Κυριακή 3 Απριλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (19.238-19.308)

Ἦ, καὶ Νέστορος υἷας ὀπάσσατο κυδαλίμοιο,
Φυλεΐδην τε Μέγητα Θόαντά τε Μηριόνην τε
240 καὶ Κρειοντιάδην Λυκομήδεα καὶ Μελάνιππον·
βὰν δ᾽ ἴμεν ἐς κλισίην Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο.
αὐτίκ᾽ ἔπειθ᾽ ἅμα μῦθος ἔην, τετέλεστο δὲ ἔργον·
ἑπτὰ μὲν ἐκ κλισίης τρίποδας φέρον, οὕς οἱ ὑπέστη,
αἴθωνας δὲ λέβητας ἐείκοσι, δώδεκα δ᾽ ἵππους·
245 ἐκ δ᾽ ἄγον αἶψα γυναῖκας ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας
ἕπτ᾽, ἀτὰρ ὀγδοάτην Βρισηΐδα καλλιπάρῃον.
χρυσοῦ δὲ στήσας Ὀδυσεὺς δέκα πάντα τάλαντα
ἦρχ᾽, ἅμα δ᾽ ἄλλοι δῶρα φέρον κούρητες Ἀχαιῶν.
καὶ τὰ μὲν ἐν μέσσῃ ἀγορῇ θέσαν, ἂν δ᾽ Ἀγαμέμνων
250 ἵστατο· Ταλθύβιος δὲ θεῷ ἐναλίγκιος αὐδὴν
κάπρον ἔχων ἐν χερσὶ παρίστατο ποιμένι λαῶν.
Ἀτρεΐδης δὲ ἐρυσσάμενος χείρεσσι μάχαιραν,
ἥ οἱ πὰρ ξίφεος μέγα κουλεὸν αἰὲν ἄωρτο,
κάπρου ἀπὸ τρίχας ἀρξάμενος, Διὶ χεῖρας ἀνασχὼν
255 εὔχετο· τοὶ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπ᾽ αὐτόφιν ἥατο σιγῇ
Ἀργεῖοι κατὰ μοῖραν, ἀκούοντες βασιλῆος.
εὐξάμενος δ᾽ ἄρα εἶπεν ἰδὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν·
«ἴστω νῦν Ζεὺς πρῶτα, θεῶν ὕπατος καὶ ἄριστος,
Γῆ τε καὶ Ἠέλιος καὶ Ἐρινύες, αἵ θ᾽ ὑπὸ γαῖαν
260 ἀνθρώπους τίνυνται, ὅτις κ᾽ ἐπίορκον ὀμόσσῃ,
μὴ μὲν ἐγὼ κούρῃ Βρισηΐδι χεῖρ᾽ ἐπένεικα,
οὔτ᾽ εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος οὔτε τευ ἄλλου.
ἀλλ᾽ ἔμεν᾽ ἀπροτίμαστος ἐνὶ κλισίῃσιν ἐμῇσιν.
εἰ δέ τι τῶνδ᾽ ἐπίορκον, ἐμοὶ θεοὶ ἄλγεα δοῖεν
265 πολλὰ μάλ᾽, ὅσσα διδοῦσιν ὅτίς σφ᾽ ἀλίτηται ὀμόσσας.»
Ἦ, καὶ ἀπὸ στόμαχον κάπρου τάμε νηλέϊ χαλκῷ.
τὸν μὲν Ταλθύβιος πολιῆς ἁλὸς ἐς μέγα λαῖτμα
ῥῖψ᾽ ἐπιδινήσας, βόσιν ἰχθύσιν· αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς
ἀνστὰς Ἀργείοισι φιλοπτολέμοισι μετηύδα·
270 «Ζεῦ πάτερ, ἦ μεγάλας ἄτας ἄνδρεσσι διδοῖσθα·
οὐκ ἂν δή ποτε θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἐμοῖσιν
Ἀτρεΐδης ὤρινε διαμπερές, οὐδέ κε κούρην
ἦγεν ἐμεῦ ἀέκοντος ἀμήχανος· ἀλλά ποθι Ζεὺς
ἤθελ᾽ Ἀχαιοῖσιν θάνατον πολέεσσι γενέσθαι.
275 νῦν δ᾽ ἔρχεσθ᾽ ἐπὶ δεῖπνον, ἵνα ξυνάγωμεν Ἄρηα.»
Ὣς ἄρ᾽ ἐφώνησεν, λῦσεν δ᾽ ἀγορὴν αἰψηρήν.
οἱ μὲν ἄρ᾽ ἐσκίδναντο ἑὴν ἐπὶ νῆα ἕκαστος,
δῶρα δὲ Μυρμιδόνες μεγαλήτορες ἀμφεπένοντο,
βὰν δ᾽ ἐπὶ νῆα φέροντες Ἀχιλλῆος θείοιο.
280 καὶ τὰ μὲν ἐν κλισίῃσι θέσαν, κάθισαν δὲ γυναῖκας,
ἵππους δ᾽ εἰς ἀγέλην ἔλασαν θεράποντες ἀγαυοί.
Βρισηῒς δ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτ᾽ ἰκέλη χρυσέῃ Ἀφροδίτῃ,
ὡς ἴδε Πάτροκλον δεδαϊγμένον ὀξέϊ χαλκῷ,
ἀμφ᾽ αὐτῷ χυμένη λίγ᾽ ἐκώκυε, χερσὶ δ᾽ ἄμυσσε
285 στήθεά τ᾽ ἠδ᾽ ἁπαλὴν δειρὴν ἰδὲ καλὰ πρόσωπα.
εἶπε δ᾽ ἄρα κλαίουσα γυνὴ ἐϊκυῖα θεῇσι·
«Πάτροκλέ μοι δειλῇ πλεῖστον κεχαρισμένε θυμῷ,
ζωὸν μέν σε ἔλειπον ἐγὼ κλισίηθεν ἰοῦσα,
νῦν δέ σε τεθνηῶτα κιχάνομαι, ὄρχαμε λαῶν,
290 ἂψ ἀνιοῦσ᾽· ὥς μοι δέχεται κακὸν ἐκ κακοῦ αἰεί.
ἄνδρα μὲν ᾧ ἔδοσάν με πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ
εἶδον πρὸ πτόλιος δεδαϊγμένον ὀξέϊ χαλκῷ,
τρεῖς τε κασιγνήτους, τούς μοι μία γείνατο μήτηρ,
κηδείους, οἳ πάντες ὀλέθριον ἦμαρ ἐπέσπον.
295 οὐδὲ μὲν οὐδέ μ᾽ ἔασκες, ὅτ᾽ ἄνδρ᾽ ἐμὸν ὠκὺς Ἀχιλλεὺς
ἔκτεινεν, πέρσεν δὲ πόλιν θείοιο Μύνητος,
κλαίειν, ἀλλά μ᾽ ἔφασκες Ἀχιλλῆος θείοιο
κουριδίην ἄλοχον θήσειν, ἄξειν τ᾽ ἐνὶ νηυσὶν
ἐς Φθίην, δαίσειν δὲ γάμον μετὰ Μυρμιδόνεσσι.
300 τῶ σ᾽ ἄμοτον κλαίω τεθνηότα, μείλιχον αἰεί.»
Ὣς ἔφατο κλαίουσ᾽, ἐπὶ δὲ στενάχοντο γυναῖκες,
Πάτροκλον πρόφασιν, σφῶν δ᾽ αὐτῶν κήδε᾽ ἑκάστη.
αὐτὸν δ᾽ ἀμφὶ γέροντες Ἀχαιῶν ἠγερέθοντο
λισσόμενοι δειπνῆσαι· ὁ δ᾽ ἠρνεῖτο στεναχίζων·
305 «λίσσομαι, εἴ τις ἔμοιγε φίλων ἐπιπείθεθ᾽ ἑταίρων,
μή με πρὶν σίτοιο κελεύετε μηδὲ ποτῆτος
ἄσασθαι φίλον ἦτορ, ἐπεί μ᾽ ἄχος αἰνὸν ἱκάνει·
δύντα δ᾽ ἐς ἠέλιον μενέω καὶ τλήσομαι ἔμπης.»

***
Και ως είπ᾽ εκίνησαν μ᾽ αυτόν του Νέστορος τ᾽ αγόρια
και ο Θόας και ο Μελάνιππος και ο Μέγης ο Φιλείδης
240 και ο Μηριόνης και μ᾽ αυτούς ο Λυκομήδης, τέκνον
του Κρέοντος, και στη σκηνήν επήγαιναν του Ατρείδη·
και όπως ειπώθη ο λόγος του το έργον ετελέσθη·
επτά εφέρναν τρίποδες, όσους τους είχε τάξει,
είκοσι λέβητες λαμπρούς, και δώδεκα πουλάρια
245 κι εξαίσιες στα έργα τους κόρες επτά και ογδόην
την Βρισηίδα την καλήν· κι εζύγισ᾽ ο Οδυσσέας
χρυσάφι δέκα τάλαντα, κι εκίνησε αυτός πρώτος
και έφερναν κατόπι του τα δώρα οι πολεμάρχοι
και της συνόδου τα ᾽θεσαν στην μέσην· κι εσηκώθη
250 ο Ατρείδης· και ο θεόφωνος Ταλθύβιος πλησίον
εις τον ποιμένα των λαών τον χοίρον εκρατούσε·
κι έσυρ᾽ ο Ατρείδης μάχαιραν οπού σιμά στην θήκην
του ξίφους είχε πάντοτε, και αφού απαρχές του χοίρου
τες τρίχες έκοψε μ᾽ αυτήν, κι υψώνοντας τα χέρια
255 προς τον Κρονίδην εύχονταν, και όλοι τον βασιλέα
ήσυχοι άκουαν αυτού με τάξιν οι Αργείοι.
Και αυτός τον μέγαν ουρανόν κοιτάζοντας ευχόνταν:
«Μάρτυς μου ο Δίας, των θεών ο εξαίσιος, ο πρώτος,
η Γη και ο Ήλιος και οι θεές, οπού στα καταχθόνια
260 τους επιόρκους τιμωρούν, οι μαύρες Ερινύες,
που χέρι εγώ δεν άπλωσα στην κόρη του Βρισέως
της κλίνης το αγκάλιασμα, είτ᾽ άλλο ν᾽ απολαύσω,
αλλ᾽ έμεινεν αμάλακτη κει μέσα στες σκηνές μου,
και αν ψεύδομαι, από τους θεούς να πάθ᾽ ό,τι παθαίνει
265 ο ασεβής που ψεύτικα το όνομά τους λέγει».
Είπε, τον χοίρον έσφαξε με τη σκληρή λεπίδα
και στους αφρούς της θάλασσας, τα ψάρια να τον φάγουν,
τον έριξε ο Ταλθύβιος· και αμέσως ο Αχιλλέας
ορθός σηκώθη κι έλεγε στη μέση των Αργείων:
270 «Δία πατέρα, τους θνητούς πόσο κακά τυφλώνεις·
αλλέως δεν θ᾽ αγρίευε στα βάθη την ψυχή μου
ο Ατρείδης, και στο πείσμα μου δεν θα ᾽παιρνε την κόρη
στην θέλησίν του αμάλακτος· αλλ᾽ ήθελεν ο Δίας
να μας θερίσει ο θάνατος πολλούς ανδρειωμένους·
275 φάγετε τώρα κι έπειτα στη μάχη θα χυθούμε».
Αυτά ᾽πε και την σύνοδον απόλυσε κι εκείνοι
εδώ κι εκεί σκορπίσθηκαν καθένας στη σκηνή του.
Ωστόσον εσυγύριζαν τα δώρα οι Μυρμιδόνες
και εις το καράβι τα ᾽φεραν του θείου Αχιλλέως·
280 τα δώρα εθέσαν στες σκηνές και έμπασαν τες κόρες
κι επήραν οι θεράποντες τους ίππους στην αγέλην.
Και η Βρισηίς, που της χρυσής ομοίαζε Αφροδίτης,
άμ᾽ είδε αυτού τον Πάτροκλον σφαγμένον του εχύθη
επάνω με ξεφωνητό, και την καλήν μορφή της,
285 τα λευκά στήθη ξέσχιζε, τον απαλόν λαιμό της,
κι είπε η θεόμορφη γυνή στα δάκρυα της πνιγμένη:
«Πάτροκλ᾽, εμέ της άμοιρης, ω πολυαγαπημένε,
σ᾽ άφησα οϊμένα ζωντανόν όταν αναχωρούσα,
γυρίζ᾽, ω βασιλέα μου, να σ᾽ έβρω απεθαμένον.
290 Από κακό σ᾽ άλλο κακό με κατατρέχ᾽ η μοίρα·
τον άνδρα οπού μου έδωκαν οι σεβαστοί γονείς μου
τον είδα εμπρός στα τείχη μας αιματοκυλισμένον,
και της μητρός μου τρεις υιούς, αδέλφι᾽ αγαπητά μου,
μου τα επήρεν όλα ομού του ολέθρου η μαύρ᾽ ημέρα·
295 κι ενώ τον θείον άνδρα μου, τον Μύνητα, ο Πηλείδης
μου φόνευε και πάτησε την πόλιν του, συ μόνος
να κλαίω συ δεν μ᾽ άφηνες, και νύμφην να με κάμεις
του Αχιλλέως μου ᾽λεγες, στην Φθίαν να με φέρεις
να γίνουν οι χαρές αυτού, που οικούν οι Μυρμιδόνες·
300 γι᾽ αυτήν σου την γλυκύτητα τόσο πικρά σε κλαίω».
Είπε· μαζί της έκλαιαν τον Πάτροκλον κι οι άλλες
και αντί εκείνου η καθεμιά θρηνούσε τους νεκρούς της·
και ολόγυρά του οι βασιλείς τροφήν να πάρει ολίγην
τον παρακάλουν· αλλ᾽ αυτός στενάζοντας αρνείτο:
305 «Αν μ᾽ αγαπάτε, φίλοι μου, μη με στενοχωρείτε
με το πιοτό, με το φαγί να ευφράνω την καρδιά μου,
ενώ ακόμη φοβερή με καταθλίβει λύπη,
και να υποφέρω είμαι καλός, ο Ήλιος ως να δύσει».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 7. Δώρο χριστουγεννιάτικο, ποίημα

7.3. Ποιο ήταν το «μπεστ σέλερ» του 9 μ.Χ.;


Οι αδελφοί Σώσιοι είναι ιδιοκτήτες του μεγαλύτερου βιβλιοπωλείου της Ρώμης. Είναι 17 Δεκεμβρίου του έτους 9 μ.Χ., πρώτη μέρα της μεγάλης ρωμαϊκής γιορτής του χειμώνα, των Σατουρναλίων, στη διάρκεια της οποίας ο κόσμος συνηθίζει να ανταλλάσσει δώρα. Έξω από το βιβλιοπωλείο μια μεγάλη πινακίδα διαφημίζει το μεγαλύτερο εκδοτικό γεγονός της χρονιάς που φεύγει. Οι βιβλιοπώλες ελπίζουν ότι, χρονιάρες μέρες που είναι, όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα δεν θα παραλείψουν να μπουν στο κατάστημα για να κάνουν ένα δώρο σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο - ή στον εαυτό τους.

Αναγγέλλουμε τη δημοσίευση και των δεκαπέντε τόμων του σημαντικότερου ποιητικού έργου του ποιητή Οβιδίου. Δεκαπέντε παπύρινοι κύλινδροι, σε πολυτελή επεξεργασία, εκθέτουν για πρώτη φορά το συνολικό πανόραμα της ελληνικής μυθολογίας, αλλά και τους γνωστότερους ρωμαϊκούς μύθους, σε μια συνεχή αφήγηση από τη Δημιουργία του Κόσμου μέχρι και την Αποθέωση του Ιουλίου Καίσαρα. Πάνω από διακόσιες μυθολογικές ιστορίες, ορισμένες από τις οποίες παρουσιάζονται για πρώτη φορά σε ποιητική μορφή, σας ξεναγούν στα ειδυλλιακά τοπία του ελληνικού μύθου, στους έρωτες και τα πάθη θεών, ηρώων και θνητών. Τολμηρές αφηγήσεις, φανταστικές περιγραφές, απροσδόκητες τροπές και ανατροπές, όπου άνθρωποι μεταμορφώνονται σε φυτά, ζώα και πουλιά, κορίτσια αλλάζουν φύλο και γίνονται αγόρια, στοιχεία της φύσης μιλούν με ανθρώπινη λαλιά - όλα δοσμένα με την απαράμιλλη γραφή, το λεπτό πνεύμα και το ανεξάντλητο χιούμορ που χαρακτηρίζουν τον Οβίδιο. Περάστε μέσα για να μάθετε περισσότερες λεπτομέρειες για το μεγαλύτερο εκδοτικό γεγονός της χρονιάς και για το σημαντικότερο μυθολογικό έπος όλων των εποχών.

Ο Μάριος είναι σήμερα 29 χρόνων, έχει σπουδάσει ρητορική, κάνει πολιτική καριέρα (κάτι που ενθουσιάζει τον πατέρα του) και είναι φανατικός αναγνώστης της ποίησης του Οβίδιου (κάτι που δεν ενθουσιάζει καθόλου τον πατέρα του). Είναι εξαιρετικά προβληματισμένος με την απόφαση του αυτοκράτορα, που έστειλε τον μεγάλο ποιητή σε εξορία τόσο μακριά από τη Ρώμη, και στο ζήτημα αυτό έχει βαθύτατη διαφωνία με τον συγκλητικό πατέρα του ο οποίος, χωρίς ποτέ να έχει διαβάσει τον ποιητή, δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι «πολύ καλά του έκανε ο Αύγουστος, και μάλιστα με μεγάλη καθυστέρηση». Αλλά σήμερα ο Οβίδιος «κυκλοφορεί» πανηγυρικά στη Ρώμη, και ο Μάριος έχει αρκετά χρήματα για να αγοράσει τη δεκαπεντάτομη μυθολογική εγκυκλοπαίδεια.

Υπερβατική Πραγματικότητα

Αγαπητοί φίλοι, η «ανώτερη επίγνωση» που πραγματοποίησαν όλοι οι (σοβαροί) οπαδοί του εσωτερισμού είναι τελείως διαφορετική από την «επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου»...

Η ανώτερη, διαφωτισμένη, επίγνωση, είναι άμεση, «εξωδιανοητική» σύλληψη της Πραγματικότητας.

Η απελευθερωμένη (από τους προσωπικούς μηχανισμούς που παραμορφώνουν) επίγνωση, κατ’ αρχήν αντιλαμβάνεται τον εαυτό σαν μέρος Μίας Ευρύτερης Αντικειμενικής Πραγματικότητας: σαν κέντρο επίγνωσης του Παγκόσμιου Αντικειμενικού... (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται ή απορροφάται στο Όλον).

Αυτή η Ευρύτερη Αντίληψη, συμπεριλαμβάνει, αλλά ξεπερνά τον φυσικό κόσμο.

Οι πληροφορίες από τον φυσικό κόσμο περνούν μέσα από τους διανοητικούς μηχανισμούς χωρίς επεξεργασία, (χωρίς να αναφέρονται σε ένα εγώ, χωρίς διανοητική ανάλυση, χωρίς αντιληπτική παραμόρφωση): Αντιλαμβάνεται από τον φυσικό κόσμο, απλά, αυτό που είναι.

Μία τέτοια επίγνωση βιώνει μόνο το τώρα (και δεν διασκορπίζεται στην φαντασία του αύριο και την μνήμη του χθες)...

Η μη-διαφωτισμένη επίγνωση του συνηθισμένου ανθρώπου λειτουργεί τελείως διαφορετικά.

Κατ’ αρχήν η επίγνωση λειτουργεί όχι σαν αυτόνομη επίγνωση, αλλά μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς προσωπικούς μηχανισμούς.

Όλες οι πληροφορίες αναφέρονται στο εγώ και συσχετίζονται με το εγώ. Αυτό είναι μία σύνθετη διαδικασία που απαιτεί χρόνο (έστω και ελάχιστο): Έτσι εκδηλώνεται η πρώτη παραμόρφωση κι όλα γίνονται «υποκειμενικά».

Εκδηλώνεται, επιπρόσθετα, όχι μόνο η πρωτογενής διανοητική αντίληψη που υποκειμενικοποιεί, αλλά και διανοητική δραστηριότητα, σκέψη, φαντασία, μνήμη, και συνεχής επεξεργασία των πληροφοριών, για να κωδικοποιηθούν, να κατηγοριοποιηθούν, κλπ...

Εκδηλώνεται ακόμα μία διαρκής επιλεκτική πρόσληψη, των φυσικών γεγονότων.

Μία μη-διαφωτισμένη επίγνωση προσπαθεί να μεταφέρει όλες τις πληροφορίες στο εγώ και να τις συσχετίσει με το εγώ κι έτσι υποκειμενικοποιεί τα πάντα... Ακόμα και την μεταφυσική εμπειρία μίας ανώτερης επίγνωσης, προσπαθεί να την αναφέρει στο εγώ, την υποκειμενικοποιεί, κι επειδή αδυνατεί να «συλλάβει» έξω από το υποκείμενο, πιστεύει ότι «κανένας δεν μπορεί»... (Αυτό όμως δεν το λέει η Λογική του Αριστοτέλη...).

Αγαπητοί φίλοι, όλοι οι (σοβαροί) οπαδοί του εσωτερισμού άσκησαν κάποιες πρακτικές, ακριβώς για να ξεπεράσουν τους προσωπικούς παραμορφωτικούς μηχανισμούς (εγώ, διανόηση, επιλεκτική αντίληψη)... 

Παραδείγματα:

Οι χριστιανοί ησυχαστές μιλούν ακριβώς για τον έλεγχο και το ξεπέρασμα των τριών ειδών λογισμού, των σύνθετων-εμπαθών, των ανθρωπίνων, και των «αγγελικών», (που αντιστοιχούν ακριβώς στους τρεις μηχανισμούς που αναφέραμε, την επιλεκτική αντίληψη, τον διανοητικό σχολιασμό και την εμμονή στο εγώ), για να φτάσουν στον απελευθερωμένο, καθαρό νου: Μόνο ο καθαρός νους μπορεί να αντιληφθεί την Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, τον Θεό... Ο Θεός Είναι Μία Ζωντανή Πραγματικότητα στην Οποία «κοινωνούμε»... Με την εσωτερική πορεία σε αυτή την ανώτερη επίγνωση φτάνουμε ως την τελική Ένωση με τον Θεό... ((sic), εγωιστικός ''ιερός'' παραλογισμός!)

Οι βουδιστές, πραγματοποιούν, κατ’ αρχήν, τα εξωτερικά ντυάνα για να εξουδετερώσουν ακριβώς τις διαδικασίες, σάμτζνα, σαμσκάρα, βιτζνάνα, (που αντιστοιχούν ακριβώς στους τρεις μηχανισμούς που αναφέραμε, την επιλεκτική αντίληψη, τον διανοητικό σχολιασμό και ην εμμονή στο εγώ), και να φτάσουν σε μία ανώτερη επίγνωση μίας ευρύτερης πραγματικότητας... Με τα εσωτερικά σαμαππάτι ξεπερνούν τις τρεις καταστάσεις της ανώτερης επίγνωσης για να φτάσουν στην Κατάσταση Ασαμσκρίτα (Αδημιούργητο), πραγματοποιώντας το τελικό νιρβάνα...

Και σε όλες τις άλλες θρησκείες ασκούν παρόμοιες πρακτικές και φτάνουν σε ίδια αποτελέσματα...

Το τελικό συμπέρασμα, αγαπητοί φίλοι, είναι ότι μιλάμε για «Μία Υποκρυπτόμενη Ευρύτερη Αντικειμενική Πραγματικότητα» που για να «αποκαλυφθεί» στην δική μας επίγνωση θα πρέπει η επίγνωσή μας να απελευθερωθεί από τους προσωπικούς, παραμορφωτικούς μηχανισμούς...

Αυτό που Πραγματοποιούμε είναι «μία Υπερβατική Κατάσταση»... κι από εδώ αρχίζει η Αληθινή Ζωή...

Όλοι οι μεγάλοι διδάσκαλοι, όπως ο Βούδας, ο Λάο Τσέ, ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος, κι άλλοι, έδειξαν τον δρόμο...

Όποιος θέλει ακολουθεί...

Τελικά, που καταλήγουμε;...

Η επίγνωση είναι αυτό που έχουμε όλοι μας: αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουμε, ότι είμαστε εδώ, ότι ζούμε...

Αλλά αυτή η επίγνωση σε μας λειτουργεί περιορισμένα, μέσα από ένα κέντρο-εγώ, τον διανοητικό σχολιασμό, την επιλεκτική αντίληψη, κλπ...

Η διαφώτισή μας, η απελευθέρωσή μας από αυτούς τους μηχανισμούς, μεταθέτει την επίγνωσή μας σε ένα κέντρο διαφορετικό από το εγώ (σε μία ανώτερη αντίληψη της ατομικότητας...), που όμως επειδή είναι ελεύθερο συνδέεται με την Ευρύτερη Παγκόσμια Επίγνωση...

Αυτή η ανώτερη επίγνωση επειδή αποτελεί ακριβώς ένα κέντρο επίγνωσης (ατομικότητα) του Παγκόσμιου, συμμετέχει στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (που Αποκαλύπτεται εδώ), στο μέτρο που μπορεί κατ’ αρχήν... Όσο διευρύνεται η επίγνωση, καταργώντας και τους εσωτερικούς περιοριστικούς μηχανισμούς της νέας ατομικότητάς μας, τόσο πλαταίνει η επίγνωση του Παγκόσμιου, μέχρι την πλήρη μεταμόρφωσή μας, μέχρι την πλήρη θέωση....

Στην παρούσα φάση η επίγνωση συνδέεται με τον εγκέφαλο που είναι φαινόμενο της ζωής, που αναδύθηκε με την οργάνωση, από την ανόργανη ύλη... που στο βάθος δεν είναι η συμπαγής ύλη που βλέπουμε με τα μάτια, αλλά ενέργεια... που κάπου αλλού έχει την πηγή της...

Όταν η επίγνωση απελευθερώνεται από τους προσωπικούς μηχανισμούς (που έχουν πλήρη αντιστοιχία σε λειτουργίες του εγκεφάλου, συμμετέχει σε κάτι Άλλο, έξω από τον εγκέφαλο: Είναι και εδώ (συνδεδεμένη με τον εγκέφαλο) και όχι εδώ, σαν κέντρο επίγνωσης του Παγκόσμιου, του Αντικειμενικού... (Γι’ αυτό λέω ότι η «τοπολογία του Θεού» είναι ψευδοπρόβλημα... αφού ο Θεός αποκαλύπτεται και στην δική μας επίγνωση, που συνδέεται με τον εγκέφαλο, και τον Υπερβαίνει...).

Μία τέτοια επίγνωση μπορεί να επιβιώσει του αποχωρισμού από το σώμα (θάνατος)...

Κι όλες οι επιγνώσεις επιβιώνουν στα πλαίσια της Υποκρυπτόμενης Πραγματικότητας, συμμετέχοντας σε διάφορους βαθμούς επίγνωσης, από την πλήρη επίγνωση, μέχρι την μη-επίγνωση... κι αυτή είναι η πραγματική έννοια των μεταφυσικών κόσμων, του παράδεισου, της κόλασης, κλπ... είναι βαθμοί επίγνωσης... του Θεού...

Τέλος, «πως» και «γιατί» η Επίγνωση, που είναι δραστηριότητα, ενέργεια, (ένα Υπερβατικό Νοείν, σε αντιστοιχία με το δικό μας περιορισμένο νοείν) «μεταμορφώνεται» σε δημιουργία, φύση και αναδύεται ξανά από την φύση πάλι προς τον Εαυτό της... αυτά είναι πολύ μακριά από την παρούσα συζήτηση... Και ο Πλάτωνας και ο Πλωτίνος και ο Χέγκελ κι άλλοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να μιλήσουν γι’ αυτά... Σε μας τους άλλους μένει να επαληθεύσουμε αυτές τις «θεωρίες» ή να τις απορρίψουμε... πάντως δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε...

Μητρική Φιλοκτονία: όταν μια μητέρα σκοτώνει τα παιδιά της

Η ιδέα μιας μάνας να αφαιρεί τη ζωή του παιδιού της προκαλεί οργή, σύγχυση και θυμό αλλά και δυσκολία κατανόησης των κινήτρων μιας τέτοιας πράξης.

5 αίτια δολοφονίας παιδιών από μητέρες

Tι μπορεί όμως να συμβαίνει στο μυαλό αυτών των γυναικών;

Οι γυναίκες αυτές έχουν ιστορικό ψυχικής ασθένειας με την κατάθλιψη και την ψύχωση ως κύριες διαταραχές.

Η παγκόσμια ψυχιατρική βιβλιογραφία παραθέτει τα παρακάτω πέντε κίνητρα ως αίτια δολοφονίας των παιδιών από τις μητέρες συνήθως βρεφών ή γύρω στα 6 έτη.

1.Σε μια αλτρουιστική φιλοκτονία, η μητέρα σκοτώνει το παιδί της από αγάπη. Πιστεύει ότι ο θάνατος είναι προς το συμφέρον του παιδιού (για παράδειγμα, μια αυτοκτονική μητέρα μπορεί να μην επιθυμεί να αφήσει το παιδί της χωρίς μητέρα να αντιμετωπίσει έναν κόσμο άσχημο κι αφόρητο).

2. Σε μια οξεία ψυχωτική φιλοκτονία, μια ψυχωτική ή παραληρηματική μητέρα σκοτώνει το παιδί της χωρίς κανένα κατανοητό κίνητρο (για παράδειγμα, μια μητέρα μπορεί να ακολουθήσει ακουστικές παραισθήσεις που την καλούν να σκοτώσει.)

3. Σε μια θανατηφόρα κακοποίηση,ο θάνατος δεν είναι συνήθως το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Προκύπτει από συνεχή παιδική κακοποίηση, παραμέληση ήπλασματική διαταραχή που περιλαμβάνει το σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου όπου ο γονιός πείθει τον εαυτό του και τους άλλους πως το παιδί είναι άρρωστο κι έτσι του χορηγεί φάρμακα με αποτέλεσμα ακόμα και το θάνατο του.

4. Σε μια ανεπιθύμητη παιδοκτονία, μια μητέρα θεωρεί το παιδί της ως εμπόδιο.

5. Η πιο σπάνια, η φιλοκτονία για εκδίκηση του συζύγου, συμβαίνει όταν μια μητέρα σκοτώνει το παιδί της ειδικά για να βλάψει συναισθηματικά τον πατέρα του παιδιού.

Ένα σημαντικό ποσοστό (16-29%) των φιλοκτονιών καταλήγει σε ολοκληρωμένη αυτοκτονία από τη μητέρα. Πολλές άλλες μητέρες κάνουν μη θανατηφόρες απόπειρες αυτοκτονίας σε συνδυασμό με τις φιλοκτονίες τους.

Όταν μητέρες μικρών παιδιών αυτοκτονούν, περίπου το 5% σκοτώνει επίσης τουλάχιστον ένα από τα παιδιά τους.

Οι μελέτες αυτές αναδεικνύουν το ρόλο της καταθλιπτικής διαταραχής στην πρόκληση σκέψεων βλάβης των παιδιών τους.

Τρόποι παρέμβασης

Οι ψυχίατροι και κλινικοί ψυχολόγοι θα πρέπει να αξιολογούν συστηματικά τον κίνδυνο φιλοκτονίας, όπως κάνουν και για την αυτοκτονία.

Οι ψυχίατροι θα πρέπει να παρέμβουν για να αποτρέψουν πιθανές δολοφονίες στις οποίες παίζει ρόλο η ψυχική ασθένεια της μητέρας.

Οι μητέρες που έχουν αλτρουιστικά ή ψυχωτικά κίνητρα για μια φιλοκτονία μπορεί να είναι ψυχωτικές, καταθλιπτικές, μανιακές ή παραληρηματικές.

Ορισμένες μητέρες που τυγχάνουν ψυχιατρικής προσοχής λόγω σοβαρών ψυχικών ασθενειών, διαταραχών προσωπικότητας ή διαταραχών χρήσης ουσιών μπορεί να κακοποιούν ή να παραμελούν τα παιδιά τους.

Οι ψυχίατροι μπορεί να ρωτήσουν τη μητέρα για τις πρακτικές ανατροφής των παιδιών, τα προβλήματα γονικής μέριμνας και τα συναισθήματα και σκέψεις κατάθλιψης. Οι στρατηγικές για την πρόληψη πρέπει να προσαρμόζονται στα διαφορετικά κίνητρα των μητέρων που διαπράττουν παιδοκτονία.

Οι καταθλιπτικές μητέρες που έχουν την πιθανότητα να σκοτώσουν μέσα σε αυτοκτονικό πλαίσιο θα πρέπει να αναγνωρίζονται έγκαιρα.

Οι μητέρες που σκέφτονται να αυτοκτονήσουν θα πρέπει να ρωτηθούν από τους ειδικούς για την τύχη των παιδιών τους, εάν σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν.

Κάποιες μπορεί να πουν ότι ο σύζυγός τους είναι αρκετά ικανός να τα φροντίζει ενώ άλλες μπορεί να ισχυρίζονταν το να έπαιρναν οι ίδιες τα παιδιά τους στον παράδεισο μαζί τους.

Σκέψεις ή φόβοι να βλάψουν τα παιδιά τους πρέπει να διερευνηθούν σε μια κλινική εξέταση. Οι απειλές επίσης θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και ένα μικρότερο όριο για νοσηλεία θα πρέπει να εξεταστεί για τις ψυχικά άρρωστες μητέρες μικρών παιδιών λόγω της πιθανότητας πολλαπλών θανάτων από μια φιλοκτονία-αυτοκτονία.

Ψυχιατρική νοσηλεία

Παράγοντες που δυνητικά αξίζουν ψυχιατρική νοσηλεία περιλαμβάνουν:
  • φόβους της μητέρας να βλάψει το παιδί της,
  • αυταπάτες για τον πόνο του παιδιού τους,
  • μη ρεαλιστικές ανησυχίες για την υγεία του παιδιού τους
  • και εχθρότητα προς το αγαπημένο παιδί του συντρόφου τους.
Η κοινωνία θα πρέπει να αγκαλιάζει κι όχι να δικάζει το ψυχικό πρόβλημα ή την ψυχική ασθένεια του ατόμου με απώτερο σκοπό την κατανόηση και τη θεραπεία της ακόμα κι όταν έρχεται αντιμέτωπη με ένα αποτρόπαιο έγκλημα όπως η παιδοκτονία.

Βίλχελμ Ράιχ: Ο ισχυρός άνθρωπος

Σε φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο.

Λένε πως χάραξε η εποχή σου, Η «Εποχή του Κοινού Ανθρώπου».

Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν για το παρελθόν σου.

Κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου πω.

Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις τους.

Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου.

Όμως, οι δάσκαλοι και οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι πραγματικά. Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια.

Κανένας δεν τολμά να σε φέρει αντιμέτωπο με τη μοναδική πραγματικότητα που έχει τη δύναμη να σε καταστήσει κύριο του πεπρωμένου σου.

Είσαι «ελεύθερος» από μια άποψη μονάχα: ελεύθερος από την αυτοκριτική, που μπορεί να σε βοηθήσει να κουμαντάρεις τη ζωή σου.

Δε σ' άκουσα να παραπονιέσαι ποτέ: «Με εκθειάζετε σαν το μελλοντικό αφέντη του εαυτού μου και του κόσμου μου. Αλλά δε μου λέτε πώς γίνεται κανείς αφέντης του εαυτού του. Δε μου λέτε ποια είναι τα λάθη και τα ελαττώματα μου, πού σφάλλω στον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω».

Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν τη δύναμη εν ονόματι «του ανθρωπάκου».

Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός.

Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη.

Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις.

Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ' έπιασαν κορόιδο.

Σε καταλαβαίνω!

Κι ετούτο επειδή αντίκρισα αμέτρητες φορές το γυμνό κορμί και την ψυχή σου.

Σε είδα δίχως τη μάσκα σου, την κομματική σου ταυτότητα ή την εθνική σου υπερηφάνεια.

Γυμνό σα νεογέννητο, γυμνό σα στρατάρχη ξεβράκωτο.

Σ' άκουσα να κλαις και να οδύρεσαι.

Μου μίλησες για τα προβλήματά σου, τις αγάπες και τους πόθους σου.

Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω.

Και θα σου πω τι είσαι, ανθρωπάκο, επειδή πιστεύω πραγματικά στο τρανό σου μέλλον.

Μα επειδή το μέλλον σου ανήκει, αναμφίβολα σου ανήκει, ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου.

Κοίτα τον όπως είναι πραγματικά.

Άκου αυτό που κανένας από τους ηγέτες και τους αντιπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι «άνθρωπος μικρός, κοινός».

Συλλογίσου τη διπλή έννοια που έχουν τούτες οι λέξεις, «μικρός» και «κοινός»...

Μην το βάζεις στα πόδια! Βρες το κουράγιο να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις κήρυγμα;» Βλέπω την ερώτηση στο τρομαγμένο βλέμμα σου.

Σ' ακούω να την ξεστομίζεις όλο αυθάδεια.

Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, ανθρωπάκο.

Φοβάσαι την κριτική, όσο και τη δύναμη που σου υποσχέθηκαν.

Αλήθεια, πώς σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου;

Δεν ξέρεις.

Φοβάσαι και να σκεφτείς ακόμη πως μπορεί κάποια μέρα να 'σαι διαφορετικός: ελεύθερος αντί φοβισμένος, ειλικρινής αντί ραδιούργος, να χαίρεσαι τον έρωτα, όχι σαν τον κλέφτη μες στη νύκτα, αλλά ανοικτά, στο φως του ήλιου.

Απεχθάνεσαι τον εαυτό σου, ανθρωπάκο.

Αναρωτιέσαι, «Ποιος είμαι εγώ που θα 'χω άποψη, θα κουμαντάρω τη ζωή μου και θα αποκαλώ ολάκερη την οικουμένη δική μου;»

Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που θα διεκδικήσεις τη ζωή σου;

Ε, λοιπόν, θα σου πω ποιος είσαι.

Διαφέρεις από τον ισχυρό σε τούτο μόνο, ο ισχυρός υπήρξε κάποτε ένας πολύ μικρός ανθρωπάκος, αλλά ανέπτυξε μια σημαντική ικανότητα.

Αναγνώρισε την ποταπότητα και την ανεπάρκεια των σκέψεων και των πράξεών του.

Κάτω από την πίεση κάποιου έργου που θεώρησε σημαντικό, έμαθε να διακρίνει ότι η μικρότητα κι η ευτέλειά του απειλούσαν την ευτυχία του.

Με άλλα λόγια ο ισχυρός γνωρίζει πότε και σε τι είναι ανθρωπάκος.

Ο ανθρωπάκος, όμως, δε γνωρίζει ότι είναι ποταπός και φοβάται να το μάθει.

Κρύβει την ποταπότητα και την ανεπάρκειά του πίσω από αυταπάτες δύναμης και μεγαλείου, τη δύναμη και του μεγαλείου κάποιου άλλου.

Είναι περήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του.

Θαυμάζει την ιδέα που δεν είχε κι όχι εκείνη που είχε.

Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο πιστεύει σ' αυτό. Κι όσο καλύτερα αντιλαμβάνεται μια ιδέα, τόσο η πίστη του σ' αυτήν κλονίζεται.

Βίλχελμ Ράιχ, Άκου Ανθρωπάκο

Σοπενχάουερ: Ο κόσμος των ανθρώπων είναι το βασίλειο της τύχης και της πλάνης

Απαλλαγή από τις ψευδαισθήσεις.— Μάταιες Υποσχέσεις ευτυχίας.— Πόνοι χωρίς ανάπαυλα και χωρίς ανάπαυση, μεταμορφώσεις της οδύνης : η δυστυχία και η ανία.— Η ζωή είναι ένα τραγικοκωμικό θέαμα, που κυριαρχείται από την τύχη και την πλάνη.— Η Κόλαση τον Δάντη και η κόλαση του κόσμου. — Τελευταίος σκοπός και τελευταίο ναυάγιο.

Σαν γερνάνε τα πάθη και σβήνουν η μια μετά την άλλη οι επιθυμίες, όσο γίνονται αδιάφορα τα αντικείμενα αυτόν των .παθών, αμβλύνεται και η ευαισθησία, εξασθενίζει η δύναμη της φαντασίας, οι εικόνες ωχραίνουν, οι εντυπώσεις δεν αποτυπώνονται πια και περνούν χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, οι μέρες κυλούν-όλο και πιο γρήγορα, τα γεγονότα χάνουν τη σπουδαιότητά τους, όλα ξεθωριάζουν. Ο γηραλέος άνθρωπος περπατάει τρικλίζοντας ή αναπαύεται σε μια γωνιά, και δεν είναι πια άλλο από μια σκιά, ένα φάντασμα του περασμένου είναι του. Και σαν έρχεται, ο θάνατος, τι άλλο του απομένει να καταστρέψει ; Μια μέρα, η νάρκη γίνεται τελευταίος ύπνος και τα όνειρά του... αυτά προκαλούν ήδη ερωτήματα στον Άμλετ, στον περίφημο διάλογό του. Νομίζω, πως από τώρα κιόλας ονειρευόμαστε.

Κάθε άνθρωπος που ξυπνάει από τα νεανικά του όνειρα, που έχει υπ’ όψη του και τη δική του πείρα και των άλλων, που μελέτησε την ιστορία του παρελθόντος και της ενοχής του, αν δεν του διαταράζουν τη λογική του αξερίζωτες προκαταλήψεις, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως αυτός ο κόσμος των ανθρώπων είναι το βασίλειο της τύχης και της πλάνης, που τον κυριαρχούν και τον κυβερνούν ανελέητα κατά πως θέλουν, βοηθημένες από την παραφροσύνη και την κακία, που δεν παύουν να κραδαίνουν το μαστίγιό τους. Έτσι, ότι το καλλίτερο υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων, φανερώνεται μέσα από χίλιες θλίψεις, κάθε ευγενής και σοφή έμπνευση δύσκολα βρίσκει την ευκαιρία να φανερωθεί, να ενεργήσει, να γίνει ακουστή, ενώ το παράλογο και το "ψεύτικο στον τομέα των ιδεών, ο πλατειασμός και η χυδαιότητα στις περιοχές της τέχνης, η πονηριά και ο δόλος στην πρακτική ζωή, βασιλεύουν ως απόλυτοι κύριοι, και σχεδόν χωρίς έλλειψη συνεχείας δεν υπάρχει σκέψη, ή μεγάλο έργο, που να μην αποτελεί εξαίρεση, ή μια απρόοπτη, παράξενη, ανήκουστη, εντελώς μεμονωμένη περίπτωση, σαν ένας ακρόλιθος που τον παράγει μια άλλη τάξη πραγμάτων από εκείνην που μας κυβερνάει. Όσο για τον καθένα χωριστά, η ιστορία μιας ζωής είναι πάντα η ιστορία ενός πόνου, γιατί κάθε στάδιο που διατρέχεται δεν είναι άλλο από μιαν αδιάσπαστη συνέχεια από αντιξοότητες και ατυχίες, που ο καθένας προσπαθεί να τις κρύψει, γιατί ξέρει πως όχι μόνο δεν εμπνέει στους άλλους συμπάθεια ή οίκτο, αλλ’ αντίθετα τους γεμίζει ικανοποίηση, τόσο πολύ τους αρέσει να φαντάζονται τις στενοχώριες των άλλων, από τις όποιες ξεφεύγουν για την ώρα. Είναι σπάνιο ένας άνθρωπος, στο τέλος της ζωής του, αν είναι ειλικρινής και ευχάριστος, να επιθυμεί να ξαναρχίσει ,το δρόμο του, και να μην προτιμάει άπειρες φορές τα απόλυτο μηδέν.

Οι αδιάκοπες προσπάθειες για να καταργηθεί η οδύνη δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα παρά ν’ αλλάζουν τη μορφή της. Στην αρχή εμφανίζεται με τη μορφή της ανάγκης, της αναγκαιότητας, της έγνοιας για τα υλικά πράγματα της ζωής. Μόλις κατορθώνουμε, με χίλιους κόπους, να διώξουμε αυτή τη μορφή της οδύνης, αμέσως μεταμορφώνεται και παίρνει χίλιες άλλες όψεις, ανάλογα με τις ηλικίες και τις περιστάσεις : πότε το σεξουαλικό ένστικτο, το ερωτικό πάθος, η ζηλοτυπία φθόνος, το μίσος, η φιλοδοξία, ο φόβος, η φιλαργυρία, η αρρώστια, κτλ. κτλ.... Μόλις δεν βρει καμιά ανοικτή είσοδο, φορεί τον θλιβερό γκρίζα μανδύα της ανίας και του κορεσμού, και τότε, για να την καταπολεμήσουμε, πρέπει να σφυρηλατήσουμε όπλα. Μόλις κατορθώσουμε να την διώξουμε, και όχι χωρίς αγώνα, ξαναγυρίζει στις παλιές της μεταμορφώσεις, και ξαναρχίζει πάλι ο χορός...

Εκείνο που απασχολεί όλους τους ζωντανούς και τους κρατάει λαχανιασμένους, είναι το να εξασφαλίσουν τη ζωή τους. Όταν όμως γίνει αυτό, δεν ξέρουμε πια τί να κάνουμε. Έτσι η δεύτερη προσπάθεια των ανθρώπων είναι να αλαφρύνουν το βάρος της ζωής, να το κάνουν ανεπαίσθητο, να σκοτώσουν τον καιρό τους, δηλαδή να ξεφύγουν από την ανία. Τους βλέπουμε, μόλις απαλλαγούν από κάθε υλική και ηθική δυστυχία,, μόλις ξεφορτώσουν τους ώμους τους από κάθε άλλο φορτίο, να γίνονται βάρος στον εαυτό τους, και να θεωρούν κέρδος κάθε ώρα που κατόρθωσαν να περάσουν, μ’ όλο πού κατά βάθος είναι αποχωρισμένοι απ’ αύτη τη ζωή πού με τόσο ζήλο προσπαθούν να την παρατείνουν. Η ανία δεν είναι αμελητέο κακό η απόγνωση καταλήγει να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο! Κάνει τούς ανθρώπους; πού τόσο λίγο αγαπούν ο ένας τον άλλον, να αναζητούν τόσο παράφορα ο ένας τον άλλο, και είναι ή πηγή τού κοινωνικού ένστικτου. Το κράτος την θεωρεί σαν δημόσια θεομηνία, όπως και το άκρο αντίθετό της, η πείνα, μπορεί να σπρώξει τους ανθρώπους σε κάθε εκτραχηλισμό : στο λαό χρειάζεται άρτος και θεάματα. Το σκληρό ποινικό σύστημα της Φιλαδέλφειας, πού βασιζόταν στην απομόνωση και στην απραξία, χρησιμοποιεί την ανία σαν τόσο τρομερό όργανο βασανιστηρίου που, για να γλυτώσουν απ’ αυτό, πολλοί κατάδικοι κατάφυγαν στην αυτοκτονία. Αν η φτώχεια είναι το διαρκές κέντρισμα για τους φτωχούς, για τους κοσμικούς ανθρώπους είναι η ανία. Στην πολιτειακή ζωή, η Κυριακή αντιπροσωπεύει την ανία, και οι έξι μέρες της εβδομάδας την φτώχεια.

Σοπενχάουερ, Οι οδύνες του κόσμου

Είναι, ο ΕΡΩΤΑΣ δημοκρατικός;

«Ελευθέρους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε», είπε ο Αλκιδάμας 2.500 χρόνια πριν, κι ο υπαρξιστής Ζαν Πολ Σαρτρ: «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».

Σωστά τα των φιλοσόφων περί της ελευθερίας του ανθρώπου, με μια διαφορά όμως: ότι στο μόνον που ο άνθρωπος εκχωρεί οικειοθελώς την ελευθερία του για να δεθεί με τα γλυκόπικρα «δεσμά» του είναι ο έρωτας!

Είναι, λοιπόν, ο ΕΡΩΤΑΣ δημοκρατικός; Η απάντηση βγαίνει άμεση κι αυθόρμητη: Καθόλου, ο έρωτας δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία! Συμβιβάζεται ο έρωτας με την ελευθερία; Δεν συμβιβάζεται, διότι καθόσο διαρκεί μας «κατέχει», είμαστε «υποτακτικοί» του, κι απέναντι σ’ έναν κατακτητή οι έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας διασαλεύονται, κι αν δεν αφανίζονται, υπολείπονται πολύ του πραγματικού νοήματός των.

Οι «αρρώστιες» του: ζήλεια, κτητικότητα, μοναδικότητα ή καμιά φορά και απιστία δεν είναι καθόλου δημοκρατικές! Ο έρωτας αντιστέκεται στις ουτοπίες της δικαιοσύνης και της ισότητας, αφού το ν’ αγαπάς σημαίνει να προτιμάς!.. Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι μια “φυλακή”! Ο ένας θέλει να επιβληθεί επί του άλλου, να τον κάνει κτήμα του, να τον εξουσιάζει. Όμως μέσα σ’ αυτήν την ωραία “φυλακή” αναπνέουμε άπαντες, σ’ αυτήν την ίδια οφείλουμε να μάθουμε να ερωτεύομαστε, να πενθήσουμε και να υμνήσουμε την ιδιότητά μας του “δεσμώτη”!

”Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας”, έλεγε σ’ ένα ποίημά του ο Αραγκόν. Στην πραγματικότητα όμως, για όσο διαρκεί, κι όποιες μεταπτώσεις και να έχει, ο έρωτας δεν μπορεί παρά να είναι ένα πάθος (για την/τον αγαπημένη/νο), με τα ευτυχή και δυστυχή που μπορεί να περικλείει. Ασφαλώς υπάρχει πόνος στους έρωτές μας, αλλά είναι ένας πόνος που προκαλεί μια αγωνία που δημιουργεί ηδονή. Ίσως το πάθος του μας οδηγήσει ακόμα και στη δυστυχία. Μα είναι ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία το να μην έχεις νιώσει ποτέ στη ζωή σου το πάθος του έρωτα!», (από συνέντευξη του Πασκάλ Μπρικνέρ)…

«”Τι εστί έρως, λοιπόν; αναρωτιόταν ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο οποίος αφού τον βίωσε όσο κανείς άλλος ίσως απαντούσε: έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης. Τέρας θεϊκό, που ορίζεται μόνον διαμέσου των παράδοξων. Ο έρωτας είναι η απάντηση σε όλα. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος είναι και η ερώτηση. Έρωτας λοιπόν σημαίνει έρωτας”.

Ο Ησίοδος γράφει στη Θεογονία του: “…και ο Έρωτας, που είναι ο πιο ωραίος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, ο λυσιμελής, και όλων των θεών και όλων των ανθρώπων δαμάζει μες στα στήθη τους τη γνώση και τη φρονιμάδα.”…”Δαίμονα” τον αποκαλεί ο Πλάτων στο Συμπόσιό του, λοιδορώντας το παράδοξό του, “ανίκατος μάχαν” κατά τον Σοφοκλή, “παγίδα” κατά τους Σοπενχάουερ και Χάρτμαν, και “διά του έρωτος συνέρχονται εις εν άπαντα”, θεωρούσε ο Εμπεδοκλής!

Και η Σαπφώ: “…με καίει ο πόθος και μ’ ανάβει σύγκορμη, τι θέλω μήτε ξέρω, δυο γνώμες είναι μέσα μου, σταγόνα τη σταγόνα ο πόνος στην ψυχή μου…Ο έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο έρωτας που παραμύθια πλάθει, μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας ”!

– Ο Πλούταρχος για τον έρωτα:

«Ο έρως ούτε την γένεσιν εξαίφνις λαμβάνει και αθρόαν ως θυμός, ούτε παρέχεται ταχέως, καίπερ πτηνός λεγόμενος, αλλ’ εξάπτεται μαλακώς και σχεδόν οίον εντήκων εαυτόν, αψάμενός τε της ψυχής παραμένει πολύν χρόνον, ουδ’ εν γηρώσιν ενίοις αναπαυόμενος αλλ’ εν πολλιαίς ακμάζων έτι πρόσφατος και νεαρός, αν δε και λήξη και διαλυθή, χρόνω μαρανθείς ή λόγω τινί κατασβεσθείς, ούπω παντάπασιν εξαπήλλακται της ψυχής αλλ’ εναπολείπει πυρίκαυτον ύλην κσαι σημεία θερμά, καθάπερ οι κεραυνοί οι τυφόμενοι.

Λύπης μεν γαρ ουδέν απαλλαγείσης ίχνος εν τη ψυχή παραμένει σύνοικον ουδ’ οργής τραχείας πεσούσης, συστέλλεται δε και φλεγμονή επιθυμίας παρεχούσης τραχύ κίνημα, τα δ’ ερωτικά δήγματα, καν αποστή το θηρίον, ουκ εξανίησι τον ιόν, αλλ’ ενοιδεί τα εντός σπαράγματα, και αγνοείται τι ην, πώς συνέστη, πόθεν εις την ψυχήν ενέπεσεν».

(Ο έρωτας ούτε γεννιέται και ολοκληρώνεται μονομιάς, όπως ο θυμός, ούτε περνάει και φεύγει γρήγορα, παρόλο που λένε πως έχει φτερά. Αντίθετα, φουντώνει σιγά σιγά, σχεδόν σα να λειώνει μέσα μας. Και από τη στιγμή που αγγίξει την ψυχή, μένει εκεί για πολύ καιρό, και σε μερικούς ανθρώπους δεν ησυχάζει ούτε κι όταν γεράσουν, αλλά παραμένει ακμαίος, φρέσκος και θαλερός, ακόμη κι αν ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Αν πάλι σβήσει και διαλυθεί, επειδή μαράθηκε από το χρόνο ή ύστερα από λογικές σκέψεις, δεν εγκαταλείπει ούτε τότε ολότελα την ψυχή, αλλά αφήνει μέσα της καμένο υλικό και θερμά αποτυπώματα, όπως ακριβώς οι κεραυνοί αφήνουν πίσω τους φωτιά που σιγοκαίει. Η λύπη, όταν πάψουμε να είμαστε λυπημένοι, δεν αφήνει κανένα σημάδι στην ψυχή, ούτε η άγρια οργή μας όταν υποχωρήσει, η έξαψη της επιθυμίας, όσο βίαια κι αν μας συγκλονίζει, επίσης καταλαγιάζει. Αντίθετα, οι λαβωματιές του έρωτα, ακόμη κι αν απομακρυνθεί το θηρίο, δεν χάνουν το κεντρί τους, αλλά προκαλούν πρήξιμο στα κομμάτια της ψυχής. Και κανείς δεν ξέρει τι ήταν, πως ξεκίνησε και από πού εφόρμησε εναντίον της ψυχής.)

Επίκουρος ο Θεομάχος

Κατά τη μεγαλύτερη περίοδο της αρχαιότητας, αν ρωτούσες κάποιον: «ποιοι είναι οι άθεοι;», θα σου απαντούσε αμέσως: «οι επικούρειοι!». Η σημερινή λέξη στα εβραϊκά για τον άθεο, apikoros, μαρτυρά τη διάρκεια του εν λόγω συσχετισμού.

Γύρω στο 360 π.Χ. ο Επίκουρος (το όνομά του σημαίνει «βοηθός») πήγε από το νησί της Σάμου στην Αθήνα, όπου και αγόρασε ένα κομμάτι γης έξω ακριβώς από τα τείχη της πόλης, όχι πολύ μακριά από την Ακαδημία του Πλάτωνα. Το κομμάτι αυτό γης θα γινόταν γνωστό ως Κήπος, και έγινε σύμβολο της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Στόχος του επικουρισμού ήταν να αφαιρέσει από τις ζωές των ανθρώπων την ψυχική ενόχληση και να επιτύχει την αταραξία. Οι επικούρειοι δεν επεδίωκαν τη σωματική ηδονή, όπως δηλώνει σήμερα η αγγλική λέξη epicurean, αν και πολλοί από τους εχθρούς τους στην αρχαιότητα τους κατηγορούσαν ακριβώς γι’ αυτό. Αντιθέτως, επεδίωκαν να αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα που επέφερε άγχος και οδηγούσε στη σύγκρουση -λάθε βιώσας ήταν το διάσημο μότο τους-, καθώς και να προσαρμόζουν τις συνήθειές τους ώστε να απομακρύνουν από την ψυχή τους κάθε είδους όχληση και φόβο. Οι έγνοιες και τα άγχη, όπως δίδασκε ο Επίκουρος, είχαν ως πηγή τους τις κενοδοξίες, τις κενές ουσίας αντιλήψεις μας για τον κόσμο.

Κεντρική θέση ανάμεσα σε αυτές τις λαθεμένες απόψεις έχουν για τον Επίκουρο οι εσφαλμένες μας αντιλήψεις για το υπερφυσικό. Οι επικούρειοι ήταν αυστηρά προσκολλημένοι σε φυσικές αρχές. Αναπτύσσοντας τα διδάγματα των ατομικών φιλοσόφων του 5ου αιώνα π.Χ., Λεύκιππου και Δημόκριτου, διατείνονταν ότι τα πάντα στο σύμπαν αποτελούνται από έναν άπειρο αριθμό άφθαρτων και αδιάσπαστων σωματιδίων, τα άτομα, τα οποία βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση -αν και η κίνηση αυτή δεν μπορεί πάντοτε να προβλεφθεί (εξαιτίας της γνωστής αρχής της «παρέκκλισης»)- καθώς και από άπειρο κενό. Δεν υπάρχει κάτι πέραν του σύμπαντος (καθώς το σύμπαν δε γνωρίζει όρια). Η ανθρώπινη ψυχή, επίσης, αποτελείται από άτομα, λεπτεπίλεπτα σωματίδια που μοιάζουν με φωτιά και αέρα. Όταν πεθαίνουμε, οι ψυχές μας αποσυντίθενται κατευθείαν, όπως και το σώμα μας με τον καιρό. Επομένως, δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή.

Η συγκεκριμένη θεωρία της ύλης συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο του επικουρισμού να εξασφαλίσει αταραξία, καθώς οι παρανοήσεις των ανθρώπων σε ό,τι αφορά τη φύση του θανάτου αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή άγχους στη ζωή μας. «Ο θάνατος δεν μας αφορά» έγραψε ο Επίκουρος «καθώς ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται, και αυτό που παύει να αισθάνεται δεν μας αφορά». Ο θάνατος δεν προκαλεί πόνο, εφόσον οι νεκροί δεν είναι σε θέση να αισθανθούν τίποτε. Ο θάνατος είναι απλώς η αποσύνθεση ενός συγκεκριμένου συνόλου ατόμων.

Και τι συμβαίνει με τους θεούς; Εκ πρώτης όψεως, η επικούρεια αντίληψη του κόσμου δεν έχει ανάγκη από την έννοια της θεότητας, καθώς τα πάντα μπορούν να εξηγηθούν με απόλυτα υλιστικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, ο Επίκουρος επέμενε ότι οι θεοί υπάρχουν και ασκούσε δριμεία κριτική στους άθεους. «Πρώτα απ’ όλα, να έχεις στον νου σου ότι ο θεός είναι μία άφθαρτη και ευτυχισμένη οντότητα... μην του αποδίδεις καμιά ιδιότητα που αντιφάσκει με τις έννοιες της αφθαρσίας και της ευτυχίας». (Ο «θεός», για την ακρίβεια, δεν υποδηλώνει μονοθεϊσμό σε αυτό το σημείο. Πρόκειται απλά για μία συνηθισμένη φιλοσοφική συντόμευση για την αναφορά στο θείο εν γένει.).

Αλλά, συνεχίζει, οι θεοί δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν. Ουσιαστικά, είναι περισσότερο ασεβές να πιστεύει κανείς στους θεούς της λαϊκής παράδοσης από το να αρνείται την ύπαρξή τους. Η πλέον καταστροφική παρανόηση έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι οι θεοί αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων. Δεν ήταν οι θεοί αυτοί που δημιούργησαν το σύμπαν και αυτοί που το κυβερνούν. Μπορούμε να καταλάβουμε τη φύση μόνο εφόσον αντιληφθούμε τους φυσικούς νόμους που διέπουν τον κόσμο. Και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε την αποκλειστική ευθύνη των επιλογών που κάνουμε, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από την δικαιολογία ότι μία εξωτερική δύναμη ήταν αυτή που μας ανάγκασε να δράσουμε όπως δράσαμε. Οι θεοί ζουν μακριά μας και δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή μας.

Ο Επίκουρος πίστευε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας είναι ακριβής. Οι αισθήσεις μας οφείλονται στη ροή ατόμων που καταλήγουν στα αισθητηριακά μας όργανα και τα άτομα, μαζί με το κενό, συνιστούν την πραγματικότητα.

Η απώλεια βασικών έργων του Επίκουρου καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε βεβαιότητα σχετικά με τις απόψεις του. Από τα πολλά γραπτά του, τα μόνα που διασώζονται είναι τρεις συνοπτικές επιστολές και ένα εγχειρίδιο «βασικών αρχών» (κύριαι δόξαι), καθώς και παραθέματα και αναφορές σε ύστερους συγγραφείς. Ακόμη κι έτσι, μας σώζεται αρκετός Επίκουρος για να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε μία γενική εικόνα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Σίγουρα πίστευε ότι οι συμβατικές θρησκευτικές τελετουργίες ήταν χάσιμο χρόνου. Η λατρεία των θεών, η προσευχή, το να ορκίζεσαι στο όνομά τους και να τους κάνεις αγάλματα πίστευε ότι δεν οδηγούσαν πουθενά. Πρέπει να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα διότι, εν μέρει, η ευτυχία μας εξαρτάται από την αγαστή συνύπαρξη με τους συμπολίτες μας, αλλά δεν πρέπει να ξοδεύουμε πάρα πολλή από την πολύτιμη συναισθηματική μας ενέργεια γι’ αυτά τα ζητήματα. Ο Επίκουρος, επομένως, φαίνεται να πίστευε ότι οι λαϊκές δοξασίες περί θείου είναι ακίνδυνες, αν και εσφαλμένες. Οι σοφότεροι από εμάς, λέει, έχουν κατακτήσει την πραγματική αλήθεια για τους θεούς - αλλά, δυστυχώς, δεν μας λέει ποια είναι αυτή η αλήθεια.

Πως θα αποφύγεις την αμήχανη σιωπή ενώ βγαίνεις ραντεβού

Μπορεί να ψάχνετε για ένα άτομο με το οποίο πιστεύετε ότι θα είστε συμβατοί. Μπορεί να το κάνετε αυτό βγαίνοντας τα Σαββατοκύριακα ή μπορεί ακόμη και να χρησιμοποιείτε εφαρμογές γνωριμιών. Ωστόσο, ένα θέμα που μπορεί να αντιμετωπίσατε με αυτήν τη διαδικασία είναι ότι συνεχίζετε να συναντάτε άτομα με τα οποία είναι δύσκολο να συζητήσετε κάποια πράγματα. Αφού είδατε αυτό το ζήτημα να συμβαίνει κάποιες φορές, μπορεί να αναζητάτε έναν τρόπο να αποφύγετε τα ραντεβού που δεν προχωρούν περισσότερο από κάποιες ρηχές κουβέντες. Λοιπόν, τι κάνετε αν θέλετε να αποφύγετε συζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά; Πώς προσεγγίζετε αυτό το είδος κατάστασης; Αν και οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις μπορεί να είναι διαφορετικές για τον καθένα, εδώ είναι μερικές προτάσεις.

1. Ακούστε τους άλλους που το πάνε πριν ξεκινήσετε

Όταν βγαίνετε με κάποιο άτομο αρχικά σκεφτείτε να ακούσετε πρώτα τι λένε σχετικά με τις πιθανές προοπτικές μιας σχέσης. Αυτό μπορεί να σας βοηθήσει να καταλάβετε εάν εξακολουθείτε να ενδιαφέρεστε για το άτομο αυτό, πριν αποφασίσετε να ξεκινήσετε κάτι μαζί του.

2. Προσπαθήστε να βρείτε κοινά πράγματα και οι δυο σας

Υπάρχει πιθανότητα η συζήτηση να οδηγηθεί μόνο σε απλές κουβέντες, επειδή ο άλλος δεν σχεδιάζει να μιλήσει μαζί σας για σοβαρά θέματα. Προσπάθησε, λοιπόν, να κάνεις τον άλλον να νιώσει άνετα βρίσκοντας πράγματα που οι δυο σας έχετε κοινά. Αυτό μπορεί να βοηθήσει τη συζήτηση να κυλήσει πιο ομαλά.

3. Σκεφτείτε υποθετικές ερωτήσεις για να κάνετε στο άλλο άτομο

Προσπαθήστε να κάνετε τα πράγματα πιο διασκεδαστικά δημιουργώντας υποθετικές ερωτήσεις που θα του κάνετε. Για παράδειγμα, γιατί να μην ρωτήσετε τι θα έκανε αν ήταν αποκλεισμένος σε ένα έρημο νησί; Αυτό μπορεί να δώσει στους δυο σας την ευκαιρία, να μιλήσετε για κάτι ενδιαφέρον και μπορεί να σας βοηθήσει να μάθετε περισσότερα για το άλλο άτομο.

4. Μιλήστε για δύσκολα θέματα την κατάλληλη στιγμή

Πριν μιλήσετε για κάτι που μπορεί να σας κάνει να νιώθετε άνετα, επιλέξτε την κατάλληλη στιγμή για να το συζητήσετε. Αν δεν είναι έτοιμος να συζητήσει κάτι, σεβαστείτε τα συναισθήματά του και προτείνετε να αναβάλλετε τη συζήτησή σας μέχρι να είστε και οι δύο έτοιμοι.

Όσο περνάει ο καιρός, θα αρχίσετε να εμπιστεύεστε περισσότερο ο ένας τον άλλον και τελικά θα είστε έτοιμοι να κάνετε μια δύσκολη συζήτηση.

5. Να είστε ειλικρινείς

Η ειλικρίνεια είναι κρίσιμη όταν πρόκειται για την προσέγγιση δύσκολων θεμάτων. Διδασκόμαστε από μικροί ότι όταν είμαστε ειλικρινείς από κάθε άποψη, μπορούμε να απολαμβάνουμε ψυχική ηρεμία και να διατηρούμε τον αυτοσεβασμό.

Μπορεί να φαίνεται πιο εύκολο να κρύψετε τα αληθινά σας συναισθήματα για ένα δύσκολο θέμα ή πράγματα από το παρελθόν σας, αλλά είναι καλύτερα να είστε ανοιχτοί και ειλικρινείς. Μην ξεχνάτε ότι μέρος της ειλικρίνειας μπορεί να είναι η έκφραση ότι δεν είστε έτοιμοι να μιλήσετε για ορισμένα πράγματα. Καθώς θα είστε και οι δύο πρόθυμοι να είστε ειλικρινείς στη σχέση σας, αυτή θα προχωρήσει.

6. Πάντα να ακούτε τους άλλους

Όταν μοιράζεστε δύσκολα πράγματα μεταξύ σας ή όταν διαφωνείτε, μερικές φορές μπορεί να πληγωθείτε ή άλλα επώδυνα συναισθήματα — και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Αλλά για να επικοινωνήσετε αποτελεσματικά, είναι καλύτερο να χαλιναγωγήσετε τα συναισθήματά σας και να ακούτε ο ένας τον άλλον. Ένας σοφός έλεγε κάποτε: «Μάθετε να ακούτε και ακούτε για να μαθαίνετε». Πρέπει πρώτα να προσπαθήσεις να καταλάβεις και μετά να σε καταλάβουν. Βεβαιωθείτε ότι ακούτε για να καταλάβετε πλήρως από πού προέρχεται ο άλλος, ακόμα κι αν λέει κάτι που δεν θέλετε να ακούσετε. Όσο περισσότερο ακούτε, τόσο πιο εύκολο θα είναι να τους καταλάβετε και να ξεπεράσετε τα πληγωμένα συναισθήματα.

Η επικοινωνία στις σχέσεις απαιτεί πραγματική προσπάθεια και από τους δυο σας, αλλά θα σας αποδώσει σε όλη σας τη ζωή. Το να μάθετε να επικοινωνείτε τόσο για τα εύκολα όσο και για τα δύσκολα πράγματα θα είναι μια τεράστια ευλογία στη σχέση σας. Και αν έχετε μάθει να μιλάτε για δύσκολα πράγματα ενώ βγαίνετε ραντεβού, θα χτίσετε μια γερή βάση για να επικοινωνείτε και να ενισχύετε ο ένας τον άλλον σε όλη τη διάρκεια του γάμου σας.

Αν δε σου δίνει ό,τι δίνεις να προτιμήσεις το τίποτα;

«Ό,τι δίνεις παίρνεις σε αυτή τη ζωή» μας λέγανε, τόσο συχνά που το τηρήσαμε κατά γράμμα, ακόμα και σε αυτά που δεν έπρεπε. Πόσο μάλλον στις σχέσεις μας. Καθίσαμε κάτω και μετρήσαμε τι μας έδωσε ο ένας και τι ο άλλος, ποιος έδωσε τα περισσότερα και ποιος τα λιγότερα. Τα βάλαμε δίπλα δίπλα και αποφασίσαμε ποιους θα κρατήσουμε κοντά μας.

Δίναμε λίγα, εισπράτταμε λίγα. Περιμέναμε πολλά, αλλά ποτέ δε μας ήρθαν δίχως αντάλλαγμα. Οπότε καταλάβαμε από πολύ νωρίς πως στις σχέσεις εάν δώσεις πολλά έχεις περισσότερες πιθανότητες να πάρεις πολλά. Όμως ξεχάσαμε τον αστάθμητο παράγοντα «άνθρωπο» και τη φωνούλα που ζει μέσα μας, η οποία ζητά όλο και περισσότερα. Κάποια στιγμή δε μας φτάνουν όσα μπορεί να δώσει ο άλλος ή δεν μπορούμε να αποδεχτούμε πως υπάρχουν πράγματα που αδυνατεί να προσφέρει και κάνουμε λογαριασμό. Όσα δώσαμε ήρθε η ώρα να τα ζητήσουμε πίσω. Με τόκο, παρακαλώ.

Η σχέση είναι επένδυση εξάλλου και κάτι πρέπει να βγει από αυτή, γιατί -κυνικά μιλώντας- ποιος ο λόγος να είμαστε με κάποιον εάν δε μας προσφέρει τίποτα; Το αν αυτό θα το πούμε ασφάλεια, αγάπη, φροντίδα ή διέξοδο, μικρή σημασία έχει. Το ζητούμενο είναι πως κάτι περιμένουμε να κερδίσουμε. Είτε τα παραπάνω, είτε επιβεβαίωση, θαυμασμό, λατρεία. Μπορεί εμείς να τα δίνουμε όλα ή τουλάχιστον αυτό να πιστεύουμε, αλλά εάν δεν αισθανθούμε πως και ο άλλος ανταποκρίνεται, τα χρεώνουμε ως δάνειο. Ένα δάνειο το οποίο περιλαμβάνει θυσίες (που μας κάνουν να νιώθουμε θύματα), υποχωρήσεις δίχως αιτία, υπερβολική ανιδιοτέλεια από μέρους μας και αναγκαστικές δεσμεύσεις που καταλήγουν καταπιεστικές. Θεωρούμε πως δίνοντας τα πάντα, ακόμα και τον εαυτό μας, θα έχουμε τη δυνατότητα και την υποχρέωση προς το πρόσωπό μας να ζητήσουμε την αποπληρωμή του δανείου. Όσα περισσότερα δίνουμε, τόσο μεγαλώνει ο λογαριασμός. Ο άλλος μπορεί να μην έχει την ικανότητα να πληρώσει ή να μη θέλει να το κάνει, να μην το θεωρεί καν αναγκαίο.

Εξαναγκάζουμε τον εαυτό μας ή τον άλλον να καταπιεστεί, να δεχτεί να είναι υπό συνεχώς και να σημειώνει όσα θα ζητήσει στο τέλος. Γιατί αυτό είναι σίγουρο· κανένα χρέος δε μένει απλήρωτο. Κρατάμε τον άλλον άνθρωπο δέσμιό μας, δεν τον αφήνουμε να φύγει, παρά μόνο όταν μας δώσει όσα του προσφέραμε. Ή όλα ή τίποτα. Ή όλη την αγάπη και την έγνοια μας ή τίποτα. Γιατί έτσι μάθαμε να υπολογίζουμε, ή 0 ή 100. Τα ενδιάμεσα μάς φαίνονταν ανούσια και γκρίζα, στο 50 – 50 δεν κερδίζαμε τίποτα, οπότε βρήκαμε πώς θα γινόμασταν πλούσιοι.

Χρωστάμε ο ένας στον άλλον μέχρι να πατσίσουμε και μετά πάλι απ’ την αρχή. Κάποιος πρέπει να δώσει κάτι παραπάνω, κάποιος πρέπει να χρειαστεί κάτι, να του λείψει κάτι για να του το προσφέρουμε εμείς και μετά είναι προαπαιτούμενο να μας ευγνωμονεί. Αλλά εάν ο άλλος ή εμείς κηρύξουμε πτώχευση, αυτό σημαίνει πως με ένα χτύπημα των δαχτύλων, μπορούμε να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε για εκείνον; Όλα εξαρτώνται από το ύψος του λογαριασμού και των οφειλών; Κάποιοι θα απαντούσαν «ναι» και παρ’ όλο που στο μυαλό μας δεν είναι τόσο μαθηματικά δομημένο, οι πράξεις και η συμπεριφορά μας δηλώνουν το αντίθετο. Οπότε, το όλα ή τίποτα που θεωρούμε πως υποστηρίζουμε, κάπου σταματά, μπορεί να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη αλλά και να χαθεί ολοσχερώς.

Για την ιδέα ή ακόμα και για την υλοποίηση της αγάπης δε θα δίναμε τα πάντα, όχι γιατί δεν μπορούμε, αλλά γιατί εάν το καλοσκεφτούμε δε θα ‘πρεπε. Κάπου πρέπει να χαράξουμε τα όριά μας: πόσα και για πόσο καιρό αντέχουμε. Αφήνουμε τον «άλλον» να μπει στη ζωή μας και να βρεθεί δίπλα στον εαυτό μας, να τον ζήσει στις φωτεινές και στις σκοτεινές του μέρες και αυτή η ιδιότυπη «συγκατοίκηση» απαιτεί παραχωρήσεις που πρέπει να ξέρουμε εάν είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε. Παραχωρήσεις όχι στον άλλον αλλά στον εαυτό μας. Παραχωρήσεις που μας αφήνουν περιθώριο να υπάρχουμε ελεύθερα και όχι με τον φόβο εάν θα μας ζητήσει ο άλλος κάτι παραπάνω ή μήπως του πάρουμε κάτι που μας χρωστάει.

Η αγάπη δεν πρέπει να βγαίνει να πλειστηριασμό, ούτε ο εαυτός μας να περνάει από 40 κύματα για να δείξουμε στον άλλον ότι τον αγαπάμε. Πρέπει να ρέει με αρμονία και αρμονία σημαίνει ισότητα, σημαίνει πως «κάνω ό,τι κάνω γιατί σε αγαπώ κι κάνεις ό,τι κάνεις χωρίς να σκέφτεσαι ωφελιμιστικά το αντάλλαγμα». Mην πιστέψεις ότι κάποια υποχρέωση σε δένει. «Tο χρέος σου είναι να καταταχθείς πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσική και σημαίας» (Κ. Π. Καβάφης).

Απωθούμε στο ασυνείδητο όσα δε μας άρεσουν;

«Μέχρι να γίνει το ασυνείδητο συνειδητό, θα κατευθύνει τη ζωή μας και θα το αποκαλούμε μοίρα», είπε ο Ψυχαναλυτής Carl Jung.

Το ασυνείδητο είναι εκείνο το μέρος του μυαλού, που μοιάζει με «αποθήκη», το μέρος που «γεννάει» πολλές νοητικές διαδικασίες, οι οποίες με τη σειρά τους εκδηλώνονται στο ανθρώπινο μυαλό, χωρίς ωστόσο το άτομο να γνωρίζει την ύπαρξή τους. Η αποθήκη αυτή περιλαμβάνει ασυνείδητα συναισθήματα, ασυνείδητες σκέψεις ή ιδέες, συμπλέγματα, φοβίες, τους κρυφούς μας πόθους και τις συγκαλυμμένες επιθυμίες.

Κι αν βέβαια σκεφτεί κανείς ότι σε πάρα πολλές καθημερινές δραστηριότητές μας, χρησιμοποιούμε το ασυνείδητο, μέσα από τη μη συνειδητή διενέργεια πολλών πράξεων, μάλλον καταλαβαίνουμε γιατί οι ψυχολόγοι ανά τους αιώνες έχουν αφιερώσει τόνους μελανιού γι΄ αυτό το μυστηριώδες, αλλά και πολύ γοητευτικό θέμα. Για παράδειγμα, κάποιες φορές, ακόμη και στη διαδικασία της μάθησης, όπως είναι η αναγνώριση πολύπλοκων μοτίβων, λαμβάνουν χώρα μηχανισμοί οι οποίοι είναι εκτός της συνείδησής μας. Αλλά πολύ συχνά και η κρίση μας καθώς και η λήψη των αποφάσεων που παίρνουμε γίνονται εκτός συνείδησης. Επίσης, τα ανθρώπινα κίνητρα και η διαπροσωπική έλξη διαμορφώνονται πέρα από τη συνείδηση, ενώ η διαίσθηση θεωρείται αδιαμφισβήτητα απόρροια των ασυνείδητων ψυχικών μας διεργασιών, αφού αν το καλοσκεφτούμε είναι ένα σύνολο από υποθέσεις που προέρχονται από τη γνώση και την εμπειρία μας.

Κι αυτό δε συμβαίνει μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και σε άλλες καθημερινές δραστηριότητες κατά τις οποίες το άτομο προσπαθεί να αντιμετωπίσει το άγχος του ή να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Έτσι εμποδίζοντας τη συντριβή του «εγώ» του, χρησιμοποιεί τους λεγόμενους «Μηχανισμούς Άμυνας».

Γιατί πονάει όταν το «εγώ» έρχεται σε σύγκρουση με αυτά -που εν γνώσει μας και μη-, του κρύβαμε.

Για παράδειγμα, κάνοντας χρήση της «αντισταθμιστικής συμπτωματολογίας», το άτομο μετατρέπει ασυνείδητα τις ανεπιθύμητες ή επικίνδυνες σκέψεις ή παρορμήσεις του, στο αντίθετο. Ένας έφηβος που είναι πολύ θυμωμένος με το αφεντικό του και στην πραγματικότητα θα ήθελε να εγκαταλείψει τη δουλειά του, μπορεί αντιθέτως να είναι υπερβολικά ευγενικός προς το αφεντικό του, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του γι’ αυτή τη δουλειά.

Άλλος μηχανισμός άμυνας, είναι η «διανοητικοποίηση». Όταν ένα άτομο χρησιμοποιεί αυτόν το μηχανισμό, παγώνει όλα τα συναισθήματά του και προσεγγίζει μια κατάσταση μόνο από τη λογική πλευρά, ειδικά στην περίπτωση που η έκφραση των συναισθημάτων του είναι ακατάλληλη.
Και επειδή η υπερβολική διανοητική ανάλυση μιας κατάστασης, στερεί το άτομο από τη συναισθηματική φόρτιση, τελικά του προσφέρει μια φαινομενική ανακούφιση και ηρεμία.

Μάλιστα, οι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό, ο οποίος απαντάται περισσότερο στους ιδεοψυχαναγκαστικούς χαρακτήρες.

Θα μπορούσαμε πάντως να γράφουμε μέχρι αύριο, για όλες αυτές τις ασυνείδητες συμπεριφορές που συχνά χρησιμοποιούμε για τον έναν ή για τον άλλον λόγο. Αξίζει να αναφέρουμε όμως τη «διάσχιση». Η διάσχιση συμβαίνει όταν ένα άτομο χάσει το αίσθημα του χρόνου ή του προσώπου, βρίσκοντας εκείνη τη στιγμή, μια διαφορετική αναπαράσταση του εαυτού του για να συνεχίσει. Έχει βρεθεί μάλιστα ότι ένα άτομο που διασπάται συχνά χάνει το αίσθημα του χρόνου ή του εαυτού του και τις συνηθισμένες σκέψεις ή αναμνήσεις του. Οι έρευνες δείχνουν ότι άτομα με ιστορικό παιδικής κακοποίησης συχνά υποφέρουν από κάποια μορφή αποσύνδεσης. Ένα άτομο λοιπόν που διασπάται μπορεί να αποσυνδεθεί από τον πραγματικό κόσμο για λίγο χρονικό διάστημα και να ζήσει έναν διαφορετικό κόσμο, ο οποίος δεν τον γεμίζει με σκέψεις, συναισθήματα και στενόχωρες αναμνήσεις.

Η περιβόητη Ψυχανάλυση, αποτελεί μια θεραπεία, όπου το ασυνείδητο δεν περιέχει μόνο τις μη συνειδητές σκέψεις, αλλά οτιδήποτε απωθείται ενεργά από τη συνείδηση ή οτιδήποτε το άτομο δε θέλει να γνωρίζει συνειδητά. Έργο του ψυχαναλυτή είναι να επαναφέρει στη συνείδηση, όλα αυτά τα οποία ένας άνθρωπος απωθεί στο ασυνείδητο κι έτσι σιγά-σιγά με το πέρασμα του χρόνου, να οδηγηθεί σε μια μερική ή ακόμη και ολική αναδόμηση της προσωπικότητάς του.

Είναι ο Θαλής ο θεμελιωτής της Ελληνικής φιλοσοφίας και γιατί;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Θαλής συνιστά αδιαμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας του πνεύματος. Από την αρχαιότητα ήδη συγκαταλέγονταν στη χορεία των Επτά Σοφών - και μάλιστα μόνο το δικό του όνομα μαζί με αυτό του Σόλωνα εμφανίζονταν σταθερά σε όλες τις εναλλακτικές συνθέσεις της ομάδας. Από την άλλη, ο Αριστοτέλης πρώτος[1] και πολλοί άλλοι στη συνέχεια τον αναγνωρίζουν ως τον πατέρα της φιλοσοφίας. Αποτελεί, συνεπώς, ζήτημα αν ο Θαλής είναι σοφός ή φιλόσοφος και μάλιστα αν μπορεί να θεωρηθεί, παρά τις όποιες αντίθετες απόψεις, ως ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος.

Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει την άποψη του Αριστοτέλη, όχι μόνον γιατί συνιστά από ιστορικής και επιστημονικής πλευράς μια αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά κυρίως στηριζόμενοι σε τεκμήρια και επιχειρήματα που αποδεικνύουν την ισχύ της θέσεως του αρχαίου φιλοσόφου. Η απόπειρά μας θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη. Σε πρώτη φάση επιχειρείται να καταδειχτεί ότι ο Θαλής δεν ήταν μόνον ένας σοφός -κάτι που εκλαμβάνεται ως δεδομένο - αλλά ένας πραγματικός φιλόσοφος, ενώ στη συνέχεια θα αναφερθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους υποστηρίζεται η άποψη ότι είναι ο πρώτος φιλόσοφος στην ιστορία της αρχαίας Ελληνικής, αλλά και της δυτικής φιλοσοφίας.

ΘΑΛΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Η πνευματική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στην αρχαϊκή και προκλασική Ελλάδα διακρίνεται σε γενικές γραμμές σε δύο τομείς, στην μυθική διανόηση, όπου εντάσσεται η κίνηση των Ορφικών και των Πυθαγορείων, και στην φιλοσοφική και επιστημονική δραστηριότητα, που εκφράστηκε από την Ιωνική σχολή . Ο Θαλής τοποθετείται στη δεύτερη, όχι τόσο λόγω της καταγωγής του, αλλά κατεξοχήν λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα πράγματα και σκέπτεται περί αυτών. Ενώ, δηλαδή, εκπρόσωποι του ορφισμού και του πυθαγορισμού εμφανίζουν μεμονωμένα προσπάθειες εκλογίκευσης των παραδεδομένων από το μύθο θεωριών για την αρχή και τη λειτουργία του κόσμου[2], η θεωρία τους προβάλλει έντονα στοιχεία μυστικισμού, στάση που τους τοποθετεί στο μεταίχμιο μυθικής διανόησης και φιλοσοφίας[3]. Η μυθολογική σκέψη αρχίζει σταδιακά να παραχωρεί τη θέση της στην ορθολογική και ο Μύθος, που ήταν συνδεμένος με τη θρησκεία και τους υπερφυσικούς τρόπους επίδρασης, στέκεται πλέον αντιμέτωπος στο Λόγο, που προσπαθεί να εντοπίσει τις φυσικές αιτίες των πραγμάτων με σωστή ακολουθία αιτιολογικής σκέψης. Η μεταβολή αυτή συντελείται με τους Ίωνες[4], αρχής γενομένης με το Θαλή, με τους οποίους εισερχόμεθα για πρώτη φορά στον χώρο της φιλοσοφίας.

Μέχρι εκείνη την εποχή οι διανοητές επιδίδονταν σε έναν αγώνα να συγκεράσουν τις πληροφορίες που παρείχε ο μύθος, ώστε να καταλήξουν σε μια ορισμένη διαδικασία, η οποία να οδήγησε στη γένεση του κόσμου με την επενέργεια θεϊκών οντοτήτων. Από τον Θαλή και έπειτα η σκέψη αυτή παύει να συνιστά το μοναδικό ή πάντως το βασικό ζητούμενο και η στροφή του ενδιαφέροντος στρέφεται στα όντα, την εμπειρική πραγματικότητα και τα στοιχεία που τη συγκροτούν. Οι Ίωνες, με αφετηρία την παραδοχή ότι ο κόσμος έχει υλική αρχή, παρατηρούν το φυσικό περιβάλλον, αναγνωρίζουν τη ποικίλη συμβολή του στη ζωή του ανθρώπου και αναζητούν τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία του[5]. Έτσι, βασικός τους σκοπός γίνεται πλέον η μελέτη που θα οδηγήσει στη γνώση των όντων.

Η σκέψη των πρώτων φιλοσόφων είναι αρκετά διαυγής, ώστε να αντιληφθεί ότι πέρα από το φυσικό κόσμο, στον οποίο εντάσσεται ο άνθρωπος, υπάρχει και ο κόσμος των θεών. Υπάρχει μάλιστα μια μαρτυρία ότι ο Θαλής υπήρξε ο πρώτος που φιλοσόφησε για τα ουράνια και τα θεϊκά πράγματα . Για αυτόν φυσικές και θεϊκές υπάρξεις αποτελούν εξ ίσου μέρη της αιώνιας ψυχής του κόσμου. Το θείο, ωστόσο, καθότι αγέννητο, δεν έχει ούτε αρχή, ούτε τέλος[6]. Αν, όμως, ο κόσμος των θεών δεν γνωρίζει τέλος, κάτι αντίστοιχο θα πρέπει να συμβαίνει και στον χώρο της φύσης, δηλαδή πέρα από τη μεταβολή, θα πρέπει να υπάρχει κάτι αναλλοίωτο, που να αποτελεί την αρχή και την ουσία των πάντων[7], το οποίο για τον Μιλήσιο φιλόσοφο, είναι το υγρό. Έτσι, το υλικό και το θείο, ο κόσμος ο φυσικός και εκείνος των θεών, έχουν ως κοινό κατηγόρημα την αιωνιότητα[8]. Η γέννηση της φιλοσοφίας με το Θαλή συνεπάγεται, συνεπώς, την ταυτόχρονη γέννηση της επιστήμης[9] και μάλιστα, όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια, μερικών από τους πιο σημαντικούς κλάδους της, όπως της Φυσικής, της Αστρονομίας των Μαθηματικών και της Γεωμετρίας.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει τον Θαλή ως τον ιδρυτή της φιλοσοφίας των «φυσικών» ή «φυσιολόγων» που ασχολούνταν με την αναζήτηση των φυσικών αιτίων. Πράγματι, οι Ίωνες φιλόσοφοι ονομάστηκαν επίσης και Φυσικοί Φιλόσοφοι " επειδή προσπαθούσαν μέσα απ' τη μελέτη της φύσης να πλησιάσουν και να γνωρίσουν την "Πρώτη Αρχή", μια οντολογική δηλαδή αρχή, που κινεί τα πάντα, όπως επίσης και τους νόμους της φύσης, ανάγοντας τη δομή του κόσμου σε κάποιο "υλικό" στοιχείο. Η αρχή αυτή για τον Θαλή ήταν το ύδωρ ή πάντως το υγρό στοιχείο[10], το οποίο με κράσεις[11] δίνει τα τέσσερα βασικά[12] και τα άλλα φυσικά στοιχεία, όπως τον αέρα, τη φωτιά, το χώμα, τα πετρώματα, κ.ο.κ[13]. Αυτή είναι η αρχή των πάντων, το ουσιώδες στοιχείο ζωής, μεταβλητό και κοινό σε όλα τα όντα, εκείνο από το οποίο κατά πρώτον ένα πράγμα λαμβάνει ύπαρξη και από το οποίο όλα τα όντα προέρχονται. Η θέση αυτή στηρίζει απόλυτα τη θέση ότι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τις αρχές των όντων, δηλαδή λειτούργησαν ως φιλόσοφοι ερευνητές ήταν οι Ίωνες με πρώτο τον Θαλή.

Η άποψή του Θαλή για το υγρό στοιχείο σαφώς φέρει απόηχους των ομηρικών και των ησιόδειων κοσμολογικών αντιλήψεων, όπως και η θεωρία του ότι η γη έχει τη μορφή ενός κυκλικού δίσκου που στηρίζεται στο νερό[14] απηχεί τη βαβυλωνιακή και την αιγυπτιακή μυθολογία. Ελλείψει περαιτέρω ανάλυσης της άποψης αυτής από τον ίδιο τον φιλόσοφο, δεν μπορούμε με απόλυτη ασφάλεια να καταλήξουμε αν θεωρούσε ότι το νερό, εκτός από κοσμογονική αρχή, συμμετέχει στη σύσταση του κόσμου, δηλαδή αν πρόκειται παράλληλα για γενεσιουργό και ζωοποιό στοιχείο. Εκείνο που είναι πάντως βέβαιο και το σημαντικότερο είναι ότι ο φιλόσοφος αφαιρεί από το νερό τη θεϊκή του ιδιότητα και το αναγνωρίζει μόνον ως φυσικό σώμα, καθώς και η παραδοχή του ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε μέσα από φυσικές διεργασίες

Ολοκληρώνοντας την αναφορά στην ενασχόληση του φιλοσόφου με τη φυσική επιστήμη, να προσθέσουμε ότι ο Θαλής επισήμανε τις ελκτικές ιδιότητες του ορυκτού μαγνητίτη και του ήλεκτρου[15], κάνοντας ένα βήμα προς τη μελέτη αντιστοίχως του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού[16]. Η έρευνά του στηρίχτηκε στην παρατήρηση του αισθητού και επίγειου κόσμου, καταλήγοντας ότι όλα τα ζωντανά πράγματα έχουν το στοιχείο της κίνησης[17].

Εντυπωσιακά είναι τα επιτεύγματα που αποδίδονται στο Θαλή όσον αφορά το χώρο της Αστρονομίας[18]. Ιδιαίτερη γνωστή είναι η συμβολή του στον πόλεμο με τους Μήδους, όταν προέβλεψε και ερμήνευσε μία ολική έκλειψη ηλίου[19] που έγινε (σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) την 28η Μαΐου του 585 π.Χ. και ήταν ορατή από την Ιωνία[20]. Ο τρόπος με τον οποίο ο φιλόσοφος οδηγήθηκε σε αυτή την πρόβλεψη δε μπορεί να οριστεί με βεβαιότητα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι χρησιμοποίησε στους υπολογισμούς του το Σάρον[21] ή Εξελιγμόν, έναν εμπειρικό κύκλο 6.585,32 ημερών ήτοι 18 περίπου ετών, διάστημα κατά το οποίο παρατηρήθηκε από τους Βαβυλώνιους ότι επαναλαμβάνονται αυτές οι εκλείψεις[22]. Άλλοι, διατείνονται ότι χρησιμοποίησε γεωμετρικούς υπολογισμούς, λαμβάνοντας ως δεδομένη τη σφαιρικότητα τής γης και της σελήνης. Φαίνεται πάντως ότι ο Θαλής είχε αναπτύξει μια μέθοδο με την οποία υπολόγιζε τα μήκη των φαινομένων διαμέτρων ηλίου και σελήνης σε σύγκριση με τα μήκη των τροχιών τους, παρατηρώντας την ευθυγράμμιση των δύο αυτών ουρανίων σωμάτων.

Εξίσου εντυπωσιακή είναι η θεωρία που του αποδίδεται για τη Σελήνη, ότι δηλαδή πρόκειται για ένα ετερόφωτο σώμα, το οποίο αντλεί την ενέργειά του από τον ήλιο. Η γνώση του για τα ουράνια σώματα πάει ακόμη παραπέρα αποκτώντας περιεχόμενο περισσότερο πρακτικό, αφού διατύπωσε την άποψη ο πολικός αστέρας μπορεί να χρησιμέψει σαν οδηγός για τους ναυτικούς τη νύχτα. Παρατηρώντας ότι η Μεγάλη Άρκτος, την οποία ακολουθούσαν συνήθως οι Φοίνικες, αποτελούσε για τους ναυτικούς καλύτερο μέσο προσανατολισμού, ώστε να βρίσκουν τον πόλο, συνέβαλε στο να αλλάξουν τακτική οι Έλληνες θαλασσοπόροι, που ως τότε εντόπιζαν το στίγμα τους με την Μικρή Άρκτο. Καταλαβαίνουμε, επομένως, γιατί θεωρείται βέβαιο ότι αν έγραψε κάποιο έργο, αυτό πιθανότατα να ήταν μια Ναυτική Αστρολογία .

Η αναφορά μας στις αστρονομικές του γνώσεις ολοκληρώνεται με τις διαπιστώσεις, που του αποδίδονται για την εναλλαγή και τη διάρκεια των εποχών. Θεωρείται ότι ο Θαλής ανακάλυψε τις τροπές (ηλιοστάσια), διατυπώνοντας την άποψη ότι οι τέσσερις εποχές του έτους δεν είναι ισόχρονες . Τέλος, μια άλλη παράδοση πάλι τον παρουσιάζει να έχει διαιρέσει πρώτος αυτός το έτος σε 365 ημέρες, κατανέμοντας τες σε 30 ανά μήνα[23].

Η φιλοσοφική - επιστημονική σκέψη του Θαλή δεν θα μπορούσε βεβαίως να μείνει αδιάφορη μπροστά στα μαθηματικά και τη γεωμετρία. Αντίθετα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι, μαζί με την Αστρονομία, υπήρξε ο τομέας όπου κατεξοχήν κατάφερε τα μεγαλύτερά του επιτεύγματα[24]. Την προσφορά του αυτή άλλωστε αναγνώρισε απερίφραστα και ένας φιλόσοφος, των νεότερων χρόνων, ο Kant, ο οποίος στην Κριτική του Καθαρού Λόγου θεωρεί ως πρωταρχική τη συμβολή του Θαλή στις θετικές επιστήμες. Οι μαθηματικές γνώσεις του Θαλή θα πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να προέρχονταν από τους ιερείς της Αιγύπτου[25], όπου και λέγεται ότι απέκτησε μεγάλη φήμη υποδεικνύοντας έναν σχετικά εύκολο και γρήγορο τρόπο υπολογισμού του ύψους των πυραμίδων[26] βάσει της σκιάς τους πάνω στην άμμο, αναλογικά της σχέσης του σώματός του ίδιου ή ενός κάθετου στο έδαφος ραβδιού με τη σκιά του. Κάπως ανάλογα ήταν δυνατός σύμφωνα με το Θαλή ο υπολογισμός της απόστασης ενός πλοίου από τη στεριά (με διαστημόμετρο)[27]. Ο υπολογισμός αυτός στηρίζεται στο θεώρημα ότι ένα τρίγωνο είναι δυνατόν να ορισθεί αν είναι γνωστή η βάση του και οι γωνίες του. Παρά το γεγονός ότι η πρακτική χρήση των μαθηματικογεωμετρικών γνώσεων του Θαλή αναδεικνύει τη δράση του ως σοφού, δεν θα πρέπει, θεωρούμε, να εκλαμβάνεται ως επιχείρημα υπέρ της απόρριψης του χαρακτηρισμού του ως φιλοσόφου[28], αλλά μάλλον ως ένδειξη της προσπάθειάς του να δείξει στους ανθρώπους τη σημασία της φιλοσοφίας[29].

Παγκοσμίως γνωστό πλέον είναι και το «θεώρημα του Θαλή», σύμφωνα με το οποίο κάθε παράλληλος της πλευράς ενός τριγώνου ορίζει δύο όμοια τρίγωνα. Ακόμη, ο Πρόκλος του αποδίδει τις θεωρίες ότι ο κύκλος τέμνεται από τη διάμετρο του σε δύο ίσα μέρη, ότι οι γωνίες της βάσης ενός ισοσκελούς τριγώνου είναι ίσες, όπως επίσης μεταξύ τους και οι κατά κορυφήν γωνίες δύο ευθειών που τέμνονται, καθώς και ότι η εγγεγραμμένη στο ημικύκλιο γωνία είναι πάντα ορθή . Όλες αυτές τις γεωμετρικές προτάσεις ο Θαλής, ως πραγματικός μαθηματικός και φιλόσοφος, τις διατύπωσε με αποδείξεις.

Ακόμα και αν όλα αυτά τα επιτεύγματα που μαρτυρούνται, δεν προέρχονται στο σύνολό τους από τον Θαλή, ο επιστημονικός προσανατολισμός του θεωρούταν αδιαμφισβήτητος ήδη από την αρχαιότητα και δεν υπάρχει λόγος να μην γίνεται αποδεκτή και σήμερα αυτή η αντίληψη[30]. Άλλωστε, την επιστημονικότητα της συλλογιστικής και της μεθόδου με την οποία λειτούργησαν οι Ίωνες - με πρώτο βέβαια το Θαλή - δεν αμφισβητείται ούτε από εκείνους που αρνούνται να τους αποδώσουν το χαρακτηρισμό του φιλοσόφου[31].

Ο Θαλής, ωστόσο, αν και σαφώς στράφηκε στην επιστημονική σκέψη, δεν έμεινε ασυγκίνητος στο ζήτημα που κατεξοχήν απασχολούσε τους προγενέστερους του διανοητές, το θέμα της σχέσης ζωής και θανάτου. Η άποψη του στο θέμα αυτό εκπορεύεται κατά πολύ από την αντίληψη του για την αθανασία των ψυχών[32] και την αναλλοίωτη ουσία του κόσμου. Με βάσει αυτήν φαίνεται να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μια αθάνατη ψυχή[33], της οποίας τα στοιχεία υφίστανται εφήμερες ενσαρκώσεις με διάφορες μορφές, π.χ. ως φυτό, ζώο, ορυκτό, βουνό, ουράνιο, σώμα, κ.α. Η άποψη αυτή οδήγησε στη συγκρότηση ενός ολόκληρου φιλοσοφικού συστήματος, που ονομάστηκε υλοζωϊσμός ή υλοψυχισμός, κατά το οποίο το φυσικό στοιχείο, το οποίο συνιστά το δομικό στοιχείο του κόσμου, είναι μια αδιάσπαστη ενότητα ύλης και ενέργειας, ένα ζωντανό δηλαδή σώμα[34]. Η αντίληψη για την αθανασία της ψυχής συνεπάγεται ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει θάνατος, αλλά μόνον τέλος στις εκάστοτε ενσαρκώσεις της, άρα ουσιαστική διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου δεν υφίσταται. Ανεκδοτολογικά παραδίδεται ότι σε εκείνους που ειρωνικά τον ερωτούσαν γιατί προτιμούσε τη ζωή, εκείνος απαντούσε: «ότι ούδέν διαφέρει...».

Η ακύρωση της θλιβερής εντύπωσης για τη ζωή και τα όρια γνώσης και δράσης του ανθρώπου που είχε καλλιεργηθεί στους προηγούμενους αιώνες και την οποία βλέπουμε πρώτα μέσα από τα έπη του Ομήρου, αρχίζει να ανατρέπεται ουσιαστικά από το Θαλή και έπειτα. Η προσέγγιση της φύσης προκειμένου για τη γνώση της αρχής και της λειτουργίας της εμποτίζει τη σκέψη των ανθρώπων με μια αισιοδοξία ότι είναι δυνατό να γνωρίσουν τον εαυτό τους, αλλά και να ρυθμίσουν οι ίδιοι με τις πράξεις τους τη ζωής τους, αφού αυτή δεν εξαρτάται πλέον από άλογες ή μυστήριες δυνάμεις. Συνεπώς στην ελληνική φιλοσοφία που γεννάται με τον Θαλή η θεωρητική γνώση επιτρέπει την προώθηση των πρακτικών επιτευγμάτων[35] και ο άνθρωπος μετατρέπεται τρόπον τινά σε έναν μικρό επίγειο θεό, που κυριαρχεί και διαμορφώνει το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον με τη δύναμη της σκέψης και της βούλησής του[36]. Απόδειξη αυτού συνιστούν οι μαρτυρίες για διάφορα περιστατικά από τη ζωή του Θαλή, που ήταν σε θέση, όταν το ήθελε, να προβλέπει, να υπολογίζει και τελικά να ρυθμίζει τα πράγματα, ώστε αυτά να καταλήγουν προς όφελός του ή των προθέσεών του[37]. Αντίθετα, οι γείτονες ανατολικοί πολιτισμοί, οι οποίοι παρέμειναν προσκολλημένοι στην κάλυψη των πρακτικών αναγκών αδιαφορώντας για την σύνδεση της πράξης με τη θεωρία, δεν κατάφεραν να οδηγηθούν στη φιλοσοφία και να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους στα χέρια τους.

Μετά από τα παραπάνω καταλήγουμε ότι ο Θαλής δεν ήταν απλώς ένας σοφός, με τη σημασία που απέδιδε στον όρο η αρχαιότητα, δηλαδή άνθρωπος επιδέξιος, ευφυής και ικανός σε πρακτικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα τη διαχείριση των πολιτικών θεμάτων[38]. Καταλαβαίνουμε ότι ως προσωπικότητα ήταν κάτι περισσότερο από αυτό, ήταν ένας φιλόσοφος. Ο Ηρόδοτος, αναγνωρίζοντας την έφεση του Θαλή για πνευματική καλλιέργεια αναφέρει ότι τα ταξίδια του πραγματοποιήθηκαν «θεωρίης είνεκεν»[39] και εκφράζουν την ανάγκη του φιλοσόφου να βελτιώσει και να αυξήσει τις γνώσεις του. Ο σκοπός του αυτός τον καθιστά πρώιμο πρότυπο της πλατωνικής ερμηνείας του όρου, ότι δηλαδή ο φιλόσοφος είναι το άτομο που βρίσκεται στο μεταίχμιο σοφίας και αμάθειας, όπου η μία παραχωρεί διαδοχικά τη θέση της στην άλλη σε μια ατέρμονη αναζήτηση της γνώσης. Ο Θαλής, όπως κάθε φιλόσοφος επιδιώκει τη γνώση, για την οποία γνωρίζει ότι είναι ανεξάντλητη και ότι συνιστά αυτοσκοπό - οι όποιες πρακτικές εφαρμογές είναι κάθε φορά δυνατές έχουν ως μοναδικό στόχο να καταδείξουν την αξία της, που υπερβαίνει κάθε άλλη σκοπιμότητα[40]. Έτσι, η φιλοσοφία είναι καθαρή γνώση, δηλαδή επιστήμη, η οποία εκδηλώνεται, όπως είδαμε και νωρίτερα, σε διάφορους τομείς και αντικείμενα[41].

ΘΑΛΗΣ, Ο ΠΡΩΤΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Σε προηγούμενο σημείο είδαμε ότι ο Θαλής στήριξε τη φιλοσοφική του σκέψη και υπόσταση στη θεωρία ότι αρχή των πάντων είναι το υγρό στοιχείο. Αρκετοί είναι εκείνοι που δέχονται αυτή την αντίληψη ως επιστημονική στο περιεχόμενό της - και εύλογα εφόσον μέχρι πρόσφατα το υδρογόνο θεωρούταν ως βασικό συστατικό του κόσμου. Άλλοι πάλι απορρίπτουν το περιεχόμενο της θεωρίας του, υποστηρίζοντας ότι παρόμοιες αντιλήψεις συναντάμε και στους λαούς της Ανατολής, στις οποίες προφανώς και ο ίδιος στηρίχτηκε, εφόσον μάλιστα θεωρείται ότι «τοις ιερεΰσι συνδιάτριψεν»[42]. Πράγματι, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ο Μιλήσιος φιλόσοφος έχει επηρεαστεί από ανατολικές αντιλήψεις[43], η δική του θεωρία ωστόσο διαφοροποιείται από αυτές κατά το ότι συνιστά φιλοσοφία και όχι προέκταση ή αναδιατύπωση των μυθολογικών εκδοχών περί της προέλευσης και κατάστασης του κόσμου, όπως και ότι οι όποιες παρατηρήσεις δεν αξιοποιούνται μόνο σε πρακτικό, αλλά κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο[44]. Συνεπώς, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο η ορθότητα ή η ισχύς της θεωρίας του - κάτι που ισχύει για κάθε φιλοσοφική ή επιστημονική θέση, η οποία ισχύει μέχρι τη διατύπωση μιας νέας, πιο ικανής να ερμηνεύσει την πραγματικότητα - αλλά ο χαρακτήρας της, που οπωσδήποτε μαρτυρεί απομάκρυνση από τη μυθολογική σκέψη[45].

Στην άποψη αυτή είχε ήδη καταλήξει και ο Αριστοτέλης[46], ο οποίος αναγνώρισε απερίφραστα τον Θαλή ως τον πρώτο εκπρόσωπο των φυσικών φιλοσόφων[47], οι οποίοι αναζήτησαν την αρχή και ουσία του κόσμου απορρίπτοντας τις υπερφυσικές θεωρίες των «θεολόγων». Μάλιστα, από τη θεωρία που ο καθένας τους αναπτύσσει, φαίνεται να απουσιάζει παντελώς κάθε αναφορά στους θεούς και αυτό δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως αμφισβήτηση του θείου, αλλά μάλλον ως αποστασιοποίηση από την προγενέστερη αντίληψη, στάση που οφείλεται στην αναγνώριση των διαφορετικών περιοχών του πνεύματος, της πίστης και της γνώσης. Η σκέψη μετατοπίζεται σταδιακά από τις μαγικές θεωρίες στη μελέτη των φαινόμενων, ήτοι από το μύθο στο λόγο[48].

Ενδεικτική της στάσης τους αυτής είναι η αντικατάσταση των παραδεδομένων μύθων με θεωρίες φιλοσοφικής και επιστημονικής υπόστασης. Για τη βασική θεωρία του Θαλή, ότι δηλαδή η γη στηρίζεται στο νερό[49], η παράδοση, όπως τουλάχιστο εκφράζεται μέσα από τους μεγαλύτερους εκπρόσωπούς της, τον Όμηρο και τον Ησίοδο, υποστήριζε ότι τη Γη περιρέει ένας ποταμός, ο Ωκεανός, που αποτελεί και την πηγή όλων των υδάτων[50]. Η παράδοση αυτή, αρχής γενομένης με το Θαλή υφίσταται κριτικό έλεγχο και αποκαθαίρεται από το θεολογικό - μυθολογικό της ένδυμα, ο φιλόσοφος, δηλαδή, στρέφει τη ματιά του στη φύση, αμφισβητεί την υπερβατολογική εκδοχή και περιορίζει την αναζήτησή του στα εμπειρικά δεδομένα που του προσπορίζει το φυσικό περιβάλλον[51].

Κάνοντας ένα βήμα ακόμη παραπέρα, ο Θαλής, όπως και οι έτεροι εκπρόσωποι της ιωνικής φιλοσοφίας, αρνούνται να στηρίξουν την ορθότητα των ερμηνειών τους στην αυθεντία της παράδοσης ή στο κύρος της προσωπικότητάς τους, αλλά επιχειρούν την τεκμηρίωσή τους επί της βάσεως ενδείξεων και επιχειρημάτων. Η πρόθεσή τους αυτή προσφέρει πρόσθετη αξία στο έργο τους - ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας του εγχειρήματός τους ή της ισχύος των επιχειρημάτων τους. Ο Θαλής θα μπορούσε να διασφαλίσει την καθιέρωση της θεωρίας του είτε επικαλούμενος τις θεωρίες των αδιαμφισβήτητων ηγετικών ως τότε μορφών της διανόησης, του Όμηρου και του Ησίοδου, είτε στη φήμη που είχε ο ίδιος αποκτήσει ως σοφός. Αντ' αυτού, ωστόσο, επιλέγει να θέσει μια πρόταση και να επιχειρήσει την τεκμηρίωσή της στηριζόμενος αφενός στα δεδομένα της εμπειρίας και αφετέρου στο κατεξοχήν εργαλείο του φιλοσοφικού λόγου, το συλλογισμό.

Αφετηρία του φιλοσοφείν είναι το «θαυμάζειν» και πρώτο υλικό για το φιλοσοφικό λόγο είναι η εμπειρία[52]. Πράγματι, η θεωρία του Θαλή, όπως και των λοιπών Ιώνων φιλοσόφων ήταν - έστω και μερικώς- θεμελιωμένες στην εμπειρική παρατήρηση, ώστε με αφετηρία τον ορισμό του πρώτου στοιχείου να δοθεί μια επαρκής ερμηνεία της δημιουργίας και της σύστασης του κόσμου[53]. Οι θεωρίες που ανέπτυξαν μπορεί να ήταν τολμηρές στη σύλληψή τους, αλλά έγιναν με θαρραλέες και αποφασιστικές προσπάθειες εμπειρικής επιβεβαίωσης. Η στάση τους αυτή που συνιστά κοινό χαρακτηριστικό, δεν μπορεί παρά να προέρχεται από τον πρώτο τους εκπρόσωπο, το Θαλή.

Σε προηγούμενο σημείο αναφέρθηκε ότι η θεωρία του για την προέλευση και τη σύσταση του κόσμου από το υγρό στοιχείο κατά πάσα πιθανότητα φέρει αιγυπτιακές και βαβυλωνιακές επιδράσεις[54]. Πράγματι στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία η ζωή των ανθρώπων εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από τις βροχοπτώσεις και τις υπερχειλίσεις του Νείλου και των άλλων ποταμών της περιοχής. Παράλληλα, ωστόσο, ο Θαλής ζούσε στη Μίλητο, μια παράλια περιοχή που είχε ιδιαίτερα αναπτυγμένο το θαλάσσιο εμπόριο[55] και διατηρούσε στενές επαφές με άλλους λαούς και πολιτισμούς μέσω της ναυσιπλοΐας[56]. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δε θα μπορούσε παρά να εδραιωθεί στα μέλη του συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου η πεποίθηση της μείζονος σημασίας του υγρού στοιχείου για τη ζωή των ανθρώπων και των πόλεων[57].

Ένα ακόμη σημείο που καταδεικνύει την στροφή του Θαλή στην παρατήρηση του φυσικού κόσμου είναι η πρώιμη ανακάλυψη του ηλεκτρισμού. Ο Μιλήσιος φιλόσοφος αντιλαμβάνεται την έλξη, που προκαλεί η τριβή του ήλεκτρου και τις συνέπειες που αυτή επιφέρει[58]. Την παρατήρησή του αυτή δεν την αξιολογεί μεμονωμένα, αλλά την εντάσσει στο ευρύτερο φιλοσοφικό του πλαίσιο και πιο συγκεκριμένα στην αρχή της "αυτοκίνησης", της θεωρίας, δηλαδή, σύμφωνα με την οποία όλα τα αντικείμενα εμπεριέχουν το στοιχείο της κίνησης, άρα έχουν ψυχή[59]. Άρα αποδεικνύεται τελικά ότι είναι τό δέ πάν έμψυχον, αφού τα πάντα προήλθαν και / ή αποτελούνται από το υγρό στοιχείο του οποίου τη δύναμη αντιλαμβάνεται ως «θεΐαν κινητικήν αύτοΰ»[60].

Την ίδια ωστόσο αξία έχει η παραπάνω παρατήρηση αν εξεταστεί αντίστροφα, δηλαδή αν υποθέσουμε ότι ο Θαλής δεν ξεκίνησε από την παρατήρηση για να οδηγηθεί στη θεωρία, αλλά ότι βάδισε από τη θεωρία στην παρατήρηση. Όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται σημαντικό ότι διατύπωσε προτάσεις, με κύριο σκοπό όχι την καθιέρωσή τους ως αυθεντίες, αλλά την τεκμηρίωσή τους με τη χρήση παραδειγμάτων. Σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να υποθέσουμε ότι αν ο Θαλής είχε ασπαστεί τη γενική αντίληψη της εποχής του ότι η κίνηση μαρτυρεί την ύπαρξη ψυχής και άρα ζωής, η παρατήρηση για τις ελκτικές ιδιότητες του ήλεκτρου αποτελεί ένα στέρεο παράδειγμα που δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό τη θέση του.

Βεβαίως, ο φιλόσοφος έχει υπόψη του ότι τα παραδείγματα δεν αποτελούν εχέγγυα για την εδραίωση μίας θεωρίας. Αντίθετα, ως τέτοιο μπορούν να λειτουργήσει μόνον ο φιλοσοφικός στοχασμός και οι διάφορες μορφές που αυτός προσλαμβάνει. Ο στοχασμός του Θαλή εδώ είναι επαγωγικός, ξεκινάει δηλαδή από το ειδικό για να καταλήξει στο γενικό. Αναφερόμενοι στην ανωτέρω θέση σχετικά με την ιδιότητα της κίνησης που διακρίνει το ήλεκτρο, θεωρείται πιθανότερο ο Θαλής να ξεκίνησε από το συγκεκριμένο συμβάν για να καταλήξει σε μια ευρύτερη διαπίστωση. Ο επαγωγικός τρόπος του σκέπτεσθαι, που υιοθετεί ο φιλόσοφος, φαίνεται άλλωστε από τη βασική θεωρία του σχετικά με την αρχή του κόσμου. Στο ερώτημα (Ε), δηλαδή, σχετικά με την κοσμογονική και κοσμολογική σύσταση του κόσμου, ο Θαλής μέσα από παραδείγματα που τεκμηριώνουν τη θέση του (Τ) δίνει την απάντηση ότι αυτή είναι το υγρό στοιχείο. Το συμπέρασμα (Σ) αυτό εξάγει στηριζόμενος σε αποφάνσεις επί ειδικών θεμάτων[61].

=> Ε: Ποια είναι η πρώτη αρχή του κόσμου;

■ Ή τροφή πᾶσα χυλώδης (Τ1)

■ Τό θερμόν τῷ ὑγρῷ ζῇ (Τ 2)

■ Τά σπέρματα πάντων ὑγρά (Τ3)

■ Τούτῳ καί τρέφεθαι πέφυκε (Τ4)
------------------------------------------------------------------------------------
=> Σ: Τό δέ ὑδωρ ἀρχή ταῆς ὑγράς φύσεως ἔστι καί συνεκτικόν πάντων

Βεβαίως δε παραγνωρίζουμε το ενδεχόμενο της παρείσφρυσης στο σημείο αυτό της αριστοτελικής σκέψης. Πιο συγκεκριμένα, η συλλογιστική αυτή αποδίδεται από τον Αριστοτέλη, ο οποίος την παρουσιάζει εισάγοντας το διστακτικό επίρρημα «ίσως», που υποκρύπτει το ενδεχόμενο οι παρατηρήσεις αυτές να ανήκουν στον ίδιο και όχι στον Μιλήσιο φιλόσοφο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η εικόνα που έχουμε για τον Θαλή κατατείνει στην υιοθέτηση ενός επιστημονικού τρόπου του σκέπτεσθαι[62], ενώ θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι και ο Αριστοτέλης ποτέ δεν προσφέρει ερείσματα, που θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι αλλοιώνει ή συμπληρώνει αυθαίρετα τις θεωρίες που παρουσιάζει. Οι διαπιστώσεις αυτές λειτουργούν σαφώς υπέρ της γνησιότητας του επαγωγικού στοχασμού του Θαλή[63].

Παράλληλα, ο ιδρυτής της ιωνικής σχολής ως φιλόσοφος[64] χρησιμοποιεί εκτός από τον επαγωγικό - που χρησιμοποιείται και από τον σοφό - και τον παραγωγικό συλλογισμό, αν και οι μελετητές δεν έχουν καταλήξει με βεβαιότητα αν πραγματικά και σε ποιο βαθμό χρησιμοποίησε ο Θαλής συνειδητά αυτόν τον τρόπο του σκέπτεσθαι. Η μετάθεση της σκέψης του από το γενικό στο ειδικό, διαφάνηκε ήδη στο προηγούμενο συμπέρασμα για την επίπλευση της γης πάνω στο νερό.

τό τ’ ὕδωρ ἀρχή τῆς φύσεως ἔστι —> τήν γῆν ἐφ’ ὕδατος εἶναι

Ακόμα, πέρα από την συμπερασματολόγηση με βάση την παραγωγή και την επαγωγή, ο Θαλής, χρησιμοποιεί και τον αναλογικό τρόπο σκέψης. Η απόφανση για το μέρος με βάση ένα άλλο μέρος εντοπίζεται ούτως ή άλλως στην κοινή πεποίθηση των Ιώνων φιλοσόφων ότι οι νόμοι που διέπουν το φυσικό κόσμο είναι παρόμοιοι με τους κοινωνικούς ή ηθικούς[65] και άρα η διερεύνηση των πρώτων μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στην παρατήρηση και τον επαναπροσδιορισμό των δεύτερων. Η αντίληψη αυτή φαίνεται να εκπορεύεται από την κοινή πεποίθηση τους ότι η κατάτμηση του περιβάλλοντος σε φυσικό και ανθρώπινο, εξωτερικό και εσωτερικό είναι φαινομενική, ενώ στην πραγματικότητα «ενα τόν κόσμον». Αναζητώντας, επομένως, ο άνθρωπος και ειδικά ο φιλόσοφος για την ιστορία και τη φύση του κόσμου, μπορεί να μάθει πολλά πράγματα και για τον εαυτό του.

Ειδικά όσον αφορά τη φιλοσοφία του Θαλή, ο αναλογικός συλλογισμός συνδυάζεται με τα δεδομένα που του προσπορίζει η εμπειρική παρατήρηση όταν αποφαίνεται ότι ο μαγνήτης έχει ψυχή[66]. Για τον ηγέτη της ιωνικής σχολής ό,τι είναι ζωντανό έχει ψυχή και το στοιχείο που τεκμηριώνει τη ζωντάνια του είναι η κίνηση[67]. Στην διαπίστωση αυτή μάλιστα φαίνεται ότι οδηγήθηκε από την αρχή της αντιφάσεως, δηλαδή βλέποντας ότι ένας νεκρός οργανισμός στερείται της κινητικής δυνατότητας, συνάγει ότι δε μπορεί παρά αυτή να συνδέεται μόνο με τη ζωή. Σχηματικά, ο συλλογισμός του θα μπορούσε να αποδοθεί κάπως έτσι:

■ Κάθε ζωντανός οργανισμός έχει το στοιχείο της κίνησης (κινητικόν τι)

■ Ο μαγνήτης έχει το στοιχείο της κίνησης
------------------------------------------------------------------------------------------
Σ: ο μαγνήτης είναι ζωντανός οργανισμός

Και σε αυτή την περίπτωση ο Θαλής αναδεικνύει την φιλοσοφική του ευρηματικότητα, αφού καταφέρνει να συνδυάσει την αναλογία με την επαγωγή. Έτσι, αφού κατέληξε ότι ακόμη και ένα είδος πέτρας αποδεικνύεται να είναι ζωντανό όν, συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι «τό δέ πᾱν ἔμψυχον, ἅμα καί δαιμόνων πλῆρες» . Αυτό το συμπέρασμα δε σημαίνει ότι ο φιλόσοφος σημειώνει οπισθοχώρηση στις αντιλήψεις εκείνες που ήθελαν τη βούληση των θεών ως ρυθμιστή της λειτουργίας του κόσμου, αλλά ότι συνεχίζει την πορεία αναζήτησης μιας λογικής εξήγησης, ορίζοντας μια ενιαία φυσική αρχή, η οποία ερμηνεύει τα κοσμογονικά και κοσμολογικά ερωτήματα . Το υγρό στοιχείο είναι για το Θαλή η βασική ουσία, που καθιστά με την ενέργειά του όλο το σύμπαν έμψυχο.

Από την άλλη, συνιστά σημείο έντονου προβληματισμού για τους μελετητές το κατά πόσο η πρώτη αρχή έχει μέσα της το στοιχείο της κίνησης ή αυτή εκπορεύεται από μια εξωτερική δύναμη - όπως αναφέρει ο Αέτιος κα άλλοι[68]. Αν δεχτούμε ότι το υγρό στοιχείο εμπεριέχει αυτή την ικανότητα, αναγκαστικά κατατάσσουμε τον φιλόσοφο στη χορεία των υλιστών. Η έλλειψη γραπτών πηγών του ιδίου και η αναζήτηση λεπτομερέστερων πληροφοριών μέσα από κείμενα άλλων φιλοσόφων και συγγραφέων καθιστά επιστημονικά αδύνατη την παραδοχή της άποψης ότι η ύλη διακρίνεται από μια κοσμοδημιουργική δύναμη, δηλαδή το θεό, το νου ή την ψυχή του κόσμου. Από την άλλη, ωστόσο, έχουμε τους διανοητές της χριστιανοσύνης οι οποίοι αφορμώμενοι απ' το σημείο - και σε άλλα, όπως τη συχνή αναφορά του σε έναν θεό και στην αντίληψή του για την προνοιακή λειτουργία του θείου[69] - αρνήθηκαν να αποδώσουν στον Θαλή την κατηγορία του υλιστή[70]. Έτσι, ίσως να είναι πιο πιθανό ο φιλόσοφος να υποστήριζε ότι το ύδωρ είναι η πρώτη ύλη και ο θεός ο νους του κόσμου, ο οποίος διοχετεύει την αφανή ενέργειά του μέσω ενός ετεροκίνητου στοιχείου, διαγράφοντας μια ατελεύτητη πορεία αλληλεπιδράσεων σε όλο το φυσικό περιβάλλον. Άλλωστε, η τοποθέτηση που συνήθως του επιφυλάσσεται από τους ιστορικούς της φιλοσοφίας δίπλα στα ονόματα του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα συνηγορούν υπέρ της πίστης του σε μια υπερβατική δύναμη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ελλείψει αδιαφιλονίκητων τεκμηρίων, οι όποιες ερμηνευτικές αποφάνσεις επιχειρούνται επί του θέματος, μένουν αναγκαστικά στο επίπεδο της πιθανολογίας.

Το ίδιο θέμα, αυτό της σχέσεως του θεού με τον κόσμο, προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα του αναλογικού συλλογισμού που μετέρχεται ο Θαλής. Είδαμε ότι -σύμφωνα με έμμεσες πάντα πηγές, όπως ο Γαληνός, ο Κικέρων, κ.α - ο φιλόσοφος αναγνώριζε ως νου του κόσμου τον θεό. Η αντίληψή του για τη θέση που αναγνωρίζεται στον άνθρωπο μέσα στον κόσμο, εκπορεύεται από μια οπτική, που στηρίζεται σε μια σχέση αναλογίας. Ο Θαλής, δηλαδή, υποστηρίζει ότι, έτσι όπως ο θεός ορίζει με την ενέργειά του την πορεία του φυσικού περιβάλλοντος, έτσι και ο άνθρωπος με τις πράξεις του καθορίζει τη ζωή του και την εξέλιξη του κοινωνικού περιβάλλοντος. Από αυτό το συμπέρασμα γίνεται φανερή η ενιαία αντίληψη που έχει ο φιλόσοφος για τον κόσμο και την ομοιότητα που αναγνωρίζει μεταξύ των φυσικών, των κοινωνικών και των ηθικών νόμων.

Οπωσδήποτε, το βασικό σημείο όπου αναφαίνεται ο αναλογικός τρόπος με τον οποίο σκέπτεται ο φιλόσοφος, συνδέεται άμεσα με την βιωματική του εμπειρία από τη ζωή του στην παραθαλάσσια πόλη και με την βασική του θεωρία ότι πρώτη αρχή του κόσμου είναι το υγρό στοιχείο. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε είναι ότι η γη οφείλει τη σταθερότητά της στο γεγονός ότι επιπλέει (σαν καράβι, ξύλο ή επίπεδο δίσκο) πάνω στο νερό[71], που συνιστά μια μορφή του υγρού στοιχείου, δηλαδή της πρώτης αρχής του κόσμου. Η θεωρία αυτή σαφώς παραπέμπει στις μυθολογικές δοξασίες περί Ωκεανού, ή Πόντου, ή Νηρέως, ή Τρίτωνος[72]. Παρά το γεγονός ότι είναι άγνωστος ο ακριβής τρόπος θεμελίωσής της λόγω του ότι ήδη από τα χρόνια του Ηροδότου είναι χαμένο κάθε σύγγραμμα του φιλοσόφου - αν υπήρξε πράγματι τέτοιο[73] - είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι ο Θαλής, δεν αρκείται στο να στηριχτεί στα παραδεδομένα του μύθου, αλλά καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα μέσα από φιλοσοφική αναζήτηση. Μπορούμε να φανταστούμε ότι στο συμπέρασμά του οδηγήθηκε σε δύο φάσεις, τις οποίες σχηματικά θα αποδίδαμε ως εξής:

■ Όσα πράγματα στηρίζονται, μένουν σταθερά

■ Η γη είναι σταθερή
------------------------------------------------------------
Σ1: Η γη είναι σταθερή, επειδή κάπου στηρίζεται.


■ Η γη είναι σταθερή, επειδή στηρίζεται κάπου

■ Το ξύλο / τα πλοία[74] / τα νησιά είναι σταθερά, επειδή στηρίζονται στο νερό
----------------------------------------------------------------------------------------------
Σ2: Η γη είναι σταθερή, επειδή στηρίζεται στο νερό.

Βλέπουμε ότι για άλλη μια φορά η συλλογιστική του διέπεται από αμιγώς φιλοσοφικό πνεύμα και καταφέρνει να λειτουργήσει συνδυαστικά αφορμώμενη από πληροφορίες που προσφέρει η καθημερινή πραγματικότητα. Οπωσδήποτε σήμερα η συγκεκριμένη αυτή του θεωρία δε μπορεί να γίνει αποδεκτή, έχει ωστόσο μεγάλη σημασία ότι ξεκινάει την αναζήτησή του από την απορία, επιχειρεί να δώσει απάντηση με φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και καταλήγει σε συμπέρασμα που συνοδεύεται από τεκμήρια και παραδείγματα.

Η ερμηνεία του για τη σταθερότητα της γης ως αποτέλεσμα της επίπλευσης πάνω στο νερό, δίνει στο φιλόσοφο μια ικανή ερμηνεία των σεισμών, ενός φυσικού φαινομένου που, όπως και οι εκλείψεις, προκαλούσε αναστάτωση και ξυπνούσε φόβους στους ανθρώπους, δίνοντας λαβές για δεισιδαιμονικές ερμηνείες. Οι σεισμοί για τον Θαλή οφείλονται σε αναταράξεις της γης πάνω στη βάση της - κάτι που παραπέμπει στη σημερινή θεωρία περί κινήσεως του μάγματος κάτω από την επιφάνεια της γης. Θεωρείται, μάλιστα, αρκετά πιθανό η αφετηρία της φιλοσοφικής -επιστημονικής του αναζήτησης να έγκειται ακριβώς στην αναζήτηση της ερμηνείας αυτού του συγκεκριμένου φυσικού φαινομένου, στάση που συνάδει με την τάση της εποχής να πορεύεται από το ειδικό στο γενικό μέσω της επαγωγής [75].

Επιπλέον, ο φιλοσοφικός χαρακτήρας της πνευματικής δραστηριότητας που ανέπτυξε ο Θαλής αναδεικνύεται από τη διαλεκτική του υπόσταση. Μέχρι και στις μέρες μας ο ευρύτερος χώρος της φιλοσοφίας, αλλά και οι ειδικότεροι επιστημονικοί τομείς ακολουθούν την ίδια συλλογιστική διαδικασία με τον Ίωνα φιλόσοφο, δηλαδή υιοθετούν μια αρχή ή ένα μοντέλο προκειμένου για την ερμηνεία ενός φαινομένου, μέχρι τη στιγμή που μια άλλη αρχή ή ένα άλλο θεωρητικό μοντέλο αποδειχθεί επαρκέστερο ή πληρέστερο. Έτσι και ο Θαλής υποστήριξε ως αρχή του κόσμου το νερό, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για τους επόμενους φιλοσόφους να υποβάλλουν την θεωρία του σε έλεγχο, να αναλύσουν τη συλλογιστική του, να αντλήσουν από το χώρο της εμπειρίας και να διατυπώσουν τη δική τους θεωρία, σύμφωνη ή διάφορη προς τη δική του. Για το λόγο αυτό και στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας δεν έχει πουθενά και ποτέ - μέχρι στιγμής τουλάχιστον - υποστηριχτεί ότι προκλήθηκε ένταση στο εσωτερικό της σχολής της Μιλήτου - κάτι που κανονικά θα συνέβαινε, εφόσον γνωρίζουμε ότι οι επόμενοι φιλόσοφοι ανέπτυξαν θεωρίες διάφορες του σοφού της περιοχής τους. Αντίθετα, η εικόνα που προβάλλεται είναι αυτή της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης των προσωπικών θέσεων κάθε φιλοσόφου, γιατί ακριβώς η ελεύθερη αναζήτηση και ανταλλαγή απόψεων είναι γενεσιουργό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας.

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ερώτημα αν ο Θαλής μπορεί να θεωρηθεί ο θεμελιωτής της ελληνικής φιλοσοφίας αποτελεί μεγάλο ζήτημα για τους θεωρητικούς και ιστορικούς του χώρου. Η φήμη του ως σοφού ήταν καθιερωμένη ήδη από την εποχή του, αλλά η αναγνώριση της θέσης του στην ιστορία της φιλοσοφίας ακόμη και σήμερα συνιστά σημείο αμφισβήτησης.

Τα κύρια σημεία στα οποία στηρίζονται όσοι αρνούνται το χαρακτηρισμό του Θαλή ως φιλοσόφου είναι η σύνδεση της σκέψης του με τις πρακτικές ανάγκες και με τις μυστικιστικές τάσεις από τις οποίες επηρεάστηκε[76]. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος αυτής της θέσης, τη σύνδεση δηλαδή της φιλοσοφίας του Θαλή με το μυστικισμό και ειδικά αυτόν της Ανατολής, όπου ταξίδεψε, δεν πρέπει να λησμονάται ότι την εποχή εκείνη διαγράφεται μετάβαση από το μύθο στο λόγο, όπου ο δεύτερος κερδίζει δυναμικά έδαφος, ενώ ο πρώτος ακόμη αρνείται να υποχωρήσει ολοσχερώς. Σε αυτά τα πλαίσια το γεγονός ότι πουθενά στη φιλοσοφία του ηγέτη της ιωνικής σχολής δεν απαντώνται μυστικιστικές αναφορές, αλλά αντίθετα η ερμηνεία των πραγμάτων γίνεται με ρεαλιστική και επιστημονική διάθεση, αυτό και μόνον καταρρίπτει κάθε παρόμοια τοποθέτηση.

Το δεύτερο σκέλος αυτής της θέσης, ότι δηλαδή η φιλοσοφία του Θαλή συνδεόταν με πρακτικές ανάγκες εδράζεται στο γεγονός ότι ο φιλόσοφος πολλές φορές εφάρμοσε στην καθημερινότητα τις γνώσεις που αποκόμισε από την ενασχόληση του με τη φιλοσοφία · αυτό φαίνεται από τις ιστορίες για την ενοικίαση των ελαιοτριβείων της περιοχής του, όταν όλοι οι άλλοι αμφισβητούσαν για την σοδειά του επόμενου χρόνου[77], για την μέτρηση της απόστασης των πλοίων από τη στεριά και του ύψους των πυραμίδων, για τις συμβουλές του προς τους συμπολίτες του σε θέματα ναυσιπλοΐας και πολλές άλλες, από τις οποίες κάποιες αμφισβητούνται και άλλες επαναλαμβάνονται σε διάφορες παραλλαγές. Μια προσεκτικότερη και συνδυαστική ανάγνωση των πηγών, ωστόσο, είναι ικανή να μας πείσει ότι η κάθε φύσεως πρακτική εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων που απορρέουν από τη φιλοσοφική δραστηριότητα του Θαλή είχε πάντα ένα σκοπό, που δεν ήταν άλλος από την κατάδειξη της αξίας της φιλοσοφίας και την υπεράσπιση του κύρους της. Η φιλοσοφία του έχει θεωρητικό χαρακτήρα και στόχο τη γνώση του σύμπαντος και των αιτιών των φαινομένων[78]. Ο σκοπός αυτός του είναι απόλυτα σύμφωνος με την αντίληψη που επικρατεί και σήμερα για την επιστήμη και τη γνώση, ότι δηλαδή αυτή οφείλει να υπηρετεί το σύνολο και θα ήταν βέβαια παράλογο να υποστηριχτεί ότι αυτή η λειτουργία της αναιρεί την αξία της. Με ανάλογο τρόπο μπορεί να καταρριφθεί και η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι η πρακτική εφαρμογή των γνώσεων του Θαλή ακυρώνει τη φιλοσοφική του υπόσταση: το ότι κάνει άνοιγμα στο ευρύ και αφιλοσόφητο κοινό δεν συνιστά αδυναμία, αλλά μαρτυρά την υπεροχή του πνεύματός του.

Το άλλο σημείο που διχάζει τους θεωρητικούς όσον αφορά το ερώτημα περί της θέσεως του Θαλή στην ιστορία της φιλοσοφίας, αν είναι δηλαδή ένας σοφός που λειτούργησε ως πρόδρομος της ιωνικής και γενικότερα της ελληνικής και δυτικής φιλοσοφίας ή πραγματικός φιλόσοφος, σχετίζεται με την συνάφειά του με μυστικιστικές τάσεις. Αυτές κατά βάση προέρχονται από την Ανατολή και κυρίως από την Αίγυπτο και την Περσία, όπου είναι βέβαιο πως ταξίδεψε[79]. Παράλληλα, ο μυστικισμός από τον οποίο φαίνεται να επηρεάστηκε ο Θαλής διαφαίνεται στη θεωρία κατά την οποία η γη επιπλέει πάνω στο νερό και η οποία σαφώς παραπέμπει στη μυθολογική εκδοχή που διαιωνίζουν μέσα από το έργο τους τόσο ο Όμηρος όσο και ο Ησίοδος. Οπωσδήποτε η απόπειρα απόρριψης των επιδράσεων αυτών θα ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη ως αβάσιμη, αλλά και άσκοπη.

Αντίθετα, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται θετικά το γεγονός ότι ο Θαλής μπόρεσε να αφομοιώσει όλες τις συχνά ετερόκλητες επιρροές που δέχτηκε, να τις υποβάλλει σε εμπειρικό και λογικό έλεγχο, να εντοπίσει σε αυτές και να κρατήσει το ουσιώδες και να αποβάλλει το ανυπόστατο. Για παράδειγμα, ακόμα και αν η πρόγνωση μιας έκλειψης οφείλεται στις γνώσεις που αποκόμισε ο φιλόσοφος από τα ταξίδια και τις επαφές του με την Ανατολή, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι η επιστημονική ερμηνεία του γεγονότος συνέβαλε στη διαφώτιση των συμπολιτών του και την απαλλαγή τους από μεταφυσικούς φόβους, όταν μάλιστα μέχρι και τα ρωμαϊκά - για να μην αναφέρουμε μέχρι τα σημερινά - χρόνια υπάρχουν άνθρωποι και κοινωνίες που αποδίδουν στα φυσικά φαινόμενα δεισιδαιμονικό χαρακτήρα[80].

Ακόμα, ο τρόπος με τον οποίο ο Θαλής σκέπτεται, αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ένας επιστήμονας, ο οποίος όντας ανοικτός σε όλες τις πιθανότητες. Η διερεύνηση ενός θέματος ξεκινάει με μια υπόθεση που συγκροτεί τη θεωρία του και στη συνέχεια περνάει στην απόδειξή της. Ο Θαλής δέχεται αυτά που παραδίδει ο μύθος και η λογοτεχνική παράδοση, μέχρι να επιβεβαιωθούν από την εμπειρική πραγματικότητα, οπότε προχωρεί στη διατύπωση μιας θέσης, την τεκμηριώνει και επιτρέπει σε όποιον ενδιαφέρεται να την επιβεβαιώσει ή να την απορρίψει βάσει μιας άλλης, τεκμηριωμένης πάντα, λογικής. Δεν είναι επομένως οι επιρροές που δέχτηκε ο Θαλής, το σημείο στο οποίο πρέπει να εστιάζει η έρευνα ενός ιστορικού της φιλοσοφίας, αλλά κατεξοχήν στον τρόπο αξιοποίησης των επιρροών αυτών.

Άλλα επιχειρήματα τα οποία επιστρατεύονται κατά της αναγνώρισης της αξίας της φιλοσοφίας του Θαλή εδράζονται στην έλλειψη συστηματικότητας που διαπιστώνεται στη σκέψη του και στην απουσία αναφοράς στις κλασικές φιλοσοφικές διχοτομίες, αντιθέσεις και ιεραρχίες[81]. Για μια πιο νηφάλια, ωστόσο, αξιολόγηση θα πρέπει ίσως να έχουμε υπόψη ότι στην εποχή του Θαλή το μόνο δεδομένο είναι ο φυσικός κόσμος και η απορία που αυτός προκαλεί και ότι ο δρόμος για τη φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη τώρα ανοίγει, πράγμα που αναγκαστικά σημαίνει ότι τα όργανα του φιλοσοφικού στοχασμού δημιουργούνται εκείνη τη στιγμή, άρα δεν μπορούμε να έχουμε και περισσότερες απαιτήσεις. Τα μαθηματικά και όλες οι σήμερα αυτόνομες επιστήμες στην εποχή του Θαλή βρίσκονταν ακόμη σε εμβρυακή κατάσταση, συνεπώς, θα ήταν άδικό να περιμένουμε απ' αυτόν περισσότερα απ’ όσα ήδη προσέφερε[82]. Η συστηματικότητα και η ορολογία που απαντάται στα χρυσά χρόνια της φιλοσοφίας και του πνευματικού πολιτισμού, δεν είναι παρά προϊόν εξέλιξης που έχει τις αρχές της στον 6ο αιώνα στην Ιωνία. Μάλιστα, η εξέλιξη αυτή υπήρξε πραγματικά ραγδαία, αν αναλογιστούμε ότι όροι και στοιχεία από τη φιλοσοφία και την επιστήμη που αναπτύχθηκε μέσα σε διάστημα ενός αιώνα, χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα. Άλλωστε, το γεγονός ότι, ακόμη και όσοι αρνούνται να αποδώσουν τα πρωτεία της φιλοσοφίας στο Θαλή, αναγνωρίζουν την ορθολογικότητα και την επιστημονική σκέψη του, συνεπάγεται αυτόματα ότι αποδέχονται τη φιλοσοφική του υπόσταση, εφόσον αδιαμφισβήτητη μήτρα των επιστημών υπήρξε η φιλοσοφία.

Μια άλλη κατηγορία ιστορικών που αντιμετωπίζουν το Θαλή ως σοφό στηρίζεται σε φιλολογικά τεκμήρια. Οι περισσότεροι απ' αυτούς υιοθετούν την άποψη ότι η θέση του φιλοσόφου για το υγρό στοιχείο ως υλική, κοσμογονική και κοσμολογική αρχή και τα σχετικά αυτής επιχειρήματα είναι στην πραγματικότητα υπόθεση του Αριστοτέλη, που προέκτεινε τη θεωρία του προκατόχου του. Έχει υποστηριχτεί ακόμη ότι η καταγωγή της εικόνας της επίπλευσης της γης πάνω στο νερό, όπως ένα καράβι, είναι ομηρική, άρα ο Θαλής προβάλλει επιλεκτικά τα λεγόμενα των προκατόχων του στο χώρο του πνεύματος. Αγνοείται, όμως, σε αυτή την περίπτωση ότι ο Όμηρος, όπως και ο Ησίοδος και όσοι προηγήθηκαν, διακρίνονται για τη μυθολογική και θεολογική τους σκέψη και ότι η διαφοροποίηση δεν αφορά το αντικείμενο αναφοράς, αλλά τον τρόπο διερεύνησης γύρω από το θέμα. Άλλωστε, παρομοιώσεις που διαφωτίζουν τις φιλοσοφικές θέσεις απαντάμε και σε μεταγενέστερους του Θαλή, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα χαρακτηρίζονται ως φιλόσοφοι, όπως ο Εμπεδοκλής ή ακόμη και ο Πλάτωνας. Δεν αποτελεί, συνεπώς, η επίκληση ή η αναφορά σε μια εικόνα τεκμήριο κατάταξης, αλλά ο τρόπος αξιοποίησής της και αυτή του Θαλή κάθε άλλο παρά μυθολογική ή θεολογική υπήρξε.

Μερικοί πάλι στηρίζονται στην παράλειψη του Πλάτωνα να αναφερθεί στο Μιλήσιο φιλόσοφο, όταν ο πρώτος κάνει λόγο για τις δοξασίες περί του Ωκεανού[83]. Όπως, ωστόσο, αναφέρθηκε και νωρίτερα, ο Αριστοτέλης θεωρείται για τους φιλολόγους ο πρώτος έγκυρος σχολιαστής και θα ήταν άδικο και για τον ίδιο να θεωρήσουμε ότι προέβη σε απλές υποθέσεις και υποκειμενικά συμπεράσματα. Ο Πλάτωνας, από την άλλη, ποτέ δεν επεχείρησε, όπως ο μαθητής του, να καταθέσει συστηματικά τις απόψεις προγενέστερων του διανοητών και θα ήταν παρακινδυνευμένο ως αντίθετο στο πνεύμα του έργου του να εκλάβουμε τη σιωπή του ως τεκμήριο τοποθέτησής του για τον Ίωνα φιλόσοφο.

Ιστορικά, η πρώτη αρνητική απόφανση περί της τοποθετήσεως του Θαλή στην πρωτοκαθεδρία της φιλοσοφίας διατυπώθηκε από τον Διογένη Λαέρτιο, ο οποίος απερίφραστα αποφαίνεται ότι «ήν των επτά σοφών' και ότι «πρώτος σοφός ονομάσθη»[84]. Με αυτό το σκεπτικό, του αποδίδει γνωμολογικές ρήσεις και διάφορα αποφθέγματα, λακωνικά διατυπωμένα (maximas res parvis lineis repperit)[85] – κατά το πρότυπο των γνωμολογιών των Σοφών. Αυτό που παραγνωρίζεται, ωστόσο, είναι ότι η διατύπωσή τους συνοδεύεται από αιτιολόγηση (γαρ), ακριβώς επειδή ο Θαλής δεν αποσκοπεί στο να καταστήσει τα ρητά του αυθεντίες, αλλά να δώσει έναυσμα για προβληματισμό και να διαμορφώσει ένα πλαίσιο διαλόγου. Με αυτό το πνεύμα αποφαίνεται ότι:

Θέση                                                        Αιτιολόγηση

πρεσβύτατον ταῶν ὄντων θεός               ἀγένητον γάρ

κάλλιστον κόσμος                                   ποίημα γάρ θεοῦ

μέγιστον τόπος                                        ἅπαντα γάρ χωρεῖ

τάχιστον νοῦς                                          διά παντός γάρ τρέχει

ἰσχυρότατον ἀνάγκη                                κρατεῖ γάρ πάντων

σοφώτατον χρόνος                                   ἀνευρίσκει γάρ πάντα

Μέσα από αυτά τα ρητά και διάφορα άλλα αποφθέγματα που αποδίδονται σε αυτόν, ο Θαλής προβάλλει ως μια προσωπικότητα ιδιαίτερα ευφυής, με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα και πηγαία χιουμοριστική διάθεση, αλλά προπάντων ως ένας διανοητής που ενδιαφέρεται να διαγνώσει την αλήθεια πέρα από το οφθαλμοφανές και να τεκμηριώσει τη θεωρία του, ώστε να είναι αυτή σε θέση να αντέξει σε κάθε έλεγχο και να καθιερωθεί με την πραγματικότητα που αυτή περιέχει και όχι βάσει του κύρους εκείνου που τη διατύπωσε.

Ο Διογένης, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, κατατάσσει τον Θαλή στην κατηγορία των σοφών και αναγνωρίζει την ηγεσία της ιωνικής φιλοσοφίας στο πρόσωπο του Αναξίμανδρου[86]. Ο διάδοχος και μαθητής του Θαλή, υπήρξε επίσης αστρονόμος, μετεωρολόγος, γεωγράφος και βιολόγος[87]. Αυτό που τον ξεχωρίζει από τους λοιπούς υλοζωιστές είναι ότι ορίζει την πρώτη υλική αρχή του κόσμου αρνητικά ως το «άπειρο», κάτι το οποίο δεν είναι δυνατό να καθοριστεί, αλλά συνιστά τη βάση για τις διάφορες ποιοτικές και ποσοτικές μεταβολές που σημειώνονται στον κόσμο. Έτσι, αναζητεί μια ενιαία αρχή, πέρα από τη φαινομενική πολλαπλότητα και σε αυτή αναγνωρίζει ιδιότητες που αρμόζουν στο θείο, όπως ότι είναι αθάνατη και ανώλεθρη. Με αυτόν τον τρόπο καταρρίπτει και την τελευταία υπόνοια επενέργειας μιας θεϊκής - έξωθεν του κόσμου δύναμης στη δημιουργία και στη συνοχή του τελευταίου, προβάλλοντας έναν πλήρως ορθολογικό τρόπο σκέψης[88]. Όσοι υποστηρίζουν την πρωτοκαθεδρία του Αναξίμανδρου στην ιωνική και ελληνική φιλοσοφία δεν θα πρέπει, ωστόσο, να λησμονούν ότι το έναυσμα για αυτόν τον τρόπο αντίληψης των πραγμάτων έδωσε ο δάσκαλος, ο Θαλής, ο οποίος ακόμα και αν αποδέχεται την ύπαρξη του θείου, το αφήνει έξω από την εξέταση της γένεσης και σύστασης του κόσμου.

Η αναφορά του Διογένη στη θυσία του Θαλή προς τους θεούς ως αποπληρωμή προς τις μαθηματικές γνώσεις που του προσπόρισαν, δίνει την εντύπωση ότι ο Ίωνας φιλόσοφος απέδιδε τις ανακαλύψεις του αποκλειστικά στην επενέργεια του θείου. Αυτό είναι κάτι το οποίο φυσικά δε μπορούμε να αποκλείσουμε, δεδομένου μάλιστα ότι τον εποχή εκείνη η αίσθηση του ιερού ήταν πολύ έντονη και ότι η θρησκευτική πίστη και η λατρεία ήταν συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Από την άλλη, ωστόσο, θα ήταν λάθος να σχηματιστεί η εικόνα ότι ο Θαλής αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως απλό εκτελεστή της θείας βούλησης και άδικο, αν αναλογιστούμε πόση προσπάθεια κατέβαλλε ο φιλόσοφος για να προσδώσει στις θέσεις του ορθολογικό χαρακτήρα.

Παράλληλα, θα πρέπει να γίνεται μια διάκριση ανάμεσα στο καθαυτό νόημα και την αξία των θεωριών του Θαλή, όπως και κάθε φιλοσόφου, και στον τρόπο με τον οποίο αυτές κατά καιρούς γίνονται κατανοητές και υπηρετούν έτερες φιλοσοφικές θέσεις. Ενδεικτικός είναι εν προκειμένω ο τρόπος με τον οποίο αφομοίωσε ο Kant τις παραδόσεις σχετικά με το Θαλή. Μέσα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου αναπαράγει την αναφορά του Διογένη, εκλαμβάνοντας τον τρόπο σκέψης που ανέπτυξε ο Θαλής ως ενδεικτικό της αποδοχής a priori ιδεών. Ο Γερμανός φιλόσοφος υποστηρίζει ότι ο Ίωνας φιλόσοφος καινοτόμησε, κατά το ότι «βρήκε ότι δε χρειαζόταν να παρακολουθή βήμα προς βήμα αυτό που έβλεπε στο σχήμα ή στην ψιλή έννοια του σχήματος κι έτσι να αποτυπώνη τρόπον τινά ιδιότητές του, αλλά να το παραγάγη σύμφωνα με την α priori ιδέα που εσχημάτισε ο ίδιος γι' αυτό και την παράσταση που του έδωσε μέσω εννοιών (εκ κατασκευής)· βρήκε ακόμα ότι, για να έχη βέβαιη α priori γνώση από κάτι, δεν ήταν ανάγκη να προσθέτη στο πράγμα τίποτε άλλο παρά αυτό που συναγόταν αναγκαία από εκείνο που είχε θέσει ο ίδιος εκεί μέσα σύμφωνα με την έννοια του πράγματος»[89].

Τα κύρια σημεία, όπου δέχτηκε κριτική ο φιλόσοφος και τα οποία του κόστισαν τη συνολική αποδοχή του ως φιλοσόφου, σχετίζονται με τις φιλοσοφικές θέσεις του είχαν παράλληλα και πρακτική χρησιμότητα ή με τις γνωμολογικές αποφάνσεις, που αρμόζουν στην αντιμετώπισή του ως σοφού. Τα σημεία αυτά, ωστόσο, θεωρούμε ότι δεν επαρκούν για να του αναιρεθεί ο τίτλος του φιλόσοφου. Αντίθετα μάλιστα, το γεγονός ότι έδωσε το έναυσμα για την απελευθέρωση της σκέψης από μυθολογικές αντιλήψεις ή αμιγώς πρακτικούς σκοπούς, αναδεικνύει τον φιλοσοφικό του τρόπο σκέψης. Ο Θαλής απορρίπτει τα μέχρι εκείνης της στιγμής δεδομένα και στρέφει την προσοχή του στα αντικείμενα αυτά καθαυτά, ακολουθώντας έναν αφαιρετικό τρόπο σκέψης, επικαλούμενος παραδείγματα και στηριζόμενος σε συγκεκριμένα επιχειρήματα και τεκμήρια. Και ακόμα, με το να αρνείται να περιορίσει τις όποιες γνώσεις αποκόμισε από την φιλοσοφική του δραστηριότητα σε έναν κύκλο εκλεκτών, αλλά προτιμά να τις μοιραστεί με τους συμπολίτες του, επιλέγοντας να τις καταστήσει κοινό κτήμα και να συμβάλλει στη γενικότερη πνευματική πρόοδο της κοινωνίας του.

Η θεωρία του Θαλή ότι η αρχή από την οποία προήλθε ή / και αποτελείται ο φυσικός κόσμος, μπορεί πλέον να μοιάζει πλέον από απλοϊκή ως αφελής, αλλά έχει μεγάλη αξία για την ιστορία της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Αντί να εστιάζουμε στην απάντηση που έδωσε στο βασικό κοσμογονικό και κοσμολογικό ερώτημα της εποχής, έχει μεγαλύτερη σημασία και αξία η βαρύτητα να δοθεί στο γεγονός ότι με αφετηρία το «θαυμάζειν» έθεσε πρώτος με σαφήνεια το ερώτημα και τόλμησε μια ορθολογιστική απάντηση με βάση το φιλοσοφικό λόγο[90].

Επιπλέον, με το να υιοθετήσει τη θέση ότι υπάρχει μια ενιαία αρχή που ευθύνεται για τη γένεση και τη συνοχή του κόσμου, δημιούργησε τις βάσεις για την υιοθέτηση ενός επιστημονικού τρόπου σκέψης και ερμηνείας των φαινομένων, ο οποίος μέχρι και σήμερα στηρίζεται σε αρχές και στη διατύπωση ερευνητικών υποθέσεων . Ο Θαλής, επομένως, δεν είναι μόνον ο πρώτος φιλόσοφος, αλλά από μια άποψη μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ο εισηγητής της επιστημονικής έρευνας, η οποία μέχρι και στις μέρες μας αναζητεί τις πιο ενδόμυχες αλήθειες, μέσα από πολλές δοκιμασίες και επίπονες, χρονοβόρες προσπάθειες. Βέβαια, όπως και η φιλοσοφία, έτσι και η επιστήμη του είναι, εν συγκρίσει με αυτές των μεταγενέστερων του χώρου, ακατέργαστες, αλλά υπήρξαν επαρκείς, ώστε να διεγείρουν τη σκέψη και την παρατήρηση, εφόσον οι θεωρίες του προσέφεραν το έναυσμα για περαιτέρω αναζήτηση και έλεγχο της ορθότητας των ισχυρισμών του. Επομένως, θα ήταν εσφαλμένο να κριθεί η συνεισφορά του Θαλή με κριτήριο την ορθότητα ή μη των θεωριών του. Αντίθετα, θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί η ανεκτίμητη αξία της ερευνητικής του προσπάθειας που διακατέχεται από γνήσια επιστημονική νοοτροπία σκέψης.

Τέλος, έχει διατυπωθεί η άποψη (Rod, 1976) ότι στα πλαίσια της θεωρίας του Θαλή για το ύδωρ, εμπεριέχονται, αν και σπερματικά, ορισμένες σημαντικές μεταφυσικές ιδέες[91]. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται ότι ο Θαλής πρώτος διατύπωσε την άποψη ότι η σύλληψη της πολλαπλότητας του αισθητού κόσμου προϋποθέτει την ιδέα της ενότητας[92], όπως επίσης ότι η σύλληψη του γίγνεσθαι, της συνεχούς εξέλιξης προϋποθέτει την ιδέα της σταθερότητας. Ακόμα, με τη θεωρία του Θαλή για πρώτη φορά αντιπαρατίθεται το φαινόμενο προς την ουσία, ή η φυσική σε μια «αληθινή» πραγματικότητα[93]. Τέλος, η πρώτη αρχή, που ερμηνεύει όλες τις εμπειρικές μεταβολές, έθεσε τα θεμέλια για την μεταφυσική αντίληψη μιας τέτοιας αρχής.

Στην υποστήριξη της θέσης του Αριστοτέλη, σημαντική υπήρξε η συμβολή του Hegel, που συνηγόρησε υπέρ της τοποθέτησης των απαρχών της φιλοσοφίας στην Ιωνική σχολή, αρχής γενομένης με το Θαλή. Στα μεταγενέστερα χρόνια, η θέση αυτή στηρίχτηκε μέσα από δύο μνημειώδη έργα, τη Φιλοσοφία των Ελλήνων του Ed. Zeller και τη συλλογή μαρτυριών και αποσπασμάτων επιμελημένη από τον Η. Diels (στη συνέχεια βελτιωμένη από τον W. Kranz), υπό τον τίτλο Vorsokratiker.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στο παρόν δοκίμιο εξετάσαμε τη θέση του Θαλή στο χώρο της φιλοσοφίας, η οποία αποτελεί ακόμη σημείο προβληματισμού, καθώς οι θεωρητικοί αδυνατούν να καταλήξουν εάν ήταν ένας από τους σοφούς ή ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος. Η θέση που υποστηρίζεται εδώ είναι η δεύτερη, ότι δηλαδή με το Θαλή η εποχή του μυθικού λόγου περνάει οριστικά στο παρελθόν και ανοίγει ο δρόμος στο φιλοσοφικό στοχασμό και την επιστημονική διερεύνηση των μεγάλων ζητημάτων που απασχολούν διαχρονικά, τη γένεση και σύσταση του κόσμου, την επενέργεια του θείου και τα όρια γνώσης και δράσης του ανθρώπου.

Τη θέση μας αυτή αναπτύξαμε εξετάζοντας το θέμα σε τρεις υποενότητες. Στην πρώτη γίνεται λόγος για τη στροφή από τη μυθική σκέψη στην μελέτη του φυσικού κόσμου. Το ενδιαφέρον του ηγέτη της ιωνικής σχολής στρέφεται, παράλληλα και στο θείο, το οποίο απομακρύνει από τη μελέτη του κόσμου μέσα στο ίδιο πλαίσιο, της αποστασιοποίησης από τις μυθολογικές αντιλήψεις που επικρατούσαν ως τις μέρες του. Στη συνέχεια αναφέρθηκαν τα επιτεύγματα του Θαλή σε επιστημονικούς χώρους που έως τότε ανήκαν στο χώρο της φιλοσοφίας, ήτοι την αστρονομία, τη γεωμετρία και τη φυσική. Μέσα από αυτά φαίνεται ότι ο τρόπος σκέψης του και η συλλογιστική που ακολουθεί είναι αμιγώς φιλοσοφική, άρα είναι άτοπο και άστοχο να αρνούμαστε τη φιλοσοφική του υπόσταση.

Δεχόμενοι, έτσι, ότι μιλάμε για έναν πραγματικό φιλόσοφο, στη δεύτερη υποενότητα γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθεί ότι είναι ο πρώτος φιλόσοφος που γνώρισε η ελληνική και η δυτική διανόηση. Και αυτό, γιατί πέρα από τις όποιες επιρροές δέχτηκε, τις αξιοποίησε με φιλοσοφικό τρόπο: ξεκινώντας από την παρατήρηση και την εμπειρία που προσφέρει ο αισθητός κόσμος, υποστήριξε τις θέσεις του στηριζόμενος στον επαγωγικό, τον παραγωγικό και τον αναλογικό συλλογισμό, τηρώντας πάντα μια στάση διαλεκτική και καταλήγοντας σε μια ενιαία και συνεπή θεωρία.

Το τελευταίο μέρος αφιερώθηκε στις αντίθετες προς την υποστηριζόμενη απόψεις και έχει ως σκοπό την απάντηση στις συλλογιστικές που μετέρχονται. Στον αντίποδα αυτών προβάλλεται η θέση του Αριστοτέλη, η οποία είναι η πιο ασφαλής και σύγχρονη του Ίωνα φιλοσόφου μαρτυρία και παρέχει τα αναγκαία μέσα για την αναίρεση κάθε διάφορης άποψης. Έτσι, καταλήγουμε ότι ο Θαλής, πέρα από σοφός, υπήρξε ένας πραγματικός φιλόσοφος και δη ο πρώτος που εγκαινιάζει το χώρο αυτό για την Ελλάδα και το δυτικό κόσμο.
----------------------------------
[1] Αριστοτέλους, Άπαντα, τ. 10, Μετά τα Φυσικά, Βιβλία Α' - Δ', εκδ. Κάκτος, 1999, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ», Αθήνα, 1992, Α 3.983B 6, σσ. 58 - 59

[2] ο.π., σσ. 41, 43

[3] ο.π., σ. 48

[4] Αυγελή, Ν., Εισαγωγή στη φιλοσοφία, εκδ. κώδικας, Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 65

[5] Μπαγιόνα, Αυγ. Ιστορία της αρχαίας ελληνικής ηθικής από τους Προσωκρατικούς ως την αρχαία Ακαδημία, Θεσ/κη, 1978, σ. 28

[6] Diels, H. & Kranz, W., Die Fragmente der Vorsokratiker, Weidmann, Zuerich, 1968, σσ. 71, 77

[7] Αριστοτέλους,Μετά τα Φυσικά, Α 3.983B 6 από το Diels & Kranz, ο.π., σσ. 76 - 77

[8] Μπαγιόνα, ο.π., σ. 32

[9] Ράσσελ Μπερτ., Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτου χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α', Η αρχαία φιλοσοφία, Η καθολική φιλοσοφία, Μτφρ. Χουρμουζίου, Αιμ., Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, σ. 35

[10] Αριστοτέλους, Μετά τα Φυσικά, Α, 983 b 6

[11] Diels & Kranz, ο.π., σ. 77

[12] Freeman, Kath., Ancilla to the Presocraticphilosophers, Oxford, 1971

[13] Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της ιστορίας της φιλοσοφίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2001, σ.61

[14] Αριστοτέλους, Μετά τα Φυσικά, Α, 3,983 β 21 , Περί Ουρανού, Β, 13, 294 α 28

[15] Diels & Kranz, ο.π., σ. 73

[16] Αριστοτέλους, Περί Ψυχής, Α, 405 a23, Diels & Kranz, ο.π., σ. 68

[17] Αριστοτέλους, ο.π., 405 a19

[18] Σταμάτη, ο.π., σσ. 12 - 13

[19] Diels & Kranz, ο.π., σ. 72 - 73

[20] BurnetJ, Early greek philosophy, 3rd edition (1920). London: A & C Black Ltd, From Chapter I., The Milesian school, . The eclipse foretold by Thales

[21] Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Θεοδωρίδης, X., εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000, σ. 32

[22] Βεΐκου, Θ., Προσωκρατική φιλοσοφία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 1980, σσ. 40 - 41

[23] Diels & Kranz, ο.π., σ. 68

[24] Burnet, ο.π., Chapter I., The Milesian school, Thales and geometry

[25] Αριστοτέλους, Περί ψυχής, Α 2. 405 a 19

[26] Diels & Kranz, ο.π., s. 68 - 69

[27] Πελεγρίνης, Θ.Ν., Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1998, σ. 27, Zeller & Nestle, ο.π., σ. 32

[28] Vegetti, M., Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, εκδ. Τραυλός, Αθήνα, 2000, σ. 48

[29] Πελεγρίνη, ο.π., σ. 27

[30] Romilly, J., Αρχαία ελληνική Γραμματολογία, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1998, σ. 73

[31] Vegetti, ο.π., σ. 46

[32] Diels & Kranz, ο.π., σ. 68

[33] Lesky, Α., Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσ/κη, 1998, σ. 247, Βεΐκου, Προσωκρατική φιλοσοφία ο.π., σ. 42

[34] Zeller & Nestle, ο.π., σ. 33 και Παπαδή, Δ., Η ανθρωπολογία των προσωκρατικών, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996, σσ. 75 - 76

[35] Μπαγιόνα, ο.π., σ. 32

[36] Vegetti, ο.π., σ. 49

[37] Μπαγιόνα, ο.π., σσ. 32 - 33

[38] Diels & Kranz, ο.π., σ. 70, 74, Αυγελή, ο.π., σ. 11, και Βουδούρη, ο.π., σ. 55

[39] Θουκυδίδου, Άπαντα, τ. Ι, Ιστοριών Α', 16, «ΟΙ ΕΛΗΝΕΣ», εκδ. Οδ. Χατζόπουλος, Ι.30

[40] Diels & Kranz, ο.π., σ. 68

[41] Αυγελή, ο.π., σσ. 12 - 15

[42] Diels & Kranz, ο.π., σσ. 68, 73

[43] Lesky, ο.π., σ. 247, Vegetti, ο.π., σ. 49, Zeller & Nestle, ο.π., σ. 32

[44] Βουδούρη, ο.π., σ. 66

[45] Romilly, ο.π., σ. 73

[46] Αριστοτέλους, Μετά τα Φυσικά, Ι, 983 β 20

[47] Diels & Kranz, ο.π., σ. 75

[48] Βεΐκου, Θ., Φύση και κοινωνία, Από το Θαλή ως το Σωκράτη, εκδ. Σμίλη, Αθήνα, 1991, σ. 20,

[49] Αριστοτέλους,Μετά τα φυσικά, Α 3.983 b 6, Σιμπλίκιος Περί ουρανού στο Diels & Kranz, ο.π., σ. 78

[50] Guthrie, W.K.C., A history of greek philosophy, The earlier Presocratics and the Pythagoreans, Cambridge, 1985, σσ. 60 - 61, Νιάρχου, ο.π., σ. 23, Βεΐκου, Προσωκρατική φιλοσοφία, ο.π., σ. 41

[51] Zeller & Nestle, ο.π., σ. 32

[52] Αυγελή, ο.π., σ. 16

[53] Romilly, ο.π., σ. 74

[54] Diels & Kranz, ο.π., σ. 76

[55] Μπαγιόνα, ο.π., σ. 30

[56] Πελεγρίνη, ο.π., σ. 28 και Ρούσσου, Ευαγγ., Προσωκρατικοί, τ.Α', Ιστορική εισαγωγή, εκδ. στιγμή -Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων , Αθήνα, 1999, σσ. 109 - 110

[57] Βεΐκου, Φύση και κοινωνία, ο.π., σ. 21

[58] Diels & Kranz, ο.π., σ. 73

[59] Βουδούρη, ο.π., σ. 67

[60] Diels & Kranz, ο.π., σ. 79

[61] Βουδούρη, ο.π., σ. 67

[62] Βουδούρη, ο.π., σ. 67

[63] Βουδούρη, ο.π., σ. 68

[64] Βουδούρη, ο.π., σ. 65

[65] Μπαγιόνα, ο.π., σ. 28

[66] Πελεγρίνη, ο.π., σ. 29

[67] Παπαδή, ο.π., σ. 73

[68] Diels & Kranz, ο.π., σ. 79, Παπαδή, ο.π., σ. 73

[69] Μακρυγιάννη, ο.π., σσ. 158 - 160

[70] Μακρυγιάννη, ο.π., σσ. 155 - 157

[71] Αριστοτέλης, Περί ουρανού, B13.294a28 - 31 Diels & Kranz, ο.π., σ. 77

[72] Ρούσσου, ο.π., σ. 108

[73] Gigon, Ol., Βασικά Προβλήματα της Αρχαίας Φιλοσοφίας, μτφρ. Σκουτερόπουλος, Ν.Μ., εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1991, σ. 149

[74] Πελεγρίνη, ο.π., σ. 29

[75] Gigon, ο.π., σ. 186

[76] Βεΐκου, Προσωκρατική Φιλοσοφία, ο.π., σ. 42

[77] Αριστοτέλους, Πολιτικά, I, 11, 1259 α 10

[78] Gigon, ο.π., σ. 39

[79] Burnet, ο.π. From Chapter I., The Milesian school, Thales in Egypt

[80] Gigon, ο.π., σ. 38

[81] Vegetti, Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, ο.π., σ. 42

[82] Zeller & Nestle, ο.π., σ. 32

[83] Βεΐκου, Προσωκρατική φιλοσοφία, ο.π., σσ. 41 - 42

[84] Diels & Kranz, ο.π., σσ. 67, 69, 70

[85] ο.π., σσ. 78 - 79

[86] Βεΐκου, Προσωκρατική φιλοσοφία ο.π., σ. 42

[87] Βουδούρη, ο.π., σσ. 69 - 76

[88] Αυγελή, ο.π., σσ. 66 - 67

[89] Kant, Imm. Κριτική του καθαρού λόγου, εισ.-μτφρ.-σχόλια Γιανναράς, Αν.,τ. Α, τεύχ. Ι, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, σ. 41

[90] Αυγελή, ο.π., σ. 65

[91] Αυγελή, ο.π., σ. 66

[92] Windelband - Heimsoeth, ο.π., σ. 43

[93] ο.π., σ. 75