Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Μεγάλη παγίδα οι προσδοκίες

Μεγάλη παγίδα οι προσδοκίες. Όχι γιατί δεν ονειρευτήκαμε σωστά, αλλά γιατί πιστέψαμε λάθος ανθρώπους, λάθος στιγμές, λάθος σιωπές. Γιατί ντύσαμε το «ίσως» με βεβαιότητα και το «θα δούμε» με μέλλον. Κι εκεί κάπου αρχίζει η φθορά. Όχι με θόρυβο, αλλά με εκείνο το ύπουλο βάρος στο στήθος που δεν ξέρεις από πού ήρθε.

Οι προσδοκίες δεν φαίνονται επικίνδυνες στην αρχή. Έρχονται σαν ελπίδα. Σαν μια λεπτή υπόσχεση που δεν ειπώθηκε, αλλά την άκουσες. Σαν ένα βλέμμα που το μετέφρασες όπως σε βόλευε. Σαν μια παρουσία που δεν ήταν ποτέ ολόκληρη, αλλά εσύ τη συμπλήρωσες με το μυαλό σου. Κι ύστερα περιμένεις. Περιμένεις κάτι που κανείς δεν σου χρωστά.

Και όσο περιμένεις, χάνεσαι. Χάνεσαι γιατί δεν ζεις το τώρα, ζεις το σενάριο. Δεν ακούς τι σου δείχνουν οι πράξεις, ακούς τι θα ήθελες να πουν. Δεν βλέπεις την απουσία, βλέπεις τη δυνατότητα. Κι έτσι, δικαιολογείς, συγχωρείς, αντέχεις. Μέχρι να κουραστείς τόσο που ούτε να θυμώσεις δεν έχεις δύναμη.

Η αλήθεια είναι σκληρή αλλά καθαρή. Οι προσδοκίες είναι παγίδα γιατί σε απομακρύνουν από την πραγματικότητα. Σε κάνουν να αγαπάς αυτό που φαντάστηκες, όχι αυτό που έχεις απέναντί σου. Σε κρατούν δεμένο σε ανθρώπους που δεν υποσχέθηκαν τίποτα, αλλά εσύ τους φόρτωσες τα πάντα.

Κι έρχεται μια μέρα που τις αφήνεις κάτω. Όχι από ωριμότητα, αλλά από ανάγκη. Γιατί θες να αναπνεύσεις. Γιατί θες να δεις καθαρά. Και τότε, κάτι αλλάζει. Δεν μικραίνει η καρδιά σου. Μεγαλώνει. Μαθαίνει να ζητά πράξεις, όχι υποσχέσεις. Παρουσία, όχι δυνατότητες.

Μεγάλη παγίδα οι προσδοκίες.
Μεγάλη ελευθερία να τις αφήνεις.
Και από εκεί ξεκινάς επιτέλους να ζεις αληθινά.

Ἀθάνα Ποτνία

Αν ρωτούσαμε ποια είναι η εικονιζόμενη θεά, οι περισσότεροι δεν θα ήξεραν να απαντήσουν πως πρόκειται για την Αθηνά. Αυτό συμβαίνει επειδή η θεά στην σύγχρονη αντίληψη είναι γνωστή μόνο με την συνήθη φανταχτερή πολεμική της αμφίεση, με δόρυ, ασπίδα, περικεφαλαία, όπως δηλαδή την έπλασε η ποιητική αφήγηση περί των Ολύμπιων θεών.

Ωστόσο, αρχαιολογικά, γλωσσολογικά και θρησκειολογικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η λατρεία της Αθηνάς είναι πολύ αρχαιότερη, προ-ολυμπιακή, και είναι γνωστό ότι λατρεύονταν τουλάχιστον από τα μυκηναϊκά χρόνια ως μεγάλη σεβάσμια δέσποινα - θεά [γνωστή στις πινακίδες της Γραμμικής Β ως «Ἀθάνα ποτνία»]. Ο όρος «Πότνια» δηλώνει κυριαρχική και δεσποτική θεότητα, συνδεδεμένη με τον τόπο, τη γη και την κοινότητα, και όχι θυγατρική μορφή ενταγμένη σε πατριαρχικό γενεαλογικό σύστημα.
 
Η καθιστή στάση της θεάς, όπως αποτυπώνεται σε αρχαϊκά ειδώλια, παραπέμπει σε εικονογραφικούς τύπους «ένθρονης δέσποινας», χαρακτηριστικούς παλαιότερων λατρευτικών παραδόσεων, οι οποίες συχνά συνδέονται με προ-πατριαρχικές ή μη ανδροκρατικές κοινωνικές δομές. Το όνομα «Αθάνα» πιθανότατα σχετίζεται με μυκηναϊκό τοπωνύμιο της αρχικής λατρείας της θεάς ως πολιούχου-προστάτιδας.
 
Παρά την ολυμπιακή της ένταξη κατά τους ιστορικούς χρόνους, η Αθηνά διατηρεί σαφή χθόνια στοιχεία. Η ιδιότητά της ως Πολιάδος και προστάτιδας της πόλης δεν περιορίζεται στη στρατιωτική ισχύ, αλλά επεκτείνεται στη διασφάλιση της ευνομίας, της υγείας και της ευημερίας των κατοίκων. Οι λειτουργίες αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο χθόνιο πλαίσιο, όπου η θεότητα ρυθμίζει τα όρια μεταξύ ζωής, θανάτου και κοινωνικής τάξης.

Όπως φαίνεται από την αναπαράσταση στα αριστερά από εύρημα αγαλματιδίου στην Ακρόπολη των Αθηνών, η θεά λατρευόταν ακόμη στα αρχαϊκά χρόνια με την παλιά της αυθεντική ιδιότητα ως χθόνια θεότητα. Η λατρεία αυτή συνεχιζόταν και κατά τα ρωμαϊκά χρόνια όπως αποδεικνύει το εύρημα της εικόνας στα δεξιά που βρέθηκε στη Ρώμη.

Σε αμφότερες τις εικόνες την προδίδει η στάση του σώματος και κυρίως το γοργόνειο, το κεφάλι της Μέδουσας στο στήθος. Στις αρχαιότερες απεικονίσεις, το γοργόνειο εμφανίζεται ιδιαίτερα μεγάλο και έντονα τερατόμορφο, λειτουργώντας ως ισχυρό αποτροπαϊκό σύμβολο. Η σταδιακή σμίκρυνση και εξευγένισή του στις μεταγενέστερες περιόδους αντανακλά τη μετάβαση από μια φοβερή χθόνια θεότητα σε μια περισσότερο εξανθρωπισμένη και ολυμπιακή μορφή.

Παρότι πολλά στοιχεία της λατρείας της Αθηνάς παραμένουν άγνωστα, γνωρίζουμε αρκετά ώστε να υποστηρίξουμε ότι αρχικά επρόκειτο για αυστηρή και φοβερή χθόνια θεότητα, συγγενή ως προς τη φύση της με άλλες γήινες και υποχθόνιες θεότητες. Η μεταγενέστερη ολυμπιακή θρησκεία ταύτισε τον κάτω κόσμο σχεδόν αποκλειστικά με τον Άδη, χωρίς ωστόσο να εξαφανίσει πλήρως τη χθόνια υπόσταση παλαιότερων θεοτήτων.

Η Αθηνά λέγεται πως εξόντωσε την Μέδουσα που ήταν μια τερατόμορφη θεότητα. Αυτό υποδηλώνει την αντικατάσταση της παλαιότερης λατρείας της Μέδουσας και την ενσωμάτωσή της στην Αθηνά. Η ανθρωπόμορφη Αθηνά δεν πήρε μόνο το κεφάλι της Μέδουσας που τοποθετήθηκε στο στήθος της ως όπλο και μέσο αποτροπής, αλλά πήρε και τις δυνάμεις της και τη θέση της Μέδουσας σαν αρχόντισσα στον κόσμο των νεκρών, μια ρυθμιστική δύναμη των ορίων ζωής–θανάτου, υπεύθυνη για το θάνατο αλλά και για την καλή υγεία των ζωντανών.

Η Μέδουσα, ως τερατόμορφη και φοβερή μορφή, φέρει χαρακτηριστικά πρωιμότερων γήινων και υποχθόνιων θεοτήτων, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τον θάνατο και την αναγέννηση. Η Αθηνά δεν καταργεί πλήρως τη δύναμη της Μέδουσας, αλλά την αφομοιώνει. Μέσω του γοργονείου, η θεά διατηρεί τις αποτροπαϊκές και ζωοδότριες ιδιότητες της παλαιότερης λατρείας, ενώ ταυτόχρονα καθίσταται θεότητα που μπορεί να εξευμενιστεί και να δείξει εύνοια προς τον άνθρωπο μέσω θυσιών και προσφορών.

Μόνο αργότερα, με την επικράτηση της ολυμπιακής θρησκείας και την ένταξή της σε πατριαρχικά πρότυπα, η Αθηνά συνδέθηκε γενεαλογικά με τον Δία και της αποδόθηκαν και άλλες ιδιότητες όπως η σοφία, οι τέχνες και η στρατηγική του πολέμου και απέκτησε την γνωστή σε όλους λαμπρή και εντυπωσιακή εικόνα της Πάνοπλης Παρθένου κόρης του Διός.
 
Η Αθηνά της χθόνιας λαϊκής λατρείας υπήρξε ανεξάρτητη και πρωτογενής θεότητα, χωρίς αρχική γενεαλογική ένταξη στο ολυμπιακό σύστημα. Η εικόνα της Πάνοπλης Παρθένου αντιπροσωπεύει την τελική σύνθεση, μια θεότητα εξευγενισμένη, ανθρωπόμορφη και συμβατή με το ολυμπιακό πάνθεον, η οποία όμως εξακολουθεί να φέρει τα ίχνη μιας βαθύτερης, αρχαιότερης και φοβερής ιερής δύναμης.

Η υπερανάλυση ως εργαλείο αυτογνωσίας

Η υπερανάλυση — ή αλλιώς η επίμονη, συχνά κυκλική σκέψη γύρω από υποθέσεις, σενάρια και αποφάσεις — θεωρείται συνήθως ελάττωμα. Στη λαϊκή ψυχολογία είναι συνώνυμο της αναβλητικότητας, του άγχους ή της ψυχικής εξάντλησης. Όμως δεν είναι εκ φύσεως δυσλειτουργική. Όταν διερευνάται και επαναπλαισιώνεται, η υπερανάλυση μπορεί να μετασχηματιστεί σε εργαλείο πρόβλεψης, σχεδιασμού, γνωστικής αυτορρύθμισης και ενίοτε αυτογνωσίας.

Η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι δεν είναι η ίδια η σκέψη που μας επιβαρύνει, αλλά η σχέση που έχουμε μαζί της. Η λεγόμενη «μεταγνωστική στάση» — δηλαδή το πώς σκεφτόμαστε για τις σκέψεις μας — κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν η υπερσκέψη θα μας βοηθήσει ή θα μας παγιδεύσει. Σύμφωνα με τον ψυχολόγο Mark Travers (2025), η υπερανάλυση δεν είναι ένα ελάττωμα που πρέπει να εξαλειφθεί· είναι μια δυναμική λειτουργία που αποκτά νόημα όταν ενεργοποιείται με πρόθεση, δομή και σκοπό.

Η υπερανάλυση ως ψυχολογική στρατηγική

Η υπερανάλυση δεν προκύπτει από το πουθενά. Είναι μια στρατηγική διαχείρισης της αβεβαιότητας, που ενεργοποιείται όταν το περιβάλλον είναι φορτισμένο, απρόβλεπτο ή συναισθηματικά κρίσιμο. Από εξελικτική σκοπιά, ο εγκέφαλος έχει σχεδιαστεί για να εντοπίζει ενδεχόμενους κινδύνους και να προσομοιώνει καταστάσεις — ένα νοητικό πεδίο προσομοίωσης για να αποφευχθούν σφάλματα.

Ωστόσο, αυτή η λειτουργία, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον γεμάτο πληροφορίες, επιλογές και συγκρούσεις, μπορεί να υπερφορτωθεί. Αντί να λειτουργήσει ως προβλεπτικός μηχανισμός, μετατρέπεται σε εσωτερική συμφόρηση, χωρίς διέξοδο προς δράση. Το φαινόμενο της επαναληπτικής σκέψης (rumination) είναι ενδεικτικό: η ίδια σκέψη ανακυκλώνεται, αλλά δεν οδηγεί σε λύση.

Ο Eric Watkins (2008) διαχωρίζει την επαναληπτική σκέψη σε δύο τύπους:
  • Παραγωγική, όταν βοηθά στην επεξεργασία συναισθημάτων και στην επίλυση προβλημάτων.
  • Μη παραγωγική, όταν καθηλώνεται στο άγχος, χωρίς στρατηγική διέξοδο.
Το ερώτημα δεν είναι αν σκέφτεσαι πολύ, αλλά αν σκέφτεσαι λειτουργικά.

Από την πνευματική συμφόρηση στη γνωστική οργάνωση

Μια βασική μετατόπιση συμβαίνει όταν οι σκέψεις εξωτερικεύονται. Η γραφή, η λεκτική έκφραση, ακόμη και η νοητική απεικόνιση σε σχήματα ή χάρτες σκέψης, επιτρέπουν την οριοθέτηση και την ταξινόμηση των νοημάτων. Από την άμορφη ψυχική ροή, περνάμε σε δομημένη γνωστική επεξεργασία.

Η εξωτερίκευση ενεργοποιεί τον προμετωπιαίο φλοιό, υπεύθυνο για τον σχεδιασμό, την ιεράρχηση και την εκτελεστική λειτουργία. Η σκέψη αποκτά μορφή και αυτό από μόνο του μειώνει την υποκειμενική ένταση, καθώς οι ασάφειες περιορίζονται και τα ενδεχόμενα αποσαφηνίζονται.

Για παράδειγμα, η σύνταξη μιας λίστας υπέρ και κατά για μια δύσκολη απόφαση δεν λύνει άμεσα το πρόβλημα, αλλά ξεκαθαρίζει το τοπίο της σκέψης. Η επεξεργασία περνάει από το συναισθηματικό στο γνωσιακό επίπεδο — και αυτή η αλλαγή επιπέδου είναι συχνά θεραπευτική από μόνη της.

Στείρα ανασφάλεια και μεταγνωστική ευελιξία

Η επαναληπτική σκέψη τείνει να υιοθετεί ερωτήματα φόβου:
«Τι θα γίνει αν…;»

Αυτού του τύπου η σκέψη ενεργοποιεί εγκεφαλικά κυκλώματα όπως το δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας (default mode network), που σχετίζεται με εσωτερική νοητική προσομοίωση, αναστοχασμό και προβολή στο μέλλον. Όμως όταν παραμένει στο επίπεδο του υποθετικού και δεν μετασχηματίζεται σε στρατηγική, τροφοδοτεί την αδράνεια.

Η μεταγλωσσική προσέγγιση, όπως την προτείνει ο Adrian Wells (2009), δεν προσπαθεί να «σταματήσει» τη σκέψη, αλλά να μεταβάλει τη σχέση του ατόμου με τη σκέψη. Ερωτήματα όπως:
«Αν συμβεί αυτό, πώς μπορώ να ανταποκριθώ;» ή «Τι σημαίνει αυτό για μένα τώρα;»
μετακινούν τη σκέψη από παθητικό φόβο σε ενεργητική πρόβλεψη.

Αυτό λέγεται μεταγνωστική ευελιξία: η ικανότητα να αναγνωρίζεις όχι μόνο το περιεχόμενο των σκέψεων σου, αλλά και τη χρησιμότητά τους.

Η υπερανάλυση ως εργαλείο αυτογνωσίας

Ένα παραγνωρισμένο αλλά κρίσιμο όφελος της υπερανάλυσης είναι η ανάδυση εσωτερικών μοτίβων σκέψης. Όταν κάποιος παρατηρεί πού εμμένει ο νους του — σε τι σενάρια, τι φόβους, τι ερωτήματα — αποκτά εικόνα για τις εσωτερικές του πεποιθήσεις.

Η υπερανάλυση τότε γίνεται παράθυρο προς τον εαυτό, όχι παθολογία. Αν για παράδειγμα κάποιος τείνει να αναλύει υπερβολικά όλες τις κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις, ίσως κρύβεται εκεί ένας βαθύτερος φόβος απόρριψης ή ανάγκη αποδοχής. Όχι απαραίτητα παθολογική — αλλά σίγουρα αποκαλυπτική.

Αυτή η χρήση της υπερανάλυσης προϋποθέτει παρατήρηση χωρίς ενοχή. Η σκέψη αναγνωρίζεται ως πληροφορία κι όχι ως απειλή. Η διαδικασία αυτή έχει κοινά στοιχεία με την ενσυνειδητότητα (mindfulness), αλλά με μεγαλύτερη έμφαση στη γνωσιακή χαρτογράφηση.

Η καθυστέρηση ως αντίσταση στην παρορμητικότητα

Συχνά συγχέουμε την ταχύτητα λήψης αποφάσεων με αποτελεσματικότητα. Όμως σε πολλά πεδία της ζωής — στις ηθικές επιλογές, στις σχέσεις, στις κρίσεις χαρακτήρα — η παρόρμηση οδηγεί σε λάθη. Η υπερανάλυση, όταν δεν γίνεται από φόβο αλλά από ανάγκη να σταθμιστεί κάτι περίπλοκο, προσφέρει χρόνο για συνείδηση.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αυτός ο χρόνος επιτρέπει την αποφυγή καταστροφικών ενεργειών. Η καθυστέρηση εδώ δεν είναι αδυναμία· είναι χώρος αναστοχασμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπερανάλυση γίνεται αντίσταση στον αυτοματισμό, δηλαδή μία εκδήλωση ελευθερίας.

Όπως το έχει θέσει ο Daniel Kahneman, «η βραδεία σκέψη δεν είναι απλώς πιο αργή, είναι πιο βαθιά». Και η υπερανάλυση, σε ήπιες μορφές, αποτελεί ακριβώς αυτό: μορφή βραδείας, αλλά συνειδητής σκέψης.

Η υπερανάλυση δεν είναι καλή ούτε κακή. Είναι ένα γνωστικό εργαλείο, που όπως κάθε εργαλείο, εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης του. Μπορεί να φθείρει, να εξαντλεί, να παραλύει. Αλλά μπορεί και να προσφέρει σαφήνεια, πρόληψη, ενσυνείδηση και ψυχολογικό βάθος.

Σε ένα περιβάλλον που ευνοεί την ταχύτητα έναντι της επεξεργασίας, η ικανότητα να παραμένουμε με τις σκέψεις μας ίσως δεν συνιστά καθυστέρηση, αλλά μορφή γνωστικής επίγνωσης. Και όταν συνοδεύεται από οργάνωση και πρόθεση, η υπερανάλυση παύει να είναι εμπόδιο και γίνεται πλεονέκτημα του νου.

Παιχνίδια στον Καθρέπτη: Η Επιστήμη

Πρόκειται για μια μορφή οργανωμένης κι αποτελεσματικής γνώσης, που λειτουργεί σαν σημείο αιχμής, για να διαρρηχτούν τα πέπλα, με τα οποία η Μάγια συγκαλύπτει το παιχνίδι της. Η επιστήμη είναι ένας από τους δρόμους που, μέσω της Μάγια, μας επιτρέπει να καταλάβουμε την αλήθεια.

Όμως τη Μάγια δεν την εξυπηρετεί καθόλου το να υπάρχει μια αληθινή επιστήμη, καθώς αυτό θα ισοδυναμούσε με το να απολέσει το κρυφό της μυστικό. Γι' αυτό διασκεδάζει με το να πλέκει σε δίχτυα τα νήματα της γνώσης και να δίνει ένα παιχνίδι στους ανθρώπους, το οποίο εξυπηρετεί ως υποκατάστατο της επιστήμης.

Ένα μεγάλο μέρος της επιστήμης δουλεύει με αριθμούς, οι οποίοι είναι αφαιρέσεις που ποτέ δεν κατορθώνουμε να καταλάβουμε. Μεταξύ ενός αριθμού κι ενός άλλου κρύβεται ένα άπειρο που ποτέ δεν μπορεί να γεμίσει κι έστω και αόριστα διαισθανόμαστε ότι οι λεγόμενοι αριθμοί-ψηφία δεν προκύπτουν απλά και μόνο από τη συσσώρευση ή την άθροιση μονάδων. Το να αθροίζουμε δύο πράγματα με την ίδια φύση είναι απλό, όμως το να αθροίζουμε δύο συγκεκριμένες μονάδες τι βγάζει; Και τι σημαίνει να αθροίζουμε πράγματα διαφορετικής ουσίας; Επίσης η επιστήμη χαρακτηρίζεται από το να επιβάλλει στο γνωστικό της πεδίο το στίγμα της ακρίβειας. Στην επιστήμη δεν υπάρχουν σχετικότητες, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις... Όμως αν η επιστήμη εφαρμόζεται στον κόσμο μας, αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος από σχετικότητες. Και πώς μπορούμε να τον μετασχηματίσουμε με ακρίβεια μετρώντας τον μόνο με αριθμούς και τίποτα περισσότερο; Υπάρχει κάτι σε όλη αυτήν τη διαδικασία, που μας προξενεί την αίσθηση ότι προσπαθούμε να βάλουμε ένα μεγάλο πόδι σε ένα μικρό παπούτσι.

Θα ήταν καλό να μιλάμε με ακρίβεια όταν αναφερόμαστε στους μεγάλους Νόμους της φύσης. Όμως αυτούς τους Νόμους δύσκολα τους δέχεται η σημερινή επιστήμη. Αυτοί οι Νόμοι κυβερνούν ζωντανά όντα παρουσιάζοντας κατά καιρούς παράξενες μεταβολές, που ανταποκρίνονται σε ωθήσεις και ανάγκες της ζωής. Δεν έχει μεταβάλει η Γη την ταχύτητα περιστροφής γύρω από τον Ήλιο, για να αποφύγει τη σύγκρουση με κάποιον κομήτη; Και τι ονομάζουμε ακρίβεια σε αυτήν την περίπτωση; Το να έχει αποκλίνει από τη συνήθη ταχύτητα ή το ότι έχει αποφύγει τη σύγκρουση;

Κι όποιος μιλάει για ακρίβεια, αν μη τι άλλο, δεν μπορεί να μη θυμηθεί ένα άλλο παιχνίδι της Μάγια που τόσο τη χαρακτηρίζει: η επίφαση του αλάθητου. Η επιστήμη δεν κάνει ποτέ λάθος. Με δεδομένες κάποιες υποθέσεις και αποδεικνύοντας τις προτάσεις που διατυπώνονται -με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιδεξιότητα- κανένας δεν μπορεί να εναντιωθεί σε αυτές, γιατί σε αυτές βρίσκεται η μοναδική αλήθεια.

Όμως δεν θυμούνται αυτοί οι θεράποντες του αλάθητου ότι η κάθε γενιά πίστεψε το ίδιο ως προς τα πράγματα που είχε κατορθώσει να ανακαλύψει; Δεν είναι άραγε ανοησία και άγνοια να αποδίδουμε ολοκληρωτική βεβαιότητα στα πράγματα που δεν γνωρίζουμε σχεδόν καθόλου; Για την επιστήμη της Μάγια ό,τι δεν είναι γνωστό δεν υπάρχει. Μπορούν να υπάρχουν χιλιάδες ανεξήγητες περιπτώσεις και καταστάσεις που ζητούν κραυγαλέα ένα γιατί, όμως αν αυτή η επιστήμη δεν έχει ασχοληθεί ακόμη με τέτοιες υποθέσεις, αυτές δεν υπάρχουν.

Κάποια μέρα θα "ανακαλύψει" κάποιος ένα "γιατί" μεταξύ των άπειρων πέπλων της Μάγια και τότε εκείνο που δεν υπήρχε ούτε είχε καμιά αξία θα εμφανιστεί απότομα στη ζωή. Είναι σαν να λέμε ότι ο ηλεκτρισμός δεν υπήρξε, μέχρι που κάποιος μπόρεσε να διατυπώσει μερικούς νόμους σχετικά με τη λειτουργία του ή σαν να αρνούμαστε εντελώς την ταχύτητα του ήχου όσο αυτή δεν είχε μετρηθεί.

Η επιστήμη της Μάγια έχει ξεχάσει να αναγνωρίζει αυτό που δεν το ξέρουμε, ώστε να το πάρει ως σημείο εκκίνησης στην έρευνα και να μπορέσει να γνωρίσει περισσότερα πράγματα από αυτά που κατέχουμε σήμερα.

Αυτή η συστηματική άρνηση του άγνωστου οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις σε λαθεμένες έρευνες, όπου το αποτέλεσμα είναι γνωστό πριν αρχίσει η έρευνα. Το ζητούμενο είναι να αποδειχτεί ότι αυτό, για το οποίο ειπώθηκε ότι δεν υπάρχει, όντως δεν υπάρχει. Για το σκοπό αυτό κάθε διαστρέβλωση είναι αποδεκτή, όπως και κάθε απάτη, κάθε αυτοπαγίδευση, αρκεί να μην πούμε ποτέ "δεν ξέρω". Αντί για έρευνες μπορούμε να μιλήσουμε, σε αυτές τις περιπτώσεις, για αλλοτριώσεις, για ικανοποίηση της ματαιοδοξίας, ποτέ όμως για υγιή "φιλοσοφία", αγάπη προς τη σοφία.

Ένα άλλο μυστήριο που περιβάλλει τη μεταμφιεσμένη επιστήμη του απατηλού μας κόσμου είναι το να πιστεύουμε ότι αυτή ανεβαίνει με ό,τι έχει να κάνει με τέχνη και ομορφιά, με την ποίηση και τη φαντασία. Η επιστήμη, για να είναι τέτοια, θα πρέπει να είναι ψυχρή και σκληρή, στερούμενη αρμονίας. Οι έννοιες της θα πρέπει να διατυπώνονται ξερά, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ασκείται κριτική στους αρχαίους πολιτισμούς για την ικανότητά τους να ενώνουν το ωραίο με το χρήσιμο.


Με αυτόν τον τρόπο ο επιστήμονας είναι καταδικασμένος να μην καταλαβαίνει τίποτα από τέχνη κι αν συγκινηθεί μπροστά στην ομορφιά, θα πρέπει να αναθεωρήσει σοβαρά τις αντιλήψεις του, γιατί ίσως να μην έχει γεννηθεί για να ερευνά και να γνωρίζει την Αλήθεια... Για να μη μιλήσουμε για τον καλλιτέχνη, που υποτιμά την τάξη και τη μέθοδο και που πιστεύει ότι ένας αριθμός ή ένας τύπος χαλούν το έργο για πάντα. Ω Μάγια, πώς παίζεις μαζί μας όταν δεν θέλεις να γνωρίζουμε την πραγματικότητά σου...

Ας προσπαθήσουμε να διαχωρίσουμε τη μεγάλη επιστήμη από τη μικρή επιστήμη, με την οποία η Μάγια μας κρατάει δέσμιους συνεχώς.

Η Μεγάλη Επιστήμη είναι αυτή για την οποία μίλησε ο Σωκράτης: "Εν οίδα ότι ουδέν οίδα". Από κει είναι δυνατόν να αρχίσουμε να περπατάμε, καθώς αυτή η κατάφαση-άρνηση περιέχει μια αρχή αλήθειας. Με αυτή την αρχή αλήθειας ξεπλέκουμε το κουβάρι και οδηγούμαστε στην άκρη του νήματος. Από εδώ είναι δυνατόν να φτάσουμε στο Όλο, στην ενότητα, σε μια θεώρηση του συνόλου του σύμπαντος που είναι γνωστή ως Κοσμοθεώρηση.

Η μικρή επιστήμη είναι αυτή που θέλει να γνωρίζει όλο και περισσότερο τα μικρά και πιο περιορισμένα πράγματα. Βασίζεται στην ψευδαίσθηση του να διαιρούμε, για να γνωρίζουμε καλύτερα. Όμως σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει μια ακολουθία διαιρέσεων -από το Όλο στο σωματίδιο- αλλά μια αντιπαράθεση μεταξύ των κομματιών γνώσης που, στο μέτρο που διαχωρίζονται, αντιμάχονται μεταξύ τους.

Αυτή η διαίρεση δεν χειραγωγείται από τη Μάγια, δεν μας εμποδίζει στο να ενοποιήσουμε ξανά τα πράγματα. Κι ενώ εμείς οι άνθρωποι αναλωνόμαστε στο να ερευνούμε τα μικροσωματίδια του σύμπαντος, η Μάγια εξακολουθεί να διατηρεί το αναγκαίο γι' αυτήν βασίλειο.

Ενόσω δεν υπάρχει κοσμοθεώρηση, δεν υπάρχει Μεγάλη Επιστήμη, δεν υπάρχει σοφία. Ακόμα κι όταν η Μάγια το κρύβει, εκδηλώνει με τα έργα της ότι η Γνώση είναι Δύναμη. Και το να γνωρίζουμε καλά σημαίνει να εξουσιάζουμε καλά.

Ο απαίδευτος νους.

Ποιός κυβερνά αυτόν τον κόσμο;
Ο απαίδευτος νους.
 
Ο απαίδευτος νους;
Είναι ο πλούσιος;
Είναι ο αμόρφωτος;
Είναι ο..;
 
Είναι ο απαίδευτος νους.
Τι εννοείς;
Τι σημαίνει αυτό;
Ο απαίδευτος νους άγεται και φέρεται.
Γίνεται έρμαιο της συγκυρίας. Γίνεται αυτό που συμβαίνει- και τίποτα άλλο.
Ο απαίδευτος νους προσκολλάται πάντοτε στον εκάστοτε Δυνατό.
Είναι μια αυτόματη, αντανακλαστική κίνηση.

Ο απαίδευτος νους δέχεται τη δωροδοκία, την εύνοια, την υπεροπτική ανοχή του Δυνατού.
Μια δουλειά, λίγα χρήματα, ένα αντάλλαγμα.
Θα δεχτεί να βελτιώσει πρόσκαιρα τη θέση του και θα επιτρέψει στον βασιλιά, τον κυβερνήτη, τον πρωθυπουργό να συντηρήσει το εκάστοτε διεφθαρμένο καθεστώς του.

Ο απαίδευτος νους επιτρέπει την αθλιότητα, όσο εκείνη λειτουργεί υπέρ του.
Με τον καιρό θα καμαρώσει κρυφά τη δύναμη της Εξουσίας και τη βαρβαρότητα που την συντηρεί.

Όταν ο Δυνατός δεν έχει πια τα μέσα- το χρήμα και την επιρροή- για να τον κρατήσει πιστό, τότε αμέσως στρέφεται στον επόμενο Δυνατό.

Σβήνει ξαφνικά με απαξία τη συμμετοχή και την ανοχή του στο θλιβερό παρελθόν.
Γίνεται με θρασύτητα ο πιο σκληρός πολέμιος του παλαιού κι ο πιο πιστά οργισμένος ακόλουθος του καινούριου Δυνατού.
Και παράλληλα με αυτόν τον φαύλο κύκλο της εξουσίας και τα σερνόμενα πλήθη του, ο απαίδευτος νους πάντοτε εντοπίζει τον αδύναμο.

Ο απαίδευτος νους συντρίβει τον αδύναμο.
Ο πλούσιος τον φτωχό.
Ο φτωχός τον ακόμα πιο φτωχό.
Ο πιο φτωχός τον παρία.
Ο παρίας τον ανέγγιχτο («the untouchables», η έσχατη κάστα στην Ινδία).
Συχνά οι εξαθλιωμένοι γίνονται ακόμα πιο σκληροί απ' τους βασανιστές τους – έτσι η Αδικία διαιωνίζεται.

Ο απαίδευτος νους πιστεύει.
Ο θεός του είναι η Ισχύς.
Αυτή είναι η ιερή του δύναμη.
Μόνο αυτή μπορεί να αντιληφθεί.
Μπορεί να περιφέρει λεκτικά έννοιες όπως η Αγάπη και η Ελευθερία, να τις περιγράφει, να τις κορνιζάρει με μεγάλα γράμματα, αλλά ποτέ δεν τις ενσωματώνει χωρίς αντάλλαγμα στη μικρή ζωή του.

Μόνο μέσα στην επιφάνεια του συγκριτικού βαθμού βρίσκει νόημα. «Είμαι πιο καλός.
Ο θεός μου είναι πιο καλός.
Είμαι ανώτερος».

Ο απαίδευτος νους δεν ξαγρυπνά τις νύχτες.
«Πώς έζησα σήμερα;
Τι έκανα;
Τι δεν έκανα;»
«Μήπως αδίκησα κάποιον;
Μήπως τον πόνεσα;».
Δεν αναρωτιέται.
Γιατί ο απαίδευτος νους είναι πάντοτε αδικημένος.
Θιγμένος.
Κι επομένως, πάντοτε δικαιολογημένος.
Αυτός είναι ο αγαπημένος του ρόλος.

Ο απαίδευτος νους δηλώνει απερίφραστα και μεγαλόφωνα την ύπαρξη του.
Είναι η παράλογη προβολή του πλούτου του, είναι η μίζερη προβολή της ατυχίας του, είναι η αλαζονική προβολή της τιμιότητάς του, της ηθικής του ανωτερότητας.

Ο απαίδευτος νους φοβάται. Φοβάται το Άγνωστο – δηλαδή τα πάντα.
Δεν μπορεί να δώσει εξήγηση, δεν έχει την πνευματική ζωή που θα γαληνέψει την άγνοιά του.
Κι έτσι αρχετυπικά μετατρέπει το Άγνωστο σε καλό ή κακό θεό, σε δαίμονα ή προστάτη.
Τελικά φοβάται και τα δυο.

Ο απαίδευτος νους δεν διστάζει ν' αφεθεί στα πιο βάρβαρα ένστικτά του – γιατί είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί να κάνει.
Η κάθε εποχή θα του δώσει συνθήματα/ επιχειρήματα για κάθε άθλιο εαυτό του.

Ο απαίδευτος νους πηγαίνει στο Σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, λαμβάνει τις πληροφορίες της εποχής του, διαβάζει, αποκτά πείρα, διδάσκει.
Αλλά ποτέ δεν διδάσκεται.

Ο απαίδευτος νους ακολουθεί τυφλά την Αυθεντία του καιρού του.
Συχνά ταυτίζει τον εαυτό του με την Αυθεντία.

Ο απαίδευτος νους ξέρει.
Κατέχει την αλήθεια.
Την Απόλυτη Αλήθεια.

Δημιουργεί ένα σύννεφο, ένα νεφέλωμα ιδεοληψιών, προκαταλήψεων, στερεοτύπων κι απαράβατων κανόνων.
Κρέμεται με υστερία πάνω απ' το σύννεφο αυτό και πιστεύει πως τον σηκώνει ψηλά, πως μαζί πηγαίνουν βόλτα πάνω απ' τις ζωές των άλλων πλασμάτων.
Νιώθει θεός τους για μια μέρα – για μια ζωή.
Πάνω στο σύννεφο κάνει περίεργες κινήσεις με το σώμα και τα χέρια του, λατρεύει ξύλα, χρυσάφια, υφάσματα και ρούχα, φτιάχνει τελετές και καταναγκασμούς, αλλά αδυνατεί να πει μια καλημέρα – και να την εννοεί.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα μια διαρκή σύγχυση.
Η Σύγχυση σημαίνει πάντοτε Σύγκρουση.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα σε μια διαρκή αντίφαση.
Πολεμά στο όνομα της Ειρήνης, Σκοτώνει στο όνομα της Ζωής, Πονά στο όνομα της Αγάπης, Σκλαβώνει στο όνομα της Ελευθερίας, Αδικεί στο όνομα της Δικαιοσύνης, Παρανομεί στο όνομα του Νόμου, Καταστρέφει στο όνομα της Ύπαρξης.

Ο απαίδευτος νους έχει ως σημείο αναφοράς τους εχθρούς.
Τους φαντάζεται, τους δημιουργεί, τους ελκύει.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα απ' τους άλλους.
Παραμονεύει.
Χάνει χρόνο, απ τον ελάχιστο που διαθέτει στην ενσαρκωμένη ζωή του, για να ασχοληθεί με τα πλάσματα που πιστεύει πως κλέβουν κάτι από τον ζωτικό του χώρο.
Δεν αντέχει τη μοναξιά της περισυλλογής.
Δεν εμβαθύνει.

Ο απαίδευτος νους είναι ο Δικτάτορας.
Του κράτους του, της ομάδας του, της οικογένειας, των παιδιών, των συντρόφων του, των φίλων, της καθημερινότητας.

Ο απαίδευτος νους κρίνει, δεν δημιουργεί.

Ο απαίδευτος νους δεν ζει στο παρόν.
Θα στοιχημάτιζε και τη ζωή του για το τι έγινε πριν από χιλιάδες χρόνια, έχει τη βεβαιότητα για το τι πρόκειται να συμβεί.
Αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτα για το Τώρα.

Ο απαίδευτος νους δεν αναγνωρίζει το ταλέντο, την ομορφιά των άλλων.

Ο απαίδευτος νους δημιουργεί τη γραφειοκρατία.
Αγαπά τους τύπους, γιατί δεν απαιτούν βαθύτερη αντίληψη της ζωής, δεν ζητούν κάποια πνευματική διαδρομή, είναι ευκόλως αναγνώσιμοι.
Υπάρχουν εκεί, αμετακίνητα παρόντες, ένα έτοιμο εγχειρίδιο.

Ο απαίδευτος νους στηρίζει με τη σιωπή του κάθε φαύλο καθεστώς. Καταστρέφει με το θόρυβό του κάθε δημοκρατία.
Γιατί ο λόγος του δεν είναι ποτέ απόσταγμα σκέψης.
Βιάζεται να σωπάσει ή να επιβάλει τον λόγο του.
Ο απαίδευτος νους είναι ανυπόμονος.
Δεν έχει τον αυθορμητισμό ενός παιδιού, τη λαχτάρα του ερωτευμένου.
Δεν κατανοεί τη στωικότητα, την καρτερικότητα, την αξία του λόγου και τη σοφία της σιωπής.
Ζει σπασμωδικά, ακριβώς όπως σκέφτεται.

Ο απαίδευτος νους δεν έχει καμία εσωτερική ευγένεια.
Ο αληθινά ευγενής άνθρωπος φαίνεται μόνο από τους τρόπους του απέναντι σε εκείνους, τους οποίους δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη.

Ο απαίδευτος νους δεν έχει χιούμορ.
Λέει αστεία, γίνεται εύθυμος, σκωπτικός, πικρόχολος και χαιρέκακος.
Αλλά δεν επιτρέπει να αγγίξει κανείς – ούτε λεκτικά- την κοσμοθεωρία του.

Ο απαίδευτος νους συγχωρεί τον εαυτό του.
Όχι τους άλλους.

Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι μορφωμένος, σοβαρός, καλοντυμένος, να κατέχει φήμη κι αξιώματα, δύναμη, επιρροή και πλούτο.

Ο απαίδευτος νους μπορεί να είναι αμόρφωτος, κακοντυμένος, χωρίς κοινωνική θέση κι αξιώματα. Σχηματίζει ομάδες , φράξιες, παρατάξεις, στρατούς, διαχωρισμούς.

Οι περισσότερες εποχές της ανθρώπινης ιστορίας ευνοούν τον απαίδευτο νου.
Γιατί εκείνος βρίσκει πάντοτε το κατάλληλο έδαφος μέσα στις αυστηρές δομές, στις έτοιμες απαντήσεις, σε ιδεολογικά κατασκευάσματα και θρησκείες.

Ο απαίδευτος νους είναι υπάκουος – ή οργανωμένα, κατόπιν προσταγής, ανυπάκουος. Ψάχνει πάντοτε για την πιο ασφαλή φυλακή και τη βαφτίζει ζωή του.

Ο απαίδευτος νους δεν ξέρει τι είναι η καλοσύνη ή η αγάπη άνευ όρων.
Δε θα άντεχε ποτέ μια τέτοια αναρχία.

Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τα πλούτη του – γίνεται άπληστος.

Ο απαίδευτος νους δεν αντέχει τη φτώχια του – γίνεται κτήνος.

Ο Μακιαβέλι για τον Έρωτα

Τη δύναμή σου την τρανή
Έρωτα, όποιος δε σε γνωρίζει
μάταια ελπίζει
να ιδεί τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.

Μακιαβέλι, τραγούδι στο θεατρικό έργο «Μανδραγόρας».

Τον Δεκέμβριο του 1513, ο Μακιαβέλι βρίσκεται εκτοπισμένος στο Σαν Κασιάνο της Ιταλίας, αφού φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνωμοσία εναντίον της ισχυρής οικογένειας των Μεδίκων. Περνάει τον καιρό του στην ύπαιθρο με χασομέρια, σχεδόν άπραγος, κυνηγώντας τσίχλες και παίζοντας χαρτιά σ’ ένα χάνι, παρέα με τους χωρικούς. Στα γραπτά αυτής της περιόδου φαίνεται καθαρά η απογοήτευση και η αγωνία του να τον καλέσουν «οι αφεντάδες» στην υπηρεσία τους, ας είναι και «για να κυλάει μια πέτρα». Ζει με την οικογένειά του στην επαρχία και δύσκολα τα φέρνει βόλτα. Την ίδια χρονιά, προαναγγέλλει τη συγγραφή του Ηγεμόνα και διατηρεί αλληλογραφία με κάποιους φίλους του, ανάμεσά τους και ο Φραγκίσκος Βεττόρι, που βρίσκεται επίσης εξόριστος. Οι συναναστροφές στην ιταλική επαρχία είναι πάντα μια ευκαιρία να στοχαστεί πάνω στις συνήθειες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Σ’ ένα γράμμα προς τον Φραγκίσκο Βεττόρι διαβάζουμε:

«Ύστερα, τραβάω από το δρόμο κατά το χάνι, μιλάω με τους περαστικούς, ρωτώ τα νέα από τον τόπο τους, μαθαίνω διάφορα και παρατηρώ τα χίλια γούστα και τις διαφορετικές φαντασίες των ανθρώπων»

Οι άνθρωποι μαλώνουν κυριολεκτικά για ένα φραγκοδίφραγκο, δηλαδή για το τίποτα: «Μόλις αποφάω, ξαναγυρίζω στο χάνι· εκεί είναι ο χανιτζής και συνήθως κι ένας χασάπης, ένας μυλωνάς και δυο φουρναραίοι. Μαζί με δαύτους βουτιέμαι όλη μέρα σε πράματα τιποτένια, παίζοντας κρίκα και τρικ-τρακ, ώσπου στο τέλος απ’ τα παιχνίδια γεννιούνται χίλιοι καυγάδες κι αμέτρητες βρισιές με λόγια βαριά· ένα φραγκοδίφραγκο παίζουμε τις πιο πολλές φορές κι οι φωνές μας ακούγονται μέχρι το Σαν Κασιάνο. Έτσι, βουτηγμένος μέσα σε τέτοιες ψείρες, δεν αφήνω το μυαλό μου να μουχλιάσει και χορταίνω την κακία της μοίρας μου, αφήνοντάς την μ’ όλη μου την καρδιά να με σέρνει σε τούτη τη στράτα, για να ιδώ μήπως και ντραπεί καμιά φορά.»

Το ύφος της αλληλογραφίας είναι ανάλαφρο, κάποτε συνθηματικό και χιουμοριστικό, με πολλές προσωπικές αναφορές σε πραγματικά περιστατικά: «Όποιος θα ΄βλεπε τα γράμματά μας, τιμημένε μου σύντεκνε, θ’ απορούσε πολύ, γιατί τη μια φορά θα του φαινόταν πως είμαστε άνθρωποι σοβαροί, δοσμένοι ολάκερα σε πράγματα τρανά, που δεν μπορεί στα στήθια μας να ξεπηδήσει κάποια σκέψη χωρίς να ‘χει απάνω της ευπρέπεια και μεγαλοσύνη. Στερνά όμως, μόλις γύριζε φύλλο, θα του φαινόταν πως οι ίδιοι εμείς είμαστε επιπόλαιοι, άστατοι, λάγνοι και δοσμένοι σε πράγματα κούφια. Τούτος ο τρόπος να πορευόμαστε, αν φαίνεται σε κάποιους ντροπιαστικός, σε μένα φαίνεται αξιέπαινος, γιατί μιμούμαστε τη φύση που είναι άστατη· κι όποιος μιμείται τη φύση δεν μπορεί να κατηγορηθεί.»

Για πολύν καιρό, ο ίδιος ο Μακιαβέλι διατηρούσε σχέσεις με την Μπάρμπερα, μια τραγουδίστρια και θεατρίνα ελευθερίων ηθών, που μνημονεύεται σε πολλές επιστολές του:

«Κι επειδή ξέρω πόσο σε τέρπουνε παρόμοιες σκέψεις, καθώς και η γνωριμιά με παρόμοιους τρόπους ζωής, στενοχωριέμαι που δε σ’ έχω εδώ για να γελάσεις, άλλοτε με τους στεναγμούς κι άλλοτε με τις χαρές μου· κι όλη τη χαρά που θα ‘παιρνες τώρα τη σηκώνει ο φίλος μου ο Δονάτος, που του λόγου του, μαζί με τη φιλενάδα που σού ‘λεγα την άλλη φορά, είναι τα μοναδικά λιμάνια και καταφύγια για το καράβι μου, που απ’ την ασταμάτητη τρικυμία ξέμεινε δίχως τιμόνι και πανιά. Κι ακόμα δεν έκλεισαν δυό βραδιές από τότε που μού ΄λαχε να πω κι εγώ, σαν το Φοίβο στη Δάφνη:

Παρακαλώ σε, στάσου Νύμφη του Πηνειού· εχθρός δεν είμαι
Νύμφη, στάσου· τ’ αρνί απ’ το λύκο κι απ’ το λιόντα τ’ αλάφι,
κι απ’ τον αητό με τρεμιστό φτερό τα περιστέρια,
Έτσι ξεφεύγουν, τ’ είν’ εχθροί τους.


Κι όπως το Φοίβο λίγο τον ωφελήσανε τούτοι οι στίχοι, έτσι και μένα τα ίδια λόγια καθόλου δεν πιάσανε σε κείνη που μου ‘φευγε.»

Η φύση είναι απρόβλεπτη, άστατη κι επιπόλαια· ο ερωτευμένος είναι ένας άνθρωπος παραδομένος στη φύση και τη δύναμη της· όποιος δεν ερωτεύτηκε στ’ αλήθεια «δεν ξέρει τι είναι ζήση αντάμα και θανή, πώς πέφτεις στο κακό και στο καλό το χάνεις / πως σου ξεσκίζουν την καρδιά / φόβος μαζί κι αποθυμιά / και πως μπορείς για κάποιον άλλο να πεθάνεις.» Σχετικά με την ηθική, ο Έρωτας παρουσιάζεται ως φυσικός, δηλαδή μάλλον ουδέτερος από ηθική άποψη: η φύση δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, το περιεχόμενο ορίζεται από τους ανθρώπους. Με αφορμή τους έρωτες του Φραγκίσκου, γράφει ο Μακιαβέλι: «Στο δικό Σου γράμμα άλλο δεν έχω να Σου πω παρά ν’ ακολουθείς τον Έρωτα μ’ όλα τα χαλινάρια Σου λυτά, γιατί τη χαρά που παίρνεις σήμερα αύριο δε θα την έχεις· κι αν η υπόθεση είναι όπως μου τη γράφεις, πιότερο ζηλεύω Εσένα παρά το βασιλιά της Αγγλίας. Παρακαλώ Σε, ακολούθα το αστέρι Σου και μην αφήνεις ούτε γιώτα να σου ξεφύγει από τα πράγματα του κόσμου, γιατί πιστεύω, πίστευα και πάντα θα πιστεύω πως είναι αλήθεια αυτό που λέει ο Βοκκάκιος: ότι καλύτερα να κάνεις και να μετανιώνεις παρά να μην κάνεις και να μετανιώνεις.»

Η μόνη επιλογή, αυτό τουλάχιστον συμβουλεύει ο Μ. στον ερωτευμένο Φραγκίσκο, είναι να καλοπιάσουμε τον Έρωτα, να δεχτούμε τα καπρίτσια και τα παιχνίδια του:

«Όσο για τον Έρωτά σου, σου θυμίζω πως απ’ τον έρωτα ξεσκίζονται όσοι πάνε να του ψαλιδίσουν τις φτερούγες ή να τον δέσουν όταν τους πέφτει στην αγκαλιά. Σε εκείνους, όντας παιδί και άστατος, βγάνει τα μάτια, τα συκώτια και την καρδιά. Μα όσοι κάνουν μαζί του χαρές, και τον χαϊδεύουν, όταν τους έρχεται, τον αφήνουν να φύγει, όταν τους φεύγει, και τον καλοδέχονται όταν ξαναγυρίζει, αυτοί πάντα έχουν τιμές και καλοπιάσματα από δαύτον και θριαμβεύουνε κάτω απ’ τις προσταγές του. Για τούτο, καλέ μου σύντεκνε, μη δοκιμάσεις να βάλεις σε τάξη κάποιον που πετάει, ούτε και να ψαλιδίσεις κάποιον που για καθένα φτερό ξεπετάει χίλια· και τότε θα ευτυχείς.»

Ο στοχαστής που αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη των ανθρώπινων πραγμάτων παραδίδεται αμαχητί μπροστά στη μαγεία και τις προσταγές του Έρωτα· ακόμα κι αν ήθελε να ξεφύγει από τα δίχτυα του, είναι αμφίβολο αν θα το επέλεγε: «…Κι αν είναι τόσο δυνατές οι αλυσίδες που μου φόρεσε, ώστε ολότελα απελπίστηκα για τη λευτεριά μου κι ούτε μπορώ να σκεφτώ τρόπο για να λυθώ· κι αν όμως η μοίρα ή κάποια ανθρώπινη πονηριά μού ανοίξουνε κάποιο δρόμο για να φύγω, ίσως και να μην ήθελα, τόσο μού φαίνονται άλλοτε γλυκιές, άλλοτε ελαφριές κι άλλοτε βαρειές τούτες οι αλυσίδες, και φτιάνουν ένα τέτοιο αμάγαλμα, που κρίνω πως αν δε ζω έτσι, δεν μπορώ να ζω μ’ ευχαρίστηση στην καρδιά.»

Ο πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου

Εάν ο άμεσος και πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι να υποφέρει τα δεινά του κόσμου, τότε η ύπαρξή του δεν έχει επ’ ουδενί προσαρμοστεί στον προορισμό της. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά.

Σοπενχάουερ – Για τη δυστυχία του κόσμου

Δίχως αμφιβολία, κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα.

Όπως ένα ρυάκι κυλά ομαλά όσο δεν συναντά κανένα εμπόδιο, έτσι και η φύση των ανθρώπων και των ζώων είναι τέτοια που δεν μας βοηθάει ούτε να αντιλαμβανόμαστε στ’ αλήθεια ούτε να συνειδητοποιούμε ποτέ τι συντάσσεται με τη βούλησή μας.

Τα πράγματα υποπίπτουν στην αντίληψή μας μόνο εφόσον ματαιώνουν τη βούλησή μας ή ανατρέπουν τα σχέδιά μας.

Από την άλλη, ότι αντιτίθεται στους στόχους μας, ή ματαιώνει και εμποδίζει τις επιθυμίες μας, με άλλα λόγια, ότι είναι δυσάρεστο και οδυνηρό, αφήνει ακαριαία και άμεσα πάνω μας ένα σαφές στίγμα.

Ακριβώς όπως δεν διατηρούμε διαρκώς συναίσθηση της γενικότερης υγιούς σωματικής κατάστασης, αλλά επικεντρωνόμαστε μόνο στο μικρό σημείο όπου μας χτυπάει το παπούτσι, έτσι δεν αναλογιζόμαστε το σύνολο των δραστηριοτήτων μας που βαίνουν επιτυχώς, αλλά αναλώνουμε την προσοχή μας σε ασήμαντα συμβάντα και μικροπράγματα που επιμένουν να μας εκνευρίζουν.

Σε αυτό το δεδομένο βασίζεται μια θέση που έχω υπογραμμίσει επανειλημμένα: Ο αρνητικός χαρακτήρας της καλοπέρασης και της ευτυχίας, σε αντίθεση με τον θετικό χαρακτήρα του πόνου.

Επομένως κανένας παραλογισμός δεν είναι μεγαλύτερος από τον παραλογισμό που χαρακτηρίζει σχεδόν όλα τα μεταφυσικά συστήματα: την ερμηνεία του κακού ως κάτι το αρνητικό.

Διότι το κακό, και μόνο το κακό, έχει θετικό πρόσημο, αφού μόνο αυτό είναι απτό· στον αντίποδα το καλό, δηλαδή όλες οι εκφάνσεις της ευτυχίας και της ικανοποίησης, διαθέτει αρνητικό πρόσημο, καθώς συνδέεται είτε με την καταστολή μιας επιθυμίας (μέσω της ικανοποίησης της) είτε με την εξάλειψη ενός πόνου.

Η θέση αυτή συνάδει και με την τάση να υποτιμάμαι την ικανοποίηση που αντλούμε από μια ευχάριστη κατάσταση, ενώ αντίθετα μια οδυνηρή περίσταση μας προξενεί περισσότερο πόνο απ’ ότι φανταζόμασταν.

Μια γρήγορη διάψευση της θέσης που υποστηρίζει ότι η ευχαρίστηση βαραίνει περισσότερο στη ζωή από τον πόνο, ή ότι υπάρχει έστω κάποια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, προκύπτει αν συγκρίνει κανείς τα αισθήματα ενός ζώου που κατασπαράζεται από κάποιο άλλο με αυτά εκείνου που το κατασπαράζει.

Ο νους που εμμένει στον φόβο, ανοίγει χώρο για να τον ζήσει

Σε όλους έχει συμβεί: όσο περισσότερο φοβόμαστε κάτι, τόσο περισσότερο μοιάζει να πλησιάζει. Μια απόρριψη, μια αποτυχία, μια απώλεια. Είναι σαν να τις φέρνουμε πιο κοντά με τη σκέψη μας, σαν να προσελκύουμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να αποφύγουμε. Είναι όμως έτσι; Κι αν ναι, γιατί;

Η αίσθηση ότι “ελκύουμε αυτό που φοβόμαστε” δεν είναι μυστικιστική. Είναι ανθρώπινη. Και εξηγείται μέσα από τη λειτουργία της προσοχής, της μνήμης, των συναισθηματικών μοτίβων και της προσδοκίας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για κατάρα, αλλά για μοτίβο που μπορούμε να καταλάβουμε και να αλλάξουμε.

Η προσοχή μαγνητίζεται από την απειλή

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί για να δίνει προτεραιότητα σε ό,τι μοιάζει επικίνδυνο. Οι ειδικοί το ονομάζουν «αρνητική προκατάληψη» (negativity bias). Απειλές, λάθη, αποτυχίες, αμφιβολίες — όλα αυτά καταγράφονται ισχυρότερα στη μνήμη, προκαλούν μεγαλύτερη εγρήγορση και μας κρατούν σε εσωτερική επιφυλακή.

Όταν λοιπόν φοβόμαστε κάτι, η προσοχή μας αρχίζει να το σκανάρει παντού. Κάθε μικρό σημάδι ερμηνεύεται μέσα από τον φακό της απειλής. Το μυαλό προετοιμάζεται, αλλά χωρίς να ξεχωρίζει αν αυτό που φοβάται είναι πιθανό ή απλώς επίμονα σκεπτόμενο. Έτσι, η πραγματικότητα μοιάζει να επιβεβαιώνει τον φόβο, όχι επειδή αυτός ήταν αληθινός, αλλά επειδή τον “βλέπουμε” παντού.

Ο φόβος αλλάζει τη συμπεριφορά

Ο φόβος δεν μένει στη σκέψη. Επηρεάζει τη στάση μας, τον τόνο μας, τις σχέσεις μας. Αν κάποιος φοβάται την απόρριψη, μπορεί να γίνει υπερβολικά προσεκτικός, απόμακρος ή να αποσύρεται πρώτος για να μην πληγωθεί. Αν φοβάται την αποτυχία, ίσως αποφεύγει προκλήσεις ή υπονομεύει τις ίδιες του τις προσπάθειες.

Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί ακριβώς σε αυτό που φοβόμαστε. Μπορεί να μην το θέλουμε, αλλά εμμένουμε σε αυτό, το περιμένουμε και το προετοιμάζουμε — όχι ως πρόθεση, αλλά ως άμυνα.

Φοβόμαστε ό,τι έχουμε μάθει να περιμένουμε

Οι φόβοι μας δεν είναι τυχαίοι. Συχνά έχουν τις ρίζες τους σε παλιές εμπειρίες, σε στιγμές που νιώσαμε απώλεια, απόρριψη, έλλειψη ελέγχου, απειλή. Το μυαλό, προσπαθώντας να προστατεύσει τον εαυτό, δημιουργεί σχήματα: «όταν συμβαίνει αυτό, ακολουθεί εκείνο». Ακόμα κι αν το τότε διαφέρει από το τώρα, το παλιό σενάριο παραμένει ενεργό

Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αναζητούμε στο παρόν αυτά που μάθαμε να φοβόμαστε. Όχι γιατί τα επιθυμούμε, αλλά γιατί μας είναι οικεία. Το γνώριμο, έστω και δυσάρεστο, μοιάζει πιο ασφαλές από το άγνωστο. Και η ψυχή —όπως κάθε ζωντανός οργανισμός— τείνει προς το προβλέψιμο.

Η εσωτερική αφήγηση ζητά επιβεβαίωση

Μέσα μας κουβαλάμε ιστορίες για το ποιοι είμαστε: «δεν είμαι αρκετός», «δεν με επιλέγουν», «όλο κάτι πάει στραβά». Αυτές οι πεποιθήσεις είναι φίλτρα με τα οποία διαβάζουμε τον κόσμο.

Όταν πιστεύεις κάτι για καιρό, ψάχνεις ασυνείδητα να το επιβεβαιώσεις. Και πολλές φορές, δημιουργείς τις συνθήκες που το κάνουν να φαίνεται αληθινό. Κανείς δε θέλει να πονέσει, αλλά ο ψυχισμός αναζητά συνοχή. Καλύτερα να έχεις άδικο για τη ζωή, παρά να έχεις άδικο για τον εαυτό σου.

Η ανάγκη να επαναλάβουμε αυτό που δεν καταλάβαμε

Μια ιδέα που ξεκινά από τον Φρόυντ και συνεχίζεται σε σύγχρονες ψυχοδυναμικές θεωρίες είναι ότι επαναλαμβάνουμε εμπειρίες που δεν μπορέσαμε να επεξεργαστούμε. Το κάνουμε όχι από επιθυμία, αλλά από ανάγκη. Προσπαθούμε, κάθε φορά, να δώσουμε νέο τέλος σε μια παλιά ιστορία.

Έτσι μπορεί να έλκουμε (ή να μένουμε) σε καταστάσεις που μοιάζουν με παλιά τραύματα για να τις διορθώσουμε. Μόνο που χωρίς επίγνωση δεν γράφουμε νέο τέλος, αλλά ζούμε την ίδια ιστορία.

Η απουσία εναλλακτικής αφήγησης

Υπάρχει κι ένας άλλος, λιγότερο εμφανής λόγος. Μερικές φορές, ελκύουμε αυτό που φοβόμαστε επειδή δεν ξέρουμε πώς μοιάζει κάτι διαφορετικό. Αν δεν έχουμε μάθει πώς είναι μια σχέση ασφάλειας, μια ήρεμη επιτυχία, μια σταθερή πορεία, τότε το «μη τρομακτικό» δεν αναγνωρίζεται ως οικείο.

Η ψυχή δεν ακολουθεί αυτό που λέει το μυαλό ότι είναι καλύτερο. Ακολουθεί αυτό που της είναι γνώριμο. Κι αν το μόνο γνώριμο είναι ο φόβος, εκεί πηγαίνει.

Πώς αλλάζει αυτό το μοτίβο;

Η πρώτη αλλαγή δεν είναι συμπεριφορική, αλλά συνειδησιακή. Να αναγνωρίσουμε ότι αυτό που φοβόμαστε δεν είναι απαραίτητα πιθανό – είναι απλώς τονισμένο στο μυαλό μας. Ότι οι προσδοκίες μας δεν είναι ουδέτερες, αλλά επηρεασμένες από εμπειρίες.

Μετά έρχεται η παρατήρηση: να βλέπουμε πότε αντιδρούμε σαν να επιβεβαιώνεται ο φόβος και πότε τον προβλέπουμε πριν καν υπάρξει. Να αμφισβητούμε την εσωτερική αφήγηση. Να ρωτάμε: “Αυτό που περιμένω, είναι πράγματι δικό μου; Μήπως το έμαθα κάποτε και τώρα απλά το κουβαλάω;” Και τέλος, έρχεται η δοκιμή: να κάνουμε χώρο για εμπειρίες που δεν ακολουθούν το παλιό μοτίβο. Που δεν είναι επιβεβαίωση του φόβου, αλλά ευκαιρία νέας ανάγνωσης.

Δεν ελκύουμε αυτά που φοβόμαστε από αδυναμία, αλλά επειδή λειτουργούμε με μηχανισμούς που προσπαθούν να μας προστατεύσουν. Ο φόβος είναι χάρτης, αλλά όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αν καταλάβουμε πώς δημιουργούνται οι δρόμοι του, μπορούμε να σχεδιάσουμε καινούργιους. Γιατί ο φόβος δεν προλέγει το μέλλον· χρωματίζει την πραγματικότητα που βλέπουμε.

Θεωρητικό μοντέλο προβλέπει το ταξίδι πίσω στον χρόνο

Το ταξίδι στον χρόνο θα μπορούσε να είναι μια πραγματικότητα στο μέλλον, και όχι μόνο αποκύημα της φαντασίας, σύμφωνα τους ισχυρισμούς του καθηγητή της φυσικής Amos Ori (1956), από το Τεχνολογικό Ίδρυμα του Ισραήλ. Λέει ότι έχει βρει ένα θεωρητικό μοντέλο μιας χρονικής μηχανής βασισμένης στη θεωρία της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν, που δείχνει πως ο χωροχρόνος μπορεί να στρεβλωθεί από τη βαρυτική έλξη των μεγάλων αντικειμένων.

Κάτω από υποθετικές συνθήκες, οι μαθηματικές εξισώσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο σχηματισμό μιας χρονικής μηχανής, γνωστές ως “κλειστές καμπύλες σαν του χρόνου”, οι οποίες θα επέτρεπαν στους ανθρώπους να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο για να ερευνήσουν το παρελθόν.

Η μαθηματική εξίσωση δηλώνει ότι στα μίγματα του χώρου και του χρόνου, τον “χωροχρόνο”, ο χρόνος θα ήταν σε θέση να καμφθεί στον εαυτό του, έτσι ώστε ένα πρόσωπο που ταξιδεύει γύρω από το βρόχο να είναι σε θέση να πάει πίσω στον χρόνο με κάθε πλήρη στροφή.

Επίσης, ο Amos Ori έχει μιλήσει για την έξοδο του ταξιδιώτη από μία μαύρη τρύπα στο γνωστό Σύμπαν, αλλά σε εντελώς διαφορετικό σημείο του χωροχρόνου.

Ο καθηγητής Ori είπε ότι στο παρελθόν, μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις ήταν η υποτιθέμενη ανάγκη για την ύπαρξη ενός εξωτικού υλικού με παράξενες ιδιότητες – που οι φυσικοί ονομάζουν αρνητική πυκνότητα – για να δημιουργηθούν αυτοί οι χρονικοί βρόχοι.

“Αλλά, αυτό το υλικό πλέον δεν χρειάζεται. Μπορείτε να κατασκευάσετε μια χρονική μηχανή χωρίς εξωτική ύλη”, λέει ο Ori.

Έτσι, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε υλικό, ακόμη και σκόνη, εφ’ όσον υπάρχει αρκετή από αυτήν για να κάμψει το χωροχρόνο σε έναν βρόχο, τονίζει.

Ακόμα και έτσι όμως, δεν έχει δώσει κανένα υπαινιγμό για το πότε θα χτιζόταν μια χρονική μηχανή, ή ακόμα και εάν θα ήταν ποτέ δυνατή.

“Υπάρχουν ακόμα μερικές ανοικτές ερωτήσεις. Το κύριο ζήτημα που απομένει είναι η σταθερότητα του χωροχρόνου, ο ίδιος ο ιστός του Κόσμου, στο σενάριο του ταξιδιού”, ανέφερε.

“Αλλά η υπερνίκηση αυτού του εμποδίου μπορεί να απαιτεί την ανάπτυξη μιας νέας γενιάς θεωρίας, την κβαντική βαρύτητα, που προσπαθεί να συνδυάσει τη γενική σχετικότητα με τις ιδέες της κβαντικής θεωρίας, τις μαθηματικές ιδέες που κυβερνούν τον ατομικό κόσμο”, πρόσθεσε.

Βέβαια, ο Stephen Hawking, ο οποίος το 1990 είχε προτείνει την “υπόθεση της χρονικής προστασίας”, που λέει ότι οι νόμοι της φυσικής απαγορεύουν τις χρονικές μηχανές, είχε πει ότι υπάρχουν πειραματικά στοιχεία ότι το ταξίδι στον χρόνο δεν υπάρχει.

“Δεν έχουμε κανένα αξιόπιστο στοιχείο των επισκεπτών από το μέλλον. Απορρίπτω τη θεωρία συνωμοσίας ότι UFO προέρχονται από το μέλλον και ότι η κυβέρνηση το ξέρει και το καλύπτει”, έλεγε ο Hawking.

Η θεωρία του Ori εμφανίζεται στην επιθεώρηση Physical Review.

Νίτσε: Ο ανώτερος άνθρωπος φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο απέναντι στους άλλους και ιδίως απέναντι στον εαυτό του

Ποιοι είναι λοιπόν οι “ανώτεροι άνθρωποι” του Νίτσε;[1] Ας σημειωθεί πως στα γραπτά του ο Νίτσε προσφέρει αρκετά παραδείγματα όσων θεωρεί αναντίρρητα “ανώτερους ανθρώπους”: τον Γκαίτε τον Μπετόβεν, και (ίσως το σημαντικότερο) τον ίδιο τον εαυτό του.[2] Βέβαια ο Νίτσε εκφράζει συχνά θαυμασμό και για άλλους ανθρώπους – τον Ναπολέοντα, ενίοτε τον Καίσαρα, τα “ελεύθερα πνεύματα” τα οποία πραγματεύεται σε όλη τη Χαρούμενη επιστήμη – αλλά δημιουργικές ιδιοφυίες όπως ο Γκαίτε και ο ίδιος ο Νίτσε ξεχωρίζουν για την υπόληψη της οποίας χαίρουν στο νιτσεϊκό έργο.[3] Τι καθιστά αυτές τις προσωπικότητες πρότυπα “ανωτέρου” τύπου για τον Νίτσε, πέρα από τη μεγάλη δημιουργικότητά τους (αφού όπως λέει “οι πραγματικά δημιουργικοί άνθρωποι”, είναι “οι κατεξοχήν σπουδαίοι κατά την άποψή μου” (Θέληση για Δύναμη: 957); Τα γραπτά του Νίτσε περιγράφουν πέντε διακριτά, και στενά συνυφασμένα, χαρακτηριστικά του ανώτερου ανθρώπινου τύπου.

1. Ο ανώτερος τύπος είναι μοναχικός και ασχολείται με τους άλλους μονάχα εργαλειακά. “Κάθε επίλεκτος άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, “πασχίζει ενστικτωδώς να βρει φρούριο και τη μυστικότητά του, όπου διασώζεται από το πλήθος, τους πολλούς, τη συντριπτική πλειονότητα” (Πέρα από το Καλό και το Κακό: 26). Αυτή η μοναχικότητα, ωστόσο, “δεν επιλέγεται αλλά είναι δεδομένη” (ΘΔ: 943): ένα “καλοφτιαγμένο άτομο” “βρίσκεται πάντα στη δική του παρέα, όταν έρχεται σε επαφή είτε με βιβλία, είτε με ανθρώπους, είτε με τοπία” (Ίδε ο Άνθρωπος Ι:2). Ο ανώτερος τύπος είναι λοιπόν κατ’ ανάγκη μοναχικός: “Υπάρχει μέσα του μια μοναχικότητα απρόσιτη στο εγκώμιο ή στη μομφή, μια δική του δικαιοσύνη πάνω από κάθε αρχή” (ΘΔ: 962). “[Η] έννοια του “μεγαλείου” συνεπάγεται το να είναι κανείς ευγενής, να θέλει να βρίσκεται με τον εαυτό του, να μπορεί να διαφέρει, να στέκει μόνος και να πρέπει να ζει ανεξάρτητα” (ΠΚΚ: 212). Πράγματι ο ανώτερος τύπος επιζητά τη μοναχικότητα με κάτι σαν εμμονή, καθώς “ξέρει πώς να κάνει παντού εχθρούς Διαρκώς αντιφάσκει με τη συντριπτική πλειονότητα, όχι στα λόγια αλλά στα έργα” (ΘΔ: 944).

Δεν εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι ο σπουδαίος ή ο ανώτερος άνθρωπος δεν διαθέτει την “οικειότητα” και την “καλοσύνη” που πόσο συχνά εξυμνούνται στη σύγχρονη λαϊκή κουλτούρα. “Ένας σπουδαίος άνθρωπος είναι απόμακρος: θεωρεί έλλειψη καλαισθησίας το να είναι φιλικός” (ΘΔ: 962). Επιπλέον ο ανώτερος τύπος ασχολείται με τους άλλους, όταν πρέπει, με έναν μάλλον ξεχωριστό τρόπο: “Ενας άνθρωπος που πασχίζει για κάτι σπουδαίο θεωρεί καθέναν που συναντά στο δρόμο του είτε μέσο είτε καθυστέρηση και εμπόδιο –είτε προσωρινό αναπαυτήριο” (ΠΚΚ: 273). Επομένως, “ένας σπουδαίος άνθρωπος δεν θέλει “συμπονετικούς” ανθρώπους, αλλά υπηρέτες, εργαλεία· όταν συναναστρέφεται ανθρώπους, έχει πάντα την πρόθεση να κερδίσει κάτι από αυτούς” (ΘΔ:962).

2. Ο ανώτερος άνθρωπος αναζητά εμπόδια και ευθύνες, καθώς ωθείται προς την ολοκλήρωση ενός ενοποιητικού σχεδίου. “Τι είναι ευγενές;” ρωτά επανειλημμένα ο Νίτσε σε μια σημείωση του 1888 από τα Κατάλοιπα. Η απάντηση του: “Το να επιζητά κανείς ενστικτωδώς σημαντικές ευθύνες” (ΘΔ: 944). Αυτό συνέβαινε και με τον Γκαίτε: “δεν ήταν δειλός, αναλάμβανε όσο το δυνατός περισσότερα πάνω του, πάνω απ’ αυτόν, μέσα του” (Το Λυκόφως των Ειδώλων ΙΧ:49). Όμως ο ανώτερος άνθρωπος δεν επιζητά ευθύνες και καθήκοντα αυθαίρετα. “Ένας σπουδαίος άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, παρουσιάζει “μια μακρόχρονη λογική σε όλη του τη δραστηριότητα έχει την ικανότητα να απλώνει τη θέλησή του σε μεγάλες εκτάσεις της ζωής του, να απεχθάνεται και να απορρίπτει καθετί ασήμαντο πάνω του” (ΘΔ: 962). Αυτό είναι το γνώρισμα που ο Νίτσε ενίοτε αναφέρει ως “ύφος” στον “χαρακτήρα” (ΧΕ: 290). Ο Νίτσε έβλεπε την ίδια του τη ζωή υπό το πρίσμα της εκδήλωσης αυτού του χαρακτηριστικού:

Η οργανωτική “ιδέα” που είναι μοιραίο να κυριαρχήσει [στη ζωή και το έργο κάποιου] εξακολουθεί να αναπτύσσεται στο βάθος – αρχίζει να διατάζει∙ αργά αργά μας οδηγεί πίσω από παράδρομους και λάθος δρόμους∙ προετοιμάζει μοναδικές ιδιότητες και δεξιότητες που κάποια μέρα θα αποδειχθούν απαραίτητες ως μέσα για το όλο – μια προς μια, εκπαιδεύει όλες τις υποδεέστερες ικανότητες προτού κάνει οποιαδήποτε νύξη για την επικρατούσα αποστολή, τον “σκοπό”, τον “στόχο” ή το “νόημα”. Από αυτή την άποψη, η ζωή μου είναι απλώς υπέροχη. Για την αποστολή της επαναξιολόγησης των αξιών ενδέχεται να χρειάζονταν περισσότερες ικανότητες απ’ όσες μαζεύτηκαν ποτέ σε ένα και μοναδικό άτομο, ούτε καν υποψιάστηκα ποτέ τι αναπτυσσόταν μέσα μου – και μια μέρα όλες μου οι ικανότητες, ξάφνου ώριμες, ξεπήδησαν στην έσχατη τελειότητα τους (ΙΑ ΙΙ:9)

Γνωρίζουμε από προηγούμενο σημείο στο Ίδε ο άνθρωπος ότι ο Νίτσε θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο τύπο, “ένα καλοφτιαγμένο άτομο” (ΙΑ Ι:2), συνεπώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο του ανώτερου τύπου το ότι παρορμείται στο να επιδιώκει ένα σχέδιο με τον τρόπο που περιγράφηκε εδώ.

3. Ο ανώτερος τύπος είναι ουσιωδώς υγιής και ανθεκτικός. Ένα ουσιώδες κατηγόρημα του “καλοφτιαγμένου ατόμου” είναι ότι “του αρέσει μονάχα ότι του κάνει καλό∙ η ευχαρίστησή του, η ηδονή του αναστέλλονται όταν υπερβαίνει το μέτρο για ότι είναι καλό για εκείνον. Μαντεύει ποιες θεραπείες χρησιμεύουν ενάντια στο επιβλαβές, αξιοποιεί τα βαριά ατυχήματα προς όφελος του” (ΙΑ Ι:2). Αυτός όμως είναι απλώς ένας τρόπος να πούμε ότι ο ανώτερος τύπος είναι υγιής, καθώς η υγεία, μας λέει ο Νίτσε, σημαίνει απλώς “να επιλέγεις ενστικτωδώς τα κατάλληλα μέσα ενάντια σε άθλιες καταστάσεις” (ΙΑ Ι:2). Αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη δήλωση του ίδιου του Νίτσε στο Ίδε ο άνθρωπος ότι ήταν “κατά βάθος υγιής” (ΙΑ Ι: 2), ένας φαινομενικά παράδοξους ισχυρισμός για έναν φιλόσοφο με πλήθος σωματικές ασθένειες. Για τον Νίτσε, ωστόσο, η “υγεία” είναι τεχνικός όρος, δεν σημαίνει την απουσία ασθένειας, μα κάτι πλησιέστερο στην ανθεκτικότητα, στο πως αντιμετωπίζει κανείς τις κοινές (σωματικές) ασθένειες και υποτροπές. “Για ένα τυπικά υγιές άτομο”, λέει ο Νίτσε, “η αρρώστια μπορεί να γίνει ακόμα και ένα ενεργητικό ερέθισμα για ζωή, για περισσότερη ζωή. Έτσι μου φαίνεται τώρα στην πράξη η [δική μου] μακρά περίοδος αρρώστιας στα χρόνια της χαμηλότερης ζωτικότητας μου έπαψα να είμαι πεσιμιστής: το ένστικτο της αυτοαποκατάστασης μου απαγόρευε μια φιλοσοφία της φτώχειας και της αποθάρρυνσης…” (ΙΑ Ι: 2). Το να είναι κανείς υγιής συνεπάγεται με τη σειρά του μια ιδιαίτερη μη πεσιμιστική στάση απέναντι στη ζωή – που αποτελεί το τέταρτο χαρακτηριστικό του ανώτερου τύπου.

4. Ο ανώτερος τύπος καταφάσκει στη ζωή, είναι δηλαδή έτοιμος να επιθυμήσει την αιώνια επιστροφή της ζωής του. Στο Πέρα από το καλό και το κακό, ο Νίτσε περιγράφει “το αντίθετο ιδεώδες” από εκείνο των ηθικολόγων και πεσιμιστών, όπως ο Σοπενχάουερ, ως “το ιδεώδες του πιο υπεροπτικού, του πιο ζωντανού, του πιο καταφατικού προς τον κόσμο ανθρώπου, που όχι μόνο έχει συμβιβαστεί και έχει μάθει να τα βγάζει πέρα με οτιδήποτε ήταν και είναι, αλλά που θέλει ότι ήταν και είναι να επαναλαμβάνεται αιώνια” (ΠΚΚ: 56). Να το θέσουμε πιο απλά: ο ανώτερος τύπος ενστερνίζεται το δόγμα της αιώνιας επανάληψης και συνεπώς καταδεικνύει αυτό που ο Νίτσε συχνά ονομάζει “διονυσιακή” ή “καταφατική προς τη ζωή” στάση.

Ο λόγος περί “κατάφασης” προς τη ζωή είναι, ωστόσο, μάλλον ασαφής∙ ευτυχώς, μπορούμε να πούμε κάτι πιο ακριβές για το τι εννοεί ο Νίτσε. Ένα άτομο, κατά τον Νίτσε, έχει διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή στον βαθμό που καταφάσκει ανεπιφύλακτα στη ζωή του∙ συγκεκριμένα, στον βαθμό που καταφάσκει σε αυτή συμπεριλαμβανομένης της “οδύνης” ή άλλων δυσχερειών τις οποίες αυτή ενέχει. Έτσι, εάν έλεγε κανείς: “Ευχαρίστως θα ξαναζούσα τη ζωή μου, με εξαίρεση τον πρώτο μου γάμο”, δεν θα κατάφασκε στη ζωή με την απαιτούμενη έννοια. Επομένως, μπορούμε να πούμε πως ένα άτομο καταφάσκει τη ζωή του με τη νιτσεϊκή έννοια μονάχα στον βαθμό που ευχαρίστως θα επιθυμούσε την αιώνια επιστροφή της: δηλαδή, θα επιθυμούσε την αιώνια επανάληψη ολόκληρης της ζωής του. Ουσιαστικά, ο Νίτσε ονομάζει “την ιδέα της αιώνιας επανάληψης” την “ύψιστη διατύπωση της κατάφασης, που είναι καθ’ όλα εφικτή” (ΙΑ ΙΙΙ: Ζ-1∙ πρβλ. ΠΚΚ: 56). Συνεπώς τους ανώτερους ανθρώπους τους διακρίνει μια χαρακτηριστική διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή: ευχαρίστως θα επιθυμούσαν την αιώνια επανάληψη της ζωής τους.

Ας σημειωθεί πως ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι ακριβώς αυτή η στάση χαρακτηρίζει και τον ίδιο και τον Γκαίτε. Μιλώντας, για παράδειγμα, για το ότι οι συγκαιρινοί του αγνοούν το έργο του, γράφει: “Εγώ ο ίδιος δεν υπέφερα ποτέ απ’ όλο αυτό∙ το αναγκαίο δεν με πληγώνει∙ το amor fati [αγάπη της μοίρας] είναι η πιο ενδόμυχη φύση μου” (ΙΑ ΙΙΙ: ΠΒ-4). Αναφορικά με τον Γκαίτε, ο Νίτσε λέει ότι: “Ένα τέτοιο πνεύμα βρίσκεται στον κόσμο πιστεύοντας σε μια εύθυμη και έμπιστη μοιροκρατία, πιστεύοντας στη λύτρωση και στην κατάφαση ως προς τα πάντα. Μια τέτοια πίστη, ωστόσο, είναι ανώτερη από κάθε άλλη δυνατή μορφή πίστης: τη βάφτισα με το όνομα του Διονύσου (ΛΕ ΙΧ: 49).

5. Ο ανώτερος άνθρωπος φέρεται με ιδιαίτερο τρόπο απέναντι στους άλλους και ιδίως απέναντι στον εαυτό του: διαθέτει αυτοσεβασμό. “H “ανώτερη φύση” του σπουδαίου ανθρώπου”, λέει ο Νίτσε σε μια εντυπωσιακή σημείωση του 1888 από τα Κατάλοιπα, “έγκειται στο ότι είναι διαφορετικός, απόμακρος, βρίσκεται πολύ ψηλότερα από τους άλλους, και σε κάποια επιρροή οποιουδήποτε είδους, ακόμα κι αν έκανε όλη την υφήλιο να τρέμει” (ΘΔ: 876· πρβλ. ΧΕ: 55). Αυτό είναι ίσως το πιο ασυνήθιστο γνώρισμα της νιτσεϊκής πραγμάτευσης του ανώτερου τύπου, διότι υποδηλώνει πως, κατά βάθος, το να είναι κανείς ανώτερος τύπος αποτελεί ζήτημα “στάσης” ή “συμπεριφοράς”. Σε μια ενότητα του Πέρα από το καλό και το κακό, ο Νίτσε και πάλι δίνει απάντηση στο ερώτημα “Τι είναι ευγενές;” αυτή τη φορά ως εξής: “Εδώ δεν είναι τα έργα, αλλά η πίστη το αποφασιστικό στοιχείο, αυτό που καθορίζει την ιεραρχική τάξη κάποια θεμελιώδη βεβαιότητα που η ευγενής ψυχή έχει για τον εαυτό της, κάτι που δεν γίνεται ούτε να αναζητηθεί, ούτε να βρεθεί, ούτε ίσως να χαθεί. “Η ευγενής ψυχή σέβεται τον εαυτό της” (ΠΚΚ: 287). Η αυτοαπέχθεια, η αυτοαμφισβήτηση και ο αυτοτραυματισμός είναι ο κανόνας μεταξύ των ανθρώπινων όντων· το να κατέχει κανείς μια “θεμελιώδη βεβαιότητα” σε ότι αφορά τον εαυτό του πιστεύει ο Νίτσε αρκετά εύλογα, συνιστά μια μοναδική κατάσταση πραγμάτων.[4]

Με αυτή τη στάση του αυτοσεβασμού συνδέονται και άλλες ξεχωριστές στάσεις που διακρίνουν το φέρσιμο του ανώτερου ανθρώπου. “Ο ευγενής άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, “τιμά στον εαυτό του τον ισχυρό, επίσης αυτόν που έχει αυτοκυριαρχία, που ξέρει πως να μιλά και να σωπαίνει, που αρέσκεται στο να είναι αυστηρός και σκληρός με τον εαυτό του και να σέβεται κάθε αυστηρότητα και σκληρότητα” (ΠΚΚ: 260). (Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο ανώτερος τύπος δεν είναι ηδονοκράτης: “Τι είναι ευγενές;” ρωτά ο Νίτσε: “Ότι αφήνει κανείς την ευτυχία στη συντριπτική πλειονότητα” [ΘΔ: 944].) Σε ένα προηγούμενο έργο ο Νίτσε εξηγεί πως:

Το πάθος που καταλαμβάνει τους ευγενείς είναι περίεργο. Περιλαμβάνει τη χρήση ενός σπάνιου και μοναδικού μέτρου και σχεδόν μιας τρέλας· το αίσθημα της θέρμης για πράγματα που άλλοι τα αισθάνονται ψυχρά· την επινόηση αξιών για τις οποίες δεν έχει βρεθεί ακόμα η ζυγαριά· το θάρρος χωρίς την επιθυμία για τιμές· την αυτάρκεια που υπερχειλίζει και που προσφέρει σε ανθρώπους και πράγματα. (ΧΕ: 55)

Πράγματι, η ικανότητα του ανώτερου ανθρώπινου τύπου να θέτει το δικό του μέτρο αξιολόγησης αποτελεί ένα από τα πιο ξεχωριστά επιτεύγματά του, όπως είδαμε όταν πραγματευόμασταν τη μοναχικότητα. Και “ο ανώτερος άνθρωπος”, λέει ο Νίτσε, “είναι αυτός που καθορίζει αξίες και κατευθύνει τη θέληση χιλιετιών καθοδηγώντας τις ανώτερες φύσεις” (ΘΔ: 999).

Αν ληφθούν όλα αυτά υπόψη, γίνεται σαφές το γιατί οι δημιουργικές ιδιοφυΐες όπως ο Γκάιτε, ο Μπετόβεν και ο ίδιος ο Νίτσε θα έπρεπε να αποτελούν τα προτιμητέα παραδείγματα του ανώτερου ανθρώπινου τύπου όντος: διότι τα χαρακτηριστικά του ανώτερου τύπου είναι ακριβώς εκείνα που προσφέρονται για καλλιτεχνικό και δημιουργικό έργο. Κλίση προς τη μοναχικότητα, απόλυτη αφοσίωση στην αποστολή, αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων, θεμελιώδης βεβαιότητα για τον εαυτό και τις αξίες (που σε άλλους φαντάζει συχνά ως ύβρις) – όλα αυτά είναι γνωρίσματα που βρίσκουμε, ξανά και ξανά, σε καλλιτεχνικές ιδιοφυΐες.

Νίτσε και ηθική
-------------------------------------
Σημειώσεις/ Διευκρινίσεις

[1] Στο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα ο Νίτσε έκανε λόγο για τον “υπεράνθρωπο” ως ένα είδος ιδεώδους ανώτερου τύπου. Αυτή η συγκεκριμένη έννοια, ωστόσο, απλώς παραλείπεται από το ύστερο έργο του (με εξαίρεση μια σύντομη αναφορά στο Ίδε ο άνθρωπος, στο πλαίσιο της πραγμάτευσης του Ζαρατούστρα).

[2] Ο Νίτσε περιγράφει εκτενώς και σε πολλά μέρη (π.χ. Ρ: 201∙ ΧΕ: 55∙ ΠΚΚ:287∙ ΝΒ Επίλογος: 2∙ ΘΔ: 943) τους τύπους ατόμων τους οποίους θαυμάζει∙ και περιγράφει και τον εαυτό του ως τέτοιο άτομο – βλέπε για παράδειγμα, ΙΑ Ι:2.

[3] Ο Brobjer (1995, Παράρτημα 2) έδειξε ότι στο νιτσεϊκό έργο κανείς δεν αναφέρεται όσο ο Γκαίτε (135 αναφορές), και οι αναφορές είναι ομοιόμορφα πολύ θετικές. (Ο Σοπενχάουερ ακολουθεί με μικρή διαφορά, έχοντας 122 αναφορές, των οποίων το περιεχόμενο είναι ωστόσο πολύ πιο σύνθετο). Ο Νίτσε αναφέρει τον Μπετόβεν 27 φορές […] και το σημαντικότερο, οι αναφορές στον Μπετόβεν είναι όπως και στον Γκαίτε, ομοιόμορφα θετικές. Ο Ναπολέων αναφέρεται 26 φορές, και οι Σπινόζα και Βολτέρος από 25 φορές ο καθένας.

[4] Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτευση του Νίτσε απηχεί τον ανώτερο άνθρωπο του Αριστοτέλη, στην περίφημη πραγμάτευση της μεγαλοψυχίας στα Ηθικά Νικομάχεια (1123b-1125a16).

Η ζωή στην Γη έφτασε από το διάστημα; – Τι πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες

Από τα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων φιλόσοφων διαπιστώνουμε ότι τους απασχολούσε ιδιαίτερα η προέλευση και η μοίρα του ανθρώπου και του κόσμου που τον περιέβαλε.

Ένεκα τούτου είχαν ιδρυθεί σχολές σε διάφορα μέρη της Ελλάδος που ανέπτυσσαν ολόκληρα φιλοσοφικά συστήματα….

Το ενδιαφέρον αυτό που διατηρήθηκε μέχρι τις ημέρες μας, είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχτούν οι επιστήμες και να διατυπωθούν πολλές θεωρίες από τους ερευνητές γύρω από αυτό το θέμα.

Μια από αυτές είναι η θεωρία της κατευθυνόμενης πανσπερμίας, την οποία διατύπωσαν οι καθηγητές Francis Crick (Βραβείο Νόμπελ) Φυσιολογίας – Ιατρικής 1962, για την ανακάλυψη του DNA και ο L. Orgel.

Σύμφωνα με αυτήν την θεωρία, η ζωή που γνωρίζουμε σήμερα δεν εμφανίστηκε αυτοδύναμα στον πλανήτη μας, αλλά ήρθε από ένα ουράνιο σώμα έξω από το πλανητικό μας σύστημα με φορείς μικροοργανισμούς, τους οποίους μετέφεραν εξελιγμένα λογικά όντα.

Τα όντα αυτά σύμφωνα με τους δυο ερευνητές, μεταφέρθηκαν με διαστημόπλοια και ράντισαν κυριολεκτικά τον πλανήτη μας με μικροοργανισμούς.

Αναφέρουν επίσης ότι μετά από μακροχρόνιες έρευνες, ανακάλυψαν πως δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της χημικής σύνθεσης του Γήινου περιβάλλοντος και εκείνης των εμβίων οργανισμών.

Ως παράδειγμα αναφέρουν ότι σπουδαίο ρόλο στις γήινες ενζυμικές και χημικές διεργασίες δεν παίζουν τα στοιχεία χρώμιο και νικέλιο, που αφθονούν στη Γη, αλλά το σπάνιο στοιχείο μολυβδένιο και υποθέτουν, ότι η ζωή έφτασε στη Γη από ένα άλλο ουράνιο σώμα που διαθέτει άφθονο μολυβδένιο.

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ.

Οι επίκουροι καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μάνος Δανέζης και Σταύρος Θεοδοσίου, στο εξαίρετο δίτομο βιβλίο τους «Το Σύμπαν που αγάπησα», εκδόσεις Δίαυλος, πιστεύουν ότι δεν είμαστε μόνοι στο Σύμπαν, αφού υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια αστέρια στον Γαλαξία μας, που έχουν την δυνατότητα να συνοδεύονται όπως και ο Ήλιος μας από πλάνητες, που πληρούν τις συνθήκες ανάπτυξης ευφυούς ζωής ανάλογης με αυτήν της Γης. Πεποίθηση τους είναι ότι οι κάτοικοι του Σύμπαντος θα μας απλώσουν κάποτε φιλικά το χέρι.

Θερμός υποστηρικτής της ίδιας θεωρίας είναι ο Σουηδός χημικός Σ. Αρένιους (Βραβείο Νόμπελ Χημείας), κατά τον οποίον, η γήινη ζωή δεν ξεκίνησε από την Γη, αλλά από σπέρματα ζωής, που ήρθαν από το διάστημα και βρήκαν κατάλληλες συνθήκες για να εξελιχτούν.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ, Ο ΗΡΙΔΑΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ, Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ, Ο ΠΕΡΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.

Οι Αρχαίοι Έλληνες έλεγαν τον Γαλαξία «Γαλακτίτη Κύκλο» και «Ηριδανό Ποταμό» ή «Δρόμο του Διός». Πίστευαν ότι ο Γαλαξίας μας ήταν ο δρόμος που ακολούθησε ο ήρωας ΠΕΡΣΕΑΣ για να σώσει την ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ, πάνω στον ΠΗΓΑΣΟ, δημιουργώντας με τον «καλπασμό» του άφθονη αστρική σκόνη. Η Ελληνική Μυθολογία είναι γεμάτη από θεϊκά όντα, που κατέρχονται στην Γη, για να πάρουν συζύγους.

Όλες οι παραδόσεις των αρχαίων λαών ομιλούν για ουράνια φλεγόμενα άρματα που έφθασαν στην Γη από τα άστρα, καθώς επίσης για ανώτερες εξωγήινες υπάρξεις που χάρισαν στους ανθρώπους νόμους και όργανα, για να οικοδομήσουν τον πολιτισμό τους.

Οι αρχαίες Ελληνικές δοξασίες ομιλούν για τον Τιτάνα Προμηθέα, που έδωσε στους ανθρώπους την «Φωτιά» από τους ουρανούς και έγινε ως εκ τούτου ο θεμελιωτής του ανθρωπίνου πολιτισμού.

Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει ότι «ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ».

Είναι οι «ΠΡΟΜΥΘΕΙΣ», που έφεραν το ΠΥΡ της Γνώσεως στα ανθρωποειδή της Γης, που μέχρι τότε ζούσαν σαν ζώα σε λαγούμια και βαθιές σπηλιές, όπως αναφέρει ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Προμηθεύς Δεσμώτης»: «Μα ακουστέ εδώ τις ταλαιπωρίες των ανθρώπων, που χωρίς μυαλό πρώτα, πλάσματα με νου και πνεύμα τους έκανα να είναι. Ψυχή είχαν, γιατί η Ψυχή των ανθρώπων προϋπάρχει. Μα και τα δώρα μου να δείτε τι καλόγνωμα που ήταν.

Πρώτα, βλέποντας οι άνθρωποι, βλέπανε του κάκου και ακούοντας δεν άκουαν. Και όμοιοι με των ονείρων τους ίσκιους ανακάτευαν τα πάντα δίχως τάξη και ούτε τα πλινθόκτιστα σπίτια που προστατεύουν γνώριζαν, ούτε την τέχνη του ξύλου. Μα σε σκαφτές σπηλιές αυτοί ζούσαν σαν τα πολυκίνητα μυρμήγκια που στον άνθρωπο σε πολλά μοιάζουν, μες στ” ανήλια βάθη των άντρων.

Μα τα πάντα έπρατταν δίχως κρίση, ως την ώρα που των άστρων τους έδειξα τις ανατολές και τις δύσεις να ξεκρίνουν και την έξοχη τέχνη του αριθμού τους βρήκα και των γραμμάτων που ‘ναι η θύμηση όλων, η μνήμη, η εργατική μουσογεννήτρα. Και πρώτος στον ζυγό έζεψα τα ζώα, βοηθούς του ανθρώπου ιερούς, τους πιο βαριούς να πάρουν από τους μόχθους του, μα και αυτοί με αγάπη να τα βλέπουν.

Το σπουδαιότερο είναι πως αν σ” αρρώστια έπεφταν κανένα γιατρικό δεν είχαν να πιούν ή να αλείψουν, μα χωρίς γιατρειά αδυνάτιζαν, ώσπου τους έδειξα εγώ πάλι τα γιατρικά ν” ανακατεύουν και όλες τις αρρώστιες να πολεμούν, τους διάφορους τρόπους της μαντικής τέχνης όρισα. Κοντολογίς, μ” ένα λόγο μάθε το, όλες οι τέχνες από τον Προμηθέα στους θνητούς δόθηκαν».

ΣΤΗΝ ΑΧΛΥΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Κατά (την Ιερά μας Παράδοση) την Μυθολογία μας, οι άνθρωποι ευρίσκοντο σε μια ζωώδη κατάσταση, πριν ο Προμηθέας φέρει σ” αυτούς το Πυρ εξ ουρανού. Η ΒΙΑ (Χάος) κυριαρχούσε στον προηγούμενο κόσμο.

Οι πρωτόγονοι άνθρωποι που προέκυψαν από τ” αποκοπέντα γεννητικά όργανα του Ουρανού, που τα έκοψε με το τσεκούρι του ο Κρόνος, γεννιόνταν από την Γη, χωρίς γονείς και ζούσαν σαν ζώα σε λαγούμια. Ο Προμηθέας όμως, κατά κάποιον τρόπο πρόδωσε τους Τιτάνες και προσχώρησε στους ΘΕΟΥΣ (όπως ο θεός Ασσούρ, που αναφέρεται στα ασσυριακά κείμενα). Ξέκοψε από τους φυσικούς του συμμάχους και χρησιμοποίησε την πείρα του εναντίον τους.

Ο Δίας εκμεταλλεύτηκε την προσχώρηση του Τιτάνα, για να εκθρονίσει τον Κρόνο και να τον ρίξει στα Τάρταρα. Ο Προμηθέας εν συνεχεία λυπήθηκε τους ανθρώπους που ήταν χωρίς λογική και τους χάρισε την ελπίδα της αιωνιότητας με την μεταφορά του ουρανίου Πυρός, που αντιστοιχεί με τον σπινθήρα της λογικής.

Η θυσία του δεν πήγε χαμένη. Με την χρήση του πυρός επήλθε η ανάπτυξη του πολιτισμού. Ο Ζεύς όμως «οργίστηκε». Στον «Φίληβο» όμως δίδεται μια άλλη εξήγηση του Μύθου, όταν μας λέει ο Σωκράτης ότι οι ίδιοι οι Θεοί έδωσαν δώρο στους ανθρώπους την γνώση της αλήθειας, μαζί με το φωτεινό πυρ. Πολλοί ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι πάνω στη Γη, υπάρχουν δυο φυλές ανθρώπων.

Μία γήινη και μια ουράνια, η οποία μετέφερε το πυρ της γνώσης και μετάλλαξε τα ανθρωποειδή που υπήρχαν και τα μετέβαλε σε σώφρονας ανθρώπους.

(HOMO SAPIENS). Η ονομασία Έλληνες, απ” ότι γνωρίζουμε από την Ιστορία, προέρχεται από τον Έλληνα, τον γιο του Δευκαλίωνος, ο οποίος με την σειρά του, ήταν γιός του Προμηθέως! Πριν τα χρόνια του Έλληνος δεν υπήρχε η ονομασία ΕΛΛΑΣ και έδιναν στην χώρα κατά τόπους το όνομα τους τα διάφορα προγονικά φύλα, που κατοικούσαν την πατρίδα μας, ως επί το πλείστον Πελασγοί! «Δοκει δε μοι, αλλά τα μεν προ Έλληνος του Δευκαλίωνος και παν ουδέ είναι η επίκλησις αυτή, κατά έθνη δε άλλα τε και το Πελασγικόν επί πλείστον εφ” εαυτών την επωνυμίαν παρέχεσθαι».

ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Σύμφωνα με την πινακίδα του Ιδαλίου της Κύπρου, που αποκρυπτογραφήθηκε πρόσφατα με την μέθοδο Chandwick, οι Μόες – Ελλοί (Έλληνες) ήρθαν στην Γη από τον Σείριο (που νοείται αποικία του η Γη), με αρχηγό τους τον Μίνωα και δίδαξαν τις τέχνες και τον πολιτισμό. Στην αρχή είχαν αιθέρια μορφή (Χρυσούν Γένος), αλλά μετά που αναμείχτηκαν με τους κατοίκους της γης, απέκτησαν υλική υπόσταση (δερμάτινους χιτώνες).

Ο Μίνωας και ο Προμηθέας ταυτίζονται, μια και οι δυο είχαν γυιό τους τον Δευκαλίωνα, δηλαδή τους Ελλούς, που ήλθαν με την Λάρνακα τους (κιβωτό – σκάφος) στην Γη, μεταφέροντας του ουράνιο Πυρ στους γήινους. Έκτοτε έμειναν σταυρωμένοι στο γήινο περιβάλλον.

Ο σταυρός που βρέθηκε χαραγμένος μαζί με άλλα Ελληνικά σύμβολα (όπως ο μαίανδρος και το οκτάκτινο αστέρι), σε όλα τα αρχαία μνημεία της Γης, έγινε έμβλημα τους και δήλωνε το εκπολιτιστικό έργο τους.

Είναι η φυλή των Ελλήνων, οι Προμηθείς, που δέθηκαν μεταξύ Ουρανού και Γής. Πολέμησαν με τους Άτλαντες και τους Κρόνιους δαίμονες, που είχαν έμβλημα τους την Σελήνη (μισοφέγγαρο) κατά την Τιτανομαχία.ο πόλεμος ήταν κοσμικός και αφορούσε την Γη και το Διάστημα!

Η Φλόγα του Ανικανοποίητου

Υπάρχει μια απλή, σχεδόν παιδική πράξη με αληθινά ανατρεπτική δύναμη. “Να καθίσεις ήσυχα και να δεις τί συμβαίνει μέσα σου”. Όχι να «κάνεις διαλογισμό», ούτε να βάλεις στόχο να ελέγξεις τον νου, αλλά να παρατηρήσεις — καθαρά, χωρίς κρίση — την ίδια του την κίνηση. Ο νους, όταν τον αφήσεις ήσυχο, μοιάζει με ποτάμι, ρέει αδιάκοπα, μεταφέρει εικόνες και μνήμες, επιθυμίες και φόβους, κλαδιά και φύλλα. Πηδάει σαν πεταλούδα από σκέψη σε σκέψη. Κι όπως ακούμε ένα τραγούδι όχι μόνο στις νότες αλλά και στις σιωπές ανάμεσά τους, έτσι και εδώ η παρατήρηση δεν είναι το «κόψιμο» της σκέψης· είναι η αίσθηση του ρυθμού της, μαζί με τα κενά της.

Όταν η προσοχή παύει να λειτουργεί ως λογοκριτής —όταν δεν υπάρχει «δικαστής» να επιβάλλει τι πρέπει και τι όχι— ο νους ησυχάζει μόνος του. Αυτή η ησυχία δεν είναι προϊόν βίας· είναι αυθόρμητη. Και στο βάθος της, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι είναι φτιαγμένος για χαρά. Για το καθαρό γέλιο χωρίς αφορμή, για την ευχαρίστηση της απλής ζωής, για το θάρρος ενός βλέμματος που δεν κουβαλά την παραμικρή σκιά φόβου.

Δοκιμάστε να κοιτάξετε έναν άνθρωπο στα μάτια —έναν δάσκαλο, έναν προϊστάμενο, έναν σερβιτόρο, έναν ζητιάνο— χωρίς πρόκληση, χωρίς υποτέλεια, απλώς παρόντες. Θα δείτε πόσο σπάνιο είναι αυτό το είδος επαφής. Οι περισσότεροι φοβόμαστε να φανερωθούμε και να δούμε τον άλλον όπως είναι. Κρυβόμαστε πίσω από τοίχους συνήθειας και μικρής εξαπάτησης, γιατί η εκτεθειμένη ματιά κάνει ορατές τις λαχτάρες και τις ανασφάλειές μας. Κι όμως, χωρίς το εσωτερικό τραγούδι —χωρίς την λεπτή μουσική της χαράς— η ζωή θαμπώνει. Μπορείς να περπατάς από ναό σε ναό ή από οργάνωση σε οργάνωση, να κυνηγάς δασκάλους και πιστοποιήσεις· αν μέσα δεν έχει ανάψει χαρά, όλα αυτά μένουν σκηνικά.

Ο μέσος άνθρωπος συχνά αντιτείνει: «Το ανικανοποίητο θολώνει την σκέψη. Μήπως καλύτερα να ησυχάσουμε;» Η ένσταση είναι εύλογη μόνο για την επιφανειακή εκδοχή του ανικανοποίητου, εκείνη δηλαδή που γεννιέται από την λαχτάρα για «περισσότερα» — περισσότερα χρήματα, κύρος, ασφάλεια, επιβεβαίωση. Αυτό το ανικανοποίητο είναι πεινασμένο, θορυβώδες και, πράγματι, θολώνει τον νου.

Άλλο όμως η επιθυμία για «περισσότερο» και άλλο μια ριζική, ολόκληρη έλλειψη ικανοποίησης με ό,τι είναι συμβατικό και νεκρό μέσα μας, με τις προκαταλήψεις μας, με τις έτοιμες πίστεις μας, με την ψυχολογική ανάγκη για καταφύγιο. Αυτή η ριζική ανικανοποίηση δεν στοχεύει κάπου· δεν ζητά ανταμοιβή. Είναι φωτιά που ξεκαθαρίζει. Φέρνει διαύγεια, επειδή δεν σε σπρώχνει προς «λύσεις»· σε σπρώχνει προς βλέμμα.

Πρωτοβουλία και Δημιουργικότητα

Από την ριζική ανικανοποίηση γεννιέται η πρωτοβουλία. Πρωτοβουλία δεν είναι κατ’ ανάγκην μεγάλα προγράμματα και δηλώσεις. Είναι η μικρή κίνηση που δεν σου την υπέδειξαν. Να φυτέψεις ένα δέντρο, να μετακινήσεις μια πέτρα από τον δρόμο, να χαμογελάσεις σε εκείνον που κουβαλάει βάρος, να χαϊδέψεις ένα ζώο χωρίς λόγο. Αυτές οι απλές πράξεις είναι σαν ρωγμές στον τοίχο του αυτονόητου. Από αυτές μπαίνει φως. Κι εκεί, αθόρυβα, ξεκινά η δημιουργικότητα, όχι ως τέχνασμα, αλλά ως τρόπος ύπαρξης.

Δεν είναι δημιουργικότητα μόνο οι πίνακες και τα ποιήματα — όσο κι αν τα τιμούμε. Δημιουργικότητα είναι κατάσταση νου: ο τόπος όπου η πρωτοβουλία ωριμάζει σε ελευθερία. Σε αυτήν την κατάσταση, ο άνθρωπος συναντά εκείνο που οι παραδόσεις ονόμασαν «θείο» — όχι ως δόγμα αλλά ως ζωντανή ποιότητα. Γι’ αυτό και η δημιουργικότητα δεν διδάσκεται· καλλιεργείται με την ζωή. Όπου υπάρχει φόβος και υστερόβουλη επιδίωξη, ο δημιουργικός νους σβήνει· όπου υπάρχει ώριμο ανικανοποίητο μαζί με χαρά, ο νους αναπνέει.

Η κοινωνική μηχανή μας εκπαιδεύει στην ησυχία της συμμόρφωσης. Η οικογένεια, η δουλειά, οι ρόλοι, οι βλέψεις των άλλων και το βλέμμα του κοινωνικού κύκλου λειτουργούν ως αργό καθαρτικό της εσωτερικής φλόγας. Όταν το πραγματικό ανικανοποίητο τσούζει, τρέχουμε να το αναισθητοποιήσουμε κυρίως μέσω της τεχνολογίας και του θορύβου, ευκαιριακές απολαύσεις, πνευματικοί «πάτρωνες», αλκοόλ, νέες «ταυτότητες». Όλα χρήσιμα ως διασκέδαση, κανένα ως λύση. Χωρίς την φλόγα, δεν εμφανίζεται η πρωτοβουλία· χωρίς την πρωτοβουλία, η δημιουργικότητα νεκρώνει.

Η πρόκληση είναι καθαρή. Μη φοβηθείτε το ανικανοποίητο. Θρέψτε το, ώσπου η σπίθα να γίνει φλόγα — όχι φανατισμός, φλόγα.

Ο Νους δεν αποζητά το Κέρδος

Η καθαρότητα της σκέψης δεν συνυπάρχει με την ψυχολογική επιδίωξη κέρδους. Όσο ο νους «θέλει» να φτάσει σε αποτέλεσμα, να επιβεβαιώσει μια πίστη, να κατοχυρώσει μια ταυτότητα, σκέφτεται με την ελαστικότητα ενός σκύλου δεμένου σε πάσσαλο. Κινείται, αλλά ως εκεί που φτάνει το σχοινί. Η σκέψη γίνεται πραγματικά διάφανη μόνο όταν ο νους δεν προσπαθεί να φτάσει «κάπου», όταν είναι ελεύθερος από την λαχτάρα για ασφάλεια και από το βάρος της προκατάληψης.

Τότε, η ριζική ανικανοποίηση δεν κατευθύνει — καθαρίζει. Δεν σε βάζει σε «γραμμή»· κάνει την σκέψη απλή, άμεση, ευθύβολη.

Ο συνηθισμένος νους ρωτά: «Πώς αποκτώ αυτογνωσία; Με ποια μέθοδο; Με πόση πειθαρχία;» Αυτή η νοοτροπία —να ανταλλάξω χρόνο και κόπο με εσωτερικό αποτέλεσμα— είναι μηχανική. Η αυτογνωσία δεν αγοράζεται, ούτε «αποκτάται». Συμβαίνει όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του όπως είναι, μέσα στον καθρέφτη των σχέσεών του, στον τρόπο που μιλά, που ζητά, που θυμώνει, που κολακεύει και κολακεύεται· στον τρόπο που αντιδρά στο βλέμμα του άλλου.

Όπως ο καθρέφτης δεν ωραιοποιεί, έτσι και η προσοχή, αν μπορείς να παρατηρείς τον εαυτό σου χωρίς καταδίκη, χωρίς σύγκριση, χωρίς ευχές «να ήσουν αλλιώς», ανοίγει ένας ωκεανός χωρίς ακτές. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτό το ταξίδι — κι εδώ βρίσκεται η ομορφιά του.

Οι πολιτισμοί ονομάτισαν το άφθαρτο «ψυχή» και το έντυσαν με παραδόσεις. Ίσως κάποιοι σπάνιοι άνθρωποι γεύτηκαν μια κατάσταση πέρα από το χρόνο και τον θάνατο και μας μίλησαν γι’ αυτήν. Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι πολλοί αντικαθιστούμε την έρευνα με την αποδοχή «Έτσι θα είναι». Τότε παγιώνεται η λέξη και γεννιούνται στρατόπεδα πίστης.

Ο άνθρωπος που πράγματι θέλει να δει αν υπάρχει κάτι πέρα από το χρονικό γίγνεσθαι οφείλει πρώτα να σταθεί στα πόδια του· να αποσπαστεί από την συλλογική θέληση, να μη δανείζεται βεβαιότητες. Με απλή ειλικρίνεια, δεν χορταίνεις διαβάζοντας το μενού έξω από το εστιατόριο· αν πεινάς, μπαίνεις και τρως. Έτσι και εδώ καμία αυθεντία δεν θα σε θρέψει — η υπόθεση είναι προσωπική. Ακριβώς γι’ αυτό, η σωστή εκπαίδευση δεν είναι μηχανισμός τοποθέτησης σε δουλειές ούτε σκάλα κοινωνικής ανάβασης, αλλά άνοιγμα χώρου στον νου για να αναπτυχθεί χωρίς φόβο και δόγμα· να μάθει να σκέφτεσαι και να ρωτά, όχι να επαναλαμβάνει και να προσαρμόζεται· να διαφυλάσσει το δημιουργικό ανικανοποίητο, δένοντάς το με χαρά και γενναιοδωρία, ώστε να μη σβήνει από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Υπάρχει μια κρίσιμη σύζευξη, που είναι η απόλυτη έλλειψη ικανοποίησης μαζί με χαρά και αγάπη. Το ανικανοποίητο χωρίς χαρά γίνεται μιζέρια που παραπονιέται για τα πάντα. Η χαρά χωρίς ανικανοποίητο καταντά ευκολία που νυστάζει. Η δημιουργική πορεία απαιτεί και τα δύο, την φωτιά που δεν συμβιβάζεται και το φως που δεν καίει τους άλλους.

Καλλιέργησε λοιπόν την σιωπηλή παρατήρηση, όχι τον εξαναγκασμό. Μάθε ξανά το ειλικρινές βλέμμα. Άφησε το ανικανοποίητο να γίνει φλόγα, όχι ιδεολογία. Πάρε μικρές, άμεσες πρωτοβουλίες που ραγίζουν την συνήθεια. Σκέψου χωρίς στόχο κέρδους και χωρίς δόγμα. Στάσου στα πόδια σου, πέρα από συλλογικές βεβαιότητες.

Τότε η δημιουργικότητα δεν θα είναι ρόλος ή χόμπι, αλλά τρόπος να ζεις. Κι εκεί —στον τρόπο— το αληθινό, το άχρονο, γίνεται οικείο χωρίς να χρειάζεται όνομα.

Οι Αρχές της Εσωτερικής Δράσης

Οι «κανόνες του δρόμου» για την πνευματική δράση ξεκινούν από μια απλή αλλά ριζοσπαστική διαπίστωση. Αυτό που κάνουμε στον κόσμο έχει άμεση σχέση με αυτό από πού μέσα μας ξεκινά.

Όταν η δράση γεννιέται από θυμό, φόβο ή απελπισία, όσο «δίκαιος» κι αν είναι ο στόχος, το αποτύπωμα που αφήνει είναι βαρύ, σκληρό και εξαντλητικό. Όταν όμως η ίδια δράση τρέφεται από συμπόνια, αγάπη και σκοπό, τότε αλλάζει ποιότητα· παύουμε να «πολεμάμε ενάντια στο κακό» και αρχίζουμε να εργαζόμαστε «υπέρ της». Εξωτερικά μπορεί να μοιάζει ότι κάνουμε ακριβώς τα ίδια πράγματα, εσωτερικά όμως έχουμε μετακινηθεί από το πεδίο της σύγκρουσης στο πεδίο της δημιουργίας. Μια θετική πραγματικότητα δεν μπορεί να προκύψει από έναν νου βυθισμένο στον θυμό και στην απόγνωση· χρειάζεται μια συνειδητή μεταμόρφωση κινήτρων.

Μέσα σε αυτήν την διαδρομή, η μη προσκόλληση στο αποτέλεσμα είναι μια βαθιά, δύσκολη αλλά σωτήρια στάση. Κρατάμε καθαρή πρόθεση και κατεύθυνση, αλλά δεν δένουμε την αξία μας επάνω στο αν «πέτυχε» ή «δεν πέτυχε» κάτι. Όταν η ταυτότητά μας μπλέκεται με το αποτέλεσμα, ανεβοκατεβαίνουμε μαζί με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, μέχρι εξουθένωσης. Η στάση του εσωτερικού αγωνιστή είναι η εξής: κάνω ό,τι πιο αληθινό μπορώ, με πλήρη υπευθυνότητα, και αφήνω χώρο σε μια μεγαλύτερη σοφία να κινείται μέσα από τα γεγονότα. Ο σωστός σχεδιασμός είναι πολύτιμος, αλλά τα ίδια τα «σχέδια» είναι πάντα προσωρινά· η ζωή μάς ζητά να είμαστε ευέλικτοι, όχι άκαμπτοι.

Σε έναν τέτοιο δρόμο, η ακεραιότητα λειτουργεί σαν πραγματική προστασία. Όταν αυτά που πιστεύουμε, αυτά που λέμε και αυτά που κάνουμε ευθυγραμμίζονται, τότε ό,τι «αρνητικό» μάς συναντά δεν βρίσκει εύκολα σημείο να γαντζωθεί. Υπάρχει μια εσωτερική τέχνη, σαν «ψυχικό αϊκίντο», όπου δεν μπαίνουμε σε μάχη με την τοξικότητα, αλλά γινόμαστε διάφανοι. Την αφήνουμε να περνά από μέσα μας χωρίς να μας τραυματίζει, γιατί μέσα μας δεν υπάρχει πια κάτι να την ταΐσει. Η ίδια η ακεραιότητα στα μέσα που χρησιμοποιούμε γεννά ακεραιότητα και στα αποτελέσματα· ένας ευγενής σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με ανέντιμα, χειριστικά ή βίαια μέσα χωρίς να αλλοιωθεί.

Ένα κρίσιμο σκέλος αυτής της πνευματικής δράσης είναι να πάψουμε να δαιμονοποιούμε όσους θεωρούμε αντιπάλους. Όσο περισσότερο τους αντιμετωπίζουμε ως «κακούς», τόσο σκληραίνουν, κλείνονται, αμύνονται. Η υπεροψία γεννά υπεροψία, και η πόλωση βαθαίνει. Το κάλεσμα είναι να παραμένουμε μαθητές, να μην θεωρούμε ποτέ τις απόψεις μας τελικές, να εξετάζουμε διαρκώς τα δικά μας τυφλά σημεία. Μπορούμε να είμαστε αλύγιστοι πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και σε ψέματα, αλλά πιο μαλακοί με τους ανθρώπους, αναγνωρίζοντας ότι πίσω από σκληρές θέσεις πιθανό να υπάρχουν φόβοι, τραύματα, ιστορίες.

Μέσα σε όλο αυτό, ο κάθε άνθρωπος καλείται να βρει την δική του μοναδική τροχιά. Δεν έχουμε έρθει όλοι να κάνουμε το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Η αληθινή κλήση δεν είναι πάντα λαμπερή και θεαματική· μπορεί να είναι ταπεινή, αθόρυβη, αλλά εσωτερικά να είναι απολύτως δική μας. Είναι προτιμότερο να περπατά κανείς τον δικό του δρόμο, έστω και ατελώς, παρά να πετυχαίνει εντυπωσιακά στο μονοπάτι κάποιου άλλου. Η πνευματική δράση δεν είναι αντιγραφή, είναι ευθυγράμμιση με το βαθύτερο «ναι» της ύπαρξής μας.

Εξίσου προκλητική είναι η πρόσκληση να καλλιεργούμε συμπόνια ακόμα και για εκείνους που μας πληγώνουν ή στέκονται απέναντί μας. Αυτό δεν σημαίνει να δικαιολογούμε την διαφθορά, το ψέμα ή την καταπίεση, αλλά να μετακινούμαστε από το «εμείς εναντίον τους» σε μια συνείδηση «εμείς», όπου βλέπουμε την κοινή μας ανθρώπινη ρίζα. Μπορούμε να είμαστε σκληροί με τις δομές αδικίας, αλλά να μην αφήνουμε το μίσος να φωλιάζει μέσα μας. Η πραγματική πνευματική δύναμη ξέρει να κρατά καθαρά όρια χωρίς να χάνει την καρδιά της.

Ένας βαθύτερος άξονας αυτών των αρχών είναι η κατανόηση ότι η δουλειά μας δεν γίνεται για να φτιάξουμε την προσωπική μας εικόνα, αλλά για τον κόσμο και συχνά για γενιές που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Ο καρπός του έργου μας μπορεί να ωριμάσει πολύ αργότερα από την δική μας ζωή. Η ικανοποίηση δεν έρχεται μόνο από το «αποτέλεσμα» αλλά από το γεγονός ότι μας δόθηκε η τιμή να υπηρετήσουμε κάτι μεγαλύτερο, με όσο περισσότερη αυθεντικότητα, γενναιότητα και συγχώρεση μπορούμε να αντέξουμε.

Ταυτόχρονα, η ιδέα της «απόλυτα ανιδιοτελούς» προσφοράς είναι, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ψευδαίσθηση. Όταν υπηρετούμε τους άλλους, ενεργοποιούμε το πιο αληθινό μας κομμάτι. Δίνοντας, στην πραγματικότητα λαμβάνουμε· όχι με τον παιδικό τρόπο της ανταμοιβής, αλλά επειδή η ίδια η καρδιά μας διευρύνεται. Όσο περισσότερο συμπεριλαμβάνουμε τους άλλους στο κέντρο της μέριμνάς μας, τόσο μεγαλώνει και το αίσθημα του «εγώ» μέχρι που αρχίζει να συμπίπτει με το «εμείς».

Μια ακόμη καθοριστική διάσταση είναι να μην απομονώνουμε τον εαυτό μας από τον πόνο του κόσμου. Το να τυλιγόμαστε σε ένα πνευματικό «κουκούλι» για να μην πονάμε, μας στερεί και την δυνατότητα να μεταμορφώσουμε κάτι. Η πρόκληση είναι να αφήσουμε την καρδιά να ραγίσει, χωρίς να καταρρεύσουμε, και να μάθουμε να κινούμαστε μέσα στον κόσμο με αυτή την ανοιχτή, ευάλωτη καρδιά. Ο πόνος γίνεται τότε φάρμακο και απαλύνει την σκληρότητα, μεγαλώνει την συμπόνια και γινόμαστε οι ίδιοι μέρος της θεραπείας.

Σε αυτό το μονοπάτι, γίνεται φανερό ότι γινόμαστε αυτό στο οποίο στρέφουμε επίμονα την προσοχή μας. Η συνείδησή μας είναι εύπλαστη· αν ζούμε διαρκώς σε καθεστώς μάχης, στο τέλος θα νιώθουμε μόνο πολεμιστές, περικυκλωμένοι από αντιπάλους. Αν όμως εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να επιστρέφει ξανά και ξανά στην συνειδητότητα, στην αλήθεια και στην ομορφιά, κάποια στιγμή αυτά παύουν να είναι απλώς «αξίες» και γίνονται η ίδια μας η φύση. Η καθημερινή επιλογή σε τι θα δώσουμε την ενέργεια και την προσοχή μας είναι πνευματική πράξη.

Επειδή ο νους δεν μπορεί να «λύσει» τα πάντα, ένα κομμάτι της πνευματικής δράσης είναι να στηριζόμαστε σε κάτι που ξεπερνά την λογική μας. Υπάρχουν δυνάμεις, ρυθμοί και νοήσεις μεγαλύτερες από την δική μας, με τις οποίες μπορούμε να συνεργαστούμε χωρίς να τις κατανοούμε πλήρως. Η πίστη εδώ δεν είναι τυφλή παραίτηση, αλλά εμπιστοσύνη στο άγνωστο, μαζί με την διάθεση να ακούμε σιωπηλά μέσα μας και να ακολουθούμε με προσοχή την εσωτερική καθοδήγηση όταν αυτή εμφανίζεται.

Τελικά, αυτό που διαμορφώνει την μορφή της δράσης μας είναι η ποιότητα της αγάπης που την κινεί και όχι το αντίστροφο. Ο νους χτίζει γέφυρες και ταυτόχρονα ανοίγει χάσματα· η καρδιά είναι αυτή που μπορεί να διασχίσει το κενό και να επουλώσει ό,τι η σκέψη έχει διαχωρίσει.

Αν μείνουμε εγκλωβισμένοι σε απαισιόδοξες ιδέες για την ανθρώπινη φύση χωρίς να ισορροπούμε με εμπιστοσύνη σε κάτι πιο βαθύ και φωτεινό, θα παραβλέπουμε πάντα την δυνατότητα της χάρης, της απρόσμενης μεταστροφής. Όταν αφήνουμε τα παραπάνω να εμποτίζουν την δράση μας, μπορεί να μη γίνουν τα πράγματα όπως ακριβώς τα φανταζόμασταν, αλλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο δεν μπορούμε να αποτύχουμε. Η ίδια η διαδρομή γίνεται τότε ο πραγματικός καρπός.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Πότε λέτε ότι ο πετεινός που αγωνίζεται τα πήγε άσχημα; Όταν έχει νικήσει και έχει τραυματιστεί ή όταν έχει ηττηθεί χωρίς να γρατσουνιστεί;

«Ποια ποινή επιβάλλεται στον άνθρωπο που φυλακίζει τον ίδιο του τον σκλάβο, αν το κρίνει σωστό;»

Η ίδια η πράξη της φυλάκισης είναι η τιμωρία του, και αυτό θα το παραδεχτείτε και εσείς οι ίδιοι, αν κρατήσετε γερά την αρχή ότι ο άνθρωπος δεν είναι θηρίο αλλά πολιτισμένο πλάσμα. Γιατί πότε ένα κλήμα κάνει κακό; Όταν ενεργεί ενάντια στη φύση του. Πότε ένας πετεινός κάνει κακό; Υπό τις ίδιες συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και για έναν άνθρωπο. Ποια είναι λοιπόν η φύση του; Είναι να δαγκώνει και να κλωτσάει και να ρίχνει στη φυλακή και να αποκεφαλίζει; Όχι, αλλά να κάνει το καλό, να συνεργάζεται με τους άλλους και να προσεύχεται γι’ αυτούς. Επομένως, είτε το θέλετε είτε όχι, ο άνθρωπος κάνει κακό όταν ενεργεί χωρίς ενσυναίσθηση.

“Δεν τα πήγε άσχημα τότε ο Σωκράτης;”

Όχι, αλλά οι δικαστές και οι κατήγοροί του τα πήγαν άσχημα.

“Δεν τα πήγε άσχημα ο Ελβίδιος στη Ρώμη.”

Όχι, αλλά ο δολοφόνος του τα πήγε άσχημα.

«Τι εννοείς;»

Όπως ακριβώς δεν λέτε ότι ο πετεινός που αγωνίζεται τα πήγε άσχημα όταν έχει νικήσει και έχει τραυματιστεί, αλλά όταν έχει ηττηθεί χωρίς να γρατσουνιστεί, και δεν θεωρείτε ένα κυνηγόσκυλο ευτυχισμένο όταν δεν καταπονείται στην καταδίωξη, αλλά όταν τον βλέπετε να ιδρώνει, να αγωνιά, με τα πλευρά του να ξεχειλίζουν από το κυνήγι. Τι λάθος υπάρχει στη δήλωση ότι το κακό κάθε ανθρώπου είναι αυτό που έρχεται σε αντίθεση με τη φύση του; Είναι αυτό λάθος; Δεν είναι αυτό που εύκολα αντιλαμβάνεσθε σε κάθε άλλο τομέα; Γιατί λοιπόν υιοθετείτε διαφορετική γραμμή μόνο όταν πρόκειται για άνθρωπο; Ή μήπως είναι λάθος η άλλη μας δήλωση – ότι η φύση του ανθρώπου είναι πολιτισμένη, στοργική και αξιόπιστη;

«Όχι, ούτε αυτό είναι.»

Πώς γίνεται λοιπόν, επιπλέον, να μην παθαίνει κακό ακόμα κι αν μαστιγωθεί, φυλακιστεί ή αποκεφαλιστεί; Δεν είναι αλήθεια ότι, αν υποφέρει αυτά τα πράγματα με ευγενές πνεύμα, φεύγει κερδισμένος και ωφελείται, ενώ αυτός που υφίσταται κακό είναι ο άνθρωπος που υφίσταται την πιο αξιολύπητη και επαίσχυντη μοίρα, ο άνθρωπος που μετατρέπεται από άνθρωπο σε λύκο ή φίδι ή σφήκα;

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Δ΄ Διατριβή, α΄ «Περὶ ἐλευθερίας»

Γιατί Δεν Είμαστε Ανίσχυροι Παρατηρητές — Η Επιστήμη Πίσω από τη Συλλογική Πρόθεση

Θα ακουστεί ριζοσπαστικό, όμως για να παραφράσω τον Edmund Burke, το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι…οι καλοί άνθρωποι να μη κάνουν τίποτα.

Ουσιαστικά, λοιπόν, αγγίζει το γεγονός ότι η πρόθεση δεν είναι απλώς ένα προσωπικό «μαγικό κόλπο» — Κλιμακώνεται.

Όταν κάνουμε ένα βήμα πίσω και δούμε τη μεγάλη εικόνα, η ψυχολογία και οι μεγάλες κοινωνικές μελέτες δείχνουν ότι η συλλογική εστίαση και η κοινή πρόθεση διαμορφώνουν πραγματικά τα μοτίβα συμπεριφοράς, την κουλτούρα και τα αποτελέσματα.

Είναι σαν το φαινόμενο της πεταλούδας, αλλά με πολύ περισσότερη πρόθεση από πίσω.

Και ο Burke λέει πως το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι οι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα.

Μπορούμε να σταθούμε λίγο σε αυτό; Γιατί εμένα μου “χτυπάει” μεγάλες καμπάνες.

Το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι οι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα.

Γνωρίζουμε ήδη για την πρόθεση — στον ρόλο της στον Νόμο της Έλξης τουλάχιστον. Αλλά γνωρίζουμε πώς λειτουργεί σε μεγαλύτερη κλίμακα;

Αν κοιτάξουμε την ψυχολογία, τις επιστήμες του Διαλογισμού και της Ενσυνειδητότητας, ακόμα και κάποια μεγάλης κλίμακας κοινωνικά πειράματα, υπάρχει ένα μοτίβο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.

Η εστιασμένη πρόθεση αλλάζει τα πράγματα.

Όχι μαγικά, αλλά μετρήσιμα. Υπάρχουν βιβλία, όπως The Power of Intention της Lynn McTaggart, το Ινστιτούτο του HeartMath, υπάρχει ακόμα και ντοκιμαντέρ πάνω σε αυτό, που μιλούν για την Πρόθεση ως μια δύναμη στην οποία συμμετέχουμε ενεργά — όχι κάτι που απλώς κρατάμε παθητικά μέσα μας.

Η Πρόθεση είναι μια δύναμη στην οποία συμμετέχουμε ενεργά.

Τι συμβαίνει όταν η ανθρώπινη Προσοχή, το Συναίσθημα και η Εστίαση κινούνται όλα προς την ίδια κατεύθυνση;

Τη δεκαετία του ’70 και του ’80, επιστήμονες μελέτησαν τον Διαλογισμό και τις Συλλογικές Πρακτικές. Παρατήρησαν ότι κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε όταν ομάδες ανθρώπων διαλογίζονταν μαζί — είτε χρησιμοποιούσαν προσευχή, είτε στοχασμό, είτε εστιασμένη πρόθεση.

Τοπικές κοινότητες μερικές φορές βίωναν μετρήσιμες αλλαγές. Δεν μιλάω για θαύματα, δεν μιλάω για μεταμορφώσεις από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά για αλλαγές στα μοτίβα συμπεριφοράς ολόκληρης της κοινότητας.

Το λεγόμενο Maharishi Effect — μελέτες που έγιναν στην Ουάσινγκτον το 1993 — παρατήρησαν μείωση των ποσοστών εγκληματικότητας κατά τη διάρκεια αυτών των μεγάλων ομαδικών περιόδων διαλογισμού.

Τώρα, αυτές οι μελέτες παραμένουν αντικείμενο συζήτησης και αμφισβήτησης, και αυτό έχει σημασία. Όμως τα δεδομένα έδειξαν μια συσχέτιση που άξιζε προσοχής, όπως συμβαίνει με όλες τις σοβαρές έρευνες. Σύμφωνα με το Maharishi Effect, η ανθρώπινη προσοχή δεν είναι παθητική.

H ανθρώπινη προσοχή δεν είναι παθητική

Δεν πρόκειται για “απόδειξη υπερφυσικής δύναμης”. Πρόκειται για ενδείξεις ότι η ανθρώπινη εστίαση, η ηρεμία και η συνοχή μπορούν να επηρεάσουν το συναισθηματικό πεδίο μιας κοινότητας.

Ακόμα και στον ιατρικό κόσμο έχουν γίνει μελέτες βασισμένες στην Πρόθεση, γύρω από την Ίαση.

Όχι του τύπου «σκέφτομαι κάποιον καλά και γίνεται», αλλά ελεγχόμενη έρευνα πάνω στην προσευχή, στη συμπονετική πρόθεση, στον κατευθυνόμενο διαλογισμό ίασης. Ο ανθρώπινος νους, όταν είναι εστιασμένος, δεν είναι αδρανής.

Ο ανθρώπινος νους, όταν είναι εστιασμένος, δεν είναι αδρανής.

Κράτα το αυτό! Ο νους σου συμμετέχει ενεργά. Και έχει καταγραφεί ότι η κοινή εστίαση έχει μετρήσιμα αποτελέσματα στα μοτίβα του καρδιακού ρυθμού, στη συναισθηματική ρύθμιση, στην κοινωνική σύνδεση, ακόμα και στην επίλυση συγκρούσεων. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι “μυστικιστικό”. Είναι η ανθρώπινη βιολογία που ανταποκρίνεται στη συντονισμένη προσοχή.

Λοιπόν, αφού ξεκαθαρίσαμε την επιστήμη και την ιστορία, να η πραγματική ερώτηση που τίθεται εδώ:
Αν η πρόθεση μπορεί να μετακινήσει μικρά πράγματα, τι θα μπορούσε να κάνει αν εκατομμύρια άνθρωποι στόχευαν την ίδια πρόθεση την ίδια στιγμή;
  • Όχι για να εξαναγκάσουμε την πραγματικότητα.
  • Όχι για να παρακάμψουμε τη δράση.
  • Αλλά για να προσθέσουμε βαρύτητα προς την σωστή κατεύθυνση.
Φανταστείτε όλους μας να εστιάζουμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Να διαλογιστούμε πάνω σε αυτές τις τέσσερις ποιότητες:

Θεραπεία εκεί όπου τα συστήματα έχουν τραυματιστεί και έχουν λυγίσει.
  • Αλήθεια εκεί που εκείνοι σε θέσεις εξουσίας την έχουν παρακάμψει.
  • Ασφάλεια εκεί όπου η αστάθεια αυξάνεται.
  • Διαύγεια εκεί που η σύγχυση έχει κατασκευαστεί.
  • Και ενότητα εκεί όπου προωθείται ο διχασμός.
Χωρίς οθόνες, χωρίς θόρυβο, χωρίς multitasking — μόνο εστιασμένη πρόθεση προς το καλό.

Ατομικά, η πρόθεση διαμορφώνει την αντίληψη του Ατομικού Νου.
Συλλογικά, διαμορφώνει τον πολιτισμό του Συλλογικού Νου.

Και η ιστορία το δείχνει αυτό: από μαζικά κινήματα προσευχής, μέχρι αγρυπνίες ειρήνης και παγκόσμια γεγονότα συλλογικού διαλογισμού που έχουν καταγραφεί από κοινωνιολόγους.

Το νόημα είναι απλό: δεν είμαστε ανίσχυροι παρατηρητές.

Είμαστε συμμετέχοντες σε ένα πεδίο προσοχής που επηρεάζει το πώς αισθάνονται οι κοινότητες, το πώς αντιδρούν και το πώς συμπεριφέρονται.

Αν αρκετοί από εμάς εστιάσουμε σε ένα κοινό όραμα, μπορούμε να μετακινήσουμε βουνά.

Δεν μιλάμε μεταφορικά· μιλάμε ιστορικά, επιστημονικά και ανθρώπινα.

Γιατί ο κόσμος πάντα άλλαζε όταν οι άνθρωποι ενώνονταν γύρω από την ίδια καθαρότητα σκοπού.

Και η πρόθεση — η πραγματική, εστιασμένη και πειθαρχημένη πρόθεση — είναι ένας από τους αρχαιότερους τρόπους με τους οποίους η ανθρωπότητα έχει διαμορφώσει την πραγματικότητα.

Η Σκιά των πραγμάτων που είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε:

Πώς προάγεται μαζικά η συνείδηση του Ψευδή Εαυτού αυτές τις μέρες:

Κατευθύνεται από τα mass media να σε πείθει ότι είσαι ανίσχυρος.

Σε πείθει ότι μια στάση απάθειας ή ουδετερότητας είναι μια σοφή επιλογή.

Σε πείθει ότι το να αποσύρεσαι, να σιωπάς ή “περιμένεις να περάσει” σκρολάροντας στις ειδήσεις και στα social media είναι μια σοφή στάση.

Αναλώνεται σε αντιδράσεις που τρέφουν ακόμα περισσότερο κοινωνικό χάος και διαχωρισμό.

Εν ολίγοις ο Ψευδής Εαυτός σου σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν περνά από το χέρι του κάτι, έτσι ώστε να αλλάξει τα δρώμενα που συμβαίνουν στον κόσμο.

Ο Ψευδής Εαυτός σου σε πείθει ότι είσαι αβοήθητος και ανίσχυρος.

Και αυτό είναι ένα μεγάλο Ψέμα. Παρακαλώ διάβασε και πάλι τις αναφορές στις επιστημονικές έρευνες παραπάνω που έχουν αποδείξει το αντίθετο.