Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὑπὲρ Μεγαλοπολιτών (1-3)

[1] Ἀμφότεροί μοι δοκοῦσιν ἁμαρτάνειν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ οἱ τοῖς Ἀρκάσι καὶ οἱ τοῖς Λακεδαιμονίοις συνειρηκότες· ὥσπερ γὰρ ἀφ᾽ ἑκατέρων ἥκοντες, οὐχ ὑμῶν ὄντες [πολῖται], πρὸς οὓς ἀμφότεροι πρεσβεύουσι, κατηγοροῦσι καὶ διαβάλλουσιν ἀλλήλους. ἦν δὲ τοῦτο μὲν τῶν ἀφιγμένων ἔργον, τὸ δὲ κοινῶς ὑπὲρ τῶν πραγμάτων λέγειν καὶ τὰ βέλτισθ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν σκοπεῖν ἄνευ φιλονικίας τῶν ἐνθάδε συμβουλεύειν ἀξιούντων.

[2] νῦν δ᾽ ἔγωγε, εἴ τις αὐτῶν ἀφέλοι τὸ γιγνώσκεσθαι καὶ τὸ τῇ φωνῇ λέγειν Ἀττικιστί, πολλοὺς ἂν οἶμαι τοὺς μὲν Ἀρκάδας, τοὺς δὲ Λάκωνας αὐτῶν εἶναι νομίσαι. ἐγὼ δ᾽ ὁρῶ μὲν ὡς χαλεπὸν τὰ βέλτιστα λέγειν ἐστί· συνεξηπατημένων γὰρ ὑμῶν, καὶ τῶν μὲν ταυτί, τῶν δὲ ταυτὶ βουλομένων, ἂν τὰ μεταξύ τις ἐγχειρῇ λέγειν κᾆθ᾽ ὑμεῖς μὴ περιμένητε μαθεῖν, χαριεῖται μὲν οὐδετέροις, διαβεβλήσεται δὲ πρὸς ἀμφοτέρους·

[3] οὐ μὴν ἀλλ᾽ αἱρήσομαι μᾶλλον αὐτός, ἂν ἄρα τοῦτο πάθω, δοκεῖν φλυαρεῖν, ἢ παρ᾽ ἃ βέλτιστα νομίζω τῇ πόλει, προέσθαι τισὶν ὑμᾶς ἐξαπατῆσαι. τὰ μὲν οὖν ἄλλ᾽ ὕστερον, ἂν ὑμῖν βουλομένοις ᾖ, λέξω· ἀπὸ δὲ τῶν ὁμολογουμένων ὑφ᾽ ἁπάντων ἄρξομαι, ἃ κράτιστα νομίζω διδάσκειν.

***
[1] Αθηναίοι, έχω την εντύπωση ότι σφάλλουν και οι δύο πλευρές, και αυτοί που συνηγόρησαν υπέρ των Αρκάδων και εκείνοι που συνηγόρησαν υπέρ των Λακεδαιμονίων· γιατί κατηγορούν και διαβάλλουν ο ένας τον άλλον, σαν να έχουν έρθει ως εκπρόσωποι της καθεμιάς από τις δύο αυτές πόλεις και σαν να μην είναι συμπολίτες δικοί σας, προς τους οποίους απευθύνονται και οι δυο αντιπροσωπείες. Οι αλληλοκατηγορίες όμως και οι αντεγκλήσεις ήταν έργο των αντιπροσωπειών, ενώ καθήκον αυτών που θεωρούν τους εαυτούς τους άξιους να σας δίνουν εδώ τις καλύτερες συμβουλές, είναι να μιλούν αμερόληπτα για την κατάσταση και να εξετάζουν την καλύτερη πολιτική για τα συμφέροντά σας έξω από μικροκομματικές σκοπιμότητες.

[2] Τώρα όμως, αν εξαιρέσει κανείς ότι είναι γνωστά πρόσωπα και ότι μιλούν στην αττική διάλεκτο, πιστεύω ότι πολλοί θα τους περνούσαν άλλους για Αρκάδες και άλλους για Λάκωνες. Εγώ προσωπικά βλέπω πόσο δύσκολο είναι να δώσει κανείς την καλύτερη συμβουλή· γιατί, καθώς συμμερίζεστε τις αυταπάτες των συμβούλων σας και άλλοι θέλουν αυτό άλλοι εκείνο, αν κάποιος επιχειρήσει να προτείνει κάτι ενδιάμεσο και εσείς δεν έχετε την υπομονή να ακούσετε ως το τέλος, δεν θα ικανοποιήσει ούτε τη μια ούτε την άλλη πλευρά, αλλά θα συκοφαντηθεί και από τις δυο.

[3] Παρ᾽ όλα αυτά, αν βρεθώ σε τέτοιο δίλημμα, θα προτιμήσω να φανώ ότι φλυαρώ παρά να σας αφήσω σε μερικούς να σας εξαπατήσουν, αντίθετα με όσα εγώ κρίνω ως τα καλύτερα για την πόλη. Τα άλλα γενικά σημεία θα τα πραγματευτώ, με την άδειά σας, αργότερα· τώρα θα αρχίσω από τις βασικές αρχές που αποδέχονται όλοι και που πιστεύω ότι είναι η καλύτερη πολιτική που πρέπει να σας εξηγήσω.

Παιδεία της αρετής - αρετή της Παιδείας, η πρόταση του Πλάτωνος

Προλεγόμενα

            Οι ελάσσονες πλατωνικοί Διάλογοι δεν είναι ατελείς με την έννοια ότι είναι μεμονωμένες διερευνήσεις εννοιών όπως της ανδρείας, της ευσέβειας, της σωφροσύνης ούτε είναι απλώς δείγματα μιας καθαρά σωκρατικής περιόδου του Πλάτωνος αφού δεν έχει διατυπωθεί ακόμη η θεωρία των Ιδεών. Είναι και αυτοί παραλλαγές «ενός και μόνου προβλήματος, το οποίον αποτελεί και το κατ’ εξοχήν πρόβλημα....», του ερωτήματος «περί της ουσίας της αρετής»1, γι’ αυτό κι έχουν ύψιστη σημασία από παιδαγωγική άποψη. Εκτός από το ότι δραματοποιούν τις πλατωνικές ιδέες: της προτροπής στη διαρκή διαλεκτική άσκηση, της αρχής της ορθωτικής γνώσης, προϊδεάζουν για τη σημασία του Μεγίστου Μαθήματος της Παιδείας.
 
Η διαλεκτική των πρώτων Διαλόγων για την όλη, ενιαία αρετή αρθρώνεται στη βασική για τον Πλάτωνα συνάφεια ιατρικής και ηθικής. «Όταν ο Πλάτων χαρακτηρίζει το ενιαίον εντός της πολιτείας ως ιδέαν δανείζεται την έκφρασιν αυτήν από την ιατρικήν ορολογίαν της εποχής του..., όπως ο ιατρός συνοψίζει εις μίαν μορφήν, έν είδος, το πλήθος των διαφόρων μορφών μιάς ασθενείας, ούτω και η διαλεκτική διερεύνησις ενός προβλήματος, π.χ. του προβλήματος της ανδρείας, επιτυγχάνει να συνοψίσει είς ενιαίον τι τας διαφόρους περιπτώσεις, κατά τας οποίας χρησιμοποιούμεν τον όρον αυτόν της ανδρείας.... Η διερεύνησις των επί μέρους αρετών, αντί να οδηγήση εις την διάκρισίν των,.... φέρει εις την ενότητα αυτού το οποίον καλούμεν α ρ ε τ ή ν, προς το καλόν και την επίγνωσίν του» 2.
 
Η παρατήρηση αυτή, που προσημαίνει και τον χαρακτήρα της σ υ ν ό ψ ε ω ς και του σ υ ν ο π τ ι κ ο ύ (Πολιτεία 537c), είναι προηγητική για την κατανόηση της απόφανσης σχετικά με την επιστήμη και την αρετή στον Μενέξενο (246e), καθώς και τη θετική αποτίμηση των «πρώιμων» Διαλόγων, δηλαδή την εκτίμηση ότι αποτελούν όχι ατελείς, αλλ’ αποκαλυπτικές έρευνες μιας ουσιαστικότερης θεώρησης της αρετής, της γνώσης της αρετής καθ’ εαυτήν. Εδώ, βεβαίως, πρέπει να προστεθεί και η αλήθεια, την οποία ο Πλάτων γνωρίζει, ότι δηλαδή πλήρης γνώση της αρετής καθ’ εαυτήν είναι πάμπολυ έργον, ότι ο άνθρωπος είναι – πρέπει να είναι – καθ’ οδόν προς το ορθόν.

“Φιλονικειτω δε ημιν πας προς αρετην αφθονως”

Α. “Ω Σώκρατες, το σον τί εστί πράγμα”, (Απολογία 20 a)

Το σωκρατικό ήθος της έρευνας για την αρετή
 
            1. «Οι τρόποι που μας σχετίζον με το πραγματικό, η γνώση, η πράξη, η πίστη, η ποίηση είναι πράγματα, ποτέ καθ’ εαυτά για να είναι έξω από το καλό και το κακό, προωρισμένα για το καλό μας (ξεπέρασμα φυσικών δυσκολιών, επικοινωνία, κ.ά.). Το καλό όμως εξαρτάται από τη συμπεριφορά, την χρήση των πραγμάτων, τη θετική τους αποτελεσματικότητα»1, όπως δηλώνεται στον πλατωνικό αφορισμό «καλώς πραττόμενον καλόν, αισχρώς δε αισχρόν» 2. Ο Πλάτων συνδέει τον γνωσόμενον με τον χρησόμενον (Κρατύλος 390 b) και τον δρώντα άνθρωπο με το αγαθόν ή συντάσσει το επίστασθαι, το ποιείν και το χρήσθαι με την αρετή. Ο πλατωνικός Σωκράτης όφειλε, στον καιρό του, τη φήμη του - «τοσαύτην φήμην και λόγον» - και οφείλει την επικαιρότητά του σ’ αυτό το αλλοίον το οποίον έχει σε σχέση με τους πολλούς, το ήθος των δικών του γνωστικών αναζητήσεων και πράξεων.
 
Απάντηση στο πλατωνικό ερώτημα της Απολογίας (20 c) «Ω Σώκρατες, το σον τί εστί πράγμα;» θα μπορούσε να δοθεί μέσα από τους διαλόγους Απολογία, Ευθύδημο και Χαρμίδη, από τους οποίους αρδεύονται φιλοσοφικές αλήθειες πρόσφορες να στεγασθούν κάτω από τη βασική έννοια του ήθους3. Ήθος είναι στον Πλάτωνα ο τρόπος του υπάρχειν κατά την ψυχήν4, για τον πλατωνικό Σωκράτη έννοια ταυτόσημη με την έννοια άνθρωπος.
 
2. Στην Απολογία ο Σωκράτης απαντά στο ερώτημα «τί το σόν πράγμα» δηλώνοντας ότι είναι κάτοχος μιας σοφίας, της οποίας μάρτυρας είναι ο θεός των Δελφών. Αυτός ο θεός «ήρετο μηδένα σοφώτερον είναι», αποφάνθηκε ότι κανείς δεν είναι σοφώτερος από τον Σωκράτη. Ο φιλόσοφος, προσπαθώντας να καταλάβει τον αινιγματικό5 θεϊκό λόγο, «τί ποτε λέγει ο θεός και τί ποτε αινίττεται» (21 b), για να ελέγξει το μαντείο, βάλθηκε να ρωτά όλους όσοι νόμιζαν πως είναι σοφοί, τους ποιητές, τους τραγωδοποιούς, τους διθυραμβοποιούς, τους χειροτέχνες.
 
Όταν, π.χ., ρώτησε τους ποιητές για το νόημα των ποιημάτων τους, διεπίστωσε, με λύπη του, όμως χρέος είχε να το δηλώσει, πως «oλίγου αυτών άπαντες οι παρόντες αν βέλτιον έλεγον περί ών αυτοί επεποιήκεσαν»; και σχετικά με τους άλλους δημιουργούς κατέληξε στη διαπίστωση της απουσίας γνώσης του οικείου έργου, του δημιουργήματος.
 
Ο μελετητής του Πλάτωνος οφείλει να μή αρκεστεί στη σημασία της σωκρατικής σοφίας ως γνώσης της άγνοιας, αλλά να προχωρήσει στην πλατωνική επιταγή της οικειοπραγίας, η οποία προϋποθέτει τη γνώση του ειδέναι και του μή ειδέναι και τη σύζευξη του κτάσθαι με τη γνώση του «πώς χρήσθαι» (Ευθύδημος 280 d), τη διάκριση ποιείν – πράττειν και τη σύνδεση των ποιήσεων με τα αγαθά (Χαρμίδης 163 d) (πράξεις), «τας των αγαθών ποιήσεις», καθώς και την ιδέα της παραχώρησης του πράττειν στους ειδήμονες.
 
Πρίν το σχετικό χωρίο της Πολιτείας (434)6, όπου ο Πλάτων προχωρεί σε αξιοκρατική θεώρηση της οικειοπραγίας, υπάρχει στον Ευθύδημο η κατηγορική προτροπή της σύζευξης της πράξης με την οικεία γνώση:
 
«oύτε γάρ αν αυτοί επιχειρούμεν πράττειν ά μη επιστάμεθα, αλλ’ εξευρίσκοντες τους επισταμένους εκείνοις άν παρεδίδομεν, ούτε τοις άλλοις επετρέπομεν... άλλο τι πράττειν ή ό,τι πράττοντες ορθώς έμελλον πράξειν» (171 e).
 
«Μέγα τι αγαθόν είναι τοις ανθρώποις, ει έκαστοι ημών, ά μεν ίσασιν, πράττοιεν ταύτα, ά δε μή επίσταιντο, άλλοις παραδιδοίεν τοις επισταμένοις» (172 d).
           
Στον Ευθύδημο ο Σωκράτης καλείται να συζητήσει με δύο Σοφιστές οι οποίοι, όπως λέει στον συνομιλητή του Κρίτωνα, παρουσιάζοντάς τους στην αναδιήγησή του, είναι «πάσσοφοι» και «παγκρατιασταί» για το «πράγμα την αρετήν» (274 e). Την αρετή οι Σοφιστές επαγγέλονται «παραδούναι κάλλιστ’ ανθρώπων και τάχιστα» (273 d); το «παραδούναι» προαναγγέλλει τα «επαγγέλλλεσθαι» «επάγγελμα» (274) με τα οποία χαρακτηρίζεται η σχέση Σοφιστών – αρετής ως «μαθητόν», ενώ ο Σωκράτης διορθώνει θέτοντας κατ’ αρχάς στη θέση της παράδοσης τη δυναμική έννοια της προτροπής «εις φιλοσοφίαν και αρετής επιμέλειαν» (275 a). Κατόπιν τροποποιεί και το «τάχιστα» επιμένοντας στη δυσκολία και το εύρος της ζήτησης, «μόλις δια μακρών λεγόμενον» (282 d), επίσης χαρακτηριστικό του γνώρισμα, τονίζει δηλαδή την αγωνιστική έρευνα της αλήθειας και της αρετής, σε αντίθεση προς τη σοφιστική επίδειξιν (επιδεικνύναι 27d), και προτρέπει στην επιμέλεια της σοφίας και της αρετής.
 
Ο όρος πράγμα επανέρχεται στον Ευθύδημο, όταν ο τις, «ανήρ οιόμενος πάνυ είναι σοφός», κρίνοντας, όπως αναφέρει ο Κρίτων στον Σωκράτη, τη σοφιστική συμπεριφορά και ενασχόληση, χαρακτηρίζει τους Σοφιστές φαύλους και καταγέλαστους:
 
«το πράγμα αυτό και οι άνθρωποι οι επί τω πράγματι διατρίβοντες φαύλοι τε εισίν και καταγέλαστοι» (305 a). Εδώ ο όρος πράγμα είναι αμφίσημος, όπως και το «ευ πράττειν», που σημαίνει επιτυγχάνω, ευτυχώ, αλλά και δρώ ορθά.
 
Αποκαλυπτικό είναι το τέλος του διαλόγου, ο οποίος φέρεται με τον υπότιτλο: «ή εριστικός – ανατρεπτικός», όμως είναι ό,τι το σωκρατικό δαιμόνιο? γιατί δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι ο ίδιος ο Σωκράτης αναφέρεται στην αρχή της αφήγησης στο «ειωθός σημείον το δαιμόνιον» (272 d); τελικά ο διάλογος αποδεικνύεται αποτρεπτικός και προτρεπτικός: Ο Σωκράτης αναφέρεται στο πράγμα, το αντικείμενο της σοφιστικής δραστηριότητας, λέγοντας: «μή τοίνυν ό γε ού χρή ποίει, ώ Κρίτων, αλλ’ εάσας χαίρειν τους επιτηδεύοντας φιλοσοφίαν, είτε χρηστοί εισιν είτε πονηροί, αυτό το πράγμα βασανίσας καλώς τε και εύ, εάν μέν σοι φαίνηται φαύλον όν, πάντ’ άνδρα απότρεπε, μή μόνον τούς υείς, εάν δε φαίνηται οίον οίμαι αυτό εγώ είναι, θαρρών δίωκε καί άσκει....» (307 b-c).
 
Δίωκε και άσκει είναι η πρόταση και η απάντηση του Σωκράτη σε όλους όσοι, σε κάθε καιρό και κάθε τόπο, αναζητούν τη γνώση και την αρετή κατά το πρότυπο, το πράγμα, όπως το βίωσε ο ίδιος: βάζοντας ταυτόχρονα σε γενναίο έλεγχο – πολύδηριν, όπως θα έλεγε ο ελεάτης Παρμενίδης – «βασανίσας καλώς τε και εύ» – την ίδια τη δραστηριότητα όσων επιτηδεύονται, επαγγέλονται, με την νεοελληνική πια σημασία του όρου, την φιλοσοφία? όσων καμώνονται πως ασκούν τη φιλοσοφική παιδεία όντας «μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και πολιτικού» (305 c), εμποδίζοντας («εμποδών είναι») «τους περί φιλοσοφίαν ανθρώπους» (d). Αυτούς τους τρίτους από την αλήθεια ο Σωκράτης θα μπορούσε να τους συγχωρέσει, άν ό,τι λένε θα έδειχνε «εχόμενον φρονήσεως πράγμα» και αναζητιόταν γενναία («ανδρείως επεξιών διαπονείται», 306 c).
 
Ο Σωκράτης όμως είναι κυρίως “oίος εστί” – για να το πώ με την ορφική έκφραση – γιατί έχει τη φρόνηση, την αρετή ν’ αφήνει «χαίρειν» όλους τους «επιτηδεύοντας φιλοσοφίαν», να τους περιφρονεί, προτάσσοντας κι επιτάσσοντας τη βάσανο του ίδιου του πράγματος, του επιτηδεύματός τους, δηλαδή της φιλοσοφικής παιδείας («φιλοσοφείν»)9.

Β. «Επιστημονως αν πραττοντες ευ αν πραττοιμεν» (Χαρμίδης 173 d).

Η σωφροσύνη
 
Στον Χαρμίδη ο Πλάτων πραγματεύεται τη φύση της αρετής ως σωφροσύνης1, ηθικής ισορροπίας και εγκράτειας, μέσα από μια αφηγηματική διαλογική διερεύνηση, η οποία προφανώς απηχεί συζητήσεις και σχόλια στην ίδια την Ακαδημία, όπως φαίνεται από κάποια λογικά άλματα, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Το πρόσωπο του Χαρμίδη – πρότυπου σώφρονος – θα μπορούσε να είναι ή συγγενές με το πρόσωπο του προοιμίου του παρμενιδικού Περί Φύσεως, ο καθ’ οδόν προς τη γνώση άνθρωπος (ειδώς φώς)2 ή ακόμη ένα παράδειγμα της πλατωνικής δραματοποίησης του πραγματικού, όπως ο Τυρταίος των Νόμων είναι η ενσάρκωση της αρετής3. Ο διάλογος Χαρμίδης δεν φαίνεται να καταλήγει, γιατί η σωφροσύνη, εκτός από το γνώρισμα της πολυσημίας4, δεν εγκλείεται σε ένα ορισμό, δεν είναι σχήμα, συνταγή, εξωτερικό γεγονός, αλλά διαλεκτική άσκηση (ή θ ο ς)? η κατανόησή της είναι παιδευτική;  εφαρμόζει δηλαδή ό,τι ο Πλάτων θα διδάξει στον Πολιτικό (287 a): «διαλεκτικωτέρους και της των όντων δηλώσεως ευρετικωτέρους»5. Ο Χαρμίδης είναι σώφρων (157 d, 175 d)? είναι ο ι κ ε ί ο ς6 με τη σωφροσύνη, γι’ αυτό και μπορεί να αναζητήσει, με τον προτρέποντα δάσκαλο της αρετής, την κατανόησή της, όπως ο ίδιος ο Σωκράτης, ο σοφός ως έχων αυτογνωσία (Απολογία), μπορεί ν’ αντικρούσει τη θεωρία του «γνώθι σ’ αυτόν» εντείνοντας έτσι τον διαλεκτικό έλεγχο. Ο Σωκράτης έχει τη δυνατότητα να είναι «λευκή στάθμη.... προς τους καλούς», όπως δηλώνει στον διάλογο Χαρμίδης (154 b), δηλαδή να μη γνωρίζει να κρίνει και να διακρίνει στο επίπεδο του φαίνεσθαι, αλλ’ όλοι να του μοιάζουν ωραίοι και σ’ όλους να είναι ο Χαρμίδης «ωσπερ άγαλμα (154 c); στο επίπεδο του «είναι» όμως υπάρχει ανάγκη π ε ι ρ ά ζ ε ι ν, ανάληψης δηλαδή της έρευνας «ει την ψυχήν ..... τυγχάνει (ο Χαρμίδης) ευ πεφυκώς» (154 e), «καλός αγαθός» (πβ. Λύσις 207). Ο Πλάτων ανάβει τη φωτιά της διαλεκτικής άσκησης με κάθε ξύλο: από το προσχηματικό άλγος της κεφαλής του Χαρμίδη ο πλατωνικός Σωκράτης οδηγείται πρώτα στη διατύπωση της θεωρίας του όλου (156 c), στην απόφανση «oυδέ σώμα άνευ ψυχής» (e). Μετά την αναφορά στον Ζάμολξι και τα λεγόμενά του για τον μή διαχωρισμό της θεραπείας του σώματος από την ψυχή7, περνά στην ιδέα της σύζευξης ψυχής και σώματος ως προς το καλό ή το κακό του σώματος, ισοδύναμη με την ιδέα της θεραπείας της ψυχής με «τους λόγους τους καλούς» που γεννούν στην ψυχή τη σωφροσύνη (157).
 
Οι ορισμοί της σωφροσύνης. Οι ορισμοί της σωφροσύνης, που ακολουθούν, συμφωνούν με αυτό που λέει ο Κριτίας στο μέσον του διαλόγου: ότι ο Σωκράτης ζητά την ομοιότητα της σωφροσύνης με άλλες – αρετές (έτσι επισημαίνεται το γνώρισμα της σωκρατικής παιδευτικής μεθόδου, η έρευνα της διαφοράς). Σύμφωνα με τον πρώτο ορισμό, σωφροσύνη είναι «το κοσμίως πάντα πράττειν και ησυχή, εν τε οδοίς βαδίζειν και διαλέγεσθαι, και τα άλλα πάντα ωσαύτως ποιείν» (159 b), δηλαδή η η σ υ χ ι ό τ η ς. Η παρουσία του κοσμίως στον ορισμό αυτό αποτρέπει τον μελετητή, που όμως δεν ενεργεί εν τάχει, από το να ταυτίσει τη σωφροσύνη με την ησυχιότητα, την πραότητα δηλαδή, που θα μπορούσε να είναι και έλλειψη σπουδής, βιασύνης (πβ. 159, τα λεγόμενα για το ταχύ), αλλά και ηρεμία. Στη συνέχεια γίνεται φανερό ότι ο ίδιος ο Σωκράτης εγκαταλείπει τη σχέση με την κοσμιότητα και εξετάζει, για να την απορρίψει, την ταύτιση σωφροσύνης – ησυχιότητος (160 a), συνδέοντας την πρώτη με την ικανότητα της τ α χ ύ τ η τ ο ς και οξύτητος ως προς τα του σώματος και τις δραστηριότητες (μάθηση κλπ.) της ψυχής: «ούκ άρα ησυχιότης τις η σωφροσύνη άν είη, ουδ’ ησύχιος ο σώφρων βίος». Αυτό βέβαια συμφωνεί με το σωκρατικό και πλατωνικό ιδεώδες του ανειρήνευτου από πλευράς παιδευτικής γνώσης – εξέτασης – βίου. Ο ίδιος ο Πλάτων όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συγκρατεί νοερά το «κοσμίως είναι» στη δεύτερη συνάρτηση – ορισμό – της σωφροσύνης με την α ι δ ώ: «αισχύνεσθαι», ποιεί η «σωφροσύνη» και «άρα όπερ αιδώς». Όπως το «κοσμίως είναι» φαίνεται να ταυτίζεται με την ησυχιότητα, το «αισχύνεσθαι», νοηματικά σηματοδοτημένο πιο αρνητικά, φαίνεται να ταυτίζεται με το ηπιώτερο «αιδώς». Και βέβαια το ευάλωτο του ορισμού ενυπάρχει και στη μη σύνδεση της σωφροσύνης με το αναμενόμενο αιδείσθαι αντί του αισχύνεσθαι, καθώς και στην έλλειψη αναφορικότητας που καθιστούν τόσο την ησυχιότητα όσο και την αιδώ αφηρημένες έννοιες.
 
Ο τρίτος ορισμός αφορά στην «αινιγματική» (161 c, 162 a), κατά Χαρμίδη, ή, άλλως, κατά Κριτία, – υπαινικτική άλλης ευρύτερης διερεύνησης και αξιοποίησης της έννοιας κατά τον Πλάτωνα –, ταύτιση σωφροσύνης και οικειοπραγίας – «τα εαυτού πράττειν» (161 b) – η οποία επαναφέρει την έννοια του ο ι κ ε ί ο υ του διαλόγου Λύσις, χωρίς και εδώ, όπως στον Λύσι, να προϊδεάζει για την πολιτική, αξιοκρατική διάσταση της έννοιας, καθώς και τη διάκριση ποιότητας – ποσότητας της Πολιτείας8. Στον Διάλογο Χαρμίδης η οικειοπραγία τίθεται ως περιοριστική δραστηριότητα που αφορά στο εργάζεσθαι και πράττειν για ίδιον μόνον όφελος (πράγμα που τη συνδέει με το φαίνεσθαι, με υπαρκτή πάντως όψη της εμπειρικής πραγματικότητας και εκπληκτική διάρκεια στον χρόνο), χωρίς «των αλλοτρίων άπτεσθαι» που απάδει στο «ευ οικείσθαι» της πολιτείας με το οποίο στοιχειοθετείται στον Χαρμίδη η πολιτειακή σωφροσύνη.
 
Όταν παίρνει τον λόγο ο Κριτίας, αντικαθιστώντας τον αμήχανο Χαρμίδη, αναφέρεται στους «δημιουργούς» (162 c) ως «ποιούντας ου τα εαυτών μόνον» (163 a), που μπορεί εντούτοις να σωφρονούν, οπότε ο Σωκράτης θέτει το ερώτημα της διάκρισης ποιείν – πράττειν, εργάζεσθαι – ποιείν (ποιήσεως – πράξεως και εργασίας, επαναφέροντας το ησιόδειο «έργον ουδέποτε ουδέν όνειδος». Mε τη σειρά του τονίζει ότι τα «οικεία τε και τα αυτού» είναι αγαθά και «αι των αγαθών πράξεις» (163 d) και ορίζει τη σωφροσύνη ως «την των αγαθών πράξιν» (e), και ως σωφρονούντα τον «τα δέοντα πράττοντα» (164 b).
 
Όταν ο Σωκράτης συνδέει την ωφελιμότητα του πράττειν με τη σωφροσύνη, θέτει και το ερώτημα της γνώσης του σωφρονείν, οπότε η συζήτηση προχωρεί στον τέταρτο ορισμό, στον οποίο περιέχεται το δελφικό πρόσταγμα της αυτογνωσίας (d), που κατά τον Κριτία τίθεται ως χαιρετισμός του θεού και όχι ως συμβουλή. Ο πλατωνικός Σωκράτης, που στον Φαίδρο φέρεται να ψάχνει τον εαυτό του, να δεί αν είναι κάτι «Tύφωνος πολυπλοκώτερον», και στους Νόμους θα ορίσει το κακόν ως επακόλουθο άγνοιας, με το λογικό εκείνο παράδοξο «ουδείς εκών κακός», εδώ είναι ο ζητών που ομολογεί: «ζητώ μετά σου αεί το προτιθέμενον δια το μη αυτός ειδέναι”» (165 c), γνώστης της άγνοιάς του και για τούτο ζητητικός.
 
Ως αυτό το σημείο, στους ορισμούς της σωφροσύνης είναι ωσάν να γίνονται λογικά άλματα, από την κοσμιότητα στην ησυχιότητα, από το αισχύνεσθαι στην αιδώ, τη μιά από τη θετικότερη σε ασθενέστερη έννοια, την άλλη από την αρνητικότερη σε θετική.
 
Η συζήτηση προχωρεί με την διερεύνηση της σωφροσύνης ως επιστήμης: «μόνη των άλλων επιστημών αυτή τε αυτής εστίν και των άλλων επιστημών επιστήμη» (166 e). Ο σώφρων, άρα, γνωρίζει εαυτόν; γνωρίζει τί δεν γνωρίζει; γνωρίζει να εξετάζει τους άλλους και το σωφρονείν: “γιγνώσκειν το ειδέναι ά τε οίδεν και ά μη οίδεν” (167 a); είναι, δηλαδή, η σωφροσύνη αυτογνωσία, γνώση των άλλων επιστημών και γνώση της ανεπιστημοσύνης. Εδώ ακολουθεί το λογικό άλμα με τον παραλληλισμό της σωφροσύνης ως αυτογνωσίας και, πρώτα, της όρασης, ως όρασης εαυτής και των άλλων οράσεων και μή όρασης, αλλ’ όχι, π.χ., των χρωμάτων (ο Αριστοτέλης θα παρενέβαινε με τη θεωρία του για την κοινή αίσθηση), κατόπιν της δοξασίας; τέλος με το μείζον – διπλάσιον – αξίωμα: «η επστήμη τινός επιστήμη και έχει τινά δύναμιν ώστε τινός είναι» (168 b); με παραδείγματα από τις αισθήσεις, τα μεγέθη κλπ. Συμπεραίνεται ότι σε όλα αυτά η «δύναμις» δεν παράγει αποτέλεσμα «προς εαυτά». Αν αυτό ισχύει και για τη σωφροσύνη – επιστήμη, ο Σωκράτης ζητά να ερευνηθεί.
 
Εκτός από την αναζήτηση ομοιοτήτων στις έννοιες, σωκρατικό στοιχείο της συζήτησης είναι ότι βασικό κριτήριο της αλήθειας είναι η ωφέλια για τους ειδότες («τις αν είη ημίν ωφέλια ειδόσιν», 167 b), όπως στον διάλογο Πρωταγόρας, οπότε το σωφρονείν ορίζεται στη συνέχεια όχι ως προς τα ειδικά αντικείμενα αναφοράς του ειδέναι ή του μη ειδέναι, αλλ’ ώς προς τη γνώση ή την άγνοια (170 b), ενώ η ειδική επιστήμη (“εκάστη”) είναι πάντα «τις, των τινών» (171 a). Η ωφέλια (171 d) «από της σωφροσύνης τοιαύτης ούσης» είναι ότι: «αναμάρτητοι..... άν τον βίον εζώμεν αυτοί τε οι την σωφροσύνην έχοντες». Άρα, η ωφέλια είναι διανοητικής – ηθικής υφής και όχι ό,τι το ίδιον όφελος του πρώτου ορισμού. Εδώ η οικειοπραγία, εκτός από την προϋπόθεση της γνώσης του ειδέναι και του μη ειδέναι, εμπεριέχει και τη σημαντική, διαχρονικά, ηθική ιδέα της εκχώρησης του έργου, του πράττειν στους γνωρίζοντες: «ούτε γαρ αν αυτοί επεχειρούμεν πράττειν ά μη επιστάμεθα, αλλ’ εξευρίσκοντες τους επισταμένους εκείνοις αν παρεδίδομεν, ούτε τοις άλλοις επετρέπομεν.... άλλο τι πράττειν ή ό,τι πράττοντες ορθώς έμελλον πράξειν» (171 e).
 
Το «αναμαρτήτως ζην» προϋποθέτει για τον Πλάτωνα την επιστήμη της σωφροσύνης, την επιστήμη ως γνώση και ως επίγνωση της άγνοιας, και επιβάλλει την αναγνώριση της συνάφειας γνώσης – πράξης από τον επιχειρούντα την πράξη, όπως και την από μέρους του παραχώρηση του δικαιώματος του πράττειν στον επιστάμενο. Ο Πλάτων, όπως αναφέραμε, δεν προχωρεί στην αξιοκρατική διερεύνηση της οικειοπραγίας, στοιχειοθετεί όμως, ήδη, σε μια πρόληψη της δομής της πολιτικής θεωρίας για την άριστη πολιτεία, την ιδέα με συνιστώσα την επιστημοσύνη και έτσι το «αναμαρτήτως ζην». H διανοητική ποιότητα της αρετής της γνώσης είναι και ηθική αρχή συμβίωσης. Η άποψη διατυπώνεται σε σύζευξη με το αγαθόν: «μέγα τι αγαθόν είναι τοις ανθρώποις, ει έκαστοι ημών, ά μεν ίσασιν, πράττοιεν ταύτα, ά δε μη επίσταντο, άλλοις παραδιδοίεν τοις επισταμένοις», και την ευδαιμονία: «επιστημόνως άν πράττοντες ευ αν πράττοιμεν και ευδαιμονοίμεν» (173 d)9.

Ως χρη φιλοσοφειν και αρετης επιμελεισθαι

(Πόρισμα)
Αν η αρετή της σωφροσύνης είναι η επιστήμη των επιστημών, όπως λέγεται στον διάλογο Χαρμίδης, και αν ωφέλιμη είναι η επιστήμη του αγαθού, δεν ταυτίζονται κατ’ αρχήν η σωφροσύνη και η επιστήμη του αγαθού που είναι η πηγή της ευδαιμονίας. Ο διάλογος περί σωφροσύνης δεν καταλήγει σε ορισμό, δείχνει όμως ότι ο Χαρμίδης ο ίδιος, που είναι σώφρων, είναι έτοιμος να ασκηθεί στη φιλοσοφία, να παράσχει εαυτόν στον Σωκράτη, «ην επάδειν παρέχης Σωκράτει», όπως του λέει ο Κριτίας (176 b). Έτσι ο διάλογος περί σωφροσύνης, ο οποίος κορυφώθηκε στην επιταγή του επιστημόνως πράττειν, κλείνει με τη σωκρατική αρετή της επίμονης ζήτησης της αλήθειας, ή, με άλλο λόγο, της καρτερίας στη διακονία της φιλοσοφίας, που στον Λάχητα (194 a) ταυτίζεται με την ανδρεία και στον Πρωταγόρα (π.χ. 360 d) ενυπάρχει στην ταυτότητα ανδρείας – γνώσης – σοφίας.
 
Φιλοσοφικός έλεγχος και αρετή, ή, καλλίτερα, δέον του φιλοσοφείν και χρέος επιμέλειας της αρετής αποτελούν τη σημαντική – διπολία της συζήτησης και στον διάλογο Ευθύδημος. Εδώ, όπως είδαμε, το θέμα της αρετής τίθεται μέσα από την υποτιθέμενη ικανότητα των Σοφιστών «αρετήν παραδούναι κάλλιστ’ ανθρώπων και τάχιστα» (273 d), ιδέα που απαντά και στους διαλόγους Απολογία 19 e, 20 b και Πρωταγόρας 349 a («παιδεύσεως και αρετής διδασκάλους»). Με το «παραδούναι» χαρακτηρίζεται η σχέση Σοφιστών και αρετής ως «μαθητόν». O Σωκράτης, που ούτε γράφει ούτε διδάσκει, αλλ’ ακούει «τον λόγον», ακολουθεί μια μέθοδο συζήτησης επίμονη, αποτείνοντας και μακρούς λόγους (πβ. Πρωταγόρας 360 e), αντι – θέτοντας ότι οι προτρεπτικοί λόγοι πρέπει να εκτίθενται δια μακρών (282 d, πβ. 291 a), αλλά κυρίως βασανίζοντας τα επιχειρήματα (Ευθύδημος 307 b).
      
Η «κατορθώσα την πράξιν» (281) φιλοσοφία, η ορθωτική, όπως πρέπει να είναι η φιλοσοφία, δεν ανατρέπει, χάριν παιδιάς, καθώς όταν «oι τα σκολύθρια των μελλόντων καθίζεσθαι αποσπώντες χαίρονται και γελώσιν, επειδάν ίδωσιν ύπτιον ανατετραμμένον» (287 c), ούτε επιδεικνύει λόγους (287 d «επίδειξις») προτροπής (275) στην επιμέλεια της σοφίας και της αρετής, όπως γίνεται με τα σοφιστικά επιχειρήματα. Η ορθωτική φιλοσοφία είναι σύζευξη ενέργειας – γνώσης και χρήσης: «τοιαύτης επιστήμης δε... εν η συμπέπτωκεν άμα το τε ποιείν και το επίστασθαι χρήσθαι τούτω ό άν ποιή».
---------------------
1 W. JAEGER, Παιδεία 2, μτφρ. Γ. Βερροίου, σσ. 148, 15), 154, 163.
2 Ενθ’ αν., σ. 163.
1 A. KΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η γνώση ως “πράγμα” του υποκειμένου, Φιλοσοφία 7 (1977), σ. 76.
2 ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιον 183 d.
3 Βλ. και Α. KELESSIDOU, La Kalliphanie du monde dans le Timee, Kernos 1966, σσ. 327-332.
4 Βλ. Λύσις 222a: “οικείος ή κατά την ψυχήν ή κατά τι της ψυχής ήθος ή τρόπους ή είδος”.
5 Ο Σωκράτης συχνά απομαντεύεται, πβ. Λύσις 216 d.
6 Bλ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η έννοια της σωτηρίας στην πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, Πρόλογος Γ. Μιχαηλίδου – Νουάρου, έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, Αθήναι, 1982, σσ. 50-60
ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ, Η επικαιρότητα της πλατωνικής οικειοπραγίας, Συνέδριο «Εργασία και επάγγελμα», Αθήνα, Μάιος, 1998.
9 πβ. 275 a, 282 d, 288 d.

1 Στον Όμηρο ο όρος σωφροσύνη (23, 13) σημαίνει ορθή κρίση, σύνεση, φρόνηση. Στους Αττικούς δηλώνει το σύνολο διανοητικών και ηθικών ικανοτήτων, την ισορροπία και αυτοκυριαρχία της ψυχής και την ανάβαση σε υψηλότερη αρετή. Στον Δημόκριτο είναι συνώνυμος με την φρόνηση – αυτοσυγκράτηση, σωφροσύνη, όπως και στην νεοελληνική εκφορά του, αντίθετος στην αφροσύνη (απ. 208, 210, 211, 294). Το δημοκρίτειο σωφρονείν προηγουμένως ανευρίσκεται στον Ηράκλειτο (Β 67, Β 291).
2 Βλ. και Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Παρμενίδου, Περί Φύσεως, Κέντρο Δικανικών Μελετών, VI, Eunomia, 1999, σσ. 58 επ.
3 Βλ. και Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η έννοια της σωτηρίας στην πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, σσ. 90-91.
4 Η γαλλική, π.χ., απόδοση του όρου ως sagesse συρρικνώνει το νοηματικό του εύρος, το οποίο προδηλώνει το χαρακτηριστικό ελληνίζειν στην αρχή του διαλόγου.
5 Βλ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, ένθ’ αν., σ. 17.
6 Στον διάλογο Λύσις δεν υπάρχει μια οριστική καταληκτική πρόταση, τίθεται όμως το ερώτημα για την ύπαρξη ενός οικείου, το οποίο δεν είναι ομοιότης (222 b), ταυτότης, αλλά αναλογία. Ο πρώτος ορισμός της φιλίας, όπου ο Πλάτων αναφέρεται στη συγγένεια με τους γονείς βοηθά να καταλάβουμε ότι η έννοια του οικείου δεν δηλώνει το αρμόζον, αλλά την αναλογία μεταξύ δύο μερών που έχουν κάποια σχέση. Και είναι γνωστό ότι οικειότης σημαίνει σχέση φιλίας, συγγένεια (Συμπόσιον 192 c, 197 c, Πολιτεία 402 d). Στην Πολιτεία (402 d) ο Πλάτων κάνει λόγο για την αγωγή και αναφέρει τις σχέσεις οικειότητας των επιστημών μεταξύ τους και τη φύση του όντος. Οικείος στον Πλάτωνα σημαίνει επίσης: ο ανήκων στην οικογένεια (Τίμαιος 20 e, Νόμοι Ι 642 d)? συχνά σε συνάφεια με το συγγενής (Πρωταγόρας 337 c), το γνώριμος (Πολιτεία 371 b: οικείους = φίλους και γνώριμους)? το φίλος (Γοργίας 465 d, 509 b, Πολιτεία Ι 328 d, όπου είνα εν δια δυοίν, ΙΙ 376 b, όπου φίλη είναι συνώνυμο του οικείον, όπως το εχθρά του αλλότριον, Τίμαιος 20 a, συνώνυμο του φίλος και αντίθετο στο αλλότριος (Πρωταγόρας 320 b, Πολιτεία 463 b, Νόμοι ΙΙ 666 c).
Το οικείον του διαλόγου Λύσις επιτρέπει τη συναντίληψη ορισμένων πλατωνικών θέσεων που αφορούν στην οικειότητα: Ο Πλάτων λέει ρητά “οικείος.... τω ερωμένω, ή κατά την ψυχήν, ή ήθος, ή τρόπους, ή είδος (222 a). Όπως για την φιλία των γονιών η οικειότης είναι συγγενική κατά το ήθος. Το ήθος έχει εδώ το ίδιο νόημα με εκείνο των χωρίων της Απολογίας 27 b, Πολιτείας 581 b, Τιμαίου 22 e: «εν τω εαυτού κατά τρόπον ήθει».
- Στην πολιτεία (ΙΧ 586 b) ο Πλάτων συνδέει το «οικειότατον εκάστω» με το «βέλτιστον εκάστω», σε μια αισιόδοξη θεώρηση ηθικού τροπισμού, που θα υιοθετήσει στη συνέχεια ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια Χ, κεφ, 7, 8, 9).
- Στη θεωρία των Ιδεών η δυναμική τάση του όντος προς το Αγαθόν εξυπακούει την επιθυμία του όντος γι’ αυτό που του λείπει αλλά του είναι οικείον.
Το οικείον που αφορά στον πλατωνικό Χαρμίδη, τον σώφρονα (157 d) δείχνει τη συνήθεια του Πλάτωνος να δραματοποιεί τις ιδέες με πρόσωπα, ανατρέποντας και αυτήν την ιστορική πραγματικότητα, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση του Τυρταίου των Νόμων 660 e. Ο Χαρμίδης, στον ομώνυμο διάλογο, είναι ο έχων την οικειότητα να αναλάβει την περιπέτεια της διαλεκτικής, να θέσει εαυτόν στη δοκιμασία του σωκρατικού μόχθου για την αναζήτηση της γνώσης.
7 Για τις επωδές, την τριπλή ιατρική στον Πλάτωνα με αφορμή τον Χαρμίδη και τα λεγόμενα για τον Ζάμολξι, βλ. τη σχετική ανακοίνωση του Luc Brisson, V Symposium Platonicum, International Plato Society, Toronto, 19 – 23 8.1998.
8 Για το αξιοκρατικό περιεχόμενο της ιδέας στην Πολιτεία και τους προιδεασμούς, γνωστικούς, ηθικούς στους άλλους Διαλόγους βλ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Η Επικαιρότητα της πλατωνικής οικειοπραγίας, Αθήνα, Μάιος 1998.
9 Για τη συζήτηση α) σχετικά με την αντινομία: γνώση του καλού – διάπραξη του κακού, που φαίνεται να αντικρούει τη σωκρατική ταυτότητα γνώσης – αρετής βλ. τις βασισμένες στην ηθική εμπειρία απόψεις του W. JAEGER, Παιδεία. Η μόρφωσις του Έλληνος Ανθρώπου, ΙΙ, μτφρ. Γ. Βερροίου, σσ. 122 επ. (η άποψη εστιάζεται κυρίως στο δυσχερές της επίτευξης αληθινής γνώσης του καλού), β) σχετικά με το σωκρατικό αίτημα της γνώσης της αρετής στο σύνολό της, γνώρισμα του φιλοσοφικά πεπαιδευμένου, βλ. αυτόθι, σσ. 125 επ., γ) σχετικά με το σωκρατικό παράδοξο “ουδείς εκών κακός”, βλ. σσ. 126 επ.

Η ΠΡΩΙΜΗ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Η φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη στη Δύση, εκπηγάζουν από την ίδια παρόρμηση. Αρχικά, τα δύο είδη σκέ­ψης ταυτίζονταν. Η ώρα και των δύο έφτασε γύρω στην αλλαγή του έβδομου προς τον έκτο προχριστιανικό αιώνα, όταν το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων, «εκείνων των αληθινά υγιών» κατά τον Νίτσε, άρχισε να υπερβαίνει τις ως τότε πεποιθήσεις και να κοι­τά γύρω του τόσο με κατάπληξη όσο και με διάθεση για έρευνα.

Τα πρώτα ερωτήματα που έθεσε δεν αφορούσαν το νόημα του ανθρώπινου μοναχικού ή κοινωνικού βίου. Αφορούσαν τις ιδιότη­τες και τις απαρχές του εξωτερικού Κόσμου, αφορούσαν τη Φύση ως το σύνολο όσων αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις.

Όμως, το Ελληνικό πνεύμα συνέλαβε ή, πολύ περισσότερο, διείδε τη Φύση, οργανική ή ανόργανη, ως έμβιον Όλον, ως κινούμενο αρθρωτό Όλον, ως Σύμπαν. Και τούτο το συμπαντικό Όλον, με τη σειρά του, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την προηγούμενη περίοδο, θεωρήθηκε ως «φυσική» ενότητα, δηλαδή δεν ήταν πια αντιληπτό ως κάτι το «υπερφυσικό», μόλο που η εξέλιξη του ερμηνευόταν ακό­μη ως «κοσμικός κύκλος» υπό τη μυθική έννοια και η νομοτέλεια του ως «ειμαρμένη» υπό τη θεολογική έννοια. Εν πάση περιπτώσει, ο σκεπτόμενος λόγος δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί από τη δύναμη της φαντασίας και επί δύο σχεδόν αιώνες, δηλαδή μέχρι την εμφάνιση του Σωκράτη, εικόνα και ιδέα, αριθμός και πράγμα, αντίληψη και προαίσθηση παρέμεναν σχεδόν αδιαχώριστα, όπως αντιστοίχως η εικοτολογία και η παρατήρηση βρίσκονταν συχνά εγγύτατα, χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτου.

Γι’ αυτό και η γλώσσα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας δεν είναι πια εύκολα προσιτή από τη διανόηση των νεοτέρων χρόνων. Απλώς και μόνο στους «Ρομαντικούς» στοχαστές, για παράδειγμα, στους φυσικούς φιλοσόφους του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ή ακόμη σε φαινόμενα όπως του Hamann ή του Novalis, εμφα­νίζεται για μια ακόμη φορά κάτι από την πολυσημαντότητα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας (την οποία ο Martin Heidegger υπέβαλε τελευταία σε μια, θα μπορούσαμε να πούμε, υπερορθολογική ανάλυση). Η πρώιμη αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, η οποία μας παραδό­θηκε μόνο μέσω περικοπών και αποσπασμάτων, ήταν επομένως ουσιαστικά μια εικοτολογική θεώρηση της Φύσης, ένα ιδιόμορφο μόρφωμα, προϊόν ανάμιξης αποφθεγμάτων και λυρικής ποίησης (καθώς η τελευταία συχνά επέλεγε την εξωτερική μορφή του «διδακτικού ποιήματος»).

Δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμπτωση το γεγονός ότι η θεώρηση αυτή δεν αναπτύχθηκε στο εσωτερικό της Ελληνικής χώρας, αλλά σε αποικιακό έδαφος: στις πλούσιες, εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας και της Ελληνικής Κάτω Ιταλίας. Αυτά τα εμπο­ρικά κέντρα αποτελούσαν συγχρόνως σημεία ανταλλαγής και διά­δοσης ιδεών κατά την «κορύφωση του Πολιτισμού». Ακόμη πρόσφε­ραν στους ελεύθερους πολίτες τους τον ελεύθερο χρόνο που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη κάθε γνήσιας φιλοσοφικής σκέψης.

Παρότι στις μικρασιατικές ακτές, η γνωριμία με τη βαβυλωνια­κή Αστρολογία και την αιγυπτιακή Τοπογραφία μπορεί να γονιμο­ποίησε τόσο τη γνώση όσο και την αντίληψη των πρώιμων θεωρητι­κών της Φύσης, ωστόσο οι βαθύτερες απόψεις τους δεν επηρεάστη­καν τόσο πολύ από τις ανατολικές διαδρομές του πνεύματος —χαραγμένες ad hoc κατά την αποκρυφιστική ή την πραγματιστική έν­νοια— όσο αντιπαρατέθηκαν σε αυτές. Μετά βίας υπάρχει ένας από αυτούς τους Έλληνες φιλοσόφους που να έμεινε στη σκιά. Αναφορι­κά με την προσωπική ζωή του ζήτημα αν υπήρχε κάποιος που να μην ήταν ειδικός σε κάποιον «πρακτικό» τομέα —Πολιτική, Εμπό­ριο ή Τεχνολογία— και συγχρόνως ερασιτέχνης στοχαστής, με τη γονιμότερη έννοια του όρου. Η φιλοσοφία δεν είχε γίνει ακόμη, όπως αργότερα στους Σοφιστές, σχολική σοφία ή ακόμη επάγγελμα προς βιοπορισμό.

Ως πατέρας της Ελληνικής αλλά και ολόκληρης της ύστερης Δυτικής Φιλοσοφίας θεωρείται ο Θαλής, ο οποίος άκμασε περί το 600 π.Χ. στη Μίλητο. Ένας από τους «Επτά Σοφούς», υπήρξε ο πρώ­τος που έθεσε το ερώτημα περί των απαρχών ή του πρώτου αιτίου κάθε ύπαρξης.

Πρώτη αρχή όλων των πραγμάτων ήταν γι’ αυτόν το νερό, κατανοούμενο όχι βέβαια υπό τη σημερινή έννοια ως χημική ένωση, αλλά ως κοσμικό στοιχείο που παράγει, γονιμοποιεί, τρέφει, συντηρεί και φέρει. Αντίθετα, για τον κάπως νεότερο Αναξίμανδρο, πρώτο αί­τιο ήταν το απροσδιόριστο, το μη προσδιορίσιμο, το απεριόριστο από το οποίο ξεχώρισαν για πρώτη φορά αργότερα, «αδίκως» χειρα­φετήθηκαν, οι ποιότητες της ύλης, δηλαδή η —σε πολωμένες αντιθέ­σεις— διαρθρούμενη ύπαρξη.

Ο Αναξιμένης, (που πέθανε το 586 π.Χ.), έδωσε στην πρωταρχική ύλη και πάλι το όνομα ενός στοιχείου, αυτό του αέρα σε αιθέρια μορφή, ο οποίος για τον Αναξιμένη σήμαινε συγχρόνως «πνοή ζωής» και ως παράσταση παρέμενε, κατά κάποιον τρόπο, αιωρούμενος με­ταξύ έννοιας και συμβόλου.

Έτσι, η μυθική θεογονία είχε πια αποσυνδεθεί από μια «συμπαντική» κοσμογονία, η σκέψη μιας δημιουργίας ή πολύ περισσότερο ενός σχηματισμού του σύμπαντος, είχε αποχωριστεί από εκείνην μιας γέννησης και εξέλιξης του.

Όμως, ενώ η Ιωνική Φιλοσοφία κατάφερνε να αντιπαρατάξει στην πρώιμη Ελληνική θρησκεία μια τελείως δική της ερμηνεία του Παντός, χωρίς να έρχεται άμεσα σε σύγκρουση μαζί της (αντιθέτως, o Werner Jäger την χαρακτηρίζει ως «Ενότητα της πνευματικής θεώρησης του Θεού και της σκεπτόμενης αποκάλυψης του Όντος»), οι Ιταλοί φιλόσοφοι του 5ου αιώνα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα νέο θρησκευτικό κίνημα, τον Ορφισμό. Ο τελευταίος είχε συντεθεί κατά έναν ασυνήθιστο τρόπο από πρωτόγονα-οργιαστικά και ανατολικά-πνευματικά στοιχεία (αντιλήψεις περί μετεμψύχωσης και απολύτρωσης). Η Φιλοσοφία, αφομοιώνοντας ή απορρίπτοντας εκείνο το κίνημα, διαιρέθηκε σε δύο ακραίες κατηγορίες, οι οποίες πάλι συνήψαν μεταξύ τους τις πιο παράδοξες ενώσεις: ενώθηκαν σε ένα είδος κάποιου μυστηριακά προετοιμαζόμενου πνευματισμού και σε έναν υλισμό πραγματιστικής κατεύθυνσης.

Εκπρόσωπος της πρώτης τάσης υπήρξε η αινιγματική μορφή του Πυθαγόρα (περί το 500 π.Χ.), που είχε γεννηθεί στη Σάμο, είχε γίνει ο ιδρυτής μιας αποκρυφιστικής αίρεσης στην Ιταλία, και είχε προ­σπαθήσει να συζεύξει την πιο ασύλληπτη από όλες τις πνευματικές εμπειρίες, δηλαδή τη θρησκευτική, με την πιο αυστηρή από όλες τις επιστήμες, δηλαδή τα Μαθηματικά: υπό το σύμβολο του τόσο μονο­σήμαντου όσο και μυστηριώδους αριθμού, ο Πυθαγόρας αντικατέ­στησε την πρωταρχική ουσία με την πρωταρχική σχέση μεταξύ πραγμάτων και σφαιρών ύπαρξης.

Εντούτοις, για τον κάπως νεότερο Ηράκλειτο από τη μικρασια­τική Έφεσο, ίσως τον πλέον οξυδερκή όλων των Προσωκρατικών, εκείνη η πρωταρχική σχέση παρουσιαζόταν ως πρωταρχική έντα­ση, ως «πόλεμος», και η εικόνα με την οποία αναζητούσε να αντί κα­θρεφτίσει μια πραγματικότητα που είχε συλλάβει σε ακατάπαυστη μεταβολή, ήταν εκείνη της διαρκώς αυτοαναλισκόμενης και πάλι αναζωπυρούμενης φωτιάς. Συγχρόνως, όμως, πίσω από τον λαμπρό παροδικό κόσμο των φαινομένων ο Ηράκλειτος αντιλαμβανόταν και το Αμετάβλητο, το Διαρκές, το Διαφεύγον κάθε Γήινης έντασης, στο οποίο έδωσε το όνομα «Λόγος».

Απέναντι σ’ αυτά, ο σύγχρονος του και πνευματικός του αντίπαλος, ο Παρμενίδης, που δρούσε στην ιταλική πόλη Ελέα, δεχόταν μία και μοναδική, σταθερή, δίχως αρχή, διαρκή πραγματικότητα του Είναι, της οποίας το σύμβολο ήταν γι’ αυτόν η τέλεια σφαίρα. Όμως, αυτή ακριβώς η αμετάβλητη πραγματικότητα αποκαλύφθη­κε και εκπληρώθηκε στον Παρμενίδη μέσα από το παιχνίδι των εναλλαγών των εφήμερων στοιχείων, παιχνίδι που περιέγραψε αργότερα ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (περί το 450 π.Χ.), μια ιδιόμορφη παρουσία όμοια του Παράκελσου, ως διεργασία «μίξης» και «διάλλαξης», «σύνθεσης» και «αποσύνθεσης», αλλά παράλληλα αποδιδό­ταν στην επίδραση ανωτέρων συμπαντικών δυνάμεων, δυνάμεων έλξης και άπωσης, αγάπης και μίσους.

Όμως, μπορούσε άραγε μια τέτοια διεργασία, κατά την οποία το χάος μετατρεπόταν τελικά στο σύμπαν, να είναι μια διεργασία, τυφλή, διεπόμενη από την τύχη;

Ο Αναξαγόρας, σύγχρονος του Εμπεδοκλή, θεωρούσε τη διεργασία αυτή σχεδιασμένη και κατευθυνόμενη από μια ανώτερη πνευματική δύναμη, που την ονόμαζε Νου, παγκόσμιο νου, και η οποία γι’ αυτόν, αντίθετα προς τον οιονεί αιωρούμενο Λόγο του Ηράκλειτου, παρενέβαινε στην πραγματικότητα και μάλιστα ήταν μέρος αυτής ως η πλέον ανώτερη και πλέον ευκίνητη από κάθε ύλη, χωρίς ωστόσο να «αφομοιώνεται» από αυτήν την πραγματικότητα.

Στον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη —ο οποίος γεννήθηκε περί το 450 π.Χ.— αποσυνδέθηκε τελικά αυτή η αντίληψη περί ενός «ad hoc δρώντος Νου» από εκείνη μιας τυφλής-μηχανικής «νομοτέλειας της Φύσης», της κινητήριας δύναμης οιονεί αναρίθμητων, διαφορετικών κατά μέγεθος, θέση και σχήμα, περιφερόμενων στον κενό χώρο ατό­μων, τα οποία αποτελούσαν γι’ αυτόν τα τελευταία άφθαρτα και αναλλοίωτα βασικά συστατικά κάθε ύπαρξης.

Έτσι, όμως, η θεώρηση της Φύσης από τους Έλληνες της προ­σωκρατικής εποχής, είχε φτάσει στο σταυροδρόμι δύο κατευθύνσε­ων, από τις οποίες η μία φαινόταν να οδηγεί προς μια νέα αυλή θρη­σκευτικότητα, ενώ η άλλη προς τον κοσμοθεωρητικό υλισμό. Πα­ράλληλα, ξεχώρισε βεβαίως η Φιλοσοφία από την Επιστήμη υπό την αυστηρότερη έννοια, και κατά τα τέλη του 5ου αιώνα στράφηκε με τους Σοφιστές, τους «διαφωτιστές» εκείνης της εποχής, στα προβλή­ματα της ύπαρξης των πολιτών της Γης, ενώ η πολυσήμαντα εναλ­λασσόμενη γλώσσα έκφρασης των Προσωκρατικών ξεδιαλύνθηκε ή ακόμη ισοπεδώθηκε προς μια γλώσσα λογικών εννοιών. Όπως είπε ο ορθολογιστής Bertrand Russell, «το σημείο στο οποίο ίσως προβάλει κάποιος αντιρρήσεις ακόμη και στους καλύτερους των φιλοσόφων μετά από τον Δημόκριτο, είναι η μονόπλευρη θεώρηση της εμφάνι­σης του ανθρώπου σε βάρος του σύμπαντος».

Αναμφίβολα, τα μεγάλα ζητήματα της προσωκρατικής Φιλοσοφίας βρέθηκαν αργότερα στο επίκεντρο της Δυτικής σκέψης. Το ίδιο αναμφίβολα, οι επιστημονικοί σπόροι της προσωκρατικής Φιλοσοφίας άνθησαν αργότερα οδηγώντας σε αδιαφιλονίκητα πορίσματα και γνώσεις.

Είναι, όμως, η προσωκρατική Φιλοσοφία, γι’ αυτούς τους λό­γους, Φιλοσοφία ή Επιστήμη, με τη σημερινή σημασία του όρου; Μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διχογνωμίας αν η προσωκρατική Φιλοσοφία ακολούθησε μετά από μια μυθική φάση ή, αντιθέτως προηγήθηκε μιας ορθολογικής φάσης στην ιστορία της ανθρώπινης ερμηνείας του σύμπαντος. Ακόμη, ίσως τεθεί το ερώτημα: το χάσμα που χωρίζει την προσωκρατική Φιλοσοφία από τη Σωκρατική Δια­λεκτική είναι ευρύτερο από εκείνο μεταξύ του Σωκράτη και των στοχαστών των νεοτέρων χρόνων; Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγο­νός ότι η προσωκρατική Φιλοσοφία αγνοήθηκε επί αιώνες από τους αρμόδιους φιλοσόφους.

Από τον Χέγκελ κατά πρώτον —και στη σκιά του από τον Ε. Zeller — η προσωκρατική Φιλοσοφία ενσωματώθηκε σε εκείνη την κίνηση των τριών ρυθμών, στην οποία ολοκληρώθηκε η αυτοανάπτυξη του πνεύματος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η προσωκρατική Φιλοσοφία έγινε, κατά το παράδειγμα του Αριστοτέλη παλαιότερα, συναινετική ή κριτική. Η αποτίμηση αυτή επιτεύχθηκε στη βάση ενός αυστηρά εννοιολογικού μέτρου και η προσωκρατική Φιλοσο­φία χαρακτηρίστηκε είτε από τους Gomperz και Burnet ως προθάλα­μος της επιστημονικής σκέψης είτε, αντιστρόφως από τον Joelλίγο αργότερα, ως μυστηριακή απόκλιση από αυτήν. Μόλις τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας αναγνωρίστηκε στην προσωκρατική Φιλο­σοφία —κάτω από την ακόμη επενεργούσα επιρροή του Νίτσε και την αίσθηση μιας ολοένα διευρυνόμενης και εμβαθύνουσας ιστορι­κής έρευνας— ένα είδος ιδιαίτερου χαρακτήρα και μιας ιστορικής «αυτοτέλειας». Η προσωκρατική Φιλοσοφία τοποθετήθηκε σ’ ένα γόνιμο κεντρικό σημείο μεταξύ των προεννοιολογικών —θρη­σκευτικών και μεταμυθικών— ορθολογικών αντιλήψεων.

Ο Erwin Schrödinger φαίνεται να επιδοκιμάζει αυτήν τη νέα αξιολόγηση της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Φύσης. Ωστόσο, όταν την προσεγγίζει κυρίως από την άποψη της επιστημονικής σκέψης —τοποθετούμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο για μια ακόμη φορά πίσω από τη μεταφυσική ερμηνεία του Heidegger— ίσως ο αναγνώστης αισθάνεται λίγο απογοητευμένος. Εντούτοις, καμία μεμονωμένη ερ­μηνεία δεν μπορεί να εξαντλήσει την πληθώρα των τρόπων έκφρα­σης της Αρχαιότητας, ούτε κάποια αντίθετη ερμηνεία μπορεί να την «ανασκευάσει» πλήρως. Π’ αυτό ακριβώς υπάρχει η ελπίδα ότι ο Schrödinger θα κατορθώσει, ακόμη και για τους νηφάλιους και σκε­πτικιστές ανάμεσα στους σύγχρονους συναδέλφους του, να διανοί­ξει μια δίοδο σε έναν κόσμο, κατά κανόνα ξένο στους ανθρώπους αυτούς. Έναν κόσμο ο οποίος τελικά προσφέρει πολύ περισσότερα και διαφορετικά απ’ όσα απλώς υπόσχεται η καινούρια ανακάλυψη του. Μήπως δεν αντικαθρεφτίζεται, εμμέσως στην ερμηνεία του Schrödinger και κάτι από τη σημερινή διαμάχη για έναν στενότερο και αυστηρότερο, έναν ισχυρότερο στη δράση και πιο επικίνδυνο τρόπο θεώρησης της Φύσης; Αραγε, μήπως επιχειρούμε —όχι απο­λύτως βέβαιοι για τα μέτρα και τους σκοπούς που έχουμε θέσει στη θεώρηση της Φύσης— να ιδιοποιηθούμε για μια ακόμη φορά, κάτι από τη μαγεία και την αυτοπεποίθηση της πρώιμης νεότητας της;

Μίλα στον εαυτό σου σαν να ‘ναι παιδί

Με το πέρασμα των ετών οι άνθρωποι καλλιεργούμε την υπευθυνότητα και την ωριμότητά μας, δυο αρετές που αποτελούν απαύγασμα του χρόνου. Βαθιά μέσα μας, όμως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες ρυτίδες κι αν χαράζουν πια το πρόσωπό μας, όσα σημάδια κι αν έχουν σημαδέψει το σώμα και την ψυχή μας, ένα μόνο δε μεγαλώνει. Το παιδί που όλοι κρύβουμε στα έγκατα του εαυτού μας.      Εκείνο, που όσο κι αν καμουφλάρεται με ρετάλια σοβαροφάνειας και θρύψαλα υποχρεώσεων, παραμένει τρελό κι αλλοπαρμένο. Εκείνο, που κρατά ακόμη σαν φυλαχτό την αθωότητα στην καρδιά του και βλέπει καλοπροαίρετα κάθε στάση και συμπεριφορά. Εκείνο, που πέφτει ξανά και ξανά, γιατί είναι αφηρημένο κι απρόσεχτο και παρασύρεται εύκολα απ’ τη χαρά του παιχνιδιού. Εκείνο, που κλαίει δυνατά και αγκαλιάζει δυνατότερα. Εκείνο, που κάνει συνέχεια λάθη κι όσες φορές, κι αν το μαλώσεις, πάντα σου σκάει στο τέλος ένα χαμόγελο.

Μίλα στον εαυτό σου σαν να είναι ακόμη παιδί. Ο Brancusi έλεγε: «Όταν δεν είμαστε πια παιδιά, είμαστε ήδη νεκροί». Αγκάλιασε το παιδί που κρύβεις μέσα σου, μην ντρέπεσαι να το αφήσεις ελεύθερο και μην το καταπιέζεις κάτω απ’ την αμφίεση ενός ενηλίκου. Να φέρεσαι στον εαυτό σου με τρυφερότητα, να σε χαϊδεύεις όταν πρέπει, να σε μαλώνεις όταν είναι ανάγκη να συμμορφωθείς και να σε μεγαλώνεις σωστά.

Η προσοχή και η φροντίδα, που δείχνουμε στα παιδιά, κερδίζουν πάντα τη μερίδα του λέοντος απ’ την καθημερινή μας μέριμνα για εμάς και τους άλλους. Το ότι μεγαλώσαμε δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να φροντίζουμε τον εαυτό μας, όπως ένα παιδί. Άλλωστε, το παιδί που ήμασταν, το ίδιο είμαστε και σήμερα, λίγο αλλιώς βέβαια. Αλλά αυτό το αλλιώς, δεν έχει αλλοιώσει την προσωπικότητά μας, αντιθέτως την έχει εξελίξει. Επομένως, η φροντίδα που είχαμε σε μικρή ηλικία θα πρέπει να συνεχίζεται και σήμερα.

Να είσαι ευγενής κι αγαπησιάρης με τον εαυτό σου. Να του μιλάς γλυκά και τρυφερά και να τον ανταμείβεις όταν κάνεις κάτι αξιέπαινο. Να σε κανακεύεις, να σε προσέχεις, να μην αφήνεις τίποτα και κανέναν να σε πληγώνει, να γίνεσαι ο ίδιος ασπίδα του παιδιού που είσαι. Να σε χαϊδεύεις όταν πονάς και ν’ απαλύνεις τον πόνο σου με δραστηριότητες που σου φτιάχνουν το κέφι. Να σου φέρεσαι όμορφα και τότε σίγουρα το παιδί που έχεις μέσα σου θα χαμογελά.

Όταν όμως κάνεις επαναλαμβανόμενα λάθη, να είσαι αυστηρός μαζί του. Γιατί, όπως ακριβώς ένα παιδί πρέπει ν’ ακούσει πολλές φορές το «όχι» για να μάθει ν’ αποφεύγει μια συμπεριφορά, έτσι κι εσύ πρέπει να δεχτείς την αυστηρότητα και τη σκληρότητα κάποιων καταστάσεων για να προχωρήσεις στη ζωή σου.

Δεν αξίζεις την τιμωρία απ’ τους άλλους, οφείλεις όμως να είσαι ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού σου και να σε μαλώνεις όταν ρίχνεις την αξιοπρέπειά σου και συμβιβάζεσαι με ψίχουλα κι ανθρώπους που προσβάλλουν την αξία σου. Μην ξεχνάς ότι μόνοι μας ορίζουμε την αξία μας. Όσο πιο φτηνά συμπεριφερόμαστε στον εαυτό μας, τόσο πιο ευτελής γίνεται η αντιμετώπισή μας απ’ τους άλλους.

Η βασική ανάγκη του παιδιού που κρύβεις μέσα σου είναι να μεγαλώσει σωστά. Να είναι υγιές και ν’ αναπτυχθεί σωματικά και νοητικά. Αυτή η ανάγκη δεν παύει ποτέ. Η σωστή διατροφή για μια καλή υγεία, η γυμναστική και η πνευματική τροφή αποτελούν απαραίτητα εφόδια για όλη μας τη ζωή.

Αν θέλουμε να ζήσουμε όμορφα και καλά, οφείλουμε να προσέχουμε τον εαυτό μας, όσο περνάει απ’ το χέρι μας. Οι κραιπάλες πρέπει να γίνονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις κι όχι καθημερινά. Ο ύπνος πρέπει να είναι ήρεμος και αρκετών ωρών, να ηρεμεί το πνεύμα και το σώμα μας και να φορτίζουμε τις μπαταρίες μας.

Η πνευματική τροφή είναι αναπόσπαστο κομμάτι για να μεγαλώσουμε και ν’ αναπτυχθούμε συναισθηματικά και εγκεφαλικά. Το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας ρουφά σαν σφουγγάρι τη γνώση, τις νέες πληροφορίες, αφουγκράζεται το καινούριο και αγωνιά να ζήσει νέες περιπέτειες. Τα ταξίδια διευρύνουν τους ορίζοντές μας και γινόμαστε κοινωνοί του κόσμου. Μυούμαστε σε διαφορετικές κουλτούρες κι αποκτούμε μια πιο ανοιχτή αντίληψη για τους άλλους, χωρίς να μένουμε προσκολλημένοι στο μικρόκοσμό μας.

Μην ξεχνάς ποτέ το παιδί που κρύβεις μέσα σου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, το παιδί αυτό θα σου υπενθυμίζει ότι έχεις τις ίδιες ανάγκες που είχες σε μικρότερη ηλικία. Να σ’ αγαπούν με αλήθεια κι αθωότητα, να σ’ αγκαλιάζουν δυνατά όταν δεν είσαι καλά, να σε μαλώνουν για να βάλεις μυαλό και να σε επιβραβεύουν όταν πετυχαίνεις ένα δύσκολο στόχο. Όλες αυτές οι απαιτήσεις όμως πρέπει να στρέφονται πρώτα απ’ όλους σε σένα τον ίδιο. Εσύ οφείλεις να κρατάς υγιές κι ευτυχισμένο το παιδί που κρύβεις μέσα σου. Κι ύστερα οι άλλοι.

Άλλωστε, υπάρχει μεγαλύτερη ευθύνη απ’ το να προσέχεις για μια ζωή ένα παιδί; Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτό σου σαν το παιδί που θα ήθελες να έχεις.

Nietzsche: Η εύρεση ενός δρόμου προς την απόλυτη Ελευθερία

Ο Νίτσε έλεγε ότι για να γίνεις αυτό που είσαι, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μάθεις ποιος είσαι. Το "γνώθι σαυτόν", όμως, ν' ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το να ξεχνά κανείς τον εαυτό του, να τον παρανοεί, να τον μειώνει, να περιορίζει τους ορίζοντες του και να τον καθιστά μέτριο θα ήταν η συνταγή για την καταστροφή του. Ενώ παράλληλα τονίζει ότι αγαπάει ό,τι μας κάνει μεγαλύτερους από αυτό που είμαστε.

Η φιλοσοφία του δεν είναι οδηγός που επιβάλλει τη σκέψη του, αλλά που ενθαρρύνει την ανεξάρτητη σκέψη.

Η επιρροή του έφερε χαλάρωση των παγιωμένων ιδεών και την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας.

Θα 'ρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα πάψουν να φοβούνται τη γνώση, που δε θα μεταμφιέζουν την αδυναμία σε «ηθικό νόμο», που θα βρουν το θάρρος να σπάσουν τα δεσμά του «πρέπει».

Η υπέρβαση όλων των αξιών είναι η φόρμουλά μου, για την υπέρτατη επανεξέταση εκ μέρους της ανθρωπότητας.

Κάθε αληθινή πίστη είναι αλάνθαστη. Εκτελεί όσα ο πιστός ελπίζει να βρει σε αυτή, αλλά δεν προσφέρει τη βάση για την εδραίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας.

Αν θες να επιτύχεις ηρεμία και ευτυχία, έχε πίστη.
Αν θες να γίνεις οπαδός της αλήθειας… ψάξε!
Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! Μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση;
Αυτός που αναζητάει την αλήθεια πρέπει να υποστεί μια προσωπική ψυχολογική ανάλυση - την ονομάζει «ηθική ανατομία»… Και για να το κάνει αυτό, πρέπει πρώτα ν΄ απομακρυνθεί από την εποχή του και τη χώρα του και τότε να εξετάσει τον εαυτό του από μακριά!

Ο ίδιος ο εαυτός σου είναι θέληση για δύναμη. Η αποστολή σου είναι να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Ένα είδος αυτογνωσίας που δεν είναι απλά πνευματική ή αφηρημένη. Η γνώση έχει τις ρίζες της στο σώμα. Η αυτογνωσία είναι η απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερης γνώσης σχετικά με το ανθρώπινο σώμα, το σώμα σου, ανατομία-ψυχολογία.

Η ανθρωπότητα είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί και προτείνει το ιδανικό της υπέρβασης του εαυτού. Ένα ιδανικό που αποκαλεί «ο Υπεράνθρωπος». Όχι καταφεύγοντας σε ένα μεταφυσικό βασίλειο έξω από το ανθρώπινο, αλλά εντός των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Ο άνθρωπος βρίσκεται μεταξύ ζώου και υπεράνθρωπου. Η πρόκληση είναι να γίνεις υπεράνθρωπος, όχι να παραμείνεις άνθρωπος ή να εκπέσεις σε ζώο.

Καθήκον μας είναι να τελειοποιήσουμε τη φύση, να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, την κουλτούρα μας, την οικογένεια, τον σαρκικό πόθο μας, την ωμή κτηνώδη μας φύση, να γίνουμε αυτοί που είμαστε, να γίνουμε ό,τι είμαστε.

Οι μεγάλοι διανοητές πάντα επιλέγουν τη συντροφιά του εαυτού τους και σκέφτονται τις δικές τους σκέψεις, ανενόχλητοι από τον όχλο.

Αντιπαθώ τους άλλους που μου κλέβουν την μοναχικότητά μου χωρίς να μου προσφέρουν αληθινή συντροφιά.

Ξέρω τη μοίρα μου. Κάποια μέρα το όνομά μου θα συνδεθεί με κάτι φοβερό. Μια άνευ προηγουμένου κρίση στη γη. Την πιο βαθιά αλλαγή συνειδήσεων, ενάντια σε όσα πίστευαν μέχρι πρότινος. Ενώ εσείς βλέπετε ιδανικά, εγώ βλέπω τι είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

Η μεγαλύτερη αρετή του σπουδαίου στοχαστή είναι η μεγαλοψυχία με την οποία, σαν γνώστης, χωρίς φόβο, συχνά με κάποια αμηχανία, συχνά εν μέσω χλευασμών, προσφέρει τον εαυτό του και τη ζωή του ως υπέρτατη θυσία.

Μάθε να βλέπεις πέρα από την επιφάνεια

Ξέρω τι θα μου πεις: Πώς, ακόμη κι αν εξωτερικά σε σένα οι άλλοι -μα κι εγώ συχνά ακόμη- μοιάζει να βλέπουμε τον όμορφο, αποφασιστικό και δυναμικό σου εαυτό, εκείνο το κομμάτι σου που πείθει τους γύρω σου να σε θαυμάζουν και σιωπηλά να σου δίνουν να καταλάβεις πως είσαι μια ύπαρξη διαφορετική, μια ιδιοσυγκρασία με τη δική της απόχρωση, ακόμη και τότε, απορείς, μα κάτι περισσότερο, δυσπιστείς και νιώθεις, πως η απόσταση που επιχειρούν να θέσουν οι άλλοι ανάμεσα σε εσένα, και σε αυτούς , είναι πλασματική και αναμφίβολα, ανεξήγητη.

Μα γιατί; αναρωτιέσαι. Τι, άραγε, το ξεχωριστό μπορεί να διαθέτω εγώ, σε σχέση με τους άλλους; Αφού και οι άλλοι, μου φαίνονται εξίσου ξεχωριστοί!

Βλέπεις, έχουν εκπαιδευθεί να βλέπουν μόνο τις καλογυαλισμένες επιφάνειες, επειδή η προοπτική τους φθάνει ίσα μέχρι την πρόσοψη, τα μάτια τους, βλέπεις… δεν διαθέτουν εκείνην τη διεισδυτική δύναμη, που θα τους καθιστούσε ικανούς να δουν εκείνο το κομμάτι σου που ένοχα αναπαύεται στη σκιά…

Αχ, εκείνο το σκιερό κομμάτι σου, που΄ ναι τόσο καλά προστατευμένο και απόρθητο, εκεί που συμβιώνουν αδιάντροπα όλες σου οι ανασφάλειες, οι οδύνες αγκαλιά με τις αποτυχίες, τις ελλείψεις, τα απωθημένα, και βέβαια, οι απεγνωσμένα ανικανοποίητες επιθυμίες σου…

Σε ξεχωρίζουν, λένε, για την ομορφιά σου… Μα που να ξέρουν, πως πέρασες τη μισή ζωή σου νιώθοντας την ασχήμια σου, και πως, για να την αντισταθμίσεις, ορκίστηκες στον εαυτό σου να κάνεις την κάθε μέρα σου όμορφη, και τη ζωή των γύρω σου εξίσου όμορφη, φροντίζοντας να ομορφύνεις, πρώτα- πρώτα, την ψυχή σου!

Έπειτα, ισχυρίζονται, σε θαυμάζουν για την επιτυχία σου… Μα ποιος τους είπε άραγε, πόσες φορές απέτυχες, πόσες ακόμη ένιωσες να συντρίβεται ολότελα η ψυχή σου, και πόσο θάρρος χρειάστηκες, καρδιά ανθεκτική και δύναμη να σφίξεις τις γροθιές σου, και να πεις: μπορεί να απέτυχα εδώ, μα αύριο θα προσπαθήσω και πάλι, μέχρι να πετύχω!

Σε ξεχωρίζουν λένε, για το ταλέντο σου… Μα που να ξέρουν πόσες φορές είδες μπροστά σου κλειστές πόρτες, πόση απογοήτευση και πόση αμφιβολία για αυτό ακριβώς το ταλέντο βίωσες, πόση ανασφάλεια για το αν χωράς στα μέτρα του ονείρου σου, κι αν τελικά διαθέτεις τις δυνάμεις να το πραγματώσεις!

Σε ξεχωρίζουν λένε, για την αυθεντικότητά σου… Μα που να ξέρουν για εκείνες τις -σχεδόν αναρίθμητες φορές- που βρέθηκες αντιμέτωπη με τα τραύματά σου και τόλμησες να τα κοιτάξεις στα μάτια, να αφεθείς και παρόλο το φόβο, τη θλίψη και τον δισταγμό σου να τα αγκαλιάσεις!

Σε ξεχωρίζουν ακόμη για ένα σωρό, λένε… Μα ποιος άραγε θα τους πει πως, αυτό που βλέπουν δεν είναι κάτι από πάντοτε αυθύπαρκτο, κάτι λόγου χάριν, έμφυτο; Ποιος θα τους πει λοιπόν, πως αυτό που βλέπουν εμπρός τους δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αντίκτυπο μιας σειράς σκοτεινών εμπειριών, κι ακόμη το αποτέλεσμα μιας αέναης πάλης με τον εαυτό σου ώστε αυτές οι εμπειρίες να μεταμορφωθούν, κυοφορώντας το φως;

Μάθε να βλέπεις, πέρα απ΄ την επιφάνεια λοιπόν… Και μάθε να μη θαυμάζεις, ούτε να ξεχωρίζεις κάποιον για αυτό που βλέπεις να είναι: Κι επιτέλους, μάθε, αναζήτησε, ή έστω προσπάθησε -ναι προσπάθησε- να εφεύρεις εκείνη τη μέθοδο που θα μεταβάλλει το εντός σου σκοτάδι στο πιο όμορφο (Ερεβοκτόνο) φως!

Κατανόηση της ψυχολογίας των ηλικιωμένων

Όσο προχωράει η ηλικία, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι ο άνθρωπος αλλάζει, σε διάφορες πτυχές του: σωματικά, γνωστικά, συναισθηματικά. Έτσι μπορεί να παρατηρηθεί μια γενικότερη διαφοροποίηση του πληθυσμού των ηλικιωμένων από τον ευρύτερο πληθυσμό των ενηλίκων (από 20 έως 60 ετών για παράδειγμα). Αποτελούν μια ομάδα με διαφορετική πραγματικότητα, και διαφορετικές ανάγκες, στην ζωή.

Η πραγματικότητα των ηλικιωμένων αλλάζει σταδιακά καθώς αυξάνετε και η ηλικία τους. Αρχικά κάποιος μπορεί να συνταξιοδοτηθεί ή να διακόψει άλλες δραστηριότητες και χόμπι του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, διάφορες ικανότητες μειώνονται και παρατηρείται ένα χαμηλότερο επίπεδο λειτουργικότητας (π.χ. χαμηλότερο επίπεδο όρασης), κάτι που μπορεί να οδηγεί το άτομο στο να χρειάζεται βοήθεια σε κάποιους τομείς της καθημερινότητας (π.χ. αδυναμία να μαγειρέψει). Αυτό συνδέετε έντονα και με την σωματική φθορά που βιώνουν: οι ηλικιωμένοι τείνουν να πάσχουν από αρκετές ασθένειες ταυτόχρονα (συννοσηρότητα). Τέλος, είναι μια φάση της ζωής που είναι πιο πιθανό τα άτομα να βιώσουν απώλεια αγαπημένων προσώπων – από φίλους μέχρι τον/την σύντροφο.

Όλα αυτά προξενούν σκέψεις στο άτομο όπως ‘τώρα πια είμαι ανίκανος’, ΄χωρίς την βοήθεια των άλλων δεν μπορώ να κάνω τίποτα’ ή ‘δεν ελπίζω σε καλύτερο μέλλον’, και ‘τα πράγματα θα γίνονται όλο και χειρότερα’.

Τέτοιου τύπου σκέψεις οδηγούν σε πληθώρα αρνητικών συναισθημάτων και συναισθηματικών καταστάσεων: χαμηλή αυτοεκτίμηση, λύπη, αισθήματα κατάθλιψης, νεύρα και θυμό, και έντονες υπαρξιακές φοβίες και άγχη. Πρέπει να σημειωθεί ότι μια υποκατηγορία της κατάθλιψης είναι η γεροντική κατάθλιψη.

Τα συναισθήματα με την σειρά τους κάνουν το άτομο να εκφράζει κάποιες συμπεριφορές που μοιάζουν ιδιαίτερες: έλλειψη καλής διάθεσης και ‘μούτρα’, απραγία και έλλειψη ενδιαφερόντων (π.χ. παρακολούθηση τηλεόρασης όλη την ημέρα), ανάγκη για ανάκληση και επανάληψη των ‘παλιών καλών εποχών’, αναζήτηση προσοχής από το περιβάλλον, επιθυμία για έλεγχο των κοντινών προσώπων, ξεσπάσματα οργής.

Παρότι με μια πρώτη ματιά κανείς μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοιες συμπεριφορές ως ακατανόητες, και να σκεφτεί ‘παραξενεύει αυτός/ή όσο μεγαλώνει’, σκεπτόμενοι την πραγματικότητα ενός ηλικιωμένου ατόμου, μπορούμε να τον/την κατανοήσουμε καλύτερα. Άλλωστε όλοι θα βρεθούμε σε αυτή την θέση κάποτε.

Για να αποφευχθούν αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα και ιδιόμορφες συμπεριφορές, είναι καλό οι ηλικιωμένοι να παραμένουν ενεργοί! Αρχικά μπορούν να αναζητήσουν χόμπι και δραστηριότητες είτε που έκαναν και παλιότερα (π.χ. πλέξιμο), είτε που πάντα ήθελαν να κάνουν και δεν είχαν τον χρόνο (π.χ. ζωγραφική). Αυτές μπορούν να είναι εντός ή εκτός σπιτιού (π.χ. διάβασμα, βόλτες), ατομικές ή ομαδικές (π.χ. πλέξιμο, ομαδικά παιχνίδια όπως χαρτιά). Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως πλέον υπάρχουν πληθώρα ομάδων που καλύπτουν τις ανάγκες των ηλικιωμένων και προσφέρουν δυνατότητες κοινωνικοποίησης και δραστηριοποίησης (π.χ. εκδρομή με τα ΚΑΠΗ της γειτονιάς). Επιπλέον καλό θα ήταν να παραμένουν ‘μέσα στα πράγματα’ όσο το δυνατόν: η επικαιρότητα, όσο και η τεχνολογία προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς, και συχνά οι ηλικιωμένοι (ειδικά της υπάρχουσας γενιάς) νιώθουν ότι αποκόπτονται από την κοινωνική πραγματικότητα.

Επίσης εάν κάποιος βιώνει αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα θα μπορούσε να αναζητήσει θεραπεία. Τέλος κάτι που βοηθά πολύ τους ηλικιωμένους, και βελτιώνει την καθημερινότητά τους είναι η διάδραση με την οικογένεια και η συμμετοχή στα οικογενειακά δρώμενα. Όσο μπορούμε ας συμπεριλαμβάνουμε τα ηλικιωμένα μέλη των οικογενειών μας στις ζωές μας. Ένα απλό τηλεφώνημα και λίγα λεπτά από τον χρόνο του καθένα μπορούν να προσφέρουν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση.

Συνοψίζοντας, οι ηλικιωμένοι βιώνουν ιδιαίτερες καταστάσεις, που τους προξενούν αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα και οδηγούν σε ιδιόμορφες συμπεριφορές. Αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν με μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα, που μπορούν να γεννήσουν αισθήματα χαράς και σκέψεις ελπίδας.

Σε μια κοινωνία που ο αριθμός των ηλικιωμένων σταδιακά αυξάνετε (λόγω του μεγαλύτερου προσδόκιμου ζωής), καλό θα ήταν να έχουμε κατά νου τον ηλικιωμένο δίπλα μας, και να διευκολύνουμε την καθημερινότητά του όσο μπορούμε, με πράξεις, ή ακόμα και με ένα χαμόγελο.

Αυτά που προσπαθεί να σου πει η μοναξιά

Η μοναξιά δεν έχει καμία σχέση με το πόσοι άνθρωποι είναι γύρω σου. Μπορεί να περιβάλλεσαι από φίλους, αλλά να αισθάνεσαι ακόμα μόνος βαθιά μέσα σου.

Το πιο σημαντικό πράγμα για τη μοναξιά είναι να το δεχτείς και να δεις τι προσπαθεί να σου πει.
Σταματήστε να προσπαθείτε να βρείτε τι συμβαίνει με εσάς και αρχίστε να ακούτε τι έχει να σας πει. Θυμηθείτε ότι η μοναξιά δεν είναι εναντίον σας, εξυπηρετεί το συμφέρον σας.

Αυτή η μοναξιά που αισθάνεστε μπορεί να σας εξυπηρετεί σε κάτι που αγνοείτε. Μπορεί να σας φέρει αλήθειες ή μαθήματα που θα σας εξυπηρετήσουν στο δρόμο σας να γίνετε η καλύτερη έκδοση του εαυτού σας.

1. Σας οδηγεί στις σωστές σχέσεις
Έρχεται ένα σημείο στη ζωή σας όπου, ακόμα κι αν περιβάλλεστε από ανθρώπους όπως φίλους, συνεργάτες και ακόμη και έναν ρομαντικό σύντροφο, εξακολουθείτε να αισθάνεστε μοναξιά και ελλιπείς. Υπάρχει εκείνη η παρατεταμένη αίσθηση της μοναξιάς και της αποσύνδεσης.

Όλοι μεγαλώνουμε και μερικές φορές ίσως ξεφεύγουμε. Μερικές φορές οι άνθρωποι που ήταν κοντά μας μπορεί να γίνουν αυτό που μας κρατάει κάτω. Αναγνωρίζοντας τοξικές καταστάσεις στις οποίες δεν αισθάνεστε πλέον ότι εντάσσεστε, πρέπει να τις εξετάσετε.

Η μοναξιά σας μπορεί να σας δώσει τη δυνατότητα να απομακρυνθείτε από τις αρνητικές επιρροές της τρέχουσας ζωής σας, ανοίγοντας χώρο για ανθρώπους που μπορεί να είναι πιο συμπονετικοί, αγαπημένοι, υποστηρικτικοί, συμβατοί και ευθυγραμμισμένοι με τον πραγματικό εαυτό σας.

Ενώ αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα, μην χάσετε την ελπίδα σας. Θα αρχίσουν να εμφανίζονται όταν τους αφήνετε χώρο και οι δονήσεις σας είναι πιο ευθυγραμμισμένες.

2. Σας κάνει να εστιάσετε μέσα σας.
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας, έχετε εστιάσει την προσοχή σας έξω από τον εαυτό σας. Το εγώ ίσως έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή σας, πιέζοντας την προσοχή σας σε φυσικά πράγματα όπως το χρήμα, το βλέμμα, τη φήμη, τις περιουσίες και πολλά άλλα.

Αλλά όταν η μοναξιά σας χτυπά, τίποτα δεν έχει σημασία. Όλα θα φαίνονται μακρινά και ασήμαντα, είτε πρόκειται για το μεγάλο σπίτι σας, για τη δουλειά σας είτε για τους ανθρώπους που έχετε συναισθηματικά προσκολληθεί.

Η μοναξιά τελικά θα σας καθοδηγήσει στο ταξίδι σας προς το εσωτερικό σας, προς τα πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία για εσάς. Όταν αρχίζετε να εστιάζετε στην εσωτερική σας ανάπτυξη και την εσωτερική εργασία, ξεκινάει μια πραγματική μεταμόρφωση.

Από το να είσαι φτωχός και ήπιος, θα βρεθείς ανεξάρτητος, εκφράζοντας τα δώρα σου και εκπληρώνοντας το μεγαλύτερο πάθος και το σκοπό σου. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν μόνο κοιτάζοντας προς τα μέσα.

3. Αφυπνίζει τον Ανώτερο Εαυτό σας και επισημαίνει τον σκοπό σας
Ξεκινώντας ένα εσωτερικό ταξίδι, θα βρεθείτε αντιμέτωποι με τη μοναξιά της ψυχής. Θα συνειδητοποιήσετε τον πυρήνα του γιατί νιώθετε μοναξιά.

Στην πραγματικότητα, ο κύριος σκοπός της μοναξιάς είναι να μας σηματοδοτήσει ότι γυρίζουμε την πλάτη μας στους εαυτούς μας, σε αυτό που πραγματικά έχει σημασία για εμάς, για το σκοπό μας. Αυτή η μοναξιά της ψυχής σας υπενθυμίζει ότι η Γη δεν είναι το πραγματικό σας σπίτι. Στη συνέχεια, θέλετε να γυρίσετε σπίτι σε κάποιο μέρος κάπου αλλού.

Όταν η ψυχή σας ξυπνήσει, γίνεται συνειδητή για τα άλλα επίπεδα πέρα ​​από αυτό το φυσικό επίπεδο. Σύντομα ρωτάει γιατί είστε εδώ και πώς μπορείτε να φτάσετε στο «πραγματικό» σπίτι σας. Αυτό μπορεί να προκαλέσει πραγματική θλίψη για την ψυχή σας, όμως είναι η αρχή της συνείδησης ή της ψυχής σας.

Τότε συνειδητοποιείτε ότι είστε εδώ σε μια περιπέτεια και έχετε έναν σκοπό. Η γνώση σας κάνει να έχετε πρόσβαση στα άλλα μέρη που παραμένουν αδρανείς, να γνωρίσετε τον εαυτό σας πλήρως και το σκοπό σας.

4. Σας επανασυνδέει με την πνευματικότητα
Όταν μένετε αρκετά μακριά στο εσωτερικό ταξίδι σας, θα βρείτε μια σύνδεση σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.

Η μοναξιά σας αποσυνδέει τον εαυτό σας από τον φυσικό κόσμο και σας αναγκάζει να ξυπνήσετε τη διαίσθησή σας και να επανασυνδέσετε το πνεύμα. Η μοναξιά δεν υπάρχει επειδή δεν υπάρχει σύνδεση με άλλους, αλλά επειδή στερείται σύνδεσης με το πνεύμα σας.

Όταν η ζωή είναι πολύ άνετη, μπορεί να μην σας αρέσει η αλλαγή και ακόμη και να αποτύχετε να συνδεθείτε με τον πνευματικό κόσμο, καθώς οι πόροι σας είναι άφθονοι. Το μόνο που αισθάνεσαι είναι η μοναξιά και η μοναξιά που σκάβεις βαθύτερα μέσα σου και ψάχνεις για την πνευματική σύνδεση που κάνει το ταξίδι σου να αξίζει τον κόπο.

Είναι σε αυτό το πνευματικό βάθος που αρχίζετε να παρατηρείτε εκπληκτικούς συγχρονισμούς, να λαμβάνετε σημάδια και μηνύματα, να αισθάνεστε κάποια παρουσία, να συνδέεστε με τους πνευματικούς οδηγούς και να αισθανθείτε την ενότητα όλων.

5. Μεταθέτει τα συστήματα πεποιθήσεων σας και τα ζητήματα ζωής από το παρελθόν
Η μοναξιά σας απελευθερώνει από τα συστήματα πεποιθήσεων στον τρισδιάστατο κόσμο, το οποίο είναι το μόνο πράγμα που πρέπει να αφήσετε για να ανεβάσετε επίπεδο.

Ωστόσο, η ύπαρξη φυσικά επί του κόσμου για αιώνες καθιστά την ενέργειά σας πυκνή. Είναι πιθανό να μεταφέρετε τραύματα από το παρελθόν ή της ανάγκης να ζεις σε μοναξιά για να αγκαλιάσεις τα δώρα σου. Η ανθρωπότητα έχει περάσει πολλά και το DNA σας έχει αυτές τις μνήμες μέσα.

Αυτό το σύστημα πεποιθήσεων σχετικά με τους φόβους και τα τραύματά σας ήταν σχετικά στο παρελθόν όπου η χρήση των δικών σας ή θεραπευτικών ικανοτήτων θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη. Αλλά σε αυτή την πραγματικότητα, οι φόβοι να γίνετε θεραπευτής, να μην έχετε πρόσβαση στα δώρα σας ή να απομονώσετε τον εαυτό σας για να παραμείνετε ασφαλείς θα πρέπει να υπερνικηθούν.

Ευτυχώς, έχετε τη δύναμη να απελευθερώσετε αυτό το σύστημα πεποιθήσεων συνειδητοποιώντας αυτά τα συναισθήματα, αναγνωρίζοντας, υλοποιώντας και απελευθερώνοντάς τα εντελώς. Σύντομα θα φτάσετε σε υψηλότερες αλήθειες όπου οι ικανότητές σας είναι τα δώρα που θα μπορούσατε να μοιραστείτε με τον κόσμο.

Συμπέρασμα
Ενώ η μοναξιά είναι μια σημαντική δύναμη που σας οδηγεί στη διαδικασία αφύπνισης σας, δεν είναι απαραίτητή στην αφύπνιση σας.

Η μοναξιά έρχεται ως υπενθύμιση για να επανασυνδεθείτε με τον εαυτό σας και με την αλήθεια σας κάθε φορά που επενδύετε πολύ στον φυσικό κόσμο. Εξαιτίας αυτού, αισθάνεστε από καιρό σε καιρό τη μοναξιά.

Αλλά δίνοντάς της χρόνο και επιτρέποντάς της να επιφανεί, τελικά θεραπεύετε τον εαυτό σας από αυτό.

Τα παλιά ζητήματα επανεμφανίζονται για να γίνουν αισθητά αν δεν θεραπευθούν ακόμα, δίνοντας τη θέση τους στην επούλωση της ψυχής σας.

Η μοναξιά που αισθάνεστε μπορεί να είναι προκλητική, αλλά είναι ένα ισχυρό εργαλείο που πρέπει να παραμείνετε στο προσκήνιο της αφύπνισης σας.

Μόνο όταν έχουμε βιώσει την αγάπη συνειδητοποιούμε πραγματικά τι θα χάναμε αν δεν τη συναντούσαμε

Βασικό στοιχείο της αγάπης είναι η θέληση να ενωθούμε άρρηκτα μ’ ένα άλλο άτομο. Είναι φυσικό να θέλουμε να είμαστε σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι των προσώπων που αγαπάμε. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους κάνουμε ευτυχισμένους μόνο εφόσον γνωρίσουμε το μυαλό, το σώμα και το πνεύμα τους.

Αυτό ωστόσο μπορεί να αποβεί επικίνδυνο εάν δοθούμε στον άλλο τόσο ώστε να χάσουμε τον εαυτό μας. Έτσι γινόμαστε «πιο λίγοι» για όποιον μας αγαπά. Κι αυτό επειδή, όταν ταυτιζόμαστε πλήρως με τον άλλο, απαρνιόμαστε το δικό μας παρελθόν και όλα όσα μας κάνουν αυτό που είμαστε. Μια σχέση αγάπης λειτουργεί καλύτερα ως εκούσια ένωση δύο ξεχωριστών προσωπικοτήτων. Μέσα από την αμοιβαία αφοσίωση και το σεβασμό, δημιουργείται μια νέα οντότητα, που δεν είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αλλά ένα κομμάτι και απ’ τους δύο – η σχέση τους.

Οι καινούριες σχέσεις είναι πάντοτε εύθραυστες. Αυτές που επιβιώνουν μοιάζουν είτε να ωριμάζουν όμορφα είτε απλώς να γερνούν. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για δύο ανθρώπους που διατήρησαν την προσωπική τους ακεραιότητα και θέλησαν να ενώσουν τις δυνάμεις και τη μοναδικότητά τους για να οικοδομήσουν την αγάπη τους.

Δεν υπάρχουν ειδικοί στην αγάπη. Τη μελετώ περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια κι ακόμα διστάζω να δώσω τον ορισμό της. Κάθε φορά που πιστεύω πως έχω καταλήξει κάπου, ανακαλύπτω μια νέα, συναρπαστική πλευρά, που με αναγκάζει να αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Όσοι ζητούν να δουν την πλήρη εικόνα της αγάπης θα είναι σίγουρα διαρκώς απογοητευμένοι.

Στην αγάπη ωστόσο δεν είναι τόσο σημαντικό το να πάρουμε οριστικές απαντήσεις, αλλά το να συνεχίσουμε να τις ψάχνουμε. Θα ήταν τραγωδία να φτάσουμε στο τέλος της ζωής μας χωρίς να έχουμε καταλάβει όσο περισσότερα μπορούμε για την αγάπη, γιατί είμαι βέβαιος ότι οι ζωές πας θα κριθούν. τελικά, από την αγάπη που θα έχουμε βιώσει.

Το να εξακολουθούμε να αναπτυσσόμαστε στην αγάπη είναι ένα χαρούμενο και μυστικιστικό ταξίδι, γεμάτο εμπειρίες, συγκινήσεις και απρόοπτα.

Η θυσία για προσωπικό όφελος είναι εξευτελιστική και αφύσικη. Εντούτοις, φωτισμένη από την αγάπη, η αυτοθυσία γίνεται ιερή.

Παρά πολύ συχνά ακούμε την εξής φράση: «Έτσι μου δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου, ύστερα από όσα σου έχω προσφέρει;» Αυτού του είδους η χειραγώγηση -συνηθισμένη όσο και θλιβερή-αναιρεί κάθε έννοια αγάπης. Μοιάζει περισσότερο με εμπορική συναλλαγή, που πραγματοποιείται υπό τον όρο ότι θα ξεπληρώσουμε το «χρέος» μας σε είδος.

Όταν παραιτούμαστε από κάτι για χάρη κάποιου που αγαπάμε, όσο μεγάλη κι αν είναι η θυσία, είναι αδύνατο να τίθενται όροι. Ό,τι κάνουμε το κάνουμε επειδή το θέλουμε, χωρίς την παραμικρή σκέψη ανταπόδοσης, χρέους ή ενοχής. Μόνο μ αυτό τον τρόπο η θυσία αποτελεί υγιή εκδήλωση αγάπης.

Η αγάπη μάς διευρύνει
Η αγάπη μάς παροτρύνει να εξερευνήσουμε περιοχές του μυαλού και της καρδιάς μας που, χωρίς αυτή, δε θα μας είχαν ποτέ αποκαλυφθεί. Στην ουσία, η αγάπη μας αποκαλύπτει στον ίδιο μας τον εαυτό.

Στην αγάπη βρίσκουμε τη σιγουριά που μάς ενθαρρύνει να ρισκάρουμε, να ξαναδοκιμάσουμε, να υιοθετήσουμε καινούριους τρόπους συμπεριφοράς. Καθώς ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο, καταδυόμαστε πιο βαθιά στον εαυτό μας. Οι ορίζοντές μας διευρύνονται, συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος μας μπορεί μέχρι τώρα να ήταν περιορισμένος και ανοιγόμαστε σε νέες ιδέες και αντιλήψεις, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου.

Η αγάπη μάς προσφέρει το πιο εύφορο έδαφος για ανάπτυξη. Φροντίζουμε αυτό το έδαφος εμπλουτίζοντάς το με τη θέληση να εγκαταλείψουμε τον παλιό μας εαυτό και τις άχρηστες προκαταλήψεις μας. Σε αντάλλαγμα, μας προσφέρεται μια πολύ ευρύτερη άποψη του εαυτού μας και ένας κόσμος με απεριόριστες δυνατότητες για εξερεύνηση. Η αγάπη δεν είναι τυφλή. Έχει τέλεια όραση. Και μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε όπως δεν είχαμε δει ποτέ πριν.

Αγάπη σημαίνει κατανόηση και αποδοχή, όχι παρέμβαση

Συχνά συμβαίνει να αγαπάμε έναν άνθρωπο και η αγάπη αυτή να μας κάνει να θέλουμε να τον αλλάξουμε, να τον συμβουλέψουμε, να τον νουθετήσουμε.

Ας δούμε πώς και γιατί γίνεται αυτό σε μερικά παραδείγματα.

Σε μία ερωτική, συντροφική σχέση αγάπης, έχουμε κάποιες προσδοκίες να πάρουμε αγάπη, σεβασμό, κατανόηση, αίσθημα ασφάλειας κ.λπ. από τον άλλον. Όταν ο άλλος δεν μας ικανοποιεί αυτές τις ανάγκες, προσπαθούμε να τροποποιήσουμε τη συμπεριφορά του ώστε να μας τις ικανοποιήσει. Κι οι τρόποι που χρησιμοποιούμε είναι συνήθως παράπονα, γκρίνια, λογομαχίες, καυγάδες, θυμός, μούτρα, επικρίσεις, υποδείξεις κ.λπ.

Σε μία σχέση αγάπης γονέα-παιδιού, ο γονέας άθελά του, συνειδητά ή υποσυνείδητα βγάζει συμπεράσματα για τον εαυτό του από τη συμπεριφορά του παιδιού του, παίρνει δηλαδή την πορεία του παιδιού του πολύ προσωπικά. Πράγματι, ανάλογα με το αν το παιδί του φέρεται σωστά ή όχι, από το αν έχει επιτυχίες ή αποτυχίες κ.λπ., θεωρεί ότι είναι χαρισματικό ή ελαττωματικό. Όμως υποσυνείδητα ή συνειδητά θεωρεί ότι ο έπαινος ή η κατηγορία αφορά και στον ίδιο για δύο λόγους:

Ο ένας είναι η κληρονομικότητα που έχει γίνει ευρέως αποδεκτή όπως φαίνεται και από τη λαϊκή παροιμία «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει». Ο άλλος λόγος είναι ότι το πώς φέρεται το παιδί αντανακλά ως ένα βαθμό την ανατροφή την οποία του έδωσε ο γονέας. Εξ’ αιτίας λοιπόν του ότι για τους παραπάνω λόγους οι γονείς παίρνουν πολύ προσωπικά την πορεία των παιδιών τους, έχουν την τάση να επεμβαίνουν υπερβολικά στη ζωή τους.

Αξίζει να σημειώσουμε πως αν εξαιρέσουμε τον παράγοντα της κληρονομικότητας, τα παραπάνω ισχύουν και σε άλλες σχέσεις που προσομοιάζουν στο πρότυπο της σχέσης γονέα – παιδιού, με την ευρύτερη έννοια του ανθρώπου που φροντίζει και αυτού που φροντίζεται. Τέτοιες είναι π.χ. οι επαγγελματικές σχέσεις δασκάλου – μαθητή, ιατρού – ασθενούς οι οποίες μερικές φορές ενέχουν το στοιχείο της αλτρουιστικής αγάπης.

Δηλαδή και σ’ αυτές τις σχέσεις αυτός που φροντίζει, έχει την τάση να παίρνει πολύ προσωπικά την πορεία του άλλου. Βγάζει δηλαδή συμπεράσματα για το πόσο καλά έκανε τη δουλειά του (και κατ’ επέκταση για τον εαυτό του), από το πώς τα πάει το πρόσωπο το οποίο φροντίζει· αυτό μπορεί να τον κάνει μερικές φορές περισσότερο επεμβατικό απ’ ό,τι του επιτρέπει ο ρόλος του ή επεμβατικό εκεί όπου δεν θα έπρεπε να είναι καθόλου.

Σε όλες τις σχέσεις όπου εμπλέκονται η καλή προαίρεση και η αγάπη υπό διάφορες μορφές (ερωτiκή, γονέα-παιδιού, αδελφική, εγκάρδια φιλική, αλτρουιστική όπως φιλανθρωπική και επαγγελματική σε μία σχέση δασκάλου – μαθητή, ιατρού – ασθενούς), αυτός που αγαπάει και θέλει το καλό του άλλου, έχει πολλές φορές αποκρυσταλλωμένες απόψεις για το ποιο είναι αυτό το καλό. Επιπλέον αν δεν καταφέρει να ωφελήσει τον άλλο, αισθάνεται ανεπαρκής, αδύναμος και ανήμπορος να βοηθήσει.

Έτσι με αφορμή την αγαθή του πρόθεση, έχει την τάση να θεωρεί ως δικαίωμα αλλά και υποχρέωσή του να καθοδηγεί τη συμπεριφορά του άλλου προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, να δώσει λύσεις, να συμβουλέψει και να πιέσει μέχρι να φέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα, ακόμα κι αν ο άλλος αδυνατεί για κάποιο λόγο να το κάνει ή δεν του έχει ζητήσει καν τέτοιου είδους παρέμβαση.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η τάση μας να επέμβουμε στη ζωή του προσώπου που αγαπάμε, μας κάνει να ξεχνάμε ότι το πιο ουσιώδες στοιχείο της αγάπης είναι η κατανόηση και η αποδοχή του άλλου όπως ακριβώς είναι και ότι η πρώτη έκφραση αυτού του στοιχείου είναι να τον ακούσουμε.

Να τον ακούσουμε προσεκτικά, χωρίς την ώρα που τον ακούμε να τον κρίνουμε, χωρίς την τάση να τροποποιήσουμε την συμπεριφορά του, χωρίς να βιαστούμε να του δώσουμε λύσεις. Να τον ακούσουμε αληθινά, με αγάπη, κατανόηση και αποδοχή και όχι να τον διακόπτουμε ή να περιμένουμε να τελειώσει απλά για να πούμε τα δικά μας. Αντίθετα μάλιστα, πριν πούμε οτιδήποτε, χρειάζεται να τον ενθαρρύνουμε να πει κι άλλα, να πει όσα έχει να πει. Να αφουγκραστούμε τι έχει να μας πει, τα θέλω του, τα συναισθήματά του, ποια είναι η θέση του, η άποψή του, το γιατί έχει αυτή τη θέση και άποψη, το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, δίνοντάς του άφθονο χρόνο και ψυχικό χώρο.

Από κει κι έπειτα ασφαλώς μπορούμε να μιλήσουμε, να πούμε την άποψή μας, τις δικές μας επιθυμίες και απόψεις περί του σωστού ή του δικαίου ή του ωφέλιμου, διότι «αποδέχομαι τον άλλον όπως είναι» δεν σημαίνει «δεν μιλάω για όσα θεωρώ στραβά» ούτε σημαίνει «δεν κάνω τίποτα για να προασπίσω εμένα ή τον άλλον».

Σημαίνει όμως πως οτιδήποτε λέμε ή κάνουμε, το λέμε ή το κάνουμε χωρίς αρνητικά συναισθήματα και αν είναι δυνατόν νοιώθοντας την αγάπη μας για το άλλο πρόσωπο.

Δεν αρκεί να ξέρουμε ότι έχουμε αγάπη, αλλά να νοιώθουμε αγάπη τη στιγμή που μιλάμε ή κάνουμε κάτι. Να νοιώθουμε την ευφορία, το άνοιγμα καρδιάς που σημαίνει αυτό το συναίσθημα της αγάπης.

Αν δεν ακούσουμε δίνοντας χρόνο και νοιώθοντας αγάπη, ο άλλος δεν θα έχει πολλές πιθανότητες να μας ακούσει ή να επηρεαστεί από τη συμπεριφορά μας. Πρώτο γιατί δεν θα έχει την αίσθηση ότι τον έχουμε καταλάβει και δεύτερο γιατί όλη του η προσοχή θα είναι στραμμένη σ’ ένα είδος απόρριψης που εισπράττει από μας, καθώς στην καρδιά μας την ώρα που του μιλάμε ή κάνουμε κάτι, δεν υπάρχει το συναίσθημα της αγάπης· αντ’ αυτής υπάρχει κάποιας μορφής ένταση όπως εκνευρισμός, ανησυχία, ανυπομονησία να κάνει ο άλλος το σωστό, αγανάκτηση ακόμα και υπέρ του άλλου, αδημονία και εμμονή στο να κάνει το ωφέλιμο ή το δίκαιο.

Η διπλή όψη της σιωπής

Πόσες και πόσες φορές λίγο ή πολύ όλοι μας κάποια στιγμή ενώ μιλάμε ως ανταπόκριση λαμβάνουμε τη σιωπή. Συνήθως αυτό συμβαίνει στις ερωτικές σχέσεις δίχως βέβαια να αποκλείει και τις υπόλοιπες σχέσεις.

Κάποιες φορές μπορεί να έχουμε την ανάγκη να ακούσουμε κάτι από τον/την άλλον και δεν το παίρνουμε, μπορεί να είναι κάτι σημαντικό και καθοριστικό που πάλι λαμβάνουμε σιωπή, κενό, σκοτάδι, απορία, θυμός, φόβος, λύπη, στεναχώρια, απογοήτευση. Όντως όλα τα προηγούμενα συναισθήματα και συναισθηματικές καταστάσεις αφορούν την σιωπή. Ας θέσουμε ένα παράδειγμα για να μπορέσουμε να φωτίσουμε τη στάση της σιωπής.

Ας φανταστούμε δύο ενήλικους ανθρώπους που έχουν μία διαφωνία, συναντιούνται στον ίδιο χώρο και σε γενικές γραμμές συνυπάρχουν σε ένα κοινό περιβάλλον. Μία παροιμία λέει «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει», αυτή βέβαια έχει διττή ερμηνεία, η μία όψη πολύ πιθανόν να εμπεριέχει τη λεκτική βία και η άλλη όψη την αλήθεια. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τη σιωπή, η μία όψη είναι η κακοποιητική και η άλλη η ηρεμία.

Πως μπορούμε όμως να διαχωρίσουμε τις δύο όψεις;

Η διάκριση αυτή επισημαίνεται ευστοχότερα από την ποιότητα της σχέσης. Όταν είμαστε καθαροί και γνωρίζουμε ότι είμαστε «οκ» με το περιβάλλον μας τότε και η σιωπή μας είναι η αναζήτηση της γαλήνης και αποσκοπεί σε μία ενδοσκόπηση. Αντίθετα όταν σωπαίνουμε για να αποφύγουμε την έκθεση τότε κάτι τρέχει. Η σιωπή αυτή αποσκοπεί στον χειρισμό και στον έλεγχο του άλλου. Αυτή τη στάση πολλοί την αποκαλούν εσωστρέφεια ή ντροπή, δεν είναι τίποτε από τα δύο είναι χειρισμός. Για να γίνουμε περισσότερο σαφής θα αναφέρουμε μία συνθήκη που λίγο ή πολύ θεωρώ ότι είναι γνωστή στους περισσότερους.

Ας φανταστούμε ένα ζευγάρι που ο ένας από τους δύο επικοινωνεί τις σκέψεις του, τα σχέδια του και τα συναισθήματα του και ο άλλος απλά ακούει δίχως να αποκαλύπτεται. Σε βάθος χρόνου στο ζευγάρι θα δημιουργηθούν εντάσεις και μία δυσλειτουργία στην επικοινωνία η οποία με τη σειρά της θα αρχίσει να διαβρώνει και την ποιότητα της σχέσης.

Το άτομο που έχει την τάση να φανερώνεται σιγά σιγά θα αρχίσει να αναρωτιέται για την στάση του άλλου και ο άλλος θα αρχίσει να αποφεύγει να απαντήσει. Σε αυτό το σημείο αρχίζει και ο χειρισμός, ο οποίος αγκαλιάζει μία βαθιά ανασφάλεια του σιωπηλού ανθρώπου που έχει ανάγκη τον έλεγχο γιατί έχει χάσει το δικό του έλεγχο. Ο φόβος αρχίζει να κυριαρχεί και η ψυχρότητα όσο και η αδιαφορία παίρνουν την σκυτάλη για ένα μαραθώνιο δίχως τέλος. Αν το επικοινωνιακό άτομο συνεχίσει να αναζητεί απαντήσεις θα πέσει θύμα χειρισμού, αν όμως διακόψει τη σχέση έχοντας εκφράσει τη δυσαρέσκειά του τότε θα ανακουφιστεί και το άλλο άτομο θα θυμώσει. Ο θυμός στην συγκεκριμένη συνθήκη υπογραμμίζει τον ιστό που δημιούργησε ο χειριστικός άνθρωπος.

Αυτή μέχρι τώρα είναι η μία όψη της σιωπής, η άλλη όψη σηματοδοτεί την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου. Αποκλειστικά όταν επικρατεί σιωπή στον ψυχισμό τότε μόνο πραγματικά μπορούμε να ακούσουμε τις επιθυμίες μας και να κάνουμε επαφή με τον εαυτό μας. Γαλήνη, μία συνθήκη που σπανίζει, πετυχαίνεται όμως με την εποικοδομητική και δημιουργική απομόνωση. Εκεί που η αίσθηση του θανάτου διαδέχεται την παράδοση σε αυτό που συμβαίνει… εκεί που ενεργοποιούνται οι αισθήσεις μας και αφυπνίζεται η ύπαρξη μας. Σιωπή υπάρχει μόνο όταν σωπαίνει ο νους, εκεί που το πολύτιμο αυτό εργαλείο ξεκουράζεται και ανοίγει την πόρτα στον αυθεντικό εαυτό. Η έκφραση απελευθερώνεται και η πληρότητα εμφανίζεται.

Είναι μία φράση που προσεγγίζει και τις δύο όψεις της σιωπής και λέει ότι: «ο καθένας κολυμπάει στις θάλασσες που αγαπάει και στα βάθη που αντέχει».

Όταν ο άνθρωπος τολμάει, η ζωή τον ανταμείβει πάντα.

Όταν ο άνθρωπος τολμάει, η ζωή τον ανταμείβει πάντα. Οι λύσεις εμφανίζονται με μαγικό τρόπο. Γιατί η τόλμη, βάζει τη στατική ενέργεια, σε κίνηση.

Τολμώ σημαίνει υπερβαίνω.
Τολμώ σημαίνει επιτρέπω.
Τολμώ σημαίνει διακινδυνεύω.
Τολμώ σημαίνει εκτίθεμαι.
Τολμώ δε σημαίνει δε φοβάμαι, αλλά ότι παίρνω από το χέρι το φόβο μου και προχωρούμε
μαζί παρέα.
Τολμώ σημαίνει μπαίνω στη φωτιά των φόβων μου κι εμπιστεύομαι τη Σοφία
της Αβεβαιότητας.

Υπάρχει κι άλλη μια διάσταση του Τολμώ. Η διάσταση του Αφήνομαι.
Τολμώ να αφεθώ χωρίς να γνωρίζω, να έχω εξασφαλίσει, χωρίς να ξέρω εκ των προτέρων,
χωρίς δίκτυ ασφαλείας.

Τολμώ ν’ αλλάξω, τολμώ να αφεθώ, παραιτούμενος από κάθε προσπάθεια να ελέγξω ή
να καθορίσω την έκβαση, αλλά ωστόσο είμαι σίγουρος ότι ό,τι έρθει θα είναι το καλύτερο
για μένα. Ίσως δε θα είναι πάντα αυτό που θέλω αλλά Πάντα θα είναι αυτό που χρειάζομαι!

Αλλά το θέμα είναι ότι σπάνια οι άνθρωποι τολμάνε να τολμήσουν…

Η τέλεια σχέση

Έμαθα,

Ότι δεν μπορείς να περιμένεις από τον/τη σύντροφό σου να καλύψει τις δικές σου ανάγκες,
όταν δεν μπορείς να το κάνεις εσύ για σένα.

Ότι δεν μπορείς να περιμένεις από το σύντροφό σου
να σ’ αγαπάει και να σε αποδέχεται όπως ακριβώς είσαι,
όταν εσύ δεν έχεις αποδεχτεί ακόμα τον εαυτό σου.

Ότι δε μπορείς να απαιτείς από το σύντροφό σου σεβασμό
όταν εσύ του επιτρέπεις να μη σε σέβεται.

Ότι δεν μπορεί να αναζητάς μια σχέση
επειδή είσαι μόνος ή επειδή φοβάσαι τη μοναξιά.

Ότι η επιτυχία μιας σχέσης είναι ευθέως ανάλογη
με τη σχέση που έχεις σήμερα με τον εαυτό σου.

Καθετί που βασίζεται στην ανάγκη
και όχι στην ελεύθερή μας βούληση
θα είναι εκ προοιμίου προϊόν συμβιβασμών
και ταλαιπωρίας ….

Γι’ αυτό το μυστικό της τέλειας σχέσης είναι:

Απουσία ανάγκης

Όλος ο άνθρακας στον πλανήτη μας προέρχεται από την σύγκρουση με ένα μικρό πλανήτη

Earth-collisionΣχεδόν όλος ο άνθρακας της Γης -χάρη στον οποίο υπάρχει ζωή πάνω στον πλανήτη μας, αφού στον άνθρακα βασίζονται όλοι οι έμβιοι οργανισμοί- πιθανώς προέρχεται από μια κατακλυσμική σύγκρουση, που συνέβη πριν περίπου 4,4 δισεκατομμύρια χρόνια ανάμεσα στη Γη και σε ένα άλλο εμβρυικό πλανήτη, σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις επιστημόνων.
 
Το μυστήριο
Η παρουσία του άνθρακα στη Γη, η οποία δημιουργήθηκε πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια, αποτελεί ένα παλαιό μυστήριο για τους επιστήμονες. Οι γεωλόγοι και χημικοί αναρωτιούνται πώς είναι δυνατό να αναπτύχθηκε η ζωή με βάση τον άνθρακα, αφού  ο τελευταίος -ως πτητικό στοιχείο- κανονικά θα έπρεπε πολύ γρήγορα, λίγο μετά τη δημιουργία του πλανήτη μας, είτε να είχε διαφύγει στο διάστημα εξατμιζόμενος από τις «κολασμένες» θερμοκρασίες της αρχέγονης Γης, είτε να είχε «κλειδωθεί» στον μεταλλικό πυρήνα της Γης. Όμως τόσο ο μανδύας του πλανήτη μας -το ενδιάμεσο στρώμα μεταξύ της επιφάνειας και του πυρήνα- όσο και η βιόσφαιρα της επιφάνειας διαθέτουν άφθονο άνθρακα μέχρι σήμερα.
 
mediaΟ εμπλουτισμός
Ερευνητές από τις ΗΠΑ και την Κίνα, με επικεφαλής τον γεωλόγο Rajdeep Dasgupta του Πανεπιστημίου Rice του Τέξας ανέπτυξαν ένα νέο μοντέλο. Σύμφωνα με αυτό, η Γη δέχθηκε έξωθεν μια γενναία «ένεση» άνθρακα, όταν -γύρω στα 200 εκατομμύρια χρόνια μετά τον σχηματισμό της- έπεσε πάνω της ένας πρωτο-πλανήτης με μέγεθος όσο ο σημερινός Ερμής, ο οποίος τελικά απορροφήθηκε από τον πλανήτη μας και τον εμπλούτισε με τον τόσο ζωτικό άνθρακα.
 
Οι νέες εκτιμήσεις βασίζονται σε προσομοιώσεις στο εργαστήριο, οι οποίες αναπαριστούν τις συνθήκες υψηλής πίεσης και υψηλής θερμοκρασίας που επικρατούν στο εσωτερικό της Γης και άλλων πλανητών. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πιθανό σενάριο και, προς το παρόν, δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος κατά πόσο όντως ισχύει.
 
H νέα θεωρία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Nature Geoscience».

Ο νάνος πλανήτης Δήμητρα έχει ηφαίστειο που «ξερνάει» λιωμένο πάγο

ceres1Ο νάνος πλανήτης Δήμητρα διαθέτει ένα τουλάχιστον μεγάλο ηφαίστειο πάγου, το Αχούνα Μονς, το οποίο εκτιμάται ότι δημιουργήθηκε σχετικά πρόσφατα, πριν από περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια. Τα τελευταία στοιχεία για τον νάνο πλανήτη Δήμητρα που έστειλε στη Γη το διαστημικό σκάφος Dawn (Αυγή) της NASA και αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός τεράστιου «κρυοηφαιστείου» που ξερνά λιωμένο πάγο αντί για καυτή λάβα, καθώς επίσης και πολλών μικρομεσαίων κρατήρων και αρκετών επιφανειακών ρωγμών.
 
Όλα αυτά είναι ενδείξεις έντονων και πολυπλοκων εσωτερικών γεωλογικών διαδικασιών που θυμίζουν αντίστοιχες στη Γη.
 
Για πρώτη φορά οι επιστήμονες παρουσίασαν, σε έξι ξεχωριστές επιστημονικές δημοσιεύσεις στο περιοδικό «Science», την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα -και απρόσμενη- εικόνα για το μεγαλύτερο αντικείμενο στη ζώνη των αστεροειδών μεταξύ ‘Αρη και Δία. Το Dawn συνεχίζει να βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Δήμητρα και να στέλνει νέα δεδομένα.
 
Με βάση τα έως τώρα στοιχεία, η Δήμητρα διαθέτει ένα τουλάχιστον μεγάλο ηφαίστειο πάγου (γνωστό και ως κρυοηφαίστειο), το Αχούνα Μονς, το οποίο εκτιμάται ότι δημιουργήθηκε σχετικά πρόσφατα, πριν από περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια. Δεν πιστεύεται ότι έκτοτε έχει γίνει άλλη έκρηξη του ηφαιστείου.
 
Προς το παρόν παραμένει ασαφές με ποια υλικά τροφοδοτείται το «κρυομάγμα» του εν λόγω ηφαιστείου, ύψους περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων, που είναι και το υψηλότερο όρος της Δήμητρας, περίπου το ήμισυ του Έβερεστ. Το «κρυομάγμα» πιθανώς αποτελείται από ένα μείγμα αλάτων χλωρίου ή αμμωνίας και παγωμένου νερού. Πιθανά – αλλά όχι σίγουρα- «κρυοηφαίστεια» έχουν εντοπιστεί επίσης στον Πλούτωνα και ίσως στον δορυφόρο Τιτάνα του Κρόνου. Πάντως ορισμένοι πλανητικοί επιστήμονες δεν έχουν ακόμη πεισθεί ότι όντως το Αχούνα Μονς είναι «κρυοηφαίστειο» και περιμένουν περισσότερα στοιχεία επ’ αυτού.
 
Άλλα στοιχεία δείχνουν ότι η επιφάνεια του νάνου πλανήτη, όπου η μέση θερμοκρασία είναι μείον 113 βαθμοί Κελσίου, αποτελείται από ένα παράξενο μείγμα βράχων και πάγου σε ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, που οι επιστήμονες δεν έχουν δει αλλού στο ηλιακό μας σύστημα.
 
Η Δήμητρα (Ceres), που έχει ηλικία 4,5 δισ. ετών, διαθέτει στην επιφάνειά της πολύ νερό σε μορφή πάγου, η προέλευση του οποίου παραμένει επίσης απροσδιόριστη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να υπάρχουν μεγάλες ποσότητες υπόγειου νερού ή και ένας υπόγειος ωκεανός, όπως στον δορυφόρο Εγκέλαδο, αν και το πιθανότερο είναι ότι αυτός υπήρξε κάποτε, αλλά όχι πια σήμερα. Ό,τι κι αν συμβαίνει, οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι η Δήμητρα μπορεί ακόμη και τώρα να φιλοξενήσει (μικροβιακή) ζωή.
 
Ακόμη, οι επιστήμονες ανακάλυψαν στο νάνο πλανήτη φορτισμένα ηλιακά σωματίδια, καθώς ο ηλιακός άνεμος αλληλεπιδρά με τη Δήμητρα, από το οποίο συμπεραίνεται ότι η τελευταία ίσως διαθέτει μια ασθενή ατμόσφαιρα.
 
Το «Dawn», μία αποστολή κόστους 467 εκατομμυρίων δολαρίων, εκτοξεύθηκε το το 2007. Μεταξύ Ιουλίου 2011-Σεπτεμβρίου 2012 τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον μεγάλο αστεροειδή Εστία (το δεύτερο μεγαλύτερη σώμα στη ζώνη αστεροειδών μεταξύ Άρη-Δία) και τον Μάρτιο του 2015 έφθασε στη Δήμητρα. Είναι η πρώτη διαστημοσυσκευή στην ιστορία που στο ίδιο ταξίδι τέθηκε σε τροχιά γύρω από δύο διαδοχικά ουράνια σώματα.
 
Πρόσφατα η NASA επεξέτεινε για μια διετία την αποστολή του Dawn και, παράλληλα, έδωσε εντολή στο σκάφος να ανέβει σε υψηλότερη τροχιά, στα 1.460 χιλιόμετρα, από τα 385 χλμ. που εκινείτο έως τώρα. Ο λόγος είναι για να εξοικονομηθούν καύσιμα (υδραζίνη), που θα επιτρέψουν την παράταση της αποστολής. Το σκάφος θα συνεχίσει να μελετά την μορφολογία της Δήμητρας και τις γεωλογικές διαδικασίες της.