Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ: Βίοι Φιλοσόφων - Ἐπιμενίδης (1.109-1.111)

[1.109] Ἐπιμενίδης, καθά φησι Θεόπομπος καὶ ἄλλοι συχνοί, πατρὸς μὲν ἦν Φαιστίου, οἱ δὲ Δωσιάδα, οἱ δὲ Ἀγησάρχου. Κρὴς τὸ γένος ἀπὸ Κνωσοῦ, καθέσει τῆς κόμης τὸ εἶδος παραλλάσσων. οὗτός ποτε πεμφθεὶς παρὰ τοῦ πατρὸς εἰς ἀγρὸν ἐπὶ πρόβατον, τῆς ὁδοῦ κατὰ μεσημβρίαν ἐκκλίνας ὑπ᾽ ἄντρῳ τινὶ κατεκοιμήθη ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα ἔτη. διαναστὰς δὲ μετὰ ταῦτα ἐζήτει τὸ πρόβατον, νομίζων ἐπ᾽ ὀλίγον κεκοιμῆσθαι. ὡς δὲ οὐχ εὕρισκε, παρεγένετο εἰς τὸν ἀγρόν, καὶ μετεσκευασμένα πάντα καταλαβὼν καὶ παρ᾽ ἑτέρῳ τὴν κτῆσιν, πάλιν ἧκεν εἰς ἄστυ διαπορούμενος. κἀκεῖ δὲ εἰς τὴν ἑαυτοῦ εἰσιὼν οἰκίαν περιέτυχε τοῖς πυνθανομένοις τίς εἴη, ἕως τὸν νεώτερον ἀδελφὸν εὑρὼν τότε ἤδη γέροντα ὄντα, πᾶσαν ἔμαθε παρ᾽ ἐκείνου τὴν ἀλήθειαν.

[1.110] γνωσθεὶς δὲ παρὰ τοῖς Ἕλλησι θεοφιλέστατος εἶναι ὑπελήφθη.

Ὅθεν καὶ Ἀθηναίοις τότε λοιμῷ κατεχομένοις ἔχρησεν ἡ Πυθία καθῆραι τὴν πόλιν· οἱ δὲ πέμπουσι ναῦν τε καὶ Νικίαν τὸν Νικηράτου εἰς Κρήτην, καλοῦντες τὸν Ἐπιμενίδην. καὶ ὃς ἐλθὼν Ὀλυμπιάδι τεσσαρακοστῇ ἕκτῃ ἐκάθηρεν αὐτῶν τὴν πόλιν καὶ ἔπαυσε τὸν λοιμὸν τοῦτον τὸν τρόπον. λαβὼν πρόβατα μελανά τε καὶ λευκὰ ἤγαγε πρὸς τὸν Ἄρειον πάγον. κἀκεῖθεν εἴασεν ἰέναι οἷ βούλοιντο, προστάξας τοῖς ἀκολούθοις ἔνθα ἂν κατακλίνοι αὐτῶν ἕκαστον, θύειν τῷ προσήκοντι θεῷ· καὶ οὕτω λῆξαι τὸ κακόν. ὅθεν ἔτι καὶ νῦν ἔστιν εὑρεῖν κατὰ τοὺς δήμους τῶν Ἀθηναίων βωμοὺς ἀνωνύμους, ὑπόμνημα τῆς τότε γενομένης ἐξιλάσεως. οἱ δὲ τὴν αἰτίαν εἰπεῖν τοῦ λοιμοῦ τὸ Κυλώνειον ἄγος σημαίνειν τε τὴν ἀπαλλαγήν· καὶ διὰ τοῦτο ἀποθανεῖν δύο νεανίας, Κρατῖνον καὶ Κτησίβιον, καὶ λυθῆναι τὴν συμφοράν.

[1.111] Ἀθηναῖοι δὲ τάλαντον ἐψηφίσαντο δοῦναι αὐτῷ καὶ ναῦν τὴν ἐς Κρήτην ἀπάξουσαν αὐτόν. ὁ δὲ τὸ μὲν ἀργύριον οὐ προσήκατο· φιλίαν δὲ καὶ συμμαχίαν ἐποιήσατο Κνωσίων καὶ Ἀθηναίων.

Καὶ ἐπανελθὼν ἐπ᾽ οἴκου μετ᾽ οὐ πολὺ μετήλλαξεν, ὥς φησι Φλέγων ἐν τῷ Περὶ μακροβίων, βιοὺς ἔτη ἑπτὰ καὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατόν· ὡς δὲ Κρῆτες λέγουσιν, ἑνὸς δέοντα τριακόσια· ὡς δὲ Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος ἀκηκοέναι φησί, τέτταρα πρὸς τοῖς πεντήκοντα καὶ ἑκατόν.

***
[1.109] Σύμφωνα με όσα λένε ο Θεόπομπος και αρκετοί άλλοι, ο Επιμενίδης ήταν γιος του Φαιστίου, άλλοι όμως λένε πως ήταν γιος του Δωσιάδα, και άλλοι του Αγήσαρχου. Μολονότι ήταν κρητικής καταγωγής (από την Κνωσό), είχε μακριά μαλλιά, πράγμα που τον έκανε να διαφέρει στην όψη από τους Κρήτες. Κάποτε ο πατέρας του τον έστειλε στο χωράφι να ψάξει να βρει ένα πρόβατο, κατά το μεσημέρι όμως παρεξέκλινε από τον δρόμο του και κοιμήθηκε σε μια σπηλιά για 57 χρόνια. Όταν ξύπνησε, συνέχισε να ψάχνει για το πρόβατο, πιστεύοντας πως είχε κοιμηθεί λίγη μόνο ώρα. Καθώς δεν το έβρισκε, πήγε στο χωράφι, και καθώς τα έβρισκε όλα αλλαγμένα και το κτήμα να το έχει κάποιος άλλος, γύρισε γεμάτος απορία πίσω πάλι στην πόλη· εκεί, μπαίνοντας στο σπίτι του, συναντούσε ανθρώπους που τον ρωτούσαν ποιός είναι, ώσπου βρήκε τον νεότερο αδερφό του —που τότε ήταν πια γέρος— και έμαθε από εκείνον όλη την αλήθεια.

[1.110] Το πράγμα έγινε γνωστό σε όλους τους Έλληνες, οι οποίοι τον θεωρούσαν πια εξαιρετικά θεοφιλή άνθρωπο.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι Αθηναίοι, όταν χτυπήθηκαν από τον λοιμό και η Πυθία τούς έδωσε χρησμό να κάνουν καθαρμό της πόλης τους, έστειλαν ένα καράβι στην Κρήτη, μαζί και τον Νικία τον γιο του Νικήρατου, και προσκάλεσαν τον Επιμενίδη. Ήρθε λοιπόν κατά την 46η Ολυμπιάδα, καθάρισε την πόλη τους και σταμάτησε τον λοιμό με τον ακόλουθο τρόπο: Πήρε μαύρα και άσπρα πρόβατα και τα πήγε στον Άρειο Πάγο· εκεί τα άφησε να πάνε όπου ήθελαν, έδωσε όμως διαταγή στους ακολούθους, όπου θα έπεφτε το καθένα τους να κοιμηθεί, εκεί να πρόσφεραν θυσία στον θεό του τόπου· έτσι σταμάτησε το κακό. Γι᾽ αυτό και βρίσκει κανείς, ακόμη σήμερα, ανώνυμους βωμούς στους δήμους της Αθήνας, σε ανάμνηση του εξιλασμού που έγινε τότε. Άλλοι λένε πως ο Επιμενίδης ανέφερε ως αιτία του λοιμού το «Κυλώνειο άγος» και τους υπέδειξε με ποιόν τρόπο θα το απομακρύνουν: δύο νέοι, ο Κρατίνος και ο Κτησίβιος, οδηγήθηκαν στον θάνατο, και η πόλη γλίτωσε από τη συμφορά.

[1.111] Οι Αθηναίοι πήραν τότε την απόφαση να του δώσουν ένα τάλαντο και ένα καράβι για να τον πάει πίσω πάλι στην Κρήτη. Εκείνος δεν δέχτηκε τα χρήματα, έκλεισε όμως συμφωνία φιλίας και συμμαχίας μεταξύ Κνωσίων και Αθηναίων.

Όταν γύρισε στην πατρίδα του, δεν πέρασε πολύς καιρός και πέθανε, όπως λέει ο Φλέγων στο έργο του Για τους μακρόβιους σε ηλικία 157 ετών, όπως όμως λένε οι Κρήτες, σε ηλικία 299 ετών, ή όπως λέει ότι άκουσε ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος σε ηλικία 154 ετών.

Αρχαία ελληνική κοσμολογία: Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης

Υλοζωιστές*
Γενικά. Η γέννηση της φιλοσοφίας συμπίπτει με τη σταδιακή επικράτηση του λόγου, που εκτοπίζει τελικά το μύθο. Όταν γεννιόταν η κοσμολογική σκέψη, η ελληνική κοινωνία αναπτυσσόταν σε όλους τους τομείς. Οι Έλληνες είχαν απλωθεί στη Μεσόγειο, είχαν επιβληθεί με τη ναυτιλία και το εμπόριο, είχαν βελτιώσει τη διαβίωσή τους, την κοινωνική και πολιτική οργάνωσή τους.
 
Κοσμολογία και ελληνική κοινωνία. Μυθολογική διατύπωση της κοσμογνωσίας
Ανάμεσα στους ελάχιστους πλούσιους, τους κύριους της γης, και τους πολλούς φτωχούς, τους άκληρους εργάτες της στεριάς και της θάλασσας, η απόσταση ολοένα λιγόστευε, καθώς παρεμβαλλόταν και δυνάμωνε μια τάξη από τεχνίτες, εμπόρους και ναυτικούς, που ανέβαιναν οικονομικά και ρύθμιζαν ή και προκαλούσαν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες. Με επαναστάσεις και άλλες μακροχρόνιες διαδικασίες, σε πόλεις τότε, καταργήθηκε η μοναρχία και η αριστοκρατία και επιβλήθηκε ευρύτερη συμμετοχή στην ευθύνη για τα κοινά και άσκηση της εξουσίας με γραπτό δίκαιο. Η κοσμοθεωρία της ελληνικής κοινωνίας, στην εποχή που γεννιόταν η φιλοσοφία, καθρεφτίζεται στην ποίησή της, κυρίως τη λυρική, που, προβάλλοντας τις προσωπικές εμπειρίες και τα έργα του πολίτη, τον αποδέσμευε βαθμιαία από την κυριαρχία του θεοκρατικού μύθου και του φόβου γενικά, εγκαινίαζε τα ερωτήματα για τη φύση και το πνεύμα, τη γνώση και την πράξη, την κοινωνία και το νόμο, ανέπτυσσε με τη σύγκριση τον κριτικό λόγο και γινόταν πρόδρομος της επιστήμης.
 
Πριν συνειδητοποιηθεί το πρόβλημα του κόσμου, η γνώση σχετικά με αυτόν ήταν διατυπωμένη σε μύθους που πρόβαλλαν τη γενεαλογία των θεών. Οι μύθοι αυτοί επιχειρούσαν να εξηγήσουν όχι τόσο την ουσία και τη δομή του κόσμου όσο την καταγωγή και την ιεραρχία των ποικίλων μορφών του.
 
Στους μύθους κυριαρχεί ο ανθρωπομορφισμός. Όντα, φαινόμενα, δυνάμεις και καταστάσεις παρουσιάζονται με ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Γεννήτορες των θεών θεωρούνται π.χ. από τον Όμηρο ο Ωκεανός, από τους Ορφικούς η Νύχτα και από τον Ησίοδο το Χάος. Το μόνο έργο από πολλά παρόμοια, που σώζεται ολόκληρο, η Ησιόδεια «Θεογονία», δίνει την ακόλουθη σειρά γέννησης: πρώτα έγινε το Χάος, η Γη και ο Έρως. Ύστερα η Γη γέννησε τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο και από αυτά έγιναν όλα τα άλλα. Εκτός από την τεκνογονία, οι διεργασίες για τη διαμόρφωση των μερών του κόσμου εκφράζονται, σε μερικούς μύθους και με άλλες βιολογικές παραστάσεις καθώς και με έργα τέχνης.
 
Κοινά γνωρίσματα στους ποικίλους κοσμογονικούς μύθους είναι οι ακόλουθες ιδέες:
 
α) αρχικά ο ουρανός και η γη αποτελούσαν ενιαίο σώμα, που χωρίστηκε με την πρωτοβουλία κάποιου δημιουργικού θεού ή με την επενέργεια κάποιας απρόσωπης αιτίας-
 
β) στην εξουσία του κόσμου υπάρχει διαδοχή θεοτήτων, ώσπου να εδραιωθεί το καθεστώς του μεγαλύτερου θεού της επίσημης λατρείας.
 
Είναι προφανές ότι οι κοσμογονικοί μύθοι εξέφραζαν αρχικά προεπιστημονικές εμπειρίες του ανθρώπου και στη συνέχεια έγιναν σύμβολα. Θεμελιώδεις παραστάσεις όπως το σκοτάδι και ο κατακλυσμός των πάντων από το νερό έδιναν χειροπιαστή εικόνα του χάους ως πρωταρχικής κατάστασης των πραγμάτων. Η μετάβαση από τη νύχτα στην ημέρα, με την ανάδυση των μορφών μέσα στο φως, έδινε μια ιδέα για το πώς γεννήθηκε ο κόσμος. Το νερό και η γη ως δυνάμεις που «γεννούν» (νερό: ευφορία, σπέρμα, γη: βλάστηση) ενίσχυσαν τις πιο πάνω παραστάσεις στην απλοϊκή φαντασία. Έτσι δημιουργήθηκε η πίστη ότι οι μορφές του κόσμου παράγονται όπως τα ζώα και οι άνθρωποι. Με τον τρόπο αυτό επικράτησε στη θεογονική σκέψη η έννοια της γενεαλογίας που αργότερα θα προεκταθεί στους «θεογέννητους» βασιλιάδες και θα στηρίξει την εξουσία τους, αποτελώντας παράλληλα και την απαρχή της ιστοριογραφίας.
 
Η κοσμολογία, στην προσπάθειά της να εξηγήσει τη φύση, ξεκινά από τις δομές των θεογονικών μύθων. Αυτές οι δομές προσδιορίζουν ως ένα βαθμό την επιστημονική σκέψη. Και η φιλοσοφία παραλαμβάνει από τη θεογονική ποίηση έτοιμο το ακόλουθο θεματικό σχήμα: αρχική χαοτική κατάσταση – σπέρμα – χωρισμός των μερών του κόσμου – διαμόρφωση των ουράνιων σωμάτων και φαινομένων – γένεση της ζωής. Με τους πρώτους φιλοσόφους οι μυθικές μορφές μεταπλάθονται σε έννοιες και μαζί με τις θεωρίες καταρτίζεται και η ορολογία της φιλοσοφίας, που τότε δανείζεται τα πρώτα εκφραστικά της μέσα από τη θεολογία και την πολιτική. Έτσι η αφθαρσία του θεού γίνεται αφθαρσία της ύλης και η έννοια του κόσμου, που σημαίνει την τάξη και τη νομοτέλεια, μεταφέρεται από την πολιτική, για να δηλώσει τη φύση ως οργανωμένο σύνολο.
 
Ειδικά. Πρώτη έκφραση της κοσμολογίας είναι η θεωρία του Νερού. Ο Θαλής (625-546 π.Χ.), ασχολήθηκε με αστρονομικά, γεωγραφικά, μαθηματικά και μηχανικά προβλήματα, αφού ταξίδεψε και οικειώθηκε γνώσεις της Ανατολής. Ως πρωταρχικό δομικό υλικό του κόσμου θεώρησε το νερό. Έτσι στη θέση του θεογονικού Ωκεανού, του Πόντου, του Νηρέα, του Πρωτέα και του Τρίτωνα αναγνωρίστηκε το νερό, απρόσωπα, ως φυσικό σώμα και ως τμήμα του κόσμου. Η ιδιότητά του να φέρνει μέσα του ζωή και να ευνοεί την ανάπτυξη της ζωής, όπως διαπιστώθηκε προεπιστημονικά και εκφράστηκε παγκόσμια στους μύθους και τις λατρείες, συνέβαλε στη διαμόρφωση της υλοζωιστικής έννοιας του νερού ως έμβιου ή έμψυχου στοιχείου.
 
Από τη θεολογία στη φιλοσοφία. Αναξίμανδρος, Αναξιμένης  
Συστηματικότερος υπήρξε ο Αναξίμανδρος (610 – 546 π.Χ.). Έχοντας ως δεδομένα, εκτός από τη θεωρία του Νερού, τις σχεδόν ταυτόσημες μεταξύ τους θεογονικές παραστάσεις του Χάους, της Νύχτας, του Αέρα και του Ωκεανού, πέτυχε να κατανοήσει την πριν από τη διαμόρφωση του κόσμου κατάσταση του δομικού υλικού του και να θεωρήσει ως αρχή του σύμπαντος την έννοια της αδιαμόρφωτης μάζας. Αυτή την έννοια ο Αναξίμανδρος ίσως την ονόμασε ο ίδιος με τον όρο «Άπειρον», που τον εισηγήθηκε στη φιλοσοφία ουσιαστικοποιώντας το ουδέτερο του επίθετου «άπειρος». Ο Αναξίμανδρος θεώρησε τη μάζα του «απείρου» ως «αθάνατον». Μεταβιβάζοντας αυτό το γνώρισμα από τα πρόσωπα των θεών στην κοσμολογική αρχή, ο Αναξίμανδρος πέτυχε να συλλάβει την έννοια της αφθαρσίας της ύλης. Για τη γένεση του κόσμου ο Αναξίμανδρος δίδαξε ότι αυτή άρχισε από την αδιαμόρφωτη μάζα του «απείρου», όταν ξεχώρισε με έκκριση το «γόνιμον», δηλαδή το σπέρμα του θερμού και του ψυχρού. Έτσι, με πυρήνα το ψυχρό, που αποτέλεσε τη μάζα της Γης, διαμορφώθηκε μια σφαίρα από τη μάζα του θερμού, που έσκασε και τα κομμάτια της περίκλειστη καν μέσα σε μικρότερες σφαίρες και αποτέλεσαν τα ουράνια σώματα. Από θερμοκρασιακές μεταπτώσεις πάνω στην επιφάνεια της Γης αιτιολόγησε ο Αναξίμανδρος και την εμφάνιση της ζωής και υπέθεσε πρώτος ότι ο άνθρωπος έχει προέλθει «έξ άλλοειδών ζώων».
 
Η επιθυμία να κάνει αμεσότερα νοητό το «Άπειρον» του Αναξιμάνδρου φαίνεται ότι ήταν η αφετηρία της θεωρίας του Αναξιμένη (585-525 π.Χ.). Έτσι, με βάση την εμπειρία της γήινης ατμόσφαιρας και τις κρατούσες θεογονικές παραστάσεις του Αέρα, αυτός υπέθεσε ότι το σύμπαν απαρτίζεται αποκλειστικά από τη μάζα του αέρα και ότι από την πύκνωση και την αραίωσή του προέρχονται όλα τα φυσικά σώματα και φαινόμενα. Ίσως επέβαλαν στον Αναξιμένη την εκλογή αυτού του σώματος ως κοσμολογικής αρχής η χαοτική φύση του αέρα και η κινητικότητά του, που προϊδεάζουν για την ενέργεια και την αιτία της γένεσης και κάθε μεταβολής. Οπωσδήποτε, σύμφωνα με πάγια υλοζωιστική αντίληψη, ο Αναξιμένης εννοούσε τον αέρα ως ύλη και ενέργεια μαζί. Η θεωρία του Αέρα φαίνεται βέβαια απλοϊκή, ακόμα και με τα κριτήρια της εποχής της, ωστόσο ο Αναξιμένης πέτυχε να κάνει ορισμένα βήματα καθοριστικά για την εξέλιξη της κοσμολογίας: Διδάσκοντας ότι ο αέρας είναι όχι μόνο πριν από τη γένεση του κόσμου αλλά και παντοτινά η μοναδική ουσία του, προωθούσε το πρόβλημα από την κοσμογονία στην κοσμολογία, δηλαδή από την περιγραφική εξήγηση της καταγωγής του κόσμου στη λογική θεώρηση της δομής και της λειτουργίας του. Και θεωρώντας το θερμό και το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό, ως καταστάσεις του αέρα, προσπαθούσε να κατανοήσει τις ποιότητες της ύλης και μάλιστα να τις εξηγήσει από τις ποσότητες. Έτσι ο Αναξιμένης οδήγησε την υλοζωιστική θεώρηση του κόσμου ως την άκρα συνέπειά της και προετοίμασε την κορυφαία έκφρασή της στον Ηράκλειτο.
-----------------------
*Υλοζωιστές ονομάστηκαν οι πρώτοι Ίωνες στοχαστές που θεώρησαν ότι η ύλη έχει μέσα της ζωή και συμπεριφέρεται ως ζωντανό στοιχείο (π.χ. το νερό, που ο Θαλής το θεώρησε αρχή της ζωής).

Μερικές φορές μένουμε γιατί τους έχουμε ανάγκη κι άλλες γιατί μας έχουν

Με μερικούς ανθρώπους μπορεί να μένεις γιατί τους έχεις ανάγκη, ενώ με άλλους γιατί σε έχουν ανάγκη. Κακό πράγμα να εξαρτάσαι από ένα άτομο. Να εξαρτάται η χαρά σου, τα συναισθήματά σου κι η ψυχολογία σου από εκείνον, είτε είναι έρωτας είτε είναι φίλος.

Ας ξεκινήσει το όλο θέμα με όσους σε έχουν ανάγκη και μένεις από λύπηση κι ας το έχεις βαφτίσει «δεν θα ανταπεξέλθει μόνος, χρειάζεται βοήθεια». Είναι κατανοητό μέχρι κάποιο σημείο. Αν το γεγονός αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς τότε απλά το άτομο εκείνο έχει βρει έναν γάιδαρο στον όποιο φορτώνει τα βάρη του, με απόρροια να γίνεσαι το κορόιδο της υπόθεσης.

Όταν κάποιος σε έχει συνεχώς ανάγκη είτε για να ανταπεξέλθει οικονομικά είτε γιατί έχει βρει έναν έρωτα που μακριά του δεν μπορεί και θα ρίξει σπίρτο να αυτοπυρποληθεί αν δεν τον έχει, με το να είσαι πάντα απίκο δεν τον βοηθάς. Αντιθέτως, συνδράμεις στην αποδυνάμωσή του και στην εφησύχαση πως εσύ θα είσαι πάντα εκεί να τα τακτοποιείς όλα. Τον ωθείς όλο και περισσότερο στη σκέψη ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα χωρίς να υπάρχεις εσύ στη ζωή του, ότι είναι αδύναμος μακριά σου.

Είναι μιζέρια να έχεις ανάγκη κάτι και να εξαρτάσαι από αυτό. Ποιος, άλλωστε, θέλει κάτι μίζερο στη ζωή του; Τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου καλό είναι να τους βοηθάς και να τους θαυμάζεις. Αν τους λυπάσαι, δεν είναι καλό για κανέναν απ’ τους δύο. Για εσένα διότι βρίσκεσαι σε μία συνεχή πίεση και για εκείνον γιατί είναι πολύ μειονεκτικό το συναίσθημα αυτό και θα υπάρξουν στιγμές που εσύ ο ίδιος θα τον κάνεις να αισθανθεί άσχημα. Συνεπώς δε βοηθάς να ανθίσει, μα τον κρατάς πίσω.

Το πιο σημαντικό επίτευγμα με τη συναναστροφή σου με άλλα άτομα, είναι η αλληλοβοήθεια του να χτίζει ο ένας το σκαλί του άλλου προς την ευημερία. Καλώς ή κακώς, για να προχωρήσεις σε αυτή τη ζωή, σε όλους τους τομείς, πρέπει να βγεις απ’ την ασφαλή σου περιοχή, να ρισκάρεις, να είσαι αυτάρκης κι ανεξάρτητος προπάντων.

Η εξάρτηση όποιου, είδους κι αν είναι, ποτέ δεν οδήγησε σε καλό. Πάντα έχει ως τέλος τον θάνατο ή τον ευνουχισμό του χαρακτήρα σου. Καταλήγεις στο να χάσεις εσένα τον ίδιο κι αν το καταφέρεις αυτό, είσαι χαμένος από χέρι.

Στην αρχή και στο τέλος της ημέρας, όπου και αν είσαι, όπου κι αν πηγαίνεις, πέρα από μια πληγωμένη καρδιά κι αναμνήσεις χαράς και πόνου, έχεις εσένα. Αν χάσεις τον εαυτό σου, δε θα έχεις τίποτα πια για να θυμάσαι, ούτε μια καλή είτε κακή θύμηση. Δε θα βρίσκεις τον φάρο για να γυρίσεις σπίτι μέσα απ’ την τρικυμία. Θα τριγυρνάς χαμένος για να βρεις ένα λιμάνι να στεριώσεις, μα μάταια. Γιατί αυτό που σε κάνει να ελπίζεις και να συνεχίζεις είναι οι αναμνήσεις κι η νοσταλγία ενός όμορφου συμβάντος.

Στην περίπτωση που μένεις με κάποιο άτομο γιατί το έχεις ανάγκη ισχύουν όλα τα παραπάνω. Δεν αναπτύσσεσαι ως άνθρωπος, μένεις στάσιμος κι επιβαρύνεις καταστάσεις και το άτομο εκείνο.

Γίνεσαι μίζερος κι εθισμένος. Οι δύο περιπτώσεις αυτές είναι αλληλένδετες κι είναι το ίδιο βλαβερές.

Όταν έχεις ανάγκη κάτι, δεν περνάς ευχάριστα, πάρα μόνο υφίσταται μια παροδική χαρά, ειδυλλιακή. Για παράδειγμα, αν έχεις ανάγκη την αγάπη κάποιου, τότε του δίνεις το δικαίωμα να σε εκμεταλλευτεί σε όλα τα επίπεδα και να σε κατασπαράξει ηθικά, ψυχικά, σωματικά, ακόμη κι οικονομικά. Θα γίνεις χαλί να σε πατήσει, απλά για να σου πετάξει ένα ψίχουλο στοργής, επιβεβαίωσης, είτε οτιδήποτε άλλο θεωρείς πως χρειάζεσαι να σου δώσει εκείνος κι εσύ θα το εκ λάβεις ως κάτι γιγαντιαίο. Στην ουσία, όμως, εθελοτυφλείς και σκάβεις τον δικό σου λάκκο με τα χεράκια σου. Δεν κάνεις καλό στον εαυτό σου, εσύ ο ίδιος.

Είναι σαν να είσαι εθισμένος σε κάποιου είδους ναρκωτικού, που αν δεν πάρεις τη δόση σου, πιστεύεις πως θα γκρεμιστούν όλα γύρω σου και θα σε πλακώσουν. Εφόσον, την πάρεις, όλα μπαίνουν στη θέση τους και βλέπεις φως στο τούνελ. Το συναίσθημα αυτό, όμως, είναι πάλι εικονικό και μη αληθές. Έχεις αναγκάσει τον εαυτό σου να το πιστεύει, γιατί φοβάσαι να καταπολεμήσεις την κατάσταση.

Παρομοίως, είναι κι η περίπτωση που κρατάς κάποιον δίπλα σου διότι σε χρειάζεται εκείνος. Στην ουσία τον βλέπεις να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο κι αντί να επέμβεις για να τον βοηθήσεις, του λες «συνέχισε».

Καλό είναι σε αυτήν τη ζωή να υπάρχει ένα μέτρο στο καθετί που κάνεις και να ορίζεις καταστάσεις. Όπως αναφέρθηκε άνωθεν πρέπει να θαυμάζεις και να βοηθάς όσους επιλέγεις να γίνουν οι «άνθρωποί σου». Διαφορετικά, δε βοηθάει κανέναν μια τέτοιου είδους κατάσταση κι είναι ένας φαύλος κύκλος που στο τέλος θα σε καταπιεί.

Η επιλογή είναι δική σου. Τίποτα δεν έρχεται σαν από μηχανής θεός για να οργανώσει και να σου φτιάξει τις καταστάσεις. Κανείς άλλος δεν είναι υπαίτιος για τις επιλογές σου και κυρίαρχός σου, εκτός αν του το επιτρέψεις. Εσύ φτιάχνεις τον εαυτό σου και τη ζωή  που ζεις και θα ζήσεις. Τελικά τι θέλεις; Να έχεις εσύ τα ηνία της ζωής σου ή να είσαι μια μαριονέτα; Γιατί η ανάγκη οδηγεί στην χειραγώγηση.

Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να φεύγουν

Αποτέλεσμα εικόνας για sound of silence photographyΗ καρδιά πονάει όταν ψηλώνει, μα είναι αλήθεια. Πονάει πολύ. αλλά όταν ο χρόνος περάσει λίγο επέρχεται μια όμορφη λύτρωση που σε πείθει ότι άξιζε τον κόπο.    

Κάθε βήμα μπροστά δίχως να το καταλάβεις σε κάνει πιο δυνατό. Όσο πιο μεγάλος ο φόβος να απομακρυνθείς, τόσο πιο περήφανος θα νιώσεις όταν πάρεις τη μεγάλη απόφαση. Με λύπη διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τοξικοί άνθρωποι που μας καταστρέφουν, αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που μας προσφέρουν απλόχερα την ευκαιρία να πιστέψουμε στον εαυτό μας.

Σου υπόσχομαι ότι τη στιγμή που θα κλείσεις την πόρτα πίσω σου επειδή αξίζεις κάτι καλύτερο και θες να το διεκδικήσεις, η ανακούφιση θα σου χαράξει ένα μεγάλο χαμόγελο. «Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή», ας γίνει μάθημα στους απανταχού ερωτευμένους που επιμένουν να ταλαιπωρούν την ψυχούλα τους.

Γιατί να χαρίσεις την ευτυχία σου σε κάποιον που δεν κατάφερε να τη δημιουργήσει; Η υπομονή είναι αρετή, αλλά μεγαλύτερη αρετή είναι να ξέρεις πότε πρέπει να φύγεις. Ίσως όταν οι κακές στιγμές είναι περισσότερες απ’ τις καλές. Ίσως γιατί κάθε καλό το έχεις πληρώσει ακριβά και δεν αντέχεις άλλο να είσαι δίπλα σε κάποιον που δεν μπορεί να επουλώσει τις πληγές -ή ίσως απλά να μη θέλει, αλλιώς θα σε πρόσεχε περισσότερο.

Ρομαντικοί που ήταν οι έρωτες σε παλιές εποχές! Έτσι θα έπρεπε να διδαχτούμε να αγαπάμε. Πολύ, βαθιά, αιώνια. Δεν αγαπούν πια οι άνθρωποι και σίγουρα δεν προσπαθούν. Στις μέρες μας όταν σου λένε ότι σ’ αγαπούν αναρωτιέσαι για πόσο. Ισχύει αυτό που λένε ότι κάποτε ξέραμε να διορθώνουμε κάθε ζημιά κι όχι να τα παρατάμε.

Οι πολύ τολμηροί κυνηγούν ακόμη αυτούς τους μεγάλους και δύσκολους έρωτες. Πιθανότατα, όμως, ανήκουν στο παρελθόν τόσο οι έρωτες όσο κι οι τολμηροί. Πλέον «οι άνθρωποι φεύγουν κι εμείς δεν αντιδράμε». Και μάλλον καλά κάνουμε τελικά. Μηδενικό το νόημα της προσπάθειας, αν δεν είναι αμφίδρομη. Και κάπως έτσι όποιος πονάει καλό είναι να φεύγει.

Δε σε καταδίκασε κανένα δικαστήριο σε μια σχέση που σε φθείρει χωρίς τίποτα να δίνει. Είναι προφανές ότι εκείνος που διάλεξες τόσα είχε για σένα. Άλλωστε μπορεί κι εσύ τόσα να είχες για εκείνον. Όταν έρθει το τέλος μη μετράς τι έχασες, η αγάπη δεν είναι ποτέ χαμένη. Δεν μπορέσατε, δεν πειράζει. Συγχωρείς κι αποχωρείς. Και πρωτίστως τον εαυτό σου οφείλεις να συγχωρήσεις. Δε χρωστάς σε κανέναν να πονάς, να αναμένεις την αλλαγή, να ελπίζεις. Χρωστάς, όμως, σ’ εσένα ηρεμία κι ευτυχία. Αν δεν την έχετε κατακτήσει μαζί δέξου ότι δεν ταιριάξατε αρκετά.

Υπάρχει κι ο αντίλογος, ότι αν αγαπάς ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει σημασία, όλα περνάνε και μαζί θα ξεπεράσετε κάθε δύσκολη στιγμή. Η ζωή, τελικά, έχει μαγικές στιγμές, αλλά δεν είναι παραμύθι. Θα έρθουν εκείνες οι φορές που υπερτερεί το «πρέπει» γιατί αυτός ο έρωτας σου κάνει κακό.

Είναι φορές που «πρέπει» να φύγεις και τότε καλείσαι να βρεις τον τρόπο να επιβιώσεις. Κλείνεις τα μάτια κι αποφασίζεις αν είσαι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Μία απ’ τις δύο λέξεις θα επικρατήσει, η πρώτη σου σκέψη θα είναι η σωστή, μην προσπαθήσεις να υπερασπιστείς την κακή σου συνήθεια.

Φύγε με θυμό, με θλίψη, κλάψε, χτυπήσου, μα φύγε. Ξέρεις κι εσύ ότι «πρέπει», πάντα το ξέρουμε κι ας εθελοτυφλούμε. Όση ανάγκη κι αν έχεις ακόμη αυτή την αγκαλιά, μη φοβάσαι να μείνεις μόνος. Εσύ ο ίδιος είσαι η σχέση της ζωής σου. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι είναι απλοί περαστικοί. Αξίζουν μόνο όσοι ήρθαν για να μείνουν και τότε δε θα έχεις ενδοιασμούς.

Υπάρχει αγάπη εκεί έξω, θα έρθει κι η σειρά σου να την απολαύσεις κι όχι να την αφήνεις να σε βασανίζει. Αν μπόρεσες να αγαπήσεις τον λάθος άνθρωπο τόσο πολύ, φαντάσου πόσο γεμάτος θα νιώσεις όταν έρθει ο σωστός. Τα καλύτερα έρχονται, φύγε κι εμπιστεύσου αυτή τη ζωή.

Τον περισσότερο θόρυβο τον κάνει η σιωπή

Συνηθίσαμε να ζούμε σε πολύβουες πόλεις, σε κέντρα με άπειρο κόσμο κι αυτοκίνητα που κορνάρουν συνεχώς και ξεσυνηθίσαμε τον ήχο της σιωπής. Γιατί, ναι, κι η σιωπή κάνει θόρυβο και μάλιστα τον πιο μεγάλο. Στην εποχή της εύκολης επικοινωνίας, υπάρχουν ακόμα σιωπές που σε ξεκουφαίνουν. Τώρα πια, με όλες αυτές τις συσκευές και τις εφαρμογές που έχουν εισβάλλει στις ζωές μας κι έχουν καταστήσει την επικοινωνία πιο προσβάσιμη από ποτέ, η σιωπή είναι το πιο ισχυρό όπλο. Σήμερα, όπου ο καθένας μπορεί να πάρει ένα τηλέφωνο ή έστω να στείλει ένα μήνυμα για να επικοινωνήσει, η επιλογή του να παραμείνει σιωπηλός απέναντί σου, μπορεί να φανερώσει πολλά.

Κάποιος που επιλέγει να μη μιλήσει άλλο, μπορεί να έχει κουραστεί με μια κατάσταση, να έχει φτάσει στο αμήν, να μην έχει τίποτα άλλο να πει γιατί πολύ απλά δεν ενδιαφέρεται πια ή έχει βαρεθεί να ασχολείται. Όλες αυτές οι καταστάσεις φανερώνουν ένα αρνητικό συναίσθημα που μπορεί να κρύβεται πίσω από μία σιωπή. Η λεκτική απάθεια υποδηλώνει και συναισθηματική απάθεια. Καμία όρεξη να ασχοληθεί πια με την κατάσταση. Πρόκειται για επιλογή που μπορεί να σε τσακίσει, γιατί μέσα της κρύβει το επερχόμενο τέλος. Που εδώ που τα λέμε, αν η επικοινωνία είχε σταματήσει από καιρό κι αυτό που είχε μείνει ήταν μόνο τα φασαριόζικα λόγια, τότε το τέλος αυτό ήταν κι αναπόφευκτο.

Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε τόσο πολύ χωρίς να ακούμε καθόλου. Γι’ αυτό το λόγο οι σιωπές μάς μπερδεύουν και δεν μπορούμε να τις αποκωδικοποιήσουμε με τίποτα. Όταν ξαφνικά ο σύντροφός σου σταματήσει να σου μιλάει, τότε τι εξήγηση μπορεί να υπάρχει; Όταν σε μια διαφωνία ο κολλητός σου επιλέγει να μην εκφράσει τη γνώμη του, τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Όταν ξαφνικά η μάνα σου σταματήσει να γκρινιάζει για τα άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη, τότε τι έχει συμβεί; Κραυγή, παραίτηση κι απάντηση η σιωπή τους. Κουράστηκαν.

Τώρα πια που η επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί με το πάτημα ενός κουμπιού, η σιωπή πονάει περισσότερο. Θες τόσο πολύ να μιλήσεις, να μάθεις κι άλλα, ενώ ο άλλος επιλέγει τη σιωπή και χτίζει ένα τείχος γύρω του για να σε κρατήσει απ’ έξω. Το να μην έχεις κανένα μήνυμα απ’ τον άλλο είναι κι αυτό ένα μήνυμα. Είναι κι η σιωπή μια μορφή επικοινωνίας. Μην την υποτιμάς. Πάντα, σε κάθε σιωπή μέσα κρύβεται μία ουσία. Ψάξε και βρες την. Λέει πιο πολλά απ’ τα φανερά λόγια κι ακόμα περισσότερα απ’ τα ηλεκτρονικά μηνύματα μιας τυποποιημένης εφαρμογής.

Οι σιωπές μπορούν να σε τρομάξουν, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται πίσω από αυτήν την απάθεια. Μπορεί να κρύβεται το τίποτα, μπορεί όμως να κρύβεται και το όλα. Μοιάζουν μεταξύ τους. Μοιάζουν γιατί είναι κι οι δύο έννοιες απόλυτες και προκαλούν κι οι δύο το ίδιο αποτέλεσμα. Μπορεί να μην έχεις τίποτα να πεις πλέον και για αυτό να επιλέγεις να μη μιλήσεις καθόλου. Μπορεί να έχεις να πεις πάρα πολλά και πάλι να επιλέγεις να μη μιλήσεις καθόλου, γιατί πια δεν υπάρχει νόημα, ή γιατί έχεις καταλάβει πως όλοι μιλάνε πολύ, αλλά κανένας δε θέλει να ακούσει.

Μίλα λιγότερο, άκου περισσότερο, μάθε να αποδέχεσαι τις σιωπές των άλλων και μάθε να δέχεσαι τις σιωπές τις δικές σου. Δε χρειάζεται να έχεις πάντα κάτι να πεις. Μερικές φορές η πιο σοφή επιλογή είναι η σιωπή, όσο κι αν σε μπερδεύει. Μερικές φορές το μόνο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να μην κάνεις απολύτως τίποτα. Και μάλλον αυτό είναι και το πιο δύσκολο.

Ο Μεταϊστορικός Πλάτωνας

Δίκαια μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος γιατί 24 αιώνες μετά την Εποχή του Πλάτωνα ασχολούμαστε ακόμα μαζί του. Οι λόγοι είναι ουσιαστικοί κι δεν είναι απλά θέμα της ιστορίας της φιλοσοφίας. Ο Πλάτωνας υπήρξε αναμφίβολα ένας Μεγάλος Άνθρωπος, από αυτούς που σπάνια εμφανίζονται στο κόσμο. Ήταν Μυημένος. Δημιούργησε ένα τεράστιο Φιλοσοφικό και θρησκευτικό έργο. Του οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Πέρα όμως από τον ίδιο τον Πλάτωνα και την παρουσία του μέσα στην Ιστορία, ο Πλάτωνας έθεσε για πρώτη φορά σε φιλοσοφική γλώσσα και με τόση καθαρότητα κάποια Βασικά Ζητήματα της Φιλοσοφίας, που αποτελούν στην πραγματικότητα Αιώνιους Προβληματισμούς του Ανθρώπου. Πέρα από την Απλή Αίσθηση Παρουσίας, την Αντίληψη της Ύπαρξής μας, ο Πλάτωνας προσπάθησε να Βρει, να Κατανοήσει, το Βάθος της Βεβαιότητας για αυτή την «Συνείδηση Παρουσίας». Ποιο είναι το Ασφαλές Θεμέλιο της Αληθινής Γνώσης; Τι είναι η Ύπαρξή μας; Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για αυτά που αντιλαμβανόμαστε, σκεπτόμαστε,  συναισθανόμαστε, αισθανόμαστε; Πως θα έρθουμε σε Επαφή με την Πραγματικότητα (μέσα από το πραγματικό); Τι είναι η Ύστατη Πραγματικότητα; μπορεί να δοθεί απάντηση σε αυτό το ερώτημα;
 
Αν λοιπόν οι άνθρωποι, κι όχι μόνο όσοι έχουν σαν αντικείμενο της εργασίας τους την Φιλοσοφία αλλά κι οι υπόλοιποι άνθρωποι, 24 αιώνες τώρα, αναφέρονται ξανά και ξανά στον Πλάτωνα, είναι γιατί ο Πλάτωνας όχι μόνο έθεσε τα αιώνια ερωτήματα του ανθρώπου αλλά και γιατί έδωσε κι απαντήσεις. Βέβαια ο Πλάτωνας ήταν Μυημένος και Δίδασκε σε Ζωντανή Διδασκαλία στην Ακαδημία. Τα Κείμενά του δεν περιέχουν ούτε το 1/10 από αυτά που Δίδασκε. Εμείς όμως έχουμε μόνο τα κείμενα. Έτσι θα πρέπει κάποιος για να κατανοήσει τον Πλάτωνα να μπορεί να αποκρυπτογραφήσει ακόμα και τους υπαινιγμούς του, ή μεμονωμένες φράσεις ή λέξεις. Αλλιώς δεν γνωρίζει τον Πλάτωνα αλλά γνωρίζει από τον Πλάτωνα αυτό που του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, οι δυνατότητές του. Κι αυτό είναι άλλο πράγμα. Και για να μιλήσουμε καθαρά πρέπει να Είσαι Μυημένος για να καταλάβεις έναν Μυημένο, τον Πλάτωνα στην προκειμένη περίπτωση. Τόσους αιώνες Φιλοσοφίας και διανόησης κι είναι ελάχιστοι αυτοί που κατανόησαν τον Πλάτωνα. Οι μόνοι που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι κάποιοι άνθρωποι της Ακαδημίας, ο Πλωτίνος, αρκετούς αιώνες αργότερα κι οι Ερμητικοί και κάποιοι ελάχιστοι φιλόσοφοι τους επόμενους αιώνες. Οι περισσότεροι «ερμήνευσαν» τον Πλάτωνα σύμφωνα με το δικό τους επίπεδο και στο δικό τους επίπεδο. Κι εδώ συμπεριλαμβάνονται και μεγάλοι φιλόσοφοι που υπήρξαν  και καθηγητές πανεπιστημίων κι ίδρυσαν και σχολές σκέψης. Και δεν μιλάμε μόνο για τον Καντ αλλά και για πολλούς άλλους. Ενώ ο Πλάτωνας μιλούσε για Μια Άρρητη Αρχή που τα Στηρίζει Όλα και για κόσμους εμπειρίας πέρα από τον αισθητικό κόσμο, κάποιοι διανοούμενοι, επειδή ακριβώς ήταν φυλακισμένοι οι ίδιοι στην διανόηση, στο διανοητικό επίπεδο, είδαν σε αυτά που έλεγε ο Πλάτωνας μια θεωρία κι έδωσαν μια νοητική εξήγηση, όπως για παράδειγμα στο θέμα των «ιδεών» ή των «ειδητικών αριθμών».  Η παρεξήγηση οφείλεται στο απλό γεγονός ότι ενώ ο Πλάτωνας σαν Μυημένος που ήταν χρησιμοποιούσε τους φιλοσοφικούς όρους και τις λέξεις σαν Σύμβολα που υποδείκνυαν μια Άλλη Πραγματικότητα κάποιοι νόμιζαν ότι ο Πλάτωνας αναφέρει έτσι απλά έννοιες, κατασκευάσματα του νου. Αντί λοιπόν να «απελευθερωθούν» μέσω των λόγων του Πλάτωνα από την διανόηση και να Αντικρύσουν την Πραγματικότητα κατά πρόσωπο αυτοί παρέμειναν στον κόσμο των σκιών-εννοιών-λέξεων. Τελικά για να Κατανοήσεις Κάποιον ή Κάτι πρέπει να λειτουργείς τουλάχιστον στο «επίπεδό» του, αλλιώς το μόνο που καταλαβαίνεις είναι οι δικές σου φαντασίες.
Έτσι το ερώτημα δεν είναι γιατί ασχολούμαστε με τον Πλάτωνα, ή με τα προβλήματα που έθεσε ο Πλάτωνας. Το πρόβλημα δεν είναι καν αν κατανοούμε τον Πλάτωνα ή δίνουμε δικές μας «ερμηνείες» σε όσα έλεγε. Το πραγματικό ερώτημα είναι αυτό: Μπορεί ο Πλάτωνας όντως να μας βοηθήσει να βρούμε τις απαντήσεις στα προβλήματα της ύπαρξης, της ζωής; 
 
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κατανοήσουμε σχετικά με τον Πλάτωνα είναι ότι σαν Μυημένος μιλά για Μια Πραγματικότητα πέραν της διανοητικής αντίληψης και των σκών-εννοιών-λέξεων. Πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να προσεγγίσουμε βιωματικά όσα λέει. Άρα να Φιλοσοφήσουμε κατά τον τρόπο του Πλάτωνα, δηλαδή να Ανυψωθούμε, εμείς οι ίδιοι, μέσα μας ως την Υπέρτατη Αλήθεια. 
 
Συνεπώς το δεύτερο πράγμα που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ο Δρόμος προς την Αλήθεια είναι η Αυτογνωσία, η Αναγνώριση, η Βίωση, η Κατανόηση της Αληθινής Φύσης μας. Όπως είχε μάθει ο Πλάτωνας από τον Δάσκαλό του τον Σωκράτη, αλλά γνώριζε κι από τους Κύκλους των Μυημένων, η Αληθινή Αυτογνωσία είναι Άμεση Επαφή με Αυτό που Είμαστε, κι όχι αντιληπτική, διανοητική ή εξωτερική διερεύνηση των επιφανειακών χαρακτηριστικών, δραστηριοτήτων και συμπεριφορών μας. Το «Γνώθι σαυτόν», το Δελφικό Παράγγελμα που αποδίδεται στον Χείλωνα  κι είχε κάνει τρόπο ζωής ο Σωκράτης, αποτελεί για τον Πλάτωνα Κανόνα Ορθής Ζωής, κι Απελευθέρωσης. Μάλιστα μιλούσε πολύ για την Αυτογνωσία κι αναφέρεται συχνά στα Κείμενα του, στην Πολιτεία, στον Αλκιβιάδη Α’ κι αλλού. Η Αυτογνωσία, η Αληθινή Αυτογνωσία, σαν Βιωματική Αναγνώριση της Αληθινής Φύσης μας, στηρίζεται για τον Πλάτωνα στο Απλό Γεγονός ότι η Ουσία Είναι Μία, ότι η Ψυχή Είναι Μία και κάθε Ψυχή είναι στο Βάθος της, στην Πραγματική Ουσία της Αυτή η Μία Ψυχή. Αναγνωρίζοντας Μέσα μας την Αληθινή Φύση μας Αναγνωρίζουμε την Μία Μοναδική Πραγματικότητα, την Θεότητα, το Άρρητο Ένα. 
 
Το τρίτο πράγμα που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι για τον Πλάτωνα η Αυτογνωσία, η Αληθινή Γνώση, πέρα από Βιωματική Προσέγγιση της Ουσίας μας, δεν είναι κάτι που πρέπει να «γνωρίσουμε», να κατακτήσουμε σαν περιεχόμενο της αντίληψής μας. Όπως δίδασκε κι ο Δάσκαλός του ο Σωκράτης αλλά εφάρμοζε κι ο Πλάτωνας σε ολόκληρη την ζωή του και μετέδιδε στους Φίλους του, η Πραγματική Γνώση είναι η απομάκρυνση της άγνοιας. Η Ύστατη Γνώση είναι το «Ουδέν Οίδα» σαν απόρριψη όλων των σχετικών αντιλήψεων ώστε  να ελευθερωθούμε και να Έρθουμε σε Άμεση Επαφή με την Μία Ουσία που βρίσκεται πέρα από τον κόσμο των αισθήσεων, πέρα από το πεδίο της αστρικής ψυχής, πέρα από τον αιώνιο χώρο των «ιδεών», πέρα κι από κάθε αντίληψη περί «είναι», στον Αχανή Χώρο, τον Χωρίς Όρια Χώρο, του Αρχικού Θεολογικού Χάους που στην Γλώσσα των Φιλοσόφων βαφτίστηκε το Αγαθόν, το Ένα.
 
Το τέταρτο πράγμα που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η Αυτογνωσία δεν είναι απλά ένας φιλοσοφικός τρόπος ζωής, η Αληθινή Φιλοσοφία, αλλά σχετίζεται άμεσα με την Ιερή Πρακτική και τα Μυστήρια, σαν η βιωματική ανάβαση ως το Αληθινό. Ακόμα και σήμερα είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο που γνωρίζουν την Αληθινή Διδασκαλία των Αρχαίων Σοφών και τον Δρόμο Ζωής που ακολουθούσαν. Κι αυτή η άγνοια δεν τους κοστίζει απλά ότι δεν γνωρίζουν, τους κοστίζει να μην ζουν, να μην γνωρίζουν που πηγαίνουν. Εδώ που γεννήθηκε η Αληθινή Σοφία και δόθηκαν λύσεις στο Πρόβλημα της Ζωής βασιλεύει η άγνοια κι η δυστυχία.
 
Αν θέλαμε λοιπόν να συνοψίσουμε όλα όσα έλεγαν οι Αρχαίοι, ο Πλάτωνας, θα λέγαμε ότι η Πραγματικότητα Είναι Μία. Αυτή την Μία Πραγματικότητα Αναζήτησε ο Πλάτωνας, την Βίωσε, κι όλη του η Ζωή στη γη, το Έργο του, τα Κείμενά του, διαπνέονται από Αυτή την Μια Πραγματικότητα σαν Ύστατη Ουσία των Πραγμάτων. Πέρα από τα Φαινόμενα, πέρα από τις Ψυχικές διακυμάνσεις, πέρα ακόμα κι από τον Κόσμο των Ιδεών πέρα και από τον Απέραντο Χώρο του Είναι, Εδώ που Είναι η Πηγή των Πάντων Ξεκινά η Αληθινή Ζωή. 
 
Τελικά τι ήταν ο Πλάτωνας; τι είναι ακόμα σήμερα; Η ιστορία είναι μικρή για να τον χωρέσει κι οι εξωτερικοί κόσμοι είναι περιορισμένοι για αυτόν. Ο Πλάτωνας Είναι ένα από τα Πρόσωπα της Αιωνιότητας. Αθάνατος, πραγματικά αθάνατος, σαν όλους τους Μεγάλους που περπάτησαν στη γη.

Παντού τα ίδια! Παντού γύρευαν την “ελευθερία” και την “ευτυχία”, από φόβο και έλλειψη ευθύνης

Στεκόμουν σε μια γωνία του δρόμου κι άκουγα ν’ αντηχούν από τις ταβέρνες οι εύθυμες φωνές των νέων- είχαν κάτι το οργανωμένο και το ομαδικό. Παντού συντροφιές, παντού ενώσεις- προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη μοίρα και να βρουν καταφύγιο μέσα σε μιαν αγέλη!
Πίσω μου βάδιζαν δύο άντρες με αργό ρυθμό.

Άκουσα κάτι από τη συζήτηση. Ο ένας έλεγε:
“Δεν είναι το ίδιο πράγμα με τις συνάξεις των νέων στα χωριά των νέγρων; Όλα συμφωνούν, ακόμη και το τατουάζ. Κοιτάξτε λοιπόν, αυτή είναι η νέα Ευρώπη!”

Η φωνή χτυπούσε στα αυτιά μου μ’ έναν γνώριμο τόνο. Τους ακολούθησα και τους δύο στο στενό σοκάκι. Ο ένας ήταν Γιαπωνέζος, μικρόσωμος και κομψός- κάτω από το φως ενός φαναριού είδα το κίτρινο χαμογελαστό πρόσωπό του να αστράφτει.

Ο άλλος εξακολούθησε να μιλά.

“Και σε σας, στην Ιαπωνία, δεν είναι τα πράγματα καλύτερα. Οι άνθρωποι που δεν καταφεύγουν σε μιαν αγέλη, είναι σπάνιοι. Κι εδώ βρίσκονται μερικοί”.

Κάθε λέξη με διαπερνούσε μ’ ένα χαρούμενο και φοβισμένο σκίρτημα. Αναγνώρισα το συνομιλητή. Ήταν ο Ντέμιαν.

Στη νύχτα με το αεράκι και μέσα στα σκοτεινά σοκάκια τους ακολουθούσα, άκουγα τη συνομιλία τους και χαιρόμουν τη φωνή του Ντέμιαν. Είχε τον παλιό τόνο- την παλιά όμορφη σιγουριά και τη γαλήνη· είχε τη δύναμη να επιδρά πάνω μου. Όλα λοιπόν ήταν ωραία. Τον είχα ξαναβρεί.

Στο τέρμα ενός συνοικιακού δρόμου, ο Γιαπωνέζος τον χαιρέτησε και μπήκε σε μια πόρτα. Ο Ντέμιαν γύρισε πίσω- ήμουν ακίνητος στη μέση του δρόμου και τον περίμενα. Με καρδιοχτύπι τον είδα να με πλησιάζει, στητός και λυγερός· φορούσε καφέ πανωφόρι και είχε ένα λεπτό μπαστούνι περασμένο στο χέρι του. Προχωρούσε χωρίς ν’ αλλάξει βηματισμό- με πλησίασε, έβγαλε το καπέλο του, δείχνοντάς μου το παλιό φωτεινό του πρόσωπο με το αποφασιστικό στόμα και την ιδιότυπη αγιότητα στο μεγάλο μέτωπό του.

“Ντέμιαν!”, φώναξα.
Μου έδωσε το χέρι.
“Είσαι συ λοιπόν, Σίνκλερ; Σε περίμενα”.
Με πήρε από το μπράτσο και βαδίζαμε μαζί. Γαλήνη έβγαινε από μέσα του και με τύλιγε. Μιλήσαμε όπως πρώτα.

Μίλησε για το πνεύμα της Ευρώπης και για τα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Παντού, είπε, επικρατεί το μαζικό πνεύμα της αγέλης· πουθενά ελευθερία και αγάπη. Όλες αυτές οι κοινότητες, από τους φοιτητικούς συλλόγους με τα εμβατήριά τους ως την οργάνωση των κρατών, είναι ομάδες που γίνονται από καταναγκασμό- πρόκειται για μια κοινότητα αγωνίας, φόβου, αμηχανίας. Μέσα στο εσωτερικό της βρίσκονται τα σπέρματα της φθοράς και της κατάρρευσης.

“Η κοινότητα” είπε ο Ντέμιαν, “είναι κάτι ωραίο. Αλλά αυτές οι κοινότητες, που κάθε τόσο ανθίζουν, είναι ψεύτικες. Μια νέα και αληθινή κοινότητα θα προέλθει από την αμοιβαία συνεννόηση των ατόμων, και μόνο αυτή θα ξαναπλάσει τον κόσμο. Αυτό που σήμερα περνά για κοινότητα, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αγέλη. Οι άνθρωποι ενώνονται γιατί ο ένας νιώθει φόβο μπροστά στον άλλο. Τα αφεντικά για τον εαυτό τους, οι εργάτες το ίδιο, οι μορφωμένοι το ίδιο! Και γιατί φοβούνται; Έχει κανείς φόβο, αν δε συμφωνεί με τον εαυτό του. Φοβούνται λοιπόν, γιατί δεν έχουν γνωρίσει τον εαυτό τους. Συγκεντρώνονται όλοι μαζί, γιατί τους τρομάζει το άγνωστο που έχουν μέσα τους! Νιώθουν όλοι πως οι παλιοί νόμοι δεν ισχύουν πια- ζουν με τα παλιά ήθη, αλλά ούτε οι θρησκείες ούτε η ηθική μπορούν να τους χρησιμέψουν. Περισσότερο από εκατό χρόνια η Ευρώπη σπουδάζει και χτίζει εργοστάσια! Ξέρουν καλά πόσα γραμμάρια μπαρούτι χρειάζεται για να σκοτώσουν έναν άνθρωπο, αλλά δεν ξέρουν πώς να προσευχηθούν και πώς να περάσουν μια πραγματικά, ευχάριστη ώρα. Πήγαινε να δεις σε μια ταβέρνα πώς διασκεδάζουν οι φοιτητές. Ή σε μια συγκέντρωση πλουσίων, όπου διασκεδάζουν! Παντού απελπισία! Αγαπητέ Σίνκλερ, από όλ’ αυτά δεν μπορεί να βγει τίποτε το καθαρό. Οι άνθρωποι αυτοί, που ενώνονται μεταξύ τους από φόβο, είναι γεμάτοι άγχος και κακία, κανείς δεν εμπιστεύεται τον άλλο. Γαντζώνονται από ιδεώδη που δεν υφίστανται πια, και λιθοβολούν οποιονδήποτε επιχειρεί να προσφέρει ένα καινούριο ιδεώδες.

Χαρούμενος μέσα στην ψυχρή νύχτα γύριζα σπίτι. Εδώ κι εκεί στους δρόμους της πόλης περιφέρονταν φοιτητές μεθυσμένοι, τρικλίζοντας και κάνοντας θόρυβο. Πολλές φορές αισθάνθηκα την αντίθεση ανάμεσα στον κωμικό τρόπο της χαρούμενης ζωής τους και της δικής μου μοναξιάς. Συχνά ένιωθα στέρηση κι άλλοτε διάθεση ειρωνείας.

Αλλά ποτέ δεν ένιωσα, όπως σήμερα, με γαλήνη και απόλυτη σιγουριά, πόσο ξένος και αταίριαστος ήταν αυτός ο κόσμος για μένα. Θυμόμουν μερικούς υπαλλήλους της πατρίδας μου, ηλικιωμένους, αξιοσέβαστους κυρίους, που νοσταλγούσαν τα φοιτητικά τους χρόνια με τις ελευθερίες και τις ασωτείες, σα να ‘ταν ο παράδεισος της ευτυχίας, όπως ακριβώς ποιητές και ρομαντικοί υμνούν τα παιδικά τους χρόνια. Παντού τα ίδια! Παντού γύρευαν την “ελευθερία” και την “ευτυχία”, από φόβο και έλλειψη ευθύνης- γιατί θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το δρόμο που τους έδειχνε η ευθύνη τους. Μερικά χρόνια λοιπόν γλεντοκοπούν και ασωτεύουν κι έπειτα γίνονται σοβαροί, δημόσια πρόσωπα. Ναι, όλα ήταν σάπια, σάπια πέρα για πέρα, κι αυτές οι ανοησίες των φοιτητών χίλιες φορές χειρότερες από πολλές άλλες.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

Κινητήρας Μαγνητισμού: Αστείρευτη δωρεάν ενέργεια – Μηδενικοί ρύποι

Ο Μαγνητικός Κινητήρας είναι μια πολύ σημαντική και πολύ αρχαία επινόηση, η οποία έχει κρατηθεί ως επτασφράγιστο μυστικό για πάρα πολλά χρόνια, και με πολύ κόστος, έτσι ώστε να διατηρήσει τα πανίσχυρα πετρελαϊκά καρτέλ μέσα στο παιχνίδι της αγοράς ενέργειας.

Σήμερα, αν και εξακολουθεί να αποσιωπάται ή να υποβαθμίζεται το γεγονός της ύπαρξης του από τα μεγάλα ελεγχόμενα ΜΜΕ, τα σημάδια των καιρών δείχνουν πως έφθασε ο χρόνος να περάσει από το πειραματικό στάδιο στην εφαρμογή, έστω και χωρίς την βοήθεια της βιομηχανίας.

Ως προς το τεχνικό μέρος μπορούμε να πούμε μόνο -πολύ γενικά και θεωρητικά-, πως πρόκειται για μία κυκλική συστοιχία πηνίων και μαγνητών, τοποθετημένων γύρω από έναν άξονα σε θέσεις εναλλασσόμενης πολικότητας. Όταν το σύστημα αυτό τεθεί σε λειτουργία δεν σταματάει να περιστρέφεται χωρίς την παρεμβολή του ανθρώπου.

Πρόκειται δηλαδή για μια ουσιαστικά αστείρευτη πηγή ενέργειας, μηδενικού κόστους και ταυτόχρονα μηδενικών τιμών μόλυνσης του περιβάλλοντος.

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι το γεγονός ότι το πειραματικό στάδιο έχει σχεδόν ξεπεραστεί και μένει να δούμε τις εφαρμογές που θα έχει η τεχνολογία αυτή, όσο και τις επιπτώσεις τους στην γενική εικόνα του κόσμου όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Πρώτα από όλα, διαθέτοντας ένα μεταφερόμενο κινητήρα που δεν χρειάζεται να ενωθεί με κανένα ηλεκτρικό ή άλλο δίκτυο παροχής για να λειτουργήσει, θα μπορούσαμε να τροφοδοτήσουμε με μηδενικού κόστους ενέργεια σταθμούς αφαλάτωσης του θαλασσινού νερού και να εξασφαλίσουμε την χωρίς κόστος μεταφορά του σε οποιαδήποτε περιοχή.

Μια τέτοια αστείρευτη πηγή νερού, θα μπορούσε να άρδευση απέραντες άνυδρες και ακαλλιέργητες εκτάσεις με αποτέλεσμα την μετατροπή του πλανήτη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σε έναν καταπράσινο παράδεισο !

Η εφαρμογή της μετάδοσης της κίνησης με μαγνητικούς κινητήρες στα οχήματα (έχει ήδη πραγματοποιηθεί πειραματικά) θα φέρει επανάσταση στις συγκοινωνίες και το κυριότερο: Σχεδόν θα εκμηδενίσει τα κόστη παραγωγής και μεταφοράς αγαθών με αποτέλεσμα την κάθετη άνοδο του βιοτικού επιπέδου για ξεκίνημα.

Η απεξάρτηση της παραγωγής από την κατανάλωση υλικών πηγών ενεργείας, εκτός των άλλων θα σημάνει και την πλήρη ανατροπή των γεωπολιτικών ισορροπιών σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Βεβαίως είναι αυτονόητο ότι τα πανίσχυρα καρτέλ που ελέγχουν όλες τις μορφές ενέργειας σήμερα, δεν πρόκειται να παραδώσουν αμαχητί την απόλυτη κυριαρχία που κατέχουν επάνω σε κάθε οικονομική, πολιτική, πνευματική και κυρίως σε κάθε επιστημονική δραστηριότητα.

Με δεδομένο ότι τα κέντρα εξουσίας τους γνώριζαν πάντα και με κάθε λεπτομέρεια τις δυνατότητες της τεχνολογίας αυτής, βλέποντας την ως επερχόμενη λαίλαπα που θα σαρώσει τις τεχνολογίες αναλωσίμων καυσίμων του περασμένου αιώνα, έχουν ξοδέψει απίστευτα ποσά σε μια άνευ προηγουμένου προπαγάνδα υπέρ ενός σχεδίου με το οποίο ελπίζουν να ανατρέψουν την δυναμική αυτής της τεχνολογίας : Την κατοχύρωση εναλλακτικών, αλλά ελέγξιμων μορφών ενεργείας για την δημιουργία ενός μελλοντικού, δήθεν ‘οικολογικού’ παραδείσου.

Με υποσχέσεις σχεδιάζουν να παραπλανήσουν για μία ακόμη φορά την ανθρωπότητα με σκοπό να προκαλέσουν μια σύγχυση μεταξύ των ‘πρασίνων’ πηγών ενεργείας και να στρέψουν τα βλέμματα του κόσμου σε ‘καθαρές’ πηγές που όμως όλες απαιτούν μόνιμα εγκατεστημένες και φυσικά πολυδάπανες εγκαταστάσεις (φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες κλπ) και οι οποίες βεβαίως έχουν εκ των προτέρω κατοχυρωθεί από τα νεοταξικά καρτέλ και τους πολιτικούς υφισταμένους τους.

Είναι ο μοναδικός τρόπος να περισώσουν την κυριαρχία τους και ταυτόχρονα να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση στους υπηρέτες τους πως ελέγχουν τις πηγές κάθε μορφής πλούτου. Αυτό μάλιστα το θεωρούν ως το πιο σημαντικό, διότι χωρίς αυτούς είναι ανίσχυροι.

Το πλεονέκτημα όμως του μαγνητικού κινητήρα να είναι οικονομικά προσιτός, μεταφερόμενος και αυτόνομος σε σχέση με τον χώρο που βρίσκεται, είναι απόλυτα καταστρεπτικό για τα παραπάνω σχέδια.

Πολύ σύντομα θα ζήσουμε όλοι τα αποτελέσματα αυτής επερχόμενης επανάστασης και καλό είναι να είμαστε σε θέση να διαχωρίζουμε τα ‘πράσινα’ και δήθεν ‘οικολογικά’ οράματα των δυναστών μας από την δυναμικότητα μιας πραγματικής απαλλαγής του πλανήτη από τις μολυσματικές μεθόδους μετατροπής αναλώσιμων υλικών σε ενέργεια

Το εντυπωσιακό και μυστηριώδες εξάγωνο στον βόρειο πόλο του Κρόνου άλλαξε χρώμα και από μπλε έγινε χρυσό

saturn1Το μυστηριώδες εξάγωνο στο βόρειο πόλο του Κρόνου εξελίσσεται και προκαλεί τους επιστήμονες. Έχει αλλάξει χρώμα και από μπλε που ήταν το 2012, έχει γίνει πια χρυσό, όπως ανακάλυψαν οι επιστήμονες, με βάση τις νέες εικόνες που έστειλε το σκάφος Cassini της NASA. 
 
Το εξάγωνο δημιουργείται κυρίως από ταχέως στροβιλιζόμενα νέφη αερίων. Το συγκεκριμένο γεωμετρικό σχήμα, σύμφωνα με μελέτες προσομοίωσης που έκαναν οι επιστήμονες σε υπολογιστές, μπορεί να προκύπτει από τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες φυσάνε οι ισχυροί άνεμοι.
 
Τι μπορεί να συμβαίνει
Η αλλαγή στο χρώμα του εξαγώνου είναι πιθανό να υποδηλώνει τις εποχικές αλλαγές στον Κρόνο, κυρίως τον διαφορετικό τρόπο που το φως του Ήλιου πέφτει πάνω στο βόρειο πόλο και επηρεάζει ανάλογα τη φωτοχημική δημιουργία αιωρούμενων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα.
 
saturn2Η αλλαγή από μπλε σε κιτρινόχρυση απόχρωση πιθανώς οφείλεται στο ότι παράγονται πλέον περισσότερα τέτοια σωματίδια, καθώς το βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη πλησιάζει στο θερινό ηλιοστάσιό του τον Μάιο του 2017 (το κρόνειο έτος ισοδυναμεί με περίπου 29 γήινα έτη). Το Cassini εκτοξεύθηκε το 1997, έφθασε στο σύστημα του Κρόνου το 2004 και από τότε μέχρι σήμερα μελετά τον γιγάντιο πλανήτη με τους θεαματικούς δακτυλίους, καθώς και τους εξίσου εντυπωσιακούς δορυφόρους του.

Αυτή ήταν η εικόνα και απόχρωση του μυστηριώδους εξαγώνου του Κρόνου μέχρι πριν από λίγο καιρό.

Νέα έρευνα αμφισβητεί την ύπαρξη της σκοτεινής ενέργειας στην αποδίδεται η επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος

sumpan-diastimaΠριν από 6 χρόνια, το Νόμπελ φυσικής 2011 απονεμήθηκε σε τρεις αστρονόμους που, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ανακάλυψαν ότι το σύμπαν διαστέλλεται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Η ανακάλυψή τους είχε βασισθεί στην ανάλυση υπερκαινοφανών αστέρων (σουπερνόβα) τύπου Ia, δηλαδή άστρων που έχουν καταρρεύσει κάτω από τη δύναμη της βαρύτητας, προκαλώντας θερμοπυρηνικές εκρήξεις. 

Με δεδομένα από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble και επίγεια τηλεσκόπια, οι τρεις ερευνητές υπολόγισαν με συναδέλφους τους τις αποστάσεις των αστέρων, διαπιστώνοντας έκπληκτοι πως αυτές αυξάνονταν ολοένα και ταχύτερα με την πάροδο του χρόνου. Έτσι, η επιστημονική κοινότητα αποδέχθηκε την ιδέα της επιταχυνόμενης διαστολής του σύμπαντος, αναζητώντας την αιτία που κρύβεται πίσω από αυτήν.
 
Τώρα, όμως, μία νέα μελέτη Ευρωπαίων επιστημόνων έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την καθιερωμένη εικόνα της κοσμολογίας. Χρησιμοποιώντας έναν πολύ μεγάλο όγκο δεδομένων –δηλαδή μία λίστα 740 σουπερνόβα τύπου Ia, δεκαπλάσια από το δείγμα που οδήγησε στο βραβείο Νόμπελ– οι επιστήμονες βρήκαν πως οι ενδείξεις για την επιτάχυνση είναι λιγότερο τελεσίδικες από όσο θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
 
Η μελέτη δημοσιεύεται στην online έκδοση του περιοδικού Nature. Όπως αναφέρουν σε αυτήν οι συντάκτες της, αντίθετα τα δεδομένα είναι συνεπή με ένα σταθερό ρυθμό συμπαντικής διαστολής.
 
matterΤο σύμπαν συνίσταται από σκοτεινή ενέργεια, σκοτεινή ύλη και τη γνωστή μας βαρυονική ύλη. 
 
Σύμφωνα με τον Σουμπίρ Σαρκάρ, καθηγητή στο τμήμα φυσικής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και επικεφαλής της ομάδας, η ανακάλυψη της επιταχυνόμενης διαστολής του σύμπαντος οδήγησε στην αντίληψη ότι το σύμπαν κατακλύζεται από μία «σκοτεινή ενέργεια», η οποία αποτελεί αυτή τη στιγμή το αποδεκτό μοντέλο κοσμολογικό μοντέλο.
 
«Ωστόσο, τώρα υπάρχει διαθέσιμο ένα μεγαλύτερο πλήθος δεδομένων, για να πραγματοποιηθούν πιο λεπτομερείς και ακριβείς αναλύσεις. Αναλύσαμε τον τελευταίο κατάλογο 740 σουπερνόβα τύπου Ia, δέκα φορές περισσότερους από το δείγμα στο οποίο βασίσθηκε η αρχική ανακάλυψη– και βρήκαμε πως η στατιστική αξιοπιστία του αποτελέσματος φτάνει τα “3 σίγμα”, όπως λένε οι φυσικοί. Επομένως είναι πολύ μικρότερη από τα “5 σίγμα” που απαιτούνται, ώστε να θεωρηθεί στατιστικά σημαντική οποιαδήποτε ανακάλυψη», σημειώνει ο επιστήμονας στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
 
Ένα ανάλογο παράδειγμα είναι οι πρόσφατες ενδείξεις για τον εντοπισμό ενός καινούριου σωματιδίου στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων στο CERN, η στατιστική αξιοπιστία των οποίων μάλιστα αρχικά έφτανε τα 3,9 και 3,4 σίγμα. Ωστόσο, όπως ανακοινώθηκε λίγους μήνες αργότερα, νεότερα δεδομένα μείωσαν την αξιοπιστία στο “1 σίγμα”, δείχνοντας τελικά πως οι ενδείξεις παρέπεμπαν σε τυχαίες διακυμάνσεις και όχι σε κάποιο καινούριο σωματίδιο.
 
Στην περίπτωση πάντως της επιταχυνόμενης διαστολής, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της, όπως για παράδειγμα οι μετρήσεις της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου (CMB), δηλαδή του υπολείμματος της ακτινοβολίας που εξέπεμπε το σύμπαν περίπου 380.000 χρόνια μετά τη δημιουργία του.
 
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Σαρκάρ, αυτές οι ενδείξεις είναι έμμεσες, εν μέρει επειδή η CMB δεν επηρεάζεται από την υποτιθέμενη «σκοτεινή ενέργεια».

Όπως προσθέτει, σίγουρα θα χρειασθούν περισσότερα επιχειρήματα για να πεισθεί η επιστημονική κοινότητα, ωστόσο η δουλειά που έχει κάνει ο ίδιος με τους συναδέλφους του δείχνει ήδη πως είναι μάλλον σαθρός ένας βασικός πυλώνας του καθιερωμένου κοσμολογικού μοντέλου.
 
«Ελπίζω πως θα αποτελέσει κίνητρο για καλύτερη ανάλυση των κοσμολογικών δεδομένων, όπως επίσης και ότι θα εμπνεύσει τους θεωρητικούς φυσικούς να διατυπώσουν πιο εξελιγμένα κοσμολογικά μοντέλα».

Εγκώμιο της Εκλεπτυσμένης Τεμπελιάς

Εκλεπτυσμένη Τεμπελιά: Μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.

Στη θεωρία που σφυρηλατήθηκε σχετικά μ’ αυτήν, η τεμπελιά ωφελήθηκε πολύ από την αυξανόμενη δυσμένεια, στην οποία περιέπεσε η εργασία. Η καθημερινή εργασιακή αποκτήνωση, έχοντας για μεγάλο διάστημα αναγορευθεί σε αρετή από την μπουρζουαζία που αποκόμιζε τα οφέλη και από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, στις οποίες διασφάλιζε την υπεραξία της εξουσίας τους, τελικά κατέληξε να αναγνωριστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.

Ωστόσο, η εκτίμηση την οποία καυχιέται ότι έχει κερδίσει η τεμπελιά, δεν έχει πάψει διόλου να υποβαθμίζεται από τη σχέση σύζευξης που, εξομοιώνοντας ηλιθιωδώς τα ζώα με ό,τι πιο αξιοκαταφρόνητο έχουν οι άνθρωποι, συνεχίζει να συνδέει το τζίτζικα με το μέρμηγκα. Θέλουμε δε θέλουμε, η τεμπελιά παραμένει δέσμια της εργασίας την οποία απορρίπτει, εγκωμιάζοντάς την.

Η πρώτη σκέψη, όταν πρόκειται να μην κάνεις τίποτα, δεν είναι πως αυτό είναι αυτονόητο; Αλίμονο, μέσα σε μια κοινωνία που μας διχάζει ακατάπαυστα, πώς είναι δυνατόν να πλησιάσουμε τον εαυτό μας απρόσκοπτα; Πώς να βολευτούμε χωρίς δυσκολία, σ’ αυτή την ευλογημένη κατάσταση όπου δεν βασιλεύει παρά η ραθυμία της επιθυμίας;

Μήπως τα πάντα δεν βρίσκονται σε κίνηση για να ταράξουν, με τα καλύτερα επιχειρήματα του καθήκοντος και της ενοχής, τη γαλήνια ώρα της ηρεμίας όταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου; Ο Γκεόργκ Γκρόντεκ αντιλαμβανόταν ορθά, στην τέχνη του να μην κάνεις τίποτα, το σημάδι μιας συνείδησης πραγματικά απελευθερωμένης από τους πολυάριθμους καταναγκασμούς, που από τη γέννηση ως το θάνατο μετατρέπουν τη ζωή σε μια φρενήρη παραγωγή του τίποτα.

Είμαστε τόσο ζυμωμένοι με το παράδοξο, ώστε η τεμπελιά δεν αποτελεί θέμα στο οποίο δε θα μπορούσαμε να επεκταθούμε απλά, όπως θα το απαιτούσε η φύση, με την προϋπόθεση ότι και η φύση θα μπορούσε να προσεγγισθεί με αμεσότητα.

Η εργασία εκφύλισε την τεμπελιά
Την ίδια στιγμή που η πατριαρχική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή. Την έντυσε γελοία με τις υποκρισίες της, όταν το νεκροτομείο των εκμεταλλευτριών κοινωνικών τάξεων συνταύτιζε την εργασιακή δραστηριότητα με την μοναδική χειρωνακτική παραγωγή.

Τι ήταν όλοι αυτοί οι ισχυροί, οι μονάρχες, οι αριστοκράτες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι, αν όχι εργάτες του πνεύματος, επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως «είχαν τρελάνει»; Αυτή η ραθυμία για την οποία κόμπαζαν οι πλούσιοι και η οποία τρέφει ανά εκατό χρόνια τη μνησικακία των καταπιεσμένων, μου φαίνεται ότι απέχει αρκετά από την ειδυλλιακή κατάσταση της τεμπελιάς.

Πώς καμαρώνουν όλοι αυτοί οι κενόδοξοι αριστοκράτες, καιροφυλακτώντας την παραμικρή παράλειψη, την αυστηρή τήρηση των τύπων, επιφυλακτικοί απέναντι στους δούλους που κρύβουν τη δυσαρέσκεια και την περιφρόνησή τους κάτω από τη δουλοπρέπεια, εκτός κι αν πρόκειται να τους βάλουν να δοκιμάσουν πρώτοι τα φαγητά που έχουν καρυκεύσει με τις βασκανίες της ζήλιας και της εκδίκησης. Τι κουραστική που είναι αυτή η τεμπελιά και πόση δουλικότητα υπάρχει στη συνεχή τέρψη μιας κατά παραγγελία φιλοφροσύνης!

Θα μπορούσαμε να πούμε για τον τύραννο ότι, τουλάχιστον δροσίζεται από την ευχαρίστηση να τον υπακούουν; Δεν υπάρχει πιο άθλια ευχαρίστηση απ’ αυτή, που με αντίτιμο τη δυσαρέσκεια των άλλων, αφήνει στο στόμα την πικρή γεύση που προκαλεί! Θα συμφωνούσαμε ότι το να κρατιέται κανείς, μ’ αυτό τον τρόπο, υπεράνω των ποταπών ασχολιών, δεν έχει καμία σχέση με την ξεκούραση και διόλου δεν ευνοεί την ευχάριστη κατάσταση του να μην κάνεις τίποτα.

Αναμφίβολα, ο επιχειρηματίας, το αφεντικό, ο γραφειοκράτης, δεν ασχολούνται, έξω από την εργασία τους, με έναν οικιακό τρόπο ζωής, που είναι περισσότερο κουραστικός παρά άνετος. Δεν ξέρω αν αναζητούν τη μοναξιά του νομάρχη στους κάμπους[1] αλλά όλα φανερώνουν σ’ αυτούς μια τάση προς τη διασκέδαση παρά προς την τεμπελιά. Δεν είναι εύκολο να διακόψει κανείς τον ρυθμό που τον σπρώχνει από το εργοστάσιο στο γραφείο, από το γραφείο στο Χρηματιστήριο και από τη σύσκεψη μετά γεύματος στο γεύμα μετά συσκέψεως. Ο χρόνος που ξαφνικά αδειάζει από την νομισματική λογιστική του, είναι χρόνος νεκρός, μόλις που υπάρχει. Πέρα από την αίσθηση της ηθικής, πρέπει να έχει χάσει κανείς και την αίσθηση της αποδοτικότητας για να προσποιείται ανερυθρίαστα ότι μπορεί να εισέλθει και να βολευτεί σ’ αυτόν.

Λένε για τον ύπνο ότι είναι ένα πραγματικό φάρμακο γι’ αυτόν που ρίχνεται καθημερινά σε ένα αγώνα δρόμου ενάντια στο χρόνο. Αλλά ποιος θα τολμήσει, σ’ ένα πόλεμο, όπου ανά πάσα στιγμή είναι εκτεθειμένος στη φωτιά που τρέφεται από τον ανταγωνισμό, να σηκώσει τη λευκή σημαία για μια στιγμή ανάπαυλας; Μας έχουν επαναλάβει αρκετές φορές το καταστροφικό παράδειγμα των «ηδονών της Καπούης» όπου ο Αννίβας, υποκύπτοντας άγνωστο σε ποιό μάγεμα των αισθήσεων, χάνει για πάντα τη Ρώμη αλλά και τα οφέλη από τις κατακτήσεις του.

Είναι προφανές: σε ένα κόσμο όπου τίποτα δεν αποκτιέται χωρίς την εργασία της δύναμης και της πανουργίας, η τεμπελιά είναι μια αδυναμία, μια βλακεία, ένα σφάλμα, ένας λανθασμένος υπολογισμός. Δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε παρά αλλάζοντας σύμπαν, δηλαδή ύπαρξη. Αυτά συμβαίνουν.

Με διαβεβαιώνουν πως ένας διευθυντής τράπεζας, βρέθηκε μια μέρα κατεστραμμένος, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους και ντροπιασμένος. Μια γωνιά στην εξοχή τον υποδέχεται. Καλλιεργεί λίγες κληματαριές. Ένας λαχανόκηπος, μερικές κότες και η φιλία των γειτόνων αρκούν για τις ανάγκες του. Αρχίζει να ανακαλύπτει εντυπωσιακά πράγματα: τη δύση του ήλιου, το παιγνίδισμα του φωτός κάτω από τα δέντρα, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη γεύση του ψωμιού που ζύμωσε και έψησε, το τραγούδι των βατράχων, το συναρπαστικό σχήμα της ορχιδέας, τις ονειροπολήσεις της γης την ώρα της πρωινής ή της εσπερινής δροσιάς. Η αποστροφή για μια ύπαρξη αναλωμένη μέσα στην άγνοια του εαυτού του, του πρόσφερε μια θέση στο σύμπαν. Το μόνο που απέμενε ήταν να μάθει πώς να την κατακτήσει..

Ο δρόμος δεν είναι τόσο εύκολος. Για να τον ξαναβρείτε, δεν αρκεί ο αποκλεισμός σας από έναν κόσμο που σας αποκλείει από τον εαυτό σας. Αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ούτε ένας άνεργος που να μην γινόταν ποιητής του μέλλοντος.

Ο άνεργος, τις περισσότερες φορές, δεν ανήκει στον εαυτό του, συνεχίζει να ανήκει στην εργασία. Αυτό που τον κατέστρεψε, ρίχνοντάς τον στην αλλοτρίωση του εργοστασίου ή του γραφείου, συνεχίζει να τον ροκανίζει εξωτερικά, σαν τον πόνο ενός κομμένου μέλους του σώματος. Όπως και ο εκμεταλλευτής έτσι και ο εκμεταλλευόμενος δεν έχει διόλου την ευκαιρία να αφιερωθεί ανεπιφύλακτα στις ηδονές της τεμπελιάς.

Σίγουρα υπάρχει πονηριά στο να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερα για ένα αφεντικό, να σταματάς όταν γυρνά την πλάτη, να σαμποτάρεις τις αλυσίδες παραγωγής και τις μηχανές, να ασκείς την τέχνη της δικαιολογημένης απουσίας. Η τεμπελιά διαφυλάσσει εδώ την υγεία και προσδίδει στην ανατροπή έναν ευχάριστα τονωτικό χαρακτήρα. Σπάζει την ανία της δουλικότητας, αναιρεί τις διαταγές, εκδικείται το χρόνο για τις οκτώ ώρες που αφαιρεί από τη ζωή σας και που κανένας μισθός δεν θα επιτρέψει να ανακτήσετε. Με άγρια μανία ξεκλέβει κι άλλα λεπτά από το ρολόι ελέγχου που, τεμαχίζοντας την ημέρα, αυξάνει τα κέρδη του αφεντικού.

Ναι, αλλά το ερώτημα παραμένει: μπορούμε να αντλήσουμε ανεπιφύλακτα οποιαδήποτε απόλαυση, όταν αυτό προϋποθέτει την καταστροφή της απόλαυσης του άλλου; Θέλεις να σε υπακούουν; Αυτό δεν πρόκειται να γίνει και προχωρώ στην ζωντανή απόδειξη, αρνούμενος τη δύναμή σου επάνω μου, συντρίβοντας αυτή την εξουσία που τη θεωρείς, αν όχι αιώνια, τουλάχιστον μακρόχρονη.

Ευγενής ασχολία η ανατροπή της ποταπής εργασίας, αναμφίβολα, αλλά η δουλειά δουλειά! Να λοιπόν κι εσείς, σαν το αφεντικό το οποίο παραμονεύει τον κλέφτη υπηρέτη, τεμπελιάζετε παραμονεύοντας το αφεντικό, για να το κλέψετε καλύτερα. Η τεμπελιά δεν είναι νοητή όταν γίνεται στα κρυφά. Χρειάζεται άνεση, όπως στον έρωτα. Όποιος είναι στην τσίλια, δεν ζει καθόλου, ή ζει μετρίως.

Και επιπλέον, πόση πικρία, να μην μπορείς να καταστρέψεις, όσο ύπουλα επιθυμείς, τον ηδονισμό των εκμεταλλευτών, όσο μέτριος κι αν είναι! «Εμείς δουλεύουμε κι αυτοί γεμίζουνε τις μπάκες τους», λέει το τραγούδι. Αλλά όπως και οι άσεμνοι παπάδες τους οποίους ο παλιός αντικληρικαλισμός κατηγορούσε ότι έχουν βυθιστεί στην ακολασία, οι ηδονισμός δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει στη ζωή τους οι εκμεταλλευτές, αν ο φόβος των εκμεταλλευομένων δεν τους είχε καταδικάσει σε βιαστικούς και κρυφούς ψυχαναγκασμούς;

Το προνόμιο των προλετάριων που χειραφετούνται και από την εργασία που τους μισθοδοτεί και απ’ αυτούς που καρπώνονται την υπεραξία της, είναι ακριβώς η προσέγγιση της απόλαυσης του εαυτού τους και του κόσμου. Η απόλαυση και η συνείδησή της, που ακονίζεται για να την τελειοποιήσει, κατέχουν επαρκώς τη γνώση για να απελευθερωθούν απ’ ό,τι τις περιορίζει ή τις διαφθείρει. Ρωτήστε αυτούς που μαθαίνουν να αλληλοαγαπιούνται!

Ό,τι ισχύει για την αγάπη ισχύει και για την τεμπελιά και την απόλαυσή της. Συχνά απατόμαστε. Ένα ρεπορτάζ για κάποιους ακτήμονες βραζιλιάνους αγρότες, ενώ μεγάλες εκτάσεις παρέμεναν ακαλλιέργητες στα χέρια των ιδιοκτητών, μοναδική έγνοια των οποίων ήταν πώς να τις κρατήσουν υπό την ιδιοκτησία τους, τους εμφάνιζε σε μια μεγάλη πορεία της μιζέριας, να κραδαίνουν σταυρούς, με τους παπάδες επικεφαλής, αφού η Εκκλησία τους προσέφερε καθημερινά ένα νερομπούλι από ρύζι και φασόλια. Χάριν της αντικειμενικότητας της πληροφόρησης, παρεμβαλλόταν, σύμφωνα με τους κανόνες του μοντάζ, ένα συμπόσιο όπου οι ιδιοκτήτες γης, τρώγοντας άφθονα λουκάνικα και αρνίσια μπουτάκια, κραύγαζαν για τα δικαιώματά τους και διαμαρτύρονταν για τις επιθέσεις που δέχονταν, θεωρώντας τους εαυτούς τους θύματα.

Ανάμεσα στη μιζέρια των τρομαγμένων προκρίτων και την ευσπλαχνία των ακτημόνων, θα λέγαμε ότι οι πρώτοι δεν απολαμβάνουν τη γη τους, γιατί το μόνο που έχουν είναι η ιδιοκτησία και οι δεύτεροι, στους οποίους θα ταίριαζε η απόλαυση της γης αυτής, δεν είναι καν σε θέση να απολαύσουν οτιδήποτε.

Η κατάσταση δεν είναι τόσο παλιά όσο φαίνεται
Η Ευρώπη βλέπει σήμερα μια γραφειοκρατική τάξη να στραγγίζει τα χρήματα από τα συρτάρια του Κεφαλαίου, προσπαθώντας να τα κάνει να καρποφορήσουν σε κλειστό κύκλωμα, χωρίς να επενδύει σε καινούργιους τρόπους παραγωγής. Και οι προλετάριοι, που τους διδάξαμε ότι το προλεταριάτο δεν υπάρχει πια, διαμαρτύρονται για την μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας ότι ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας και τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας και ό,τι δεν αυξάνει, με άμεσα κέρδη, τον όγκο του χρήματος που είναι στην υπηρεσία της παγκόσμιας κερδοσκοπίας.

Από εδώ και πέρα, η μόνη αναγνωρισμένη αξία της εργασίας περιορίζεται στο να εγγυηθεί ένα μισθό σε όσο το δυνατόν περισσότερους και μια υπεραξία στη διεθνή γραφειοκρατική ολιγαρχία. Ο πρώτος ξοδεύεται σε καταναλωτικά αγαθά και σε υπηρεσίες μιας αυξανόμενης μετριότητας, το δεύτερο επενδύεται σε χρηματιστηριακές κερδοσκοπίες που προσδίδουν στην οικονομία ένα χαρακτήρα όλο και πιο παρασιτικό.

Έχει τόσο καλά εδραιωθεί η συνήθεια του να αποδέχεσαι οποιαδήποτε εργασία και να καταναλώνεις οτιδήποτε για να αντισταθμίσεις το ισοζύγιο των αγορών που κυβερνά τις μοίρες σαν το παλιό φάντασμα της Θείας Πρόνοιας, ώστε το να κάθεσαι σπίτι σου αντί να συμμετέχεις στη φρενίτιδα που καταστρέφει το σύμπαν, θεωρείται, περιέργως, σκανδαλώδες.

Ένας απ’ αυτούς τους υπουργούς, των οποίων η διοικητική μηχανή, στα χνάρια του γιγαντιαίου οικιακού εξοπλισμού που επιβαρύνει την παραγωγή αγαθών πρώτης ανάγκης, καταβροχθίζοντας δισεκατομμύρια, δεν φοβήθηκε να καταγγείλει, με τη συναίνεση των διαχειριστών της πληροφόρησης, τους νέους προνομιούχους που είναι οι επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, οι συνταξιούχοι σιδηροδρομικοί, αυτοί που έχουν δωρεάν ιατρική μέριμνα, με λίγα λόγια οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τον ύπνο τους, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κοιμούνται με ένα αφεντικό πάνω απ’ το κεφάλι τους, το χρήμα του οποίου δεν σταματά να αυγατίζει.

Το ότι υπάρχουν προλετάριοι, έστω και εν δυνάμει επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, που συναινούν κρυφά στον εννοιολογικό ανασχηματισμό των λέξεων τις οποίες έχει οικειοποιηθεί η εξουσία, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της αγελαίας ηλιθιότητας. Πάνω απ’ την τεμπελιά πλανιέται μια τέτοια ενοχή που λίγοι τολμούν να τη διεκδικήσουν σαν σωτήρια ανάπαυλα, η οποία μας επιτρέπει να συγκρατηθούμε και να μη βαδίσουμε άλλο στα χνάρια του παλιού κόσμου.

Ποιος από τους κοινωνικά επιχορηγούμενους θα ισχυρισθεί ότι ανακαλύπτει στην ύπαρξη, πλούτη που οι περισσότεροι τα γυρεύουν εκεί που δεν υπάρχουν; Δεν βρίσκουν καμιά χαρά στο να μην κάνουν τίποτα, δεν έχουν διάθεση να επινοήσουν, να δημιουργήσουν, να ονειρευτούν, να φανταστούν. Συχνά ντρέπονται για την έλλειψη μιας μισθωτής αποκτήνωσης, που θα τους στερούσε τη γαλήνη που τώρα διαθέτουν αλλά δεν ξέρουν τι να την κάνουν.

Η ενοχή μειώνει και διαστρέφει την τεμπελιά, εμποδίζει τη χαρισματικότητά της, την απογυμνώνει από το νόημά της. Υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από τις απεργίες για να ανασταλεί αυτός ο χρόνος όπου ο καθένας τρέχει και δε φτάνει, κοπιάζει για να γίνει αυτό που αποστρέφεται και να μη γίνει αυτό που θα επιθυμούσε, περιμένοντας τη σύνταξη, την αρρώστια και το θάνατο να βάλουν τέλος στην κούρασή του;

Η οριστική διακοπή της εργασίας θα επέτρεπε να διαδοθεί η καλή συνείδηση της τεμπελιάς, να ενθαρρυνθεί αυτή η σωτήρια ανάπαυση που θα μας γλίτωνε από πολλά ιατρικά έξοδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη φαντασία. Θα σταυρώσουμε τα χέρια, θα μπορούσαν να πουν οι σιδηροδρομικοί, θα αποκαταστήσουμε τη χαριστικότητα του χρόνου και του χώρου και, για την αναψυχή σας θα λειτουργήσουμε τα τραίνα ώστε να μπορείτε να διασχίζετε δωρεάν ολόκληρη τη Γαλλία. Θα συνεχίζατε καταλαμβάνοντας εργοστάσια και γραφεία; Εμπρός λοιπόν! Ίσως έτσι θα έβλεπαν μερικοί ότι η τεμπελιά είναι πιο δημιουργική από την εργασία.

Αλλά όχι! Το να παραδεχθούμε ότι η απεργία είναι γιορτή, αποτελεί ύβρη απέναντι σ’ αυτούς που επιμένουν να βρίσκουν αξιοπρέπεια στην σκλαβιά της εργασίας. Μέσα στην τάξη των πραγμάτων που μας κυβερνούν, η απεργία οφείλει να είναι μια κατάρα, όπως η τεμπελιά. Παίρνουμε μια βιαστική ανάσα φρέσκου αέρα πριν ακολουθήσουμε και πάλι, θαρραλέα, το δρόμο της διαφθοράς και της μόλυνσης.

Τη δικαιούμασταν τη σύνταξη, αναστενάζουν οι εργαζόμενοι. Αυτό που δικαιούμαστε, σύμφωνα με τη λογική της αποδοτικότητας, έχει ήδη πληρωθεί στο δεκαπλάσιο. Μη θαρρείτε πως η σύνταξη προσφέρει επιτέλους ένα καταφύγιο σ’ αυτή την ξεκούραση που είναι σίγουρα το πιο άνισα κατανεμημένο πράγμα στον κόσμο.

Μήπως συγχέετε την τεμπελιά με την κούραση;
Δεν μιλώ καν γι’ αυτό το τέλος της ύπαρξης, που ονομάζεται, κυνικά, δημιουργικό, κατά το οποίο, σαράντα χρόνια καθημερινής καταπόνησης συνεχίζουν να αποτυπώνουν το ρυθμό, έτσι που η ζωή ξεφεύγει απ’ όλες τις μεριές και οι μέρες προ-καταβάλλονται στο λογιστήριο του θανάτου. Η τεμπελιά, στην οποία διοχετεύεται ξαφνικά το φορτίο των επιθυμιών, απαγορευμένων επί σαράντα εβδομαδιαίες ώρες υποχρεωτικής παρουσίας στο εργοστάσιο ή το γραφείο, δεν είναι παρά μια θλιβερή εκτόνωση, η επιτάχυνση για να προλάβουμε την καθυστέρηση, η ορμή του δεμένου σκύλου που ξαφνικά ελευθερώνεται.

Η τεμπελιά, εν συντομία, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε καλύτερα από ό,τι η γυναίκα στο παρελθόν και γνωρίζουμε καλά πόσο επηρεάζεται το παρόν από το παρελθόν, τουλάχιστον κατά τα εννέα δέκατα. Όταν η αρσενική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή, του χαρτογιακά ή του εργατοτεχνίτη, δεν είναι επειδή ακριβώς την ταύτιζε με την τεμπελιά; Μιλώντας, ώστε να μη λέει τίποτα, απασχολούμενη ώστε να μην ασχολείται με τίποτα, διατηρούσε την κατωτερότητά της επειδή απείχε από την οικονομία, όντας αποκλεισμένη από το μεγάλο και σωτήριο έργο του πλουτισμού που ανήκε αποκλειστικά στην ανδρική δύναμη. Όσο βέβαια δεν ήταν ακόμα καιρός να γίνει μητέρα και να παράγει παιδιά για το εργοστάσιο και τη στρατιωτική δόξα.

Άχρηστη και κενόδοξη, έπρεπε να την «πηδάνε», όπως ακριβώς η εργασία βιάζει την τεμπελιά. Εξόριστη, όπως ο άνεργος, από τη μηχανή που παράγει κέρδος, δεν αποκόμιζε από τον ελεύθερο χρόνο της παρά τη σκιά της κακής της μοίρας. Ούτε δικαιώματα, ούτε απόλαυση μονάχα τύψεις και αμαρτίες.

Πώς να βρεις ανάπαυση σε μια απραξία που στη χειρότερη περίπτωση είναι χυδαιότητα και στην καλύτερη, πρόσχημα; Γιατί, όπως η εργασία ταυτιζόταν με τη δύναμη, η τεμπελιά εξευτελιζόταν σαν μια νοσηρή αδυναμία. Βάσει μιας διεστραμμένης λογικής, συνηθισμένης στον παλιό κόσμο, η εξάντληση από την εργασία αποτελούσε δείγμα υγείας, ενώ το ευχάριστο αραλίκι αποκάλυπτε κάποιο νοσηρό σύμπτωμα. Τόσο αφόρητο είναι το βάρος της εργασίας πάνω στη ζωή, ώστε, με εξαίρεση τη μανία για κάθε είδους δραστηριότητα, χρήσιμη ή άχρηστη, φαίνεται ότι δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο σ’ ένα κόσμο ερειπωμένο. Η τεμπελιά είναι ένα κενό, όταν σκύβεις από πάνω του, κοιτάζεις την άβυσσο και η άβυσσος, όπως μας διαβεβαίωνε ο Νίτσε, κοιτάζει εσένα.

Αφού απέδειξε ότι δεν είχε καμία υπόσταση έξω από την εργασία, την καταπίεση, την ανατροπή, την ενοχή, την εκτόνωση, την αδυναμία που την χαρακτήριζε, το συμπέρασμα ότι δεν είχε καμία αξία, είναι μέσα στη λογική των πραγμάτων.

Απ’ αυτό το τίποτα, ο Αλμπέρ Κοσερύ δημιούργησε ένα απολαυστικό διήγημα. Το βιβλίο του, Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας, μας βάζει κρυφά στο σπίτι ενός χωριού. Οι κάτοικοι του σπιτιού συναγωνίζονται σε επινοητικότητα για να καταφέρουν να κοιμηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο. Πρέπει να ματαιώσουν τη συνωμοσία του εξωτερικού κόσμου, να ξεγελάσουν τη διεστραμμένη έλξη που ασκεί καμιά φορά η εργασία πάνω σ’ αυτούς που είχαν την τύχη να την αγνοούν. Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η ατμόσφαιρα δεν έχει να κάνει ούτε με γαλήνη ούτε με ιλαρότητα. Μια ανησυχητική λαύρα κυριαρχεί στην αυστηρή διευθέτηση της ησυχίας. Το άγχος παραμονεύει ανάμεσα σε δυο ροχαλητά. Ίσως να πηγάζει πολύ περισσότερο από την κούραση της απραξίας παρά από μια ενδεχόμενη ανατροπή της λεπτής ισορροπίας του τίποτα.

Γιατί εδώ η τεμπελιά δεν είναι παρά η ματαιότητα ενός ύπνου χωρίς όνειρα. Είναι η εκδίκηση ενάντια στην απουσία ζωής, το κλείσιμο ενός υπαρξιακού λογαριασμού που δολοπλοκεί με το θάνατο. Διεκδικείτε το δικαίωμα του να μην είστε τίποτα σε ένα σύμπαν που σας έχει ήδη καταδικάσει στην ανυπαρξία. Αυτό είναι υπερβολικό ή όχι αρκετό.

Σίγουρα, υπάρχει κάποια ευχαρίστηση στο να μη δουλεύεις για κανένα, να μην επιθυμείς κανενός είδους πλουτισμό, να εκδηλώνεις ήσυχα την κοινωνική αχρηστία σου σε ένα κόσμο όπου μια μανιώδης δραστηριότητα, τις περισσότερες φορές, καταλήγει ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το ίδιο το περιεχόμενο της τεμπελιάς δεν είναι δεδομένο
Η ευθραυστότητά της την προδιαθέτει στους χειρισμούς εκείνου που θέλει να επωφεληθεί. «Υπάρχει εξίσου τεμπελιά και αδυναμία στο να επιτρέπεις να σε κυβερνούν» παρατηρούσε ο Λα Μπρυγιέρ. Οι νωθροί έχουν μια τάση να προτιμούν την αδικία από την αταξία. Οι φροντίδες που απαιτούν τα προνόμια της πνευματικής υπνηλίας και της απραξίας δεν προϋποθέτουν μιαν απόλυτη υποταγή στην τάξη των πραγμάτων; Το να εξαγοράζεις την ανάπαυση με υποταγή, είναι μια ποταπή εργασία. Υπάρχει πολύ ομορφιά στην τεμπελιά για να την βάλουμε στην υπηρεσία των πελατειακών σχέσεων.

Στο Παλέρμο, καθώς περνούσε μια διαδήλωση ενάντια στη Μαφία, ένας νεαρός φώναζε αγανακτισμένος: «Είναι τρελοί! Χωρίς τη Μαφία, ποιος θα μας βοηθήσει;» Ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Το να είσαι μια νύμφη υπό το βλέμμα του Αλλάχ και μέσα στη μιζέρια του κόσμου, βοηθά την εξουσία του εμπορίου.

Αν η τεμπελιά συμβιβαζόταν με την απάθεια, την υποταγή, το σκοταδισμό, δεν θα αργούσε να μπει στα προγράμματα του Κράτους που, προσβλέποντας στην κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδρύουν ιδιωτικούς φιλανθρωπικούς οργανισμούς για να τα αναπληρώσουν: ένα σύστημα επαιτείας, όπου θα εξαφανιστούν οι διεκδικήσεις οι οποίες, πράγματι, έχουν πάρει υπάκουα αυτό το δρόμο, αν κρίνουμε από τις τελευταίες δημόσιες ικεσίες πάνω στο ίδιο τροπάρι: «δώστε μας λεφτά!».

Η φθίνουσα οικονομία, έχοντας μετατραπεί σε επιχείρηση μαφιόζικου τύπου, δεν θα μπορούσε να συνυπάρξει παρά με μια τεμπελιά κενή από κάθε ανθρώπινο περιεχόμενο.

Είναι ίσως καιρός να το αντιληφθούμε, η τεμπελιά είναι το χειρότερο ή το καλύτερο των πραγμάτων, ανάλογα με το αν υπεισέρχεται σε ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα ή στην προοπτική όπου θέλει να είναι τα πάντα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν γνώρισε παρά μια ύπαρξη αλλοτριωμένη, μπασταρδεμένη, υποταγμένη σε συμφέροντα χωρίς να έχει καμία από τις επιθυμητές σχέσεις με τις ελπίδες που θα ήταν φυσικό να της προσφέρουν.

Γιατί να εκπλαγούμε, όταν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με το ον που αυτοαποκαλείται ανθρώπινο και το οποίο αναλώνει το πιο σημαντικό κομμάτι του χρόνου του για να αποδείξει πόσο λίγο ανθρώπινο είναι. Αυτό δεν εμποδίζει τις επιθυμίες, ούτε τη δύναμη της φαντασίας με την οποία η ιστορία καταφέρνει πολύ περισσότερα από το να αναπληρώσει τις σκληρές πραγματικότητές της: σκιαγραφεί τις αλλαγές που τόσοι κρυφοί πόθοι ζητούν από τα βάθη της ψυχής τους.

Τότε είναι που η τεμπελιά φανερώνει τον πλούτο της. Αυτή δεν δημιούργησε ένα σύμπαν, δεν επεξεργάστηκε ένα πολιτισμό; Ευτυχισμένη γη της επαγγελίας όπου, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, τα πιο ορεκτικά πιάτα κοσμούν τα τραπέζια, όπου τα ποτά ρέουν άφθονα σε μια απίστευτη ποικιλία, όπου, χάριν μιας φύσης εν αφθονία, οι εκστατικές στιγμές του έρωτα προσφέρονται πίσω απ’ τις λόχμες.

Ανάμεσα στους πιο ειρηνικούς λαούς της γης βασιλεύει μια γοητευτική ραθυμία. Αρκεί να απλώσεις το χέρι ή να ανοίξεις το στόμα για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις της γεύσης και της απόλαυσης. Στη γη της επαγγελίας, η αφθονία είναι φυσική, η καλοσύνη έμφυτη, η αρμονία καθολική. Τίποτα, από το μύθο του Χρυσού Αιώνα μέχρι τον Φουριέ, δεν εξύμνησε καλύτερα τα όνειρα του σώματος και της γης, τις μυστικές και χαρούμενες συμφωνίες που συνέθετε μια λογική επιμελώς προφυλαγμένη από τον ορθολογισμό του εργασιακού αναβρασμού, της παραγωγικής μιζέριας και του ανταγωνιστικού φανατισμού.

Πρέπει να ανακαλέσουμε την ανάμνηση μιας αόριστης εποχής, προγενέστερης του αγροτικού πολιτισμού μας, ο οποίος γονιμοποιεί τη γη με τον ιδρώτα και το αίμα πριν τη στειρώσει για να αποκομίσει περισσότερα χρήματα; Οι αλυσίδες της εργασίας και του πολεμικού ανταγωνισμού, που δίνουν ρυθμό στο μακάβριο χορό του εμπορευματικού πολιτισμού, εξιδανίκευσαν• με ευκολία τις κοινωνίες που ξέφευγαν από τέτοια επικίνδυνα προνόμια.

Σίγουρα, αλλά η ειδυλλιακή αυτή ουτοπία ανταποκρίνεται αρκετά, αν κρίνουμε από τις μελέτες των προϊστορικών τοποθεσιών και των κοινοτήτων όπου η περισυλλογή καρπών, το ψάρεμα και το κυνήγι σαν συμπλήρωμα, ύφαιναν ανάμεσα στους άνδρες, τις γυναίκες, τα ζώα, την φυτική γονιμότητα και τη γη δεσμούς ισότιμους, ειρηνικούς και λιγότερο καταπιεστικούς σε σχέση με τον αγροτικό σφετερισμό όπου η εκμετάλλευση της φύσης επέφερε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Ας το παραδεχθούμε, τουλάχιστον, κάθε φορά που ανακαλύπταμε τον συμπαθή άγριο, χρειαζόταν να χαμηλώσουμε τον τόνο των ύμνων κατά μία τρίτη. Σε σχέση με τις υποδειγματικές συμπεριφορές, οι «Χιβάρος» και οι «Νταγιάκι» συχνά ήταν ανώτεροι απ’ τους «Τρομπριανούς»[2].

Και όταν το μοντέλο έτερπε την καρδιά μας, τι αποκομίζαμε εκτός από λίγη ακόμα νοσταλγία; Δεν υπάρχει καμιά επιστροφή στο παρελθόν έξω από την εκνευριστική στειρότητα της νοσταλγίας.

Το όνειρο της γης της επαγγελίας δεν έχει σχέση με αυτή την οπισθοδρομική χαύνωση. Ακριβώς επειδή είναι σκανδαλωδώς εξωπραγματικό, επιθυμεί να ενταχθεί στο πεδίο του πραγματικού. Διαισθανόμαστε ότι ο φυσικός πλούτος προσφέρεται σ’ αυτόν που τον ζητά χωρίς να θέλει να τον λεηλατήσει ή να τον βιάσει. Ένας άνεμος πνέει, λες και έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και του ατόμου, ο άνεμος της άσβεστης επιθυμίας για αρμονία με τα όντα και τα πράγματα, τόσο απλά παρών σε όλες τις εποχές.

Η εποχή που τα ζώα μιλούσαν, που τα δέντρα μοίραζαν αφειδώς σοφές συμβουλές, που ακόμα και τα αντικείμενα είχαν ζωή, αποτελεί πραγματικότητα για το παιδί. Ο τεμπέλης ανακαλύπτει τη μαγεία της, στο βάθος μιας ραθυμίας που του θυμίζει συγκεχυμένα την προγεννητική του ύπαρξη, τότε που το σύμπαν της μήτρας, η κοιλιά της μητέρας, προσέφερε αγάπη, τροφή και στοργή. «Ποιές ολέθριες συνθήκες, αναρωτιέται, μας εμποδίζουν να ξαναδώσουμε στη φύση τον προορισμό της ως μητέρα τροφοδότρια;»

Ο κερδοσκοπικός εξορθολογισμός της εργασίας, μάταια αντιμετώπισε το ερώτημα ως ανύπαρκτο και μη τεθέν. Ο τεμπέλης γνωρίζει, ότι μέσα στη χαρούμενη διάθεση που τον αποσπά από τον πολυάσχολο κόσμο των επιχειρήσεων, το όνειρό του δεν έχει απογυμνωθεί από το νόημα και τη δύναμή του.

Ανάμεσα σ’ αυτόν και τον περιβάλλοντα χώρο, η ρεμβώδης ανεμελιά αρκεί για να υφάνει τον ιστό κάποιων λεπτών σχέσεων. Αντιλαμβάνεται χίλιες παρουσίες στο χορτάρι, στα φύλλα, σε ένα σύννεφο, σ’ ένα άρωμα, σ’ ένα τοίχο, σ’ ένα έπιπλο, σε μια πέτρα. Ξαφνικά, τον καταλαμβάνει η επιθυμία να επανασυνδεθεί με τη γη μέσω των εσώτατων νευρικών ινών της ζωής.

Βρίσκεται σε ενότητα με το ζων, μέσα στη religio[3], έννοια αντίθετη με τη θρησκεία που αλυσοδένει τη γη στον ουρανό και το σώμα στις απαιτήσεις του θείου πνεύματος. Σε αντίθεση με τον μυστικιστή, που είναι εξόριστος από τις αισθήσεις του εξαιτίας της αυτοπεριφρόνησης, ο τεμπέλης αποκαθιστά την υλικότητα της ζωής -τη μόνη που υπάρχει- μέσα στο σύμπαν από το οποίο δημιουργείται: τον αέρα, τη φωτιά, το νερό, τη γη, το ορυκτό, το φυτικό, το ζωικό και το ανθρώπινο που κληρονόμησε απ’ όλα αυτά τον δημιουργικό του χαρακτήρα.

Κάτω από τη φαινομενική νωχέλεια του ονείρου ξυπνά μια συνείδηση που το καθημερινό σφυροκόπημα της εργασίας αποκλείει από την κερδοσκοπική πραγματικότητά του. Δεν έχει καθόλου να κάνει με κάποιο είδος ανιμισμού, θρησκευτική ανοησία όπου το πνεύμα επιχειρεί να οικειοποιηθεί τα γήινα στοιχεία λες και δεν είναι αυτάρκη. Απορρέει απλώς από την ενέργεια τη οποία επανοικειοποιείται το σώμα που αναπαύεται.

Για να προσεγγίσει η τεμπελιά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, δεν αρκεί να αρνείται την πανταχού παρούσα επιθυμία για εργασία, χρειάζεται να υπάρχει καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή. Πρέπει το σώμα, του οποίου αποτελεί ένα απ’ τα προνόμια, να επανακατακτηθεί σαν πεδίο των επιθυμιών, με τον τρόπο που το αντιλαμβάνονται οι ερωτευμένοι τη στιγμή που κάνουν έρωτα.

Τόπος και χρόνος των επιθυμιών, να τι διεκδικεί να είναι αυτή η τεμπελιά, σύμφωνα με τις επιταγές της καρδιάς, τόσο αντίθετης με την τεμπελιά της καρδιάς, στην οποία προσπαθεί να την περιορίσει το συνηθισμένο κοινωνικό παζάρι. Η γλυκύτητα του λιβαδιού, η γαλήνη του κρεβατιού βρίθουν από ένα πλήθος επιθυμιών που αποσκοπούν στην ευτυχία και που οι καταναγκασμοί τις απωθούσαν, τις σακάτευαν, τις αποδεκάτιζαν και τις μεταμφίεζαν με θανατηφόρα νοήματα.

Η γη της επαγγελίας αποκτά ένα σκοπό στην πρόταση: όλα είναι στη διάθεση εκείνου που μαθαίνει να επιθυμεί αέναα. Το «κάνε ό,τι επιθυμείς» είναι ένα λεπτό λουλούδι που δεν ζητά παρά να μεγαλώσει και να ομορφύνει. Η βαναυσότητα των ανυπόφορων συνθηκών που ωστόσο ανεχόμαστε, μας προστάζει να το παραμελήσουμε, λες και επείγει να μην είμαστε ο εαυτός μας, να μην ανήκουμε ποτέ στον εαυτό μας.

Η τεμπελιά είναι απόλαυση του εαυτού μας ή δεν είναι τίποτα
Μην ελπίζετε να σας παραχωρηθεί από τα αφεντικά σας ή από τους θεούς τους. Την προσεγγίζουμε, όπως το παιδί, μέσω μιας φυσικής τάσης να αναζητούμε την απόλαυση και να παρακάμπτουμε ό,τι της εναντιώνεται. Πρόκειται για κάτι απλό που η ώριμη ηλικία διαπρέπει στο να το περιπλέκει. Να τελειώνουμε λοιπόν με τη σύγχυση που ταυτίζει την τεμπελιά του σώματος με την πνευματική μαλάκυνση που ονομάζεται νωθρότητα του πνεύματος -λες και το πνεύμα δεν είναι η αλλοτριωμένη μορφή της συνείδησης του σώματος.

Η κατανόηση του εαυτού μας που απαιτεί η τεμπελιά, δεν είναι άλλη από την κατανόηση των επιθυμιών τις οποίες έχει ανάγκη ο μικρόκοσμος του σώματος για να απελευθερωθεί από την εργασία που το εμποδίζει εδώ και αιώνες. Γιατί, μέσα στο πλήθος των ευχών και των επιθυμιών που κατακλύζουν τον τεμπέλη, ο οποίος αποφάσισε επιτέλους να μην ανήκει παρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να παρεισφρήσει τίποτα! Τόση είναι η δύναμη των επιθυμιών όταν ξαναβρεθούν, για να το πούμε έτσι, σε μια ελεύθερη κατάσταση, ώστε κυριεύονται από την αυταπάτη ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο προς όφελός τους και άμεσα. Η παλιά μαγεία στοιχειώνει, πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, τις πτυχές της συνείδησης.

«Υπάρχει η μακραίωνη πίστη», γράφει ο Κάμπελ Μπόνερ, «ότι ένα άτομο, που έχει διδαχθεί τη διαδικασία προσέγγισης, μπορεί να θέσει σε κίνηση μυστηριώδεις δυνάμεις, ικανές να επηρεάσουν τη θέληση κάποιου άλλου και να υποτάξουν τα συναισθήματά του στις επιθυμίες του τελετουργού. Αυτές οι δυνάμεις μπορούν να ενεργοποιηθούν με λόγια, συγκεκριμένα τελετουργικά και αντικείμενα που διαθέτουν κάποια θεωρούμενη μαγική δύναμη». Και ο Γιάκομπ Μπέμε[4], παρατηρεί ακόμα πιο εύστοχα: «Η μαγεία είναι η μητέρα του όντος, όλων των όντων, αφού δημιουργείται από μόνη της και ενυπάρχει στην επιθυμία. Η πραγματική μαγεία δεν είναι ένα ον, είναι η επιθυμία, το πνεύμα του όντος». (Erklarung von seeks Punkteri).

Ο 18ος αιώνας διατήρησε κάποια ίχνη αυτής της «τεμπελιάς που κινεί ανεμόμυλους», την οποία αναφέρει ο Ζωρζ Σεχαντέ. Μια αίρεση υποστηρίζει πράγματι: «Δεν πρέπει να δουλεύουμε ποτέ με τα χέρια, αλλά να προσευχόμαστε συνεχώς και, αν οι άνθρωποι προσεύχονται μ’ αυτό τον τρόπο, η γη θα αποδώσει χωρίς καλλιέργεια, πολύ περισσότερους καρπούς απ’ ό,τι αν είχε καλλιεργηθεί». (Το αναφέρει ο Η. Grundmann στο Religiose Bewegungen in Mittelalter, εκδ. Hildesheim, 1961).

Για το ότι το εγχείρημα αυτό δεν άφησε στην ιστορία κάποια απτή απόδειξη της αποτελεσματικότητάς του, ευθύνεται πολύ λιγότερο η αναρμοδιότητα του Θεού προς τον οποίο απευθύνονταν οι προσευχές ή ίσως και κάποιος λανθασμένος τρόπος προσέγγισης απ’ ότι η ίδια η προσφυγή στην προσευχή, αφού το να εξαρτάσαι από κάποιον άλλο για να επιτύχεις την τόσο διακαώς επιθυμητή ανεξαρτησία, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την θέλησή σου και εκπληρώνει λίγες από τις επιθυμίες σου.

Το σύμπαν των επιθυμιών είναι γεμάτο από παγίδες αυτού του είδους. Υπεισέρχονται πολλοί καταναγκασμοί, απαγορεύσεις, απωθήσεις, αυτοματισμοί έτσι ώστε να απαιτείται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγρήγορση. Γνωρίζουμε τον ινδιάνικο διδακτικό μύθο. Ένας άνθρωπος είχε ξαπλώσει στη σκιά ενός δέντρου φημισμένου για τη μαγική του δύναμη. Καθώς το έδαφος του φάνηκε κάπως σκληρό, ευχήθηκε να ξαπλώσει πιο αναπαυτικά, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένα πολυτελές κρεβάτι.

Στη συνέχεια του ήρθε η επιθυμία ενός πλούσιου γεύματος και τότε εμφανίστηκε ένα τραπέζι, στολισμένο με τα πιο διαλεκτά πιάτα. «Η ευτυχία μου θα ολοκληρωνόταν, σκέφτηκε, αν είχα στο πλάι μου μια κοπέλα χαριτωμένη και έτοιμη να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου». Η κοπέλα εμφανίστηκε αμέσως και ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Καθώς όμως δεν ήταν συνηθισμένος σε μια τόσο μεγάλη ευτυχία, δεν μπόρεσε να αποφύγει έναν αδικαιολόγητο φόβο. Φοβούμενος ότι θα χάσει μέσα σε μια στιγμή μια τόσο τέλεια τύχη, φαντάστηκε ότι μια τίγρη όρμησε από το δάσος. Η τίγρη εμφανίστηκε και του έσπασε το σβέρκο.

Μια επιθυμία μπορεί να κρύβει μιαν άλλη, ακριβώς αντίθετη.

Στην τεμπελιά μένει να μάθει ότι δεν πρέπει να φοβάται τίποτα και, κυρίως, την ίδια.

Χρειάζονται μεγάλες προσπάθειες για να είναι κανείς ανεπιφύλακτα ο εαυτός του.

Δεν είναι ότι απαιτούνται ιδιαίτεροι χειρισμοί, όμως και τα πιο απλά πράγματα δεν φανερώνονται εύκολα στα ταραγμένα μυαλά. Η παιδικότητα της τέχνης δεν κατακτιέται παρά μέσω της τέχνης του να ξαναγίνεις παιδί. Ο εκφυλισμός έχει κάνει μεγάλες προόδους, δήλωνε ένας τεμπέλης, απολαμβάνοντας το τραγούδι του Μπρυάν «Le lezard» και τον αθάνατο στίχο του «Δεν μπορώ να εργαστώ, ποτέ δεν έμαθα». Προσέχετε: μας έχουν τόσο καλά προδιαθέσει να εργαστούμε, ώστε το να μην κάνεις τίποτα απαιτεί σήμερα κάποια εκπαίδευση.

Τη στιγμή της αυξανόμενης ανεργίας, το να διδάσκεις την τεμπελιά θα ήταν γοητευτικό, αν δεν εναπόκειτο στον καθένα να καλλιεργήσει, χωρίς τη βοήθεια των άλλων, μια τόσο λεπτή, ξεχωριστή και προσωπική επιστήμη. Κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει την ευτυχία του (και ακόμα ευκολότερα την κακοτυχία του) παρά μόνον ο ίδιος. Ισχύει για τις επιθυμίες ό,τι ισχύει και για την materia prima[5] από την οποία ο αλχημιστής προσπαθεί να εξάγει τη φιλοσοφική λίθο. Αποτελούν μια αξία αυθύπαρκτη και δεν μπορούμε να εξάγουμε απ’ αυτές παρά μόνον εκείνο που βρίσκεται μέσα τους. Αντιθέτως, το σημαντικό είναι η εκλέπτυνση.

Η τεμπελιά στην ακατέργαστη μορφή της είναι σαν ένα καρύδι που το τρώμε χωρίς να βγάλουμε το τσόφλι. Την επιθυμούμε αμόλυντη από τις συνηθισμένες διαστροφές της εργασίας, την ενοχή, την εκτόνωση και τη δουλικότητα, για να τη γευθούμε σε όλο της το μεγαλείο. Να την επαναφέρουμε στη φυσική της κίνηση που θα την κάνει αυτό που είναι πραγματικά, δηλαδή, μια στιγμή της απόλαυσης του εαυτού και, εν ολίγοις, μια δημιουργία.

Ο εθισμός στις ανέσεις που προσφέρει η εργασία, περισσότερο σκιασμένες παρά υπογραμμισμένες από το εφήμερο και που γρήγορα μας τις κλέβουν, μας έχει στερήσει από την εμπειρία της προσπάθειας και της εκλέπτυνσης. Οι απολαύσεις, σε ό,τι αυθεντικό διαθέτουν, δεν είναι ούτε καρπός ενός καπρίτσιου της τύχης ή του Θεού, ούτε η ανταμοιβή μιας εξουθενωτικής εργασίας. Προσφέρονται ανάλογα με το πώς τις παίρνουμε. Η χαρά με την οποία μας γεμίζουν είναι η χαρά με την οποία τις προσεγγίζουμε.

Ίσως εκεί να βρίσκεται το Μεγάλο Έργο το οποίο αναζητούσε καθημερινά με πάθος και υπομονή ο αλχημιστής: η επιμονή της επιθυμίας να αποτινάζει ό,τι τη διαφθείρει, να εκλεπτύνεται ασταμάτητα μέχρι να πετύχει αυτή τη χάρη που μετατρέπει σε χρυσό τον μόλυβδο της μιζέριας, του θανάτου και της πλήξης. Όταν η τεμπελιά δεν θα τρέφει παρά την επιθυμία να ικανοποιεί τον εαυτό της, θα περάσουμε σε έναν πολιτισμό όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι το προϊόν μιας εργασίας που παράγει το απάνθρωπο.
----------------------
[1] Le sous-prefet aux champs: διήγημα του A. Daudet (1840-1897), από το βιβλίο του Les lettres de mon moulin, εμπνευσμένο από τη ζωή στη γενέτειρά του.
[2] Οι Χιβάρος και οι Νταγιάκι ήταν άγριες φυλές του Περού και του Βόρνεο αντίστοιχα. Οι Χιβάρος παρέμειναν ανεξάρτητοι για αιώνες. Αντιστάθηκαν στις επιθέσεις των Ίνκας αλλά και στον εκχριστιανισμό τους από τους Ισπανούς μισθοφόρους κατά τον 16ο αιώνα. Ικανότατοι πολεμιστές αλλά και γεωργοί. Οι Νταγιάια ήταν κυνηγοί κεφαλών. Έφτιαχναν όπλα και ρούχα. Οι Τρομπριανοί ήταν φιλειρηνικοί κάτοικοι των νησιών Τρόμπριαν της Μελανησίας (με τη ζωή των τελευταίων έχουν ασχοληθεί ο Μαλινόφσκι, ο Μως και Βίλχελμ Ράιχ, υπό το πρίσμα της αντίστοιχης ειδικότητάς τους).
[3] Με την έννοια της ευλαβούς παρατήρησης, από το λατινικό religio απ’ όπου προήλθε η αγγλική και γαλλική λέξη religion (θρησκεία).
[4] Boehme JaKob (1575-1624): Γερμανός θεοσοφιστής και μυστικιστής, μελετητής της Βίβλου Kat του Παράκελσου.
[5] Πρώτη Ύλη ή Αρχέγονη Ουσία των αλχημιστών.

Νίτσε: Για τη φυσική ιστορία του καθήκοντος και του δικαιώματος

Τα καθήκοντα μας – είναι τα δικαιώματα που έχουν οι άλλοι πάνω μας. Πώς τα απόκτησαν; Από το γεγονός ότι μας θεωρούν ως ικανούς να κλείνουμε συμφωνίες και να τις τηρούμε, που μας θεωρούν ως ομοίους τους, και συνεπώς μας εμπιστεύονται κάτι, που μας διαπαιδαγωγούν, μας μορφώνουν και μας υποστηρίζουν. Εκπληρώνουμε το καθήκον μας – δηλαδή δικαιώνουμε αυτή την ιδέα για τη δύναμη μας, την ιδέα ότι όλα τα καλά μας αποδείχτηκαν και ότι ανταποδίδουμε αυτά που μας έδωσαν.
 
Είναι λοιπόν η περηφάνια μας που μας προστάζει να κάνουμε το καθήκον μας – θέλουμε να αποκαταστήσουμε την αυτονομία μας, αντιτάσσοντας σ’ αυτό που άλλοι έκαναν για μας κάτι, που εμείς κάνουμε γι’ αυτούς, – γιατί οι άλλοι σφετερίστηκαν την εξουσία μας και θα είχαν ακατάπαυστα το χέρι τους σ’ αυτή, αν εμείς με το «καθήκον» δεν εκτελούσαμε μια ανταπόδοση, δηλαδή αν δεν επεμβαίναμε στην εξουσία τους. Τα δικαιώματα των άλλων μπορούν να έχουν σχέση μόνο μ’ αυτό που είναι στην εξουσία μας.
 
Θα ήταν παράλογο να μας ζητούσαν κάτι που δεν μας ανήκει. Θα έπρεπε να πούμε για την ακρίβεια: μόνο σ’ αυτό που νομίζουν ότι είναι στην εξουσία μας, αν παραδεχτούμε ότι είναι το ίδιο πράγμα μ’ αυτό που εμείς οι ίδιοι θεωρούμε ως εξουσία μας. Το ίδιο λάθος θα μπορούσε εύκολα να γίνει κι από τις δύο πλευρές, το αίσθημα του καθήκοντος απαιτεί να έχουμε για την έκταση της εξουσίας μας την ίδια πίστη με τους άλλους, δηλαδή να μπορούμε να υποσχεθούμε ορισμένα πράγματα και να δεσμευτούμε να τα εκπληρώσουμε («ελεύθερη βούληση»).
 
Τα δικαιώματα μου: είναι σ’ αυτό το μέρος της εξουσίας μου που οι άλλοι όχι μόνο μου το έχουν παραχωρήσει, αλλά που θέλουν και να το κρατούν για μένα. Πώς έφτασαν εκεί; Από τη μια πλευρά, με την εξυπνάδα τους, με τον φόβο και την επιφυλακτικότητα τους: είτε επειδή περιμένουν από μας κάτι παρόμοιο (την προστασία των δικαιωμάτων τους), είτε επειδή θεωρούν μια μάχη με μας επικίνδυνη και ανώφελη, είτε επειδή βλέπουν σε κάθε μείωση της δύναμης μας ένα πλεονέκτημα για τους ίδιους, εφόσον σ’ αυτή την περίπτωση θα είμαστε ανίκανοι για συμμαχία μαζί τους ενάντια σε μια τρίτη εχθρική δύναμη. Από την άλλη πλευρά, με δωρεές και εκχωρήσεις. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι άλλοι έχουν αρκετή δύναμη για να μπορούν να δίνουν, και για να μπορούν να εγγυώνται για τις δωρεές τους: ή μάλλον πρέπει να παραδεχτούμε ένα ορισμένο αίσθημα δύναμης σ’ αυτόν που δέχεται το δώρο. Έτσι γεννιούνται τα δικαιώματα: αναγνωρισμένοι και εγγυημένοι βαθμοί δύναμης.
 
Αν οι σχέσεις δύναμης μετατοπιστούν σημαντικά, τότε τα δικαιώματα εξαφανίζονται και δημιουργούνται άλλα, – αυτό δείχνει το δίκαιο των λαών στην ακατάπαυστη εξέλιξη του. Αν η δυναμή μας ελαττωθεί πολύ, το αίσθημα αυτών που εγγυώνταν ως τώρα το δικαίωμα μας, μεταβάλλεται: αυτοί κρίνουν τους λόγους που είχαν για να μας δώσουν τα παλιά μας κεκτημένα. Αν αυτή η κρίση δεν είναι ευνοϊκή για μας, τότε αρνούνται στο εξής «τα δικαιώματα μας». Εξάλλου, αν η δύναμη μας αυξάνεται σημαντικά, το αίσθημα εκείνων που την αναγνώριζαν μέχρι σήμερα και που δεν το έχουμε πια ανάγκη, μεταβάλλεται: θα προσπαθήσουν να μειώσουν τη δύναμη μας φέρνοντας τη στην προηγούμενη διάσταση, θα θελήσουν να ασχοληθούν με τις υποθέσεις μας βασιζόμενοι στο καθήκον τους, – αλλά αυτό δεν είναι παρά μια μάταιη λογοκοπία.
 
Παντού όπου κυριαρχεί το δικαίωμα, διατηρούν μια ορισμένη κατάσταση και ένα βαθμό εξουσίας, αποκρούουν κάθε αύξηση και κάθε ελάττωση. Το δικαίωμα των άλλων είναι μια παραχώρηση του αισθήματος μας για δύναμη, προς το αίσθημα δύναμης αυτών των άλλων. Όταν η δύναμη μας αποδείχνεται βαθιά κλονισμένη και τσακισμένη, τα δικαιώματα μας χάνονται: αντίθετα, όταν έχουμε γίνει πολύ πιο δυνατοί, χάνονται για μας τα δικαιώματα των άλλων να είναι αυτό που ήταν ως τώρα. – Ο «δίκαιος άνθρωπος» έχει λοιπόν διαρκή ανάγκη να ακουμπά σε μια ευαίσθητη πλάστιγγα για να εκτιμά του βαθμούς δύναμης και δικαιωμάτων που, με τη ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων, θα ισορροπούν μόνο για λίγο καιρό και πιο συχνά θα ανεβοκατεβαίνουν: – το να είσαι δίκαιος είναι λοιπόν δύσκολο και απαιτεί πολλή άσκηση, πολύ καλή θέληση και απέραντα δίκαιο πνεύμα.