Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ο σοφός Παπαγάλος

Ζούσε κάποτε στη Βαγδάτη ένας ευγενικός και γενναιόδωρος έμπορος, που είχε πολλούς σκλάβους και υπηρέτες στη δούλεψή του, καθώς και έναν όμορφο παπαγάλο με λαμπερά πολύχρωμα φτερά, φημισμένο για την ευγλωττία και τα τραγούδια του.

Ο έμπορος ήταν καλός άνθρωπος και φερόταν σε όλους με τον καλύτερο τρόπο. Μια μέρα, πριν φύγει για ένα ταξίδι για δουλειές στην Ινδία, ρώτησε τους υποτακτικούς του τι δώρα θα ήθελαν να τους φέρει.

«Ζητήστε μου ότι θέλετε» τους είπε. «Μολονότι έχω όλα όσα θα επιθυμούσε κανείς από τη ζωή, νιώθω στεναχώρια για το πώς λειτουργεί ο κόσμος αλλά κι εγώ ο ίδιος… Θα ήθελα λοιπόν να βρω έναν τρόπο να είμαι πιο ευτυχισμένος.»

Όλοι ζήτησαν κοσμήματα, μετάξια, αρώματα και μπαχαρικά. Στο τέλος, ο έμπορος ρώτησε και τον παπαγάλο: «Και συ ψυχή μου, τι θέλεις να φέρω σε σένα από την Ινδία γλυκό μου πουλί; Έχεις ήδη ένα κλουβί από ταρταρούγα και ελεφαντόδοντο, έναν υπέροχο καθρέπτη διακοσμημένο με διαμάντια, δυο χρυσά δαχτυλίδια με πολύτιμους λίθους στα πόδια σου και απολαμβάνεις τα πιο διαλεχτά φρούτα και λαχανικά όλου του κόσμου στα γεύματα σου. Αλλά ότι κι αν είναι αυτό που θέλεις, θα σου το φέρω».

«Δεν επιθυμώ τίποτα» απάντησε ο παπαγάλος. «Το μόνο που θέλω, σε παρακαλώ, είναι να μεταφέρεις ένα μήνυμα στους παπαγάλους της Ινδίας. Όταν τους συναντήσεις, πες τους ότι “ο παπαγάλος μου, που ήταν θέλημα Θεού να βρεθεί κλεισμένος στο κλουβί μου, σας έχει επιθυμήσει πολύ. Έχει πια κουραστεί με όσα του έδιναν ως τώρα ευχαρίστηση… Όλα αυτά είναι κενά και χωρίς νόημα. Ω, σοφοί παπαγάλοι που ελεύθεροι πετάτε στα δάση και στους κήπους, σκεφτείτε το δικό μου παπαγάλο…

Ακούστε την κραυγή της καρδιάς του και στείλτε του ένα μήνυμα που θα δώσει φτερά στην ψυχή του και θα τον κάνει να πετάξει ξανά ψηλά, στους γαλάζιους ουρανούς της χαράς!»

Ο παπαγάλος είπε αυτά τα λόγια με τόσο καημό, που δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του εμπόρου. Αφού υποσχέθηκε να παραδώσει το μήνυμα του πουλιού στα αδέλφια του στην Ινδία, έφυγε για το ταξίδι του.

Ύστερα από μήνες ο έμπορος τελείωσε τις δουλειές του στην Ινδία. Αγόρασε τα δώρα για τους υπηρέτες του και λίγο πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής για τη Βαγδάτη, αποφάσισε να μείνει για λίγες μέρες στην εξοχή για να ηρεμήσει.

Ένα πρωί, εκεί που ξαπόσταινε στον όμορφο κήπο, άκουσε κάποιους παπαγάλους να φλυαρούν χαρούμενα τσιμπολογώντας φρούτα στα δέντρα. Τότε θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στον παπαγάλο του. Κάλεσε λοιπόν κοντά του τα πουλιά και τους μετέφερε το μήνυμά του.

Με το που άκουσε το μήνυμα ένας από τους παπαγάλους που καθόταν σε ένα κλαδί, άρχισε να τρέμει, ανοιγόκλεισε τα φτερά του και μετά έπεσε από το κλαδί και ξεψύχησε.

Ο ευγενικός έμπορος ένοιωσε πολύ άσχημα που χωρίς να το θέλει είχε προκαλέσει το θάνατο ενός τόσο όμορφου πουλιού. Με θλίψη αναρωτήθηκε τι θα έλεγε στον παπαγάλο του, όταν θα επέστρεφε στην Βαγδάτη.

Μετά από λίγες μέρες γύρισε σπίτι του. Μοίρασε τα δώρα στους υπηρέτες του, αλλά δεν είπε λέξη στον παπαγάλο του. Ο παπαγάλος όμως, που περίμενε τον ρώτησε: «Που είναι το δικό μου δώρο; Τι μήνυμα μου φέρνεις;»

«Κανένα», απάντησε ο έμπορος με θλίψη. «Τους μετέφερα το μήνυμά σου, αλλά δεν είπαν λέξη».

«Πες μου σε παρακαλώ τι είδες, τι άκουσες» ρώτησε όλο αγωνία ο παπαγάλος.

Μετά από πολλά παρακάλια, ο έμπορος εντέλει υποχώρησε και είπε: «Έδωσα το μήνυμά σου… Ένας από τους παπαγάλους όμως στενοχωρήθηκε τόσο πολύ που άρχισε να τρέμει, ανοιγόκλεισε τα φτερά του και μετά έπεσε από το κλαδί και ξεψύχησε».

Όταν ο παπαγάλος άκουσε τι είχε κάνει ο αδελφός του στην Ινδία, άρχισε κι αυτός να τρέμει και μετά από λίγο ξεψύχησε μέσα στο όμορφο κλουβί του.

Ο έμπορος τα έχασε! Μόλις συνήλθε από το σοκ, τρελαμένος από τη θλίψη άρχισε να σκίζει τα ρούχα του και να φωνάζει: «Αγαπημένε μου παπαγάλε, σε σκότωσα, ο άμυαλος! Θεέ μου, βοήθα να αντέξω τούτη τη θλίψη! Τα λεφτά μου, η δουλειά μου δεν έχουν καμία αξία… Χωρίς εσένα, φτερωτέ μου φίλε, ο κόσμος είναι για μένα μια φυλακή… Πως θα αντέξω;»

Και με τα λόγια αυτά άνοιξε το κλουβί , έβγαλε με απαλές κινήσεις έξω το άψυχο σώμα του αγαπημένου του παπαγάλου και το απόθεσε στο περβάζι του παραθύρου. Όμως ω του θαύματος! Ξαφνικά ο παπαγάλος ζωντάνεψε και με ένα γρήγορο χτύπημα των φτερών του πέταξε στο κλαδί του απέναντι δέντρου.

Ο έμπορος έμεινε έκπληκτος! Τόσο από το «θαύμα» όσο και από το μεγαλείο των χρωμάτων και την ομορφιά των φτερών του παπαγάλου που έβλεπε για πρώτη φορά, καθώς δεν τον είχε δει ποτέ του να πετά.

Γεμάτος απορία είπε: «Αγαπημένε μου παπαγάλε, πες μου σε παρακαλώ τι σημαίνουν όλα αυτά; Τι ήταν αυτό που έμαθες από τους παπαγάλους τις Ινδίας και σε βοήθησε να επινοήσεις τούτο το κόλπο, που μου προξένησε τόση θλίψη;»

«Με την πράξη του ο αδελφός μου από την Ινδία μου έδωσε μια συμβουλή. Μου είπε: Εγκατέλειψε την περηφάνια και την ματαιοδοξία σου, τα έξυπνα λόγια και τα μαγευτικά σου τραγούδια, που το μόνο που έκαναν ήταν να σε οδηγήσουν στη σκλαβιά. Γιατί χίλια κακά βρίσκουν όποιον την ομορφιά του, τα λόγια και τα τραγούδια του τα βγάζει σε δημοπρασία. Στο εξής ζήσε σαν να έχεις πεθάνει... Μόνο έτσι θα κερδίσεις την ελευθερία". Και με τα λόγια αυτά, ο παπαγάλος πέταξε ψηλά στον ουρανό.

«Αντίο σοφέ μου φίλε» είπε ο έμπορος. «Μόλις μου έδειξες ένα νέο μονοπάτι. Θα το ακολουθήσω γιατί είναι το μόνο που λάμπει με φως…»

Τα θεμέλια της αξίας

Μέρος πρώτο
 
1280px-Aristoteles_Logica_1570_Biblioteca_HuelvaΘέματα Λογικής : Αιτιολόγηση
Πρώτες Αρχές και Σωκρατική μέθοδος

“Γνωρίζουμε κάτι, μόνο όταν συλλάβουμε το γιατί του”
Αριστοτέλης – Φυσικά 194b19
 
Ανέκαθεν θαύμαζα τους εμβριθείς διαλόγους που περιλαμβάνει η αρχαία Ελληνική γραμματεία στα φιλοσοφικά έργα. Όχι τόσο για την πρωτοτυπία των θεμάτων τους αλλά για την μέθοδο με την οποία οι συνομιλητές  συντόνιζαν την νοητική και εκφραστική τους ικανότητα όπως οι μουσικοί χορδίζουν τα όργανά τους πριν την παράσταση, ώστε να μπορούν να συζητήσουν αντιλαμβανόμενοι τα ίδια νοήματα με απλές, διόλου απλοϊκές φράσεις, οι οποίες έπαιζαν τον ρόλο του διαπασών.
 
Αν ήθελε κάποιος να υποστηρίξει μια άποψη, ιδέα ή σκέψη, όφειλε να παρουσιάσει στο ακροατήριο και τους λόγους βάσει των οποίων είχε οδηγηθεί σε αυτήν και ο συλλογισμός έμοιαζε κάπως έτσι : ” πιστεύω την πρόταση Α λόγω του αιτίου Β ” ή ” λόγω του αιτίου Β συμπεραίνω την πρόταση Α ” .
Η μέθοδος αυτή δεν ήταν άλλη από την Λογική την οποία εισήγαγε ο Αριστοτέλης ως ένα σύνολο κανόνων με βάση το οποίο σκεφτόμαστε, συννενοούμαστε και επιχειρηματολογούμε. Βέβαια το σύστημα αυτό έχει ως προαπαιτούμενο την σωστή χρήση της γλώσσας ή οποία αντανακλά την λειτουργία της σκέψης και κατά συνέπεια την αντικειμενική αντίληψη της πραγματικότητας. Η σχέση γλώσσας – πραγματικότητας ήταν ύψιστης σημασίας για τον Αριστοτέλη και μπορούμε να πούμε ότι η αρχαία Ελληνική γλώσσα τον συνηγορούσε καθώς πέρα από το ότι απετέλεσε την μήτρα πολλών άλλων, ήταν και είναι μοναδική σε τομείς όπως μεταξύ άλλων η ακριβολογία, η κυριολεξία το λεξιλόγιο και η λεξοπλασία.
 
Ο Αριστοτέλης παρατήρησε δύο κρίσιμα σημεία σχετικά με την ακολουθία των αιτιάσεων της Λογικής. Πρώτα πρέπει να μπορούμε να αποδείξουμε το πως η Α δικαιολογεί την Β  και η Γ την Α. Λογική είναι μόνο η περιγραφή του πως η Γ υπονοεί τις Α και Β  ή ότι οι Α και Β είναι λογικές συνέπειες της Γ. Η Λογική μπορεί να αποδείξει τις Α και Β με βάση την Γ αλλά δεν μπορεί να αποδείξει την Γ χωρίς περαιτέρω αιτιάσεις π.χ. τις προτάσεις Δ, Ε, ή Ζ.
 
Η Λογική από μόνη της αρκεί να διασφαλίσει μόνο την αλήθεια των συμπερασμάτων της εφόσον οι προυποθέσεις είναι επίσης ορθές. Έτσι παραμένει η άβολη αλλά αναμφισβήτητη αλήθεια γι’ αυτήν, ότι μπορεί κάποιος να είναι απόλυτα λογικός αλλά έχοντας λανθασμένες προϋποθέσεις, να μην λέει ποτέ κάτι αληθινό.
 
Αν συνεχίσουμε να δίνουμε αιτίες στις αιτίες, τότε μιλάμε για οπισθοδρόμηση των αιτίων. Το ότι αυτή η οπισθοδρόμηση δεν μπορεί να συνεχίζεται στο άπειρο, είναι το δεύτερο σημείο για τον Αριστοτέλη κι αυτό διότι αν δεν υπάρχει τέλος στις αιτιάσεις μας τότε τίποτε δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί.
 
regressΑπλά θα κουραστούμε από τις πολλές αιτιάσεις, ενώ δεν θα μπορούμε να διασφαλίσουμε τίποτε πέραν του σημείου εκκίνησης. Ο Αριστοτέλης συνειδητοποίησε ότι αν δεν πρόκειται για ατέρμονη διαδικασία, τότε θα πρέπει να υπάρχουν προτάσεις που δεν χρειάζεται να για οποιονδήποτε λόγο, να αποδειχθούν.
Αυτές τις προτάσεις αποκάλεσε πρώτες αρχές (archai, principia) για κάθε συλλογισμό. Καθώς η λέξη αρχή ενέχει την σημασία της πρώτης, η έκφραση ” πρώτες αρχές ” μοιάζει με περιττή έκφραση. Αυτό συνέβη επειδή ως ”αρχή ” έκλαμβάνεται ο κανόνας και  ίσως ένας πολύ βασικός κανόνας, αλλά όχι κατ’ ανάγκη μια πρώτη αρχή για τον συλλογισμό της λογικής. (μια τέτοια μετατόπιση του νοήματος είχε ήδη συμβεί κατά τον Λατινικό Μεσαίωνα, όπου η έννοια της λέξης principia επεκτάθηκε σε principia prima)
 
regress2Πως θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε την ορθότητα των πρώτων αρχών, να τις επαληθεύσουμε ή να τις αιτιολογήσουμε, εφόσον δεν μπορούν να αποδειχθούν ;
Η σύγχρονη ορολογία τις προσδιορίζει ως ” μη συμπερασματικά αιτιολογημένες ” και αυτό είναι το πρόβλημα των πρώτων αρχών.
 
Ο Αριστοτέλης αποφάνθηκε ότι είναι αυταπόδεικτες, το οποίο σημαίνει ότι μπορούμε να γνωρίζουμε ενστικτωδώς την αλήθεια τους απλά κατανοώντας τις. Αυτό ήταν ευρέως αποδεκτό για πολλούς αιώνες, ειδικά δεδομένου ότι φαίνοταν να ταιριάζει απόλυτα με το καλύτερο παράδειγμα ενός συμπερασματικού συστήματος το οποίο βασίζεται σε πρώτες αρχές, την γεωμετρία, όπου όλα τα θεωρήματα τελικά προέρχονται από ένα μικρό σύνολο αξιωμάτων.
Ωστόσο σε άλλα συστήματα οι αυταπόδεικτες πρώτες αρχές δεν έμοιαζαν να συνεργάζονται πολύ καλά. Οι Χιούμ και Καντ αξίωσαν ότι οι περισσότερες πρώτες αρχές δεν είναι αυταπόδεικτες. Κατά τον Χιούμ αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε αν είναι αληθείς αν και υποθέτουμε ότι είναι. Ο Καντ θεωρούσε ότι θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε αν είναι αληθείς ακόμα και όταν είναι αναπόδεικτες αλλά δεν είναι αυταπόδεικτες.
 
Ο Καντ υποστήριζε ότι τέτοιες προτάσεις ήταν ” σύνθετες εκ των προτέρων ” (συμπερασματικά, a priori). Με τον όρο σύνθετες εννοούσε ότι μπορούν να διαψευστούν χωρίς αντίφαση δηλαδή δεν αυτοαναιρούνται ούτε είναι ανακόλουθες με κάτι το αληθινό. Αυτό αποκαλείται ”αξιωματική ανεξαρτησία”. Ο όρος ”a priori” σημαίνει ότι η αλήθεια τους είναι γνωστή ανεξαρτήτως εμπειριών.
 
Μολονότι δεν υπάρχει ευρεία συμφωνία για το αν ο Καντ έδωσε επαρκείς εξηγήσεις, ο Leonard Nelson (1882-1927) μετά από πρόταση στον Καντ, θεώρησε αργότερα, ότι στην πραγματικότητα εμπλέκονταν δύο ερωτήματα : α) η πραγματική δικαιολογία, αυτό που ο Καντ ονομάζει quid juris, (ποια αρχή θα επικαλεστώ), το οποίο μπορούμε να αφήσουμε προς το παρόν και β) το ερώτημα για το αν οι πρώτες αρχές υπάρχουν απλά κάπου ( αν τις χρησιμοποιήσουμε – κάτι που δεν απέρριψε ποτέ ο Χιούμ ) και ονομάστηκε ” η σημασία του γεγονότος ” (quid factimatter of fact), από τον Καντ.
 
Ο Nelson αντελήφθει ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια θεωρία για την Γνώση, όπως αυτή του Πλάτωνα. Στην πρόσφατη φιλοσοφία, οι μηδενιστές (πιο ευγενικά ”αγνωστικιστές”) όπως ο Richard Rorty λύνουν το πρόβλημα των πρώτων αρχών, λέγοντας ότι απλά έχουν κουραστεί από τις αιτιολογήσεις. Κατά κάποιο τρόπο αυτό είναι αλήθεια και επιπλέον εμείς απλά έχουμε ξεμείνει από ιδέες (μάλλον γρήγορα), αλλά αυτό δεν λύνει κανένα από τα λογικά ή επιστημολογικά θέματα της αιτιολόγησης.
 
regress3Ο Αριστοτέλης ήλπιζε ότι οι πρώτες αιτίες θα μπορούσαν να ανακαλυφθούν επαγωγικά. Ένα επαγωγικό συμπέρασμα είναι η γενίκευση που προκύπτει από την καταμέτρηση μεμονωμένων αντικειμένων ή γεγονότων.
Το πρόβλημα της επαγωγής είναι η αναγνώριση ότι δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε πόσα μεμονωμένα αντικείμενα ή γεγονότα χρειάζεται να καταμετρήσουμε προκειμένου να είμαστε δικαιολογημένοι στις γενικεύσεις μας
 
Ο Francis Bacon πίστευε ότι η εμπειρική επιστήμη χρησιμοποιούσε την επαγωγή και αυτή η πίστη επηρέασε τους πάντες μέχρι σήμερα σχετικά με την θεώρηση της επιστήμης. Αλλά ο Bacon δεν μπορούσε να απαντήσει στην ένσταση ότι η επαγωγή δεν αποδεικνύει ποτέ τίποτα. Όπως άλλωστε και κανείς άλλος μέχρις ότου ο Hume να ”στρίψει το μαχαίρι στην πληγή”.
 
Με την Λογική της Επιστημονικής Ανακάλυψης ο  Karl Popper έλυσε τον γρίφο της επαγωγής και την επαλήθευση των πρώτων αρχών απλώς απορρίπτοντάς τα. Η επαγωγή ποτέ δεν είχε αποδείξει κάτι.
 
Ακόμη και ο Αριστοτέλης το είχε κατανοήσει, αλλά τελικά με τον Hume το θέμα έκλεισε παρόλο που ακόμη και οι σύγχρονοι υποστηρικτές του δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν το αποτέλεσμα.
 
Το πρόβλημα του Αριστοτέλη με την επαλήθευση των πρώτων αιτίων ελύθει από τον Popper με την παρατήρηση ότι τα επαγωγικά επιχειρήματα είτε επιβεβαιώνουν επιβεβαιούμενα (ponendo ponens) ή ακολουθούν την μέθοδο της επιβεβαίωσης, (modus ponens) : αν η Α συνεπάγεται την Β και η Α είναι αληθής τότε η Β είναι αληθής.
 
Αυτό διατήρησε την αυταπάτη της επαλήθευσης, δεδομένου ότι το μόνο που έχουμε να κάνουμε για να εξασφαλίσουμε τα πράγματα είναι να αξιολογήσουμε την Α. Αλλά ένα επαγωγικό επιχείρημα μπορεί επίσης να “αρνείται αρνούμενο” (tollens tollendo) , ή να ακολουθεί την ”μέθοδο της διάψευσης” (modus tollens) : αν η Α συνεπάγεται την Β και η Β δεν είναι αληθής, τότε η Α δεν είναι αληθής. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχές μπορούν να απορριφθούν, ακόμη και αν δεν μπορούν να επαληθευτούν. Αν δεν μπορούμε να αιτιολογήσουμε με κάποιο τρόπο την Α, θα μπορούσαμε απλά να είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε ότι η Β είναι λαθασμένη, ειδικά όταν η Α είναι μια γενική δήλωση και η Β εφαρμογή της σε κάποιο άτομο.
 
regress4 Ο Popper λέει ότι αυτό είναι μια μορφή καντιανισμού, και στην πραγματικότητα είναι μάλλον σαν αυτό που αναφέρει ο Immanuel Kant στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, με τον τίτλο ” Η ρυθμιστική χρήση των ιδεών του καθαρού λόγου “. Ο Popper αναφέρει, επίσης, ότι είναι συμβατή με την παραλλαγή του καντιανισμού από τον Fries, αφού οι Jakob Fries (1773-1843) και Nelson, επιστρέφοντας στην εξέταση του αρχικού προβλήματος κατά τον Αριστοτέλη, υποστήριξαν αποφασιστικά ότι οι πρώτες αξίες δεν μπορούν να αποδειχθούν λογικά ή να συναχθούν. Αυτό εξηγεί πολλές ιδιαιτερότητες στην ιστορία της επιστήμης και είναι, πράγματι, η ” λογική της επιστημονικής ανακάλυψης ” αν και άνθρωποι σαν τον Thomas Kuhn θολώνουν τα νερά με άλλα ζητήματα (μερικά από αυτά θεμιτά, άλλα όχι) – στη δομή των ”επιστημονικών επαναστάσεων”.
 
regress5 Σε σχέση με την αντίληψη του Popper για την λογική της επιστημονικής ανακάλυψης το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που η Σωκρατική μέθοδος χρησιμοποιεί την διάψευση. Κατά την διαλεκτική του Σωκράτη ο συνομιλητής αναφέρει μια πεποίθηση Χ (πχ ο Ευθύφρων, ότι ευσεβής είναι αυτό που αγαπούν οι Θεοί, ή ο Μέλητος, ένας από τους κατήγορους του Σωκράτη στην Απολογία, ότι ο Σωκράτης είναι άθεος).
Ο Σωκράτης μετά ρωτά αν ο συνομιλητής συμβαίνει να πιστεύει την πρόταση Α (πχ ο Ευθύφρων ότι οι Θεοί τσακώνονται μεταξύ τους). Με την συγκατάθεσή του ο Σωκράτης οδηγεί τον συνομιλητή πρός μια συμφωνία ότι η Α συνεπάγεται όχι-Β (πχ ο ευσεβής αγαπιέται αλλά και μισείται από τους θεούς). Ο συνομιλητής τότε πρέπει να αποφασίσει αν προτιμά την Β ή την Α. Αυτό δεν επαληθεύει ούτε αποδεικνύει τίποτε πέραν του ότι το ένα ή το άλλο είναι λανθασμένο : όπως στην επιστήμη μια παρατήρηση διάψευσης ίσως απορριφθεί έναντι της θεωρίας για την οποία δυσπιστεί χωρίς αυτό να ενισχύει την θεωρία.
 
Παρά το γεγονός ότι η Α φέρει περισσότερη αληθοφάνεια εκ πρώτης όψεως, το επίκεντρο του επιχειρήματος είναι ικανό να οδηγήσει τον συνομιλητή να απορρίψει την Α για χάρη της διατήρησης της επιχειρηματολογίας για την Β ( καίτοι  ο Σωκράτης δεν συμφωνεί σε καμία εκ των δύο προϋποθέσεων με τον Ευθύφρωνα ). Κατόπιν ο Σωκράτης , βεβαίως, βρίσκει μια πρόταση Γ ή οποία επίσης συνεπάγεται όχι-Β. Καθώς αυτό συνεχίζεται, η Β αρχίζει να φαίνεται αρκετά κακή αλλά οι παρευρισκόμενοι και οι αναγνώστες, τουλάχιστον, δεν έχουν αμφιβολία για την έκβαση της εξέτασης των στοιχείων.
 
Η εμφανής λογική δομή στην Σωκρατική Μέθοδο είχε χρησιμοποιηθεί με την μορφή της Έμμεσης Απόδειξης στα μαθηματικά και αλλού. Σε αυτήν, η ανακολουθία του προς απόδειξη στοιχείου, πρωτίστως εικάζεται. Ακολούθως φαίνεται να συνεπάγεται αντίφαση προς άλλες εικασίες ή ορισμούς του αντικειμένου. Λογικά, σύμφωνα με τον νόμο του Clavius [(-Ρ>Ρ)>Ρ], αυτό εγκαθιστά την αλήθεια του προς απόδειξη στοιχείου. Κλασσικά παραδείγματα Έμμεσης Απόδειξης είναι τα επιχειρήματα που παρουσίασαν οι Έλληνες, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερος πρώτος αριθμός και ότι η τετραγωνική ρίζα του αριθμού δύο είναι ένας άρρητος αριθμός.
 
Το γιατί ήταν πάντα δυνατόν για τον Σωκράτη να βρίσκει μια εναλλακτική πρόταση που θα συνεπαγόταν οχι-Β, είναι μια καλή ερώτηση.
 
Ο Πλάτων πίστευε ότι οι αληθινές πρώτες αρχές ήταν αναπόφευκτες. Τις χρησιμοποιούμε πάντα ασυνείδητα ή ασυναίσθητα. Οποτεδήποτε ο Σωκράτης απηύθυνε ερωτήσεις ήταν πάντα σε θέση να τις οδηγήσει σε αντιφάσεις. Ο Πλάτων θεώρησε ότι αυτό συνέβαινε επειδή ο Σωκράτης μπορούσε πάντα να βρεί τρόπο να φανερώσει την σύγκρουση μεταξύ των λανθασμένων πεποιθήσεων του καθενός και των αληθινών αρχών τις οποίες αναπόφευκτα εφάρμοζαν σε άλλες περιστάσεις.
 
Ωστόσο, σε μία αντίφαση, το ποιά πλευρά είναι σωστή, ποιά λάθος ή το αν είναι και οι δύο λανθασμένες, παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα. Έτσι ο Πλάτων θεώρησε την Σωκρατική Μέθοδο ως τον δρόμο προς την ανακάλυψη της αλήθειας με την προϋπόθεση ότι ένα πλήρως αρμονικό σύνολο από πεποιθήσεις είναι εφικτό μόνο για τις αληθινές πρώτες αρχές.
 
Σε διαφορετική περίπτωση, λανθασμένες πεποιθήσεις θα δημιουργούσαν αντιφάσεις με τις αναπόφευκτες αληθινές αρχές. Όπως υποστηρίζει ο Hume, όποιες και να είναι οι φιλοσοφικές αμφιβολίες μας, βγαίνουμε από ένα δωμάτιο από την πόρτα και όχι από το παράθυρο – ο ίδιος Hume ο οποίος απέρριψε όχι μόνο τα θαύματα, αλλά και την ελεύθερη βούληση και την τύχη καθώς πίστευε ότι όλα τα προηγούμενα παραβίαζαν την ίδια την αρχή της αιτιότητας την οποία και αμφισβήτησε σθεναρά.
 
Ο Nelson υποψιάστηκε ότι κατά συνέπεια, ενώ η Σωκρατική μέθοδος δεν δικαιολογεί πραγματικά τις πρώτες αρχές, εντούτοις παρείχε τρόπο να τις ανακαλύψουμε. Από πρακτική άποψη, αυτό μπορεί να είναι εξίσου καλό με την αιτιολόγηση και μπορούμε ακόμη να πούμε ότι ο Hume έκανε λίγο – πολύ το ίδιο πράγμα. Αυτό έδινε πάντα στον Σωκράτη και σε μας έναν τρόπο να συνεχίσουμε την έρευνα, όταν φαινόταν να έχουμε φθάσει σε αδιέξοδο.
 
Η Σωκρατική μέθοδος μοιράζεται έτσι την λογική της διάψευσης με τη φιλοσοφία του Popper για την επιστήμη και με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει τις παγίδες που εντόπισε ο Αριστοτέλης αφού διατύπωσε τη θεωρία των συμπερασμάτων και είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των πρώτων αρχών και της επαγωγής. Τόσο ο Σωκράτης όσο και ο Popper παρέμειναν σε άγνοια, επειδή η διαδικασία ξεκαθαρίσματος της διάψευσης ποτέ δεν μας αφήνει με μια τελική και απόλυτη αλήθεια: πάντα μπορεί να ανακαλύψουμε κάποια ασυνέπεια (ή κάποια παρατήρηση) που θα απαιτει από εμάς να επαναφέρουμε την τάξη.
 
Η άγνοιά μας, ωστόσο, μπορεί να είναι περίεργου είδους. Μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε κάτι που είναι αλήθεια, αλλά ο περιορισμός θα είναι στην κατανόησή του. Ο Γαλιλαίος ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ο ήλιος ήταν ένα αστέρι, αλλά η κατανόηση του για το τι είδους αστέρι επρόκειτο, ήταν ακόμη στοιχειώδης.
 
Ο Isaan Newton είχε συντάξει μια θεωρία για την βαρύτητα η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μια χαρά με τις μέτριες ταχύτητες και μάζες – η δύναμη της βαρύτητας εξακολουθεί να μειώνεται με το τετράγωνο της απόστασης – αλλά ο Αϊνστάιν έφτιαξε μια πιο περιεκτική θεωρία η οποία παρείχε περισσότερες εξηγήσεις.
 
Όταν πρόκειται για θέματα αξιών τα οποία η επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να αγγίξει, ο Πλάτων είχε την θεωρία της Ανάμνησης για να εξηγήσει την πρόσβασή μας στη γνώση, εκτός από την εμπειρία, και η θεωρία του ήταν όντως αληθινή με την έννοια ότι, έχουμε πρόσβαση στη γνώση πέρα από την εμπειρία, αλλά ο Immanuel Kant, τελικά, προσέφέρε μια πολύ βαθύτερη, πιο διακριτή και λιγότερο μεταφυσική υποθετική θεωρία που κάνει το ίδιο πράγμα.
 
Η επιχειρηματολογία του Πλάτωνα έναντι του σχετικισμού του Πρωταγόρα φανερώνει ότι ο σχετικισμός χρησιμοποιεί την ίδια αρχή της απόλυτης αλήθειας που απορρίπτει ρητά.
Ο σχετικισμός δεν μπορεί να τεκμηριώσει ούτε τον δικό του ισχυρισμό,   χωρίς να θεωρήσει ότι (αυτός) είναι πάνω από την σχετικότητα που αξιώνει. Αλλά αν ο σχετικισμός δεν είναι απόλυτος, τότε δέχεται το αντίθετό του, δηλαδή τον απολυτισμό. Ο σχετικισμός θα μπορούσε να ισχύει μόνο αν ήταν συγκριτικά σχετικός και δίχως να αρνείται τα απόλυτα. Ο υποκειμενισμός έχει το ίδιο πρόβλημα.
 
Αν δεν υπάρχει γνώση (αντικειμενικότητα) πως μπορούμε να το ξέρουμε ; Το ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια θα μπορούσε να είναι μια αντικειμενική αλήθεια. Έτσι, αν ο υποκειμενισμός ήταν αληθινός είναι ξεκάθαρο ότι δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίζουμε. Θα μπορούσαμε να έχουμε υποκειμενική εντύπωση ότι κανείς δεν θα χρειαζόταν να το προσέξει.
Ας δούμε έναν φιλόσοφο σαν τον Hegel όταν ξεκινά να μιλήσει για κάποιον λόγο (αιτία) – όπως όταν ο Mr.Spock συνήθιζε να λέει στο Star Trek ” Η λογική υποδεικνύει”. Η λογική δεν υπαγορεύει πολλά και οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί αναφορικά με το τί εννοεί κάποιος με την λέξη ”λόγο” όταν την επικαλείται.
 
Όπως έχει γίνει ήδη φανερό, η λογική χρειάζεται βάσεις (αρχές και  ορισμούς) τις οποίες τελικά δεν μπορεί να αποδείξει. Αν ”αίτιο” σημαίνει λογική, στην πράξη σημαίνει ειρμός σκέψεων αλλά βασικά θα μπορούσε να είναι ένας άπειρος αριθμός συνεχών αρμονικών συστημάτων αξιών. Καθώς ο Hume πιστεύει ότι όλες οι πρώτες αρχές εγκαθιδρύονται από την αίσθηση (γνώμη) τότε σωστά ισχυρίζεται ότι ” ο λόγος είναι και θα έπρεπε να είναι σκλάβος των παθών ”. Άλλοι φιλόσοφοι όπως οι Αριστοτέλης, Πλάτωνας και Κάντ ίσως εννοούν περισσότερα από την λογική συνοχή με την λέξη ”αίτια” αλλά πρέπει να είναι ξεκάθαρο το πως αυτό διαφέρει από τον ειρμό της λογικής.

Μέρος δεύτερο

Θέματα επιστημολογίας: Αιτιολόγηση (quidjuris)

Μη διαισθητική, ενστικτώδης γνώση και το Φριεσιανό Τρίλημμα (Friesian Trillema)

Στο περί αιτιολόγησης, πρώτων αρχών και Σωκρατικής μεθόδου, το πρόβλημα της αλήθειας των πρώτων αρχών είχε αντιμετωπισθεί τελικά µε την σωκρατική μέθοδο σε ότι αφορά την καντιανή αιτιολόγηση, δηλαδή ότι μπορούμε να την αναζητήσουμε µέσω συλλογισμού, χρησιμοποιώντας αναλυτικές και συνθετικές προτάσεις, όπου οι ανεξάρτητες των εμπειριών αλήθειες, εμπλέκονται παραδόξως με τις εμπειρικές. Ωστόσο, η απάντηση στο βαθύτερο ερώτημα για την καντιανή κρίση, αυτό που πραγματικά κάνει τις πρώτες αρχές αληθείς ή τις αιτιολογεί, είχε ανασταλεί προσωρινά. Σε αυτό το σημείο μπορεί να βοηθήσει ένα από τα πιο καίρια δόγματα της Φριεσιανής παράδοσης: η θεωρία της µη διαισθητικής άμεσης γνώσης, η οποία είναι ένα βαθιά παράδοξο δόγμα που έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες έννοιες της άμεσης γνώσης και της διαίσθησης.


Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά κάποιους από τους όρους που θα µας απασχολήσουν παρακάτω, όπως η διαίσθηση, η διαισθητική γνώση η ενόραση και άλλοι συναφείς. 


Στο λεξικό Μπαµπινιώτη βρίσκουμε την διαίσθηση να ερμηνεύ-εται ως αντίληψη ή κατανόηση χωρίς την συμβολή της λογικής ή των δεδομένων των αισθήσεων, ενώ την ενόραση ως σε βάθος αντίληψη ή κατανόηση ενός πράγματος, δηλαδή ένα είδος άμεσης γνώσης που επιτρέπει την σύλληψη ενός αντικειμένου, χωρίς την προσφυγή σε ενδιάμεσες συλλογιστικές διαδικασίες.

Ετυμολογικά η λέξη ενόραση προέρχεται από το αρχαίο ενορώ που σημαίνει διαβλέπω, διακρίνω, παρατηρώ σε βάθος. Είναι η γνώση που προέρχεται από το να βλέπεις μέσα σου, άμεση, βιωματική και υποκειμενική. Η ενόραση, στα λατινικά intuitio, αποκαλείται και διαίσθηση. Στην εσωτερική ξαφνική και μη λογικά επεξεργασμένη λάμψη της σύλληψης μιας ιδέας, αντιτί-θεται η αντικειμενική διάμεση και όχι άμεση γνώση, αυτή που βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα τα οποία έχουν τύχει προσε-κτικής λογικής επεξεργασίας (συλλογισμών, κρίσεων λογικών υποθέσεων, συμπερασμάτων, αποδεικτικής διαδικασίας). Ότι γνω-ρίζουμε από διαίσθηση-ενόραση συχνά είναι προϊόν εσωτερικού φωτισμού, στιγμιαίας έμπνευσης ή σύλληψης των αισθήσεων παρά της λογικής. Έτσι η ενορατική ή διαισθητική γνώση, έχει κατά κανόνα αρνητική σημασία στην επιστήμη, αντιτιθέμενη στην απο-δεικτική και αυστηρά λογική γνώση.


Ο όρος intuition μεταφράζεται στα Ελληνικά ως διαίσθηση, εποπτεία ή ενόραση.


Κατά το λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη διαίσθηση είναι η κατα-νόηση με το υποσυνείδητο χωρίς την παρέμβαση του λογικού ενώ κατά τον Μ. Τριανταφυλλίδη, είναι η απροσδιόριστη γνώση αυτού που δεν µμπορεί να αποδειχθεί µε την λογική, ή αυτού που δεν υπάρχει ακόμη.


Ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί-Λουίς Μπεργκσόν, μας παρουσιάζει την διαίσθηση ως την σκέψη του ενστίκτου και υποστηρίζει ότι ο υλικός νους μας περιβάλλεται από την συνείδηση η οποία είναι το ένστικτο που έχουμε όλοι μέσα μας. Είναι αυτή που μας οδηγεί μέσα στην ουσία κάποιου πράγματος και μας εξισώνει με το μοναδικό και ανέκφραστο που έχει. Η συνείδηση δημιουργεί ένα εξωτερικό περίβλημά σε κάθε αντικείμενο από τις γνώσεις που συσσωρεύει μέσω της διάνοιας κι εμείς θα πρέπει να την δια-περάσουμε για να φθάσουμε στα πηγαία άμεσα δεδομένα της. Η διαφορά της διάνοιας µε την ενόραση είναι τόσο πρόδηλη όσο μια φωτογραφία από την πραγματικότητα. Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να βλέπεις την φωτογραφία μιας πόλης με το να την επι-σκέπτεσαι.


Ο Αριστοτέλης μας λέει σχετικά «αρχή δ᾽εστιν αποδείξεως πρότασις άµεσος, άµεσος δε ης µη έστιν άλλη προτέρα». Ο Descartes εξηγεί την διαίσθηση ή την ενόραση με την ψυχική ενέργεια που μας κάνει να νοιώθουμε μία έννοια, μία κρίση, έναν συλλογισμό ή μία ιδέα σε όλη της την έκταση και όχι κομματιαστά. Ο Κάντ την μεταφράζει ως εποπτεία, η οποία σημαίνει άμεση αντί-ληψη του αντικειμένου που έχω μπροστά μου, χωρίς να αποκλείει από το αποτέλεσμα, την συνεργασία της διάνοιας και του λογικού, όπως ο Καρτέσιος.


Ο Σπινόζα την θεωρεί ως την ανώτερη πηγή γνώσης κατά την οποία γίνονται γνωστές οι αιτίες των πραγμάτων αλλά και οι ιδιότητες – κατηγορήματα του Θεού.


Ολοκληρώνοντας αυτή την συνοπτική παρουσίαση, επιστρέφω στον Μπεργκσόν και την ρήση του: η επιστήμη γυρίζει γύρω από τα πράγματα ενώ η διαίσθηση μπαίνει μέσα τους.


Βέβαια, δεν θα πρέπει να παραληφθεί, ότι η κατανόηση μέσω της διαίσθησης σχετίζεται με το γνωστικό μας υπόβαθρο, δηλαδή τι γνωρίζουμε και την ικανότητά μας στην επεξεργασία πληροφο-ριών και γνώσεων που έχουμε.

Μη διαισθητική – άμεση γνώση είναι η κατηγορία στην οποία Fries και Nelson εκχωρούν την γνώση που ανήκει στα γλωσσικά συστή-ματα (Object language παραγωγικό γλωσσικό σύστημα όπου τα θεωρήματα προκύπτουν από αξιώματα) της μεταφυσικής και της ηθικής, σε αντίθεση με την εμπειρική κατηγορία στην οποία κατα-τάσσουν την μεταγλώσσα (το σύνολο των λέξεων, προτάσεων ή συμβόλων που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν ή να ανα-λύσουν την ίδια την καθημερινή γλώσσα) δηλαδή την ίδια την επιστημολογία, στην οποία ανήκει. (Επιστημολογία – ορισμός Ευτύχη Ι. Μπιτσάκη – Ο λόγος περί Επιστήμης).


Ερευνά την σύσταση, τον καταστατικό ορισμό, την κατάταξη και την εξέλιξη των επιστημών, την λειτουργία των ενδογενών και εξωγενών παραγόντων που καθορίζουν αυτήν την εξέλιξη, τις σχέσεις ανάμεσα στην θεωρία και το πείραμα, τον χαρακτήρα των επιστημονικών κρίσεων και επαναστάσεων, την υπόσταση της επιστημονικής αλήθειας κλπ.


Τα πρώτα επιστημολογικά ερωτήματα τέθηκαν κατά την ιστορική διαδικασία της γένεσης των επιστημών, οπότε δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτοι επιστημολόγοι μπορούν να θεωρηθούν ο Δημόκριτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί. Η φύση, η παραγωγή και η αξιοπιστία της γνώσης αποτελεί αντικείμενο της επιστημολογίας. Ωστόσο η ανάλυση της γνώσης αποτέλεσε πεδίο διαμάχης και διαχωρισμού της φιλοσοφικής σκέψης.


Έχουν αναγνωρισθεί διάφορα είδη γνώσης, όπως η εμπειρική (a posteriori), η μη εμπειρική (a priori), η έμµεση, η άμεση και η πρακτική ενώ η φιλοσοφία έχει ασχοληθεί συστηματικά με τον τρόπο παραγωγής της γνώσης.

Οι ορθολογιστές υποστηρίζουν ότι οι ιδέες του λόγου είναι εγγενείς στον νου (a priori) και ότι αποτελούν την μοναδική πηγή γνώσης. Σε αντίθεση µε την άποψη αυτή, οι εμπειριστές, έχουν επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας αισθητηριακής εμπειρίας η οποία αποτελεί την πρωταρχική πηγή των ιδεών μας (a posteriori) και κάθε επακόλουθης γνώσης. Ενώ ο Κάντ, με την Κριτική του Καθαρού Λόγου, επιδίωξε την συμφιλίωση των δύο απόψεων, σκοπεύοντας ετσι να διατηρήσει τα βασικά διδάγματα του ορθολογισμού και του εμπειρισμού. Ωστόσο, το πρόβλημα του κριτηρίου αφορά όλες τις τάσεις και διατυπώθηκε από τον Michel de Montaigne, ως εξής : «Για να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές στα φαινόμενα των πραγμάτων χρειαζόμαστε μία μέθοδο διάκρισης, αλλά για να επαληθεύσουμε την μέθοδο αυτή χρεια-ζόμαστε ένα αιτιολογικό επιχείρημα, το οποίο για να επαλη-θευτεί απαιτείται μία μέθοδος ακριβώς σαν αυτή που αναζη-τάμε». Πως μπορούμε να προσδιορίσουμε τι γνωρίζουμε χωρίς να έχουμε διευκρινίσει πως το γνωρίζουμε και πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε πως γνωρίζουμε χωρίς να έχουμε αποσαφηνίσει τι είναι αυτό που γνωρίζουμε; Ο Montaigne πίστευε ότι οι άνθρωποι δεν είναι ικανοί να αποκτήσουν την βεβαιότητα μιας αλήθειας.


Σε ένα από τα πασίγνωστα αποφθέγματά του ρωτά, “What do I know“?


Εδώ, η λέξη διαίσθηση χρησιμοποιείται από τον Kant αντί της Γερμανικής Anschauung (η οποία μεταφράζεται ως εποπτεία στα ελληνικά και intuitio στα λατινικά) και γι᾽ αυτόν όπως και για τους Friesians δεν αντιστοιχεί στην διαίσθηση, με την συνήθη έννοια της αυθόρμητης πίστης ή σε κάποια παρόμοια φιλοσοφική έννοια. Για την καντιανή εννοιολογία, η διαίσθηση φαίνεται αρχικά να είναι το ισοδύναμο της αντίληψης και της αντιληπτικής γνώσης (βλ. Κριτική του Καθαρού Λόγου, σε μετάφραση Norman Kemp Smith, έκδοση St. Martin’s Press, 1965, σ. 65) Ωστόσο η σύλληψη αυτής της έννοιας γίνεται συγκεχυμένη, όταν ο ίδιος ο Κάντ φαίνεται να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αντίληψη δεν μπορεί να είναι η γνώση, ή ακόμα και αντίληψη, χωρίς την πνευµατική δραστη-ριότητα της σύνθεσης (το περίφημο «Transcendental Deduction – Υπερβατική Επαγωγή» στην πρώτη έκδοση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου)


Το συμπέρασμα θα υποβάθμιζε την διαίσθηση σε κάτι όχι περισ-σότερο από μία προ-συνειδητή δεκτικότητα των αισθήσεων. Έτσι, η διαίσθηση ως άμεση γνώση θα γινόταν αδύνατη, δεδομένου ότι η γνώση θα απαιτούσε την μεσολάβηση της διάνοιας για να γίνει γνώση. 


Η Φριεσιανή θεωρία δέχεται την πρότερη αντίληψη του Κάντ για την διαίσθηση ως άμεση γνώση, μολονότι εννοιολογικά δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί με σαφήνεια. Ο Νέλσον αναφέρει σχετικά με το θέμα ότι η γνώση δεν μπορεί να μεσολαβεί εννοιολογικά, διότι όλες οι εννοιολογικές προτάσεις, εκτός από ταυτολογίες και αντιφάσεις, είναι ουσιαστικά αυθαίρετες και για να καθορίσουμε την αλήθεια ή την αναλήθειά τους πρέπει να αναφερθούμε σε κάποιο εξωτερικό αίτιο. Τότε, το εξωτερικό αίτιο για την αντι-ληπτική γνώση θα ήταν η άμεση γνώση στην αντιληπτική εποπτεία, η οποία ως τέτοια δεν μπορεί να είναι οποιοδήποτε είδος πίστης ή σκέψης.

Εν προκειμένω, η Φριεσιανή θεωρία για την αλήθεια, είναι ένας συνδυασμός των παραδοσιακών θεωριών περί αντιστοιχίας (νοητού-πραγματικού) και συνοχής (κατανοητού ειρμού σκέ-ψεων): η συνοχή κατά την οποία η εννοιολογική έκφραση και η άμεση γνώση, ανήκουν στη συνείδηση και πρέπει απλώς να αλληλοπροσαρμόζονται και η αντιστοιχία, διότι η άμεση γνώση είναι μια αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου και ως τέτοια, µε βάση την αρχή ότι η εκπροσώπηση μας, περιλαμβάνει τα αντι-κείμενα της γνώσης μας (αισθητά αντικείμενα), τον ίδιο τον εξω-τερικό κόσμο, προβλέπει ότι η καθαρά πνευματική οντότητα, η πίστη ή η προτασιακή αναπαράσταση, θα αντιστοιχεί με τον κόσμο και οφείλει να είναι μεσολαβητικά (με την παρέμβαση της νόησης) κατασκευασμένη. 

Από τις αρχές του διττού χαρακτήρα της αναπαράστασης (δηλαδή ότι η εκπροσώπηση ενός πραγματικού αντικειμένου στην νόησή μας, είναι τόσο εσωτερική, ένα διανοητικό δημιούργημα, όσο και εξωτερική, το αντικείμενο της εκπροσώπησής µας, φαινομενικά) και της οντολογικής απροσδιοριστίας (ότι δεν μπορούμε να απο-φασίσουμε αν η εκπροσώπηση είναι πραγματικά εσωτερική ή εξωτερική) μπορούμε να θεωρήσουμε το Φριεσιανό δόγμα περί αλήθειας, ως ισοδύναμο της επικρατέστερης παραδοσιακής θεω-ρίας περί αντιστοιχίας, ότι υπάρχει δηλαδή ισομορφισμός ανάμεσα στην αλήθεια της εσωτερικής αναπαράστασης και την φαινομε-νική υπόσταση των πραγμάτων του εξωτερικού κόσμου.

Η διαφορά μεταξύ εποπτείας (συνολικής αντίληψης, διαίσθησης) και άμεσης γνώσης είναι ότι η έννοια της εποπτείας περιέχει το πρόσθετο χαρακτηριστικό της άμεσης αντίληψης – ότι δηλαδή το διαισθητικό μέρος είναι σαφώς παρόν στην συνείδηση. Η διαίσθη-ση που έχουμε είναι αντίληψη, καθώς και τα αντικείμενα της αντί-ληψης είναι εμπειρικά αντικείμενα. Από τη στιγμή που συνήθως είμαστε προδιαθετημένοι να πιστεύουμε ακράδαντα ότι η γνώση συνεπάγεται την επίγνωση της γνώσης, είναι πολύ ισχυρή η τάση να εξισώνουμε τη διαίσθηση με την άμεση γνώση μας. Αυτό οδη-γεί τον Νέλσον στον όρο δογματική διάζευξη (αποσύνδεση) σε μια προσπάθεια να διατυπώσει τη φύση του εδάφους της μεταφυσικής γνώσης: ότι κάθε γνώση προέρχεται είτε από διαίσθηση είτε από στοχασμό. Αυτό σημαίνει ότι κάθε είδος γνώσης, είτε μεσολαβεί, παρεμβάλλοντας ιδέες και σκέψεις, όπου μέσα από την σκέψη νέα γνώση μπορεί να παραχθεί, είτε είναι άμεσο, όπου όλες οι άμεσες γνώσεις είναι διαισθητικές.

Δεδομένης της δογματικής αποσύνδεσης ως σημείο εκκίνησης, ο Nelson καθορίζει ένα απλό αξιωματικό σύστημα για να αποδείξει τις διάφορες επιστημολογικές προσεγγίσεις της μεταφυσικής. Αν κάποιος αποδέχεται την αποσύνδεση, το ότι η μεταφυσική γνώση είναι εφικτή και ότι διαίσθησή μας είναι εμπειρική, τότε το μόνο δυνατό συμπέρασμα είναι ότι η πηγή της μεταφυσικής γνώσης βρίσκεται στον στοχασμό.


Για τον Nelson αυτή είναι η φύση του παραδοσιακού συστήματος της δογματικής ή της θεωρητικής μεταφυσικής. Τα συστήματα αυτά μπορεί να είναι σχετικά απλοϊκά, επικαλούμενα την Ευκλεί-δεια μέθοδο απόδειξης και έχοντας ως βάση το αυταπόδεικτο, των οποίων το αυτονόητο παραμένει αδιερεύνητο αξίωμα, ή μπορεί να είναι σχετικά περίπλοκο, με ιδιόμορφα δόγματα λογικής ανα-φορικά με τον τρόπο με τον οποίο η σκέψη παράγει νέα γνώση.


Ωστόσο η δογματική μεταφυσική είναι αβάσιμη, ιδιαίτερα την στιγμή που γίνεται αντιληπτό ότι η αντανάκλαση δεν μπορεί να παράξει γνώση που δεν περιέχεται ήδη σιωπηρά στα δεδομένα της. Τα παράγωγα της λογικής και οι αλήθειες της ανάλυσης, δεν είναι τίποτα περισσότερο από αναδιατάξεις των δεδομένων. Η υπο-θετική παραγωγή επιστημονικών υποθέσεων ξεφεύγει από την αποτυχία της δογματικής μεταφυσικής, διότι η επιστημονική μέθο-δος αναζητά την εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση των υποθέ-σεων. Με αυτόν τον τρόπο, δεν είναι εξ᾽ ορισμού ανοιχτή στην μεταφυσική.

Με την νέα αρχή, ότι η αντανάκλαση είναι ουσιαστικά κενή από κάθε νέο στοιχείο ή πηγή γνώσης, δεν μπορούμε να δεχτούμε τις αρχικές τρεις προϋποθέσεις της δογματικής μεταφυσικής. Απορρίπτοντας την αρχή, ότι η μεταφυσική γνώση είναι πιθανά αποτελέσματα συμπερασμάτων του εμπειρισμού, όπου η συνθε-τική γνώση στηρίζεται κυρίως σε εμπειρική διαίσθηση και την παραδοχή ότι όλες οι διαισθήσεις μας είναι εμπειρικά αποτε-λέσματα, ως συμπέρασμα του μυστικισμού, ότι η μεταφυσική γνώση είναι δυνατή επειδή κατέχουμε ή έχουμε την δυνατότητα να κατέχουμε, ένα ιδιαίτερο διαισθητικό υπόβαθρο, η τελική εναλ-λακτική λύση, την οποία ο Nelson αποκαλεί κριτική, είναι να απορρίψουμε την πρόταση περί δογματικής αποσύνδεσης και καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει και μια τρίτη πηγή γνώσης, εκτός από τη διαίσθηση και τον στοχασμό. Δεδομένου ότι ένας διαχωρισμός στην μεσολαβητική και την άμεση γνώση θα είναι εξαντλητικός για την λογική και έχοντας ήδη δεχθεί ότι η γνώση που μεσολαβεί ή η αντανάκλαση, είναι κενές ιδεών, τότε θα πρέπει να υπάρχει άμεση γνώση που να μην είναι διαισθητική. Αυτό πρέπει να σημαίνει στην πράξη, ότι είμαστε ασυναίσθητοι του μη διαισθητικού άμεσου πεδίου. 


Η ίδια η γνώση δεν είναι ούτε πίστη ούτε σκέψη και δεν είναι ρητή σε μας, όπως γίνονται αντιληπτά το τραπέζι ή μια καρέκλα.

Το κριτικό συμπέρασμα δεν μας πληροφορεί θετικά ή κατηγο-ρηματικά για το τι πρέπει να είναι η μη διαισθητική άμεση γνώση. Ακόμη και αν αναγκαστούμε να καταλήξουμε στο λογικό συμπέ-ρασμα ότι κάποιες άμεσες γνώσεις δεν είναι διαισθητικές, προφα-νώς, δεν μας λέει τι είναι, και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ως μια απλά αρνητική θεωρία, η οποία πρέπει να παραμείνει ανεπαρκής για το λόγο αυτό – καθώς μείναμε να αναρωτιόμαστε τι είδους γνώση θα μπορούσαμε ενδεχομένως να έχουμε, χωρίς να το γνωρίζουμε.


Η σύλληψη αυτή δεν είναι όψιμη, καθώς αντιστοιχεί σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και σημαντικά δόγματα του Πλάτωνα: ότι δηλαδή αυτό που νομίζουμε ότι ξέρουμε είναι μόνο γνώμη και το τι είναι αυτό που πραγματικά γνωρίζουμε, στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε ότι το γνωρίζουμε. Η εξήγηση του Πλάτωνα για την εν λόγω κατάσταση ήταν επίσης χαρακτηριστική και παράδοξη, που δεν συντάσσεται με ακρίβεια ούτε με την δογμα-τική ούτε με την μυστικιστική από τις κατηγορίες ανάλυσης του Νέλσον. Για τον Πλάτωνα, η μεταφυσική γνώση είναι μια στιγμιαία ξεχασμένη μνήμη της προγεννητικής μας διαίσθησης. Αυτό είναι ουσιαστικά, μια επίκληση προς τη διαίσθηση, αλλά στην παρούσα χρονική στιγμή είναι μόνο μια έκκληση προς τη μνήμη. Έτσι, ο Πλάτων, με τον δικό του τρόπο, προσεγγίζει με μια θετική θεωρία τις συνθήκες της μη διαισθητικής άμεσης γνώσης: ότι είναι γνωστή, αλλά όχι πρωτίστως γνωστή συνειδητά.

Το Φριεσιανό Τρίληµµα

Έχοντας στην διάθεσή μας αυτήν την ανάλυση, η φριεσιανή θεωρία μπορεί να περιγράψει όλους τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μια πρόταση μπορεί να θεμελιωθεί ή να τεκμηριωθεί.

Υπάρχουν τρείς από αυτούς, τους οποίους ο Karl Popper αποκά-λεσε Φριεσιανό Τρίλημμα:


Η Απόδειξη, η οποία είναι αιτιολόγηση µε λογικά παράγωγα.


Ταυτολογίες ή αναλυτικές προτάσεις, μπορούν να αποδειχθούν ένεκα των κανόνων της λογικής, από μόνες τους. Όλες οι άλλες αποδείξεις χρειάζονται ερείσματα, προϋποθέσεις, οι οποίες εκτός της λογικής διαδικασίας γίνονται τελικά συνθετικές (δηλαδή περιέχουν εμπειρικά στοιχεία και νοητικά παράγωγα)


Η Επίδειξη, η οποία είναι αιτιολόγηση επί τη εμφανίσει ενός διαισθητικού λόγου.


Στην καθημερινή ζωή είναι ο πιο εμφανής τρόπος (εκτός των προσφυγών στην αυθεντία, όπου η αλήθεια μίας σκέψης είναι ανάλογη της αξιοπιστίας, των γνώσεων και του αξιώματος αυτού που την προτείνει), όχι μόνο κατά την αιτιολόγηση της πίστης, αλλά και για την προέλευση των κοινών γνώσεων.


Η Απαγωγή, (παραγωγικός συλλογισμός, διαδικασία, αιτιολό-γησης προτάσεων, επιχειρημάτων με σκοπό την εξαγωγή συγκε-κριμένου λογικού συμπεράσματος το οποίο δεν μπορεί να υπερ-βαίνει σε γενικότητα, τα επιχειρήματα που οδήγησαν σε αυτό. Το συμπέρασμα προκύπτει αφαιρετικά καθώς αρχικά εφαρμόζουμε γενικούς κανόνες των οποίων περιορίζουμε την ισχύ βαθμιαία μέσω στοχασμού ώστε να καταλήξουμε στην χρήση ενός και μοναδικού ο οποίος θα μας οδηγήσει στο επιθυμητό συμπέρασμα) η οποία αποτελεί αιτιολόγηση μέσω της περιγραφής των μη διαισθητικών λόγων της πεποίθησης ή της πρότασης.


Η απαγωγή είναι το περίεργο καντιανό όχημα για την αντιμετώ-πιση της μη διαισθητικής άμεσης γνώσης και η καρδιά της ενδο-σκοπικής φριεσιανής θεωρίας της εμπειρικής επιστημολογίας. Απόδειξη, Επίδειξη και Απαγωγή είναι όροι πού όλοι σημαίνουν παραδοσιακά, απόδειξη. Αλλά η επίδειξη και η απαγωγή δεν είναι σε καμία περίπτωση λογικά παράγωγα στην γλώσσα του αντι-κειμένου. Η επίδειξη είναι απλώς μια παρουσίαση του προφανούς. Όταν το προφανές δεν είναι πλέον παρόν ή ξεφεύγει από την φύση των αντιλήψεων μας, τότε άλλα ζητήματα έρχονται στο προσκήνιο. Η απαγωγή είναι μια προβολή του μη προφανούς, αλλά ακόμη σημαντικότερο, είναι μια παρουσίαση. Η απαγωγή δεν μπορεί να αποδείξει με την λογική τα θεωρήματα των ζητημάτων, περισσότερο από ότι μπορεί η επίδειξη ενός διαισθη-τικού λόγου. Αλλά η γνωστική δύναμη της καθεμιάς, είναι η ίδια.

Ο ίδιος ο Popper σφάλλει στην αξιολόγηση του τριλήμματος, έχο-ντας την άποψη ότι η γνωστική δύναμη της κάθε αιτιολόγησης είναι θέμα υποκειμενικής εμπιστοσύνης και βεβαιότητας. Αυτό εννοεί ο Popper περιγράφοντας το σύστημα του Fries ως ψυχο-λογισμό. Η γνωστική του βεβαιότητα είναι μόνο ψυχολογική και υποκειμενική. Η αίσθηση του για τον όρο, είναι διαφορετική από τις άλλες χρήσεις του ψυχολογισμού από τον Καντ και τον Fries, ενάντια στην οποία ο Νέλσον έγραψε τη διδακτορική του δια-τριβή. Αυτό το δόγμα χαρακτηρίζεται από την αρχή ότι οι δομές του κόσμου είναι πραγματικά μόνο δομές του νου, οι ψυχές, που προβάλλονται στον κόσμο.

Αλλά ακόμη και αυτό το εξασθενημένο νόημά του ψυχολογισμού, είναι λάθος. Ούτε ο Kant ούτε ο Fries επικαλούνται την υποκει-μενική εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη της Απόδειξης βασίζεται απλά, όπως είναι φυσικό, στην βεβαιότητα των νόμων της λογικής, που πάει πίσω στα θεμέλια της μη αντίφασης. Επιπλέον, λογι-κολόγοι και θετικιστές δεν έχουν συνήθως καμία δυσκολία με τις βεβαιότητες της λογικής (αν και οι Χεγκελιανοί όπως και οι συχνά σκεπτικιστές ή μηδενιστές αποδομιστές, μπορεί να έχουν αντιρ-ρήσεις) Η καντιανή εμπιστοσύνη στην Επίδειξη, ενώ μπορεί να ερμηνευθεί ως εξαρτημένη από τον διαισθητικό και συνεπώς ψυχολογικό χαρακτήρα μίας εμπειρικής διαίσθησης, πρέπει αντι-θέτως να θεωρηθεί ως βασιζόμενη στην εμπειρική πραγματι-κότητα των φαινομενικών αντικειμένων της αντίληψης. Σε αντί-θεση με την καρτεσιανή επιστημολογία, τα αντικείμενα της αντί-ληψης δεν έχουν υπερβατική σχέση με την συνείδηση. Είναι έμφυτα, εφόσον η φαινόμενη πραγματικότητα ενυπάρχει στην συνείδηση. Έτσι, η φριεσιανή εμπιστοσύνη στην επίδειξη δεν είναι η εσωτερική µας βεβαιότητα για τις διαισθήσεις µας.

Η φριεσιανή εμπιστοσύνη στην Απαγωγή δεν μπορεί να είναι οποιοδήποτε είδος ψυχολογικής ή υποκειμενικής βεβαιότητας, όταν δεν υπάρχει καν αυθεντική γνώση ή η συνείδηση αυτής της γνώσης. Έτσι, όπου δεν υπάρχει επίγνωση, δεν υπάρχει και υποκειμενική στάση. Η απαγωγή δεν είναι η ίδια, αιτιολόγηση μίας αρχής, αλλά μόνο η περιγραφή του μη διαισθητικού της υπό-βαθρου. Καθώς συνειδητοποιούμε τις μη διαισθητικές αλήθειες, όπως η αρχή της αιτιώδους σχέσης, το πρόβλημα της αβεβαιό-τητας, όπως και επίδειξης, γίνεται πια πρακτικό. Αν υποθέσω ότι αυτή την φορά η φωτιά δεν θα με κάψει, γιατί δεν υπάρχει κανέ-νας λόγος να υποθέσω ότι θα έπρεπε – μια υπόθεση που ο μέγας σκεπτικιστής Hume, φυσικά, δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει – τότε θα βρεθώ μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη.

Τα πρώτα ζητήματα σχετικά με την μη διαισθητική άμεση γνώση θα έπρεπε να είναι το πώς συμβαίνει να είναι συνειδητά γνωστή, όντας ήδη ασυνείδητα γνωστή και στην συνέχεια πώς γνωρίζουμε ότι είναι, αυτό που πιστεύουμε ότι είναι.

Με τους κλασικούς όρους του Κάντ, όπως έχουμε δει, αυτές είναι οι ερωτήσεις περί quid facti και quid juris. Η quid facti, η συνειδητή κατοχή μη διαισθητικής γνώσης, αποκτάται με τον συλλογισμό κατά τον οποίο συγκεντρώνουμε κυρίως τις απλές καθημερινές κρίσεις μας για τα αντικείμενα και στη συνέχεια, αφαιρούμε από αυτές τα σχήματα ή τις προϋποθέσεις που είχαν ασυνείδητα χρησιμοποιηθεί. Δεδομένου ότι η παρουσία και η εστίαση της συνείδησης βρίσκεται στο αντικείμενό της, οι μορφές ή οι κανόνες με τους οποίους το αντικείμενο αναγνωρίζεται ή δημιουργείται, δεν γίνονται αντιληπτά. Αλλά αν αντιληφθούμε την ίδια την συνείδηση, ως ένα αντικείμενο που μπορεί να φέρει αυτές τις μορφές που προϋποθέτει, στο στόχο της εστίασης, καθιστούμε δυνατή την είσοδό τους, ως τέτοια, στην συνείδηση. Η θεωρία του Νέλσον από την άποψη αυτή δεν είναι ικανοποιητική. Πιστεύει ότι οι αφηρημένες μορφές, αναγνωρίζονται από τη μέθοδο της οπισθοδρομικής αφαίρεσης, αλλά αυτό ακριβώς είναι στην πραγματικότητα μια έκκληση προς την διορατικότητα και δεν είναι περισσότερο ικανοποιητική από το να λέγε ότι κάτι είναι αυτονόητο, όταν το σκεφτόμαστε αρκετά. Αλλά, δεδομένου ότι ο Νέλσον πίστευε ότι αυτό συμβαίνει μέσω της Σωκρατικής μεθό-δου, είναι δυνατό να αγνοεί τις διαισθητικές πτυχές της θεωρίας του και απλά να θεωρεί την σωκρατική μέθοδο, όπως περιγρά-φεται στο πρώτο μέρος, χρησιμοποιώντας την λογική της διάψευ-σης. Η μέθοδος, τότε, όπως και στην επιστήμη, είναι να κατα-σκευάσουμε φανταστικούς κανόνες για να εξηγήσουμε τα φαινό-μενα και στη συνέχεια να ελέγξουμε τις λογικές συνέπειες τους έναντι αυτών των φαινομένων – όπου τα φαινόμενα, φυσικά, είναι οι δηλώσεις μας και όχι οι εμπειρικές διαισθήσεις μας από τον κόσμο.

Ένα από τα ωραιότερα παραδείγματα, έξω από τη φιλοσοφία, για την quid facti είναι η αναγνώριση των γραμματικών κανόνων της γλώσσας. Η γλώσσα ως τελειοποίηση της συνείδησης, με την οποία τα αντικείμενα γίνονται εννοιολογικά σαφή, περιέχει πολλές μορφές που δεν είναι διαισθητικά γνωστές.


Και δεν υπάρχει πιο ολοφάνερη αντιπαραβολή με αυτή ενός παιδιού που βρίσκεται εν έμσω της εκφοβιστικής πολυπλοκότητας των κανόνων, οι οποίοι τόσο εύκολα χειραγωγούνται σχετικά με τα αντικείμενά τους, αλλά είναι και τόσο καλά κρυμμένοι στον εαυτό τους. Ένα άλλο είδος εμφανούς αντίθεσης είναι όταν ένας φιλόλογος, επιμένει στην ψηλαφητή ορθότητα της γραμματικής των αρχαϊσμών, αλλά συνήθως αποτυγχάνει εντελώς να τους εντάξει στον καθημερινό λόγο. Η επίτευξη του quid facti είναι απλή αξιωματικά, αλλά για τον πρακτικό στοχασμό δεν είναι ποτέ τόσο εύκολο όσο φαίνεται ότι θα πρέπει να είναι.

Η σύλληψη της Απαγωγής από τον Νέλσον φαίνεται να είναι ότι αρκεί να δείξουμε ότι οι προϋποθέσεις των αντικειμένων της πραγματικής γλώσσας (της γλώσσας των αντικειμένων) πρέπει να είναι μη διαισθητικές. Αυτό θα φαινόταν να είναι μόνο η μισή απάντηση, ωστόσο, έχοντας ορίσει τι δεν θα πρέπει να είναι το υπόβαθρο και αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα τι θα πρέπει να είναι, δεν παρέχει καμία γενική θεωρία περί οντολογίας για το μη διαισθητικό έδαφος των διαφόρων αντικειμενικών γλωσσών. 


Μια συνέπεια αυτού είναι ότι οι διάφορες γλώσσες, αφού χαρα-κτηριστούν ως τέτοιες (πραγματικές) να παραμένουν απομονω-μένες η μία από την άλλη, η κάθε μία σε ένα μοναχικό σύμπαν σκέψης που συντηρείται αποκλειστικά από την αυτοπεποίθηση του λόγου, σύμφωνα με τον Νέλσον. 


Το οντολογικό θεμέλιο της διαφοράς, για τους Φριεσιανούς, φαίνεται να χάνεται στις άγνωστες ιδιότητες των πραγμάτων μέσα τους. Συνεπώς η συνέχιση της θεωρίας θα βρίσκεται στην σφαίρα της οντολογίας αντί της λογικής ή της επιστημολογίας.

Η δύναμη του συμβόλου και του Μύθου

 Η δύναμη του συμβόλου, και η χρησιμοποίηση της ιερογλυφικής γραφής απο τον Πλωτίνο. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε να πουλάνε (με πολύ καλές πωλήσεις) «φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες», κάνοντας λόγο για κυνόμορφους, ρυπαρά έθνη, υποχθόνιους – επιχθόνιους, Νεφελίμ και άλλα ευφάνταστα, απλά συσχετίστε τις φυσικές ιδιόητητες ενός εκάστου ζώου, με την θεότητα την οποία αυτό εν μέρη συμβόλιζε :

«Είτε ως αποτέλεσμα επακριβών ερευνών, είτε ενστικτωδώς όταν μετέδιδαν στην σοφία τους, οι Αιγύπτιοι σοφοί, δεν χρησιμοποιούσαν, προκειμένου να εκφράσουν την διδασκαλία τους και τα διδάγματα τους, γραπτά σύμβολα που να αποτελούν μιμήσεις της φωνής και του λόγου. Αντίθετα χάρασσαν εικόνες στις εγχαράξεις των ναών τους , εικονίζοντας την σκέψη που ταίριαζε σε κάθε ένα ξεχωριστό πράγμα, έτσι ώστε κάθε εικόνα να είναι ένα αντικείμενο που ενσωματώνει την γνώση και την σοφία σε μία ενότητα , χωρίς καμία εξήγηση ή σχόλιο. Αργότερα, το περιεχόμενο της εικόνας εξάγεται και εκφράζεται σε λέξεις και ανακαλύπτεται ο λόγος που αυτό είναι έτσι και όχι αλλιώς.»

Συσχετίστε επίσης τα σύμβολα υπό την μυθολογική αφήγηση, όπως την αποκαλύπτει ο Σαλλούστιος. (Σερήνος Σαλλούστιος, Νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 4ου μ.Χ. αιώνος, σύγχρονος και προσωπικός φίλος και συμβουλάτορας του Αυτοκράτορα Ιουλιανού του λεγόμενου "Παραβάτη"):

«Επειδή λοιπόν κάθε όν χαίρεται με ό,τι είναι όμοιό του και αποστρέφεται το ανόμοιο, είναι λογικό και οι αφηγήσεις για τους Θεούς να είναι όμοιες με εκείνους, ώστε να γίνουν αντάξιες της ουσίας των Θεών και να γίνουν οι Θεοί, ευμενείς προς εκείνους που τις αφηγούνται. Όλα αυτά επιτυγχάνονται μόνο δια μέσου των μύθων.

Οι μύθοι λοιπόν μιμούνται τους ίδιους τους Θεούς, ως προς την ρητή και άρρητη πλευρά τους, την αφανή και φανερή φύση τους, το σαφές και το ακατάληπτο τους, όπως και μιμούνται την αγαθότητα των Θεών, καθώς όπως ακριβώς κι εκείνοι εχάρισαν σε όλους τα αγαθά που παράγουν οι αισθήσεις, αλλά τα αγαθά που παράγει η νόηση στους έμφρονες μόνο, έτσι και οι μύθοι ανακοινώνουν σε όλους ότι υπάρχουν οι θεοί, αλλά μόνο στους ικανούς να δουν βαθύτερα φανερώνουν το ποιοι ακριβώς είναι αυτοί και ποιες είναι οι δυνάμεις τους.

Και τις ενέργειες των Θεών παρουσιάζουν επίσης οι μύθοι.


Θα μπορούσαμε μάλιστα να ονομάσουμε Μύθο και αυτόν τον ίδιο τον Κόσμο, καθώς μέσα του τα σώματα και τα πράγματα είναι φανερά, ενώ αποκρύπτονται οι ψυχές και οι νόες.

Επιπροσθέτως, αν θελήσει κάποιος να διδάξει σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια για τους θεούς, θα προκαλέσει από την μία τον καγχασμό των ανόητων λόγω της αδυναμίας τους να την κατανοήσουν και από την άλλη την ραθυμία των συγκροτημένων. Ενώ η συγκάλυψη της αληθείας με τους μύθους, δεν επιτρέπει στους πρώτους να καγχάσουν,τους δε δεύτερους εξαναγκάζει στο να φιλοσοφούν.»

Μυρτιά, το φυτό της θεάς Αφροδίτης

Το πανέμορφο αυτό φυτό ήταν άμεσα συνδεδεμένο με τη θεά Αφροδίτη, αφού όταν η θεά αναδύθηκε από τη θάλασσα, έκρυψε το γυμνό κορμί της πίσω από ένα θάμνο μυρτιάς, ενώ χρησιμοποιούνταν και γύρω από τους ναούς που ήταν αφιερωμένοι στη θεά.

Σύμφωνα με ένα από τους πολλούς μύθους που αφορούν τη μυρτιά, η Σμύρνα μια Κύπρια πριγκίπισσα, τόλμησε να καυχηθεί πως ήταν ομορφότερη από τη θεά Αφροδίτη. Εκείνη το έμαθε και θύμωσε πάρα πολύ.

Για να την τιμωρήσει την έκανε να νιώσει παράφορο έρωτα για τον πατέρα της, το Κινύρα, τον οποίο και παραπλάνησε. Εκείνος, έπεσε στην παγίδα και όταν διαπίστωσε την παραπλάνηση, οργισμένος για το γεγονός ότι έσμιξε με την κόρη του, απείλησε να τη σκοτώσει.

Η Σμύρνα, κατάφερε να ξεφύγει από την οργή του πατέρα της και κατέφυγε στο βουνό, όμως εκείνος την πρόλαβε και έβγαλε το σπαθί του να της πάρει το κεφάλι. Η Αφροδίτη, θέλοντας να προστατέψει τη Σμύρνα από το θάνατο, τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, τη μυρόβλητη σμύρνα ή αλλιώς τη μυρτιά, η οποία αποτέλεσε σύμβολο αγάπης και αθανασίας.

Μάλιστα, στην αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες όταν παντρεύονταν στόλιζαν τα μαλλιά τους με τα φύλλα της.

Η μυρτιά λοιπόν είναι ένα αειθαλής θάμνος που φτάνει σε ύψος και τα τρία μέτρα. Έχει σκουροπράσινα φύλλα, άσπρα άνθη και βυσσινί - μαύρα μούρα.
Είναι φυτό ιθαγενές της λεκάνης της Μεσογείου και καλλιεργείται για το αιθέριο έλαιό της. Τα φύλλα της συλλέγονται την άνοιξη.

Τα φύλλα της μυρτιάς είναι στυπτικά, τονωτικά και αντισηπτικά. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν εξωτερικά για την επούλωση πληγών ή εσωτερικά ως γιατρικό για διαταραχές του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Το αιθέριο έλαιό της είναι αντισηπτικό και αντικαταρροϊκό και χρησιμοποιείται στη θεραπεία των παθήσεων στο στήθος.

Στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, χρησιμοποιούσαν το αιθέριο έλαιο της μυρτιάς για να φτιάξουν ένα ειδικό νερό, το οποίο θεωρούσαν ότι επαναφέρει τη φρεσκάδα και τη νεότητα του δέρματος, ενώ ο Ιπποκράτης χρησιμοποιούσε τη μυρτιά, για να διευκολύνει τον τοκετό.

Οι καρποί της τα μύρτιλλα, τρώγονται ενώ γίνονται και εξαιρετική μαρμελάδα ενώ με τα φύλλα της αρωματίζονται φαγητά, λικέρ, κρασιά. Αν μάλιστα ψήσουμε στο φούρνο πάνω σε φύλλα μυρτιάς κρέας, ψάρι ή κυνήγι, γίνεται ένα απαράμιλλα ευωδιαστό φαγητό.

Η αφύπνιση είναι μια μεταβολή στην συνειδητότητα



''Η αφύπνιση είναι μια μεταβολή στην συνειδητότητα στην οποία η σκέψη και η επίγνωση χωρίζουν. Για τους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι ένα συμβάν αλλά μια διαδικασία την οποία υφίστανται. Ακόμα κι εκείνα τα σπάνια όντα που βιώνουν μια απότομη, θεαματική και φαινομενικά μη αντιστρέψιμη αφύπνιση και πάλι θα περάσουν μέσα από μια διαδικασία κατά την οποία η νέα κατάσταση της συνειδητότητας ρέει σταδιακά μέσα σε ό,τι κάνουν και το μεταμορφώνει κι έτσι ενσωματώνεται στην ζωή τους.

Αντί να χάνεσαι μέσα στη σκέψη σου, όταν είσαι αφυπνισμένος αναγνωρίζεις τον εαυτό σου ως την επίγνωση πίσω του. Η σκέψη παύει τότε να είναι μια ιδιοτελής αυτόνομη δραστηριότητα που σου κάνει κατοχή και διαφεντεύει την ζωή σου. Η επίγνωση παίρνει την θέση της σκέψης. Αντί να έχει τα ινία της ζωής σου, η σκέψη γίνεται ο υπηρέτης της επίγνωσης. Η επίγνωση είναι συνειδητή σύνδεση με την συμπαντική νοημοσύνη. Μια άλλη λέξη γι' αυτήν είναι Παρουσία: συνειδητότητα χωρίς σκέψη.

Το ξεκίνημα της διαδικασίας της αφύπνισης είναι μία πράξη της θείας χάριτος. Δεν μπορείς να την κάνεις να συμβεί ούτε μπορείς να προετοιμαστείς γι' αυτήν ή να συγκεντρώσεις 'πόντους' προς την απόκτησή της. Δεν υπάρχει κάποια νοικοκυρεμένη αλληλουχία λογικών βημάτων που οδηγούν προς αυτήν, αν και ο νους θα λάτρευε κάτι τέτοιο. Δεν χρειάζεται να γίνεις πρώτα αντάξιός της.

Μπορεί να έρθει στον αμαρτωλό πριν έρθει στον άγιο, αλλά όχι απαραίτητα. Γι' αυτό ο Χριστός τη συνέδεε με όλων των ειδών τους ανθρώπους, κι όχι μόνο με τους αξιοσέβαστους. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις για την αφύπνιση. Ό,τι κάνεις θα είναι το Εγώ που προσπαθεί να προσθέσει αφύπνιση ή φώτιση στο εαυτό του, ως το πιο πολύτιμο απόκτημά του, και να κάνει έτσι τον εαυτό του πιο σημαντικό και πιο μεγάλο. Αντί για αφύπνιση προσθέτεις την έννοια της αφύπνισης στο νου σου ή τη νοητική εικόνα του πώς είναι ένα φωτισμένο άτομο, κι έπειτα προσπαθείς να φανείς αντάξιος αυτής της εικόνας. Το να φαίνεσαι αντάξιος μιας εικόνας που έχεις για τον εαυτό σου ή που έχουν οι άλλοι για σένα είναι μη αυθεντική ζωή- άλλος ένας ασυνείδητος ρόλος που παίζει το Εγώ.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ επίγνωσης και σκέψης; Επίγνωση είναι ο χώρος στον οποίο υπάρχουν οι σκέψεις όταν αυτός ο χώρος έχει αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του.

Από τη στιγμή που θα ρίξεις μια φευγαλέα ματιά στην επίγνωση ή Παρουσία, την γνωρίζεις από πρώτο χέρι. Δεν είναι πια απλώς μια έννοια στο νου σου. Μπορείς τότε να επιλέξεις συνειδητά να είσαι παρών αντί να ενδίδεις σε άχρηστες σκέψεις. Μπορείς να προσκαλέσεις την Παρουσία στην ζωή σου, δηλαδή να κάνεις χώρο. Μαζί με τη θεία χάρη της αφύπνισης έρχεται η ευθύνη. Μπορείς είτε να προσπαθήσεις να συνεχίσεις σαν να μη συνέβη τίποτα είτε να δεις τη σημασία της και να αναγνωρίσεις την ανάδυση της επίγνωσης ως το πιο σημαντικό πράγμα που μπορεί να σου συμβεί. Το άνοιγμά σου στην αναδυόμενη συνειδητότητα και το να φέρεις το φως της σ' αυτό τον κόσμο γίνεται τότε ο πρωταρχικός σκοπός της ζωής σου.

Έκχαρτ Τόλλε

MAN:Ενα καταπληκτικό animation που θα σας βάλει σε σκέψεις


Ήρθε ο άνθρωπος στη Γη και τα σάρωσε όλα.

Επιτυχημένη πορεία καταστροφής…

Το κόλπο της σύγκρουσης

Το κόλπο της σύγκρουσης! τσιμπάω! θετικά & αρνητικά χαρακτηριστικά!
Είναι φυσιολογικό να θυμώσουμε ή να στεναχωρηθούμε με τη συμπεριφορά κάποιου, αλλά δεν είναι ποτέ αυτό που προτιμούμε! Η εργαλειοθήκη της ψυχής μας διαθέτει σωρό από προσωρινές λύσεις για να διαχειριστούμε την κατάσταση ομαλά, να την αγνοήσουμε… ή να υποκύψουμε στην έκρηξη του συναισθήματος με έντεχνο ή άτεχνο τρόπο. Ποιο είναι όμως εκείνο το κόλπο που θα μπορούσε να χλιάνει μια σύγκρουση;
 
Λένε πως σε κάθε περίπτωση είναι ωφέλιμο να έχουμε ως γνώμονα για την επικοινωνία μας την αναγνώριση των θετικών χαρακτηριστικών του άλλου. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί εποικοδομητικό περιβάλλον για το διάλογο, αλλά και για τα συναισθήματά μας. Ένα συκώτι το έχουμε κι αυτό χρειάζεται φροντίδα!
 
Όμως, πώς είναι δυνατόν να μαζέψω τα νεύρα ή τα κλάματα όταν αισθάνομαι ότι ο άλλος διατηρεί μια στάση που εγώ δεν ανέχομαι; Εκεί, υπάρχει ένα κόλπο! Ρωτώ αληθινά τον εαυτό μου γιατί τσιμπάω στην πρόκληση του άλλου. Και, μάλιστα, υποψιάζομαι ότι για να τσιμπάω… μοιραζόμαστε το ίδιο πρόβλημα. Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται, άρα κάτι τρέχει και με μένα:
  • Ίσως, ο άλλος να έχει το ίδιο αρνητικό χαρακτηριστικό που φέρω κι εγώ.
  • Ίσως να έχουμε κοινές θετικές ποιότητες και γι’ αυτό να κινούμαστε στον ίδιο χώρο.
  • Ίσως να συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δυο. Όμοιος ομοίω αεί πελάζει, λέει η παροιμία.
Αναγνωρίζοντας τα κοινά συν και πλην με τους άλλους, απλά εντοπίζουμε τις άκρες του δικού μας πάζλ που κουμπώνουν στους γύρω μας. Αναγνωρίζουμε το κοινό θετικό μας κομμάτι με τον άλλο, που είναι τόσο ισχυρό ώστε να μας κάνει να τον δούμε σαν μια όψη του εαυτού μας.
 
Έτσι, γινόμαστε οι γνώστες του παιχνιδιού και οι υπεύθυνοι της κατάστασης. Αν θέλουμε, οι συναναστροφές μας θα γίνουν η αφορμή να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να διορθώσουμε τα κενά μας και να πετάξουμε ψηλά! 

Ο άνθρωπος δεν ξέρει ακριβώς τι είναι ευτυχία και έτσι κυνηγάει τον Εαυτό του...

Είμαστε μια ανθρωπότητα διαχωρισμένη και γι’ αυτό οργισμένη…
Όμως κανένας άνθρωπος δεν κρατάει μέσα του οργή, χωρίς αιτία...
Και η βασική αιτία του κρατημένου θυμού, που ασυνείδητα γίνεται το αυτοκαταστροφικό συναίσθημα της οργής, είναι η δικαίωση και η αποδοχή...

Αν αυτά τα δύο εκλείψουν σαν ανάγκες, τότε ο θυμός θα γίνει ένα υγιές συναίσθημα, που δεν θα θέλει να αποδείξει τίποτα και απλά θα εκφράζεται όταν συντρέχει λόγος...

Αν ξέρεις ποιός είσαι εσύ, τότε δεν θα έχεις καμία ανάγκη να το ξέρει και ο άλλος...

Ούτε καν ανάγκη να το υπερασπιστείς δεν θα υπάρχει...

Αν δεν σου αρέσει κάτι που προσπαθεί να σου επιβάλλει ο άλλος σαν ιδέα, σαν πίστη, σαν άποψη, σαν οτιδήποτε, απλά δεν θα το επιλέγεις, χωρίς να χρειάζεσαι και να δικαιολογείς την μη επιλογή σου... Τι να σε θυμώσει μετά? Καμιά φορά ίσως χρειάζεται να επεξεργαστούμε αυτά που συμβαίνουν μέσα μας, στην επικοινωνία μας με κάποιον άλλον, για να ανακαλύψουμε που υπάρχει ακόμα μέσα μας φόβος και ανάλογα να τον διαχειριστούμε με μεγαλύτερη επιείκεια και αποδοχή...

Αν ο άλλος γίνει ιδιαίτερα προσβλητικός και αδιάκριτος, απλά δεν τον κάνεις παρέα, όποιος και να είναι (ακόμα και το παιδί σου)... Το να βάζω τα όρια μου, σημαίνει ότι πρώτος από όλους τα γνωρίζω και δεν τα πηγαινοφέρνω ανάλογα με το ποιόν έχω απέναντί μου...
Μόνο να αναρωτηθούμε γιατί πηγαινοφέρνουμε τα όρια μας, αρκεί για να διακρίνουμε τον τεράστιο φόβο μας και την μεγάλη ανασφάλειά μας, μην χάσουμε την αποδοχή… Που να βάλεις μετά όρια? Στην ουσία, ούτε καν τα χρειάζεσαι… Περιορίζεις το απεριόριστο?
Όταν βάζεις όρια Αγάπης και σεβασμού μαθαίνεις να ακούς τον Εαυτό σου πρώτα και μετά και τους άλλους... Ίσως το πιο δύσκολο σημείο είναι ο Εαυτός μας και όχι η Αγάπη τελικά…

Που σταματούν οι επιλογές και που αρχίζει η βλάβη?

Αυτή η ανάγκη αποδοχής και δικαίωσης κρύβεται πίσω από την κατάσταση φόβου του ανθρώπου, γιατί ο ίδιος δεν ξέρει ποιός είναι και δεν ξέρει ποιό είναι το καλό και το κακό, χωρίς κανόνες...

Δεν ξέρει που βλάπτει και που βλάπτεται...

Και ενώ προσπαθεί να βάλει όρια στους άλλους, τελικά αυτοπεριορίζεται, γιατί χρειάζεται πάντα να έχει μια δικαιολογία για αυτά τα όρια...
Είναι καλό? Είναι κακό? μια μεγάλη αγωνία διακατέχει τον άνθρωπο για τους κανόνες, γιατί έχει διαφόρων ειδών εξαρτήσεις από τους άλλους και πάνω εκεί θέλει να τους υποτάξει, για να νιώσει ασφάλεια...

Αν δεν ήταν ανασφαλής, δεν θα υπήρχε καμία αναγκαιότητα να κυριαρχήσει επί των άλλων, με βάση τις απόψεις του, μα ούτε θα μπορούσαν οι άλλοι να κυριαρχήσουν πάνω του, με βάση τις απόψεις τους και να καταλάβουν τον ζωτικό χώρο μέσα του...
Αν ορμάμε να αλλάξουμε τους άλλους, είναι ακριβώς για να νιώσουμε ασφαλείς με τις επιλογές μας… Αλλιώς τι να μας ένοιαζε πως είναι ο άλλος? Μας νοιάζει όμως το τι πιστεύει για εμάς, μας φέρνει συναισθηματική ανισορροπία η μη αποδοχή του…

Όμως ξέρει ο καθένας ποιο είναι το καλό του άλλου? Όχι…
Κι όμως αυτή η πραγματικότητα γύρω μας, αυτό δείχνει τελικά… Ότι ξέρουμε πρώτα το κακό που κάνει ο άλλος (κυρίως μέσα μας), όταν δεν αποδέχεται το καλό του…και εμάς!

Εκεί είναι όλη η ουσία... Αυτός ο ζωτικός χώρος μέσα μας και ποιός τον έχει καταλάβει...

Γιατί συνήθως «χωράμε» μέσα μας όλους τους άλλους, εκτός από τον Εαυτό μας…

η ευτυχία του ανθρώπου είναι ένα απλό θέμα, όταν δεν έχουμε επιλογές για να κυνηγάμε την ευτυχία, εδώ, εκεί, πάνω, κάτω...

Είμαι πλέον σίγουρη ότι ο άνθρωπος δεν ξέρει ακριβώς τι είναι ευτυχία και έτσι κυνηγάει τον Εαυτό του... Ψάχνει να βρει αιτίες δυστυχίας, γιατί έχει επιλογές να το κάνει...

Έχει σύντροφο? τρώγεται
Δεν έχει σύντροφο? πάλι τρώγεται
Έχει παιδιά? τρώγεται
Δεν έχει παιδιά? πάλι τρώγεται...
Έχει λεφτά? τρώγεται
Δεν έχει λεφτά? πάλι τρώγεται
Είναι χειμώνας? περιμένει πως και πως το καλοκαίρι
Είναι καλοκαίρι? περιμένει πως και πως να έρθει ο χειμώνας
Είναι Κυριακή? Περιμένει πως και πώς να έρθει το Σαββάτο…
Είναι Σαββάτο? Είναι ήδη στην Δευτέρα…
΄
κι όλα αυτά γιατί κυνηγάει τον Εαυτό του...

ζηλεύει, φθονεί, μισεί, θλίβεται, θυμώνει, και μετά ντρέπεται γιατί κυνηγάει τον Εαυτό του... Και μετά, φοβάται χωρίς αυτόν... και βρίσκει υποκατάστατο… το «εγώ», για να κυνηγήσει τους άλλους…

ο Εαυτός μας… παρερμηνευμένη έννοια… συμπερασματική πραγματικότητα, που θυμίζει περισσότερο σενάριο, παρά αλήθεια…

Όσο και να «φιλοσοφούμε» όμως, όσες νύχτες και να μετρήσουμε άγρυπνοι, όσο υπάρχει το «καλό» και το «κακό» σαν επιλογή, ποτέ δεν θα μάθουμε να αποδεχόμαστε την Μύηση της καρδιάς μας, που σε κάνει να περπατάς με σεβασμό και με ανάλαφρα βήματα, σαν να περπατάς σε βαμβάκι…

Όσο περνούν τα χρόνια η Γη σκοτεινιάζει και φλέγεται

Σημαντικά μεγάλη μείωση στη λευκαύγεια της Γης, η οποία σχετίζεται με το λιώσιμο των πάγων, τα τελευταία 30 χρόνια, αναφέρουν ερευνητές με νέα μελέτη.

Τα στοιχεία της δουλειάς τους επιβεβαιώνουν παλαιότερη θεωρία και φανερώνουν την ύπαρξη ενός τραγικού φαύλου κύκλου: όσο θερμαίνεται η Γη, οι πάγοι λιώνουν, και όσο οι πάγοι λιώνουν, η Γη θερμαίνεται.

Δε χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για να πείσουμε τον οποιονδήποτε ότι ο πλανήτης μας είναι ένα ζωντανό θαύμα. Μία ματιά στα μικρά και τα μεγάλα που συμβαίνουν στη Γη, ανά πάσα στιγμή, είναι αρκετή. Είτε τη δεις σε φωτογραφίες από το διάστημα, είτε βρεθείς στα έγκατά της, όλο και κάποια κρυμμένη ομορφιά θα βρεις, για να χαζέψεις.

Ορισμένα, όμως, από τα ωραιότερα θεάματα που προσφέρει αυτή η χλωμή μπλε κουκκίδα, δεν θα μπορούμε να τα θαυμάζουμε, για πολύ καιρό ακόμα, αν συνεχίσουμε στους ίδιους ρυθμούς.
Ένα από αυτά είναι οι τεράστιες εκτάσεις πάγου που καλύπτουν την Αρκτική. Δεν είναι μυστικό ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, παρατηρείται μία σημαντική υποχώρησή τους.

Οι επιστήμονες έχουν προειδοποιήσει ότι, αν οι αιτίες που προκαλούν το λιώσιμο των πάγων δεν αντιμετωπιστούν, η ανθρωπότητα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα κατακλυσμικό γεγονός. Αλλά δεν είναι μόνο για αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί το αργό, αλλά σταθερό ταξίδι των πάγων προς τη λήθη της ιστορίας.

Γνωρίζουμε όλοι ότι η άνοδος των θερμοκρασιών στη Γη προκαλεί το λιώσιμο των πάγων. Αλλά, σχεδόν, μισό αιώνα πριν, προβλέφθηκε ότι ακόμα μία συνέπεια της υπερθέρμανσης θα ήταν και η συσκότιση της Αρκτικής, ακριβώς επειδή η υποχώρηση των πάγων θα μείωνε τη λευκαύγεια (δηλαδή, την ανακλαστικότητα) της Γης.   *Η λευκαύγεια μετράται σε ποσοστό. Μία τελείως μαύρη επιφάνεια έχει λευκαύγεια 0% και μία τελείως λευκή 100%*  Νέα μελέτη προχωρά από τη θεωρία στην πράξη
Δεν πρόκειται να δούμε στιγμές όπως στη φωτογραφία, αλλά η μείωση στη λευκαύγεια έχει άλλες επιπτώσεις, ίσως, εξίσου δραματικέςΔεν πρόκειται να δούμε στιγμές όπως στη φωτογραφία, αλλά η μείωση στη λευκαύγεια έχει άλλες επιπτώσεις, ίσως, εξίσου δραματικές
Την υπόθεση έκαναν πρώτοι, πριν 45 χρόνια, οι επιστήμονες Mikhail Budyko και William Sellers, ειδικοί στην ατμόσφαιρα. Τώρα, μία ομάδα ερευνητών από το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας Scripps (Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια) υπολόγισε πόση, ακριβώς, από τη λευκαύγεια του πλανήτη έχει χαθεί λόγω του φαινομένου, τα τελευταία 30 χρόνια.

Πρόκειται για τη μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Scripps, Kristina Pistone, και τους καθηγητές του Πανεπιστημίου, Ian Eisenman και Veerabhadran Ramanathan. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μετρήσεις από δορυφόρους για να υπολογίσουν τις αλλαγές στη λευκαύγεια της Αρκτικής περιοχής που σχετίζεται με την αλλαγή στην κάλυψη από θαλάσσιο πάγο.

Συγκεκριμένα, με μελέτη τους, που δημοσιεύεται στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (ΗΠΑ), έδειξαν πόσο έχει σκοτεινιάσει η Αρκτική, όπως φαίνεται από το διάστημα, ως αποτέλεσμα της υποχώρησης των πάγων. Και, όπως υποστηρίζουν, η μείωση στη λευκαύγεια της Γης είναι δύο με τρεις φορές μεγαλύτερη από ό,τι υπολογίζονταν προηγουμένως.

Ο φαύλος κύκλος των πάγων που λιώνουν

Οι ερευνητές ανέλυσαν μετρήσεις από δύο ανεξάρτητα δορυφορικά όργανα και ανακάλυψαν μία εντυπωσιακή σχέση λευκαύγειας και κάλυψης των θαλασσών από πάγο. Όπως διαπίστωσαν, η λευκαύγεια της Αρκτικής, από το 1979 μέχρι το 2011, έπεσε από το 52% στο 48%. Την ίδια περίοδο η ελάχιστη καλοκαιρινή έκταση που καλύπτεται από πάγους έχει μειωθεί κατά 40%.
Οι πάγοι στην Αρκτική, το 2012, όπως τους παρατήρησαν τα όργανα της NASA. Με έντονο λευκό οι πολυετείς πάγοι. credit: NASAΟι πάγοι στην Αρκτική, το 2012, όπως τους παρατήρησαν τα όργανα της NASA. Με έντονο λευκό οι πολυετείς πάγοι. credit: NASA
Καθώς οι πάγοι λιώνουν, η λευκή επιφάνειά τους (λευκαύγεια ~85%) αντικαθίσταται από την πιο σκούρα του ωκεανού (λευκαύγεια ~20%), και το ποσό του φωτός που αντανακλάται πίσω στο διάστημα μειώνεται. Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη νέα μελέτη, η Γη απορροφά επιπλέον 6,4 watt ηλιακής ενέργειας ανά τετραγωνικό μέτρο, στην Αρκτική, από το 1979.  Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι πάγοι, οι λευκοί γίγαντες της Αρκτικής δεν είναι μόνο θύματα της υπερθέρμανσης, αλλά και θύτες. Όπως έδειξαν οι μετρήσεις των ερευνητών, η επίδραση στην υπερθέρμανση από τη μείωση στη λευκαύγεια της Αρκτικής ισοδυναμεί με το 25% της επίδρασης του διοξειδίου του άνθρακα, τα τελευταία 30 χρόνια!  “Αυτό δείχνει ότι η υποχώρηση των θαλάσσιων πάγων της Αρκτικής έχει υπάρξει σημαντικός παράγοντας στην παγκόσμια υπερθέρμανση που παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλλον, σημαντικότερος από ό,τι αναμενόταν”, δήλωσε σε δελτίο τύπου ο Eisenman, εκ των συγγραφέων της μελέτης και επίκουρος καθηγητής της δυναμικής του κλίματος.  Όπως γίνεται αντιληπτό, έχουμε να κάνουμε με έναν τραγικό φαύλο κύκλο: Οι αυξανόμενες θερμοκρασίες προκαλούν το λιώσιμο των πάγων, το λιώσιμο των πάγων μειώνει τη λευκαύγεια του πλανήτη και η λευκαύγεια του πλανήτη συντελεί στην επιδείνωση του φαινομένου της υπερθέρμανσης. Και πάλι από την αρχή.   Το τέλος στην αλυσίδα μπορεί να μπει μόνο από εμάς, με οργανωμένες και άμεσες ενέργειες. Όπως έχουμε ξαναπεί, ο άνθρωπος οφείλει να προστατεύει το περιβάλλον, πρώτα από όλα, γιατί είναι το δικό του σπίτι. Μην το καταντήσουμε ακατάλληλο για κατοίκηση.

Το διαδίκτυο επανακαθορίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα

Κοινωνικά δίκτυα και διαδικτυακά παιχνίδια αλλάζουν την άποψη του χρήστη αναφορικά με το ποιος είναι ο ρόλος του στη ζωή, σύμφωνα με νέα μελέτη Βρετανών επιστημόνων.

internet Την έρευνα, με τίτλο «Ταυτότητες του μέλλοντος» πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της βρετανικής κυβέρνησης. Όπως υπογραμμίζεται στα συμπεράσματα της μελέτης, «οι ανθρώπινες κοινωνίες γίνονται, συνεχώς, λιγότερο συνεκτικές».

Παράλληλα, στην έρευνα τονίζεται ότι αυτή η τάση που διαμορφώνεται παγκοσμίως με τη χρήση του διαδικτύου, θα μπορούσε, εάν αξιοποιηθεί, να φέρει και θετικές αλλαγές. Ωστόσο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι, εάν αυτή η τάση αγνοηθεί, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Με δεδομένη την αυξανόμενη διάδοση των «έξυπνων» κινητών τηλεφώνων, τα κοινωνικά δίκτυα φέρνουν σε επαφή διαφορετικά άτομα και κοινωνικές ομάδες, εντοπίζοντας κάθε πιθανό κοινό τους ενδιαφέρον. Ως εκ τούτου, όπως παρατηρούν οι ερευνητές, την επόμενη δεκαετία, οι αλλαγές στις κοινωνίες ολόκληρου του πλανήτη θα είναι βαθιές.

Η πιο σημαντική παράμετρος, σύμφωνα πάντα με τη μελέτη, είναι η ανάπτυξη της «υπερσυνδεσιμότητας». Ο όρος χρησιμοποιείται από τους επιστήμονες για να περιγράψει την κατάσταση κατά την οποία το άτομο «μοιράζεται» στο διαδίκτυο την πλειονότητα των προσωπικών του δεδομένων και περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του «συνδεδεμένο» στο Ίντερνετ.

Η έρευνα επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για την προσωπική ελευθερία και την ιδιωτικότητα μεγαλώνουν, ενώ τα φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού είναι όλο και πιο συχνά. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που καθόριζαν παραδοσιακά σε μεγάλο βαθμό τον κάθε άνθρωπο, όπως η καταγωγή, η θρησκεία και η εργασία, θα παίζουν στο μέλλον σαφώς μικρότερο ρόλο στην ταυτότητά του.

Ιδιαίτερα σε άτομα νεαρής ηλικίας, τα επόμενα χρόνια, ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα θα επηρεάζονται όλο και περισσότερο από τις «διαδικτυακές» επιρροές που θα λαμβάνουν σε καθημερινή βάση.

«Σε γενικές γραμμές, το διαδίκτυο βοηθάει τους ανθρώπους να ενημερωθούν και να ανακαλύψουν τον εαυτό τους. Ωστόσο, οι πιο ντροπαλοί, μοναχικοί και λιγότεροι ελκυστικοί άνθρωποι τείνουν να καταργούν τις διαπροσωπικές επαφές και να αρκούνται στην ηλεκτρονική κοινωνική δικτύωση» καταλήγει η έρευνα.