Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Ἀρχαῖες ἑλληνικὲς φράσεις, ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ σήμερα.

Ρωτᾶμε συνεχῶς: «Τί σχέση ἔχουμε ἐμεῖς, μὲ τοὺς ἀρχαίους»;...
 
Πέρασαν 3.000 χρόνια τὸ λιγότερο (καὶ 4.000, μὴ σοῦ πῶ)
καὶ ἀκόμα ὁμιλεῖται ἡ ἴδια γλῶσσα, χωρὶς νὰ τὸ ξέρετε.
Δὲν συμβαίνει σὲ καμία ἄλλη γλῶσσα αὐτό, παγκοσμίως.
Στὴν καθημερινότητα σου, λές:
 
1. Ἕνα χελιδόνι (ἢ ἕνας κοῦκος) δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη.
Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεἶ - Εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Αἴσωπο καί
ἔμεινε ὡς παροιμία ποὺ χρησιμοποιοῦσαν συχνὰ ὁ Ἀριστοτέλης,
ὁ Στοβαῖος καὶ ὁ Ἀριστοφάνης. Ἐπικράτησε ἡ ἐκδοχὴ μὲ τὸν κοῦκο.
2. Τὸ ἕνα χέρι, νίβει τὸ ἄλλο.
ἁ δὲ χὲὶρ τὰν χεῖρα νίζει - Στίχος τοῦ Πυθαγόρειου φιλόσοφου
καὶ ποιητή, Ἐπίχαρμου.
3. Ὅ,τι σπείρεις θὰ θερίσεις.
Εἶ κακὰ τὶς σπεῖραι, κακὰ κέρδια ἀμήσειν - Ἡσίοδος.
4. Κάλλιο νὰ σὲ ζηλεύουνε, παρὰ νὰ σὲ λυποῦνται.
Κρέσσον γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος- Πίνδαρος.
5. Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει.
Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μὲν, ὀστέα θραύει- Σόλων.
6. Ἔπαθε καὶ ἔμαθε.
Τὸν πάθει μάθος- Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων.
7. Σηκώθηκαν οἱ τρίχες μου.
Τρὶχὸς δ᾽ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται - Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας.
8. Ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κολώνα τοῦ σπιτιοῦ.
Ἀνήρ, στέγης στῦλον - Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων.
9. Χτύπα ξύλο.
Ἅπτεσθαι ξύλου - Ἀριστοφάνης.
10. Ἔπεσαν κάτω ἀπο τὰ γέλια.
Ὥστε ὑπτίους, ὑπὸ τοῦ γέλωτος καταπεσεῖν - Ἀθήναιος.
11. Ἔγιναν θέατρο.
Ἑαυτοὺς ἐξεθεατρίουν - Πολύβιος.
12. Μὴ μὲ συγχίζεις.
Μὴ μοὶ σύγχει - Ὅμηρος.
13. Τὴν βάψαμε (τὴ βάρκα).
Ἡ ναῦς ἔβαψεν - Εὐριπίδης, Ὀρέστης στ. 705-707.
βάπτω=βυθίζω στὸ νέρο. Ὅταν λέγαμε: ναῦς ἔβαψεν=το πλοῖο βυθίστηκε.
14. Μὴ μὲ σκοτίζεις.
Ἀποσκότισον μέ - εἶπε ὁ Διογένης στὸν Μ.Αλέξανδρο.
15. Ἔγινε ὁ βίος ἀβίωτος.
Ἀβίωτον ζῶμεν βίον - Φιλήμων, 4ος αἰ. π.Χ.
16. Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα.
ὀρνίθων γάλα - Πλούταρχος.
17. Λὲς τρίχες!
Τριχολογεὶν καὶ τρίχας ἀναλέγεσθαι - Σουΐδας.
18. Ἄει στὸν κόρακα (τὴν ἀκοῦς πολὺ στὴ Θεσσαλία).
Πέμπειν εἰς κόρακας.
19. Δὲν μὲ μέλει.
οὐδὲν μοὶ μέλει.
20. Πολλὰ λές.
Πολλὰ λαλεῖς (Στὴν Κύπρο θὰ τὸ ἀκοῦς συνεχῶς)
21. Νὰ σκάσεις.
Διαρραγείης - Ἀριστοφάνης.
22. Κάθε ἀρχὴ καὶ δύσκολη.
Ἀρχὴ δήπου παντὸς ἔργου χαλεπωτέρα.
23. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή.
Ἔχει τί πίκρὸν, ὁ τῆς ἀληθείας λόγος - Δίων.
24. Ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται.
Ἀδύνατον τ' ἀληθὲς λαθεῖν - Μένανδρος.
25. Φοβᾶται καὶ τὴν σκιά του.
τὴν αὐτοῦ σκὶὰν δέδοικεν - Ἀριστοφ. Ἀπόσπ. 62.
26. Τὸν ἀράπη κι ἂν τὸν πλένεις.
Αἰθίοπα σμήχεις - Πλούταρχος (στὴν οὐσία σημαίνει, τὸν Αἰθίοπα
(ὅσο κι) ἂν λευκαίνεις.
27. Καμιὰ δουλειὰ δὲν εἶναι ντροπὴ (ἡ ἀεργία εἶναι ντροπή)
Ἔργον δ' οὐδὲν ὄνειδος, (ἀεργίη δὲ τ' ὄνειδος) - Ἡσίοδος.
28. Χτίζεις στὴν ἄμμο.
Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς - Πλούταρχος.
29. Παρ' τὸ αὐγὸ καὶ κούρευτο.
Ὦον τίλλεις - Πλούταρχος.
30. Ὅπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις.
Ὦσπερ εἰσορὰς ἐμέ - Σοφοκλῆς.
31. Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα.
Λύεται γούνατα - Ὅμηρος.
32. Θὰ σοῦ δείξω ἐγώ, ποιός εἶμαι (ἀπειλή).
Ἐγὼ αὐτῷ δείξω, τὶς εἰμί - Ἐπίκτητος 3,2,10.
33. Δὲν πᾶς νὰ κρεμαστεῖς ;
Οὔκ ἀπάγξη; Ἐπίκτητος 3,1,32.
34. Κάνει σὰν νὰ τοῦ σκότωσε τὸν πατέρα (σὰ νὰ τοῦ σκότωσε
τὴ μάνα, λέμε σήμερα ἐμεῖς)
Ἂν οὔν ἐν τούτοις πλανηθῶ, μή τι τὸν πατέρα ἀπέκτεινα - Ἐπίκτητος 1,7,31.
35. Βάζω τὸ χέρι στὴν φωτιά.
Χεῖρα τ' ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν (ἠγάνω=στο τηγάνι) - Ἀνακρέων Fragmenta Fr.91.
36. Μπλέξαμε τὰ μπούτια μας.
Πλέξαντες μηροίσι πέρι μηρούς - Ἀνακρέων.
 
Οἱ ἄνθρωποι ἀλλάζουν, ἡ γλῶσσα ὅμως θυμᾶται καὶ ἡ μνήμη ρέει στὸ αἷμα μας.

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΟΛΗ

Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Η κωμωδία Επιτρέποντες ανήκει πιθανώς στην όψιμη παραγωγή του Μενάνδρου και έχει σωθεί σε πάπυρο κατά το μεγαλύτερο μέρος της (περίπου τα 2/3 του έργου). Τον τίτλο έδωσε στο έργο η σκηνή της διαιτησίας στη δεύτερη πράξη. Δυο δούλοι, ο βοσκός Δάος, που βρήκε στο δάσος ένα έκθετο παιδί, και ο καρβουνιάρης Σύρος, στον οποίο ο βοσκός έδωσε το παιδί για να το αναθρέψει, ερίζουν για τα αντικείμενα που βρέθηκαν με το παιδί και είχαν τοποθετηθεί από τη μητέρα του, για να είναι δυνατή στο μέλλον η αναγνώριση (γνωρίσματα). Ο άνθρωπος που ορίζουν ως κριτή (=ἐπιτρέπουσιν) είναι ο γέρο-Σμικρίνης .

(ΣΥΡΟΣ)

Πας να ξεφύγεις από το δίκαιο.

(ΔΑΟΣ)

Εσύ στρεψοδικείς, άθλιε.

Δεν είναι σωστό να έχεις ό,τι δεν σου ανήκει.

(ΣΥΡΟΣ)

Πρέπει να αναθέσουμε σε διαιτητή1 να κρίνει την υπόθεση.220

(ΔΑΟΣ)

Σύμφωνοι. Να κριθούμε.

(ΣΥΡΟΣ)

Και ποιος θα κρίνει;

(ΔΑΟΣ)

Εγώ δέχομαι οποιονδήποτε. Όμως καλά να πάθω·
γιατί τι ήθελα και σου έδινα μερίδιο;

(ΣΥΡΟΣ)

Θέλεις να ορίσουμε αυτόν κριτή;

(ΔΑΟΣ)

Με το καλό!

(ΣΥΡΟΣ)

Για τ᾽ όνομα των θεών, χρυσέ μας άνθρωπε,
μπορείς να διαθέσεις για μας λίγο χρόνο;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Για σας; Σχετικά με ποιο θέμα; (225)

(ΣΥΡΟΣ)

Διαφωνούμε για ένα ζήτημα.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Κι εμένα τι με νοιάζει;

(ΣΥΡΟΣ)

Ψάχνουμε να βρούμε γι᾽ αυτό έναν κριτή αμερόληπτο.
Αν λοιπόν δεν έχεις πρόβλημα, λύσε μας τη διαφορά.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Βρε που κακό χρόνο να ᾽χετε, μου φοράτε προβιές
και κόβετε βόλτες έχοντας στήσει δικαστήριο; (230)

(ΣΥΡΟΣ)

Παρ᾽ όλα αυτά. Το ζήτημα δεν είναι τίποτα σπουδαίο
και δεν είναι δύσκολονα σχηματίσεις γνώμη.
Κάνε μας τη χάρη, παππού.
Για τ᾽ όνομα των θεών, μη μας περιφρονήσεις.
Παντού και πάντα πρέπει να νικάει το δίκαιο·
ο καθένας οφείλει να νοιάζεται γι᾽ αυτό·
είναι κάτι που ισχύει για όλους. (235)

ΔΑΟΣ

Έχω να αντιμετωπίσω ρήτορα που δεν είναι παίξε-γέλασε.
Τι ήθελα και έδινα μερίδιο;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Θα σεβαστείτε λοιπόν την απόφαση που θα βγάλω; Πες μου.

ΣΥΡΟΣ

Οπωσδήποτε

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Ακούω. Τι μ᾽ εμποδίζει, άλλωστε;
Μίλα πρώτος εσύ που σιωπάς.

ΔΑΟΣ

Θα πάω λίγο πιο πίσω, (240)
δεν θ᾽ αναφέρω μόνο τι έγινε μ᾽ αυτόν,
για να έχεις σαφή εικόνα για το ζήτημα.
Πριν από καμιά τριανταριά ημέρες, χρυσέ μου άνθρωπε,
έβοσκα ολομόναχος τα πρόβατα στο δάσος κοντά σε τούτα τα χωράφια
και βρήκα παρατημένο ένα μωρουδάκι· (245)
μαζί του βρέθηκε μια αλυσίδα
και κάποια άλλα τέτοια κοσμηματάκια.

(ΣΥΡΟΣ)

Περί αυτού πρόκειται.

ΔΑΟΣ

Δεν με αφήνει να μιλήσω.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Εάν πετάγεσαι, θα σε λιανίσω με τη μαγκούρα.

(ΣΥΡΟΣ)

Και με το δίκιο σου.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Συνέχισε.

(ΔΑΟΣ)

Συνεχίζω.

Το περιμάζεψα, γύρισα στο σπίτι μου με το μωρό, (250)
ήθελα να το αναθρέψω. Έτσι έκρινα τότε.
Τη νύχτα όμως, όπως κάνει όλος ο κόσμος,
έβαλα κάτω τα πράγματα και κάθισα και σκέφτηκα:
Τι τα θέλω εγώ τα νταντέματα και τις φασαρίες;
Πού θα βρω να ξοδέψω τόσα χρήματα; (255)
Ποιος ο λόγος να βάλω μπελάδες;
Αυτά και αυτά σκεφτόμουν. Την άλλη μέρα το πρωί
έβοσκα πάλι τα πρόβατα. Ήρθε αυτός στο ίδιο μέρος
για να πριονίσει κούτσουρα – είναι καρβουνιάρης.
Είχαμε γνωριστεί από πριν και τα λέγαμε.
Πιάνουμε την κουβέντα. Όταν με είδε κατσουφιασμένο, (260)
«γιατί είναι», λέει, «προβληματισμένος ο Δάος;».
«Έλα ντε», λέω, «πάω γυρεύοντας».
Κάθομαι και του λέω τα καθέκαστα,
πώς βρήκα το μωρό, πώς το περιμάζεψα. Εκείνος, την ίδια στιγμή,
πριν καλά-καλά τελειώσω, άρχισε να με παρακαλάει:
«που σε καλό να σου βγει, Δάε» -αυτή ήταν η μόνιμη επωδός- (265)
«δώσ᾽ μου το εμένα το μωρό. Που καλή τύχη να ᾽χεις,
που είθε να βρείς την ελευθερία σου. Είμαι», λέει, «παντρεμένος,
αλλά η γυναίκα μου έχασε το παιδί στη γέννα».
Εννοούσε αυτή που κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Τον παρακαλούσες εσύ; (270)

(ΔΑΟΣ)

Έφαγε όλη την ημέρα να με ικετεύει.
Έτσι που με εκλιπαρούσε και με πιπίλιζε, είπα το ναι, το έδωσα,
έφυγε δίνοντας μου ευχές και ευχές να έχω χίλια καλά.
Έπιανε τα χέρια μου και τα φιλούσε.
Τα έκανες αυτά;

(ΣΥΡΟΣ)

Τα έκανα.

(ΔΑΟΣ)

Επήγε στην ευχή.
Ξαφνικά, μου έρχεται τώρα μαζί με τη γυναίκα του (275)
και απαιτεί να του παραδοθούν
τα αντικείμενα που βρέθηκαν τότε με το μωρό
-μιλάμε για μικροπράγματα, σαχλαμάρες, το τίποτα-
και λέει πως είναι σκάνδαλο που δεν τα παραδίδω,
αλλά επιμένω να τα κρατήσω εγώ.
Εγώ πάλι λέω ότι έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη (280)
γι᾽ αυτά που πήρε με τα παρακάλια του.
Αν τώρα δεν του παραχωρώ τα πάντα,
δεν είμαι υποχρεωμένος και να λογοδοτήσω.
Αν, αίφνης, τα είχε βρει αυτά, ενώ περπατούσε μαζί μου,
και ήταν κοινό το εύρημα, θα έπαιρνε το ένα μέρος αυτός,
και το άλλο εγώ.
Από τη στιγμή όμως που τα βρήκα μόνος μου, (285)
το θεωρείς σωστό, ενώ δεν ήσουν μαζί,
να έχεις εσύ τα πάντα, κι εγώ τίποτα;
Για να τελειώνω: εγώ σου έδωσα κάτι που μου ανήκει.
Σου αρέσει; Κράτησέ το και τώρα.
Δεν σου αρέσει και έχεις αλλάξει γνώμη; Δώσ᾽ το πάλι πίσω
και μην με αδικείς και μη ζημιώνεσαι. (290)
Δεν μπορεί όμως να έχεις εσύ τα πάντα,
άλλα με τη συγκατάθεσή μου, και άλλα διά της βίας.
Είπα ό,τι είχα να πω.

(ΣΥΡΟΣ)

Τα είπε;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Δεν άκουσες; Τα είπε.

ΣΥΡΟΣ

Καλώς. Τώρα η σειρά μου.
Μόνος του το βρήκε αυτός το μωρό,
και όλα όσα λέει τώρα, είναι όπως τα λέει. (295)
Έτσι έγιναν τα πράγματα, παππού· δεν το αμφισβητώ.
Για να μου δώσει το μωρό, παρακάλεσα, ικέτευσα.
Αλήθεια λέει.
Ένας βοσκός που δουλεύει κοντά του
– στον βοσκό το εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος- (300)
μου αποκάλυψε ότι μαζί με το μωρό
είχαν βρεθεί και κάτι κοσμήματα.
Γι᾽ αυτά τα κοσμήματα, παππού,
έχει έρθει αυτός αυτοπροσώπως
-δώσ᾽ μου το μωρό, γυναίκα. Αυτός, Δάε, ζητάει να του παραδώσεις
την αλυσίδα και τα γνωρίσματα· του τα έβαλαν, λέει, μαζί,
για να στολίζουν αυτόν, όχι για να θρέψουν εσένα. (305)
Μαζί του σου τα ζητάω κι εγώ που είμαι τώρα κηδεμόνας του
-εσύ με έκανες δίνοντάς μου το μωρό.
Τώρα, χρυσέ μου άνθρωπε, έχεις, θαρρώ, να κρίνεις
αν τα χρυσαφικά- ή ό,τι τέλος πάντων είναι αυτά-
πρέπει να τα φυλάξουμε για το παιδί, ώσπου να μεγαλώσει,
όπως το θέλησε η μητέρα του, όποια κι αν είναι, (310)
ή αν θα τα κρατήσει αυτός που τα ᾽κλεψε,
μόνο και μόνο επειδή βρήκε πρώτος κάτι που δεν του ανήκει.
Γιατί δεν σου τα ζήτησα όταν έπαιρνα το μωρό;
Τότε δεν είχα ακόμη το δικαίωμα να μιλάω εξ ονόματός του. (315)
Άλλωστε και τώρα δεν ήρθα να σου ζητήσω κάτι για μένα.
Κοινό το εύρημα; Να μου λείπει το εύρημα,
όταν υπάρχει κάποιος που αδικείται.
Αυτό δεν είναι εύρεση, είναι λήστευση.
Σκέψου και το άλλο, παππού· (320)
τούτο το παιδί μπορεί να είναι πιο πάνω από τη σειρά μας,
και αν μεγαλώσει με δουλευτάδες,
ίσως θα τα περιφρονήσει αυτά
και θα τον σπρώξει η φύση του
ν᾽ αποτολμήσει κάτι αντάξιο των ελευθέρων,
να κυνηγάει λέοντες, να φέρει όπλα, να τρέχει στους αγώνες.
Έχεις ασφαλώς παρακολουθήσει τραγωδίες (325)
και σου είναι οικεία όλα αυτά.
Τον γνωστό Νηλέα και τον Πελία
τους βρήκε ένας γέρος γιδοβοσκός, που φορούσε προβιά
σαν κι αυτή που φοράω τώρα εγώ.
Όταν κατάλαβε πως είχε να κάνει με ανθρώπους που ήταν
πιο πάνω από τη σειρά του,
τους διηγήθηκε τα καθέκαστα, (330)
πώς τους βρήκε, πώς τους περιμάζεψε,
τους έδωσε και ένα σακουλάκι με τα γνωρίσματα,
έμαθαν έτσι την πάσα αλήθεια για την περιπέτειά τους
και γίναν βασιλιάδες αυτοί που τότε ήσαν γιδοβοσκοί.
Αν όμως εκείνα τα είχε κρατήσει ο Δάος και τα είχε πουλήσει,
για να κερδίσει του λόγου του δώδεκα δραχμές, (335)
θα έμεναν για πάντα στην αφάνεια
τέτοιοι άντρες κι από τέτοια γενιά.
Δεν είναι σωστό, παππού, να το μεγαλώνω εγώ τούτο το πλάσμα,
την ελπίδα όμως της σωτηρίας του (340)
να την πάρει και να την εξαφανίσει ο Δάος.
Κάποιος ήταν έτοιμος να παντρευτεί την αδερφή του
και τον σταμάτησαν τα γνωρίσματα,
άλλος βρήκε τη μητέρα του και την απελευθέρωσε,
άλλος έσωσε αδελφό.
Επειδή ο βίος όλων είναι φύσει επισφαλής,
οφείλουμε, γέροντα, να τον προφυλάσσουμε προνοώντας
και να προλαβαίνουμε τα πράγματα, όσο μπορούμε. (345)
«Αν δεν σου αρέσει», λέει, «δώσ᾽ το πίσω».
Και θεωρεί αποστομωτικό το επιχείρημα.
Δεν είναι δίκαιο. Επειδή δηλαδή εσύ
πρέπει να επιστρέψεις κάτι από αυτά που του ανήκουν,
ζητάς από πάνω να πάρεις και το παιδί,
για να μπορείς και πάλι να ραδιουργείς εκ του ασφαλούς, (350)
αν τώρα η Τύχη έσωσε κάτι από τα δικά του;
Είπα ό ,τι είχα να πω. Πάρε την απόφαση που θεωρείς δίκαιη.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Δεν είναι δύσκολο να αποφασίσω.
Όλα όσα βρέθηκαν με το παιδί, ανήκουν στο παιδί.
Αυτή είναι η ετυμηγορία μου.

(ΔΑΟΣ)

Καλώς. Και το παιδί; (355)

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Δεν θα αποφασίσω, μα τον Δία, ότι ανήκει σ᾽ εσένα
που και τώρα το αδικείς· ανήκει σ᾽ αυτόν που το υπερασπίζεται
και αντιδρά στις αδικίες που σχεδιάζεις.

(ΣΥΡΟΣ)

Να έχεις του κόσμου τα καλά.

(ΔΑΟΣ)

Είναι πρωτοφανής η απόφαση, μα τον Δία τον Σωτήρα.
Εγώ τα βρήκα όλα, και μου τα πήραν όλα.
Και τα έχει αυτός που δεν τα βρήκε. (360)
Πρέπει λοιπόν να του τα παραδώσω;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Ασφαλώς.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:

Ο γέρο-Σμικρίνης, είναι κατά τύχη και χωρίς να το γνωρίζει παππούς του παιδιού, αφού είναι πατέρας της Παμφίλης, της μητέρας του παιδιού, η οποία το είχε εκθέσει, επειδή ήταν καρπός του βιασμού της από έναν άγνωστο κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής γιορτής. Στο τέλος θα αποκαλυφθεί ότι ο τότε άγνωστος ήταν ο μετέπειτα σύζυγός της Χαρίσιος.

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ, Επιτρέποντες στ. 218 -361

Ο Νικολό Μακιαβέλι και πώς να επιλέξετε έναν υπουργό

«Αντικείμενο ουσιωδέστατο για έναν ηγεμόνα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξει τους υπουργούς που θα συμμετέχουν στην κυβέρνησή του. Το αν είναι καλοί ή κακοί εξαρτάται από την φρόνηση και τις ικανότητες του.»

Η τέχνη να κυβερνάς τους ανθρώπους, να κατευθύνεις δηλαδή τη δράση τους προς έναν επιδιωκόμενο σκοπό, είναι ένα από τα βασικά θέματα που διαπραγματεύεται ο Ιταλός πολιτικός και στοχαστής Νικολό Μπερνάρντο Μακιαβέλι στο βιβλίο του ο Ηγεμόνας (Il principe, 1513). Η ιδιότητα του ανθρώπου, ειδικά τα στοιχεία εκείνα που θεωρούνται αμετάβλητα στον ιστορικό χρόνο, απασχολούν έντονα τον συγγραφέα, καθώς επιχειρεί να ορίσει με ακρίβεια τις ικανότητες και τα γνωρίσματα του χαρακτήρα που πρέπει να έχει κάποιος, προκειμένου «να κατακτήσει ή να διατηρήσει την εξουσία σε ένα κράτος.» Για τις διανοητικές ικανότητες των ανθρώπων γράφει: «Τρεις βαθμούς διάνοιας διακρίνουμε στους ανθρώπους. Όσοι έχουν τον πρώτο βαθμό αντιλαμβάνονται τα πράγματα στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις. Οι έχοντες τον δεύτερο βαθμό μπορούν να καταλάβουν ότι τους διδάσκουν οι άλλοι, ενώ αυτοί που βρίσκονται στον τρίτο βαθμό ούτε μόνοι τους, ούτε με τη βοήθεια άλλων κατανοούν τίποτα. Οι πρώτοι έχουν διάνοια υψηλότατη, οι δεύτεροι υψηλή και οι τρίτοι κακή.»

Ο Ηγεμόνας, λέει ο Μακιαβέλι, δεν είναι εντελώς απαραίτητο να βρίσκεται στον πρώτο βαθμό της διάνοιας, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν σαφώς επιθυμητό, αρκεί στοιχειωδώς «να μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό.» Μεταξύ άλλων απλών παραδειγμάτων αναφέρεται και ένας σώφρων ηγεμόνας, ο οποίος ήταν άξιος θαυμασμού, επειδή είχε διαλέξει έναν υπουργό περίφημο για τις ικανότητες, το ήθος και την εντιμότητά του: «Ο Πετρύκκιος, αν δεν ήταν άντρας του πρώτου βαθμού διανοίας, είχε οπωσδήποτε διάνοια δευτέρου βαθμού, διότι, όταν έχει κάποιος την ικανότητα να διακρίνει το καλό από το κακό που πράττει κάποιος άλλος, και αν ακόμα ο νους του δεν είναι εφευρετικός, μπορεί να γνωρίζει τα ωφέλιμα και τα επιβλαβή έργα του υπουργού του, ώστε επαινώντας τα πρώτα και διορθώνοντας τα δεύτερα να τού αφαιρεί κάθε ελπίδα για απάτες και να τον διατηρεί αδιάφθορο.»

Οι άνθρωποι συχνά επαινούνται ή κατηγορούνται, σύμφωνα με ορισμένα χαρακτηριστικά τους: «Σε όλους τους ανθρώπους, και μάλιστα στους ηγεμόνες, οι οποίοι κατέχουν υψηλότερη θέση, αποδίδονται ορισμένες ιδιότητες, σύμφωνα με τις οποίες χαρακτηρίζονται αξιόμεμπτοι ή αξιέπαινοι. Γι’ αυτό κάποιοι λογίζονται ελευθέριοι, άλλοι φειδωλοί, άλλοι γενναιόδωροι, άλλοι άρπαγες, άλλοι ωμοί άλλοι επιεικείς. Παρομοίως, ο μεν θεωρείται άπιστος, ο δε πιστός, ο μεν θηλυπρεπής και δειλός, ο δε αντρείος και γενναιόψυχος, ο μεν φιλάνθρωπος, ο δε υπερόπτης, ο μεν φιλήδονος, ο μεν σώφρων, ο μεν ειλικρινής, ο δε πονηρός, ο μεν σκληροτράχηλος, ο δε ευάγωγος, ο μεν σοβαρός, ο δε ελαφρόμυαλος, ο μεν θρήσκος, ο μεν άθρησκος και ούτως εφ εξής.»

Οι κόλακες

Ειδικά ο νέος ηγέτης οφείλει να αποφεύγει τους κόλακες και να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην επιλογή των συμβούλων του. Ούτε να ακούει τον καθένα, ούτε όμως και να πράττει ως κρυψίνους, χωρίς να ζητάει τη γνώμη κανενός· κοντολογής, χρειάζεται να θέτει σαφώς τα όρια της ελευθερίας του λόγου, με πρακτικό στόχο να μην πελαγοδρομεί ανάμεσα σε πολλές εκτιμήσεις διαφορετικών κάθε φορά υφισταμένων και να διατηρεί το κύρος του. Οι αυλές των ηγεμόνων είναι γεμάτες από ανθρώπους που επιδίδονται σε κολακείες για να ικανοποιήσουν ιδιοτελείς σκοπούς, επειδή «οι άνθρωποι τόσο πολύ αγαπούν τον εαυτό τους και τόσο εύκολα απατώνται, προκειμένου να γίνεται λόγος γι’ αυτούς, ώστε δύσκολα μπορούν να αποφύγουν την πανώλη της κολακείας· θέλοντας δε να γλιτώσουν απ’ αυτήν, κινδυνεύουν να περιφρονηθούν, γιατί το καταλληλότερο μέσο για να προφυλάσσεται κάποιος από τις κολακείες είναι να κάνει κατανοητό στους ανθρώπους ότι είναι ανεκτικός απέναντί τους, όποτε μιλάνε τη γλώσσα της αλήθειας· όταν όμως ο καθένας ανεξαιρέτως είναι σε θέση να σου λέει την αλήθεια, εκλείπει ο σεβασμός προς το πρόσωπο σου.» Γι’ αυτό κάθε συνετός ηγεμόνας οφείλει «να βαδίζει μια μέση οδό», και αυτό σημαίνει να διαλέγει φρόνιμους ανθρώπους, στους οποίους να δίνει την άδεια να του μιλούν με ειλικρίνεια, αλλά μόνο για όποια πράγματα θα τους ζητάει ο ίδιος πληροφορίες: «Οφείλει όμως ο ηγεμόνας να τους ρωτάει για κάθε πράγμα και να ακούει τις γνώμες τους και μετά από αυτά να αποφασίζει σύμφωνα με τη θέληση του. Εκτός από αυτούς τους συμβούλους να μην ακούει κανέναν και να μένει σταθερός στις αποφάσεις του. Εκείνος που πράττει αλλιώς κινδυνεύει από τους κόλακες ή μεταβάλλει συνεχώς τις πεποιθήσεις του, επειδή ακούει ποικίλες γνώμες. Από αυτά μάλιστα ελαττώνεται και η υπόληψη προς τον εαυτό του.»

Και μόνη η εμφάνιση ενός πραγματικού ηγέτη, εκείνου δηλαδή που έχει το φυσικό χάρισμα της ηγεσίας, λέει ο Μακιαβέλι, είναι ικανή «να κάνει τους ανεπαρκείς να παραμερίσουν και τους υφισταμένους να υποκλιθούν.» Όταν πάλι παρουσιάζονται πολλοί δήθεν Ηγέτες που σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος είναι «ανώτερος, ικανότερος, δυνατότερος και εξυπνότερος, τότε σίγουρα όλοι τους δεν είναι παρά μετριότητες. Το μόνο που κάνουν είναι να προσφέρουν θέαμα στους υπηκόους.»

Η φιλαρχία και η πλεονεξία θα χαρακτηρίζουν πάντοτε την ανθρώπινη φύση και οι άνθρωποι θα ενεργούν πάντοτε ιδιοτελώς, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους, εκτός αν είναι αναγκασμένοι να πράξουν διαφορετικά. Είναι στη φύση τους να αποφεύγουν τους κινδύνους, αλλάζουν εύκολα διαθέσεις, επιδιώκουν το προσωπικό κέρδος και είναι «αχάριστοι και υποκριτές» σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι προτιμότερο κάποιος να είναι επίφοβος στους άλλους παρά αγαπητός, εφόσον βέβαια δεν μπορεί να συνδυάσει τον φόβο με την αγάπη και την αφοσίωση των υπηκόων του: «Με περισσότερο θάρρος βλάπτουν οι άνθρωποι τον αξιαγάπητο παρά εκείνον που προκαλεί φόβο. Γιατί η αγάπη εξαρτάται από έναν δεσμό υποχρεωτικό, τον οποίο, επειδή από τη φύση τους είναι κακοί τον διαλύουν σε κάθε περίσταση κατά την οποία μπορεί να έχουν προσωπικό όφελος. Ο φόβος όμως που εμπνέεται από την απειλή της τιμωρίας δεν εκλείπει ποτέ· η αγάπη των ανθρώπων εξαρτάται από τους ίδιους και πάντοτε μπορεί να την απαρνηθούν, ο φόβος όμως εξαρτάται από τον ηγεμόνα.»

Αλάνθαστος κανόνας

Για να επιλέξουμε τον κατάλληλο, ή έστω αδιάφθορο υπουργό, αρκεί να τηρήσουμε τον σίγουρο κανόνα: «Περί του πώς ο ηγεμόνας μπορεί να γνωρίζει τον χαρακτήρα ενός υπουργού του, υπάρχει ο επόμενος αλάνθαστος κανόνας, όταν βλέπεις τον υπουργό σου να φροντίζει περισσότερο για τον εαυτό του παρά για εσένα και με όλες τις πράξεις του να επιζητά το ίδιον όφελος, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να είναι καλός υπουργός, ούτε είναι ποτέ δυνατόν να του έχεις εμπιστοσύνη, διότι όποιος αναλαμβάνει και δέχεται την διεύθυνση των πραγμάτων μιας ηγεμονίας, δεν πρέπει ποτέ να φροντίζει για τον εαυτό του αλλά πάντοτε για τον ηγεμόνα, προσέχοντας συνεχώς να μην του προτείνει ποτέ πράγματα που δεν θα αποβούν σε καλό του.»(1)

Η ηθική

Νομίζω άδικα αλλά όχι ανεξήγητα ο Μακιαβέλι κατηγορήθηκε ως ανήθικος· σε πολλά σημεία του Ηγεμόνα όχι μόνο δεν υποκλίνεται στον «ηθικό σχετικισμό» που του αποδίδουν, αλλά παίρνει ξεκάθαρα «ηθική» πολιτική θέση, αδιάφορο εδώ ποια. Η ηθική του ταυτίζεται σχεδόν με τις ιστορικά σύγχρονες λαϊκές αντιλήψεις: ο ηγεμόνας οφείλει να σέβεται την τιμή των υπηκόων του, να μην ατιμάζει τις γυναίκες και τις κόρες του λαού και να μην αρπάζει την περιουσία του. Άλλωστε, ένας βασικός στόχος του είναι να ερμηνεύσει τις συμπεριφορές των ανθρώπων και να ορίσει ένα φάσμα από κανονικότητες και νόμους, ώστε να γίνει δυνατή η πολιτική πρόβλεψη, τουλάχιστον σε πρακτικά χρήσιμο βαθμό. Όποιος λοιπόν επιλέγει υπουργούς ή συνεργάτες που αποδεικνύονται ανάξιοι εμπιστοσύνης ή ακόμα χειρότερα καταχραστές και κοινοί απατεώνες είτε δεν κατέχει τον κοινό νου, ώστε να διακρίνει εγκαίρως τα προκλητικά σημάδια της διαφθοράς και της αναξιοπιστίας, είτε συνειδητά γνωρίζει τον βίο και την πολιτεία των υπουργών του, αλλά δεν παίρνει τα κατάλληλα μέτρα.

Οι συμβουλές

Οι συνετές συμβουλές είναι άχρηστες σε όποιον δεν είναι ο ίδιος συνετός και ο προνοητικός ηγεμόνας δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη ή την φρονιμάδα ενός μόνου υπουργού: «Κανόνας απαράβατος, ότι όποιος δεν είναι από μόνος του συνετός δεν ωφελείται από τις συμβουλές των άλλων, εκτός αν κατά τύχη αφεθεί στη διοίκηση ενός μόνου φρόνιμου υπουργού· με αυτόν τον τρόπο ένας τέτοιος ηγεμόνας χειραγωγείται, αλλά η χειραγώγηση διαρκεί λίγο χρόνο, γιατί ο υπουργός που τον έχει στο χέρι μπορεί γρήγορα να του αρπάξει την εξουσία.» (1) Ένας αξιωματούχος του κράτους χρειάζεται βεβαίως να απολαμβάνει τιμές, να έχει σεβαστή περιουσία και κυρίως να κατέχει την θέση του χάρη στην εύνοια και την ισχύ του ηγεμόνα: «Από την άλλη όμως ο ηγεμόνας οφείλει να προνοεί για τον υπουργό του, να τον τιμάει, να τον πλουτίζει και να τον υποχρεώνει με βαθμούς και κάθε είδους τιμές με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξακολουθήσει να είναι καλός υπουργός, αφού θα βλέπει ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την βοήθεια του ηγεμόνα· έτσι, απολαμβάνοντας αρκετές τιμές να μην επιθυμεί περισσότερες, κατέχοντας αρκετά πλούτη να μην θέλει μεγαλύτερα, και επειδή διατελεί σε υψηλά αξιώματα να φοβάται τις μεταβολές.»

Στην τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα, ο ηγεμόνας θα μπορούσε να είναι πρόεδρος ενός κράτους, πρωθυπουργός, πολιτικός αρχηγός ή και ένα ολόκληρο κόμμα. Ο ηγεμόνας ενσαρκώνει την συλλογική βούληση και είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο Μακιαβέλι ουδόλως διεκδικούσε για τον εαυτό του την θέση του Ηγέτη. Ο λαός φυσικά ελάχιστα καλά έχει να περιμένει από έναν πολιτικό άνδρα που αποδεικνύεται κατά συρροήν ανίκανος να επιλέξει ικανούς και προπαντός έντιμους συνεργάτες. Αν λοιπόν οι υπουργοί είναι ικανοί και οι ηγεμόνες φρόνιμοι, μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη μεταξύ τους, «δυστυχές όμως θα είναι πάντοτε το τέλος του ενός ή του άλλου, εάν αμφότεροι δεν είναι όπως προηγουμένως τους απεικόνισα.»

Παιχνίδια στον Καθρέπτη: Η Γη

Η γη είναι ένα ζωντανό ον, αν και τα παιχνίδια της Μάγια συντελούν, ώστε για μας τους ανθρώπους να μην είναι τίποτε παραπάνω από ένας χώρος υποδοχής ή διαμονής, όπου περνάει τον καιρό της η ύπαρξή μας.

Έτσι, η γη δεν αποκτά μεγαλύτερη σημασία από όση μπορεί να έχει ένα συγκρότημα τούβλων καλά ενωμένων μεταξύ τους, ενώ δεν λείπουν και οι άνθρωποι οι τυφλωμένοι ολοκληρωτικά από την ψευδαίσθηση, οι οποίοι δεν μπορούν να φανταστούν πώς είναι δυνατό να μην είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που κατασκεύασαν κάτι τόσο "απλό" όπως η Γη.

Ωστόσο η γη ζει και μεταξύ των πολλών της μυστηρίων περικλείει και αυτό της παροχής στέγης πάνω στην επιφάνειά της, αντέχοντας -δεν χωράνε άλλες εκφράσεις γι’ αυτό- τη χρήση και την κατάχρηση που κάνουμε, εκμεταλλευόμενοι αυτήν και τις ιδιότητές της.

Όπως το ανθρώπινο σώμα είναι φορέας μυριάδων απειροελάχιστων ζωών, την ύπαρξη των οποίων ούτε καν συνειδητοποιούμε, έτσι και η γη μάς φέρει πάνω της και το γεγονός ότι οι φερόμενοι είναι ζωντανοί δε σημαίνει ότι ο φορέας δεν είναι κι αυτός ζωντανός.

Όπως όλα τα έμβια όντα, η γη έχει ψυχή και σώμα. Λίγα πράγματα μπορούμε να πούμε για την ψυχή της γιατί, καθώς ελάχιστα γνωρίζουμε τη δική μας, είναι δύσκολο να ξέρουμε κάτι για τις άλλες. Κρίνοντας όμως απ’ αυτό που δίδασκε ο Πλάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι για την ψυχή της γης, από τη στιγμή που αυτή εκδηλώνεται σ’ ένα σχεδόν αστρικό σώμα. Ο Πλάτων έλεγε ότι η σφαίρα είναι το πιο τέλειο από τα γεωμετρικά σώματα κι ότι οι ζωντανές μορφές τείνουν προς τη σφαίρα στο βαθμό που τελειοποιούνται.

Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για το σώμα της γης, καθώς είναι πολλά τα πράγματα που μας αφήνει η Μάγια να διακρίνουμε μέσα από τα πέπλα της. Το μεγάλο σώμα της -σε σύγκριση με το δικό μας- έχει στη διάστασή του τα ίδια χαρακτηριστικά με τα ανθρώπινα: γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει. Στο διάστημα της ζωής της, μπορεί να αρρωστήσει, ν’ αλλάξει θέση, να αισθανθεί καλά στην υγεία της, να κοιμάται ή να είναι σε εγρήγορση.

Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πολλά φαινόμενα που, αν εξηγηθούν κάτω από το επιστημονικό και μόνο πρίσμα, καταντούν ψυχρά κι ακατανόητα. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε μια λογική διέξοδο στις πολλές παραδόσεις που επικρατούν και που μιλούν για μεγάλους κατακλυσμούς, τρομακτικούς παγετώνες, νοσήματα πόλεων σε ασύλληπτη κλίμακα...

Ας υποθέσουμε ότι η γη αρρωσταίνει και για να καταπραΰνει τον πυρετό της καλύπτεται από πάγο προκειμένου να δροσιστεί. Κοιμάται και ξεκουράζεται πάνω στο κρύο στρώμα, που η ίδια δημιουργεί με τη δύναμη της θέλησής της, μέχρι να περάσει το κακό. Τότε αρχίζει το λιώσιμο των πάγων, κι επέρχονται οι κατακλυσμοί. Τα ανθρώπινα όντα, ξένα προς τις διαδικασίες του πλανήτη, ζουν μόνο τα δράματα αυτών των μεγάλων κατακλυσμών και τους καταγράφουν μέσω των μύθων, που διαρκούν στο χρόνο και που περιέχουν βαθιά νοήματα.

Ας υποθέσουμε ότι, όπως όλα τα ζωντανά όντα, η γη έχει ανάγκη ν’ αλλάξει θέση κάποιες στιγμές. Αν και η κίνηση αυτών των μεγάλων σωμάτων είναι πιο πειθαρχημένη απ’ ό,τι στους ανθρώπους, όσο ελάχιστη κι αν είναι, έχει μεγάλη επίδραση στα άλλα ζωντανά όντα που στηρίζονται πάνω τους. Κι έτσι, εξηγούνται εκείνες οι παραδόσεις που μνημονεύουν τη μεταβολή που υπέστη ο άξονας της γης, σε διάφορες περιπτώσεις, επειδή περνούσε από μια κατακόρυφη θέση σε άλλη με κλίση, όπως αυτή που παρατηρούμε στη σημερινή εποχή.

Ας υποθέσουμε ότι η γη έχει ηλικία. Ως νέα, η θερμοκρασία της ήταν ήπια και ζεστή, όμως στο βαθμό που γερνάει ψύχεται αργά-αργά, σαν να αποχωρίζεται τη ζωή. Αυτό θα μας έκανε να καταλάβουμε κάτι για τις μεταβολές στη θερμοκρασία που έχουν αρχίσει να καταγράφουν οι επιστήμονες ή τους μικρούς και περιορισμένης έκτασης παγετούς που συμβαίνουν, σαν να παίρνει η γη έναν υπνάκο πότε-πότε, κρατώντας έτσι τη ζωτική γι’ αυτήν θερμότητα.

Στη γη υπάρχει ζωή, γιατί η ζωή γεννάται στους ίδιους τους κόλπους της. Η γη είναι καλή για τους ανθρώπους, για τα ζώα, για τα φυτά. Στα έγκατά της γεννάει τις πιο διαφορετικές και θαυμαστές πολύτιμες πέτρες και παράγει στο κρυφό της εσωτερικό εκπληκτικές γεωλογικές μεταβολές, που μεταφράζονται σε άνθρακες ή σε διαμάντια, σε υπολείμματα πεθαμένων οργανισμών ή σε πετρέλαιο. Ποιος μπόρεσε μέχρι τώρα να εξηγήσει το θαύμα του σπόρου που βλασταίνει στη γη; Ποιος μπόρεσε να εξηγήσει το θαύμα των συστατικών της γης, που ταιριάζουν τέλεια με το σκοπό τους και μετασχηματίζονται μέχρι να οικοδομήσουν το φυσικό σώμα των ζώων και των ανθρώπων; Αν πιστεύουμε ότι το σώμα μας είναι ζωντανό, θα πρέπει στον ίδιο βαθμό να δεχτούμε ότι και η γη είναι ζωντανή, καθώς δεν υπάρχει τίποτα στα σώματά μας που να μην προέρχεται απ’ αυτήν. Μπορεί κάτι το αδρανές να διαμορφώσει κάτι το ζωντανό; Μερικές φορές, το πέπλο της Μάγια δυσκολεύει την όραση και δεν είναι απλό να επισημάνουμε τις ομοιότητες μεταξύ της ζωής της γης και της ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, "όπως είναι επάνω είναι και κάτω", όπως λέει το παλιό ερμητικό γνωμικό. Η γη έχει επίσης ένα σύστημα άρδευσης και αναπνοής. Για εμάς εξακολουθούν να είναι ένα μυστήριο οι θάλασσές της, το νόημα των ποταμών της, τα ρεύματα αέρα που κυκλοφορούν στο εσωτερικό του πλανήτη ως φυσικά αέρια, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αναδύονται από τα στόμια των ηφαιστείων. Για εμάς εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο η ακούραστη ψυχή του πλανήτη, που ποτέ δεν την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της και συνεχίζει να εκπληρώνει με αυστηρή συνέπεια τις υποχρεώσεις της.

Αχ, και να μπορούσαμε να επιτύχουμε αυτήν τη συνέπεια, αυτό το βαθύ αίσθημα του καθήκοντος, χωρίς να κουραζόμαστε ποτέ, χωρίς να λυγίζουμε μετά από έναν ενθουσιασμό που εξανεμίζεται...Για εμάς εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο η διάνοια της γης, που σε διάφορες περιπτώσεις έχει διαψεύσει τους νόμους των επιστημόνων, τροποποιώντας ρυθμούς, επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας διαδικασίες κι ακόμα αλλάζοντας την τροχιά της για να μην "πέσει" πάνω σε κάποιον κομήτη. Από όλα τα μυστήριά της, η γη μας προσφέρει την ελάχιστη γνώση της επιφάνειάς της. Η γνώση μας για το εσωτερικό της είναι μηδαμινή έως ελάχιστη. Μπορούμε να ονειρευτούμε, μπορούμε να κάνουμε ένα "ταξίδι στο κέντρο της γης", όμως στην πραγματικότητα η Μάγια μας κάνει να γνωρίζουμε μόνο το έδαφος που πατάμε. Πάντα αντιμετωπίζουμε τον πλανήτη όχι στο σύνολό του αλλά στο μέρος του συνόλου που εμείς χρησιμοποιούμε. Το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη συνίσταται από νερό. Η στέρεη γη είναι το μικρότερο μέρος, όμως είναι αυτό που μας ενδιαφέρει, γιατί στα νερά δεν μπορούμε να στηριχτούμε. Κυκλοφορούμε στις θάλασσες, όμως ζούμε στη στέρεη γη. Στήριγμα, πάτημα, σίγουρη βάση: αυτό είναι το σύμβολο της γης ως προς το χώμα που έχει. Αυτό είναι το σύμβολο της ύλης που μας στηρίζει. 

Όταν οι παλιοί αλχημιστές σύγκριναν τη γη με την ύλη, δεν το έκαναν με τη μειονεκτική έννοια εκείνου που είναι χονδροειδές και απλοϊκό. Η ύλη είναι η στέγη στήριξης, αυτό που μπορεί ν’ αντέξει και να είναι φορέας άλλων, περισσότερο λεπτών αρχών. Έτσι, η γη μάς στηρίζει κι εμείς ξέρουμε ότι πάνω της μπορούμε να αισθανόμαστε σταθεροί. Είναι ύλη, είναι η δική μας ύλη, αυτή που μας πλάθει, μας μορφοποιεί και μας στηρίζει. Είναι δέρμα και σκελετός. Είναι βάση για πάτημα, είναι βάση για μυστήρια. Σ’ αυτήν μπορούμε να βυθίσουμε τα χέρια -τα χέρια μας τα φτιαγμένα από τη γη- και σ’ αυτήν βυθίζονται οι ρίζες των δέντρων. Απ’ αυτήν εκδηλώνονται επιφανειακά παράξενα μέταλλα και λαμπερές πέτρες, και σε χαμένες σπηλιές κρύβονται τα νερά και οι άνεμοι των παλαιών εργασιών που πραγματοποίησαν τα μικρά πνεύματα σε κάποιες χρονικές στιγμές. 

Η Γη είναι ωραία. Υπάρχει σ’ αυτήν μια αρχή αρμονίας που χαρακτηρίζει εξίσου όλα τα ζωντανά όντα, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. Υπάρχει σ’ αυτήν μια ισορροπία που μας μιλάει για το χέρι του Θεού ή για τα "ψηφία του Θεού", όπως έλεγαν οι αρχαίοι κλασικοί. Τα χρώματά της αναμιγνύονται με θαυμαστό τρόπο, δημιουργώντας έτσι μια συμφωνία αποχρώσεων, σαν πρόκληση προς τη φαντασία του πιο ένθερμου καλλιτέχνη. Υπάρχει σ’ αυτήν ένα ντελίριο μορφών, που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινη ικανότητα για δημιουργία. Οι πέτρες αποκτούν παράξενα περιγράμματα, τα πετράδια οργανώνονται σύμφωνα με τα γεωμετρικά σχήματα και μερικές φορές ανοίγεται μια σπηλιά μπροστά στην ανθρώπινη περιέργεια, δείχνοντας ότι ακόμα και στο εσωτερικό του σώματός της τα δάχτυλα του Θεού έθεσαν την ομορφιά στη γη. Και η Μάγια έντυσε με κλωστές ψευδαίσθησης αυτήν τη σφαίρα που περιφέρεται ρυθμικά στο χώρο, παγιδεύοντας όλους μας -τη Γη κι εμάς- σ’ αυτό το μεγάλο παιχνίδι της ζωής.

Τι είναι ευτυχία; Από τον Αριστοτέλη στον Νίτσε

Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι,
αυτά που λες και αυτά που πράττεις
βρίσκονται σε αρμονία

Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων ειδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.

Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησης της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.

Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».

Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;

Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία

Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.

Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.

Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακώς.

Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.

Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ), καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.

Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.

Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη

Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία
από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις
-Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής,

Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.

Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.

Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).

Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα

Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντας την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.

Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.

Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).

Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής:

«Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ,
αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος»
Επίκτητος

Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi

Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός Giacomo Leopardi (1798-1837) – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:

Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. (…) Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.

Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.

Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσης τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψης τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.

Ο Νίτσε και η ευτυχία

Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.

Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».

Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:

Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!

ΗΡΟΔΟΤΟΣ και ΣΑΜΟΣ/ΙΩΝΙΑ

Οι Περσικοί πόλεμοι δεν είχαν ακόμη τελειώσει όταν γεννήθηκε ο Ηρόδοτος στην Αλικαρνασσό (σημ. Μπόντρουμ, Τουρκία, εξ ου κι αποκαλούμενος Αλικαρνασσεύς), δωρική αποικία στα Ν.Δ. παράλια της Μ. Ασίας, στη περιοχή που ονομαζότανε Καρία απέναντι από τη Κω, ο διάσημος αυτός Έλληνας ιστορικός που επονομάστηκε «πατήρ της ιστορίας». Η βασίλισσα της πόλης αυτής, Αρτεμισία, είχε πάρει μέρος με τα πλοία της στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, στο πλευρό του Ξέρξη. Υποτελής, γιος ή εγγονός της Αρτεμισίας ήταν ο Λύγδαμης, ο τύραννος εξαιτίας του οποίου σκοτώθηκε ο θείος του Ηροδότου και αναγκάστηκε ο ίδιος στα είκοσί του χρόνια να καταφύγει στην Σάμο όπου και παρέμεινε μέχρι το 455 – 454 πκχ. Στη Σάμο άντλησε τη χάρη του γραψίματός του. Εκεί έμαθε την αξία της ελευθερίας και ένιωσε το βάρος της τυραννίας. Μετά επέστρεψε για ένα διάστημα στην Αλικαρνασσό, όταν η τυραννία είχε πια καταργηθεί, και όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα θα υποθέταμε ότι άρχισε τα ταξίδια του γύρω στο 450–440 πκχ.

Ο Ηρόδοτος (το όνομά του ετυμολογείται από την Ήρα και το δίδω και σημαίνει από την Ήρα δόθηκε), οπως όλα τα παιδιά της εποχής του, μεγάλωσε με τα Ομηρικά έπη, τα οποία γνώρισε πολύ καλά λόγω του θείου του Πανύαση, ο οποίος ήταν χρησμολόγος, μάντης και αρχαίος έλληνας επικός ποιητής του 5ου αι. πκχ, γνωστός για τα Ηράκλεια και τα Ιωνικά. Η επίδραση του θείου του θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν καθοριστική όχι μόνο για την μόρφωση του Ηροδότου αλλά και για την διαμόρφωση των πολιτικών του ιδεών. Στο έργο του ο Ηρόδοτος παρατηρούμε ότι παραθέτει αρκετούς χρησμούς, στους οποίους δείχνει μεγάλο σεβασμό, δίνει ιδιαίτερη σημασία στον μυθικό ήρωα Ηρακλή και στους απογόνους του, ενώ είναι φανερή η άριστη γνώση της επικής ποίησης. Όλα αυτά λοιπόν υπαινίσσονται την παρουσία του χρησμολόγου Πανύαση, ο οποίος έγραψε ανάμεσα στα άλλα και ένα έργο για τον Ηρακλή. Στη συνέχεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην Σάμο ο Ηρόδοτος ήρθε σε στενή επαφή με το ιωνικό πνεύμα, το οποίο γνώριζε και από την Αλικαρνασσό, που, αν και δωρική στην ίδρυσή της, ανήκε στην σφαίρα επιρροής της Ιωνίας. 

Η Ιωνική του παιδεία – η γνώση της ιωνικής διαλέκτου, ο ορθολογισμός (με τον όρο αυτό εννοούμε ότι ο ιστορικός εκφράζει την δυσπιστία του σε παράδοξες ή αντιφατικές πληροφορίες, ότι αναζητεί τις αιτίες γεγονότων/καταστάσεων/συμπεριφορών, όχι σε μύθους αλλά κυρίως σε γεγονότα που μπορούν να υποβληθούν σε κριτικό έλεγχο, να ελεγχθούν με την λογική) και ο εμπειρισμός (η μεθοδολογία του Ηροδότου είναι στην βάση της εμπειρική, γιατί ο ιστορικός στηρίζεται πιο πολύ στην αυτοψία ή και, όταν δεν μπορεί να ελέγξει με αυτοψία τις πληροφορίες του, τις συγκρίνει με την εμπειρία του) συμπληρώθηκε αναμφισβήτητα στη Σάμο, ενώ καλλιεργήθηκε η αγάπη του για τα ταξίδια και οξύνθηκε το φιλοπερίεργο πνεύμα του. Φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε από τα μεγάλα έργα με τα οποία είχε κοσμήσει την Σάμο ο τύραννος Πολυκράτης, αφού στο έργο του εκφράζει συχνά τον θαυμασμό του (την ονομάζει πολίων πασέων πρώτην ελληνίδων και βαρβάρων) και τα συγκρίνει με τα μνημεία της Αιγύπτου. Παρατηρώντας τα ο νεαρός Ηρόδοτος έμαθε να προσέχει τις λεπτομέρειες, να σημειώνει διαστάσεις, να περιγράφει με ακρίβεια. Η περιέργεια που τον διέκρινε τον οδηγούσε σε ερωτήσεις για καθετί που του προκαλούσε εντύπωση, μετρούσε τις διαστάσεις των οικοδομημάτων και κρατούσε πολλές σημειώσεις. Έτσι κατάφερε να αποκτήσει πολλές εμπειρίες και συγκέντρωσε πολύτιμο υλικό, που μας το παρέδωσε με την ιστορία του.

Οι εμπορικές σχέσεις που είχε συνάψει η Σάμος με τη Κυρήνη (τη σημερινή Λιβύη), τον ωθήσανε να την επισκεφτεί περίπου το 460 πκχ.. Απ' αυτό το ταξίδι διασώζεται ο μύθος των Βαττιάδων Βασιλέων. Ωστόσο, το ταξίδι που βοήθησε το συγγραφέα ν' αναπτύξει το πνεύμα του ήταν αυτό στην Αθήνα, όπου θα συγγράψει και θα κάνει γνωστό το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, η πόλη βρισκόταν στον χρυσό αιώνα της και ήταν κέντρο μεγάλης πνευματικής κίνησης, μητρόπολη του ελληνισμού, πραγματικό σχολείο της Ελλάδος. Εκεί ουσιαστικά συμπλήρωσε την μόρφωσή του και γνωρίστηκε με εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες. Ανέπτυξε φιλικούς δεσμούς με τον Σοφοκλή, με τον Πρωταγόρα και τον Περικλή. Έτσι συμμετείχε με τον Πρωταγόρα στην ίδρυση των Θουρίων, στην
 
Ιταλία, όπου γνώρισε την διδασκαλία των Πυθαγορείων, με την οποία είχε έρθει σε
επαφή ήδη από τον καιρό της Σάμου.

"Οι Ίωνες έχτισαν τις πόλεις τους στο ωραιότερο μέρος με το καλύτερο κλίμα,
γιατί ούτε τα βορειότερα μέρη ούτε τα νοτιότερα θα μπορούσαν να συγκριθούν με
την Ιωνία, γιατί στα βόρεια μέρη το κλίμα είναι υγρό και κρύο, ενώ πιο νότια ζεστό
και ξηρό. Επιπλέον, οι Ίωνες δεν χρησιμοποιούσαν όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά
τέσσερα διαφορετικά ιδιώματα. Στον νότο η πρώτη πόλη ήταν η Μίλητος, και ύστερα
η Μυούς και η Πριήνη και όλες αυτές βρίσκονται στην Καρία και μιλούν το ίδιο
ιδίωμα μεταξύ τους. Όσον αφορά την Λυδία οι πόλεις που είχαν κτιστεί, ήταν η Έφεσος, η Κολοφών, Λέβεδος, Τέως, Κλαζομεναί και η Φώκαια. Αυτές οι πόλεις έχουν το ίδιο ιδίωμα μεταξύ τους, ενώ διαφωνούν με τις άλλες πόλεις ως προς την γλώσσα τους."

Τέλος, ο Ηρόδοτος καταγράφει άλλες τρεις ιωνικές πόλεις από τις οποίες οι δυο είναι χτισμένες σε νησιά, στην Σάμο και στην Χίο, ενώ η τρίτη βρίσκεται στην στεριά, δηλαδή οι Ερυθραί, Χίοι και Ερυθραίοι μιλούν το ίδιο ιδίωμα, ενώ οι Σάμιοι είχαν το ιδιαίτερο δικό τους.
 
Αναφέρθηκε και στον ιερό χώρο της Μυκάλης, το Πανιώνιον (που είναι σύνθετη λέξη από το παν + Ίωνες), που ήταν στραμμένο προς τον βορρά και ήταν αφιερωμένο στον Ελικώνιο Ποσειδώνα προς τιμήν του οποίου διοργανώνονταν γιορτές από τους Ίωνες.
 
Εκεί συνεδρίαζαν οι αντιπρόσωποi των δώδεκα ισχυρότερων Ιωνικών πόλεων (η Μίλητος, η Μυούς, η Πριήνη, η Έφεσος, η Κολοφώνα, η Λέβεδος, η Τέως, οι Κλαζομενές, οι Ερυθρές, η Φώκαια και οι νησιωτικές πόλεις Χίος και Σάμος).

Ο Ηρόδοτος έχει θεωρηθεί ως ένας από τους πιο πολυταξιδεμένους αρχαίους συγγραφείς, αφού επισκέφτηκε όλο σχεδόν τον γνωστό κόσμο της εποχής. Είναι βέβαιο ότι διδάχτηκε πολλά από τα ταξίδια του όσον αφορά την μόρφωσή του, αλλά και δεν αποκλείεται να ανέπτυξε και σε αυτά και κάποια εμπορική δραστηριότητα, αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Το σημαντικότερο από όλα είναι ότι γνώρισε τόπους, λαούς, θαυμαστά μνημεία, ήθη και έθιμα παράδοξα.

Το ότι εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια

Πηγαίνετε σε μια συναυλία. Στη γωνία του δρόμου πέφτετε πάνω σε μια ομάδα ατόμων που κοιτάζουν τον ουρανό. Χωρίς να σκεφτείτε, σηκώνετε το κεφάλι. Γιατί; Λόγω του φαινομένου που ονομάζουμε κοινωνική απόδειξη. Στη μέση του κονσέρτου, σ’ ένα κομμάτι που ο σολίστας εκτελεί με μπρίο, κάποιος μέσα στο κοινό αρχίζει να χειροκροτεί και, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όλη η αίθουσα κάνει το ίδιο. Το ίδιο κι εσείς. Γιατί; Πάλι η κοινωνική απόδειξη. Μετά τo κονσέρτο πηγαίνετε στο βεστιάριο για να πάρετε το παλτό σας. Παρατηρείτε ότι τα άτομα που στέκονται μπροστά σας στην ουρά αφήνουν νομίσματα σ’ ένα πιάτο, ενώ το βεστιάριο περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου. Τι κάνετε; Αφήνετε κι εσείς πουρμπουάρ. Λόγω της κοινωνικής απόδειξης (που αποκαλείται ενίοτε πνεύμα κοπαδιού, αγελαίο ένστικτο ή, γενικότερα,κομφορμισμός), συμπεριφέρομαι όπως οι άλλοι. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερα άτομα επιδοκιμάζουν μια ιδέα, τόσο καλύτερη είναι αυτή η ιδέα- πράγμα, φυσικά, παράλογο.

Πίσω από τις κερδοσκοπικές φούσκες και τις κινήσεις χρηματιστηριακού πανικού κρύβεται η κοινωνική απόδειξη. Τη βλέπουμε επί τω έργω στον κόσμο της μόδας, στις τεχνικές μάνατζμεντ, στα χόμπι, στις δίαιτες, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις κτλ. Η κοινωνική απόδειξη μπορεί να παραλύσει ολόκληρους πολιτισμούς- σκεφτείτε, παραδείγματος χάρη, τις ομαδικές αυτοκτονίες που οργανώνουν ορισμένες αιρέσεις.

Το πείραμα που έκανε για πρώτη φορά ο ψυχολόγος Σόλομον Ας, το 1950, αποδεικνύει πόσο η κοινωνική πίεση μπορεί να διαστρεβλώσει τη σωστή κρίση.

Ο ερευνητής δείχνει γραμμές διαφορετικού μήκους σ’ έναν εθελοντή που πρέπει κάθε φορά να δηλώνει αν η γραμμή είναι μακρύτερη, κοντύτερη ή ίση με μια γραμμή αναφοράς. Όταν ο εθελοντής είναι μόνος του στον χώρο εκτιμά σωστά το μήκος των γραμμών που του δείχνουν- η άσκηση είναι πραγματικά εύκολη. Έπειτα ο ερευνητής φέρνει άλλα εφτά άτομα στον ίδιο χώρο — τους «συνενόχους» του, αλλά ο εθελοντής δεν το ξέρει. Οι νεοφερμένοι, ο ένας μετά τον άλλο, δίνουν λανθασμένη απάντηση δηλώνοντας ότι η εν λόγω γραμμή είναι πιο κοντή, ενώ είναι ολοφάνερα πιο μακριά από τη γραμμή αναφοράς. Ύστερα έρχεται η σειρά του εθελοντή να απαντήσει. Στο 30% των περιπτώσεων δίνει την ίδια λάθος απάντηση με τους προηγούμενους, από καθαρή κοινωνική πίεση.

Γιατί; Διότι αυτή η συμπεριφορά αποδείχτηκε αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης κατά την εξέλιξη. Ας υποθέσουμε ότι ζείτε 50.000 χρόνια πριν και ότι περπατάτε στη σαβάνα με τους κυνηγούς συντρόφους σας και, ξαφνικά, εκείνοι το βάζουν στα πόδια. Τι κάνετε; Στέκεστε ακίνητος ξύνοντας το πιγούνι και αναρωτιέστε αν αυτό που βλέπετε είναι πράγματι λιοντάρι ή κάποιο ακίνδυνο ζώο που μοιάζει με λιοντάρι; Όχι βέβαια! Εξαφανίζεστε κι εσείς γρήγορα. Μπορείτε να σκεφτείτε αργότερα, όταν θα είστε ασφαλής. Εκείνος που συμπεριφέρθηκε διαφορετικά στη σαβάνα του Σερενγκέτι δεν επέζησε για να μεταβιβάσει τα γονίδιά του στους απογόνους του. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς είναι τόσο ριζωμένος μέσα μας, που εξακολουθούμε να τον χρησιμοποιούμε, ενώ δε μας προσφέρει πια κανένα πλεονέκτημα επιβίωσης. Το μόνο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ όπου η κοινωνική απόδειξη είναι χρήσιμη είναι να έχετε εισιτήρια για ένα ποδοσφαιρικό ματς σε μια ξένη πόλη και να μην ξέρετε πού βρίσκεται το στάδιο – στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον λογικό να ακολουθήσετε τα άτομα που μοιάζουν με φιλάθλους.

Οι κωμωδίες καταστάσεων και τα τοκ σόου χρησιμοποιούν την κοινωνική απόδειξη μεταδίδοντας σε καίριες στιγμές ηχογραφημένα γέλια για να προκαλέσουν το γέλιο των τηλεθεατών. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα κοινωνικής απόδειξης είναι χωρίς αμφιβολία ο λόγος του Γιόζεφ Γκέμπελς στις 18 Φεβρουάριου του 1943 με τίτλο «Θέλετε τον ολοκληρωτικό πόλεμο;». (Στο YouTube υπάρχει βίντεο αυτής της ομιλίας.) Αν είχε θέσει την ερώτηση σε κάθε άτομο ξεχωριστά και ανωνύμως, κανένα δε θα είχε απαντήσει καταφατικά στη θεοπάλαβη πρότασή του.

Η διαφήμιση εκμεταλλεύεται συστηματικά την αδυναμία μας να υποκύπτουμε στην πίεση της κοινωνικής απόδειξης. Είναι μάλιστα πιο αποτελεσματική όταν υπάρχει πληθώρα προϊόντων τα χαρακτηριστικά των οποίων δεν έχουν ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους (για παράδειγμα, όταν πρέπει να διαλέξετε ανάμεσα σε διάφορες μάρκες αυτοκινήτων, απορρυπαντικών, καλλυντικών που, τελικά είναι ισάξια) και όπου εμφανίζονται άνθρωποι “όπως εσείς κι εγώ”. Γι’ αυτό δε θα δείτε ποτέ στην τηλεόραση μια Αφρικανή νοικοκυρά να επαινεί ένα προϊόν καθαρισμού.

Να είστε δύσπιστοι όταν μια επιχείρηση διατείνεται ότι το προϊόν της είναι “πρώτο σε πωλήσεις”. Παράλογο επιχείρημα, διότι δε σημαίνει ότι είναι καλύτερο μόνο και μόνο επειδή πουλιέται πολύ. Όπως έλεγε ο συγγραφέας Σόμερσετ Μομ, το ότι πενήντα εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία αυτό δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια.

Ο Αλκιβιάδης έκανε τόσες προδοσίες στη ζωή του, προδόθηκε στο τέλος από τον τελευταίο του προστάτη

Η πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς σήμανε το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου και την υποταγή της Αθήνας στην Σπάρτη. Ο Αλκιβιάδης αντιμετώπιζε τώρα μεγαλύτερο κίνδυνο. Με τον Λύσανδρο κυρίαρχο της περιοχής δεν μπορούσε να παραμείνει άλλο και κανείς τόπος στην Ελλάδα δεν ήταν ασφαλής γι’ αυτόν εξαιτίας της δύναμης των Λακεδαιμονίων. Έφυγε, λοιπόν, για την Βιθυνία παίρνοντας μαζί του πολλά χρήματα και πολλά από τα πράγματά του. Και καθώς στην Βιθυνία πάλι έχασε πολλά από τα αγαθά του και ληστεύτηκε από τους εκεί Θράκες, αποφάσισε να καταφύγει στον Αρταξέρξη με σκοπό να προσφέρει τις υπηρεσίες του και να ζητήσει την βοήθεια του βασιλιά εναντίον των εχθρών του.

Το 471 π.Χ. μετά τον εξοστρακισμό του από την Αθήνα είχε καταφύγει στην αυλή του Βασιλιά της Περσίας και είχε αναδειχθεί σε έναν από τους έμπιστους συμβούλους του Ξέρξηγια την προάσπιση της πατρίδας του (427).

Γι’ αυτό το λόγο κατευθύνθηκε στην Φρυγία για να συναντήσει τον Φαρνάβαζο, ο οποίος θα τον οδηγούσε με ασφάλεια στον βασιλιά και ζούσε κοντά του υπηρετώντας τον και απολαμβάνοντας τιμές (428).

Όταν όμως επιβλήθηκε στην Αθήνα το καθεστώς των Τριάκοντα (429) τυράννων τα πράγματα άλλαξαν. Οι Τριάκοντα δεν σταμάτησαν να ρωτούν να μάθουν τι έκανε ή τι
σχεδίαζε ο Αλκιβιάδης. Πίστευαν ότι, αφού ο Αλκιβιάδης βρίσκεται στην ζωή, πάντα
θα υποκινεί τους Αθηναίους εναντίον του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η κυριαρχία
των Λακεδαιμονίων θα είναι ανασφαλής. Γι’ αυτό μέσω του Λύσανδρου ζήτησαν από
τους άρχοντες της Σπάρτης να εξοντώσουν τον Αλκιβιάδη. Και, πράγματι, οι
άρχοντες της Σπάρτης, επειδή φοβήθηκαν την δυναμικότητα και την
πολυπραγμοσύνη του Αλκιβιάδη αλλά και επειδή ήθελαν να ικανοποιήσουν τον Άγι,
διέταξαν τον Λύσανδρο να μεταβιβάσει στον Φαρνάβαζο την επιθυμία τους για την
εξόντωσή του (430)

Έτσι, ο Φαρνάβαζος ανέθεσε στον αδερφό του Βαγαίο και στο θείο του
Σουσαμίθρη να αναλάβουν τον φόνο του Αλκιβιάδη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι
τελικά ο Αλκιβιάδης δολοφονήθηκε στην Μέλισσα, μία μικρή πόλη της Φρυγίας,
όπου συζούσε με την εταίρα Τιμάνδρα. Οι δολοφόνοι του δεν τόλμησαν να μπουν
μέσα στο σπίτι όπου βρισκόταν, αλλά, αφού το περικύκλωσαν, έβαλαν φωτιά. Τότε ο
Αλκιβιάδης έριξε στην φωτιά κάποια υφάσματα και στρώματα και τύλιξε στο
αριστερό του χέρι τη χλαμύδα του, ενώ στο δεξί κρατούσε το ξίφος (431). Με αυτόν τον
τρόπο πέρασε γρήγορα μέσα από τις φλόγες χωρίς να πάθει τίποτε και εμφανίστηκε
στην είσοδο του σπιτιού. Όταν τον είδαν οι δολοφόνοι του να προβάλει ορμητικός με το σπαθί στο χέρι, το έβαλαν στα πόδια και άρχισαν να τον χτυπούν από απόσταση με
βέλη και ακόντια, ώσπου έπεσε κάτω νεκρός (432). Αφού έτσι φονεύθηκε ο Αλκιβιάδης
και οι δολοφόνοι αποχώρησαν, η Τιμάνδρα σήκωσε τον νεκρό, τον τύλιξε με τα
φορέματά της και τον κήδεψε με λαμπρότητα και τιμές στο μέτρο που μπορούσε.
Η περιοχή του φόνου βρισκόταν υπό περσικό έλεγχο, όμως είναι άγνωστο ποιος
ευθύνεται για την δολοφονία του Αλκιβιάδη. Ίσως να είχε οργανωθεί από Αθηναίους,
την Σπάρτη ή τον σατράπη Φαρνάβαζο. Όλοι αυτοί είχαν λόγους να θέλουν τον
Αλκιβιάδη νεκρό. Σίγουρα πολλοί, για διάφορους λόγους, ικανοποιήθηκαν από την
είδηση του θανάτου του, έστω και αν δεν συγκαταλέγονταν στους ηθικούς ή
φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας. Βέβαια, κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι ο
λόγος του θανάτου του ήταν κάτι πολύ πιο ασήμαντο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ο
Αλκιβιάδης είχε αποπλανήσει μια νεαρή γυναίκα κάποιων γνωστών του, συζούσε
μαζί της, και ότι τα αδέλφια της, επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν την προσβολή,
έβαλαν φωτιά στο σπίτι του και τον σκότωσαν την ώρα που έτρεχε να γλιτώσει
ανάμεσα στις φλόγες.

Ο θάνατος του Αλκιβιάδη, αντίθετα με την ζωή του, ήταν σκοτεινός και άθλιος,
αλλά και άδοξος για έναν άνδρα με αρκετά ελαττώματα, ωστόσο και με πολλά και
σπάνια προτερήματα.
--------------------------------
Επεξηγηματικά σχόλια

421 Πλούτ. Αλκιβ. 37.

422 Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9.

423 Η περιοχή της Μικράς Ασίας μεταξύ Πόντου και Προποντίδας με κατοίκους αρχαίους Θράκες από τα μέρη της Ευρώπης.

424 Γιατί οι Θράκες, όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Αλκιβιάδης είχε έλθει με πολλά χρήματα, του έστησαν ενέδρα και, αυτά τα οποία είχε κοντά του, τα αφαίρεσαν αλλά αυτόν δεν μπόρεσαν να τον συλλάβουν (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9).

425 Ο Αρταξέρξης Β΄ ήταν γιος του Δαρείου Β΄, ονομαζόμενος και Μνήμων ή Αρσάκης. Βασίλευσε από το 405 ως το 362 π.Χ. και επί των ημερών του οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά της Ελλάδας ισοδυναμούσαν με πλήρη έλεγχό της, ιδίως με την υπογραφή της Ανταλκίδειου ειρήνης του 386 π.Χ.

426 Το ίδιο είχε κατορθώσει παλαιότερα ο Θεμιστοκλής, ο νικητής της Σαλαμίνας και θεμελιωτής της αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας.

427 Πλούτ. Αλκιβ. 37.

428 Ο Φαρνάβαζος είχε δώσει στον Αλκιβιάδη το Γρύνειο, φρούριο στην Φρυγία, από το οποίο έπαιρνε ως εισόδημα κάθε χρόνο πενήντα τάλαντα (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9).

429 Οι Τριάκοντα τύραννοι συνιστούσαν μια ολιγαρχική κυβέρνηση τριάντα ατόμων, η οποία διαδέχτηκε την αθηναϊκή δημοκρατία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου το 404 π.Χ. Τον τρόπο αυτό διακυβέρνησης επέβαλε στους Αθηναίους ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος μετά την παράδοση της πόλης, την οποία διαπραγματεύτηκε ένας από τους μελλοντικούς τυράννους, ο Θηραμένης. Η εκκλησία του δήμου προέβαλε αντίσταση, ωστόσο με την βοήθεια μιας σπαρτιατικής
φρουράς που εγκαταστάθηκε στην πόλη οι Τριάκοντα, με τον Κριτία επικεφαλής, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο διατήρησε στο ακέραιο τα πολιτικά δικαιώματα μοναχά 3.000 ατόμων, μέλη της δικής τους παράταξης. Οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να βρουν ξαφνικά τον θάνατο χωρίς να προηγηθεί δίκη. Εκείνοι που αντιστάθηκαν στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων εξοντώθηκαν χωρίς οίκτο, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Θηραμένης που εξαναγκάστηκε να πιει κώνειο. Τον Ιανουάριο
του 403 π.Χ., μετά από περίπου οκτώ μήνες στην εξουσία, οι Τριάκοντα εκδιώχθηκαν από τον Θρασύβουλο προς μεγάλη ανακούφιση των κατοίκων.

430 Πλούτ. Αλκιβ. 38.

431 Το ξίφος το άρπαξε από έναν φίλο του από την Αρκαδία, ο οποίος ουδέποτε είχε θελήσει να αποχωριστεί από τον Αλκιβιάδη, και μαζί ρίχτηκαν στη φωτιά (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 10).

432 Οι δολοφόνοι του

Καρναβαλικά Δρώμενα

Καρναβαλικά Δρώμενα

Το Καρναβάλι είναι μια ιερή γιορτή που εξυμνεί τη χαρά της ζωής, την αναγέννηση και την ανανέωση του ανθρώπου, της φύσης και ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, υπερβαίνουν τα στενά όρια της ύπαρξης, χάνουν το γνώριμο εαυτό τους και ταυτίζονται με το σύνολο των ανθρώπων, κατά τη διάρκεια μιας γιορτής που ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα του κόσμου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αποτελεί έναν «ύμνο» στο πνευματικό φως το οποίο ελεύθερο από περιορισμούς εκφράζεται, μετουσιώνοντας και αναγεννώντας τα πάντα.

Με άλλα λόγια, τα δρώμενα του Καρναβαλιού μάς προσφέρουν την ευκαιρία για μια πηγαία έκφραση των βαθύτερων περιεχομένων του εαυτού μας, αλλά και την εμπειρία μιας άμεσης αυθεντικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε, υπερβαίνοντας έτσι κάθε χωριστική κοινωνική διάκριση. Είναι μια γιορτή που ικανοποιεί την ανάγκη μας να βρεθούμε όλοι μαζί, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσουμε, πέρα από το μονότονο ρυθμό της καθημερινότητας. Η ψυχική ευφορία και το πολύτιμο θεραπευτικό γέλιο απελευθερώνονται τότε και ενισχύονται μέσα από τη γενικότερη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής.

Το Καρναβαλικό Περιεχόμενο

Το Καρναβάλι είναι μια περίοδος ευθυμίας και χαρούμενης ηθικής ελευθερίας, όπου οι κανόνες του κόσμιου βίου αναστέλλονται προσωρινά, και βασιλεύει η λησμονιά της καθημερινότητας. Τα ταμπού και οι απαγορεύσεις παραμερίζονται και όλες οι εκτροπές επιτρέπονται. Εκδηλώσεις, γλέντια και πλουσιοπάροχα συμπόσια, όπου κυριαρχούν η έξαρση του αισθησιασμού, η μέθη, η αθυροστομία, οι ξέφρενοι χοροί, οι μεταμφιέσεις και οι πομπές προσωπιδοφόρων, συνθέτουν την όλη εικόνα. «Αγριάνθρωποι» που φορούν δέρματα ζώων, φυλλώματα δέντρων, άχυρα και κουδούνια, και κρατούν ρόπαλα ή μαγκούρες, άνθρωποι ντυμένοι αρκούδες και άλλα ζώα αναστατώνουν τα πάντα.

Προκαλούν με πειράγματα τους περαστικούς, παράγουν εκκωφαντικούς θορύβους, πετούν αντικείμενα, μπαίνουν μέσα στα σπίτια και ξεφαντώνουν. Ποικίλα είναι τα έθιμα και τα τελετουργικά δρώμενα του Καρναβαλιού, μεταξύ των οποίων καθαρμοί, απομάκρυνση των δαιμόνων, άναμμα και σβήσιμο των φώτων ή της πυράς, αγώνες μεταξύ αντίπαλων ομάδων, στέψη και καθαίρεση ενός πλασματικού βασιλιά, κάψιμο ή ενταφιασμός ενός ανδρεικέλου, αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες του γάμου και της κηδείας.

Όμως, τα καρναβαλικά δρώμενα διακρίνονται γενικότερα από την τάση τους να αντιστρέφουν επίμονα και συστηματικά την τάξη του κόσμου και τις ιεραρχικές δομές της κοινωνίας. Ολόκληρος ο κόσμος ξεπροβάλει μέσα από ένα καθολικό αναποδογύρισμα, οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Καθετί «ανώτερο» υποβιβάζεται, τη στιγμή που οτιδήποτε «κατώτερο» αναβιβάζεται και εξυμνείται.

Ο ζητιάνος ενθρονίζεται βασιλιάς και ο καντηλανάφτης παπάς, ο τρελός ανακηρύσσεται σοφός, ο διάβολος δοξολογείται, η θεία λειτουργία τρέπεται σε βωμολοχία. Σύμβολα, θεσμοί, τίτλοι και αξιώματα, ιερά και όσια διακωμωδούνται και εκθρονίζονται, ενώ στη θέση τους ενθρονίζεται η τρέλα και το αλλόκοτο. Κάθε υψηλή ιδέα γελοιοποιείται και στη θέση της δοξάζεται μεταξύ άλλων η ανδρική και γυναικεία «φύση».

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα συνθέτουν ένα οργιώδες ανατρεπτικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναδύεται το αρχέτυπο του «τρελού», που ξεσκεπάζει με τις κουβέντες του κάθε ψέμα ή υποκρισία, και ανακοινώνει δημόσια δυσάρεστες αλήθειες, που συγκαλύπτονται στην καθημερινή μας ζωή. Και επειδή στο καρναβάλι όλοι γίνονται «τρελοί», τούτο σημαίνει πως ακόμα και ο λαός κατορθώνει τότε να πει στην εξουσία, χάρη στην ασυλία της γιορτής, τη δική του αλήθεια· να κρίνει και να επικρίνει, να ελέγξει τους δυνατούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, να επισημάνει τα στραβά, να καταγγείλει το άδικο, να σατιρίσει την εξουσία, διορθώνοντας ή βελτιώνοντας την κοινωνία.

Το Καρναβάλι Διαχρονικά

Όταν, λοιπόν, λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων. Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους. Αυτά τα έθιμα είναι πολύ παλιά και η σύνδεσή τους με το χριστιανικό εορτολόγιο μεταγενέστερη.

Γιορτές Καρναβαλιού διαπιστώνονται ήδη από το 2000 π.κ.ε. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα, όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες. Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους. Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου. Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στα πανάρχαια Σάκαινα των Βαβυλωνίων, στο Πουρίμ των Ιουδαίων και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.

Οι βαθύτερες όμως ρίζες των καρναβαλικών εθίμων βρίσκονται στα αρχαία μαγικοθρησκευτικά δρώμενα των ποιμενοαγροτικών κοινωνιών, στα οποία συναντάμε τη φωτιά, ως μέσο καθαρμού και αποτροπής του κακού, τη μεταμφίεση (μάσκα, κεφαλοκάλυμμα, κοστούμι), το εικονικό όργωμα, τη σπορά, την πάλη, το θάνατο και την ανάσταση, το χορό και τη μουσική. Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, και συγκεκριμένα στα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.

Γιορτές καρναβαλικού περιεχομένου υπήρξαν και στους Ρωμαίους, όπως τα Βακχανάλια, τα Σατουρνάλια, τα Λιμπεράλια, τα Λουπερκάλια, τα Φεράλια [ή Φε-(β)ρουάλια], τα Παρεντάλια· στο Βυζάντιο ήταν οι Καλένδες (ή Καλάνδες) και στη μεσαιωνική Δύση η Γιορτή των Τρελών, ένα παραεκκλησιαστικό Καρναβάλι, που τελούνταν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου.

Στη Γιορτή των Τρελών κατώτεροι κληρικοί, διάκοι και παπαδοπαίδια, εξέλεγαν τον ψευδοκαρδινάλιο ή τον πάπα των τρελών και τον χειροτονούσαν μέσα στην εκκλησία. Εκεί χόρευαν μασκαρεμένοι, έψελναν φάλτσα αθυρόστομες παρωδίες εκκλησιαστικών ύμνων, έπιναν, έτρωγαν και έπαιζαν ζάρια. Μετά έβγαιναν στους δρόμους, χοροπηδούσαν διαβολεμένα, έριχναν μαγαρισιές στον κόσμο, και πήγαιναν στις ταβέρνες, συνεχίζοντας το πιόμα και τα ανόσια τραγούδια.

Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν στις Καλένδες, τις πλέον επίσημες και λαμπρές εορτές των βυζαντινών χρόνων με μεταμφιέσεις, στις οποίες αν και συμμετείχαν κληρικοί, κρίνονταν μη αποδεκτές και απαγορευμένες από την Εκκλησία. Στις Καλένδες οι βυζαντινοί έψελναν χορεύοντας, μεταμφιεσμένοι σε ζώα, τράγους, καμήλες, ελάφια, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ευθυμία για όλο το έτος. Τέτοια έθιμα υπήρξαν και σε νεότερους χρόνους, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, ακόμα και στην Ελλάδα.

Τα έθιμα του Καρναβαλιού πέρασαν με τον καιρό από την ύπαιθρο στις αναπτυσσόμενες πόλεις, όπου τα περιεχόμενά τους διαμορφώθηκαν ανάλογα και απέκτησαν καινούργια σημασία, αντανακλώντας νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Η μαγική αγροτική τελετουργία μετατράπηκε βαθμιαία σε πάνδημο αστικό θέαμα και ψυχαγωγία, με το λαό θεατή και πρωταγωνιστή. Στους νεώτερους χρόνους τα σύγχρονα Καρναβάλια έλαμψαν στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία, με τις γιορτές και τις πομπές των μασκοφόρων.

Στην Ιταλία, τα Καρναβάλια απέκτησαν μεγάλη φήμη. Η Φλωρεντία του 15ου-16ου αιώνα γιόρταζε με τραγούδια, που είχαν αρχικά μυθολογικό περιεχόμενο, αλλά στη συνέχεια έγιναν επίκαιρα, αποκτώντας μεγαλύτερη απήχηση στο λαό. Την εποχή του ρομαντισμού είχε γίνει ξακουστό και το Καρναβάλι της Ρώμης· μια εικόνα του μας δίνει ο Γκαίτε, όταν μιλάει για ποικιλία κοστουμιών, που παρίσταναν φασουλήδες, δικηγόρους, ζητιάνους και γυναίκες του λαού, με κομφετί, εκκεντρικές κομμώσεις, αλλά και αλλόκοτα δρώμενα, όπως εκείνο της τελευταίας βραδιάς, που περιφέρονταν με κεριά τα οποία προσπαθούσαν μεταξύ τους να σβήσουν. Εκείνο όμως που ξεχώριζε πάντοτε για τη μεγαλοπρέπειά του ήταν το Καρναβάλι της Βενετίας, με εντυπωσιακές μάσκες και μεταμφιέσεις, πυροτεχνήματα, ακροβατικές επιδείξεις, παρελάσεις και ψευτομάχες.

Στη Γαλλία, από το 15ο αιώνα υπήρχαν οι «χοροί των μεταμφιεσμένων», γνωστοί ως μπαλ – μασκέ, ενώ κατά το 16ο αιώνα ήταν στη δόξα τους τα «momons», οχλαγωγίες από μασκαράδες και μουσικούς, που εισέβαλλαν απρόσκλητοι στα σπίτια, και έπαιρναν μέρος στους χορούς και τις διασκεδάσεις· το 18ο αιώνα καθιερώθηκαν και τα μπαλ – μασκέ της Όπερας του Παρισιού. Στη Βόρεια Γαλλία χαρακτηριστικές ήταν οι παρελάσεις γιγάντων, στο Νότια Γαλλία οι πομπές των ζώων, στην Κεντρική Γαλλία οι «κερατάδες» του Σωγκζιλάνζ, και στα ανατολικά της χώρας οι «χοντροί» του Σαιν-Κλωντ.

Οι αποικισμοί και οι μεταναστεύσεις των λαών συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάμιξη των καρναβαλικών παραδόσεων που προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτισμούς, και στη διαμόρφωση της σύγχρονη μορφής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αμερική, με την ανάμιξη ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και αυτοχθόνων εθίμων, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων καρναβαλικών εορτών, όπως στο Σαλβαντόρ ντα Μπαΐα και στο Ρίο ντε Τζανέιρο, της Βραζιλίας, στη Λουϊζιάνα και στη Νέα Ορλεάνη της Κεντρικής Αμερικής, στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο της Καραϊβικής· αυτά τα δύο νησιά αποτελούν μάλιστα ένα όμορφο παράδειγμα του πώς το Καρναβάλι μπορεί να ενώσει τον κόσμο, αφού σε αυτό το μικρό έθνος οι πεποιθήσεις και οι παραδόσεις πολλών πολιτισμών ενώνονται κάθε χρόνο, ξεχνώντας τις διαφορές τους και γιορτάζοντας το θαύμα της ζωής!

Όλα αυτά τα δρώμενα του Καρναβαλιού δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τις αρχαίες αφρικανικές παραδόσεις, όπως παρελάσεις μεταμφιεσμένων μασκοφόρων με ρυθμούς τυμπάνων, μεγάλες μαριονέτες, ραβδούχους μαχητές και ξυλοπόδαρους χορευτές. Στα έθιμα αυτά συχνά συμπεριλάμβαναν κυκλικές πορείες γύρω από το χωριό, για να προκαλέσουν καλή τύχη, θεραπεία και εξευμενισμό των αποθανόντων συγγενών, αλλά και φυσικά αντικείμενα (οστά, φτερά, χόρτα, χάντρες, κοχύλια, ύφασμα) για να δημιουργούν μάσκες, καπέλα και φορεσιές με πνευματικές δυνάμεις και ιδιότητες.

Η μάσκα αποτελούσε ιερό αντικείμενο σε νεκρικές τελετές, ενώ τα φτερά συμβόλιζαν τη δυνατότητά μας ως άνθρωποι να ανυψωθούμε πάνω από τα προβλήματα, τους πόνους και την ασθένεια της καθημερινότητας, αναγεννημένοι σε ένα νέο κόσμο. Σήμερα, βλέπουμε φτερά να χρησιμοποιούνται με πάρα πολλούς τρόπος στη δημιουργία αποκριάτικων στολών.

Η Αποκριά

Μια σημαντικότατη γιορτή καρναβαλικού χαρακτήρα, που τελείται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο πριν από την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η γιορτή της Αποκριάς (ή των Αποκριών ή Αποκρεών), μια περίοδος διασκέδασης και ευωχίας, που σημάνει το οργιαστικό ξέσπασμα της ζωής και την εκδίωξη του θανάτου, τον ερχομό της άνοιξης και το τέλος του χειμώνα, την ευφορία της γης και τη γονιμότητα – φυσική και πνευματική – όλων των υπάρξεων.

Η γιορτή αυτή είναι ένα χαρούμενο καλωσόρισμα στο πνεύμα της Θεότητας που κατακλύζει τα πάντα, και μεταβάλει το θάνατο σε ζωή, τη θλίψη σε χαρά, συμπαρασύροντας τους ανθρώπους και τη φύση σε μια θεία ιερή μέθη, γεμάτη από την αγάπη για τη ζωή και το χτίσιμο ιδανικών.

Η Αποκριά σε οποιοδήποτε μέρος γιορταζόταν, περιλάμβανε μεταμφιέσεις και αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα. Οι ρωμαιοκαθολικοί την καθιέρωσαν πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ιταλία. Ήταν μια ξέφρενη εορτή αμφίεσης, που την ονόμαζαν Carnevale, από το λατινικό carnem levare ή carnis levamen, που σημαίνει «αποχή από το κρέας», εφόσον τη γιορτή ακολουθούσε η Σαρακοστή, όπου δεν επιτρεπόταν η βρώση κρέατος.

Οι κυριότερες εκδηλώσεις της Αποκριάς των καθολικών συνηθίζονται πλέον κατά τις τρεις τελευταίες μέρες της κρεοφαγίας, δηλαδή Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (γνωστή στα γαλλικά ως Mardi Gras, Αμαρτωλή Τρίτη). Η επόμενη μέρα, η Καθαρή Τετάρτη (Mercredi des Cendres = Τετάρτη των Τεφρών) είναι η αρχή της νηστείας της Σαρακοστής (Careme), αντίστοιχη της δικής μας Καθαρής Δευτέρας.

Οι Αποκριές στην Ελλάδα

Οι Αποκριές στην Ελλάδα, που αποκαλούνται από το λαό και «Μεγάλες Αποκριές» (στην Κύπρο «Μεγάλες Σήκωσες»), διαρκούν τρεις εβδομάδες, και ξεκινούν την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μαζί με το Τριώδιο – το βιβλίο των εκκλησιαστικών ύμνων, που ψάλλονται στην εκκλησία από την εν λόγω Κυριακή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Οι επόμενες τρεις Κυριακές των Αποκριών είναι η Κυριακή του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Η Κυριακή της Τυρινής σημάνει τη λήξη αυτή της περιόδου και την έναρξη της μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα.

Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται Προφωνή, Προφανή, Προφωνέσιμη ή Προφωνήσιμη, επειδή προφωνείται (ανακοινώνεται) η έναρξη των Αποκριών, επίσης Συγκόκαλη ή Απόλυτη, επειδή δεν εφαρμόζεται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, καθώς και Αμολυτή, Αποβολή ή Απόλυτη, γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο· επιπλέον, αποκαλείται Λόκρια, Αρνοβδομάδα, Αρτσι Βούρτσι ή Αρτσι Μπούρτσι.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή, γιατί θεωρείται η περίοδος της κρεοφαγίας που σταματάει την Κυριακή της Απόκρεω, τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα, που ξεκινάει μετά την Κυριακή της Απόκρεω, ονομάζεται της Τυρινής ή Τυροφάγου, γιατί περιλαμβάνει βρώση τυροκομικών.

Ιδιαίτερη θέση στην Κρεατινή εβδομάδα κατέχει η Τσικνοπέμπτη (ή Τσικνοπέφτη) και το Ψυχοσάββατο (ή Σάββατο των Ψυχών). Την Τσικνοπέμπτη η τσίκνα είναι διάχυτη παντού, καθώς οι άνθρωποι γιορτάζουν ψήνοντας κρέατα έξω από το σπίτι, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή πίστευαν ότι οι νεκροί πετούσαν γύρω από τις φωτιές και γευμάτιζαν από τον καπνό και την τσίκνα. Ανάλογα, το Ψυχοσάββατο είναι αφιερωμένο στη λατρεία των νεκρών με προσφορά γευμάτων πάνω στους τάφους. Αυτά τα δύο έθιμα θεωρείται ότι συνδέονται με τα Ανθεστήρια, που περιλάμβαναν προσφορές σπονδών και τροφίμων στους νεκρούς, για τους οποίους πίστευαν ότι τριγυρνούσαν εκείνες τις μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς.

Οι έρευνες οδηγούν πράγματι στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές αντλούν την καταγωγή τους από τα Ανθεστήρια, δηλαδή τα αρχαιότερα Διονύσια, αλλά και από τα Μεγάλα Διονύσια. Τα Ανθεστήρια γιορτάζονταν κατά το μήνα Ανθεστηρίων (αντιστοιχούσε στο σημερινό χρονικό διάστημα από 23 Ιανουαρίου έως 20 Φεβρουαρίου), που σύμφωνα με τη J. E. Harrison, ήταν αρχικά μια γιορτή των ψυχών· ήταν μια περίοδος που τα πνεύματα των νεκρών ανασταίνονταν και περιφέρονταν ως φαντάσματα στην πόλη γλεντοκοπώντας, πριν εξευμενιστούν και τους δοθεί η εντολή να φύγουν.

Στην πορεία η γιορτή εμπλουτίστηκε από τη χαρούμενη παρουσία του Διονύσου, θεού της βλάστησης, της άνθισης και της ανάπτυξης, των αλλαγών και των μεταμορφώσεων σε όλα τα πράγματα, συμπεριλαμβανομένης και της ανθρώπινης ζωής.

Το ίδιο διάστημα, και συγκεκριμένα ο Februarius (Φεβρουάριος), αποτελούσε και για τους αρχαίους Ρωμαίους περίοδο καθαρμών από καθετί νεκρό, και ο Μαυρόσιος Ιόβας μας αναφέρει ότι αυτός ο μήνας ήταν αφιερωμένος σε τελετές απομάκρυνσης των φόβων του κάτω κόσμου. Αλλωστε, ο Februarius αντλεί το όνομά του από το februum, που σημαίνει τον εξαγνισμό μέσω της τελετουργίας Februa, που τελούνταν στις 15 Φεβρουαρίου – κατά την πανσέληνο – σύμφωνα με το παλιό σεληνιακό ημερολόγιο της Ρώμης, και ο Οβίδιος καταλήγει πως «οποιοδήποτε πράγμα εξάγνιζε την καρδιά το ονόμαζαν οι πρόγονοί του februum».

Αντίστοιχα, τα Παρεντάλια και τα Φεράλια ήταν και αυτά αφιερωμένα στον εξευμενισμό των φαντασμάτων.

Η αποτίναξη του θανάτου, που προήγαγε τη γονιμότητα της φύσης και του ανθρώπου, συνδέθηκε, λοιπόν, με τη θεοφάνεια του Διονύσου, τον οποίο συνόδευε η θορυβώδης συντροφιά του, ο θίασος των Μαινάδων και των Σατύρων, που όπως και οι Κένταυροι, οι Σιληνοί, οι Νύμφες και ο Πάνας, αποτελούσαν αρχετυπικές μορφές, οι οποίες εκπροσωπούσαν τις γενεσιουργές δυνάμεις της φύσης, και έκαναν πάντοτε αισθητή την παρουσία τους στα αποκριάτικα δρώμενα. Περιείχαν σε αρμονία στοιχεία χαράς και θανάτου, κρεοφαγίας και νηστείας, άκρατου ερωτισμού και αγνότητας, σύγκρουσης και πανηγυριού, ζωομορφισμού και ανθρωπομορφισμού.

Οι γιορτές προς τιμήν του θεού Διονύσου κατά την αρχαιότητα ήταν ξεχωριστές και περιλάμβαναν εύθυμες λατρευτικές πομπές, στις οποίες συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες χορευτές, τραγουδιστές, προσωπιδοφόροι, μεταμφιεσμένοι σε σατύρους και κενταύρους, ενώ αργότερα στις γιορτές της κλασικής εποχής συμμετείχαν ιδιαίτερες φαλλικές μορφές, πέρα από τους μασκοφορεμένους χορευτές.

Η μεταμφίεση, και ιδιαίτερα η μάσκα, αποτελούσε άλλωστε χαρακτηριστικό των εορτών του Διονύσου, που ενίοτε αποκαλείται θεός-προσωπείο, καθώς το προσωπείο αποτελούσε την λατρευτική εικόνα του. Η μάσκα συμβόλιζε επίσης τη νέα μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου, ενώ υπήρξε και σύμβολο μετουσίωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους αόρατους κόσμους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Φ. Όττο ο μασκοφόρος βιώνει την ιερή τρέλα, το πνεύμα του μαινόμενου θεού, που εμποτίζει το προσωπείο του.

Για παράδειγμα, σε τελετουργίες του Διονύσου στη Θράκη, που θεωρείται η πλέον πιθανή πατρίδα του, υπήρχαν «ταυρόφθογγοι μίμοι» που μούγκριζαν προς το θεό, ενώ οι γυναίκες που τον λάτρευαν ως Διόνυσο Λαφύστιο έφεραν οι ίδιες κέρατα, μιμούμενες το θεό, γιατί τον φαντάζονταν ως ταυροκέφαλο.

Αργότερα, μέσα από τις γιορτές του Διονύσου, γεννήθηκε το Ιερό Θέατρο, που σε πολλές παραστάσεις, όπως εκείνες του Αριστοφάνη, ο χορός μεταμφιεζόταν σε όρνιθες, νεφέλες, βατράχους, σφήκες κ.λ.π.

Αποκριάτικα Εθιμα στην Ελλάδα

Τα παλαιότερα χρόνια στον τόπο μας οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και αντίθετα, γινόταν η περιφορά του καρνάβαλου, του γαϊτανακιού και της καμήλας, με ομίλους χορευτών να γυρνάνε τις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι. Αναβίωναν διάφορες προλήψεις, μαντείες και δεισιδαιμονίες, ψάλλονταν εύθυμα και άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία.

Αναβαν φωτιές, που ονόμαζαν «Φανούς», «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους»· γύρω τους έστηναν χορούς και τις πηδούσαν με ευχές για υγεία και καλή τύχη, αντλώντας τη δύναμη που η φωτιά πίστευαν ότι έκρυβε. Στις μεταμφιέσεις χαρακτηριστικές μορφές ήταν ο γέρος, η νύφη και ο γαμπρός, ο αράπης και η αραπίνα, ο γιατρός και ο βοηθός του, ο παπάς και ο σατανάς, η καμήλα, η αρκούδα κ.λ.π. άλλοτε πάλι έδιναν υπαίθριες παραστάσεις, κωμικού περιεχομένου, που ανάγονται στους αρχαϊκούς αγερμούς, ενώ διαδεδομένα ήταν και τα κοινά συμπόσια.

Γέννηση, ανάπτυξη, γάμος, θάνατος και αναγέννηση του ήρωα, ήταν ένα δράμα που παιζόταν ακατάπαυστα. Ήταν η ανακύκλωση της ζωής, στην οποία συμμετείχε ολόκληρη η κοινότητα, στην αγορά του χωριού ή της πόλης. Μέσα από τις μάσκες, τα ανδρείκελα, τις μεταμφιέσεις οι άνθρωποι «γίνονταν ένα σώμα» και βίωναν την αναγεννητική διαδικασία. Γιόρταζαν πάνω από όλα τον ερχομό του νέου – του νέου χρόνου, της νέας άνοιξης, της νέας ζωής – το καινούργιο που εμφανίζεται στον κόσμο.

Αυτά τα αποκριάτικα έθιμα διατηρούνται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στο Σοχό Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη, με πανηγυρισμούς, με αγερμούς και τραγούδι, από μεταμφιεσμένους με προβιές τράγου, ψηλά καλύμματα στο κεφάλι από πολύχρωμες κορδέλες, γουρουνοτσάρουχα στα πόδια και μάσκες με πούλιες και μακριά μουστάκια· κρατώντας ξύλινο γιαταγάνι ή αγκλίτσα, ταγάρι με ούζο, κρασί και πορτοκάλια, περπατούν ρυθμικά, πηδούν και σείονται, κουδουνίζουν και τραγουδούν, κερνούν τους ανθρώπους, πότε στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, πότε στους δρόμους.

Στη Θράκη, κατά το παλιό αποκριάτικο δρώμενο του «Καλόγερου», η καμπουρίτσα Μπάμπω γεννάει ένα εφταμηνίτικο μωρό που μεγαλώνει στο άψε-σβήσε. Το καλάθι δεν το χωράει, τρώει και πίνει τον περίδρομο, ανδρώνεται, γυρεύει γυναίκα, παντρεύεται, έρχεται στα χέρια με τον κουμπάρο του, σκοτώνεται, μοιρολογιέται και κηδεύεται. Ξαφνικά όμως ανασταίνεται θαυματουργά και οργώνει τη γη μαζί με το μετανιωμένο του φονιά. Ο θάνατος και η ανάσταση του γαμπρού μάς παραπέμπουν στο θάνατο του Διονύσου το χειμώνα και στην ανάστασή του την άνοιξη, ενώ το καλάθι της γριάς το λίκνο του, που χρησίμευε ως κόσκινο και κούνια (Λικνίτης ήταν γνωστή επωνυμία του Διονύσου).

Στην ίδια περιοχή τη Δευτέρα της Τυρινής εβδομάδας τελείται ο «Μπέης» ή «Κιοπέκ Μπέης», ευετηριακό δρώμενο, με αγερμούς, ευχές σε κάθε σπίτι για «καλοχρονιά με πολύ στάρι και πολύ κριθάρι», εικονικό όργωμα, εικονική σπορά και αγώνες – πήδημα, ρίξιμο πέτρας, τρέξιμο και πάλη – χορούς και τραγούδια. Στη Νάουσα «Μπούλες» και «Γενίτσαροι», με παραδοσιακές στολές και προσωπίδες, χορεύουν σε ομάδες, με ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, σε ανάμνηση των αρματολών της τουρκοκρατίας, που κυκλοφορούσαν μεταμφιεσμένοι τις Αποκριές για να κρύβονται από τον εχθρό.

Στα χωριά του Παγγαίου, κατά το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο της Ντερβένας, που ανάγεται στην πυρολατρεία των αρχαίων χρόνων, οι άνθρωποι πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές (ντερβένες), που έχουν διπλό σκοπό· αφενός ζεσταίνουν τις καρδιές, αφετέρου εξαγνίζουν τους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους από τα παλιά ακάθαρτα στοιχεία, σε μια φυσική και πνευματική αναγέννηση, με τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης του Πάσχα. Εξάλλου, η φωτιά είχε ανέκαθεν εξαγνιστικό χαρακτήρα και προκαλούσε την κάθαρση του ανθρώπου μέσω του θεϊκού πυρός.

Στη Σκύρο έχουμε τους τραγόμορφους Γέρους και τις Κορέλες, σε ένα ερωτικό παιχνίδι, με μεταμφιεσμένους που σηκώνουν πάνω τους πολλά κουδούνια, συχνά τριάντα, πενήντα ή και περισσότερα, προκαλώντας πανδαισία ήχων. Στη Ζάκυνθο γίνονται θεατρικές παραστάσεις, οι λεγόμενες «Ομιλίες», αλλά και απαγγελίες αυτοσχέδιων σατιρικών στίχων με έντονη αθυροστομία. Στο Δαφνί της Σπάρτης οι άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό, και επικρατούν αυτοσχέδιοι διάλογοι, χοροί γύρω από εθιμικές φωτιές, τραγούδια, κέφι, τολμηρά πειράγματα και κρασί.

Ο «Πεθαμένος στη Γκούβα», ένα Δρώμενο των Σαρακατσάνων της Ηπείρου με έντονο το στοιχείο της μαγείας, άρχιζε με το ηλιοβασίλεμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και τελείωνε τα χαράματα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας θίασος ανδρών υποδυόταν το γαμπρό, τη νύφη, τα πεθερικά, τους γέρους, το γύφτο και άλλα πρόσωπα. Οι γέροι φορούσαν μάσκες και κάπες από προβιές ζώων, κουδούνια στη μέση, ενώ κρατούσαν μεγάλα ραβδιά, με τα οποία χτυπούσαν τη γη. Ένας τσοπάνης ξάπλωνε πεθαμένος μέσα σε μια γκούβα (γούβα ή λάκκος) και ο θίασος τον μοιρολογούσε, ενώ στο τέλος χόρευαν, με πρωτοχορευτή τον πεθαμένο και αναστημένο τσοπάνη. Η λήξη των Αποκριών σηματοδοτείται από την πομπή και το κάψιμο του καρνάβαλου.

Ο καρνάβαλος αποτελεί ουσία μια άλλη απεικόνιση του θεού Διονύσου, και η πομπή του την πομπή των αρχαίων Αθηναίων στις διονυσιακές γιορτές. Σε κάποιες περιοχές ο καρνάβαλος είναι μάλιστα τοποθετημένος σε πλοίο, κάτι που μας παραπέμπει στην αρχαία πίστη ότι ο Διόνυσος αναγεννιέται την άνοιξη, επιστρέφοντας από τη θάλασσα, μετά το χειμερινό θάνατό του. Επιπλέον, η παράδοση του καρνάβαλου στην πυρά ανάγεται στην αρχαιότητα, στις πομπές της θυσίας του θεού Διονύσου για τη σωτηρία του κόσμου, κατά το αρχαίο έθιμο του θυσιασμένου βασιλιά.

Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα. Εκείνη τη μέρα στην Αγία Αννα της Εύβοιας οι γυναίκες τραγουδούν τα «γαμοτράγουδα», μαζί με τολμηρά αστεία, πειράγματα και λόγια χωρίς «ηθικούς φραγμούς», με θέμα το φαλλό και το αιδοίο, των οποίων οι μετέχοντες φέρουν ομοιώματα· ένα δρώμενο που ανάγεται στα Μικρά ή Κατά Αγρούς Διονύσια, και στα Μεγάλα Διονύσια, που ήταν χαρούμενες ελεύθερες γιορτές με πομπή φαλλού, τον οποίο συνόδευαν με χορωδίες, τραγούδια και προσφορές, ακόμα και οι δούλοι. Ο φαλλός ήταν σύμβολο του Διονύσου ως θεού της γονιμότητας, και κάθε τέτοια μαζική πομπή αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ευφορία των αγρών και των κήπων, αλλά και τη γονιμότητα των σπιτικών.

Η χρησιμοποίηση, λοιπόν, σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων, που συνδυάζεται συχνά με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις αυτής της περιόδου, δεν δηλώνει αποκλειστικά τη σεξουαλική πράξη. Συμβολίζει ευρύτερα την πηγή, τη μήτρα της ζωής, τη ρίζα της ανανέωσης, την πηγή της ανάστασης. Αποτελούν ένδειξη της εκδήλωσης των γονιμοποιών δυνάμεων της ζωής και τη διαδικασία γέννησης ενός νέου «σώματος», με την ευρύτερή του έννοια, είτε πρόκειται για το ανθρώπινο σώμα, είτε για το σώμα της κοινωνίας ή ακόμα και ολόκληρης της φύσης και της Δημιουργίας.

Επιπλέον, το έθιμο του εικονικού γάμου, που περιλαμβάνεται στα καρναβαλικά έθιμα, ανάγεται στην αρχαιότητα και ήταν λατρευτικό στοιχείο των διονυσιακών τελετών· η «Ιερογαμία» του θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, στο «Βουκολείον» Ιερό, αποτελούσε μέρος των αθηναϊκών Ανθεστηρίων, και αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι θεοί.

Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές, και γενικότερα τα καρναβαλικά δρώμενα, συνδέονται με αναγεννητικές, εξευμενιστικές δυνάμεις, που επιφέρουν λύτρωση και απελευθερώνουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου, που συγκρατούν τον κόσμο σε συγκεκριμένους χωροχρονικούς περιορισμούς, κάτω από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής εξουσίας και κατεστημένου. Επιπλέον, οι γιορτές αυτές συμφιλίωναν ανέκαθεν τον άνθρωπο με το στοιχείο του θανάτου και του έδιναν τη δυνατότητα να λειτουργεί ελεύθερα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, συμμετέχοντας στην διαδικασία του αέναου αναγεννητικού κύκλου των εποχών και της δημιουργίας.

Στις μέρες μας ο κόσμος βιώνει βαριά «την ανάσα του θανάτου και του νεκρού να περιπλανιούνται γύρω του», βιώνει έναν χειμώνα, μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής. Όμως ο κύκλος του θανάτου και της ζωής είναι αέναος και σπειροειδής και οδηγεί την ανθρωπότητα μέσα από δυσκολίες και εμπόδια, μέσα από δοκιμασίες, μάχες και ανατροπές σε μια αναγέννηση, σε μια ανανέωση. Η μέθη και η χαρά της ζωής, η ορμή του φωτός και της θεότητας φέρνει ανάσταση, και μαζί με την αναγέννηση της θεότητας, αναγεννιέται ο άνθρωπος, η φύση, η Δημιουργία.

Ο άνθρωπός, η ζωή, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώνεται, αλλάζει διαρκώς προσωπεία και μεταμφιέσεις παροδικές. Πίσω όμως από αυτές τις εφήμερες όψεις κρύβεται το αιώνιο, το άφθαρτο, το πνευματικό φως, ο τελικός θρίαμβός της ζωής, και οι άνθρωποι, μέσα από τις πανάρχαιες τελετές που φτάνουν σε εμάς ως Αποκριές, συμμετείχαν ανέκαθεν και ενίσχυαν την έλευση του καινούργιου. Ήταν μια σύμπραξη με τη θεότητα, ένα κάλεσμα για το δυναμικό, πανηγυρικό ερχομό της, στη μορφή του αρχαίου Διονύσου ή στο πρόσωπο του Χριστού, είτε στη μορφή οποιουδήποτε θυσιασμένου θεού-λυτρωτή.

Σήμερα, σε μια σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι καλούμαστε να ανατρέψουμε μέσα στην ίδια μας τη συνείδηση την εικόνα που έχουμε χτίσει για τον κόσμο και τον εαυτό μας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάτι καινούργιο να λάμψει. Η Άνοιξη και ο Χειμώνας, η Ζωή και ο Θάνατος ουσία βρίσκονται μέσα μας. Ο κύκλος των εποχών δεν είναι ξεχωριστός από εμάς. Ο ρόλος του ανθρώπου είναι να συμμετέχει ενεργά στην εκδήλωση των δημιουργικών δυνάμεων της ζωής, ωθώντας σε ανανέωση και εξέλιξη.

Αυτό ακριβώς γινόταν και παλιότερα, μέσα από τις Ιερές Τελετές και τα Μυστήρια, ενώ στις μέρες μας, σε μια εποχή που όλα ανατρέπονται, παρέχεται η ευκαιρία για μια εκ νέου ιερή αφύπνιση του ανθρώπου – δημιουργικού, ανώτερου, πνευματικού – που θα εξευμενίσει το θάνατο και θα φέρει «Φως και Ζωή».

Εξάλλου, το διονυσιακό στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, συνυφασμένο με τη δύναμη και την ελευθερία, το γλέντι και τη χαρά, τη δημιουργικότητα και την πνευματικότητα, πάνω από τις καθημερινές δυσκολίες· το πνεύμα του θεού Διονύσου είναι ζωντανό ανάμεσα μας, έτοιμο να μας ξεσηκώσει, μέσα στη θεία ιερή μέθη του.