Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (22.375-22.436)

375 Ὣς ἄρα τις εἴπεσκε καὶ οὐτήσασκε παραστάς.
τὸν δ᾽ ἐπεὶ ἐξενάριξε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς,
στὰς ἐν Ἀχαιοῖσιν ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευεν·
«ὦ φίλοι, Ἀργείων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες,
ἐπεὶ δὴ τόνδ᾽ ἄνδρα θεοὶ δαμάσασθαι ἔδωκαν,
380 ὃς κακὰ πόλλ᾽ ἔρρεξεν, ὅσ᾽ οὐ σύμπαντες οἱ ἄλλοι,
εἰ δ᾽ ἄγετ᾽ ἀμφὶ πόλιν σὺν τεύχεσι πειρηθέωμεν,
ὄφρα κ᾽ ἔτι γνῶμεν Τρώων νόον, ὅν τιν᾽ ἔχουσιν,
ἢ καταλείψουσιν πόλιν ἄκρην τοῦδε πεσόντος,
ἦε μένειν μεμάασι καὶ Ἕκτορος οὐκέτ᾽ ἐόντος.
385 ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα φίλος διελέξατο θυμός;
κεῖται πὰρ νήεσσι νέκυς ἄκλαυτος ἄθαπτος
Πάτροκλος· τοῦ δ᾽ οὐκ ἐπιλήσομαι, ὄφρ᾽ ἂν ἔγωγε
ζωοῖσιν μετέω καί μοι φίλα γούνατ᾽ ὀρώρῃ·
εἰ δὲ θανόντων περ καταλήθοντ᾽ εἰν Ἀΐδαο,
390 αὐτὰρ ἐγὼ καὶ κεῖθι φίλου μεμνήσομ᾽ ἑταίρου.
νῦν δ᾽ ἄγ᾽ ἀείδοντες παιήονα κοῦροι Ἀχαιῶν
νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσι νεώμεθα, τόνδε δ᾽ ἄγωμεν.
ἠράμεθα μέγα κῦδος· ἐπέφνομεν Ἕκτορα δῖον,
ᾧ Τρῶες κατὰ ἄστυ θεῷ ὣς εὐχετόωντο.»
395 Ἦ ῥα, καὶ Ἕκτορα δῖον ἀεικέα μήδετο ἔργα.
ἀμφοτέρων μετόπισθε ποδῶν τέτρηνε τένοντε
ἐς σφυρὸν ἐκ πτέρνης, βοέους δ᾽ ἐξῆπτεν ἱμάντας,
ἐκ δίφροιο δ᾽ ἔδησε, κάρη δ᾽ ἕλκεσθαι ἔασεν·
ἐς δίφρον δ᾽ ἀναβὰς ἀνά τε κλυτὰ τεύχε᾽ ἀείρας
400 μάστιξέν ῥ᾽ ἐλάαν, τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην.
τοῦ δ᾽ ἦν ἑλκομένοιο κονίσαλος, ἀμφὶ δὲ χαῖται
κυάνεαι πίτναντο, κάρη δ᾽ ἅπαν ἐν κονίῃσι
κεῖτο πάρος χαρίεν· τότε δὲ Ζεὺς δυσμενέεσσι
δῶκεν ἀεικίσσασθαι ἑῇ ἐν πατρίδι γαίῃ.
405 Ὣς τοῦ μὲν κεκόνιτο κάρη ἅπαν· ἡ δέ νυ μήτηρ
τίλλε κόμην, ἀπὸ δὲ λιπαρὴν ἔρριψε καλύπτρην
τηλόσε, κώκυσεν δὲ μάλα μέγα παῖδ᾽ ἐσιδοῦσα·
ᾤμωξεν δ᾽ ἐλεεινὰ πατὴρ φίλος, ἀμφὶ δὲ λαοὶ
κωκυτῷ τ᾽ εἴχοντο καὶ οἰμωγῇ κατὰ ἄστυ.
410 τῷ δὲ μάλιστ᾽ ἄρ᾽ ἔην ἐναλίγκιον, ὡς εἰ ἅπασα
Ἴλιος ὀφρυόεσσα πυρὶ σμύχοιτο κατ᾽ ἄκρης.
λαοὶ μέν ῥα γέροντα μόγις ἔχον ἀσχαλόωντα,
ἐξελθεῖν μεμαῶτα πυλάων Δαρδανιάων.
πάντας δὲ λιτάνευε κυλινδόμενος κατὰ κόπρον,
415 ἐξ ὀνομακλήδην ὀνομάζων ἄνδρα ἕκαστον·
«σχέσθε, φίλοι, καί μ᾽ οἶον ἐάσατε κηδόμενοί περ
ἐξελθόντα πόληος ἱκέσθ᾽ ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν·
λίσσωμ᾽ ἀνέρα τοῦτον ἀτάσθαλον ὀβριμοεργόν,
ἤν πως ἡλικίην αἰδέσσεται ἠδ᾽ ἐλεήσῃ
420 γῆρας· καὶ δέ νυ τῷ γε πατὴρ τοιόσδε τέτυκται,
Πηλεύς, ὅς μιν ἔτικτε καὶ ἔτρεφε πῆμα γενέσθαι
Τρωσί· μάλιστα δ᾽ ἐμοὶ περὶ πάντων ἄλγε᾽ ἔθηκε.
τόσσους γάρ μοι παῖδας ἀπέκτανε τηλεθάοντας·
τῶν πάντων οὐ τόσσον ὀδύρομαι ἀχνύμενός περ
425 ὡς ἑνός, οὗ μ᾽ ἄχος ὀξὺ κατοίσεται Ἄϊδος εἴσω,
Ἕκτορος· ὡς ὄφελεν θανέειν ἐν χερσὶν ἐμῇσι·
τῶ κε κορεσσάμεθα κλαίοντέ τε μυρομένω τε,
μήτηρ θ᾽, ἥ μιν ἔτικτε δυσάμμορος, ἠδ᾽ ἐγὼ αὐτός.»
Ὣς ἔφατο κλαίων, ἐπὶ δὲ στενάχοντο πολῖται·
430 Τρῳῇσιν δ᾽ Ἑκάβη ἁδινοῦ ἐξῆρχε γόοιο·
«τέκνον, ἐγὼ δειλή· τί νυ βείομαι αἰνὰ παθοῦσα,
σεῦ ἀποτεθνηῶτος; ὅ μοι νύκτας τε καὶ ἦμαρ
εὐχωλὴ κατὰ ἄστυ πελέσκεο, πᾶσί τ᾽ ὄνειαρ
Τρωσί τε καὶ Τρῳῇσι κατὰ πτόλιν, οἵ σε θεὸν ὣς
435 δειδέχατ᾽· ἦ γὰρ καί σφι μάλα μέγα κῦδος ἔησθα
ζωὸς ἐών· νῦν αὖ θάνατος καὶ μοῖρα κιχάνει.»

***
375 Αυτά ελέγαν κι έπειτα σιμά τον εκεντούσαν.
Και αφού τον απογύμνωσεν ο θείος Αχιλλέας
εστήθη αυτού και ομίλησε των Αχαιών στην μέσην:
«Ω φίλοι σεις, ω αρχηγοί προστάτες των Αργείων,
αφού μας δώκαν οι Αχαιοί να πέσει αυτός ο άνδρας
380 που όλοι δεν μας πλήγωσαν όσον αυτός και μόνος,
την πόλιν των ας ζώσομεν εμείς με τ᾽ άρματά μας
να ιδούμε τι έχουν κατά νουν να πράξουν τώρα οι Τρώες.
Θ᾽ αφήσουν την ακρόπολιν τώρα που αυτός εχάθη
ή και χωρίς τον Έκτορα θ᾽ αγωνισθούν ακόμη.
385 Αλλά τι διελογίστηκε τούτα η ψυχή μου τώρα;
Άκλαυτος, άθαφτος, νεκρός κείτετ᾽ εκεί στες πρύμνες
ο Πάτροκλος, που εγώ ποτέ δεν θα τον λησμονήσω
ενόσω με τους ζωντανούς κινώ τα γόνατά μου.
Κι εάν οι πεθαμένοι εκεί στον Άδη λησμονούνται
390 κι εκεί θενά θυμάμαι εγώ τον ποθητόν μου φίλον.
Τώρα, παιδιά των Αχαιών, ας γύρομε στα πλοία
με τούτον και ας σηκώσομε παιάνα νικηφόρον·
νίκην λαμπρήν επήραμεν· φονεύσαμεν τον θείον
Έκτορα, οπού τον δόξαζαν ωσάν θεόν οι Τρώες».
395 Αυτά ᾽πε κι έργ᾽ απάνθρωπα στον Έκτορα εσοφίσθη·
των δυο ποδιών του ετρύπησε τα νεύρ᾽ από τες φτέρνες
ως τ᾽ αστραγάλι, και λουριά τους πέρασε από μέσα,
τον κρέμασε απ᾽ την άμαξαν να σέρνει το κεφάλι,
σήκωσε τα λαμπρ᾽ άρματα και ανέβη αυτός στ᾽ αμάξι,
400 και τα πουλάρια εράβδισε που πρόθυμα επετάξαν.
Σκόνην εσήκωνε ο νεκρός, και τα μαλλιά απλωμένα
στο χώμα και όλ᾽ η κεφαλή, χαριτωμένη πρώτα,
που τώρα ο Ζευς την έδωκεν εις των εχθρών τα χέρια
να την χαλάσουν άσχημα στην γην την πατρικήν του.
405 Και άμ᾽ είδ᾽ εκεί να σύρεται στο χώμα το παιδί της
έβαλε τα ξεφωνητά και ανέσπα τα μαλλιά της
και την λαμπρήν μαντίλαν της επέταξε η μητέρα·
μ᾽ αυτήν και ο γέρος έκλαιε, και ολόγυρα εις την πόλιν
όλος οδύρετ᾽, ο λαός, φρικτά θρηνολογούσε.
410 Κι εφαίνετο απαράλλακτα σαν να ᾽τρωγαν οι φλόγες
πατόκορφα τα υψηλά πυργώματα της Τροίας·
και ο γέρος, εις τον πόνον του, να πεταχθεί και νά ᾽βγει
από τες πύλες ήθελε και μόλις τον κρατούσαν·
στην λάσπην εκυλίονταν, κατ᾽ όνομα καθέναν
415 παρακαλούσε κι έλεγε: «Όσο και αν μ᾽ αγαπάτε,
μη με κρατείτε, φίλοι μου, αφήσετέ με μόνον
να έβγω και να φθάσω εγώ στων Αχαιών τα πλοία·
στον άνδρα τον ανόσιον, τον άγριον, να προσπέσω,
ίσως τα χρόνια σεβασθεί και λυπηθεί το γήρας.
420 Ομήλικόν μου έχει αυτός πατέρα, τον Πηλέα
που τούτον γεννοανάστησε να γίνει συμφορά μας,
κι εμένα μάλιστα σκληρά τα σπλάχνα να πληγώσει,
που τόσα μου ᾽σφαξε παιδιά, περήφανα βλαστάρια.
Όλα τα κλαίγω αλλά του ενός δριμύς με σφάζει ο πόνος
425 του Έκτορος, και γρήγορα στον Άδη θα με φέρει·
να ᾽χε πεθάνει καν αυτός εις τες δικές μου αγκάλες,
και θα εξεθυμαίναμε στα δάκρυα, στους θρήνους,
εγώ και, οπού τον γέννησεν, η άμοιρη μητέρα».
Έλεγε κλαίοντας και ομού στενάζαν κι οι πολίτες
430 και πρώτη εμοιρολόγησε των γυναικών η Εκάβη:
«Τέκνον, τι έπαθα η πικρή! και ακόμη εγώ θα ζήσω
αφού μου απέθανες εσύ· που ημέρα νύκτα ήσουν
το ζηλευτό καμάρι μου, και οι Τρώισσες και οι Τρώες
σωτήρα σ᾽ είχαν και ως θεόν σε καλοδέχοντ᾽ όλοι·
435 ότ᾽ είχαν δόξαν από σε μεγάλην, όσο ακόμη
εζούσες, τώρα σ᾽ εύρηκεν ο θάνατος και η μοίρα».

Ο φόβος και ο Συνειδητός Εαυτός

Ο φόβος είναι ένδειξη του πού χρειάζεται να κοιτάξεις. Δε φεύγει, αν δεν τολμήσεις να κοιτάξεις... Γιατί είναι ένδειξη, είναι σύμπτωμα. Δεν είναι εχθρός που πρέπει να πολεμήσεις.

Τα απομονωμένα και επιβλητικά εγώ, εμφανίζονται απειλητικά όταν παραμένουν ακυβέρνητα. Δεν μπορείς να κυβερνήσεις κάτι που φοβάσαι, χωρίς να του επιβληθείς. Μα τότε, ταυτόχρονα γίνεσαι και θύμα του. Σε εξουσιάζει ο ίδιος ο φόβος σου, που δεν κατάλαβες τη σημασία του. Πίστεψες πως είναι εναντίον σου, πως μπορεί να σε συνθλίψει.

Προχωρώντας στη ζωή σου, πιστεύεις σε κάποια στιγμή πως έχεις βρει τη "μαγική συνταγή", αυτό που σε βάζει "στην πορεία σου", που επιτέλους "απελευθερώνει το πνεύμα σου". Συνεχίζεις για ένα διάστημα να αισθάνεσαι σίγουρη και ευτυχής, έχοντας σταματήσει την αυτο-έρευνα, έχοντας αποκτήσει αυτοπεποίθηση, έχοντας προσωρινά γαληνέψει τον εσωτερικό μονόλογο.

Μέχρι που μια μέρα το αναπάντεχο σού ξαναχτυπά την πόρτα, πιο απειλητικό παρά ποτέ, γιατί πιστεύεις ότι "αυτό δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί". Και αναπόφευκτα χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, βρίσκεσαι ξανά στην απελπισία και στο πουθενά. Σαν να έχουν ξεχαστεί όλα, να μην υπάρχει κάποιο εσωτερικό σύστημα πλοήγησης. Σαν να σε πρόδωσε ο ίδιος σου ο Εαυτός, η ζωή, όλα όσα έκανες, γνώρισες, εμπιστεύθηκες.

Μα δεν υπήρχε εσωτερικό σύστημα πλοήγησης καιρό τώρα. Μόνο που δεν ήσουν παρούσα για να το δεις. Ο εγωισμός εκδηλώνεται με πολλά πρόσωπα, κι αυτό δεν το είχες προβλέψει. Η γραμμική σκέψη δεν σε άφησε να το δεις.

Και τώρα είναι πιο δύσκολα. Πώς να επιστρέψεις σε μια "Α τάξη" την οποία ήσουν/είσαι σίγουρη πως έχεις προ πολλού περάσει; Πώς να βρεις τη διαύγεια και την ταπεινότητα να ξανα-μαθητεύσεις;

Έχεις ακούσει πως πρέπει να υπάρχεις στο "εδώ και τώρα", αλλά εσύ υπάρχεις στο φόβο και στο θυμό...έστω κι αν τον κρύβεις. Για ένα διάστημα πίστευες πως τα είχες καταφέρει....όσο τα πράγματα προσχωρούσαν κάπως ομαλά. Μα τώρα ήρθε το αναπάντεχο και φαίνεται όλος ο κόσμος να βρίσκεται σε αναταραχή. Τι γίνεται;

Οι φοβίες ζουν στο σκοτάδι γιατί μαθαίνουμε να κρύβουμε το φόβο μας, να "ξεπερνάμε" το φόβο μας με τεχνάσματα, να εκλογικεύουμε το φόβο μας, να "μετατρέπουμε τις αρνητικές σκέψεις σε θετικές". Μαθαίνουμε πως ο φόβος είναι "ψέμα", πως είναι "ψευδαίσθηση", κι όμως.... να μου είναι αληθινός. Το αισθάνεσαι, σε κυριεύει, ακόμα κι όταν προσπαθείς να ξεχάσεις.

Φοβόμαστε να φοβόμαστε, αν και "δεν είμαστε" πια παιδιά.

Το σκοτάδι χρειάζεται φως (δηλαδή φανέρωση), μέχρι να συγχωνευτούν οι σκιές. Και είναι αδιάκοπη εργασία, είναι συνεχής παρουσία.

Μόνο ο συνειδητός ενήλικας που έπεται να γεννηθεί (γιατί δεν είναι "κληρονομικό δικαίωμα" ούτε αποτέλεσμα φυσικής γέννησης και ηλικιακής "ωρίμανσης"), μπορεί να υπάρξει στο εδώ και τώρα. Συνειδητοποιημένος και συγκεκριμένος, ισορροπώντας στο Κέντρο του, έχοντας πρόσβαση στη σοφία και αξιοποιώντας τη γνώση αντίστοιχα και ταυτόχρονα, στο παρόν του.

Είναι δηλαδή μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα/θέση από αυτήν που πλασάρεται μέσα από "έξι/δέκα/όσα εύκολα βήματα απελευθέρωσης/ανύψωσης". Απέχει δε πολύ από το να είναι κλειστή "μέθοδος", "διδασκαλία", "μύηση" ή ό,τι σχετικό, γιατί έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε, να αποκαλύψουμε, να δημιουργήσουμε.

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΤΟΥ & ΤΟΥ ΟΙΝΟΥ ΣΤΗ ΜΕΘΕΞΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ

Ο Διόνυσος (Διος Νύσος ή Διος Νους), αποκαλείται διφυής και διμήτωρ, διότι ενσαρκώθηκε δύο φορές. Την πρώτη από τον Δία και την Δήμητρα, οπότε και ομιλούμε περί του Διονύσου Ζαγρέως σε αυτή την περίπτωση. Αφού επήλθε ο διαμελισμός και ο θάνατός του, ξαναγεννήθηκε από τον μηρό του Διός.

Ο Διόνυσος όμως αναγεννάται από τη Σεμέλη, η οποία κατακαίγεται από τη λάμψη του Διός, πριν από τη γέννηση του γιού της. Η Σεμέλη αντιπροσωπεύει την θνητή φύση η οποία κυοφορεί το θείο βρέφος και μέσω του καθαρτήριου-εξαγνιστικού πυρός αναδύεται ο αναγεννώμενος Υιός, αναδεικνύεται η θεία φύση του θεϊκού μύστη…

Ο Διόνυσος έρχεται σε βιολογική εκδήλωση έχοντας κατισχύσει με τη δύναμη του Διός επί του θανάτου. Ως μυσταγωγική θεότητα εκπροσωπείται από την άμπελο, τον κισσό και τον Οίνο που προσφέρει στους ανθρώπους ευφορία και έκσταση, ενώ η αρχέγονη μητέρα του, η Δή-μητηρ/Γη Μήτηρ/Μητέρα Γη συμβολίζει τον σίτο και τον άρτο.

Οι μύθοι και οι τελετουργίες που συνοδεύουν τις ιερές τροφές, το κρασί και το ψωμί ακολουθούν τον κύκλο του Ηλίου, της Γης και της Σελήνης… Η Δήμητρα, η προστατεύει τις καλλιέργειες, τους καλλιεργητές και τις σοδειές τους. Στα έγκατα της γης όπου φυτεύεται ο κόκκος του σίτου, η Δήμητρα έχει την καρδιά της – την κόρη της- αναμένοντας την ΄Ανοιξη ώστε ν΄ ανθίσει η Γη και να ανέλθει στον άνω κόσμο η Περσεφόνη… Αντίστοιχα, ο καλλιεργητής περιμένει να βλαστήσει ο κόκκος του σιταριού ώστε να διασφαλίσει την σοδειά και κατ΄επέκταση την τροφή του…

Η Θεά Δήμητρα που συντηρεί τη ζωή τρέφοντάς την από το ίδιο της το σώμα, η μητέρα ζωοδότης και τροφός δια του σιταριού που φυτρώνει μέσα από τα σπλάχνα της, συνιστά την θηλυκή υπόσταση της τροφής και επεξηγεί απόλυτα το γιατί ο Ιεροφάντης στα Ελευσίνια Μυστήρια απευθυνόμενος προς την Γη αναφωνούσε “Κύε”, ενώ τείνοντας προς τον Ουρανό, αναφωνούσε “΄Υε” (βρέξε).

Το αμπέλι παράγει το σταφύλι το οποίο αυτοζυμώνεται, και τελικά μεταμορφώνεται σε κόκκινο σαν αίμα κρασί, ποτό που πίνεται όχι κυρίως για να θρέψει όπως τα άλλα ιερά τρόφιμα αλλά και για να ευχαριστήσει τον άνθρωπο, ώστε να ασχοληθεί με την καλλιτεχνική πτυχή του βίου, καθιστώντας τον άνθρωπο ευδαίμονα…

Οι Έλληνες απέδωσαν το κρασί στον Διόνυσο, μια πανάρχαιη θεότητα, συνδεδεμένη με την γη και τη γονιμική υγρασία, Θεός με έντονα αρσενικά χαρακτηριστικά γι΄ αυτό και το κρασί αποτελεί την αρσενική υπόσταση της τροφής.

Για τον Διόνυσο Ζαγρέα, οι άνθρωποι θυσίαζαν Ταύρο και έτρωγαν ωμές τις σάρκες του γιατί πίστευαν ότι έτσι έτρωγαν τη σάρκα και έπιναν το αίμα του ίδιου του θεού για να λάβουν τη δύναμή του. Πρόκειται για το αρχέγονο έθιμο της ωμοφαγικής μεταλήψεως του θείου το οποίο μεταγενέστερα υποκαταστήθηκε από την συμβολική πόση οίνου και τη συμβολική βρώση άρτου, εξ ου και τα λόγια του ιερέα κατά την θεία μετάληψη: «Λάβετε φάγετε τούτον εστί το σώμα μου το υπέρ υμών… λάβετε πίετε τούτον εστί το αίμα μου…» είπε ο Ιησούς Χριστός προς τους μαθητάς του διανέμοντας συμβολικά τον άρτο και τον οίνο κατά την διάρκειαν του Μυστικού Δείπνου, κατ΄ αντιστοιχία προς τις συμποσιακές συνάξεις των Ορφικών και του Σωκράτη…

Η αγάπη του για την Ευρυδίκη έκανε τον Ορφέα να κατέλθει στον Άδη και μετά τριημέρου να την επαναφέρει στα εγκόσμια, όχι όμως για πολύ… Την σταυρική θυσία υπέστη και ο Ορφεύς, ως απεικονίζεται σε αρχαιοελληνικές παραστάσεις…

Εαν δεχθούμε ότι στο αίμα ενυπάρχει η ψυχή, τότε στον οίνο υφίσταται η πνευματική ουσία. “Εγώ ειμί η άμπελος” λέγει ο Διόνυσος. Δια τούτο ο οίνος δια της μυσταγωγικής ιερουργίας και δια της “αναιμάκτου θυσίας” μεταβάλλεται, μετουσιώνεται, συμβολικά, σε αίμα…

Γι΄ αυτό και στην τέλεση του μυστηρίου της θείας μεταλήψεως, ενυπάρχει διάχυτος Μυστικισμός, έκσταση, πραγματώνεται η μυστηριώδης επικοινωνία με το θείο η οποία καθαίρει την ψυχή, εξαγνίζει τον άνθρωπο, δημιουργώντας την προσδοκία ότι η θνητότητα είναι εφικτό να υπερνικηθεί…

Δεδομένου ότι ο οίνος συμβoλίζει τη ζωή, τυγχάνει απαγορευμένος στον κάτω κόσμο. Ο άνθρωπος τελεί σπονδές για τον θεό, ρέοντας το κρασί μέσα στη γη, προς εξευμενισμό και αγαλλίαση των ψυχών που ενοικούν στον Κάτω Κόσμο… Καθόλου τυχαία, σε κάποιες περιπτώσεις, το σώμα του νεκρού πλένεται με κρασί πριν ντυθεί, μικρές ποσότητες κρασιού χύνονται πάνω στον τάφο, αρχαίες σπονδές προσφέρονται προς τους χθόνιους θεούς, άφθονο κρασί πίνεται για να απαλυνθεί ο πόνος των ψυχών… Ακόμη και τα οστά μετά την εκταφή, πλένονται με κρασί ή ακόμη και κατά την αρχαιότητα, μετά την αποτέφρωση, τα οστά του νεκρού πλένονταν επίσης με οίνο…

Οίνος και αίμα συμβολικά ταυτίζονται. Ο άρτος συμβολικά αντιπροσωπεύει την ίδια τη γήϊνη ύπαρξη, στην υλική της διάσταση. Όταν εμβαπτισθεί στον Οίνο, το Πνεύμα καθαγιάζεται, εξαγνίζεται. Μέσα από αυτή την μυσταγωγική διεργασία της μετουσιώσεως και της καθάρσεως, οι λατρευτικές δοξασίες της Δήμητρας και του Διονύσου, ενσωματώθηκαν και κατέλαβαν περίοπτη θέση στον πυρήνα των μυστηριακών δρωμένων που ελάμβαναν χώρα στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Στο σημείο αυτό, ως παρέκβαση, να αναφέρουμε ότι πεφωτισμένοι μύστες Απολλώνειος Τυανεύς, Ιουλιανός και Γεώργιος Πλήθων, όπως άλλωστε και οι Ορφέας και Πυθαγόρας προγενέστερα, κατήργησαν τις αιματηρές θυσίες και τις υπεκατέστησαν με συμβολική προσφορά καρπών της γης, δηλ. με αναίμακτες θυσίες/προσφορές. Στην βάση αυτή στηρίζεται και η προσαρμογή του εθίμου της ωμοφαγικής μεταλήψεως του θείου σε προσφορά άρτου και οίνου…

Ο Μύστης προσφέρει δια της θείας κοινωνίας, δια του κυκεώνος, την πνευματοποιημένη ζωή του, θυσιάζοντας και υπερβαίνοντας ευατόν δια την σωτηρία των ψυχών. Δια της πραγματώσεως του μυστηρίου της θείας κοινωνίας, επέρχεται μυστηριακώ τω τρόπω η μέθεξη στη θεία φύση και αναδεικνύεται το αρχέτυπο του θεϊκού ανθρώπου-μυσταγωγού. Οι ψυχές μεταλαμβάνουν του Διονυσιακού Οίνου και του της Δήμητρος Άρτου και ο Διόνυσος καθίσταται λυτρωτής των ανθρώπινων ψυχών, λαμβάνων την προσωνυμία “Ελευθερεύς”.

Σύμφωνα με τον Σοφοκλή (“Οιδίπως επί Κολωνώ”) προσφέρονταν αναίμακτες σπονδές προς τους χθόνιους θεούς ή τους νεκρούς, οι καλούμενες “χοές” (εκ του χέω=χύνω), με σκοπό τον εξαγνισμό. Ο χοηφόρος άδειαζε τον κρατήρα με άκρατο οίνο (ενίοτε και μέλι, γάλα ή λάδι) στο έδαφος, συχνά έθετε άνωθεν αυτού κρίθινο αλεύρι, σκόρπιζε κλαδιά ελιάς που είχε φέρει μαζί του και έφευγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Οίνος, αλεύρι, λάδι, βασικά στοιχεία που συνέθεταν τις χοές και εν γένει τις τελετουργίες που σχετίζονται με τον Κάτω Κόσμο και τις ενοικούσες ψυχές στο βασίλειο αυτό. Η διαδικασία αυτή αποτελεί μετεξέλιξη αρχέγονων θυσιών και τον ρόλο του αίματος έχει λάβει το κρασί. Ο Ιπποκράτης αλλά και πολλοί Ασκηλιάδες ιατροί το χρησιμοποιούσαν ως αντισηπτικό είτε χύνοντας το κατ’ ευθείαν στα τραύματα είτε βρέχοντας μ’ αυτό τους επιδέσμους που τα τύλιγαν προσδίδοντάς του ιαματικές ιδιότητες.

Τόσο στην αρχαιότητα έτσι και στον σύγχρονο κόσμο, οι γιορτές του Διονύσου συμπίπτουν με τις γιορτές για τους νεκρούς. Οι σύγχρονες Απόκριες και τα αρχαία κατ’ αγρούς Διονύσια, ημερομηνιακά συμπίπτουν με τα μεγάλα ψυχοσάββατα και τους Χύτρους ή Ποιθίγια…

Ο Διόνυσος δίδαξε στον Ικάριο στην Πεντέλη την τέχνη της οινοποιήσεως κι εκείνος προσέφερε το κρασί στους Αθηναίους. Παραβλέποντας όμως το μέτρο εξ αγνοίας, εκείνοι ήπιαν μέχρι που μέθυσαν, έχασαν τον έλεγχο και σκότωσαν τον Ικάριο. Την πράξη τους τη συναισθάνθηκαν όταν πέρασε η μέθη. Το αίμα και πάλι είναι το τίμημα της απώλειας του μέτρου, και συνάμα αποτελεί το τίμημα της γνώσης που παρέδωσε ο Ικάριος και ‘’θυσιάστηκε’’ γι’ αυτό, όπως συνέβη άλλωστε και με τον Προμηθέα…

Ο Βίκτωρ Ουγκώ εύλογα απεφάνθη: Ο Θεός έφτιαξε το νερό αλλά ο άνθρωπος δημούργησε το κρασί. Δημήτηρ και Διόνυσος ευεργετούν το ανθρώπινο γένος μετουσιώνοντας συμβολικά και αλληγορικά τις ιδιότητες των προιόντων τους σε αίμα και σώμα του θυσιαζόμενου και ανασταινόμενου Θεού!


Στο επίπεδο αυτό κατανοούμε λοιπόν γιατί και η αποχή από την βρώση εμψύχων είναι απευκταία και ανεπιθύμητη από όλες τις μυσταγωγικές φυσιογνωμίες, οιαδήποτε ατραπό κι αν ακολουθούν, σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο. Ιδίως όμως οι Έλληνες Μύστες, του Ορφέως, του Πυθαγόρου και του Απολλωνείου του Τυανέως προεξαρχόντων, απείχαν από την βρώση εμψύχων, για το θέμα δε αυτό ο αρχιερεύς των Δελφών Πλούταρχος συνέγραψε ως και ο Πορφύριος ειδική διατριβή, έχοντας επίγνωση ότι συγκοτίζει το νου και βαραίνει το σώμα και την ψυχή…

Η θεία φύση σας παρέχει το σώμα και το αίμα της, τον καθαγιασμένο άρτο από τον ιερό σπόρο της Δήμητρος και τον καθαγιασμένο οίνο από τον Διονυσιακό χυμό της σταφυλής. Για σήμερα και για πάντα!

Πόσο τελικά κοστίζει για σένα η αγάπη;

Σε μια εποχή που όλα έχουν μια τιμή, που όλα πωλούνται και αγοράζονται πες μου πόσο να κοστίζει άραγε η αγάπη; Πόσο να κοστίζει η γαλήνη της ψυχής μας; Η αξιοπρέπεια μας; Πόσο;

Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι όμως δωρεάν. Με τα χρήματα μπορείς να αγοράσεις τα πάντα, όχι όμως την αγάπη. Γι’ αυτό σταμάτα και σκέψου καλά πριν κάνεις το επόμενο βήμα, πριν ρίξεις ακόμα μια φορά την αγάπη στη λάσπη του συμφέροντος και της βολής σου! Μην ξεπουλιέσαι γιατί στο τέλος θα μείνεις μόνη, κενή να αναρωτιέσαι τι έκανες λάθος.

Δεν αγοράζονται οι άνθρωποι βάλτο καλά στο μυαλό σου. Και αν κάποιος σου δώσει «τιμή» αξίζει άραγε τον κόπο; Και αν εσύ δεχτείς να «πουλήσεις» συναισθήματα πόσο νομίζεις πως θα τους έχεις δίπλα σου; Όχι για πολύ! Στο όνομα της αγάπης λοιπόν μην κάνεις παζάρια γιατί ο έρωτας ο αληθινός δεν τα σηκώνει.

Δεν μετριούνται οι άνθρωποι με τα χρήματα, πόσο μάλλον η αξιοπρέπεια που οφείλουμε σαν άνθρωποι να την έχουμε ψηλά. Πως μπορείς να διαπραγματεύεσαι την αγκαλιά; Πόσο κοστίζει για σένα το μαζί; Πόσο βγαίνει ο άγνωστος χ στην εξίσωση της αγάπης; Στα μαθηματικά δεν ήμουν ποτέ καλή όμως ξέρω να σου πω πως ο έρωτας ισούται με πάθος, με ματιές που καίνε, με άγγιγμα που ανατριχιάζει.

Αν δεν τα έχεις αυτά, φύγε, μην τα παζαρεύεις, μην τα ευτελίζεις. Αλλιώς στη διαίρεση της αγάπης το πηλίκο θα είναι για σένα πάντα μηδέν. Ένα τεράστιο μηδενικό, και πίστεψε με έτσι θα νιώσεις γιατί θα ξέρεις πως αυτό είσαι τελικά. Ο έρωτας δεν μπορεί να μετουσιωθεί σε νούμερα πάνω σε επιταγή, δεν εξαργυρώνεται. Μην απλώνεις λοιπόν την πραμάτεια σου μπροστά στο συμφέρον, ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα.

Ζήτα συγγνώμη πρώτα από όλα στον ίδιο σου τον εαυτό, και φρόντισε στο μέλλον να μην υποπέσεις στα ίδια ατοπήματα. Αν σε νοιάζει να ζεις αξιοπρεπώς, μην ευτελίζεις την αγάπη. Δεν αγοράζονται τα πάντα και στη τελική αναρωτήσου, πόσο τελικά κοστίζει για σένα η αγάπη;

Να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους

Η κοινή διαπίστωση ότι η ζωή μοιάζει με θεατρική παράσταση επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι οι άνθρωποι αλλιώς μιλούν και διαφορετικά ενεργούν: πρόκειται για μια κωμωδία στην οποία όλοι σήμερα είναι ηθοποιοί, γιατί όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ενώ κανείς σχεδόν δεν είναι θεατής, αφού όλη αυτή η φλυαρία ξεγελά πια μόνο τα παιδιά και τους ανόητους.

Είναι μια παράσταση εντελώς ερασιτεχνική, αφόρητα παράλογη και βαρετή. Κι ωστόσο, θα άξιζε να προσπαθήσουμε σε τούτο τον αιώνα να κάνουμε τη ζωή μας μια αληθινή και όχι προσποιητή πράξη και να λύσουμε για πρώτη φορά στην ιστορία την περίφημη αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις.

Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.

ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

Παρά τους ορισμούς των λεξικών, ο Cipolla ορίζει την ηλιθιότητα και τον ηλίθιο άνθρωπο με τον δικό του τρόπο, έτσι ώστε να βγάλει το συμπέρασμα που θέλει. Κατά Cipolla λοιπόν:

«Ηλίθιος ονομάζεται το άτομο που οι πράξεις του προκαλούν ζημιές σε ένα άλλο άτομο ή σε μια ομάδα ατόμων, χωρίς το ίδιο να αποκομίζει κέρδη, ενώ πιθανόν να υφίσταται ακόμη και ζημίες».

Η αναφορά στις συνέπειες των πράξεών μας δίνει την ευκαιρία στον Cipolla να χωρίσει τα άτομα σε τέσσερις κατηγορίες ως εξής:

Ανήμπορος: Αν ένα άτομο, ο Τομ, προβεί σε μια ενέργεια και υποστεί ζημία, ενώ παράγει κέρδος για έ να άλλο άτομο, τον Ντικ, ο Τομ έδρασε ως ανήμπορος.

Ευφυής: Αν ο Τομ προβεί σε μια ενέργεια που αποφέρει κέρδος στον ίδιο, αλλά και στον Ντικ, ο Τομ έδρασε με ευφυΐα και χαρακτηρίζεται ευφυής. Κακοποιός: Αν ο Τομ προβεί σε μια ενέργεια που ωφελεί τον ίδιο αλλά ζημιώνει τον Ντικ, ο Τομ χαρακτηρίζεται ως κακοποιός.

Ηλίθιος: Αν ο Τομ προβεί σε μια ενέργεια που βλάπτει τον Ντικ αλλά και τον ίδιο, τότε ο Τομ χαρακτηρίζεται ηλίθιος.

Όπως λέει ο Cipolla, ο καθένας από εμάς έχει ένα ισοζύγιο κέρδους και ζημίας με όλους τους υπολοίπους, και επί τη βάσει αυτού του ισοζυγίου χαρακτηρίζει το άτομο με έναν από τους παραπάνω τρόπους. Στο σημείο αυτό προκύπτει πιεστικά το εξής ερώτημα: γιατί κάποιος, ο Τομ, να κάνει κακό σε κάποιον άλλο, τον Ντικ, και μάλιστα όταν κάνει κακό και στον εαυτό του; Δεν είναι παράλογο; Ο Cipolla απαντά: «Όχι, δεν είναι παράλογο. Ο Τομ είναι απλά ηλίθιος». Εντούτοις μια άλλη, λογική απάντηση είναι να πούμε ότι ο Τομ τρέφει τέτοια αντιπάθεια ή τέτοιο μίσος για τον Ντικ που η ευχαρίστησή του από το κακό που προξενεί στον Ντικ είναι μεγαλύτερη από τη δυσαρέσκεια που αισθάνεται ο ίδιος. Πολλές φορές συμβαίνει, όταν δεν κατανοούμε αμέσως τις πράξεις κάποιου, να λέμε σε συζητήσεις καφενείου «Αυτός είναι τρελός». Ο Cipolla προτιμά να λέει «Αυτός είναι ηλίθιος».

Βέβαια, υπάρχουν και πράξεις που δεν έχουν κανέναν αντίκτυπο σε άλλους, όπως π.χ. αν πάω μια βόλτα σε μια έρημη παραλία ή αν πάω στον κινηματογράφο χωρίς να ενοχλήσω κανέναν. Τέτοιες πράξεις είναι ουδέτερες ως προς τους χαρακτηρισμούς του Cipolla διότι δεν δημιουργούν ισοζύγιο με άλλους ανθρώπους. Υπάρχουν, όμως, και πράξεις που δημιουργούν ισοζύγια χωρίς ο πράττων να μπορεί να χαρακτηριστεί σύμφωνα με τους ορισμούς του Ci polla. Αν πάω στον κινηματογράφο, είναι μια πράξη που ωφελεί εμένα, αλλά αν έχω φάει σκορδαλιά, προκαλώ ζημία (δυσφορία) στους διπλανούς μου. Μπορώ, όμως, να χαρακτηριστώ κακοποιός, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τον ορισμό του Cipolla;

Ας δούμε τώρα ορισμένα χτυπητά παραδείγματα που δείχνουν ότι οι ορισμοί του Cipolla οδηγούν σε παράδοξα.

(α) Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης προτίμησε να πιει το κώνειο, ενώ μπορούσε να φύγει από την Αθήνα και να σωθεί, διότι ήθελε να δείξει στους συμπολίτες του ότι η υπακοή στους νόμους είναι ύψιστο καθήκον. Έτσι, ο Σωκράτης ζημίωσε τον εαυτό του διότι έχασε τη ζωή του και ωφέλησε τους Αθηναίους διότι τους έδωσε ένα σπουδαίο μάθημα πατριωτισμού. Σύμφωνα με τον Cipolla, ο Σωκράτης ήταν ανήμπορος. Σας φαίνεται λογικό;

(β) Μια σκοτεινή νύχτα, ο Τομ εισβάλλει στο σπίτι του Ντικ, τον ακινητοποιεί, του παίρνει πενήντα χιλιάδες ευρώ, και δίνει τα μισά στον Τζακ για να εξοφλήσει το δάνειό του. Ο Τομ ωφελήθηκε, ο Ντικ ζημιώθηκε και ο Τζακ ωφελήθηκε. Ο Τομ είναι κακοποιός σε σχέση με τον Ντικ και ευφυής σε σχέση με τον Τζακ. Ένα άτομο δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και κακοποιός και ευφυής, σύμφωνα με τους ορισμούς του Cipolla. Πού θα κατατάξουμε π.χ. τον Ρομπέν των Δασών, που έκλεβε τους πλούσιους και βοηθούσε τους φτωχούς, στους κακοποιούς ή στους ευφυείς;

(γ) Η σύζυγος που ικανοποιεί ερωτικά τον εαυτό της και τον σύζυγό της ενώ παράλληλα έχει εραστή στον οποίο επίσης προσφέρει χαρά είναι ευφυής, μάλιστα δύο φορές, σύμφωνα με τον ορισμό του Cipolla, αλλά ο απλός άνθρωπος δύσκολα θα συμφωνούσε με αυτόν το χαρακτηρισμό.

(δ) Ένας στρατηγός που σκοτώθηκε στη μάχη μαζί με πολλούς στρατιώτες (άρα ζημίωσε τον εαυτό του και τους στρατιώτες του διότι έχασαν τη ζωή τους) αλλά κέρδισε τον πόλεμο σώζοντας εκατομμύρια άλλους από τον εχθρό (άρα τους ωφέλησε) ήταν, σύμφωνα με τον Cipolla, ηλίθιος σε σχέση με τους νεκρούς στρατιώτες και ανήμπορος σε σχέση με τους κατοίκους της χώρας την οποία υπερασπίστηκε αποτελεσματικά.

Τα παραπάνω παραδείγματα είναι, νομίζω, αρκετά για να γίνει αντιληπτό ότι οι ορισμοί του Cipolla είναι φτιαχτοί και γι’ αυτό οδηγούν σε παράδοξα συμπεράσματα. Ο Cipollla δίνει στον όρο «ηλιθιότητα» έναν δικό του ορισμό και τον χρησιμοποιεί σαν μηχάνημα, σαν οδοστρωτήρα με τον οποίο εξαφανίζει τις επιθυμίες, τα πάθη και τα ήθη των ανθρώπων και τα κάνει όλα ηλιθιότητα ή ευφυΐα.

Μόνο αν ξεκινούν όλοι από το ίδιο σηµείο εκκίνησης μπορούμε να πούμε ότι οι νικητές του αγώνα, αξίζουν τα έπαθλά τους

Ο Τζων Ρωλς παρουσιάζει το επιχείρηµα της ηθικής αυθαιρεσίας συγκρίνοντας διάφορες αντίπαλες θεωρίες δικαιοσύνης, µε πρώτη τη φεουδαρχική αριστοκρατία. Στις µέρες µας κανείς δεν υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη των φεουδαρχικών αριστοκρατιών ή του συστήµατος των καστών. Αυτά τα συστήµατα είναι άδικα, όπως παρατηρεί ο Ρωλς, γιατί κατανέµουν το εισόδημα, τον πλούτο, τις ευκαιρίες και την εξουσία µε κριτήριο τα τυχαία χαρακτηριστικά µε τα οποία γεννιόμαστε. Αν γεννηθείς αριστοκράτης, έχεις δικαιώµατα και εξουσίες που δεν διαθέτουν όσοι γεννιούνται δούλοι. Αλλά οι περιστάσεις της γέννησής σου δεν είναι δικό σου επίτευγμα. Είναι άδικο λοιπόν να εξαρτώνται οι προοπτικές της ζωής σου απὀ αυτό το αυθαίρετο γεγονός,

Οι κοινωνίες της αγοράς διορθώνουν αυτή την αυθαιρεσία, ως έναν βαθµό τουλάχιστον. Ανοίγουν ευκαιρίες σταδιοδρομίας σε όσους έχουν τα απαραίτητα ταλέντα, και διασφαλίζουν την ισότητα ενώπιον του νόµου. Κατοχυρώνονται οι ίσες βασικές ελευθερίες των πολιτών, και η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά.

Το σύστημα αυτό -μια ελεύθερη αγορά µε τυπική ισότητα ευκαιριών- εκφράζει την ελευθεριακή θεωρία της δικαιοσύνης. Συνιστά πρόοδο έναντι των φεουδαρχικών κοινωνιών και των κοινωνιών των καστών, καθώς απορρίπτει τις παγιωμένες ιεραρχίες της γένεσης. Νομικά, επιτρέπει σε όλους να προσπαθήσουν και να ανταγωνιστούν τους άλλους. Στην πράξη, ωστόσο, οι ευκαιρίες µπορεί να απέχουν πολύ από την ισότητα.

Όσοι έχουν οικογένειες που τους υποστηρίζουν και µια καλή εκπαίδευση διαθέτουν προφανή πλεονεκτήματα έναντι των υπολοίπων. Το ότι επιτρέπεται σε όλους να λάβουν µέρος στον αγώνα είναι κάτι θετικό. Αλλά, αν οι δρομείς ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, ο αγώνας δεν είναι δίκαιος. Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει ο Ρωλς, η κατανομή του εισοδήµατος και του πλούτου που προκύπτει από µια ελεύθεϱη αγορά µε τυπική ισότητα ευκαιριών δεν µπορεί να θεωρήθεί δίκαια. Η εμφανέστερη αδικία του ελευθεριακού συστήµατος είναι «ότι επιτρέπει σε παράγοντες τόσο αυθαίρετους από ηθική σκοπιά να επηρεάζουν, µε ακατάλληλο τρόπο, τα διανεµητικά μερίδια».

Ένας τρόπος για να διορθώσουμε αυτή την αδικία είναι να διορθώσουμε τα κοινωνικά και οικονομικά µειονεκτήµατα. Μια δίκαιη αξιοκρατία κινείται σε αυτή την κατεύθυνση προχωρώντας πέρα απὀ την απλή τυπική ισότητα ευκαιριών. Απομακρύνει τα εµπόδια που δυσχεραίνουν την επιτυχία προσφέροντας ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, έτσι ώστε όσοι προέρχονται από φτωχές οικογένειες να μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις όσους προέρχονται από πιο προνομιούχα περιβάλλοντα. Θεσπίζει προγράµµατα κοινωνικής πρόνοιας για τα παιδιά χαμηλόμισθων οικογενειών, προγράμματα διατροφής και υγειονομικής περίθαλψης των παιδιών, προγράµµατα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης – ό,τι είναι απαραίτητο ώστε να φτάσουν όλοι, ανεξάρτητα από την ταξική ή την οικογενειακή τους προέλευση, στο ίδιο σηµείο εκκίνησης. Σύμφωνα µε την αξιοκρατική αντίληψη, η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου που προκύπτει από µια ελεύθερη αγορά είναι δίκαιη, αλλά µόνο αν όλοι έχουν την ίδια ευκαιρία να αναπτύξουν τα ταλέντα τους. Μόνο αν ξεκινούν όλοι από το ίδιο σηµείο εκκίνησης μπορούμε να πούμε ότι οι νικητές του αγώνα, αξίζουν τα έπαθλά τους.

Ο Ρωλς πιστεύει ότι η αξιοκρατική αντίληψη διορθώνει ορισμένα ηθικά αυθαίρετα πλεονεκτήματα, αλλά απέχει και πάλι απὀ το δίκαιο. Γιατί, ακόµη και αν κατορθώσουµε να τους φέρουμε όλους στο ίδιο σηµείο εκκίνησης, είναι λίγο πολύ προβλέψιµο ποιος θα κερδίσει τον αγώνα ταχύτεροι δροµείς. Αλλά όσοι τρέχουν γρήγορα δεν το έχουν κατορθώσει αυτό αποκλειστικά και µόνο µε τη δική τους προσπάθεια. Η ικανότητά τους αυτή είναι ηθικά τυχαία όπως και η γέννηση ενός ατόμου σε µια εύπορη οικογένεια. «[Α]κόμη και αν καταφέρει να εξαλείψει πλήρως την επίδραση των κοινωνικών τυχαιοτήτων», όπως γράφει ο Ρωλς, το αξιοκρατικό σύστηµα «εξακολουθεί να επιτρέπει τον καθορισμό της διανοµής του πλούτου και του εισοδήµατος από τη φυσική διανοµή ικανοτήτων και ταλέντων».

Αν ο Ρωλς έχει δίκιο, ακόµη και µια ελεύθερη αγορά που λειτουργεί σε µια κοινωνία µε ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες δεν οδηγεί στη δίκαιη κατανομή του εισοδήµατος και του πλούτου. Ο λόγος: «[Τ]α διανεµητικά μερίδια κρίνονται απὀ την κλήρωση ενός Φυσικού λαχείου, δηλαδή από µια έκβαση πιο αυθαίρετη από ηθική σκοπιά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ο προσδιορισμός της διανομής του εισοδήματος και του πλούτου από τη διανοµή των φυσικών χαρισµάτων να επιτρέπεται περισσότερο σε σχέση με τον προσδιορισμό από την ιστορική και κοινωνική τυχαιότητα».

Ο Ρωλς συμπεραίνει ότι η αξιοκρατική αντίληψη περί δικαιοσύνης πάσχει (αλλά σε μικρότερο βαθμό) για τον ίδιο λόγο που πάσχει και η ελευθεριακή αντίληψη- και οι δύο βασίζουν τα κατανεμόµενα μερίδια σε παράγοντες που είναι ηθικά αυθαίρετοι. «Από τη στιγµή που προβληματιζόμαστε για την επιρροή είτε των κοινωνικών είτε των φυσικών τυχαιοτήτων στον καθορισµό των διανεµητικών µεριδίων, αν το καλοσκεφτούµε, εφόσον µας ενοχλεί το ένα, είµαστε υποχρεωμένοι να µας ενοχλεί και το άλλο. Από ηθική σκοπιά και τα δύο φαίνονται εξίσου αυθαίρετα».

Ο Ρωλς υποστηρίζει ότι, αν παρατηρήσουμε την ηθική αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει τόσο την ελευθεριακή όσο και την αξιοκρατική θεωρία της δικαιοσύνης, θα απαιτήσουμε οπωσδήποτε µια πιο εξισωτική αντίληψη. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η αντίληψη; Η διόρθωση των άνισων εκπαιδευτικών ευκαιριών διαφέρει από τη διόρθωση των άνισων έμφυτων ικανοτήτων. Αν µας ενοχλεί το γεγονός ότι ορισμένοι δρομείς είναι ταχύτεροι από άλλους, θα πρέπει να υποχρεώσουµε τους προικισµένους δρομείς να φορούν µολυβένια παπούτσια; Ορισμένοι επικριτές του εξισωτισμού πιστεύουν ότι η µόνη εναλλακτική δυνατότητα πέρα από την αξιοκρατική κοινωνία της αγοράς είναι η ισοπεδωτική ισότητα που βάζει εμπόδια στους ταλαντούχους.

Ένας εξισωτικός εφιάλτης

Ο «Harrison Bergeron», ένα διήγηµα του Kurt Vonnegut, Jr., εκφράζει αυτή την ανησυχία µέσα απὀ µια δυστοπία επιστηµονικής φαντασίας. «Ήταν το έτος 2084». ξεκινά η ιστορία. «και όλοι ήταν επιτέλους ίσοι… Κανείς δεν ήταν εξυπνότερος από κανέναν άλλο. Κανείς δεν ήταν ωραιότερος από τους άλλους. Κανείς δεν ήταν δυνατότερος ή γρηγορότερος από κανέναν άλλο». Αυτή η απόλυτη ισότητα επιβλήθηκε από τα ὁργανα του Στρατηγού Εμποδιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όσοι πολίτες διέθεταν νοημοσύνη άνω του μέσου όρου ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ραδιοφωνικές συσκευές νοητικής παρεμπόδισης στα αυτιά τους. Κάθε είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, ένας κυβερνητικός πομπός θα τους μετέδιδε έναν οξύ ήχο για να τους εμποδίσει “να εκμεταλλευθούν το άδικο πλεονέκτημα του μυαλού τους”.

Ο Harrison Bergeron, δεκατεσσάρων ετών, είναι ασυνήθιστα όμορφος και προικισμένος, κι έτσι έπρεπε να φέρει ισχυρότερες συσκευές παρεµπόδισης απ’ ό,τι οἱ περισσότεροι άλλοι. Αντί για το µικρό ραδιόφωνο στο αυτί, «φορούσε ένα φοβερό ζευγάρι ακουστικών και γυαλιά µε παχείς κυµατώδεις φακούς». Για να κρύβει την ωραία του εµφάνιση, ο Harrison έπρεπε να φοράει «μια κόκκινη πλαστική µπάλα στη μύτη, να έχει ξυρισμένα τα φρύδια του και να καλύπτει τα ίσια λευκά του δόντια µε μαύρα σηµάδια και κακόσχηµες προσθήκες». Και για να περιοριστεί η φυσική του δύναμη, έπρεπε να κουβαλά πάνω του, όταν βάδιζε, βαριά μέταλλα. «Στον αγώνα της ζωής, ο Harrison κουβαλούσε εκατόν πενήντα κιλά».

Μια µέρα ο Harrison πετάει τα εµπόδιά του προβαίνοντας σε µια πράξη αντίστασης κατά της εξισωτικής τυραννίας. Δεν θέλω να αποκαλύψω το τέλος της ιστορίας. Έχει γίνει σαφές ήδη ότι η ιστορία του Harrison εκφράζει γλαφυρά µια κριτική που προβάλλεται συχνά κατά των εξισωτικών θεωριών της δικαιοσύνης.

Η θεωρία περί δικαιοσύνης του Ρωλς δεν είναι ευάλωτη, ωστόσο, σε αυτή την κριτική. Δείχνει ότι µια ισοπεδωτική ισότητα δεν είναι η µόνη εναλλακτική δυνατότητα πέρα από την αξιοκρατική κοινωνία της αγοράς. Η εναλλακτική πρόταση του Ρωλς, την οποία ονομάζει αρχή της διαφοράς, διορθώνει την άνιση κατανομή των ταλέντων και των προικοδοτήσεων χωρίς να παρεμποδίζει τους ταλαντούχους. Πώς; Ενθαρρύνει τους προικισµένους να αναπτύξου και να ασκήσου τα ταλέντα τους, αλλά µε τον όρο ότι όταν οι ανταμοιβές που εξασφαλίζουν με αυτά τα ταλέντα στην αγορά θα ανήκουν σε όλη την κοινότητα. Μην εµποδίζετε τους καλύτερους δρομείς- αφήστε τους να τρέξουν και να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Αναγνωρίστε απλώς εξαρχής ότι τα κέρδη δεν ανήκουν µόνο σε αυτούς, αλλά θα πρέπει να τα μοιράζονται με όσους δεν έχουν παρόμοια χαρίσματα.

Αν και η αρχή της διαφοράς δεν απαιτεί µια ίση κατανοµή του εισοδήματος και του πλούτου, η βαθύτερη ιδέα της εκφράζει ένα ισχυρό εξισωτικό όραμα που μπορεί να εμπνεύσει.

Μη Ευκλείδεια Γεωμετρία στο «Κάλεσμα του Κθούλου»

Δεν είναι νεκρό εκείνο που αιώνια μπορεί να περιμένει.
Μα με το διάβα των παράξενων αιώνων ως κι ο θάνατος μπορεί να πεθαίνει
”.
Howard Phillips Lovecraft

Φυσικός εξηγεί την «Μη Ευκλείδεια Γεωμετρία» στο «Κάλεσμα του Κθούλου».

Ο Benjamin K. Tippett έχει μια θεωρία. Ο μαθηματικός του πανεπιστημίου του New Brunswick πιστεύει ότι βρήκε τι ακριβώς είδανε αυτοί οι τρελαμένοι ναύτες την νύχτα του 1928 όταν συνάντησαν τον Cthulhu σε ένα χαμένο νησί στον Ειρηνικό. Έτσι ο Tippett έχει γράψει μια ξεκαρδιστικά ανέκφραστη μελέτη εξηγώντας την «μη Ευκλείδειο γεωμετρία» μια και καλή. Για να δούμε τι έχει να πει.

Το 1928, ο μακαρίτης Francis Wayland Thurston (ένας υποθετικός χαρακτήρας δημιουργημένος από τον H. P. Lovecraft) δημοσίευσε ένα σκανδαλώδες χειρόγραφο με σκοπό να προειδοποιήσει τον κόσμο για μια παγκόσμια συνωμοσία των αποκρυφιστών. Ανάμεσα στα ντοκουμέντα που μάζεψε για να υποστηρίξει την θέση του ήταν και η προσωπική περιπέτεια ενός ναύτη του Gustaf Johansen, που περιγράφει την συνάντηση του με ένα αλλόκοσμο τέρας σε απόκοσμο νησί. Οι περιγραφές του Johansen για τις περιπέτειες του πάνω στο νησί είναι φανταστικές και συχνά θεωρούνται οι πλέον αινιγματικές στην συλλογή ντοκουμέντων του Thurston.

Εμείς ισχυριζόμαστε ότι όλα τα αξιόπιστα φαινόμενα που περιέγραψε ο Johansen μπορούν να εξηγηθούν ως οι παρατηρήσιμες συνέπειες μιας φυσαλίδας εντοπισμένης καμπυλότητας του Χωροχρόνου. Πολλές από τις πιο ακατανόητες δηλώσεις του (αφορά την γεωμετρία της αρχιτεκτονικής, και την μεταβλητότητα της θέσης του ορίζοντα) μπορεί επομένως να ειπωθεί ότι διέπονται από μια ενοποιημένη αιτία.

Προτείνουμε ένα απλοποιημένο παράδειγμα μιας τέτοιας γεωμετρίας, και δείχνουμε χρησιμοποιώντας αριθμητικούς υπολογισμούς ότι οι περιγραφές του Johansen δεν ήταν αυτές ενός τρελού. Είναι οι μη τεχνικές παρατηρήσεις ενός έξυπνου ανθρώπου που δεν καταλάβαινε το πώς να περιγράψει αυτό που έβλεπε. Αντίθετα, φαίνεται απίθανο ότι ο Johansen να μας είχε δώσει άθελά του τέτοια ακριβή περιγραφή των συνεπειών της καμπυλότητας του χωροχρόνου, αν οι λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας ήταν απλώς τα κατακάθια ενός μισοξεχασμένου εμπύρετου ονείρου.

Υπολογίσαμε τον τύπο της ύλης που θα απαιτούνταν για να δημιουργήσει μια τέτοια εξωτική ΧωροΧρονική καμπυλότητα. Δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι η ότι η απαιτούμενη ύλη είναι αρκετά αφύσικη και διαθέτει μια φύση που είναι εντελώς ξένη προς όλες τις εμπειρίες της ανθρώπινης επιστήμης. Πράγματι, κάθε πολιτισμός με μαεστρία πάνω σε ένα τέτοιο θέμα, θα είναι σε θέση να κατασκευάσει κινητήρες ΧωροΧρονικής Στρεβλώσεως, συσκευές αορατότητας, και άλλες Εξωτικές Γεωμετρίες που απαιτούνται για να ταξιδέψουν εύκολα μέσα στο σύμπαν.

Το πιο υπέροχο πράγμα στον κόσμο, κατά τη γνώμη μας, είναι η ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να συσχετίζει πολλές φαινομενικά άσχετες πληροφορίες σε ένα χαρούμενο σύνολο. Γεννιόμαστε αδαείς, φυλακισμένοι στα νησιά της προσωπικής μας εμπειρίας. αλλά η ευφυΐα, η λογική και η επιμελής μελέτη είναι σαν ένδοξα αξιόπλοα σκάφη που μας επιτρέπουν να ταξιδεύουμε σε απεριόριστους και λαμπρούς ωκεανούς. Η μεγάλη φιλοδοξία της επιστήμης είναι η συνένωση διασπασμένης γνώσης για την δημιουργία σκληρών θεωριών, και στην συνέχεια η γενναία αντιμετώπιση των φιλοσοφικών τους συνεπειών προκειμένου να ξεκινήσει εκ νέου η διαδικασία.

Με αυτόν τον τρόπο έχουμε σκαρφαλώσει προς την λαμπρή αλήθεια και ανυψώσαμε την ανθρώπινη κατάσταση στην δόξα μιας εποχής διαφωτισμού.

Ας ξεκινήσουμε με μια συζήτηση για το υλικό πηγής στο οποίο βασίζεται η έρευνά μας, για να μην βρούμε την δική μας εργασία μολυσμένη από το στίγμα που σχετίζεται με αυτό. Θα θέλαμε να καταστήσουμε σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν εγκρίνουμε ή επιδοκιμάζουμε την αποκρυφιστική τους προοπτική.

Το 1928, δημοσιεύτηκε ένα χειρόγραφο γραμμένο από τον αείμνηστο Francis Wayland Thurston, που αφορούσε τα συμπεράσματά του σχετικά με μια έρευνα που ξεκίνησε από τον αείμνηστο θείο του, Dr. George Angell. Αυτά τα ευρήματα, που λαμβάνονται σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα ευρήματα του Δρ. William Dyer από την αποστολή του το 1930 στην ήπειρο της Ανταρκτικής, δίνουν μια απίστευτη εικόνα. Όπως το περιγράφουν, κάπου στους ωκεανούς του νότιου Ειρηνικού κατοικεί μια αδρανής φυλή πανάρχαιων κυκλώπειων τεράτων.

Τα αντίστοιχα έργα των Angell και Dyer έγιναν δεκτά με μια αρκετά γενναιόδωρη ποσότητα δυσπιστίας. Οι δημοσιευμένες αφηγήσεις για τις περιπέτειες του Dyer στην Ανταρκτική έχουν απορριφθεί ως παραισθήσεις που προκλήθηκαν από εγκεφαλικό οίδημα σε μεγάλο υψόμετρο. Το χειρόγραφο του Thurston, από την άλλη πλευρά, έχει ερμηνευτεί ως το δημιουργικό έργο ενός παρανοϊκού μυαλού, κάποιου τραγικού παραληρήματος. Το έτος που προηγείται του θανάτου του (και της δημοσίευσης του χειρογράφου του) πέρασε στα νύχια μιας μανιακής εμμονής που τον εξουθένωσε ψυχικά και σωματικά.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτοί οι δύο άνδρες είπαν παρόμοιες ιστορίες. Όπως είναι προφανές από τις αντίστοιχες αφηγήσεις τους, τόσο ο Dyer όσο και ο Thurston ήταν εξοικειωμένοι με (αυτό που αναφέρεται ως) την λατρεία Cthulhu. Αν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ο Dyer είχε όντως παραισθήσεις, η γνώση της μυθολογίας αυτής της λατρείας σίγουρα χρησίμευσε ως τροφή για τις φαντασιώσεις του.

Εναλλακτικά, δεδομένου ότι αυτή η λατρεία ήταν το επίκεντρο της μανίας του Thurston, δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα συμπεράσματα που έβγαλε ήταν συνεπή με την μυθολογία της.

Επιπλέον, οι δύο ιστορίες που συλλέγονται μαζί επιβεβαιώνουν η μία την άλλη. Ένας σκεπτικιστής θα υποστήριζε σωστά ότι εφόσον και οι δύο αυταπάτες αναπτύχθηκαν από το ίδιο αρχικό υλικό, είναι φυσικό να είναι συνεπείς η μία με την άλλη. Επιπλέον, ο Dyer ήταν καθηγητής στο Miskatonic University, ένα καταφύγιο (τότε) για αποκρυφιστές ακαδημαϊκούς, μεταξύ των οποίων το χειρόγραφο του Thurston έγινε δεκτό με μεγάλη αναγνώριση. Επομένως, δεν είναι παράλογο να μαντέψουμε ότι ο Dyer μπορεί να ήταν άμεσα εξοικειωμένος με τα γραπτά του Thurston προτού ξεκινήσει την μοιραία αποστολή του.

Αξιοσημείωτο μεταξύ των αντικειμένων ενδιαφέροντος που είχε συγκεντρώσει ο Thurston για να υποστηρίξει την διατριβή του είναι το προσωπικό αρχείο του Gustaf Johansen, ενός Νορβηγού ναύτη. Το αρχείο του Johansen, που συνοψίζεται με ακρίβεια στο χειρόγραφο του Thurston, περιέγραψε την μοίρα της Emma, ​​ενός Schooner από την Νέα Ζηλανδία. Ο Johansen ήταν ο δεύτερος σύντροφος της Emma και έχει περιγραφεί στο Sydney Bulletin ως νηφάλιος και άνθρωπος με κάποια ευφυΐα.

Ο Γιόχανσεν περιγράφει μια περιπέτεια -που συνέβη μεταξύ 22 Μαρτίου και 12 Απριλίου 1925- όπου αυτός και οι συνεργάτες του πολέμησαν πρώτα με μια ομάδα πειρατών και στην συνέχεια ανακάλυψαν ένα αχαρτογράφητο νησί όπου όλο το πλήρωμα αλλά κι εκείνος γνώρισαν την τραγική μοίρα τους. Η απώλεια του καραβιού Emma και ο θάνατος του πληρώματος του, είναι καλά τεκμηριωμένα και μελετητές που ερευνούν το έγγραφο του Γιόχανσεν επιβεβαίωσαν ότι γράφτηκε με το δικό του χέρι. Έτσι, είμαστε πεπεισμένοι για την γενεαλογία των εγγράφων του Thurston.

Ακόμα κι αν μπορούμε να εμπιστευτούμε το χαρτί, μπορούμε να εμπιστευτούμε τις λέξεις που είναι γραμμένες σε αυτό. Από την μια πλευρά, οι λεπτομέρειες της εμπειρίας του (από την οποία επέζησε μόνος του) είναι πραγματικά εξαιρετικές και απίστευτες. Επιπλέον, την στιγμή της διάσωσής του, ο Γιόχανσεν ήταν παραληρημένος και είχε ξεφύγει το μυαλό του. Από την άλλη πλευρά, τα φυσικά στοιχεία που βρέθηκαν για το πρόσωπο του Johansen και τα περιστασιακά στοιχεία γύρω από το γεγονός προσδίδουν στην ιστορία έναν βαθμό ευπιστίας.

Πιστεύουμε ότι η εργασία μας θα χρησιμεύσει για να προσθέσει περισσότερο καύσιμο στην φωτιά αυτής της συζήτησης, καθώς σκοπός της είναι να παράσχει μια ενιαία εξήγηση για πολλές από τις φαινομενικά παράλογες περιγραφές του Γιόχανσεν. Ο ισχυρισμός μας είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις λεπτομέρειες συνάδουν με την υπόθεση ότι ο Johansen συνάντησε μια περιοχή ανώμαλα καμπυλωμένου χωροχρόνου. Για να διευκολυνθεί το επιχείρημά μας, θα προτείνουμε μια απλή χωροχρονική γεωμετρία που διαθέτει όλες τις σχετικές ιδιότητες. Στην συνέχεια, σημείο προς σημείο, θα χρησιμοποιήσουμε αυτή την γεωμετρία για να εξηγήσουμε την αινιγματική εμπειρία του Johansen και να δικαιολογήσουμε τα λόγια του.

Stephen Hawking: Ποιος έχει δίκιο για το μέλλον της ανθρωπότητας;

Από τις πρώτες σελίδες του έργου του με τίτλο «Μια σύντομη ιστορία του χρόνου» (A Brief History of Time, 1988) ο κορυφαίος θεωρητικός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ έγραφε: «Είναι σίγουρο ότι στο παρελθόν η νοημοσύνη και η επιστημονική ανακάλυψη προσέδωσαν ένα πλεονέκτημα στην επιβίωση μας. Δεν είναι τόσο σαφές κατά πόσο αυτό συμβαίνει ακόμη: Οι επιστημονικές ανακαλύψεις μας μπορεί να μας καταστρέψουν όλους και ακόμη και αν δεν το κάνουν, μια πλήρης ενοποιημένη θεωρία μπορεί να μην επιφέρει μεγάλη διαφορά στις πιθανότητες επιβίωσης μας».

Η αναζήτηση για μία μοναδική θεωρία που να εξηγεί το σύμπαν, τη θέση μας σε αυτό, το που πηγαίνουμε και γιατί είμαστε εδώ, προβλημάτιζαν πάντα τον Χόκινγκ. Όπως γράφει το newstatesman.com, οι επιστήμονες «επιβραδύνουν» την προσπάθεια ερμηνείας της μεγαλειώδους πραγματικότητας του σύμπαντος, την στιγμή που σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της τεχνολογίας επιταχύνουν με έναν απίστευτα γρήγορο ρυθμό, γεγονός που δημιουργεί άγχος για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Συνεπώς, δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς μαθαίνοντας ότι οι ανησυχίες του Χόκινγκ έχουν γίνει τόσο έντονες ώστε να πιστεύει ότι η ανθρωπότητα πρέπει να εγκαταλείψει τη Γη και να βρει ένα νέο πλανητικό σπίτι μέσα στα επόμενα 100 χρόνια. «Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να αρχίσουμε να αναζητούμε εναλλακτικούς πλανήτες για πιθανή κατοικία. Ο χώρος στη Γη εξαντλείται και πρέπει να ξεπεράσουμε τους τεχνολογικούς περιορισμούς που μας εμποδίζουν να ζήσουμε κάπου αλλού στο σύμπαν» είπε σε ομιλία του στο Royal Society στο Λονδίνο.

Πριν από την παραπάνω πρόσφατη δήλωση, ο Χόκινγκ είχε πει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη Γη μέσα στα επόμενα 1.000 χρόνια, όμως η νέα εκτίμησή του -με ορίζοντα 100 ετών- προσδίδει στις θέσεις του έναν χαρακτήρα επείγοντος.

Ο Χόκινγκ ανέπτυξε τον συλλογισμό του στη νέα επιστημονική σειρά του BBC «Tomorrow’s World», στην οποία καταθέτουν τις θέσεις τους επιστήμονες που συμμερίζονται την άποψη του -μεταξύ των οποίων και νομπελίστες.

Για πολλούς όμως μοιάζει αδιανόητο να εγκαταλείψουμε την πλανητική μας κατοικία και δη, τόσο σύντομα. Επομένως, τίθεται το ερώτημα, η ανησυχία του Χόκινγκ και άλλων επιστημόνων πόσο δικαιολογημένη είναι;

Στην ομιλία του ο Χόκινγκ αναφέρθηκε στην κλιματική αλλαγή, στα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία που καταγράφουν την υπερθέρμανση του πλανήτη, αλλά και το αντι-επιστημονικό ‘κίνημα’ που ισχυρίζεται ότι η κλιματική αλλαγή είναι φάρσα.

Και τι συμβαίνει με την τεχνητή νοημοσύνη; Ο Χόκινγκ χαρακτηρίζει την ταχύτατη εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης ως «υπαρξιακή απειλή». Τα αυτόνομα ρομπότ μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικότερα σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στην αυτοματοποίηση των εργοστασίων που καθιστούν τους ανθρώπους περιττούς. Όμως, «η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι το καλύτερο ή το χειρότερο που έχει συμβεί ποτέ στην ανθρωπότητα. Δεν γνωρίζουμε ακόμα τί από τα δύο θα συμβεί» είπε ο κορυφαίος φυσικός.

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη θέση, σύμφωνα με την οποία η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι κακή ή κακή, αλλά εργαλείο για την κοινωνική και πολιτισμική εξέλιξη. Είναι αλήθεια ότι η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων τεχνολογιών θα κάνουν την προτροπή του Χόκινγκ για αναζήτηση πολυ-πλανητικής ζωής πραγματική δυνατότητα.

Παρότι η πρόσφατη ανακάλυψη εξωπλανητών που μοιάζουν με τη Γη, ειδικά εκείνων που περιστρέφονται γύρω από το αστέρι νάνος Trappist-1, τροφοδότησαν εικασίας σχετικά με τη δυνατότητα ζωής πέρα από το ηλιακό σύστημα, ο πιο προφανής «πλανήτης Β» για την ανθρωπότητα παραμένει ο Άρης. Ο ίδιος ο Χόκινγκ τον έχει χαρακτηρίσει ως τον «προφανή επόμενο στόχο».

Σε αυτό το πλαίσιο, ο δισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ, δημιουργός της Tesla, του PayPal και της Space X οραματίζεται να πάρει 1 εκατ. ανθρώπους στον κόκκινο πλανήτη μέσα στα επόμενα 20 χρόνια. Φαίνεται όμως ότι οι φιλοδοξίες του Μασκ να κάνει την ανθρώπινη φυλή έναν πολιτισμό που ταξιδεύει στο Διάστημα έχουν διαφορετικό σημείο εκκίνησης από τις θέσεις του Χόκινγκ.

Σε μια συζήτηση με τον επικεφαλής του TED Chris Anderson, ο Musk εξήγησε γιατί πρέπει να χτίσουμε μια πόλη στον πλανήτη Άρη. «Αν το μέλλον δεν περιλαμβάνει τη ζωή μας ‘εκεί έξω’ ανάμεσα στα αστέρια θεωρώ ότι θα είναι απίστευτα καταθλιπτικό. Ταξιδεύοντας στον Άρη δεν θα αυξήσουμε μόνο την πιθανότητα επιβίωσης της ανθρωπότητας, αλλά θα προσφέρουμε επίσης την ευκαιρία αναζήτησης εξωγήινης ζωής. Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να υποστηρίξει την επιθυμία για δημιουργία νέων αποικιών και πόρων στον Άρη, όπως επίσης και τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τις ιδιαιτερότητες ενός περιβάλλοντος τόσο διαφορετικού από το δικό μας και να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο κοντά στη γνώση του εάν είμαστε πραγματικά μόνοι στο Διάστημα».

Η απαισιοδοξία του Χόκινγκ είναι κατανοητή. Ο πλανήτης βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε νέες προκλήσεις που δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει, πόσο μάλλο ξεπεράσει: Από τον υπερπληθυσμό και την αντοχή στα αντιβιοτικά, μέχρι τα δυνητικά χτυπήματα αστεροειδών, τους πολέμους και την εξάντληση φυσικών πόρων, ο κατάλογος των απειλών είναι μακρύς.

«Αυτό που δεν πρέπει ωστόσο, να επιτρέψουμε είναι να υποκύψει η ανθρωπότητα στην απαισιοδοξία και τον φόβο. Είναι αυτονόητο ότι τα ζητήματα αυτά θα παραμείνουν ανοιχτά επί μακρόν, και ότι πολλοί άνθρωποι μοιράζονται ήδη μια βαθιά ανησυχία για το μέλλον του πλανήτη. Αλλά οι επιστήμονες, εξ ορισμού ταυτισμένοι με την πρωτοπορία και την καινοτομία, πρέπει να κρατήσουν ζωντανή την αισιοδοξία για τον κόσμο που η ανθρωπότητα μπορεί να δημιουργήσουν». Όπως υποστηρίζει ο Μασκ «είναι σημαντικό να έχουμε ένα μέλλον εμπνευσμένο και ελκυστικό».

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

9.2.9. Ραφαήλ: Σκέπτεται, ενεργεί, αισθάνεται πέρα για πέρα σαν Έλληνας

Το 1504 ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά να έρθει κανείς στη Φλωρεντία: ο Λεονάρντο και ο Μιχαήλ Άγγελος συναγωνίζονταν όπως είδαμε στο Palazzo della Signoria, ο πρώτος δούλευε επίσης την περίφημη Μόνα Λίζα (Τζιοκόντα), ο δεύτερος τον Δαβίδ και τη Μαντόνα Taddei (περ. 1504· Λονδίνο, Royal Academy), έργο που εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον νεαρό Ραφαήλ, ο οποίος τη χρονιά αυτή έφθασε από το Ουρμπίνο, την πατρίδα του, στη Φλωρεντία. Ο Ραφαήλ (1483-1520), νεότερος από τους δύο προηγούμενους, δεν είχε ούτε τις απέραντες γνώσεις του Λεονάρντο ούτε τη δύναμη του Μιχαήλ Αγγέλου, ούτε όμως και τον δύσκολο χαρακτήρα τους στην επικοινωνία με τους ανθρώπους. Είχε ένα βαθύ αίσθημα αρμονίας και χάρης, αποτέλεσμα βαθιάς καλλιέργειας και παιδείας, αναζητούσε την ιδανική ομορφιά, όπως την παραδίδουν τα αριστουργήματα της Αρχαιότητας και διατηρούσε ένα μεγάλο εργαστήριο μαθητών, σχεδιαστών σε όλη την Ιταλία ακόμη και στην Ελλάδα, για να του προμηθεύουν ό,τι μπορούσε να τον βελτιώσει. Αν και πέθανε πολύ νέος, σε ηλικία 37 χρόνων, όσο περίπου και ο Μότσαρτ, άφησε ένα πολυσήμαντο έργο, ιδιαίτερα όσον αφορά τη δημιουργία του νέου ύφους στη ζωγραφική (maniera moderna) κατά τον αρχαίο τρόπο (all᾽antico).

Ο Ραφαήλ, μετά από σύντομη παραμονή στη Φλωρεντία, πήγε στη Ρώμη την εποχή που ο Μιχαήλ Άγγελος δούλευε την οροφή της Καπέλα Σιστίνα στο Βατικανό (1508-1512)· εκεί ήρθε σε επαφή με αρχαία μνημεία, αγάλματα, σαρκοφάγους, πλήθος έργων μικροτεχνίας, πολύτιμους λίθους, νομίσματα κ.ά., που του παρέχουν μια σπουδαία πηγή τύπων και μοτίβων για χειρονομίες, στάσεις μορφών, συνθέσεις κτλ.

Μόλις ο Ραφαήλ έφθασε στη Ρώμη, ο πάπας Ιούλιος Β' του ανέθεσε ένα σημαντικό έργο, να διακοσμήσει με νωπογραφίες τις αίθουσες (stanze) της ιδιωτικής του βιβλιοθήκης στα μέγαρα του Βατικανού. Στην Αίθουσα της Υπογραφής (γνωστής ως Stanza della Segnatura) ο κόσμος της ελληνικής κλασικής Αρχαιότητας βρίσκεται σε άμεση συνομιλία με τον χριστιανικό κόσμο. Στην περίφημη Σχολή των Αθηνών δεσπόζουν στο κέντρο οι μορφές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, όπου ο πρώτος κρατάει τον Τίμαιο και ο δεύτερος τα Ηθικά, δηλαδή τα πιο σημαντικά τους κείμενα για τον χριστιανισμό. Εδώ η απόδοση της αρχιτεκτονικής δεν θυμίζει απλώς αρχαίο κτήριο, αλλά μεταφέρει όλη την ένταση του χώρου, όπως ο ίδιος ο Ραφαήλ ή ο Μπραμάντε τη γνώρισαν στο Πάνθεον της Ρώμης. Απέναντι από τη σκηνή αυτή είναι τοποθετημένη η Θεολογική συζήτηση, με τον ένθρονο Ιησού σαν αρχαίο ήρωα στο κέντρο και δίπλα στον βορινό τοίχο η σκηνή του Παρνασσού με τον Απόλλωνα και τις εννέα Μούσες, που περιστοιχίζονται από τους σημαντικότερους ποιητές της Αρχαιότητας αλλά και της νεότερης εποχής. Ο Απόλλωνας καθισμένος στο κέντρο παίζει βιόλα ντα μπράτσο (viola da braccio), ένα έγχορδο συνοδείας, με το οποίο συνοδεύει την απαγγελία του Ομήρου: η μουσική του Απόλλωνα εμπνέει και καθοδηγεί τον Όμηρο, τον οποίο ακολουθούν ο Δάντης, ο Βιργίλιος και άλλοι σπουδαίοι Λατίνοι ποιητές. Στον ίδιο χώρο συνυπάρχουν τα μεγάλα έπη όλων των εποχών, της ελληνικής και της ρωμαϊκής Αρχαιότητας καθώς και της ιταλικής λογοτεχνίας. Στην τοιχογραφία αυτή ο Ραφαήλ χρησιμοποίησε πολλά παραθέματα από αρχαία γλυπτά του Belvedere. Για να παραστήσει π.χ. τη Μούσα Καλλιόπη πήρε πρότυπο την Κοιμωμένη Αριάδνη, γνωστή ως Κλεοπάτρα. Για τον Όμηρο, καθώς το αρχαίο πορτρέτο του τυφλού ποιητή ήταν άγνωστο εκείνη την εποχή, ο Ραφαήλ χρησιμοποίησε το κεφάλι του Λαοκόοντα.

Εμπνεόμενος από τις περιγραφές του Λουκιανού, ανέπλασε για τον τραπεζίτη Αγκοστίνο Κίτζι στη Βίλα Φαρνεζίνα (Villa Farnesina) μια χαμένη αρχαία ζωγραφιά του Αετίωνα (σύγχρονου του Απελλή), την παράσταση των Γάμων του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τη Ρωξάνη —που τελικά ζωγράφισε ο Σοντόμα (1477-1549) σε σχέδια του Ραφαήλ —, δίνοντας στον Αλέξανδρο τη στάση του Απόλλωνα του Belvedere. Το έργο αυτό θα επηρεάσει στο μέλλον, σε όλη την Αναγέννηση και το μπαρόκ, μια σειρά παραγγελιών για τοιχογραφίες ή ταπισερί με θέματα από τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (π.χ. τη σειρά ταπισερί για τον Λουδοβίκο ΙΔ' το 1670 σε σχέδια του Λεμπρέν). Πιο φανερή η χρήση αρχαίου προτύπου γίνεται στην Αποκαθήλωση του 1507, όπου για τη μορφή του Χριστού ο Ραφαήλ δανείζεται τον νεκρό Μελέαγρο, έναν πολύ γνωστό τύπο από τη ρωμαϊκή σαρκοφάγο του Μελεάγρου στο Βατικανό, στο Museo Chiaramonti. Το δεξί χέρι που πέφτει χαλαρό στα πλάγια επαναλαμβάνει ακριβώς το αντίστοιχο μοτίβο του Μελεάγρου. Το σχήμα αυτό του νεκρού Μελεάγρου, το οποίο συναντούμε ήδη στην Αρχαιότητα σε αγγεία με διάφορα θέματα, ως μεταφορά του νεκρού πολεμιστή (ή του Μέμνονα ή του Σαρπηδόνα ή του Έκτορα), μετατρέπεται σε Χριστό από τον Ραφαήλ. Η μορφή αυτή του Μελεάγρου, που επαναλαμβάνεται σε πολλές ρωμαϊκές σαρκοφάγους, πρέπει να επηρέασε και τον νεαρό Μιχαήλ Άγγελο για το σώμα του Χριστού στην Πιετά ("θρήνο") του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη.

Οπωσδήποτε ο κλασικισμός του Ραφαήλ δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα στοιχεία, αλλά αφορά τη γενικότερη αντίληψη της εποχής του για την ιδανική τέχνη που πρέπει να συνδυάζει την ελληνική χάρη και τη ρωμαϊκή dignitas. Ο Γκέτε θα πει γι᾽ αυτόν: «Δεν ελληνοποιεί τίποτε, σκέπτεται, ενεργεί, αισθάνεται πέρα για πέρα σαν Έλληνας».

Σε επιστολή του στον πάπα Λέοντα Ι', ο Λεονάρντο τον εκλιπαρεί να φροντίσει για τη συντήρηση των πρωτότυπων αρχαίων έργων και να ενθαρρύνει τους καλλιτέχνες να τα μιμηθούν και να τα ξεπεράσουν. Σε λίγα χρόνια, το 1515, ο πάπας Λέων Ι' ανέθεσε στον Ραφαήλ την επίβλεψη της αναστήλωσης και της συγκέντρωσης των αρχαίων μνημείων στη Ρώμη, οπότε ολοκληρώνεται η αρχαιολογική "ωρίμανση" του Ραφαήλ. Οι παρατηρήσεις του Ραφαήλ σε αρχές συντήρησης των μνημείων παραμένουν πρωτοποριακές ακόμη και σήμερα.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1166a1–1168a27

Παράγοντες που ευνοούν μια αληθινή φιλική σχέση

Εξετάζοντας τη φιλία στα ευρύτερα πλαίσια της κοινωνικής ζωής, ο Αριστοτέλης προχωρά στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

[1166a] Τὰ φιλικὰ δὲ τὰ πρὸς τοὺς πέλας, καὶ οἷς αἱ φιλίαι
ὁρίζονται, ἔοικεν ἐκ τῶν πρὸς ἑαυτὸν ἐληλυθέναι. τι-
θέασι γὰρ φίλον τὸν βουλόμενον καὶ πράττοντα τἀγαθὰ
ἢ τὰ φαινόμενα ἐκείνου ἕνεκα, ἢ τὸν βουλόμενον εἶναι καὶ
(5) ζῆν τὸν φίλον αὐτοῦ χάριν· ὅπερ αἱ μητέρες πρὸς τὰ τέκ-
να πεπόνθασι, καὶ τῶν φίλων οἱ προσκεκρουκότες. οἳ δὲ
τὸν συνδιάγοντα καὶ ταὐτὰ αἱρούμενον, ἢ τὸν συναλγοῦντα
καὶ συγχαίροντα τῷ φίλῳ· μάλιστα δὲ καὶ τοῦτο περὶ
τὰς μητέρας συμβαίνει. τούτων δέ τινι καὶ τὴν φιλίαν
(10) ὁρίζονται. πρὸς ἑαυτὸν δὲ τούτων ἕκαστον τῷ ἐπιεικεῖ ὑπάρ-
χει (τοῖς δὲ λοιποῖς, ᾗ τοιοῦτοι ὑπολαμβάνουσιν εἶναι·
ἔοικε δέ, καθάπερ εἴρηται, μέτρον ἑκάστων ἡ ἀρετὴ καὶ
ὁ σπουδαῖος εἶναι)· οὗτος γὰρ ὁμογνωμονεῖ ἑαυτῷ, καὶ τῶν
αὐτῶν ὀρέγεται κατὰ πᾶσαν τὴν ψυχήν· καὶ βούλεται
(15) δὴ ἑαυτῷ τἀγαθὰ καὶ τὰ φαινόμενα καὶ πράττει (τοῦ
γὰρ ἀγαθοῦ τἀγαθὸν διαπονεῖν) καὶ ἑαυτοῦ ἕνεκα (τοῦ
γὰρ διανοητικοῦ χάριν, ὅπερ ἕκαστος εἶναι δοκεῖ)· καὶ ζῆν
δὲ βούλεται ἑαυτὸν καὶ σῴζεσθαι, καὶ μάλιστα τοῦτο ᾧ
φρονεῖ. ἀγαθὸν γὰρ τῷ σπουδαίῳ τὸ εἶναι, ἕκαστος δ’
(20) ἑαυτῷ βούλεται τἀγαθά, γενόμενος δ’ ἄλλος αἱρεῖται οὐ-
δεὶς πάντ’ ἔχειν [ἐκεῖνο τὸ γενόμενον] (ἔχει γὰρ καὶ νῦν ὁ
θεὸς τἀγαθόν) ἀλλ’ ὢν ὅ τι ποτ’ ἐστίν· δόξειε δ’ ἂν τὸ νοοῦν
ἕκαστος εἶναι ἢ μάλιστα. συνδιάγειν τε ὁ τοιοῦτος ἑαυτῷ
βούλεται· ἡδέως γὰρ αὐτὸ ποιεῖ· τῶν τε γὰρ πεπραγμέ-
(25) νων ἐπιτερπεῖς αἱ μνῆμαι, καὶ τῶν μελλόντων ἐλπίδες
ἀγαθαί, αἱ τοιαῦται δ’ ἡδεῖαι. καὶ θεωρημάτων δ’ εὐπορεῖ
τῇ διανοίᾳ. συναλγεῖ τε καὶ συνήδεται μάλισθ’ ἑαυτῷ·
πάντοτε γάρ ἐστι τὸ αὐτὸ λυπηρόν τε καὶ ἡδύ, καὶ οὐκ
ἄλλοτ’ ἄλλο· ἀμεταμέλητος γὰρ ὡς εἰπεῖν. τῷ δὴ πρὸς
(30) αὑτὸν ἕκαστα τούτων ὑπάρχειν τῷ ἐπιεικεῖ, πρὸς δὲ
τὸν φίλον ἔχειν ὥσπερ πρὸς αὑτόν (ἔστι γὰρ ὁ φίλος
ἄλλος αὐτός), καὶ ἡ φιλία τούτων εἶναί τι δοκεῖ, καὶ
φίλοι οἷς ταῦθ’ ὑπάρχει. πρὸς αὑτὸν δὲ πότερον ἔστιν ἢ
οὐκ ἔστι φιλία, ἀφείσθω ἐπὶ τοῦ παρόντος· δόξειε δ’ ἂν
(35) ταύτῃ εἶναι φιλία, ᾗ ἐστὶ δύο ἢ πλείω, ἐκ τῶν εἰρημέ-
[1166b] νων, καὶ ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῆς φιλίας τῇ πρὸς αὑτὸν ὁμοιοῦ-
ται. φαίνεται δὲ τὰ εἰρημένα καὶ τοῖς πολλοῖς ὑπάρχειν,
καίπερ οὖσι φαύλοις. ἆρ’ οὖν ᾗ τ’ ἀρέσκουσιν ἑαυτοῖς καὶ
ὑπολαμβάνουσιν ἐπιεικεῖς εἶναι, ταύτῃ μετέχουσιν αὐτῶν;
(5) ἐπεὶ τῶν γε κομιδῇ φαύλων καὶ ἀνοσιουργῶν οὐδενὶ ταῦθ’
ὑπάρχει, ἀλλ’ οὐδὲ φαίνεται. σχεδὸν δὲ οὐδὲ τοῖς φαύ-
λοις· διαφέρονται γὰρ ἑαυτοῖς, καὶ ἑτέρων μὲν ἐπιθυμοῦ-
σιν ἄλλα δὲ βούλονται, οἷον οἱ ἀκρατεῖς· αἱροῦνται γὰρ
ἀντὶ τῶν δοκούντων ἑαυτοῖς ἀγαθῶν εἶναι τὰ ἡδέα βλα-
(10) βερὰ ὄντα· οἳ δ’ αὖ διὰ δειλίαν καὶ ἀργίαν ἀφίστανται
τοῦ πράττειν ἃ οἴονται ἑαυτοῖς βέλτιστα εἶναι. οἷς δὲ πολλὰ
καὶ δεινὰ πέπρακται καὶ διὰ τὴν μοχθηρίαν μισοῦνται, καὶ
φεύγουσι τὸ ζῆν καὶ ἀναιροῦσιν ἑαυτούς. ζητοῦσί τε οἱ
μοχθηροὶ μεθ’ ὧν συνημερεύσουσιν, ἑαυτοὺς δὲ φεύγουσιν·
(15) ἀναμιμνήσκονται γὰρ πολλῶν καὶ δυσχερῶν, καὶ τοιαῦθ’
ἕτερα ἐλπίζουσι, καθ’ ἑαυτοὺς ὄντες, μεθ’ ἑτέρων δ’ ὄντες
ἐπιλανθάνονται. οὐδέν τε φιλητὸν ἔχοντες οὐδὲν φιλικὸν
πάσχουσι πρὸς ἑαυτούς. οὐδὲ δὴ συγχαίρουσιν οὐδὲ συναλ-
γοῦσιν οἱ τοιοῦτοι ἑαυτοῖς· στασιάζει γὰρ αὐτῶν ἡ ψυχή,
(20) καὶ τὸ μὲν διὰ μοχθηρίαν ἀλγεῖ ἀπεχόμενόν τινων, τὸ
δ’ ἥδεται, καὶ τὸ μὲν δεῦρο τὸ δ’ ἐκεῖσε ἕλκει ὥσπερ δια-
σπῶντα. εἰ δὲ μὴ οἷόν τε ἅμα λυπεῖσθαι καὶ ἥδεσθαι,
ἀλλὰ μετὰ μικρόν γε λυπεῖται ὅτι ἥσθη, καὶ οὐκ ἂν
ἐβούλετο ἡδέα ταῦτα γενέσθαι αὑτῷ· μεταμελείας γὰρ
(25) οἱ φαῦλοι γέμουσιν. οὐ δὴ φαίνεται ὁ φαῦλος οὐδὲ πρὸς
ἑαυτὸν φιλικῶς διακεῖσθαι διὰ τὸ μηδὲν ἔχειν φιλητόν. εἰ
δὴ τὸ οὕτως ἔχειν λίαν ἐστὶν ἄθλιον, φευκτέον τὴν μοχθη-
ρίαν διατεταμένως καὶ πειρατέον ἐπιεικῆ εἶναι· οὕτω γὰρ
καὶ πρὸς ἑαυτὸν φιλικῶς ἂν ἔχοι καὶ ἑτέρῳ φίλος γένοιτο.
(30) Ἡ δ’ εὔνοια φιλικῷ μὲν ἔοικεν, οὐ μὴν ἔστι γε φιλία·
γίνεται γὰρ εὔνοια καὶ πρὸς ἀγνῶτας καὶ λανθάνουσα, φι-
λία δ’ οὔ. καὶ πρότερον δὲ ταῦτ’ εἴρηται. ἀλλ’ οὐδὲ φί-
λησίς ἐστιν. οὐ γὰρ ἔχει διάτασιν οὐδ’ ὄρεξιν, τῇ φιλήσει
δὲ ταῦτ’ ἀκολουθεῖ· καὶ ἡ μὲν φίλησις μετὰ συνηθείας, ἡ
(35) δ’ εὔνοια καὶ ἐκ προσπαίου, οἷον καὶ περὶ τοὺς ἀγωνιστὰς
[1167a] συμβαίνει· εὖνοι γὰρ αὐτοῖς γίνονται καὶ συνθέλουσιν, συμ-
πράξαιεν δ’ ἂν οὐδέν· ὅπερ γὰρ εἴπομεν, προσπαίως εὖνοι
γίνονται καὶ ἐπιπολαίως στέργουσιν. ἔοικε δὴ ἀρχὴ φιλίας
εἶναι, ὥσπερ τοῦ ἐρᾶν ἡ διὰ τῆς ὄψεως ἡδονή· μὴ γὰρ
(5) προησθεὶς τῇ ἰδέᾳ οὐδεὶς ἐρᾷ, ὁ δὲ χαίρων τῷ εἴδει οὐδὲν
μᾶλλον ἐρᾷ, ἀλλ’ ὅταν καὶ ἀπόντα ποθῇ καὶ τῆς παρου-
σίας ἐπιθυμῇ· οὕτω δὴ καὶ φίλους οὐχ οἷόν τ’ εἶναι μὴ
εὔνους γενομένους, οἱ δ’ εὖνοι οὐδὲν μᾶλλον φιλοῦσιν· βού-
λονται γὰρ μόνον τἀγαθὰ οἷς εἰσὶν εὖνοι, συμπράξαιεν δ’
(10) ἂν οὐδέν, οὐδ’ ὀχληθεῖεν ὑπὲρ αὐτῶν. διὸ μεταφέρων φαίη
τις ἂν αὐτὴν ἀργὴν εἶναι φιλίαν, χρονιζομένην δὲ καὶ εἰς
συνήθειαν ἀφικνουμένην γίνεσθαι φιλίαν, οὐ τὴν διὰ τὸ
χρήσιμον οὐδὲ τὴν διὰ τὸ ἡδύ· οὐδὲ γὰρ εὔνοια ἐπὶ τού-
τοις γίνεται. ὁ μὲν γὰρ εὐεργετηθεὶς ἀνθ’ ὧν πέπονθεν
(15) ἀπονέμει τὴν εὔνοιαν, τὰ δίκαια δρῶν· ὁ δὲ βουλόμενός
τιν’ εὐπραγεῖν, ἐλπίδα ἔχων εὐπορίας δι’ ἐκείνου, οὐκ ἔοικ’
εὔνους ἐκείνῳ εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἑαυτῷ, καθάπερ οὐδὲ
φίλος, εἰ θεραπεύει αὐτὸν διά τινα χρῆσιν. ὅλως δ’ εὔ-
νοια δι’ ἀρετὴν καὶ ἐπιείκειάν τινα γίνεται, ὅταν τῳ φανῇ
(20) καλός τις ἢ ἀνδρεῖος ἤ τι τοιοῦτον, καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν
ἀγωνιστῶν εἴπομεν.

Φιλικὸν δὲ καὶ ἡ ὁμόνοια φαίνεται. διόπερ οὐκ ἔστιν
ὁμοδοξία· τοῦτο μὲν γὰρ καὶ ἀγνοοῦσιν ἀλλήλους ὑπάρξειεν
ἄν· οὐδὲ τοὺς περὶ ὁτουοῦν ὁμογνωμονοῦντας ὁμονοεῖν φα-
(25) σίν, οἷον τοὺς περὶ τῶν οὐρανίων (οὐ γὰρ φιλικὸν τὸ περὶ
τούτων ὁμονοεῖν), ἀλλὰ τὰς πόλεις ὁμονοεῖν φασίν, ὅταν
περὶ τῶν συμφερόντων ὁμογνωμονῶσι καὶ ταὐτὰ προαι-
ρῶνται καὶ πράττωσι τὰ κοινῇ δόξαντα. περὶ τὰ πρακτὰ
δὴ ὁμονοοῦσιν, καὶ τούτων περὶ τὰ ἐν μεγέθει καὶ ἐνδε-
(30) χόμενα ἀμφοῖν ὑπάρχειν ἢ πᾶσιν, οἷον αἱ πόλεις, ὅταν
πᾶσι δοκῇ τὰς ἀρχὰς αἱρετὰς εἶναι, ἢ συμμαχεῖν Λακε-
δαιμονίοις, ἢ ἄρχειν Πιττακὸν ὅτε καὶ αὐτὸς ἤθελεν. ὅταν
δ’ ἑκάτερος ἑαυτὸν βούληται, ὥσπερ οἱ ἐν ταῖς Φοινίσσαις,
στασιάζουσιν· οὐ γάρ ἐστιν ὁμονοεῖν τὸ αὐτὸ ἑκάτερον ἐννοεῖν
(35) ὁδήποτε, ἀλλὰ τὸ ἐν τῷ αὐτῷ, οἷον ὅταν καὶ ὁ δῆμος
[1167b] καὶ οἱ ἐπιεικεῖς τοὺς ἀρίστους ἄρχειν· οὕτω γὰρ πᾶσι γί-
νεται οὗ ἐφίενται. πολιτικὴ δὴ φιλία φαίνεται ἡ ὁμό-
νοια, καθάπερ καὶ λέγεται· περὶ τὰ συμφέροντα γάρ ἐστι
καὶ τὰ εἰς τὸν βίον ἥκοντα. ἔστι δ’ ἡ τοιαύτη ὁμόνοια
(5) ἐν τοῖς ἐπιεικέσιν· οὗτοι γὰρ καὶ ἑαυτοῖς ὁμονοοῦσι καὶ
ἀλλήλοις, ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὄντες ὡς εἰπεῖν (τῶν τοιούτων
γὰρ μένει τὰ βουλήματα καὶ οὐ μεταρρεῖ ὥσπερ εὔριπος),
βούλονταί τε τὰ δίκαια καὶ τὰ συμφέροντα, τούτων δὲ
καὶ κοινῇ ἐφίενται. τοὺς δὲ φαύλους οὐχ οἷόν τε ὁμονοεῖν
(10) πλὴν ἐπὶ μικρόν, καθάπερ καὶ φίλους εἶναι, πλεονεξίας
ἐφιεμένους ἐν τοῖς ὠφελίμοις, ἐν δὲ τοῖς πόνοις καὶ ταῖς
λειτουργίαις ἐλλείποντας· ἑαυτῷ δ’ ἕκαστος βουλόμενος ταῦτα
τὸν πέλας ἐξετάζει καὶ κωλύει· μὴ γὰρ τηρούντων τὸ κοι-
νὸν ἀπόλλυται. συμβαίνει οὖν αὐτοῖς στασιάζειν, ἀλλήλους
(15) μὲν ἐπαναγκάζοντας, αὐτοὺς δὲ μὴ βουλομένους τὰ δίκαια
ποιεῖν.

Οἱ δ’ εὐεργέται τοὺς εὐεργετηθέντας δοκοῦσι μᾶλλον
φιλεῖν ἢ οἱ εὖ παθόντες τοὺς δράσαντας, καὶ ὡς παρὰ
λόγον γινόμενον ἐπιζητεῖται. τοῖς μὲν οὖν πλείστοις φαί-
(20) νεται ὅτι οἳ μὲν ὀφείλουσι τοῖς δὲ ὀφείλεται· καθάπερ οὖν
ἐπὶ τῶν δανείων οἱ μὲν ὀφείλοντες βούλονται μὴ εἶναι οἷς
ὀφείλουσιν, οἱ δὲ δανείσαντες καὶ ἐπιμελοῦνται τῆς τῶν
ὀφειλόντων σωτηρίας, οὕτω καὶ τοὺς εὐεργετήσαντας βού-
λεσθαι εἶναι τοὺς παθόντας ὡς κομιουμένους τὰς χάριτας,
(25) τοῖς δ’ οὐκ εἶναι ἐπιμελὲς τὸ ἀνταποδοῦναι. Ἐπίχαρμος
μὲν οὖν τάχ’ ἂν φαίη ταῦτα λέγειν αὐτοὺς ἐκ πονηροῦ
θεωμένους, ἔοικε δ’ ἀνθρωπικῷ· ἀμνήμονες γὰρ οἱ πολλοί,
καὶ μᾶλλον εὖ πάσχειν ἢ ποιεῖν ἐφίενται. δόξειε δ’ ἂν
φυσικώτερον εἶναι τὸ αἴτιον, καὶ οὐδ’ ὅμοιον τὸ περὶ τοὺς
(30) δανείσαντας· οὐ γάρ ἐστι φίλησις περὶ ἐκείνους, ἀλλὰ τοῦ
σῴζεσθαι βούλησις τῆς κομιδῆς ἕνεκα· οἱ δ’ εὖ πεποιηκότες
φιλοῦσι καὶ ἀγαπῶσι τοὺς πεπονθότας κἂν μηδὲν ὦσι
χρήσιμοι μηδ’ εἰς ὕστερον γένοιντ’ ἄν. ὅπερ καὶ ἐπὶ τῶν
τεχνιτῶν συμβέβηκεν· πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ
(35) μᾶλλον ἢ ἀγαπηθείη ἂν ὑπὸ τοῦ ἔργου ἐμψύχου γενομένου·
[1168a] μάλιστα δ’ ἴσως τοῦτο περὶ τοὺς ποιητὰς συμβαίνει· ὑπερ-
αγαπῶσι γὰρ οὗτοι τὰ οἰκεῖα ποιήματα, στέργοντες ὥσπερ
τέκνα. τοιούτῳ δὴ ἔοικε καὶ τὸ τῶν εὐεργετῶν· τὸ γὰρ εὖ
πεπονθὸς ἔργον ἐστὶν αὐτῶν· τοῦτο δὴ ἀγαπῶσι μᾶλλον ἢ
(5) τὸ ἔργον τὸν ποιήσαντα. τούτου δ’ αἴτιον ὅτι τὸ εἶναι πᾶσιν
αἱρετὸν καὶ φιλητόν, ἐσμὲν δ’ ἐνεργείᾳ (τῷ ζῆν γὰρ καὶ
πράττειν), ἐνεργείᾳ δὲ ὁ ποιήσας τὸ ἔργον ἔστι πως· στέργει
δὴ τὸ ἔργον, διότι καὶ τὸ εἶναι. τοῦτο δὲ φυσικόν· ὃ γάρ
ἐστι δυνάμει, τοῦτο ἐνεργείᾳ τὸ ἔργον μηνύει. ἅμα δὲ καὶ
(10) τῷ μὲν εὐεργέτῃ καλὸν τὸ κατὰ τὴν πρᾶξιν, ὥστε χαίρειν
ἐν ᾧ τοῦτο, τῷ δὲ παθόντι οὐδὲν καλὸν ἐν τῷ δράσαντι,
ἀλλ’ εἴπερ, συμφέρον· τοῦτο δ’ ἧττον ἡδὺ καὶ φιλητόν.
ἡδεῖα δ’ ἐστὶ τοῦ μὲν παρόντος ἡ ἐνέργεια, τοῦ δὲ μέλλοντος
ἡ ἐλπίς, τοῦ δὲ γεγενημένου ἡ μνήμη· ἥδιστον δὲ τὸ κατὰ
(15) τὴν ἐνέργειαν, καὶ φιλητὸν ὁμοίως. τῷ μὲν οὖν πεποιηκότι
μένει τὸ ἔργον (τὸ καλὸν γὰρ πολυχρόνιον), τῷ δὲ παθόντι
τὸ χρήσιμον παροίχεται. ἥ τε μνήμη τῶν μὲν καλῶν ἡδεῖα,
τῶν δὲ χρησίμων οὐ πάνυ ἢ ἧττον· ἡ προσδοκία δ’ ἀνάπα-
λιν ἔχειν ἔοικεν. καὶ ἡ μὲν φίλησις ποιήσει ἔοικεν, τὸ φι-
(20) λεῖσθαι δὲ τῷ πάσχειν· τοῖς ὑπερέχουσι δὲ περὶ τὴν πρᾶ-
ξιν ἕπεται τὸ φιλεῖν καὶ τὰ φιλικά. ἔτι δὲ τὰ ἐπιπό-
νως γενόμενα πάντες μᾶλλον στέργουσιν, οἷον καὶ τὰ χρή-
ματα οἱ κτησάμενοι τῶν παραλαβόντων· δοκεῖ δὲ τὸ μὲν
εὖ πάσχειν ἄπονον εἶναι, τὸ δ’ εὖ ποιεῖν ἐργῶδες. διὰ ταῦτα
(25) δὲ καὶ αἱ μητέρες φιλοτεκνότεραι· ἐπιπονωτέρα γὰρ ἡ γέν-
νησις, καὶ μᾶλλον ἴσασιν ὅτι αὑτῶν. δόξειε δ’ ἂν τοῦτο καὶ
τοῖς εὐεργέταις οἰκεῖον εἶναι.