Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (54-91)

ΠΙ. ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὃ δρᾶσον; τῷ σκέλει θένε τὴν πέτραν.
55 ΕΥ. σὺ δὲ τῇ κεφαλῇ γ᾽, ἵν᾽ ᾖ διπλάσιος ὁ ψόφος.
ΠΙ. σὺ δ᾽ οὖν λίθῳ κόψον λαβών. ΕΥ. πάνυ γ᾽, εἰ δοκεῖ.
παῖ παῖ. ΠΙ. τί λέγεις, οὗτος; τὸν ἔποπα παῖ καλεῖς;
οὐκ ἀντὶ τοῦ παιδός σ᾽ ἐχρῆν ἐποποῖ καλεῖν;
ΕΥ. ἐποποῖ. ποήσεις τοί με κόπτειν αὖθις αὖ.
60 ἐποποῖ. ΘΕΡΑΠΩΝ ΕΠΟΠΟΣ. τίνες οὗτοι; τίς ὁ βοῶν τὸν δεσπότην;
ΠΙ. Ἄπολλον ἀποτρόπαιε, τοῦ χασμήματος.
ΘΕ. οἴμοι τάλας, ὀρνιθοθήρα τουτωί.
ΕΥ. οὕτω ᾽στὶ δεινόν; οὐδὲ κάλλιον λέγειν;
ΘΕ. ἀπολεῖσθον. ΕΥ. ἀλλ᾽ οὐκ ἐσμὲν ἀνθρώπω. ΘΕ. τί δαί;
ΕΥ. ὑποδεδιὼς ἔγωγε, Λιβυκὸν ὄρνεον.
65 ΘΕ. οὐδὲν λέγεις. ΕΥ. καὶ μὴν ἐροῦ τὰ πρὸς ποδῶν.
ΘΕ. ὁδὶ δὲ δὴ τίς ἐστιν ὄρνις; οὐκ ἐρεῖς;
ΠΙ. ἐπικεχοδὼς ἔγωγε Φασιανικός.
ΕΥ. ἀτὰρ σὺ τί θηρίον ποτ᾽ εἶ, πρὸς τῶν θεῶν;
70 ΘΕ. ὄρνις ἔγωγε δοῦλος. ΕΥ. ἡττήθης τινὸς
ἀλεκτρυόνος; ΘΕ. οὔκ, ἀλλ᾽ ὅτε περ ὁ δεσπότης
ἔποψ ἐγένετο, τότε γενέσθαι μ᾽ ηὔξατο
ὄρνιν, ἵν᾽ ἀκόλουθον διάκονόν τ᾽ ἔχῃ.
ΕΥ. δεῖται γὰρ ὄρνις καὶ διακόνου τινός;
75 ΘΕ. οὗτός γ᾽, ἅτ᾽, οἶμαι, πρότερον ἄνθρωπός ποτ᾽ ὤν.
τοτὲ μὲν ἐρᾷ φαγεῖν ἀφύας Φαληρικάς,
τρέχω ᾽π᾽ ἀφύας ἐγὼ λαβὼν τὸ τρύβλιον·
ἔτνους δ᾽ ἐπιθυμεῖ, δεῖ τορύνης καὶ χύτρας,
τρέχω ᾽πὶ τορύνην. ΕΥ. τροχίλος ὄρνις οὑτοσί.
80 οἶσθ᾽ οὖν ὃ δρᾶσον, ὦ τροχίλε; τὸν δεσπότην
ἡμῖν κάλεσον. ΘΕ. ἀλλ᾽ ἀρτίως νὴ τὸν Δία
εὕδει καταφαγὼν μύρτα καὶ σέρφους τινάς.
ΕΥ. ὅμως ἐπέγειρον αὐτόν. ΘΕ. οἶδα μὲν σαφῶς
ὅτι ἀχθέσεται, σφῷν δ᾽ αὐτὸν εἵνεκ᾽ ἐπεγερῶ.
85 ΠΙ. κακῶς σύ γ᾽ ἀπόλοι᾽. ὥς μ᾽ ἀπέκτεινας δέει.
ΕΥ. οἴμοι κακοδαίμων, χὠ κολοιός μοἴχεται
ὑπὸ τοῦ δέους. ΠΙ. ὦ δειλότατον σὺ θηρίον,
δείσας ἀφῆκας τὸν κολοιόν. ΕΥ. εἰπέ μοι,
σὺ δὲ τὴν κορώνην οὐκ ἀφῆκας καταπεσών;
90 ΠΙ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε. ΕΥ. ποῦ γάρ ἐστιν; ΠΙ. ἀπέπτετο.
ΕΥ. οὐκ ἆρ᾽ ἀφῆκας; ὦγάθ᾽, ὡς ἀνδρεῖος εἶ.

***
ΠΙΣ. Ξέρεις; Βάρα το βράχο με το πόδι.
ΕΥΕ. Με το... κεφάλι εσύ, να γίνει ο κρότος
διπλός. ΠΙΣ. Μια πέτρα πιάσε καν και χτύπα.
ΕΥΕ. Όπως σ᾽ αρέσει.
Χτυπά με μια πέτρα και φωνάζει.
Που, που, που. ΠΙΣ. Έτσι, γεια σου·
τον τσαλαπετεινό τον λεν και πούπο·
καλό ειναι το πουπού. ΕΥΕ. Ξαναχτυπάω.
Πουπουπουπού· βρε, πού είστε, πού είστε, πού είστε;
Από το σύδεντρο βγαίνει ένα πουλί, ο υπηρέτης του τσαλαπετεινού, με το μεγάλο του ράμφος ορθάνοιχτο.
Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΥ
60 Ποιοί να ᾽ναι; Ποιός φωνάζει τον αφέντη;
ΠΙΣ. Θεούλη μου! Μωρέ για κοίτα στόμα!
Τρομαγμένος, κάνει να φύγει και πέφτει κάτω· ο Ευελπίδης τρέχει κοντά του· πάνω στην ταραχή η καλιακούδα και η κουρούνα τούς φεύγουν από τα χέρια.
ΥΠΗ., τρομαγμένος κι αυτός.
Συφορά! Πουλολόγοι!
ΕΥΕ., στον Πισθέταιρο)
Τί τρομάζεις;
Καλύτερα, ξηγήσου.
ΥΠΗ., αφού συνήρθε από την τρομάρα.
Είστε χαμένοι.
ΕΥΕ. Για ανθρώπους μάς περνάς; ΥΠΗ. Δεν είστε; Τί είστε;
ΕΥΕ. Εγώ όρνιο λιβυκό, με λεν τρεμούλη.
ΥΠΗ. Βλακείες. ΕΥΕ. Καλέ, τα πόδια μου δε βλέπεις;
Δείχνει τα πόδια του που τρέμουν από το φόβο.
ΥΠΗ., δείχνοντας τον Πισθέταιρο.
Και τούτος τί όρνιο; Μίλα. ΠΙΣ. Κουτσουλιέρης. . .
κατσουλιέρης. ΕΥΕ. Κι εσύ σαν τί θεριό είσαι;
70 ΥΠΗ. Σκλαβοπούλι. ΕΥΕ. Σε σκλάβωσε στη μάχη
κανένας πετεινός; ΥΠΗ. Καλέ όχι· μα όταν
μου τσαλαπετεινώθηκε ο αφέντης,
δεήθηκε πουλί κι εγώ να γίνω,
να ᾽χει έναν υπηρέτη στις δουλειές του.
ΕΥΕ. Και τα πουλιά χρειάζονται υπηρέτες;
ΥΠΗ. Τ᾽ άλλα όχι, μόνο αυτός· γιατί ήταν, βλέπεις,
άνθρωπος πρώτα. Η όρεξη σαν τού ᾽ρθει
να φάει σαρδέλες του Φαλήρου, αρπάζω
μια σκουτέλα και τρέχω για σαρδέλες·
αν θέλει φάβα, χρειάζεται κουτάλα
κι ένα τσουκάλι· τρέχω για κουτάλα.
ΕΥΕ. Πουλί είσ᾽ εσύ, βρε φίλε, ή τρεχαντήρι;
80 Μπρος, τρεχαντήρι· τρέξε φώναξέ μας
τ᾽ αφεντικό σου. ΥΠΗ. Δεν είναι πολλή ώρα
που δείπνησε με μύρτα και μυγάκια
και πλάγιασε. ΕΥΕ. Μα ας είναι, ξύπνησέ τον.
ΥΠΗ. Θα του κακοφανεί, καλά το ξέρω,
ωστόσο θα σας κάμω αυτή τη χάρη.
Ξαναχώνεται στο σύδεντρο.
ΠΙΣ. Τσακίσου! Πώς με τρόμαξες! ΕΥΕ. Αλί μου·
μου ᾽φυγε η καλιακούδα από το φόβο.
ΠΙΣ. Αμόλησες, μωρέ, την καλιακούδα;
Α, φοβητσιάρη. ΕΥΕ. Κι όταν εσύ πήρες
την τούμπα, δεν αφήκες την κουρούνα;
90 ΠΙΣ. Εγώ όχι. ΕΥΕ. Τότε πού είναι; ΠΙΣ. Έχει πετάξει.
ΕΥΕ. Ώστε δεν την αμόλησες; Τί αντρείος!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΣΚΑΛΑΦΟΣ

ΑΣΚΑΛΑΦΟΣ
(πουλί, κουκουβάγια)
 
Ήδη η καταγωγή του Ασκάλαφου*, γιος μιας Νύμφης της Στυγός και του Αχέροντα, προδιέγραφε τη σχέση του με τον Κάτω κόσμο. Παρών στον κήπο του Άδη την ώρα που η Περσεφόνη, από απερισκεψία ή υποκινούμενη από τον Άδη, έφαγε ένα σπυρί ροδιού διακόπτοντας την επιβεβλημένη νηστεία που θα της επέτρεπε να γυρίσει στον επάνω κόσμο, μαρτύρησε το γεγονός (Απολλόδ. 1.5.3**). Γεμάτη οργή η Δήμητρα, μεταμόρφωσε τον μαρτυριάρη Ασκάλαφο σε κουκουβάγια. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η Δήμητρα τον τιμώρησε πλακώνοντάς τον με μια βαριά πέτρα την οποία μετακίνησε ο Ηρακλής όταν κατέβηκε στον κάτω κόσμο. Τότε έγινε η μεταμόρφωση σε κουκουβάγια, και αυτή είναι η δεύτερη τιμωρία του Ασκάλαφου (Απολλόδ. 2.5.12***). Σύμφωνα με τον Οβίδιο (Μετ. 5.539 κ.ε.) η ίδια η Περσεφόνη μεταμόρφωσε τον Ασκάλαφο σε κουκουβάγια καταβρέχοντάς τον με νερό από τον ποταμό Πυριφλεγέθοντα (η περιγραφή της μεταμόρφωσης από τον ρωμαίο ποιητή είναι παραστατική και λεπτομερειακή -ράμφος, κεφάλι, μάτια, φτερά, νύχια). Σε αυτή την εκδοχή ο μύθος θυμίζει εκείνον του Ασκάλαβου που η Δήμητρα μεταμόρφωσε σε σαύρα καταβρέχοντάς τον. Η σύγχυση οφείλεται προφανώς στην ομοιότητα των ονομάτων.
-------------------
*ἀσκάλαφος = άγνωστον πτηνόν, πιθ. είδος νυκτερινού πουλιού ή γλαυκός (Liddel - Scott)
 
**Πρώτη τιμωρία του Ασκάλαφου
 
Όταν ο Δίας διέταξε τον Πλούτωνα να στείλει την Κόρη πίσω στον επάνω κόσμο, ο Πλούτωνας, για να μην μείνει πολύ καιρό με τη μητέρα, της έδωσε να φάει ένα σπυρί ροδιού. Και αυτή, χωρίς να γνωρίζει τις συνέπειες, το έφαγε. Και επειδή ο Ασκάλαφος, ο γιος του Αχέροντα και της Γοργύρας, την κατέδωσε, η Δήμητρα έβαλε πάνω του μια βαριά πέτρα στον Άδη· και η Περσεφόνη υποχρεώθηκε να μένει το ένα τρίτο κάθε χρόνου μαζί με τον Πλούτωνα, και τον υπόλοιπο καιρό κοντά στους θεούς. (Απολλόδωρος 1.5.3)
 
***Ασκάλαφος και Ηρακλής
 
Όταν έφτασε κοντά στις πύλες του Άδη [ο Ηρακλής], βρήκε τον Θησέα και τον Πειρίθου, που θέλησε να παντρευτεί την Περσεφόνη, και γι' αυτόν τον λόγο τον έδεσαν. Μόλις αντίκρισαν τον Ηρακλή, άνοιγαν τα χέρια τους, για να τους σηκώσει με τη δύναμή του. Και αυτός, πιάνοντας τον Θησέα από το χέρι, τον σήκωσε, όταν όμως θέλησε να σηκώσει τον Πειρίθου, σείστηκε η γη και τον άφησε. Κύλησε πέρα και τον βράχο του Ασκάλαφου. (Απολλόδωρος 2.5.12)

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συγχωρήσεις τον εαυτό σου

Το να συγχωρείς τον εαυτό σου δε σημαίνει ότι τη γλυτώνεις....

Αναγνωρίζω ότι ορισμένοι άνθρωποι «συγχωρούν» εαυτούς πολύ εύκολα και γρήγορα. Όταν νιώθουν τις αιχμηρές γωνίες των τύψεων και τη μαχαιριά τής μετάνοιας, αποφασίζουν να δώσουν άφεση αμαρτιών στον εαυτό τους.

Η άρνηση της ευθύνης του, η ελαχιστοποίηση του ρόλου του, η μετατόπιση της ευθύνης και η ενασχόληση με ρεβιζιονιστικές εκδοχές της ιστορίας είναι μερικές από τις χαρακτηριστικές κινήσεις του ατόμου που συγχωρεί εύκολα. Βεβαίως, δεν πρόκειται για αυθεντική αυτοσυγχώρεση διότι υπάρχει σχεδόν μηδαμινή αίσθηση αυτοκριτικής για το πώς οι πράξεις του έβλαψαν τους γύρω του ή τον ίδιο του τον εαυτό. Ούτε υπάρχει πολλή σκέψη για το πώς, τέτοιου τύπου εμπειρίες και ο τρόπος αντιμετώπισής τους, θα μπορούσαν να τον βελτιώσουν ως άνθρωπο στο μέλλον. Δεν καταβάλλεται ουδεμία προσπάθεια για την αποκατάσταση της οποιαδήποτε ζημιάς.

Τα άτομα που συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ενδιαφέρονται να απαλλαγούν από τα αρνητικά συναισθήματα, σβήνοντας το παρελθόν. Αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και τις πράξεις τους σαν ένα παιχνίδι με έναν πίνακα που γράφεις και σβήνεις διαρκώς. Με μια απλή κίνηση, όλες οι ενοχλητικές εμπειρίες και τα αρνητικά συναισθήματα εξαφανίζονται δια μιας.

Η αυτοσυγχώρεση και οι αυταπάτες που τη δυσκολεύουν

Η αυθεντική αυτοσυγχώρεση μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της αίσθησης του ατόμου ότι διαθέτει ηθικές αξίες και αξιοπρέπεια, ακόμα και αν έχει κάνει σημαντικά λάθη και έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά σε άλλους ή στον εαυτό του. Όλα καταλήγουν στο τι είναι πρόθυμος να κάνει ο καθένας στο παρόν και στο μέλλον. Πρέπει να αναγνωρίσει τι έχει κάνει, να επανορθώσει όσο καλύτερα μπορεί και όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες και να δεσμευτεί ότι θα πράξει καλύτερα στο μέλλον. Η πικρή ειρωνεία είναι ότι οι άνθρωποι που ίσως το χρειάζονται περισσότερο, και το αξίζουν, δεν μπορούν να συγχωρήσουν τον εαυτό τους. Ο αναγκαίος αναστοχασμός και η αναγνώριση της συνυφασμένης κατάστασης μπορεί να αποδειχθούν διαδικασίες δύσκολες διότι πολλοί άνθρωποι επιβαρύνονται από μορφές αυταπάτης, κατάσταση η οποία φέρνει εμπόδια στο άτομο όταν καλείται να αναγνωρίσει πότε πρέπει να στραφεί στον δρόμο της αυτοσυγχώρεσης. Ορισμένες από αυτές τις μορφές αυταπάτης είναι οι εξής:

Εξαιρετισμός: Θεωρείτε τον εαυτό σας υπεύθυνο ή αξιόμεμπτο με κριτήρια τα οποία ποτέ δεν θα εφαρμόζατε σε άλλους. Διατηρείτε για τον εαυτό σας ένα πρότυπο, πολύ υψηλότερο από αυτά που αποδίδεται στους άλλους γύρω σας. Αυτή η κατάσταση είναι το ξαδελφάκι της τελειομανίας. Αξιώνεται ο εαυτός σας να είναι τέλειος και οτιδήποτε λιγότερο από την τελειότητα είναι μια τεράστια αποτυχία. Πιστεύετε ότι ελέγχετε τα αποτελέσματα των πράξεών σας. Εάν όμως τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν, τότε μπορείτε μόνο να υποθέσετε ότι το λάθος είναι εξ ολοκλήρου δικό σας.

Επεκτατισμός: Επεκτείνετε τη σφαίρα των ευθυνών σας σχεδόν στα πάντα. Υπερβαίνετε σημαντικά την περιοχή της ευθύνης σας, καταλήγοντας να αναλαμβάνετε έτσι την ευθύνη και για πράξεις ή καταστάσεις που δεν είναι δικές σας. Εάν θεωρείτε τον εαυτό σας υπεύθυνο για τα πάντα, θα αναμετράστε πάντα με τις αποτυχίες και τα λάθη σας.

Προκατάληψη επιβεβαίωσης: Λειτουργείτε με την υπόθεση ότι κάποιος σαν κι εσάς (και στο σημείο αυτό μπορείτε να εισάγετε όλες τις αρνητικές σας κρίσεις) μπορεί να προκαλέσει ζημιά ή να πληγώσει τους ανθρώπους γύρω του. Κάθε σας πράξη επιβεβαιώνει την ανεπάρκεια ή την ενοχή σας, γεγονός που εντείνει την ντροπή που αισθάνεστε. Πιστεύετε ότι όλα όσα κάνετε και οτιδήποτε σχετίζεται με εσάς είναι κακό, λάθος ή βλαβερό, και αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων ενισχύει την άποψή σας ότι ένας άνθρωπος όπως εσείς δεν είναι άξιος συγχώρεσης.

Αυτές οι μορφές αυταπάτης είναι άκρως δύσκολο να εντοπιστούν και να διακοπούν γιατί αποτελούν ιδιαίτερα οικείες συμπεριφορές στους ανθρώπους που τις ενστερνίζονται. Πιο συγκεκριμένα, θεωρούνται φυσιολογικές από τους ανθρώπους που συμπεριφέρονται υπό την επίδρασή τους, καθώς μεσολαβούν στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τους εαυτούς τους και τους άλλους. Αυτές οι μορφές αυταπάτης έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες.

Η αυτοσυγχώρεση ως αναγκαία της αξιοπρέπειας

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την Τίνα. Εάν η Τίνα πιστεύει ότι όλα τα κακά που συμβαίνουν σε μια σχέση είναι αποκλειστικά δικό της σφάλμα, ο σύντροφός της μπορεί να ενισχύσει αυτή την πεποίθηση μέσα από την δική του πεποίθηση ότι ο ίδιος δεν έχει καμία ευθύνη για το τι συμβαίνει. Η Τίνα υιοθετεί την ευθύνη του και την κατευθύνει μαζί με τη δική της στον εαυτό της. Μία τέτοια αντιμετώπιση των πραγμάτων μπορεί να καταστήσει μια κακή σχέση, τοξική και επικίνδυνη.

Ας υποθέσουμε ότι η Τίνα εν τέλει εγκαταλείπει τον σύντροφό της, μετά από πολλά χρόνια. Αισθάνεται απογοητευμένη για το γεγονός ότι παρέμεινε σε αυτή τη σχέση για τόσο μεγάλο διάστημα. Σπατάλησε πολλά χρόνια από τη ζωή της με κάποιον που, όχι μόνο δεν την έκανε καλύτερο άνθρωπο, αλλά επί της την κατέστρεψε. Γιατί λοιπόν η αυτοσυγχώρεση ενδείκνυται σε τέτοια συμφραζόμενα και ποια μορφή μπορεί να έχει στην περίπτωση της Τίνας; Η αυτοσυγχώρεση είναι κατάλληλη διότι αποτελεί έναν τρόπο αποκατάστασης της αξιοπρέπειας, η οποία συχνά ρημάζεται εντός τοξικών σχέσεων. Η αυτοσυγχώρεση είναι ένα βήμα για την ανοικοδόμηση – αν όχι για την οικοδόμηση για πρώτη φορά – της αίσθησης της σημαντικότητας του ατόμου.

Ποια μορφή μπορεί να έχουν για την Τίνα οι κρίσιμες διαδικασίες της αναγνώρισης, της επιδιόρθωσης και της δέσμευσης που οδηγούν στην αυτοσυγχώρεση;

Αρχικά, ρέπει να αναγνωρίσει το ιστορικό τής σχέσης και τα μοτίβα που μπορεί να αναπτύχθηκαν εκ νέου κατά τη διάρκειά της ή να βρήκαν τον δρόμο τους από προηγούμενες σχέσεις. Χρειάζεται να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τους λόγους παραμονής στη σχέση αυτή, καθώς και τους λόγους για τους οποίους έφυγε. Οφείλει να αναγνωρίσει τα στοιχεία ή τις καταστάσεις που ήταν πέρα από τον έλεγχό της, καθώς και τις ευθύνες τού συντρόφου της. Πρόκειται για πολύ δύσκολα πράγματα.

Η διαδικασία της επιδιόρθωσης παίρνει διάφορες μορφές

Επιδιορθώνω σημαίνει αποκαθιστώ, αναζωογονώ, θεραπεύω και συνεφέρνω τον εαυτό μου. Ένα σημαντικό βήμα είναι ο επαναπροσδιορισμός. Η Τίνα μπορεί να παίζει συνεχώς στο μυαλό της μία ταινία, κατηγορώντας τον εαυτό της για όλα όσα βίωσε, για το γεγονός ότι επέλεξε να παραμείνει στη σχέση αυτή για τόσο καιρό. Θεωρεί ότι τα προβλήματά της τα προκάλεσε η ίδια στον εαυτό της. Εάν, όμως, καλούνταν να επαναπροσδιορίσει συγκεκριμένες αποφάσεις, ίσως αυτό τη βοηθούσε να αναμορφώσει την ευρύτερη εικόνα.

Για παράδειγμα, μπορεί να διαπιστώσει ότι είχε πολύ λίγες επιλογές – με κάθε μία από αυτές να είναι κακή – για να επιλέξει ανάμεσά τους, αν και μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, καμία δεν είναι καλή επιλογή. Μπορεί, ωστόσο, να επαναπροσδιορίσει τις ενέργειές της υπό το πρίσμα αυτών των επιλογών και να συνειδητοποιήσει ότι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε σε δύσκολες καταστάσεις. Στην πραγματικότητα, μπορεί να διαπιστώσει ότι ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να βρει επιλογές σε πολλές περιπτώσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να βοηθήσει την Τίνα να θεωρήσει τον εαυτό της ότι έχει λίγη παραπάνω αξία από όση αρχικά τού απέδιδε. Μία τέτοια εξέλιξη στη θεώρηση των πραγμάτων μπορεί να λειτουργήσει ως ένα τεράστιο επίτευγμα στην επούλωση των ψυχικών τραυμάτων και στην αποκατάσταση της αίσθησης αξίας τού εαυτού.

Η θηλυκή αντίληψη του κόσμου ως πυξίδα συνύπαρξης με τον Άλλον

Το γυναικείο σύμπαν δεν είναι απλώς μία από τις δύο διαφορετικές πιθανότητες της ζωής, αλλά η προϋπόθεση της. Αρσενικό και θηλυκό είναι δύο άκρα διαφοροποιημένα, αλλά συνδεδεμένα μεταξύ τους, που οριοθετούν τη δυνατότητα να υπάρξουμε, ενώ το γεγονός ότι ο ένας αποτελεί βασικό στοιχείο για τον άλλο προσδίδει νόημα στη ζωή.
 
Παρότι σήμερα παρατηρείται κατάχρηση και βιασμός του όρου «σχέση», στην πραγματικότητα δεν επιτεύχθηκε βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση του νοήματός του.

Άνδρας και γυναίκα συναντιούνται, αναπτύσσουν δεσμούς και σχέσεις, παντρεύονται κι αποκτούν παιδιά, συγκροτούν αυτό που ονομάζεται ζεύγος, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά μια δυάδα.

Η διαφορά που κάνει αυτούς τους δύο όρους μη παράλληλους είναι αξιοσημείωτη, αφού για τη δυάδα δεν απαιτούνται αυθεντικά και πηγαία αισθήματα, έντονη συναισθηματική συμμετοχή και επιθυμία για δόσιμο χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος. Το ζεύγος είναι όλα τα παραπάνω και πολύ περισσότερα, είναι μοίρασμα ζωής, ιδεών και αξιών, επιθυμία για κοινή πορεία στον δρόμο της ζωής.

Η σχέση του άνδρα και της γυναίκας παρουσιάζει σοβαρά κενά και ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί ώστε να καλυφτούν είναι μακρύς και δύσβατος. Η συνάντηση και η αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα όχι τόσο από την προοπτική και την επιθυμία για τη δημιουργία μιας σχέσης, όσο από την κατάσταση υποταγής στην οποία προ πολλού έχει περιέλθει η γυναίκα.

Υποταγή που προκλήθηκε από την κατάχρηση εξουσίας του αρσενικού απέναντι στο θηλυκό, κατάχρηση αιώνων, την οποία δεν κατάφερε ως τώρα να αποτινάξει η γυναίκα.

Γιατί το γυναικείο «ζήτημα» βάλλεται ακόμη και αμφισβητείται σε τέτοιο βαθμό; Γιατί οι γυναίκες χρειάστηκε να αγωνιστούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα τους; Γιατί το θηλυκό βαρύνεται με διαφορετική μοίρα - και σίγουρα πιο σκληρή - από ό,τι το αρσενικό στην κοινωνία; Και, κυρίως, γιατί η γυναίκα βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση έναντι του άντρα;

Ο πατριαρχικός πολιτισμός, που επιβλήθηκε πολύ πρώιμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, συνέβαλε ώστε η μορφή του πατριάρχη να αποτελέσει τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής, την κορυφή μιας πυραμίδας όπου οι γυναίκες κατείχαν τη χαμηλότερη βαθμίδα. Οι γυναίκες συνάντησαν τεράστια δυσκολία για να φτάσουν σε ένα επίπεδο αυτοεκτίμησης και να κατασκευάσουν τη δική τους αίσθηση ταυτότητας. Ο πατριαρχικός πολιτισμός παρήγαγε πλούσιο όγκο προκαταλήψεων και στερεότυπων. Η ισχυρότερη προκατάληψη, που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στην ανθρώπινη ιστορία, είναι ο εκτοπισμός της γυναίκας σε υποδεέστερη θέση, στο ρόλο ενός μη αυτόνομου και ανεξάρτητου όντος, ανίκανου να διαχειριστεί τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις και με τα δικά του ψυχικά αποθέματα.

Ο υποβιβασμός του θηλυκού συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία των περισσότερων προβλημάτων που ταλανίζουν τις σχέσεις των δύο φύλων προκαλώντας έριδες και πάθη. Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν: ότι όλη η καταπιεσμένη ενέργεια (της γυναίκας) συσσωρεύεται και παίρνει τη μορφή μίσους προς τον εαυτό της, φθόνου προς τον κόσμο των ανδρών, ανταγωνισμού και μιμητισμού της αρσενικής συμπεριφοράς. (Whitmont, 1982, 261)

Αυτή η ψυχική παρόρμηση, όμως, προκαλεί έντονα πάθη και ανυπέρβλητες δυσκολίες στις γυναίκες, καθώς επιδίδονται στην εξαντλητική προσπάθεια της επιβεβαίωσης τους, του αυ-τοπροσδιορισμού τους ως άτομα διακριτά από τον άντρα, ως αυθύπαρκτες και όχι υποτελείς οντότητες. Οι γυναίκες ένιωσαν με μεγάλη ένταση την ανάγκη να αποκτήσουν γυναικεία συνείδηση, και μέχρι σήμερα πλανάται το ερώτημα κατά πόσο το έχουν καταφέρει.

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μας περιβάλλει ένα σύνολο μύθων, θρύλων και ιστοριών που τοποθετούν τη γυναίκα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από τον άντρα, ωστόσο η σχέση αρσενικού και θηλυκού δεν επιδέχεται κανενός είδους ασυμμετρία. Όσο θα εξακολουθεί να κληροδοτείται στη γυναίκα ένα πεπρωμένο διαφορετικό από του άντρα, δεν θα είναι εφικτό να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα η σχέση των δύο φύλων και να γίνουν κατανοητές οι πραγματικές αιτίες που την υπονομεύουν.

Το γεγονός ότι η γυναίκα υφίσταται μέχρι σήμερα την κατάχρηση των ανδρών, δεν οφείλεται σε ανωτερότητα των τελευταίων, ούτε στη δύναμη ή στην εξουσία τους.

Η υποταγή του θηλυκού δεν σημαίνει ότι το αρσενικό είναι καλύτερο ή ανώτερο αλλά, αντιθέτως, δείχνει την αδυναμία του άντρα, την αχίλλειο πτέρνα του που εκδηλώνεται με την πιεστική ανάγκη κατάκτησης της εξουσίας.

Το αρσενικό άγεται και φέρεται από τις ανάγκες του που, κατά ειρωνεία της τύχης, είναι επίκτητες, επιβεβλημένες από το σύνολο και την παράλογη κλίμακα προτεραιοτήτων του. Όσο ο άνδρας θεωρεί βασικό στοιχείο για την επιβίωση του την επιβολή του στους άλλους, την καθυπόταξη και την ηγεμόνευση τους, δεν μπορεί να ανοιχτεί στη διάσταση της σχέσης. Δεν μπορεί να συλλάβει το νόημα και την εσωτερική της αξία και πιστεύει πως παραμένει προνόμιο του θηλυκού. Αλλά μ' αυτήν τη στάση το αρσενικό στέρησε από τον εαυτό του το εκπληκτικότερο θαύμα της ζωής: τη σχέση.

Όσο το θηλυκό και το αρσενικό δεν τοποθετούνται πάνω σε δύο από τα πολλά σημεία της ίδιας ευθείας γραμμής και επιδιώκουν να επιβληθούν ο ένας στον άλλον, δεν μπορούμε να μιλούμε για «ζεύγος» και για αληθινή σχέση. Η σχέση είναι μια αναμέτρηση ίσου προς ίσον, όπου πρυτανεύουν η αγάπη, η σεξουαλικότητα, η εμπιστοσύνη, η φιλία αλλά κυρίως ο αμοιβαίος σεβασμός. Ένας τυραννικός και εξουσιαστικός άνδρας που υποτιμά το θηλυκό, χάνει μέσα από τα χέρια του τη σπουδαία ευκαιρία να συνάψει μια αυθεντική σχέση με τη γυναίκα. Διότι ο συγκεκριμένος άνδρας στην ουσία τρέμει μήπως χάσει τη μοναδική μορφή υπεροχής που αντιλαμβάνεται ίσως κάποιο είδος έμφυτου «τίτλου ευγενείας», δηλαδή όχι κερδισμένο με την αξία του.

Ένα από τα σημεία όπου πρωταγωνιστεί το θηλυκό είναι ακριβώς η σχέση, η σχέση για δύο η οποία βασίζεται σε αληθινά συναισθήματα και σε αυθόρμητες ψυχικές παρορμήσεις. Το θηλυκό βασιλεύει στην επικράτεια της ψυχής, είναι σοφός και επιδέξιος σύμβουλος, μάστορας των συναισθημάτων και των συγκινήσεων. Με άλλα λόγια, καλλιεργεί αξίες και στοιχεία με τα οποία δεν είναι εξοικειωμένο το αρσενικό ή απλώς τα περιφρονεί. Στην πραγματικότητα, η εκπληκτικότερη αλλαγή στην εποχή μας, σε ό,τι αφορά το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, δεν είναι τόσο - όπως πιστεύεται - η «γυναικεία χειραφέτηση», η νίκη στον αγώνα «για ισότητα», η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όσο η συνειδητοποίηση.

Τι είναι όμως αυτό που συνειδητοποιούμε; Ποιας πραγματικότητας γινόμαστε κοινωνοί; Όλοι, άνδρες και γυναίκες, είμαστε δέκτες των αποτελεσμάτων ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος φαινομένου που ορισμένοι ειδικοί είχαν ήδη προβλέψει και είχαν ονομάσει «θηλυκοποίηση του κόσμου». Πρόκειται για κοινωνικό φαινόμενο που συνίσταται στην ανακάλυψη και στη συνειδητοποίηση της «θηλυκής αντίληψης του κόσμου», λειτουργεί ως μια νέα προσέγγιση της ζωής που επαναπροσδιορίζει τις παραδοσιακές ανδρικές αξίες, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η πατριαρχική κοινωνία.

Σιγά-σιγά αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος καινούργιες «θηλυκές» αξίες που βάζουν σε δεύτερη μοίρα την ανάγκη για δύναμη, επιβολή και κυριαρχία, και αναδεικνύουν τη διάσταση της σχέσης με κυρίαρχο δεδομένο την αγάπη και το συναίσθημα, και κεντρικό στόχο τη συν - ύπαρξη με τον άλλον.

Γνωρίζοντας κανείς το γυναικείο σύμπαν, ανοίγεται προς τη σημαντικότερη δυνατότητα που προσφέρει η ζωή: τη διαπροσωπική σχέση. Αυτή είναι η ανεξάντλητη πηγή της ψυχικής μας στήριξης, ο μόνος τρόπος να ζήσουμε χωρίς να μας καταβροχθίσει η ίδια η ζωή.

Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, που μπορεί να μας φέρει στο «σωστό δρόμο», στο δρόμο της αναμέτρησης και της βαθιάς σχέσης με τον Άλλον. Και την επιλογή του Άλλου οφείλουμε να την κάνουμε σε πρώτο πρόσωπο, αποδεικνύοντας στον εαυτό μας ότι είμαστε σε θέση να κατευθύνουμε τη μοίρα μας. Η αγάπη περιέχει κι αυτό: τη συνειδητή επιλογή που υπαγορεύεται από τα συναισθήματα μας, την ελεύθερη επιλογή που εκπηγάζει από τη βαθιά επιθυμία να μοιραστούμε τη ζωή μας με αυτόν που πιστεύουμε ότι βρίσκεται στο ύψος των απαιτήσεων μας.

Η συνειδητοποίηση και η αυτογνωσία είναι κατακτήσεις που προϋποθέτουν άνοιγμα προς τους άλλους και προς την πραγματικότητα, και μας αναγκάζουν να αφήσουμε πίσω μας πολλά απ' αυτά που γνωρίζαμε. Στην αληθινή και ζωογόνο σχέση οδηγούμαστε μόνον αφού προηγουμένως έχουμε συνειδητοποιήσει ποιοι είμαστε και ποιες είναι οι βαθύτερες, εσωτερικές μας επιθυμίες και ανάγκες.

Με τον εαυτό μας οφείλουμε να μην συμβιβαζόμαστε ποτέ, και για να το πετύχουμε αυτό απαιτείται πρώτα απ' όλα η συνειδητοποίησή μας, η έξοδος από το σκότος του ασυνειδήτου και η πορεία προς τους απεριόριστους ορίζοντες της εσωτερικής μας ελευθερίας. Για να απαλλαγεί η γυναίκα από την κατάσταση του υποδεέστερου όντος και για να κερδίσει την ελευθερία της, θα πρέπει πρωτίστως να αποτινάξει την αρνητική εικόνα και την ανυποληψία που διαμόρφωσαν οι προκαταλήψεις. Την επόμενη στιγμή θα ναι σε θέση να ξεκινήσει με το κεφάλι ψηλά για τη συνάντηση με τον Άλλον• γεμάτη δύναμη από την επίγνωση του εαυτού της.

Στο έργο της μεταμόρφωσης και της αυτογνωσίας καλούμαστε να συμβάλουμε όλοι, άνδρες και γυναίκες.

Aldo Carotenuto, Η ψυχή της Γυναίκας

Θρησκεία ενός κατώτερου Θεού

Δεν είμαι βέβαιος αν οι θρησκείες μπορούν να θεωρηθούν πολιτισμικά προϊόντα της ανθρωπότητας, σίγουρα όμως δεν είναι πάντα μεταξύ των πολιτισμένων.

Παρ' όλα αυτά, είναι γεγονός πως σπάνια έχει υπάρξει εποχή και λαός χωρίς θρησκεία, διότι αυτή απορρέει από την φαντασιακή συγκρότηση του ίδιου του ανθρώπου.

Ο Θεός πατέρας, η Θεά μητέρα και τα ξεχωριστά τέκνα συνδυάστηκαν σε όλους τους βαθμούς σχέσης και σκληρότητας μεταξύ τους.

Ο ψυχικός ολοκληρωτισμός των θρησκειών έδειξε απίστευτη αντοχή σε σύγκριση με άλλους ολοκληρωτισμούς που έκαναν έναν σύντομο ιστορικό κύκλο, λόγω αυτής ακριβώς της συγκεντρωτικής οικογενειακής καταγωγής του.

Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι και να θυσιαστούν ακόμα για τον τοτεμικό πατέρα της φαντασιακής τους υπόστασης, κάτι που δύσκολα θα έκαναν για τον φυσικό.

Το θρησκευτικό σύστημα του ανθρώπου καθίσταται ένα ιδεώδες το οποίο τρόπον τινά είναι ο κληρονόμος του ναρκισσισμού του.

Το ακραίο θρησκευτικό μίσος δεν είναι παρά μόνο η άλλη όψη του νομίσματος που εξαργυρώνει την ναρκισσιστική αγάπη στην Θεϊκή οικογένεια της καταγωγής.

Τρελή αγάπη και τρελό μίσος αναπόσπαστα και αδιαχώριστα μεταξύ τους, φουντώνουν τον φανατισμό ως μαγιά των φονικών ενστίκτων του θανάτου.

Τα ένστικτα αυτά είναι ο "Σατανάς", αυτός ο κατώτερος θεός που ρίχνει λάδι στη φωτιά της πίστης.

Ο θάνατος καθίσταται βέβαια ιερός αν συζευχθεί με τον σκοπό της ναρκισσιστικής επανένωσης με την Θεϊκή οικογένεια.

Η αυτοθυσία υπό αυτές τις συνθήκες είναι καθαγιασμένη.

Οι ορμές του θανάτου ήταν πάντα ένα μυστηριώδες πεδίο της ανθρώπινης υπόστασης και δυστυχώς εκδηλώνονται με μεγάλη βιαιότητα σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο όταν οι συνθήκες θα το ευνοήσουν.

Θρησκευτικοί, οικονομικοί, επεκτατικοί και άλλοι πόλεμοι γίνονται μάρτυρες της ύπαρξής και της σφοδρότητάς τους.

Η ικανοποίηση φαντασιακών ναρκισσιστικών κινήτρων βρίσκεται συχνά πίσω από τα πρόδηλα οικονομικά, εδαφικά και άλλα οφέλη.

Ο πόλεμος των μονοθεϊστικών θρησκειών ακολουθεί αυτή τη φαντασιακή νομοτέλεια.

Η αντιζηλία των διαφορετικών αδερφών για την υπέρτατη αγάπη του μοναδικού Θεού πατέρα πυροδοτεί τον φονικό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Ο προνομιούχος πρωτότοκος του μονοθεϊσμού Ιουδαϊσμός, συγκεντρώνει τον φθόνο των άλλων μονοθεϊστικών θρησκειών, χωρίς να αναιρεί καθόλου την μεταξύ τους διαμάχη.

Αλλά και μεταξύ “διδύμων” αδερφών, ορθοδόξων και καθολικών, Σιιτών και Σουνιτών η φαντασιακή διαμάχη για την προνομιακή αγάπη του Πατέρα είναι σκληρή και ορισμένες φορές σκληρότερη.

Η “Δύση” και ο πολιτισμός της είναι ένα ακόμα πρόσωπο, μια μεταμφιεσμένη απόδοση του μισητού αδερφού.

Με βεβαιότητα θα υπάρξουν και άλλες στο μέλλον.

Ποια είναι η “λύση” και η έξοδος από αυτή τη βίαιη συνθήκη;

Πως μπορεί ο άνθρωπος να γλυτώσει από αυτόν τον κατώτερο θεό;

Μια κάποια απάντηση επιχείρησε να δώσει η Κοινωνία των Εθνών το 1931 έπειτα από τον καταστροφικό πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Ζήτησε από προσωπικότητες της εποχής να ανταλλάξουν επιστολές γύρω από ζητήματα της αρμοδιότητάς της, με σκοπό τη δημοσίευσή τους στην υπηρεσία της παγκόσμιας ειρήνης.

Ο Αϊνστάιν ήταν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκαν και επέλεξε να αλληλογραφήσει με τον Φρόιντ.

Του έθεσε το ερώτημα, «Υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από τη μοίρα του πολέμου;».

Η επιστολή του Φρόιντ εστιάστηκε στο πεπρωμένο του πανανθρώπινου ενστίκτου του θανάτου που βρίσκεται πίσω από την καταστροφική βία όλων των μορφών, ασφαλώς και της θρησκευτικής.

Η πρότασή του για έξοδο από τη μοίρα αυτή, ήταν ο πολιτισμός.

Σημείωσε όμως πως ο μύλος του πολιτισμού αλέθει τόσο αργά, που αναπόφευκτα πολλοί θα πεθάνουν από “πείνα” μέχρι να δώσει το “αλεύρι” του.....

Δεν μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν στον πολιτισμό με την έννοια του χρηστικού μέσου, ούτε να τον επικαλούμαστε σαν άλλη θρησκεία.

Ο πολιτισμός απλώς προκύπτει από τη διαρκή μετουσίωση των ενστίκτων στον χρόνο που αυτά χρειάζονται .

Ίσως σε ένα απώτερο, ποιος ξέρει πόσο μακρινό μέλλον θα παγκοσμιοποιηθεί τόσο ο πολιτισμός, που οι άνθρωποι δεν θα σκοτώνονται μεταξύ τους.

Αν αυτό το μέλλον υπάρξει βέβαια ποτέ, είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχουν θρησκείες και στρατοί.

Μέχρι τότε θα υπάρχουν οι κοινωνικοί θεσμοί, η δημοκρατία και ο γνήσιος ανθρωπισμός.

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερεύνησε το είδος της υποκειμενικής ευτυχίας

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερεύνησε το είδος της υποκειμενικής ευτυχίας. Ανέπτυξε ένα σύνθετο, ανθρώπινο πρόγραμμα για να γίνει κάποιος ευτυχισμένος, το οποίο παραμένει σε ισχύ ακόμα και σήμερα. Ο Αριστοτέλης παρέχει όλα όσα χρειάζεστε για να αποφύγετε τη συνειδητοποίηση του πρωταγωνιστή του Τολστόι στον Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς (1886), ο οποίος έχει σπαταλήσει μεγάλο μέρος της ζωής του για να αναρριχηθεί κοινωνικά θέτοντας το προσωπικό συμφέρον του πάνω από τη συμπόνια και τις αξίες της κοινότητας, και όλα αυτά όσο είναι παντρεμένος με μια γυναίκα την οποία αντιπαθεί. Αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του, μισεί τα πιο οικεία μέλη της οικογένειάς του, που δεν του μιλούν καθόλου γι’ αυτό το θέμα. Η αριστοτελική ηθική ενσωματώνει όλα όσα οι σύγχρονοι στοχαστές συνδέουν με την υποκειμενική ευτυχία: την αυτο-συνειδητοποίηση, την εύρεση ενός «νοήματος» και τη «ροή» της δημιουργικής συμμετοχής στη ζωή ή το «θετικό συναίσθημα».

Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι αν εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να είναι καλός, ασκώντας τις αρετές σου και ελέγχοντας τα ελαττώματα σου, θα ανακαλύψεις ότι η ευτυχής ψυχική διάθεση προέρχεται από το να κάνεις το σωστό σε τακτική βάση. Αν ξεκινήσεις σκόπιμα να χαμογελάς πρόθυμα κάθε φορά που σε πλησιάζει το παιδί σου, αρχίζεις να το κάνεις υποσυνείδητα. Μερικοί φιλόσοφοι αμφισβητούν κατά πόσο ένας ενάρετος τρόπος ζωής είναι προτιμότερος από τον αντίθετό του. Αλλά τελευταία «η ηθική της αρετής» έχει αποκατασταθεί στους φιλοσοφικούς κύκλους και έχει γίνει αποδεκτή ως ευεργετική. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε όλες τις αρετές ως μέρος μιας ενιαίας δέσμης, αλλά οι νεότεροι στοχαστές έτειναν να τις διαχωρίζουν σε κατηγορίες. Ο Τζέιμς Γουάλας, στο έργο του Virtues and Vices (Αρετές και Ελαττώματα, 1978), περιγράφει τρεις διαφορετικές ομάδες: αρετές αυτοπειθαρχίας, όπως το θάρρος και η υπομονή- αρετές ευσυνειδησίας, όπως η τιμιότητα και η δικαιοσύνη- και αρετές που συνεπάγονται καλοσύνη προς τους άλλους, όπως η ευγένεια και η ευσπλαχνία.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες αρετών μπορούν να επηρεάσουν θετικά την επιτυχία των ατομικών σχεδίων αλλά και ολόκληρης της κοινότητας. Οι αρετές της καλοσύνης είναι λιγότερο ευδιάκριτες αλλά μπορούν να αυξήσουν τη συμπάθεια που δείχνετε στον εαυτό σας αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο γύρω σας. Επομένως η αρετή έχει εξωγενή οφέλη: είναι πιθανότερο να είστε ευτυχισμένοι αν οι γύρω σας είναι ευτυχισμένοι, και άρα είναι προς όφελος της προσωπικής φώτισής σας να είστε ενάρετοι. Αλλά ο Αριστοτέλης, καθώς και ο Σωκράτης, οι στωικοί και ο βικτοριανός φιλόσοφος Τόμας Χιλ Γκριν, πίστευαν ότι είχε και άμεσα ενδογενή οφέλη. Οι αρετές που απευθύνονται προς άλλους ανθρώπους συμβάλλουν σημαντικά στη δική μας ευτυχία.

Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την αιτία της ευδαιμονίας. Αν δεν είναι θεόσταλτη, λέει (και ο Αριστοτέλης δεν πίστευε ότι οι θεοί παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις), τότε έρχεται «ως αποτέλεσμα της αρετής ή κάποιας εκμάθησης ή εξάσκησης» (Ηθικά Νικομάχεια, 1099b, 15). Τα συστατικά στοιχεία της ευτυχίας μπορούν να περιγραφούν και να αναλυθούν, όπως το αντικείμενο οποιουδήποτε άλλου κλάδου γνώσης, όπως η αστρονομία ή η βιολογία. Αλλά αυτή η διαδικασία μελέτης της ευτυχίας διαφέρει από εκείνες τις επιστήμες, γιατί έχει έναν ακριβή στόχο, την κατάκτηση της ευτυχίας, και αυτό την κάνει να προσομοιάζει στην ιατρική ή στην πολιτική θεωρία.

Επιπλέον, λέει ο Αριστοτέλης, η ευτυχία θα μπορούσε εν δυνάμει να εξαπλωθεί, «διότι είναι δυνατόν να υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους που δεν είναι ανίκανοι να φτάσουν στην αρετή με τη βοήθεια κάποιας εκμάθησης και επιμέλειας» (Ηθικά Νϊκομάχεια, 1099b, 20). Ο Αριστοτέλης γνωρίζει ότι η ικανότητα για καλοσύνη μπορεί να φθαρεί από συγκεκριμένες καταστάσεις και γεγονότα της ζωής. Αλλά για την πλειονότητα των ανθρώπων, η ευτυχία είναι όντως εφικτή αν αποφασίσουν να αφοσιωθούν στη δημιουργία της. Όλοι σχεδόν μπορούν να αποφασίσουν να σκεφτούν τον εαυτό τους ευτυχισμένο. Δεν είναι κάτι που αφορά μια ελάχιστη μειονότητα ανθρώπων με πτυχίο φιλοσοφίας.

Το «σχεδόν» είναι η λέξη κλειδί εδώ, φυσικά. Ο Αριστοτέλης δεν παρέχει ένα μαγικό ραβδί για να σβήσουμε ό,τι απειλεί την ευτυχία μας. Όντως υπάρχουν κάποια προσόντα που αφορούν τη γενική ικανότητά μας να αναζητούμε την ευτυχία.

ο Αριστοτέλης παραδέχεται ότι υπάρχουν κάποια είδη πλεονεκτημάτων που είτε τα έχουμε είτε όχι. Αν έχουμε την ατυχία να έχουμε γεννηθεί σε πολύ χαμηλή κοινωνικο-οικονομική βαθμίδα ή αν δεν έχουμε παιδιά ή άλλους συγγενείς ή έναν αγαπημένο, ή αν είμαστε εξαιρετικά άσχημοι, οι συνθήκες της ζωή μας, που είναι αναπόφευκτες, όπως το θέτει, «κηλιδώνουν» την ευδαιμονία. Είναι πιο δύσκολο να κατακτήσουμε την ευτυχία. Αλλά όχι αδύνατον. Δεν χρειαζόμαστε υλικά αποκτήματα ή σωματική δύναμη ή ομορφιά για να αρχίσουμε να ασκούμε τον νου μας συντροφιά με τον Αριστοτέλη, γιατί υποστηρίζει έναν τρόπο ζωής που αφορά μάλλον μια ηθική και ψυχολογική τελειότητα και όχι έναν τρόπο ζωής βασισμένο στα υλικά αποκτήματα ή στο σωματικό μεγαλείο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, υπάρχουν και πιο δύσκολα εμπόδια: το να έχουμε παιδιά ή φίλους απόλυτα διεφθαρμένους είναι ένα τέτοιο εμπόδιο. Ένα άλλο -που ο Αριστοτέλης αναφέρει τελευταίο και σε άλλο σημείο υπονοεί ότι είναι το πιο δύσκολο πρόβλημα που μπορεί ποτέ να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος- είναι η απώλεια των καλών φίλων, στους οποίους έχουμε επενδύσει τις προσπάθειές μας, και ιδιαίτερα των παιδιών, λόγω θανάτου.

Ωστόσο, δυνάμει, ακόμα και οι άνθρωποι που είναι ελάχιστα προικισμένοι από τη φύση ή που έχουν βιώσει φριχτές απώλειες μπορούν να ζήσουν μια καλή ζωή, βαδίζοντας στο μονοπάτι της αρετής. «Αυτού του είδους η φιλοσοφία, που όλοι μπορούν να ασκήσουν, είναι διαφορετική από την πλειονότητα των άλλων τύπων φιλοσοφίας», εξηγεί ο Αριστοτέλης, διότι έχει έναν απτό στόχο στην αληθινή, καθημερινή ζωή: η ηθική, προσθέτει, σε αντίθεση με τους άλλους φιλοσοφικούς κλάδους, έχει πρακτικό στόχο, «διότι δεν κάνουμε αυτή την έρευνα με σκοπό να μάθουμε τι είναι αρετή, αλλά για να γίνουμε ενάρετοι, αφού χωρίς αυτό το τελευταίο δεν θα προέκυπτε κανένα όφελος από την έρευνα αυτή» (Ηθικά Νικομάχεια, 1103b, 27). Πράγματι, ο μόνος τρόπος να είμαστε καλοί άνθρωποι είναι να κάνουμε καλές πράξεις. Πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους με δικαιοσύνη και μάλιστα κατ επανάληψη. Πρέπει να προθυμοποιούμαστε με χαρά να μοιραζόμαστε εξίσου τη φροντίδα του παιδιού με τον άλλο γονέα το Σαββατοκύριακο και πάντα να καταβάλλουμε στην οικιακή βοηθό όλη την αμοιβή της ακόμα κι αν ακυρώσουμε το ραντεβού. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι πολλοί άνθρωποι φαντάζονται πως αρκεί να μιλούν για την καλή συμπεριφορά: «Αλλά καταφεύγοντας στη θεωρητική εξέταση νομίζουν ότι επιδίδονται στη φιλοσοφία κι ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνουν σπουδαίοι». Συγκρίνει αυτούς τους ανθρώπους με «τους ασθενείς που ακούν με προσοχή τους γιατρούς αλλά δεν εφαρμόζουν καμία εντολή» (Ηθικά Νικομάχεια, 1105b, 15).

Σκέφτομαι με τον αριστοτελικό τρόπο σημαίνει ότι κατανοώ την ανθρώπινη φύση ώστε να ζήσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σημαίνει ότι η φύση, και όχι μια έννοια πέρα από τη φύση -όπως ο θεός ή οι θεοί- είναι το θεμέλιο της ανάλυσης των σχέσεων και των αποφάσεών μου. Αυτή ήταν η μοναδική σπουδαιότατη διαφορά ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον δάσκαλό του, τον Πλάτωνα, που πίστευε ότι οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα της ύπαρξης σε έναν αόρατο κόσμο από μη απτές ιδέες ή αρχέτυπες μορφές πέρα από τον υλικό κόσμο τον οποίο αντιλαμβάνονται με την όραση. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης εστίασε στα εντυπωσιακά φαινόμενα του αντιληπτού «εδώ και τώρα», όπως έγραψε ο ποιητής και κλασικιστής Λούις Μακνίς στο Autumn Journal (Φθινοπωρινή Εφημερίδα)

Ο Αριστοτέλης ήταν καλύτερος γιατί παρακολούθησε το έντομο να αναπαράγεται, τον φυσικό κόσμο να αναπτύσσεται, υπογραμμίζοντας τη λειτουργία, διαλύοντας τη Μορφή αυτή καθαυτήν, παίρνοντας το άλογο από το ράφι και αφήνοντάς το να καλπάσει.

Ο Αριστοτέλης τοποθέτησε την ανθρώπινη εμπειρία στο επίκεντρο ολόκληρης της σκέψης του. Ο Τόμας Μουρ, ο Φράνσις Μπέικον, ο Δαρβίνος, ο Καρλ Μαρξ και ο Τζέιμς Τζόις, όλοι τους τον θαύμαζαν βαθιά γι’ αυτό. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, συμπεριλαμβανομένων κάποιων εξαιρετικών γυναικών που γεννήθηκαν τον 20ό αιώνα -οι Χάνα Άρεντ, Φιλίπα Φουτ, Μάρτα Νούσμπαουμ, Σάρα Μπρόντι και Σάρλοτ Γουίτ- έγραψαν σπουδαίες πραγματείες βαθιά επηρεασμένες από τον Αριστοτέλη ή αφιερωμένες ο εκείνον.

Ο Αριστοτέλης επιμένει ότι η δημιουργία ευτυχίας δεν αφορά τη φανατική επιβολή ανώτερων κανόνων και αρχών, αλλά την επαφή με τον ιστό της ζωής σε κάθε κατάσταση, με κάθε άλογο που καλπάζει, καθώς γνωρίζουμε την ιδιαιτερότητά της. Υπάρχουν γενικοί οδηγοί όπως στην ιατρική ή τη ναυσιπλοΐα, ο γιατρός ή ο πλοίαρχος θα είναι εφοδιασμένοι με γνώση συγκεκριμένων αρχών, αλλά κάθε ασθενής και κάθε ταξίδι θα παρουσιάζει ελαφρώς διαφορετικά προβλήματα, τα οποία θα απαιτούν διαφορετικές λύσεις.

Ο Αριστοτέλης δεν αποτελεί αποκλειστικό κτήμα καμίας σύγχρονης πνευματικής ή πολιτιστικής παράδοσης. Βιώνουμε μια ανακούφιση όταν διαλεγόμαστε με έναν ανθρώπινο νου από τόσο παλιά, γιατί συνειδητοποιούμε πόσο λίγο έχει αλλάζει η ανθρώπινη κατάσταση, παρά την υποτιθέμενη τεχνολογική πρόοδό μας. Μας κάνει να νιώθουμε μέλη μιας διαχρονικής ανθρώπινης λέσχης και ότι υποστηριζόμαστε με έναν τρόπο που κατορθώνει να υπερβαίνει την ανθρώπινη θνητότητα και τον χρόνο. Κάποιοι φιλόσοφοι μετά τον Χιουμ και τον Καντ αμφισβήτησαν την ιδέα ότι η ανθρώπινη φύση είναι χρήσιμη στην ηθική, γιατί ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει διαφοροποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας, έχουν διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Αλλά ο Αριστοτέλης περιγράφει ένα εκπληκτικά διαχρονικό σύνολο ηθικών προβλημάτων του ανθρώπου. Όταν χρησιμοποιεί την αντωνυμία «εμείς», συχνά εννοεί ολόκληρη την ανθρωπότητα ως συλλογικότητα, στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Προσωκρατικοί: Η Ψυχή του Κόσμου

Ως προσωκρατικοί φιλόσοφοι εννοούνται φιλόσοφοι που έζησαν από τον 7ο αιώνα π.κ.ε. μέχρι και κατά την εποχή του Σωκράτη, αφού ορισμένοι υπήρξαν σύγχρονοί του. Ο στοχασμός τους είναι προδρομικός της ελληνικής φιλοσοφίας γενικότερα. Θεωρούνται οι πρώτοι που διατύπωσαν συγκεκριμένες φιλοσοφικές θεωρίες, εγκαταλείποντας την αυθεντία της παράδοσης. Τα ερωτήματα που θέτουν αφορούν κυρίως στην Κοσμογονία, ως απάντηση στο ερώτημα για τη γένεση του κόσμου, την Κοσμολογία, ως απάντηση στο ερώτημα για την υφή και τη λειτουργία του κόσμου και την Γνωσιολογία, ως απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι δυνατότητες και τα όρια της ανθρώπινης σκέψης.
 
Ο ΘΑΛΗΣ & Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
 
Ο Θαλής (624-546 π.κ.ε.) ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος κι ένας από τους «Επτά Σοφούς της αρχαιότητας» προσπαθούσε να διδάξει στους συμπολίτες του στην Μίλητο τον τρόπο να συλλογίζονται ορθά. Πρέπει να ήταν ένας ήρεμος και καλοκάγαθος άνθρωπος αφού δεν οργιζόταν όταν εκείνοι δεν καταλάβαιναν το παραμικρό από τα σημαντικά πράγματα που τους έλεγε ή όταν τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Πρέπει να αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη γι’ αυτούς όταν οι άλλοι Έλληνες τον συμπεριέλαβαν στους Επτά Σοφούς δίπλα στον Σόλωνα. Βλέπετε, ήταν έτοιμοι πάντοτε να τον χλευάσουν ή και να τον κατηγορήσουν άδικα, λόγω της αμάθειάς τους. Για παράδειγμα, όταν ο Θαλής προέβλεψε την έκλειψη ηλίου στις 28 Μαΐου του 585 π.κ.ε. και η έκλειψη όντως έγινε την ημέρα και την ώρα που είχε προβλέψει, οι συμπολίτες του αντί να τον θαυμάσουν, τον κατηγόρησαν για μάγο!
 
Από παιδί είχε τη φήμη του αφηρημένου και τον κατηγορούσαν για τεμπέλη, επειδή τον έβλεπαν να είναι πάντα βυθισμένος στις σκέψεις του και σε περισυλλογή. Τόσο πολύ χανόταν στις σκέψεις του, που συχνά δεν έβλεπε που βάδιζε, και μια μέρα, έτσι αφηρημένος όπως ήταν, έπεσε μέσα σε έναν λάκκο και χτύπησε, προκαλώντας τα γέλια των συμπατριωτών του, που από τότε έλεγαν πως ο Θαλής ήταν ανίκανος ακόμη και να βαδίσει, τόσο άχρηστος ήταν, έλεγαν, που έπεφτε μέσα σε όποιον λάκκο βρισκόταν μπροστά του.
 
Όλα αυτά, παραδόξως, γινόντουσαν στη Μίλητο, που την κυβερνούσε ο πανέξυπνος δικτάτορας Θρασύβουλος, πρωτεύουσα της βιοτεχνίας του Αιγαίου, της υφαντουργίας, του εμπορίου, της φιλοξενίας, αλλά και της τέχνης, της λογοτεχνίας και της μελέτης. Μια πόλη τόσο ακμάζουσα που είχε ιδρύσει και άλλες ογδόντα δικές της αποικίες στις ακτές της Μικρά Ασίας, και οι πληροφορίες που έφτασαν μέχρι εμάς λένε πως όλες οι ελληνικές πόλεις ζήλευαν τον πλούτο, την ελευθερία, την πολυτέλεια και τη μόρφωση που απολάμβαναν οι Μιλήσιοι οι πιο γενναίοι ναυτικοί, οι πιο πονηροί έμποροι, οι πιο εκλεπτυσμένες γυναίκες, οι πιο προοδευμένοι σπουδαστές. Οι σπουδές εκεί είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο του ιερατείου, που παντού είχε ακόμη πλήρες μονοπώλιο, ενώ εκεί κυριαρχούσε η ελεύθερη σκέψη. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κορόιδευαν τον Θαλή.
 
Κι ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα η επιστήμη δεν είχε ξεχωρίσει ακόμη από τη μυθολογία και οι άνθρωποι ακόμη πίστευαν αυστηρά μόνο αυτά που έλεγαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος και κανένας άλλος, στη Μίλητο υπήρχε ένας μεγάλος σοφός που είχε διαγράψει τους θεούς και τους μύθους τους και είχε ιδρύσει την πρώτη ελληνική φιλοσοφική σχολή, το πρώτο πειραματικό εργαστήριο, και τη φυσιοκρατική θεώρηση του κόσμου: ο Θαλής, κατά τους συμπατριώτες του: ένας αιθεροβάμονας που δεν έβλεπε πού βάδιζε.
 
Είχε αποφασίσει πως θα έδειχνε σε όλους τους χλευαστές του πως μπορούσε ο ίδιος να κυβερνήσει τη ζωή του, χρησιμοποιώντας όλα εκείνα για τα οποία τον κορόιδευαν. Πήρε ένα δάνειο και αγόρασε όλα τα ελαιοτριβεία της περιοχής, με σκοπό να γίνει παραγωγός λαδιού, ήταν ένας βαρύς χειμώνας και οι τιμές τους είχαν πέσει γιατί δεν υπήρχε ζήτηση. Ο Θαλής, μελετημένος στην αστρονομία καθώς ήταν και στη μετεωρολογία, είχε προβλέψει πως η χρονιά που θα ακολουθούσε θα είχε πολύ ευνοϊκές καιρικές συνθήκες με καλή σοδειά για κάποιον που θα είχε ελιές, κι αυτό θα έκανε πολύτιμα τα λιοτρίβια του. Πραγματικά, επιβεβαιώθηκε απόλυτα. Το φθινόπωρο, έχοντας μονοπώλιο την ελαιουργεία, επέβαλε στους πελάτες του τις υψηλές τιμές που ζητούσε κι έτσι εκδικήθηκε όσους τον κορόιδευαν ως άχρηστο, συγκέντρωσε μία μεγάλη περιουσία, δώρισε και στην Πολιτεία για να τους αποστομώσει, έγινε εισοδηματίας και μπόρεσε να αφιερώσει πλήρως τον χρόνο του στις μελέτες και στα ταξίδια.
 
Ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να διδαχθεί τις εξελίξεις στη μαθηματική επιστήμη, αλλά ανακάλυψε ότι οι Αιγύπτιοι ήταν αρκετά αφελείς ώστε να σχεδιάζουν να κατασκευάσουν κάτι περίτεχνες πανύψηλες κατασκευές για να μετρήσουν το ύψος των πυραμίδων που κανείς δεν το ήξερε μέχρι τότε. Κέρδισε αμέσως την εκτίμηση όλων των σοφών της Αιγύπτου, με το απλό αυτό κόλπο: τους είπε ότι μπορούσε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων την ίδια εκείνη μέρα με μεγάλη ευκολία: δεν είχε παρά να μετρήσει την σκιά των πυραμίδων πάνω στην άμμο τη στιγμή ακριβώς που η δική του σκιά είχε μήκος ίσο με το ύψος του, κάνοντας την αναλογία: Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, και η φήμη του ταξίδεψε σε χρόνο μηδέν σε όλη την Αίγυπτο, όπου βρέθηκε να συναναστρέφεται με τους πιο μυημένους ανθρώπους, ανταλλάσσοντας όλων των ειδών τις γνώσεις.
 
Στα καράβια που τον μετέφεραν από το ένα λιμάνι της Μεσογείου στο άλλο, μελετούσε τις νύχτες τον ουρανό προσπαθώντας να ανακαλύψει μία τάξη και μία λογική υπό το φως των όσων είχε μάθει στη Βαβυλώνα, όπου είχε μαθητεύσει στους μεγαλύτερους αστρονόμους της εποχής. Ο άνθρωπος αυτός, δυόμισιχιλιάδες χρόνια πριν τη διατύπωση της Θεωρίας της εξέλιξης, υπολόγισε ότι η ζωή στη Γη προήλθε από το νερό και πως όλα όσα αποτελούν τον κόσμο έχουν μια κοινή συνδυαστική αρχή, όσο διαφορετικά και αν φαίνονται.
 
Ο Θαλής φαντάστηκε τη ζωή σαν μια αθάνατη ψυχή, που τα στοιχεία της ενσαρκώνονται εφήμερα, κάποτε σε ένα φυτό, κάποτε σε ένα ζώο ή σε ένα ορυκτό. Τα βουνά, τα ψάρια, τα άστρα, οι πάπυροι και οι άνθρωποι, δεν είναι παρά κομμάτια αυτής της αθάνατης ψυχής του κόσμου, θάνατος δεν υπάρχει, φαινομενικά πεθαίνουν μόνο οι εφήμερες ενσαρκώσεις της αιώνιας ψυχής που απλά παίρνει για λίγο το σχήμα τους, και τους δανείζει ζωική δύναμη. Διατύπωσε την ιδέα ότι ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά. Οι είρωνες τον ρωτούσαν γιατί τότε προτιμούσε τη ζωή από τον θάνατο και δεν πέθαινε κι ο Θαλής τους απαντούσε: «Μα, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει διαφορά»
 
Προκαλούσε την οργή των ιερέων όταν τον ρωτούσαν τι ήταν οι θεοί, κι εκείνος απαντούσε: «Εδώ δεν ξέρετε τι είναι οι πέτρες, θέλετε να μάθετε τι είναι οι θεοί; Όλα, και πέτρες και θεοί, είναι κομμάτια της αιώνιας ψυχής του κόσμου, στην οποία δεν χρειάζεται να κάνετε θυσίες ή να απευθύνετε προσευχές, διότι είστε και εσείς οι ίδιοι μέρη της» Υποπτεύονταν ότι ίσως ήταν ένας βλάσφημος άνθρωπος και θα τον είχαν σίγουρα σκοτώσει αν δεν ήταν τόσο φιλήσυχος, καλοκάγαθος, τελικά συμπαθής και νομοταγής, αλλά κατά βάθος μπερδεύονταν με τις απαντήσεις του και κάπως καθησυχάζονταν όταν τελικά τους απαντούσε απλοϊκά στην ερώτηση τι ήταν ο θεός, λέγοντας: «Ενταξει, θεός είναι αυτό που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος» και που ακόμη και μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια παραμένει ο πιο ψύχραιμος ορίσμός.
 
Όταν τον ρωτούσαν ποιο ήταν κατά τη γνώμη του το δυσκολότερο πρόβλημα για τον άνθρωπο, έλεγε: «Να γνωρίσει τον εαυτό του». Τον ρωτούσαν ποια θα έπρεπε να είναι η δικαιοσύνη για έναν ενάρετο άνθρωπο, κι εκείνος απαντούσε: «Να μην κάνει στους άλλους αυτό που δεν θέλει να του κάνουν» (εξακόσια χρόνια πριν το πει ο Ιησούς ο Ναζωραίος). Τον ρωτούσαν ποιο ήταν το πιο σπάνιο πράγμα που είχε δει, κάτι το πρωτοφανές, και ο Θαλής απαντούσε: «Γέροντα Τύραννον» (εννοώντας ότι οι τύραννοι σχεδόν ποτέ δεν ζουν τόσο πολύ ώστε να γεράσουν).
 
Έλεγε ότι για τρία πράγματα όφειλε ευγνωμοσύνη στην Τύχη: «Πρώτον διότι γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, δεύτερον διότι γεννήθηκα άνδρας και όχι γυναίκα, και τρίτον διότι γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος» Οι αφελείς που τον άκουγαν ήταν ευχαριστημένοι ακούγοντάς το αυτό, γιατί κι εκείνοι ήταν άνθρωποι, άνδρες κι Έλληνες και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι το έλεγε για να καταγγείλει ότι οι άνθρωποι δεν φέρονται σωστά στα ζώα, ότι οι άνδρες δεν φέρονται σωστά στις γυναίκες κι ότι οι Έλληνες δεν φέρονται σωστά στους βάρβαρους.
 
Δεν καταλάβαιναν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ενσαρκώσεις της αιώνιας αθάνατης ψυχής και ότι καμία ουσιαστική διαφορά δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν κατάλαβαν ούτε καν τη σπάνια ψυχή του παππούλη μας του Θαλή, που επέστρεψε πίσω στην αιώνια ψυχή του κόσμου, σε μεγάλη ηρεμία και σοφία και σε βαθιά γεράματα, καθώς παρακολουθούσε τα θεάματα σε ένα στάδιο, καθότι φίλαθλος. Δεν διασώθηκε κανένα έργο του Θαλή και γι’ αυτό λένε ότι δεν έγραψε κανένα σύγγραμμα, πράγμα για το οποίο κάθε νοήμων άνθρωπος έχει δικαίωμα να αμφιβάλει.
 
Στον Θαλή, όπως και στους υπόλοιπους σοφούς, αποδίδονταν διάσημα γνωμικά της αρχαιότητας. Ορισμένα από τα γνωμικά που αποδίδονται στον Θαλή είναι:
 
«Γνώθι σαυτόν»,
«Μέτρω χρω»,
«Πρεσβύτατον των όντων θεός αγέννητον γαρ»,
«Κάλλιστον κόσμος ποίημα γαρ θεού»,
«Μέγιστον τόπος άπαντα γαρ χωρεί»,
«Τάχιστον νους δια παντός γαρ τρέχει»,
«Σοφώτατον χρόνος ανευρίσκει γαρ πάντα»

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΥ
 
Δεν υπήρχαν φιλόσοφοι πριν από τον Θαλή. Ο Θαλής άφησε έναν μόνο μαθητή, τον Αναξίμανδρο, για τη ζωή του οποίου δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, πέρα από κάποιες αμφίβολες πληροφορίες του Κικέρωνα και από ένα ανέκδοτο που αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος: Ο Αναξίμανδρος τραγουδούσε και με το άσμα του προκαλούσε το γέλιο των παιδιών που τον κορόιδευαν κι εκείνος έλεγε: «Πρέπει, εξαιτίας των παιδιών, να καταβάλλουμε προσπάθεια για να τραγουδάμε καλύτερα».
 
Ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος που τόλμησε να εκδώσει ένα σύγγραμμα «Περί φύσεως» (γύρω στο 550 π.κ.ε. και, από τότε, σχεδόν κάθε Έλληνας φιλόσοφος, κι όχι μόνο, έχει γράψει και από ένα σύγγραμμα «περί φύσεως», που έγινε το αγαπημένο θέμα των αρχαίων λογίων). Ήταν η πρώτη γνωστή συγγραφή με την οποία επιχειρούταν η εξήγηση του σύμπαντος με βάση επιστημονικές αρχές κι αποτελούσε σοβαρά επικίνδυνο τόλμημα, αν λάμβανε κανείς υπ’ όψιν του τις θεοκρατικές αντιλήψεις της εποχής, αφού οποιοδήποτε παρόμοιο εγχείρημα έπρεπε να συμβαδίζει με τη θεογονία του Ησίοδου και με τις γενεαλογίες του Δία.
 
Το πρώτο αυτό επιστημονικό σύγγραμμα δεν πρέπει να γνώρισε καθόλου θερμή υποδοχή, αφού ήταν εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και κατά την αρχαιότητα. Είναι αμφίβολο ακόμη κι αν ο Αριστοτέλης (που ήταν μανιώδης συλλέκτης με τεράστια βιβλιοθήκη) το είχε αντικρίσει ολόκληρο ποτέ. Ο Απολλόδωρος, όπως καταθέτει ο Διογένης Λαέρτιος, θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο τυχερό άνθρωπο του κόσμου διότι είχε επιτύχει το ανέλπιστο κατόρθωμα να αποκτήσει μία πολύ μικρή περίληψη του συγγράμματος του Αναξίμανδρου.
 
Ο σχολιαστής του Αριστοτέλη, Σιμπλίκιος, διέσωσε μόνον μία μικρή πρόταση από το σύγγραμμα αυτό (που κι αυτή η πρόταση είναι χαμένη κάπου μέσα στη χαοτική μάζα της αρχαίας σημειολογίας κι έτσι δεν ήταν εύκολο να την εντοπίσω).Ήταν ένα τόσο παράτολμο εγχείρημα για την εποχή, η συγγραφή ενός τέτοιου συγγράμματος, που επιβίωσε από αυτό μόνο μια μικρή περίληψη που την είχε μόνο ένας άνθρωπος κι έπειτα δεν έμεινε παρά μία μόνο μικρή γραμμούλα. Τόσο σημαντική ήταν για τους Έλληνες του 550 π.κ.ε. η επιστημονική εξήγηση του Σύμπαντος!
 
Ο ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ, ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ
 
Ο Ξενοφάνης (570-480 π.κ.ε.) ο Κολοφώνιος, φιλόσοφος και ποιητής, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Κολοφώνα της Μικράς Ασίας. Θαύμαζε τον Θαλή και ήταν μαθητής του Αναξίμανδρου. Όταν ο τόπος υποτάχθηκε στους Πέρσες, ο Ξενοφάνης στην ηλικία των εικοσιπέντε ετών έφυγε από την πατρίδα του, μην μπορώντας να ανεχθεί τον περσικό ζυγό, «την στυγεράν τυραννίαν» όπως την αναφέρει ο ίδιος. Ο ίδιος, επίσης, λέει ότι από τότε «αφιέρωσε τη ζωή του σε περιπλανήσεις». Ταξίδεψε στη Μάλτα, στις ακτές της Δαλματίας, στη νήσο φάρο, στις Συρακούσες κι αλλού. Κατοίκησε τελικά σε διάφορα μέρη της Σικελίας και στην Ελέα στην Κάτω Ιταλία.
 
Ο Ξενοφάνης ήταν ένας περιπλανώμενος βάρδος, ποιητής και ραψωδός. Στα μέρη όπου πήγαινε τραγουδούσε τα έπη του Ομήρου και του Ησίοδου, όπως απαιτούνταν από το έθιμο, αλλά και πολλά δικά του ποιήματα (από τα οποία δυστυχώς έχουν σωθεί μόνο μερικά μικρά αποσπάσματα). Ο Πρόκλος αναφέρει ότι ο Ξενοφάνης είχε γράψει μεγάλο ποίημα με τον τίτλο Σίλλοι, στο οποίο κατέκρινε σθεναρά τους ποιητές και τους φιλόσοφους, για τον δογματισμό τους, τη μισαλλοδοξία τους, τον εγωισμό τους, τις αντιφάσεις τους.
 
Επίσης, ο Ξενοφάνης είναι ένας χαρακτήρας πάνω στον οποίο διαφαίνεται η απαρχή της διακοπής της ηρωικής παράδοσης και της μυθολογίας (από κάποιον που ήταν ειδικός σε αυτήν). Όλα δείχνουν ότι η υποταγή του μικρασιατικού ελληνικού πολιτισμού στους Πέρσες, προκάλεσε μια ανεπανόρθωτη κρίση σε ολόκληρη τη μυθική παράδοση, την οποία εκείνη την εποχή εκπροσωπούσε αποκλειστικά ο Όμηρος. (Οι Έλληνες περίμεναν ότι οι θεοί δεν θα επέτρεπαν στους Πέρσες να κατακτήσουν τα εδάφη τους).
 
Για πρώτη φορά άρχισε να εξετάζεται με κριτικό πνεύμα το παρελθόν και να επικρίνεται από ηθικής άποψης. Ο Ξενοφάνης και ο Πυθαγόρας είναι οι πρώτοι στοχαστές που αρχίζουν να επικρίνουν σφοδρότατα τον Όμηρο και τον Ησίοδο (που ως ονόματα αντιπροσώπευαν την «παλιά φρουρά», μυθοποιητική και ιερατική, που επιχειρούνταν τώρα να αντικατασταθεί από τους φιλοσόφους). Ο Ξενοφάνης επικρίνει τους μορφωμένους ανθρώπους, λέγοντας ότι οι πάντες άντλησαν τη μόρφωση τους αποκλειστικά από τον Όμηρο και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο.
 
Αλλά ο Όμηρος και ο Ησίοδος, λέει ο Ξενοφάνης, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να χρησιμοποιούν δραματικά τις ανθρώπινες κακίες και φαυλότητες και να τις αποδίδουν στους θεούς. «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος όλα τα απέδιδαν στους θεούς, όλα όσα είναι κατά την κρίση του ανθρώπου άξια ονειδισμού και επίκρησης, τις κλοπές, τις μοιχείες, τις μικρότητες, τη μισαλλοδοξία, τις αμοιβαίες απάτες» Με την κριτική του ο Ξενοφάνης έφτασε να κατακρίνει ανοιχτά τα ιερατεία, τις πεποιθήσεις τους και τους χειρισμούς ανθρώπων που έκαναν και να επιτεθεί κατά όλων των τότε θρησκευτικών και κοινωνικών δοξασιών, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο ελληνικό Διαφωτισμό.
 
Ο Ξενοφάνης κατακρίνει τον Όμηρο και τον Ησίοδο λέγοντας ότι εισήγαγαν στην αντίληψη των ανθρώπων τον ανθρωπομορφισμό των θεών (μια παρατήρηση 2.500 χρόνια πριν τη διατυπώσουν οι σύγχρονοι ιστορικοί και ανθρωπολογικοί αναλυτές της αρχαιότητας) κι ότι οι θεοί ουσιαστικά παρουσιάζονται ως κακέκτυπα των ανθρώπων, κι όχι το αντίστροφο -όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ο Ξενοφάνης διδάσκει ότι «ο Θεός στο σύνολο του είναι όραση, ακοή και νόηση», δηλαδή βλέπει, νοεί και ακούει απ’ ευθείας, χωρίς να έχει ανάγκη αισθητηρίων οργάνων. Είναι ο Κοσμικός Νους. Δεν διοικεί το Σύμπαν με κάποια ανώτερη υλική δύναμη, όπως δίδασκαν για τους θεούς ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αλλά το κυβερνά «δια της νοήσεως» και «χωρίς να καταβάλλει σωματικό κόπο, θέτει τα πάντα σε κίνηση με τη δύναμη της θεϊκής σκέψης».
 
Ο Ξενοφάνης επέκρινε τους ανθρώπους που φαντάζονται τους θεούς ως ανθρωποειδή και ως μετακινούμενους από τόπο σε τόπο. Η αλήθεια, έλεγε, είναι ότι ο Θεός μένει ακίνητος στον τόπο του: «Πάντοτε μένει εις τον αυτόν τόπον, και δεν ταιριάζει σ’ αυτόν να αλλάζει τόπο και να είναι άλλοτε εδώ και άλλοτε εκεί» Παρατηρούσε επίσης: «Μόνον ένας Θεός μέγιστος υπάρχει μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, και δεν μοιάζει καθόλου με τους θνητούς ούτε κατά το σώμα ούτε κατά την ψυχή». «Το Εν είναι η Θεότης».
 
Θεωρούσε τις ανθρωπομορφικές ιστορίες των θεών ως κωμικές και αφελείς. «Οι άνθρωποι νομίζουν ότι οι θεοί γεννιούνται και ότι έχουν την ενδυμασία, τη φωνή και τη μορφή ανθρώπων» Έλεγε ότι ο καθένας φαντάζεται τους θεούς όπως είναι ο ίδιος: «οι Αιθίοπες θέλουν τους θεούς μαύρους και σιμούς, οι θράκες γλαυκούς και ξανθούς. Αν οι βόες και οι ίπποι και οι λέοντες είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα παρίσταναν τους θεούς όμοιους με τους εαυτούς τους, οι βόες ως βους, οι ίπποι ως ίππους, και ούτω καθεξής.
 
Αλλά, αν δεχθούμε ότι ο Θεός είναι το κρουστό και τελειότατο όλων των όντων, δεν μπορεί παρά να είναι ένας και όχι πολλοί. Διότι η έννοια της τέλειας θεότητας είναι συνδεδεμένη με την έννοια του κρατείν και άρχειν, που είναι νοητή μόνον ως ιδιότητα ενός και όχι πολλών» «Εν είναι το Παν».
 
Κατηγορούσε ακόμη και την εμμονή των Ελλήνων για τον αθλητισμό και τη σωματική ρώμη, υποστηρίζοντας ότι η σοφία είναι ανώτερη τις σωματικής ρώμης (πράγμα ανήκουστο μέχρι εκείνη την εποχή): «Οι αγροίκοι νικητές της Ολυμπίας στο δρόμο και στους άλλους ιππικούς και γυμνικούς αγώνες, δεν αξίζουν όσο εγώ. Δεν είναι δίκαιο να προκρίνεται η ρώμη έναντι της αγαθής σοφίας. Ο πραγματικός αγώνας γίνεται όχι για ιδρώτα και δυνατούς μύες, αλλά για την απόκτηση ιστοριίης (πολυμάθειας) και σοφίας δια ποικίλων γνώσεων, με τις οποίες ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα ζώα».
 
Ο Ξενοφάνης αμφέβαλε ακόμη και για την εγκυρότητα της ανθρώπινης γνώσης:
 
«Κανείς άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, που να γνωρίζει την αλήθεια σε σχέση με τους θεούς και σε σχέση με όσα λέγω περί του Σύμπαντος. Διότι, και αν ακόμη υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να επιτύχει να πει εκείνο το οποίο υπάρχει στην πραγματικότητα, ο ίδιος δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει, διότι σε σχέση με όλα τα πράγματα ανεξαιρέτως υπάρχει η φαινομενικότητα»
 
Ο Ξενοφάνης, περιπλανώμενος, κυνηγήθηκε για τις θέσεις του· από όλους τους τόπους που επισκέφτηκε, αντιπαθής από όλους και κατέληξε να είναι ένας άνθρωπος σοφός και μελαγχολικός, πικραμένος διότι οι άνθρωποι δεν τον καταλάβαιναν, ένας εραστής της ελευθερίας που είχε ανακαλύψει ότι «όλοι αγαπούν την ελευθερία, αλλά κανείς τους ελεύθερους ανθρώπους».
 
Ο Ξενοφάνης ήταν ο ιδρυτής της Ελεατικής φιλοσοφίας (από την πόλη Ελέα της Κάτω 1ταλίας, η οποία τελικά τον δέχτηκε να παραμείνει εκεί –στην Ελέα γεννήθηκε ο Ιδεαλισμός και ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου φιλόσοφου Παρμενίδη, που κι εκείνος με τη σειρά του ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου παραδοξολόγου φιλόσοφου Ζήνωνα.
 
Η παράδοση λέει ότι ο Παρμενίδης και ο Ζήνωνας κατείχαν το μόνο διασωθέν αντίτυπο του αποκαλυπτικού συγγράμματος που έγραψε ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Ίππασος, στο οποίο αποκάλυψε ότι η σφαίρα συντίθεται από δώδεκα πεντάγωνα, προφανώς μία γνώση με μυστικιστικές προεκτάσεις, γι’ αυτό και οι ιερείς και οι συμπολίτες του τον έπνιξαν στη θάλασσα για αυτό του το ασέβημα.
 
Ο Ζήνωνας, ο οποίος έψαχνε όλα τα παράξενα και παράδοξα πράγματα κάνοντας συγκλονιστικά ενδιαφέρουσες και εκπληκτικές επισημάνσεις όπως το ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κίνηση, με αυτά ανατρέπει ολόκληρο το οικοδόμημα των μαθηματικών και τοποθετεί την ανθρώπινη γνώση σε τελείως περιορισμένο πλαίσιο. «Κάθε ανθρώπινη γνώση στηρίζεται σε κάποια υπόθεση, που δεν δύναται να ελεγχθεί». «Όλα είναι σχετικά».
 
Τα συγκλονιστικά συμπεράσματα και οι επισημάνσεις του Ζήνωνα έχουν παραβλεφθεί επίτηδες από τους επιστήμονες, από τότε μέχρι σήμερα, διότι είναι προβλήματα άλυτα που αναιρούν την ίδια την επιστήμη τους και γι’ αυτό τον λόγο όλοι έχουν αρκεστεί σε μία -καθόλου μα καθόλου, ικανοποιητική- προσπάθεια του Αριστοτέλη να απορρίψει τα επιχειρήματα του Ζήνωνα, ξεγελώντας τον εαυτό τους και τους άλλους ότι ο Αριστοτέλης το κατάφερε και άρα το ζήτημα έχει κλείσει!
Λένε πως ο Σωκράτης μιμήθηκε τη στρεψόδικη διαλεκτική του Ζήνωνα (και αναφέρεται ότι ο Ζήνων ήταν ένας από τους δασκάλους του Περικλή). Στην Αθήνα δεν βρέθηκε κανένας να κατηγορήσει τον Ζήνωνα γιατί μονάχα λίγοι ήταν εκείνοι που καταλάβαιναν τι ακριβώς έλεγε, όπως διηγείται ο Πλάτωνας.
 
Όπως και ο Ξενοφάνης έτσι και ο Ζήνωνας ήταν άνθρωπος εξαιρετικά φιλελεύθερος, πολέμιος των ιερέων και των τυράννων, έτοιμος να πεθάνει αν χρειαστεί στον αγώνα για την ελευθερία του ατόμου και για την ελεύθερη σκέψη. Όταν στην πατρίδα του ο Τύραννος Νέαρχος εγκατέστησε την πιο στυγνή δικτατορία της εποχής με τη συγκατάθεση του ιερατείου, ο Ζήνωνας έτρεξε αμέσως να συμμετάσχει στη συνωμοσία για την ανατροπή του Νέαρχου και στο κίνημα της επανάστασης.
 
Το κίνημα απέτυχε κάτω από τραγικές περιστάσεις, ο Ζήνωνας συνελήφθη και υπέστη μία μεγάλη σειρά βασανιστηρίων κατά τα οποία ο Νέαρχος του ζητούσε να κατονομάσει τους συντρόφους του. Ο μεγάλος φιλόσοφος Ζήνωνας, ο επινοητής της διαλεκτικής, δεν άνοιξε το στόμα του για να πει ούτε μία λέξη, για να μην προδώσει τους συντρόφους του στον αγώνα για την ελευθερία, υπομένοντας σε μαρτυρικά τα πιο φριχτά βασανιστήρια για πολλές μέρες.
 
Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός αναφέρει ότι στο τέλος, καθώς ανέκριναν και βασάνιζαν τον Ζήνωνα, εκείνος ζήτησε να πει κάτι στον Τύραννο που κανείς άλλοτε δεν έπρεπε να το ακούσει. Ο Τύραννος έσκυψε πάνω από τον Ζήνωνα για να του πει στο αυτί, νομίζοντας ότι επιτέλους ομολογούσε: ο Ζήνωνας του δάγκωσε δυνατά το αυτί και του το ξερίζωσε, κι έπειτα αμέσως οι δεσμοφύλακες του τον θανάτωσαν. Ο Σουίδας, ο Έρμιπος, και ο Αντισθένης, διαφωνούν με αυτήν την εκδοχή κι όλοι τους αναφέρουν ότι το περιστατικό έγινε κάπως αλλιώς: καθώς βασάνιζαν τον Ζήνωνα για πολλοστή ημέρα, ο Νέαρχος του ζήτησε να μιλήσει επιτέλους για να δώσει τέλος στο μαρτύριό του, κι εκείνος του ένευσε να πλησιάσει για να του πει κάτι, ο Τύραννος πλησίασε, και τότε ο Ζήνωνας έκοψε την ίδια του τη γλώσσα με τα δόντια του και την έφτυσε στο πρόσωπο του Τυράννου. Έπειτα τον σκότωσαν!

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ: Ο ΣΟΦΟΣ ΠΟΥ ΕΠΣΚΕΠΤΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ
 
Ο Αναξαγόρας (500-420 π.κ.ε.) έλεγε ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι η θεωρία και η ελευθερία που πηγάζει από αυτήν. Ο Αναξαγόρας υπήρξε το πρότυπο του σοφού ανθρώπου, που αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα και στην ανακάλυψη της αλήθειας.
 
Ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας, από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Σε πολύ νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στις φιλοσοφικές σπουδές με υπέρμετρο ζήλο και αγώνα, παραμελώντας τελείως την εποπτεία της περίουσίας του. Ουσιαστικά, έχασε την περιουσία του για χάρη της φιλοσοφίας και της αναζήτησης της αλήθειας. Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι δάσκαλοι του (όχι τυχαία, όπως θα δούμε παρακάτω). Ασχολήθηκε πολύ όχι μόνο με τη φιλοσοφία, αλλά και με τη γεωμετρία και με την αστρονομία, και θεωρείται ο αστέρας της αστρονομίας.
 
Ο Φιλόστρατος μαρτυρεί ότι ο Αναξαγόρας τις νύχτες έκανε αστρονομικές παρατηρήσεις από την κορυφή του μικρασιατικού όρους Μίμαντος, απέναντι από τη Χίο, και από την κορυφή εκείνου του βουνού «επισκεπτόταν τα ουράνια»: «Κλαζομένιον Αναξαγόραν από του κατά την Ιωνίαν Μίμαντος επεσκέφθαι τα εν τω ουρανώ». Ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στις σκιές της Μικράς Ασίας κι έφτασε στην Αθήνα σε ηλικία 44 ετών, καλεσμένος από τον στρατηγό Ξάνθιππο, πατέρα του Περικλή, για να αναλάβει τη διδασκαλία του γιου του.
 
Ο Περικλής έμαθε από τον Αναξαγόρα ότι ήξερε. Από τότε, οι δυο τους ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ο Αναξαγόρας ήταν ο σύμβουλος του Περικλή· κι ο Περικλής αγαπούσε με πάθος τον δάσκαλο του και τον τιμούσε σε όλη του τη ζωή.
 
Μπορεί ο Αναξαγόρας να ήταν ο μεγαλύτερος αστρονόμος και -κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο- ο πατέρας της επιστημονικής φαντασίας, αλλά στην ακμάζουσα και πολιτισμένη και «φιλοσοφημένη» Αθήνα του «χρυσού αιώνα», η αστρονομία ήταν απαγορευμένη με ποινή θανάτου! Εκεί βασίλευε ακόμη η δεισιδαιμονία, την οποία οι Αθηναίοι εξόρκιζαν μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη. Η αστρονομία ήταν εχθρός της θρησκείας, απασχόληση των ασεβών και των άθεων, επικίνδυνη για την κοινωνική τάξη και τον δημόσιο βίο!
 
Το ίδιο ίσχυε στις περισσότερες πολιτείες της αρχαιότητας, όπως το είχε επιβάλλει το ιερατείο. Στην Αθήνα, ο συγκεκριμένος νόμος ψήφισμα όριζε ότι αποτελεί αφορμή καταγγελίας και διάπραξη μεγάλου δημόσιου αδικήματος η διδασκαλία αθεϊστικών δοξασιών και η ανάπτυξη θεωριών αναφερόμενων στα άστρα και στα αστρονομικά φαινόμενα. Στην αρχαία Ελλάδα, η αρχή και οι νόμοι του κόσμου και η «γένεση των όντων» ανακατεύονταν ακόμη και στα γενεαλογικά δέντρα των απλών ανθρώπων, αποκαλύπτοντας δεσμούς με κάποιον θεό ή θεά.
 
Βέβαια, στη Θήβα, ο Φιλόλαος, μαθητής του Πυθαγόρα, μπορούσε να κηρύττει πως η Γη δεν ήταν το κέντρο του σύμπαντος αλλά μόνο ένας πλανήτης που μεταξύ πολλών άλλων περιστρεφόταν γύρω από μια «κεντρική φωτιά», αλλά στη Θήβα δεν υπήρχε κανείς που να καταλαβαίνει τι έλεγε ο Φιλόλαος, τον οποίο γενικά είχαν για τρελό, κι ούτε οι ιερείς δεν του έδιναν σημασία. Αλλά στην Αθήνα, σε μια παρόμοια συζήτηση όλοι θα είχαν αντιληφθεί ότι ενδεχόμενες επιπλοκές και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις και θα ρωτούσαν τον δάσκαλο μιας τέτοιας ιδέας, με ποιον τρόπο όλα αυτά ταίριαζαν με τον Δία και την κοσμογονία που καταγόταν από αυτόν.
 
Ούτε ο Περικλής τόλμησε να καταργήσει τον νόμο που απαγόρευε την αστρονομία ως εχθρό της θρησκείας και του λαού.
 
Ο Αναξαγόρας ήταν ένας ονειροπόλος, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τα επουράνια απ’ ό,τι για τα επίγεια και ταξιδεύοντας και συζητώντας είχε συλλέξει όλες τις μυστικές νέες ιδέες που, αντιστασιακά, μέσα στη μαυρίλα του ιερατείου που επικρατούσε παντού, προσπαθούσαν να φωτίσουν τον νου των σοφών ώστε να αποκαλύψουν στους ανθρώπους τη φύση του σύμπαντος.
 
Ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα έλεγε ότι ο γαλαξίας δεν ήταν τίποτε άλλο από αστρική σκόνη, ο Εμπεδοκλής στον Ακράγαντα έλεγε ότι το φως των αστέρων χρειάζεται κάποιο χρόνο για να φτάσει στη γη και άρα ίσως να μη βλέπουμε την αληθινή εικόνα του ουρανού, ενώ ο Παρμενίδης ο Ελεάτης αμφέβαλλε ότι η γη είναι επίπεδη και πίστευε πως μάλλον είναι σφαιρική κι ο Ενωπίδης στη Χίο είχε υπολογίσει τη γωνία που σχηματίζει η ελλειπτική τροχιά της Γης με τον ουράνιο ισημερινό, και ο Ικέτας στις Συρακούσες είχε ήδη διακηρύξει ότι η Γη κινείται γύρω από τον εαυτό της.
 
Ο Αναξαγόρας ήταν ένας παράξενος άνθρωπος και καλοκάγαθος, που παραμέλησε την περιουσία του για το κυνήγι των άστρων και την εξήγηση των μυστηρίων του κόσμου. Έλεγε ότι δεν χρειάζεται να επικαλεσθεί κανείς το υπερφυσικό για να εξηγήσει κάτι το φυσικό. Έλεγε ότι η Γη περιστρέφεται και είναι τυλιγμένη από περίβλημα σέρα, του οποίου οι πυκνώσεις και αραιώσεις οφείλονται στην ηλιακή θερμότητα και είναι η αιτία των ανέμων (2.200 χρόνια πριν η νεότερη επιστήμη το επιβεβαιώσει).
 
Εξηγούσε τη δημιουργία του σύμπαντος (από το χάος, ώσπου μια ουράνια δίνη με τη φυγόκεντρο δύναμη της αποχώρισε τα τέσσερα στοιχεία, από τους συνδυασμούς των οποίων τελικά δημιουργήθηκαν οι οργανικές μορφές), την πτώση των μετεωριτών (μάλιστα κάποτε προέβλεψε πότε και πού θα πέσει ένας μετεωρίτης), τις εκλείψεις του ήλιου (που έλεγε ότι δημιουργούνταν από τη σελήνη, που ήταν υλικό σώμα, πέτρινο, το οποίο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στη Γη και στον ήλιο και προκαλούσε το φαινόμενο της έκλειψης, ενώ έλεγε ότι η σελήνη δεν είχε δικό της φως αλλά κατόπτριζε το φως του ήλιου), και άλλα πάρα πολλά.
 
Επίσης έλεγε και πολλά ακόμη πιο παράξενα πράγματα, όπως το ότι υπήρχαν και άλλοι κόσμοι εκτός από τη Γη, πλανήτες στον ουρανό, όπου κατοικούσαν άνθρωποι εξωγήινοι, πού είχαν πολιτισμούς όπως και οι γήινοι, και περιέγραφε τα σπίτια τους και τις ενδυμασίες τους και τις συνήθειές τους. Σύμφωνα με τους νόμους της Αθήνας όλα αυτά είχαν ένα βασικό ελάττωμα: ο Αναξαγόρας δεν ανέφερε καθόλου τον Δία, λες και αυτός δεν είχε λάβει μέρος σε τίποτε από όλα αυτά, δηλαδή δεν υπήρχε.
 
Που ήταν οι θεοί σε όλα αυτά; Ο Αναξαγόρας έλεγε ότι υπήρχε μόνο ένα υπέρτατο ον, που το ονόμαζε «ο Νους». Αυτός ήταν ο πατέρας της κοσμικής δίνης, απ’ αυτόν καταγόταν το ανθρώπινο πνεύμα, αυτός βρισκόταν πίσω από τα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος, αυτός ο Κοσμικός Νους ένωνε όλα τα πράγματα. Αυτόν τον «Νου» ο Αναξαγόρας τον ανέφερε και τον επικαλούνταν τόσο συχνά, που οι Αθηναίοι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν και να τον φωνάζουν «Νου», όταν περνούσε στο δρόμο έλεγαν «να ο Νους!» και όταν κάποιος έλεγε κάτι παράξενο, έλεγαν «να ρωτήσουμε τον Νου να μας πει τι είναι». Κορόιδευαν τον σοφότερο των ανθρώπων την εποχή τους.
 
Είναι προφανές ότι συχνά ο Αναξαγόρας επικαλούνταν αυτόν τον «Νου», ως άλλοθι για να ξεγλιστρά από την κατηγορία της αθεΐας, αφού πολλοί μην καταλαβαίνοντας τι ακριβώς εννοούσε νόμιζαν ότι ίσως εννοούσε τον Δία. Αλλά ίσως και όχι, οπότε τον υποπτευόντουσαν έτσι κι αλλιώς. Ώσπου μια μέρα σιγουρεύτηκαν: στη διάρκεια μιας, θυσίας προς τους θεούς, βρέθηκε ένα κριάρι με ένα μόνο κέρατο. Οι ιερείς που ήταν στην τελετή το ερμήνευσαν αυτό ως υπερφυσικό σημάδι από τους Θεούς. Τότε ο Αναξαγόρας, που δεν πίστευε σε υπερφυσικά φαινόμενα και θεϊκούς οιωνούς, τους κατέκρινε δημόσια κόβοντας το κεφάλι του ζώου, κάνοντας ανατομία του κρανίου του κριού και δείχνοντάς τους πως το μοναδικό κέρατο ήταν ένα φαινόμενο που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας μιας ανώμαλης ανάπτυξης του εγκεφάλου, ο οποίος είχε συγκεντρωθεί σε οξεία γωνία στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ζώου, κι έτσι αναφυόταν ένα μόνο κέρας διότι το δεύτερο εμποδίζονταν να φυτρώσει.
 
Ο Κλέωνας, ένας ορκισμένος αντίπαλος του Περικλή και της παρέας του, βρήκε την ευκαιρία-να πάρει τον κλήρο με το μέρος του, προτείνοντας στους ιερείς ότι ο «Νους» δεν ήταν παρά μια δικαιολογία του Αναξαγόρα για να κάνει αίρεση. (Επιπλέον, οι ιερείς και η Πολιτεία έλεγξαν τις φήμες για τις διδασκαλίες του και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ασχολούνταν με την απαγορευμένη αστρονομία. Να γιατί κατέληγε σε όλες αυτές τις ασέβειες κι άρα ιδού πόσο δίκιο είχε ο νόμος.
 
Ο Αναξαγόρας συνελήφθη και κατηγορήθηκε για ασέβεια, μπροστά σε μία πραγματική Ιερά Εξέταση, που εξέτασε με όλες τις λεπτομέρειες το βιβλίο του «Περί φύσεως». Στο έργο αυτό, μεταξύ άλλων ανοσιουργημάτων, υπήρχε γραμμένο πως ο ήλιος, που η επίσημη θρησκεία τον θεωρούσε θεό, δεν ήταν παρά μία ουράνια μάζα από πυρακτωμένες πέτρες! Μάταια τον υπερασπίστηκε ο Περικλής. Τον φυλάκισαν αμέσως και τον άφησαν να περιμένει την εκτέλεση του.
 
Ο Αναξαγόρας, που κατοικούσε «εις το εσωτερικόν του εαυτού» του, έλεγε ότι για να αντιμετωπίζει τα ενδεχόμενα δυσάρεστα εξωτερικά περιστατικά, χρησιμοποιούσε την «εκ των προτέρων αντίκρυσή» τους: «Πρέπει να ενδιατρίβει κανείς με τη σκέψη του εκ των προτέρων, σε εκείνα τα οποία ενδεχομένως θα συμβούν και, ενώ δεν συνέβησαν ακόμη, να τα αντικρίζει σαν να συνέβησαν».
 
Επίσης, ο Ευριπίδης, που ήταν μαθητής και φίλος του Αναξαγόρα, αναφέρει σε ένα διασωθέν απόσπασμα μιας χαμένης τραγωδίας (θησεύς):
 
«Εγώ, διδαχθείς από κάποιον σοφό άνθρωπο, έβαζα πάντοτε στη σκέψη μου πίθανές συμφορές, έτσι ώστε στην περίπτωση που θα μου συνέβαινε μια δυστυχία από εκείνες που έβαζα στον νου μου, να μην με καταλάβει αιφνιδίως και μου προξενήσει μεγαλύτερη λύπη…» (Ο χαρακτηρισμός «κάποιος σοφός άνθρωπος» αντικαθιστούσε το «απαγορευμένο» όνομα του Αναξαγόρα) .
 
Έτσι, ο Αναξαγόρας, ο «Νους», είχε προδεί την καταδίκη του και τη φυλάκιση του και την ενδεχόμενη εκτέλεση του, και δεν βρέθηκε προ καμίας εκπλήξεως, ούτε λυπήθηκε. Λένε ότι στη φυλακή, αδιαφορώντας για τις «εξωτερικές περιστάσεις», έγραφε ένα σύγγραμμα για τον τετραγωνισμό του κύκλου τον οποίο είχε εμπνευστεί ανάμεσα σε όλα αυτά. Ο αγαπημένος του μαθητής, ο Περικλής, κατάφερε την τελευταία στιγμή να τον φυγαδεύσει από τη φυλακή και να τον στείλει μακριά από την Αθήνα, πριν τον σκοτώσουν (όπως αργότερα το ίδιο θα προσπαθούσαν να κάνουν, ανεπιτυχώς, οι μαθητές του Σωκράτη για τον δάσκαλο τους).
 
Ο Αναξαγόρας τελικά κατέφυγε στη Λάμψακο του Ελλησπόντου, (όπου ο Περικλής του έστελνε χρηματική βοήθεια μέχρι το τέλος της ζωής του). Εκεί ο Αναξαγόρας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ευτυχισμένος, διδάσκοντας ανάμεσα σε πιστούς μαθητές που τον τιμούσαν και τον αγαπούσαν, και οι πολίτες της Λαμψάκου τον εκτιμούσαν και τον θαύμαζαν επίσης. Όταν του θύμιζαν την καταδίκη του από τους Αθηναίους, ο Αναξαγόρας κουνούσε το κεφάλι και έλεγε: «Οι καημένοι, δεν ξέρουν ότι η φύση έχει ήδη καταδικάσει και τους ίδιους…» Όταν πέθανε, οι κάτοικοι της Λαμψάκου τον τίμησαν κάνοντας την ταφή του με δημόσια δαπάνη, και ανέγειραν μνημεία αφιερωμένα στον Νου και στην Αλήθεια. Λέγεται ότι κατά τις τελευταίες ημέρες του, όταν τον είχαν ρωτήσει πώς ήθελε να τον θυμούνται, ο Αναξαγόρας είχε παρακαλέσει τους άρχοντες της πόλης και εισακούστηκε, κάθε χρόνο στην επέτειο του θανάτου του να έχουν αργία τα σχολεία, ώστε τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα.
 
ΛΕΥΚΙΠΟΣ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ
 
Γύρω στο 430 ή 450 π.κ.ε. κάποιος παράξενος άνθρωπος με το όνομα Λεύκιππος (γεννημένος στη Μίλητο της Μικράς Ασίας) συνήθιζε να τριγυρίζει πάνω-κάτω στους δρόμους της Ελέας στην Κάτω Ιταλία και να περιεργάζεται από κοντά τα πάντα, όλα όσα έβλεπε γύρω του, ακόμη και το παραμικρό, με μεγάλη προσήλωση, ενώ οι άνθρωποι που τον έβλεπαν πίστευαν ότι είναι τρελός.
Λιγοστοί ήξεραν ότι είχε δεχθεί τις διδασκαλίες του Πυθαγόρα φοιτώντας σε κάποια μυστική σχολή μαθητών του, αλλά κανείς σπουδαίος δεν καταλάβαινε τι εννοούσε όταν στις περιπλανήσεις του αυτές μουρμούριζε συνέχεια για το «πανταχού παρόν και ακίνητο Είναι που ταυτίζεται με τη σκέψη».
 
Στην Ελέα ο Λεύκιππος ήταν μαθητής του Παρμενίδη (ιδρυτή του Ιδεαλισμού), αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια των πεποιθήσεων του δασκάλου του για το Είναι.
 
Κάποια στιγμή, η περιπλάνηση του τον οδήγησε μακριά από την Ελέα, και έφτασε στα Άβδηρα της Θράκης, όπου επιτέλους συνέλαβε τη θεωρία του «μη όντος», δηλαδή του κενού, και ίδρυσε εκεί τη δική του σχολή. Από την Ελέα προς τα Άβδηρα, είχε φτάσει από το Είναι στο Δεν Είναι. Ο Λεύκιππος έλεγε όχι όλος ο κόσμος δεν είναι παρά ένας ατέρμων συνδυασμός κενού και «ατόμων». Τα άτομα αυτά περιστρέφονται στο διάστημα, συνδυάζονται μεταξύ τους και δημιουργούν σχήματα, αντικείμενα, τα πάντα γύρω μας, ακόμη και η ψυχή μας δεν είναι παρά ένας συνδυασμός ατόμων, τα άτομα είναι η μυστική ουσία των πάντων, ακόμη και της ίδιας της σκέψης. Ανάμεσα στα άτομα, υπήρχε το κενό, και μάλιστα η πραγματικότητα αποτελούταν περισσότερο από κενό παρά από άτομα, ο κόσμος μάλλον «δεν είναι» παρά «είναι», αλλά τα άτομα είναι τα πάντα που ξέρουμε. Ο Λεύκιππος είχε ανακαλύψει την Ύλη. (Κι έτσι, ο μαθητής του ιδρυτή του Ιδεαλισμού, είχε επινοήσει τον Υλισμό).
 
Φυσικά, όλα αυτά δεν μπορούσε να τα δεχθεί κανένας, ούτε τα του «μη όντος» ούτε την ατομικιστική θεωρία, και πρέπει να ήταν επικίνδυνο να συζητάς γι’ αυτά, αφού μεταξύ άλλων εννοούσαν ότι ακόμη και οι θεοί είτε δεν ήταν παρά συνδυασμοί ατόμων -όπως άλλωστε και οι πέτρες και τα ράμφη των πουλιών και οι ναοί και οι τρίχες και τα σύννεφα και οι δρόμοι και τα κουτάλια- και διέφεραν από τους ανθρώπους μόνο κατά έναν συνδυασμό, είτε οι θεοί απλά ήταν κενό, δηλαδή δεν υπήρχαν πέρα από τις λέξεις.
 
Ο Λεύκιππος έγραψε το σύγγραμμα Μέγας Διάκοσμος, θρυλικό κυριολεκτικά, αφού πολλοί πίστευαν ότι είναι θρύλος και δεν ξέρουμε αν το διάβασε κανείς, αφού η πατρότητα -του αποδίδεται σε πολλούς άλλους, ενώ αμφισβητούνταν ακόμη και η ύπαρξη του ίδιου του Λεύκιππου, για τον οποίο, φυσικά, δεν έχουμε καμία άλλη πληροφορία, ούτε για τη ζωή του ούτε για το έργο του.
 
Οι προγονοί μας είχαν να διασώσουν πιο σημαντικά πράγματα, όπως τους πολύπλοκους τρόπους πάλης στις παλαίστρες, χωρίς να ξέρουν ότι κι αυτοί δεν ήταν παρά ένας συνδυασμός ατόμων ή απλά το κενό. Για καλή μας τύχη, όμως, στα Άβδηρα έτυχε ένας από τους μαθητές του Λεύκιππου να είναι ο Δημόκριτος. Ο Δημόκριτος ανέπτυξε και συμπλήρωσε τη θεωρία της «ατομοκρατίας» (έναντι της θεοκρατίας) και τελικά επισκίασε τόσο πολύ τον δάσκαλο του, μέχρι του σημείου να αμφισβητηθεί αδίκως η ίδια η ύπαρξη του και από τις επόμενες γενεές.
 
Ο άνθρωπος που μίλησε για το υπαρκτό της μη-ύπαρξης και ξεκλείδωσε την κατασκευαστική δομή της ύλης και της ύπαρξης, έφτασε στο σημείο να μην υπάρχει ο ίδιος και δεν ξέρουμε γι’ αυτόν.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (404-452)

Φοίβη δ᾽ αὖ Κοίου πολυήρατον ἦλθεν ἐς εὐνήν·
405 κυσαμένη δἤπειτα θεὰ θεοῦ ἐν φιλότητι
Λητὼ κυανόπεπλον ἐγείνατο, μείλιχον αἰεί,
ἤπιον ἀνθρώποισι καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσι,
μείλιχον ἐξ ἀρχῆς, ἀγανώτατον ἐντὸς Ὀλύμπου.
γείνατο δ᾽ Ἀστερίην εὐώνυμον, ἥν ποτε Πέρσης
410 ἠγάγετ᾽ ἐς μέγα δῶμα φίλην κεκλῆσθαι ἄκοιτιν.
ἡ δ᾽ ὑποκυσαμένη Ἑκάτην τέκε, τὴν περὶ πάντων
Ζεὺς Κρονίδης τίμησε· πόρεν δέ οἱ ἀγλαὰ δῶρα,
μοῖραν ἔχειν γαίης τε καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης.
ἡ δὲ καὶ ἀστερόεντος ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἔμμορε τιμῆς,
415 ἀθανάτοις τε θεοῖσι τετιμένη ἐστὶ μάλιστα.
καὶ γὰρ νῦν, ὅτε πού τις ἐπιχθονίων ἀνθρώπων
ἔρδων ἱερὰ καλὰ κατὰ νόμον ἱλάσκηται,
κικλήσκει Ἑκάτην· πολλή τέ οἱ ἔσπετο τιμὴ
ῥεῖα μάλ᾽, ᾧ πρόφρων γε θεὰ ὑποδέξεται εὐχάς,
420 καί τέ οἱ ὄλβον ὀπάζει, ἐπεὶ δύναμίς γε πάρεστιν.
ὅσσοι γὰρ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἐξεγένοντο
καὶ τιμὴν ἔλαχον, τούτων ἔχει αἶσαν ἁπάντων·
οὐδέ τί μιν Κρονίδης ἐβιήσατο οὐδέ τ᾽ ἀπηύρα,
ὅσσ᾽ ἔλαχεν Τιτῆσι μέτα προτέροισι θεοῖσιν,
425 ἀλλ᾽ ἔχει, ὡς τὸ πρῶτον ἀπ᾽ ἀρχῆς ἔπλετο δασμός.
οὐδ᾽, ὅτι μουνογενής, ἧσσον θεὰ ἔμμορε τιμῆς
καὶ γεράων γαίῃ τε καὶ οὐρανῷ ἠδὲ θαλάσσῃ,
ἀλλ᾽ ἔτι καὶ πολὺ μᾶλλον, ἐπεὶ Ζεὺς τίεται αὐτήν.
429 ᾧ δ᾽ ἐθέλῃ, μεγάλως παραγίνεται ἠδ᾽ ὀνίνησιν·
434 ἔν τε δίκῃ βασιλεῦσι παρ᾽ αἰδοίοισι καθίζει,
430 ἔν τ᾽ ἀγορῇ λαοῖσι μεταπρέπει, ὅν κ᾽ ἐθέλῃσιν·
ἠδ᾽ ὁπότ᾽ ἐς πόλεμον φθισήνορα θωρήσσωνται
ἀνέρες, ἔνθα θεὰ παραγίνεται, οἷς κ᾽ ἐθέλῃσι
433 νίκην προφρονέως ὀπάσαι καὶ κῦδος ὀρέξαι.
439 ἐσθλὴ δ᾽ ἱππήεσσι παρεστάμεν, οἷς κ᾽ ἐθέλῃσιν·
435 ἐσθλὴ δ᾽ αὖθ᾽ ὁπότ᾽ ἄνδρες ἀεθλεύωσ᾽ ἐν ἀγῶνι·
ἔνθα θεὰ καὶ τοῖς παραγίνεται ἠδ᾽ ὀνίνησι·
νικήσας δὲ βίῃ καὶ κάρτει, καλὸν ἄεθλον
438 ῥεῖα φέρει χαίρων τε, τοκεῦσι δὲ κῦδος ὀπάζει.
440 καὶ τοῖς, οἳ γλαυκὴν δυσπέμφελον ἐργάζονται,
εὔχονται δ᾽ Ἑκάτῃ καὶ ἐρικτύπῳ Ἐννοσιγαίῳ,
ῥηιδίως ἄγρην κυδρὴ θεὸς ὤπασε πολλήν,
ῥεῖα δ᾽ ἀφείλετο φαινομένην, ἐθέλουσά γε θυμῷ.
ἐσθλὴ δ᾽ ἐν σταθμοῖσι σὺν Ἑρμῇ ληίδ᾽ ἀέξειν·
445 βουκολίας δὲ βοῶν τε καὶ αἰπόλια πλατέ᾽ αἰγῶν
ποίμνας τ᾽ εἰροπόκων ὀίων, θυμῷ γ᾽ ἐθέλουσα,
ἐξ ὀλίγων βριάει κἀκ πολλῶν μείονα θῆκεν.
οὕτω τοι καὶ μουνογενὴς ἐκ μητρὸς ἐοῦσα
πᾶσι μετ᾽ ἀθανάτοισι τετίμηται γεράεσσι.
450 θῆκε δέ μιν Κρονίδης κουροτρόφον, οἳ μετ᾽ ἐκείνην
ὀφθαλμοῖσιν ἴδοντο φάος πολυδερκέος Ἠοῦς.
οὕτως ἐξ ἀρχῆς κουροτρόφος, αἳ δέ τε τιμαί.

***
Η Φοίβη πάλι στου Κοίου το πολυέραστο κρεβάτι ανέβηκε.
Κι έπειτα έμεινε έγκυος η θεά με του θεού τον έρωτα
και γέννησε τη Λητώ την κυανόπεπλη, πάντα μειλίχια,
ήπια στους ανθρώπους και τους αθάνατους θεούς,
μειλίχια εξαρχής, την πιο ευμενή μέσα στον Όλυμπο.
Γέννησε και την Αστερίη με το καλό το όνομα, που ο Πέρσης κάποτε
410 την έφερε στο μέγα δώμα του, για να την πουν γυναίκα του αγαπημένη.
Κι εκείνη μένοντας έγκυος γέννησε την Εκάτη που ο Δίας, του Κρόνου ο γιος,
πάνω απ᾽ όλους τίμησε. Δώρα τής έδωσε λαμπρά:
να ᾽χει μερίδιο απ᾽ τη γη μα κι απ᾽ το πέλαγος το ατρύγητο.
Όμως αυτή κι από τον έναστρο ουρανό μερίδιο έλαχε τιμής
και την τιμούν οι αθάνατοι θεοί απ᾽ όλους περισσότερο.
Γιατί και τώρα, όταν κανείς απ᾽ τους ανθρώπους που ζουν πάνω στη γη
κάνει θυσίες καλές κατά τα έθιμα και προσπαθεί τους θεούς να εξευμενίσει,
την Εκάτη επικαλείται. Τιμή πολλή πανεύκολα ακολουθεί αυτόν
που πρόθυμα η θεά τις προσευχές του δέχεται.
420 Και ευτυχία τού δίνει, αφού τη δύναμη αυτήν την έχει.
Γιατί απ᾽ όσους γέννησε ο Ουρανός κι η Γη
κι αξίωμα έλαχαν, απ᾽ όλους τούτους έχει μερίδιο στον κλήρο τους.
Κι ούτε ο γιος του Κρόνου σε τίποτα την πίεσε, ούτε και της αφαίρεσε
όσα της λάχανε μες στους Τιτάνες, τους προγενέστερους θεούς,
μα τα κατέχει αυτή όπως η μοιρασιά απαρχής πρωτόγινε.
Κι ούτ᾽ επειδή μοναχοκόρη ήταν έλαχε η θεά προνόμια και τιμή
κατώτερη στη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα,
μα έλαχε πολύ ακόμη περισσότερα, γιατί την τιμάει ο Δίας.
Κι όποιον θελήσει, πολύ του παραστέκει και τον ωφελεί.
Στις δίκες κάθεται πλάι στους σεβαστούς τους βασιλείς.
430 Στις συναθροίσεις ξεχωρίζει μες στον κόσμο εκείνος που αυτή τυχόν θελήσει.
Κι όταν οι άντρες αρματώνονται για πόλεμο ανδροκτόνο,
τότε δίνει βοήθεια η θεά σ᾽ όποιους επιθυμεί
τη νίκη πρόθυμα να δώσει και δόξα να προσφέρει.
Είναι αγαθή βοηθός για τους ιππείς που θα θελήσει.
Είναι αγαθή κι όταν οι άντρες αμιλλώνται στους αγώνες:
τότε η θεά και σε τούτους παραστέκει και βοηθά.
Κι αφού κανείς νικήσει στη ρώμη και τη δύναμη, εύκολα το ωραίο βραβείο
το κατακτά και χαίρεται και στους γονείς του δόξα δίνει.
440 Και σ᾽ εκείνους που στη γλαυκή, τη θυελλώδη θάλασσα δουλεύουν
και στην Εκάτη και τον βαρύχτυπο προσεύχονται Εννοσίγαιο,
εύκολα η ένδοξη η θεά άφθονη την ψαριά τούς δίνει,
μα κι εύκολα, εάν το θέλει στην καρδιά της, την αφαιρεί, κι ας φαίνεται εμπρός τους.
Κι είναι αγαθή, μαζί με τον Ερμή, στις στάνες τα ποίμνια να πληθαίνει.
Και τα κοπάδια των βοδιών και τις πλατιές αγέλες των γιδιών
και των πυκνόμαλλων αρνιών τα ποίμνια, αν στην καρδιά το θέλει,
πλήθος τα κάνει από λίγα κι από πολλά τα λιγοστεύει.
Έτσι, αν και μοναχοκόρη είναι της μητέρας της,
μέσα στους αθανάτους έχει τιμηθεί με όλα τα προνόμια.
450 Κι ο γιος του Κρόνου την όρισε τροφό των νέων, όσων μετά απ᾽ αυτήν
είδανε με τα μάτια τους το φως της Αυγής που τα πάντα βλέπει.
Έτσι εξαρχής τροφός των νέων ήταν κι ήταν αυτά τα αξιώματά της.