Φάλαρη». Ο Αίσωπος πάλι, μιλώντας στη Σάμο υπέρ ενός δημαγωγού σε δίκη που θα έκρινε τη ζωή του, είπε πως ήταν μια φορά μια αλεπού που ήθελε να περάσει ένα ποτάμι, την παρέσυρε όμως το ποτάμι και έτσι βρέθηκε αποκλεισμένη σε μια τρύπα ανάμεσα σε κάτι βράχια· μη μπορώντας να βγει από εκεί καταβασανιζόταν για κάμποσο χρόνο· κοντά στα άλλα ήρθαν κι έπεσαν επάνω της και πλήθος τσιμπούρια· ένας σκαντζόχοιρος που τριγυρνούσε εκεί την είδε και την καταλυπήθηκε· τη ρώτησε λοιπόν αν θα ήθελε να της βγάλει τα τσιμπούρια από πάνω της, εκείνη όμως δεν τον άφηνε· κι όταν εκείνος τη ρώτησε γιατί, η αλεπού απάντησε: «γιατί αυτά ήπιαν ό,τι ήταν να πιουν και τώρα πια ρουφούν λίγο μόνο αίμα· αν λοιπόν τα διώξεις από πάνω μου, θά ᾽ρθουν άλλα, πεινασμένα, και θα μου πιουν ό,τι αίμα μού έχει απομείνει». «Έτσι τώρα κι εσάς, Σαμιώτες, ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί πια να σας κάνει κανένα κακό· αυτός είναι πια πλούσιος· αν όμως τον θανατώσετε,


[1394a] θα ᾽ρθουν άλλοι και, καθώς θα είναι φτωχοί, θα σας ρημάξουν: θα σας κλέψουν ό,τι σας έχει απομείνει.»

Οι λόγοι ταιριάζουν στις δημηγορίες· έχουν μάλιστα τούτο το καλό, ότι ενώ το να βρει κανείς παρόμοια γεγονότα του παρελθόντος είναι δύσκολο, με τους λόγους το πράγμα είναι ευκολότερο: τους λόγους πρέπει κανείς να τους πλάσει, με τον ίδιο τρόπο που κάνει παραβολές — με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι είναι σε θέση να διακρίνει την ομοιότητα, πράγμα που καταντάει ευκολότερο με την εξάσκηση στη φιλοσοφία. Μπορεί λοιπόν να είναι ευκολότερο να οργανώσει κανείς την επιχειρηματολογία του με τη βοήθεια των λόγων, για τους συμβουλευτικούς, όμως, λόγους η παραπομπή σε ιστορικά πράγματα είναι χρησιμότερη· γιατί τις περισσότερες φορές τα πράγματα που πρόκειται να γίνουν στο μέλλον μοιάζουν με αυτά που έχουν ήδη γίνει στο παρελθόν.


Αν ο ρήτορας δεν διαθέτει ενθυμήματα, θα πρέπει να χρησιμοποιεί ως αποδεικτικό υλικό παραδείγματα· γιατί η πειθώ εξασφαλίζεται τότε μέσω αυτών· αν όμως διαθέτει ενθυμήματα, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα παραδείγματα ως μαρτυρίες, σαν έναν επίλογο στα ενθυμήματα· γιατί αν προηγούνται, το πράγμα μοιάζει με επαγωγή, η επαγωγή όμως δεν ταιριάζει στους ρητορικούς λόγους παρά μόνο σε κάτι λίγες περιπτώσεις· αν, αντίθετα, έπονται, μοιάζουν με μαρτυρίες, και ο μάρτυρας είναι σε κάθε περίπτωση πειστικός· γι᾽ αυτό, αν ο ρήτορας αρχίσει με αυτά, είναι υποχρεωμένος να πει πολλά παραδείγματα, ενώ αν τα χρησιμοποιήσει στο τέλος, και ένα μόνο είναι αρκετό· γιατί ο αξιόπιστος μάρτυρας, και ένας να είναι, είναι χρήσιμος.


Ολοκληρώθηκε έτσι ο λόγος μας για τα διάφορα είδη παραδειγμάτων, καθώς και για το πώς και πότε πρέπει αυτά να χρησιμοποιούνται.