Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΕΡΓΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΕΡΓΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα ἀρχαῖο ὄνειρο μαγνητικῆς αἰώρησης, 2.300 χρόνια πρὶν

Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἱστορία δὲν παύει ποτὲ νὰ μᾶς ἐκπλήσσει. Μία πληροφορία ποὺ ἐλάχιστοι γνωρίζουν.

Ἡ παράτολμη ἰδέα τοῦ ἀρχιτέκτονα Τιμοχάρη γιὰ τὴν Ἀρσινόη Β΄ — ἕνα ἀρχαῖο ὄνειρο μαγνητικῆς αἰώρησης, 2.300 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὰ σύγχρονα Maglev.

Πρὶν ἀπὸ τοὺς ὑπερυψηλοὺς συρμοὺς ποὺ γλιστροῦν σήμερα πάνω ἀπὸ τὶς ράγες τους χωρὶς νὰ τὶς ἀγγίζουν, ἕνας Ἀλεξανδρινὸς ἀρχιτέκτων ὀνειρεύτηκε κάτι ἀκόμη πιὸ τολμηρό: νὰ κάνει τὴ θεοποιημένη βασίλισσα νὰ φαίνεται ὅτι ἀιωρεῖται μέσα στὸν ναό της.

Ἡ ἱστορία μοιάζει σχεδὸν μὲ ἐπιστημονικὴ φαντασία.

Κι ὅμως, ἡ βασικὴ μαρτυρία προέρχεται ἀπὸ ἕναν ἀρχαῖο συγγραφέα ποὺ ἔγραψε ἕναν αἰῶνα περίπου μετὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή: τὸν Ρωμαῖο Πλίνιο τὸν Πρεσβύτερο.

Στὴ Naturalis Historia, στὸ βιβλίο XXXIV, ὁ Πλίνιος μιλάει γιὰ τὶς ἰδιότητες τοῦ μαγνητικοῦ λίθου καὶ ἀμέσως μετὰ ἀναφέρει ἕνα ἀπίστευτο σχέδιο στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ ἀρχιτέκτων Τιμοχάρης εἶχε ἀρχίσει νὰ κατασκευάζει τὸ θολωτὸ τμῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρσινόης μὲ μαγνητικὴ πέτρα, ὥστε τὸ σιδερένιο λατρευτικὸ ἄγαλμα τῆς βασίλισσας νὰ φαίνεται ὅτι «κρέμεται στὸν ἀέρα».

Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ ἔκπληξη.

Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ ἕνα ἄγαλμα.

Πρόκειται γιὰ τὴν προσπάθεια νὰ μετατραπεῖ μιὰ φυσικὴ ἰδιότητα τῆς ὕλης σὲ ἀρχιτεκτονικὸ θέαμα.

Ἡ Ἀρσινόη ποὺ ἔγινε θεά

Ἡ Ἀρσινόη Β΄ Φιλάδελφος ἦταν μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες γυναικεῖες μορφὲς τῆς πρώιμης πτολεμαϊκῆς μοναρχίας. Ἦταν σύζυγος καὶ ἀδελφὴ τοῦ Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου καὶ εἶχε ἰδιαίτερα ἰσχυρὴ παρουσία στὴ βασιλικὴ ἰδεολογία.

Μετὰ τὸν θάνατό της, ἡ λατρεία της ἐδραιώθηκε καὶ ἡ Ἀρσινόη ἀναγνωρίστηκε ὡς θεοποιημένη βασίλισσα. Ἡ λεγόμενη Μαντεία ἢ Στήλη τῆς Μένδης καὶ ἄλλες μαρτυρίες συνδέονται μὲ τὴν ἐπέκταση τῆς λατρείας της στὰ αἰγυπτιακὰ ἱερά. Ἡ Ἀρσινόη ἐντάχθηκε μάλιστα στὸν θεσμὸ τῶν σύνναων θεῶν, δηλαδὴ τῶν θεοτήτων ποὺ λατρεύονταν μαζί μὲ τὸν κύριο θεὸ ἑνὸς ναοῦ.

Στὴν Ἀλεξάνδρεια ὑπῆρχε ἰδιαίτερος χώρος λατρείας τῆς Ἀρσινόης. Ἐπιγραφικὴ μαρτυρία συνδέει τὸ Ἀρσινόειον μὲ τὴν περιοχή τοῦ δυτικοῦ λιμένα, κοντὰ στὰ ἐμπορικὰ κέντρα τῆς πόλεως.

Ἡ Ἀρσινόη, ἑπομένως, δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ νεκρὴ βασίλισσα.

Ἦταν μέρος μιᾶς νέας βασιλικῆς θεολογίας, ὅπου ἡ δυναστεία τῶν Πτολεμαίων ἐμφανιζόταν μὲ θεϊκὴ ἐγγύηση.

Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ καταλάβουμε τὸ παράτολμο σχέδιο τοῦ Τιμοχάρη.

Ὁ Τιμοχάρης καὶ ὁ θόλος ποὺ θὰ ἔκανε τὸ ἄγαλμα νὰ πετᾷ

Ὁ Πλίνιος εἶναι ἐξαιρετικὰ συγκεκριμένος.

Ὁ Τιμοχάρης ἄρχισε νὰ κατασκευάζει τὸ θόλωμα τοῦ ναοῦ (templum concamarare) μὲ magnes, δηλαδὴ μαγνητικὴ πέτρα, ὥστε τὸ σιδερένιο ἄγαλμα τῆς Ἀρσινόης νὰ φαίνεται ὅτι αἰωρεῖται.

Ἡ λατινικὴ φράση τοῦ Πλινίου εἶναι ἀποκαλυπτική:

«ut in eo simulacrum e ferro pendere in aëre videretur»
δηλαδή, περίπου:
«ὥστε τὸ σιδερένιο ἄγαλμα νὰ φαίνεται ὅτι κρέμεται στὸν ἀέρα».

Ἡ λέξη videretur εἶναι κρίσιμη.

Ὁ Πλίνιος δὲν λέει ὅτι ἡ Ἀρσινόη πραγματικὰ ἦταν ἀιωρούμενη ὅπως ἕνα σύγχρονο Maglev.
Λέει ὅτι θὰ φαινόταν νὰ κρέμεται στὸν ἀέρα.

Αὐτὴ ἡ μικρὴ λεπτομέρεια ἀλλάζει ὅλη τὴν ἱστορία.

Ἡ μαγνητικὴ πέτρα

Οἱ ἀρχαῖοι γνώριζαν ὅτι ὁρισμένα πετρώματα μποροῦσαν νὰ ἕλξουν τὸν σίδηρο.

Ὁ Πλίνιος περιγράφει τὸ φαινόμενο καὶ μάλιστα σημειώνει ὅτι ὁ σίδηρος ποὺ ἔχει ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ τὸν μαγνήτη μπορεῖ νὰ ἕλξει ἄλλο κομμάτι σιδήρου, δημιουργώντας ἀκόμη καὶ ἁλυσίδες ἀπὸ μεταλλικοὺς κρίκους.

Ἡ «μαγνητικὴ πέτρα» ἦταν ὁ μαγνητίτης/μαγνητικὸς λίθος, δηλαδὴ ὑλικὸ μὲ φυσικὲς μαγνητικὲς ἰδιότητες.

Γιὰ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς μηχανικούς, ἡ ἰδιότητα αὐτὴ δὲν ἦταν μόνον φυσικὸ περίεργο.
Ἦταν ἕνα φαινόμενο ποὺ μποροῦσε νὰ μετατραπεῖ σὲ θέαμα.
Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ ἰδιοφυΐα τῆς ἰδέας.

Ἀπὸ τὴ φυσικὴ στὴν ἀρχιτεκτονική

Φανταστεῖτε τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ὁ ἐπισκέπτης μπαίνει σὲ ἕναν τεράστιο μνημειακὸ χῶρο.
Πάνω ἀπὸ τὸν βωμὸ βρίσκεται ἕνα ἄγαλμα τῆς θεοποιημένης Ἀρσινόης.
Δὲν πατᾷ στὸ δάπεδο.
Δὲν φαίνεται νὰ στηρίζεται σὲ βάθρο.
Δὲν φαίνεται νὰ κρατιέται ἀπὸ σχοινιά.
Φαίνεται νὰ ἀιωρεῖται.
Ἡ θεὰ θὰ βρισκόταν κυριολεκτικὰ ἀνάμεσα στὸν οὐρανὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἁπλῶς γλυπτική.
Θὰ ἦταν μηχανική, ἀρχιτεκτονικὴ καὶ σκηνοθεσία σὲ ἕνα.
Καὶ ἡ ἐντύπωση θὰ ἦταν ἀκριβῶς αὐτὴ ποὺ χρειαζόταν ἡ βασιλικὴ λατρεία:
ἡ Ἀρσινόη δὲν ἀνήκει πλέον στὸν κόσμο τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ Ἀλεξάνδρεια ἦταν ἡ κατάλληλη πόλη γιὰ ἕνα τέτοιο πείραμα

Ἡ ἰδέα δὲν γεννήθηκε σὲ ἕνα τεχνολογικὸ κενό.
Ἡ Ἀλεξάνδρεια τῶν Πτολεμαίων ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κέντρα μαθηματικῶν, φυσικῆς, μηχανικῆς καὶ κατασκευαστικῆς ἐφευρετικότητας τοῦ ἑλληνιστικοῦ κόσμου.
Ἐκεῖ δραστηριοποιήθηκαν μορφὲς ὅπως ὁ Κτησίβιος, ὁ Φίλων ὁ Βυζάντιος καὶ ὁ Ἥρων ὁ Ἀλεξανδρεύς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μὲ πνευματικὰ καὶ ὑδραυλικὰ συστήματα, αὐτόματες μηχανές, ἀντλίες, καταπέλτες, ρολόγια, θέατρα καὶ μηχανισμοὺς ποὺ δημιουργοῦσαν κίνηση καὶ ἔκπληξη.

Ἡ Ἀλεξάνδρεια ἦταν, μὲ ἄλλα λόγια, ἕνας κόσμος ὅπου:

μαθηματικά → φυσικὴ → μηχανικὴ → ἀρχιτεκτονικὴ → θέαμα
μποροῦσαν νὰ συναντηθοῦν.
Τὸ σχέδιο τοῦ Τιμοχάρη ταιριάζει ἀπόλυτα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον.
Ἀλλὰ ἦταν πράγματι δυνατόν;
Ἐδῶ πρέπει νὰ σταματήσουμε τὴ φαντασία καὶ νὰ ἀφήσουμε τὴ φυσικὴ νὰ μιλήσει.
Μὲ τὰ δεδομένα ποὺ γνωρίζουμε, δὲν μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ὅτι οἱ Ἀλεξανδρινοὶ εἶχαν βρεῖ τρόπο γιὰ σταθερὴ μαγνητικὴ αἰώρηση ὅπως τὴν γνωρίζουμε σήμερα.
Ἡ ἀπλὴ τοποθέτηση ἑνὸς σιδερένιου ἀντικειμένου κάτω ἀπὸ ἕναν μόνιμο μαγνήτη δὲν δημιουργεῖ ἀπὸ μόνη της σταθερὴ αἰώρηση. Ἡ σύγχρονη φυσικὴ δείχνει ὅτι στατικὰ μαγνητικὰ πεδία μὲ συνήθη σιδηρομαγνητικὰ ὑλικὰ παρουσιάζουν πρόβλημα σταθερότητας, γνωστὸ ἀπὸ τὸ θεώρημα τοῦ Earnshaw.
Γι' αὐτὸ καὶ τὰ σύγχρονα συστήματα Maglev χρησιμοποιούν πολύπλοκες διατάξεις μαγνητικῶν πεδίων, ἠλεκτρομαγνήτες, ἐλέγχους ἀνατροφοδότησης ἢ ὑπεραγώγιμους μαγνήτες, ἀνάλογα μὲ τὴν τεχνολογία.
Ἐπομένως, ἡ ἀρχαία ἰδέα δὲν πρέπει νὰ περιγραφεῖ ὡς λειτουργικὸ «τραῖνο Maglev τῆς ἀρχαιότητας».
Ἦταν κάτι διαφορετικό — καὶ γι' αὐτὸ ἴσως ἀκόμη πιὸ συναρπαστικό.
Ἦταν ἡ προσπάθεια νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ μαγνητικὴ ἕλξη γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ ὀπτικὴ ψευδαίσθηση τῆς θεϊκῆς αἰώρησης.

Ἡ λεπτομέρεια ποὺ μπορεῖ νὰ κρύβει τὸ μυστικό

Οἱ μελετητὲς ἔχουν προτείνει διάφορες ἐρμηνεῖες γιὰ τὸ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ λειτουργήσει ἕνα τέτοιο σχέδιο.
Μία πιθανότητα εἶναι ὅτι τὸ ἄγαλμα δὲν θὰ ἦταν ἐντελῶς «ἐλεύθερο» στὸν ἀέρα. Ἡ μαγνητικὴ ἕλξη θὰ μποροῦσε νὰ ἀντισταθμίζει τὸ βάρος του, ἐνῶ κάποιος μηχανισμὸς ἢ ἀφανὴς σύνδεσμος θὰ περιόριζε τὴν κίνησή του.
Ἡ ἰδέα τῆς «ψευδο-αἰώρησης» εἶναι τεχνικὰ πολὺ πιὸ εὔλογη ἀπὸ τὴν ἀπόλυτα ἐλεύθερη αἰώρηση. Ἡ σύγχρονη βιβλιογραφία ἔχει ἐξετάσει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πρόβλημα στὴν περίπτωση τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρσινόης.
Δὲν γνωρίζουμε, ὅμως, τὸ πραγματικὸ μηχανικὸ σχέδιο.
Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα μυστήρια τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχαίας τεχνολογίας.

Ὁ Πλίνιος ἔχει καὶ μία ἀκόμη σημαντικὴ πληροφορία

Τὸ σχέδιο δὲν ὁλοκληρώθηκε.
Ὁ Πλίνιος γράφει ὅτι τὸ ἔργο διακόπηκε ἐξαιτίας τοῦ θανάτου τοῦ Τιμοχάρη καὶ τοῦ θανάτου τοῦ βασιλιᾶ Πτολεμαίου, ποὺ εἶχε παραγγείλει τὸ μνημεῖο γιὰ τὴν ἀδελφή του.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχουμε ἀρχαιολογικὰ κατάλοιπα ἑνὸς λειτουργικοῦ «μαγνητικοῦ ναοῦ».
Δὲν γνωρίζουμε ἂν τὸ σύστημα δοκιμάστηκε.
Δὲν γνωρίζουμε ἂν τὸ ἄγαλμα ἔφθασε ποτὲ νὰ αἰωρηθεῖ.
Καὶ δὲν γνωρίζουμε ἂν ὁ Τιμοχάρης εἶχε βρεῖ πρακτικὴ λύση στὸ πρόβλημα τῆς σταθερότητας.
Ἡ μαρτυρία τοῦ Πλινίου μᾶς πληροφορεῖ γιὰ ἕνα σχέδιο — ὄχι γιὰ ἕνα ὁλοκληρωμένο τεχνολογικὸ ἐπίτευγμα.

Ὑπάρχει καὶ μιὰ παράξενη μεταγενέστερη μαρτυρία

Τὸ ἐπεισόδιο δὲν σταματᾷ στὸν Πλίνιο.
Ὁ Ῥωμαῖος ποιητὴς Αὐσόνιος, στὸ ποίημά του Mosella, συνδέει ἐπίσης τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιτέκτονα μὲ τὴν αἰωρούμενη Ἀρσινόη. Ὅμως ἐδῶ ἐμφανίζεται ἕνα πρόβλημα: οἱ πηγὲς δὲν συμφωνοῦν ἀπόλυτα στὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιτέκτονα. Ὁ Πλίνιος παραδίδει Timochares, ἐνῶ ὁ Αὐσόνιος χρησιμοποιεῖ τὸ Dinochares. Ἡ ταύτιση καὶ ἡ σχέση τῶν δύο ὀνομάτων ἔχει ἀπασχολήσει τὴν ἱστοριογραφία.
Αὐτὴ ἡ διαφορά εἶναι σημαντική.
Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ «μαγνητικοῦ ναοῦ» ἔφθασε σὲ μᾶς μέσα ἀπὸ μεταγενέστερη γραμματειακὴ παράδοση, ὄχι μέσα ἀπὸ τὰ σχέδια τοῦ ἴδιου τοῦ ἀρχιτέκτονα.

Ἀπὸ τὸ Ἀρσινόειον στὸ Maglev

Καὶ τώρα ἔρχεται ἡ πιὸ γοητευτικὴ σύγκριση.
Στὰ σύγχρονα Maglev, ἡ μαγνητικὴ δύναμη χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν παραδοσιακὴ ἐπαφὴ τροχοῦ καὶ σιδηροτροχιᾶς. Τὸ σύστημα πρέπει νὰ ἐπιτύχει τρία πράγματα: αἰώρηση, καθοδήγηση καὶ πρόωση.
Σὲ ὁρισμένα συστήματα, ἰσχυροὶ ἠλεκτρομαγνήτες καὶ συστήματα ἐλέγχου διατηροῦν τὸ ὄχημα στὴ σωστὴ θέση. Σὲ ἄλλα, χρησιμοποιεῖται ἡ ἀλληλεπίδραση ἰσχυρῶν μαγνητικῶν πεδίων μὲ ἐπαγόμενα ρεύματα καὶ, στὰ ὑπεραγώγιμα συστήματα, ἰσχυροὶ ὑπεραγώγιμοι μαγνήτες.
Ἡ Ἀλεξάνδρεια φυσικὰ δὲν εἶχε ἠλεκτρομαγνήτες, ὑπεραγωγούς, ἠλεκτρονικὰ συστήματα ἐλέγχου ἢ γραμμικοὺς κινητήρες.
Ἀλλὰ εἶχε κάτι ποὺ προηγούνταν ἀπὸ ὅλα αὐτά:
τὴν ἰδέα ὅτι ἡ μαγνητικὴ δύναμη μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὄχι μόνο γιὰ νὰ τραβήξει ἕνα κομμάτι σιδήρου, ἀλλὰ γιὰ νὰ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἕνα βαρὺ ἀντικείμενο ἔχει πάψει νὰ ὑπακούει στὴ βαρύτητα.
Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὰ ἐντυπωσιακό.

Ἐπιστήμη, τέχνη καὶ βασιλικὴ ἐξουσία

Ἡ ἰδέα τοῦ Τιμοχάρη δὲν ἦταν ἕνα «πειράμα φυσικῆς» στὴ σύγχρονη σημασία.
Ἦταν τεχνολογία τοῦ θαύματος.
Ὁ Πτολεμαῖος Β΄ δὲν χρειαζόταν ἁπλῶς ἕνα ὡραῖο ἄγαλμα τῆς νεκρῆς συζύγου καὶ ἀδελφῆς του.
Χρειαζόταν ἕνα θέαμα ἀντάξιο μιᾶς θεοποιημένης βασίλισσας.
Ἡ βασιλικὴ ἐξουσία θὰ ἐμφανιζόταν νὰ μπορεῖ νὰ ἐλέγχει ἀκόμη καὶ τὶς ἰδιότητες τῆς φύσεως.
Ὁ λίθος θὰ ἔλκυε τὸ μέταλλο.
Τὸ μέταλλο θὰ ἔμενε στὸν ἀέρα.
Καὶ ἡ θεὰ θὰ φαινόταν ὅτι ἀιωρεῖται μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.
Ἡ φυσικὴ ἐπιστήμη γινόταν θέατρο.
Ἡ μηχανικὴ γινόταν θεολογία.
Καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ γινόταν μηχανισμὸς παραγωγῆς δέους.

Ἡ μεγαλύτερη καινοτομία ἴσως ἦταν ἡ ἴδια ἡ σύλληψη

Ἂν ἀφαιρέσουμε τὸν μῦθο καὶ μείνουμε μὲ τὴν ἱστορικὴ οὐσία, ἀπομένει κάτι ἐξαιρετικά σημαντικό.
Ἕνας Ἀλεξανδρινὸς ἀρχιτέκτων σκέφθηκε νὰ πάρει:
ἕνα φυσικὸ φαινόμενο → νὰ τὸ μετατρέψει σὲ μηχανικὸ μηχανισμό → νὰ τὸ ἐνσωματώσει σὲ ἕναν ναὸ → καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ δημιουργήσει μία ὑπερφυσικὴ ὀπτικὴ ἐμπειρία.
Αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει τὴν ἱστορία τόσο σύγχρονη.
Γιατὶ ὁ Ἀλεξανδρινὸς τεχνίτης δὲν ρωτοῦσε μόνον:
«Τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ μαγνήτης;»
Ρωτοῦσε:
«Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστέψει ὅτι κάνει ὁ μαγνήτης;»
Καὶ ἐδῶ γεννιέται ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐντυπωσιακὰ ἐπεισόδια στὴν ἱστορία τῆς ἀρχαίας τεχνολογίας.

Τὸ τελικὸ παράδοξο

Ἡ Ἀρσινόη πιθανότατα δὲν αἰωρήθηκε ποτὲ.
Ὁ ναὸς δὲν ὁλοκληρώθηκε.
Τὸ σχέδιο τοῦ Τιμοχάρη χάθηκε.
Καὶ ἡ Ἀλεξάνδρεια δὲν ἔφτιαξε τὸ πρῶτο Maglev τῆς ἱστορίας.
Ἀλλὰ ἔκανε κάτι ἐξίσου ἀξιοθαύμαστο:
σκέφθηκε τὴν αἰώρηση πρὶν ἡ τεχνολογία μπορέσει πραγματικὰ νὰ τὴν πραγματοποιήσει.
Ἡ σύγχρονη μαγνητικὴ αἰώρηση θὰ χρειαζόταν ἠλεκτρομαγνήτες, ὑπεραγωγούς, συστήματα ἐλέγχου καὶ πολύπλοκες ὑποδομές. Ἡ Ἀλεξάνδρεια εἶχε μόνον λίθο, σίδηρο, γεωμετρία, μηχανικὴ καὶ ἕναν τολμηρὸ ἀρχιτέκτονα.
Κι ὅμως, ἡ ἰδέα εἶχε ἤδη γεννηθεῖ:
νὰ νικηθεῖ ἡ βαρύτητα — ἔστω καὶ γιὰ τὰ μάτια τοῦ θεατή.
---------------------------------
Πηγὲς καὶ βιβλιογραφία
Πρωτογενεῖς πηγές
Πλίνιος ὁ Πρεσβύτερος, Naturalis Historia, XXXIV.147–148 — ἡ βασικὴ ἀρχαία μαρτυρία γιὰ τὸν μαγνητικὸ θόλο καὶ τὸ σιδερένιο ἄγαλμα τῆς Ἀρσινόης.
Αὐσόνιος, Mosella, περὶ τὸ 311–317 — μεταγενέστερη λογοτεχνικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν αἰωρούμενη Ἀρσινόη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιτέκτονα.
Στήλη τῆς Μένδης — σημαντικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐδραίωση τῆς λατρείας τῆς Ἀρσινόης Β΄.
Σύγχρονη ἔρευνα
G. L. Irby & M.-P. Keyser, Greek Science in the Hellenistic Era — γιὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐπιστήμη καὶ τεχνολογία.
Alana N. Newman, “Arsinoë II as Synn[a]os Thea: The Significance of the Display Context of the Deified Queen's Relief Portraits in the Egyptian Temple Complex”, στὸ Femmes hellénistiques: voix, genre, représentations, σσ. 157–176.
Patricia Eunji Kim, The Art of Queenship in the Hellenistic World, Cambridge University Press — γιὰ τὴν πολιτικὴ καὶ ἐικαστικὴ σημασία τοῦ σχεδίου τοῦ Τιμοχάρη καὶ τὴν Ἀρσινόη ὡς θεοποιημένη βασίλισσα.
G. L. Irby & I. Petrovic, “Ktesibios (Ctesibius) of Alexandria”, The Encyclopedia of Ancient History — γιὰ τὴν Ἀλεξανδρινὴ παράδοση μηχανικῆς.
A. G. Drachmann, Ktesibios, Philon, and Heron: A Study in Ancient Pneumatics, Copenhagen, 1948.
T. E. Rihll, “Science and Technology: Alexandrian”, στὸ A Companion to Ancient Egypt, 2010.
Γιὰ τὴ σύγκριση μὲ τὴ σύγχρονη μαγνητικὴ αἰώρηση
U.S. Department of Energy, “How Maglev Works” — γιὰ τὴ λειτουργία τῶν σύγχρονων συστημάτων Maglev.
U.S. Congressional Research Service, Magnetic Levitation (Maglev) Trains: Technical Background, Cost Estimates, and Recent Developments.
U.S. Federal Railroad Administration, Final Report on the National Maglev Initiative.
A. K. Geim et al., “Magnet levitation at your fingertips”, Nature 400 (1999), 323–324 — γιὰ τὴ φυσικὴ τοῦ σταθεροῦ μαγνητικοῦ ἐγκλωβισμοῦ καὶ τὸ θεώρημα τοῦ Earnshaw.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Δαιμονική Εκπαίδευση

Ψηλά σε ένα από τα ανώτερα επίπεδα της Κόλασης, πολύ κοντά στον δικό μας κόσμο, υπάρχει ένας τιτάνιος και κατάμαυρος στρογγυλός πύργος, στον οποίο στεγάζεται μία σχολή για δαίμονες. Εκεί, οι νεαροί δαίμονες διδάσκονται την ανθρωπολογία.

Βετεράνοι δαίμονες από όλη την Κόλαση, επιλεγμένοι με πολύ αυστηρά κριτήρια, διδάσκουν στους δαιμονίσκους πώς να διαβάλουν τους ανθρώπους και να πολεμούν τις δυνάμεις «του Κακού» (δηλαδή του Καλού, χμ, αλλά αυτό είναι ένα φιλοσοφικό πρόβλημα που τυραννά τους φοιτητές στα αντίστοιχα δαιμονικά πανεπιστήμια). Τα μαθήματα δεν γίνονται μόνο στους χώρους της σχολής, αλλά και με εργασίες στο πεδίο (fieldwork), δηλαδή σε επισκέψεις στον κόσμο μας όπου οι μαθητές κάνουν κάποια πρακτική εξάσκηση.

Επειδή οι μικροί δαίμονες, ως ανήσυχα και οργισμένα νιάτα, όταν μπαίνουν στην σχολή πιστεύουν ότι εκεί θα μάθουν εύκολα και γρήγορα πώς να παγιδεύουν τους ανθρώπους στα πιο ακατονόμαστα αμαρτήματα και σε άγριους δαιμονισμούς, κι έπειτα θα διδαχθούν μεθόδους οργιωδών βασανιστηρίων και πώς να τους σουβλίζουν για να τους φάνε, καθώς και όλες τις συνταγές μαγειρικής και τρόπους βρασίματος στα καζάνια… στην τελετή έναρξης των μαθημάτων ο πρύτανης της σχολής κάνει την ίδια πάντα ομιλία, για να διαλύσει αυτές τις νεανικές φαντασιώσεις και να ρυθμίσει τον νου των μαθητών για το έργο των ώριμων και σοβαρών δαιμόνων.

Στην πάντοτε ίδια ομιλία του, λέει περίπου τα εξής:

«Εμείς, ως έγκριτοι ανθρωπολόγοι δαίμονες, έχουμε ως βασικό μας στόχο να μελετήσουμε τους ανθρώπους και να τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε να πορευτούν στον σωστό δρόμο. Η επιδίωξή μας είναι να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους, δηλαδή να τον αποδεχθούν με όλα του τα ελαττώματα, το ίδιο και τους συνανθρώπους τους. Να είναι εργατικοί, άρα υπομονετικοί και ανταγωνιστικοί, και άρα νομοταγείς.

Να προλαμβάνουν το κακό στην ρίζα του, πριν αυτό εκδηλωθεί. Να μεριμνούν με όλες τους τις δυνάμεις για να παρέχουν ασφάλεια στον εαυτό τους και στους αγαπημένους τους. Να τους υποδείξουμε όλους τους τρόπους για να ελίσσονται σωστά μέσα από τις δυσάρεστες καταστάσεις, και όλους τους τρόπους για να επιτυγχάνουν την ευημερία τους ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες. Να είναι ορθοί και αυστηροί στην κρίση τους, να ακολουθούν το ένστικτό τους, να είναι σοβαροί και ώριμοι, προσγειωμένοι και συνετοί, να αγωνίζονται για την αυτογνωσία τους, να είναι ευγενικοί και ευπαρουσίαστοι, να αυξάνονται και να πληθύνονται… Αυτά, νομίζω σας δίνουν μια πρώτη ιδέα για το τι θα σας διδάξουμε εδώ και για το πώς πρέπει να εργαστείτε…»

Συνήθως σ’ αυτό το σημείο, οι έκπληκτοι δαιμονίσκοι έχουν αρχίσει τα σφυρίγματα αποδοκιμασίας, και η αίθουσα σείεται από κραυγές του είδους «κατέβα κάτω, ρε! Τι μας λέει αυτός; Είναι πράκτορας ξένων δυνάμεων. Ουουου…» κλπ.

Ο πρύτανης, που δεν ταράζεται από τις αντιδράσεις γιατί είναι αναμενόμενες (πάντα το ίδιο συμβαίνει), ξεροβήχει, πατάει ένα κουμπί που μεταδίδει ένα ηλεκτρικό σοκ στο κάθισμα κάθε μαθητή, το οποίο ηρεμεί αμέσως τα πνεύματα και συνεχίζει με προσποιητό θυμό:

«Πρέπει να ξεχάσετε τις παιδικές ανοησίες, μ’ ακούτε; Εδώ θα γίνετε ανθρωπολόγοι! Τι περιμένατε; Να σας δώσουμε από μια τρίαινα και να σας στείλουμε εκεί πάνω να μας χαλάσετε το έργο αιώνων ολόκληρων; Ή μήπως προτιμάτε να γίνετε εργάτες και να σας στείλουμε στα κατώτερα πεδία της Κόλασης να ανακατεύετε καζάνια; Εδώ θα σας κάνουμε σοβαρούς δαίμονες, με μεγάλες αποδοχές και αναγνώριση…»

Έτσι, συνήθως κερδίζει την προσοχή τους, και συνεχίζει ανενόχλητος:

«Λοιπόν, θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ με όλα αυτά. Ο σωστός δρόμος που πρέπει να πορευτούν οι άνθρωποι, οδηγεί στην Κόλαση, αλλά αυτοί δεν πρέπει να το ξέρουν αυτό, έτσι δεν είναι; Γιατί αν το ξέρουν αυτό, από πού θα πάνε; Θα πάνε από τον άλλο δρόμο, ηλίθιοι!

Έπειτα, αν οι άνθρωποι είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και αποδεχθούν τα δικά τους ελαττώματα και των άλλων, τότε έχουμε ανεπανόρθωτα ελαττωματικούς εαυτούς, που είναι η βάση για να πετύχουμε αυτό που θέλουμε. Πρέπει να τους καθησυχάσουμε, δεν είναι κακό να έχει κανείς ελαττώματα, είναι καλό. Στο κάτω-κάτω ποιος θα το κρίνει αυτό; Εκείνος που πιστεύει ότι μπορεί να το κρίνει για τους άλλους, είναι κι εκείνος δικός μας.

Αν οι άνθρωποι είναι εργατικοί και υπομονετικοί, θα ζούνε όλη τους την ζωή μέσα στην σκλαβιά, στην υποταγή και στην προσμονή για κάτι καλύτερο, που όμως δεν θα έρχεται ποτέ. Οπότε, είτε θα είναι πειθήνιοι σκλάβοι μας μέσω των αφεντικών τους, που οι είναι δικοί μας οι περισσότεροι, είτε κάποια στιγμή θα εκραγούν, δεν θα αντέχουν άλλο, θα τα βροντήξουν όλα και θα διαπράξουν ένα σωρό ανοησίες και αμαρτήματα, κι εκεί θα παραμονεύουμε εμείς: έτοιμα πράγματα!

Αν είναι ανταγωνιστικοί, τελικά θα πατήσουν πάνω σε πτώματα για να ανέλθουν, κι έτσι θα κατέλθουν κατευθείαν εκεί που τους θέλουμε. Αν προλαμβάνουν το κακό στην ρίζα του, πριν αυτό εκδηλωθεί, τότε για να το πετύχουν θα κάνουν εκείνοι το κακό, χωρίς λόγο, πριν ακόμη κοπιάσουμε εμείς για να κάνουμε οτιδήποτε!

Για να έχουν ασφάλεια πρέπει να κάνουν πολέμους όλων των ειδών, να εμποδίσουν τους άλλους σε ό,τι κάνουν μήπως και κινδυνέψει η ασφάλειά τους, άλλωστε το ίδιο θα κάνουν και όλοι οι άλλοι. Καταλαβαίνετε;

Για να ελίσσονται σωστά μέσα από τις δυσάρεστες καταστάσεις, πρέπει να δειλιάζουν, να λένε ψέματα, να υποκρίνονται, να πείθουν, να δολοπλοκούν, να κλέβουν, και για να ευημερούν παρ’ όλες τις αντιξοότητες, πρέπει να είναι ισχυροί εις βάρος των άλλων, να κυνηγούν το κέρδος με κάθε τρόπο, να είναι απατεώνες, να κάνουν προδοσίες, να είναι ποταποί, βαθύτατα συμφεροντολόγοι.

Αν είναι ορθοί και αυστηροί στην κρίση τους, δεν θα λυπούνται κανέναν, ούτε θα αγαπούν κανέναν, κι ακολουθώντας το ένστικτά τους θα γίνουν σαν τα ζώα. Αν είναι σοβαροί και ώριμοι, δεν θα είναι σαν τα παιδιά στα οποία ανήκει η βασιλεία των ουρανών και άλλα τέτοια κουραφέξαλα… Αν είναι προσγειωμένοι και συνετοί, δεν θα έχουν όνειρα, σύντομα θα απογοητευθούν τελείως, θα είναι στείροι, χωρίς φαντασία και ελευθερία, δεν θα τολμούν για το άπιαστο, δεν θα είναι δημιουργικοί, θα είναι καταδικασμένοι.

Αν αγωνίζονται πολύ για την αυτογνωσία τους, θα είναι βαθύτατα εγωιστές χωρίς να το συνειδητοποιούν, θα ασχολούνται συνέχεια με τον εαυτό τους και με τίποτε άλλο, άσε που αλαζονικά θα κάνουν και συνέχεια τους έξυπνους σε όλους τους άλλους που δεν έχουν αυτογνωσία. Για να είναι ευπαρουσίαστοι θα πρέπει να ασχολούνται συνέχεια με το να αρέσουν στους άλλους, φιγουρατζίδικα και ματαιόδοξα και πρόστυχα, και θα είναι προσποιητά ευγενικοί και όχι ευγενείς, και για να ακολουθήσουν το ορμέμφυτο που ορμονικά τους προστάζει να αυξάνονται και να πληθύνονται, θα έχουν συνέχεια το μυαλό τους στο σεξ, με όλους τους πιθανούς εραστές, δημιουργώντας ένα σωρό προβλήματα στον εαυτό τους και στους άλλους.

Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε από μόνοι σας. Αν τους καταφέρνουμε να κάνουν αυτού του είδους τα απλά βήματα στον σωστό δρόμο, θα δείτε ότι, στην πραγματικότητα, τα υπόλοιπα οι άνθρωποι τα κάνουν από μόνοι τους, με λίγη συμπαράσταση… Έχετε να μάθετε πολλά εδώ…»

Συνήθως έτσι περνά η πρώτη μέρα στη σχολή, και παρ’ όλο που η αντίληψή τους έχει ήδη ρυθμιστεί με τον σωστό τρόπο, άλλων το μυαλό είναι στο πότε θα σχολάσουν για να πάνε στα μπαρ της περιοχής και να πιουν αίμα και να ακούσουν λίγο Heavy Metal, και άλλων το μυαλό είναι στο πότε θα αρχίσουν την πρακτική εξάσκηση στο πεδίο, για να δουν επιτέλους λίγη δράση.

Πάντως, και οι μεν και οι δε, από την πρώτη κιόλας μέρα, έχουν αρχίσει να κοροϊδεύουν κάποιους συμμαθητές τους πού ήρθαν για σεμινάρια από τον επάνω κόσμο, πολιτικούς, δικηγόρους και διαφημιστές, οι οποίοι είναι πολύ σπασίκλες, κρατούν πυρετωδώς σημειώσεις, το παίζουν καλοί μαθητές, κάνουν συνέχεια ηλίθιες ερωτήσεις στον δάσκαλο (φωνάζοντας «κύριε, κύριε…»), κουβαλούν το κολατσιό τους σε καλαθάκια από το σπίτι, και γενικά είναι εκνευριστικοί.

Σταδιακά, όλο και περισσότεροι από τους νεαρούς δαίμονες επιλέγονται να περάσουν στην παράλληλη πρακτική εξάσκηση, και, ένας-ένας, με την συνοδεία ενός ικανού βετεράνου δαίμονα και δάσκαλου, (ο οποίος, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, απαιτεί από τον μαθητή να τον αποκαλεί «σοφέ μου γκουρού», «δάσκαλε», «κύριε λοχαγέ», «μεγαλειότατε», «πάτερ», «θείε», «σύντροφε», και σπανίως απλά «κύριε»), ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο για εργασία πεδίου.

Η διδακτική μέθοδος που επιβάλλει η σχολή, είναι να μπαίνει σε δοκιμασία η κρίση του μαθητή απέναντι σε διάφορες καταστάσεις, κι έπειτα να διορθώνεται ή να εμπλουτίζεται από τον δάσκαλο με τις σωστές μεθόδους. Για παράδειγμα, ο δάσκαλος μπορεί να οδηγήσει τον μαθητή σε ένα μέρος που οι άνθρωποι θεωρούν στοιχειωμένο, βάζοντάς τον να παρακολουθήσει τον τρόμο που εκδηλώνουν εκεί οι άνθρωποι.

«Λοιπόν, τι πιστεύεις ότι πρέπει να γίνει εδώ;» ρωτάει.

Ο δαιμονίσκος γελάει χαιρέκακα, χοροπηδάει από ανυπομονησία και απαντά: «Αν θέλετε την γνώμη μου σύντροφε, αυτό το μέρος είναι πολύ στοιχειωμένο και δαιμονικό. Βγαίνουμε όλοι εδώ φορώντας τεράστιες δαιμονικές μάσκες, τους κυνηγάμε μέχρι τα σπίτια τους ανακαλύπτοντας έτσι τις φωλιές τους, μπαίνουμε μέσα και τα κάνουμε όλα λίμπα, έπειτα τους μαγειρεύουμε και τους τρώμε σε ένα κανιβαλιστικό όργιο στην πλατεία…»

Ο δάσκαλος παίζει ειρωνικά στο στόμα του μία καραμέλα, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σηκώνει το βλέμμα ψηλά και ρωτάει: «Μάλιστα. Και τι θα κάνεις με τα τανκς;…»

Ο μαθητής ξύνει το κεφάλι του: «Τα τανκς; Ποια τανκς;…»

«Τα τανκς που θα έρθουν για να σας εξολοθρεύσουν, ηλίθιε! Τα δελτία ειδήσεων! Τους δημοσιογράφους! Τις στρατιές από παπάδες που θα διαδηλώνουν ότι είχε δίκιο η Ιερά Εξέταση! Την ανατίναξη με μικρές πυρηνικές βόμβες όλων των στοιχειωμένων τόπων της Γης! Την ανάκριση των αιχμαλώτων! Τον εντοπισμό της Σχολής! Τις σταυροφορίες που θα εισβάλουν στην Κόλαση! Την συναδέλφωση των ανθρώπων εναντίον μας!…»

Ο μικρός ζαλίζεται καταλαβαίνοντας την γκάφα του. «Και…και…άρα…σύντροφε, τι πρέπει να κάνουμε;»

Ο βετεράνος, περνά το χέρι του πάνω από τους ώμους του μικρού δαίμονα, βηματίζουν μαζί αργά, και με γλυκό ύφος εξηγεί:

«Τίποτα, εμείς δεν κάνουμε τίποτα τέτοιο. Όλα αυτά είναι δεισιδαιμονίες. Μας κάνουν κακό. Παίρνουμε τηλέφωνο μια ομάδα επιστημόνων για να έρθει να κάνει μετρήσεις. Δεν υπάρχει τίποτα για να μετρήσουν. Ανακοινώνουν ότι όλα είναι σαχλαμάρες. Το μέρος όμως συνεχίζει να είναι στοιχειωμένο και δαιμονικό. Οι επιστήμονες επιστρέφουν στα γραφεία τους. Οι περίοικοι νιώθουν ανασφαλείς. Αμολάμε καμιά φευγαλέα σκιά, καμιά λάμψη, κανένα μικρό θόρυβο εδώ κι εκεί, κανένα βογκητό μέσα στο σκοτάδι. Κανένας δεν πλησιάζει εδώ, αλλά και κανένας δεν τους πιστεύει, κι όλοι ντρέπονται να το συζητήσουν παραέξω. Έτσι εμείς μπορούμε να χρησιμοποιούμε αυτό το μέρος ως πύλη, ως ορμητήριο, κι από εδώ να διεξάγουμε τις αποστολές μας παραέξω, ανενόχλητοι. Αόρατοι. Ανύπαρκτοι. Κατάλαβες μικρέ μου;»

Οι μαθητές, με τέτοιες νουθεσίες, μπαίνουν στο νόημα. Αλλά έχουν πολλά να μάθουν ακόμη.

Ας πούμε, μερικοί μαθητές οδηγούνται μπροστά σε δύο ανθρώπους που διαφωνούν πολύ έντονα, και μάλλον είναι έτοιμοι να μαλώσουν άγρια. Οι δαιμονίσκοι καλούνται να προτείνουν με ποια στρατηγική θα επέμβουν για το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Ο πιο άγριος και βιαστικός προτείνει: «Κύριε λοχαγέ, τους κάνω να αρχίσουν να έχουν παραισθήσεις, ο ένας βλέπει στο πρόσωπο του άλλου ό,τι μισεί περισσότερο στην ζωή του. Οι λέξεις του άλλου έχουν όλο και περισσότερο προσβλητικό νόημα. Τον πιο δεκτικό, τον τρελαίνω απότομα. Βγάζει ένα μαχαίρι και σφάζει τον άλλον! Τον κόβει φέτες ουρλιάζοντας…»

Ο δάσκαλος του ρίχνει μία σφαλιάρα και γελάει: «Α, ναι; Και έρχονται οι ειδικές δυνάμεις, τον σκοτώνουν ή τον κλείνουν για πάντα στην φυλακή, κι έτσι έχουμε χάσει δύο ανθρώπους! Ο ένας τελικά θα μετανοήσει στην φυλακή, κι ο άλλος θα πάει αμέσως στο Καθαρτήριο κι έπειτα στον Παράδεισο» «Άλλος!»

Ο επόμενος μαθητής, κάνοντας τον πιο έξυπνο, προτείνει: «Κύριε Λοχαγέ, είναι απλό. Διαλέγω τον πιο μαλθακό και τον κάνω να σκεφτεί πόσο πολύ δίκιο έχει και πόσο μεγάλο άδικο έχει ο άλλος. Τον κάνω να νιώσει πολύ αδικημένος. Αυτό του θυμίζει και άλλες αδικίες που έχει υποστεί. Αρχίζει να λυπάται τον εαυτό του. Έτσι τον φέρνω σε μειονεκτική θέση. Ο άλλος αμέσως φαντάζει ισχυρότερος. Αρχίζει να φοβάται ότι αν αναμετρηθεί κι άλλο μαζί του θα ηττηθεί, είναι πιο δυνατός, σε πλεονεκτική θέση, γι’ αυτό και είναι τόσο έκδηλα άδικος και δεν τον νοιάζει για την αδικία που διαπράττει. Έτσι τελικά ο άλλος τον κατατροπώνει. Τώρα είναι ένα ανθρώπινο ράκος, δεν θα συγχωρήσει τον εαυτό του και θα βασανίζεται. Έτσι, έχουμε έναν εγωιστή άνθρωπο, αλαζονικό και κακό, που βλάπτει με την αδικία του την ψυχή κάποιου, και έχουμε και έναν άνθρωπο ηττημένο, βασανισμένο, που τελικά θα αρχίσει να πιστεύει ότι όλος ο κόσμος είναι κακός και είναι εναντίον του»

Ο δάσκαλος τον χτυπά στον ώμο συγκαταβατικά, καγχάζει: «Από το τίποτα, κάτι είναι κι αυτό, για αρχάριους. Αφελές και δακρύβρεχτο. Αλλά δεν θα εξελιχθεί όπως νομίζεις, με τις ευαισθησίες στο τέλος λειτουργείς προς όφελος του Εχθρού. Στην πραγματικότητα, αν το χειρίζεσαι μ’ αυτόν τον τρόπο, συχνά τους βγαίνει κάπως έτσι: Ο πιο ευαίσθητος θα νιώσει άσχημα για την άσχημη κατάσταση που δημιουργείται με τον καβγά, η οποία του θυμίζει ανεπιθύμητα πράγματα, αυτό θα ενεργοποιήσει κάποια ψυχολογική άμυνα, θα θελήσει να προσπεράσει τον καβγά, να τον ακυρώσει, θα ζητήσει αυτός συγγνώμη για να τον σταματήσει, φοβούμενος να μην φτάσει στο επίπεδο του εξευτελισμού. Ο άλλος θα ικανοποιήσει τον εγωισμό του προς στιγμήν, αλλά η συγγνώμη θα τον ηρεμήσει, θα πάψει να λειτουργεί με αντιπαλότητα, τελικά θα νιώσει άσχημα που συμπεριφέρθηκε έτσι, ίσως να δει και την αδικία του, και αργότερα θα ζητήσει κι εκείνος συγγνώμη. Τελικά θα φιλιόσουν, και δεν θα τρέχει τίποτε. Τους χάσαμε και τους δύο.» «Άλλος!»

Οι υπόλοιποι σιωπούν, φοβούμενοι ότι η επόμενη γκάφα θα είναι δική τους.

Ο βετεράνος μεταδίδει την πείρα του στους νεαρούς:

«Πρέπει να κάνετε και τους δύο να σκεφτούν το συμφέρον τους. Να σκεφτούν τι έχουν να χάσουν με αυτόν τον καβγά. Να στείλετε σκέψεις στον καθένα τους, ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να κανονίσουν τον άλλο. Έτσι, να χαμηλώσουν σιγά-σιγά τους τόνους και ο καβγάς να σταματήσει. Ο καθένας πρέπει να σκεφτεί: θα σου δείξω εγώ, άτιμε. Αν γίνεται να δώσουν ψεύτικα και διπλωματικά τα χέρια, ακόμη καλύτερα. Και, από εκείνη την στιγμή, ο ένας να δολοπλοκεί για να την φέρει πισώπλατα στον άλλον, δημιουργώντας ένα σωρό άσχημες καταστάσεις, υπόγεια, συνωμοτικά. Θα τους παρακολουθείτε στενά και θα τους βοηθάτε. Αν γίνεται, μάλιστα, όλα αυτά να ζημιώσουν και άλλους ανθρώπους, να δημιουργήσουν αντιζηλίες, αξεδιάλυτες παρεξηγήσεις, να φέρουν κόμπλεξ στην επιφάνεια, να δημιουργηθούν αλυσιδωτές αντιδράσεις, τέτοια πράγματα, καταλαβαίνετε τώρα τι εννοώ, έτσι δεν είναι παιδιά μου;»

Ένας σεβάσμιος γέροντας δάσκαλος, στέκεται μαζί με τον δαιμονικό του μαθητή μέσα σε μια βιβλιοθήκη. Αόρατοι, παρακολουθούν έναν άνθρωπο. Ο δαίμονας σκύβει και ψιθυρίζει στον νεαρό:

«Βλέπεις εκείνον εκεί που διαβάζει εκείνο το βιβλίο; Μόλις γυρίσει την επόμενη σελίδα, θα διαβάσει μία παράγραφο η οποία θα τον εμπνεύσει πολύ, μια ιδέα θα του έρθει στον νου, μια φωτεινή αποκάλυψη. Αυτό θα τον οδηγήσει σε μία έρευνα, στην οποία θα ανακαλύψει πράγματα τόσο σημαντικά, θα δημιουργήσει έργο που θα φέρει μεγάλες αλλαγές στην ανθρωπότητα. Ανεπιθύμητες αλλαγές. Δεν πρέπει να διαβάσει την επόμενη σελίδα! Γρήγορα, πες μου, τι θα κάνεις;»

Ο νεαρός προσπαθεί να μην πανικοβληθεί. Πλησιάζει λίγο τον άνθρωπο και ρίχνει μια ματιά σ’ αυτό που διαβάζει.

«Ω, σοφέ μου γκουρού! Η ανικανότητά μου θα προσπαθήσει να κάνει το εξής: Με κάποιες λέξεις απ’ αυτό που διαβάζει αυτήν την στιγμή, πριν γυρίσει την σελίδα, θα του θυμίσω κάποια παλιά του μελέτη, θα τον κάνω να πιστέψει ότι βρήκε κάποιο στοιχείο που είχε παραβλέψει. Θα τον κάνω να σηκωθεί και να ψάξει για κάποιο άλλο βιβλίο, για να επιβεβαιώσει αυτήν του την σκέψη. Θα τον κάνω να διαβάσει οτιδήποτε άλλο, μέχρι να κλείσει η βιβλιοθήκη. Έπειτα θα φέρω κάποιον άλλο να δανειστεί το επίμαχο βιβλίο»

Ο γέροντας χαμογελάει με πικρία και μιλάει σφυριχτά, με φωνή σαν του φιδιού:

«Αχ όχι, ανόητε νεαρέ μου, όχι… Το θέμα είναι να μην διαβάζουν βιβλία. Εκείνη η αποκαλυπτική γι’ αυτόν παράγραφος, δεν είναι στ’ αλήθεια σ’ εκείνη την σελίδα. Είναι ο Εχθρός που την βάζει εκεί. Θα του την βάλει σε ένα άλλο βιβλίο, κι έπειτα σε ένα άλλο, μέχρι να τα καταφέρει. Εδώ, οι μάχες γίνονται από στιγμή σε στιγμή. Λοιπόν, πρέπει να του στείλουμε αμέσως την σκέψη: Μου φαίνεται ότι πεινάω. Διάβασα πολύ σήμερα. Δεν πάω να φάω κανένα σάντουιτς;… Έτσι, θα κερδίσουμε χρόνο. Ας φύγει από εδώ και έπειτα θα δούμε τι θα κάνουμε. Θα πάει σπίτι να δει λίγο τηλεόραση. Κερδίσαμε μία μάχη. Έπειτα βλέπουμε. Βλέποντας και κάνοντας… Σιγά-σιγά…»

ΤΟ ΕΙΔΩΛΙΟ ΤΟΥ ΠΩΜΟΥ - Ο «ΣΤΑΥΡΟΣ» ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ 3.000 ΧΡΟΝΙΑ

Ἕνα μικροσκοπικὸ εἰδώλιο ἀπὸ τὴν Κύπρο, ἡλικίας περίπου 5.000 ἐτῶν, σχηματίζει ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀινιγματικοὺς σταυροειδεῖς τύπους τῆς προϊστορικῆς Μεσογείου. Ἦταν σύμβολο γονιμότητας, φυλακτό, κόσμημα, εἰκόνα χορευτῆ ἢ κάτι ποὺ δὲν ἔχουμε ἀκόμη κατανοήσει; Καὶ κυρίως: ἔχει πράγματι σχέση μὲ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ;

Ἡ σύντομη ἀπάντηση εἶναι ὅχι.

Ἡ μακρύτερη εἶναι πολὺ πιὸ συναρπαστική.

Τὸ περίφημο Εἰδώλιο τοῦ Πώμου προέρχεται ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ χρονολογεῖται στὴν Χαλκολιθικὴ περίοδο, περὶ τὸ 3000 π.Χ., δηλαδὴ περίπου τρεῖς χιλιετίες πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Εἶναι κατασκευασμένο ἀπὸ πικρόλιθο, ἕνα χαρακτηριστικὸ κυπριακὸ πέτρωμα, καὶ ἔχει ὕψος περίπου 15,3 ἑκατοστά. Σήμερα φυλάσσεται στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο μὲ ἀριθμὸ 1934/III-2/2.

Καὶ ὅμως, ἂν τὸ κοιτάξει κανεὶς μὲ σύγχρονα μάτια, ἡ πρώτη εἰκόνα ποὺ ἔρχεται στὸ μυαλὸ εἶναι μία: ὁ σταυρός.

ΕΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ;

Ἐδῶ βρίσκεται ἡ μεγάλη παγίδα.

Οἱ ἀρχαιολόγοι χρησιμοποιούν τὸν ὅρο «σταυρόσχημα εἰδώλια» (cruciform figurines) γιὰ νὰ περιγράψουν μία ὁμάδα προϊστορικῶν ἀνθρωπόμορφων μορφῶν τῆς Κύπρου: ἀπλωμένα χέρια, λυγισμένα γόνατα, ἐπιμήκης λαιμὸς καὶ σχηματοποιημένο κεφάλι. Ἡ μορφὴ δημιουργεῖ ἕνα σχῆμα ποὺ στὸ σύγχρονο μάτι μοιάζει μὲ σταυρό.

Ἀλλὰ τὸ σχῆμα δὲν ἀποδεικνύει τὸ νόημα.

Δὲν ὑπάρχει κανένα ἀρχαιολογικὸ τεκμήριο ποὺ νὰ συνδέει τὸ Εἰδώλιο τοῦ Πώμου μὲ τὸν Χριστιανικὸ Σταυρό. Ἄλλωστε, ἡ δημιουργία του τοποθετεῖται περίπου στὸ 3000 π.Χ., χιλιάδες χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἐπομένως, ἡ σωστὴ διατύπωση δὲν εἶναι:
«Ὁ χριστιανικὸς σταυρὸς ὑπῆρχε στὴν Κύπρο 5.000 χρόνια πρίν.»

Ἀλλὰ:
«Ἕνα σταυρόσχημο ἀνθρωπόμορφο σύμβολο ὑπῆρχε στὴν Κύπρο περίπου 5.000 χρόνια πρίν — χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ὅτι εἶχε τὴν ἴδια σημασία μὲ τὸν μεταγενέστερο χριστιανικὸ σταυρό.»
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχαιολογικὰ ἀσφαλὴς θέση.

ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙ;

Τὸ εἰδώλιο τοῦ Πώμου ἀπεικονίζει μία σχηματοποιημένη ἀνθρώπινη μορφή μὲ ἀνοιχτὰ χέρια καὶ λυγισμένα πόδια. Στὸ στῆθος της βρίσκεται μία μικρότερη σταυρόσχημη μορφή, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐρμηνευθεῖ ὡς μικρὸ εἰδώλιο-περίαπτο. Ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀντικειμένου.

Καὶ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ ἀρχαιολογικὴ ἀστυνομία.

Διότι ἡ μικρὴ μορφὴ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα «παιδί». Μπορεῖ νὰ εἶναι περίαπτο τοῦ ἴδιου τύπου, δηλαδὴ ἕνα μικρὸ ἀντικείμενο ποὺ φοριοῦσε ἡ μεγαλύτερη μορφή. Παρόμοια μικρὰ σταυρόσχημα ἀντικείμενα ἔχουν βρεθεῖ σὲ ταφικὰ καὶ ἄλλα συμφραζόμενα καὶ ἡ χρήση τους ὡς κοσμημάτων/περιάπτων τεκμηριώνεται ἀρχαιολογικά.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

Γιὰ δεκαετίες, ἡ πιὸ δημοφιλὴς ἐρμηνεία ἦταν ὅτι τὰ σταυρόσχημα εἰδώλια ἀπεικόνιζαν μία γυναικεία θεότητα τῆς γονιμότητας ἢ μία γυναίκα σὲ διαδικασία τοκετοῦ.

Ἡ θεωρία δὲν ἦταν παράλογη.

Ἡ λυγισμένη στάση τῶν ποδιῶν μποροῦσε νὰ θυμίζει γέννα, ἐνῶ ἡ Κύπρος τῶν μεταγενεστέρων ἐποχῶν θὰ γινόταν ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα κέντρα λατρείας τῆς Ἀφροδίτης.

Ὅμως ἡ σύγχρονη ἔρευνα εἶναι πολὺ πιὸ προσεκτική.

Ἡ Christine Winkelmann, στὴ μεγάλη συνθετικὴ μελέτη The Neolithic and Chalcolithic Figurines of Cyprus (2020), ἐξετάζει συστηματικὰ τὸ σύνολο τῶν νεολιθικῶν καὶ χαλκολιθικῶν εἰδωλίων τῆς Κύπρου καὶ δείχνει πόσο προβληματικὸ εἶναι νὰ ἀποδίδουμε αὐτόματα σὲ κάθε σταυρόσχημη μορφὴ τὸν ρόλο μιᾶς «Μεγάλης Θεᾶς».

Ἄλλωστε, τὰ περισσότερα σταυρόσχημα εἰδώλια δὲν φέρουν σαφῆ χαρακτηριστικὰ ποὺ νὰ δηλώνουν φύλο. Ἡ ἔμφυλη ταυτότητά τους εἶναι συχνὰ ἀμφίσημη.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΘΕΩΡΙΑ: ΜΗΠΩΣ ΧΟΡΕΥΕΙ;

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐνδιαφέρουσες σύγχρονες προσεγγίσεις προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀρχαιολόγο Bleda S. Düring.

Σὲ μελέτη τοῦ 2023 προτείνει νὰ ξαναδοῦμε τὴ χαρακτηριστικὴ στάση τοῦ σώματος: ἀνοιχτὰ χέρια, λυγισμένα γόνατα, κεκλιμένο κεφάλι.

Μήπως δὲν εἶναι στάση τοκετοῦ;

Μήπως εἶναι στάση χοροῦ;

Ὁ Düring παρατηρεῖ ὅτι παρόμοιες στάσεις μὲ ἀνοιχτὰ χέρια καὶ λυγισμένα γόνατα ἀπαντοῦν σὲ παραδοσιακοὺς χοροὺς τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου. Ἐὰν ἡ ἐρμηνεία αὐτὴ εἶναι σωστή, τὰ εἰδώλια μπορεῖ νὰ συνδέονταν μὲ χορό, γιορτή, συλλογικὴ ταυτότητα καὶ κοινωνικοὺς δεσμούς.
Ἡ θεωρία εἶναι συναρπαστική — ἀλλὰ παραμένει ὑπόθεση, ὄχι ἀποδεδειγμένο γεγονός.

ΚΟΣΜΗΜΑ, ΠΕΡΙΑΠΤΟ Ή ΦΥΛΑΚΤΟ;

Ἐδῶ τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα εἶναι πιὸ σταθερά.

Μικρὰ σταυρόσχημα ἀντικείμενα εἶχαν ὀπὲς ἀνάρτησης καὶ χρησιμοποιήθηκαν ὡς περίαπτα. Ἐπιπλέον, σταυρόσχημες μορφὲς ἔχουν βρεθεῖ σὲ τάφους, μαζί μὲ ἄλλα ἀντικείμενα προσωπικοῦ στολισμοῦ. Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις παρουσιάζουν ἴχνη χρήσης, γεγονὸς ποὺ δείχνει ὅτι μπορεῖ νὰ φορέθηκαν στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς πρὶν ἀπὸ τὴν ταφική τους ἀπόθεση.

Ἄρα μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ:
κόσμημα → προσωπικὸ ἀντικείμενο → πιθανὸ περίαπτο → ταφικὸ κτέρισμα.

Τὸ ἐὰν ἦταν καὶ φυλακτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προστάτευε τὸν κάτοχό του, εἶναι πιθανὸ ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ γιὰ κάθε εἰδώλιο.

ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ: ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΕΙΔΩΛΙΟ ΦΟΡΑΕΙ ΕΙΔΩΛΙΟ

Ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ ἀλλάζει ὅλη τὴν ἀνάγνωση.

Ἡ μεγαλύτερη μορφὴ φέρει πάνω της μία μικρότερη σταυρόσχημη μορφή.

Ἂν πρόκειται γιὰ περίαπτο, τότε ἔχουμε ἕνα σύμβολο ποὺ ἀπεικονίζει τὸν ἑαυτό του.

Μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πρώιμα παραδείγματα ὅπου ἡ εἰκόνα δηλώνει ταυτόχρονα τὸ ἀντικείμενο, τὴ χρήση του καὶ τὴν κοινωνικὴ του σημασία.

Δὲν ξέρουμε ἀκριβῶς τί σήμαινε.

Ξέρουμε ὅμως ὅτι ἦταν σημαντικό.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΤΗΣ 4ης ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ Π.Χ.;

Ἐδῶ ἡ ἐπιστήμη ὀφείλει νὰ ἀντισταθεῖ στὸν πειρασμὸ τῆς ἐντυπωσιακῆς ἀπάντησης.
Δὲν γνωρίζουμε.

Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ συναρπαστικό.
Τὸ «σταυρόσχημο» εἶναι ἕνας σύγχρονος περιγραφικὸς ὅρος. Δὲν ἔχουμε γραπτὴ μαρτυρία ἀπὸ τὴ Χαλκολιθικὴ Κύπρο ποὺ νὰ μᾶς λέει «αὐτὸ σημαίνει αὐτό».

Οὔτε μποροῦμε νὰ μεταφέρουμε αὐτόματα στὸ 3000 π.Χ. τὸ νόημα ποὺ ἀπέκτησε ὁ σταυρὸς μὲ τὸν Χριστιανισμό.

Ἡ μορφὴ τοῦ σταυροῦ ὡς γεωμετρικὸ σχῆμα εἶναι βεβαίως πανάρχαια καὶ ἀπαντᾷ σὲ πολλοὺς πολιτισμούς. Ἀλλὰ ἡ ὁμοιότητα τοῦ σχήματος δὲν σημαίνει συνέχεια τοῦ συμβόλου.
Αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο ἀρχαιολογικὸ μάθημα τοῦ Πώμου.

ΕΝΑ ΣΥΜΒΟΛΟ ΠΟΥ ΕΠΙΒΙΩΣΕ

Ἡ παράδοση τῶν σταυρόσχημων εἰδωλίων ἀποτελεῖ μία ἰδιαίτερα κυπριακὴ ἐξέλιξη τῆς Χαλκολιθικῆς περιόδου. Ἑκατοντάδες τέτοια εἰδώλια ἔχουν καταγραφεῖ στὴν Κύπρο, σὲ διάφορα ὑλικὰ — κυρίως πικρόλιθο, ἀλλὰ καὶ λίθο καὶ πηλό — καὶ ἡ συγκεκριμένη παράδοση ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τῆς προϊστορικῆς κυπριακῆς τέχνης.

Καὶ ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἐπιβίωσε μὲ ἕναν ἀπροσδόκητο τρόπο.

Σήμερα, τὸ εἰδώλιο τοῦ Πώμου ἀποτελεῖ σύμβολο τῆς κυπριακῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς καὶ ἡ μορφή του ἐπιλέχθηκε γιὰ τὰ κυπριακὰ κέρματα τῶν €1 καὶ €2. Ἕνα σύμβολο ἀπὸ τὸ 3000 π.Χ. μπῆκε, μὲ ἕναν ἐντυπωσιακὸ κύκλο τῆς ἱστορίας, στὴν καθημερινότητα τῆς σύγχρονης Εὐρώπης.
Κι ἔτσι, τὸ μικρὸ εἰδώλιο τοῦ Πώμου ἔχει πλέον δύο ζωές.
Μία στὴν προϊστορικὴ Κύπρο.
Καὶ μία στὴ σύγχρονη Κύπρο.

Ἡ πρώτη παραμένει μυστηριώδης.

Ἡ δεύτερη, ὅμως, μᾶς θυμίζει κάτι σημαντικό: μερικὲς φορὲς ἕνα σύμβολο μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει ὄχι ἐπειδὴ γνωρίζουμε ἀκριβῶς τί σήμαινε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ μορφή του ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς μιλά.

Κι ἂν τὸ κοιτάξουμε σήμερα καὶ δοῦμε ἕναν σταυρό, πρέπει νὰ θυμόμαστε:
δὲν κοιτάζουμε ἕναν χριστιανικὸ σταυρό.
Κοιτάζουμε ἕναν ἄνθρωπο τῆς 4ης χιλιετίας π.Χ., σκαλισμένο σὲ κυπριακὸ πικρόλιθο, ποὺ κρατᾷ ἀκόμη κρυμμένο τὸ νόημα ποὺ τοῦ ἔδωσαν οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν δημιούργησαν.
Καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ πιὸ συναρπαστικὸ στοιχεῖο του.
Ὁ σταυρὸς εἶναι ἐμφανής.
Τὸ μήνυμα, ὄχι.

Οι έννοιες Πραγματικότητα Μεταφυσικό Υπερφυσικό

Τι είναι η πραγματικότητα;

Στη ζωή μου, έχω παρατηρήσει την αντίφαση ότι κανένας από τους υπερασπιστές εκείνης της μορφής της πάγιας και στερεής πραγματικότητας, δεν γνωρίζει τι ακριβώς είναι η πραγματικότητα. Το βασικό δηλαδή, η βάση, στην οποία στηρίζονται, δηλαδή ποια είναι η φύση της πραγματικότητας και της αντίληψής της. Καταναλώνονται σε λογιστικού τύπου ορισμούς, στα πλαίσια ενός κακώς εννοούμενου Ορθολογισμού.

Κατ’ επέκταση, η έννοια τους του «εξωπραγματικού» συνήθως είναι κυρίως αυθαίρετη, ανόητη και εντελώς υποκειμενική. Εννοούν δηλαδή το «παράλογο», σύμφωνα με τη στενή λογική που τους έχει διδαχθεί. Εγώ προσωπικά, ιδεαλιστικά, είμαι αρνητής της ίδιας της έννοιας της «αντικειμενικότητας», που για μένα υποδεικνύει κάποια παρανόηση, ή μια σιωπηλή σύμβαση, ή απλά κάποιο εξουσιαστικό τρικ.

Ο όρος «Μεταφυσική» έχει προκύψει από το έργο «Μετά τα Φυσικά» του Αριστοτέλη. Βιβλιογραφικά, απλώς ακολουθεί τα «Φυσικά».

Επειδή ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος πανεπιστήμων και κατ’ επέκταση ο πρώτος επιστήμονας, (και επειδή ο σύγχρονος όρος «Φυσική» έχει προκύψει από τα συγγράμματα «Περί Φύσιος» των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων), δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι η έννοια «Μεταφυσική» αναφέρεται στην επιστημονική «Φυσική» (όπως αυτή διδάσκεται σήμερα στους φυσικούς στα πανεπιστήμια, αλλά και στα σχολεία). Δηλαδή ότι μιλάει για μια Φυσική πέρα από τη Φυσική, μια μη γνωστή Φυσική, ή μια ανατροπή της επιστήμης της Φυσικής, ή απλά μια επίδοξη αναβάθμισή της.

Πρόκειται όμως για παρεξήγηση. Το «Μεταφυσική», αναφέρεται στο Μετά από τη Φύση, στο Πέρα από τη Φύση, όπως π.χ. όταν λέμε «η ζωή μετά τον θάνατο», ή το «μεταμοντέρνο», κλπ. Αναφέρεται δηλαδή στο πνευματικό, στο Πέρα από την ύλη, ή στο Πέρα από την «Πραγματικότητα» (δηλ. από την «κατάσταση των πραγμάτων»). Γι’ αυτό, άλλωστε, μιλώντας γι’ αυτά τα πράγματα, αναφερόμαστε και στη «Μεταφυσική Φιλοσοφία».

Η Μεταφυσική είναι η μελέτη και η ενασχόληση με το πνευματικό (όχι με το υλικό), με το «εξωπραγματικό», με το «υπερβατικό», και όχι η άρνηση –ή απλά το ξεπέρασμα– των νόμων της φυσικής. Είναι κοινό γνωσιολογικό τυπολογικό σφάλμα, (ένα μπέρδεμα ορισμών), πολλοί άνθρωποι να μπερδεύουν το «Μεταφυσικό», το «Παραφυσικό» και το «Υπερφυσικό», μεταξύ τους.

«Παραφυσικό» είναι το «παρά φύσιν», το Paranormal, η φυσική εκτροπή, το παρακανονικό, δηλαδή η Μετάλλαξη της φύσης, δηλαδή π.χ. η Θεωρία της Εξέλιξης του Δαρβίνου (ο αυθεντικός τίτλος του διάσημου συγγράμματος του Δαρβίνου ήταν Η Θεωρία των Μεταλλάξεων, The Theory of Mutations, τον οποίο οι εκδότες του τον άλλαξαν με τον τίτλο Η Θεωρία της Εξέλιξης, The Theory of Evolution, για να μην έχει τρομακτική χροιά … Στην ουσία, πρόκειται για ένα μεγάλο σύγγραμμα του Παραφυσικού).

Βλέπε αντίστοιχα και τον όρο «Παραψυχολογία», που, εδώ που τα λέμε, τελικά εννοεί μια ψυχο-λογία που πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, κάτι που –παραδόξως!– θεωρείται εκτροπή από την Ψυχολογία, δηλαδή μια «αιρετική» ψυχολογία.

«Υπερφυσικό» είναι αυτό που αντίκειται τελείως στους νόμους της φυσικής, που από αυτήν θεωρούνται ως νόμοι της Φύσης, και στην ουσία είναι ταυτόσημο με τα θαύματα.

Ο Νίτσε υποστήριζε (βλέπε στο έργο του, Τάδε Έφη Ζαρατούστρα), ότι ο άνθρωπος είναι μια γέφυρα ανάμεσα στον υπάνθρωπο και στον υπεράνθρωπο, και ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να περάσει τη γέφυρα που ο ίδιος αποτελεί και να γίνει Υπεράνθρωπος.

Ο Γουίλιαμ Μπάρροουζ έγραφε ότι ο άνθρωπος είναι κολλημένος σε ένα στάδιο νεοτονίας, ότι βρίσκεται σε προνυμφιακό στάδιο, και ότι καλείται να μεταλλαχθεί, να υπερβεί την κατάστασή του, (υπονοώντας τελικά το διαστημικό μέλλον του ανθρώπου προς τα άστρα : επειδή το διάστημα είναι φυσικώς απαγορευμένο για εμάς, προϋποθέτει κάποια αληθινή μετάλλαξη για να το ταξιδέψουμε).

Ο C. S. Lewis έλεγε ότι δεν είσαι ένα σώμα που έχει ψυχή. Είσαι μια ψυχή που έχει ένα σώμα.

Η έξοδος από το σπήλαιο, σύμφωνα με την Παραβολή του Σπηλαίου του Πλάτωνα. Η βασική πεποίθηση όλων των μυστών όλων των εποχών, ότι ο άνθρωπος πρέπει να εκπαιδευτεί για την αφύπνισή του, για την έξοδο από το σκότος, για την υπέρβαση του εαυτού του, για τον φωτισμό του, για την ένωση με το θείο ή με την ανώτερη πραγματικότητα ή με την ανώτερη συνείδηση.

Υπάρχει ένας δεύτερος κόσμος πέρα από τον κόσμο. Μια άλλη διάσταση των πραγμάτων, με την οποία το πνεύμα μας μπορεί να έρθει σε άμεση επαφή.

Αυτή, με δυο λόγια εκ του προχείρου, είναι η «Μεταφυσική»

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Το Μυστικό Λεξικό της Απόδρασης

«Βασικό εργαλείο για την διαχείριση της πραγματικότητας, είναι ο χειρισμός των λέξεων. Αν μπορείς να ελέγξεις το νόημα των λέξεων, μπορείς να ελέγξεις και τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις λέξεις» -Φίλιπ Κ. Ντικ

Η Λογο-τεχνία του Escapism.

Πιστεύω ότι πρέπει να αποδράσουμε από την κοινώς επιβαλλόμενη δεδομένη πραγματικότητα της καθημερινότητάς μας.

Η «Καθημερινή Πραγματικότητα», στην οποία είμαστε παγιδευμένοι –και από την οποία κάποιοι από εμάς θέλουν να αποδράσουν– καθορίζεται από την ίδια της την αντίληψη στην συνείδησή μας.

Κατ’ αρχάς, ορίζεται από την ίδια την έννοια του γραμμικού χρόνου: δέσμες χρόνου που διαδέχονται γραμμικά η μία την άλλη, ημέρα μετά την ημέρα, κάθε ημέρα, σε μία «καθημερινότητα».

Αυτή η περίπου αόριστη διαδοχική γραμμική ροή χρόνου, την οποία βιώνει ο καθένας προσωπικά, «καθ-ημερινά», συνδέεται άμεσα με το λεγόμενο «βιολογικό ρολόι» μας.

Πρόκειται για τον «Κιρκαδιακό Ρυθμό».

Ο «Κιρκαδιακός Ρυθμός» στον οργανισμό μας ρυθμίζεται από το «Κωνάριο», την Επίφυση. (Ο Ντεκάρτ έλεγε ότι η Eπίφυση είναι «ο θρόνος της ψυχής». Πρόκειται για το περιβόητο «Τρίτο Μάτι»). Η Επίφυση περιέχει Μελατονίνη, διότι εμφανίζει μία δράση στα μελανινοφόρα κύτταρα, με άμεσο προϊόν την Σεροτονίνη (μια ουσία που έχει ειπωθεί ότι είναι το ένζυμο της «Φώτισης»/Illumination). Σε ποντίκια, όπως έχουν δείξει τα πειράματα, η Μελατονίνη και η Σεροτονίνη εμφανίζουν ημερονύκτιες διακυμάνσεις ακριβώς αντίθετου χαρακτήρα.

Το Κωνάριο ρυθμίζει τον «Κιρκαδιακό Ρυθμό».

Πολλές λειτουργίες του οργανισμού μας, σε επίπεδο κυτταρικό αλλά και γενικότερα, υπακούνε σε έναν 24ωρο ρυθμό. Η λέξη «Κιρκαδιακός» προέρχεται από το λατινικό «Circa Die», που σημαίνει «Περίπου Ημέρα» πρόκειται για τον ρυθμό της «καθ-ημερινότητας», αυτής της περίπου αόριστης διαδοχικής γραμμικής ροής χρόνου σε δέσμες. Επιπλέον, υπάρχει ο «Ουλτραδιακός Ρυθμός» (ο Ultra Die ρυθμός, δηλαδή πάνω από μία ημέρα) – αλλά και ο «Ινφραδιακός Ρυθμός» (o Infra Die ρυθμός, δηλαδή κάτω από μία μέρα).

Αυτά είναι τα λεγόμενα «βιολογικά ρολόγια», όπως για παράδειγμα η εναλλαγή του ύπνου και της εγρήγορσης, ή τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος που μεταβάλλονται κατά την διάρκεια της ημέρας, όλα αυτά και πολλά άλλα, ακολουθούν τον Κιρκαδιακό Ρυθμό, και συντονίζονται με το κοσμικό ρολόι, με τους ρυθμούς του Σύμπαντος –και με την λεγόμενη «Συχνότητα Σούμαν», των ηλεκτρομαγνητικών ταλαντώσεων της άνω ατμόσφαιρας της Γης, 7,2 Hz, αλλά η σκοπιμότητα του ρυθμού αυτού δεν έχει βρεθεί ακόμη. Γνωρίζουμε ότι επίσης επηρεάζεται από τα 2 Hz που στέλνει η Σελήνη, αλλά και από την ηλιακή ακτινοβολία.

Το Κωνάριο (η Επίφυση, το «Τρίτο Μάτι»), είναι αναπτυγμένο στα παιδιά, αλλά υποστρέφεται πριν την εφηβεία και είναι πλέον ατροφικό στους ενήλικες. Κανείς δεν ξέρει τι θα γινόταν αν δεν υποστρεφόταν το Κωνάριο πριν την εφηβεία. Σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει τις προεκτάσεις που έχει στην λειτουργία της αντίληψης ο «Κιρκαδιακός Ρυθμός». Δηλαδή, σχεδόν κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει όταν με κάποιον τρόπο απορρυθμίζεται τελείως αυτός ο ρυθμός.

Η «Πραγματικότητα», είναι μια έννοια που προέρχεται από το «Πράγμα».

Το «Πράγμα» είναι το προϊόν της «Πράξης». (Όπως το «Πνεύμα» είναι το προϊόν της «Πνοής», και το «Φάντασμα» είναι το προϊόν της «Φαντασίας»). Η «Πραγματικότητα» είναι η παρούσα «Κατάσταση των Πραγμάτων». Δηλαδή, η κατάσταση που έχει εδραιωθεί από τα προϊόντα των πράξεων μας, από τα αποτελέσματα των πράξεών μας, από τα «Πράγματα». Η Πραγματικότητα, καθορίζεται από τις πράξεις μας και τα πράγματά τους, μέσω αλυσιδωτών αντιδράσεων που δημιουργούν το δίκτυο της δεδομένης κατάστασης. Αυτή είναι η αληθινή έννοια της «Πρακτικότητας».

Η Πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, η Κατάσταση των Πραγμάτων δεν είναι σταθερή και πάγια (όπως κάποιοι θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε), αλλά υπόκειται σε συνεχή ροή (εξαιτίας των συνεχών αλυσιδωτών αντιδράσεων των πράξεων και των πραγμάτων που επιφέρουν), κι έτσι η Πραγματικότητα δεν είναι πάγια και απόλυτη, αλλά σχετική και δυναμικά ρευστή.

Οι συνεχείς αλυσιδωτές αντιδράσεις των πράξεων και των πραγμάτων τους (που καθορίζουν την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα), με τις διασυνδέσεις και τις αλληλεπιδράσεις τους δημιουργούν ένα δίκτυο. Αυτό το δίκτυο σκιαγραφεί την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα.

Η Πραγματικότητα είναι ένα δίκτυο.
(Ένα Matrix…)

To δίκτυο των πραγμάτων και των διαπλεκόμενων καταστάσεων τους. Βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στην Πραγματικότητα, διότι βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό το Δίκτυο.

Η λέξη «Δίκτυο» σημαίνει δίχτυ, είμαστε «πιασμένοι» σε αυτό το δίχτυ. Είναι ένας «ιστός». Είμαστε παγιδευμένοι σε αυτό τον ιστό της αράχνης, (και, άραγε, ποια είναι αυτή η αράχνη που πλέκει αυτόν τον ιστό, μέσα στα κουκούλια της οποίας είμαστε περιπλεγμένοι και παγιδευμένοι;) Ο Ιστός αυτός είναι Χωροχρονικός. Προδιαγράφεται συνεχώς από την κατάσταση των πραγμάτων, στον χώρο -στον οποίον βρισκόμαστε καθημερινά, περιπλεγμένοι μέσα στον ιστό και στον χρόνο -τον οποίο διανύουμε μέσα στον ιστό. Παρ’ όλο που στον χρόνο βιώνουμε την κατάσταση στον ιστό στην τοπική μας πραγματικότητα, όσον αφορά στον χώρο πρόκειται για έναν παγκόσμιο ιστό. (Αυτός είναι το πραγματικό World Wide Web – www…)

Μέσα στην πραγματικότητα της χρονικής διαδοχής των πλέξεων του ιστού αυτού, βιώνουμε αντιληπτικά την κατάσταση που αποκαλούμε «καθ-ημερινότητα», (και είμαστε βιολογικά ρυθμισμένοι και συντονισμένοι σε αυτήν, Circa Diem). Αυτή είναι η περιβόητη «Ρουτίνα»…

Η λέξη «ρουτίνα» προέρχεται από την γαλλική λέξη «routine», που κυριολεκτικά σημαίνει «πολυσύχναστος δρόμος» (και μεταφορικά χρησιμοποιείται με την σημασία της «πράξης μηχανικά επαναλαμβανόμενης»). Είναι η «συμ-βατική» Λεωφόρος της επιβαλλόμενης συναινετικής πραγματικότητας (και συμ-βατότητας). (Παραπέμπω τον αναγνώστη στην μελέτη της ατάκας του Πυθαγόρα: «Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»).

Στον χώρο: Είναι φανερή, επίσης, η σχέση της λέξης «routine», με την αγγλική λέξη «route» που σημαίνει «διαδρομή» και «χαραγμένος μεγάλος δρόμος».

Στον χρόνο: Επίσης, η ρουτίνα (ως πράξη μηχανικά επαναλαμβανόμενη) είναι ένα «Loop» (μία «λούπα»), ένας «βρόγχος». Πρόκειται για μία κυκλική επανάληψη (Circa Diem) μέσα στην οποία είμαστε παρασυρμένοι, σε τροχιά. Μία δίνη.

Συμβαδίζουμε μαζί με τους άλλους κατάδικους συνανθρώπους μας σε αυτήν την διαδρομή, σε αυτήν τη συμβατική οδό, στη συμβατική πραγματικότητα (όπου όλα συμ-βαίνουν, βαδίζουν μαζί, αυτά είναι τα πραγματικά «συμβάντα»), υπό την συμφωνημένη/επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων: την συναινετική πραγματικότητα. Την κατάσταση των πραγμάτων στην οποία έχουμε συναινέσει ώστε να υφίσταται.

Στον χώρο: Συγχωρούμε. Η αρχική σημασία της λέξης «Συγχωρώ» (Συν-χωρώ –βλέπε και παρα-χωρώ, προ-χωρώ, ανα-χωρώ) είναι: «προχωρώ προς το ίδιο μέρος», «συγκλίνω με κάποιον», «συναντώ». Η αρχαϊκή σημασία της λέξης είναι «συναινώ στις απόψεις κάποιου, συμφωνώ» ή «υποχωρώ, παραδέχομαι, ενδίδω».

Η αρχική σημασία της λέξης «Συγχώρηση», είναι «συναίνεση, παραχώρηση, συγκατάθεση». Ετυμολογικά, το «Συγχωρώ», εννοεί ότι «χωρώ» κάπου (συν) μαζί με κάποιον/κάποιους άλλον/άλλους. Συναινούμε στην συμβατική κατάσταση των πραγμάτων, Συμβαδίζουμε, Συμβαίνουμε (στην routine, στον πολυσύχναστο δρόμο, στην συμβατική διαδρομή/άποψη), (στην Συνδρομή, στην Σύνοδο), συμβιώνουμε στην συναινετική πραγματικότητα. (Και στην Κοινή Λογική, στην Κοινή Γνώμη, στον «Κοινό Κόσμο»). Συγχωρούμε. Αυτό είναι αυτό που συμβαίνει στον κόσμο.

Στον χρόνο: Και είμαστε Σύγχρονοι (συν-χρονοι). Συγχρονισμένοι, συντονισμένοι στον ίδιο χρόνο. Ζούμε στην Σύγχρονη Πραγματικότητα, στην σύγχρονη καθημερινότητα, στην σύγχρονη εποχή. (Η λέξη «εποχή» σημαίνει παρεμπόδιση, διακοπή, ανάσχεση, σταμάτημα –εν προκειμένω, του χρόνου). Αυτός είναι και ο συγχρονισμός (ενίοτε και ο εκσυγχρονισμός), αλλά και η καθημερινή Συγχρονικότητα (όπου όλα, μέσα στην κατάσταση των πραγμάτων, συμπίπτουν απόλυτα –είναι δηλαδή συμπτώσεις, πέφτουν μαζί). Συγχρονούμε.

Ζούμε συμβατικά στην συναινετική πραγματικότητα, στην σύγχρονη καθημερινότητα, στην ρουτίνα, στον «Κοινό Κόσμο», στην εποχή, στην επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων. Περι-ορισμένοι στο δίκτυο της καθημερινής πραγματικότητας…

Πώς μπορούμε να αποδράσουμε από την Καθημερινή Πραγματικότητα;

Καταδυόμενοι στις λέξεις και τις έννοιες που την περιγράφουν και την καθορίζουν, μέσω μιας νέας κατανόησης της κατάστασης, γίνεται πολύ ξεκάθαρο πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό: κάνοντας τα αντίθετα από αυτά που ορίζουν οι ίδιες οι λέξεις που την περιγράφουν

Να πάψουμε να συμβαδίζουμε με τους άλλους, με την αντίληψη των άλλων. Να «μην βαδίζουμε στις λεωφόρους» (Κατά το παράγγελμα του Πυθαγόρα, «Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»…)

Να αποσυνδεθούμε από την Κοινή Γνώμη, και να αποκτήσουμε ίδια γνώμη, ιδιωτική γνώμη. Αυτό επιτυγχάνεται εύκολα αν, για αρχή, αποσύρουμε την αντιληπτική μας εστίαση από όλα τα «μέσα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης».

Να αποσύρουμε την συναίνεση μας, την σιωπηλή συμφωνία μας με την συναινετική πραγματικότητα. Ιδεολογικά.

Να απορυθμίσουμε τον Κιρκαδιακό Ρυθμό, τον ρυθμό της καθ-ημερινότητας, να ρυθμίσουμε αλλιώς τα βιολογικά μας ρολόγια, (αλλά και να αυξήσουμε τα επίπεδα της Εντεροτοξίνη μας). Να λάβουμε άλλες συχνότητες.

Να πάψουμε να είμαστε συντονισμένοι, να διακόψουμε τον υπνωτιστικό Συντονισμό μας με το πλήθος. Να αποσυντονίσουμε τους αυτοματισμούς μας, τις αυτοματικές μας συνήθειες, που είναι ίδιες με όλων των άλλων. Να αποσυντονιστούμε από την «Συχνότητα» (κάτι που γίνεται συχνά, συνεχώς) του Κοινού Κόσμου. Να ενισχύσουμε τον αποσυντονισμό, να εστιαστούμε σε πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.

Να σταματήσουμε την Ρουτίνα, όλες τις καθημερινές μηχανικά επαναλαμβανόμενες πράξεις, να πάψουμε να είμαστε προβλέψιμοι, να κάνουμε πράγματα ασυνήθιστα, απρόβλεπτα, ιδιαίτερα. Να ξεφύγουμε από την Δίνη.

Να πάψουμε να είμαστε Σύγχρονοι. Να μην συγχρονιζόμαστε με την καθημερινή κοινωνία, να αναχρονιστούμε, και να γίνουμε διαχρονικοί. Να εξαιρέσουμε τον εαυτό μας από την Εποχή. (Αυτό, για αρχή, μπορούμε να το επιτύχουμε με ένα κόλπο, με το να απεστιαστούμε από την σύγχρονη εποχή, από την σύγχρονη οπτική των πραγμάτων, καταδυόμενοι στο παρελθόν και στο μέλλον).

Να πρωτοτυπήσουμε, και να πρωτοπορήσουμε. Να διαφύγουμε από τον κεντρικό έλεγχο (από το Main Stream), να γίνουμε φυγόκεντροι, εκκεντρικοί. Να κινηθούμε προς το περι-θώριο των Πραγ-μάτων (Underground), να απο-γειωθούμε (να πάψουμε να είμαστε γειωμένοι) σε μία Περι-πέτεια, στις άκρες των ορίων (Fringe). Να διευρύνουμε έτσι τους ορίζοντές μας.

Να ατενίσουμε την προέκταση της πραγματικότητας, τις προεκτάσεις της κατάστασης των πραγμάτων. Να αντι-ταχθούμε στο Κατεστημένο…

Να μην δίνουμε τόσο μεγάλη σημασία στα Συμβάντα (σε αυτά που συμ-βαίνουν), στα Περι-στατικά. Να μην οριζόμαστε (και περι-οριζόμαστε) από τις Περι-στάσεις.

Να αλλάξουμε Στάση. (Στον χώρο, στον χρόνο, στον νου).

Κι έτσι, όσο μπορούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας: αυτή είναι η λεγόμενη Ανάσταση… Κι επειδή, αλλάξαμε Στάση, (πάψαμε να είμαστε παγιωμένοι, στατικοί, στημένοι, κατεστημένοι), αποκτήσαμε ροή, ρευστότητα, «βγήκαμε από το σώμα μας» (με μία Έκσταση, έξω-στάση), κι έτσι αλλάξαμε τον εαυτό μας (γίναμε High, με ανώτερη πλέον Εποπτεία, με ανωτερότητα, παρατηρώντας εξ άνωθεν) επιτυγχάνοντας έτσι την Ανάσταση, και τελικά επιστρέφοντας πίσω στην Στάση μας (αφού αποκτήσαμε Ανάστημα –το προϊόν της Ανάστασης), ανανεωμένοι και αλλαγμένοι, με αληθινό εαυτό πλέον, καταλήγουμε σε μια Επανάσταση.

Η Επανάσταση αυτή μάς οδηγεί έξω από την δεδομένη επιβαλλόμενη καθημερινή Κατά-σταση των Πραγμάτων, έξω από το δίκτυο, έξω από το Matrix…

Η Πραγματικότητα, η Κατά-σταση των Πραγμάτων, δεν είναι στ’ αλήθεια στατική και πάγια, αλλά παρουσιάζεται ως στατική και πάγια, επειδή η αντίληψη για την Κατά-σταση των Πραγμάτων έχει διαμορφωθεί και εγκαθιδρυθεί από το Κατεστημένο.

Το Κατ-εστημένο (κατά-στημένο και η κατά-σταση) (Establish-ment) είναι αυτό που έχει κατασταθεί, καταστηθεί, στηθεί.

Είναι η Εγκατάσταση (In-stall-ation), κάτι που έχει εγκατασταθεί, ως οργανωμένη κατασκευή μέσα στην κατάσταση, (από το εγκαθιστώ, από το αρχαϊκό εγκαθίστημι, που σημαίνει «τοποθετώ, θέτω, ορίζω»).

Η έννοια της Κατάστασης συνδέθηκε με την έννοια του σταθερού, του αμετάβλητου και του αμετάθετου. Το Εν-καταστημένο –εγκατεστημένο– είναι αυτό που έχει περιέλθει εντός της κατάστασης, που έχει αφομοιωθεί από αυτήν και εξομοιωθεί με αυτήν, σταθερά, είναι αυτό που πλέον ορίζει την κατάσταση ή την καθορίζει.

Το Κατεστημένο είναι το «κατάστημα» (το λεγόμενο και μαγαζί) – έννοια που, ενώ στην αρχική σημασία της σήμαινε την «προσωρινή κατάσταση» και τον «καιρό», πλέον σημαίνει «εμπορικός ή διοικητικός οίκος» (εξ απόδοσης του γαλλικού «etablissement» που αγγλιστί έγινε «establishment» –και γι’ αυτό άλλωστε συνδέεται στενά με το Ίδρυμα, το προϊόν της Ίδρυσης, δηλαδή το ιδρυμένο και εγκαθιδρυμένο, το In-Stitute, ινστιτούτο (εν-στημένο) –σχετικό και με το prostitute, πόρνη αλλά και πρόστυχος, όλα τους συγγενικά με την Προστασία…που σχετίζεται και με τους Επιστάτες και την Επιστασία, το Επιστητό –βλέπε και Επιστήμη, Επιστημονικό.)

Η περιβόητη λέξη Κατεστημένο, προέρχεται από το αρχαϊκό κατεστημένος, από το καθίσταμαι (βλ. καθιστώ), από το ίσταμαι (ίστημι) που σημαίνει «στέκομαι» (αλλά και ορθώνομαι, στήνομαι, και υπερασπίζομαι). Από το «ίσταμαι» (στέκομαι, στήνομαι, ορθώνομαι, τηρώ στάση, καταστέκομαι), προκύπτει ο «Ιστός» (Δίκτυο), το Σύστημα (και η Σύσταση –και η Συνιστώσα), το Κατεστημένο και το Κατάστημα, η Επιστήμη, η Κατάσταση (Καθ-ίσταση), αλλά και η Αντίσταση.

Ας δώσουμε πολύ ιδιαίτερη και λεπτομερή προσοχή στις λέξεις: Το «Κατεστημένο» είναι το Εγκατεστημένο και το Εγκαθιδρυμένο και Διαμορφωμένο, το Σταθερό και Στατικό, το Στημένο και το Επιστητό, η Επιστασία και η Προστασία, το Επισταμένο και το Επιστημονικό, το Εποπτικό και το Επιθετικό (που επιθέτει), το Ορθόστητο και το Ορθό και το Ορθολογιστικό, το Εγκάθετο και το Επιβαλλόμενο, το Συμβατικό και Συναινετικό, το Κριτικό (και η «κρίση» του) και το Επικριτικό και το Υποκριτικό, το Συστημένο και το Συστατικό, το Ίδρυμα και το Ινστιτούτο, το Ιστίο (της σημαίας) η Εστία και το Άστυ, η Παραμονή και η Επιμονή και η Μονή…

Είναι το Ορισμένο και Οριστικό και το Όρος, ο Πύργος και Κάστρο και η Πυραμίδα, το Καρφωμένο και Κλειδωμένο, το Στήριγμα και η Στήριξη και η Υποστήριξη, το Καθ-ιστικό και η «Καθ-ιστικία Τάξη» (εκ του καθ-ίσταμαι) και το Καθεστώς και το Καθισμένο και η Καρέκλα ή ο Θρόνος… Το Κράτος (το κρατούμενο και κραταιό) και οι Κραταιοί και οι Κρατούντες, το Συντηρημένο και Συντηρητικό, το Σύγχρονο και Εποχικό, το Πραγματιστικό (εκ της πραγμάτωσης) και Ρεαλιστικό και Καθημερινό, μα και το Πρόγραμμα και η Επιγραφή, το Καταστατικό και το Παραστατικό, το Προπαρασκευαστικό και το Κατασκευαστικό και το Κατάστημα, το Σύστημα και ο Ιστός. Η αμετάβλητη και επιβαλλόμενη Πρακτική (Τεχνική/Τεχνητή) Εγκατάσταση Επί της Κατάστασης των Πραγμάτων.

Όπως ίσως κατανοεί ο αναγνώστης, όλες οι παραπάνω λέξεις και οι έννοιες αυτές, έχουν συνοχή και μεγάλη σημα-σία, είναι συνεκτικές και πολύ σημαντικές, και γι’ αυτό πολύ εφαρμοσμένες και χρησιμοποιημένες… Συνδέονται μεταξύ τους απόλυτα! Μάλιστα, η συνοχή των παραπάνω λέξεων και εννοιών, συνθετικά, διηγείται όλη την ιστορία του πράγματος –της πραγματικότητας.

Το «Κατεστημένο» ως πολιτικός όρος, χρησιμοποιείται από το 1945, αποδίδοντας το βρετανικό Establishment –βλέπε και Καθεστώς. Άλλωστε, μετά τους δύο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους εγκαθιδρύθηκε –και συντηρείται– η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων στον κόσμο μας.

Ίσταμαι και καθίσταμαι, καταστήνω Καθεστώς, Κατεστημένο.

Αλλά υπάρχει και η Αντίσταση. Αντίσταμαι, ανθίσταμαι, κάνω Αντίσταση στο Καθεστώς (γίνομαι «στασιαστής», «επ-ανα-στάτης»), αντιστέκομαι στο Κατεστημένο, ενάντια στο Σύστημα. Ορθώνω το Ανάστημα μου και Αντίσταμαι στο Κατεστημένο Σύστημα. Κρατώ την στάση μου αντίθετη. Ενάντια στην Συστημένη Κατάσταση των Πραγμάτων. Δεν συναινώ, δεν συν-φωνώ, δεν συμβαδίζω – δεν συμβαίνω, δεν συγχωρώ, δεν συγχρονίζομαι, δεν παρίσταμαι, δεν υπο-στηρίζω, δεν περι-ορίζομαι, υπερ-βαίνω, αποδρώ… Οι λέξεις-κλειδιά της μεθοδολογίας του Κατεστημένου είναι: Κατάσταση, εγκατάσταση, συντήρηση, εποπτεία, έλεγχος, συνοχή, ορισμός, εξομοίωση, ασφάλεια, κατασκευή, ανάπτυξη, δικτύωση.

Η Γνώση είναι δύναμη.

Όποιος έχει την Εποπτεία, έχει την Γνώση, μπορεί να αποκτήσει τον Έλεγχο. Άλλωστε, η ίδια έννοια της λέξης «Εξουσία», υποδεικνύει κάποιον που κατέχει κάτι «εκ της ουσίας», το «ουσιαστικό», και το εφαρμόζει για να επιβάλλει τον έλεγχο και την ηγεσία του.

Το Κατεστημένο χρειάζεται Εποπτεία, Γνώση, Υποστήριξη, Προστασία και Επιστασία. Έχει ανάγκη τους ρόλους του Επόπτη, του Γνώστη, του Υποστηρίγματος, του Προστάτη, και του Επιστάτη. (Ο Επιστάτης είναι κομβικός ρόλος, μπορεί να είναι ο φροντιστής, ο επόπτης, ο υποστηρικτής, ο προστάτης, ο ελεγκτής, και να είναι και γνώστης). Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, αυτοί οι ρόλοι μπορούν να συνοψιστούν στην Επιστήμη.

Η Επιστασία του Κατεστημένου, η Προστασία του Συστήματος, η Φροντίδα της Εγκατάστασης, (η επίσταση, η πρόσταση και η περίσταση της κατάστασης, όλα τα σχετικά με όλα αυτά έχουν να κάνουν με την Στάση, με την Παράσταση και την Συμπαράσταση, είναι η «Επιστήμη».

Η έννοια της Επιστήμης, προκύπτει επίσης από το ίσταμαι, επ-ίσταμαι, Επιστητό (επί του στητού, του στημένου, κατεστημένο, καθεστώς –σύστημα, συστημένο, σύσταση), Επιστήμη, επιστασία. Ο Επιστήμονας είναι ο Επιστάτης, ο επί του Status, ή του στατικού, της στάσης (του Thesis, Θέσις), της Έδρας (Καθεστώς, κάθισμα), της επι-στασίας, της φροντίδας και εποπτείας και της υπο-στήριξης, του Κατεστημένου, του Συστήματος. Γι’ αυτούς τους λόγους, η «Κατεστημένη Επιστήμη», το «Επιστημονικό Κατεστημένο», είναι μια πολύ βαριά φράση και γεμάτη σημασία, κανείς δεν πρέπει να την προσπεράσει πριν την εννοιολογήσει διεξοδικά.

Επιτηδευμένα έχει ταυτιστεί το Επίσταμαι με το Γνωρίζω, δήθεν ετυμολογικά ή εννοιολογικά, μετατρέποντας την «Επιστήμη» σε Γνώση, και τον επιστήμονα σε γνώστη. Όμως, όπως είπαμε, το ίσταμαι, σημαίνει στέκομαι, ορθώνομαι, στήνομαι, υπερασπίζομαι. Από το Κατ-ίσταμαι, Καθίσταμαι, προκύπτει η Κατάσταση, το Κατεστημένο, το Καθεστώς –και από το Συν-ίσταμαι, το Σύστημα, κλπ. (Αν το Επίσταμαι σήμαινε «γνωρίζω», τότε το «ανθίσταμαι» θα σήμαινε αντιστέκομαι στην γνώση, το «παρίσταμαι» θα σήμαινε παραγνωρίζω, το «υφίσταμαι» θα σήμαινε είμαι κάτω από την γνώση, και το «προ-ίσταμαι» θα έκανε τον Προϊστάμενο να είναι κάποιος που βρίσκεται προ της γνώσης, εντολοδόχος της γνώσης ή προφήτης ή κάτι τέτοιο… Δεν σημαίνουν αυτά, βέβαια, αλλά ίσως βλέπετε ότι, κάποιοι, αυτά θα ήθελαν να σημαίνουν.)

Σε καμία περίπτωση το «επίσταμαι», που είναι η ρίζα της λέξης «επιστήμη», δεν σημαίνει «γνωρίζω». (Αναρωτηθείτε, γιατί αυτό που εννοούμε όταν λέμε «επιστήμη», να μην ονομάζεται π.χ. «Γνώση», ή έστω «Επίγνωση», και να ονομάζεται «Επιστήμη»;)

Το Επιστημονικό είναι το Επιστητό, το Status (το «Κύρος», των Κυρίων, των Αρχών, των Αρχ-όντων, των Επισήμων –τα «Επί-σήμα», το Επίσημο, το Σήμα, δηλ. το στημένο σημάδι, η πινακίδα, η επιγραφή, η «ταμπέλα», εξ ου και αρχαία το «Σήμα», ταφόπλακα, «μνήμα», τύμβος, νεκροταφείο), το Επιστατικό, η Επιστασία, το Στέρεο, το Καθιστάμενο και το Επιστάμενο, το Καθιστό και το Επιστητό, το Καθεστώς και η Επιστήμη του.

Η έννοια Επιστήμη από το Επίσταμαι, (που δεν σημαίνει Γνωρίζω), υποδηλώνει κάποιον που στέκεται ή ορθώνεται πάνω σε κάτι. Επίσης, θα μπορούσε (μεταφορικά) να υποδηλώνει κάποιον που σκύβει πάνω από κάτι για να το εποπτεύσει, να το φροντίσει, να το προστατεύσει. Θα μπορούσε και να σημαίνει ακριβώς αυτό που κάνει μία ομπρέλα. Επίσης, το «ίσταμαι» έχει καταλήξει να λαμβάνει την σημασία του «αξιώνομαι» (ορθώνομαι μέσα από την μάζα, «σηκώνω ανάστημα», διακρίνομαι, επι-βάλλομαι, είμαι επι-κεφαλής, είμαι ο ορθόστητος, ο όρθιος, είμαι «ορθός», «σωστός» –π.χ. παραδοσιακά, γι’ αυτό και φορώ το φανταχτερό ψηλό καπέλο του αξιωματικού, του ιερέα, του λόρδου, το ημίψηλο του «Κυρίου», για να ξεχωρίζω, να εξέχω/προεξέχω και έτσι να φαίνομαι υψηλότερος, «ανώτερος»), και έχει καταλήξει το «ίσταμαι» να λαμβάνει επίσης την σημασία του «είμαι ανώτερος».

Είναι ο «αξιωματικός», ο «αφ υψηλού», ο «αιρετός», o «κορυφαίος», o «άρχων», ο «Κύριος» (Lord)…. Το «Επί-ίσταμαι» τονίζει και υπερτονίζει ακριβώς αυτήν την έννοια, επιτηδευμένα, βεβαίως… Ενώ θα μπορούσε το «ίσταμαι» κλπ, να λαμβάνει απλά την σημασία του «αποκτώ αυτόνομη οντότητα», ή του «ορθώνομαι» φυσικά, ή να εννοεί την «στύση», ή τον Homo Erectus.

(Ίσως και εκ παράφρασης του «Στώμεν Καλώς, Στώμεν Μετά Φόβου» –βλ. την Πτώση των Αγγέλων στην Άβυσσο και το πρόσταγμα του Αρχάγγελου που την σταματά– διαβεβαίωση πλέον του «Κατεστημένου», «καταστώμεν καλώς και μετά φόβου», και εν προκειμένω του νέου Επιστημονικού Ιερατείου –ενώ ο κάθε επιστήμων γίνεται αγγελιαφόρος –άγγελος– της ύ-στατης Επιστήμης, για την ανόρθωση του ανθρώπου πάνω από τον θεό, κλπ, κλπ).

Η λέξη Επιστάτης έχει την ίδια ρίζα, όπως και η Επιστασία (π.χ. των παιδιών, ή ενός υποστατικού…) Αν εσύ έχεις υπόσταση, τότε υπάρχει και μία επίσταση, σ’ εσένα από κάποιον άλλον. Αυτή η επίσταση, που έχει την εποπτεία και την φροντίδα και το κάθισμα (το Καθεστώς, την Έδρα, το «στασίδι») είναι η Επιστήμη. Η αξιωματική φρουρά (Praetor) και εποπτεία, ο έλεγχος. Η Επιστήμη. Πρόκειται για την εξ άνωθεν και έξωθεν εποπτεία –την «αντι-κειμενική»– της κατάστασης των πραγμάτων, της Πραγματικότητας.

Για να αποδράσει κανείς από τον «Ιστό», να αποδράσει από την υπάρχουσα επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων, από την καθημερινή πραγματικότητα, από το δίκτυο του συστήματος, από το Κατεστημένο, και από τον «Παντεπόπτη Οφθαλμό» (Panopticum, «Big Brother»), θα πρέπει αναπόφευκτα να αντιδράσει στην Επιστήμη. (αναζήτησε το άρθρο: Πανοπτικό σύστημα)

Ουσιαστικά και φιλοσοφικά υπάρχουν δύο Κόσμοι. Δύο Πραγματικότητες.

1. Ο «Κοινός Κόσμος»

Η Συναινετική Πραγματικότητα (Consensus Reality), ή Συμβατική Πραγματικότητα, ή Κατεστημένη Πραγματικότητα, ή Καθημερινή Πραγματικότητα, ή «Ο Πραγματικός Κόσμος», ή Συγκαταβατικότητα (ή συμφωνημένη πραγματικότητα ή συν-ωμοτική πραγματικότητα –αυτήν που έχουμε «ορκιστεί» μαζί να την τηρούμε), ή Σύμβαση (Συμβάν), ή «Κοινωνία» (από το «Κοινός Νους», δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία νοούμε κοινά, δηλαδή αντιλαμβανόμαστε τα πάντα με τον ίδιο τρόπο, σκεφτόμαστε τα ίδια), ή «Κοινή Γνώμη» (και κοινή γνώση), των «Κοινών Θνητών» (σε αντίθεση με τους «αθάνατους» θεούς, –αλλά και βλέπε πχ το βρετανικό House of Commons, το «Κοινοβούλιο», υπό το House of Lords, την «Βουλή των Λόρδων», των «Κυρίων» – βλέπε τους «Res» –ανθρώπους-«Πράγματα»– της Ρώμης, και το Res-Publicae, το «δημόσιο/δήμο των Πραγμάτων», Republic, υπό την Σύγκλητο/όμοια κλήση, δηλ. την μεταλλαγμένη «Δημο-κρατία» –οι Αμερικανοί το γνωρίζουν αυτό, δεν είναι αντίφαση το Republicans και το Democrats των δύο αντίπαλων μεγάλων κομμάτων τους– βλέπε και το «common sense», ο «κοινός νους», sensus communis.

Π.χ. βλέπε και «Κομμουνισμός», Κοινωνισμός/Σοσιαλισμός, το «Κοινό» –όπως λέμε «το ευρύ κοινό»– στα θεάματα, ο «κοινός λαός» ή απλοϊκός ή «απλός λαός»/simple-minds, οι μη-αριστοκράτες ή μη-ευγενείς, οι αγενείς, raw/rude/peasants, οι «κοινές» γυναίκες/πόρνες/prostitutes/πρόστυχες, αλλά και ο κοινόχρηστος, τα κοινόχρηστα αλλά και τα «χρηστά ήθη», το «Συμβούλιο»/κοινή-βούληση, η Συμφωνία, το αρχαίο «κοινόν αγαθόν», η κοινωνία ως «κοινωφελές ίδρυμα», αλλά και η Κοινοπολιτεία/CommonWealth, η Κοινοπραξία ή Πρακτικότητα… Το κοινός είτε ως απλός και συν-ήθης/όμοιο ήθος και ευ-τελής/εύκολος, είτε ως δημόσιος, σύντροφος, σύμμαχος, σύμβιος, σύνεδρος, συνεργάτης, συνάνθρωπος, επίσης ο στοιχειώδης, element/elementary/parlementary/parliament, η κοινή εργασία ή «συνεργασία», ο «κοινός βίος», το Κοινόβιο, κ.ά. …) … ή Κοινοτοπία (ο «κοινός τόπος»), ή Κοινοτυπία (ο «κοινός τύπος») ή Συμβατότητα (Compatibility)…

….αλλά και ο «Υλισμός», ο «Ρεαλισμός», o «Ορθολογισμός» (όρος που αποδίδει το γερμανικό Rationalismus, κατασκευής 1852, δεν εννοεί την «Oρθοέπεια», τον ορθό χειρισμό του λόγου, αλλά τον ορθό λογισμό, και προϋποθέτει έναν διευθυντή/κριτή που θα διευθύνει/κρίνει την έννοια του ορθού στο κάθε τι, και θα κάνει μία κριτική/κρίση των λογισμών, δηλαδή μία «λογοκρισία», ή των συλλογισμών, δηλαδή ένα «Mind Control» –βλέπε και το Thought Police του έργου του G. Orwell 1984, την «αστυνομία σκέψης» και τα ThoughtCrimes, τα εγκλήματα σκέψης/λογισμών…

Ο «Κόσμος του Επιστητού», η «Συρροή» (Main Stream), ο Κατεστημένος Κόσμος ή το «Κατεστημένο», το «Σύστημα», η Επιστημονικότητα (και κυρίως ο «επιστημονισμός», κατά το ορθότερο, δηλαδή αυτού του είδους η σχολή σκέψης), η Αντικειμενική Πραγματικότητα ή Αντικειμενικότητα, ο εξωτερικός κόσμος ή ο αισθητός κόσμος, ο Φυσικός Κόσμος, ο «Μακρόκοσμος», η εξωτερική πραγματικότητα, η δεδομένη πραγματικότητα (ή δοτή πραγματικότητα ή κοινή δοξασία ή Δόγμα, «δογματισμός»), η κοινή πραγματικότητα, η «Κοινωνία», η κοινωνική πραγματικότητα. …Ο «Κοινός Κόσμος».

2. Ο «Ίδιος Κόσμος»

Η Προσωπικότητα σε αντίθεση με την Πραγματικότητα, ή «προσωπική πραγματικότητα» ή Ατομική Πραγματικότητα (Individual Reality), ή Υποκειμενική Πραγματικότητα (που εστιάζεται στο «υποκείμενο», στον άνθρωπο, όχι στο «αντικείμενο», στο «πράγμα»), ή Ιδιωτικός Κόσμος (τα «ιδιωτικά σύμπαντα», «κάθε άνθρωπος είναι ένα σύμπαν από μόνος του»), ή Ιδιωτικότητα (Idiocy ή Privacy ή Private Reality ή Private Universe), ο Ιδιαίτερος Κόσμος (σε αντίθεση με τον Έταιρο Κόσμο), ή Ιδιαιτερότητα (σε αντίθεση με την εταιρότητα και την εταιρεία), ή Ιδεατός Κόσμος, ή «Κόσμος των Ιδεών», ή Πνευματικότητα, ή Πνευματική Πραγματικότητα, ή Πνευματικός Κόσμος, ή Ψυχικός Κόσμος, ή «Ψυχολογική Πραγματικότητα», ή Συνειδησιακή Πραγματικότητα ή Συνειδητός Κόσμος, ή Εσωτερικός Κόσμος, ή Εσωτερικότητα (βλέπε και τον αυθεντικό «εσωτερισμό»), ή «Φαντασία» ή «Το Φανταστικό», ή Κόσμος του Φανταστικού (ενίοτε και Ονειρικός Κόσμος ή Κόσμος των Ονείρων),

Η Ουτοπία (ο «ού-τόπος», ο τόπος που δεν υπάρχει εδώ –πλέον και το Cyberspace ή και Virtual Reality), ή Παραινετική Πραγματικότητα, ή Εναλλακτική Πραγματικότητα (Alternative Realities), ή Υπερβατικότητα, ή Υπερβατικός Κόσμος (δεν συμβαίνω, δεν συμβαδίζω, αλλά υπερβαίνω, προπορεύομαι της κοινής πορείας, πρωτοπορώ, σε ανώτερη πορεία, βαδίζω άνωθεν, Υπέρβαση, εις τους αιθέρες, «αιθερο-βάμων», Skywalker), ή Μεταφυσικός Κόσμος (ο όρος Μεταφυσικό εδώ χρησιμοποιείται όπως π.χ. το Μεταμοντέρνο, Postmodern: Postphysical, για να ορίσει το πεδίο της προέκτασης του φυσικού, που στην ουσία είναι το διανοητικό/πνευματικό πεδίο, εφόσον για το πεδίο του φυσικού υπάρχει κοινή εμπειρία αλλά για το πεδίο του μεταφυσικού υπάρχει προσωπική εμπειρία,

…δηλαδή η Μεταφυσική Πραγματικότητα εδώ είναι η προέκταση της κατάστασης των πραγμάτων στο πνευματικό πεδίο, το οποίο αποτελεί μια προέκταση της φύσης, που εκδηλώνεται με τον κάθε ένα από εμάς ξεχωριστά – εφόσον η Φύση και η «φυσική» της και ο αισθητός κόσμος για τον άνθρωπο δια των αισθήσεων είναι η «είδηση» –από το «οίδα», ξέρω, γνωρίζω, και κατανοώ, και η είδηση σημαίνει γνώρισμα, γνώση, πληροφορία, μήνυμα– που μπορεί να νοηθεί ως μία εκπομπή, την λήψη της οποίας κάνει το πνεύμα, και η είδηση προεκτείνεται/αυξάνεται δια της επεξεργασίας και των διασυνδέσεων και των νοημάτων και των εννοιών, και έτσι τελικά έχουμε την Συνείδηση, συν-είδηση. Και αυτό το «κάτι παραπάνω από την είδηση» που τελικά παρακολουθούμε με τον νου μας, με την παρέμβαση του πνεύματος, δεν είναι ο φυσικός κόσμος αλλά ο μεταφυσικός κόσμος, εν προκειμένω ο κόσμος των ιδεών…

–μια «ερμηνευτική» εσωτερική πραγματικότητα, μια εσωτερική/πνευματική κατάσταση των «πραγμάτων», εμπνευσμένη ή επηρεασμένη από την είδηση της εξωτερικής πραγματικότητας η οποία δεν θα υπήρχε για εμάς αν δεν την «συνειδητοποιούσαμε»: είδηση-συνείδηση-συνειδητο-ποιώ, δημιουργώ συνειδητότητα, δηλαδή σε μεγάλο βαθμό δημιουργώ την είδηση ο ίδιος ανάλογα με αυτό που ήδη είμαι και γνωρίζω –δεν «βλέπω» αληθινά τον ήλιο ως είδηση, αλλά έχω την συνείδηση του ήλιου, γνωρίζω μόνο την εμπειρία μου από τον ήλιο, ο ήλιος αυτός υφίσταται μεταφυσικά, σε μια εσωτερική ιδιαίτερη πραγματικότητα μου, στον κόσμο της συνείδησης… Tο πνεύμα βλέπει τον εαυτό του ως κόσμο, Είδωλο –και αυτό υποδεικνύει ότι το «αντικειμενικό» είναι ακόμη μία Επινόηση, εφόσον μόνο το «υποκειμενικό» μπορεί να υφίσταται και να αναγνωρίζεται από το υποκείμενο.

…αλλά και ο «Ιδεαλισμός», η Ιδιονία (σε αντίθεση με την «κοινωνία», εξ ου και η «διάνοια», όχι ο κοινός νους αλλά ο ίδιος νους), ο Υπερ-ρεαλισμός (Σουρεαλισμός, Surrealism) … το «Παράδοξο» (σε αντίθεση με την Κοινή Δόξα / Δοξασία / Doctrine / Δόγμα, μία εναλλακτική δοξασία, παράπλευρη, ένα σύνολο διαφορετικών πεποιθήσεων και διδασκαλιών από τις κοινές πεποιθήσεις και δόγματα, ένα Αντι-δόγμα, ένα Secret Doctrine, όχι η διδασκαλία/Ιστορία των κοινών ιδεών, αλλά μία Μυστική Ιστορία των Ιδεών),

ο Αντιλογισμός (όχι απαραίτητα ο αντίλογος, αλλά ο αντί του λογισμού ή του λογισμικού, του υπο-λογιστικού προγράμματος), ο «Μικρόκοσμος», ο Μαγικός Κόσμος (και μαγικός ρεαλισμός), το Underground (υπόγειο, «περιθώριο», Fringe, σε αντίθεση με το Main Stream, την Συρροή του «επιφανειακού» –όπου το κινούμενο πλήθος εννοείται ως κύριο «ρεύμα ποταμού»– ο «υποθάλπτων» κόσμος, «ενάντια στο ρεύμα» ή New Wave, η πραγματικότητα της Αντίστασης, ο Kόσμος του Εναλλακτικού, Alternative, μία Εναλλακτική Πραγματικότητα, Alternative Reality).

Το «Individual» ή Individual Reality, (το «άτομο», όχι τομή, αυτό που δεν τομείται, το άτμητο, το αδιαίρετο, εν προκειμένω ο κάθε άνθρωπος ως ξεχωριστό πρόσωπο, σημασιολογικά από το γαλλικό Individu, –το «φυσικό πρόσωπο», σε αντίθεση με την κοινωνία/«ανθρωπότητα» και το κοινωνικό ή νομικό πρόσωπο– ο ατομικός/προσωπικός κόσμος, ο Άτομος –συγγενικό σημειολογικά με το Ατόφιος, Ατόφυος, δηλ. Αυτοφυής, αυτός που φύεται/φυτρώνει από μόνος του, «Ανεξάρτητος»… όπου το Ατόφιος λανθασμένα/επιτηδευμένα έχει ταυτιστεί με το Αυθεντικός/Γνήσιος, δηλ. «έγκυρος», με το «κύρος» του Κυρίου: Αυθεντικός είναι αυτός που ανήκει στον Αφέντη/Αυθέντη, στον Κύριο, δηλαδή ο Δούλος, και η έννοια του Ατόφυος/Αυτοφυής συνδέθηκε με την γεωργία, εν προκειμένω την ανεξάρτητη γεωργία εκτός Φέουδων, αλλά οι Φεουδάρχες αναγνώριζαν ως γνήσιο προϊόν –«αυθεντικό» του Αφέντη– μόνο την δική τους καλλιέργεια, την κατευθυνόμενη από αυτούς και υπό την προστασία/επιστασία τους, κι έτσι παράλλαξαν την γεωργική έννοια του ανεξάρτητου ταυτίζοντάς την με την γνησιότητα και την έγκριση του Αφέντη– κι έπειτα, κατά τον Διαφωτισμό, χρησιμοποιήθηκαν γεωργικές μεταφορές για την Παιδεία, και γι’ αυτό μέχρι σήμερα μιλάμε για τους «καλλιεργημένους» ανθρώπους, την καλλιέργεια, κλπ, που έτσι κι αλλιώς υποδηλώνει το «καλό έργο», το οποίο όμως για να είναι καλό πρέπει να είναι υπό έλεγχο και γνήσιο και υπό τον διδάσκαλο/αυθέντη/αφέντη –και προκύπτει και η νέα έννοια της «Αυθεντίας»– και όχι «Αυτοφυές», Ατόφιο, Άτομο, Individual, κλπ.

Ο Σωκράτης, (σ. t.p. ο Ηράκλειτος, πρώτος) που στο πολύ μακρινό παρελθόν τα είχε συνυπολογίσει όλα αυτά φιλοσοφικώς, εισήγαγε την έννοια της αυτοδιδασκαλίας, της «αυτοφυούς καλλιέργειας» θα λέγαμε, και δήλωνε «είμαι Αυτοδίδακτος», φτιάχνοντας μια νέα δική του λέξη/έννοια, δηλαδή κανείς δεν με δίδαξε αλλά εγώ δίδαξα τον εαυτό μου, δηλαδή «δεν έχω Αυθέντη, είμαι από μόνος μου Αυθεντία», δηλαδή «δεν ακολουθώ κάποιο Δόγμα, έχω δικές μου δοξασίες/διδασκαλίες», είμαι Ατόφιος, Αυτοφυής, δεν έχω ανάγκη έγκρισης/κύρους γνησιότητας –εισάγοντας έτσι την καλλιέργεια ως εργασία στον/με τον εαυτό, την λεγόμενη και Αυτογνωσία… Και έτσι, ο Σωκράτης –που εκτελέστηκε για τέτοιες απόψεις, κατηγορούμενος ότι εισάγει «καινά δαιμόνια» ή ότι ισχυρίζεται ότι έχει δικό του προσωπικό δαιμόνιο το οποίο ακολουθεί– υπήρξε ο εισηγητής του Individuality, του Individualism, του Ατομισμού, της διανοητικής Ανεξαρτησίας του Ατόμου).

Η Εξαιρετική Πραγματικότητα (δια της εξαιρέσεως, εκ της αιρέσεως), το Εκκεντρικό (εκείνο που εξαιρεί τον εαυτό του από το κέντρο, από το επίκεντρο του κόσμου, που διαφεύγει του κέντρου, το «φυγόκεντρο» –στην Αστρονομία, το Εκκεντρικός/Έκκεντρος χρησιμοποιείται για ουράνια σώματα με αποκλίνουσα ή ελλειπτική τροχιά– η Εκκεντρική Σκέψη σημαίνει την Αποκλίνουσα Σκέψη, σε αντίθεση με την Συγκλίνουσα/Σύγκλητο Σκέψη, που συγκλίνει με τη σκέψη των πολλών, της «κοινωνίας» που νοεί κοινά, δηλαδή την Σύσκεψη.

Κι έτσι ο εκκεντρικός διανοητής είναι αυτός που δεν μετέχει σε συσκέψεις, συμβούλια, συγκλήτους/εκ-κλησ-ίες, συνέδρια, συλλογισμούς, και γενικά είναι έκκεντρος, δηλαδή δεν συμμετέχει στα Κέντρα των Αποφάσεων ούτε τα ακολουθεί –είναι αποκεντρωμένος και Άκυρος, δηλαδή δεν έχει «κύρος», δεν έχει Κύριο, Αυθέντη, δεν είναι «έγκυρος» ή «έγκριτος», δεν έχει έγκριση, δεν εγκρίθηκε από το Κυρίαρχο– και γενικά απέχει του εστιακού κέντρου της κατεστημένης πραγματικότητας, δηλαδή απέχει του Κατεστημένου, αποκλίνει από το Σύστημα, αλλά και από τις Συνήθειες, τα Συνήθη, δηλαδή τα κοινά ήθη, δηλαδή είναι Ασυνήθιστος, διακρίνεται από δικό του ήθος, ίδιον ήθος, είναι αυτοήθης, κατά το αυτοδίδακτος ή αυτοφυής πάλι, μη αποδεκτός κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις, Απαράδεκτος, εκτός Παράδοσης, έξω από την δεδομένη πραγματικότητα, Εξωπραγματικός, Εξωτικός. …Ο «Ίδιος Κόσμος».

Λοιπόν, ουσιαστικά και φιλοσοφικά υπάρχουν αυτοί οι δύο Κόσμοι, αυτές οι Δύο Πραγματικότητες, ο «Κοινός Κόσμος» και ο «Ίδιος Κόσμος».

Αυτοί οι δύο κόσμοι δεν βρίσκονται απλά και μόνο σε αλληλεπίδραση ή αλληλεπιρροή, ή σε διάφορους συσχετισμούς και διαδραστικότητα (Interactivity), ή σε συνύπαρξη ή περιχώρηση ή συμμετρία, αλλά βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση και σε αντιπαράθεση. Οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε Πόλεμο.

Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί ότι οι δύο αυτοί κόσμοι, οι δύο αυτές πραγματικότητες, δεν προκύπτουν στ’ αλήθεια από τον διαχωρισμό (ή την σύμπραξη, κατά κάποιους) σώματος/ψυχής ή ύλης/πνεύματος, ή εξωτερικής/εσωτερικής πραγματικότητας, ή φυσικού κόσμου/νοητικού κόσμου, ή οντολογίας/δεοντολογίας, ή φυσικού/μεταφυσικού, κ.ο.κ., διότι όλα τους αυτά είναι διαπιστώσεις που στην ουσία γίνονται εντός των πλαισίων του δεύτερου κόσμου (του «Ίδιου Κόσμου») στην προσπάθεια να εντοπιστεί η εξωτερική πίεση που ο ίδιος δέχεται ή η αντιπαράθεση ή και οι αιτίες της σύγκρουσης.

Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι, το δεύτερο συνθετικό των παραπάνω «ζευγών» ή «πλευρών», δεν είναι αποδεκτό από τον πρώτο κόσμο, τον «Κοινό Κόσμο», που θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό, ενώ το κάθε πρώτο συνθετικό από αυτά, είναι κατά κάποιον τρόπο αποδεκτό από τον δεύτερο κόσμο, τον «Ίδιο Κόσμο»…

Αν κρίνουμε από την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων, ο πρώτος κόσμος (ο «Κοινός Κόσμος») έχει επιβληθεί με τρόπους αδιαμφισβήτητους επί του δεύτερου κόσμου (του «Ίδιου Κόσμου»), δηλαδή φαίνεται ότι είναι ο νικητής της αντιπαράθεσης, και καθορίζει σχεδόν απόλυτα τους κανόνες της κατάστασης των πραγμάτων (αλλά ακόμη και τις έννοιές τους). Και ο δεύτερος κόσμος συνεχίζει τον πόλεμο υπό την μορφή Αντίστασης (μέσα στην Κατοχή), ενώ φυσικά η ιδεολογική αντιπαλότητα παραμένει…

Έτσι, η Καθημερινή Πραγματικότητα (παρ’ όλο που ενοικείται από τους ξενιστές/φορείς του δεύτερου κόσμου) καθορίζεται από τον πρώτο κόσμο. Η καθημερινή πραγματικότητα είναι η ίδια η πρώτη πραγματικότητα, δηλαδή είναι πλέον ταυτισμένη με την πραγματικότητα του πρώτου κόσμου.

Η Απόδραση από την Καθημερινή Πραγματικότητα, είναι, στην ουσία, δραστηριότητα (ή στόχος, ελπίδα) του δεύτερου κόσμου. Ο «Ίδιος Κόσμος» θέλει να αποδράσει από τον «Κοινό Κόσμο» και τις επιβολές του και την τυραννία του. (Εφόσον δεν μπορεί εύκολα να αντιστρέψει το αποτέλεσμα του πολέμου, άρα δηλαδή θέλει να δραπετεύσει από το στρατόπεδο Συγκέντρωσης –με τρόπους εκκεντρικούς, με σκοπούς εξωτικούς).

Στην κατάσταση που περιγράφηκε, ο γενικευτικός και απλουστευτικός διαχωρισμός «Πραγματικού»/«Μη-Πραγματικού», ας το πούμε έτσι, δεν υφίσταται. Πρόκειται για επιτηδευμένη λεπτομερή «σοφιστεία», ένα σόφισμα/ξεγέλασμα, των φορέων της ιδεολογίας του πρώτου κόσμου. Διότι, τελικά, περί αυτού πρόκειται (όσον αφορά τον κόσμο μας, και όχι απλά το πνεύμα μας), κατά βάθος πρόκειται περί δύο Ιδεολογιών. Στην ουσία μιλάμε για δύο ιδεολογίες, αντικρουόμενες ή συγκρουόμενες διαχρονικά, που θα μπορούσε κανείς –εξίσου γενικευτικά και απλουστευτικά– να τις ορίσει ως τον Υλισμό και τον Ιδεαλισμό. Ο Υλισμός έχει δώσει βάση στον «Κοινό Κόσμο», και ο Ιδεαλισμός έχει δώσει βάση στον «Ίδιο Κόσμο», ή τους έχουν αντίστοιχα επινοήσει, ιδεο-λογικά.

Το μεγάλο πρόβλημα στην κατανόηση αυτών των δύο «ρευμάτων», είναι ότι το καθένα δεν περιγράφει απλά και μόνο τον εαυτό του, αλλά περιγράφει και το άλλο. Και, όπως ίσως καταλαβαίνετε, η περιγραφή που το καθένα κάνει για το άλλο, είναι είτε επιτηδευμένη και διαστρεβλωμένη επίτηδες, είτε συγχυσμένη με τις ίδιες τις ιδέες του καθενός που επηρεάζουν καθοριστικότατα την περιγραφή του άλλου (ή ακόμη και την απόλυτη μη-αποδοχή του). Δηλαδή, οι ιδέες του καθενός υπάρχουν και μέσα στην περιγραφή του άλλου, από το καθένα… Οπότε, αναπόφευκτα και όπως πάλι ίσως καταλαβαίνετε, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, κατά την κατανόηση αυτών των δύο «ρευμάτων», όταν προσεγγίζουμε την όλη κατάσταση για να αντλήσουμε αρχική πληροφόρηση ή σημασιολογία και εννοιολογία (Λογοτεχνία, στην ουσία) και άρα πρώτη «διάγνωση» (δια της γνώσης), έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ποια περιγραφή θα παρακολουθήσουμε για το Άλλο…

Για παράδειγμα: Άραγε, κατά την πρώτη κατανόησή μας (διάγνωση) θα παρακολουθήσουμε την περιγραφή που κάνει ο «Κοινός Κόσμος» για τον «Ίδιο Κόσμο»; …Αν ναι, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο «Κοινός Κόσμος» θα μας συμπαρασύρει ιδεολογικά, δηλαδή θα μας συμπαρασύρει στην ίδια την δική του αντίληψη για την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα. Στην ουσία, μία ιδεολογία θα μας περιγράψει με τον δικό της ιδεολογικό τρόπο την κατάσταση, θα μας μεταφυτεύσει τις δικές της ιδέες –βεβαίως, πάντοτε μέσα σε μία πολεμική αντιπαράθεση των ιδεών. (Δείτε το έτσι, εδώ στο παράδειγμα: στην ουσία, εκ της ουσίας, η εξουσία, θα μας οδηγήσει στην ίδια την αμφισβήτηση του εαυτού μας.)

Πώς περιγράφουν οι κοινές αντιλήψεις τις ιδιαίτερες αντιλήψεις;

Πώς περιγράφουν οι ιδιαίτερες αντιλήψεις τις κοινές αντιλήψεις;

Πώς περιγράφει το Κατε-στημένο την Αντί-σταση σε αυτό; Πώς περιγράφει η Αντίσταση το Κατεστημένο; (Και από πού προέρχεται η πληροφόρηση/ενημέρωσή σου –αλλά και η έμπνευσή σου– που καθορίζει την διάγνωσή σου και την γνώση σου;) Πώς περιγράφει ο «Κοινός Κόσμος» τον «Ίδιο Κόσμο» (αν τον αποδέχεται καν ως ξεχωριστή οντότητα); Και πώς περιγράφει ο «Ίδιος Κόσμος» τον «Κοινό Κόσμο»; Πώς περιγράφει η Ιδιότητα την Κοινότητα; Και πώς περιγράφει και κατανοεί/χρησιμοποιεί η Κοινότητα την Ιδιότητα;

Γνωρίζω πως ο αναγνώστης θα σκεφτεί την ίδια την σχετικότητα ή την υποκειμενικότητα που διέπει τα παραπάνω ερωτήματα και τις απαντήσεις τους. Θα πρέπει, όμως, ο αναγνώστης να αναλογιστεί ότι, η «υποκειμενικότητα» (σε αυτά τα σημαντικά ερωτήματα) που σκέφτεται αυτήν την στιγμή, η οποία καθοδηγεί το σκεπτικό του, είναι επινόηση ή συμπέρασμα ή ιδεολογικό εύρημα του ιδεολογικού ρεύματος που υποστηρίζει το «υποκειμενικό» έναντι τού (επιβεβλημένου, επινοημένου) «αντικειμενικού» –δηλαδή είναι ευρηματικό επιχείρημα του «Ίδιου Κόσμου».

Ποια είναι, λοιπόν, η αντικειμενική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα περί περιγραφής και διάγνωσης; Σκεφτείτε το όσο θέλετε: δεν υφίσταται. Και οι δύο περιγραφές (για την διάγνωσή σας) θα είναι «υποκειμενικές», ή, αν προτιμάτε, προκατειλημμένες, προ-ιδεασμένες, «ιδεοληπτικές», ιδεο-λογικές.

Το πρόβλημα, βέβαια, όπως είπα, είναι ότι αυτή η «υποκειμενικότητα» που διαπιστώνετε, δεν ανήκει στην λογοτεχνία της πρώτης περιγραφής, αλλά ανήκει στην λογοτεχνία της δεύτερης, (αλλά και προέρχεται πρωτότυπα από αυτήν). Αυτήν την υποκειμενικότητα δεν την προσμετρά στην περιγραφή της η περιγραφή του «Κοινού Κόσμου» για τον εαυτό του ή για τον «Ίδιο Κόσμο», ενώ αντίθετα την υπερτονίζει στην περιγραφή της του «Κοινού Κόσμου» ο «Ίδιος Κόσμος», (επίσης αυτήν την υποκειμενικότητα την συμπεριλαμβάνει στην περιγραφή του εαυτού του, σε αντίθεση με την άλλη παράταξη που δεν την συμπεριλαμβάνει στην περιγραφή του εαυτού της).

Εδώ τώρα, έτσι, ίσως μόλις έχετε ήδη κάνει μία αληθινή διαπίστωση –με πάρα πολλές προεκτάσεις– που προέρχεται από ένα ιδεολογικό ρεύμα, που, στην διανόηση του, φαίνεται ότι αναζητά στ’ αλήθεια την Αλήθεια…

Τέλος πάντων, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ο «Ίδιος Κόσμος» (το Individual, το Άτομο, η Ιδιαιτερότητα) ζει δυστυχισμένα μέσα στον επιβαλλόμενο «Κοινό Κόσμο» (την Συναινετική Πραγματικότητα, Consensus Reality) του Επιστητού και του Κατεστημένου. Δυστυχεί και υποφέρει μέσα στην Καθημερινή Πραγματικότητα, γι’ αυτό και θέλει να αποδράσει από αυτήν…

Σ’ αυτό το σημείο, θυμάμαι κάτι που έγραψε ο Φίλιπ Κ. Ντικ:

«Σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η σκιά της δυστυχίας ή το καθρέφτισμά της: το γεγονός ότι δεν υποφέρεις απλά, αλλά πρέπει να σκέφτεσαι το γεγονός ότι υποφέρεις. Δεν ζω απλά κάθε ατέλειωτη μέρα μέσα στην θλίψη, αλλά ζω κάθε μέρα σκεπτόμενος ότι ζω κάθε μέρα στην θλίψη… Σκέφτομαι ότι ίσως να μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό, κι έτσι να αποφύγουμε ένα σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας.»

Σημαντικό κομμάτι της ισχύος και της μεγάλης επιρροής του «Κοινού Κόσμου» στο Άτομο, είναι η αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας.

Την ισχύ του «Κοινού Κόσμου», της ισχύουσας πραγματικότητας, την αντανακλούν τα δέσμια από αυτήν άτομα μεταξύ τους, την αντανακλά το ένα άτομο πάνω στο άλλο. Και, με αυτόν τον τρόπο, την Επιβεβαιώνει. Δεν Βεβαιώνεται απλώς το άτομο για αυτήν, αλλά αυτή Επι-βεβαιώνεται από τους άλλους –εγκαθιδρύοντας έτσι την ισχύ της. Η ίδια η πραγματικότητα παρουσιάζεται να επιβεβαιώνει τον εαυτό της κατ’ αυτόν τον τρόπο –δηλ. τελικά να επαληθεύεται και να πραγματο-ποιείται. Δια της αντανάκλασης.

Αυτή η αντανάκλαση, αυτή η συνεχής επιβεβαίωση, που επιστρέφει στον εαυτό της σαν «ουροβόρος όφις» και συνεχώς τον επι-βεβαιώνει, καθιστά αντιληπτικά και ουσιαστικά την ισχύουσα πραγματικότητα ως ανυπέρβλητη, ως αδιέξοδη, ή ως ρουτίνα, ως αντιληπτικό Loop, ως «φαύλο κύκλο».

Υπάρχει ένα κόλπο που εφαρμόζουν οι δραπέτες, σε σχέση με όλο αυτό: Το άτομο, με την απομόνωση, διαφεύγει από την αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας, δηλαδή με το να μην συγχρωτίζεται με το πλήθος, με το να μην έχει επαφές, ανακόπτει στην ουσία αυτήν την αντανακλαστικότητα της ισχύουσας πραγματικότητας, παύει αυτή να επιβεβαιώνεται από τους άλλους και: κανονικότατα χάνει την ισχύ της!… Αυτός είναι ο κύριος (μυστικός) λόγος για τον οποίο κάποιοι που θέλουν να ξεφύγουν από τον κόσμο και από το Σύστημά του, γίνονται «ερημίτες», δηλαδή πηγαίνουν στην «έρημο» όπου καμία αντανάκλαση δεν υπάρχει, καμία επιβεβαίωση, είναι μακριά από τους πολλούς ανθρώπους, κι έτσι η πραγματικότητα παύει να έχει ισχύ, ο «Κοινός Κόσμος» καταρρέει, κι έτσι διανοίγεται εμπρός τους το εσωτερικό σύμπαν…

Γι’ αυτό και αποκαλούνται «αναχωρητές», διότι έχουν αναχωρήσει από τον κοινό κόσμο, έχουν αποδράσει, έχουν διαφύγει ακριβώς από αυτήν την αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας και από το πεδίο επιρροής της και ισχύος της.

Εδώ εισάγεται πλέον η εικόνα ενός ατόμου που δεν συντονίζεται στον Ρυθμό (ή στον Παλμό της Εποχής, ή στην Συχνότητα) της ισχύουσας πραγματικότητας, αλλά είναι Ιδιόρρυθμο, έχει δικό του ρυθμό, ξεχωριστό ρυθμό, Ιδιορρυθμία. Είναι το Ιδιόρρυθμο Άτομο. Ο Ιδιότροπος (που έχει δικό του τρόπο). Ο Εκκεντρικός. (Όλα αυτά, με την αληθινή τους έννοια, όχι την κοινώς αποδιδόμενη.)

Αυτή η αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας, διαφαίνεται ότι δεν είναι απλά αντιληπτική ή συνειδησιακή, αλλά είναι και κατά κάποιον τρόπο ενεργειακή. Είναι σαν να υπάρχει ένα ενεργειακό πεδίο, ένα κανονικό πεδίο επιρροής, μέσα στο οποίο ο καθένας λειτουργεί ως ενισχυτής, ένα δίκτυο που αντανακλάται από τον καθένα στον καθένα που το συστήνει ως κατάσταση και του οποίου ο ίδιος αποτελεί τερματικόν αυτή άλλωστε ίσως είναι και η λεγόμενη συμβατότητα της συμβατικής πραγματικότητας του Consensus, του Matrix, ή ένα μορφογενετικό πεδίο.

Μέσα από όλα αυτά, ίσως φαίνεται ξεκάθαρα να ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του Escapism, ενός «Αποδρατισμού»… Ένα κάλεσμα για Απόδραση από την Καθημερινή Πραγματικότητα, που περιέχεται στις ίδιες τις έννοιες που σκιαγραφούν την εννοιολογική τοπογραφία της δεδομένης κατάστασης των πραγμάτων, των προεκτάσεων της, και των αντιδράσεων που η ίδια δημιουργεί στο ίδιο το πνεύμα των εννοιών που καλείται να διαχειριστεί ο καθένας μας, που καθορίζουν τις αντιλήψεις μας, τις περιγραφές μας, την συνειδητότητά μας, τις ιδέες μας και την ιδεο-λογία μας, τις αναζητήσεις μας και τους προβληματισμούς μας επί της πραγματικότητας, μα και των διεξόδων πέρα από τα επιβαλλόμενα όρια της. (Πρόκειται για την πλήρη λεπτομερή περιγραφή του Matrix και της Αντίστασης σε αυτό.) Και όλα αυτά, είναι τα πρωταρχικά συνθετικά μιας Λογο-τεχνίας του Escapism.

Η αισθητική που χαρακτηρίζει τις μεγαλύτερες εμπνεύσεις αυτού του Escapism, αυτού του «αποδρατισμού» ή της Φιλοσοφίας –ή της Τέχνης της Απόδρασης, είναι η αισθητική του Εξωτισμού (Exotism).

Η αισθητική που εκπέμπει οτιδήποτε βρίσκεται Έξω από τα πλαίσια της δεδομένης καθημερινής ή κατεστημένης πραγματικότητας, Έξω από τα πλαίσια της επιβαλλόμενης περιοριστικής συναινετικής πραγματικότητας του «Κοινού Κόσμου», με τις προεκτάσεις πιθανών νέων εναλλακτικών πραγματικοτήτων και των εμπνεύσεων περί αυτών, σκιαγραφεί ή και χαρτογραφεί αυτόν τον Εξωτισμό.

Το Εξωτικό, είναι αυτό που στέκει Έξω από τον κόσμο όπως τον έχουμε συνηθίσει, έξω από την οικεία μας καθημερινή τοπική –στον χώρο και στον χρόνο– πραγματικότητα, ή που εισβάλλει σε αυτήν από Έξω, ή ασκεί μέσα σε αυτήν επιρροές που προέρχονται από Έξω. (Έχει ενδιαφέρον, επίσης, ότι, στην Αγγλική γλώσσα, το ιδιαίτερο και ιδιότροπο και ιδιόρρυθμο κι εκκεντρικό ασυνήθιστο άτομο, που, κατά την δράση του, εξαιρεί τον εαυτό του –ή εξαιρείται– από την κεντρική πραγματικότητα και από το Κατεστημένο, αποκαλείται: Outsider. Ο Εξώτερος. Ένας Εξωτικός ή Εξωτεριστής.

Ακόμη και τα λεγόμενα «Ξωτικά», εκείνα τα όντα ενός παράλληλου κόσμου με τον δικό μας –ή οι Aliens/Ξένοι– είναι τα Εξωτικά, αυτά που έρχονται από «έξω από ‘δω», και ο κόσμος προέλευσης τους είναι ο Εξωτικός Κόσμος. Μέσα από τον «Κοινό Κόσμο», η πρόσβαση στον Εξωτικό Κόσμο είναι απαγορευμένη, και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη ή ως Παραίσθηση –κάτι που έτσι κι αλλιώς εννοεί μία αίσθηση δίπλα στις νόμιμες αισθήσεις, παρανόμως και παρα-δόξως, δηλαδή ας πούμε μία «έκτη αίσθηση»…)

Και η Λογο-τεχνία περί όλων αυτών, κατηγορείται ως Παραλογοτεχνία –μόνο που δεν θα έπρεπε να την χαρακτηρίζουν ως Παρα-Λογοτεχνία, αλλά ως Παραλογο-τεχνία, διότι ενώ αληθινά βρίσκεται παραδίπλα από την στενή «ορθή» κατεστημένη λογική τους και την μέτρια ρεαλιστική τέχνη τους, ως Λογο-τεχνία, κινούμενη σε μια εναλλακτική ροή της Ιστορίας των Ιδεών (της Μυστικής Ιστορίας των Ιδεών, εξαιτίας όλων αυτών) και εμπνεόμενη από τελείως άλλη Ιδεο-λογία: είναι ουσιαστικά η Τέχνη του Παραλόγου, (Παραλογο-τεχνία), δηλαδή όχι του συναινετικού και συμβατικού αποδεκτού λόγου, αλλά του λόγου της Φαντασίας, δηλαδή της αληθινής λειτουργίας του ανθρώπινου Πνεύματος/Λόγου, και όχι των ιδεών της αυστηρά δεδομένης ανθρώπινης κοινωνίας και των οικειοτήτων της ή των νόμιμων προσδοκιών της.

Θεωρείται τελικά, δηλαδή, πως οτιδήποτε είναι Έξω από τον «κοινό λόγο», την «κοινή λογική», είναι «Παράλογο», και αυτό διαστρεβλωτικά ερμηνεύεται ως «μη-λογικό» κάτι που –αν ήταν έτσι– θα χαρακτηριζόταν από το «Άλογο»… Το Παράλογο, όμως, για το οποίο μιλάμε, δεν είναι μη-λογικό (Άλογο), αλλά χαρακτηρίζει ακριβώς την λογική του Εξωτικού, την λογική των Ονείρων ή Ονειρική Λογική, τον Υπερ-Ρεαλισμό (την υπέρβαση της πραγματικότητας και του πραγματισμού), την λογική του Φανταστικού, τον αισθητικό λόγο των Μυστηρίων, την άρνηση του επιβαλλόμενου «Ορθολογισμού» του Επιστητού, την προέκταση της συνείδησης, την λογική μιας εναλλακτικής ιδεο-λογίας, παράπλευρης, (παρά ή υπό το αποδεκτό «λογικό» και «ιδεο-λογικό» Main-Stream, δηλαδή μία «απόκρυφη» Avant-Garde σχολή σκέψης και διανόησης, όχι η επιβαλλόμενη κουλτούρα, αλλά ένα Counter-Culture, μία αντι-κουλτούρα), και, κατ’ επέκταση εξωτική : μία Παραλογο-τεχνία…

Το «παρά» σημαίνει «δίπλα», κοντά. Έτσι το Παράξενο σημαίνει κάτι που είναι δίπλα στο ξένο, παρά το ξένο. Υποδεικνύει δηλαδή μια έννοια που βρίσκεται ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, ανάμεσα στο οικείο και στο ξένο, μια γέφυρα… Μια πύλη. Το Παρά-ξενο… (Strange). Μια παράλληλη παρατηρούμενη πραγματικότητα, απαράδεκτη, που βρίσκεται δίπλα στην παραδεκτή καθημερινή πραγματικότητα, μια εναλλακτική πραγματικότητα.

Το Παράξενο, ένας εισβολέας από το Ξένο που προσεγγίζει το Οικείο και κάνει την παρουσία του αισθητή συνοριακά, κάτι που έρχεται από το Άγνωστο και προσεγγίζει το Γνωστό, και για να γνωσθεί ή να ανα-γνωσθεί. Ως έννοια, αποτελεί μια ενεργή σύνδεση ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο, ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, μια παρένθεση, ανάμεσα στην θέση και στην αντίθεση –την στάση και την αντίσταση: μία παράσταση.

Δεν γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι ότι, εννοιολογικά, στα αρχαία Ελληνικά, παράξενος» σήμαινε «μη γνήσιος πολίτης» (παρά & ξένος). Κατά την Ελληνική αρχαιότητα, όπως ένας ξένος δεν μπορούσε να είναι πολίτης της πολιτείας, έτσι και ο «παρά-ξενος» ήταν εκείνος ο οποίος διέμενε στην πολιτεία αλλά, λόγω της συμπεριφοράς του ή της θέσης του, δεν ήταν ή δεν θεωρούνταν, γνήσιος πολίτης, ή και, σε άλλες περιπτώσεις, επειδή μέχρι πρόσφατα υπήρξε ξένος, δεν είχε αποκτήσει ακόμη δικαιώματα πολίτη, ήταν υπό δοκιμή.

Έτσι, όταν στην αρχαία Ελληνική πραγματικότητα αποκαλούσες κάποιον «παράξενο», εννοούσες ότι δεν ήταν αποδεκτός ως γνήσιος πολίτης. Δηλαδή, δεν ήταν αποδεκτός σύμφωνα με τα κοινά, ή και δεν αποδεχόταν τα κοινά, (κατ’ επέκταση, την «κοινή λογική»), ήταν ασύμβατος με τα ήθη και τους θεσμούς της πολιτείας –παρ’ όλο που συμπεριλάμβανε τον εαυτό του σε αυτήν. Μερικές φορές, μάλιστα, εισήγαγε και «καινά δαιμόνια» (νέους θεούς ή νέες ιδέες) που δεν ήταν προς το δεδομένο κατεστημένο συμφέρον της πολιτείας –ήταν ίσως δηλαδή, θα λέγαμε, «ανατρεπτικό στοιχείο». (Η σημασία του «Παράξενος» ως «αλλόκοτος, περίεργος, παράδοξος», είναι ύστερη Ελληνιστική).

Όλο αυτό, αντίστοιχα, φέρνει στο μυαλό και την αυθεντική αρχαία Ελληνική έννοια της λέξης «Ιδιώτης» και «ιδιωτικό». Πρωτότυπα, ο «Ιδιώτης» ήταν αυτός που δεν ασχολούνταν με τα κοινά, που δεν ήταν δηλαδή ενεργός ως πολίτης, και η έννοια αυτή ήταν στην ουσία βρισιά, διότι το «Ιδιώτης» θεωρούνταν σχεδόν ταυτόσημο με το «ηλίθιος». (Δηλαδή κάποιος που, επειδή δεν ασχολούνταν με τα κοινά, άρα, υποτίθεται, δεν ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να κατανοεί πως η ασχολία με τα κοινά ήταν σημαντική διότι τα κοινά επηρέαζαν και τον ίδιο, αλλά ασχολούνταν μόνο με όσα αφορούσαν τον εαυτό του).

Με την πάροδο των αιώνων, η έννοια του «Ιδιώτη» ως «ανόητου» ή «απαράδεκτου» έχασε αυτή την υβριστική/καταδικαστική σημασία της, και κατέληξε να σημαίνει αυτό που σήμερα εννοούμε όταν λέμε «ιδιωτικό» (private), δηλαδή απλά «αυστηρά προσωπικό».

(Privacy: Η Ιδιωτικότητα είναι στην ουσία η Προσωπικότητα, ή και Ατομικότητα: Individuality). Παρ’ όλα αυτά, στα Αγγλικά, διατήρησε την αρχική Ελληνική σημασία του, και έτσι «idiot» συνεχίζει αγγλιστί να σημαίνει τον ηλίθιο και απαράδεκτο.

Κοντολογίς, η πρωτότυπη έννοια της λέξης «Παράξενος», σήμαινε αυτόν που δεν ασχολείται καθόλου με τα πολιτικά «όπως θα έπρεπε», έναν όχι γνήσιο «πολίτη», κι άρα, κατ’ επέκταση, κάποιον «Ιδιώτη» που «ιδιωτεύει» –που έχει αποκτήσει δηλαδή ολόδικό του προσωπικό τρόπο να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να την διαχειρίζεται αυτόνομα, χωρίς την έγκριση και την αποδοχή της πολιτείας και των πολιτικών της.

Τώρα, που εξηγήθηκε λίγο όλο αυτό, δεν θα πρέπει πλέον να σας προκαλεί απορία το γεγονός ότι το Παράξενο και τα θέματα του συνήθως δεν έχουν θέση π.χ. στις εφημερίδες ή στην τηλεόραση, ή π.χ. στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Και, παραδείγματος χάριν, το γιατί είναι εξόριστοι της έγκριτης διανόησης εκείνοι που προσεγγίζουν την πολιτική σκηνή με τρόπο συνωμοσιολογικό, αντιλαμβανόμενοι πως η πολιτική σκηνή και τα πολιτικά πράγματα είναι αποτέλεσμα συνομωσιών, μη ασχολούμενοι με τα πολιτικά –αλλά ίσως μόνο λίγο με τα «παρα-πολιτικά»– υποδεικνύοντας έτσι τους εαυτούς τους ως «μη γνήσιους πολίτες» δηλαδή «Παράξενους», και κατ’ επέκταση «Ιδιώτες», μη ασχολούμενοι με τον κοινό τρόπο με τα κοινά και μη συμβαδίζοντας με την κοινή επιβαλλόμενη λογική.

Όλα μα όλα αυτά που προσπαθώ –όπως μπορώ– να καταδείξω εξαιρετικά λεπτομερώς φίλτατε αναγνώστη, είναι η αληθινή Λογο-τεχνία… Και είναι μια Λογο-τεχνία, που είναι αυτοφυής, εμπεριστατωμένη μέσα στις ίδιες τις έννοιες των λέξεων και των νοημάτων που περιγράφουν την εννοιολογική πραγματικότητα. Και, κατά την άποψή μου, η πολύ προσεκτική μελέτη όλων των συνδυαστικών λέξεων και εννοιών που περιέχονται σε όλες αυτές τις σελίδες, και της συνοχής τους, είναι σημαντικότατη και αποκαλυπτικότατη, και με αληθινά συνταρακτικές προεκτάσεις.

Θέλουμε, άραγε, όντως να αποδράσουμε από την περιοριστική μας πραγματικότητα; Τι ακριβώς σκεφτόμαστε γι’ αυτό, εφόσον όντως το θέλουμε, και τι κάνουμε για αυτό;

Όσον αφορά το Escapism προϋποθέτει την Ρήξη με το Οικείο. Δηλαδή, προϋποτίθεται μία προσέγγιση στο Παράξενο. Σε αυτό που βρίσκεται παρά το ξένο, στα όρια μεταξύ οικείου και ξένου. Και, σταδιακά, τελικά, (με την προέκταση της συν-είδησής μας), προς το Ξένο, προς το Άγνωστο.

Η καθημερινή μας πραγματικότητα που έχει καταστηθεί περιοριστικά γύρω μας και μέσα μας, χαρακτηρίζεται απόλυτα από τις δεδομένες οικειότητες της. Μπορούμε να την αλλάξουμε, ξεκινώντας από αυτές. Προσεγγίζοντας το Παράξενο. Στην αρχή, λογο-τεχνικά, έπειτα λογικά, μετά παρα-λογικά, και τελικά –γιατί όχι;– ιδεο-λογικά…

Προτείνεται έτσι, μία πνευματική παραβατικότητα, μία προέκταση της συνείδησης, ένας εξωτισμός, μία παράξενη πρωτοπορία, ένα ιδεολογικό Escapism, μία νέα αληθινή Λογο-τεχνία, μία παρα-λογική δραστηριότητα, μία αληθινή επ-ανά-σταση, μία Αναγέννηση του Πνεύματος.