Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (21.80-21.162)

80 Ὣς φάτο, καί ῥ᾽ Εὔμαιον ἀνώγει, δῖον ὑφορβόν,
τόξον μνηστήρεσσι θέμεν πολιόν τε σίδηρον.
δακρύσας δ᾽ Εὔμαιος ἐδέξατο καὶ κατέθηκε·
κλαῖε δὲ βουκόλος ἄλλοθ᾽, ἐπεὶ ἴδε τόξον ἄνακτος.
Ἀντίνοος δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
85 «νήπιοι ἀγροιῶται, ἐφημέρια φρονέοντες,
ἆ δειλώ, τί νυ δάκρυ κατείβετον ἠδὲ γυναικὶ
θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὀρίνετον; ᾗ τε καὶ ἄλλως
κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμός, ἐπεὶ φίλον ὤλεσ᾽ ἀκοίτην.
ἀλλ᾽ ἀκέων δαίνυσθε καθήμενοι, ἠὲ θύραζε
90 κλαίετον ἐξελθόντε, κατ᾽ αὐτόθι τόξα λιπόντε,
μνηστήρεσσιν ἄεθλον ἀάατον· οὐ γὰρ ὀΐω
ῥηϊδίως τόδε τόξον ἐΰξοον ἐντανύεσθαι.
οὐ γάρ τις μέτα τοῖος ἀνὴρ ἐν τοίσδεσι πᾶσιν
οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκεν· ἐγὼ δέ μιν αὐτὸς ὄπωπα,
95 καὶ γὰρ μνήμων εἰμί, πάϊς δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα.»
Ὣς φάτο, τῷ δ᾽ ἄρα θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἐώλπει
νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου.
ἦ τοι ὀϊστοῦ γε πρῶτος γεύσεσθαι ἔμελλεν
ἐκ χειρῶν Ὀδυσῆος ἀμύμονος, ὃν τότ᾽ ἀτίμα
100 ἥμενος ἐν μεγάροις, ἐπὶ δ᾽ ὄρνυε πάντας ἑταίρους.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειφ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα με Ζεὺς ἄφρονα θῆκε Κρονίων·
μήτηρ μέν μοί φησι φίλη, πινυτή περ ἐοῦσα,
ἄλλῳ ἅμ᾽ ἕψεσθαι νοσφισσαμένη τόδε δῶμα·
105 αὐτὰρ ἐγὼ γελόω καὶ τέρπομαι ἄφρονι θυμῷ.
ἀλλ᾽ ἄγετε, μνηστῆρες, ἐπεὶ τόδε φαίνετ᾽ ἄεθλον,
οἵη νῦν οὐκ ἔστι γυνὴ κατ᾽ Ἀχαιΐδα γαῖαν,
οὔτε Πύλου ἱερῆς οὔτ᾽ Ἄργεος οὔτε Μυκήνης·
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἰθάκης οὔτ᾽ ἠπείροιο μελαίνης·
110 καὶ δ᾽ αὐτοὶ τόδε ἴστε· τί με χρὴ μητέρος αἴνου;
ἀλλ᾽ ἄγε μὴ μύνῃσι παρέλκετε μηδ᾽ ἔτι τόξου
δηρὸν ἀποτρωπᾶσθε τανυστύος, ὄφρα ἴδωμεν.
καὶ δέ κεν αὐτὸς ἐγὼ τοῦ τόξου πειρησαίμην·
εἰ δέ κεν ἐντανύσω διοϊστεύσω τε σιδήρου,
115 οὔ κέ μοι ἀχνυμένῳ τάδε δώματα πότνια μήτηρ
λείποι ἅμ᾽ ἄλλῳ ἰοῦσ᾽, ὅτ᾽ ἐγὼ κατόπισθε λιποίμην
οἷός τ᾽ ἤδη πατρὸς ἀέθλια κάλ᾽ ἀνελέσθαι.»
Ἦ καὶ ἀπ᾽ ὤμοιϊν χλαῖναν θέτο φοινικόεσσαν
ὀρθὸς ἀναΐξας, ἀπὸ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾽ ὤμων.
120 πρῶτον μὲν πελέκεας στῆσεν, διὰ τάφρον ὀρύξας
πᾶσι μίαν μακρήν, καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν,
ἀμφὶ δὲ γαῖαν ἔναξε· τάφος δ᾽ ἕλε πάντας ἰδόντας,
ὡς εὐκόσμως στῆσε· πάρος δ᾽ οὔ πώ ποτ᾽ ὀπώπει.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζε.
125 τρὶς μέν μιν πελέμιξεν ἐρύσσασθαι μενεαίνων,
τρὶς δὲ μεθῆκε βίης, ἐπιελπόμενος τό γε θυμῷ
νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου.
καί νύ κε δὴ ῥ᾽ ἐτάνυσσε βίῃ τὸ τέταρτον ἀνέλκων,
ἀλλ᾽ Ὀδυσεὺς ἀνένευε καὶ ἔσχεθεν ἱέμενόν περ.
130 τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειφ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο·
«ὢ πόποι, ἦ καὶ ἔπειτα κακός τ᾽ ἔσομαι καὶ ἄκικυς,
ἠὲ νεώτερός εἰμι καὶ οὔ πω χερσὶ πέποιθα
ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽, οἵ περ ἐμεῖο βίῃ προφερέστεροί ἐστε,
135 τόξου πειρήσασθε, καὶ ἐκτελέωμεν ἄεθλον.»
Ὣς εἰπὼν τόξον μὲν ἀπὸ ἕο θῆκε χαμᾶζε,
κλίνας κολλητῇσιν ἐϋξέστῃς σανίδεσσιν,
αὐτοῦ δ᾽ ὠκὺ βέλος καλῇ προσέκλινε κορώνῃ,
ἂψ δ᾽ αὖτις κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ θρόνου, ἔνθεν ἀνέστη.
140 τοῖσιν δ᾽ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθεος υἱός·
«ὄρνυσθ᾽ ἑξείης ἐπιδέξια πάντες ἑταῖροι,
ἀρξάμενοι τοῦ χώρου, ὅθεν τέ περ οἰνοχοεύει.»
Ὣς ἔφατ᾽ Ἀντίνοος, τοῖσιν δ᾽ ἐπιήνδανε μῦθος.
Ληώδης δὲ πρῶτος ἀνίστατο, Οἴνοπος υἱός,
145 ὅ σφι θυοσκόος ἔσκε, παρὰ κρητῆρα δὲ καλὸν
ἷζε μυχοίτατος αἰεί· ἀτασθαλίαι δέ οἱ οἴῳ
ἐχθραὶ ἔσαν, πᾶσιν δὲ νεμέσσα μνηστήρεσσιν·
ὅς ῥα τότε πρῶτος τόξον λάβε καὶ βέλος ὠκύ.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζεν,
150 οὐδέ μιν ἐντάνυσε· πρὶν γὰρ κάμε χεῖρας ἀνέλκων
ἀτρίπτους ἁπαλάς· μετὰ δὲ μνηστῆρσιν ἔειπεν·
«ὦ φίλοι, οὐ μὲν ἐγὼ τανύω, λαβέτω δὲ καὶ ἄλλος.
πολλοὺς γὰρ τόδε τόξον ἀριστῆας κεκαδήσει
θυμοῦ καὶ ψυχῆς, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτερόν ἐστι
155 τεθνάμεν ἢ ζώοντας ἁμαρτεῖν, οὗ θ᾽ ἕνεκ᾽ αἰεὶ
ἐνθάδ᾽ ὁμιλέομεν, ποτιδέγμενοι ἤματα πάντα.
νῦν μέν τις καὶ ἔλπετ᾽ ἐνὶ φρεσὶν ἠδὲ μενοινᾷ
γῆμαι Πηνελόπειαν, Ὀδυσσῆος παράκοιτιν.
αὐτὰρ ἐπὴν τόξου πειρήσεται ἠδὲ ἴδηται,
160 ἄλλην δή τιν᾽ ἔπειτα Ἀχαιϊάδων εὐπέπλων
μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος· ἡ δέ κ᾽ ἔπειτα
γήμαιθ᾽ ὅς κε πλεῖστα πόροι καὶ μόρσιμος ἔλθοι.»

***
80 Αυτά τους είπε, κι ευθύς δίνει στον Εύμαιο, θείο χοιροβοσκό,
την εντολή μπροστά τους ν᾽ αποθέσει το δοξάρι, εκεί
και τα πελέκια από γκρίζο σίδερο.
Το πήρε ο Εύμαιος και δακρυσμένος το ᾽βαλε στη μέση·
το τόξο βλέποντας του βασιλιά, θρηνούσε πλάι του
δεύτερος τώρα κι ο βουκόλος, οπότε ο Αντίνοος τους αποπήρε και τους δυο,
ξεστόμισε λόγια βαριά μιλώντας:
«Μικροί χωριάτες, το μυαλό σας μόνο στο σήμερα κολλά!
Γιατί, βρε μίζεροι, το ρίξατε στα κλαψουρίσματα, γιατί ταράζετε
στα στήθη την καρδιά μιας δύστυχης γυναίκας;
Έτσι κι αλλιώς της τρώει ο πόνος την ψυχή, αφότου έχασε
ομόκλινο το αγαπημένο ταίρι της.
Βγάλετε λέω τον σκασμό και τρώτε αμίλητοι· αλλιώς έξω από δω,
90 κι εκεί το κλάμα συνεχίζετε. Όσο για τούτο το δοξάρι,
τ᾽ αφήνετε επιτόπου, άθλημα στους μνηστήρες ριψοκίνδυνο.
Δεν το φαντάζομαι πως τούτο το καλοξυσμένο τόξο
εύκολα κάποιος θα τανύσει, αφού σ᾽ όλους εδώ άντρας δεν βρίσκεται
του Οδυσσέα αντάξιος.
Εγώ τον είδα με τα μάτια μου και δεν μου βγαίνει απ᾽ το μυαλό —
ήμουνα τότε ανέμελο παιδάκι ακόμη.»
Έτσι τους μίλησε, μέσα του όμως έκρυβε κρυφή ελπίδα
πως θα τεντώσει τη χορδή, πως θα περάσει τη σαΐτα στα πελέκια.
Πράγματι, αυτός έμελλε πρώτος να γευτεί το βέλος,
αμολημένο από το χέρι του άψογου Οδυσσέα· που τώρα,
αραγμένος στο παλάτι, τον καταφρονούσε, γυρεύοντας
100 να ξεσηκώσει τους συντρόφους.
Στο μεταξύ μπήκε στη μέση ο γενναίος Τηλέμαχος μιλώντας:
«Αλίμονό μου, σίγουρα μου πήρε τα μυαλά ο γιος του Κρόνου, ο Δίας!
Ενώ η καλή μου μάνα, που είναι γνωστική, το λέει πια, μ᾽ άλλον θα πάει,
θ᾽ αφήσει τούτο το παλάτι, εγώ ο μωρός γελώ και το γλεντώ.
Όμως κοπιάστε τώρα, σας περιμένει το έπαθλο, μνηστήρες.
Τέτοια γυναίκα άλλη δεν υπάρχει στων Αχαιών τη χώρα·
μήτε στην Πύλο, στο Άργος, στις Μυκήνες, μήτε και μέσα
στην Ιθάκη ή στην αντικρινή σκουρόχρωμη στεριά.
110 Αυτό το ξέρετε καλά κι εσείς· ποιος λόγος να παινεύω εγώ τη μάνα μου;
Εμπρός λοιπόν, αφήστε τις προφάσεις, μην το χασομεράτε,
το τόξο αυτό δεν πρέπει κι άλλο να μείνει ατάνυστο,
ας δούμε τέλος τ᾽ αποτέλεσμα.
Αλήθεια, θα ᾽θελα να δοκιμαστώ κι ο ίδιος με τούτο το δοξάρι.
Αν το κατόρθωνα να το τεντώσω και να περάσω τη σαΐτα
στα πελέκια, τότε δεν θα μου πλάκωνε τόσο το βάρος την καρδιά,
που η σεμνή μου μάνα θ᾽ άφηνε το παλάτι, μ᾽ άλλον
πηγαίνοντας να ζήσει· θα ᾽μενα εδώ μόνος εγώ, άξιος όμως
να σηκώνω πια άρματα κι άθλα του πατέρα μου.»
Είπε, κι ορθός τινάχτηκε, πέταξε από πάνω του την πορφυρή του χλαίνη,
από τους ώμους τράβηξε το κοφτερό σπαθί.
120 Μετά σε μάκρος, από τη μια μεριά στην άλλη, άνοιξε αυλάκι,
έστησε τα πελέκια εκεί, τα στάθμισε, για να ᾽ναι ίσα,
και πάτησε το χώμα γύρω τους.
Τον έβλεπαν οι άλλοι κι όλοι αποσβολώθηκαν, με πόση τάξη
τα συνταίριαξε, ενώ δεν είχε δει ποτέ του ως τώρα ο νέος τέτοιο πράγμα.
Τέλος, στητός επάνω στο κατώφλι, πήρε να δοκιμάζει το δοξάρι.
Δοκίμασε να το τραβήξει τρεις φορές μ᾽ όλη τη δύναμή του,
και τρεις φορές κόπηκε η φόρα του· ωστόσο μέσα του
κρατούσε ακόμη την ελπίδα πως θα μπορέσει να τανύσει τη νευρή
και να περάσει πέρα ως πέρα τα πελέκια.
Αν το τραβούσε τέταρτη φορά, βάζοντας κι άλλη δύναμη,
σίγουρα θα κατόρθωνε να το τεντώσει· αλλά στο μεταξύ τού κάνει
ο Οδυσσέας νεύμα, που τον συγκράτησε επάνω στη μεγάλη ορμή του.
130 Οπότε γύρισε προς τους μνηστήρες, μιλώντας ο γενναίος Τηλέμαχος:
«Αίσχος, για πάντα αδύναμος κι ανίκανος θα μείνω!
Εκτός κι αν φταίει που είμαι νιούτσικος, μου λείπει εμπιστοσύνη
πως με τα χέρια μου μπορώ κι εγώ να τον στριμώξω
κάποιον που πρώτος κάνει τον καμπόσο.
Όμως τώρα σειρά σας, είσαστε εσείς πιο δυνατοί από μένα, μπρατσωμένοι·
πιάστε λοιπόν και δοκιμάσετε το τόξο, να δούμε ποιος θα πάρει το έπαθλο.»
Τέλειωσε με τα λόγια αυτά κι άφησε κάτω το δοξάρι, το ᾽γειρε
στα πορτόφυλλα με τις καλάρμοστες γυαλιστερές σανίδες
και πάνω στην ωραία κορώνη στήριξε και τη γρήγορη σαΐτα.
Μετά πήγε και κάθησε ξανά στον δίφρο απ᾽ όπου ανασηκώθηκε.
140 Τον λόγο πήρε τότε ο γιος του Ευπείθη, ο Αντίνοος:
«Σύντροφοι, σηκωθείτε, όλοι με τη σειρά, από δεξιά αρχίζοντας,
όπως κι ο οινοχόος μάς κερνά κρασί.»
Έτσι τους μίλησε ο Αντίνοος, κι άρεσε ο λόγος του.
Πρώτος λοιπόν σηκώθηκε ο Ληώδης, ο γιος του Οίνοπα·
αυτός στα σφάγια τους μάντευε, πάντοτε καθισμένος
πέρα στο βάθος, στον όμορφο κρατήρα πλάι — ήταν ο μόνος που μισούσε
τ᾽ ατάσθαλα έργα κι αγανακτούσε μ᾽ όλους τους μνηστήρες.
Αυτός πήρε στα χέρια του πρώτος το τόξο και τη γρήγορη σαΐτα,
στήθηκε πάνω στο κατώφλι, με το δοξάρι πάλευε·
150 όμως δεν μπόρεσε να το τανύσει, γιατί, τραβώντας τη νευρή,
του κόπηκαν τα χέρια — χέρια απαλά κι αδούλευτα.
Οπότε στους μνηστήρες γύρισε μιλώντας:
«Φίλοι, δεν το τεντώνω εγώ, άλλος ας έλθει να το πιάσει.
Κι όμως προβλέπω το τόξο τούτο θα στερήσει σ᾽ ανδρείους πολλούς
και την ορμή και τη ζωή τους.
Και μολαταύτα, ο θάνατος καλύτερος, παρά να ζούμε
στερημένοι συνεχώς απ᾽ ό,τι κάθε μέρα μάς μαζεύει εδώ,
και περιμένουμε πάντα να γίνει.
Προς το παρόν κάποιος ακόμη μέσα του μελετά κι ελπίζει
την Πηνελόπη να κερδίσει, γυναίκα του Οδυσσέα ομόκλινη.
Κι όμως, όταν δοκιμαστεί με το δοξάρι και δει τι γίνεται,
τότε ας γυρέψει λέω αλλού, δίνοντας και γαμήλια δώρα,
160 άλλη γυναίκα ταίρι του να κάνει από των Αχαιών τις πεπλοφόρες κόρες —
εκείνη θα διαλέξει όποιον της δώσει περισσότερα κι είναι της μοίρας της αυτός.»

Τολμώντας την αποδόμηση

Η αποδόμηση της ταυτότητας είναι πλέον αναπόφευκτη.

Όλα όσα νομίζουμε, πιστεύουμε ότι είμαστε, θα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό της έκφρασης του αληθινού Είναι μας.

Πώς όμως να συμβεί όταν όλες οι έννοιες έχουν διαστρεβλωθεί, όταν το μόνο που εμπιστευόμαστε είναι το νου που δημιούργησε την ταυτότητά μας αρχικά;

Οι άνθρωποι όλοι δεν είναι όπως εμείς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ή όπως τους βλέπουμε και μας αρέσει να τους τοποθετούμε. Χρειάζεται «απλά» να αναλάβουμε την ευθύνη να εξετάσουμε τη δική μας όραση, την δική μας κατανόηση και τοποθέτηση των πάντων, έτσι όπως έχει καταχωρηθεί και βολεύει το δομημένο μας εγώ.

Δύσκολη υπόθεση για όποιον θέλει να διατηρεί την ταυτότητά του και όλα όσα νομίζει πως γνωρίζει. Ομολογουμένως έχουμε σπαταλήσει άπειρη ενέργεια για να χτίσουμε αυτό που τώρα πρέπει να γκρεμίσουμε. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στη συλλογική, κοινωνική μας πραγματικότητα.

Η ενστικτώδης αντίδρασή μας είναι να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε όσο μπορούμε αυτό το οικοδόμημα που η πλήρης καταστροφή του φαίνεται να απειλή την ίδια την ύπαρξή μας. Θα το «καθυστερήσουμε» όσο μπορούμε, παίζοντας ουσιαστικά με διάφορες θεωρίες και χειρισμούς που ωραιοποιούν και δικαιολογούν αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.

Όμως η ζωή είναι δίκαιη και «ανταμείβει» τους τολμηρούς με καθαρή όραση, ενώ ωθεί τους φοβικούς σε ραγδαίες αλλαγές που δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν ή να χειραγωγήσουν. Γιατί; Μα επειδή φυσικά ο κόσμος, η ύπαρξη, η ζωή δεν μας ανήκει προσωπικά, δεν ανταποκρίνεται στα εγωιστικά θέλω μας, δεν εξαρτάται από την άποψή μας για αυτήν. Είμαστε συνδεδεμένοι, είμαστε κομμάτια – μέρη του Όλου, του Ενός, που διαστέλλεται, εξελίσσεται, επεκτείνεται, με βάσει τους συμπαντικούς νόμους που το εγώ αδυνατεί να αποδεχτεί καθώς απειλούν την ίδια την κυριαρχία του επάνω στη συνειδητότητα.

Τι σημαίνει όμως πραγματικά η «αποδόμηση» που τόσο συχνά και με τόσους διαφορετικούς τρόπους έχουμε όλοι διαβάσει ή ακούσει; Πολύ απλά, σημαίνει να κοιτάξουμε ταπεινά και με θάρρος τον ίδιο μας τον εαυτό – κάτι που ΣΑΦΩΣ δεν έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε – για να ανακαλύψουμε όλα όσα θέλαμε να διατηρούμε κρυμμένα από τη συνειδητότητά μας.

Πολλοί πιστεύουν ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους, έχοντας παγιωμένες απόψεις για το ποιοι είναι και πώς λειτουργούν. Η πειθαρχημένη παρατήρηση και η καθημερινή αφοσίωση σε αυτήν, σύντομα αποδεικνύουν ότι οι απόψεις και οι ιδέες μας για τον εαυτό μας, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι σίγουρο αυτό; Ναι είναι, γιατί έχουμε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες, ασυνείδητα ως επί το πλείστον, να κρατάμε κρυφά πολλά κομμάτια του εαυτού μας, που αναπόφευκτα βρίσκονται σε αντιπαράθεση, ζητάνε την προσοχή μας και χρειάζεται να αποδεχτούμε.

Άλλοι πάλι θέλουν επίμονα να αλλάξουν τον εαυτό τους επειδή έχουν αποφασίσει πως δεν τον αποδέχονται και πως αποτελεί εμπόδιο στους στόχους τους. Αυτή είναι μια εξίσου «άκυρη» διαδικασία και επίπονη, άσκοπη προσπάθεια αφού κάθε τέτοια απόπειρα πέφτει αναπόφευκτα στο κενό. Όχι μόνο γιατί η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα προγραμματισμού (μηχανισμοί αντίδρασης δηλαδή), αλλά κυρίως επειδή ο προγραμματισμός αυτός σε έχει πείσει ότι «για όλα φταίει ο εαυτός σου». Η όποια συμπεριφορά είναι όπως τα σωματικά συμπτώματα που έχουμε κατά καιρούς. Η καταστολή των συμπτωμάτων είναι σχετικά εύκολη υπόθεση και πάγια πρακτική σύμφωνα με το σύστημα εκπαίδευσης που έχουμε όλοι υποστεί. Οι πραγματικές αιτίες όμως κρύβονται πάντα πίσω από την επιφάνεια, που στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο προγραμματισμός του νου.

Οι πεποιθήσεις που κατά κύριο λόγο περνάνε αθέατες από τον επιφανειακό, γραμμικό νου, αποτελούν τη δομή του συστήματος σκέψης που μας παγιδεύει γιατί μας περιορίζει σε ιδέες βασισμένες σε ερμηνείες του παρελθόντος και σε διδαχές που ποτέ δεν αμφισβητήσαμε σοβαρά, συνειδητά. Δεν αφορούν μόνο τον εαυτό μας αλλά και τους άλλους, τον κόσμο γύρω μας, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε, πιστεύοντας ότι βλέπουμε αντικειμενικά.

Είναι σίγουρα άβολη κατάσταση και πραγματικό ξεβόλεμα για όποιον θέλει πραγματικά να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς του και τα γρανάζια του νου του. Είναι μια διαδικασία που σίγουρα δεν έχει γυρισμό, όσο κι αν την «τρενάρουμε» όσο κι αν φοβόμαστε κατά καιρούς να προχωρήσουμε. Δεν γίνεται δηλαδή, όταν αρχίσεις να βλέπεις καθαρότερα να προσποιείσαι ότι είσαι τυφλός. Όσο απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά μας, τόσο αυξάνεται η ευθύνη μας να είμαστε σε κάθε φάση και στάση της ζωής μας αληθινοί.

Η ευθύνη είναι κάτι που οι περισσότεροι φοβούνται και αρνούνται να αναλάβουν, επειδή έχει επιβαρυνθεί με την ερμηνεία που εξυπηρετεί την επικράτηση του προγραμματισμού του εγώ και την κυριαρχία του συστήματος της υποδούλωσης του ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι η υπευθυνότητα είναι κόντρα σε ό,τι θέλουμε, ότι είμαστε. Επικαλύπτεται με το ένδυμα της τιμωρίας, των συνεπειών, της ανταμοιβής και πολλά άλλα ψεύτικα προσωπεία και προγραμματισμούς που μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε το λυτρωτικό νόημά της και να αναλάβουμε την έκφραση του πραγματικού μας εαυτού.

Βρισκόμαστε ίσως σε ένα κομβικό σημείο της εξέλιξής μας ως ανθρωπότητα, όπου η αναβολή της ανάληψης της ευθύνης του εαυτού μας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς την ελευθερία και προς τη δημιουργία μας ανθρωπότητας χτισμένης σε διαφορετικές, αξιοκρατικές και δημιουργικές, συνειδησιακά ανυψωμένες βάσεις.

Οι άπειροι ειδικοί και μη, ζουν αυτή τη στιγμή στο έπακρο της επιτυχίας και της δόξας τους, προσφέροντας έτοιμες απαντήσεις στα διψασμένα εγώ και πάμπολλες πληροφορίες που ικανοποιούν τις ίδιες διαμορφωμένες πεποιθήσεις τους. Αναπόφευκτα, γυρνάμε γύρω γύρω, αναζητώντας εύκολες λύσεις, ανώδυνες πρακτικές, όπως κάνουμε και με το σώμα μας, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε, ο καθένας για τον εαυτό του, ότι όλα όσα υπάρχουν και προσφέρονται απλόχερα εκεί έξω, αποτελούν μόνο την επιφάνεια της ουσίας, μας διατηρούν σε ένα κυνήγι γνώσης αλλά ουσιαστικά δεν αλλάζουν την πραγματικότητά μας παρά μόνο προσωρινά και επιφανειακά.

Δεν είναι καμία επιστήμη να εισχωρήσεις συνειδητά στον εαυτό σου, να μάθεις τα κρυμμένα σου μυστικά και να ενοποιήσεις τα κομμάτια σου. Έχεις όμως εκπαιδευτεί, σε όλα τα ιδρύματα του υπάρχοντος συστήματος, να κοιτάς έξω και μακριά από τον ίδιο σου το νου για απαντήσεις που μπορείς να βρεις ο ίδιος, εισχωρώντας πέρα από τον προγραμματισμό σου και έχοντας επαφή με την ουσία σου.

Δεν είναι μόνο το άγνωστο που σε απειλεί, είναι πολλά. Φοβάσαι να χάσεις όλα όσα μέχρι τώρα έχεις αποκτήσει, χωρίς να διερωτάσαι ή να τολμάς να παραδεχτείς ΤΙ έχεις ουσιαστικά που φοβάσαι να χάσεις, εκτός από την ασφάλεια που σου προσφέρει το γνώριμο και το σταθερό. Φοβάσαι να δεις κάποιες πτυχές ή κομμάτια του εαυτού σου που «δεν θ’ αποδεχτείς» απλά επειδή τα έχεις κατατάξει ως αρνητικά και απορριπτέα και τα κατακρίνεις στους άλλους. Φοβάσαι να διαφέρεις από τους γύρω σου και να τολμήσεις τη ζωή που ονειρεύτηκες ή που δεν θα έμοιαζε με όλα όσα έχεις τώρα να σε περιτριγυρίζουν. Φοβάσαι να αφήσεις το παλιό να πεθάνει γιατί δεν βλέπεις το καινούργιο ν’ αναδύεται. Πάνω απ’ όλα όμως φοβάσαι να ζήσεις, έστω κι αν δεν το έχεις σκεφτεί συνειδητά ποτέ. Φοβάσαι ακριβώς όλ’ αυτά που λες ότι θέλεις και κυνηγάς: ευτυχία, αυτάρκεια, αφθονία…

Και φυσικά, στη βάση του προγραμματισμού σου υπάρχει ένα αδιάψευστο μίσος για τον εαυτό σου, κρυμμένες ενοχές που σου απαγορεύουν να έχεις, να είσαι, να γίνεις. Το πέπλο της απάτης της ενοχοποίησής σου βαραίνει πολύ πειστικά μπροστά σου, για να έχεις την ευκαιρία ακόμα και να διανοηθείς οτιδήποτε διαφορετικό.

Το έχω ξαναγράψει: ο φόβος δεν σε απειλεί. Τον φόβο πρέπει να τον σέβεσαι και να τον κοιτάς κατάματα για να τον κατανοήσεις, να τον ξεπεράσεις και να ελευθερωθείς μεταμορφωμένος. Ο φόβος σου δείχνει ότι μετακινείσαι προς άγνωστες περιοχές. Σε προκαλεί να σπάσεις τα όριά σου, να ξεπεράσεις το γνώριμο, αυτό που έχεις ήδη κατακτήσει και να προχωρήσεις ανακαλύπτοντας νέους ορίζοντες, νέες εμπειρίες, που διαφορετικά σου διαφεύγουν. Δες το και διαφορετικά… αν εξακολουθείς να φοβάσαι το φόβο, θα είσαι πάντα δέσμιός του, μιας αόρατης σκιάς που γίνεται εφιάλτης και στον ύπνο αλλά και στον ξύπνιο σου.

Πολλές φορές η λογική θα σου υπαγορεύει άλλα, το ένστικτό σου άλλα, ο φόβος άλλα, η παρόρμησή σου άλλα κ.ο.κ. Τι θ’ ακούσεις; Από ποιον θα ζητήσεις απαντήσεις αν δεν έχεις μάθει να δια-λογίζεσαι με τον Εαυτό σου; Με ποιους και με πόσους πρέπει να συζητάς για να καταλήξεις σε μια απόφαση την οποία θα μετανοιώσεις μετά ή θα αναθεωρείς συνεχώς γιατί δεν θα μπορείς να αφοσιώνεσαι σε αυτήν; Ποιους θα θεωρείς υπεύθυνους για την πραγματικότητά σου, αν εσύ δεν αναλάβεις την ευθύνη να αποκτήσεις μια σχέση υγιή και ενοποιημένη με την ουσία σου;

Λέων Τολστόι: Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα

Πολλές φορές είπα στον εαυτό μου: «Μα ίσως κάτι μου διαφεύγει, ίσως κάτι δεν μπόρεσα να καταλάβω. Δεν είναι δυνατόν αυτή η κατάσταση της απόγνωσης να είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους».

Κι έψαξα να βρω μια απάντηση στα ερωτήματα μου σ’ όλους τους κλάδους της γνώσης που κατέκτησε ο άνθρωπος.

Ερεύνησα για πολύ καιρό και με πολύ κόπο.

Δεν το έκανα με μισή καρδιά ή από επιπόλαιη περιέργεια, αλλά βασανιστικά, επίμονα, μέρα και νύχτα, σαν τον ετοιμοθάνατο που γυρεύει τη σωτηρία, αλλά δε βρήκα τίποτα.

Έψαξα σ’ όλους τους κλάδους της γνώσης και όχι μόνο δε βρήκα τίποτα αλλά πείστηκα πως όλοι όσοι είχαν ερευνήσει, όπως κι εγώ, τις περιοχές της γνώσης, δεν είχαν ούτε εκείνοι βρει τίποτα.

Κι όχι μόνο δεν είχαν βρει τίποτα, αλλά είχαν παραδεχτεί ξεκάθαρα το ίδιο πράγμα που με είχε οδηγήσει στην απόγνωση: ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα, κι ότι αυτή είναι, χωρίς αμφιβολία, η μόνη αδιαφιλονίκητη γνώση που διαθέτει ο άνθρωπος.

Λέων Τολστόι, Μία εξομολόγηση

Να σκεφτείς το “μετά” με κάποιον που αξίζει το “μετά” σου

Αν σε ρωτούσε κάποιος για τις σχέσεις, θα έλεγες ότι πρέπει να είναι διαδραστικές, πρέπει να είναι αμφίδρομες, πρέπει να εισπράττεις θαυμασμό, αγάπη και να νιώθεις ασφάλεια…

Συχνά συζητάμε για την τοξικότητα κάποιων ανθρώπων ή εν πάση περιπτώσει για αυτό που εμείς εισπράττουμε ως τοξική συμπεριφορά απέναντί μας…

Σκέψου όμως το εξής…

Γιατί προτιμάς να μένεις σε μία τοξική κατάσταση, σε μία τοξική σχέση, παρά να φύγεις;
Και αν σκέφτεσαι ότι φοβάσαι, υπενθύμισε στον εαυτό σου ότι ο φόβος τρέφει το φόβο και συχνά φοβόμαστε το φόβο μας…
Άρα αντικειμενικά μένοντας σε μία δυσλειτουργική σχέση, δεν κερδίζεις χρόνο, όπως πιθανώς να λες στον εαυτό σου ούτε δυναμώνεις….

Μάλλον το αντίθετο… μένεις σε αυτή τη σχέση πλήττοντας την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή σου, μένεις σε αυτή τη σχέση αμφισβητώντας τον εαυτό σου, μένεις σε αυτή τη σχέση ακούγοντας λόγια σχεδόν κακοποιητικά για εσένα…

Και έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μένεις σε αυτή τη σχέση δικαιολογώντας τον άλλο και προσπαθώντας να κατανοήσεις τη συμπεριφορά του;
Έχεις σκεφτεί ότι μένεις σε αυτή τη σχέση προσπαθώντας να πείσεις τον άλλον να μοιραστεί στιγμές μαζί σου, να κάνει πράγματα μαζί σου;
Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, εκείνος άραγε προσπαθεί το ίδιο;

Γιατί το αξίζεις…

Εξάλλου… σκεφτόμαστε συνήθως «μου αξίζει;». Πόσες φορές έχουμε σκεφτεί «του αξίζω;»

Γιατί λοιπόν να προσπαθείς να σώσεις κάποιον, που δεν προσπαθεί για σένα;

Γιατί να προσπαθείς να σώσεις μία σχέση με κάποιον, που δεν φροντίζει εσένα, τουλάχιστον όπως θα επιθυμούσες ή όπως θα συμβούλευες τους φίλους σου να κάνουν;

Γιατί να προσπαθείς να βοηθήσεις μία σχέση που ο σύντροφος σου δεν σε βοηθάει, δεν επικοινωνείτε και δεν συμπάσχει μαζί σου;

Και αν είναι το άγχος της μοναξιάς ή η ανασφάλεια οι απαντήσεις που δίνεις στον εαυτό σου, να σου υπενθυμίζεις πως πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους και να νιώσεις τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου…

Ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και είναι ουσιαστικά η ζωή μας…

Να σκεφτείς το μετά με κάποιον που αξίζει το μετά σου…

Δύσκολες καταστάσεις στη ζωή: Τελικά είναι προβλήματα ή λύσεις;

Έχουμε κατανοήσει όλοι ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες στο οποίο ο καθένας από μας θα έρθει αντιμέτωπος με διάφορα φαινόμενα άλλοτε ευχάριστα κι άλλοτε δυσάρεστα.

Αυτό το ταξίδι εν πολλοίς δεν είναι συνειδητό κι αυτό έχει ως συνέπεια συχνά να μας αιφνιδιάζουν διάφορα γεγονότα που εμφανίζονται απρόσμενα, θα λέγαμε, και να διαταράσσουν τη ψυχική μας ηρεμία.

Ωστόσο ένα περιπετειώδες ταξίδι όπως είναι η ζωή δεν θα μπορούσε να μη περιέχει απροσδόκητες καταστάσεις και δυσκολίες. Άλλωστε η ζωή δεν είναι απλά ένα ταξίδι αλλά ένα τεράστιο πεδίο άσκησης κι αν έχουμε αυτό κατά νου τότε ένα φαινόμενο όσο παράδοξο, όσο ανεπιθύμητο κι αν φαντάζει θα ήταν τελικά αναμενόμενο. Όχι μόνο ως μέσο εξάσκησης κι αυτοβελτίωσης αλλά κι ως αποτέλεσμα επιλογών που κάναμε σε προηγούμενους σταθμούς ακόμη κι αν η λήθη τις έχει σκεπάσει.

Αν δούμε από αυτή την οπτική ένα οδυνηρό φαινόμενο που εμφανίζεται καθώς διανύουμε τη καθημερινότητα μας ίσως είναι πιο εύκολο να δεχθούμε ότι το πρόβλημα που περιέχει και θα κληθούμε να διαχειριστούμε είναι τελικά η λύση κι όχι το πρόβλημα. Ηχεί παράδοξα στ’ αυτιά μας ότι αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ως πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα αλλά η λύση ενός προβλήματος το οποίο όμως διαφεύγει της μνήμης μας.

Θα έχετε ακούσει ότι τα ψυχοσωματικά προβλήματα είναι η καλύτερη λύση που βρήκε το υποσυνείδητο ώστε να εκφράσει μια εσωτερική σύγκρουση ή μια εσωτερική ανισορροπία. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα απ’ αυτό για να αντιληφθούμε πως ακριβώς λειτουργούν οι νόμοι της ζωής μέσα στην απλή καθημερινότητα.

Εκτός από αληθινή, η παραπάνω συνθήκη, είναι κι ευφυής καθώς επιλέγει τη καλύτερη διαδρομή για να εκφραστεί πάνω στο σώμα και μάλιστα στο κατάλληλο όργανο που σχετίζεται με την εσωτερική διαμάχη. Μια διαμάχη που πολλές φορές αντιλαμβανόμαστε ωστόσο αγνοούμε άλλες φορές επιτηδευμένα κι άλλες φορές επειδή η καθημερινότητα θεωρείται πιο σπουδαία από τον εσωτερικό μας κόσμο.

Όπως λοιπόν ένα αυτοάνοσο ή ένα σύμπτωμα είναι το φαινόμενο μιας αόρατης για μας κατάστασης που ξεκινά στο ψυχονοητικό πεδίο μας για να καταλήξει στο σώμα, έτσι κι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στη ζωή μας είναι το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που συντελείται επίσης στο ψυχονοητικό αλλά και συμπεριφορικό παρελθόν μας.

Το γιατί ένα αυτοάνοσο ή ένα σύμπτωμα διαλέγει συγκεκριμένο σημείο πάνω στο σώμα μας ή ένα φαινόμενο επιλέγει να μας συναντήσει σε συγκεκριμένο σταθμό της ζωής μας, είναι θέματα που θα αναλύσουμε σε επόμενα άρθρα, μέχρι τότε κάντε στο μυαλό σας μια αναλογία της καθημερινότητας με το σώμα σας.

Το σώμα είναι το πεδίο εγγραφής του εσωτερικού μας κόσμου, είχε πει ο Λακάν Γαλλος ψυχαναλυτής, συνεχιστής του Φρόυντ, και η καθημερινότητα κατ’ αναλογία είναι το πεδίο εγγραφής του ψυχονοητικού και συμπεριφορικού μας κόσμου.

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας ή τι συμβαίνει μέσα μας , ήρθε η ώρα να αναποδογυρίσουμε την οπτική μας και να βαδίσουμε νοητικά προς τα πίσω ιχνηλατώντας από το σύμπτωμα-φαινόμενο προς τη πηγή που το ανέβλυσε και τότε θα αντιληφθούμε ότι το σημερινό πρόβλημα είναι η λύση που βρήκε το χθες. Αν θέλουμε να αλλάξουμε το αποτέλεσμα μιας εξίσωσης θα πρέπει να αλλάξουμε κάτι από τους παράγοντες που βρίσκονται στην άλλη πλευρά, για παράδειγμα αν 1+1=2 αλλά δεν μας αρέσει το 2, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αλλαγή πρέπει να γίνει κάπου ανάμεσα στο 1+1 είτε αλλάζοντας τους αριθμούς είτε το πρόσημο με το οποίο συνδέονται.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ: Φόβο και ανασφάλεια ένιωθα τις ώρες εκείνες της κατεστραμμένης παιδικής ευτυχίας

Όπως και να την έβλεπα, η μέρα τούτη της ζωής μου μού φαινόταν, για μια ακόμη φορά, απελπιστικά ανούσια, έμοιαζε λίγο με τις Δευτέρες παρόλο που ήταν Σάββατο. Μύριζε δευτεριάτικα, τρεις φορές μεγαλύτερη και τρεις φορές πιο κουραστική από κάθε άλλη μέρα. Καταραμένη και πνιγηρή ήταν αυτή η ζωή, ψεύτικη και σιχαμερή. Οι μεγάλοι έκαναν τάχα σαν η ζωή να ήταν τέλεια και οι ίδιοι ημίθεοι, ενώ εμείς, τ’ αγόρια, δεν ήμασταν άλλο τίποτα από φτύσματα κι απόβγαλτα.

Κι αυτοί οι δάσκαλοι! Είχες την επιθυμία να πας μπροστά, έκανες κάθε προσπάθεια να ‘σαι καλός -είτε ήταν αυτό για να μάθεις τα ανώμαλα ρήματα στα αρχαία ελληνικά είτε για να κρατήσεις τα ρούχα σου καθαρά, ή πάλι να είσαι υπάκουος στους γονείς σου και να υποφέρεις σιωπηλά, ηρωικά, κάθε πόνο και ταπείνωση – προσπαθούσες ν’ ακολουθήσεις τον ιδανικό και αγαθό δρόμο προς την αρετή, να υπομείνεις αγόγγυστα το κακό, να βοηθάς το συνάνθρωπό σου! Άδικος ο κόπος! Πάντα, μα πάντα όλα έμεναν ένα ξεκίνημα, μια προσπάθεια, ένα μικρό πέταγμα! Γιατί πάντα, μετά λίγες μέρες, λίγες ώρες, κάτι θα συνέβαίνε που θα έπρεπε να μην είχε συμβεί, κάτι τρομερό, λυπηρό, ντροπιαστικό. Πάντα ξανάπεφτες, αναπόφευκτα, από τις πιο περήφανες κι ενάρετες υποσχέσεις στην αμαρτία και την αθλιότητα, στις καθημερινές κακές συνήθειες. Τι χρειαζόταν, λοιπόν, να γνωρίζει κανείς στο βάθος της ψυχής του τι είναι όμορφο και σωστό, αφού οι γύρω μας (συμπεριλαμβανομένων και των γονιών) έμεναν βουτηγμένοι στην καθημερινή αθλιότητα και όλα ήταν έτσι οργανωμένα ώστε να επιτρέπουν να θριαμβεύει η κακία κι η αθλιότητα. Πώς γινόταν το πρωί, γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι, ή το βράδυ, μπροστά σε αναμμένο κερί, ν’ αφιερώνεις τον εαυτό σου στο καλό, να ζητάς απ’ το θεό άφεση αμαρτιών, και μετά -ίσως μόλις λίγες ώρες αργότερα- να προδίδεις όλες σου τις καλές προθέσεις και τους όρκους επειδή άφησες να σε ξελογιάσει ένα πονηρό χαμόγελο ή στήνοντας αυτί παρακολούθησες ένα βρώμικο ανέκδοτο που σιγοψιθύρισαν οι συμμαθητές σου στην τάξη; Μα γιατί είχαν έτσι τα πράγματα; Να ήταν τάχα η ζωή διαφορετική για τους άλλους;

Όλοι εκείνοι οι ήρωες, οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες, οι ιππότες κι οι πρώτοι χριστιανοί, ήταν τάχα όλοι αυτοί διαφορετικοί από μένα, ήταν καλύτεροι, πιο σωστοί, χωρίς κακά ένστικτα, διέθεταν τάχα κάτι που εγώ δεν είχα, που μ’ εμπόδιζε, που με γκρέμιζε πίσω -πάλι και πάλι- απ’ τον ουρανό στη γη, από την έπαρση στη λάσπη; Το προπατορικό αμάρτημα ήταν τάχα άγνωστο σε κείνους τους ήρωες και τους άγιους; Μήπως μονάχα λίγοι κι εκλεκτοί έπρεπε να γνωρίζουν το ιερό και ευγενικό; Μα τότε, αν εγώ δεν ήμουν απ’ τους εκλεκτούς, γιατί να γνώριζα εκείνη την ώθηση για το ωραίο, το ευγενικό, εκείνο τον άγριο πόθο για την αγνότητα, την καλοσύνη, την αρετή; Δεν ήταν αυτό μια κοροϊδία; Ήταν σωστό να συμβαίνει κάτι τέτοιο στον κόσμο του θεού; Ένας άνθρωπος, ένα αγόρι, να’ χει μέσα του συγχρόνως όλες τις καλές και κακές τάσεις, να ‘πρεπε να υποφέρει και ν’ απογοητεύεται σαν ένα τραγικό και κωμικό πλάσμα, για τη διασκέδαση και μόνο Εκείνου που όλα τα βλέπει; Υπήρχε τάχα κάτι τέτοιο; Και τότε δεν ήταν – ναι, δεν ήταν όλη η γη ένας διαβολότοπος που δεν άξιζε παρά να φτύνεις; Δεν ήταν τότε κι ο ίδιος ο θεός ένα τέρας, ένα τέρας παράλογο, κουτό κι αντιπαθητικό; Κι ενώ ένιωθα ακόμα τη γεύση της επανάστασης στην ψυχή, η καρδιά μου άρχιζε ήδη να τρεμουλιάζει από φόβο για τη βλασφημία.

Με τι ακρίβεια βλέπω ακόμα και σήμερα μπροστά μου, μετά τριάντα χρόνια, εκείνη τη σκοτεινή, ψηλοτάβανη αυλή με τα ασπρισμένα ξύλινα σκαλοπάτια και την αστραφτερή, από τις πολλές τσουλήθρες, κουπαστή. Όσο κι αν μου φαίνεται μακρινή η παιδική μου ηλικία, όσο κι αν μοιάζει με άπιαστο παραμύθι, νιώθω ακόμη ξεκάθαρα όλο εκείνο τον πόνο και την αμφιβολία που από τότε με βασάνιζαν. Όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν και έμειναν τα ίδια μέχρι σήμερα, όπως έμεινε η αμφιβολία για την ίδια μου την αξία, η αμφιταλάντευση μεταξύ θάρρους και δειλίας, μεταξύ ιδεαλισμού και αισθησιασμού και σαν τότε, έτσι κι αργότερα, είδα τις ροπές αυτές του χαρακτήρα μου άλλοτε σαν μια βρωμερή αρρώστια κι άλλοτε σαν επιβράβευση. Ώρες ώρες, πίστευα ότι ο θεός με οδήγησε στο δύσκολο αυτό δρόμο προκειμένου να απομονωθώ και να δω βαθιά μέσα μου. Άλλοτε πάλι έβρισκα στις ροπές μου αυτές σημάδια ενός αδύνατου χαρακτήρα, ενός νευρωτικού, όπως τόσοι άλλοι που σέρνονται σ’ αυτή τη ζωή.

Αν βρισκόμουν στην ανάγκη να δώσω ένα όνομα σ’ όλα εκείνα τα συναισθήματα και τις βασανιστικές αντιθέσεις, δε θα έβρισκα άλλο πιο κατάλληλο από το «φόβος»! Φόβος ήταν, φόβο και ανασφάλεια ένιωθα τις ώρες εκείνες της κατεστραμμένης παιδικής ευτυχίας: φόβος για την τιμωρία, φόβος ενοχής, φόβος για τις ροπές του χαρακτήρα μου, ροπές που έκρινα απαγορευμένες κι εγκληματικές.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ

Η διαφορά της ελευθερίας με την αυθαιρεσία

Από την ώρα που οι αρχές και οι κανόνες, τα παραγγέλματα και οι εντολές μας έρχονται απ’ έξω και οι κυρώσεις, θετικές ή αρνητικές, έπαινος ή ψόγος, αμοιβή ή ποινή επιβάλλονται πάλι απ’ έξω, από την ώρα που δεν κρίναμε εμείς και δεν αναδεχτήκαμε εμείς ολόκληρο το βάρος της εκλογής και της πράξης μας, δεν επήραμε μόνοι και ακέραια την απόφασή μας, η ευθύνη μας είναι περιορισμένη. Άλλο αν είναι και για το θετό Δίκαιο η ευθύνη μας στην περίπτωση αυτή πλήρης ή όχι. Εγώ μιλώ για την ηθική ευθύνη. Πλήρης είναι η ευθύνη μόνο στις πράξεις της αυτόνομης βούλησης. Πλήρως υπεύθυνος είμαι κατά το μέτρο που η πράξη είναι δική μου, κατά το μέτρο που η πράξη απέρρευσε από μένα τον ίδιο. Όσο δεν είναι δική μου με το νόημα αυτό, άλλο τόσο δεν υπέχω κι εγώ την πλήρη ευθύνη για τη σύλληψη και την εκτέλεσή της.

Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να την αποφύγουμε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με τη δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να την αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον αυτοσεβασμό. Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης. 

Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. «Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς». Γιατί; «Γιατί έτσι θέλω». Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή ελεύθερα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε: ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό της και να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της.

Οι οσφυοκάμπτες

Είναι εκείνοι που κολακεύουν όποιον θεωρούν «ανώτερο» με σκοπό να αποκομίσουν όφελος κοινωνικό, οικονομικό ή επαγγελματικό.

Ο στόχος τους είναι ο ανώτερος να απολαμβάνει τη συντροφιά τους.

Χασκογελούν με όλα τα αστεία του. Αν ο ανώτερος είναι δύσθυμος ή βαρύς χαρακτήρας, τότε οι οσφυοκάμπτες αναλαμβάνουν την ψυχική του ανάταση πλημμυρίζοντας τον χρόνο και τον χώρο του με δικά τους σαχλά αστεία ή χονδροειδείς διηγήσεις.

Τροφοδοτούν τον ανώτερο με όλα τα φρέσκα κουτσομπολιά (ή και τα παλαιότερα αν αντιληφθούν πως δεν είναι ενημερωμένος σχετικά).

Σχολιάζουν πάντα με κακοήθεια τους μη παρόντες και δεν διστάζουν να συμπεριλάβουν σε όσους κακολογούν και άτομα της οικογένειάς τους ή ΄‘φίλους΄΄τους προκειμένου να γίνουν πιστευτοί και οικείοι.

Καλλιεργούν κλίμα έντασης σε όσους αντιλαμβάνονται ως ανταγωνιστές του ανώτερου. Αν βέβαια κρίνουν τους ανταγωνιστές εξίσου σημαντικούς με εκείνον τότε παίζουν διπλό παιχνίδι.

Δεν έχουν αξιοπρέπεια. Αν ο ανώτερος τους προσβάλλει (και όταν οι ανώτεροι είναι ανόητοι απολαμβάνουν να προσβάλλουν χωρίς λόγο τους οσφυόκαμπτες) καταπίνουν την προσβολή χαμογελώντας ευδιάθετα προσποιούμενοι πως δεν την κατάλαβαν.

Τον κολακεύουν διαρκώς.

Δεν διαφωνούν μαζί του παρά μόνο τεχνητά ελάχιστες φορές , όπου στο τέλος αναγνωρίζουν πως η δική τους άποψη είναι η λανθασμένη.

Δεν φέρουν ποτέ αντίρρηση στο πρόγραμμα που προτείνει ο ανώτερος. Είναι πάντα διαθέσιμοι και σε μεγάλο κέφι.

Όλη αυτή την κακοποίηση της προσωπικότητάς τους, που υφίστανται με δική τους βούληση, την μεταβιβάζουν ανενδοίαστα σε όσους θεωρούν κατώτερους από εκείνους. Η τεράστια ποσότητα πίκρας και απόρριψης που είναι συγκεντρωμένη στην ψυχή τους μετατρέπεται σε πυκνό δηλητήριο απέναντι σε όποιον ανίσχυρο βρεθεί στον δρόμο τους.

Δυστυχώς οι περισσότεροι οσφυοκάμπτες ξοδεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη ζωή τους χωρίς ποτέ να αισθανθούν ίχνος ντροπής για το κατάντημα στο οποίο υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.

Θεωρούν μάλιστα πως είναι επιτυχημένοι .
Και χασκογελούν αντί να κλαίνε.
Συνεχώς χασκογελούν …

Νίτσε: Τι είναι ηθική; Γιατί υπάρχουν μη ηθικά φαινόμενα;

Οι απόψεις του Νίτσε για την ηθική προκύπτουν άμεσα από όλα τα προαναφερθέντα, δηλαδή, σε έναν κόσμο αναγκαιότητας, σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει «ελευθερία» η ηθική δεν έχει καμία λογική βάση.

Κάτι τέτοιο δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό αν σκεφτούμε ότι από την πλευρά μας (από την πλευρά των περισσοτέρων από εμάς) δεν αποδίδουμε ηθικές ιδιότητες στο ζωικό βασίλειο ή σε αυτό που γενικά αποκαλούμε «φύση». Δεν λέμε ότι ένα λιοντάρι είναι «ανήθικο» επειδή καταβρόχθισε μια αντιλόπη. Δεν αποδίδουμε ηθικές αρχές σε έναν κεραυνό που καταστρέφει ένα σπίτι ή σκοτώνει έναν άνθρωπο. Η ηθική – το καλό και το κακό – δεν έχει καμία θέση σε έναν κόσμο όπου κυβερνούν τα «ένστικτα» και τα «φυσικά αίτια». Για τον Νίτσε, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι μέρος αυτού του «φυσικού», «ενστικτώδους» κόσμου. Δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο ηθικός από το λιοντάρι ή τον κεραυνό.

Δεν κατηγορούμε τη φύση για ανηθικότητα όταν στέλνει μια καταιγίδα και μας κάνει μούσκεμα: γιατί τότε αποκαλούμε τον επιβλαβή άνθρωπο ανήθικο; Επειδή δεχόμαστε στην πρώτη περίπτωση την αναγκαιότητα και στη δεύτερη μια ελεύθερη θέληση που διατάζει εθελούσια. Αλλά η διάκριση αυτή είναι λάθος. Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Ο κόσμος του Νίτσε δεν αποτελεί έναν κόσμο γεμάτο από πράττοντες που πράττουν, από πράγματα που είναι και επί των οποίων αυτοί επενεργούν. Τα πάντα βρίσκονται σε μια συνεχή εξέλιξη, ροή, δεν υπάρχει άνεμος που φυσά, υπάρχει μόνο φύσημα. Το λιοντάρι ή ο άνθρωπος δεν αποτελούν «όντα» με ψυχή που δρουν και επιλέγουν τις πράξεις τους, όπως ακριβώς και ένα σύννεφο δεν είναι ένα σταθερό πράγμα που διαθέτει κάποιο κέντρο ή ψυχή που το κάνει να δρα όπως δρα. Η ανθρώπινη σκέψη έχει φορτωθεί με σφάλματα που οδήγησαν στις έννοιες του «ηθικού» και του «ανήθικου» ανθρώπου, του «ηθικού» και του «ανήθικου» πολιτισμού. Σύμφωνα όμως με τον Νίτσε:

Δεν υπάρχουν ηθικά φαινόμενα, υπάρχει μόνο ηθική ερμηνεία των φαινομένων… Πέραν του Καλού και του Κακού

Δεν υπάρχουν ηθικά φαινόμενα επειδή στο σύμπαν του Νίτσε – όπου τα πάντα είναι φύση – η ηθική δεν έχει λογικό έρεισμα. Ο ιστορικός άνθρωπος – σε αντίθεση με τον Νίτσε – προσδιόρισε την ανθρώπινη ύπαρξη κατά τέτοιο τρόπο ώστε το καλό και το κακό να αναφέρονται σε κάτι πραγματικό. Αν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, τότε μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Αν ο θεός έχει ορίσει νόμους, τότε το να ζεις σύμφωνα με αυτούς είναι ηθικό ενώ το αντίθετο είναι ανήθικο. Όμως στον κόσμο του Νίτσε δεν υπάρχει ελεύθερη θέληση ούτε Θεός, επομένως είναι ανόητο να μιλάμε για ηθική και ανηθικότητα. Επίσης, το να κρίνεις σημαίνει να μη σκέφτεσαι…

…άρα ο φιλόσοφος, όπως και ο Χριστός, πρέπει να πει «μην κρίνετε!» και η τελική διαφορά ανάμεσα στους φιλοσόφους και στους υπόλοιπους θα εντοπίζεται στο ότι οι μεν θα θέλουν να είναι δίκαιοι ενώ οι άλλοι να είναι κριτές. Assorted Opinions and Maxims

Εδώ, το «να είσαι δίκαιος» σημαίνει να βλέπεις τον κόσμο γι’ αυτό που είναι, δηλαδή, άπειρο, ανεξιχνίαστο, σε εξέλιξη το «να κρίνεις» σημαίνει να απλοποιείς, να είσαι επιφανειακός, να αποδέχεσαι την άποψη της αγέλης.

Αγελαίο ένστικτο. Όπου κι αν συναντήσουμε μια ηθική, συναντούμε επίσης μια αξιολόγηση και μια ιεραρχική κατάταξη των ανθρώπινων παρορμήσεων και πράξεων. Αυτές οι αξιολογήσεις και οι ιεραρχικές κατατάξεις είναι πάντα εκφράσεις των αναγκών μιας κοινότητας και αγέλης: ό,τι την ευεργετεί περισσότερο κατά πρώτο λόγο – και κατά δεύτερο και κατά τρίτο – θεωρείται ανώτερο μέτρο για την αξία όλων των ατόμων. Η ηθική μαθαίνει στο άτομο να είναι λειτουργία της αγέλης και να αποδίδει αξία στον εαυτό του μόνο ως λειτουργία. Επειδή οι όροι για τη διατήρηση διαφορετικών κοινοτήτων ήταν πολύ διαφορετικοί, υπήρξαν και πολύ διαφορετικές ηθικές. Λαμβάνοντας υπόψη τις ουσιώδεις αλλαγές στις μορφές των μελλοντικών αγελών και κοινοτήτων, κρατών και κοινωνιών, μπορούμε να προφητέ-ψουμε πως θα υπάρξουν κι άλλες διιστάμενες μεταξύ τους ηθικές. Η ηθική είναι το αγελαίο ένστικτο στο άτομο. Πέραν του Καλού και του Κακού

Το να υποκύψει κανείς στην ηθική μιας αγέλης και να πιστέψει ότι η αγέλη και ο ίδιος είναι οι «καλοί» αποτελεί κάτι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. Έπειτα όμως από λίγη σκέψη, προκύπτει ότι κάτι τέτοιο είναι μεν εξαιρετικά «φυσικό», αλλά δεν είναι καθόλου «ηθικό».

Γίνεται κανείς ηθικός – όχι επειδή είναι ηθικός! – Η υποταγή στην ηθική μπορεί να είναι δουλική ή ματαιόδοξη ή ιδιοτελής ή παραιτημένη ή βαριά ενθουσιώδης ή αστόχαστη ή μια πράξη απελπισίας, όπως η υποταγή σε έναν ηγέτη: καθ’ εαυτήν δεν έχει τίποτε ηθικό. Χαραυγή

Συνοψίζοντας:

Η ηθική δεν έχει καμία λογική βάση σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι αναγκαιότητα, δηλαδή τα πάντα είναι αυτά που είναι και δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι διαφορετικό. Ακόμα κι αυτό είναι παραπλανητικό, αφού «τα πάντα» δεν έχουν την ιδιότητα του «πράγματος», αλλά αποτελούν ένα σύνολο ροής, που συνεχώς εξελίσσεται.

Σε έναν τέτοιο κόσμο δεν υπάρχει ελεύθερη θέληση. Η ηθική εξαρτάται από την πεποίθηση ότι οι πράττοντες δρουν ελεύθερα. Ο Νίτσε δεν πιστεύει κάτι τέτοιο. Ερωτικά: πού βρίσκεται το «εγώ» που επιλέγει ή το «εγώ» που δρα ελεύθερα; Πού είναι ο άνεμος που φυσά;

Ο κόσμος είναι γεμάτος από διαφορετικές ηθικές και θα υπάρξουν πολλές ακόμα. Το να ακολουθείς μία από αυτές δεν σημαίνει ότι είσαι ηθικός αλλά ότι είσαι παραδοσιακός, δηλαδή, μέρος ενός πολιτισμού, μιας κοινωνίας, μιας παράδοσης.

Η κοινωνία, όπως είναι φυσικό, – προκειμένου να προφυλάξει τον εαυτό της – λέει ότι ο κώδικας ηθικής της είναι και ο πραγματικός, ο αληθινός, ο απόλυτος, ο σωστός. Τα ίδια όμως λένε όλες οι κοινωνίες.

Οι φιλόσοφοι, όλοι όσοι είναι, με μια σοβαρότητα και μιαν ακαμψία που προκαλούσαν το γέλιο, ζητούσαν από τον εαυτό τους κάτι το πολύ ανώτερο, το πιο απαιτητικό, το πιο επίσημο, μόλις θέλανε να ασχοληθούν με την ηθική σαν επιστήμη. Ισχυρίζονταν πως έβρισκαν τα θεμέλια της ηθικής· και όλοι οι φιλόσοφοι φαντάζονταν ως τώρα πως θεμελιώσανε την ηθική. Αλλά την ηθική, αυτή καθεαυτή, την θεωρούσαν ως «δεδομένη». Και ακριβώς επειδή οι ηθικολόγοι ξέρανε μόνο σε πολύ χοντρές γραμμές τα ηθικά γεγονότα, από αυθαίρετες περικοπές ή από τυχαίες συνόψεις, πάνω κάτω ως ηθικότητα του περιβάλλοντος τους, της κοινωνικής τους θέσης, της εκκλησίας τους, του πνεύματος της εποχής τους, του κλίματός τους ή της περιοχής τους, – γιατί ήταν κακά πληροφορημένοι σχετικά με τους λαούς, τις εποχές, τις παραδόσεις, και γιατί δεν νοιάζονταν να τα μάθουν, για τούτο τα αληθινά προβλήματα της ηθικής δεν τ’ αντίκρισαν καθόλου, γιατί αυτά τα προβλήματα εμφανίζονται μόνο όταν συγκρίνουμε πολλές ηθικές. Οσοδήποτε εκπληκτικό κι αν φαίνεται αυτό, από ολόκληρη την «επιστήμη της ηθικής» έλειψε ως σήμερα το πρόβλημα της ηθικής καθεαυτής ή η υπόνοια πως θα μπορούσε να υπάρξει αυτού κάτι το προβληματικό. Πέραν του Καλού και του Κακού

Οι φιλόσοφοι ανέκαθεν εκλάμβαναν ως δεδομένο ότι η ηθική από μόνη της είχε λογική βάση· το πρόβλημά τους ήταν απλά ποια ηθική. Ο Νίτσε λέει ότι καμιά ηθική δεν είναι υποστηρίξιμη, επειδή το πρόβλημα είναι η ίδια η έννοια της ηθικής. Η φύση – τα πάντα – στέκονται πέρα από το καλό και το κακό, ή μάλλον προηγούνται του καλού και του κακού. Το ότι ο άνθρωπος (αυτό το παράξενο μέρος της φύσης) επιμένει να δημιουργεί ηθικές, είναι απλώς μέρος αυτού που κάνει το συγκεκριμένο κομμάτι της φύσης. Όπως λέει ο Νίτσε λίγο παρακάτω στο Πέραν του Καλού και του Κακού:

«Οφείλεις να υπακούεις σε οποιονδήποτε και οφείλεις να υπακούεις πολύν καιρό, αλλιώς θα καταστραφείς, και θα χάσεις και τον τελευταίο σεβασμό προς τον εαυτό σου». Να ποια μου φαίνεται πως είναι η κατηγορική προστακτική της φύσης, που δεν είναι ούτε «κατηγορική», αντίθετα από τις απαιτήσεις του γερο-Καντ (κι απ’ αυτού προέρχεται αυτό το «αλλιώς») που δεν αποτείνεται στο άτομο (τι σημασία έχει το άτομο για τη φύση) αλλά σε λαούς, σε ράτσες, σε εποχές, σε κόστες, και πριν απ’ όλα, σ’ ολάκερο τον ζωικό «άνθρωπο», στο ανθρώπινο είδος. Πέραν του Καλού και του Κακού

Μια παρατήρηση για τ’ αυτιά των σημερινών πολιτικών

Από τότε που υπήρξαν άνθρωποι, υπήρξαν και αγέλες ανθρώπων (συνασπισμοί οικογενειών, κοινοτήτων, φυλών, λαών, κρατών, εκκλησιών) και πάντα πολλοί ευπειθείς σε σύγκριση με το μικρό αριθμό εκείνων που διοικούσαν. Αν σκεφθούμε λοιπόν πως η υπακοή υπήρξε ως σήμερα το προτέρημα που εξασκήσανε και διδάξανε περισσότερο οι άνθρωποι, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως, κατά γενικό τρόπο, όλοι έχουν σήμερα την έμφυτη ανάγκη, σαν ένα είδος ρητής συνείδησης, που προστάζει: «Οφείλεις απόλυτα να κάνεις αυτό το πράγμα, οφείλεις απόλυτα να μην κάνεις εκείνο το πράγμα», με λίγα λόγια: «οφείλεις»…

Ο άνθρωπος προσπαθεί να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη και να της δώσει υλικό ανάλογα με τη δύναμη, την ανυπομονησία, την ενεργητικότητα αυτής της ανάγκης, θα πάρει χωρίς να διαλέξει, με μια όρεξη χονδροειδή, και θα δεχθεί όλα όσα του σφυρίζουν στ’ αυτί εκείνοι που τον διοικούν, είτε αυτοί είναι οι γονείς του είτε οι δάσκαλοι, είτε οι νόμοι, οι ταξικές προλήψεις ή η κοινή γνώμη. Στην περίεργη φτώχια της ανθρώπινης ανάπτυξης, εκείνο που είναι αναποφάσιστο, αργό, παλινδρομικό και κυκλικό, προέρχεται από το γεγονός πως το αγελαίο ένστικτο της υπακοής μεταδόθηκε, ενώ ταυτόχρονα φθειρόταν η τέχνη του διοικείν. Ας υποθέσουμε αυτό το ένστικτο να φθάνει στην ανώτερή του υπερβολή, οι αρχηγοί και οι ανεξάρτητοι θα εκλείψουν στο τέλος, ή η κακή τους συνείδηση θα τους κάνει να υποφέρουν και θα χρειασθεί να πλάσουν μόνοι τους ένα ψέμα, για να μπορέσουν να διοικήσουν: σαν υπάκουοι και αυτοί σε κάτι. Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων κυριαρχεί, πραγματικά, στη σημερινή Ευρώπη. Την ονομάζω ηθική υποκρισία των κυβερνώντων. Αυτοί δεν ξέρουν να προφυλάσσονται από την κακή τους συνείδηση παρά μόνο παρουσιαζόμενοι σαν εκτελεστές διαταγών που προέρχονται από υψηλότερες ή αρχαιότερες αρχές, (των προγόνων, του Συντάγματος, του δικαίου, των νόμων ή και του θεού), ή ακόμα διεκδικούν για τον εαυτό τους τις γνώμες και τα λόγια της αγέλης· παραδείγματος χάριν, ως «πρώτοι υπηρέτες του λαού» ή ως «όργανα του κοινού καλού». Πέραν του Καλού και του Κακού

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 8.47.1–8.51.3

(ΘΟΥΚ 8.47.1–8.59.1: Η δράση του Αλκιβιάδη στην Ιωνία) Μεθοδεύσεις του Αλκιβιάδη για προσεταιρισμό του Τισσαφέρνη και επιβολή ολιγαρχικού καθεστώτος – Η αντίδραση του Φρύνιχου

Οι Λακεδαιμόνιοι θέλησαν να δολοφονήσουν τον Αλκιβιάδη, ο οποίος πληροφορήθηκε τα σχέδιά τους και κατέφυγε στον σατράπη των παραλίων της Μ. Ασίας, τον Τισσαφέρνη, προσπαθώντας να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Ανάμεσα σε άλλα τον συμβούλευσε να φροντίζει να φθείρονται εξίσου οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια ο Πέρσης βασιλιάς να τους επιβάλει την κυριαρχία του.


[8.47.1] Ὁ δὲ Ἀλκιβιάδης ταῦτα ἅμα μὲν τῷ Τισσαφέρνει καὶ
[τῷ] βασιλεῖ, ὢν παρ’ ἐκείνοις, ἄριστα εἶναι νομίζων παρῄ-
νει, ἅμα δὲ τὴν ἑαυτοῦ κάθοδον ἐς τὴν πατρίδα ἐπιθερα-
πεύων, εἰδώς, εἰ μὴ διαφθερεῖ αὐτήν, ὅτι ἔσται ποτὲ αὐτῷ
πείσαντι κατελθεῖν· πεῖσαι δ’ ἂν ἐνόμιζε μάλιστα ἐκ τοῦ
τοιούτου, εἰ Τισσαφέρνης φαίνοιτο αὐτῷ ἐπιτήδειος ὤν·
ὅπερ καὶ ἐγένετο. [8.47.2] ἐπειδὴ γὰρ ᾔσθοντο αὐτὸν ἰσχύοντα
παρ’ αὐτῷ οἱ ἐν τῇ Σάμῳ Ἀθηναίων στρατιῶται, τὰ μὲν
καὶ Ἀλκιβιάδου προσπέμψαντος λόγους ἐς τοὺς δυνατωτά-
τους αὐτῶν ἄνδρας ὥστε μνησθῆναι περὶ αὐτοῦ ἐς τοὺς
βελτίστους τῶν ἀνθρώπων ὅτι ἐπ’ ὀλιγαρχίᾳ βούλεται καὶ
οὐ πονηρίᾳ οὐδὲ δημοκρατίᾳ τῇ αὐτὸν ἐκβαλούσῃ κατελθὼν
καὶ παρασχὼν Τισσαφέρνην φίλον αὐτοῖς ξυμπολιτεύειν,
τὸ δὲ πλέον καὶ ἀπὸ σφῶν αὐτῶν οἱ ἐν τῇ Σάμῳ τριήραρχοί
τε τῶν Ἀθηναίων καὶ δυνατώτατοι ὥρμηντο ἐς τὸ καταλῦσαι
τὴν δημοκρατίαν. [8.48.1] καὶ ἐκινήθη πρότερον ἐν τῷ στρατοπέδῳ
τοῦτο καὶ ἐς τὴν πόλιν ἐντεῦθεν ὕστερον ἦλθεν. τῷ τε
Ἀλκιβιάδῃ διαβάντες τινὲς ἐκ τῆς Σάμου ἐς λόγους ἦλθον,
καὶ ὑποτείνοντος αὐτοῦ Τισσαφέρνην μὲν πρῶτον, ἔπειτα
δὲ καὶ βασιλέα φίλον ποιήσειν, εἰ μὴ δημοκρατοῖντο (οὕτω
γὰρ ἂν πιστεῦσαι μᾶλλον βασιλέα), πολλὰς ἐλπίδας εἶχον
αὐτοί θ’ ἑαυτοῖς οἱ δυνατώτατοι τῶν πολιτῶν τὰ πράγματα,
οἵπερ καὶ ταλαιπωροῦνται μάλιστα, ἐς ἑαυτοὺς περιποιήσειν
καὶ τῶν πολεμίων ἐπικρατήσειν. [8.48.2] ἔς τε τὴν Σάμον ἐλθόντες
ξυνίστασάν τε τῶν ἀνθρώπων τοὺς ἐπιτηδείους ἐς ξυνω-
μοσίαν καὶ ἐς τοὺς πολλοὺς φανερῶς ἔλεγον ὅτι βασιλεὺς
σφίσι φίλος ἔσοιτο καὶ χρήματα παρέξοι Ἀλκιβιάδου τε
κατελθόντος καὶ μὴ δημοκρατουμένων. [8.48.3] καὶ ὁ μὲν ὄχλος,
εἰ καί τι παραυτίκα ἤχθετο τοῖς πρασσομένοις, διὰ τὸ
εὔπορον τῆς ἐλπίδος τοῦ παρὰ βασιλέως μισθοῦ ἡσύχαζεν·
οἱ δὲ ξυνιστάντες τὴν ὀλιγαρχίαν, ἐπειδὴ τῷ πλήθει ἐκοί-
νωσαν, αὖθις κἀν σφίσιν αὐτοῖς καὶ τοῦ ἑταιρικοῦ τῷ πλέονι
τὰ ἀπὸ τοῦ Ἀλκιβιάδου ἐσκόπουν. [8.48.4] καὶ τοῖς μὲν ἄλλοις
ἐφαίνετο εὔπορα καὶ πιστά, Φρυνίχῳ δὲ στρατηγῷ ἔτι ὄντι
οὐδὲν ἤρεσκεν, ἀλλ’ ὅ τε Ἀλκιβιάδης, ὅπερ καὶ ἦν, οὐδὲν
μᾶλλον ὀλιγαρχίας ἢ δημοκρατίας δεῖσθαι ἐδόκει αὐτῷ οὐδ’
ἄλλο τι σκοπεῖσθαι ἢ ὅτῳ τρόπῳ ἐκ τοῦ παρόντος κόσμου
τὴν πόλιν μεταστήσας ὑπὸ τῶν ἑταίρων παρακληθεὶς κάτεισι,
σφίσι δὲ περιοπτέον εἶναι τοῦτο μάλιστα, ὅπως μὴ στασιά-
σωσιν· [τῷ] βασιλεῖ τε οὐκ εὔπορον εἶναι καὶ Πελοπον-
νησίων ἤδη ὁμοίως ἐν τῇ θαλάσσῃ ὄντων καὶ πόλεις ἐχόντων
ἐν τῇ αὐτοῦ ἀρχῇ οὐ τὰς ἐλαχίστας, Ἀθηναίοις προσθέμενον,
οἷς οὐ πιστεύει, πράγματα ἔχειν, ἐξὸν Πελοποννησίους, ὑφ’
ὧν κακὸν οὐδέν πω πέπονθε, φίλους ποιήσασθαι. [8.48.5] τάς τε
ξυμμαχίδας πόλεις, αἷς ὑπεσχῆσθαι δὴ σφᾶς ὀλιγαρχίαν,
ὅτι δὴ καὶ αὐτοὶ οὐ δημοκρατήσονται, εὖ εἰδέναι ἔφη ὅτι
οὐδὲν μᾶλλον σφίσιν οὔθ’ αἱ ἀφεστηκυῖαι προσχωρήσονται
οὔθ’ αἱ ὑπάρχουσαι βεβαιότεραι ἔσονται· οὐ γὰρ βουλή-
σεσθαι αὐτοὺς μετ’ ὀλιγαρχίας ἢ δημοκρατίας δουλεύειν
μᾶλλον ἢ μεθ’ ὁποτέρου ἂν τύχωσι τούτων ἐλευθέρους εἶναι·
[8.48.6] τούς τε καλοὺς κἀγαθοὺς ὀνομαζομένους οὐκ ἐλάσσω αὐτοὺς
νομίζειν σφίσι πράγματα παρέξειν τοῦ δήμου, ποριστὰς
ὄντας καὶ ἐσηγητὰς τῶν κακῶν τῷ δήμῳ, ἐξ ὧν τὰ πλείω
αὐτοὺς ὠφελεῖσθαι· καὶ τὸ μὲν ἐπ’ ἐκείνοις εἶναι καὶ
ἄκριτοι ἂν καὶ βιαιότερον ἀποθνῄσκειν, τὸν δὲ δῆμον σφῶν
τε καταφυγὴν εἶναι καὶ ἐκείνων σωφρονιστήν. [8.48.7] καὶ ταῦτα
παρ’ αὐτῶν τῶν ἔργων ἐπισταμένας τὰς πόλεις σαφῶς αὐτὸς
εἰδέναι ὅτι οὕτω νομίζουσιν. οὔκουν ἑαυτῷ γε τῶν ἀπ’
Ἀλκιβιάδου καὶ ἐν τῷ παρόντι πρασσομένων ἀρέσκειν
οὐδέν. [8.49.1] οἱ δὲ ξυλλεγέντες τῶν ἐν τῇ ξυνωμοσίᾳ, ὥσπερ καὶ
τὸ πρῶτον αὐτοῖς ἐδόκει, τά τε παρόντα ἐδέχοντο καὶ ἐς
τὰς Ἀθήνας πρέσβεις Πείσανδρον καὶ ἄλλους παρεσκευά-
ζοντο πέμπειν, ὅπως περί τε τῆς τοῦ Ἀλκιβιάδου καθόδου
πράσσοιεν καὶ τῆς τοῦ ἐκεῖ δήμου καταλύσεως καὶ τὸν
Τισσαφέρνην φίλον τοῖς Ἀθηναίοις ποιήσειαν. [8.50.1] γνοὺς δὲ
ὁ Φρύνιχος ὅτι ἔσοιτο περὶ τῆς τοῦ Ἀλκιβιάδου καθόδου
λόγος καὶ ὅτι Ἀθηναῖοι ἐνδέξονται αὐτήν, δείσας πρὸς τὴν
ἐναντίωσιν τῶν ὑφ’ αὑτοῦ λεχθέντων μή, ἢν κατέλθῃ, ὡς
κωλυτὴν ὄντα κακῶς δρᾷ, τρέπεται ἐπὶ τοιόνδε τι. [8.50.2] πέμπει
ὡς τὸν Ἀστύοχον τὸν Λακεδαιμονίων ναύαρχον ἔτι ὄντα
τότε περὶ τὴν Μίλητον κρύφα ἐπιστείλας ὅτι Ἀλκιβιάδης
αὐτῶν τὰ πράγματα φθείρει Τισσαφέρνην Ἀθηναίοις φίλον
ποιῶν, καὶ τἆλλα πάντα σαφῶς ἐγγράψας· ξυγγνώμην δὲ
εἶναι ἑαυτῷ περὶ ἀνδρὸς πολεμίου καὶ μετὰ τοῦ τῆς πόλεως
ἀξυμφόρου κακόν τι βουλεύειν. [8.50.3] ὁ δὲ Ἀστύοχος τὸν μὲν
Ἀλκιβιάδην ἄλλως τε καὶ οὐκέτι ὁμοίως ἐς χεῖρας ἰόντα
οὐδὲ διενοεῖτο τιμωρεῖσθαι, ἀνελθὼν δὲ παρ’ αὐτὸν ἐς Μα-
γνησίαν καὶ παρὰ Τισσαφέρνην ἅμα λέγει τε αὐτοῖς τὰ
ἐπισταλέντα ἐκ τῆς Σάμου καὶ γίγνεται αὐτὸς μηνυτής,
προσέθηκέ τε, ὡς ἐλέγετο, ἐπὶ ἰδίοις κέρδεσι Τισσαφέρνει
ἑαυτὸν καὶ περὶ τούτων καὶ περὶ τῶν ἄλλων κοινοῦσθαι·
διόπερ καὶ [περὶ] τῆς μισθοφορᾶς οὐκ ἐντελοῦς οὔσης μαλα-
κωτέρως ἀνθήπτετο. [8.50.4] ὁ δὲ Ἀλκιβιάδης εὐθὺς πέμπει κατὰ
Φρυνίχου γράμματα ἐς τὴν Σάμον πρὸς τοὺς ἐν τέλει ὄντας
οἷα δέδρακε, καὶ ἀξιῶν αὐτὸν ἀποθνῄσκειν. [8.50.5] θορυβούμενος
δὲ ὁ Φρύνιχος καὶ πάνυ ἐν τῷ μεγίστῳ κινδύνῳ ὢν διὰ τὸ
μήνυμα ἀποστέλλει αὖθις πρὸς τὸν Ἀστύοχον, τά τε πρό-
τερα μεμφόμενος ὅτι οὐ καλῶς ἐκρύφθη καὶ νῦν ὅτι ὅλον
τὸ στράτευμα τὸ τῶν Ἀθηναίων ἑτοῖμος εἴη τὸ ἐν τῇ Σάμῳ
παρασχεῖν αὐτοῖς διαφθεῖραι, γράψας καθ’ ἕκαστα, ἀτειχίστου
οὔσης Σάμου, ᾧ ἂν τρόπῳ αὐτὰ πράξειε, καὶ ὅτι ἀνεπίφθονόν
οἱ ἤδη εἴη περὶ τῆς ψυχῆς δι’ ἐκείνους κινδυνεύοντι καὶ
τοῦτο καὶ ἄλλο πᾶν δρᾶσαι μᾶλλον ἢ ὑπὸ τῶν ἐχθίστων
αὐτὸν διαφθαρῆναι. ὁ δὲ Ἀστύοχος μηνύει καὶ ταῦτα τῷ
Ἀλκιβιάδῃ. [8.51.1] καὶ ὡς προῄσθετο αὐτὸν ὁ Φρύνιχος ἀδι-
κοῦντα καὶ ὅσον οὐ παροῦσαν ἀπὸ τοῦ Ἀλκιβιάδου περὶ
τούτων ἐπιστολήν, αὐτὸς προφθάσας τῷ στρατεύματι ἐξάγ-
γελος γίγνεται ὡς οἱ πολέμιοι μέλλουσιν ἀτειχίστου οὔσης
τῆς Σάμου καὶ ἅμα τῶν νεῶν οὐ πασῶν ἔνδον ὁρμουσῶν
ἐπιθήσεσθαι τῷ στρατοπέδῳ, καὶ ταῦτα σαφῶς πεπυσμένος
εἴη, καὶ χρῆναι τειχίζειν τε Σάμον ὡς τάχιστα καὶ τἆλλα
ἐν φυλακῇ ἔχειν· ἐστρατήγει δὲ καὶ κύριος ἦν αὐτὸς πράσ-
σων ταῦτα. [8.51.2] καὶ οἱ μὲν τὸν τειχισμόν τε παρεσκευάζοντο
καὶ ἐκ τοῦ τοιούτου, καὶ ὣς μέλλουσα, Σάμος θᾶσσον
ἐτειχίσθη· αἱ δὲ παρὰ τοῦ Ἀλκιβιάδου ἐπιστολαὶ οὐ πολὺ
ὕστερον ἧκον ὅτι προδίδοταί τε τὸ στράτευμα ὑπὸ Φρυνίχου
καὶ οἱ πολέμιοι μέλλουσιν ἐπιθήσεσθαι. [8.51.3] δόξας δὲ ὁ Ἀλκι-
βιάδης οὐ πιστὸς εἶναι, ἀλλὰ τὰ ἀπὸ τῶν πολεμίων προειδὼς
τῷ Φρυνίχῳ ὡς ξυνειδότι κατ’ ἔχθραν ἀνατιθέναι, οὐδὲν
ἔβλαψεν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ξυνεμαρτύρησε μᾶλλον ταὐτὰ
ἐσαγγείλας.

***
[8.47.1] Αυτά λοιπόν συμβούλευε ο Αλκιβιάδης στον Τισσαφέρνη και στο βασιλιά, ενώ βρισκότανε στην επικράτειά τους, νομίζοντας πως ήταν τα καλύτερα· μ' αυτά άρχισε συγχρόνως να φροντίζει για την επιστροφή του στην πατρίδα, ξέροντας πως αν δεν την καταστρέψει ολότελα, αυτός ο ίδιος, θα υπάρξει κάποτε η πιθανότητα να πείσει τους Αθηναίους να τον επαναφέρουν· και θα μπορούσε να τους πείσει περισσότερο απ' όλα με το εξής, αν δηλαδή ο Τισσαφέρνης φαινόταν πως τον άκουγε σα φίλο μ' επιρροή· κ' έτσι ακριβώς έγινε. [8.47.2] Γιατί όταν κατάλαβαν οι Αθηναίοι στρατιώτες που ήταν στη Σάμο πως εξασκούσε επιρροή στον Τισσαφέρνη, κ' επειδή συγχρόνως είχε στείλει ο ίδιος ο Αλκιβιάδης προτάσεις στους πιο ισχυρούς παράγοντες ανάμεσά τους ν' αναφέρουν τ' όνομά του στους Αθηναίους της ανώτερης κοινωνικής τάξης, λέγοντας πως άμα γυρίσει θα συνεργαστεί πολιτικά με τουςολιγαρχικούς, κι όχι με τους κακοήθεις που τον είχανε διώξει, και προμηθεύοντάς τους την υποστήριξη του Τισσαφέρνη, τότε πια ακόμα περισσότερο από δική τους πρωτοβουλία είχαν τη διάθεση και το σχέδιο, τόσο οι τριήραρχοι στη Σάμο, όσο κ' οι αριστοκράτες της Αθήνας να καταλύσουν τη δημοκρατία.

[8.48.1] Η διάδοση αυτή άρχισε να κυκλοφορεί πρώτα μέσα στο στρατόπεδο, κι αργότερα από κει πέρασε και στην ίδια την πολιτεία. Και μερικοί πέρασαν απέναντι από τη Σάμο, κ' ήρθαν σε συνεννοήσεις με τον Αλκιβιάδη. Κι όταν αυτός τους υπέβαλε την πρόταση πως θα τους προμηθέψει πρώτα την εύνοια του Τισσαφέρνη κ' ύστερα και του βασιλιά, αν πάψουν να διοικούνται δημοκρατικά (γιατί έτσι θα τους εμπιστευόταν περισσότερο ο βασιλιάς), άρχισαν να 'χουνε μεγάλες ελπίδες οι άντρες της ανώτερης κοινωνικής τάξης, που ακριβώς υπόφερναν και το περισσότερο από την κατάσταση, πως θα γυρίσουν τα πράματα όπως τα θέλουν και πως θα νικήσουν και τους εχτρούς. [8.48.2] Κι όταν εγύρισαν στη Σάμο, συγκέντρωσαν τους ομόφρονές τους και τους έβαλαν να ορκιστούν πως θ' ανατρέψουν το καθεστώς, στον πολύ λαό όμως έλεγαν φανερά πως ο βασιλιάς θα τους γινότανε φίλος και θα τους έδινε χρήματα αν γύριζε ο Αλκιβιάδης κι αν δεν είχαν πια δημοκρατία. [8.48.3] Και το πλήθος, μ' όλο που βαρυγγώμησε λίγο στην αρχή για τις διαπραγματεύσεις αυτές, όμως δεν αντέδρασε, επειδή έλπιζαν θετικά πως θα ήταν εύκολο να τους προμηθεύει τους μισθούς τους ο βασιλιάς. Κι αυτοί που συνωμοτούσαν να εγκαταστήσουν ολιγαρχία, αφού τ' ανακοίνωσαν στο λαό, συγκεντρώθηκαν πάλι χωριστά με τα περισσότερα μέλη του κόμματός τους για να εξετάσουν πιο εξονυχιστικά τις προτάσεις που τους είχαν μεταβιβαστεί από τον Αλκιβιάδη. [8.48.4] Οι περισσότεροι τις θεώρησαν πραγματοποιήσιμες και άξιες εμπιστοσύνης, ο Φρύνιχος όμως, που ήταν ακόμα στρατηγός, δεν έδινε την έγκρισή του, και του φαινόταν πως ο Αλκιβιάδης, όπως και ήταν στ' αλήθεια, δεν είχε καμιά ιδιαίτερη προτίμηση ούτε για τη δημοκρατία, ούτε για την ολιγαρχία, και πως δε νοιαζόταν για τίποτ' άλλο παρά πως, αφού μετακινήσει την πολιτεία από την τάξη και το σύστημα που την κυβερνούσαν, να κάνει την άλλη μερίδα να τον καλέσει πίσω, κ' έτσι να γυρίσει· υποστήριζε επίσης ο Φρύνιχος πως εκείνο που έπρεπε να προσέξουν περισσότερο οι στρατηγοί ήταν να μη γίνει εσωτερική διαμάχη στο στρατόπεδο· και πως δε θα ήταν καθόλου εύκολο για το βασιλιά, τώρα που οι Πελοποννήσιοι είναι εξ ίσου με τους Αθηναίους ναυτική δύναμη, κ' έχουνε στην εξουσία τους πολιτείες που βρίσκονται στην επικράτειά του, κι όχι ασήμαντες, να υποστηρίξει τους Αθηναίους, που δεν τους έχει καμιάν εμπιστοσύνη, κ' έτσι να προκαλέσει φασαρίες στον εαυτό του, ενώ στο χέρι του είναι να συμφιλιωθεί με τους Πελοποννησίους, που δεν είχε ιδεί κακό απ' αυτούς. [8.48.5] Όσο για τις πολιτείες των συμμάχων, που θα 'πρεπε να τους τάξουν ολιγαρχικό πολίτευμα, μια κι αυτοί οι ίδιοι δε θα διοικούνταν πια δημοκρατικά, ήξερε καλά, είπε ο Φρύνιχος, πως δεν επρόκειτο γι' αυτό το λόγο να προσχωρήσουν πάλι στη συμμαχία τους, όσες είχαν αποστατήσει, ούτε όσες τους έμεναν πιστές, να δεθούνε στενότερα μαζί τους· δε θα προτιμήσουν, ούτε με ολιγαρχία ούτε με δημοκρατία να γίνουν υπόδουλοί τους, παρά να είναι ελεύτεροι με οποιοδήποτε από τα πολιτεύματα που τυχόν είχαν· [8.48.6] και οι λεγόμενοι γενναίοι και καθώς πρέπει πολίτες δεν πιστεύουν πως θα τουςδημιουργήσουν οι Αθηναίοι τώρα λιγότερους μπελάδες παρά ο δημοκρατικός λαός, αφού αυτοί οι ίδιοι προξενούν και πρωτοστατούνε στα χειρότερα κακά για το λαό, κι απ' αυτό ωφελούνται το περισσότερο· γιατί αν εξαρτώνται απ' αυτούς τους ανθρώπους, θα βρίσκουν οι σύμμαχοι πιο σκληρό και άδικο θάνατο χωρίς προηγούμενη δίκη, ο λαός όμως είναι γι' αυτούς καταφύγιο και κάποιο φρένο για τους αριστοκράτες· [8.48.7] και πως αυτό το έχουν συνειδητοποιήσει οι πολιτείες από την πράξη, το γνωρίζει, είπε, αυτός καθαρά πως έτσι σκέπτονται. Γι' αυτό αποδοκιμάζει έντονα κάθε πρόταση που υποβάλλεται από πρωτοβουλία του Αλκιβιάδη τη στιγμή τούτη.

[8.49.1] Οι άλλοι όμως που είχανε μαζευτεί για να προωθήσουν τη συνωμοσία επέμεναν στη γνώμη που είχαν και προτήτερα, και δέχτηκαν τις προτάσεις κ' ετοιμάζονταν να στείλουν αντιπροσώπους στην Αθήνα, τον Πείσανδρο και κάτι άλλους για να ενεργήσουν τόσο ως για την επιστροφή του Αλκιβιάδη όσο και για την κατάλυση της δημοκρατίας, και για να κερδίσουν έτσι την εύνοια του Τισσαφέρνη για την Αθήνα. [8.50.1] Όταν κατάλαβε ο Φρύνιχος πως θα γίνονταν εκεί συνεννοήσεις για το γυρισμό του Αλκιβιάδη, και πως οι Αθηναίοι πιθανότατα θα το παραδεχτούν, κι από το φόβο του μήπως, επειδή όσα είχε πει ήταν αντίθετα μ' αυτό το σχέδιο, αν γύριζε ο Αλκιβιάδης, του έκανε κανένα μεγάλο κακό, γιατί του είχε σταθεί εμπόδιο, στράφηκε προς το ακόλουθο τέχνασμα: [8.50.2] στέλνει κρυφά μήνυμα με γράμμα στον Αστύοχο, που ήταν ναύαρχος των Λακεδαιμονίων στη Μίλητο, πως ο Αλκιβιάδης υπονομεύει τα συμφέροντα των Λακεδαιμονίων, γυρίζοντας την εύνοια του Τισσαφέρνη προς τους Αθηναίους κι αναφέροντας καταλεπτώς όλα τ' άλλα, πρόσθετε πως το θεωρούσε θεμιτό που ήθελε το κακό ενός ανθρώπου, που του ήταν μισητός, έστω κι αν δε σύμφερνε αυτό στην πατρίδα του. [8.50.3] Ο Αστύοχος όμως ούτε το 'βαλε με το νου του να εκδικηθεί τον Αλκιβιάδη ο ίδιος, και γι' άλλους λόγους και γιατί δεν τον είχε πια στην εξουσία του, όπως προτήτερα, αλλ' αφού πήγε στο εσωτερικό της χώρας, στη Μαγνησία, όπου ήταν ο Αλκιβιάδης και ο Τισσαφέρνης, ανακοίνωσε και στους δυο τι του είχανε γράψει από τη Σάμο, κ' έγινε ο ίδιος κατήγορος, και προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει τον Τισσαφέρνη, όπως είπανε μερικοί, και σε τούτο, και σε άλλα ζητήματα, για προσωπικό όφελος· και γι' αυτό το λόγο ανέφερε και το ζήτημα της λειψής μισθοδοσίας με μεγάλη υποχωρητικότητα. [8.50.4] Ο Αλκιβιάδης πάλι στέλνει αμέσως γράμματα στη Σάμο, σ' αυτούς που είχαν την εξουσία και που μαζί τους ραδιουργούσε, κατηγορώντας το Φρύνιχο και απαιτώντας να τον θανατώσουν. [8.50.5] Καταταραγμένος αυτός, κ' επειδή βρισκότανε σε θανάσιμο κίντυνο από το μήνυμα του Αλκιβιάδη, γράφει κι άλλο γράμμα στον Αστύοχο, με παράπονα πως οι προηγούμενες ενέργειές του δεν έγιναν σωστά, και λέγοντας πως είναι τώρα έτοιμος να τους δώσει τη δυνατότητα να καταστρέψουν ολόκληρο το στρατό των Αθηναίων στη Σάμο, αναπτύσσοντας με όλες τις λεπτομέρειες με ποιον τρόπο θα το ενεργούσε αυτό, μια και η Σάμος ήταν ανοχύρωτη, κι ότι δεν μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει, τώρα πια που κιντυνεύει η ζωή του για χατήρι τους αν έκανε κι αυτό και ο,τιδήποτε άλλο, κάλλιο παρά ν' αφήσει να τον χαλάσουν οι εχτροί του.

Ο Αστύοχος όμως τα μήνυσε κι αυτά στον Αλκιβιάδη. [8.51.1] Κι όταν το κατάλαβε προκαταβολικά ο Φρύνιχος, πως του σχεδιαζόταν το κακό, και πως όπου να 'ναι θα φτάσει γράμμα από τον Αλκιβιάδη γι' όλ' αυτά, προλαβαίνει αυτός και ειδοποιεί τους στρατηγούς πως έτσι που είναι ανοχύρωτη η Σάμος και που τα καράβια δεν είναι όλα αγκυροβολημένα μέσα στο λιμάνι, σχεδίαζαν οι εχτροί να χτυπήσουν το στρατόπεδο, και τα 'χει όλα πληροφορηθεί ακριβώς και πως πρέπει να περιτειχίσουν τη Σάμο όσο γίνεται πιο γρήγορα και να βάλουνε φρουρές σ' όλα τ' άλλα επίμαχα μέρη. Άλλωστε ήταν κι ο ίδιος στρατηγός και είχε την εξουσία να τα εκτελέσει ολ' αυτά. [8.51.2] Αυτοί λοιπόν προετοίμαζαν την οχύρωση, και παρά τόσο–δα και με τέτοιο μικρό χρονικό περιθώριο, επειδή επρόκειτο οπωσδήποτε να γίνει, οχυρώθηκε η Σάμος γρηγορότερα· και δεν πέρασε πολύς καιρός κ' έφτασαν τα γράμματα από τον Αλκιβιάδη, πως ο Φρύνιχος πρόκειται να προδώσει το στρατό, και οι εχτροί βρίσκονται στο πόδι για την επίθεση. [8.51.3] Επειδή όμως δεν τους φαινόταν άξιος εμπιστοσύνης ο Αλκιβιάδης, θεώρησαν πως μια και ήξερε τα σχέδια των εχτρών, φόρτωνε την προδοσία στο Φρύνιχο από το μίσος του· γι' αυτό δεν έβλαψε το Φρύνιχο η είδηση, αλλά μάλλον επικύρωσε τη μαρτυρία του, αφού τους είχε προειδοποιήσει για το ίδιο πράμα.