Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (987-1038)

ΤΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἀπόφηνον ὅλην σαυτὴν
γενναιοπρεπῶς τοῖσιν ἐρασταῖς
ἡμῖν, οἵ σου τρυχόμεθ᾽ ἤδη
990 τρία καὶ δέκ᾽ ἔτη·
λῦσον δὲ μάχας καὶ κορκορυγάς,
ἵνα Λυσιμάχην σε καλῶμεν·
παῦσον δ᾽ ἡμῶν τὰς ὑπονοίας
τὰς περικόμψους,
995 αἷς στωμυλλόμεθ᾽ εἰς ἀλλήλους·
μεῖξον δ᾽ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας
πάλιν ἐξ ἀρχῆς
φιλίας χυλῷ καὶ συγγνώμῃ
τινὶ πρᾳοτέρᾳ κέρασον τὸν νοῦν·
καὶ τὴν ἀγορὰν ἡμῖν ἀγαθῶν
1000 ἐμπλησθῆναι, ᾽κ Μεγάρων σκορόδων,
σικύων πρῴων, μήλων, ῥοιῶν,
δούλοισι χλανισκιδίων μικρῶν·
κἀκ Βοιωτῶν γε φέροντας ἰδεῖν
χῆνας, νήττας, φάττας, τροχίλους·
1005 καὶ Κωπᾴδων ἐλθεῖν σπυρίδας,
καὶ περὶ ταύτας ἡμᾶς ἁθρόους
ὀψωνοῦντας τυρβάζεσθαι
Μορύχῳ, Τελέᾳ, Γλαυκέτῃ, ἄλλοις
τένθαις πολλοῖς· κᾆτα Μελάνθιον
1010 ἥκειν ὕστερον εἰς τὴν ἀγοράν,
τὰς δὲ πεπρᾶσθαι, τὸν δ᾽ ὀτοτύζειν,
εἶτα μονῳδεῖν ἐκ Μηδείας·
«ὀλόμαν, ὀλόμαν ἀποχηρωθεὶς
τᾶς ἐν τεύτλοισι λοχευομένας·»
1015 τοὺς δ᾽ ἀνθρώπους ἐπιχαίρειν.
ταῦτ᾽, ὦ πολυτίμητ᾽, εὐχομένοις ἡμῖν δίδου.
λαβὲ τὴν μάχαιραν· εἶθ᾽ ὅπως μαγειρικῶς
σφάξεις τὸν οἶν. ΟΙ. ἀλλ᾽ οὐ θέμις. ΤΡ. τιὴ τί δή;
ΟΙ. οὐχ ἥδεται δήπουθεν Εἰρήνη σφαγαῖς,
1020 οὐδ᾽ αἱματοῦται βωμός. ΤΡ. ἀλλ᾽ εἴσω φέρων
θύσας τὰ μηρί᾽ ἐξελὼν δεῦρ᾽ ἔκφερε,
χοὔτω τὸ πρόβατον τῷ χορηγῷ σῴζεται.

ΧΟ. σὲ δὴ θύρασιν ‹ἐνθαδὶ› χρὴ μένοντα τοίνυν [ἀντ.]
σχίζας δευρὶ τιθέναι ταχέως
1025 τά τε πρόσφορα πάντ᾽ ἐπὶ τούτοις.
ΤΡ. οὔκουν δοκῶ σοι μαντικῶς τὸ φρύγανον τίθεσθαι;
ΧΟ. πῶς δ᾽ οὐχί; τί γάρ σε πέφευγ᾽ ὅσα χρὴ
σοφὸν ἄνδρα; τί δ᾽ οὐ σὺ φρονεῖς ὁπόσα χρε-
ών ἐστιν τόν ‹γε› σοφῇ δόκιμον
1030 φρενὶ πορίμῳ τε τόλμῃ;
ΤΡ. ἡ σχίζα γοῦν ἐνημμένη τὸν Στιλβίδην πιέζει.
καὶ τὴν τράπεζαν οἴσομαι, καὶ παιδὸς οὐ δεήσει.
ΧΟ. τίς οὖν ἂν οὐκ ἐπαινέσει-
εν ἄνδρα τοιοῦτον, ὅσ-
1035 τις πόλλ᾽ ἀνατλὰς ἔσω-
σε τὴν ἱερὰν πόλιν;
ὥστ᾽ οὐχὶ μὴ παύσει ποτ᾽ ὢν
ζηλωτὸς ἅπασιν.

***
ΤΡΥ. Ναι, θεά,
γενναιόδωρα, ολάκερη πρέπει σ᾽ εμάς να δοθείς,
τους πιστούς σου εραστές,
που για σε δοκιμάσαμε πίκρες πολλές
990 δεκατρία τώρα χρόνια·
λύσε μάχες κι αντάρες πολέμου, που εμείς
να σε κράζουμε πια Λυσιμάχη·
υποψίες λεπτεπίλεπτες, που είν᾽ αφορμή
να φλυαρούμε αμοιβαία και χωρίς τελειωμό,
έλα, Ειρήνη, και κόψ᾽ τες·
κι εμάς όλους τους Έλληνες πάλι εξαρχής
με φιλίας να μας σμίξεις χυλό
και συμπάθειας να στάξεις σταλιές απαλές
στη στρυφνάδα του νου·
1000 μεγαρίτικα σκόρδα και χίλια καλά
να γεμίσει ξανά η αγορά·
πρώιμ᾽ αγγούρια, κυδώνια και ρόδια πολλά,
μα και κάπες, οι δούλοι μ᾽ αυτές να ντυθούν·
απ᾽ τη γη των Βοιωτών να μας έρθουν ξανά
χήνες, πάπιες, πουλιά
ποταμίσια και φάσσες, αλλά
και κοφίνια με χέλια της λίμνης· γι᾽ αυτά,
για τα χέλια, πατείς με πατώ σε να τρέχουμ᾽ εμείς,
στριμωχτοί, και λιχούδηδες πλήθος:
ο Τελέας, ο Γλαυκέτης, ο Μόρυχος κι άλλοι·
με πολλή καθυστέρηση να ᾽ρχεται πια
κι ο Μελάνθιος, αλλά
1010 χέλια πια να μην έχει·
μεγαλόφωνους θρήνους ν᾽ αρχίζει λοιπόν,
και με μια μονωδία να τελειώνει απ᾽ τη Μήδεια:
«Χάθηκα αχ, χάθηκα αχ, στερημένος εγώ
απ᾽ αυτή που σε σέσκουλα κείτεται μέσα.»
Κι όλοι οι γύρω να πίνουνε μέλι.

Αυτά ζητούμε, θεά, και δώσε μάς τα.
Στον υπηρέτη.
Πιάσ᾽ το μαχαίρι εσύ και σα χασάπης
σφάξε τ᾽ αρνί. ΥΠΗ. Δεν κάνει να το σφάξω.
ΤΡΥ. Γιατί; ΥΠΗ. Δεν αγαπά σφαγές η Ειρήνη
κι ούτε να χύνεται αίμα στο βωμό της.
1020 ΤΡΥ. Τότε, πάρ᾽ το στο σπίτι, κάνε μέσα
τη θυσία, και τα μπούτια μόνο φέρε·
έτσι τ᾽ αρνί στο θέατρο θ᾽ απομείνει.

ΧΟΡ. Εσύ κοντά στην πόρτα εκεί πρέπει, Τρυγαίε, να μένεις·
βάζε σκίζες γοργά,
κι όλα τ᾽ άλλα όπως πρέπει να κάνεις με τάξη.
ΤΡΥ. Τί λες; πολύ ιερατικά τα φρύγανα δε βάζω;
ΧΟΡ. Δε σου λείπει το ελάχιστο απ᾽ όσα ταιριάζουν
σ᾽ ένα φρόνιμον άντρα· είν᾽ ο νους σου
1030 με σοφία προικισμένος γερή,
κι η ψυχή σου με γόνιμη τόλμη.
ΤΡΥ. Άναψε η σκίζα, κι ο Στιλβίδης σκάει απ᾽ το κακό του.
Θα φέρω κρεατοσάνιδο· δε χρειάζομαι υπηρέτη.
Τρέχει στο σπίτι.
ΧΟΡ. Ποιός δε θα πει τον έπαινο
ενός ανθρώπου σαν αυτόν;
έργο μεγάλο τόλμησε,
κοπίασε, κι έτσι γλίτωσε
αυτή την πόλη την ιερή·
γι᾽ αυτό, Τρυγαίε, παντοτινά
θα σε ζηλεύουν όλοι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΑΤΡΕΙΔΕΣ, ΘΥΕΣΤΗΣ

Ο Θυέστης είναι δευτερότοκος γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, αδελφός του Ατρέα.
 
Τα δύο αδέλφια, και η μητέρα τους, συνωμότησαν και σκότωσαν τον νόθο γιο του πατέρα τους Χρύσιππο από τη Νύμφη Αξιόχη, επειδή φοβήθηκαν ότι, από αγάπη για αυτόν τον νόθο γιο, ο Πέλοπας θα του παραχωρούσε την εξουσία. Ο Πέλοπας καταράστηκε τους γιους του και τους έδιωξε. Αυτοί κατέφυγαν στις Μυκήνες, στον ανεψιό τους βασιλιά Ευρυσθέα ή στον πατέρα του Σθένελο, άνδρα της αδελφής τους Νικίππης. Αυτός παραχώρησε την περιοχή της Μίδειας ή Μιδέας στα δυο αδέλφια, αφού πρώτα απομάκρυνε τον ανεψιό τους Αμφιτρύωνα, γιο της αδελφής τους Αστυδάμειας από τον Αλκαίο, βασιλιά της Τίρυνθας. Όταν ο Ευρυσθέας πέθανε άκληρος, χρησμός των Δελφών συνέστησε στους Μυκηναίους να επιλέξουν για βασιλιά τους έναν από τους δυο γιους του Πέλοπα. Αυτοί όφειλαν να επιδείξουν τις ικανότητές και τους τίτλους τους για το βασίλειο.

Στην κατοχή του ο Ατρέας είχε ένα ηφαιστότευκτο σκήπτρο και μια χρυσή προβιά, που του είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή στον Ατρέα, σύμβολο του ποιμένα βασιλιά σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια και η κλοπή ζώων που επαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών, έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά των ποταμών και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους. Όπως και να έχει, το δέρας αυτό ήταν σύμβολο εξουσίας και αποδεικτικό πλούτου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή με θρησκευτικές προεκτάσεις, το δέρας προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας, θυσίασε τα ζώο αλλά δεν προσέφερε το δέρας στη θεά, μόνο το κράτησε για λογαριασμό του και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα.
 
Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη, η κρητικιά βασιλοπούλα και μητέρα των παιδιών του, στον εραστή της Θυέστη, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία, τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα, όπου και πνίγηκε, και εξόρισε τον Θυέστη.
 
Η εξορία δεν ήταν αρκετή για τον Ατρέα. Θέλησε να εκδικηθεί περαιτέρω τον αδελφό του, όχι τόσο γιατί του διαφιλονικούσε τον θρόνο όσο για τις παράνομες σχέσεις που ανέπτυξε με τη γυναίκα του Αερόπη. Προσποιήθηκε ότι συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του και τον κάλεσε πίσω στις Μυκήνες μαζί με τα παιδιά του που είχε αποκτήσει από μια παλλακίδα. Τα παιδιά αυτά άλλοτε είναι τρία -ο Αγλαός, ο Καλλιλέοντας, ο Ορχομενός-, άλλοτε δύο -ο Τάνταλος και ο Πλεισθένης. Ο Ατρέας τα έσφαξε, αν και είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία, τα διαμέλισε και πρόσφερε σε γεύμα τις ψημένες σάρκες στον πατέρα τους Θυέστη. Τα κεφάλια και τα χέρια των παιδιών, που ο Ατρέας είχε διαφυλάξει και τα οποία παρουσίασε στον Θυέστη μετά την παιδοφαγία, αποκάλυψαν την αποτρόπαιη πράξη. Ο Θυέστης αντέδρασε με τον τρόπο του Δία σε αντίστοιχο δείπνο από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας: αναποδογύρισε με μια κλωτσιά το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, αφού πρώτα εξέφερε βαρεῖαν άράν, δηλαδή καταράστηκε τους Ατρείδες. Αυτά ήταν τα περίφημα θυέστεια δείπνα, εξαιτίας των οποίων ο ήλιος, όπως διηγούνταν κάποιοι, απέστρεψε το πρόσωπό του και άλλαξε πορεία. Όπως ακριβώς είχε δύσει στην ανατολή, σύμφωνα με τη βούληση του Δία, προκειμένου ο Ατρέας να ξανακερδίσει το βασίλειό του, που το είχε χάσει όταν ο Θυέστης απέκτησε με δόλιο τρόπο το σύμβολο της εξουσίας, τη χρυσή προβιά.
 
Ο Θυέστης κατέφυγε τότε στον βασιλιά Θεσπρωτό στη Σικυώνα, όπου ενώθηκε με την ίδια του την κόρη Πελοπία. Λεγόταν ότι αυτή η ένωση ήταν αποτέλεσμα βιασμού, καθώς ο Θυέστης είχε πάρει χρησμό ότι η εκδίκηση θα ερχόταν από γιο που θα αποκτούσε με αιμομικτική ένωση· Άλλοτε πάλι ότι η ένωση έγινε χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ταυτότητα του άλλου.
 
Την προστασία της γυναίκας και το μεγάλωμα του παιδιού της ανέλαβε ο Ατρέας, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα των δύο προσώπων, ότι δηλαδή ήταν η κόρη του αδελφού του και ο γιος του αδελφού του από την ίδια του την κόρη. Στο μεταξύ, ο Ατρέας ζήτησε από τους νεαρούς γιους του να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος, ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον είχε μεγαλώσει , αποκατέστησε τον φυσικό του πατέρα στον θρόνο και έδιωξε τους δυο γιους του, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σπάρτη, όπου και παντρεύτηκαν τις δύο κόρες του Τυνδάρεου, ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμνήστρα, ο Μενέλαος την Ελένη.
 
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Αίγισθος εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών του εξυφαίνοντας τη δολοφονία του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα, όντας εραστής της Κλυταιμνήστρας. Οι δομικές αντιστοιχίες είναι εμφανείς: Ατρέας - Αερόπη - Θυέστης, Αγαμέμνων - Κλυταιμνήστρα - Αίγισθος· δολοφονία των παιδιών του Θυέστη από τον αδελφό του πατέρα τους και θείο τους Ατρέα - δολοφονία του γιου του Ατρέα Αγαμέμνονα από τον εξάδελφό του Αίγισθο. Στο μεταξύ, είχε προηγηθεί η δολοφονία του ετεροθαλούς αδελφού των Πελοπιδών Θυέστη και Ατρέα με τη βοήθεια της μητέρας τους Ιπποδάμειας.
 
Μια άλλη εκδοχή του μύθου δεν μιλά για κανένα από αυτά τα εγκλήματα που ήταν και άγνωστα στα ομηρικά έπη. Πάντως, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η διαδοχή στην εξουσία έγινε ομαλά, τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο και η χρυσή προβιά, δόθηκαν στον πρωτότοκο Ατρέα. Εκείνος τα παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνονας και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή* (Ιλ., Β 100-108), που αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη και επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους, δεν εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία ούτε παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους τραγικούς ποιητές του 5ου αι. π.Χ. Γι' αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή, όπου η διαδοχή στην εξουσία γίνεται με τρόπο ανώμαλο· σε αυτό συμβάλλουν και γυναίκες.
-----------------
*Ειρηνική διαδοχή
Τότε ο Αγαμέμνονας ασκώθη ο πρωταφέντης,
κρατώντας το ραβδί στο χέρι του, τρανή του Ηφαίστου τέχνη·
στο Δία, το γιο του Κρόνου, κάποτε το 'χε χαρίσει εκείνος,
κι ο Δίας του Αργοφονιά το εχάρισε, του ψυχοπερατάρη,
κι ο Ερμής το χάρισε στον Πέλοπα τον αλογάρη πάλε,
κι ο Πέλοπας του Ατρέα το χάρισε του πρωτοστρατολάτη,
και στο Θυέστη ο Ατρέας πεθαίνοντας το βαριοκοπαδάρη,
κι ο Θυέστης πάλε του Αγαμέμνονα κλερονομιά το αφήκε,
πλήθος νησιά και την Αργίτικη για ν' αφεντεύει χώρα.

Η ψυχολογία των εθιστικών σχέσεων

Οι άνθρωποι που δημιουργούν εθιστικές σχέσεις, έχουν συχνά τις καλύτερες προθέσεις. Επιθυμούν ευτυχισμένες και υγιείς σχέσεις. Ωστόσο, κάτω από αυτές τις καλές προθέσεις βρίσκεται μία αγωνιώδης σύγκρουση με την οικειότητα. Με τον εθισμό τους να βασίζεται στο σεξ πρώτα και στην εξαρτητική αγάπη, υπάρχει πάντα ένας κρυφός πόθος: να δουν να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους μέσα από συναίσθημα ανασφάλειας.

Οι σχέσεις που δημιουργούν οι σύντροφοι κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας, έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο μέλλον τους. Όταν γνωρίζουμε ότι υπήρξε δυσλειτουργική σχέση στην οικογένεια τους, οι ερωτικοί σύντροφοι αναζητούν σχέσεις, με ασυνείδητο στόχο να επαναλάβουν ή να επιλύσουν τις εκκρεμότητες από την παιδική τους ηλικία.

Όμως, αυτό που αναζητούμε δεν είναι πάντα να επαναλάβουμε μια σχέση με ένα γονέα. Μπορεί να είναι μια σχέση με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας η οποία έχει μείνει άλυτη. Πενθώντας τις απώλειες της παιδικής μας ηλικίας και επιτρέποντας στον εαυτό μας να επεξεργαστούμε τον πόνο του παρελθόντος, μας κάνει να είμαστε πιο ελεύθεροι στο να επιλέξουμε θετικές και σταθερές σχέσεις.

Ένας τρόπος για να επιτευχθούν τέτοιες σχέσεις είναι να επιδιώκουμε να γνωρίσουμε τους συντρόφους μας πριν εμπλακούμε σεξουαλικά ή ρομαντικά με αυτούς. Προερχόμενοι από δυσλειτουργικές οικογένειες και ερωτευόμενοι τον σύντροφό μας “με την πρώτη ματιά”, επιβεβαιώνουμε ότι “ο έρωτας είναι τυφλός” και κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε τα συνηθισμένα, ανθυγιεινά μοτίβα μας με κάποιον τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα. Είναι δύσκολη υπόθεση να αποφύγουμε να εμπλακούμε σεξουαλικά με κάποιον που μας ασκεί σεξουαλική έλξη, αλλά είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας για την εδραίωση της σχέσης πριν μπει ουσιαστικά κανείς σε αυτήν.

Οι εθισμένοι σύντροφοι χρειάζεται να ζήσουν στην πραγματικότητα. Πρέπει να ξεκαθαρίσουν και να προβληματιστούν σχετικά με τις πρώιμες και έντονες φαντασιώσεις τους, όπως ότι π.χ. “αυτό το άτομο μπορεί να με κάνει ευτυχισμένο-η”. Όταν δεν γνωρίζουμε κάποιον καλά, μπορούμε να προβάλουμε όλα τα είδη των επιθυμιών μας πάνω του. Αυτά τα θετικά συναισθήματα αυξάνουν την παραγωγή ενδορφίνης μέσα στο σώμα μας, αλλά δεν μπορούν να βασίζονται στην αλήθεια, καθώς δεν έχουμε καμία πραγματική γνώση για το ποιο είναι το πρόσωπο αυτό. Μόνο ο χρόνος και οι εμπειρίες με ένα άλλο άτομο μπορούν να μας παρέχουν αυτές τις πληροφορίες.

Οι εθιστικές σχέσεις βασίζονται στη δημιουργία υψηλών προσδοκιών που κυρίως παρουσιάζονται στο αρχικό στάδιο της γνωριμίας. Ως εκ τούτου, μία υγιής σχέση θα αναπτυχθεί και θα γίνει πιο στερεή κατά την πάροδο του χρόνου, ενώ μια εθιστική σχέση θα σβήσει γρήγορα σαν πυροτέχνημα. Οι δύο σύντροφοι όμως στην εθιστική σχέση, έχουν μεγάλη δυσκολία να αντιμετωπίσουν τις κανονικές δυσκολίες που προκύπτουν, ενώ οι σύντροφοι που βρίσκονται σε υγιείς σχέσεις αντιμετωπίζουν και ξεπερνούν συχνά τις δυσκολίες τους από την αρχή. Η τρομερή έλλειψη ειλικρίνειας και η οδυνηρή αλήθεια που κρύβεται κάτω από το επιφανειακό “καλό” της σχέσης δεν προδιαθέτει ασφάλεια ώστε να επικοινωνηθεί ανοιχτά από κανέναν από τους συντρόφους στην εθιστική σχέση. Πρόκειται για μια σχέση που πάσχει σημαντικά στην αληθινή οικειότητα.

Η αληθινή οικειότητα προδιαθέτει τη δυνατότητα οι σύντροφοι να μιλούν ανοιχτά για τους φόβους τους, τις ανησυχίες τους, να σκάβουν τα θέματα πιο κάτω από την επιφάνεια και τα οποία είναι επικίνδυνα προς συζήτηση. Αυτό δεν συνεπάγεται όμως ότι πρέπει να κατηγορηθεί ένας από τους δύο συντρόφους ή να ξεφύγει η σχέση και να μπει σε εντάσεις και τσακωμούς για να αποφευχθεί η ανάληψη της ευθύνης που είναι τόσο χαρακτηριστικό μιας εθιστικής σχέσης.

Κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας, οι μελλοντικά εθισμένοι σύντροφοι, εκπαιδεύονται ώστε να μην μπορούν να καλλιεργήσουν με ασφάλεια την αυθεντικότητα και την αλήθεια στις σχέσεις τους ακόμα και με αυτούς που αγαπούν. Αντίθετα, μαθαίνουν να χτίζουν γύρω τους αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι στους άλλους, μένοντας απομονωμένοι και αποστασιοποιημένοι από τα ίδια τα συναισθήματά τους. Υιοθετώντας αυτό το στυλ αντιμετώπισης και στις ενήλικες σχέσεις, είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσουν τότε τοξικές, εθισμένες σχέσεις.

Ερωτικός σύντροφος: Η ενσάρκωση ενός ασυνείδητου πόθου

Στις αρχές του 1907 ο Φρόιντ δημοσιεύει μία ανάλυση που έγραψε ο ίδιος πάνω στο μυθιστόρημα του Βίλχελμ Γιένσεν «Γκραντίβα – Μία Πομπηιανή Φαντασία» και, την οποία ονόμασε «Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην Γκραντίβα του Β. Γιένσεν».

Το μυθιστόρημα πραγματέυεται την ιστορία ενός νεαρού αρχαιολόγου, ο οποίος ερωτεύεται ένα αρχαίο αγαλματίδιο, το οποίο αναπαριστά μία νεαρή κοπέλα, μάλλον ελληνικής προέλευσης. Η φαντασία του φτάνει σε τέτοιο σημείο, όπου αρχίζει να πιστεύει πως η κοπέλα ήταν αληθινό πρόσωπο, ελληνικής καταγωγής, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με πατέρα Πατρίκιο, η οποία έζησε στην Πομπηία και πέθανε μέσα στην πήρινη λέλαπα του ηφαιστείου Βεζούβιου, το οποίο εκρήγνηκε το 79 μχ. Συνεπαρμένος από την ιστορία αυτή, την οποία ο ίδιος δημιούργησε μέσα στο μυαλό του, χάνει κάθε ενδιαφέρον για την παρούσα ζωή του και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πομπηία, με σκοπό να ανακαλύψει κάποια σημάδια, τα οποία άφησε η Γκραντίβα στο πέρασμά της.

Έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση, πως οι πράξεις, σκέψεις και συναισθήματά μας είναι προϊόντα της ελεύθερής μας βούλησης. Παρ’ όλαυτα, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ μας διδάσκει – «είναι καθημερινό φαινόμενο, ακόμη και υγιή άτομα να απατώνται για τα κίνητρα των πράξεών τους και να το συνειδητοποιούν πολύ αργότερα, όταν η αντίφαση μεταξύ διαφορετικών συναισθημάτων μέσα τους, τούς δείξει την αιτιολογική σχέση του σφάλματός τους. Η απωθημένη παρόρμηση είναι αρκετά δυνατή για να μπορέσει να εκδικηθεί της κατασταλτικής της δυναμης, μέσω ενός συναισθήματος μη ικανοποίησης και ανημπορίας».

Ο Ρόμπιν Σκίννερ, στο βιβλίο του «Η οικογένεια και πώς να επιβιώσουμε μέσα σ’ αυτήν», παραθέτει ένα πείραμα (μελέτη των οικογενειακών συστημάτων), όπου μία ομάδα ατόμων, άγνωστων μεταξύ τους, επιλέγουν από ένα σύντροφο, ο οποίος είτε τους θυμίζει κάποιο μέλος της οικογένειάς τους, είτε τους εμπνέει τη σιγουριά πως θα μπορούσε να γεμίσει το «κενό» που βρίσκεται μέσα τους. Όταν μαζευτούν σε ζευγάρια, αρχίζουν να συζητούν μεταξύ τους, για το ποιοί θα μπορούσαν να είναι οι πιθανοί λόγοι και κίνητρα για αυτή την επιλογή και όχι για κάποια άλλη, συγκρίνοντας τις οικογένειές τους. Μετά το κάθε ζευγάρι επιλέγει κάποιο άλλο ζευγάρι και το κάθε μέλος της τετραμελούς ομάδας ταυτίζεται με ένα οικογενειακό ρόλο. Στο τέλος συζητάνε μεταξύ τους για τα κίνητρα του καθενός να επιλέξει τον οικογενειακό ρόλο που επέλεξε μέσα στην ομάδα, σε σχέση πάντοτε με τις δικές τους οικογένειες. Αυτό που ανακάλυψαν, ήταν πως υπήρχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των οικογενειών – είτε στον τρόπο έκφρασης κάποιων συναισθημάτων, είτε στη γενικότερη φύση των σχέσεων μεταξύ κάποιων μελών της οικογενείας, είτε στις προσδοκίες που είχαν οι γονείς τους προς αυτούς, είτε στη θέση που είχε το κάθε μέλος μέσα στην οικογένεια, είτε σε κάποια σημαντική απώλεια ή αλλαγή κτλ. Στο μεταξύ, ύπηρχαν μερικά άτομα, τα οποία δεν είχαν επιλεγεί ή επιλέξει κανένα. Όταν τους ζητήθηκε να μιλήσουν για τις δικές τους οικογένειες, ανακάλυψαν πως όλοι τους, είτε μεγάλωσαν σε ορφανοτροφεία, είτε σε ξένες οικογένειες, είτε ήταν υιοθετημένοι, είτε βίωσαν με έντονο τρόπο στην πρώιμη παιδική τους ηλικία την απόρριψη.

Η ψυχολογία και σε μεγαλύτερο βαθμό η ψυχανάλυση, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην υποκειμενική πραγματικότητα, παρά στην αντικειμενική. Οι ερωτικές σχέσεις υπάρχουν ως κοινωνικό φαινομένο, το οποίο λίγο ή πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει. Εντούτοις, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο, είναι ο τρόπος με τον οποίο το κάθε συγκεκριμένο άτομο βιώνει το αίσθημα του έρωτα. Αντικείμενο της έρευνάς μας είναι οι προσδοκίες, πόθοι, επιθυμίες, φαντασιώσεις, όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν και χαρακτηρίζουν την ατομικότητα του καθενός μέσα στις σχέσεις του με τους άλλους και οι οποίοι είναι προϊόντα της πρoσωπικής του ιστορίας.

Η προσωπική αλήθεια του καθενός, διαμορφώνεται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες. Η α-λήθεια, δηλαδή η αλησμόνητη λήθη, απαιτεί την αναγνώρισή της. Επιζητεί κάποιο δυνατό τρόπο έκφρασής της, μέσω της ανάδυσής της στο συνειδητό πεδίο του μυαλού μας. Παρ’ όλα αυτά, λόγω του ότι η αλήθεια είναι πάντοτε φορτισμένη με έντονα συναισθήματα, τα οποία το άτομο πολλές φορές δεν μπορεί να χειριστεί, η συνείδηση τα απωθεί στο ασυνείδητο πεδίο του ψυχισμού του. Ο ψυχισμός, όμως, στην ολότητά του, έχει τη δική του δυναμική, ό,τι προυπάρχει ή εισχωρεί μέσα του, συνεχίζει να λειτουργεί, ανεξαρτήτως αν βρίσκεται στο συνειδητό ή ασυνείδητο πεδίο του. Το γεγονός αυτό, παρουσιάζεται ως πρόβλημα για το συνειδητό, το οποίο στην προσπάθειά του  να κρατήσει την αλήθεια στο χώρο του ασυνειδήτου, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ψυχικής ενέργειας. Γι΄αυτόν τον λόγο, τα δύο πεδία «βρίσκουν» μία συμβιβαστική λύση, χρησιμοποιόντας δύο βασικούς μηχανισμούς: την μετάθεση και την συμπύκνωση.

Μετάθεση, είναι η διοχέτευση του ασυνείδητου υλικού σε διαφορετική, από την πρωταρχική του κατεύθυνση, ή σε διαφορετικό από το πρωταρχικό του αντικείμενο. Η μετάθεση πραγματοποιείται μέσω αντικατάστασης ενός στοιχείου με κάποιο άλλο, ή μέσω ανταλλαγής των λεκτικών μορφών των δύο στοιχείων. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, οι άνθρωποι τείνουν να κοινωνικοποιούνται με άτομα, τα οποία φέρουν κάποια κοινά ή αντίθετα χαρακτηριστικά με οικία τους πρόσωπα. Ο λόγος έγκειται στο εξής γεγονός – αφού δεν μπορώ να έχω το άτομο που τόσο πολύ αγάπησα, τότε θα βρώ κάποιο που να του μοιάζει. Από την άλλη όμως, αν ο ψυχικός πόνος ήταν τόσο δυνατός που η αγάπη μετατράπεικε σε μίσος, τότε μπορεί να ψάχνω κάποιο άτομο με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο, λές και με αυτό τον τρόπο θα αποτρέψω κάποια παρόμοια, μελλοντική κατάληξη της σχέσης μου.

Συμπύκνωση, είναι η χρησιμοποίηση ενός αντικειμένου, με διττή η πολλαπλή σημασία. Μία παράσταση ή ένα αντικείμενο, μπορούν να συμπυκνωθούν με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα μέσω παράληψης κάποιου στοιχείου τους, μέσω συγχώνευσής τους με άλλες παραστάσεις ή αντικείμενα ή μέσω κάποιου νεολογισμού.

Στην ψυχανάλυση υπάρχει επίσης ο όρος μετουσίωση. Η μετουσίωση είναι η μετατροπή της ουσίας ενός πράγματος σε κάτι άλλο. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για ασυνείδητο υλικό, το οποίο πολλές φορές λόγω του περιεχομένου και της φύσης του, αναγκαζόμαστε να το διοχετέυσουμε σε κοινωνικά αποδεκτές ενασχολήσεις, ακριβώς λόγω των περιορισμών που η ίδια η κοινωνία μας επιβάλλει.

Στόχος και των τριών μηχανισμών είναι η ικανοποίηση του ασυνείδητου υλικού, έστω και με κάποιο υποκατάστατο αντικείμενο ή έμμεσο τρόπο.

Η τέχνη είναι η προσωποποίηση της μετουσίωσης. Είναι ο χώρος όπου μεταθέτουμε όλες μας τις επιθυμίες, δίνοντας τους καλλιτεχνική μορφή. Τα όνειρα είναι ένας άλλος τρόπος ικανοποίησης των ασυνείδητων επιθυμιών μας. Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται όπως στην τέχνη, έτσι και στα όνειρα, με σκοπό την ικανοποίηση του ασυνείδητου υλικού, είναι η μετάθεση και η συμπύκνωση. Απ΄ αυτή την άποψη, ένα έργο τέχνης, δεν είναι λιγότερο αληθινό, από μία πραγματική ιστορία πάθους, ακριβώς γι΄ αυτό τον λόγο. Ο καλλιτέχνης, προβάλλει πάνω στο έργο του τον εσωτερικό του κόσμο και μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον τρόπο, με τον οποίο ο ίδος αντιλαμβάνεται και βιώνει το ερωτικό πάθος.

Η ερωτική συνάντηση, είτε αυτή είναι μυθιστορηματική, είτε είναι πραγματική, πραγματοποιείται στη σφαίρα του φαντασιακού. Ο ένας ταυτίζεται με τις προσδοκίες του άλλου. Αυτό που τους ενώνει είναι οι προσδοκίες που έχει ο ένας για τον άλλο. Δηλαδή, υπάρχει μία αμφίδρομη σχέση φαντασιακής προβολής, ή αν θέλετε αμφίδρομης προβολικής ταύτισης, όπου και τα δύο άτομα φέρουν μέσα τους από τη μιά μεριά τις προσδοκίες τους και, από την άλλη κάποια προδιάθεση να ταυτιστούν με τις προσδοκίες του άλλου. Όταν το μυστήριο που κρύβεται πίσω από το πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου και, το οποίο τροφοδοτεί τη φαντασία και τις προσδοκίες, διαλευκανθεί, τότε ξαφνικά βρισκόμαστε ενώπιον κάποιου άγνωστου, ακόμη και ανεπιθύμητου προσώπου.
Αυτό που ερωτευόμαστε δεν είναι το άτομο, αλλά την εικόνα που προβάλλουμε πάνω σ’ αυτό, βάσει των δικών μας προσωπικών βιωμάτων και εν συνεχεία προσδοκιών.
«Μία επιτυχημένη και ευτυχής σχέση, λέει η Μέλανι Κλάιν, έγκειται στο βαθμό σύγκλισης μεταξύ του ασυνειδήτου των δύο συντρόφων».

Όπως γράφει ο Έριχ Φρόμ, στο βιβλίο του «Η Τέχνη της Αγάπης», «ο έρωτας είναι εκείνη η έλξη που βιώνουμε μέσα μας προς πλήρη συγχώνευση με κάποιο άλλο άτομο. Αυτό το εκρηκτικό βίωμα ερωτικού πάθους με κάποιο άτομο οδηγεί προς μια ξαφνική κατεδάφιση των υφιστάμενων φραγμών που υπάρχουν μεταξύ των δύο συντρόφων, ξένων μέχρι τώρα ο ένας για τον άλλο. Όταν όλοι οι φραγμοί μεταξύ των δύο συντρόφων κατεδαφιστούν, τότε χάνεται η κάθε πιθανή δυνατότητα για την επίτευξη κάποιας άλλης ξαφνικής εγγύτητας με τον ερωτικό σύντροφο.»

Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ, στο βιβλίο του «Μελέτες για τον έρωτα», γράφει «ο έρωτας είναι μία παθιασμένη συγκέντρωση της προσοχής μας πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο άτομο. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος και πράγματα σταδιακά αντικαθιστούνται μέσα στη συνείδηση του ερωτευμένου μόνο από ένα άτομο. Όπου κι αν βρίσκεται ο ερωτευμένος, ό,τι κι αν βρίσκεται μπρόστα στο πεδίο όρασής του, η προσοχή του θα έλκεται συνεχώς από το ερωτικό του αντικείμενο. Η κάθε του προσπάθεια να μετατοπήσει την προσοχή του σε κάθε τι άλλο, θα αποβαίνει μοιραία. Τα όρια της συνείδησης στενεύουν σε τέτοιο βαθμό, που πλέον δεν υπάρχουν περιθώρια για περισσότερα από ένα αντικείμενα. Ο Πλάτωνας ονομάζει αυτή την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, «Θεία Μανία».

Ο νεαρός αρχαιολόγος αγοράζει από μία αγορά με αρχαίες συλλογές στη Ρώμη, το αγαλματίδιο, το οποίο αρχικά δεν του κάνει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση. Στην πορεία, ξεκινά να το μελετά και η προσοχή του εστιάζεται πάνω σ΄ ένα συγκεκριμένο σημείο – το αριστερό της πόδι. Η κοπέλα που αναπαριστάται στο αγαλματίδιο, βρίσκεται σε κίνηση, με το αριστερό της χέρι να σηκώνει ελαφρά το μακρύ της φόρεμα, όπου φαίνεται το κάτω μέρος του αριστερού της ποδιού να βρίσκεται σχεδόν σε κάθετη θέση. Μέσα του ξυπνά η επιστημονική περιέργεια να διαπιστώσει κατά πόσον το βάδισμα της κοπέλας είναι καρπός της φαντασίας του καλλιτέχνη ή αναπαρίστα κάποια πραγματική κοπέλα. Ο νεαρός αρχαιολόγος αποφασίζει να βγεί στους δρόμους κι αρχίζει να παρακολουθεί τις γυναίκες που περνούν από μπροστά του, με σκοπό να διαπιστώσει αν πράγματι μπορεί να υπάρξει στην πραγματικότητα τόσο υπέροχος αλλά και ασυνήθιστος τρόπος βαδίσματος. Με απογοήτευση όμως διαπιστώνει πως καμία κοπέλα δεν περπατά με τον ίδιο μαζί της τρόπο.

Το βράδυ όταν ξαπλώνει να κοιμηθεί, ονειρεύεται πως βρίσκεται στην Πομπηία, έτος 79 μχ., όπου σε κάποια στιγμή βλέπει κάπου στο βάθος του δρόμου την Γκραντίβα, να περπατά με τον ίδιο ανάλαφρο και ασυνήθιστο τρόπο. Την ίδια ώρα το ηφαίστειο εκρήγνειται, κι αυτός τρομοκρατημένος της φωνάζει για να προστατευθεί. Αυτή γυρνάει, τον κοιτάζει και συνεχίζει την πορεία της, ώσπου φτάνει μπροστά στην πύλη ενός ναού, όπου κάθεται πάνω σ΄ένα σκαλοπάτι και απαλά απλώνει το κεφάλι της πάνω σ΄ αυτό. Η λάβα αρχίζει να απλώνεται πάνω της, κι αυτή μεταμορφώνεται σε μαρμάρινο άγαλμα. Ο Νόρμπερτ τρέχει κοντά της και βλέπει την έκφραση του προσώπου της, ήρεμο λες και κοιμάται, ώσπου μία βροχή στάχτης κάλυπτει όλο της το πρόσωπο.

Το άλλο πρωί, η πεποίθησή του πως η Γκραντίβα ήταν αληθινό πρόσωπο γίνεται ακόμη πιο έντονη, προφανώς επιρεασμένος από το βραδυνό όνειρο. Στέκεται μπροστά στο παράθυρο και βλέπει στο απέναντι μπαλκόνι μέσα σ΄ ένα κλουβί ένα καναρίνι να τραγουδά/κελαηδά. Σε κάποια στιγμή βλέπει στο δρόμο κάποια κοπέλα, ίδια η Γκραντίβα, με το ίδιο βάδισμα να διασταυρώνει το δρόμο. Τρέχει έξω, όπως ήταν με τις μπιτζάμες, να φτάσει την κοπελά, αλλά τα βλέμματα και τα σχολία του κόσμου τον αναγκάζουν να επιστρέψει πίσω στο σπίτι. Συνεπαρμένος από όλα αυτά, αποφασίζει να φύγει για την Πομπηία.

Όταν φτάνει στην Πομπηία, ο Νόρμπερτ αρχίζει να γυρνά στους δρόμους, ώσπου σε κάποια στιγμή, κατά το μεσημέρι, βλέπει στην απέναντι μεριά του δρόμου την ίδια κοπέλα, όπως στο όνειρο, να διασταυρώνει το δρόμο και να κατευθύνεται προς κάποιο σπίτι. Ο Νόρμπερτ, πιστεύωντας πως αυτό είναι το πνεύμα της Γκραντίβας, το οποίο επέστρεψε από τους πεθαμένους, τρέχει προς το μέρος της, μπαίνει μέσα στο σπίτι και βλέπει την Γκραντίβα να κάθεται πάνω σ΄ ένα σκαλοπάτι. Εκείνος, πεποισμένος για την ελληνική καταγωγή της κοπέλας, της απευθύνεται στα ελληνικά, με σκοπό να διαπιστώσει αν μιλά, όντας πνέυμα χωρίς σάρκα και οστά. Η Γκραντίβα δεν του απαντά, κι αυτός αποφασίζει να της μιλήσει στα λατινικά, ενώ αυτή χαμογελόντας του λέει – «αν θές να μιλήσουμε, τότε μίλα μου στα γερμανικά». Ο Νόρμπερτ, ενθουσιασμένος, με το γεγονός πως η Γκραντίβα μιλά, της λέει – «είμουν σίγουρος πως η φωνή σου θα ακουγόταν ακριβώς έτσι». Το ότι μιλά γερμανικά, μία γλώσσα η οποία δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, γεγόνος το οποίο αναιρεί όλες του τις υποθέσεις, γύρο από τη ζωή της Γκραντίβας, δεν του κάνει καμία απολύτως εντύπωση. Αυτός της ζητά να απλώσει το κεφάλι της στο σκαλοπάτι (η ίδια σκηνή όπως στο όνειρο) αλλά αυτή αρνείται και αποχωρεί από το σπίτι.

Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα, στον ίδιο τόπο, ο Νόρμπερτ συναντά πάλι την Γκραντίβα και, βλέποντάς την τής λέει – «Μακάρι να είσουν ζωντανή». Η περιέργεια της Γκραντίβας, να καταλάβει περι τίνως πρόκεινται όλ΄ αυτά, γίνεται όλο και πιο έντονη, κι αρχίζει να του κάνει την μία ερώτηση μετά την άλλη. Τότε η ίδια μαθαίνει, για το αγαλματίδιο, για το όνειρο, για το όνομα που έδωσε στο αγαλματίδιο και για το σκοπό του ταξιδιού του νεαρού αρχαιολόγου στην Πομπηία. Τότε αυτή δέχεται την πρόταση του Νόρμπερτ να απλώσει το κεφάλι της στο σκαλοπάτι και μετά να βαδίσει μπροστά του. Στη συνέχεια του λέει πως το όνομά της δεν είναι Γκραντίβα, αλλά Ζώη, κι αυτός με τη σειρά του της λέει – «τι ειρωνεία, το όνομά σας σημαίνει ζωή». Η Ζώη του λέει «ο άνθρωπος πρέπει να συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο, έτσι κι εγώ από καιρό έχω συνηθίσει με την ιδέα πως είμαι νεκρή».

Η απάντησή της αυτή, μας ξαφνιάζει, και μας κάνει να διαιρωτόμαστε για ποιό λόγο η Ζώη αποφασίζει να μπεί στο ρόλο της αρχαίας πομπηιανής κοπέλας, αντί να του πεί όλη την αλήθεια. Δεν έχουμε καταλάβει ακόμη τα κίνητρά της. Παρ’ όλαυτα, από θεραπευτικής άποψης, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ επισημαίνει, όντας παραλήρημα αυτό που ο Νόρμπερτ βιώνει, άλλος τρόπος προσέγγισης δεν θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματικός από αυτόν.

Η περιέργεια του Νόρμπερτ να καταλάβει ποια είναι η φύση της Ζώης, γεννά στο μυαλό του την ιδέα να αγγίξει το χέρι της. Σκέψη, η οποία του προκαλεί αμφίσημα συναισθήματα ενθουσιασμού και φόβου. Ενθουσιασμού, διότι θα ήθελε να είναι ζωντανή, αλλά και φόβου, διότι αν είναι ζωντανή, τότε αυτό θα σήμαινε πως θα μπορούσε να μην είναι αποκλειστικά δική του «ιδιοκτησία».

Οι σκέψεις αυτές του δημιουργούν κάποιο συναίσθημα ζήλιας, και όταν την επόμενη μέρα μπαίνει στο σπίτι και βλέπει τη Ζώη μπροστά του, εκείνος αυθόρμητα την ρωτάει «είσαι μόνη;». Εκείνη, κατανοώντας την συναισθηματική κατάσταση, που βρίσκεται ο νεαρός αρχαιολόγος, του δίνει μισό κομμάτι από το ψωμί της και του λέει «είναι λες και με τον ίδιο τρόπο μοιραζόμασταν αυτό το ψωμί πριν δύο χιλιάδες χρόνια». Ο Νόρμπερτ, αδυνατόντας να κατανοήσει τα λόγια της Ζώης αποφασίζει να εφαρμόσει το πείραμα, δηλαδή να την αγγίξει, και εκμεταλλευόμενος τη στιγμή, όπου μία μύγα κάθεται στο χέρι της, εκείνος με δύναμη τη χτυπά. Εκείνη ξαφνιασμένη από την ακατανόητη πράξη του Νόρμπερτ, γυρνάει και του λέει «είσαι τρελός, Νόρμπερτ Χάνολντ!». Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ένα ζευγάρι, γνωστοί της Ζώης, κι αρχίζουν να μιλάνε. Ο Νόρμπερτ σηκώνεται και φεύγει.

Ο νεαρός αρχαιολόγος, πλέον αντιλαμβάνεται πως η Ζώη δεν είναι το πνεύμα της Γκραντίβας, αλλά μία κανονική κοπέλα, όπως όλες τις άλλες. Εκείνο όμως που τον είχε μπερδέψει, ήταν το γεγονός πως εκείνη ήξερε το όνομά του.

Η επόμενη συνάντηση είναι καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη της ιστορίας. Η Ζώη είναι παιδική φίλη του Νόρμπερτ, η οποία ζεί στο απέναντι διαμέρισμα, όπου βρίσκεται το κλουβί με το καναρίνι. Πατέρας της είναι ο Ρίχαρντ Μπέρταγκ, καθηγητής ζωολογίας. Όταν ήταν μικροί έπαιζαν μαζί, και σαν παιδιά που ήταν μερικές φορές χτυπιόντουσαν. Στην αποκάλυψή της αυτή, ο Νόρμπερτ της λέει «τότε εσύ είσαι η δεσποινής Μπέρταγκ; Μα δεν μοιάζεις καθόλου με εκείνην».

Αυτή η αποκάλυψη έρχεται να ξεκαθαρίσει αρκετά πράγματα. Την παρὀρμηση του Νόρμπερτ να χτυπήσει τη Ζώη για να διαπιστώσει εάν είναι πνεύμα ή όχι. Τα λόγια της Ζωής, πως πριν δυο χιλιάδες χρόνια μοιραζόντουσαν το ίδιο ψωμί.

Σ΄ αυτό το σημείο ο Φρόιντ σημειώνει – «οι φαντασίες του νεαρού αρχαιολόγου είναι η ηχώ των λησμονημένων, παιδικών του αναμνήσεων. Από αυτή την άποψη, αυτές, δεν είναι αυθαίρετο προϊόν του μυαλού του, αλλά αποτέλεσμα κάποιου υπάρχοντος ψυχικού υλικού από τις παιδικές του εντυπώσεις, οι οποίες αν και λησμονημένες, συνεχίζουν να λειτουργούν σ΄ ένα ασυνείδητο επίπεδο».

Οι υποθέσεις, για την ελληνική και αριστοκρατική καταγωγή της Ζώης δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταμορφωμένες αναμνήσεις. Το ελληνικό της όνομα έχει μετατραπεί σε ελληνική καταγωγή. Ο καθηγητής πατέρας της, σε Πατρίκιο. Το επίθετό της, Μπέρταγκ (δηλαδή εκείνος, ο οποίος βαδίζει υπέροχα) , σε Γκραντίβα.

Η Ζώη συνεχίζει «όταν είμασταν παιδιά, είχα πραγματικα προσκολληθεί σε σένα και πίστευα πως ποτέ μου δεν θα έχω πιο κοντινό φίλο σ΄ αυτή τη ζωή. Δεν έχω μητέρα ούτε αδέλφια. Για τον πατέρα μου ακόμη και ένα σκουλίκι ήταν πιο ενδιαφέρον από μένα. Αν είμουν κι εγώ κομμάτι της συλλογής του, μάλλον δεν θα αφιέρωνα την καρδιά μου σε σένα. Γι΄ αυτό είχα ανάγκη να γεμίσω όλο αυτό το κενό στη ζωή μου με κάτι, κι εσύ είσουν αυτό το κάτι. Όταν όμως σε κέρδισε η αρχαιολογία, είχες γίνει πια ανυπόφορος για μένα, αφού δεν είχες ούτε μάτια, ούτε στόμα, ούτε αναμνήσεις για την φιλία μας. Εγώ για σένα είχα μετατραπεί σε κενό χώρο, ενώ εσύ, με τα ξανθά και αχτένιστα μαλιά σου, είχες μετατραπεί σ’ ένα βαρετό, ξινό και μη επικοινωνιακό άτομο, σαν βαλσαμωμένος κόκορας, μάλιστα θα έλεγα υπερόπτης σαν αρχαιοπτέριξ».

Όπως λέει ο Φρόιντ, «αν σύμφωνα με τον γενικό κανόνα, το κάθε κορίτσι κατευθύνει την αγάπη του προς τον πατέρα της, η Ζώη δεν κάνει εξαίρεση από αυτόν, ακόμη περισσότερο αφού δεν έχει άλλους συγγενείς στον κόσμο εκτός από τον πατέρα της. Παρόλαυτα, ο πατέρας της δεν αφιερώνει καθόλου χρόνο για την κόρη του, έτσι κι αυτή κατευθύνει την αγάπη της σε κάποιον άλλο, στην προκειμένη περίπτωση στον Νόρμπερτ. Όταν όμως κι αυτός πάυει να της δίνει σημασία, ο έρωτάς της γι΄ αυτόν δεν σβήνει, αντιθέτως, γίνεται ακόμη πιο έντονος, αφού ο Νόρμπερτ μετατρέπεται σε πανομοιότυπο αντίγραφο του πατέρα της, ένας επιστήμονας, τόσο αφωσιομένος στην επιστήμη του, που σταδιακά χάνει κάθε επαφή όπως με την ζωή, έτσι και με την Ζώη. Έτσι, η Ζώη βρίσκοντας ξανά τον πατέρα της στο πρόσωπο κάποιου άλλου, συνταυτίζοντάς τους συναισθηματικά, καταφέρνει να δείξει την αφωσίοσή της προς τον πατέρα της, μέσω κάποιου άλλου».

Πάνω στο ίδιο θέμα, η Μέλανι Κλάιν λεέι: «τα αισθήματα που τρέφει κάποιος άντρας για μία γυναίκα έχουν πάντοτε τις ρίζες τους στην πρωταρχική του σχέση με τη μητέρα του ή με το πρώτο άτομο το οποίο τον φρόντιζε. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή η πρωταρχική σχέση είναι λησμονημένη, γι΄αυτό και εκδηλώνεται καμουφλαρισμένη με διάφορους τρόπους. Τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ του πρωτεύοντος αντικειμένου και της μελλοντικής ερωτικής συντρόφου, μπορούν να είναι οτιδήποτε, δηλαδή από κάποιο εξωτερικό χαρακτηριστικό, μέχρι την φωνή ή κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς τους. Δεν εξαιρούνται οι περιπτώσεις όπου ο άνδρας μπορεί να διαλέξει για σύντροφό του κάποια γυναίκα, τα χαρακτηριστικά της οποίας να είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα της μητέρας του. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν η σχέση μεταξύ γιού και μητέρας είναι αποπνυχτικά στενή και η οποία βιώνεται σαν τέτοια από το αγόρι. Στην πορεία της ανάπτυξης του αγοριού κάποια αδελφή, ξαδέλφη ή παιδική φίλη, μπορεί να πάρει τη θέση του πρωτέυοντος αντικειμένου στην ερωτική φαντασία του αγοριού. Σε γενικές γραμμές ο άνδρας ψάχνει στις μετέπειτα ερωτικές του σχέσεις να ξαναβρεί τις εντυπώσεις και φαντασίες που είχε για το πρωτεύον αντικείμενο. Στις γυναίκες ισχύει ο ίδιος κανόνας, με μόνη διαφορά ότι, ενώ το πρωτεύον αντικείμενο είναι πάντοτε το ίδιο, δηλαδή η μητέρα, στην πορεία το κορίτσι στρέφει την αγάπη της προς τον πατέρα της.

Για την επαλήθευση του συμπεράσματος αυτού, ο Φρόιντ συνεχίζει – «όταν η Ζώη περιγράφει στον Νόρμπερτ την μεταμόρφωσή του και το τέλος της φιλίας τους, η ίδια τον χαρακτηρίζει αρχαιοπτέριξ, πουλί από την αρχαιολογία της ζωολογίας. Μ΄ αυτόν τον τρόπο η Ζώη πετυχαίνει να εκφράσει την απογοήτευση της και για τους δύο άντρες, με μία μόνο λέξη. Ο αρχαιοπτέριξ, είναι ένας συμβιβαστικός όρος, ένα κοινό σημείο για τους δύο άντρες, η ζωολογία για τον ένα, η αρχαιολογία για τον άλλο».

Από πλευράς του νεαρού αρχαιολόγου, τα πράγματα εξελίσσονται με διαφορετικό τρόπο. Η αρχαιολογία τον κατακτά εξ’ ολοκλήρου και οι μόνες γυναίκες οι οποίες ελκείουν το ενδιαφέρον του είναι φτιαγμένες από χαλκό και πέτρα. Η παιδική τους φιλία πεθαίνει, αντί να μετατραπεί σε ερωτική σχέση, ενώ όλες του οι αναμνήσεις για εκείνην λησμονιούνται σε τέτοιο βαθμό, που ο ίδιος αδυνατεί ακόμη και να την αναγνωρίσει. Η λησμόνηση αυτή, δεν έχει να κάνει με την απάληψη, την διαγραφή αυτών των αναμνήσεων, αλλά με μία εσωτερική αντίσταση, η οποία εμποδίζει αυτή την ανάμνηση να αναδηθεί στην συνείδηση. Λόγω αυτής της εσωτερικής αντίστασης, η απωθημένη ανάμνηση διεισδείει στη συνείδηση μεταλλαγμένη, κάτω από την επίδραση κάποιου εξωτερικού ερεθίσματος, το οποίο φέρει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με το παλιό βίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι απλά κοινά, αλλά τα ίδια.

Το πάθος του για την αρχαιολογία έρχεται να αντικαταστήσει το ερωτικό πάθος που τρέφει για την φίλη του, ενώ το ίδιο το αντικείμενο της έρευνάς του, δηλαδή το αντίγραφο του αρχαίου αγαλματιδίου, ξυπνά μέσα του ξανά το ίδιο πάθος που κάποτε έτρεφε για τη λησμονημένη του φίλη από την παιδική του ηλικία. Όπως μας λέει ο Φρόιντ, «ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ του να αποκοπεί πραγματικά από κάτι ή κάποιον. Αυτό που κάνει είναι να αντικαθιστά ένα πράγμα με κάτι άλλο».

Στο τέλος αποφασίζουν να παντρευτούν. Ο Νόρμπερτ ζητά από τη Ζώη για τελευταία φορά να βαδίσει μπροστά του, κι αυτή με προθήμεια σηκώνει ελαφρά το φόρεμά της, αναδυκνείοντας το κάτο μέρος του ποδιού της, το οποίο βρισκόταν σχεδόν σε κάθετη θέση.

Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ, λέει «η απόλαυση που αντλούμε από τον έρωτα έγκειται σε κάποιο αίσθημα μεταφυσικής διαπερατότητας, όπου οι δύο συντρόφοι βρίσκονται σε απόλυτη συγχώνευση. Αυτή η τάση για συγχώνευση φτάνει στο ζενίθ της επιθυμίας της να παραμείνει ως έχει, με την απόφαση για απόκτηση παιδιών, τα οποία την συμβολοποιούν. Αυτό το τρίτο στοιχείο, προϊόν του έρωτα, συγκεντρώνει μέσα του ολόκληρο το νόημά του. Το παιδί είναι ο υπέρτατος τρόπος προσωποποίησης της επιθυμίας των δύο συντρόφων για συγχώνευση.
Όπως λέει ο Πλάτωνας – «ο έρωτας είναι η επιθυμία για τη γένεση της τελειότητας».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δύο σημεία, τα οποία λίγο πολύ δύσκολα μπορούμε να συναντήσουμε στην πραγματικότητα. Το ένα είναι το αντίγραφο του αρχαίου αγαλματιδίου, το οποίο τόσο πολύ έμοιαζε με την Ζώη. Το άλλο, είναι η τυχαία συνάντηση στην Πομπηία. Αυτή η τυχαιότητα όμως, έρχεται να σηματοδοτήσει, αυτό που όλοι μας γνωρίζουμε, δηλαδή να συναντούμαι πάντα στο δρόμο μας, αυτό που προσπαθούμε να αποφείγουμε. Βασικά, αυτό που συναντούμε είναι η ίδια η επιθυμία μας, την οποία έχουμε απωθήσει, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί και να απαιτεί την ικανοποίησή της. Συμβαίνει αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε προβολή κάποιου ασυνείδητου υλικού πάνω σε κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, το οποίο μας θυμίζει κάτι, αλλά αυτό το κάτι δεν μπορούμε να κατανομάσουμε. Ένδειξη για τη σχέση μεταξύ του ασυνείδητου υλικού και του εξωτερικού ερεθίσματος είναι τα ακατανόητα αισθήματα τα οποία βιώνουμε και τα οποία μας ωθούν σε φαινομενικά αλόγιστες πράξεις. Σ΄αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε φράσεις όπως «κεραυνοβόλος έρωτας», «έρωτας με την πρώτη ματιά», «ο έρωτας είναι τυφλός, βλέπει με την ψυχή, ὀχι με τα μάτια». Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ παραθέτει στο βιβλίο του μία σκέψη του Άγιου Αυγουστίνου – «ο έρωτάς μου είναι η έλξη μου, όπου κι αν πάω, πάντοτε προς αυτόν βαδίζω». Και σε άλλο σημείο συνεχίζει – «ο έρωτας στην ουσία του είναι φαντασιακός. Όχι πως ο έρωτας σαν τέτοιος κάνει κάποιο λάθος, αλλά είναι λάθος από τη φύση του. Ερωτευόμαστε όταν η φαντασία μας προβάλλει πάνω σε κάποια άλλη ύπαρξη ανύπαρκτη τελειότητα. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο, από την σημασία του παλιού ρητού, ο έρωτας είναι τυφλός. Διότι ενώ τα μάτια βλέπουν την πραγματικότητα, ο έρωτας προσπαθεί να την διορθώσει. Πως θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το τέλος ενός ερωτικού πάθους αλλιώς, από τη στιγμή που το αντικείμενο της αγάπης μας παραμένει το ίδιο;»

Σ΄ αυτό το σημείο ο Φρόιντ κάνει ένα διαχωρισμό μεταξύ των όρων ασυνείδητο και απωθημένο, για να εξηγήσει το λόγο που ο Νόρμπερτ δυσκολεύεται να θυμηθεί τη φίλη του. Το απωθημένο είναι πάντοτε ασυνείδητο, ένα ασυνείδητο υλικό όμως δεν είναι πάντοτε απωθημένο. Η διαφορά έγκειται στο βαθμό δυσκολίας ή ευκολίας να ανακαλέσουμε στην μνήμη μας κάποια πληροφορία. Όταν κάτι είναι απωθημένο, δύσκολα μπορεί να αναδυθεί στη συνείδηση με την πρωταρχική του μορφή, ακριβώς για το λόγο πως η ανάμνησά μας γι΄ αυτό μας προκαλεί έντονα συναισθήματα, συναισθήματα, τα οποία προκάλεσαν και την πρωταρχική απώθηση του βιώματος. Αντιθέτως, πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν είναι συναισθηματικά φορτισμένες και, επομένως δεν έχουν απωθηθεί, μπορούν πιο εύκολα να ανακληθούν στην μνήμη όταν αυτό χρειαστεί. Το απωθημένο είναι δυναμικός όρος, ο οποίος περιγράφει την διάδραση μεταξυ δύο δυνάμεων, της επιθυμίας να εκδηλωθεί το ασυνείδητο υλικό και, της αντίστασης, η οποία εμποδίζει αυτή ακριβως την ανάδυση του ασυνείδητου υλικού στη συνείδηση. Η λύση έγκειται στο συμβιβασμό που γίνεται μεταξύ των δύο δυναμεων, δηλαδή, την ανάδυση της ανάμνησης σε μεταλλαγμένη μορφή, η οποία πολλές φορές μπορεί να πάρει την μορφή κάποιου συμπτώματος, όπως στην περίπτωση του παραληρήματος του Νόρμπερτ.

Εκείνο που παίζει πρωταρχικό ρόλο για τον ψυχικό κόσμο, είναι ο συναισθηματικός φόρτος που φέρει μέσα του. Βιώματα, τα οποία απωθούνται, είναι βιώματα με έντονο συναισθηματικό φόρτο, τον οποίο το άτομο δεν μπορεί να χειριστεί. Αυτός ο συναισθηματικός φόρτος, συνήθως είναι σεξουαλικής/ενορμητικής φύσεως, όπως στην περίπτωση του Νόρμπερτ, ο οποίος ανίκανος να χειριστεί τον παιδικό έρωτα που τρέφει για την Ζώη, τον απωθεί και τον μετουσιώνει σε πάθος για την επιστήμη της αρχαιολογίας. Η ίδια όμως η επιστήμη, είναι εκείνη που ξυπνά ξανά μέσα του το ερωτικό πάθος, μετατοπισμένο όμως σε ένα εκ πρώτης όψεως άσχετο αντικείμενο, δηλαδή το αγαλματίδιο. Το αγαλματίδιο, το οποίο αναπαριστά μία γυναίκα, είναι αυτό που βγάζει τον νεαρό αρχαιολόγο από την άρνηση των ερωτικών/σεξουαλικών του ενορμήσεων, οι οποίες λόγω των έμφυτων τους καταβολών, απαιτούν την ικανοποίησή τους.

Ο Νόρμπερτ φτάνει στην συνειδητοποίηση της κατάστασής του, όταν η Ζώη εμμέσως πλην σαφώς του λέει: «κοίταξε, όλ΄ αυτά σημαίνουν μόνο ένα πράγμα, πως μ΄αγαπάς». Ο γάλλος φιλόσοφος Ρόλαν Μπάρτ, στο βιβλίο του «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου», λέει «το να γνωρίζεις κάποιον δεν σημαίνει τίποτα άλλο, από το να ξέρεις ποια είναι η επιθυμία του».

Ο Φρόιντ μας εξηγεί την διάταξη και σχέση της φαντασίας με την επιθυμία μέσα στο χρόνο. Κάποιο ερέθισμα από το περιβάλλον στο παρόν στάδιο, το οποίο φέρει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό με κάποιο παλαιότερο βίωμα, ξυπνά μέσα μας μια έντονη επιθυμία, η οποία έχει κοινό συναισθηματικό υπόβαθρο με κάποια παλαιότερη επιθυμία. Ανάλογα με την μοίρα της παλαιοτέρης εμπειρίας, δηλαδή αν ικανοποιήθηκε ή όχι και σε ποιο βαθμό, όπως επίσης και ποιο ήταν το περιεχόμενο των εκάστοτε φαντασιώσεων, το άτομο αρχίζει να φαντάζεται την ικανοποίηση της παρούσας επιθυμίας.

Η νευροβιολογία του τραύματος

Η γνώση της νευροβιολογίας του τραύματος μπορεί να οδηγήσει στην αποτελεσματική θεραπεία και ανάκαμψη του ατόμου. Η ανεπίλυτη διαταραχή μετατραυματικού στρες μπορεί να αφήσει τον άνθρωπο συναισθηματικά πολύ φορτισμένο και να τον κάνει να κλειστεί στον εαυτό του. Συνεπώς είναι πολύ χρήσιμο να γνωρίζει κανείς όχι μόνο γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο αλλά και ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης.

Εφόσον έχετε ακούσει για το άγχος, ίσως είστε εξοικειωμένοι με την έννοια της αντίδρασης πάλης ή φυγής (fight or flight). Πρόκειται για τον έμφυτο μηχανισμό προστασίας του οργανισμού απέναντι σε μια επικίνδυνη κατάσταση. Οι ερευνητές και οι ειδικοί ψυχικής υγείας που ασχολούνται με τη θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες, δείχνουν επίσης έντονο ενδιαφέρον για τις αποκρίσεις ακινητοποίησης που συμβαίνουν συνήθως όταν η αντίδραση πάλης ή φυγής δεν αποκαθιστά την ασφάλεια και τη σιγουριά.

Η ακινητοποίηση μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετικούς τρόπους. Μερικές φορές εκδηλώνεται ως υψηλής επιφυλακής ακινησία ή πάγωμα του σώματος, άλλες φορές ως μια κατάσταση φόβου ή ως αποστασιοποίηση σε αποκρίσεις εξουθένωσης ή λιποθυμίας.
«Πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από την αντίδραση πάλης ή φυγής όταν καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε θεραπευτικά τη διαταραχή μετατραυματικού στρες. Η νευροβιολογία του τραύματος παρέχει πολύτιμες πληροφορίες όχι μόνο για την κατανόηση των συμπτωμάτων αλλά και για την καθοδήγηση αποτελεσματικής θεραπείας» επισημαίνει η κλινική ψυχολόγος Arielle Schwartz.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα και ο ρόλος του στο τραύμα.


Το αυτόνομο νευρικό σύστημα (ΑΝΣ) παίζει σημαντικό ρόλο στις συναισθηματικές και φυσιολογικές αντιδράσεις του ανθρώπου στο στρες και το τραύμα. Το AΝΣ διαθέτει δύο κύρια συστήματα: το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα.

Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα συνδέεται με την αντίδραση πάλης ή φυγής και την απελευθέρωση κορτιζόλης στην κυκλοφορία του αίματος.

Το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα αναλαμβάνει να «φρενάρει» το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, ούτως ώστε το σώμα να σταματήσει την απελευθέρωση χημικών ουσιών που ευθύνονται για το στρες, μετατοπίζοντας την προσοχή προς τη χαλάρωση, την πέψη και την αναγέννηση. Τα δύο αυτά νευρικά συστήματα προορίζονται να λειτουργούν σε μια ρυθμική εναλλαγή που υποστηρίζει την υγιή πέψη, τον ύπνο και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Πέρα από την αντίδραση πάλης ή φυγής


Το τραύμα παρεμποδίζει τη ρυθμική ισορροπία των δράσεων του συμπαθητικού και του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Επιπλέον, το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα δεν συνδέεται μόνο με τις αναγεννητικές λειτουργίες αλλά εμπλέκεται με την ακινητοποίηση και την αποστασιοποίηση. Αυτές οι δύο πτυχές του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος είναι σημαντικό να αναγνωρίζονται τόσο από τους θεραπευτές όσο και από τα άτομα που πάσχουν από διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Είναι χρήσιμο να σκεφτούμε τη νευροβιολογία του τραύματος ως μία διαδικασία που συμβαίνει σε στάδια, με βαθμούς αποστασιοποίησης που παρατηρούνται όμως σε μεταγενέστερα στάδια.

Η αποστασιοποίηση είναι ένας μηχανισμός βιολογικής προστασίας που διαχωρίζει τη συνειδητή αντίληψη του ατόμου από συναισθήματα ή αναμνήσεις που προκαλούν έντονο φόβο.

Τα συμπτώματα βιώνονται σε μία συνέχεια και κυμαίνονται από σχετικά ήπιες αισθήσεις θολότητας του νου, υπνηλία ή δυσκολία συγκέντρωσης, μέχρι αίσθηση απάθειας ή αποκοπής. Στις πιο ακραίες καταστάσεις, το άτομο μπορεί να βιώνει κενά μνήμης ή να χάνει τον χρόνο. Οι Schauer και Elbert (2010) αναφέρουν τα έξι στάδια απόκρισης που βιώνει το άτομο απέναντι σε κάποιο τραύμα:

Πάγωμα: Το αρχικό στάδιο αντίδρασης σε πιθανό κίνδυνο περιλαμβάνει το πάγωμα. Όπως ένα ελάφι που συλλαμβάνεται στους προβολείς, το πάγωμα περιλαμβάνει το αντανακλαστικό προσανατολισμού, ένα εγγενές ένστικτο που στρέφει τα αισθητήρια όργανα του ατόμου προς μια πηγή διέγερσης. Εδώ ο στόχος είναι να «σταματήσουμε, να δούμε και να ακούσουμε» με σκοπό να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάσταση και να διαπιστώσουμε εάν υπάρχει όντως κάποια απειλή. Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται καθώς το άτομο στρέφει το κεφάλι του προς τον ήχο ή το οπτικό ερέθισμα που προκάλεσε το ενδιαφέρον ή την ανησυχία του. Το πάγωμα συμβαίνει κυρίως κατά την προετοιμασία για δράση και έχει σύντομη διάρκεια.

Φυγή και Πάλη: Το δεύτερο και το τρίτο στάδιο διατηρούνται από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο οδηγεί το άτομο σε κατάσταση φυγής ή πάλης. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει τις αρχικές προσπάθειες για την αποφυγή του κινδύνου. Ωστόσο, εάν η αποφυγή του κινδύνου δεν καθίσταται δυνατή, το άτομο καταφεύγει στην πάλη. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα αυξάνει τη ροή του αίματος προς την καρδιά και τους μυς των χεριών και των ποδιών και η αναπνοή γίνεται ταχύτερη και βαθύτερη. Ταυτόχρονα, το δέρμα κρυώνει και διαταράσσεται η φυσιολογική λειτουργία της πέψης.

Έντονος φόβος: Το τέταρτο στάδιο πραγματώνεται όταν η αντίδραση πάλης ή φυγής δεν αποκαθιστά την ασφάλεια και τη σιγουριά. Όταν δεν υπάρχει διαφυγή, το άτομο καταλαμβάνεται από έντονο φόβο και βιώνει συμπτώματα όπως ζάλη, πανικό, ναυτία, μυρμήγκιασμα και μούδιασμα και έχει λιποθυμικές τάσεις. Σύμφωνα με τους Schauer και Elbert (2010), το στάδιο αυτό θεωρείται ότι έχει «διπλή αυτόνομη ενεργοποίηση» που παρατηρείται σε απότομες και ασύνδετες μεταξύ τους εναλλαγές δράσεων του συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Σε αυτό το στάδιο παρατηρούνται τα αρχικά συμπτώματα της αποστασιοποίησης.

Εξουθένωση: Εάν η απειλητική κατάσταση δεν έχει ακόμα διευθετηθεί, ακολουθεί το πέμπτο στάδιο όπου το άτομο καταρρέει, αισθάνεται αδυναμία και απελπισία και σηματοδοτείται η λειτουργία της αποστασιοποίησης, η οποία εδράζεται στο παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα. Σε αυτή τη φάση, οι αντιδράσεις αποστασιοποίησης έχουν τον κυρίαρχο ρόλο. Οι εθελοντικές κινήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ομιλίας, γίνονται πιο δύσκολες, οι ήχοι μοιάζουν να απομακρύνονται, θολώνει η όραση και κυριαρχεί το μούδιασμα. Ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση πέφτουν, μερικές φορές ταχέως, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί στο έκτο στάδιο, τη λιποθυμία.

Λιποθυμία: Η λιποθυμική απόκριση φαίνεται να εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς τόσο από μία εξελικτική προοπτική όσο και για λόγους αυτοσυντήρησης. Όταν το σώμα βρεθεί σε οριζόντια θέση η παροχή αίματος στον εγκέφαλο αυξάνεται. Επιπλέον, η λιποθυμία συνδέεται με την απέχθεια, μία συναισθηματική απόκριση που απορρίπτει τοξικά ή δηλητηριώδη υλικά. Σύμφωνα με τους Schauer και Elbert, η εμπειρία, ή ακόμα και η θέαση, τρομακτικών γεγονότων, όπως η σωματική ή σεξουαλική βία, μπορεί να προκαλέσει νευροκαρδιογενή συγκοπή (απορρύθμιση του πνευμονογαστρικού νεύρου) που συνοδεύεται από ναυτία, απώλεια ελέγχου του εντέρου, έμετο και λιποθυμία.

Τι συμβαίνει όταν το τραύμα βιώνεται ξανά


Η χρόνια, συνεχιζόμενη έκθεση σε κάποιο τραύμα, όπως στην περίπτωση επαναλαμβανόμενης παιδικής κακοποίησης, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη Σύνθετης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες που προκαλούν φόβο ή αποστασιοποίηση εδραιώνονται βαθιά στο νευρικό σύστημα. Στην ενήλικη ζωή, τα αγχωτικά γεγονότα, ακόμη και αυτά που έχουν διαχωριστεί επαρκώς από τα αρχικά τραυματικά γεγονότα, μπορούν να προκαλέσουν αρκετά συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες. Εάν τα αρχικά τραυματικά γεγονότα οδήγησαν στην πρωταρχική αντίδραση πάλης ή φυγής, κάποιο γεγονός ενεργοποίησης μπορεί να προκαλέσει άγχος και υψηλή διέγερση. Αντίθετα, εάν η αντίδραση ήταν ο έντονος φόβος, η εξουθένωση ή η λιποθυμία, είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν συμπτώματα αποστασιοποίησης τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν αισθήματα όπως έντονη συναισθηματική φόρτιση, θολότητα, κούραση, ζάλη, ναυτία ή μούδιασμα. Όταν το άτομο βιώνει σε επανάληψη τα αισθήματα αυτά μπορεί να χρειαστεί αρκετά λεπτά, ακόμη και ώρες, για να ανακάμψει.

Η επανεμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε εκ νέου τραυματισμό ακόμη και μέσα σε ένα θεραπευτικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο οι θεραπευτές να κατανοούν την αποστασιοποίηση και να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι θεραπευτικές παρεμβάσεις πρέπει να τίθενται σε λειτουργία ώστε να δημιουργηθεί ένα ασφαλές θεραπευτικό περιβάλλον.

Απαραίτητα σημεία–κλειδιά για επιτυχημένη θεραπεία του μετατραυματικού στρες


Αξιολόγηση της αποστασιοποίησης: Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής διαδικασίας είναι απαραίτητη η λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού τραυμάτων. Με άλλα λόγια, η ενδελεχής αξιολόγηση καταστάσεων που μπορεί να έχουν προκαλέσει αντιδράσεις παγώματος, πάλης ή φυγής, αλλά και η αξιολόγηση καταστάσεων που μπορεί να έχουν προκαλέσει τα μεταγενέστερα στάδια απόκρισης, όπως ο έντονος φόβος, η εξουθένωση και η λιποθυμία. Επίσης, σημαντική είναι και η διαδικασία προσδιορισμού τρεχόντων γεγονότων που προκαλούν επανεμφάνιση τραυματικών αναμνήσεων, συναισθήματα υψηλής διέγερσης, όπως άγχος ή πανικό, και συμπτώματα χαμηλής διέγερσης, συμπεριλαμβανομένης της αποστασιοποίησης.

Επίγνωση του «παραθύρου ανοχής»: Το «παράθυρο ανοχής» αναπτύχθηκε από τον κλινικό ψυχίατρο Daniel Siegel και αναφέρεται σε μια βέλτιστη ζώνη διέγερσης του νευρικού συστήματος, όπου το άτομο είναι σε θέση να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στα συναισθήματά του. Όταν το άτομο βρίσκεται έξω από το παράθυρο ανοχής του, οδηγείται σε λειτουργία επιβίωσης. Όταν αισθάνεται άγχος, έντονη συναισθηματική φόρτιση ή πανικό αυτά αποτελούν ενδείξεις υπερδιέγερσης. Αντίθετα, η αίσθηση του ατόμου ότι «έχει κατεβάσει ρολά», το μούδιασμα ή η αποσύνδεση είναι ενδείξεις υποτονικότητας. Η εύρεση ενός θεραπευτή που ασχολείται ενεργά με την παρακολούθηση των πρώτων ενδεικτικών συμπτωμάτων αποστασιοποίησης σχετικά με τις αποκρίσεις φυγής, εξουθένωσης και λιποθυμίας είναι βαρύνουσας σημασίας.

Σωματοκεντρική θεραπευτική παρέμβαση: Είναι απαραίτητο η θεραπεία να βοηθήσει το άτομο να καλλιεργήσει μία προσεκτική αντίληψη του σώματός του εν μέσω της τραυματικής επεξεργασίας. Η αντίληψη των αισθήσεων του σώματος μπορεί να βοηθήσει το άτομο να ρυθμίσει τη συναισθηματική ένταση (δηλαδή να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά) αναγνωρίζοντας λεπτά μηνύματα συναισθηματικής φόρτισης ή διακοπής εύρυθμης λειτουργίας του οργανισμού, συνδράμοντας έτσι στο να παραμείνει εντός των ορίων ανοχής του. Η αντίληψη του σώματος συμβάλλει θετικά στη διαδικασία της θεραπείας του τραύματος. Η εισαγωγή σωματικών θεραπευτικών παρεμβάσεων (με επίκεντρο, δηλαδή, το σώμα) κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής πρακτικής μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της πιθανότητας μιας αντίδρασης ακινητοποίησης.

Για παράδειγμα, μπορεί να αντενδείκνυται η χρήση τεχνικών χαλάρωσης όταν υπάρχουν συμπτώματα αποστασιοποίησης. Σε μια τέτοια φάση, η ενεργοποίηση που γίνεται μέσα από την κίνηση των χεριών και των ποδιών φέρνει στο προσκήνιο την κινητοποίηση ώστε να εμποδιστεί η ακινητοποίηση και έχει ως αποτέλεσμα το άτομο να παραμένει καθηλωμένο στην παρούσα στιγμή.

Διπλή αντίληψη: Η θεραπεία EMDR (Eye Movement Desensitization and Reprocessing, ελληνιστί: Απευαισθητοποίηση και Επανεπεξεργασία Μέσω Οφθαλμικών Κινήσεων) υπογραμμίζει ότι η αποκατάσταση των τραυμάτων είναι το αποτέλεσμα της έμφυτης ικανότητας του ατόμου να προσαρμόζεται στις αντιξοότητες και να επεξεργάζεται τα δύσκολα συμβάντα της ζωής.

Η διαδικασία αυτή βασίζεται στην ανάπτυξη μιας κατάστασης διπλής αντίληψης. Κάτι τέτοιο μπορεί να κατανοηθεί ως εξής: το άτομο έχει τη μισή προσοχή του στραμμένη στην παρούσα στιγμή και την άλλη μισή στραμμένη στην παρελθοντική στιγμή του τραύματος. Εάν εστιάσει με όλη του την προσοχή στα συναισθήματα, τις αισθήσεις και τις εικόνες του τραυματικού παρελθόντος, είναι πιο πιθανό να βιώσει έντονη συναισθηματική φόρτιση, να νιώσει ότι κατακλύζεται από το παρελθοντικό τραυματικό γεγονός και τα επακόλουθά του και να εκδηλώσει συμπτώματα αποστασιοποίησης.

Στη θεραπεία EMDR, η κατάσταση διπλής αντίληψης επιτυγχάνεται με τη χρήση διμερούς διέγερσης καθώς το άτομο εστιάζει σε μια εικόνα που σχετίζεται με το τραύμα. Η διπλή αντίληψη μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω ενισχύοντας την αισθητηριακή αντίληψη της παρούσας στιγμής μέσω της χρήσης μιας διεγερτικής μυρωδιάς, όπως ένα αιθέριο έλαιο, μέσω της γεύσης, όπως η χρήση μιας τσίχλας με μέντα ή μέσω του ήχου, με τη μουσική.
 
Κοινωνική ενασχόληση: Το άτομο για να ρυθμίσει το αυτόνομο νευρικό του σύστημα, πρέπει να ενεργοποιήσει τον πιο πρόσφατα εξελιγμένο παρασυμπαθητικό κλάδο του πνευμονογαστρικού νεύρου που ονομάζεται «κοιλιακό πνευμονογαστρικό σύμπλεγμα» ή «κοινωνικό νευρικό σύστημα». Αυτό λειτουργεί ως ένα εξαιρετικά εξευγενισμένο φρένο στην ενεργοποίηση του συμπαθητικού και μπορεί να μεσολαβεί στο απότομο και πρωτόγονο «κατέβασμα ρολών» του παρασυμπαθητικού.
Το κοινωνικό νευρικό σύστημα αυξάνει την ικανότητα του ατόμου να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά όταν αισθάνεται να κυριεύεται από άγχος ή να αποκόβεται με την κατάθλιψη. Το κοινωνικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται όταν το άτομο εστιάζει στην παρούσα στιγμή, αναπνέει βαθιά, και συνδέεται με αγάπη με άλλους ανθρώπους, ζώα ή με τον ίδιο του τον εαυτό μέσω της αυτοσυμπόνιας και της αυτοφροντίδας.

Ο θρήνος του πληγωμένου έρωτα

Η παγίδα του θυμού έρχεται όταν ο άνθρωπος
θεωρεί τον εαυτό του εύθραυστο

Τότε, όταν “σπάσει”,
αναπόφευκτα,
κόβει…

Υπάρχει μία αγάπη στον πόνο που κανείς δεν παραδέχεται. Είναι η βαθιά επιμονή να διατηρήσει κανείς αυτό που τον πονάει ζωντανό, μέσα του, κι ας έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού από εκείνο. Υπάρχει ένας ναρκισσισμός στον πόνο. Στην άρνηση να τον απελευθερώσουμε και να απελευθερωθούμε από εκείνον. Βλέπετε, ο πόνος είναι μία κατάσταση διπλής ομηρίας… Κρατάει αιχμάλωτο τον εαυτό με το να κρατάμε αιχμάλωτο εκείνον. Γιατί, όμως, οι άνθρωποι αρνούμαστε να αφήσουμε ελεύθερο αυτό που μας πονά; Μα γιατί, εξαρχής, το γνωρίσαμε με τα δεσμά του. Εξαρχής, θεωρήσαμε ότι αυτό που έρχεται στη ζωή μας, έρχεται κουβαλώντας τις αλυσίδες του. Αλυσίδες που του φόρεσαν οι πεποιθήσεις μας πως ό,τι αγαπιέται οφείλει να παραμένει με αυτούς που το αγαπούν.

Όμως, η πραγματική αγάπη, πολύ απέχει από αυτό. Η πραγματική αγάπη δεν βοηθάει κάποιον να παραμείνει παιδί ενδίδοντας στις απαιτήσεις του και τις παράλογες αξιώσεις του. Η πραγματική αγάπη απελευθερώνει, μεγαλώνει και ωριμάζει όποιον τολμήσει να πιει απ’ το ποτήρι της και του δίνει το θάρρος να ακουμπήσει το ποτήρι κάτω, όταν αδειάσει το περιεχόμενό του, και όχι να το ρουφάει μέχρι να ματώσουν τα χείλη του…

Η θλίψη στην απώλεια μοιάζει πολύ με το κλάμα του μεθυσμένου. Κουβαλάει, μάλιστα, τα ίδια ερωτήματα με εκείνον. Το γιατί μου συμβαίνει, δηλαδή, ενώ συνεχίζει να καταναλώνει το ίδιο υγρό που τον δηλητηριάζει κι έχει πάψει προ πολλού να τον κάνει χαρούμενο. Όμως η παγίδα που οδηγεί κάποιον εκεί έχει στηθεί πολύ πριν ερωτευτεί. Η παγίδα έρχεται όταν κάποιος θεωρήσει αδύναμο τον εαυτό του• μικρότερο από την έννοια του έρωτα κι ας τον χρειάζεται εκείνη για να ζωντανέψει. Η παγίδα έρχεται όταν κάποιος πείσει τον εαυτό του ότι είναι εύθραυστος, σχεδόν ανάξιος, όταν νιώσει να αγαπά κάτι, τόσο δυνατά, που στα μάτια του φαντάζει θείο. Αναπόφευκτα τότε από ερωτευμένος γίνεται ικέτης που, ασυνείδητα, το παρακαλά να μείνει στη ζωή του κι ας μην το καταλαβαίνει.

Το αποτέλεσμα είναι νοσηρό καθώς η προσδοκία του να συμπεριφερθεί, ο έρωτας, σαν θεός που θα τον αξιώσει αποτυγχάνει, και από ικέτης γίνεται εκδικητής του. Τον κρατά όμηρο μέσα του ενώ από καιρού έχει στρεβλώσει τη σημασία του και τον αναγκάζει να τον πονά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη για τον πληγωμένο από το να καταστήσει κάποιον που τον αγαπούσε βασανιστή, μέσα του. Εξασφαλίζει την αιώνια παρουσία του διαμέσου του μαρτυρίου αντί της αγάπης και όπως κάθε τι που υποφέρει καταλήγει να μεταδίδει το μαρτύριό του κάνοντας και τους γύρω του να υποφέρουν.

Ο εύθραυστος, γυάλινος, εαυτός σπάει και, αδήριτα, τραυματίζει τους γύρω του με τις αιχμές του. Η θλίψη του, μετουσιώνεται σε θυμό κι ο θυμός αυτός προβάλλεται σε κάθε φιγούρα της ζωής του. Οι ουλές από τα χτυπήματα του βασανιστή του γίνονται, πλέον, ορατές – όχι στο σώμα του – αλλά στην συμπεριφορά του που ψιθυρίζει το πόσο υποφέρει. Μα τί μπορεί να κάνει, όμως, αυτός που νιώθει έτσι;

Μπορεί να καταλάβει ότι ο ίδιος επιτρέπει στον εαυτό του να υποφέρει με το να στρεβλώνει την πάλαι ποτέ γλυκιά θύμηση κάποιου σε πονερή εικόνα, μονάχα για να παρατείνει την παραμονή της μέσα του… Μπορεί να καταλάβει ότι δεν ήτανε ποτέ του αδύναμος μπροστά στον έρωτα καθώς ο έρωτας δεν συμβαίνει τυχαία, μα προκύπτει όταν τα ασυνείδητα μέρη δύο αντικειμένων, με την παντοδυναμία της έλλειψης, επιλέξουν να επενδυθούν το ένα στο άλλο… Μπορεί να πιστέψει με ασφάλεια ότι η αξία του δεν αντικατοπτρίστηκε στο βλέμμα του άλλου και τώρα που εκείνος έφυγε, έφυγε και εκείνη μαζί του. Η αξία του αναδύεται όταν διαχειριστεί την απώλεια με τον ίδιο σεβασμό που διαχειρίστηκε και την απόκτηση. Όταν αποκαθέξει τη συναισθηματική του επένδυση και μετατρέψει το αντικείμενο έρωτος σε αντικείμενο ευγνωμοσύνης το οποίο θα του χαρίζει ένα χαμόγελο κάθε φορά που το αναπολεί.

Υπάρχει μια αγάπη για τον πόνο που, κάποια στιγμή, έρχεται η ώρα να παραδεχτούμε. Είναι η αγάπη της τραγικής φιγούρας, που επιφέρει την προσοχή όσων είναι σημαντικοί στη ζωή μας, και τους κάνει να μας κοιτούν με όλη τους την προσήλωση• προσήλωση που στην πραγματικότητα ζητήσαμε από εκείνον που έφυγε. Υπάρχει μια αγάπη για τον πόνο που καταλήγει να μας πληγώνει περισσότερο από όσο μπορούμε να περιποιηθούμε την πληγή. Υπάρχει μια αγάπη για τον πόνο που πολύ απέχει από την αγάπη την αληθινή μα είναι πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα κι έτσι γίνεται ευκολότερα αντιληπτή. Για το τέλος, υπάρχει, όμως, και πόνος στην αγάπη, ναι. Ο πόνος, όμως, αυτός, είναι προς τον εαυτό που δεν γνώριζε πώς να αγαπήσει με σεβασμό τον ίδιο για να μπορέσει να σεβαστεί τα όρια της αγάπης στον άλλο…

Δεν υπάρχει αγάπη όταν…

Δεν υπάρχει αγάπη όταν ο άνθρωπός σου τα βλέπει όλα μέσα από το δικό του πρίσμα. Όταν προσπαθεί να κατευθύνει τις αποφάσεις και τις συμπεριφορές σου με βάση τα δικά του θέλω και πιστεύω.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν δεν σέβεται και δεν κατανοεί την ατομικότητα σου, την προσωπικότητα σου. Όταν δεν ακούγονται εξίσου και οι δικές σου επιθυμίες.

Δεν υπάρχει αγάπη στα υβριστικά λόγια, στις προσβολές και στις εκφράσεις που μειώνουν, έτσι ώστε να νιώσει ο σύντροφος σου πως υπερτερεί, υποβιβάζοντας την δική σου ύπαρξη.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν κρίνει διαρκώς. Σαν να του έχει δοθεί η αρμοδιότητα του κριτή. Σαν να στέκει ανώτερος όλων. Σαν να μην κάνει λάθη όπως όλοι οι άνθρωποι.

Δεν υπάρχει αγάπη στον έλεγχο. Όταν κάνει το ταίρι του να ασφυκτιά, να διψάει για πνοή ελευθερίας, για να νιώθει εκείνος σιγουριά μέσα στο χάος των ανασφαλειών του.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν λέει πως σε αγαπάει ενώ μόλις σε έχει κοιτάξει στα μάτια και σου έχει πει ψέματα, μικρά ή μεγάλα.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν σε σπρώχνει με δύναμη στον τοίχο. Όταν έχεις μελανιές και πονάει το σώμα σου από το βίαιο άγγιγμα του. Και είτε καταλήγει να αναιρεί την ύπαρξη του συμβάντος, ή αν παραδεχτεί την πράξη του, ενοχοποιεί εσένα.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν σου ασκεί ψυχολογικό πόλεμο και πιστεύει ότι σου αξίζει. Έχοντας ως σκοπό του να μάθεις μέσα από την κακομεταχείριση και εκλογικεύει την συμπεριφορά αυτή, ως διδακτική.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν μοιράζεται το κρεβάτι και με άλλον άνθρωπο ή όταν ανταλλάσσει τρυφερά λόγια αγάπης από εδώ και από εκεί.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν δεν σε ακούει γιατί έχει πάντα κάτι πιο σημαντικό να κάνει και νιώθει μοναξιά η ψυχή σου.

Πρόσεχε! Διότι βία δεν είναι μόνο η ύβρις και η σωματική κακοποίηση, αλλά όλα όσα σε ενοχλούν κάθε φορά που κάποιος καταπατά δίχως ίχνος σεβασμού τα όρια σου.

Δεν υπάρχει μονάχα έλλειψη αγάπης στις παραπάνω συμπεριφορές, διότι ένας άνθρωπος που φέρεται καθ´ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο δεν ξέρει να αγαπάει, αλλά υπάρχει και έκδηλη κακοποίηση.

Και επειδή δεν υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη στην συντροφικότητα, ίσως πρέπει να αναθεωρήσεις τους λόγους που σε κάνουν να παραμένεις σε μια σχέση, αν βιώνεις καταστάσεις σαν αυτές.

Θα πρέπει να αγαπάς περισσότερο τον εαυτό σου και να βρίσκεις τρόπους να διεκδικείς αυτά που σου αξίζουν…όλα τα βασικά θεμέλια μιας υγιούς σχέσης αγάπης.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Για την αγάπη και την λογική

Ένας αξιωματούχος επισκέφτηκε τον Επίκτητο. Αρχικά μιλήσανε για διάφορα θέματα. Κατόπιν o Επίκτητος τον ρώτησε αν είχε γυναίκα και παιδιά. O άλλος απάντησε πως ναι. Τότε ο Επίκτητος τον ρώτησε:

— Πώς σου φαίνεται η οικογενειακή ζωή;
— Δυστυχία…
— Γιατί; Γι’ αυτό παντρεύονται και κάνουν παιδιά οι άνθρωποι; Για να δυστυχήσουν κι όχι για να ευτυχήσουν;
— Όχι. Αλλά η έγνοια για τα παιδάκια μου μ’ έχει διαλύσει. Πρόσφατα η κορούλα μου αρρώστησε και λέγανε πως κινδύνευε να πεθάνει. Μα εγώ δεν άντεχα να σταθώ κοντά της όσο ήταν άρρωστη, αλλά έφυγα απ’ το σπίτι κι έμενα αλλού μέχρι να ‘ρθει κάποιος να μου μηνύσει πως έγινε καλά.
— Και τι πιστεύεις; Σου φαίνεται ότι φέρθηκες σωστά;
— Μου φαίνεται ότι φέρθηκα φυσιολογικά.
— Αν εσύ με πείσεις ότι φέρθηκες φυσιολογικά, τότε κι εγώ θα σε πείσω πως καθετί που γίνεται σύμφωνα με τη φύση γίνεται σωστά.
— Έτσι αισθανόμαστε όλοι οι πατεράδες ή έστω οι περισσότεροι.
— Εγώ δεν αμφισβητώ το αν αυτό συμβαίνει. Η διαφωνία μας είναι για το αν αυτό είναι σωστό. Και γενικότερα ότι το λάθος είναι σύμφωνο με τη φύση, μιας και όλοι σχεδόν ή τέλος πάντων οι περισσότεροι, κάνουμε λάθη. Δείξε μου λοιπόν πως η συμπεριφορά σου είναι φυσιολογική.
— Δεν μπορώ να το δείξω. Καλύτερα εσύ να μου το δείξεις, γιατί δεν είναι φυσιολογική και γιατί δεν είναι σωστή.
— Ωραία. Αν ψάχναμε να βρούμε αν κάτι είναι μαύρο ή άσπρο, ποιο κριτήριο θα επικαλούμασταν για να ξεχωρίσουμε;
— Την όραση.
— Κι αν ψάχναμε να βρούμε αν κάτι είναι κρύο ή ζεστό, σκληρό ή μαλακό;
—Την αφή.
— Ωραία, τώρα που η διαφωνία μας έχει να κάνει με το τι είναι φυσιολογικό και με το τι γίνεται σωστά ή όχι σωστά, ποιο κριτήριο θες να επικαλεστούμε;
— Δεν ξέρω.
— Συμφωνείς όμως ότι αν τύχει και δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το κριτήριο των χρωμάτων, των οσμών ή των γεύσεων δεν χάνουμε και πάρα πολλά, ενώ αν δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το κριτήριο του καλού και του κακού, φυσιολογικού και του μη φυσιολογικού, τότε η ζημιά είναι πολύ μεγάλη;
— Μεγαλύτερη δεν υπάρχει.
— Ωραία. Αυτά που κάποιοι τα θεωρούν πρέποντα και αρμόζοντα είναι όντως τέτοια; Οι Εβραίοι, οι Σύριοι, οι Αιγύπτιοι και οι Ρωμαίοι έχουν αντιλήψεις για το τι είναι πρέπον να τρώμε, σωστά; Είναι όλες τους σωστές;
— Πώς είναι δυνατόν να είναι όλες σωστές;
— Πράγματι, μου φαίνεται ότι αναγκαστικά, εάν οι αντιλήψεις των Αιγυπτίων είναι σωστές, τότε οι αντιλήψεις των υπολοίπων δεν θα είναι σωστές. Κι αν είναι σωστές οι αντιλήψεις των Εβραίων, τότε των άλλων δεν είναι, σωστά;
— Προφανώς.
— Εκεί που υπάρχει άγνοια, εκεί υπάρχει ασχετοσύνη και απαιδευσιά για τα πράγματα τα αναγκαία, σωστά;
— Συμφωνώ.
— Εσύ τώρα, αφού το αντιλήφθηκες αυτό, δεν θα ασχοληθείς με τίποτε άλλο ούτε θα μελετήσεις τίποτε άλλο παρά μονάχα πώς θα βρεις το κριτήριο του τι είναι σύμφωνο με τη φύση. Κι αφού το βρεις, θα χρησιμοποιήσεις το κριτήριο αυτό για να ξεχωρίσεις τι είναι φυσιολογικό στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για την ώρα όμως μπορώ να σου προσφέρω μια βοήθεια σ’ αυτό που ζητάς. Θεωρείς ότι η αγάπη είναι κάτι φυσικό και ωραίο;
— Προφανώς.
— Εντάξει . H αγάπη είναι κάτι φυσικό και ωραίο. H λογική δεν είναι;
— Προφανώς και είναι.
— H αγάπη συγκρούεται με τη λογική;
— Δε νομίζω.
— Αν συγκρουόταν, όμως, τότε από τη στιγμή που δυο πράγματα συγκρούονται μεταξύ τους και το ένα είναι φυσικό, και το άλλο αφύσικο. Σωστά;
— Σωστά.
— Επομένως, αν βρούμε κάτι που αποτελεί δήλωση αγάπης και την ίδια στιγμή είναι κάτι το λογικό, τότε θα πούμε με αποφασιστικότητα γι’ αυτό ότι και σωστό είναι και ωραίο. Συμφωνείς;
— Συμφωνώ.
— Ωραία. Δεν νομίζω ότι θα αμφισβητήσεις πως το να εγκαταλείψεις το παιδί σου άρρωστο και να πας να μείνεις αλλού είναι λογικό. Μένει να εξετάσουμε αν αποτελεί εκδήλωση της αγάπης σου.
— Ας το εξετάσουμε.
— Λες ότι επειδή αγαπάς το παιδί σου, σωστά έκανες κι έφυγες και το παράτησες, ναι; H μάνα, όμως, δεν το αγαπά το παιδί;
— Το αγαπάει.
— Έπρεπε να το εγκαταλείψει κι αυτή ή όχι;
— Δεν έπρεπε.
— Η παραμάνα; Το αγαπάει;
— Το αγαπάει.
— Μήπως έπρεπε κι αυτή να το εγκαταλείψει;
— Όχι, όχι.
— Ο δάσκαλος του παιδιού: Δεν το αγαπάει;
— Το αγαπάει.
— Έπρεπε μήπως να εγκαταλειφθεί το παιδί έρημο κι αβοήθητο απ’ την πολλή αγάπη των γονιών του και των ανθρώπων των δικών του; Έπρεπε μήπως v’ αφεθεί να πεθάνει στα χέρια εκείνων που ούτε το αγαπούν ούτε το νοιάζονται;
— Όχι, προφανώς όχι…
— Ναι, αλλά δεν είναι άδικο και εγωιστικό αυτά που θεωρείς ότι είναι θεμιτό να τα κάνεις εσύ εξαιτίας της πολλής αγάπης σου, να μην τα επιτρέπεις και σ’ όποιον άλλο αισθάνεται την ίδια αγάπη με σένα;
— Δεκτό.
— Εντάξει, για πες τώρα. Αν εσύ ήσουν άρρωστος, θα ήθελες μήπως όλοι οι κοντινοί σου άνθρωποι, μα και τα παιδιά σου κι η γυναίκα σου, να σ’ αγαπάνε τόσο πολύ που να σ’ αφήσουν μόνο κι αβοήθητο;
— Όχι, καθόλου…
— Θα προσευχόσουν να σ’ αγαπάνε τόσο πολύ οι δικοί σου, ώστε εξαιτίας της υπερβολικής αγάπης τους εσύ να μένεις πάντα μόνος στις αρρώστιες; ‘H μήπως θα προσευχόσουν έτσι να σ’ αγαπούν οι εχθροί σου, αν γινόταν, ώστε αυτοί τουλάχιστον να σ’ αφήνουν στην ησυχία σου; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε προκύπτει ότι η συμπεριφορά σου διόλου δεν ήταν από αγάπη.
— Ναι, αλλά τι σημαίνει αυτό;
— Τι ήταν εκείνο σ’ έσπρωξε να εγκαταλείψεις το παιδί; Διότι κάτι ήταν. Ήταν το ίδιο πράγμα που έσπρωξε κι έναν άνθρωπο στη Ρώμη, ο οποίος όταν έτρεχε τo άλογο που υποστήριζε στις ιπποδρομίες είχε καλυμμένο με τα χέρια του το πρόσωπό του. Κι όταν αργότερα το άλογο κέρδισε ανέλπιστα τον αγώνα, αυτός λιποθύμησε κι έπρεπε να του βάλουν βρεγμένες πετσέτες στο πρόσωπο για να τον συνεφέρουν. Τι πράγμα λοιπόν ήταν αυτό;

Δεν είναι της ώρας μια εξήγηση επιστημονική. Αρκεί εδώ να πειστούμε γι’ αυτό που λένε οι φιλόσοφοι, ότι δηλαδή το πράγμα αυτό δεν πρέπει να το αναζητήσουμε έξω από εμάς, αλλά πάντοτε ένα είναι αυτό που μας κάνει να κάνουμε κάτι ή να μην το κάνουμε, να πούμε κάτι ή να μην το πούμε, να περηφανευτούμε για κάτι ή να ντραπούμε γι’ αυτό, να επιδιώξουμε κάτι ή να το αποφύγουμε. Αυτό το ένα πράγμα είναι που και τώρα κάνει εσένα να έρθεις εδώ να κάτσεις να μ’ ακούσεις, κι εμένα να σου μιλάω. Ποιο είναι αυτό; Οι αντιλήψεις μας για το τι είναι σωστό τι όχι. Συμφωνείς;
— Συμφωνώ.
— Κι αν μας είχε φανεί καλύτερο να κάνουμε κάτι άλλο, θα κάναμε το άλλο, σωστά; Επομένως, η αιτία του πένθους του Αχιλλέα δεν είναι ο θάνατος του Πάτροκλου (γιατί άλλοι άνθρωποι δεν ένιωσαν το ίδιο αίσθημα όταν πέθανε o σύντροφός τους), αλλά η αντίληψή που σχημάτισες για το τι είναι σωστό. Κι αν πάλι έμενες, αιτία θα ήταν η αντίληψή σου. Και τώρα πηγαίνεις στη Ρώμη, γιατί αυτό νομίζεις καλύτερο. Κι αν αλλάξεις γνώμη, δεν θα πας στη Ρώμη. Και ούτε η εξορία ούτε η ταλαιπωρία ούτε τίποτα τέτοιο δεν είναι η αιτία που κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι, αλλά οι αντιλήψεις και οι ιδέες μας για τον θάνατο, την εξορία κ.λπ. Σε πείθω ή όχι;
— Με πείθεις.
— Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα θα προκύψει ανάλογα με την αιτία του. Επομένως, από σήμερα και στο εξής, όταν συμπεριφερόμαστε με τρόπο που δεν είναι σωστός, δε θα κατηγορούμε τίποτα άλλο παρά τη δική μας αντίληψη, την αντίληψη εκείνη που μας έκανε να φερθούμε με τον τρόπο που φερθήκαμε. Και θα προσπαθούμε να ξεριζώσουμε και να αφαιρέσουμε την αντίληψη αυτή περισσότερο κι απ’ τα σπυριά και τ’ αποστήματα του κορμιού μας. Την ίδια αιτία θα θεωρήσουμε ότι έχουν και οι συμπεριφορές που είναι πράγματι σωστές.

Και στο εξής δεν θα κατηγορούμε ούτε τον υπηρέτη μας ούτε τον γείτονα ούτε τη γυναίκα μας ούτε τα παιδιά μας ως τον υπεύθυνο για τα όποια δεινά μας. Γιατί θα γνωρίζουμε ότι τις δικές μας πράξεις τις προκαλούν οι δικές μας αντιλήψεις. Και τις αντιλήψεις μας, το τι θα πιστέψουμε ή όχι, το εξουσιάζουμε εμείς και τίποτε έξω από εμάς.
— Σωστά.
— Από σήμερα και στο εξής, τίποτε άλλο δεν θα εξετάσουμε, για το αν είναι καλό ή όχι, για το αν είναι αυτό που πρέπει ή όχι, ούτε το χωράφι μας ούτε το προσωπικό μας ούτε τα άλογα ή τα σκυλιά μας, αλλά μονάχα τις αντιλήψεις μας.
— Μακάρι.
— Το αντιλαμβάνεσαι λοιπόν κι ο ίδιος ότι, αν θέλεις να μελετήσεις πραγματικά τις αντιλήψεις σου, θα πρέπει να γίνεις το ζώο εκείνο που οι πάντες κοροϊδεύουν: άνθρωπος που σπουδάζει. Και το καταλαβαίνεις και μόνος σου ότι αυτό δεν είναι υπόθεση της μιας ώρας ή της μιας μέρας.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Η Ελευθερία

Επιστημονική ομάδα ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε απολιθώματα με τα αρχαιότερα ίχνη κινητικότητας στη Γη

Μια διεθνής επιστημονική ομάδα ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε απολιθώματα με τα αρχαιότερα ίχνη κινητικότητας στη Γη, ηλικίας 2,1 δισεκατομμυρίων ετών, πολύ παλαιότερα από ό,τι είχαν έως τώρα βρεθεί (570 εκατομμυρίων ετών). 

Η ανακάλυψη έγινε στην αφρικανική Γκαμπόν, εκεί όπου είχαν στο παρελθόν ανακαλυφθεί -από την ίδια ερευνητική ομάδα- οι αρχαιότεροι πολυκύτταροι οργανισμοί στον πλανήτη. Τώρα αποκαλύπτεται ότι στην ίδια περιοχή η ζωή έπαψε να είναι στατική. Η ζωή εμφανίστηκε στις θάλασσες της Γης με τη μορφή μονοκύτταρων οργανισμών, πριν περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, αλλά για πολύ καιρό δεν είχε την ικανότητα της κινητικότητας από μέρος σε μέρος με τις δικές της δυνάμεις.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον γεωλόγο Αμπντεραζάκ Ελ Αλμπανί του Ινστιτούτου Χημείας του Πανεπιστημίου του Πουατιέ και του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS).

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μερικοί μικροοργανισμοί, οι οποίοι ζούσαν σε ένα ρηχό και ήρεμο θαλάσσιο οικοσύστημα, απέκτησαν κάποια στιγμή την ικανότητα να κινούνται μόνοι τους στη λάσπη του βυθού, που είναι πλούσια σε οργανική ύλη, άρα κατάλληλη για την αναζήτηση τροφής.

Τα ίχνη που ανακαλύφθηκαν πάνω σε ιζηματογενή πετρώματα, είναι ελικοειδή και σωληνοειδή, με διάμετρο έως έξι χιλιοστών και μήκος έως 170 χιλιοστών. Η χημική ανάλυσή τους έδειξε ότι έχουν βιολογική και όχι γεωλογική προέλευση, ενώ δημιουργήθηκαν την ίδια εποχή με την εναπόθεση του ιζήματος στο βυθό.

Τα ίχνη βρίσκονται δίπλα σε απολιθωμένα μικροβιακά βιοφίλμ. Είναι πιθανό ότι οι άγνωστοι μικροοργανισμοί κινούνταν σε αναζήτηση θρεπτικών συστατικών και οξυγόνου, που και τα δύο παράγονταν από κυανοβακτήρια.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι πρώτοι κινητικοί μικροοργανισμοί ήσαν είτε ευκαρυωτικοί πολυκύτταροι οργανισμοί, είτε αποτελούνταν από τη συνένωση πολλών μονοκύτταρων οργανισμών όπως οι αμοιβάδες, οι οποίες, όταν δεν βρίσκουν τροφή, συνενώνονται σε μια αποικία με τη μορφή γυμνοσάλιαγκα και παίρνουν το δρόμο για την αναζήτηση ενός πιο ευνοϊκού περιβάλλοντος.

Η ανακάλυψη κινητικών ιχνών ζωής πριν 2,1 δισ. χρόνια - εφόσον επιβεβαιωθεί- εγείρει νέα ερωτήματα για την ιστορία της ζωής στη Γη. Επρόκειτο άραγε για μια βιολογική καινοτομία που αποτέλεσε το «πρελούδιο» για τις κατοπινές πιο εξελιγμένες μορφές ζωής ή απλώς για ένα μεμονωμένο πείραμα που αναγκαστικά σταμάτησε πρόωρα, όταν μειώθηκε δραστικά το οξυγόνο της ατμόσφαιρας πριν περίπου 2,08 δισεκατομμύρια χρόνια, οπότε η ζωή έπρεπε να περιμένει άλλο ενάμισι δισεκατομμύριο χρόνια περίπου για να αναπτυχθεί ξανά;

Η ανάδυση των πιο πολύπλοκων μορφών ζωής έγινε πριν περίπου 540 εκατομμύρια χρόνια. Τα πρώτα σπονδυλωτά ζώα εμφανίσθηκαν πριν περίπου 525 εκατομμύρια χρόνια, οι δεινόσαυροι πριν 230 εκατ. χρόνια και ο «έμφρων» άνθρωπος (Homo sapiens) ίσως πριν 300.000 χρόνια.

Ορισμένοι άλλοι επιστήμονες πάντως, όπως ο καθηγητής Γκρέιαμ Σιλντς και ο ειδικός στη γεωχημεία δρ Ντομινίκ Παπινό του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), καθώς και ο Νίκολας Μπάτερφιλντ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, εξέφρασαν επιφυλάξεις κατά πόσο όντως τα εν λόγω ίχνη αποτελούν ενδείξεις τόσο πρώιμης κινητικότητας.

Είναι το Σύμπαν σχεδιασμένο;

Το άρθρο αυτό του Steven Weinberg – καθηγητή του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Όστιν ο οποίος κέρδισε το Νόμπελ Φυσικής το 1979 – στηρίζεται σε μια συζήτηση που έγινε τον Απρίλιο του 1999 στη Διάσκεψη για τον Κοσμικό Σχεδιασμό της Αμερικανικής Ένωσης για την Πρόοδο της Επιστήμης.
 
Μου έχει ζητηθεί να σχολιάσω το κατά πόσον το σύμπαν δείχνει σημάδια ότι έχει σχεδιαστεί.  Δεν βλέπω πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για αυτό δίχως να έχουμε κάποια τουλάχιστον αόριστη ιδέα για το τι θα ήθελε να κάνει ένας σχεδιαστής. Κάθε δυνατό σύμπαν θα μπορούσε να εξηγηθεί ως το έργο κάποιου είδους σχεδιαστή. Ακόμη και ένα σύμπαν που να είναι εντελώς χαοτικό, δίχως οποιουδήποτε νόμου ή κανονικότητάς, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι έχει σχεδιαστεί από έναν ηλίθιο.

Το ερώτημα που μου φαίνεται να αξίζει την απάντηση, και δεν είναι ίσως αδύνατο να δοθεί απάντηση, είναι εάν το σύμπαν δείχνει σημάδια ότι έχει σχεδιαστεί από μια θεότητα περισσότερο ή λιγότερο, όπως εκείνους των παραδοσιακών μονοθεϊστικών θρησκειών – δεν είναι απαραίτητο μια φυσιογνωμία από αυτές που βρίσκονται στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα, αλλά τουλάχιστον κάποια προσωπικότητα, κάποιος ευφυής, που να δημιούργησε το σύμπαν και να έχει κάποια ιδιαίτερη ανησυχία με τη ζωή, ιδίως με την ανθρώπινη ζωή. Προσδοκώ ότι αυτή δεν είναι η άποψη ενός σχεδιαστή που υποστηρίζεται από πολλούς εδώ στη Γη. Μπορείτε να μου πείτε ότι σκέφτεστε κάτι πολύ πιο αφηρημένο, κάποιο κοσμικό πνεύμα της τάξης και της αρμονίας, όπως έκανε ο Αϊνστάιν. Είστε βέβαια ελεύθεροι να σκέφτεστε έτσι, αλλά τότε δεν ξέρω γιατί χρησιμοποιείτε λέξεις όπως «σχεδιαστής» ή «Θεός», εκτός ίσως ως μια μορφή προστατευτικού χρωματισμού.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ θρησκειαΟι νόμοι της φύσης

Κάποτε ήταν προφανές ότι ο κόσμος σχεδιάστηκε από κάποιο είδος υψηλής νοημοσύνης. Τι άλλο θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί για τις φωτιές, τη βροχή, τις αστραπές και τους σεισμούς; Πάνω απ' όλα, οι υπέροχες ικανότητες των έμβιων όντων φαίνεται να δείχνουν έναν δημιουργό που είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ζωή. Σήμερα κατανοούμε τα περισσότερα από αυτά τα πράγματα από την άποψη των φυσικών δυνάμεων, που ενεργούν κάτω από απρόσωπους νόμους. Δεν γνωρίζουμε ακόμη τους πιο θεμελιώδεις νόμους, και δεν μπορούμε να επεξεργαστούμε όλες τις συνέπειες των νόμων που ξέρουμε. Το ανθρώπινο μυαλό είναι εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσει, για παράδειγμα,  τον καιρό. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε εάν θα βρέξει σε ένα μήνα από σήμερα, αλλά ξέρουμε τους κανόνες που διέπουν τη βροχή, ακόμη και αν δεν μπορούμε πάντα να υπολογίσουμε τις συνέπειές του. Δεν βλέπω τίποτα άλλο για το ανθρώπινο μυαλό περισσότερο από ότι για τις καιρικές συνθήκες, που δεν υπάρχει ελπίδα για την κατανόηση τους, ως συνέπεια των νόμων που ενεργούν απρόσωπα πάνω από δισεκατομμύρια χρόνια.
 
Δεν φαίνεται να υπάρχει καμία εξαίρεση σε αυτή τη φυσική τάξη, για οποιοδήποτε θαύμα. Έχω την εντύπωση ότι αυτές τις ημέρες οι περισσότεροι θεολόγοι είναι σε δύσκολη θέση να μιλούν για θαύματα, αλλά οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες βασίζονται σε ιστορίες με θαύματα – η καιόμενη βάτος, ο άδειος τάφος, ένας άγγελος υπαγορεύει το Κοράνι στον Μωάμεθ – και ορισμένες από αυτές τις θρησκείες διδάσκουν ότι τα θαύματα συνεχίζονται και σήμερα. Τα αποδεικτικά στοιχεία για όλα αυτά τα θαύματα μου φαίνεται ότι είναι σημαντικά πιο αδύναμα από τα αποδεικτικά στοιχεία για την ψυχρή σύντηξη, και δεν πιστεύω στην ψυχρή σύντηξη. Πάνω απ' όλα, σήμερα γνωρίζουμε ότι ακόμα και τα ανθρώπινα όντα είναι το αποτέλεσμα της φυσικής επιλογής που ενεργούν για εκατομμύρια χρόνια πάνω στην αναπαραγωγή και την διατροφή.
 
Υποθέτω πάντως ότι αν είχαμε να δούμε το χέρι του δημιουργού, θα ήταν προς τις θεμελιώδεις αρχές, τους τελικούς νόμους της φύσης, το βιβλίο των κανόνων που διέπουν όλα τα φυσικά φαινόμενα. Δεν γνωρίζουμε τους τελικούς νόμους ακόμα, αλλά στο βαθμό που μπορέσαμε να τους δούμε, είναι εντελώς απρόσωποι και εντελώς δίχως κανένα ειδικό ρόλο για τη ζωή. Δεν υπάρχει καμία δύναμη ζωής. Όπως είπε και ο Ρίτσαρντ Φάινμαν, όταν εξετάζει κανείς το σύμπαν και κατανοεί τους νόμους της, «η θεωρία που λέει ότι είναι όλα διευθετημένα έτσι ώστε ο Θεός να παρακολουθεί τον αγώνα του ανθρώπου για το καλό και το κακό, φαίνεται ανεπαρκής.»

 

Δεν υπάρχει καμιά τέλεια εξήγηση

Είναι αλήθεια ότι όταν η κβαντομηχανική ήταν μια νέα επιστήμη, μερικοί φυσικοί σκέφτηκαν ότι αυτή κατόρθωσε να βάλει τον άνθρωπο πίσω από το ‘κάδρο’, διότι οι αρχές της κβαντομηχανικής μας λένε πώς να υπολογίσουμε τις πιθανότητες των διαφόρων αποτελεσμάτων που μπορούν να βρεθούν από έναν άνθρωπο παρατηρητή. Όμως, αρχίζοντας με το έργο του Χιου Έβερετ (Hugh Everett ) πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια, η τάση των φυσικών που νομίζουν σοβαρά για αυτά τα πράγματα είναι να επαναδιατυπώσουν την κβαντομηχανική με απόλυτα αντικειμενικό τρόπο, με τους παρατηρητές να αντιμετωπίζονται όπως και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν ξέρω αν αυτό το πρόγραμμα έχει επιτύχει ακόμα, αλλά πιστεύω ότι θα γίνει.
 
Οφείλω να ομολογήσω ότι, ακόμη και όταν οι φυσικοί θα έχουν προχωρήσει στο βαθμό που μπορούν να πάνε με μια τελική θεωρία των πάντων, δεν θα έχουμε μια εντελώς ικανοποιητική εικόνα του Κόσμου, διότι θα εξακολουθεί να μένει  το ερώτημα «γιατί; » Γιατί αυτή η θεωρία, και όχι κάποια άλλη θεωρία; Για παράδειγμα, γιατί είναι έτσι ο κόσμος που περιγράφεται από την κβαντομηχανική; Η κβαντική μηχανική είναι το ένα μέρος της σημερινής φυσικής μας που είναι πιθανό να επιζήσει ανέπαφη σε οποιαδήποτε μελλοντική θεωρία, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο λογικά αναπόφευκτο για την κβαντομηχανική; Μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο που να διέπεται από την νευτώνεια μηχανική αντί αυτής. Έτσι, φαίνεται να υπάρχει ένα αμείωτο μυστήριο που η επιστήμη δεν θα εξαλείψει.

 

Οι θεωρίες περί σχεδιασμού

Όμως οι θρησκευτικές θεωρίες περί σχεδιασμού έχουν το ίδιο πρόβλημα. Είτε εννοείτε κάτι συγκεκριμένο για ένα Θεό, ένα Σχεδιαστή, είτε όχι. Αν δεν το κάνετε, τότε γιατί μιλάμε; Αν εσύ εννοείς κάτι συγκεκριμένο με το «Θεό» ή με το «Σχέδιο», αν για παράδειγμα πιστεύεις σε ένα Θεό που είναι ζηλότυπος, ή στοργικός ή ευφυής, ή φαντασιόπληκτος, τότε θα πρέπει να εξακολουθείτε να αντιμετωπίζετε το ερώτημα «γιατί;» Μια θρησκεία μπορεί να ισχυρίζεται ότι το σύμπαν διέπεται από ένα ορισμένο είδος Θεού, και όχι από κάποιο άλλο είδος του Θεού, και αυτή μπορεί να δίνει αποδείξεις γι' αυτή την πεποίθηση, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό.
 
Από την άποψη αυτή, νομίζω ότι η φυσική είναι σε καλύτερη θέση να μας δώσει μια εν μέρει ικανοποιητική εξήγηση του Κόσμου από ότι μπορεί ποτέ η θρησκεία να κάνει, διότι αν και οι φυσικοί δεν θα είναι σε θέση να εξηγήσουν γιατί οι νόμοι της φύσης είναι αυτοί που είναι και δεν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, τουλάχιστον οι φυσικοί θα είναι σε θέση να εξηγήσουν γιατί δεν είναι λίγο διαφορετικοί οι νόμοι. Για παράδειγμα, κανείς δεν μπόρεσε να σκεφτεί μια συνεπή εναλλακτική λύση για την κβαντομηχανική που να είναι ελαφρώς μόνο διαφορετική. Μόλις αρχίσετε να κάνετε μικρές αλλαγές στην κβαντική μηχανική, παίρνετε θεωρίες με αρνητικές πιθανότητες ή άλλους λογικούς παραλογισμούς.
 
Όταν συνδυάσετε την κβαντομηχανική με τη σχετικότητα σας αυξάνεται την λογικά της αστάθεια. Βρίσκετε ότι αν δεν έχετε διευθετήσει την θεωρία με μεγάλη ακρίβεια παίρνετε ανοησίες, όπως αποτελέσματα πριν από αιτίες, ή άπειρες πιθανότητες. Οι θρησκευτικές θεωρίες, από την άλλη πλευρά, φαίνεται να είναι απείρως ευέλικτες, που τίποτε δεν εμποδίζει την εφεύρεση θεοτήτων κάθε είδους.
 
Τώρα, δεν τίθεται για μένα ζήτημα να πω ότι δεν μπορούμε να δούμε το χέρι ενός σχεδιαστή από αυτά που γνωρίζουμε από τις θεμελιώδεις αρχές της επιστήμης. Θα μπορούσε να είναι ότι, αν και οι αρχές αυτές της επιστήμης δεν αναφέρονται ρητά στη ζωή – πολύ λιγότερο στην ανθρώπινη ζωή – αυτές ωστόσο με ‘πανουργία’ αποσκοπούν στην επίτευξη της ύπαρξης της ζωής.

 

Η περίπτωση του άνθρακα

Μερικοί φυσικοί έχουν υποστηρίξει ότι ορισμένες σταθερές της φύσης έχουν τιμές που φαίνεται να έχουν μυστηριωδώς ρυθμιστεί τέλεια μόνο με τις τιμές που προβλέπουν τη δυνατότητα της παρουσίας της ζωής, με έναν τρόπο που θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο με την παρέμβαση ενός σχεδιαστή με κάποια ιδιαίτερη ανησυχία για τη ζωή. Δεν εντυπωσιάζομαι με αυτές τις υποτιθέμενες περιπτώσεις τέλειας ρύθμισης. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο συχνά παραδείγματα ρύθμισης που αναφέρονται, έχει να κάνει με μια ιδιότητα του πυρήνα του ατόμου άνθρακα. Η ύλη που έχει απομείνει από τα πρώτα λεπτά του σύμπαντος αποτελούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από υδρογόνο και ήλιο, με σχεδόν κανένα από τα βαρύτερα στοιχεία, όπως ο άνθρακας, το άζωτο, το οξυγόνο και τα οποία φαίνεται να είναι απαραίτητα για τη ζωή. Τα βαριά στοιχεία που βρίσκουμε στη γη δημιουργήθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια αργότερα, σε μια πρώτη γενιά των άστρων, και στη συνέχεια διασκορπίστηκαν έξω στο διαστρικό αέριο από τα οποία τελικά σχηματίστηκε το ηλιακό μας σύστημα.
 
Το πρώτο βήμα στη σειρά των πυρηνικών αντιδράσεων που δημιούργησαν τα βαριά στοιχεία στα πρώτα αστέρια είναι συνήθως ο σχηματισμός ενός πυρήνα άνθρακα από τρεις πυρήνες ηλίου. Υπάρχει μια αμελητέα πιθανότητα να παραχθεί ένας πυρήνας άνθρακα στην κανονική του κατάσταση (την κατάσταση της χαμηλότερης ενέργειας) από συγκρούσεις τριών πυρήνων ηλίου, αλλά θα ήταν δυνατόν να παραχθούν σημαντικές ποσότητες άνθρακα στα αστέρια αν ο πυρήνας του άνθρακα θα μπορούσε να υπάρξει σε μια ραδιενεργή κατάσταση με μια ενέργεια περίπου 7 MeV πάνω από την ενέργεια της κανονικής του κατάστασης, που ταιριάζουν με την ενέργεια των τριών πυρήνων ηλίου, αλλά (για λόγους που δεν αναφέρω εδώ) δεν υπερβαίνει τα 7,7 MeV πάνω από τη φυσιολογική κατάσταση.
 
Αυτή η ραδιενεργός κατάσταση ενός πυρήνα άνθρακα θα μπορούσε να σχηματιστεί εύκολα στα αστέρια από τρεις πυρήνες ηλίου. Μετά από αυτό, δεν θα υπήρχε πρόβλημα στην παραγωγή κανονικού άνθρακα. Ο πυρήνας του άνθρακα στην ραδιενεργή κατάσταση θα εκπέμπει ακτινοβολία αυθόρμητα και μετατρέπεται σε κανονικό άνθρακα μη ραδιενεργό, την κατάσταση που βρίσκεται στη γη. Το κρίσιμο σημείο για την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα είναι η ύπαρξη μιας ραδιενεργού κατάστασης που μπορεί να παραχθεί σε συγκρούσεις τριών πυρήνων ηλίου.
 
Στην πραγματικότητα, ο πυρήνας του άνθρακα είναι γνωστό πειραματικά πως έχει ακριβώς μια τέτοια ραδιενεργό κατάσταση, με μια ενέργεια 7,65 MeV πάνω από τη κανονική του κατάσταση. Εκ πρώτης όψεως, αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια πολύ στενή περιοχή. Η ενέργεια αυτής της ραδιενεργού κατάστασης του άνθρακα που λείπει είναι υπερβολικά υψηλή για να επιτρέψει το σχηματισμό του άνθρακα (και επομένως εμάς) με μόνο 0,05 MeV, η οποία είναι λιγότερο από το 1% των 7,65 MeV . Μπορεί να φαίνεται ότι οι σταθερές της φύσης από τις οποίες εξαρτώνται οι ιδιότητες όλων των πυρήνων έχουν προσεκτικά ρυθμιστεί τέλεια για να κάνουν τη ζωή δυνατή.
 
Παρατηρώντας με μεγαλύτερη προσοχή, τον ακριβή προσδιορισμό των σταθερών της φύσης εδώ δεν φαίνονται και τόσο ρυθμισμένες. Πρέπει να εξετάσουμε το λόγο για τον οποίο ο σχηματισμός του άνθρακα στα αστέρια προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ραδιενεργού κατάστασης του άνθρακα  με μια ενέργεια που δεν υπερβαίνει τα 7,7 MeV πάνω από την ενέργεια της φυσιολογικής κατάστασης του άνθρακα. Ο λόγος είναι ότι οι πυρήνες του άνθρακα σε αυτήν την κατάσταση  πράγματι σχηματίζονται σε δύο στάδια: αρχικά, δύο πυρήνες ηλίου συνδυάζονται για να σχηματίσουν τον ασταθή πυρήνα ενός ισοτόπου του βηρυλλίου 8, που ορισμένες φορές, πριν διασπαστεί, συλλαμβάνει έναν άλλο πυρήνα ηλίου, σχηματίζοντας ένα πυρήνα άνθρακα σε ραδιενεργή κατάσταση, η οποία διασπάται στη συνέχεια σε κανονικό άνθρακα. Η συνολική ενέργεια του πυρήνα βηρυλλίου 8 και ενός πυρήνα ηλίου σε κατάσταση ηρεμίας είναι 7,4 MeV πάνω από την ενέργεια της κανονικής κατάστασης του πυρήνα του άνθρακα. Οπότε αν η ενέργεια της κατάστασης του ραδιενεργού άνθρακα ήταν πάνω από 7,7 MeV μπορεί μόνο να σχηματιστεί σε μια σύγκρουση ενός πυρήνα ηλίου και ενός βηρυλλίου 8, αν η ενέργεια της κίνησης των δύο πυρήνων ήταν τουλάχιστον 0,3 MeV – μία ενέργεια η οποία είναι εξαιρετικά απίθανη στις θερμοκρασίες που βρέθηκαν στα αστέρια.
 
Έτσι, το σημαντικό πράγμα που επηρεάζει την παραγωγή του άνθρακα στα αστέρια δεν είναι η ενέργεια των 7,65 MeV της ραδιενεργού κατάστασης του άνθρακα πάνω από την κανονική του κατάσταση, αλλά η ενέργεια των 0,25 MeV της ραδιενεργού κατάστασης, μια ασταθής σύνθεση του βηρυλλίου-8 και του ηλίου, πάνω από την ενέργεια ηρεμίας των πυρήνων. Η ενέργεια αυτή που λείπει είναι υπερβολικά υψηλή για την παραγωγή του άνθρακα, κατά ένα κλάσμα 0,05 MeV/0.25 MeV, ή 20 τοις εκατό, το οποίο δεν είναι και τόσο μικρό μετά από όλα αυτά που αναφέραμε.

 

Η ενεργειακή πυκνότητα του κενού

Αυτό το συμπέρασμα σχετικά με τα διδάγματα από τη σύνθεση του άνθρακα είναι κάπως αμφιλεγόμενο. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μία σταθερά της οποίας η τιμή φαίνεται εξαιρετικά καλά προσαρμοσμένη για χάρη μας. Είναι η ενεργειακή πυκνότητα του κενού χώρου, γνωστή επίσης κι ως η κοσμολογική σταθερά. Θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε τιμή, αλλά από τις πρώτες αρχές κάποιος θα μάντευε ότι αυτή η σταθερά πρέπει να είναι πολύ μεγάλη, και θα μπορούσε να είναι θετική ή αρνητική. Αν είναι μεγάλη και θετική, η κοσμολογική σταθερά θα ενεργεί ως απωθητική δύναμη που αυξάνεται με την απόσταση, μια δύναμη που θα απέτρεπε να συσσωρευτεί η ύλη στο πρώιμο σύμπαν, μια διαδικασία που ήταν το πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση των γαλαξιών, άστρων και πλανητών και τέλος των ανθρώπων. Αν ήταν μεγάλη και αρνητική η κοσμολογική σταθερά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια ελκυστική δύναμη που αυξάνεται ανάλογα με την απόσταση, μια δύναμη που θα μπορούσε σχεδόν αμέσως να αναστρέψει την επέκταση – διαστολή – του σύμπαντος και να το αναγκάσει να καταρρεύσει, μην αφήνοντας εν τέλει κανένα χρόνο για την εξέλιξη της ζωής. Στην πραγματικότητα, οι αστρονομικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι η κοσμολογική σταθερά είναι αρκετά μικρή (περίπου 10−29 g/cm3 ή 10-120 μικρότερη από την θεωρητική τιμή όπως την υπολογίζει η κβαντική θεωρία), πολύ μικρότερη από ό,τι θα είχε μαντέψει κανείς από τις πρώτες αρχές.

 

Πολυσύμπαν

Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πούμε αν υπάρχει κάποια θεμελιώδη αρχή που να μπορεί να εξηγήσει γιατί η κοσμολογική σταθερά πρέπει να είναι τόσο μικρή. Αλλά ακόμη και αν δεν υπάρχει τέτοια αρχή, οι πρόσφατες εξελίξεις στην κοσμολογία προσφέρουν τη δυνατότητα μιας εξήγησης του γιατί οι μετρούμενες τιμές της κοσμολογικής σταθεράς και άλλων φυσικών σταθερών είναι ευνοϊκές για την εμφάνιση της ευφυούς ζωής. Σύμφωνα με τις θεωρίες του «χαοτικού πληθωρισμού» του André Linde και άλλων, το σύμπαν μας που οφείλεται σο big bang μπορεί να είναι μόνο ένα κομμάτι από ένα πολύ μεγαλύτερο υπερ-σύμπαν ή πολυ-σύμπαν στο οποίο συνεχίζονται οι Μεγάλες Εκρήξεις όλο τον χρόνο, που η κάθε μία Μεγάλη Έκρηξη έχει διαφορετικές τιμές για τις θεμελιώδεις σταθερές.
 
Σε κάθε τέτοια εικόνα, στην οποία το σύμπαν περιέχει πολλά τμήματα με διαφορετικές τιμές αυτών που λέμε σταθερές της φύσης, δεν θα υπήρχε δυσκολία στην κατανόηση γιατί αυτές τις σταθερές αξίες παίρνουν ευνοϊκές τιμές για τη νοήμονα ζωή. Θα υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός big bangs στις οποίες οι σταθερές της φύσης λαμβάνουν τιμές μη ευνοϊκές για τη ζωή, και πολύ λιγότερα όπου η ζωή θα είναι δυνατή. Δεν χρειάζεται να επικαλεσθεί κάποιος έναν καλοκάγαθο σχεδιαστή για να εξηγήσει γιατί βρισκόμαστε σε ένα από αυτά τα μέρη του πολυσύμπαντος, όπου η ζωή είναι δυνατή : σε όλα τα άλλα μέρη του πολυσύμπαντος δεν υπάρχει κανείς για να αναρωτηθεί για το ποιός σχεδίασε τον Κόσμο. Εάν κάποια θεωρία από αυτό το γενικό τύπο αποδεικνύεται ότι είναι σωστή, τότε για να συμπεράνουμε ότι οι σταθερές της φύσης έχουν καλο-ρυθμιστεί από έναν καλοπροαίρετο σχεδιαστή, θα είναι σαν να λέμε, «Δεν είναι υπέροχο που ο Θεός μας έβαλε εδώ στη γη, όπου υπάρχει νερό και αέρας και η βαρύτητα όπως και η θερμοκρασία είναι τόσο άνετες, και όχι κάποια φρικτή χώρα, όπως ο Ερμής ή ο Πλούτωνας; Που αλλού στο ηλιακό σύστημα, εκτός από την γη θα είχαμε εξελιχθεί;

 

Η Ανθρωπική Αρχή

Το σκεπτικό αυτό ονομάζεται «ανθρωπικό». Μερικές φορές αυτό το σκεφτικό αναφέρει ότι οι νόμοι της φύσης είναι αυτοί που είναι, ώστε να μπορέσουμε να υπάρχουμε, χωρίς καμιά περαιτέρω εξήγηση. Αυτό μου φαίνεται να είναι κάτι περισσότερο από ένα μυστικιστικό mumbo jumbo (φράση που δηλώνει κάτι το ασαφές). Από την άλλη πλευρά, εάν πραγματικά υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Κόσμων στους οποίους ορισμένες σταθερές λαμβάνουν διαφορετικές τιμές, τότε η ανθρωπική εξήγηση του γιατί στον Κόσμο μας λαμβάνουν οι σταθερές αυτές τις ευνοϊκές τιμές για τη ζωή, είναι απλώς και μόνο η κοινή λογική, όπως εξηγείται γιατί ζούμε στη Γη κι όχι στον Ερμή ή τον Πλούτωνα. Η πραγματική τιμή της κοσμολογικής σταθεράς, που πρόσφατα μετρήθηκε από τις παρατηρήσεις της κίνησης των μακρινών σουπερνόβα, είναι σχετικό με το τι θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο επιχείρημα:: η κοσμολογική σταθερά είναι απλώς αρκετά μικρή ώστε να μην εμποδίζει τον σχηματισμό των γαλαξιών. Αλλά εμείς δεν γνωρίζουμε ακόμη αρκετή φυσική για να πούμε εάν υπάρχουν διάφορα άλλα σύμπαντα στους οποίους αυτές – που εδώ τις λέμε σταθερές της φυσικής – πραγματικά λαμβάνουν διαφορετικές τιμές. Αυτή δεν είναι μια απελπιστική ερώτηση, θα είμαστε σε θέση να απαντήσουμε, όταν θα γνωρίζουμε περισσότερα σχετικά με την κβαντική θεωρία της βαρύτητας από ό,τι μπορούμε τώρα.
 
Θα ήταν απόδειξη ότι υπάρχει ένας καλοπροαίρετος σχεδιαστής εάν η ζωή ήταν καλύτερη από ό,τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει για άλλους λόγους. Για να το κρίνουμε αυτό, θα πρέπει να έχετε κατά νου ότι μια ορισμένη ικανότητα για ευχαρίστηση θα είχε εύκολα εξελιχθεί μέσω της φυσικής επιλογής, ως κίνητρο για τα ζώα που έχουν ανάγκη να φάνε και να θρέψουν τα μικρά τους, προκειμένου να μεταφέρουν στην επόμενη γενιά τα γονίδιά τους. Μπορεί να μην είναι πιθανό ότι η φυσική επιλογή για κάθε έναν εξωπλανήτη θα παράγει ζώα που θα έχουν την τύχη να έχουν την ευχαρίστηση και την ικανότητα να κάνουν επιστήμη και να σκέφτονται αφηρημένα, αλλά το δείγμα μας του τι παράγεται από την εξέλιξη είναι πολύ επηρεασμένο, από το γεγονός ότι είναι μόνο σε αυτές τις ευτυχείς περιπτώσεις ευτυχές που υπάρχει κάποιος να σκέφτεται τον κοσμικό σχεδιασμό. Οι αστρονόμοι ονομάζουν αυτό φαινόμενο επιλογής.

 

Ένας καλοπροαίρετος σχεδιαστής

Το σύμπαν είναι πολύ μεγάλο, και ίσως άπειρο, γι ‘αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι, μεταξύ του τεράστιου αριθμού των πλανητών που μπορούν να υποστηρίξουν μόνο μη ευφυή ζωή και ενός ακόμη τεράστιου αριθμού, που δεν μπορεί να ευνοήσει  με τίποτα την ύπαρξη της ζωής, υπάρχει κάποιο μικρό ποσοστό στο οποίο υπάρχουν ζωντανά όντα που είναι σε θέση να σκέφτονται το σύμπαν, όπως κάνουμε εδώ. Ένας δημοσιογράφος που του έχει ανατεθεί να πάρει συνέντευξη από αυτούς που κέρδισαν το λαχείο μπορεί να αισθανθεί ότι ορισμένοι έτυχαν κάποιας ιδιαίτερης πρόνοιας, αλλά ο ίδιος θα πρέπει να έχει υπόψη τον πολύ μεγαλύτερο αριθμό των παικτών που δεν κέρδισαν κανένα ποσό. Έτσι, για να κρίνουμε εάν οι ζωές μας παρουσιάζουν ενδείξεις για έναν καλοπροαίρετο σχεδιαστή, δεν έχουμε μόνο να ρωτήσουμε αν η ζωή είναι καλύτερη από ό,τι θα αναμενόταν σε κάθε περίπτωση, από όσα γνωρίζουμε για τη φυσική επιλογή, αλλά πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η τάση που έρχεται από το γεγονός ότι εμείς είμαστε που σκεφτόμαστε το πρόβλημα.
 
Αυτό είναι ένα ερώτημα που όλοι θα πρέπει να απαντήσετε μόνοι σας. Όντας ένας φυσικός δεν βοηθάω σε θέματα όπως αυτό, έτσι έχω να μιλήσω από τη δική μου σκοπιά και εμπειρία. Η ζωή μου ήταν εξαιρετικά ευτυχής, ίσως στο πάνω τμήμα του 99,99% της ανθρώπινης ευτυχίας, αλλά ακόμη και έτσι, έχω δει μια μητέρα να πεθαίνει οδυνηρά από καρκίνο, την προσωπικότητα ενός πατέρα να καταστρέφετε από τη νόσο του Alzheimer, και δεύτερα και τρίτα ξαδέλφια να δολοφονούνται στο Ολοκαύτωμα . Τα σημάδια ενός καλοπροαίρετου σχεδιαστή είναι αρκετά καλά κρυμμένα.
 
Η επικράτηση του κακού και της δυστυχίας πάντα ενοχλούσε αυτούς που πιστεύουν σε ένα καλοπροαίρετο και παντοδύναμο Θεός. Μερικές φορές ο Θεός μπορεί να δικαιολογεί επισημαίνοντας την ανάγκη για ελεύθερη βούληση.
 
Φαίνεται λίγο άδικο για τους συγγενείς μου να έχουν δολοφονηθεί (Σημείωση: ο Steven Weinberg είναι Εβραίος στην καταγωγή), προκειμένου να δώσει την ευκαιρία της ελεύθερης βούλησης στους Γερμανούς, αλλά ακόμη και αν βάλουμε αυτό κατά μέρος, πώς η ελεύθερη βούληση ταιριάζει με τον καρκίνο; Είναι μια ευκαιρία για ελεύθερη βούληση οι όγκοι;
 
Δεν ισχυρίζομαι εδώ ότι το κακό στον κόσμο αποδεικνύει ότι το Σύμπαν δεν έχει σχεδιαστεί, αλλά μόνο ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις γενναιοδωρίας που θα μπορούσε να δείξει το χέρι του σχεδιαστή. Αλλά στην πραγματικότητα η αντίληψη ότι ο Θεός δεν μπορεί να είναι καλοπροαίρετος είναι πολύ παλιά. Έργα του Αισχύλου και του Ευριπίδη κάνουν μια πολύ σαφή δήλωση ότι οι θεοί είναι εγωιστές και σκληροί, αν και αναμένουν καλύτερη συμπεριφορά από τους ανθρώπους. Ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη μας λέει να συντρίψουμε τα κεφάλια των απίστων και απαιτεί από εμάς να είμαστε πρόθυμοι να θυσιάσουμε τη ζωή των παιδιών μας στις εντολές Του. Και ο Θεός του παραδοσιακού Χριστιανισμού και του Ισλάμ μας καταδικάζει στην αιωνιότητα, αν δεν τον λατρεύουμε με τον σωστό τρόπο. Είναι αυτός ωραίος τρόπος για να συμπεριφέρεται; Ξέρω, ξέρω, υποτίθεται ότι δεν πρέπει να κρίνουμε το Θεό σύμφωνα με τα πρότυπα για τα ανθρώπινα όντα, αλλά εσείς δείτε το πρόβλημα εδώ: Εάν δεν έχουμε ακόμη πεισθεί για την ύπαρξή του, και ψάχνουμε για ενδείξεις της γενναιοδωρίας του, τότε τι άλλα πρότυπα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε;
 
Τα θέματα που έχω κληθεί να αντιμετωπίσω εδώ θα φαίνεται σε πολλούς να είναι τρομερά παλιομοδίτικα. Το “επιχείρημα από το σχεδιασμό”, κατασκευασμένο από τον Άγγλο θεολόγο William Paley δεν είναι πλέον στο μυαλό των ανθρώπων αυτές τις μέρες. Το κύρος της θρησκείας, φαίνεται σήμερα να αντλείται από αυτό που οι άνθρωποι παίρνουν από την ηθική επιρροή της, κι όχι από αυτό που πιστεύει για αυτό που βλέπουμε στη φύση. Αντιθέτως, οφείλω να ομολογήσω ότι, αν και πραγματικά δεν πιστεύω σε έναν κοσμικό σχεδιαστή, ο λόγος που κάνω τον κόπο να διαφωνώ για αυτό το θέμα είναι ότι πιστεύω ότι το ζήτημα του σχεδιασμού είναι φοβερά δυσανάλογο με την ηθική επιρροή της θρησκείας.

 

Φανατικοί

Το θέμα αυτό είναι πάρα πολύ μεγάλο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί. Από τη μία πλευρά, θα μπορούσα να επισημάνω ατελείωτα παραδείγματα της καταστροφής που γίνεται με τον θρησκευτικό ενθουσιασμό, μέσα από μια μακρά ιστορία πογκρόμ, σταυροφορίες, και τζιχάντ. Στο δικό μας αιώνα φανατικοί μουσουλμάνοι σκότωσαν τον Αιγύπτιο πρόεδρο Σαντάτ, ένας εβραίος φανατικός ζηλωτής σκότωσε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Ραμπίν, και ένας ζηλωτής ινδουιστής σκότωσε την Γκάντι. Κανείς δεν θα έλεγε ότι ο Χίτλερ ήταν χριστιανός ζηλωτής, αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον ναζισμό, να παίρνει τη μορφή του δίχως τον γνωστό χριστιανικό αντισημιτισμό εδώ και αιώνες. Από την άλλη πλευρά, πολλοί θαυμαστές της θρησκείας θα έχουν αμέτρητα παραδείγματα των καλών που έχουν γίνει από τη θρησκεία. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του ‘Imagined Worlds’, ο διακεκριμένος φυσικός Freeman Dyson υπογράμμισε το ρόλο των θρησκευτικών πεποιθήσεων για την καταστολή της δουλείας. Θα ήθελα να αναφερθώ σύντομα σε αυτό το σημείο, όχι για να προσπαθήσω να αποδείξω τίποτα με ένα παράδειγμα, αλλά απλώς για να τονίσω αυτό που σκέφτομαι για την ηθική επιρροή της θρησκείας.
 
Είναι βέβαια αλήθεια ότι η εκστρατεία κατά της σκλαβιάς και το δουλεμπόριο ενισχύθηκε σημαντικά από ευσεβείς χριστιανούς, συμπεριλαμβανομένης και του Ευαγγελιστή William Wilberforce στην Αγγλία και του Μονιστή υπουργού William Ellery Channing στην Αμερική. Αλλά ο Χριστιανισμός, όπως και άλλες μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ζούσαν άνετα με τη σκλαβιά για πολλούς αιώνες, και η σκλαβιά εγκρίθηκε στην Καινή Διαθήκη. Έτσι, τι διαφορετικό υπήρχε στους Χριστιανούς που ήταν αντίθετοι στην σκλαβιά, όπως ο Wilberforce και ο Channing; Δεν έγινε καμιά ανακάλυψη νέων ιερών γραφών, και ούτε οι Wilberforce και Channing ισχυρίστηκαν ότι είχαν δει θαύματα. Μάλλον, το δέκατο όγδοο αιώνα, είχαν δει μία γενικευμένη αύξηση του ορθολογισμού και του ανθρωπισμού που οδήγησαν άλλους – για παράδειγμα, Adam Smith, Jeremy Bentham, και Richard Brinsley Sheridan – επίσης να αντιταχθούν στην σκλαβιά, για λόγους που δεν σχετίζονται με τη θρησκεία. Ο Λόρδος Mansfield, ο συντάκτης της απόφασης στην υπόθεση Somersett, η οποία σταμάτησε την δουλεία στην Αγγλία (όχι όμως και στις αποικίες της), δεν ήταν παρά συμβατικά θρησκευόμενος και η απόφασή του δεν ανέφερε κανένα θρησκευτικό επιχείρημα. Αν και ο Wilberforce ήταν ο εμπνευστής της εκστρατείας κατά του δουλεμπορίου κατά το 1790, αυτό το κίνημα είχε ουσιαστική στήριξη από πολλούς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως και η Fox Pitt, οι οποίοι δεν ήταν γνωστοί για την ευσέβεια τους. Εξ όσων μπορώ να πω, ο ηθικός όνος της θρησκείας επωφελήθηκε περισσότερο από το πνεύμα των εποχών απ’ ότι το πνεύμα της εποχής εκείνης επωφελήθηκε από τη θρησκεία.
 
Όπου η θρησκεία έκανε τη διαφορά, ήταν περισσότερο για τη στήριξη της δουλείας κι όχι σε αντίθεση με αυτή. Επιχειρήματα από την Γραφή χρησιμοποιήθηκαν στο Κοινοβούλιο για να υπερασπιστούν το δουλεμπόριο. Ο Frederick Douglass ανέφερε πως η κατάστασή του ως σκλάβος έγινε χειρότερη όταν ο πλοίαρχος του έγινε θρησκευόμενος που του επέτρεψε να δικαιολογεί τη δουλεία και την τιμωρία των παιδιών του Νώε. Ο Mark Twain περιγράφει τη μητέρα του, ως έναν πραγματικά καλόν άνθρωπο που η μαλακή της καρδιά λυπόταν τον Σατανά, αλλά που δεν είχε καμία αμφιβολία για τη νομιμότητα της δουλείας, διότι τότε που ζούσε στο προπολεμικό Μισσούρι ποτέ δεν είχε ακούσει κανένα κήρυγμα αντιτιθέμενο στην δουλεία, αλλά μόνο αμέτρητα κηρύγματα ότι η δουλεία ήταν το θέλημα του Θεού. Με ή χωρίς θρησκεία, οι καλοί άνθρωποι μπορούν να συμπεριφέρονται καλά και οι κακοί άνθρωποι μπορούν να κάνουν κακό. Όμως οι καλοί άνθρωποι που κάνουν το κακό, θα το κάνουν από τη θρησκεία.
------------------
Υ.Γ. Σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Αμερικανική Ένωση για την Πρόοδο της Επιστήμης έμαθα ότι ο στόχος αυτού του συνεδρίου είναι να έχουμε έναν εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ επιστήμης και θρησκείας. Είμαι υπέρ του διαλόγου μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, αλλά όχι για έναν εποικοδομητικό διάλογο. Ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα της επιστήμης ήταν, αν όχι να κάνει αδύνατον να είναι οι ευφυείς άνθρωποι θρησκευόμενοι, αλλά τουλάχιστον να κάνει δυνατό ώστε  να μην είναι η επιστήμη θρησκευόμενη. Δεν πρέπει να υποχωρήσουμε από αυτό το επίτευγμα με τίποτα.
 
Θα μπορούσαμε να σταχυολογήσουμε εδώ μια άποψη του σχετικά με τη θρησκεία:
Με ή χωρίς θρησκεία, οι καλοί άνθρωποι μπορούν να συμπεριφέρονται καλά, ενώ οι κακοί άνθρωποι μπορούν να κάνουν το κακό. Αλλά οι καλοί άνθρωποι για να κάνουν το κακό, θέλουν τη θρησκεία.