Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Η ευτυχία

Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ως στόχο την απόκτηση αγαθών και προϊόντων με τρόπο που δεν είναι τόσο ικανοποιητικός όσο φανταζόμασταν. Ο αποπροσανατολισμός συμβαίνει κυρίως όταν οι άνθρωποι κυνηγούν ακόμα τη χίμαιρα της περιουσίας και των ανέσεων, πριν ν’ ανακαλύψουν ότι τα εν λόγω αγαθά και οι εμπειρίες είναι υπερτιμημένα και, συχνά, δημιουργούν ένα φοβερό εθισμό που τους αποκόπτει από τον εσωτερικό τους εαυτό.

Οι πολυτέλειες μπορεί να είναι τόσο αποχαυνωτικές για τους ανθρώπους, όσο και τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ, τα οποία δημιουργούν ανάγκες για συνεχή διέγερση, ενθουσιασμό κι ευχαρίστηση. Αλλά στο τέλος, οι επιδράσεις χάνονται και οι άνθρωποι αρχίζουν ν’ αναρωτιούνται σχετικά με την προσπάθειά τους για την ευτυχία, η οποία έχει δύο διαστάσεις, και μια μονόπλευρη εξιδανίκευση για τα προϊόντα του πλούτου και της ευημερίας.

Συνεπώς, δεν είναι φοβερό όταν ένα άτομο έχει ν’ αντιμετωπίσει κάποιες αντιξοότητες. Αν και κανένας από εμάς δεν το αποζητά, συχνά όμως είναι η αρχή ενός πιο στοχαστικού τρόπου ζωής και μιας αναζήτησης για ένα βαθύτερο νόημα στη ζωή.

Η ευτυχία δεν είναι ένα αγαθό που μπορούμε να αγοράσουμε και να καταναλώσουμε. Είναι αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής κι αυτό δεν οδηγεί στην έκσταση ή απλά στο να αισθανόμαστε καλά όλη την ώρα.

Προτιμώ να μιλήσω για την εκμάθηση των ανθρώπων ως προς το πώς να ζουν καλά, αντί να στοχεύουν στην ευτυχία τους και την ευημερία. Το να ζει κανείς καλά δεν σημαίνει να απολαμβάνει την απλή αίσθηση της ευχαρίστησης ή την απουσία του πόνου, όσο παρήγορο, ευχάριστο κι επιθυμητό κι αν είναι. Η ευτυχία είναι μια ψυχική κατάσταση, η οποία απαιτεί να είμαστε ανοικτοί στον κόσμο, στους άλλους, στον εαυτό μας και στις ιδέες που μας εμπνέουν.



Απαιτεί να ζω με ζωτικότητα και με τα μάτια μου διάπλατα ανοιχτά, σε αναζήτηση του νοήματος και στην αναζήτηση των αξιών που αξίζει να ζω γι’ αυτές. Απαιτεί να είμαι προετοιμασμένος τόσο για την οδύνη και τον πόνο όσο και για την ευχαρίστηση εξίσου.

Η στάση της ευτυχίας είναι περισσότερο στάση εκτίμησης παρά επίκρισης ή παραπόνου.Το να νιώθουμε την ευτυχία αντί να είμαστε ευτυχισμένοι σημαίνει να επικοινωνούμε με τον κόσμο όπως αυτός είναι, με τη ζωή όπως έρχεται.

Σ’ αυτή τη λειτουργία του είναι, η ματιά μου, εκείνη της ερασιτέχνη ζωγράφου, παρακολουθεί τον κόσμο γύρω και βλέπει την ανάπτυξη και την παρακμή σε ίσες αναλογίες και βρίσκει την ομορφιά και στις δυο καταστάσεις. Ως ερασιτέχνης τραγουδίστρια βρίσκω μελωδίες που πηγάζουν σαν από θαύμα από τα δέντρα και τα πουλιά και το θόρυβο από τα εργοστάσια και τα αυτοκίνητα εξίσου. Το δέρμα μου λάμπει, το αίμα μου κυλάει ομαλά, οι σκέψεις μου για τον επικείμενη θάνατο κάποιου που αγαπώ ή τον ήλιο που φωτίζει το δέντρο στον κήπο μου έχουν εξίσου την ίδια βαρύτητα, βρίσκονται εξίσου σε αρμονία με αυτό που είμαι.

Είναι μέρος της ζωής που ζω στο έπακρο. Δεν ζητώ ούτε έχω απαίτηση για οτιδήποτε να είναι διαφορετικό από αυτό που είναι και όμως, ξέρω ότι έχω έναν ρόλο στο να κάνω τα πράγματα όσο το δυνατόν καλύτερα. Ξέρω ότι το να ζω και να γίνω ο εαυτός μου μερικές φορές μπορεί να είναι σπουδαίο και άλλες απαίσιο και έχω συμφιλιωθεί μ’ αυτό, γιατί είμαι παιδί μιας ζωής που με κάνει να αισθάνομαι: ελπίδα και απελπισία με τη σειρά.

Εκτιμώ ό, τι κάνω, βελτιώνω ό, τι μπορώ, και αποδέχομαι ότι αρκετά συχνά πρέπει να αποδέχομαι ό,τι έρχεται. Δεν μπορώ να απαιτήσω μια αναδιοργάνωση και δεν μπορώ ν’ αποκτήσω μια ζωή μόνο με ευτυχία για όσο είμαι ζωντανός. Μόνο ο θάνατος φέρνει την ειρήνη και την ηρεμία με το τέλος των προβλημάτων και των συγκρούσεων.

Εκείνο που πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε είναι να πιστεύουμε πως οτιδήποτε είναι να έρθει είναι κατά κάποιο τρόπο σημαντικό και πως το αν αισθανόμαστε απελπισμένοι ή ότι έχουμε βρει τη θέση μας στο σύμπαν έχει μεγάλη διαφορά.

Για να πιστέψουμε ότι τελικά είναι δυνατόν να είμαστε σε αρμονία με τον κόσμο ή το σύμπαν και ότι μπορούμε να κάνουμε μια μικρή διαφορά στο πώς τα πράγματα λειτουργούν, είναι απαραίτητη η ηρεμία του μυαλού και το κουράγιο να συνεχίσουμε – χωρίς να έχει σημασία πόσο δύσκολο είναι ή πόσο πρόσκαιρη ευτυχία μάς στερεί.

Η ποιότητα της ζωής δεν έχει να κάνει μόνο με την ευχαρίστηση και τη διαφώτιση, αν και αυτές οι εμπειρίες θα είναι σίγουρα μέρος του στόχου. Πάνω απ’ όλα σημαίνει να μάθει κανείς να ταξιδεύει, να είναι ανυποχώρητος απέναντι στις αντιξοότητες και τις δυσκολίες και ταυτόχρονα παραδομένος στους νόμους της ζωής, να είναι γαλήνιος με τους περιορισμούς και τις δυστυχίες, ενθουσιώδης και παθιασμένος με τα αγαθά που ψάχνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.

Πάνω απ “όλα έχει να κάνει με την κατανόηση των απαιτήσεων της ζωής.

Πρόκειται για γνώση του σωστού και του λάθους, για τους εαυτούς μας, κι όχι επειδή ο νόμος ή ο θεός το απαιτούν από εμάς, αλλά επειδή εκτιμούμε πως το να κάνουμε το σωστό είναι η ίδια η ζωή. Το να μάθουμε να ζούμε και να πράττουμε με πιο ηθικό τρόπο, να συμπεριφερόμαστε στον εαυτό μας με σοφία και προθυμία μας δίνει ανεκτίμητα μαθήματα.

Η φιλοσοφία, όπως η αγάπη της σοφίας, είναι το κλειδί για την αναζήτηση βαθύτερων νοημάτων στη ζωή. Φυσικά, η πηγή της δυτικής φιλοσοφίας βρίσκεται στην αρχαία αθηναϊκή φιλοσοφία, η οποία μας έδειξε τον δρόμο για έναν πιο ευγενικό, στοχαστικό, προσεγμένο τρόπο ζωής.

Όταν μαθαίνουμε να κατανοούμε τα συναισθήματά μας μπορούμε να βρούμε τον δρόμο μας πιο εύκολα. Στην πραγματικότητα μαθαίνουμε να τα θρέφουμε, καθώς κάθε συναίσθημα είναι ένα μήνυμα για τον εαυτό μας, και όχι να θεωρούμε -όπως μερικοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θρησκευτικοί στοχαστές φοβούνταν- ότι είναι ένα εμπόδιο ή κίνδυνος για την ψυχική ευεξία μας.

Οι χαώδεις διαφορές του Έλληνα με τον Ελληνοέλληνα, Δ Λιαντίνης

Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα,
είναι δύσκολο νά “χεις εικόνα για τα γύρω σου…

Ο «Ελληνοέλληνας»
Όλα καλά και περίκαλα τά “χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τους «αρχαίους ημών πρόγονοι». Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια. Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και ταρτουφίζουμε για «τσι γενναίοι προγονοί» σαν τι;
Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού – που εσήκωνε το απάνω χείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας. Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κατεμαράνθη… Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά “χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.

Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσοφίλητο νησί. Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια: «Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και την Αθήνα;»
Η απόκριση που του δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.: «Ποια Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε», του είπανε. «Μιλάς για ίσκιους στη συννεφιά. Και για σύννεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόι;
«Κλάψε με, μάνα, κλάψε με, Και πεθαμένο γράψε με»…
Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο ή κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα.»
Αυτή είναι η εικόνα που έχουνε οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός.
Λάβε τη σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράφεις τι βλέπεις. Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1: 5 χ ΙΟ6, θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους. Ανάμεσα σ” αυτούς τους χίλιους οι έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος.
Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, και σε μια γραφή που δε διαβάζεται. Λίγο μουστάκι, λίγο πρικοιούλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.

Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντι της εμάς τους νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά “χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμε-ράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο. Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;
Σχέση με τους αρχαίους έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι γάλλοι, οι εγγλέζοι και οι γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκο-λογιά και αράπηδες. Είμαστε οι «ορτοντόξ»…
Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.
Θέλεις νά “χεις πιστή την εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β” της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο. Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα, φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα, για να μετρήσεις τη διαφορά.
Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φτέρνες.

Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι ελληνίδες του Αργούς και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάντη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.
Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ” ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα.
Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε τον Φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θά “χει να σου ειπεί: «άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι». Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.
Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους:
- Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοι μωρέ; Οι χριστιανοχομεΐνηδες;
Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρήσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας. Γιατί είμαστε σβησμένοι από τον κατάλογο των εθνών; Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των Οθωμανών; Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξανα-προσαρτήσουν;
Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσαίωνα και τους παπάδες; Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης; Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες έλληνες της Πόλης γίνανε χίλιοι, και οι τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που ετοιμάζει μεταστάσεις;
Γιατί δύο από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό έλληνες μισό τούρκοι; Γιατί όλα τα αυτονόητα εθνικά μας δίκαια ευρωπαίοι και αλβανοί, βούλγαροι και εβραίοι, ορθόδοξοι και ρούσοι, τούρκοι και βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτείες; Ποια τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκείνοι γραικολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα;
Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία. Μέσα στη χώρα, μέσα στην παιδεία δηλαδή και την παράδοση μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί που οι έξω από τη χώρα μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρρούμε πως είμαστε τα παιδόγγονα του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες που βρεθήκανε σε κάποια ασήμαντα Μασταβά. Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δύο όρους και ένα ίσον. Είναι ότι: νεοέλληνες ίσον ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα, θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Ότι οι νεοέλληνες είμαστε ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σα να είμαστε εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά.

Στην πιο απλή διατύπωση, σημαίνει νά “σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νά “σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαριάζουνε πόντικα. Απώλεια της εθνικής ταυτότητας είναι να σε βλέπουν οι άλλοι αρκουδόρεμα, και συ να τους φωνάζεις πως ντε και καλά είσαι η Ολυμπία. Και ύστερα να τους ζητάς Ολυμπιακούς αγώνες στην καλογρέζα. Χλευαστικό του καλογριά.
Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα, θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.
Θα σε καλέσω όμως σ” έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά “χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά “ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ” άκρη σ” άκρη. Θα ρωτήσουμε νεοέλληνες απ” όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες.
Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια· ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο- ούτε τάν ή επί τάς, μέτρον άριστον και τον Μινώταυρος στην Κρήτη. Αλλα να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας.
Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διάλογους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. Να μας πουν αν ξέρουν ότι στη διάλεξη του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος, ότι η θρησκεία των ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.
Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνα μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους.
Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη…
Θα μου ειπείτε:
- Μήπως και οι ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;
Θα σας ειπώ:
- Όχι. Αλλά οι ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι γάλλοι, και ιταλοί, και βέλγοι.
Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.
Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του OHE σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη.
Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο είναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Κοίτα πρόχειρα το εξώφυλλο της «Γκέμμας».

Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζουνται έλληνες. Η έρευνα μας έδειξε ότι μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.
Από το Ελληνικό ερχόμαστε στό Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα.
Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους νεοέλληνες τα ναι γίνουνται ενιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.
Μ” ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πολιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των νεοελλήνων. Ένα μόνο δε γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί “ναι μαγαρισμένες, λέει.
Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνες θα ειπεί να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα.
Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το «γνώθι σαντόν». Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: «στάθί και οϊκτιρον». Σταμάτα, και δάκρυσε· γιατί δε ζω πιά. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης.
Ακόμη κι ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό “ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:

Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη,
Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη,
Κι ο Δήμος τ” αγια-Δημητριού ν” ανοίξει γιοματάρι.
Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
Κόρη, βροντούν τ” ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος.

Δημήτρης Λιαντίνης (Αποσπάσματα απο το βιβλίο του «ΓΚΕΜΜΑ»)

Ρομπότ συλλέκτης σπέρματος - Προσομοιώνει την ερωτική επαφή!

http://erevoktonos.blogspot.gr/2013/11/blog-post_721.html Μετά τους βοηθούς... εκσπερμάτισης η κινεζική εταιρία Sanwe Medical Group παρουσίασε σε έκθεση ιατρικού εξοπλισμού τον «αυτόματο συλλέκτης σπέρματος».
Το μηχάνημα αυτό προσομοιώνει την ερωτική επαφή και προσφέρει «95% πιθανότητα επιτυχίας», με το πέος να εισάγεται στην κινούμενη θήκη μέχρι ο χρήστης να... δωρίσει το σπέρμα του με επιτυχία. Παράλληλα μπορεί να βλέπει σε μια οθόνη η οποία βρίσκεται στο πανω μέρος σκηνές από ταινίες πορνό.
Επίσης, ο αυτόματος συλλέκτης σπέρματος προσφέρει και μια «λειτουργία απευαισθητοποίησης για την πρόωρη εκσπερμάτιση», κατά την οποία τρίβει συγκεκριμένα σημεία του πέους για να μειώσει την ευαισθησία των νευρικών απολήξεων.

 

Βραυρώνεια: Οι εορτές προς τιμήν της Αρτέμιδος που έσωσε την Ιφιγένεια

art2

Τα Βραυρώνεια γιορτάζονταν κάθε πενταετία προς τιμή της Βραυρωνίας Αρτέμιδος την 17η του μηνός Μουνυχιώνος. Η λατρεία της Αρτέμιδος υπήρξε λαμπρή σε ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο.
Στην Ακρόπολη της Αθήνας υπήρχε ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος και ένα υπέροχο άγαλμά της, φιλοτεχνημένο από τον ισόθεο Πραξιτέλη. Εκεί ευρίσκετο και το πανάρχαιο ξόανο της Ταυρικής Αρτέμιδος...

Στην Βραυρώνα της Αττικής, εκεί όπου, σύμφωνα με τον Μύθο, έφθασε η Ιφιγένεια, η θυγατέρα τουΑγαμέμνονος, όταν έφυγε από την Ταυρίδα φέροντας μαζί της το άγαλμα της Θεάς, λατρευόταν με ιδιαίτερες τιμές η Βραυρωνία Άρτεμις.

Λέγεται ότι κατά την Τρωική εκστρατεία, η θεά Άρτεμη απαίτησε την θυσία της Ιφιγένειας για να αφήσει τον Μυκηναϊκό στόλο να πλεύσει προς την Τροία. Την στιγμή της θυσίας η Άρτεμις έσωσε την Ιφιγένειακαι την μετέφερε στην χώρα των Ταύρων (Ταυρίδα) στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Η Ιφιγένεια επέστρεψε από 'κει στην Ελλάδα με την βοήθεια του αδερφού της του Ορέστη. Σύμφωνα με μία παραλλαγή του μύθου που μεταφέρει ο Ευριπίδης, η Ιφιγένεια στην επιστροφή της έφτασε στην περιοχή της Βραυρώνας και έγινε ιέρεια της Αρτέμιδος.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή η τελετή αυτή καθιερώθηκε επειδή στη Βραυρώνα υπήρχε μιαεξημερωμένη άρκτος, την οποία όμως σκότωσαν δύο αδελφοί, επειδή όταν έπαιζε με την αδελφή τους, την πλήγωσε. Η Άρτεμις τότε τιμώρησε τους Αθηναίους με λοιμό, από τον οποίο απαλλάχτηκαν με την καθιέρωση της Αρκτείας, μετά από χρησμό των Δελφών.

Εκεί λοιπόν τελούντο κάθε έτος τα καλούμενα "Μικρά" Βραυρώνεια και ανά πενταετία, την δεκάτη - έκτη ημέρα του μηνός Μουνιχιώνος, τα "Μεγάλα" Βραυρώνεια.

Η λατρεία της Αρτέμιδος στην περιοχή της Βραυρώνας φαίνεται να ξεκίνησε τον 8ο αιώνα π.χ. ενώ ο ναός χτίστηκε τον 6ο αιώνα π.χ. Τα επόμενα χρόνια υπήρξε σημαντική επέκταση του λατρευτικού χώρου.

Σταδιακά όμως μετά τους πολέμους των Αθηναίων με τους Μακεδόνες η περιοχή άρχισε να παρακμάζει και φαίνεται να εγκαταλείφθηκε τον 2ο αιώνα π.χ., πιθανόν μετά από πλημμύρες. Μάλιστα ο περιηγητήςΠαυσανίας τρεις αιώνες αργότερα, δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για την περιοχή της Βραυρώνας, παρά μόνο τον μύθο που αναφέρει ο Ευριπίδης για την επιστροφή της Ιφιγένειας.

Την διεξαγωγή και εποπτεία της τελετής είχαν δέκα Ιεροποιοί, οι οποίοι ήταν δέκα άρχοντες, ένας από κάθε φυλή και οι πέντε νεαρές ιέρειες (αργότερα έγιναν δέκα). Τα κορίτσια ηλικίας 5-10 ετών φορούσαν κροκόχρωμους χιτώνες και λέγονταν «άρκτοι». Και η ίδια η Άρτεμις έναν καιρό υπετίθετο ότι ήταν άρκτος -ή σε νεώτερη εποχή, όταν η πανίδα της Ελλάδας ήταν όπως σε νοτιότερα κλίματα, λέαινα.

Η καθιέρωση στη Θεά λεγόταν «άρκτεια» και «δεκατεύειν», από την ηλικία των κοριτσιών και χόρευαν τον χορό "αρκτεύεσθαι" γύρω από το βωμό της Θεάς.

Κατά την τελετή λοιπόν, τα δέκα κορίτσια , καθιερώνονταν μέχρι την ημέρα του γάμου τους στην Αρτέμιδα.Στα παλαιότερα χρόνια προορίζονταν όλες γι' αυτό, αργότερα όμως μόνον μερικές.
Στην θεά θυσιαζόταν από τους Ιεροποιούς μία κατσίκα λευκή, προσφορά από τους πατέρες των κοριτσιών, και αφιερωνόταν από τις γυναίκες θρησκεύτριες χρυσοποίκιλτα ακριβά υφάσματα και κοσμήματαενώ η γιορτή περιελάμβανε και απαγγελία της Ιλιάδας.

Η ιεροπραξία κορυφωνόταν με πομπή προς τον βωμό κάτω από τον υποβλητικό ήχο τυμπάνων, με περιφορά των "αρρήτων" αντικειμένων της Αρτέμιδος μέσα σε ειδικό καλάθι που λεγόταν "Ελένη" και τέλος, με τελετουργικό (εξιλαστικής κατεύθυνσης) χορό των νεαρών ιερειών το λεγόμενο "αρκτεύεσθαι".

Στον ναό της Βραυρώνας προσέφεραν στην Αρτέμιδα τους χιτώνες των γυναικών που είχαν πεθάνει κατά τον τοκετό.

Σχετικά με το γιατί η Θεά Άρτεμις εζήτησε νεαρά κορίτσια να αφιερωθούν ως Ιέρειες στον ναό της μας λέει ο Καρλ Κερένυϊ:
"Είναι παρθένος, αλλά στις προσπάθειές της και την αγριάδα ομοιάζει με αγόρι, όπως συμβαίνει σε εκείνη την ηλικία των κοριτσιών που η Άρτεμις προστατεύει. Διηγούνταν πως εζήτησε από τον πατέρα της να της δώσει εννιάχρονα κορίτσια για συντροφιά της. Σε αυτή την ηλικία τα κορίτσια έφευγαν από τις μητέρες τους για να υπηρετήσουν την Αρτέμιδα."

Εκεί στον Ναό της Βραυρώνας, οι μικρές Αθηναίες είχαν την ευκαιρία να γυμναστούν και να ασκηθούν κατά τη διάρκεια της ιερής αυτής θητείας τους που αποτελούσε ένα είδος φυλετικής μύησης, έτσι ώστε να διαμορφώνουν υπερήφανο και δυναμικό χαρακτήρα, όχι πια εις το πλαίσιο της οικογενείας τους αλλά σε αυτό της κοινότητας.

Πρέπει να μεθάει ο σοφός;

Aς δούμε τι απαντάει ο Αριστοτέλης στο περί μέθης

Οι φιλόσοφοι, με αφορμή την οινοποσία και το τελικό στάδιο αυτής, τη μέθη, ασχολήθηκαν με το ερώτημα, αν θα πρέπει να μεθάει ο σοφός. Η ερώτηση αυτή αποτελείται από δύο τμήματα, από τα οποία αναδεικνύεται η ηθική αρετή και κατά συνέπεια η φρόνηση και η παιδεία του σοφού.

Το ένα τμήμα αφορά στην ηθική ποιότητα, δηλαδή το να πίνει ο σοφός, εφόσον αυτό είναι σύνηθες στα συμπόσια προς τιμή των θεών. Το άλλο τμήμα αφο­ρά στην ιδιάζουσα φύση του καλού πολίτη, που απασχό­λησε τον αριστοτελικό συλλογισμό. Ο αγαθός-καλός πολίτης δεν εμφανίζεται άφρων και συνεπώς δεν αρμόζει να πίνει υπερβολικά και να μεθάει, αλλά απλά να πίνει.

Η ερευνητική στοχοθεσία περί του ζητήματος ότι επι­τρέπεται να μεθάει ο σοφός επιχειρείται μέσα από τρία επιχειρήματα:

α. εφόσον ο σοφός επιτρέπεται να πίνει, είναι σαν να λέμε ότι επιτρέπεται και να μεθάει. Εξάλ­λου οι έννοιες «πιωμένος» και «μεθυσμένος» δε διαφέ­ρουν παρά μόνο στον ήχο.

β. Με βάση την παράδοση των προγόνων, οι οποίοι ακολουθούσαν μια συγκεκριμέ­νη διαδικασία για τις θυσίες αλλά και το χρόνο προσφο­ράς του ανόθευτου κρασιού, ανάλογα με τις περιστάσεις και όπως αρμόζει στην τάξη και χωρίς να διαπράττουν σφάλματα με τα λόγια ή τις πράξεις, στους σοφούς αρ­μόζει να πίνουν, καθώς είναι ικανοί και άξιοι να προσφέ­ρουν θυσίες, τις οποίες ολοκληρώνουν με οινοποσίες. Εί­ναι πρόδηλο ότι η ιδιαιτερότητα του σοφού στην οινοπο­σία και πολύ περισσότερο στο λεγόμενο «μεθύσι» εστιά­ζεται στην αυτοδέσμευση της συνείδησής του, που θέτει ως προϋπόθεση το μέτρο και ισοδυναμεί με την κυριαρ­χία του λογικού,

γ. Η ετυμολογία της λέξης «μέθη» αποδίδεται από ορισμένους φιλοσόφους όχι επειδή τελεί­ται μετά από τις θυσίες, αλλά επειδή αποτελεί αιτία για χαλάρωση της ψυχής. Στο πλαίσιο αυτό τονίζεται ότι υφίσταται ετερότητα ανάμεσα στο λογισμό του ανόητου και άφρονα ανθρώπου και στο λογισμό του σοφού, καθώς ο πρώτος με την οινοποσία παραδίνεται στη μέθη και στις άλογες πράξεις, ενώ ο δεύτερος παραδίνεται στην απόλαυση της άνεσης, στη χαρά και στην ευθυμία. Ο σοφός, όταν πίνει, γίνεται νηφάλιος, αποκτά πνευματική ευφορία, την οποία εξωτερικεύει και η οποία συνοδεύεται από ένα αυτοσυναίσθημα αυτάρκειας και αγαλλίασης ως αποτέλεσμα της ηδονής από το μεθύσι, χωρίς όμως να χάνει την αυτοσυνειδησία του νου. Από την ανάλυση των ανωτέρω τριών επιχειρημάτων οδηγούνται οι φιλό­σοφοι στο συμπέρασμα ότι το να πίνει κάποιος δεν είναι μεμπτό, καθώς η απόλαυση του οίνου οδηγεί στη χαλά­ρωση, ενώ το μεθύσι στη φλυαρία.

Παράλληλα ο Αριστοτέλης αναφέρει ονόματα ανδρών, οι οποίοι περιορίζονταν στις αλμυρές τροφές, χωρίς να τρέπονται κατ’ ανάγκη στο ποτό. Στο σημείο αυτό επι­σημαίνει τη διαφορά ανάμεσα στο κυρίως φαγητό και στο επιδόρπιο, ξεχωρίζοντας μάλιστα ως ορεκτικό και επιδόρπιο το σύκο, το οποίο εξαίρουν οι αρχαίοι για την ιερότητα και τη χρησιμότητά του. Μετά το φαγητό ο Αριστοτέλης προβαίνει και σε μια σχετική διάκριση, που προσδιορίζει και το είδος του «μεθυσιού». Συγκεκριμένα, αν το ποτό είναι από ζύθο (κριθάρι), αυτοί που το πίνουν νιώθουν ένα απλό νυσταγμό και πέφτουν ανάσκελα γέρ­νοντας προς τα πίσω το κεφάλι, ενώ όσοι πίνουν οίνο, επειδή νιώθουν βαρύ το κεφάλι, πέφτουν μπρούμυτα. Στην ίδια γραμμή ο φιλόσοφος προβαίνει και σε μια άλ­λη πρόδηλη διαπίστωση, δηλαδή, όταν το κρασί είναι αρκετά ζεστό, μεθάει λιγότερο. Και εδώ όμως επισημαίνεται μια διαφορά ότι, όταν ο πότης είναι ηλικιωμένος, μεθάει πιο γρήγορα, διότι η θερμότητα στο εσωτερικό του είναι λιγότερη και ασθενέστερη. Ωστόσο και oι πιο νέοι μεθούν γρήγορα, διότι η θερμότητα στο εσωτερικό τους είναι μεγαλύτερη.

Ο Αριστοτέλης συνιστά τη μεσότητα, κατά την οποία η θερμότητα του σώματος θα είναι τέτοια, ώστε ούτε να είναι ελάχιστη ούτε υπερβολική. Η έλλειψη της μεσότη­τας οδηγεί αναγκαία στη μέθη, είτε αυτή εντοπίζεται στον ανθρώπινο οργανισμό, είτε στην ανθρώπινη συμπε­ριφορά. Ακολούθως, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος αναφέρεται και σε περιπτώσεις ζώων που μεθούν από οίνο. Στο σημείο αυτό εντοπίζει το διαχωρισμό των αντίθετων ψυχολογικών καταστάσεων που προξενούνται από δύο διαφορετικά είδη οίνου, δηλαδή το αποκαλούμενο «σαμαγόρειο», όταν αναμιχθεί με νερό, προκαλεί μέθη. Α­ντίθετα, το αποκαλούμενο «ροδιακό», το οποίο προσφέρεται στα συμπόσια, προκαλεί τέρψη, απόλαυση και με­θάει λιγότερο όχι μόνο εξαιτίας της θερμότητας του, αλλά και επειδή είναι αναμεμιγμένο με διάφορα μυρω­δικά που το καθιστούν πιο ελαφρύ, με αποτέλεσμα να διατηρείται νηφάλιο το πνεύμα, αλλά συγχρόνως να καταλύονται οι ερωτικές ορμές.

Από την ανωτέρω συνοπτική ανάλυση του περιεχομέ­νου του έργου αναφαίνεται ότι η κατεύθυνση της παρού­σας μελέτης εντάσσεται στην ψυχολογικο-ηθική ιδεολο­γία του Αριστοτέλη, δίνοντας στον αναγνώστη τη δυνα­τότητα να κατανοήσει και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά από το είδος του οίνου αλλά και του φαγητού που θα επιλέξει. Ο Αριστοτέλης, ανεξάρτητα από τις συνειδητές επιδιώξεις του, φαίνεται να επιχειρεί εδώ μια εκπαίδευ­ση του νου και της ψυχής μέσα από την ηδονική κατά­σταση της ευωχίας, και κυρίως της οινοποσίας, αφήνο­ντας να κατανοηθεί ότι μέσα από τη χαλάρωση της ψυ­χής και τη νηφαλιότητα του νου, που επιτυγχάνεται από την οινοποσία, απελευθερώνονται ακόμη και οι δυσεκπαίδευτες δυνάμεις της ψυχής.
 

Ο ταραγμένος καθρέφτης

ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ κινεζικός μύθος μιλά με μεταφορικό τρόπο για τα αινίγματα της τάξης και του χάους.

Τα παλιά χρόνια, λέει ο μύθος, ο κόσμος των καθρεφτών και ο κόσμος των ανθρώπων δεν ήταν χωρισμένοι· αυτό έγινε αργότερα.

Εκείνες τις μέρες τα όντα των κατόπτρων και τα ανθρώπινα όντα διέφεραν πολύ μεταξύ τους ως προς το χρώμα και τη μορφή, μολονότι αναμειγνύονταν και ζούσαν αρμονικά.

Εκείνο τον καιρό μπορούσε ο καθείς να πηγαινοέρχεται μέσα από τους καθρέφτες. Μια νύχτα όμως, οι κάτοικοι των κατόπτρων εισέβαλαν στη Γη απροειδοποίητα και ακολούθησε χάος. Πράγματι, τα ανθρώπινα όντα γρήγορα κατάλαβαν ότι οι κάτοικοι των κατόπτρων ήταν το χάος. Η δύναμη των εισβολέων ήταν μεγάλη και μόνο χάρη στις μαγικές ικανότητες του Κίτρινου Αυτοκράτορα έγινε δυνατό να νικηθούν και να οδηγηθούν πίσω στους καθρέφτες τους. Για να τους κρατήσει εκεί ο αυτοκράτορας έκανε μάγια που υποχρέωσαν τα όντα του χάους να επαναλαμβάνουν μηχανικά τις πράξεις και τις μορφές των ανθρώπων.

Τά μάγια του αυτοκράτορα ήταν ισχυρά, αλλά, όπως λέει ο μύθος, δεν θα διαρκούσαν αιώνια. Η αφήγηση προειδοποιεί πως μια μέρα τα μάγια θα εξασθενήσουν και οι ταραγμένες φιγούρες στους καθρέφτες μας θα αρχίσουν να εξεγείρονται. Στην αρχή η διαφορά ανάμεσα στις μορφές των κατόπτων και στις γνωστές μας μορφές δεν θα είναι παρατηρήσιμη. Σιγά σιγά όμως οι χειρονομίες θα ξεχωρίζουν, τα χρώματα και τα σχήματα θα αλλάζουν ως διά μαγείας —και ξαφνικά ο κόσμος του χάους που για πολύ καιρό έμεινε φυλακισμένος, θα ορμήσει οργισμένος στον δικό μας.

Ίσως η μέρα αυτή να έφτασε.

Η ανθρώπινη δίψα για χάδια

Ο καθένας μας αισθάνεται την ανάγκη να τον αγγίζουν και να τον αναγνωρίζουν οι άλλοι. Ο καθένας μας έχει ανάγκη να κάνει κάτι το χρόνο του ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατό του. Η δίψα των ανθρώπων για χάδια συχνά καθορίζει το τι κάνουν το χρόνο τους. Μπορεί π.χ. να περνούν λεπτά, ώρες ή ακόμα και μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να εξασφαλίσουν το χαΐδεμα με διάφορους τρόπους, ακόμα και παίζοντας ψυχολογικά παιχνίδια.

Από την άλλη μπορούν να περάσουν λεπτά, ώρες ή και μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας ν’αποφύγουν τα χάδια αποσυρόμενοι. Οι ανάγκες αυτές είναι βιολογικές και ψυχολογικές και ο Μπέρνς τις ονομάζει «δίψες».

Η δίψα για άγγιγμα και αναγνώριση μπορεί να ικανοποιηθεί με τα χάδια, «μια πράξη που σημαίνει την αναγνώριση της παρουσίας του άλλου». Τα χάδια μπορούν να δοθούν με τη μορφή του πραγματικού σωματικού αγγίγματος ή με κάποια συμβολική μορφή αναγνώρισης, ένα βλέμμα, μια λέξη, μια χειρονομία ή οποιαδήποτε πράξη που λέει: «το ξέρω πως βρίσκεσαι εκεί».

Η δίψα για χάδια

Τα παιδιά ποτέ δεν αναπτύσσονται φυσιολογικά χωρίς το άγγιγμα των άλλων. Η ανάγκη αυτή συνήθως ικανοποιείται με τις καθημερινές στενές συναλλαγές, το άλλαγμα, το τάισμα, το πλύσιμο, το πουδράρισμα, το αγκάλιασμα και το χαΐδεμα που οι στοργικοί γονείς έχουν με τα μωρά τους. Το άγγιγμα κατά κάποιον τρόπο διεγείρει τον οργανισμό του παιδιού βοηθώντας την ψυχική και σωματική του ανάπτυξη. Τα παιδιά που μένουν παραμελημένα, αγνοούμενα ή που για κάποιο λόγο δεν δέχονται αρκετό άγγιγμα υποφέρουν από ψυχικό και σωματικό μαρασμό που μπορεί να φτάσει ως το θάνατο.

Καθώς μεγαλώνει το παιδί η αρχική πρωτόγονη δίψα για πραγματική σωματική επαφή μεταβάλλεται σε μια δίψα για αναγνώριση. Ένα χαμόγελο, ένα νεύμα, μία λέξη, ένα σμίξιμο των φρυδιών, μια χειρονομία αντικαθιστούν το άγγιγμα. Όπως το άγγιγμα όμως, έτσι και αυτές οι μορφές αναγνώρισης, θετικές ή αρνητικές, κεντρίζουν τον εγκέφαλο του δέκτη και χρησιμεύουν για να επιβεβαιώνουν στο παιδί ότι είναι εκεί ζωντανό. Τα αναγνωριστικά χάδια εμποδίζουν το νευρικό σύστημα του παιδιού να «μαζέψει».

Μερικοί άνθρωποι χρειάζονται πολλή αναγνώριση για να νιώσουν ασφαλείς. Τη δίψα αυτή μπορείς να τη νιώσεις έντονα παντού – στο σπίτι, στην τάξη ακόμα και στη δουλειά. Οποιοσδήποτε έρχεται σε επαφή με ανθρώπους βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανθρώπινη ανάγκη για αναγνώριση. Πολύ συχνά οι αποτελεσματικοί ηγέτες είναι αυτοί που μπορούν ν’αγγίξουν και ν’αναγνωρίσουν σωστά τους άλλους.


Το θετικό χαΐδεμα

Η έλλειψη χαδιών πάντα έχει βλαβερή επίδραση πάνω στους ανθρώπους. Και ενώ και τα θετικά και τα αρνητικά χάδια μπορούν να διεγείρουν τη σωματική χημεία του βρέφους, χρειάζονται θετικά χάδια για να δημιουργήσουν υγιείς συγκινησιακά ανθρώπους. Τα θετικά χάδια κλιμακώνονται αξιολογικά από το φτωχό περιεχόμενο ενός «γειά σου» ως τη βαθύτερη επαφή της οικειότητας.

Μερικά χάδια είναι μόνο επιφανειακές επαφές. Πρόκειται για απλές συναλλαγές που μπορούν να θεωρηθούν σαν χάδια συντήρησης. Συνήθως δεν περιέχουν νόημα, αλλά τουλάχιστον προσφέρουν αναγνώριση, κρατούν ανοιχτή την επικοινωνία και συντηρούν την αίσθηση του ατόμου ότι είναι ζωντανό. Τα τελετουργικά του χαιρετισμού όπως είναι η υπόκλιση και η χειραψία αποτελούν οργανωμένους τρόπους να δίνει και να παίρνει κανείς χάδια τέτοιας φύσης.

Τα θετικά χάδια είναι συνήθως συναλλαγές άμεσες, εύστοχες και ανάλογες με την περίσταση. Όταν τα χάδια είναι θετικά ο άνθρωπος που τα δέχεται νιώθει καλός, ζωντανός, ζωηρός και σπουδαίος. Σ’ένα μεγαλύτερο βάθος τα χάδια δυναμώνουν την αίσθηση ευτυχίας του ατόμου, επιβεβαιώνουν τη νοημοσύνη του και είναι ευχάριστα. Δημιουργούν συναισθήματα καλής θέλησης. Εάν το χάιδεμα είναι ειλικρινές, εάν συμφωνεί με τα γεγονότα και δεν είναι φτιαχτό, τότε τρέφει το άτομο και τονώνει την τάση του να κερδίζει στη ζωή.

Ένας γονιός δίνει ένα θετικό χάδι όταν αγκαλιάζει ξαφνικά και αυθόρμητα το παιδί του λέγοντας: «Θεέ μου, πόσο σ’αγαπώ!». Ένας προϊστάμενος δίνει ένα θετικό χάδι απαντώντας με ευθύτητα στις ερωτήσεις του υπαλλήλου του. Ένας πωλητής δίνει ένα θετικό χάδι σ’έναν πελάτη λέγοντάς του ένα καλημέρα.

Τα θετικά χάδια εκφράζουν συχνά συναισθήματα συμπάθειας και εκτίμησης. Άλλες φορές είναι κομπλιμέντα. Τα θετικά χάδια μπορούν να δώσουν στους ανθρώπους πληροφορίες πάνω στις ικανότητές τους, να τους βοηθήσουν να καταλάβουν τις δυνατότητες και τα προσόντα τους.

Ένα παιδί δέχεται ένα θετικό χάδι όταν ένας γονιός, δάσκαλος ή φίλος το χαιρετά μ’ένα θερμό «γεια σου», χρησιμοποιεί το όνομά του (προφέροντάς το σωστά), κοιτάζει το παιδί στο πρόσωπο με προσοχή και ακούει με ενδιαφέρον χωρίς να καταδικάζει το τι έχει να πει το παιδί για τα προσωπικά συναισθήματα και τις σκέψεις του. Έτσι όλοι διατηρούν μια αίσθηση αξιοπρέπειας.

Το να ακούς κάποιον είναι ένα από τα σπουδαιότερα χάδια που μπορεί κανείς να δώσει σ’έναν άλλον. Για να ακούσεις κάποιον αποτελεσματικά πρέπει να συγκεντρώνεις όλη την προσοχή σου στον ομιλητή και αυτό είναι κάτι που μαθαίνεται.

Ένας άνθρωπος που ξέρει ότι έχει ακουστεί, φεύγει από μια συνάντηση ξέροντας πως τα συναισθήματα, οι ιδέες και οι απόψεις του έχουν πραγματικά συναντήσει κάποιο αυτί. Έτσι το άτομο αυτό δεν αισθάνεται πως «γύρισαν το κουμπί» στα λόγια του, αλλά ότι πήρε μια ενεργητική ανατροφοδότηση. Όταν ακούει κανείς ενεργητικά, δεν προσέχει μόνο τα λόγια που του λενε οι άλλοι, αλλά τους αντιγυρίζει το περιεχόμενο των λόγων τους μαζί με μια υπόθεση πάνω στα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από τα λόγια ή τις πράξεις. Οι τελευταίες μέρες μεταβάλλονται βέβαια σε λόγια. Το σωστό άκουσμα δεν απαιτεί τη συμφωνία. Απαιτεί απλώς να καταλαβαίνουμε και να ξεκαθαρίζουμε τα συναισθήματα και τις απόψεις των άλλων.

Όταν μια γραμματέας αρχίζει να κάνει διάφορα λάθη στη γραφομηχανή, μουρμουρίζει ακατάληπτα λόγια και φέρεται απότομα στους επισκέπτες, ένας προϊστάμενος που ακούει πραγματικά θα τη ρωτήσει: «Απ’ό,τι είπες μόλις τώρα, φαίνεσαι εκνευρισμένη. Είναι αλήθεια;».

Στην παραπάνω περίπτωση έχει χρησιμοποιηθεί η Ενήλικη συναλλαγή επανατροφοδότησης. Χωρίς να καταδικάζει ούτε να επιδοκιμάζει, ο Ενήλικος ακούει και το περιεχόμενο και τα συναισθήματα που εκφράζει ο άλλος από την Παιδική κατάσταση του Εγώ του. Ο δέκτης δεν ξεκινά μια κουβέντα του «Εγώ», αλλά τονίζει το μήνυμα του «Εσύ». Η συναλλαγή αυτή είναι χρήσιμη, όταν μέσα σ’ένα άτομο έχουν ξεσηκωθεί έντονα συναισθήματα κι αυτό που χρειάζεται είναι να τον ακούσουν και όχι να του κάνουν μάθημα.

Ο καθένας μας χρειάζεται χάδια και όταν δεν παίρνουμε αρκετά θετικά χάδια, συχνά προκαλούμε τα αρνητικά. Τα παιδιά φέρονται με αναίδεια ή γίνονται άτακτα προκαλώντας τους γονείς τους να τα χαστουκίζουν, να τα μαλώνουν και να τα ταπεινώνουν. Οι σύζυγοι παραπονιούνται, παθαίνουν υπερκόπωση, αργούν το βράδυ, φλερτάρουνε, πίνουνε, καυγαδίζουνε ή προκαλούν με κάποιον άλλο τρόπο έναν καυγά. Το ίδιο ισχύει και για το περιβάλλον της εργασίας. Οι εργαζόμενοι αργούν, κάνουν λάθη, τραυματίζονται. Οι διάφορες μελέτες δείχνουν πως, όταν σε μια κατάσταση εργασίας λείπει το συναίσθημα, η απόδοση πέφτει και αυξάνονται οι συγκρούσεις. Φαίνεται λοιπόν πως τόσο για τα παιδιά, όσο και για τους ενήλικους η αρνητική προσοχή είναι προτιμότερη από την αδιαφορία.

Η υποτίμηση και το αρνητικό χαΐδεμα

Όταν ένας γονιός υποτιμάει τα συναισθήματα και τις ανάγκες του παιδιού, η υγιής ανάπτυξη εμποδίζεται. Η υποτίμηση μπορεί να σημαίνει, είτε έλλειψη προσοχής, είτε μια μορφή αρνητικής προσοχής που είναι οδυνηρή σωματικά και συγκινησιακά. Το παιδί που συναντά την αδιαφορία ή που δέχεται αρνητικά χάδια λαβαίνει το σήμα: «Δεν είσαι Ο.Κ.». Όταν αγνοούμε, κοροϊδεύουμε, ταπεινώνουμε, εξευτελίζουμε, κακομεταχειριζόμαστε ένα άτομο, όταν γελάμε μαζί του, του βγάζουμε παρατσούκλια και το γελοιοποιούμε, του φερόμαστε σα να ήταν ασήμαντο. Το υποτιμάμε. Η υποτίμηση έχει πάντα μια έννοια ταπείνωσης.

Πολλές μορφές υποτίμησης έχουν σχέση με τη λύση προβλημάτων. Μια υποτίμηση του άλλου συμβαίνει εάν δεν παίρνουμε στα σοβαρά το πρόβλημά του (π.χ μια μητέρα βλέπει τηλεόραση την ώρα που το μωρό της κλαίει), όταν αρνιόμαστε τη σημασία του προβλήματος (ένας προϊστάμενος λέει: «Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά. Δεν είναι και τόσο σημαντικά»), όταν αρνιόμαστε τη λύση («Δε γίνεται τίποτα μ’ένα ξεροκέφαλο σύζυγο»), ή όταν κάποιος αρνείται την ίδια του την ικανότητα να λύσει ένα πρόβλημα («Δε φταίω εγώ αν είμαι κακότροπη. Έτσι γεννήθηκα»).

Όταν μια γυναίκα κάνει ένα συγκεκριμένο ερώτημα στον άντρα της λέγοντάς του: «Πότε θα γυρίσεις για φαγητό, αγάπη μου» κι εκείνος της απαντάει απότομα και αδιάφορα: «Θα με δεις πότε θα γυρίσω», τότε η γυναίκα υποβιβάζεται. Η αξία της μειώνεται από το δεύτερο μήνυμα που περιέχει η απάντηση: «Δεν είσαι σημαντική». Αυτή η ταξική συναλλαγή θα της δημιουργήσει σίγουρα στενοχώρια.

Η υποτίμηση είναι πάντοτε οδυνηρή. Όταν γίνεται ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά οδηγεί συχνά σε διαταραχές της προσωπικότητας και δημιουργεί χαμένους. Ανάμεσα στους μεγάλους οδηγεί σε κακές ανθρώπινες σχέσεις ή τροφοδοτεί καταστρεπτικά σενάρια «απόγνωσης».

Η αγνόηση είναι ένας φοβερός τρόπος υποτίμησης ενός μικρού παιδιού. Η περίπτωση του Έρλ είναι χαρακτηριστική. Όταν ήταν μικρός οι γονείς του σπάνια του μιλούσαν κατευθείαν. Μια μέρα, απελπισμένος που δεν μπορούσε να έρθει σε επαφή μαζί τους, άνοιξε μια τρύπα στον τοίχο με το μπαστούνι του μπέηζμπολ και περίμενε την αντίδρασή τους. Καμία απάντηση δεν ήρθε, οι γονείς του αγνόησαν την πράξη του. Την άλλη μέρα κρυφάκουσε τη μητέρα του να λέει: «Ο Έρλ πρέπει να έπεσε πάνω στον τοίχο. Έχει τρυπήσει». Οι απανωτές εμπειρίες αγνόησης υποτίμησαν τόσο πολύ το παιδί που απέκτησε σοβαρές διαταραχές στην ψυχική του υγεία.

Οι συνέπειες που μπορεί να έχει η ανεπαρκής επαφή μεταβιβάζονται και στην ενήλικη ζωή.

Οι γονείς αγνοούν τα παιδιά τους ή παραλείπουν να τα χαϊδεύουν για πολλούς λόγους. Πολύ συχνά και από τη δική τους παιδική ηλικία έλειψαν τα χάδια και έμαθαν να «κρατούν τις αποστάσεις τους».

Άλλοι γονείς νιώθοντας πόσο έντονος είναι ο θυμός τους προσπαθούν να «κρατήσουν μακριά τα χέρια τους» για να «μην σπάσουν το κεφάλι» του παιδιού. Όπως έλεγε ένας πατέρας «αν την άγγιζα φοβάμαι πως θα τη σκότωνα. Μια φορά που ο πατέρας μου ήταν έξω φρενών πέταξε την αδερφή μου από το παράθυρο, το κεφάλι της έσπασε και δεν έγινε ποτέ καλά». Άλλοι γονείς πάλι αγνοούν τα παιδιά τους, γιατί τους κρατούν κακία για την ύπαρξή τους και τις ευθύνες που τη συνοδεύουν.

Το να αγνοείς και να απομονώνεις τους ανθρώπους είναι πολύ γνωστές μορφές τιμωρίας ακόμη και για τους ενήλικους. Τέτοιες τιμωρίες στερούνε τα άτομα ακόμα και από τα πιο ελάχιστα χάδια και οδηγούνε σε διανοητική, συγκινησιακή και σωματική φθορά. Ωστόσο αν μια υπάλληλος ονομάζει έναν πελάτη «αγάπη μου» κατά πάσα πιθανότητα τον υποτιμάει αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι κορόιδο. Η ψεύτικη κολακεία και τα ψεύτικα κομπλιμέντα, όταν λέγονται κάτω από το κάλυμμα της ειλικρίνειας μπορεί να είναι και αυτά μορφές υποτίμησης. «Αυτό το χτένισμα είναι θαύμα», λέει ένας φίλος, ενώ το χτένισμα είναι αποτυχημένο.

Άλλες μορφές υποτίμησης μπορεί να είναι τα πειραχτικά λόγια και οι χειρονομίες. Ο σύζυγός που λέει: «Δεν είναι περίεργο που βρίσκει η εξάτμιση, αφού κάθεσαι εσύ στο πίσω κάθισμα», πολύ πιθανόν εκφράζει αληθινά εχθρικά συναισθήματα προς τη γυναίκα του επειδή είναι παχιά. Οι ενήλικοι μαθαίνουν να λένε ένα ξεκάθαρο «Παράτα με», όταν το πείραγμά τους πονάει πραγματικά, αλλά τα παιδιά δεν τα καταφέρνουν τόσο καλά.

«Οι γονείς γελιόνται όταν νομίζουν πως στα παιδιά αρέσει το πείραγμα. Στην πραγματικότητα συμβιβάζονται όπως μπορούνε μ’αυτό για να ικανοποιήσουν την ανάγκη του γονιού να εκφράσει την εχθρότητά του. Όταν τα παιδιά ανέχονται τα πειράγματα «χωρίς να θυμώνουν» στην πραγματικότητα διψάνε για την προσοχή των γονιών τους. Δέχονται το πείραγμα και τις άλλες εχθρότητες σαν υποκατάστατα της ανθρώπινης αναγνώρισης. Είναι καλύτερα να σε πειράζουν παρά να σε αγνοούν.»

Ο ξυλοδαρμός των παιδιών είναι μια ακραία μορφή υποτίμησης την οποία εφαρμόζουν συνήθως γονείς που και αυτοί πέρασαν από παρόμοια εμπειρία. Η αλυσίδα του ξυλοδαρμού μπορεί να συνεχίσει σε πολλές γενιές μέχρι να αναπτυχθούν πιο κατάλληλα σχήματα γονεϊκής συμπεριφοράς.

Η γονεϊκή βία προς τα παιδιά παίρνει διάφορες μορφές. Ένας πατέρας που χρησιμοποιούσε τον πόνο, σαν τεχνική πειθαρχίας, έκαψε το δάχτυλο του παιδιού του μ’ένα σπίρτο ισχυριζόμενος πως του μάθαινε να προσέχει τη φωτιά. Ένας άλλος πατέρας μαστίγωσε το γιο του και τον έδεσε στο κρεβάτι, επειδή είχε κλέψει μια δραχμή από το μπουφέ.

Οι γονείς που δέρνουν τα παιδιά τους χρειάζονται ιατρική θεραπεία και συχνά την επιζητούν. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν μια ανεπαρκή Γονεϊκή κατάσταση του εγώ και ένα πληγωμένο εσωτερικά Παιδί. Με την ενεργοποίηση και την πληροφόρηση των Ενήλικων καταστάσεων του εγώ τους μπορούμε να δείξουμε στους γονείς τι θα πρέπει ρεαλιστικά να περιμένουν από ένα παιδί και πώς να μεταβάλλουν τη δική τους βίαιη συμπεριφορά.

Η υποτίμηση στο χώρο της καθημερινής εργασίας είναι συνήθως πιο λεπτή από τη σωματική βία. Παίρνει τη μορφή της σταυρωτής, της υστερόβουλης συναλλαγής μέσα σ’ένα παιχνίδι έλξης, απώθησης και ταπείνωσης.

Μερικοί από τους τρόπους υποτίμησης στη δουλειά μοιάζουν με τα «ζαχαρωτά» που δίνουν οι γονείς στα παιδιά για να τα ξεφορτωθούν. Ο Μπερν γράφει:

«Οι υποστηρικτικές γονεϊκές δηλώσεις (γνωστές στην καθομιλουμένη σαν «ζαχαρωτά» ή «καραμέλες») είναι μια μορφή αφ’υψηλού συγκατάβασης και από την άποψη της συναλλαγής είναι τρόποι ξεφορτώματος. Λειτουργικά μπορούν να μεταφραστούν ως εξής: 1) «Χαίρομαι που έχω την ευκαιρία να σου κάνω το μεγάλο, έτσι αισθάνομαι σημαντικός» ή 2) «Μη με σκοτίζεις με τα βάσανά σου, πάρε αυτό το γλυκό και σώπαινε για να μπορώ να σου πω τα δικά μου».

Κάποιος μπορεί να πετάξει ένα ζαχαρωτό σ’έναν άλλο με τη φράση: «Αυτό που σου συνέβη είναι τρομερό, κάτσε όμως ν’ακούσεις αυτό που μου συνέβη εμένα, που είναι ακόμα χειρότερο!». Ή «Νομίζεις πως έχεις βάσανα, κάτσε ν’ακούσεις τα δικά μου, εκεί θα καταλάβεις!».

Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν ζήσει την επαφή και τα χάδια συνήθως επηρεάζει το γενικότερο σχήμα των χαδιών τους στην Ενήλικη ζωή. Όσοι έχουν γνωρίσει τη βία και την περιφρόνηση συνήθως αποφεύγουν την επαφή. Εκείνοι που γνώρισαν υπερβολική στοργή μπορεί στη συνέχεια να έχουν μια αχόρταγη ανάγκη για σωματική επαφή, τέτοιοι χαρακτήρες γίνονται απαιτητικοί σύζυγοι που θα νιώθουν παραμελημένοι, αν δεν δέχονται πολλές σωματικές επαφές. Πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν περίεργα σχήματα αγγίγματος.

Η δίψα για οργανωμένο χρόνο

Ο καθένας μας αισθάνεται την ανάγκη να τον αγγίζουν και να τον αναγνωρίζουν οι άλλοι. Ο καθένας μας έχει την ανάγκη να κάνει κάτι το χρόνο του ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατό του. Η δίψα των ανθρώπων για χάδια συχνά καθορίζει το τι κάνουν το χρόνο τους. Μπορεί παραδείγματος χάρη να περνούν λεπτά, ώρες ή ακόμα και μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να εξασφαλίσουν το χαΐδεμα με διάφορους τρόπους, ακόμα και παίζοντας ψυχολογικά παιχνίδια. Από την άλλη μπορούν να περάσουν λεπτά, ώρες ή και μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας ν’αποφύγουν τα χάδια αποσυρόμενοι. Οι ανάγκες αυτές είναι βιολογικές και ψυχολογικές και ο Μπερνς τις ονομάζει «δίψες».

Η δίψα για άγγιγμα και αναγνώριση μπορεί να ικανοποιηθεί με τα χάδια, «μια πράξη που σημαίνει την αναγνώριση της παρουσίας του άλλου». Τα χάδια μπορούν να δοθούν με τη μορφή του πραγματικού σωματικού αγγίγματος ή με κάποια συμβολική μορφή αναγνώρισης, ένα βλέμμα, μια λέξη, μια χειρονομία ή οποιαδήποτε πράξη που λέει: «το ξέρω πως βρίσκεσαι εκεί».

Η πλήξη όταν διαρκεί πολύ επιταχύνει τη συγκινησιακή και σωματική φθορά όσο και το ανεπαρκές χαΐδεμα. Για να γλιτώσουν από την πλήξη οι άνθρωποι ψάχνουν να βρουν τι να κάνουν το χρόνο τους. Ποιος γονιός δεν έχει ακούσει το βαριεστημένο του παιδί να κλαψουρίζει: «Μαμά, τι να κάνω;», Ποιο παντρεμένο ζευγάρι δεν αναρωτήθηκε: «Τι να κάνουμε αυτό το Σαββατοκύριακο;», Ποιος εργαζόμενος δεν έχει ακούσει έναν άλλον να λέει: «Δεν την αντέχω αυτή τη δουλειά, δεν κάνω τίποτε». Οι άνθρωποι οργανώνουν το χρόνο τους με έξι διαφορετικούς τρόπους. Άλλοτε αποσύρονται από τους άλλους. Άλλοτε επινοούν τελετουργικά για να περάσει η ώρα. Άλλοτε παίζουν ψυχολογικά παιχνίδια. Άλλοτε εργάζονται μαζί και μερικές φορές ζουν κάποια στιγμή οικειότητας.

Απόσυρση

Οι άνθρωποι μπορούν να αποσυρθούν, είτε απομακρυνόμενοι σωματικά, είτε απομακρυνόμενοι ψυχολογικά και καταφεύγοντας στις φαντασιώσεις τους. Η συμπεριφορά απόσυρσης μπορεί να προέλθει από οποιαδήποτε κατάσταση του εγώ.

Μερικές φορές η απόσυρση είναι μια λογική απόφαση του Ενήλικου. Ο καθένας μας χρειάζεται κατά καιρούς ν’απομονώνεται, να ηρεμεί, να σκέφτεται τα δικά του πράγματα, να έρχεται σ’επαφή με τον εαυτό του και να ανανεώνεται στην ατομική του ανθρώπινη υπόσταση. Ακόμη και η απόσυρση στις φαντασιώσεις μας είναι δικαιολογημένη. Μια καλή φαντασίωση μπορεί να χρησιμοποιεί το χρόνο πολύ καλύτερα από την παρακολούθηση μιας κακής διάλεξης.

Η απόσυρση πολλές φορές πηγάζει από τη μίμηση των γονέων. Στην περίπτωση αυτή το άτομο αντιγράφει τη γονεϊκή συμπεριφορά. Για παράδειγμα, ένας άντρας που βρίσκεται μπροστά σε μια επικείμενη σύγκρουση με τη γυναίκα του μπορεί να αποσυρθεί, όπως έκανε ο πατέρας του όταν θύμωνε η μητέρα του. Μπορεί να φύγει από το σπίτι, να αποσυρθεί στο μαγαζί ή στο γραφείο του. Ή πάλι, αντί να φύγει πραγματικά, μπορεί να αποκοιμηθεί ή απλώς να γυρίσει το κουμπί και να μην ακούει τι του λέει η γυναίκα του.

Υπάρχουν και σχήματα απόσυρσης που προέρχονται από την Παιδική κατάσταση του εγώ. Αυτά είναι συχνά επαναλήψεις των αναγκαστικών προσαρμογών που έκανε το παιδί που έχει εκπαιδευτεί με το σύστημα «πήγαινε στο δωμάτιό σου κλείσε την πόρτα και μην ξαναγυρίσεις εδώ αν δε χαμογελάς», μαθαίνει να αποσύρεται πρακτικά ή ψυχολογικά πίσω από ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Όταν ένα άτομο αποσύρεται ψυχολογικά συνήθως καταφεύγει σ’ένα φανταστικό κόσμο. Οι φαντασιώσεις αυτές μπορεί να περιέχουν αλόγιστη ηδονή, ή βία, δημιουργικές εικόνες, ή επίκτητους φόβους και ελπίδες καταστροφικές. Όλοι μας αποσυρόμαστε στη φαντασία κάπου, κάπου. Ποιος δεν έχει φανταστεί τα σπουδαία πράγματα που «θα μπορούσε» να έχει πει; Ποιος δεν έχει αφεθεί σε κάποια φανταστική, αλόγιστη ηδονή;


Τελετουργικά

Οι τελετουργικές συναλλαγές είναι και στερεότυπες συμπληρωματικές συναλλαγές, όπως οι καθημερινοί χαιρετισμοί. Όταν λέει κανείς «καλημέρα, τι κάνεις;», τις περισσότερες φορές δε ρωτάει πραγματικά για την υγεία και τα συναισθήματα του άλλου, αλλά περιμένει να λάβει την τελετουργική απάντηση «Πολύ καλά, εσύ;». σ’αυτή τη σύντομη συνάντηση οι άνθρωποι δίνουν και παίρνουν χάδια συντήρησης.

Πολλά τέτοια τελετουργικά λαδώνουν τις ρόδες της κοινωνικής επαφής. Δίνουν στους ξένους ένα τρόπο να γνωριστούν και κερδίζουν χρόνο καθορίζοντας ποιος θα περάσει πρώτος ή ποιος θα σερβιριστεί πρώτος. Μερικοί πολιτικοί, θρησκευτικές ομάδες, πολιτικά κόμματα, ή μυστικές οργανώσεις και κοινωνικές λέσχες, οργανώνουν ένα μεγάλο μέρος του χρόνου με πολύ επεξεργασμένα τελετουργικά σχήματα συμπεριφοράς. Άλλες ομάδες είναι λιγότερο οργανωμένες και χρησιμοποιούν το χρόνο τους διαφορετικά. Για πολλούς ανθρώπους τα τελετουργικά γίνονται ένας τρόπος ζωής. Μετά από την τελετή, ο γάμος μπορεί να είναι μόνο μια σειρά από τελετουργικές συναλλαγές που συνίστανται βασικά στο παίξιμο ρόλων και σε πράξεις στερημένες από πραγματική σημασία ή οικειότητα που κρατούν όμως τους ανθρώπους ζωντανούς με ένα μίνιμουμ χαδιών.

Οι κοινοτοπίες

Οι κοινότοπες συναλλαγές είναι αυτές, όπου οι άνθρωποι περνάνε τον καιρό τους ο ένας με τον άλλον συζητώντας για αδιάφορα θέματα όπως είναι ο καιρός. Ποιος δεν έχει δει δυο γέρους καθισμένους σ’ένα πάγκο του πάρκου να συζητάνε με πάθος για τα πολιτικά; «Η κυβέρνηση θα έπρεπε να τάχει καθαρίσει όλα αυτά!..» Ποιος δεν έχει δει γονιούς να περνάνε τον καιρό τους ανταλλάσσοντας παράπονα «τα παιδιά είναι φοβερά σήμερα. Δε βλέπεις πως…» Και στις δύο περιπτώσεις τα άτομα ανταλλάσσουν τη μιαν άποψη μετά την άλλη, αδιαφορώντας εντελώς για την πραγματικότητα και γλεντώντας την κουβέντα τους.

Οι κοινοτοπίες δεν δημιουργούν προβλήματα συνήθως, είναι επιπόλαιες συναλλαγές και τις συνηθίζουν άνθρωποι που γνωρίζονται καλά. Σ’ένα πάρτι παραδείγματος χάρη, οι άνδρες περνάνε συνήθως την ώρα τους μιλώντας για τα αυτοκίνητα, τα σπορ ή το χρηματιστήριο, ενώ οι γυναίκες περνάνε την ώρα τους μιλώντας για συνταγές, τα παιδιά ή τη διακόσμηση.

Οι κοινοτοπίες, όπως και τα τελετουργικά, είναι τρόποι να περνάνε οι άνθρωποι τον καιρό τους ευγενικά μαζί χωρίς να συναντηθούν σ’ένα βαθύτερο επίπεδο. Δίνουν στον καθένα την ευκαιρία να «βυθομετρήσει» τον άλλο και να δει, αν θα προχωρήσει βαθύτερα σε παιχνίδια, δραστηριότητα ή οικειότητα.

Παιχνίδια

Ένα από τα «κέρδη» που προσφέρουν τα ψυχολογικά παιχνίδια είναι ότι οργανώνουν το χρόνο. Μερικά παιχνίδια οργανώνουν μόνο πέντε λεπτά. Για παράδειγμα, η γραμματέας που παίζει το Ελάττωμα χρειάζεται μόνο πέντε λεπτά για να τονίσει, ότι ο προϊστάμενος γράφει πάντα λάθος το τρίτο πρόσωπο του ενικού, είτε ότι συχνά μπερδεύει τα πνεύματα.

Άλλα παιχνίδια όπως το Χρέος μπορούν να γεμίσουν ολόκληρη τη ζωή. Όταν π.χ. ένα νιόπαντρο ζευγάρι παίζει το Χρέος, βάζει μεγάλα χρέη για να αγοράσει έπιπλα, ηλεκτρικά είδη, αυτοκίνητα, βάρκα κ.λ.π. και με κάθε αύξηση του μισθού χρεώνεται ακόμα περισσότερο ένα μεγαλύτερο σπίτι, δύο αυτοκίνητα και λοιπά. Όσα κι αν κερδίζουν θα χρωστάνε σ’ολόκληρη τη ζωή τους. Όταν οι παίκτες του Χρέους κάνουν πιο σκληρό παιχνίδι, μπορεί στο τέλος να χρεοκοπήσουνε ή να πάνε φυλακή.

Δραστηριότητες

Οι δραστηριότητες είναι ένας τρόπος οργάνωσης χρόνου που έχει σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα και συνήθως τις ταυτίζουμε με την εργασία, με το να κάνουμε κάτι.

Οι δραστηριότητες είναι συχνά κάτι που οι άνθρωποι θέλουν, χρειάζονται ή πρέπει να κάνουν – μόνοι τους ή με τους άλλους.

Είναι μέλη μιας επιτροπής – Παίζουν σε μια ορχήστρα

Προγραμματίζουν την εκτόξευση πυραύλου – Προετοιμάζουν κοινό σχέδιο

Βοτανίζουν τον κήπο – Ετοιμάζουν φαγητό

Οργανώνουν αστυνομικό τμήμα – Ξεφορτώνουν ένα πλοίο

Υπαγορεύουν ένα γράμμα – Ράβουν ένα φόρεμα

Χτίζουν ένα σπίτι – Χτίζουν γέφυρες

Κάνουν σχέδια

Όταν κάποια από τις παραπάνω ή άλλες παρόμοιες δραστηριότητες φτάσει σε ένα τέλος, αυτός που την έκανε νιώθει συνήθως άδειος, ανήσυχος ή άχρηστος. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται πιο καθαρά, όταν μερικές από τις δραστηριότητες που οργανώνουν το χρόνο, όπως το να μεγαλώνεις ένα παιδί, να πηγαίνει σχολείο ή να εργάζεσαι σε μια θέση σταματάνε απότομα.

Πολλές μητέρες που γέμισαν εντελώς το χρόνο τους με το μεγάλωμα των παιδιών και το νοικοκυριό κατακλύζονται από μια αίσθηση ανίας και αχρηστίας, όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και φύγουν από το σπίτι. Το ίδιο και ο πατέρας που έχει αφιερώσει όλη τη ζωή του στο να κερδίσει το ψωμί της οικογένειας μπορεί να νιώσει την ίδια πλήξη και να «πέσει» απότομα μόλις βγει στη σύνταξη.

Μέσα στις δραστηριότητες αυτές μπορούν να εμφανιστούν διάφοροι τρόποι οργάνωσης του χρόνου. Μπορούν να μεσολαβήσουν τα τελετουργικά οι κοινοτυπίες, τα παιχνίδια, ακόμη και η οικειότητα. Ένας αντιπρόεδρος μπορεί π.χ. να παίζει στη δουλειά του τον Υπερενεργητικό διευθυντή λέγοντας «Ναι» σε τόσα αιτήματα που τελικά καταρρέει. Εν τω μεταξύ βέβαια ταλαιπωρεί και εξαντλεί τους υπαλλήλους.

Οικειότητα

Σ’ένα βαθύτερο επίπεδο της οργάνωσης του χρόνου κρύβεται η ικανότητα κάθε ατόμου για οικειότητα. Η οικειότητα είναι απαλλαγμένη από παιχνίδια και εκμετάλλευση. Συμβαίνει σε αυτές τις σπάνιες στιγμές της ανθρώπινης επαφής που γεννούν συναισθήματα τρυφερότητας, συμπάθειας και αγάπης. Η αγάπη αυτή δεν είναι θερμή αίσθηση που μπορεί να νιώσει κανείς βλέποντας δυο όμορφες γάμπες ή τετράγωνους ώμους. Η οικειότητα προϋποθέτει αληθινό ενδιαφέρον.

Οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν ή να δουλεύουν μαζί για χρόνια ολόκληρα και ποτέ να μην «βλέπουν» ή να «ακούν» τον άλλον πραγματικά. Κι ωστόσο έρχεται μια στιγμή που ο ένας βλέπει τον άλλον για πρώτη φορά – βλέπει το χρώμα του άλλου, τις εκφράσεις του, τα διάφορα σχήματά του, τις κινήσεις και τις διαφορές του. Μπορεί να ακούει και για πρώτη φορά τον άλλον, να ακούει όλα τα μηνύματά του, προφορικά και μη συναισθηματικά ή πρακτικά.

Η αίσθηση της οικειότητας μπορεί να ξεπηδήσει στη μέση ενός πλήθους ή σε μια παλιά φιλία, στη δουλειά ή σε μια σχέση γάμου. Η οικειότητα μπορεί να προβάλει όταν:

Ένα άνθρωπος σε ένα κονσέρτο πιάσει ξαφνικά τη ματιά ενός αγνώστου. Τη στιγμή εκείνη συνειδητοποιούν και οι δύο το δεσμό της κοινής τους απόλαυσης. Χαμογελούν ανοιχτά ο ένας στον άλλον σε μια στιγμή οικειότητας.

Δύο σύζυγοι που ξεβοτανίζουν τον κήπο τους δοκιμάζουν ένα συναίσθημα πλησιάσματος που τους οδηγεί αυθόρμητα σε μια σωματική επαφή που επιβεβαιώνει την αγάπη τους.

Ένας πατέρας κοιτάζει το δακρυσμένο πρόσωπο του γιου του που έχει μόλις θάψει το σκύλο του. Αγκαλιάζει το αγόρι και του λέει: «Είναι σκληρό να θάβει κανείς ένα καλό φίλο». Το παιδί αφήνεται να κλάψει στην αγκαλιά του πατέρα του, ανακουφίζοντας τον πόνο του. Τη στιγμή αυτή βρίσκονται πολύ κοντά οι δύο τους.

Δύο άντρες δουλεύουν μαζί πολλές εβδομάδες ετοιμάζοντας μια σημαντική πρόταση για την εταιρεία. Ο ένας την παρουσιάζει στη διεύθυνση και η πρόταση απορρίπτεται. Όταν γυρίζει ο συνάδελφος του τον κοιτάζει στο πρόσωπο και χωρίς μια κουβέντα ένα αίσθημα κατανόησης για την αμοιβαία τους απογοήτευση περνάει ανάμεσά τους.

Στη σύγχρονη ζωή η οικειότητα έχει γίνει σπάνιο πράγμα. Οι άνθρωποι που νιώθουν στριμωγμένοι ζητούν συχνά «ψυχολογικό» χώρο και αποστάσεις. Έτσι αποσύρονται ή καταφεύγουν στην τελετουργική ζωή χρησιμοποιώντας την τεχνική του «κρατήματος των αποστάσεων».

Ακόμα κι όταν είναι στριμωγμένοι σε ένα γεμάτο ασανσέρ ή σε ένα τραίνο, μένουν απόμακροι και κάνουν πως δε βλέπουν ο ένας τον άλλον.

Οι οικειότητα πολλές φορές τρομάζει, γιατί περιέχει κινδύνους. Σε μια στενή σχέση οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι και πολλές φορές φαίνεται πιο εύκολο να περνάς τον καιρό σου παίζοντας παιχνίδια παρά να διακινδυνεύεις συναισθήματα αγάπης και απόρριψης.

Αν η ικανότητα για οικειότητα έχει καταπιεστεί, μπορεί να αναπτυχθεί. Ενεργοποιώντας και δυναμώνοντας την Ενήλικη κατάσταση του εγώ οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν όποια και να είναι τα βιώματά τους. Η ανάπτυξη της ικανότητας για οικειότητα είναι ένας από τους κυριότερους στόχους της ΣΑ και ένα από τα γνωρίσματα του αυτόνομου ατόμου. Οι νικητές δε φοβούνται την αληθινή οικειότητα.

5 μαθήματα ζωής

Πέντε μαθήματα που αργούμε να αφομοιώσουμε, αλλά όταν το κάνουμε θα αλλάξει η ζωή μας!
15639676_eytyxia.limghandlerΑναγνώριση, επαγγελματική επιτυχία, οικονομική εξασφάλιση. Όποιες και αν είναι οι προσωπικές μας φιλοδοξίες, υπάρχει ένας πλούτος γνώσης για να μας βοηθήσει να τις κατακτήσουμε. Αν, ωστόσο, ο υπέρτατος στόχος μας είναι να έχουμε μια ισορροπημένη και ήρεμη ζωή, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αναζητήσουμε τη σοφία που θα μας βοηθήσει να καλλιεργήσουμε στενές και υγιείς σχέσεις.
Οι άνθρωποι που απολαμβάνουν στενούς κοινωνικούς δεσμούς με τους φίλους και την οικογένειά τους είναι πιο ευτυχισμένοι, έχουν λιγότερα προβλήματα υγείας και διαχειρίζονται καλύτερα το άγχος των καιρών μας. Οι καλές κοινωνικές σχέσεις είναι σημαντικές σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, αφού όταν στερούμαστε ένα σταθερό και υποστηρικτικό περιβάλλον αυξάνονται οι πιθανότητες να αντιμετωπίσουμε προβλήματα, όπως η κατάθλιψη, που μπορούν να μας επηρεάζουν σε κάθε τομέα.

Επιπλέον, οι κοινωνικοί δεσμοί προσφέρουν ευκαιρίες για εξέλιξη και προσωπική ανάπτυξη, αφού κάθε σχέση μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για να πειραματιστούμε και να μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας, τον σύντροφό μας και τις δυνατότητες που υπάρχουν μεταξύ μας.

Όταν, λοιπόν, χρειαζόμαστε συμβουλές για σχέσεις, καλό είναι να μην περιοριζόμαστε σε βιβλία αυτοβοήθειας και τηλεοπτικές εκπομπές. Η σοφία που προκύπτει μέσα από την πραγματική ζωή είναι πιο πολύτιμη και καλό είναι να αντιμετωπίζουμε με κριτικό μάτι τις διάφορες κοινοτοπίες που ακούγονται. Ας δούμε, λοιπόν, τα μαθήματα που μας διδάσκει η καθημερινότητά μας. 
 

Μάθηµα #1: Ισχυροί κοινωνικοί δεσµοί

«Η δύναµη των διαπροσωπικών σχέσεων είναι τόσο σηµαντική για την υγεία µας όσο και οι επιλογές που κάνουµε στον τρόπο ζωής µας» 
Έχουμε όλοι ακούσει τις κλασικές συμβουλές των γιατρών για να ζήσουμε περισσότερο: τακτική άσκηση, διακοπή καπνίσματος, ισορροπημένη διατροφή. Όμως, οι ισχυρές διαπροσωπικές σχέσεις παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο και όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα και η ποιότητα των σχέσεών μας, τόσο περισσότερο ζούμε. 

Η δημιουργία ενός δικτύου που μας στηρίζει είναι δύσκολη στον σύγχρονο κόσμο, αλλά αξίζει να το κάνουμε. Υπάρχουν έρευνες που λένε ότι οι άνθρωποι με ενεργό κοινωνική ζωή έχουν λιγότερες πιθανότητες να πεθάνουν από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με τους λιγότερο κοινωνικούς ανθρώπους. Μάλιστα, το χαμηλό επίπεδο κοινωνικής αλληλεπίδρασης φαίνεται να έχει τις ίδιες αρνητικές επιπτώσεις με το κάπνισμα και την έλλειψη άσκησης. 

Έρευνα έδειξε ότι όσο περισσότερες κοινωνικές συνδέσεις έχουμε τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητά μας να καταπολεμάμε τις λοιμώξεις. Οι ερευνητές έδωσαν σε υγιή άτομα σταγόνες που περιείχαν ιό γρίπης και είδαν ότι όσοι είχαν ευρύτερο κοινωνικό δίκτυο είχαν και λιγότερες πιθανότητες να αρρωστήσουν. Ωστόσο, σημασία έχει και το είδος των σχέσεων που διατηρούμε. Έτσι, οι στενές φιλίες, που μας παρέχουν ενθάρρυνση και υποστήριξη, μπορεί να έχουν προστατευτική επίδραση στο καρδιαγγειακό μας σύστημα, ιδιαίτερα σε περιόδους στρες. Οι ειδικοί εικάζουν ότι το άγχος, που συνδέεται με χαμηλή κοινωνική υποστήριξη, πυροδοτεί μια σειρά αντιδράσεων που επηρεάζουν αρνητικά το σώμα, συμπεριλαμβανομένων της καρδιαγγειακής λειτουργίας και του ανοσοποιητικού συστήματος. 
 

Μάθηµα #2: Δραστική αποδοχή

«Δεν µπορείς να αλλάξεις αυτούς που αγαπάς, γι’ αυτό εστίασε στο να αλλάξεις τον εαυτό σου» 

Η ιδέα ότι μπορούμε να διορθώσουμε τα «στραβά» των συνεργατών, των φίλων, των γονέων, των παιδιών μας, κάνοντάς τους να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που εμείς θέλουμε, υπάρχει πάντα στο βάθος του μυαλού μας. Το Εγώ μας συχνά μας πείθει ότι ο τρόπος που εμείς βλέπουμε τα πράγματα είναι ο σωστός και ότι εμείς έχουμε μια βαθύτερη γνώση για το τι είναι καλύτερο. Η αλήθεια όμως είναι ότι το να προσπαθούμε να διορθώσουμε τα ελαττώματα κάποιου άλλου συνήθως γυρίζει μπούμερανγκ ή αποτυγχάνει και το άλλο πρόσωπο μπορεί να πάρει το μήνυμα ότι δεν είναι αρκετά καλό, να αγανακτήσει και τελικά να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα που μας φέρνει σε απόσταση. 

Η καλύτερη λύση είναι να κοιτάξουμε μέσα μας και να διορθώσουμε το δικό μας πρόβλημα, αντί να προσπαθούμε να αλλάξουμε τους άλλους. Βέβαια, ορισμένες φορές αυτό σημαίνει ότι απλώς αποδεχόμαστε μια κατάσταση. Αν π.χ. γνωρίζουμε ότι ο σύντροφός μας μισεί τις μεγάλες συγκεντρώσεις, μπορούμε να πάμε μόνοι στο επόμενο πάρτι. Έτσι, αυτός δεν θα πιεστεί και εμείς δεν θα αναγκαστούμε να φύγουμε νωρίς. 

Κάνοντας υποχωρήσεις, ουσιαστικά αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι υπάρχουν θέματα για τα οποία δεν πρόκειται ποτέ να συγχρονιστούμε με τους γύρω μας και ότι είμαστε πρόθυμοι αυτό να το αποδεχθούμε, προκειμένου ο άλλος να διατηρήσει την αυτονομία του. Με όλους θα έχουμε μόνιμες διαφορές, αλλά πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτές. Ανεξάρτητα από το αν το άλλο πρόσωπο θα αλλάξει, η αποδοχή δείχνει τον σεβασμό μας απέναντί του. 
 

Μάθηµα #3: Το πάθος µειώνεται, η αγάπη µένει

«Το να είµαστε εξοικειωµένοι µε τον σύντροφό µας δεν είναι το ίδιο µε το να µην τον αγαπάµε» 
Πολλές είναι οι παρανοήσεις που υπάρχουν αναφορικά με τις σχέσεις, π.χ. ότι το πάθος μένει από μόνο του ζωντανό. Έτσι, συχνά οι άνθρωποι υποθέτουν ότι μια σχέση έχει υποστεί μόνιμη ζημιά όταν η περίοδος του σεξουαλικού ενθουσιασμού περάσει και αρχίσουν οι τσακωμοί. Μέρος του προβλήματος προκύπτει από την πεποίθηση ότι είναι πιο εύκολο να κόψουμε τους δεσμούς παρά να παλέψουμε για την επίλυση των διαφωνιών. Το ανώριμο μέρος του εαυτού μας δεν θέλει να αντιμετωπίσει την περιορισμένη ικανότητά μας να επενδύσουμε στον άλλον και αγαπά την ιδέα ότι οι «συμβατοί» άνθρωποι δεν συγκρούονται. Σε μια καλή σχέση, όμως, τα ζευγάρια διαφωνούν, τα παράπονα ακούγονται και οι άνθρωποι αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα λάθη τους. 

Είναι, επίσης, φυσιολογικό μετά το αρχικό στάδιο μιας σχέσης η σεξουαλική επιθυμία να υποχωρεί. Αυτό όμως προσφέρει μια ευκαιρία να εμβαθύνουμε στη σχέση μας με τρόπους που θα ήταν αδύνατο αρχικά. Η βαθιά αγάπη έρχεται μετά τη συναισθηματική εμπειρία της πρώτης περιόδου, όπου βλέπουμε πόσο ατελής είναι ο άλλος και παρ’ όλα αυτά δεχόμαστε να δεσμευτούμε. 

Αν θέλουμε να οικοδομήσουμε μια σχέση, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να βιώσουμε ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων. Η μόνη λύση για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες είναι να μιλήσουμε ανοιχτά για ό,τι μας απασχολεί και αντί να αναρωτιόμαστε αν είμαστε ακόμα ερωτευμένοι με τον σύντροφό μας, να ψάχνουμε τι μπορούμε να κάνουμε για να αποκατασταθεί η σχέση μας. Τέλος, ας θυμόμαστε ότι μια σχέση απαιτεί συνεχή προσπάθεια. Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε τι είναι αυτό που κάνει τον σύντροφό μας να νιώθει καλύτερα, αλλά συνήθως είμαστε πολύ κουρασμένοι ή νευριασμένοι για να το κάνουμε. 
 

Μάθηµα #4: Καλοπροαίρετη αµέλεια

a_new_life«Μερικές φορές λίγη αδιαφορία είναι καλύτερη από την υπερπροστασία» 

Τηλεφωνούν καθημερινά στους δάσκαλους για να μάθουν πώς τα πάει το παιδί τους ή βρίσκονται συνεχώς μαζί του. Ο λόγος για τους υπερπροστατευτικούς γονείς, που προσκολλώνται στα παιδιά τους για να τα κρατήσουν ασφαλή και χαρούμενα ή επειδή πιστεύουν ότι έτσι δημιουργούν ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς. 

Μια τέτοια νοοτροπία φαίνεται λογική σε έναν αβέβαιο κόσμο, γεμάτο κινδύνους (πραγματικούς ή όχι) και έντονο ανταγωνισμό. Ωστόσο, οι γονείς αυτοί συχνά υπερεκτιμούν την επίδρασή τους, δεν εμπιστεύονται τις ικανότητες του παιδιού και φαίνεται να μην καταλαβαίνουν ότι οι ισχυροί δεσμοί χτίζονται πάνω στην καθημερινή φροντίδα του. Μάλιστα, η ανάγκη τους για εμπλοκή γίνεται μεγαλύτερη όταν βλέπουν το παιδί τους ως υποκατάστατο για την εκπλήρωση των δικών τους ονείρων. 

Όμως, η παρέμβαση αυτή μπορεί μακροπρόθεσμα να επιδράσει αρνητικά. Με το να μην αφήνουν τα παιδιά να «σκοντάψουν» σε μικροπράγματα, δεν τα αφήνουν να αναπτύξουν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις, τους στερούν την αυτοπεποίθηση που χρειάζονται και ενισχύουν τη εξάρτηση από τους ίδιους. Επιπλέον, τα παιδιά που συνηθίζουν να παίρνουν ό,τι χρειάζονται, χωρίς να κάνουν οποιαδήποτε προσπάθεια, μπορεί μελλοντικά να απογοητευτούν, αφού ο υπόλοιπος κόσμος δεν τους αναγνωρίζει αυτό το αυτονόητο δικαίωμα. Κάνοντας, όμως, ένα βήμα πίσω, μαθαίνουμε στα παιδιά να σηκώνονται όταν πέφτουν, να αντιλαμβάνονται εσωτερικά το γονικό δέσιμο και να αναγνωρίζουν τις δικές τους ικανότητες. Η δουλειά μας ως γονέων είναι να καταστήσουμε τα παιδιά μας αυτάρκη. 
 

Μάθηµα #5: Τα αντίθετα δεν έλκονται για πάντα 

Το «κλειδί» για μια ευτυχισμένη και υγιή σχέση είναι η επιλογή ενός συντρόφου που μας μοιάζει αρκετά, ενός προσώπου που επικυρώνει τις υπάρχουσες απόψεις και τις συνήθειές μας, αντί να προσπαθεί να μας αλλάξει. Αυτό μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά τα αντίθετα δεν έλκονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο ρόλος που παίζουν τα κοινά στοιχεία στις αξίες, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, το οικονομικό υπόβαθρο, τη θρησκεία είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την επιτυχία μιας σχέσης. Όσο περισσότερο ένα ζευγάρι μοιράζεται μια παρόμοια προοπτική, τόσο μειώνονται οι πιθανές συγκρούσεις στη σχέση των δύο συντρόφων. Είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία της σχέσης το ζευγάρι να βρει κοινό έδαφος όσον αφορά τις προσωπικές του αξίες. 

Ωστόσο, η συμβατότητα είναι η μία πλευρά του νομίσματος που λέγεται υγιής σχέση, καθώς η σπίθα της έλξης προέρχεται από τις μικρές μας διαφορές. Η κοινή βάση είναι σημαντική για τη διατήρηση μιας σχέσης σε βάθος χρόνου, αλλά η συμπληρωματικότητα κάνει πραγματικά τη διαφορά όσον αφορά το σεξουαλικό πάθος. Τα ζευγάρια που είναι υπερβολικά όμοια καταλήγουν να έχουν μια σχέση αδελφική, προβλέψιμη, χωρίς εκπλήξεις και νέα στοιχεία. 

Ποια είναι, λοιπόν, η χρυσή τομή; Το να έχουμε έναν σύντροφο του οποίου τα πάθη διαφέρουν αρκετά από τα δικά μας, ώστε να επεκτείνουν τις εμπειρίες μας, αλλά με τον οποίο να είμαστε σε συμφωνία για τα σημαντικά θέματα, όπως π.χ. το πώς να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. 

Σκιά

ΠΑΡΑΒΟΛΗ: Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου ...  ΚΒ' Ψαλμός Δαυίδ
1491727_634572883294129_3121638892885133306_nΕσείς που διαβάζετε είστε ακόμα ανάμεσα στους ζωντανούς: όμως εγώ που γράφω θα έχω προ πολλού περάσει στη χώρα των σκιών. Γιατί, στ' αλήθεια, παράξενα πράγματα θα συμβούν και μυστικά θα γίνουν γνωστά και πολλοί αιώνες θα παρέλθουν, προτού αυτά τα απομνημονεύματα φανερωθούν στα μάτια των ανθρώπων.
Κι όταν φανερωθούν, θα υπάρξουν κάποιοι που θα δυσπιστήσουν, κάποιοι που θα τα αμφισβητήσουν, αλλά και λίγοι που θα βρουν πολλά να συλλογιστούν μέσα απ' αυτά τα γράμματα που χάραξε μια σιδερένια γραφίδα.
Κείνη η χρονιά ήταν χρονιά τρόμου, αισθημάτων πιο έντονων κι απ' τον τρόμο, που δεν μπορεί κανείς ούτε να τα κατονομάσει. Γιατί πολλά σημεία και τέρατα είχαν συμβεί και, πέρα ως πέρα, πάνω από θάλασσα κι από στεριά, είχε απλώσει παντού τα μαύρα φτερά της η Πανώλης. Εκείνοι, ωστόσο, που γνώριζαν τ' άστρα, ήξεραν πως οι ουρανοί είχαν την όψη της αρρωστιας και σε μένα, τον Έλληνα Οίνο, και σε μερικούς άλλους, ήταν φανερό ότι τώρα, στην αλλαγή του έτους επτακόσια ενενήντα τέσσερα, με την είσοδο του Άρη, ο πλανήτης Δίας έρχεται σε συζυγία με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού Κρόνου. Η παράξενη διάθεση των ουρανών, αν δεν κάνω λάθος, εκδηλωνόταν, όχι μόνο στην υλική υπόσταση της γης, αλλά και στις ψυχές, τη φαντασία και τους στοχασμούς της ανθρωπότητας.

Ένα βράδυ, σε μια πολίχνη που την έλεγαν Πτολεμαΐδα, επτά φίλοι καθόμασταν στο δωμάτιο ενός αρχοντικού, πάνω από κάμποσες φιάλες με χιώτικο κοκκινέλι. Και δεν υπήρχε άλλη είσοδος στο δωμάτιό μας, εκτός από μια ψηλή, ορειχάλκινη θύρα. Η θύρα ήταν δουλεμένη με περισσή τέχνη από τον Κόριννο το χαλκωματά και αμπάρωνε από μέσα. Επιπλέον, σ' αυτό το σκοτεινό δωμάτιο, μαύρα πέπλα μας έκρυβαν τη θέα του φεγγαριού, των ζοφερών άστρων και των έρημων δρόμων - όμως δεν μπορούσαν να κρατήσουν έξω το προμήνυμα και τη θύμηση του Κακού. Γύρω τριγύρω υπήρχαν πράγματα - υλικά και πνευματικά - που δεν μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια - μια βαριά, αποπνικτική ατμόσφαιρα, μια αγωνία και, προπαντός, εκείνη η τρομερή κατάσταση που βιώνουν οι νευρικοί άνθρωποι όταν οι αισθήσεις τους βρίσκονται σε υπερδιέγερση, ενώ συγχρόνως οι λειτουργίες της σκέψης είναι ναρκωμένες. Μας πίεζε ένα νεκρικό βάρος. Ένα βάρος κρεμόταν πάνω απ' τα μέλη μας, πάνω απ' τα έπιπλα του σπιτιού, πάνω απ' τις κούπες απ' όπου πίναμε. Όλα ήταν βαριά και τα τραβούσε κάτω η γης -όλα, εκτός από τις φλόγες στις επτά σιδερένιες λυχνίες που φώτιζαν το γλέντι μας. Ορθώνοντας τις φωτεινές, λεπτές γραμμές τους, έκαιγαν ασταμάτητα - χλομές κι ασάλευτες και στο καθρέφτισμα της λάμψης τους πάνω στο στρογγυλό εβένινο τραπέζι όπου καθόμασταν, ο καθένας μας αντίκριζε τη χλομάδα του προσώπου του και το ανήσυχο βλέμμα στα χαμηλωμένα μάτια των συντρόφων του. Ωστόσο, γελούσαμε κι ευθυμούσαμε με τον τρόπο μας, μ' έναν τρόπο υστερικό: και τραγουδούσαμε τις ωδές του Ανακρέοντα - μια τρέλα' και πίναμε ασταμάτητα, παρόλο που το κόκκινο κρασί μας θύμιζε αίμα. Γιαι υπήρχε κι άλλος ένας θαμώνας στο δωμάτιο, ο νεαρός Ζωίλος. Νεκρός κειτόταν χάμω φαρδύς πλατύς, σαβανωμένος – φύλακας άγγελος της σκηνής. Αλίμονο! Δε μοιραζόταν τη χαρά μας, αν και το πρόσωπο του – παραμορφωμένο απ' την πανούκλα – και τα μάτια του- απ τα οποία ο Χάρος είχε μόνο μισοσβήσει τον πυρετό της αρρώστιας - έδειχναν να ενδιαφέρονται για την ευθυμία μας, όπως ίσως παρακολουθούν μ' ενδιαφέρον οι νεκροί την ευθυμία αυτών που πρόκειται να πεθάνουν. Αλλά, παρόλο που εγώ, ο Οίνος, ένιωθα τα μάτια του πεθαμένου πάνω μου, πίεζα τον εαυτό μου ν' αγνοήσει την πίκρα στην έκφρασή τους και, στυλώνοντας το βλέμμα μου στα βάθη του εβένινου καθρέφτη, τραγουδούσα με δυνατή, στεντόρεια φωνή, τα τραγούδια του γιου της Τέω. Όμως σιγά σιγά, τα τραγούδια μου σταμάτησαν κι οι αντίλαλοί τους, κυλώντας μακριά, ανάμεσα στα μελανά παραπετάσματα της αίθουσας, έγιναν αδύναμοι και δυσδιάκριτοι, μέχρι που έσβησαν εντελώς.

88235_gal the raven 2012 edgar allan poe john cusack opening shadows shot catΚαι να! Ανάμεσα στις μαύρες κουρτίνες, απ' όπου είχαν φύγει οι ήχοι του τραγουδιού, εμφανίστηκε μια σκοτεινή, απροσδιόριστη σκιά - μια σκιά σαν αυτές που πλάθει το φεγγάρι απ' τη σιλουέτα ενός ανθρώπου, όταν βρίσκεται χαμηλά στο στερέωμα: όμως δεν ήταν σκιά μήτε ανθρώπου μήτε θεού μήτε και κανενός οικείου πράγματος. Και, αφού τρεμόπαιξε πρώτα στα παραπετάσματα του δωματίου, εμφανίστηκε τελικά στην επιφάνεια της ορειχάλκινης θύρας. Όμως η σκιά ήταν άμορφη, αόριστη' δεν ήταν σκιά ανθρώπου ούτε θεού - κανενός θεού της Ελλάδας ή της Χαλδαίας, αλλά ούτε και κάποιας αιγυπτιακής θεότητας. Στάθηκε πάνω στην ορειχάλκινη θύρα, κάτω απ' το τόξο του υπέρθυρου και δε σάλευε μήτε έλεγε κουβέντα, αλλά έμενε εκεί, ακίνητη. Και η θύρα όπου είχε σταθεί η σκιά, αν θυμάμαι καλά, ήταν πάνω απ' τα πόδια του νεαρού σαβανωμένου Ζωίλου. Αλλά εμείς οι επτά, που ήμασταν συγκεντρωμένοι εκεί, είχαμε δει τη σκιά όταν έμπαινε μέσα από τις κουρτίνες και δεν τολμούσαμε να την αντικρίσουμε, αλλά χαμηλώναμε το βλέμμα κι ατενίζαμε διαρκώς τα βάθη του εβένινου καθρέφτη. Και τελικά, εγώ, ο Οίνος, μιλώντας χαμηλόφωνα, απαίτησα απ' τη σκιά να μου πει τ' όνομά της και τον τόπο απ' όπου ερχόταν.
Και η σκιά αποκρίθηκε: «Είμαι ΣΚΙΑ και κατοικώ κοντά στις Κατακόμβες της Πτολεμαΐδας, κοντά στα σύθαμπα πεδία των Ηλυσίων, που συνορεύουν με το σκοτεινό πορθμό του Χάροντα».
Και τότε, και οι επτά σηκωθήκαμε απ' τα καθίσματά μας με φρίκη και σταθήκαμε άλαλοι, τρέμοντας κι αναριγώντας:  γιατί οι τόνοι της φωνής της σκιάς δεν ανήκαν σε μια ύπαρξη, αλλά σε πολλές, κι αλλάζοντας χροιά από συλλαβή σε συλλαβή, έφταναν αχνά στ' αυτιά μας αξέχαστες, γνώριμες φωνές χιλιάδων πεθαμένων φίλων.

  Εντγκαρ Αλαν Πόε