Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (69-114)

ΜΥΡΡΙΝΗ
μῶν ὕστεραι πάρεσμεν, ὦ Λυσιστράτη;
70 τί φῄς; Τί σιγᾷς; ΛΥ. οὔ σ᾽ ἐπαινῶ, Μυρρίνη,
ἥκουσαν ἄρτι περὶ τοιούτου πράγματος.
ΜΥ. μόλις γὰρ ηὗρον ἐν σκότῳ τὸ ζώνιον.
ἀλλ᾽ εἴ τι πάνυ δεῖ, ταῖς παρούσαισιν λέγε.
ΚΛ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἐπαναμείνωμεν ὀλίγου γ᾽ εἵνεκα
75 τάς τ᾽ ἐκ Βοιωτῶν τάς τε Πελοποννησίων
γυναῖκας ἐλθεῖν. ΛΥ. πολὺ σὺ κάλλιον λέγεις.
ἡδὶ δὲ καὶ δὴ Λαμπιτὼ προσέρχεται.
ὦ φιλτάτη Λάκαινα, χαῖρε, Λαμπιτοῖ.
οἷον τὸ κάλλος, γλυκυτάτη, σου φαίνεται.
80 ὡς δ᾽ εὐχροεῖς, ὡς δὲ σφριγᾷ τὸ σῶμά σου.
κἂν ταῦρον ἄγχοις. ΛΑΜΠΙΤΩ. μάλα γ᾽, οἰῶ, ναὶ τὼ σιώ·
γυμνάδδομαι γὰρ καὶ ποτὶ πυγὰν ἅλλομαι.
ΚΛ. ὡς δὴ καλὸν τὸ χρῆμα τῶν τιτθῶν ἔχεις.
ΛΑ. ἇπερ ἱαρεῖόν τοί μ᾽ ὑποψαλάσσετε.
85 ΛΥ. ἡδὶ δὲ ποδαπὴ ᾽σθ᾽ ἡ νεᾶνις ἁτέρα;
ΛΑ. πρέσβειρά τοι ναὶ τὼ σιὼ Βοιωτία
ἵκει ποθ᾽ ὑμέ. ΛΥ. νὴ Δί᾽ ὡς Βοιωτία
καλόν γ᾽ ἔχουσα τὸ πεδίον. ΚΛ. καὶ νὴ Δία
κομψότατα τὴν βληχώ γε παρατετιλμένη.
90 ΛΥ. τίς δ᾽ ἁτέρα παῖς; ΛΑ. χαἵα ναὶ τὼ σιώ,
Κορινθία δ᾽ αὖ. ΚΛ. χαΐα νὴ τὸν Δία
δήλη ᾽στὶν οὖσα ταυταγὶ τἀντευθενί.
ΛΑ. τίς δ᾽ αὖ συναλίαξε τόνδε τὸν στόλον
τὸν τᾶν γυναικῶν; ΛΥ. ἥδ᾽ ἐγώ. ΛΑ. μύσιδδέ τοι
95 ὅ τι λῇς ποθ᾽ ἁμέ. ΚΛ. νὴ Δί᾽, ὦ φίλη γύναι,
λέγε δῆτα τὸ σπουδαῖον ὅ τι τοῦτ᾽ ἐστί σοι.
ΛΥ. λέγοιμ᾽ ἂν ἤδη. πρὶν λέγειν ‹δ᾽›, ὑμᾶς τοδὶ
ἐπερήσομαί, τι μικρόν. ΚΛ. ὅ τι βούλει γε σύ.
ΛΥ. τοὺς πατέρας οὐ ποθεῖτε τοὺς τῶν παιδίων
100 ἐπὶ στρατιᾶς ἀπόντας; εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι
πάσαισιν ὑμῖν ἐστιν ἀποδημῶν ἀνήρ.
ΚΛ. ὁ γοῦν ἐμὸς ἀνὴρ πέντε μῆνας, ὦ τάλαν,
ἄπεστιν ἐπὶ Θρᾴκης φυλάττων Εὐκράτη.
ΜΥ. ὁ δ᾽ ἐμός γε τελέους ἑπτὰ μῆνας ἐν Πύλῳ.
105 ΛΑ. ὁ δ᾽ ἐμός γα, καἴ κ᾽ ἐκ τᾶς ταγᾶς ἔλσῃ ποκά,
πορπακισάμενος φροῦδος ἀμπτάμενος ἔβα.
ΛΥ. ἀλλ᾽ οὐδὲ μοιχοῦ καταλέλειπται φεψάλυξ.
ἐξ οὗ γὰρ ἡμᾶς προὔδοσαν Μιλήσιοι,
οὐκ εἶδον οὐδ᾽ ὄλισβον ὀκτωδάκτυλον,
110 ὃς ἦν ἂν ἡμῖν σκυτίνη ᾽πικουρία.
ἐθέλοιτ᾽ ἂν οὖν, εἰ μηχανὴν εὕροιμ᾽ ἐγώ,
μετ᾽ ἐμοῦ καταλῦσαι τὸν πόλεμον; ΚΛ. νὴ τὼ θεὼ
ἔγωγέ τἄν, κἂν εἴ με χρείη τοὔγκυκλον
τουτὶ καταθεῖσαν ἐκπιεῖν αυθημερόν.

***
(Μπαίνουν η Μυρρίνη με τις άλλες)
ΜΥΡΡΙΝΗ
Μπας κι αργήσαμε, Λυσιστράτη; Μίλα!
70 Τί μουλώνεις; ΛΥΣ. Ζητάς και συχαρίκια,
που ᾽ρθατε αργά για τόσο μεγάλο θέμα!
ΜΥΡ. Τρόμαξα νά βρω μες στα σκοτεινά
τη βρακοζώνα μου. Άιντε λέγε τώρα
και σε μας τις ολίγες, τί συμβαίνει.
ΚΛΕ. Λιγάκι ας περιμένουμε, ως να ᾽ρθούνε
κι απ᾽ το Μοριά οι γυναίκες κι απ᾽ τη Ρούμελη.
ΛΥΣ. Έχεις δίκιο!… Μα νά την κοπιάζει
της Σπάρτης το ξεφτέρ᾽, η Λαμπιτώ.
(Στη Λαμπιτώ)
Χρυσή μου, καλωσόρισες! Τί θάμπος
ομορφιές είναι τούτες! Όλη αστράφτεις.
80 Τί χρώμα ροδοκόκκινο, τί σώμα
σφιχτοκρέατο! Και ταύρο βάνεις κάτου.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Και ναι, μά το ζευγάρι των Διοσκούρων!
Γυμνάζομαι πολύ κι άμα πηδάω,
οι φτέρνες μου χτυπάν στον πισινό μου.
ΚΛΕ. (Της πασπατεύει τα βυζιά)
Ρε, τί βυζιά ᾽ναι τούτα! Πλούσιο πράμα!
ΛΑΜ. Μου τα μαλάζεις, λες θα τ᾽ αγοράσεις.
ΛΥΣ. (Δείχνει τη Ρουμελιώτισσα)
Και τούτ᾽ η κοπελιά από πούθες είναι;
ΛΑΜ. Ρουμελιώτισσα κι από σόι μεγάλο!
ΛΥΣ. Ρουμελιώτισσα; Τότε το χωράφι της
θα ᾽ναι πολύ παχύ. ΚΛΕ. Ναι, μά το Δία
και ξεβοτανισμένο στην εντέλεια.
ΛΥΣ. (Δείχνει την Κορθιανή)
90 Και τούτ᾽ η σουσουράδα; ΛΑΜ. Κορθιανό
πλουσιοκόριτσο. ΚΛΕ. Φαίνονται τα πλούτια της
κι από τις δυο μεριές, μπροστά και πίσου.
ΛΑΜ. Μου λέτε ποιός μας κάλεσεν εδώ;
ΛΥΣ. Εγώ που σου μιλάω. ΛΑΜ. Λοιπόν ξηγήσου,
τί μας θέλεις! ΚΛΕ. Ναι, μά το Δία, καλή μου,
φανέρωσέ το πια το μυστικό σου!
ΛΥΣ. Και φυσικά! Μα κάτι θέλω πρώτα
να σας ρωτήσω. ΚΛΕ. Λέγε. Και σ᾽ ακούμε.
ΛΥΣ. Δεν ποθήσατε, λέγω, των παιδιών σας
100 τους πατέρες, που λείπουνε στον πόλεμο;
Ξέρω καλά πως ολονώ σας οι άντρες
μακριά απ᾽ το σπιτικό τους παραδέρνουν.
ΚΛΕ. Στη Θράκη πέντε μήνες ο δικός μου
φυλάει τον πουλημένο στρατηγό του.
ΜΥΡ. Κι εφτά σωστούς στο Νιόκαστρ᾽ ο δικός μου.
ΛΑΜ. Κι ο δικός μου, σαν τύχει να το σκάσει
απ᾽ το λόχο του, όσο να τον σφίξω,
αρπάζει την ασπίδα του και κόβει…
ΛΥΣ. Και στάχτη δεν απόμεινε απ᾽ τους άλλους
(τους αγαπητικούς μας!) από τότες
που μας πρόδωσε η Μίλητο. Άι και να ᾽χα
110 μιαν πέτσινη λεγάμενη οχτώ δάχτυλα
να βολευτώ!… Λοιπόν δεν έχω δίκιο
που σοφίστηκα τρόπο για να πάψει
το μαύρο μακελειό; ΚΛΕ. Και μας ρωτάς;
Θα ᾽βαζα εγώ το σάλι μου αμανάτι
και τα λεφτά μονομερίς θα τα ᾽πινα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΑΙΣΑΚΟΣ

Από τον πρώτο του γάμο με την Αρίσβη, κόρη του Μέροπα, ο Πρίαμος απέκτησε ένα γιο, τον Αίσακο. Κατείχε τη μαντική τέχνη της «ονειροκρισίας», δηλαδή της ερμηνείας των ονείρων από τον παππού του Μέροπα, και γι' αυτό κλήθηκε να ερμηνεύσει το όνειρο* που είδε η Εκάβη πριν από τη γέννηση του Πάρη ότι γεννούσε ένα φλεγόμενο δαυλό ή, σύμφωνα με τον Πίνδαρο, ένα τέρας με εκατό χέρια, στο καθένα από τα οποία κρατούσε δαυλό αναμμένο και σώριαζε την Τροία σε ερείπια.  Αυτός είπε ότι το παιδί θα γινόταν η καταστροφή της πατρίδας του και συμβούλευσε τον Πρίαμο να το αφήσει έκθετο. Άλλη εκδοχή αναφέρει πως και άλλοι μάντεις, κυρίως όμως ο Αίσακος, δήλωσαν πως το παιδί που θα γεννιόταν μια ορισμένη μέρα θα προκαλούσε την καταστροφή της Τροίας και ότι ο Πρίαμος όφειλε να διατάξουν να σκοτώσουν μητέρα και παιδί. Όμως την ορισμένη μέρα, εκτός από την Εκάβη, γέννησε και η Κίλλα τον Μούνιππο από τον Θυμοίτη, αδελφό ή κουνιάδο του Πριάμου. Αυτούς θανάτωσε ο Πρίαμος.

Ο Αίσακος παντρεύτηκε την κόρη του Κεβρήνα Αστερόπη. Ο θρήνος του για τον θάνατό της προκάλεσε τον οίκτο των θεών, ή μόνο της Θέτιδας, που τον μεταμόρφωσαν σε πουλί, αρπακτικό ή θαλασσοπούλι. Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις, 11.749 κ.ε.) διηγείται την ιστορία παραλλάσσοντάς την και προσθέτοντας λεπτομέρειες που αιτιολογούν και τη μεταμόρφωση του Αίσακου στο πουλί αἴθυια. Πιο συγκεκριμένα: Ο Αίσακος ήταν νόθος γιος του Πριάμου και της Νύμφης Αλεξιρρόης, κόρης του ποτάμιου θεού Γρανικού. Μια μέρα στην εξοχή αντίκρυσε τη Νύμφη Εσπερία που την ερωτεύθηκε αμέσως και την κυνήγησε. Στην προσπάθειά της η Νύμφη να ξεφύγει, δεν πρόσεξε και πάτησε ένα δηλητηριώδες φίδι, από το δάγκωμα του οποίου πέθανε. Απαρηγόρητος ο Αίσακος ρίχτηκε από βράχο στη θάλασσα, αλλά καθώς έπεφτε μεταμορφώθηκε από την Τηθύ σε θαλασσοπούλι, που προσπαθεί διαρκώς να φτάσει στα βάθη της θάλασσας βουτώντας. Το πουλί αυτό ήταν η αἴθυια, επιδέξιος βουτηχτής (γι' αυτό και σήμερα λέγεται και βουτήχτρα).
------------------------
*Το όνειρο της Εκάβης
… όταν ήταν να γεννήσει το δεύτερο παιδί η Εκάβη, είδε στον ύπνο της ότι γέννησε ένα δαυλό αναμμένο που διαμοιραζόταν σε ολόκληρη την πόλη και την έκαιγε. Όταν ο Πρίαμος έμαθε από την Εκάβη το όνειρό της, κάλεσε τον γιο του Αίσακο· γιατί ήξερε να εξηγεί τα όνειρα, τέχνη που έμαθε από τον Μέροπα, παππού του, από την πλευρά της μάνας του. Αυτός είπε ότι το παιδί θα γινόταν η καταστροφή της πατρίδας του και τον συμβούλευσε να το αφήσει έκθετο. Και ο Πρίαμος, όταν γεννήθηκε το παιδί, το έδωσε σε έναν δούλο, που ονομαζόταν Αγέλαος, να το μεταφέρει στην Ίδη και να το αφήσει εκεί. (Απολλόδωρος 3.12)

Νίτσε: Ο δικός μας θησαυρός είναι εκεί που βρίσκονται οι κυψέλες της γνώσης μας

Δε γνωρίζουμε τον εαυτό μας, εμείς που αναζητούμε τη γνώση· αγνοούμε τον εαυτό μας: Κι αυτό έχει το λόγο του. Ποτέ δεν αναζητήσαμε τον εαυτό μας – πως θα μπορούσε να συμβεί να τον βρούμε μια μέρα;

Δίκαια ειπώθηκε: «Eκεί που είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι η καρδιά σας»· Ο δικός μας θησαυρός είναι εκεί που βρίσκονται οι κυψέλες της γνώσης μας. Πάντα προς αυτές πηγαίνουμε, σαν να ‘μασταν από γεννησιμιού μας φτερωτά έντομα και συλλέκτες του μελιού της γνώσης, νοιαζόμαστε, με όλη τη δύναμη της καρδιάς μας, μόνο για ένα πράγμα – «Να φέρουμε κάτι στο σπίτι».

Όσον αφορά τώρα στη ζωή, στα λεγόμενα «βιώματα» – ποιος από μας έχει αρκετή σοβαρότητα γι’ αυτό; Ή αρκετό χρόνο;

Φοβάμαι πως για τέτοιες υποθέσεις δεν ενδιαφερόμασταν ποτέ «για την υπόθεση»: Δεν έχουμε την καρδιά μας εκεί – ούτε καν τα’ αφτιά μας!

Μοιάζουμε μάλλον μ’ έναν θεϊκά αφηρημένο και βυθισμένο στον εαυτό μας άνθρωπο, που η καμπάνα του μεσημεριού χτύπησε με όλη της τη δύναμη δώδεκά της χτύπους, κι εκείνος μεμιάς αναπηδά κι αναρωτιέται: «Tι ώρα χτύπησε;».

Έτσι κι εμείς τρίβουμε καμιά φορά τ’ αφτιά μας εκ των υστέρων και ρωτάμε, εντελώς σαστισμένοι, εντελώς μπερδεμένοι, «Tι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που μόλις βιώσαμε;»

Ακόμη περισσότερο, «Ποιοι είμαστε τελικά;». τότε μετράμε εκ των υστέρων, όπως είπαμε, όλους τους δονούμενους ακόμη χτύπους της καμπάνας του βιώματός μας, της ζωής μας, του Είναι μας – αχ! – και κάνουμε λάθος στο μέτρημα…

Μένουμε κατ’ ανάγκη ξένοι προς τον εαυτό μας, δεν τον καταλαβαίνουμε, συγχέουμε τον εαυτό μας με άλλους· Για μας ισχύει ο νόμος στους αιώνες των αιώνων «κανένας δεν είναι πιο ξένος προς τον εαυτό του από τον εαυτό του», όσον αφορά στον εαυτό μας δεν είμαστε από εκείνους που «αναζητούν τη γνώση»…
 
Friedrich Nietzsche, Η Γενεαλογία της Ηθικής

Γιατί φοβόμαστε την αποτυχία περισσότερο απ’ όσο απολαμβάνουμε την επιτυχία

Όταν οι επενδυτές χάνουν στην αγορά, ο πόνος που νιώθουν είναι μεγαλύτερος από την απόλαυση του κέρδους που έχουν αποκτήσει από μια άλλη επένδυση. Συνεπώς, οι επενδυτές θα λέγαμε ότι αποφεύγουν τον κίνδυνο και δεν καταφέρνουν να απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους.

Αγοράζοντας όταν νιώθουν ασφάλεια και πουλώντας όταν νιώθουν φόβο, μπορεί να καταλήξουν να αγοράζουν με υψηλά κόστη και να πουλάνε με χαμηλά, και αυτή είναι μια εγγυημένη στρατηγική ήττας. Οι επιτυχημένοι επενδυτές είναι αλαζόνες όταν οι άλλοι φοβούνται και φοβούνται όταν οι άλλοι είναι αλαζόνες.

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι επενδυτές είναι άνθρωποι και η φυσική επιλογή ενδυνάμωσε το χαρακτηριστικό της υπερβολικής προσοχής, καθώς αυτό βοηθούσε τους προγόνους μας να επιβιώσουν. Όσον αφορά στο παιχνίδι της επένδυσης, μπορούμε να χάσουμε κάποια χρήματα. Όμως, στο παιχνίδι της ζωής, το κόστος της είναι υπερβολικά πολύτιμο για να το ριψοκινδυνεύσουμε.

Ο εγκέφαλος που αποφεύγει τον κίνδυνο

Το νευρικό σύστημα έχει εξελιχθεί όπως οι συσκευές ελέγχου της κίνησης. Τα ζώα κινούνται κυρίως για να τραφούν, να αναπαραχθούν και να αποφύγουν τον κίνδυνο. Από αυτά τα κίνητρα, η αποφυγή του κινδύνου είναι η υψηλότερη προτεραιότητα, επειδή όσοι πέφτουν ευκολότερα θύματα των θηρευτών αφήνουν λίγους απογόνους.

Οι εγκέφαλοι όλων των θηλαστικών διαθέτουν ένα σύστημα συναγερμού – το δικτυωτό σύστημα ενεργοποίησης – που τα προειδοποιεί και τα ενεργοποιεί κάθε φορά που αισθάνονται μια απειλή. Αυτή η απόκριση μάχης – φυγής είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της συναισθηματικής μας ζωής και μας βοηθά να εξηγήσουμε και την λειτουργία αποφυγής του κινδύνου.

Τα πιο νευρικά ζώα – θηράματα, όπως οι λαγοί, εξαφανίζονται ακόμα και στον παραμικρό θόρυβο. Το κάνουν ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κίνδυνος τελικά, αλλά με αυτό τον τρόπο έχουν μάθει να προστατεύονται.

Αλλά και οι άνθρωποι είχαμε εχθρούς στη φύση: λιοντάρια, τίγρεις και πούμα. Έτσι, αναπτύξαμε τον εγκέφαλο αποφυγής κινδύνου. Το άγχος μας είναι η βιολογική μας κληρονομιά. Αυτό το φαινόμενο αντανακλάται και στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική ζωή.

Ο φόβος της αποτυχίας

Ανάμεσα στα πολλά πιθανά μειονεκτήματα του να μεγαλώνεις σε συνθήκες φτώχειας είναι και οι χαμηλότερες προσδοκίες των παιδιών. Είναι ευχαριστημένα με την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών και δεν θέλουν να πετύχουν σπουδαία πράγματα αναγκαστικά στη δουλειά τους.

Αυτή η έλλειψη φιλοδοξίας αναλύεται υπό όρους φόβου αποτυχίας. Τα παιδιά που φοβούνται περισσότερο την αποτυχία αποφεύγουν τις δύσκολες προκλήσεις και κυρίως ικανοποιούν τους εαυτούς τους με απλούς στόχους, εύκολα επιτεύξιμους.

Αυτό όμως ενισχύεται και από τους γονείς. Οι γονείς αφιερώνουν ελάχιστο χρόνο στο να ενισχύσουν τις προσπάθειες των παιδιών τους σε δύσκολες εργασίες. Αντιθέτως, τα τιμωρούν για τις αποτυχίες. Συνεπώς, αυτά τα παιδιά αποφεύγουν δύσκολες δραστηριότητες για να μην μπουν στη διαδικασία της αποτυχίας. Ως ενήλικες, επιζητούν βραχυπρόθεσμους στόχους αντί για μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες.

Θα έλεγε κανείς ότι αυτοί οι γονείς προσπαθούν να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για ένα μέλλον, των οποίων οι φιλοδοξίες είναι τόσες όσες και των γονιών τους. Το συμπέρασμα είναι ότι αν έχουμε υψηλό φόβο αποτυχίας, είναι σχεδόν απίθανο να επιζητήσουμε μακροπρόθεσμα project, όπως την ίδρυση μιας νέας επιχείρησης.

Όμως, το επικίνδυνο και ριψοκίνδυνο πάντα θα υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να παραιτούμαστε ή να μην αγγίζουμε οποιοδήποτε μεγαλόπνοο σχέδιο έχει περάσει από το νου μας, ούτε να «καθόμαστε για πάντα στ’ αυγά» μας. Αν το περιβάλλον είναι επικίνδυνο, προχωρήστε με προσοχή, αλλά εκμεταλλευτείτε όποιους πόρους έχετε διαθέσιμους.

Μην απαρνιέσαι τον εαυτό σου για να σε αποδεχτούν

Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο το οποίο όμως φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη.

Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μην προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση.

Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό για να ταιριάζει με τα πάντα.

Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο χρώμα γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη.

Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα λάμβανε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.

Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μην μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο.

Το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν ήταν σίγουρα αδιάφορο, είχε πέσει, όμως, στην παγίδα να πιστέψει ότι το εν λευκώ σημαίνει έχω το κεφάλι μου ήσυχο γιατί με αποδέχονται όλοι και μπορώ να προσαρμοστώ σε οποιοδήποτε περιβάλλον.

Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητα μου, χάνω την ιδιαιτερότητά μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει.

Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει ότι σημασία έχει να μην ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αρκεί να ταιριάζεις με τους εκλεκτούς σου.

Πέρασε καιρός ώσπου ήρθε η ώρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό άρχισε να μαραίνεται γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί.

Η αλήθεια είναι πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.

Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε, παράλληλα ως πανοπλία που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο.

Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε ότι ήταν σαν και εκείνο.

Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία.

Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του.

Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεμπιπτόντως ήταν μπροστά του αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό που δε μπορούσε να τη δει.

Η ιστορία με το κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελε να γίνει λευκό είναι μια αναλογία που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παραμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Δε χρειάζεται να γίνετε αποδεκτοί από όλους, μόνο από αυτούς που έχουν σημασία για εσάς.

Να σταθείς μόνος σου γερά, πρώτου κρατήσεις το χέρι κάποιου

Τίποτα δεν χάνεται που να μην μπορεί να βρεθεί,
ούτε ο έρωτας..

Αγάπες πάνε και έρχονται, σαν τα πλοία. Αφήνουν την πραμάτεια τους, αδειάζουν, σταθμεύουν για λίγο και ξεκινάνε πάλι την αναζήτησή, για ένα νέο λιμάνι.

Έτσι είναι οι έρωτες, συχνά περαστικοί. Ανοίγουν κύκλοι, κλείνουν σαν κουραστούν, ή δώσουν ότι ήταν να δώσουν και ξεκινάνε νέοι από την αρχή ξανά, ωσότου υπάρξει σύμπνοια με κάποιον.

Ποτέ δεν είναι αργά για να αγαπήσεις και να ερωτευτείς. Πρέπει όμως να αντέχεις. Να μπορείς να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι. Να υποδέχεσαι τους χειμώνες και τα καλοκαίρια της καρδιάς με την ίδιο τρόπο.

Σε έψαξα ξανά και ξανά. Κάθε φορά που νόμιζα πως πια σε είχα, μετά από λίγο καταλάβαινα πως ήσουν και πάλι μισός δίπλα μου. Ο άλλος μισός ήταν σε εσένα δοσμένος. Και εγώ έμενα πεινασμένος. Διψασμένος από την απόλυτη αγάπη που πίστευα πως μαζί σου επιτέλους θα νιώσω, αφού οι καρδιές μας χτυπούσαν σαν μια.

Με τον καιρό όμως έμαθα, πως το να είσαι δοσμένος ευλαβικά στον άλλον και όχι πρώτιστος στον εαυτό σου, εν καιρώ θα βλάψει και τους δύο.

Να με αγαπάς και να σε αγαπώ με όλη μας την καρδιά, το μυαλό και την ψυχή, ας κρατήσουμε όμως μια θάλασσα ανάμεσα μας, να καθαρίζει τις σκέψεις μας, τα λάθη μας, την κούραση μας και να μπορούμε να ξαποστάζουμε λιγάκι μονάχοι.

«Όταν ο έρωτας σας γνέφει ακολουθήστε τον.
Και όταν τα φτερά του σας τυλίξουν, παραδοθείτε του.
Αφήστε όμως ελεύθερους χώρους ανάμεσα σας και μην φτιάχνετε δεσμά με την αγάπη σας.
Να γεμίζει ο ένας την κούπα του άλλου, αλλά να μην πίνετε από την ίδια κούπα.
Να τραγουδάτε και να χορεύετε μαζί και να είστε χαρούμενοι, αλλά και να αφήνετε ο ένας τον άλλον μόνο.
Όπως οι χορδές του λαούτου είναι μόνες παρότι πάλλονται με την ίδια μουσική.
Να δίνετε την καρδιά σας, αλλά να μην αφήνετε να την κρατάει συνέχεια.
Και να στέκεστε στο πλάι του άλλου, μα όχι πολύ κοντά.
Γιατί οι κολώνες του ναού στέκουν χώρια.
Κι η βελανιδιά μεγαλώνει χωρίς να κρύβει την σκιά στο κυπαρίσσι
».

Χαλίλ Γκιμπράν

Δεν είναι απαραίτητο όλοι να καταλήξουν στην ζωή με έναν άνθρωπο. Δεν είναι γραφτό όλων να βρουν τον ιδανικό για αυτούς σύντροφο.

Μέσα σε έναν γάμο αισθάνεται κανείς σημαντικός. Ο μέσος άνθρωπος χρειάζεται ένα σπίτι για να αποτελεί τον «ήλιο» του. Εκεί όπου μπορεί να τρέφεται από την αγάπη της οικογένειας που έχει πλάσει, αλλά και να αισθάνεται απαραίτητος.

Μπορεί ο γάμος να αποτελεί καταφύγιο, μερικοί όμως δεν το έχουν αυτό ανάγκη. Μπορούν να σταθούν καλά και μόνοι τους. Αισθάνονται ολοκληρωμένοι και αυτάρκεις χωρίς σύντροφο ή παιδιά.

Ο άνθρωπος ωστόσο έχει υπαρξιακή μοναξιά. Όσο περνάνε τα χρόνια χρειάζεται κάποιον να του κρατάει το χέρι, έναν σταθερό συναισθηματικό δεσμό για να αισθάνεται πιο ολοκληρωμένος. Ως ανθρώπινα όντα έχουμε την υπαρξιακή ανάγκη να αγαπήσουμε, αλλά και να αγαπηθούμε.

Αν κάποιοι σταθούν τυχεροί και βρουν το ιδανικό ταίρι για αυτούς, τότε ίσως είναι οι πιο ευτυχισμένοι των ανθρώπων. Έρευνες δείχνουν πως μόνο το 5% με 10 % τα καταφέρνουν. Για αυτό θα πρέπει να φροντίζουν την σχέση αυτή, αν την έχουν ή αν την αποκτήσουν, σαν τον πολυτιμότερο θησαυρό, καθώς τίποτα ποτέ δεν είναι δεδομένο. Ακόμα και αν η αγνή, δυνατή αγάπη υπερνικάει σχεδόν τα πάντα.

Αριστοτέλης: η εξαιρετικότητα της διάνοιας

Η ευτυχία έγκειται στη δραστηριότητα της ψυχής σύμφωνα με την εξαιρετικότητα της. Το τμήμα της ψυχής που διαθέτει λογική παρουσιάζει μια τέτοιου είδους εξαιρετικότητα, όταν ασκεί συγκεκριμένες νοητικές ικανότητες· πρόκειται για τις λεγόμενες «διανοητικές αρετές». Στο 6ο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων ως τέτοιου είδους αρετές χαρακτηρίζονται η γνώση (επιστήμη), η σοφία, ο νους, καθώς και η τέχνη και η πρακτική λογικότητα (φρόνησις). Ενώ οι δύο τελευταίες δυνάμεις προσανατολίζονται στον μεταβλητό κόσμο, η επιστήμη και ο νους σχετίζονται με το αμετάβλητο και το αναγκαίο.

Ιδιαίτερη σημασία για την πρακτική ζωή έχει η αρετή της φρονήσεως. Είναι η δύναμη που ευθύνεται για την ορθότητα των πράξεων μας και από ότι φαίνεται, εκλαμβάνεται από τον Αριστοτέλη ως η νοητική ικανότητα που απαιτείται για λήψη επιμέρους αποφάσεων οι οποίες συμβάλλουν στην ευδαιμονίαν. Πρόκειται για την ικανότητα στάθμισης του χρήσιμου και του αγαθού, όχι όμως υπό το πρίσμα μιας επιμέρους ωφέλειας αλλά του βίου συνολικά (Ηθικά Νικομάχεια 1140a 25 κ.ε.).

Για να είναι κανείς λογικός με την έννοια της φρονήσεως, δεν αρκεί να διαθέτει γενική γνώση, αλλά πρέπει να γνωρίζει το επιμέρους, δηλαδή να έχει αποκομίσει ο ίδιος εμπειρίες από παρόμοια περιστατικά (Ηθικά Νικομάχεια 1141b 14 κ.ε.) και να έχει λάβει παρόμοιες αποφάσεις – μόνος του, ή με την βοήθεια των νόμων και του παιδαγωγού. Η πρακτική λογικότητα σχετίζεται με την επιλογή των δρόμων που οδηγούν σε έναν σκοπό προκαθορισμένο από την αρετή (Ηθικά Νικομάχεια 1144a 7 κ.ε.). Επειδή η φρόνησις είναι κατά κάποιον τρόπο αρμόδια για την επιλογή των μέσων προς επίτευξη δεδομένων σκοπών, παραλληλίζεται συχνά με ένα είδος εργαλειακής λογικής. Σε αντίθεση όμως προς την «εξυπνάδα», που ξέρει να αναζητά τα μέσα προς επίτευξη οιουδήποτε στόχου, η φρόνησις δεν παραμένει ουδέτερη απέναντι στους επιδιωκόμενους στόχους, αλλά σχετίζεται πάντοτε με τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνονται οι ενάρετοι στόχοι και η ευδαιμονία (Ηθικά Νικομάχεια 1144a 23 κ.ε.).

Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε ότι στην αριστοτελική πρακτική φιλοσοφία η έκφραση «μέσα και τρόποι προς επίτευξη κάποιου στόχου» δεν εννοεί απαραίτητα ένα μέσο που οδηγεί σε έναν σκοπό διαφορετικό από το μέσο· μπορεί να σημαίνει επίσης κάτι που επιλέγουμε «αποβλέποντας σε κάποιο σκοπό» τον οποίο συγκροτεί η ίδια η επιλογή του μέσου, δηλαδή του σκοπού της ευδαιμονίας· και αυτό φαίνεται πως ισχύει ιδίως για τα είδη των μέσων που επιλέγονται από την φρόνησιν.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ & ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αυτό που λυγάει, δεν σπάει.
Αυτό που κάμπτεται, μπορεί να ισιώσει.
Το άδειο μπορεί να γεμίσει.
Το φθαρμένο δίνει τη θέση του στο νέο.
Το λιγότερο οδηγεί στην επίτευξη.
Η υπερβολή οδηγεί στην ύβρη.
Γι’ αυτό οι συνετοί αγκαλιάζουν το ένα
και το προβάλλουν ως παράδειγμα για όλους.
Δίχως φιλαυτία, είναι οξυδερκείς.
Δίχως έπαρση, είναι αξιόπιστοι.
Δίχως περιαυτολογίες, πετυχαίνουν.
Δίχως εμπάθειες, κερδίζουν το σεβασμό.
Γενικά, δεν έρχονται σε σύγκρουση με τους άλλους
και γι’ αυτό κανείς δεν έρχεται σε σύγκρουση μαζί τους.
Αυτό εννοούσαν οι αρχαίοι λέγοντας «λύγισε για να μην σπάσεις».
Να ‘ταν άραγε κενά λόγια;
Προσγειώσου κι επέστρεψε στα βασικά.

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΚΙΝΓΚ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

Η ενοχή είναι το αντίστροφο τoυ θυμού

Η ενοχή είναι το αντίστροφο τoυ θυμού. Αισθανόμαστε θυμό όταν μας προσβάλλει κάποιος. Αισθανόμαστε ενοχή όταν εμείς προσβάλλουμε κάποιον, ή παραβιάζουμε κανόνες. Μπορώ να απαριθμήσω δέκα τουλάχιστον διαφορετικές αποχρώσεις αυτού του καταστροφικού συναισθήματος, πέρα από την ενοχή που αισθάνομαι όταν δεν τηρώ μια δέσμευσή μου. Απλώς για να θυμηθούμε μερικές, σκεφτείτε την ενοχή που μπορεί να νιώσετε αν καθυστερήσετε στη δουλειά σας, ή όταν δεν προλαβαίνετε μια διορία. Ας μην ξεχνάμε και την ενοχή που μπορούν να σας «φορτώσουν» οι γονείς σας αν αμελήσετε να τους τηλεφωνήσετε για πάνω από μία εβδομάδα, ή επιλέξετε να ζήσετε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους. Ακόμη, έχουμε την ικανότητα να φορτίζουμε τον εαυτό μας με ενοχές για κάτι που κάναμε, αλλά και που δεν κάναμε: για το ότι δεν πήγαμε στο μάθημα της γιόγκα, ας πούμε, ή για το ότι δεν αντισταθήκαμε σ’ εκείνα τα ακαταμάχητα τραγανά πατατάκια, ή για το ότι δεν κόψαμε το κάπνισμα. Επίσης, αν ξεχάσουμε να απαντήσουμε σε ένα σημαντικό μέιλ μπορεί να βασανιζόμαστε από ενοχές για μια ολόκληρη εβδομάδα. Μας τρώνε οι ενοχές και όταν αισθανόμαστε ότι αγνοήσαμε τους συνεργάτες μας, ή τους φερθήκαμε απότομα, ή ακόμη και όταν είμαστε πιο επιτυχημένοι από αυτούς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να αισθάνονται ενοχές επειδή είναι ευτυχισμένοι!

Χρησιμοποιούμε, επίσης, την ενοχή για να χειριστούμε τους άλλους. Μπορούμε να γεμίσουμε με ενοχές έναν υπάλληλό μας για τα λάθη που έκανε, ή να αναγκάσουμε ένα μέλος της οικογένειάς μας να αισθάνεται ενοχές επειδή απαιτεί υπερβολικά πολλά ή προσφέρει υπερβολικά λίγα. Για τους θρησκευόμενους, η ενοχή είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ο φρουρός όλων των πράξεων τους. Και η λίστα με τις διαφορετικές αποχρώσεις της ενοχής, δεν τελειώνει εδώ.

Σε καθημερινή βάση, και με την πάροδο του χρόνου, το φορτίο της ενοχής αυξάνεται αδιάκοπα και ριζώνει τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε γίνεται σχεδόν αδύνατον να το εξαλείψουμε.

Η ενοχή μάς φορτίζει με φόβο. Η ενοχή κατατρώει. Δαγκώνει. Επιτίθεται ανελέητα. Μοιάζει με βαρύ φορτίο. Τέτοιες είναι οι μεταφορές που της αρμόζουν.

Ανεξάρτητα του πόσο έντονη αισθανόμαστε σε προσωπικό επίπεδο την πίεση της ενοχής, είναι σχεδόν σίγουρο ότι ξοδεύουμε -ή μάλλον χάνουμε- πολύ χρόνο κλωθογυρίζοντας την στο μυαλό μας. Φανταστείτε για λίγο μια ζωή -την κοινωνική και διαπροσωπική ζωή σας- κενή από οποιαδήποτε μορφή ενοχής. Αν δεν έχετε ήδη απορρίψει τούτη τη σκέψη ως γελοία, και λαμβάνετε σοβαρά υπόψη σας τη δυνατότητα μιας ζωής χωρίς ενοχές, πιθανότατα θα σκεφτείτε: πόσο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθα! Αν αναλογιζόμασταν όλες τις διαφορετικές περιστάσεις και συνθήκες που μπορούν να γεννήσουν ή να παρατείνουν τις ενοχές, σίγουρα θα κερδίζαμε πολύ χρόνο και το μυαλό μας θα ηρεμούσε.

Ωστόσο, αν δεν νιώθαμε, ή δεν μπορούσαμε να νιώθουμε ενοχή, θα κάναμε διαρκώς λάθη. Δεν θα είχαμε κανένα κίνητρο να τροποποιήσουμε ή να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά μας. Θα περιφρονούσαμε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής ή ηθικής νόρμας, θα παραβλέπαμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Οι μπαζωμένοι δολοφόνοι μάχονται με τις ενοχές τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αντιθέτως, οι ψυχοπαθείς δεν αισθάνονται συχνά ενοχές. Συνεπώς, βιολογικά, η ενοχή έχει εξελιχθεί σε ένα κοινωνικό διορθωτικό εργαλείο που διασφαλίζει ότι δεν θα συμβούν ή δεν θα επαναληφθούν ορισμένες πράξεις. Σμιλεύει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Περιορίζει το προσωπικό συμφέρον και δημιουργεί χώρο για αλτρουιστικές και κοινωνικά ωφέλιμες πράξεις. Το αίσθημα της ενοχής είναι δυσάρεστο, διαρκές και εξαλείφεται δύσκολα, ωστόσο εμπνέει πράξεις που αποσκοπούν στην επανόρθωση μιας ζημιάς (για παράδειγμα, μια συγγνώμη) και επιχειρεί να σταματήσει, να αποτρέψει ή να αντισταθμίσει τις συνέπειες μιας προσβολής. Συνεπώς, η ενοχή αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για να ενεργούμε με ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους και να διορθώνουμε τη διαγωγή μας.

GIOVANNI FRAZZETTO, ΕΤΣΙ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ

Το φαινόμενο Crowdism: Πώς μια μικρή ομάδα ανθρώπων καθοδηγεί τις μάζες και… «δημιουργεί» τα γεγονότα!

Στην εποχή μας βλέπουμε τον κόσμο να είναι «ενωμένος» ή καλύτερα δικτυωμένος μέσα από συγκεντρωτικά μέσα ενημέρωσης, με τα οποία παράγεται από κάποιους αυτό που θα γίνει γνωστό ως επίσημη «αλήθεια» και στη συνέχεια θα διανεμηθεί σχεδόν αμέσως, σε όλο τον κόσμο. Οι μάζες, που έχουν μάθει να ζητούν απόλυτες «αλήθειες» που θα ρυθμίζουν την ζωή τους, ώστε αυτοί να μην πολυκουράζουν το μυαλό τους, διαδίδουν αμέσως αυτή την «αλήθεια» όπως την μεταδίδουν τα «επίσημα» μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Το αποτέλεσμα είναι μια μικρή ομάδα ανθρώπων να δημιουργεί τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο πολύς κόσμος τα γεγονότα. Ο κόσμος θα αντιληφθεί τα γεγονότα έτσι όπως περιγράφονται και μεταδίδονται από αυτή την κεντρική πηγή. Σε ένα τέτοιο κλίμα, εάν κάποιος αντιληφθεί την πραγματικότητα διαφορετικά και συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν λάθη στην «επίσημη» αλήθεια, θα μπει στο περιθώριο, θα του κολλήσουν μια ταμπέλα, θα χάσει φίλους ή και εργασία, θα αισθανθεί άσχημα και ίσως στο τέλος κάτω από το βάρος μιας αυξανόμενης πίεσης, να αναθεωρήσει την στάση του γιατί αυτή «δεν τον ωφελεί».

Ο όχλος θέλει ένα σύντομο και εύπεπτο κατάλογο «καλών/κακών». Και αυτήν την ανάγκη του σήμερα την καλύπτουν κυρίως τα media. Τα media είναι εκεί για να του πουν ποιοι δικτάτορες είναι καλοί και ποιοι κακοί. Ποια βία είναι καλή και ποια κακή. Ποια προϊόντα είναι καλά και ποια κακά. Ποια γνώμη είναι κακή και ποια κακή. Ποιο πρόσωπο είναι καλό και ποιο κακό. Θα του πουν πως το να είσαι «προοδευτικός» είναι καλό, ενώ το να μην είσαι είναι κακό. Και το κυριότερο: πως το να φρονείς διαφορετικά από τους πολλούς είναι εξάπαντος «κακό». Εσύ βεβαίως, δεν θέλεις να είσαι με τους «κακούς». Στην τελική, ποιος δεν θέλει να είναι «καλός»; Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε μικρόκοσμους, επικεντρώνονται γύρω από την οικογένεια και τους φίλους και την τοπική κοινωνία και δεν θέλουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Νιώθουν καλύτερα όταν πηγαίνουν με το ρεύμα. Νιώθουν μια ασφάλεια όταν έχουν ζωή που είναι ενταγμένη στα κοινωνικά απόλυτα.

Το φαινόμενο Crowdism

Το Crowdism, προέρχεται από την λέξη πλήθος (crowd). Τα άτομα που ασπάζονται το Crowdism ζητούν να απελευθερωθούν από τις συνέπειες των πράξεών τους και να ενταχθούν σε πολυπληθείς απρόσωπες ομάδες ως ένα είδος αλληλοβοηθητικής κοινωνίας που θα επιτίθεται σε όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους. Αυτό δημιουργεί ένα μυαλό «κυψέλης» που μεγαλώνει και φουσκώνει όπως μια χιονοστιβάδα και σύντομα δημιουργεί ένα μονολιθικό, παρανοϊκό ουτοπικό groupthink. Αν κάποιο από τα μέλη του πλήθους αρχίζει να ξεχωρίζει ή να αμφιβάλει για τις δραστηριότητες ή τις προθέσεις του πλήθους, το πλήθος κατακερματίζεται και χάνει την δύναμή του. Αυτό που κάνει τα πλήθη ισχυρά είναι η ανικανότητα των μελών τους να επικρίνουν ή να προτείνουν κάποιον στόχο που ενώνει τους ανθρώπους, γιατί τα πλήθη είναι καλύτερα όταν έχουν έλλειψη στόχου. Χωρίς υψηλότερο όραμα ή ιδανικό, τα πλήθη εκφυλίζονται ταχέως σε επιδρομείς, αν και παθητικού χαρακτήρα. Φωνάζουν για μεγαλύτερη «ελευθερία». Θέλουν περισσότερο πλούτο. Οτιδήποτε βλέπουν, αισθάνονται ότι θα πρέπει να δοθεί στο πλήθος, όπως αναφέρει το redskywarning.

Στο Crowdism βρίσκουν καταφύγιο άτομα που νιώθουν ανίκανα να πορευθούν από μόνα τους και για αυτό βρίσκουν παρηγοριά στην ηγεσία και τη δύναμη άλλων. Θέλουν να νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο, αλλά φοβούνται να γίνουν αυτοί οι καθοδηγητές και έτσι κάθε άτομο μέσα στο πλήθος μεταβιβάζει την εξουσία του σε άλλους. Το πλήθος επομένως κινείται όχι με βάση κάποιες επιλογές, αλλά με τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, αξιολογώντας κάθε απόφαση ως προς το τι έχουν όλοι κοινό. Ένα πλήθος αντλεί τη δυναμική του από την ανάγκη των μελών του, σε συνδυασμό με το φόβο τους για τη δική τους κρίση. Μπορεί να υποστηρίζει τις θέσεις του βίαια, αλλά επειδή ο μόνος μηχανισμός λήψης αποφάσεων είναι ένας φανατικός συμβιβασμός, κινείται παθητικά προς προβλέψιμα ψηφίσματα.

Το Crowdism βασίζεται σε ηλίθιες ιδέες που υπάρχουν και ακούγονται καλές και στο ότι όταν οι άνθρωποι βρεθούν σε πλήθη πέφτουν και προσκυνούν την κρίση των άλλων και πηγαίνουν μαζί με το κοπάδι, οδηγημένοι σε καταστροφικές και απατηλές «λύσεις». Το socializing μας κάνει χαζούς επειδή υπακούμε στο κοινωνικό πρότυπο, όχι στο πρότυπο της πραγματικότητας. Υπάρχει ένα πλήθος βιβλίων που επαινεί «τη σοφία του πλήθους» και άλλες τέτοιες κολακευτικές, πασιφιστικές και καταπραϋντικές ανοησίες. Έχουν την άποψη ότι μέσα από τις ομάδες μπορούμε να κάνουμε μια σωστή επιλογή, επειδή δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανένα άτομο.

Η λογική μας λέει ότι αυτό είναι ανοησία, γιατί αν δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κάποιο άτομο με εξουσία όταν αυτό είναι προσωπικά υπόλογο, γιατί παίρνουμε αυτά τα αναξιόπιστα άτομα και τα βάζουμε σε μια ομάδα όπου είναι εντελώς ανυπόλογα; Γιατί τα πλήθη είναι υπεράνω λογοδοσίας.

Εντούτοις, ενώ η εξουσία του πλήθους είναι το de facto πρότυπο στη Δύση, όπως αντανακλάται στον καταναλωτισμό (οι αποφάσεις των αγορών που προέρχονται από το πλήθος), στη δημοκρατία (οι ηγέτες που προέρχονται από το πλήθος) και στη δημοτικότητα, (οι αξίες που προέρχονται από το πλήθος) τα προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν.

Το πλήθος δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των ενεργειών του. Η μόνη ανησυχία του είναι να παραμείνει στην εξουσία, έτσι ώστε τα μεμονωμένα μέλη του να μην έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη προσπάθεια να καταληφθεί πλήρως ο κόσμος από το Crowdism, ώστε να μην υπάρχουν αντίθετες φωνές.

Το Crowdism υπάρχει για έναν και μόνο λόγο και αυτός είναι για να αποφεύγονται οι συνέπειες των ενεργειών εκείνων που αποτελούν το πλήθος. Φοβούνται τυχόν υψηλότερα πρότυπα που θα τους αποκαλύψουν να είναι πιο ηλίθιοι, πιο κοντόφθαλμοι ή λιγότερο ηθικοί σε σύγκριση με άλλους. Θέλουν ένα μηδενικό πρότυπο το οποίο να προσεγγίζει το χαμηλότερο δυνατό ώστε να μην έχουν καμία πιθανότητα αποτυχίας. Η ελπίδα τους είναι να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την πραγματικότητα ή όσους παρατηρούν την πραγματικότητα και για αυτό κάνουν διακρίσεις εναντίον εκείνων που έχουν υψηλότερη νοημοσύνη και την ίδια ώρα τους κατηγορούν ότι αυτοί κάνουν διακρίσεις εναντίων όσων «μειονεκτούν».

Οι Crowdists εργάζονται για να καταστήσουν την κοινωνία μια σειρά γραφειοκρατικών καθηκόντων και για να καταστρέψουν την οικογένεια και έτσι να απομακρύνουν τους πιο έξυπνους ανθρώπους, που απαιτούν από την ζωή περισσότερα από άρτο και θεάματα. Στην θέση τους θέλουν υπάκουους βλάκες υπηρέτες οι οποίοι θα ανακηρύσσονται οι ίδιοι ηγέτες και θα ωθήσουν αμέσως τον πολιτισμό τους σε καταστροφή.

Το πλήθος δεν έχει κανέναν αληθινό ιδεαλισμό και η μοναδική του ιδεολογία είναι αυτή του προσωπικού κέρδους. Είναι από την φύση του αντίθετο στον πολιτισμό, αφού ο πολιτισμός δημιουργεί ένα σύστημα αξιών. Οι Crowdists επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον πολιτισμό με τον «πολυπολιτισμό», ο οποίος είναι η ιδέα μιας διευκολυντικής κοινωνίας ή μιας κοινωνίας της οποίας ο μόνος στόχος είναι να ικανοποιήσει τα μέλη της. Σε αυτό το όραμα, δεν χρειάζεται κάποιος κοινός στόχος ή ακόμα και κάποιο πρότυπο της κοινωνίας. Η κοινωνία υπάρχει για να εκπληρώνουν τα μέλη της τις προσωπικές τους ανάγκες και κάθε έλεγχος απαγορεύεται, εκτός αν παραβιάζονται βασικές αρχές του Crowdism.

Οι Crowdists υποστηρίζουν φανατικά τόσο τον διεθνισμό, ο οποίος αρνείται τον τοπικό πολιτισμό υπέρ μιας διεθνούς κουλτούρας οτιδήποτε «νέου» όσο και την πολυπολιτισμικότητα, η οποία αναμιγνύει πολιτισμούς που δεν έχουν τίποτα κοινό χωρίς να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα. Το πλήθος δεν αποτελεί ένα νέο σχεδιασμό ή μια νέα απόφαση, όπως και ο καρκίνος δεν αποτελεί έναν σχεδιασμό για έναν νέο οργανισμό. Είναι η έλλειψη απόφασης, η έλλειψη στόχου, η έλλειψη σχεδιασμού.

Η πολιτική ορθότητα, ο νέος διεθνισμός, ο πλουραλισμός / σχετικισμός, τα Ηνωμένα Έθνη («παγκόσμιος φεντεραλισμός»), η δύναμη των «δικαιωμάτων» κλπ είναι κοινωνικές πολιτικές με έναν μοναδικό στόχο: να σβήσουν οποιαδήποτε ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος άλλος δρόμος.

Οι αριστεροί αποτελούν μια εκδοχή crowdist ατόμου ή του ατόμου που αποφασίζει ότι δεν επιθυμεί καμία επίβλεψη από κοινωνικά πρότυπα και έτσι ενώνεται με άλλους σε ένα πλήθος λυντσαρίσματος (mob lynch) για να ανατρέψει τον πολιτισμό, την ιεραρχία και την ηθική.

Οι συντηρητικοί συνήθως κάνουν λάθος για τους μηδενιστές ή για τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε τίποτα, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι Crowdists πιστεύουν πολύ στο δικό τους θεό: στους εαυτούς τους και σε μια φανταστική εικόνα που δημιούργησαν για τους εαυτούς τους, που τους λέει ότι είναι «αλτρουιστές» και «υπέρ της ισότητας». Στην πραγματικότητα, τίποτα αυτά δεν είναι.

Όπως ένας απατεώνας που πιάνεται στα πράσα, ένας Crowdist θα αντεπιτεθεί όταν τον ελέγξεις. Θα σε κατηγορήσει αμέσως για αυτό το οποίο εκείνος κάνει. Θα σου επιτεθεί προληπτικάχρησιμοποιώντας εναντίον σου μια κατηγορία για να σε αναγκάσει να παραιτηθείς από κάθε έλεγχο.

Οι Crowdists φοβούνται μήπως ο κόσμος καταλάβει την παγίδα και πιέζουν περισσότερο να μας δέσουν όλους μαζί σε ένα ενιαίο μηχανικό σύστημα, είτε πρόκειται για μια παγκόσμια κυβέρνηση, είτε για κάτι τέτοιο όπως η ΕΕ, έτσι ώστε όλοι να βρεθούμε από κάτω. Είναι μια λεπτή μορφή συλλογικής τιμωρίας. Πρέπει να κάνουμε αυτήν την παρανοϊκή ιδεολογία να δουλέψει αλλιώς, μας λένε, όλοι θα υποφέρουμε.

Ωστόσο, φαίνεται ότι πολλοί δεν συνεργάζονται. Νιώθουν ότι ο σύγχρονος κόσμος που τους έλαχε να ζουν μοιάζει με μια τεράστια έρημο βιομηχανικών απόβλητων, γεμάτη από ασθένειες, εγκληματικότητα, μικροαστική τρομοκρατία, ανθυγιεινό τρόπο ζωής και διαφθορά. Μικρότερες προαστιακές και αγροτικές περιοχές, οι οποίες δίνουν στους ανθρώπους μια επιλογή συμμετοχής, μοιάζουν σαν μικρές «οάσεις». Για να μπεις όμως εκεί, πρέπει να εγκαταλείψεις κάποιες κακές συνήθειες και πολλά δικαιώματα. Αλλά θα βγεις από την έρημο.

Τέτοιου είδους ημι-δημοκρατίες έχουν οργανωθεί από οργανικές ομάδες, όπως η θρησκεία, ο πολιτισμός / η εθνικότητα, η φιλοσοφία και η κοινωνική τάξη ή η κάστα. Μπορεί να μην είναι εχθρικές προς τους ξένους, αλλά δεν θα τους αφήσουν να μπουν μέσα. Δεν θα σου προσποιηθούν ότι θα έχεις «δικαιώματα». Θα έχεις όμως εκεί μια ευκαιρία για μια κανονική ζωή.

Πώς θα είναι οι πόλεις στους άλλους πλανήτες

Τα φιλόδοξα σχέδιά του για τη δημιουργία πλωτών διαστημικών αποικιών, όπου οι άνθρωποι θα ζουν σε τροχιά με κλίμα που «θα μοιάζει εκείνο της καλύτερης μέρας στο Μάουι όλο το χρόνο», αποκάλυψε ο Τζεφ Μπέζος σε συνέντευξη στην Ουάσιγκτον, κατά την παρουσίαση της νέας μεγάλης και λαμπερής σεληνιακής ακάτου, της Blue Moon, με την οποία σκοπεύει να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη έως το τέλος του 2024.

Οι διαστημικές πόλεις θα μπορούν να θυμίζουν τις αντίστοιχες στη Γη ή να έχουν δική τους φουτουριστική αρχιτεκτονική

Βασιζόμενος σε ιδέες που συνέλαβε πριν από δεκαετίες ο οραματιστής φυσικός Τζέραρντ Ο’ Νηλ, ο Μπέζος παρουσίασε στο κοινό του αυτοσυντηρούμενους οικότοπους, που μπορούν να περιλαμβάνουν ολόκληρες πόλεις, αγροτικές εκτάσεις κι ακόμη και εθνικά πάρκα στο διάστημα. Και μολονότι όλα αυτά ακούγονται πολύ μακρινά ο ιδιοκτήτης της Amazon και ιδρυτής της Blue Origin, υποστήριξε ότι θα είναι «μια εύκολη επιλογή» για τους ανθρώπους όταν θα πλησιάζουν στο όριο εξάντλησής τους οι φυσικοί πόροι της Γης.

Μια από τις ιδέες για τον εποικισμό του διαστήματος που παρουσίασε ο Τζεφ Μπέζος

Τη συγκεκριμένη ιδέα για τον εποικισμό του διαστήματος είχε αναπτύξει για πρώτη φορά ο πρώην καθηγητής του Τζεφ Μπέζος στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Ο’ Νηλ προτείνοντας τη δημιουργία οικότοπων που θα περιδινίζονται στο διάστημα για τη δημιουργία τεχνητής βαρύτητας βάσει της φυγόκεντρης δύναμης. «Πρόκειται για πολύ μεγάλες κατασκευές μήκους χιλιομέτρων και θα μπορούν η κάθε μία να φιλοξενεί ένα εκατομμύριο ανθρώπους ή και περισσότερους. Κάποιες απ’ αυτές θα μπορούν να λειτουργούν ως χώροι αναψυχής -δεν είναι ανάγκη να έχουν την ίδια βαρύτητα, μπορούν να έχουν και μηδενική ώστε να μπορείς να πετάς με τα δικά σου φτερά», είπε ο Μπέζος προσθέτοντας ότι μπορούν να μιμούνται τις πόλεις στη Γη ή να υιοθετήσουν δικές τους φουτουριστικές αρχιτεκτονικές. Στα ατού του οράματός του πρόσθεσε και το ότι στους διαστημικούς αυτούς οικότοπους δεν θα υπάρχουν καταιγίδες, ακραία καιρικά φαινόμενα και σεισμοί».

Οι οικότοποι αυτοί, που θυμίζουν εκείνους στo κινηματογραφικό αριστούργημα Interstellar , μπορούν να κατασκευαστούν αρκετά κοντά στον πλανήτη μας για να επιτρέπουν στους ενοίκους του να πηγαινοέρχονται και να στεγάζουν ο καθένας τουλάχιστον ένα εκατομμύριο ανθρώπους.

Και σύμφωνα με τον Μπέζος θα έχουν ιδανικό κλίμα όλες τις εποχές «όπως το Μάιου την καλύτερη μέρα όλου του χρόνου». «Θα κληθούμε να επιλέξουμε αν θέλουμε να μείνουμε στάσιμοι και να αρκούμαστε σε επιμερισμό των τροφίμων ή αν επιθυμούμε δυναμισμό και ανάπτυξη. Κι η επιλογή είναι εύκολη», είπε. «Αν βρεθούμε έξω στο ηλιακό σύστημα, μπορούμε να έχουμε ένα τρισεκατομμύριο ανθρώπους εκεί -δηλαδή χιλιάδες Μότσαρτ και χίλιους Αϊνστάιν. Θα ήταν ένας απίστευτος πολιτισμός».

«Θα χρειαστεί βέβαια, πολύς καιρός γι’ αυτό, είναι ένα μεγάλο όραμα», παραδέχθηκε ο Μπέζος. «Η τιμή της παραδοχής αυτή τη στιγμή της ανάγκης να ξεκινήσουν ενδιαφέροντα πράγματα στο διάστημα είναι πολύ υψηλή»…

Όψεις του προσωπείου: Προσωπείο εθνολογικό

Στις εθνολογικές μελέτες για τους ιθαγενείς στην Αμερική, στην Αυστραλία, στην Αφρική, γενικά στις λεγόμενες πρωτόγονες αλτερνατίβες, συναντάται η ευρεία χρήση του προσωπείου και του τοτέμ. Το προσωπείο, είτε εξολοκλήρου πρόσθετο είτε με στοιχεία (φτερά, μύτες, κέρατα) είτε με χρώματα πάνω στο δέρμα, χρησιμοποιείται από μάγους, ιερείς, αρχηγούς σε εθιμικά ή ιερά δρώμενα με σκοπό την προσαρμογή της ομήγυρης σε συγκεκριμένη ατμόσφαιρα τελετής.

Χωρίς να θέλουμε να εξοβελίσουμε τις διαφορές και τις λεπτές αποχρώσεις που διαφοροποιούν τον έναν πολιτισμό από τον άλλον, θα λέγαμε ότι τα προσωπεία σε αυτούς τους πολιτισμούς: α) Προκαλούν τρόμο, θαυμασμό ή περισυλλογή· για παράδειγμα, στη Χαβάη (Εικ. 5) οι ιερείς κρατούσαν τα προσωπεία των θεών στις διάφορες τελετουργίες αλλά και στις μάχες, ενώ, για προφανείς λόγους, αντίστοιχη αμφίεση είχαν και οι αρχηγοί της φυλής. β) Αποτελούν τους διαύλους, μέσω των οποίων τα μέλη της φυλής απευθύνονταν στα πνεύματα των προγόνων, είναι, θα έλεγε κανείς, τα ομιλούντα πνεύματα στην παρούσα γενιά και η προσωποποίηση της παράδοσης. γ) Διασφαλίζουν την ενότητα και τη συνέχεια της κοινωνικής ομάδας μέσω της μύησης των νεότερων στις προγονικές παραδόσεις. δ) Χρησιμοποιούνται στις τελετές μύησης των νεαρών μελών της βασιλικής οικογένειας –μέσω των προσωπείων τα μέλη της βασιλικής οικογένειας διακήρυσσαν την καταγωγή τους από παλαιότερους βασιλιάδες διεκδικώντας το δικαίωμα να κυβερνούν (Εικ. 4). ε) Αυξάνουν τη γονιμότητα των ανθρώπων ή του εδάφους –σε αυτήν την περίπτωση, οι βοηθοί των πνευματικών δυνάμεων χορεύουν μέσα στους αγρούς εμψυχώνοντας όσους δουλεύουν. Για παράδειγμα, στους Μπόμπο, γεωργούς της Άνω Βόλτα, που τρέφονταν αποκλειστικά με δικά τους σιτηρά, η μάσκα συνδέεται κυρίως με νεκρώσιμες και αγροτικές τελετές. Κατά τη διάρκεια της κηδείας ενός γέροντα, οι Do, νεαροί μασκοφόροι που προσωποποιούν τα δαιμόνια που θεωρούνται προστάτες του χωριού, χορεύουν δίπλα στον νεκρό. Στις αγροτικές τελετές, γύρω στο τέλος του Απρίλη, πριν ξαναρχίσουν οι εργασίες στους αγρούς, μνημονεύουν ομαδικά όσους πέθαναν εκείνη τη χρονιά. Στους χορούς αυτής της γιορτής των νεκρών χρησιμοποιούν ειδικές μάσκες και προσεύχονται να αρχίσουν οι βροχοπτώσεις και να είναι πλούσια η συγκομιδή των καρπών.

Σε πολλές περιπτώσεις τα χαρακτηριστικά τυποποιούνται και αναγνωρίζονται. Για παράδειγμα, σε φυλές της Αφρικής το καμπύλο μέτωπο είναι δείγμα φρόνησης και πνευματικότητας· ο άσπρος χρωματισμός θυμίζει πνεύμα των νεκρών. Και βέβαια, κάθε μάσκα επιτελεί και μια διαφορετική λειτουργία, ενώ η μορφολογία της καθεμιάς σχετίζεται με γεγονότα, τα οποία θυμίζουν οι μύθοι με τους οποίους συνδέονται.

Τα προσωπεία δεν συλλαμβάνονται ως στατικά αντικείμενα αλλά εν κινήσει (Εικ. 6-7), το προσωπείο ακινητοποιείται, μόνον όταν  φυλάσσεται (Εικ. 8).

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δημιουργήθηκαν πολλά εθνολογικά μουσεία σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με εκθέματα από τις αποικίες. Τα μουσεία αυτά υποτίθεται ότι ήταν η ζωντανή «απόδειξη» της θεωρίας του Δαρβίνου (1859) και ο καθρέφτης κάποιων σταδίων από τα οποία πέρασε και ο δυτικός πολιτισμός στην ανοδική, εξελικτική του πορεία. Πίσω όμως από αυτήν την «επιστημονική» πρόθεση, υπήρχαν και πολιτικά κίνητρα. Τα μουσεία αυτά, στα οποία αναπόφευκτα συγκρίνονταν τα «πρωτόγονα» κατασκευάσματα των «υπανάπτυκτων» και «αγρίων» με τα σαφώς ανώτερα δημιουργήματα των αποικιοκρατών, νομιμοποιούσαν την αποικιοκρατική πολιτική της Ευρώπης.

Ωστόσο, μέσω των μουσείων αυτών, οι καλλιτέχνες της Ευρώπης ανακάλυψαν την Αφρική, την τέχνη των ναΐφ και των λαϊκών καλλιτεχνών. «Η ανακάλυψη των αφρικάνικων γλυπτών συνέπεσε με αυτό που ψάχναμε», παρατήρησε ο Πικάσο, για τον οποίο το σοκ δεν ήταν το καινούριο, αλλά το γεγονός ότι αυτό που έφτιαχνε και νόμιζε για καινούριο υπήρχε ήδη. Ο Μπρακ στα 1915 έγραφε: «Οι νέγρικες μάσκες μου άνοιξαν νέους ορίζοντες. Μου έδωσαν τη δυνατότητα να έρθω σ’ επαφή με ενστικτώδη πράγματα και άμεσες εκδηλώσεις, στον αντίποδα της νόθας παραδοσιολατρίας που απεχθάνομαι». Γενικά μιλώντας, η αντίδραση των καλλιτεχνών ήταν είτε στις μορφικές αρετές της αφρικάνικης τέχνης είτε συναισθηματική και αισθησιακή και λιγότερο εικαστική. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα προσωπεία παρέπεμπαν στα κοινωνικά προσωπεία και την υποκρισία, σε άλλες πάλι το στυλιζάρισμα του προσώπου σε μάσκα προσέδιδε τον χαρακτήρα της αιωνιότητας ή της διαχρονικότητας και, προφανώς, του δέοντος (Εικ. 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35), ή μιαν απαισιόδοξη αντίληψη για τη ζωή (Τ. Ένσορ, Εικ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7).

Στο άλλο άκρο της έκπληξης του Πικάσο στέκεται η κριτική των βρετανών καλλιτεχνών αδελφών Τζέικ και Ντίνο Τσάπμαν στις αρχές του 21ου αιώνα (Εικ. 30). Σε σημείωμα της εφημερίδας Το Βήμα της 17 Νοεμβρίου 2002, ο συντάκτης έγραφε: «Στην γκαλερί WhiteCube  του Ανατολικού Λονδίνου, ο Τζέικ και ο Ντίνος Τσάπμαν τα “Έργα της οικογενειακής συλλογής Τσάπμαν” διαφημίζονται στο δελτίο τύπου ως “εθνογραφικά και τελετουργικά αντικείμενα τα οποία διαδοχικές γενεές της οικογένειας Τσάπμαν συγκέντρωσαν με αφοσίωση επί 70 χρόνια” και καταφέρνουν να ξεγελάσουν τον επισκέπτη όχι μόνο με την πρώτη αλλά και με τη δεύτερη ματιά. Τα τοτέμ, οι μάσκες, τα ειδώλια, οι ασπίδες, τα φετίχ και τα φυλαχτά φαίνονται απολύτως αυθεντικά, σαν να έχουν έρθει από φυλές ξεχασμένες στα βάθη της Αφρικής και της Ωκεανίας. Μια πιο προσεκτική εξέταση όμως αποκαλύπτει ότι το ξύλινο ειδώλιο κρατά στο χέρι του ένα κουτί Coca-Cola και ένα σακουλάκι τηγανιτές πατάτες ή ότι η παράξενη στρογγυλή ανθρωπόμορφη φιγούρα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα BigMac με πόδια και χέρια. Παρότι σχεδόν και τα 34 εκθέματα παίζουν με τα εμβλήματα της αλυσίδας φαστ φουντ McDonald’s, στόχος της έκθεσης δεν είναι η διαμαρτυρία εναντίον της παγκοσμιοποίησης και της κυριαρχίας της αμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας. Οι αδελφοί Τσάπμαν, όπως επισημαίνουν όλοι οι κριτικοί, δεν ασχολούνται με τέτοιου είδους τετριμμένα θέματα. Σκοπός τους είναι –και το αν διαφωνείς κανείς ή όχι είναι άλλο ζήτημα– να στηλιτεύσουν τη χρήση και την κατάχρηση της πριμιτίφ τέχνης από τους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα».